στην αρχη
τα ονοματα
και καλεσε
στην ερημο
τα λογια
ιηhοσυα του ναυη
κριτεσ
σαμουαλ α’
σαμουαλ β’
βασιλεων α’
βασιλεων β’
ισυαιηhο
ιερεμιηhο
ιεζεκιαλ
ωσηε
ιωηλ
αμωσ
αβδιου
ιωνασ
μιχαιασ
ναουμ
αββακουμ
σοφονιασ
αγγαιοσ
ζαχαριασ
μαλαχιασ
επαινουσ
παροιμιεσ
ιωβ
ασμα ασματων
ρουθ
πωσ
εκκλησιαστησ
εσθηρ
δανιαλ
εσδρασ
νεεμιασ
λογια των ημερων α’
λογια των ημερων β’
προσ ῥωμαιουσσ
κορινθιουσ α’
κορινθιουσ β’
γαλατασ
εφεσιουσ
φιλιππησιουσ
κολοσσαεισ
θεσσαλονικεισ α’
θεσσαλονικεισ β’
τιμοθεον α’
τιμοθεον β’
τιτον
φιλημονα
ἑβραιουσ επιστολη
ιακωβου επιστολη
πετρου επιστολη α’
πετρου επιστολη β’
ιωαννου επιστολη α’
ιωαννου επιστολη β’
ιωαννου επιστολη γ’
ιουδα επιστολη
ιηhοσυα κατα μαθθαιον
ιηhοσυα κατα μαρκον
ιηhοσυα κατα λουκαν
πραξεισ αποστολων
ιηhοσυα κατα ιωαννην
αποκαλυψισ

στην αρχη

1

στην αρχη δημιουργησε ο θεοσ τον ουρανο και τη γη. και η γη ηταν αμορφη και ερημη· και σκοταδι υπηρχε επανω στο προσωπο τησ αβυσσου. και πνευμα θεου φεροταν επανω στην επιφανεια των νερων. και ειπε ο θεοσ: ασ γινει φωσ· και εγινε φωσ· και ειδε ο θεοσ το φωσ οτι ηταν καλο· και διαχωρισε ο θεοσ το φωσ απο το σκοταδι· και ονομασε ο θεοσ το φωσ ημερα· και το σκοταδι το ονομασε νυχτα. και εγινε εσπερα, και εγινε πρωι, ημερα πρωτη. και ειπε ο θεοσ: ασ γινει στερεωμα αναμεσα στα νερα, και ασ διαχωριζει τα νερα απο τα νερα. και δημιουργησε ο θεοσ το στερεωμα, και διαχωρισε τα νερα που ησαν κατω απο το στερεωμα απο τα νερα που ησαν επανω απο το στερεωμα. και εγινε ετσι. και ονομασε ο θεοσ το στερεωμα ουρανο. και εγινε εσπερα, και εγινε πρωι, ημερα δευτερη. και ειπε ο θεοσ: ασ μαζευτουν τα νερα που ειναι κατω απο τον ουρανο σε εναν τοπο, και ασ φανει η ξηρα. και εγινε ετσι. και ονομασε ο θεοσ την ξηρα γη· και τη συγκεντρωση των νερων ονομασε θαλασσεσ· και ειδε ο θεοσ οτι ηταν καλο. και ειπε ο θεοσ: ασ βλαστησει η γη χλωρο χορταρι, που κανει σπορο, και καρποφορο δεντρο που κανει καρπο συμφωνα με το ειδοσ του, του οποιου το σπερμα να ειναι μεσα του επανω στη γη. και εγινε ετσι. και η γη βλαστησε χλωρο χορταρι, χορταρι που κανει σπορο συμφωνα με το ειδοσ του, και δεντρο καρποφορο, του οποιου το σπερμα ειναι μεσα του, συμφωνα με το ειδοσ του· και ειδε ο θεοσ οτι ηταν καλο. και εγινε εσπερα, και εγινε πρωι, ημερα τριτη. και ειπε ο θεοσ: ασ γινουν φωστηρεσ στο στερεωμα του ουρανου, για να διαχωριζουν την ημερα απο τη νυχτα· κι ασ ειναι για σημεια, και καιρουσ, και ημερεσ, και χρονουσ· και ασ ειναι για φωστηρεσ στο στερεωμα του ουρανου, για να φεγγουν επανω στη γη. και εγινε ετσι. και εκανε ο θεοσ τουσ δυο φωστηρεσ τουσ μεγαλουσ, τον φωστηρα τον μεγαλο για να εξουσιαζει επανω στην ημερα, και τον φωστηρα τον μικροτερο για να εξουσιαζει επανω στη νυχτα· και τα αστερια· και τα εβαλε ο θεοσ στο στερεωμα του ουρανου, για να φεγγουν επανω στη γη, και να εξουσιαζουν επανω στην ημερα, και επανω στη νυχτα, και να διαχωριζουν το φωσ απο το σκοταδι. και ειδε ο θεοσ οτι ηταν καλο. και εγινε εσπερα, και εγινε πρωι, ημερα τεταρτη. και ειπε ο θεοσ: ασ γεννησουν τα νερα θαλασσια ζωα σε αφθονια και πουλια που πετουν επανω απο τη γη προσ το στερεωμα του ουρανου. και δημιουργησε ο θεοσ τα μεγαλα κητη, και καθε εμψυχο που κινειται, τα οποια γεννησαν με αφθονια τα νερα συμφωνα με το ειδοσ τουσ, και καθε πουλι φτερωτο συμφωνα με το ειδοσ του. και ο θεοσ ειδε οτι ηταν καλο. και ο θεοσ τα ευλογησε, λεγοντασ: αυξανεστε και πληθυνεστε, και γεμιστε τα νερα μεσα στισ θαλασσεσ· και τα πουλια ασ πληθυνονται επανω στη γη. και εγινε εσπερα, και εγινε πρωι, ημερα πεμπτη. και ειπε ο θεοσ: ασ γεννησει η γη εμψυχα ζωα συμφωνα με το ειδοσ τουσ, κτηνη, και ερπετα και ζωα τησ γησ συμφωνα με το ειδοσ τουσ. και εγινε ετσι. και εκανε ο θεοσ τα ζωα τησ γησ συμφωνα με το ειδοσ τουσ, και τα κτηνη συμφωνα με το ειδοσ τουσ, και καθε ερπετο τησ γησ συμφωνα με το ειδοσ του. και ειδε ο θεοσ οτι ηταν καλο. και ειπε ο θεοσ: ασ κανουμε ανθρωπο συμφωνα με τη δικη μασ εικονα, συμφωνα με τη δικη μασ ομοιωση· και ασ εξουσιαζει επανω στα ψαρια τησ θαλασσασ, κι επανω στα πουλια του ουρανου, κι επανω στα κτηνη, κι επανω σε ολοκληρη τη γη, κι επανω σε καθε ερπετο, που σερνεται επανω στη γη. και ο θεοσ δημιουργησε τον ανθρωπο συμφωνα με τη δικη του εικονα· συμφωνα με την εικονα του θεου τον δημιουργησε· αρσενικο και θηλυκο τουσ δημιουργησε· και τουσ ευλογησε ο θεοσ· και ειπε σ' αυτουσ ο θεοσ: αυξανεστε και πληθυνεστε και γεμιστε τη γη, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυστε την, και εξουσιαζετε επανω στα ψαρια τησ θαλασσασ, κι επανω στα πουλια του ουρανου κι επανω σε καθε ζωο που κινειται επανω στη γη. και ειπε ο θεοσ: δεστε, σασ εδωσα καθε χορταρι που κανει σπορο, που ειναι επανω στο προσωπο ολοκληρησ τησ γησ, και καθε δεντρο, που εχει μεσα του καρπο, δεντρο που κανει σπορο· αυτα θα ειναι σε σασ για τροφη· και σε ολα τα ζωα τησ γησ, και σε ολα τα πουλια του ουρανου, και σε καθε ερπετο που σερνεται επανω στη γη, και εχει μεσα του ψυχη που ζει, εδωσα καθε χλωρο χορταρι για τροφη. και εγινε ετσι. και ειδε ο θεοσ ολα οσα δημιουργησε· και να, ησαν πολυ καλα. και εγινε εσπερα, και εγινε πρωι, ημερα εκτη.

2

και συντελεστηκαν ο ουρανοσ και η γη, και ολοκληρη η στρατια τουσ. και ο θεοσ ειχε συντελεσμενα κατα την εβδομη ημερα τα εργα του, που εκανε· και αναπαυθηκε την εβδομη ημερα απο ολα τα εργα του, που εκανε. και ο θεοσ ευλογησε την εβδομη ημερα, και την αγιασε· επειδη, σ' αυτην αναπαυθηκε απο ολα τα εργα του, που εκτισε και εκανε ο θεοσ. αυτη ειναι η γενεση του ουρανου και τησ γησ, οταν αυτα κτιστηκαν, κατα την ημερα που κυριοσ ο θεοσ δημιουργησε τη γη και τον ουρανο, και ολα τα φυτα του χωραφιου, πριν γινουν επανω στη γη, και καθε χορταρι του χωραφιου, πριν βλαστησει· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ δεν ειχε βρεξει επανω στη γη, και ανθρωποσ δεν υπηρχε για να εργαζεται τη γη· και ανεβαινε ατμοσ απο τη γη, και ποτιζε ολοκληρο το προσωπο τησ γησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ επλασε τον ανθρωπο απο χωμα τησ γησ· και εμφυσησε στουσ μυκτηρεσ του πνοη ζωησ, και εγινε ο ανθρωποσ σε ψυχη που ζει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ φυτεψε εναν παραδεισο στην εδεμ προσ τα ανατολικα, και εβαλε εκει τον ανθρωπο, που επλασε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ εκανε να βλαστησει απο τη γη καθε δεντρο ωραιο στην οραση, και καλο στη γευση· και το δεντρο τησ ζωησ στο μεσον του παραδεισου, και το δεντρο τησ γνωσησ του καλου και του κακου. και εβγαινε ενασ ποταμοσ απο την εδεμ για να ποτιζει τον παραδεισο, και απο εκει διαχωριζοταν σε τεσσερισ κλαδουσ. το ονομα του ενοσ ειναι φισων· αυτοσ ειναι που περικυκλωνει ολοκληρη τη γη αβιλα· οπου βρισκεται το χρυσαφι, και το χρυσαφι εκεινησ τησ γησ ειναι καλο· εκει βρισκεται το βδελλιο, και η πετρα ονυχιτησ. και το ονομα του δευτερου ποταμου ειναι γιων· αυτοσ ειναι που περικυκλωνει ολοκληρη τη γη χουσ. και το ονομα του τριτου ποταμου ειναι τιγρησ· αυτοσ ειναι που ρεει προσ τα ανατολικα τησ ασσυριασ. και ο τεταρτοσ ποταμοσ, αυτοσ ειναι ο ευφρατησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ πηρε τον ανθρωπο, και τον εβαλε στον παραδεισο τησ εδεμ για να τον εργαζεται, και να τον φυλαττει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ εδωσε προσταγη στον αδαμ, λεγοντασ: απο καθε δεντρο του παραδεισου θα τρωσ ελευθερα, απο το δεντρο τησ γνωσησ του καλου και του κακου, ομωσ, δεν θα φασ απ' αυτο· επειδη, την ιδια ημερα που θα φασ απ' αυτο, θα πεθανεισ οπωσδηποτε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ ειπε: δεν ειναι καλο ο ανθρωποσ να ειναι μονοσ· θα κανω σ' αυτον βοηθον ομοιον μ' αυτον. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ επλασε απο τη γη ολα τα ζωα του αγρου, και ολα τα πουλια του ουρανου, και τα εφερε προσ τον αδαμ, για να δει πωσ θα τα ονομασει· και ο,τι ονομα θα εδινε ο αδαμ σε καθε εμψυχο, αυτο και να ειναι το ονομα του. και ο αδαμ εδωσε ονοματα σε ολα τα κτηνη, και σε ολα τα πουλια του ουρανου και σε ολα τα ζωα του χωραφιου· στον αδαμ, ομωσ, δεν βρισκοταν βοηθοσ ομοιοσ μ' αυτον. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ επεβαλε εκσταση στον αδαμ, και κοιμηθηκε· και πηρε μια απο τισ πλευρεσ του και εκλεισε με σαρκα τον τοπο τησ. και κατασκευασε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ την πλευρα, που πηρε απο τον αδαμ, σε γυναικα, και την εφερε στον αδαμ. και ο αδαμ ειπε: τουτο ειναι τωρα κοκαλο απο τα κοκαλα μου, και σαρκα απο τη σαρκα μου· αυτη θα ονομαστει ανδριδα, επειδη παρθηκε απο τον ανδρα. γι' αυτο, ο ανθρωποσ θα αφησει τον πατερα του και τη μητερα του, και θα προσκολληθει στη γυναικα του· και θα ειναι οι δυο σε μια σαρκα. και ησαν και οι δυο γυμνοι, ο αδαμ και η γυναικα του, και δεν ντρεπονταν.

3

το φιδι, μαλιστα, ηταν το φρονιμοτερο απο ολα τα ζωα του χωραφιου, που εκανε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· και το φιδι ειπε στη γυναικα: στ' αληθεια, ειπε ο θεοσ: μη φατε απο καθε δεντρο του παραδεισου; και η γυναικα ειπε στο φιδι: απο τον καρπο των δεντρων του παραδεισου μπορουμε να φαμε· απο τον καρπο, ομωσ, του δεντρου, που ειναι στο μεσον του παραδεισου, ο θεοσ ειπε: μη φατε απ' αυτον, μητε να τον αγγιξετε, για να μη πεθανετε. και το φιδι ειπε στη γυναικα: σιγουρα δεν θα πεθανετε, αλλ' ο θεοσ ξερει οτι την ιδια ημερα που θα φατε απ' αυτον, τα ματια σασ θα ανοιχτουν, και θα ειστε σαν θεοι, γνωριζοντασ το καλο και το κακο. και η γυναικα ειδε οτι το δεντρο ηταν καλο για τροφη, και οτι ηταν αρεστο στα ματια, και το δεντρο ηταν επιθυμητο στο να δινει γνωση· και αφου πηρε απο τον καρπο του, εφαγε· και εδωσε και στον ανδρα τησ μαζι τησ, κι αυτοσ εφαγε. κι ανοιχτηκαν τα ματια και των δυο και γνωρισαν οτι ησαν γυμνοι· και αφου ερραψαν φυλλα συκιασ, εφτιαξαν για τον εαυτο τουσ περιζωματα. και ακουσαν τη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου, να περπαταει στον παραδεισο προσ το δειλινο· και ο αδαμ και η γυναικα του κρυφτηκαν απο το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου, αναμεσα στα δεντρα του παραδεισου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ καλεσε τον αδαμ, και του ειπε: που εισαι; κι εκεινοσ ειπε: ακουσα τη φωνη σου στον παραδεισο, και φοβηθηκα, επειδη ειμαι γυμνοσ· και κρυφτηκα. και ο θεοσ του ειπε: ποιοσ σου φανερωσε οτι εισαι γυμνοσ; μηπωσ εφαγεσ απο το δεντρο, απο το οποιο σε προσταξα να μη φασ; και ο αδαμ ειπε: η γυναικα που μου εδωσεσ για να ειναι μαζι μου, αυτη μου εδωσε απο το δεντρο και εφαγα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ ειπε στη γυναικα: τι ειναι τουτο που εκανεσ; και η γυναικα ειπε: το φιδι με εξαπατησε, και εφαγα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ ειπε στο φιδι: επειδη εκανεσ τουτο, επικαταρατο να εισαι αναμεσα σε ολα τα κτηνη, και ολα τα ζωα του χωραφιου· επανω στην κοιλια σου θα περπατασ, και θα τρωσ χωμα, ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ σου· και θα στησω εχθρα αναμεσα σε σενα και στη γυναικα, κι αναμεσα στο σπερμα σου και στο σπερμα τησ· αυτο θα σου συντριψει το κεφαλι, κι εσυ θα του λογχισεισ τη φτερνα του. και στη γυναικα ειπε: θα υπερπληθυνω τισ λυπεσ σου και τουσ πονουσ τησ κυοφοριασ σου· με λυπεσ θα γεννασ παιδια· και στον ανδρα σου θα ειναι η επιθυμια σου, κι αυτοσ θα σε εξουσιαζει. και στον αδαμ ειπε: επειδη υπακουσεσ στον λογο τησ γυναικασ σου, και εφαγεσ απο το δεντρο, απο το οποιο σε ειχα προσταξει λεγοντασ: μη φασ απ' αυτο, καταραμενη να ειναι η γη εξαιτιασ σου· με λυπεσ θα τρωσ τουσ καρπουσ τησ ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ σου· αγκαθια δε και τριβολια θα βλαστανει σε σενα· και θα τρωσ το χορταρι του χωραφιου· με τον ιδρωτα του προσωπου σου θα τρωσ το ψωμι σου, μεχρισ οτου επιστρεψεισ στη γη, απο την οποια παρθηκεσ· επειδη, γη εισαι και σε γη θα επιστρεψεισ. και ο αδαμ αποκαλεσε το ονομα τησ γυναικασ του ευα· επειδη, αυτη ηταν η μητερα ολων των ζωντανων ανθρωπων. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ εκανε στον αδαμ και στη γυναικα του δερματινουσ χιτωνεσ, και τουσ εντυσε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ ειπε: δεστε, ο αδαμ εγινε σαν ενασ απο μασ, στο να γνωριζει το καλο και το κακο· και τωρα μηπωσ απλωσει το χερι του και παρει απο το δεντρο τησ ζωησ και φαει, και ζησει αιωνια· γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τον εβγαλε εξω απο τον παραδεισο τησ εδεμ, για να εργαζεται τη γη απο την οποια παρθηκε. και εδιωξε τον αδαμ· και στα ανατολικα του παραδεισου τησ εδεμ εβαλε τα χερουβειμ, και τη ρομφαια τη φλογινη, την περιστρεφομενη, για να φυλαττουν τον δρομο του δεντρου τησ ζωησ.

4

και ο αδαμ γνωρισε τη γυναικα του ευα· κι εκεινη συνελαβε, και γεννησε τον καιν· και ειπε: απεκτησα ανθρωπον με τη βοηθεια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κι επιπλεον γεννησε τον αδελφο του τον αβελ. και ο αβελ ηταν βοσκοσ προβατων, ενω ο καιν ηταν γεωργοσ. και υστερα απο ημερεσ ο καιν προσφερε απο τουσ καρπουσ τησ γησ προσφορα στον κυριο. και ο αβελ προσφερε κι αυτοσ απο τα πρωτοτοκα των προβατων του, και απο το παχοσ τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κοιταξε με ευμενεια επανω στον αβελ, κι επανω στην προσφορα του· επανω στον καιν, ομωσ, κι επανω στην προσφορα του δεν κοιταξε. και ο καιν αγανακτησε παρα πολυ, και κατσουφιασε το προσωπο του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον καιν: γιατι αγανακτησεσ; και γιατι κατσουφιασε το προσωπο σου; αν εσυ ενεργεισ σωστα, δεν θα εισαι ευπροσδεκτοσ; αν, ομωσ, δεν ενεργεισ σωστα, στην πορτα βρισκεται η αμαρτια. αλλα, σε σενα θα ειναι η επιθυμια του, κι εσυ θα εξουσιαζεισ επανω του. και ο καιν ειπε στον αβελ τον αδελφο του: παμε στην πεδιαδα· κι ενω ησαν στην πεδιαδα, αφου ο καιν σηκωθηκε εναντια στον αδελφο του, τον φονευσε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον καιν: που ειναι ο αβελ, ο αδελφοσ σου; κι εκεινοσ ειπε: δεν ξερω· μηπωσ φυλακασ του αδελφου μου ειμαι εγω; και ο θεοσ ειπε: τι εκανεσ; η φωνη του αιματοσ του αδελφου σου βοα σε μενα απο τη γη· και, τωρα, επικαταρατοσ να εισαι απο τη γη, που ανοιξε το στομα τησ για να δεχθει το αιμα του αδελφου σου απο το χερι σου· οταν εργαζεσαι τη γη, στο εξησ δεν θα σου δινει τον καρπο τησ· περιφερομενοσ και φυγαδασ θα εισαι επανω στη γη. και ο καιν ειπε στον κυριο: η αμαρτια μου ειναι μεγαλυτερη απο ο,τι να συγχωρεθει· δεσ, εσυ με καταδιωκεισ σημερα απο το προσωπο τησ γησ, και απο το προσωπο σου θα κρυφτω, και θα ειμαι περιφερομενοσ και φυγαδασ επανω στη γη· και οποιοσδηποτε με βρει, θα με φονευσει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σ' αυτον: γι' αυτο, οποιοσδηποτε φονευσει τον καιν θα τιμωρηθει επταπλασια. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εβαλε ενα σημαδι στον καιν, για να μη τον φονευσει οποιοσδηποτε τον βρει. και ο καιν βγηκε εξω απο το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και κατοικησε στη γη νωδ, προσ τα ανατολικα τησ εδεμ. και ο καιν γνωρισε τη γυναικα του, κι εκεινη συνελαβε, και γεννησε τον ενωχ· εκτιζε μαλιστα μια πολη, και αποκαλεσε το ονομα τησ πολησ συμφωνα με το ονομα του γιου του, ενωχ. και στον ενωχ γεννηθηκε ο ιραδ· και ο ιραδ γεννησε τον μεχουιαηλ· και ο μεχουιαηλ γεννησε τον μεθουσαηλ· και ο μεθουσαηλ γεννησε τον λαμεχ. και ο λαμεχ πηρε για τον εαυτο του δυο γυναικεσ· το ονομα τησ μιασ ηταν αδα, και το ονομα τησ αλλησ, σιλλα. και η αδα γεννησε τον ιαβαλ· αυτοσ ηταν ο πατερασ εκεινων που κατοικουσαν σε σκηνεσ και ετρεφαν κτηνη. και το ονομα του αδελφου του ηταν ιουβαλ· αυτοσ ηταν πατερασ ολων εκεινων που επαιζαν κιθαρα και αυλο. η σιλλα δε κι αυτη γεννησε τον θουβαλ-καιν· που ηταν τεχνιτησ χαλκου, καθε εργαλειου απο χαλκο και σιδερο· και αδελφη του θουβαλ-καιν ηταν η νααμα. και ο λαμεχ ειπε στισ γυναικεσ του: αδα και σιλλα, ακουστε τη φωνη μου· γυναικεσ του λαμεχ, ακροαστειτε τα λογια μου· επειδη, σε πληγη μου σκοτωσα εναν ανδρα· και σε μαστιγα μου εναν νεο ανθρωπο. επειδη, ο μεν καιν θα λαβει επταπλασια εκδικηση· ο λαμεχ, ομωσ, 70 φορεσ επτα. και ο αδαμ γνωρισε ξανα τη γυναικα του, και γεννησε γιο, και αποκαλεσε το ονομα του σηθ, λεγοντασ οτι ο θεοσ μου εδωσε ενα αλλο σπερμα αντι του αβελ, τον οποιο φονευσε ο καιν. και στον σηθ, παρομοια, γεννηθηκε γιοσ· και αποκαλεσε το ονομα του ενωσ. τοτε εγινε αρχη να ονομαζονται με το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

5

τουτο ειναι το βιβλιο τησ γενεαλογιασ του ανθρωπου. την ημερα που ο θεοσ δημιουργησε τον αδαμ, τον δημιουργησε συμφωνα με την εικονα του θεου. αρσενικο και θηλυκο τουσ δημιουργησε· και τουσ ευλογησε και αποκαλεσε το ονομα τουσ αδαμ, την ημερα που τουσ δημιουργησε. και ο αδαμ εζησε 130 χρονια, και γεννησε γιο, συμφωνα με την ομοιωση του, συμφωνα με την εικονα του, και αποκαλεσε το ονομα του σηθ· και οι ημερεσ του αδαμ, αφου γεννησε τον σηθ, εγιναν 800 χρονια· και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ· και ολεσ οι ημερεσ του αδαμ, που εζησε, εγιναν 930 χρονια· και πεθανε. και ο σηθ εζησε 105 χρονια, και γεννησε τον ενωσ· και ο σηθ, αφου γεννησε τον ενωσ, εζησε 807 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ· και ολεσ οι ημερεσ του σηθ εγιναν 912 χρονια· και πεθανε. και ο ενωσ εζησε 90 χρονια και γεννησε τον καιναν· και ο ενωσ, αφου γεννησε τον καιναν, εζησε 815 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ· και ολεσ οι ημερεσ του ενωσ εγιναν 905 χρονια· και πεθανε. και ο καιναν εζησε 70 χρονια, και γεννησε τον μααλαλεηλ· και ο καιναν, αφου γεννησε τον μααλαλεηλ, εζησε 840 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ· και ολεσ οι ημερεσ του καιναν εγιναν 910 χρονια· και πεθανε. και ο μααλαλεηλ εζησε 65 χρονια, και γεννησε τον ιαρεδ· και ο μααλαλεηλ, αφου γεννησε τον ιαρεδ, εζησε 830 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ· και ολεσ οι ημερεσ του μααλαλεηλ εγιναν 895 χρονια· και πεθανε. και ο ιαρεδ εζησε 162 χρονια, και γεννησε τον ενωχ· και ο ιαρεδ, αφου γεννησε τον ενωχ, εζησε 800 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ· και ολεσ οι ημερεσ του ιαρεδ εγιναν 962 χρονια· και πεθανε. και ο ενωχ εζησε 65 χρονια, και γεννησε τον μαθουσαλα· και ο ενωχ περπατησε μαζι με τον θεο, αφου γεννησε τον μαθουσαλα, 300 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ· και ολεσ οι ημερεσ του ενωχ εγιναν 365 χρονια. και ο ενωχ περπατησε μαζι με τον θεο, και δεν βρισκοταν πλεον· επειδη, τον μετεθεσε ο θεοσ. και ο μαθουσαλα εζησε 187 χρονια, και γεννησε τον λαμεχ· και ο μαθουσαλα, αφου γεννησε τον λαμεχ, εζησε 782 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ· και ολεσ οι ημερεσ του μαθουσαλα εγιναν 969 χρονια· και πεθανε. και ο λαμεχ εζησε 182 χρονια, και γεννησε γιο· και αποκαλεσε το ονομα του νωε, λεγοντασ: αυτοσ θα μασ ανακουφισει απο το εργο μασ, και απο τον μοχθο των χεριων μασ, εξαιτιασ τησ γησ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καταραστηκε. και ο λαμεχ, αφου γεννησε τον νωε, εζησε 595 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ· και ολεσ οι ημερεσ του λαμεχ εγιναν 777 χρονια· και πεθανε. και ο νωε ηταν ηλικιασ 500 χρονων· και ο νωε γεννησε τον σημ, τον χαμ, και τον ιαφεθ.

6

και οταν οι ανθρωποι αρχισαν να πληθυνονται επανω στο προσωπο τησ γησ, και γεννηθηκαν σ' αυτουσ θυγατερεσ, βλεποντασ οι γιοι του θεου τισ θυγατερεσ των ανθρωπων, οτι ησαν ωραιεσ, πηραν για τον εαυτο τουσ γυναικεσ απο ολεσ οσεσ διαλεξαν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: δεν θα παραμεινει το πνευμα μου παντοτε μαζι με τον ανθρωπο, επειδη ειναι σαρκα· οι ημερεσ του θα ειναι ακομα 120 χρονια. κατα τισ ημερεσ εκεινεσ ησαν οι γιγαντεσ επανω στη γη, κι ακομα, υστερα, αφου οι γιοι του θεου ειχαν μπει μεσα στισ θυγατερεσ των ανθρωπων, κι αυτεσ τεκνοποιησαν σ' αυτουσ· εκεινοι ησαν οι δυνατοι, οι ονομαστοι ανδρεσ απο παλια. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειδε οτι η κακια του ανθρωπου πληθυνοταν επανω στη γη, και ολοι οι σκοποι των διαλογισμων τησ καρδιασ του ησαν μονον κακια ολεσ τισ ημερεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μεταμεληθηκε οτι δημιουργησε τον ανθρωπο επανω στη γη· και λυπηθηκε στην καρδια του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: θα εξαλειψω τον ανθρωπο που δημιουργησα απο το προσωπο τησ γησ· απο ανθρωπον μεχρι κτηνοσ, μεχρι ερπετο και μεχρι πουλι του ουρανου· επειδη, μεταμεληθηκα οτι τουσ δημιουργησα. ο νωε, ομωσ, βρηκε χαρη μπροστα στον κυριο. αυτη ειναι η γενεαλογια του νωε. ο νωε ηταν δικαιοσ ανθρωποσ, τελειοσ αναμεσα στουσ συγχρονουσ του· ο νωε περπατησε μαζι με τον θεο. και ο νωε γεννησε τρεισ γιουσ, τον σημ, τον χαμ, και τον ιαφεθ. και η γη διαφθαρηκε μπροστα στον θεο, και η γη γεμισε ολοκληρωτικα απο αδικια. και ο θεοσ ειδε τη γη, και να, ηταν διεφθαρμενη· επειδη, καθε σαρκα ειχε διαφθειρει τον δρομο τησ επανω στη γη. και ο θεοσ ειπε στον νωε: το τελοσ καθε σαρκασ ηρθε μπροστα μου, επειδη η γη γεμισε ολοκληρωτικα αδικια απ' αυτουσ· και δεσ, θα εξολοθρευσω αυτουσ και τη γη. φτιαξε για τον εαυτο σου μια κιβωτο απο ξυλα γοφερ· σε δωματια θα φτιαξεισ την κιβωτο, και θα την αλειψεισ απο μεσα κι απεξω με πισσα. και θα την κανεισ ωσ εξησ· το μεν μηκοσ τησ κιβωτου θα ειναι 300 πηχεσ· το δε πλατοσ τησ, 50 πηχεσ· και το υψοσ τησ, 30 πηχεσ. θα φτιαξεισ μια στεγη στην κιβωτο, και θα την τελειωσεισ απο επανω σε μια πηχη· και την πορτα τησ κιβωτου θα τη βαλεισ απο τα πλαγια· θα τη φτιαξεισ κατωγεια, διωροφα και τριωροφα· κι εγω, προσεξε, εγω επιφερω κατακλυσμο των νερων επανω στη γη, για να εξολοθρευσω καθε σαρκα, που εχει μεσα τησ πνευμα ζωησ κατω απο τον ουρανο· καθε τι που βρισκεται επανω στη γη, θα πεθανει. και θα στησω τη διαθηκη μου σε σενα· και θα μπεισ μεσα στην κιβωτο, εσυ και οι γιοι σου, και η γυναικα σου, και οι γυναικεσ των γιων σου μαζι σου. και απο καθε ζωο καθε ειδουσ σαρκασ, ανα δυο απο ολα, θα βαλεισ μεσα στην κιβωτο, για να φυλαξεισ τη ζωη τουσ μαζι σου· αρσενικο και θηλυκο θα ειναι. απο τα πουλια, συμφωνα με το ειδοσ τουσ, και απο τα κτηνη, συμφωνα με το ειδοσ τουσ, απο ολα τα ερπετα τησ γησ, συμφωνα με το ειδοσ τουσ, ανα δυο απο ολα θα μπουν μεσα μαζι σου, για να φυλαξεισ τη ζωη τουσ. κι εσυ, παρε για τον εαυτο σου απο καθε φαγητο, που τρωγεται, και συγκεντρωσε το κοντα σου· και θα ειναι σε σενα, και σ' αυτα, για τροφη. και ο νωε εκανε συμφωνα με ολα οσα τον προσταξε ο θεοσ· ετσι εκανε.

7

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον νωε: μπεσ μεσα στην κιβωτο εσυ, και ολοκληρη η οικογενεια σου· επειδη, σε ειδα δικαιο μπροστα μου σ' αυτη τη γενεα· απο ολα τα κτηνη τα καθαρα παρε μαζι σου ανα επτα, το αρσενικο και το θηλυκο του· και απο τα κτηνη τα μη καθαρα ανα δυο, το αρσενικο και το θηλυκο του· και απο τα πουλια του ουρανου ανα επτα, αρσενικο και θηλυκο· για να διατηρησεισ σπερμα επανω στο προσωπο ολοκληρησ τησ γησ· επειδη, μετα απο ακομα επτα ημερεσ εγω φερνω βροχη επανω στη γη 40 ημερεσ και 40 νυχτεσ· και θα εξαλειψω απο το προσωπο τησ γησ καθε τι που υπαρχει, το οποιο δημιουργησα. και ο νωε εκανε συμφωνα με ολα οσα προσταξε σ' αυτον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο νωε ηταν 600 χρονων, οταν εγινε ο κατακλυσμοσ των νερων επανω στη γη. και ο νωε μπηκε μεσα στην κιβωτο, και οι γιοι του, και η γυναικα του, και οι γυναικεσ των γιων του μαζι του, εξαιτιασ των νερων του κατακλυσμου. απο τα κτηνη τα καθαρα, και απο τα κτηνη τα μη καθαρα, και απο τα πουλια, και απο ολα εκεινα που σερνονται επανω στη γη, ανα δυο μπηκαν μαζι μεσα προσ τον νωε στην κιβωτο, αρσενικο και θηλυκο, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον νωε. και υστερα απο επτα ημερεσ, τα νερα του κατακλυσμου επεσαν επανω στη γη. τον 600ο χρονο τησ ζωησ του νωε, τον δευτερο μηνα, τη 17η ημερα του μηνα, αυτη την ιδια ημερα σχιστηκαν ολεσ οι πηγεσ τησ μεγαλησ αβυσσου, και οι καταρρακτεσ των ουρανων ανοιχτηκαν. και εγινε ραγδαια βροχη επανω στη γη για 40 ημερεσ και 40 νυχτεσ. και κατα την ιδια εκεινη ημερα μπηκε μεσα στην κιβωτο ο νωε, και οι γιοι του νωε, ο σημ, και ο χαμ, και ο ιαφεθ, και η γυναικα του νωε, και οι τρεισ γυναικεσ των γιων του μαζι τουσ· αυτοι, και ολα τα ζωα συμφωνα με το ειδοσ τουσ, και ολα τα κτηνη συμφωνα με το ειδοσ τουσ, και ολα τα ερπετα που σερνονται επανω στη γη συμφωνα με το ειδοσ τουσ, και ολα τα πουλια συμφωνα με το ειδοσ τουσ, και καθε φτερωτο απο καθε ειδοσ. και μπηκαν μεσα στην κιβωτο προσ τον νωε, ανα δυο απο καθε σαρκα που εχει πνευμα ζωησ. και εκεινα που εμπαιναν μεσα, μπηκαν μεσα αρσενικο και θηλυκο απο καθε σαρκα, καθωσ τον προσταξε ο θεοσ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκλεισε την κιβωτο απο επανω του. και ο κατακλυσμοσ εγινε για 40 ημερεσ επανω στη γη· και τα νερα πληθυναν, και σηκωσαν την κιβωτο, και σηκωθηκε ψηλα απο τη γη. και δυναμωναν τα νερα, και πληθυνονταν υπερβολικα επανω στη γη· και η κιβωτοσ φεροταν επανω στην επιφανεια των νερων. και τα νερα υπερδυναμωναν σε υπερβολικο βαθμο επανω στη γη· και σκεπαστηκαν ολα τα ψηλα βουνα, που ειναι κατω απο ολοκληρο τον ουρανο. 15 πηχεσ πιο ψηλα υψωθηκαν τα νερα, και σκεπαστηκαν τα βουνα. και πεθανε καθε κινουμενη σαρκα επανω στη γη, απο τα πουλια, και απο τα κτηνη, και απο τα ζωα, και απο ολα τα ερπετα που σερνονται επανω στη γη, και καθε ανθρωποσ. απο ολα τα οντα επανω στην ξηρα, ολα οσα ειχαν πνοη ζωησ στουσ μυκτηρεσ τουσ, πεθαναν. και εξαλειφθηκε καθε τι που υπηρχε επανω στο προσωπο τησ γησ, απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ, μεχρι ερπετο, και μεχρι πουλι του ουρανου, και εξαλειφθηκαν απο τη γη· εμενε δε μονον ο νωε, και οσα ησαν μαζι του μεσα στην κιβωτο. και δυναμωναν τα νερα επανω στη γη για 150 ημερεσ.

8

και ο θεοσ θυμηθηκε τον νωε, και ολα τα ζωα, και ολα τα κτηνη, που ησαν μαζι του μεσα στην κιβωτο· και ο θεοσ εστειλε ανεμο επανω στη γη, και σταθηκαν τα νερα. και κλειστηκαν οι πηγεσ τησ αβυσσου, και οι καταρρακτεσ του ουρανου· και κρατηθηκε η ραγδαια βροχη απο τουσ ουρανουσ. και αποσυρονταν τα νερα απο τη γη συνεχωσ· και λιγοστευαν τα νερα υστερα απο τισ 150 ημερεσ. και η κιβωτοσ καθησε τη 17η ημερα του εβδομου μηνα επανω στα βουνα αραρατ. και τα νερα λιγοστευαν συνεχωσ μεχρι τον δεκατο μηνα· την πρωτη ημερα του δεκατου μηνα φανηκαν οι κορυφεσ των βουνων. και μετα 40 ημερεσ ο νωε ανοιξε τη θυριδα τησ κιβωτου, που ειχε κανει· και εστειλε τον κορακα, ο οποιοσ βγαινοντασ πηγαινε κι ερχοταν, μεχρισ οτου ξεραθηκαν τα νερα απο τη γη. και εστειλε το περιστερι επειτα απ' αυτον, για να δει αν σταματησαν τα νερα απο το προσωπο τησ γησ· και το περιστερι μη βρισκοντασ αναπαυση στα ποδια του, ξαναγυρισε σ' αυτον στην κιβωτο, επειδη τα νερα ησαν επανω στο προσωπο ολοκληρησ τησ γησ. κι απλωνοντασ το χερι του, το επιασε και το εφερε μεσα στην κιβωτο κοντα του. και περιμενε ακομα αλλεσ επτα ημερεσ, και εστειλε ξανα το περιστερι απο την κιβωτο· και το περιστερι ξαναγυρισε σ' αυτον προσ το δειλινο, και να, στο στομα του υπηρχε ενα φυλλο ελιασ, αποκομμενο· και ο νωε γνωρισε οτι τα νερα σταματησαν απο τη γη. και περιμενε ακομα αλλεσ επτα ημερεσ, και εστειλε το περιστερι· και δεν ξαναγυρισε πλεον σ' αυτον. και στον 601ο χρονο του νωε, την πρωτη ημερα του πρωτου μηνα, εξελιπαν τα νερα απο τη γη· και ο νωε σηκωσε τη στεγη τησ κιβωτου, και ειδε, και να, εξελιπε το νερο απο το προσωπο τησ γησ. και την 27η ημερα του δευτερου μηνα η γη στεγνωσε. και ο θεοσ μιλησε στον νωε, λεγοντασ: βγεσ εξω απο την κιβωτο, εσυ, και η γυναικα σου, και οι γιοι σου, και οι γυναικεσ των γιων σου μαζι σου· ολα τα ζωα που ειναι μαζι σου, απο καθε σαρκα, και τα πουλια και τα κτηνη, και καθε ερπετο που σερνεται επανω στη γη, να τα βγαλεισ εξω μαζι σου, και ασ πολλαπλασιαστουν επανω στη γη, και ασ αυξηθουν, και ασ πληθυνουν επανω στη γη. και βγηκε εξω ο νωε, και οι γιοι του, και η γυναικα του, και οι γυναικεσ των γιων του μαζι του· ολα τα ζωα, ολα τα ερπετα, και ολα τα πουλια, καθε τι που κινειται επανω στη γη, συμφωνα με τα ειδη τουσ, βγηκαν εξω απο την κιβωτο. και ο νωε εκτισε ενα θυσιαστηριο στον κυριο· και πηρε απο καθε καθαρο κτηνοσ, και απο καθε καθαρο πουλι, και προσφερε ολοκαυτωματα επανω στο θυσιαστηριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh οσφρανθηκε οσμη ευωδιασ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στην καρδια του: δεν θα καταραστω στο εξησ τη γη εξαιτιασ του ανθρωπου· επειδη, ο λογισμοσ τησ καρδιασ του ανθρωπου ειναι κακοσ απο τη νηπιοτητα του· ουτε θα παταξω στο εξησ ολα οσα ζουν, καθωσ εκανα· οσον καιρο η γη μενει, σπορα και θερισμοσ, και ψυχοσ και καυμα, και καλοκαιρι και χειμωνασ, και ημερα και νυχτα, δεν θα παυσουν να υπαρχουν.

9

και ο θεοσ ευλογησε τον νωε, και τουσ γιουσ του· και τουσ ειπε: αυξανεστε και πληθυνεστε, και γεμιστε τη γη· και ο φοβοσ σασ, και ο τρομοσ σασ, θα ειναι επανω σε ολα τα ζωα τησ γησ, κι επανω σε ολα τα πουλια του ουρανου, επανω σε καθε τι που σερνεται επανω στη γη, κι επανω σε ολα τα ψαρια τησ θαλασσασ· στα χερια σασ δοθηκαν· καθε τι που κινειται, το οποιο ζει, θα ειναι σε σασ για τροφη· μεχρι το χλωρο χορταρι, σασ εδωσα τα παντα· κρεασ, ομωσ, με τη ζωη του, με το αιμα του, δεν θα φατε· και θα εκζητησω εξαπαντοσ το αιμα σασ, το αιμα τησ ζωησ σασ· απο το χερι καθε ζωου θα το εκζητησω, και απο το χερι του ανθρωπου· απο το χερι του καθε αδελφου θα εκζητησω τη ζωη του ανθρωπου· οποιοσ χυσει αιμα ανθρωπου, απο ανθρωπο θα χυθει το αιμα του· επειδη, συμφωνα με την εικονα του θεου ο θεοσ δημιουργησε τον ανθρωπο· κι εσεισ αυξανεστε και πληθυνεστε, πολλαπλασιαζεστε επανω στη γη, και πληθυνεστε επανω σ' αυτη. και ο θεοσ ειπε στον νωε, και στουσ γιουσ του μαζι του, λεγοντασ: κι εγω, δεσ, στηνω τη διαθηκη μου σε σασ, και στο σπερμα σασ μετα απο σασ· και σε καθε εμψυχο ζωο, που ειναι μαζι σασ, απο τα πουλια, απο τα κτηνη, και απο ολα τα ζωα τησ γησ, που ειναι μαζι σασ· απο καθε ενα που βγηκε απο την κιβωτο, μεχρι καθε ζωο τησ γησ· και στηνω τη διαθηκη μου σε σασ· και στο εξησ δεν θα εξολοθρευτει καμια σαρκα απο τα νερα του κατακλυσμου· ουτε θα υπαρξει πλεον κατακλυσμοσ για να φθειρει τη γη. και ο θεοσ ειπε: τουτο ειναι το σημειο τησ διαθηκησ, που εγω κανω αναμεσα σε μενα και σε σασ και σε καθε εμψυχο ζωο, που ειναι μαζι σασ, σε αιωνιεσ γενεεσ. βαζω το τοξο μου στο συννεφο, και θα ειναι σε σημειο διαθηκησ αναμεσα σε μενα και στη γη· και οταν συγκεντρωσω συννεφα επανω στη γη, θα φανει το τοξο στα συννεφα· και θα θυμηθω τη διαθηκη μου, αναμεσα σε μενα και σε σασ, και σε καθε εμψυχο ζωο απο καθε σαρκα· και τα νερα δεν θα ειναι πλεον για κατακλυσμο για να εξαλειψουν καθε σαρκα· και το τοξο θα ειναι στο συννεφο· και θα το βλεπω, για να θυμαμαι την παντοτινη διαθηκη, τη διαθηκη αναμεσα στον θεο και σε καθε εμψυχο ζωο απο καθε σαρκα, που υπαρχει επανω στη γη. και ο θεοσ ειπε στον νωε: τουτο ειναι το σημειο τησ διαθηκησ, που εστησα αναμεσα σε μενα και σε καθε σαρκα, που υπαρχει επανω στη γη. και οι γιοι του νωε, που βγηκαν απο την κιβωτο, ησαν ο σημ, και ο χαμ, και ο ιαφεθ. και ο χαμ ηταν ο πατερασ του χανααν. αυτοι οι τρεισ ειναι οι γιοι του νωε, και απ' αυτουσ διασκορπιστηκαν σε ολοκληρη τη γη. και ο νωε αρχισε να ειναι γεωργοσ, και φυτεψε ενα αμπελι· και ηπιε απο το κρασι, και μεθυσε, και γυμνωθηκε μεσα στη σκηνη του. και ο χαμ, ο πατερασ του χανααν, ειδε τη γυμνωση του πατερα του· και το ανηγγειλε στουσ δυο αδελφουσ του εξω. και παιρνοντασ ο σημ και ο ιαφεθ το ενδυμα, το εβαλαν επανω στισ δυο πλατεσ τουσ· και περπατωντασ πισωπλατα, σκεπασαν τη γυμνωση του πατερα τουσ· και τα προσωπα τουσ ησαν προσ τα πισω και δεν ειδαν τη γυμνωση του πατερα τουσ. και οταν ο νωε συνηλθε απο το κρασι του, εμαθε οσα εκανε σ' αυτον ο γιοσ του ο νεοτεροσ. και ειπε: επικαταρατοσ ο χανααν· θα ειναι δουλοσ των δουλων στουσ αδελφουσ του. και ειπε: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεο του σημ· και ο χανααν θα ειναι σ' αυτον δουλοσ· ο θεοσ θα πλατυνει τον ιαφεθ, και θα κατοικησει στισ σκηνεσ του σημ, και ο χανααν θα ειναι σ' αυτον δουλοσ. και ο νωε εζησε μετα τον κατακλυσμο 350 χρονια. και ολεσ οι ημερεσ του νωε εγιναν 950 χρονια· και πεθανε.

10

και οι γενεαλογιεσ των γιων του νωε, του σημ, του χαμ και του ιαφεθ ειναι αυτεσ· και γεννηθηκαν σ' αυτουσ γιοι μετα τον κατακλυσμο. οι γιοι του ιαφεθ ησαν ο γομερ, και ο μαγωγ, και ο μαδαι, και ο ιαυαν, και ο θουβαλ, και ο μεσεχ, και ο θειρασ. και οι γιοι του γομερ, ησαν ο ασχεναζ, και ο ριφαθ, και ο θωγαρμα. και οι γιοι του ιαυαν, ησαν ο ελεισα, και ο θαρσεισ, ο κιττειμ, και ο δωδανειμ. απ' αυτουσ μοιραστηκαν τα νησια των εθνων στουσ τοπουσ τουσ· του καθενοσ συμφωνα με τη γλωσσα του, συμφωνα με τισ φυλεσ τουσ, στα εθνη τουσ. και οι γιοι του χαμ, ησαν ο χουσ, και ο μισραιμ, και ο φουθ, και ο χανααν. και οι γιοι του χουσ ησαν ο σεβα, και ο αβιλα, και ο σαβθα, και ο ρααμα, και ο σαβθεκα· και οι γιοι του ρααμα ησαν ο σεβα και ο δαιδαν. και ο χουσ γεννησε τον νεβρωδ. αυτοσ αρχισε να ειναι ισχυροσ επανω στη γη· αυτοσ ηταν ισχυροσ κυνηγοσ μπροστα στον κυριο· γι' αυτο και λεγεται: οπωσ ο νεβρωδ, ισχυροσ κυνηγοσ μπροστα στον κυριο· και η αρχη τησ βασιλειασ του σταθηκε η βαβυλωνα, και η ερεχ, και η αχαδ, και η χαλνε, στη γη σενααρ. απο εκεινη τη γη βγηκε ο ασσουρ, και οικοδομησε τη νινευη, και την πολη ρεχωβωθ, και τη χαλαχ, και τη ρεσεν, αναμεσα στη νινευη και τη χαλαχ· αυτη ειναι η μεγαλη πολη. και ο μισραιμ γεννησε τουσ λουδειμ, και τουσ ανανειμ, και τουσ λεαβειμ, και τουσ ναφθουχειμ, και τουσ πατρουσειμ, και τουσ χασλουχειμ, απο τουσ οποιουσ βγηκαν οι φιλισταιοι, και τουσ χαφθορειμ. και ο χανααν γεννησε τον σιδωνα, τον πρωτοτοκο του, και τον χετταιο, και τον ιεβουσαιο, και τον αμορραιο, και τον γεργεσαιο, και τον ευαιο, και τον αρουκαιο, και τον ασενναιο, και τον αρβαδιο, και τον σαμαραιο, και τον αμαθαιο. και υστερα απ' αυτο διασπαρθηκαν οι φυλεσ των χαναναιων. και τα ορια των χαναναιων ησαν απο τη σιδωνα, καθωσ πηγαινει κανεισ στα γεραρα, μεχρι τη γαζα, και καθωσ πηγαινει κανεισ στα σοδομα και γομορρα, και προσ την αδαμα και τη σεβωειμ, μεχρι τη λασα. αυτοι ειναι οι γιοι του χαμ, συμφωνα με τισ φυλεσ τουσ, συμφωνα με τισ γλωσσεσ τουσ, στουσ τοπουσ τουσ, στα εθνη τουσ. και στον σημ, τον πατερα ολων των γιων του εβερ, τον αδελφο του ιαφεθ του μεγαλυτερου, γεννηθηκαν και σ' αυτον γιοι. οι γιοι του σημ ησαν ο ελαμ, και ο ασσουρ, και ο αρφαξαδ, και ο λουδ, και ο αραμ. και οι γιοι του αραμ, ησαν ο ουζ, και ο ουλ, και ο γεθερ, και ο μασ. και ο αρφαξαδ γεννησε τον σαλα· και ο σαλα γεννησε τον εβερ. και στον εβερ γεννηθηκαν δυο γιοι· το ονομα του ενοσ, φαλεγ· επειδη, στισ ημερεσ του διαμεριστηκε η γη· και το ονομα του αδελφου του ηταν ιοκταν. και ο ιοκταν γεννησε τον αλμωδαδ, και τον σαλεφ, και τον ασαρμαβεθ, και τον ιαραχ, και τον αδωραμ, και τον ουζαλ, και τον δικλα, και τον οβαλ, και τον αβιμαηλ, και τον σεβα, και τον οφειρ, και τον αβιλα, και τον ιωαβαβ· ολοι αυτοι ησαν γιοι του ιοκταν. και η κατοικια τουσ ηταν απο τη μησα, καθωσ πηγαινει κανεισ προσ τη σεφαρα, στο βουνο τησ ανατολησ. αυτοι ειναι οι γιοι του σημ, συμφωνα με τισ φυλεσ τουσ, συμφωνα με τισ γλωσσεσ τουσ, στουσ τοπουσ τουσ, συμφωνα με τα εθνη τουσ. αυτεσ ειναι οι φυλεσ των γιων του νωε, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, στα εθνη τουσ· και απ' αυτουσ διασπαρθηκαν τα εθνη επανω στη γη μετα τον κατακλυσμο.

11

και ολοκληρη η γη ηταν μιασ γλωσσασ, και μιασ φωνησ. και οταν κινησαν απο την ανατολη, βρηκαν μια πεδιαδα στη γη σενααρ· και κατοικησαν εκει. και ο ενασ ειπε στον αλλον: ελατε, ασ κανουμε πλιθεσ, και ασ τισ ψησουμε σε φωτια· και η μεν πλιθα τουσ χρησιμευσε αντι για πετρα, η δε ασφαλτοσ τουσ χρησιμευσε αντι για πηλο. και ειπαν: ελατε, ασ κτισουμε για μασ μια πολη και εναν πυργο, που η κορυφη του να φτανει μεχρι τον ουρανο· και ασ αποκτησουμε για μασ ονομα, μηπωσ και διασπαρουμε επανω στο προσωπο τησ γησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατεβηκε για να δει την πολη και τον πυργο, που οικοδομησαν οι γιοι των ανθρωπων. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: να, ενασ λαοσ, και ολοι εχουν μια γλωσσα, και αρχισαν να το πραγματοποιουν· και τωρα δεν θα εμποδιστει σ' αυτουσ καθε τι που σκοπευουν να κανουν· ελατε, ασ κατεβουμε, και ασ συγχυσουμε εκει τη γλωσσα τουσ, για να μη καταλαβαινει ο ενασ τη γλωσσα του αλλου. και απο εκει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ διασκορπισε επανω στο προσωπο ολοκληρησ τησ γησ· και σταματησαν να κτιζουν την πολη. γι' αυτο, το ονομα τησ ονομαστηκε βαβελ· επειδη, εκει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh συγχυσε τη γλωσσα ολοκληρησ τησ γησ· και απο εκει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ διασκορπισε επανω στο προσωπο ολοκληρησ τησ γησ. αυτη ειναι η γενεαλογια του σημ. ο σημ ηταν 100 χρονων, οταν γεννησε τον αρφαξαδ, δυο χρονια μετα τον κατακλυσμο· και ο σημ εζησε, αφου γεννησε τον αρφαξαδ, 500 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ. και ο αρφαξαδ εζησε 35 χρονια, και γεννησε τον σαλα· και ο αρφαξαδ εζησε, αφου γεννησε τον σαλα, 403 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ. και ο σαλα εζησε 30 χρονια, και γεννησε τον εβερ· και ο σαλα εζησε, αφου γεννησε τον εβερ, 403 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ. και ο εβερ εζησε 34 χρονια, και γεννησε τον φαλεγ· και ο εβερ εζησε, αφου γεννησε τον φαλεγ, 430 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ. και ο φαλεγ εζησε 30 χρονια, και γεννησε τον ραγαυ· και ο φαλεγ εζησε, αφου γεννησε τον ραγαυ, 209 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ. και ο ραγαυ εζησε 32 χρονια, και γεννησε τον σερουχ· και ο ραγαυ εζησε, αφου γεννησε τον σερουχ, 207 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ. και ο σερουχ εζησε 30 χρονια, και γεννησε τον ναχωρ· και ο σερουχ εζησε, αφου γεννησε τον ναχωρ, 200 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ. και ο ναχωρ εζησε 29 χρονια, και γεννησε τον θαρα· και ο ναχωρ εζησε, αφου γεννησε τον θαρα, 119 χρονια, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ. και ο θαρα εζησε 70 χρονια, και γεννησε τον αβραμ, τον ναχωρ, και τον αρραν. και αυτη ειναι η γενεαλογια του θαρα: ο θαρα γεννησε τον αβραμ, τον ναχωρ, και τον αρραν· και ο αρραν γεννησε τον λωτ. και ο αρραν πεθανε μπροστα στον θαρα τον πατερα του, στον τοπο τησ γεννησησ του, στην ουρ των χαλδαιων. και ο αβραμ και ο ναχωρ πηραν για τον εαυτο τουσ γυναικεσ· το ονομα τησ γυναικασ του αβραμ, ηταν σαρα· και το ονομα τησ γυναικασ του ναχωρ, ηταν μελχα, θυγατερα του αρραν, πατερα τησ μελχα και πατερα του ιεσχα. και η σαρα ηταν στειρα, δεν ειχε παιδι. και ο θαρα πηρε τον γιο του, τον αβραμ, και τον λωτ, τον γιο του αρραν, τον εγγονο του, και τη νυφη του, τη σαρα, τη γυναικα του αβραμ, του γιου του· και μαζι βγηκαν απο την ουρ των χαλδαιων για να πανε στη γη χανααν· και ηρθαν μεχρι τη χαρραν, και κατοικησαν εκει. και οι ημερεσ του θαρα εγιναν 205 χρονια· και ο θαρα πεθανε στη χαρραν.

12

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον αβραμ: βγεσ εξω απο τη γη σου, και απο τη συγγενεια σου, και απο την οικογενεια του πατερα σου, στη γη που θα σου δειξω· και θα σε κανω να γινεισ ενα μεγαλο εθνοσ· και θα σε ευλογησω, και θα μεγαλυνω το ονομα σου· και θα εισαι για ευλογια· και θα ευλογησω εκεινουσ που σε ευλογουν, και θα καταραστω εκεινουσ που σε καταριουνται· και μεσα απο σενα θα ευλογηθουν ολεσ οι φυλεσ τησ γησ. και ο αβραμ πηγε, καθωσ του ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και μαζι του πηγε και ο λωτ· και ο αβραμ ηταν ηλικιασ 75 χρονων, οταν βγηκε απο τη χαρραν. και ο αβραμ πηρε τη σαρα, τη γυναικα του, και τον γιο του αδελφου του, τον λωτ, και ολα τα υπαρχοντα τουσ, οσα ειχαν αποκτησει, και τουσ ανθρωπουσ που ειχαν αποκτησει στη χαρραν, και βγηκαν για να πανε στη γη χανααν· και ηρθαν στη γη χανααν. και ο αβραμ διαπερασε εκεινη τη γη μεχρι τον τοπο συχεμ, μεχρι τη βελανιδια μορεχ· και οι χαναναιοι κατοικουσαν τοτε σ' αυτη τη γη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε στον αβραμ, και του ειπε: στο σπερμα σου θα δωσω αυτη τη γη. και εκτισε εκει θυσιαστηριο στον κυριο, που φανηκε σ' αυτον. και απο εκει μετεβηκε στο βουνο, που ειναι προσ τα μεσημβρινα τησ βαιθηλ, και εστησε τη σκηνη του, εχοντασ τη βαιθηλ προσ τα δυτικα, και τη γαι προσ τα ανατολικα· και εκτισε εκει θυσιαστηριο στον κυριο, και επικαλεστηκε το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο αβραμ μετασκηνωσε οδοιπορωντασ και προχωρωντασ προσ τα μεσημβρινα. και εγινε πεινα σ' αυτη τη γη· και ο αβραμ κατεβηκε στην αιγυπτο για να παροικησει εκει· επειδη, η πεινα στη γη ηταν βαρια. και οταν πλησιαζε να μπει μεσα στην αιγυπτο, ειπε στη σαρα, τη γυναικα του: δεσ, γνωριζω οτι εισαι μια ομορφη γυναικα· θα συμβει, λοιπον, ωστε καθωσ σε δουν οι αιγυπτιοι θα πουν: γυναικα του ειναι αυτη· και θα με φονευσουν, εσενα ομωσ θα σε διαφυλαξουν ζωντανη· πεσ, λοιπον, οτι εισαι αδελφη μου, για να γινει σε μενα καλο εξαιτιασ σου, και να διαφυλαχθει η ζωη μου, για χαρη σου. και οταν ο αβραμ μπηκε μεσα στην αιγυπτο, ειδαν οι αιγυπτιοι τη γυναικα οτι ηταν υπερβολικα ωραια. και οι αρχοντεσ του φαραω την ειδαν, και την επαινεσαν στον φαραω· και πηραν τη γυναικα στο σπιτι του φαραω. και μεταχειριστηκαν τον αβραμ καλα για χαρη τησ· και ειχε προβατα, και βοδια, και γαιδουρια, και δουλουσ, και δουλεσ, και θηλυκα γαιδουρια και καμηλεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ερριξε στον φαραω και στην οικογενεια του μεγαλεσ πληγεσ εξαιτιασ τησ σαρασ τησ γυναικασ του αβραμ· και ο φαραω καλεσε τον αβραμ, και του ειπε: τι ειναι αυτο που μου εκανεσ; γιατι δεν μου φανερωσεσ οτι αυτη ειναι γυναικα σου; γιατι ειπεσ: αυτη ειναι αδελφη μου; και την πηρα στον εαυτο μου για γυναικα· και τωρα, να η γυναικα σου· παρ' την, και πηγαινε. και ο φαραω διορισε ανθρωπουσ γι' αυτον· και τον προπεμψαν με συνοδεια, και τη γυναικα του, και ολα οσα ειχε.

13

και ο αβραμ ανεβηκε απο την αιγυπτο, αυτοσ και η γυναικα του και ολα οσα ειχε, και ο λωτ μαζι του, προσ τα μεσημβρινα. και ο αβραμ ηταν υπερβολικα πλουσιοσ σε κτηνη, σε ασημι, και σε χρυσαφι, και πηγε οδευοντασ απο τα μεσημβρινα μεχρι τη βαιθηλ, μεχρι τον τοπο οπου ηταν η σκηνη του την προηγουμενη φορα, αναμεσα στη βαιθηλ και στη γαι· στον τοπο του θυσιαστηριου, που ειχε κανει εκει αρχικα· και εκει ο αβραμ επικαλεστηκε το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ακομα και ο λωτ, που συμπορευοταν μαζι με τον αβραμ, ειχε προβατα και βοδια και σκηνεσ. και δεν τουσ χωρουσε η γη για να κατοικουν μαζι· επειδη, τα υπαρχοντα τουσ ησαν πολλα, και δεν μπορουσαν να κατοικουν μαζι. και εγινε φιλονικια αναμεσα στουσ βοσκουσ των κτηνων του αβραμ, και στουσ βοσκουσ των κτηνων του λωτ· και οι χαναναιοι και οι φερεζαιοι κατοικουσαν τοτε στη γη. και ο αβραμ ειπε στον λωτ: ασ μη ειναι, παρακαλω, φιλονικια αναμεσα σε μενα και σε σενα, κι αναμεσα στουσ βοσκουσ μου και στουσ βοσκουσ σου· επειδη, εμεισ ειμαστε αδελφοι· δεν ειναι ολοκληρη η γη μπροστα σου; διαχωρισε, λοιπον, τον εαυτο σου απο μενα· αν εσυ πασ στα αριστερα, εγω πηγαινω στα δεξια· και αν εσυ στα δεξια, εγω στα αριστερα. και αφου ο λωτ σηκωσε τα ματια του ψηλα, ειδε ολοκληρη την περιχωρο του ιορδανη, οτι ποτιζοταν ολοκληρη, πριν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να καταστρεψει τα σοδομα και τα γομορρα, ηταν σαν παραδεισοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οπωσ η γη τησ αιγυπτου, μεχρι να παει κανεισ στη σηγωρ. και ο λωτ διαλεξε για τον εαυτο του ολοκληρη την περιχωρο του ιορδανη· και ο λωτ μετασκηνωσε προσ τα ανατολικα, και διαχωριστηκαν ο ενασ απο τον αλλον. ο μεν αβραμ κατοικησε στη γη χανααν· ο δε λωτ κατοικησε αναμεσα στισ πολεισ τησ περιχωρου, και εστησε τισ σκηνεσ του μεχρι τα σοδομα. και οι ανθρωποι των σοδομων ησαν κακοι, και υπερβολικα αμαρτωλοι μπροστα στον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον αβραμ, αφου ο λωτ ειχε διαχωριστει απ' αυτον: σηκωσε τωρα τα ματια σου ψηλα και δεσ απο τον τοπο οπου εισαι, προσ τα βορινα και τα μεσημβρινα, και τα ανατολικα και τα δυτικα· επειδη, ολοκληρη τη γη που βλεπεισ θα τη δωσω σε σενα, και στο σπερμα σου, μεχρι τον αιωνα· και θα κανω το σπερμα σου σαν την αμμο τησ γησ· ωστε αν μπορει κανεισ να απαριθμησει την αμμο τησ γησ, θα μπορει να απαριθμηθει και το σπερμα σου· και αφου σηκωθεισ, διασχισε τη γη, και κατα το μακροσ τησ, και κατα το πλατοσ τησ· επειδη, σε σενα θα τη δωσω. και ο αβραμ σηκωσε τη σκηνη του, και οταν ηρθε κατοικησε κοντα στισ βελανιδιεσ μαμβρη, που ειναι στη χεβρων· και εκτισε εκει θυσιαστηριο στον κυριο.

14

και στισ ημερεσ του αμαρφελ, βασιλια τησ σεννααρ, του αριωχ, βασιλια τησ ελλασαρ, του χοδολλογομορ, βασιλια τησ ελαμ, και του θαργαλ, βασιλια των εθνων, αυτοι εκαναν πολεμο με τον βερα, βασιλια των σοδομων, και τον βαρσα, βασιλια των γομορρων, τον σεννααβ, βασιλια τησ αδαμα, και τον σεμοβορ, βασιλια τησ σεβωειμ, και τον βασιλια τησ βελα· αυτη ειναι η σηγωρ. ολοι αυτοι ενωθηκαν μαζι στην κοιλαδα σιδδιμ, που ειναι η αλμυρη θαλασσα. 12 χρονια δουλευαν στον χοδολλογομορ· και τον 13ο αποστατησαν. και τον 14ο χρονο ηρθε ο χοδολλογομορ, και οι βασιλιαδεσ που ησαν μαζι του, και παταξαν τουσ ραφαειμ στην ασταρωθ-καρναιμ, και τουσ ζουζειμ στην αμ, και τουσ εμμαιουσ στη σαυη-κιριαθαιμ, και τουσ χορραιουσ στο βουνο τουσ, το σηειρ, μεχρι την πεδιαδα φαραν, που ειναι στην ερημο. και επεστρεψαν και ηρθαν στην εν-μισπατ, που ειναι η καδησ· και παταξαν ολοκληρη την περιοχη του αμαληκ, και τουσ αμορραιουσ που κατοικουσαν στην ασασων-θαμαρ. και βγηκε ο βασιλιασ των σοδομων, και ο βασιλιασ των γομορρων, και ο βασιλιασ τησ αδαμα, και ο βασιλιασ των σεβωειμ, και ο βασιλιασ τησ βελα, που ειναι η σηγωρ· και συγκροτησαν μαχη μαζι τουσ στην κοιλαδα σιδδιμ, μαζι με τον χοδολλογομορ βασιλια τησ ελαμ, και τον θαργαλ βασιλια των εθνων, και τον αμαρφελ βασιλια τησ σεννααρ, και τον αριωχ βασιλια τησ ελλασαρ· τεσσερισ βασιλιαδεσ εναντια σε πεντε. και η κοιλαδα σιδδιμ ηταν γεματη απο φρεατα ασφαλτου· και οι βασιλιαδεσ των σοδομων και των γομορρων τραπηκαν σε φυγη, και επεσαν εκει· και εκεινοι που εναπεμειναν εφυγαν στο βουνο. και πηραν ολα τα υπαρχοντα των σοδομων και των γομορρων, και ολοκληρη τη ζωοτροφια τουσ, και αναχωρησαν. πηραν ακομα και τον λωτ, τον γιο του αδελφου του αβραμ, που κατοικουσε στα σοδομα, και τα υπαρχοντα του, και αναχωρησαν. και καποιοσ απο τουσ διασωθεντεσ πηγε και το ανηγγειλε στον αβραμ τον εβραιο, που κατοικουσε κοντα στισ βελανιδιεσ μαμβρη,του αμορραιου, αδελφου του εσχωλ, και αδελφου του ανηρ, που ησαν συμμαχοι του αβραμ. και οταν ο αβραμ ακουσε οτι αιχμαλωτιστηκε ο αδελφοσ του, εξοπλισε 318 απο τουσ δουλουσ του, που ειχαν γεννηθει στο σπιτι του, και τουσ καταδιωξε μεχρι τη δαν. και αφου χωρισε τουσ δικουσ του, ορμησε εναντιον τουσ τη νυχτα, αυτοσ και οι δουλοι του, και τουσ παταξε, και τουσ καταδιωξε μεχρι τη χοβα, που ειναι προσ τα αριστερα τησ δαμασκου. και επανεφερε ολα τα υπαρχοντα, κι ακομα επανεφερε και τον αδελφο του τον λωτ, και τα υπαρχοντα του, ακομα μαλιστα και τισ γυναικεσ, και τον λαο. και ο βασιλιασ των σοδομων βγηκε σε συναντηση του, αφου γυρισε απο την καταστροφη του χοδολλογομορ, και των βασιλιαδων του, στην κοιλαδα σαυη, που ειναι η κοιλαδα του βασιλια. και ο μελχισεδεκ, ο βασιλιασ τησ σαλημ, εφερε εξω ψωμι και κρασι· και ηταν ιερεασ του θεου του υψιστου. και τον ευλογησε, και ειπε: ευλογημενοσ ο αβραμ απο τον θεο τον υψιστο, που εκτισε τον ουρανο και τη γη· και ευλογημενοσ ο θεοσ ο υψιστοσ, που παρεδωσε τουσ εχθρουσ σου στο χερι σου. και ο αβραμ εδωσε σ' αυτον ενα δεκατο απο ολα. και ο βασιλιασ των σοδομων ειπε στον αβραμ: δωσε μου τουσ ανθρωπουσ, και παρε τα υπαρχοντα για τον εαυτο σου. και ο αβραμ ειπε στον βασιλια των σοδομων: εγω υψωσα το χερι μου στον κυριο, τον θεο τον υψιστο, που εκτισε τον ουρανο και τη γη, οτι δεν θα παρω απο ολα τα δικα σου απο κλωστη μεχρι λουρι παπουτσιου, για να μη πεισ: εγω πλουτισα τον αβραμ· εκτοσ μονον απο εκεινο, που εφαγαν οι νεοι, και το μεριδιο των ανθρωπων που ηρθαν μαζι μου, του ανηρ, του εσχωλ, και του μαμβρη· αυτοι ασ παρουν το μεριδιο τουσ.

15

υστερα απο τα πραγματα αυτα, εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον αβραμ, σε οραμα, λεγοντασ: μη φοβασαι, αβραμ· εγω ειμαι ο υπερασπιστησ σου· ο μισθοσ σου θα ειναι υπερβολικα μεγαλοσ. και ο αβραμ ειπε: δεσποτα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τι θα μου δωσεισ, ενω απερχομαι ατεκνοσ, και ο κληρονομοσ του σπιτιου μου ειναι αυτοσ ο ελιεζερ απο τη δαμασκο; ειπε ακομα ο αβραμ: δεσ, δεν εδωσεσ σε μενα σπερμα· και να, θα με κληρονομησει ο υπηρετησ μου. και να, εγινε σ' αυτον λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: δεν θα σε κληρονομησει αυτοσ· αλλ' εκεινοσ που θα βγει απο τα σπλαχνα σου, αυτοσ θα σε κληρονομησει. και τον εφερε εξω, και ειπε: κοιταξε τωρα ψηλα στον ουρανο, και απαριθμησε τα αστερια, αν μπορεισ να τα απαριθμησεισ· και του ειπε: ετσι θα ειναι το σπερμα σου. και πιστεψε στον κυριο· και λογαριαστηκε σ' αυτον για δικαιοσυνη. και του ειπε: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που σε εβγαλα απο την ουρ των χαλδαιων, για να σου δωσω αυτη τη γη για κληρονομια. κι εκεινοσ ειπε: δεσποτα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο που θα γνωρισω οτι θα την κληρονομησω; και του ειπε: παρε για μενα μια δαμαλη τριων χρονων, και μια κατσικα τριων χρονων, και ενα αρσενικο κριαρι τριων χρονων, και μια τρυγονα και ενα περιστερι. και πηρε σ' αυτον ολα αυτα, και τα εσχισε στο μεσον, και εβαλε καθε ενα κομματι απεναντι στο ομοιο του· τα πουλια, ομωσ, δεν τα εσχισε, και κατεβηκαν τα ορνια επανω στα πτωματα, και ο αβραμ τα εδιωξε. και κατα τη δυση του ηλιου, επεσε εκσταση επανω στον αβραμ· και να, ενασ μεγαλοσ σκοτεινοσ φοβοσ πεφτει επανω του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον αβραμ: να ξερεισ με σιγουρια οτι το σπερμα σου θα παροικησει σε γη οχι δικη τουσ, και θα τουσ υποδουλωσουν, και θα τουσ καταθλιψουν, 400 χρονια· το εθνοσ, ομωσ, στο οποιο θα υποδουλωθει, εγω θα το κρινω· υστερα δε απ' αυτα, θα βγουν με πολλα υπαρχοντα· εσυ, ομωσ, θα απελθεισ στουσ πατερεσ σου με ειρηνη· θα ταφεισ σε καλα γηρατεια· και στην τεταρτη γενεα θα επιστρεψουν εδω· επειδη, δεν αναπληρωθηκε ακομα η ανομια των αμορραιων. και οταν ο ηλιοσ εδυσε και εγινε πυκνο σκοταδι, να, ενα καμινι που καπνιζε, και μια λαμπαδα φωτιασ, η οποια διαπερασε αναμεσα σε τουτα τα διχοτομημενα. εκεινη την ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε διαθηκη στον αβραμ, λεγοντασ: στο σπερμα σου εδωσα αυτη τη γη, απο τον ποταμο τησ αιγυπτου μεχρι τον ποταμο τον μεγαλο, τον ποταμο ευφρατη· τουσ κεναιουσ, και τουσ κενεζαιουσ, και τουσ κεδμωναιουσ, και τουσ χετταιουσ, και τουσ φερεζαιουσ, και τουσ ραφαειμ, και τουσ αμορραιουσ, και τουσ χαναναιουσ, και τουσ γεργεσαιουσ, και τουσ ιεβουσαιουσ.

16

και η σαρα, η γυναικα του αβραμ, δεν τεκνοποιουσε σ' αυτον· και ειχε μια αιγυπτια δουλη, που ονομαζοταν αγαρ. και η σαρα ειπε στον αβραμ: δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με απεκλεισε απο την τεκνοποιια· μπεσ, λοιπον, στη δουλη μου, ισωσ αποκτησω παιδι απ' αυτη. και ο αβραμ υπακουσε στον λογο τησ σαρασ. και η σαρα, η γυναικα του αβραμ, πηρε την αγαρ, την αιγυπτια, τη δουλη τησ, αφου ο αβραμ ειχε κατοικησει δεκα χρονια στη γη χανααν, και την εδωσε στον ανδρα τησ τον αβραμ, για να ειναι γυναικα του. και μπηκε στην αγαρ, και εκεινη συνελαβε· και οταν ειδε οτι συνελαβε, η κυρια τησ καταφρονιοταν μπροστα τησ. και η σαρα ειπε στον αβραμ: εξαιτιασ σου αδικουμαι. εγω εδωσα τη δουλη μου στον κορφο σου· και αφου ειδε οτι συνελαβε, εγω καταφρονηθηκα μπροστα τησ· ασ κρινει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναμεσα σε μενα και σε σενα. και ο αβραμ ειπε στη σαρα: δεσ, η δουλη σου ειναι στο χερι σου· κανε σ' αυτην οπωσ φαινεται αρεστο στα ματια σου. και η σαρα τη μεταχειριστηκε ασχημα, κι εκεινη εφυγε απο το προσωπο τησ. και τη βρηκε ενασ αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κοντα σε μια πηγη νερου, στην ερημο, κοντα στην πηγη προσ τον δρομο τησ σουρ· και τησ ειπε: αγαρ, δουλη τησ σαρασ, απο που ερχεσαι και που πηγαινεισ; κι εκεινη ειπε: φευγω απο το προσωπο τησ κυριασ μου τησ σαρασ. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ ειπε: επιστρεψε στην κυρια σου, και ταπεινωσου κατω απο τα χερια τησ. ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ ειπε ακομα: θα πληθυνω υπερβολικα το σπερμα σου, ωστε να μη απαριθμειται λογω του πληθουσ του. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ ειπε: δεσ, εσυ εισαι εγκυοσ, και θα γεννησεισ γιο, και θα αποκαλεσεισ το ονομα του ισμαηλ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ακουσε τη θλιψη σου· κι αυτοσ θα ειναι αγριοσ ανθρωποσ· το χερι του θα ειναι εναντια σε ολουσ, και το χερι ολων εναντια σ' αυτον· και θα κατοικησει κατα προσωπο ολων των αδελφων του. και η αγαρ αποκαλεσε το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που τησ μιλουσε: εσυ εισαι ο θεοσ, που με ειδεσ· επειδη ειπε: εγω ειδα, ακομα, εδω εκεινον που με ειδε; γι' αυτο, το πηγαδι εκεινο ονομαστηκε πηγαδι λαχαι-ροι· να, βρισκεται αναμεσα στην καδησ και τη βαραδ. και η αγαρ γεννησε στον αβραμ εναν γιο· και ο αβραμ αποκαλεσε το ονομα αυτου του γιου, που γεννησε η αγαρ, ισμαηλ. και ο αβραμ ηταν 86 χρονων, οταν η αγαρ γεννησε τον ισμαηλ στον αβραμ.

17

και οταν ο αβραμ ηταν 99 χρονων, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε στον αβραμ, και του ειπε: εγω ειμαι ο θεοσ ο παντοκρατορασ· περπατα μπροστα μου, και να εισαι τελειοσ. και θα στησω τη διαθηκη μου αναμεσα σε μενα και σε σενα· και θα σε πληθυνω σε υπερβολικο βαθμο. και ο αβραμ επεσε επανω στο προσωπο του· και ο θεοσ του μιλησε, λεγοντασ: εγω, δεσ, η διαθηκη μου ειναι σε σενα· και θα γινεισ πατερασ πληθουσ εθνων· και δεν θα αποκαλειται πλεον το ονομα σου αβραμ, αλλα το ονομα σου θα ειναι αβραhαμ· επειδη, σε κατεστησα πατερα πολλων εθνων· και θα σε αυξησω σε υπερβολικο βαθμο, και θα σε καταστησω σε εθνη, και απο σενα θα βγουν βασιλιαδεσ· και θα στησω τη διαθηκη μου αναμεσα σε μενα και σε σενα, και στο σπερμα σου μετα απο σενα στισ γενεεσ τουσ, σε μια αιωνια διαθηκη, για να ειμαι θεοσ σε σενα και στο σπερμα σου μετα απο σενα· και θα δωσω σε σενα, και στο σπερμα σου μετα απο σενα, τη γη τησ παροικιασ σου, ολοκληρη τη γη χανααν, σε αιωνια κατασχεση· και θα ειμαι ο θεοσ τουσ. και ο θεοσ ειπε στον αβραhαμ: εσυ θα φυλαξεισ τη διαθηκη μου, και το σπερμα σου μετα απο σενα στισ γενεεσ τουσ. τουτη ειναι η διαθηκη μου, την οποια θα φυλαξετε αναμεσα σε μενα και σε σασ, και το σπερμα σου μετα απο σενα: καθε αρσενικο σασ θα περιτεμνεται. και θα περιτεμνετε τη σαρκα τησ ακροβυστιασ σασ, και θα ειναι για σημειο τησ διαθηκησ μου αναμεσα σε μενα και σε σασ· και ενα παιδι οκτω ημερων θα περιτεμνεται μεταξυ σασ, καθε αρσενικο στισ γενεεσ σασ, εκεινοσ που γεννιεται στο σπιτι, και ο αγορασμενοσ με αργυρια απο καθε ξενον, που δεν ειναι απο το σπερμα σου· εξαπαντοσ θα περιτεμνεται εκεινοσ που γεννιεται στο σπιτι σου, και ο αγορασμενοσ σε σενα με αργυρια· και θα ειναι η διαθηκη μου επανω στη σαρκα σασ για αιωνια διαθηκη· και το απεριτμητο αρσενικο, στο οποιο δεν θα περιτεμνοταν η σαρκα τησ ακροβυστιασ του, εκεινη η ψυχη θα εξολοθρευτει μεσα απο τον λαο τησ· παρεβηκε τη διαθηκη μου. και ο θεοσ ειπε στον αβραhαμ: τη γυναικα σου σαρα, δεν θα αποκαλεσεισ πλεον το ονομα τησ σαρα, αλλα το ονομα τησ θα ειναι σαρρα. και θα την ευλογησω, κι ακομα θα σου δωσω απ' αυτη εναν γιο· και θα την ευλογησω, και θα γινει μητερα πολλων εθνων· βασιλιαδεσ λαων θα βγουν απ' αυτη. και ο αβραhαμ επεσε επανω στο προσωπο του, και γελασε, και ειπε στην καρδια του: σε ανθρωπον 100 χρονων θα γεννηθει παιδι; και η σαρρα, γυναικα 90 χρονων, θα γεννησει; και ο αβραhαμ ειπε στον θεο: ειθε να ζησει μπροστα σου ο ισμαηλ! και ο θεοσ ειπε: ναι, η γυναικα σου η σαρρα θα γεννησει σε σενα εναν γιο, και θα αποκαλεσεισ το ονομα του ισαακ· και θα στησω τη διαθηκη μου σ' αυτον για αιωνια διαθηκη, και στο σπερμα του υστερα απ' αυτον· και για τον ισμαηλ σε εισακουσα· δεσ, τον ευλογησα, και θα τον αυξησω, και θα τον πληθυνω σε υπερβολικα μεγαλο βαθμο· θα γεννησει 12 αρχοντεσ, και θα τον κανω μεγαλο εθνοσ· αλλα, τη διαθηκη μου θα τη στησω στον ισαακ, τον οποιο θα γεννησει σε σενα η σαρρα τον ερχομενο χρονο, την ιδια αυτη εποχη. και αφου τελειωσε να μιλαει μαζι του, ο θεοσ ανεβηκε απο τον αβραhαμ. και ο αβραhαμ πηρε τον γιο του τον ισμαηλ, και ολουσ τουσ γεννημενουσ στο σπιτι του, και ολουσ τουσ αγορασμενουσ απ' αυτον με αργυρια, καθε αρσενικο του σπιτιου του αβραhαμ, και εκανε περιτομη τησ σαρκασ τησ ακροβυστιασ τουσ, την ιδια εκεινη ημερα, καθωσ του ειπε ο θεοσ. και ο αβραhαμ ηταν 99 χρονων, οταν περιτμηθηκε στη σαρκα τησ ακροβυστιασ του. και ο ισμαηλ, ο γιοσ του, ηταν 13 χρονων, οταν περιτμηθηκε η σαρκα τησ ακροβυστιασ του. την ιδια εκεινη ημερα περιτμηθηκε ο αβραhαμ, και ο ισμαηλ ο γιοσ του· και ολοι οι ανθρωποι του σπιτιου του, οι γεννημενοι στο σπιτι, και οι αγορασμενοι με αργυρια απο τουσ αλλογενεισ, περιτμηθηκαν μαζι του.

18

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε σ' αυτον στισ βελανιδιεσ μαμβρη, ενω καθοταν στην εισοδο τησ σκηνησ στον καυσωνα τησ ημερασ. και αφου σηκωσε τα ματια του, ειδε· και να, τρεισ ανδρεσ ορθιοι μπροστα του· και μολισ τουσ ειδε, εσπευσε σε προυπαντηση τουσ απο την εισοδο τησ σκηνησ, και προσκυνησε μεχρι το εδαφοσ· και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, αν βρηκα χαρη στα ματια σου, μη προσπερασεισ, παρακαλω, τον δουλο σου· ασ φερθει, παρακαλω, λιγο νερο, και πλυντε τα ποδια σασ, και αναπαυθειτε κατω απο το δεντρο· κι εγω θα φερω λιγο ψωμι, και στηριξτε την καρδια σασ· επειτα, θα προχωρησετε· επειδη, γι' αυτο περασατε απο τον δουλο σασ. κι εκεινοι ειπαν: κανε ετσι, καθωσ ειπεσ. και ο αβραhαμ εσπευσε στη σκηνη στη σαρρα, και ειπε: βιασου, ζυμωσε τρια μετρα σιμιγδαλι, και κανε ψωμια στη σταχτη. και ο αβραhαμ ετρεξε στα βοδια, και πηρε ενα μοσχαρι απαλο και καλο, και το εδωσε στον δουλο· κι εκεινοσ εσπευσε να το ετοιμασει· επειτα,πηρε βουτυρο και γαλα, και το μοσχαρι, που ετοιμασε, και τα εβαλε μπροστα τουσ· κι αυτοσ στεκοταν κοντα τουσ κατω απο το δεντρο· κι αυτοι εφαγαν. και του ειπαν: που ειναι η γυναικα σου η σαρρα; κι εκεινοσ ειπε: να, μεσα στη σκηνη. και ειπε: θα επιστρεψω σε σενα εξαπαντοσ κατα την ιδια αυτη εποχη του χρονου· και να, η γυναικα σου η σαρρα θα εχει εναν γιο. και η σαρρα ακουσε στην εισοδο τησ σκηνησ, που ηταν πισω απ' αυτον. και ο αβραhαμ και η σαρρα ησαν γεροντεσ, προχωρημενοι σε ηλικια· στη σαρρα ειχαν σταματησει να γινονται τα γυναικεια. και η σαρρα γελασε απο μεσα τησ, λεγοντασ: αφου γερασα θα γινει σε μενα ηδονη; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειναι γεροντασ. και ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον αβραhαμ: γιατι γελασε η σαρρα, λεγοντασ: αφου εγω γερασα, πραγματικα θα γεννησω; ειναι τιποτα αδυνατο στον κυριο; στον ορισμενο καιρο θα επιστρεψω σε σενα, κατα την ιδια αυτη εποχη του χρονου, και η σαρρα θα εχει εναν γιο. τοτε, η σαρρα αρνηθηκε, λεγοντασ: δεν γελασα· επειδη, φοβηθηκε. κι εκεινοσ ειπε: οχι, αλλα γελασεσ. και αφου οι ανδρεσ σηκωθηκαν απο εκει κατευθυνθηκαν στα σοδομα· και ο αβραhαμ πορευοταν μαζι τουσ για να τουσ συμπροπεμψει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: θα κρυψω εγω απο τον αβραhαμ οτιδηποτε κανω; και ο αβραhαμ θα γινει εξαπαντοσ μεγαλο εθνοσ και δυνατο· και διαμεσου αυτου θα ευλογηθουν ολα τα εθνη τησ γησ· επειδη, τον γνωριζω, οτι θα διαταξει τουσ γιουσ του και την οικογενεια του, υστερα απ' αυτον και θα φυλαξουν τον δρομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να εκτελουν δικαιοσυνη και κριση, ωστε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να επιφερει επανω στον αβραhαμ τα οσα μιλησε σ' αυτον. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: η κραυγη των σοδομων και των γομορρων πληθυνε και η αμαρτια τουσ ειναι υπερβολικα βαρια· θα κατεβω, λοιπον, και θα δω αν επραξαν ολοκληρωτικα συμφωνα με την κραυγη που ερχεται σε μενα· και θα γνωρισω, μηπωσ οχι. και οταν οι ανδρεσ αναχωρησαν απο εκει, πηγαν στα σοδομα· και ο αβραhαμ στεκοταν ακομα μπροστα στον κυριο. και καθωσ ο αβραhαμ πλησιασε, ειπε: μηπωσ θα καταστρεψεισ τον δικαιο μαζι με τον ασεβη; αν ειναι στην πολη 50 δικαιοι, αραγε θα τουσ καταστρεψεισ; και δεν θα συγχωρουσεσ τον τοπο χαρη των 50 δικαιων που βρισκονται σ' αυτον; μη γενοιτο ποτε εσυ να πραξεισ ενα τετοιο πραγμα, να θανατωσεισ μαζι, δικαιο και ασεβη, και ο δικαιοσ να ειναι οπωσ και ο ασεβησ! μη γενοιτο ποτε σε σενα! εκεινοσ που κρινει ολοκληρη τη γη δεν θα κανει κριση; και ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: αν βρω στα σοδομα 50 δικαιουσ μεσα στην πολη, θα συγχωρησω σε ολοκληρο τον τοπο για χαρη τουσ. και αποκρινομενοσ ο αβραhαμ ειπε: δεσ, τωρα τολμησα να μιλησω στον κυριο μου, ενω ειμαι χωμα και σταχτη· αν λειψουν πεντε απο τουσ 50 δικαιουσ, θα καταστρεψεισ ολοκληρη την πολη εξαιτιασ των πεντε; και ειπε: δεν θα την καταστρεψω, αν βρω εκει 45. και ο αβραhαμ προσθεσε ακομα να του μιλησει, και ειπε: αν βρεθουν εκει 40; και ειπε: δεν θα την καταστρεψω, εξαιτιασ των 40. και ο αβραhαμ ειπε: ασ μη παροξυνθει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου αν μιλησω ξανα· αν βρεθουν εκει 30; και ειπε: δεν θα την καταστρεψω, αν βρω εκει 30. και ο αβραhαμ ειπε: δεσ, τωρα τολμησα να μιλησω στον κυριο μου· αν βρεθουν εκει 20; και ειπε: δεν θα την καταστρεψω, εξαιτιασ των 20. και ο αβραhαμ ειπε: ασ μη παροξυνθει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, αν μιλησω ακομα μια φορα· αν βρεθουν εκει 10; και ειπε: δεν θα την καταστρεψω, εξαιτιασ των 10. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναχωρησε, αφου επαυσε να μιλαει στον αβραhαμ· και ο αβραhαμ επεστρεψε στον τοπο του.

19

και οι δυο αγγελοι ηρθαν το δειλινο στα σοδομα· και ο λωτ καθοταν διπλα στην πυλη των σοδομων· ο δε λωτ, βλεποντασ τουσ, σηκωθηκε σε συναντηση τουσ, και προσκυνησε με το προσωπο του μεχρι το εδαφοσ· και ειπε: να, κυριοι μου, στραφειτε, παρακαλω, στο σπιτι του δουλου σασ, και διανυχτερευστε, και πλυντε τα ποδια σασ· και αφου σηκωθειτε το πρωι, θα πατε στον δρομο σασ. κι εκεινοι ειπαν: οχι, αλλα θα διανυχτερευσουμε στην πλατεια. και αφου τουσ βιασε πολυ, στραφηκαν σ' αυτον, και μπηκαν μεσα στο σπιτι του· και τουσ εκανε συμποσιο, και εψησε αζυμα, και εφαγαν. και πριν κοιμηθουν, οι ανδρεσ τησ πολησ, οι ανδρεσ των σοδομων, περικυκλωσαν το σπιτι, νεοι και γεροντεσ, ολοκληροσ ο λαοσ μαζι, απο παντου· και εκραζαν στον λωτ, και του ελεγαν: που ειναι οι ανδρεσ, εκεινοι που μπηκαν μεσα σε σενα τη νυχτα; βγαλ' τουσ εξω σε μασ, για να τουσ γνωρισουμε. και ο λωτ βγηκε σ' αυτουσ στο προθυρο, και εκλεισε πισω του την πορτα, και ειπε: μη, αδελφοι μου, μη πραξετε ενα τετοιο κακο· δεστε, εχω δυο θυγατερεσ, που δεν γνωρισαν ανδρα· να σασ τισ φερω, λοιπον, εξω· και καντε σ' αυτεσ, οπωσ σασ φανει αρεστο· μονον σ' αυτουσ τουσ ανδρεσ να μη πραξετε τιποτε, επειδη για τουτο μπηκαν κατω απο τη σκια τησ στεγησ μου. κι εκεινοι ειπαν: φυγε απο εκει. και ειπαν ακομα: αυτοσ ηρθε για να παροικησει· θελει να γινει και κριτησ; τωρα θα κακοποιηhοσυαμε μαλλον εσενα παρα εκεινουσ. και βιαζαν υπερβολικα τον ανθρωπο, τον λωτ, και πλησιασαν για να σπασουν την πορτα. κι απλωνοντασ οι ανδρεσ τα χερια τουσ, τραβηξαν τον λωτ κοντα τουσ στο σπιτι, και εκλεισαν την πορτα· και τουσ ανθρωπουσ, εκεινουσ που ησαν στην πορτα του σπιτιου, τουσ χτυπησαν με αορασια απο τον μικρο μεχρι τον μεγαλο, ωστε απεκαναν να ζητουν την πορτα. και οι ανδρεσ ειπαν στον λωτ: εχεισ εδω καποιον αλλον; γαμπρο η γιουσ η θυγατερεσ η οποιονδηποτε αλλον εχεισ στην πολη, να τουσ βγαλεισ εξω απο τον τοπο· επειδη, εμεισ καταστρεφουμε τουτο τον τοπο, για τον λογο οτι η κραυγη τουσ μεγαλωσε μπροστα στον κυριο· και μασ εστειλε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για να τον καταστρεψουμε. βγηκε, λοιπον, ο λωτ και μιλησε στουσ γαμπρουσ του, εκεινουσ που επροκειτο να παρουν τισ θυγατερεσ του, και ειπε: σηκωθειτε, βγειτε εξω απο τουτο τον τοπο· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καταστρεφει την πολη. αλλα, φανηκε στουσ γαμπρουσ του σαν αστειζομενοσ. και οταν εγινε αυγη, οι αγγελοι βιαζαν τον λωτ, λεγοντασ: σηκω, παρε τη γυναικα σου, και τισ δυο θυγατερεσ σου, που βρισκονται εδω, για να μη καταστραφεισ κι εσυ μαζι με την ανομια τησ πολησ. και επειδη καθυστερουσε, πιανοντασ οι ανδρεσ το χερι του, και το χερι τησ γυναικασ του, και τα χερια των δυο θυγατερων του (επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον σπλαχνιστηκε), τον εβγαλαν και τον πηγαν εξω απο την πολη. και οταν τουσ εβγαλαν εξω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: διασωσε τη ζωη σου· μη περιβλεψεισ πισω σου, και μη σταθεισ σε ολοκληρη την περιχωρο· διασωσε τον εαυτο σου στο βουνο, για να μη καταστραφεισ. και ο λωτ τουσ ειπε: μη, παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεσ, ο δουλοσ σου βρηκε χαρη μπροστα σου, και μεγαλυνεσ το ελεοσ σου, που εκανεσ σε μενα, φυλαττοντασ τη ζωη μου· αλλ' εγω δεν θα μπορεσω να διασωθω στο βουνο, μηπωσ με προφτασει το κακο, και πεθανω· δεσ, παρακαλω, η πολη αυτη ειναι κοντα, ωστε να καταφυγω εκει, και ειναι μικρη· εκει, παρακαλω, να διασωθω· δεν ειναι μικρη; και θα ζησει η ψυχη μου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σ' αυτον: να, σε εισακουσα και σε τουτο το πραγμα, να μη καταστρεψω την πολη, για την οποια μιλησεσ· βιασου να διασωθεισ εκει· επειδη, δεν θα μπορεσω να κανω τιποτε, μεχρισ οτου φτασεισ εκει· γι' αυτο, αποκαλεσε το ονομα τησ πολησ, σηγωρ. ο ηλιοσ ανετειλε επανω στη γη, οταν ο λωτ μπηκε στη σηγωρ. και εβρεξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επανω στα σοδομα και τα γομορρα θειαφι και φωτια απο τον κυριο του ουρανου· και κατεστρεψε αυτεσ τισ πολεισ, και ολα τα περιχωρα, και ολουσ τουσ κατοικουσ των πολεων, και τα φυτα τησ γησ. αλλ' η γυναικα του, πισω απ' αυτον, καθωσ κοιταξε ολογυρα, εγινε στηλη απο αλατι. και ο αβραhαμ, καθωσ σηκωθηκε ενωρισ το πρωι, ηρθε στον τοπο οπου ειχε σταθει μπροστα στον κυριο· και κοιταζοντασ επανω στα σοδομα και τα γομορρα, κι επανω σε ολοκληρη τη γη τησ περιχωρου, ειδε, και να, καπνοσ ανεβαινε απο τη γη, σαν καπνοσ απο καμινι. ετσι, λοιπον, οταν ο θεοσ κατεστρεψε τισ πολεισ τησ περιχωρου, θυμηθηκε ο θεοσ τον αβραhαμ, και εξαπεστειλε τον λωτ απο μεσα απο την καταστροφη, οταν κατεστρεφε τισ πολεισ, στισ οποιεσ κατοικουσε ο λωτ. και ο λωτ ανεβηκε απο τη σηγωρ, και κατοικησε στο βουνο, και μαζι του οι δυο θυγατερεσ του, επειδη φοβηθηκε να κατοικησει στη σηγωρ· και κατοικησε σε σπηλαιο, αυτοσ και οι δυο θυγατερεσ του. και η μεγαλυτερη ειπε στη νεοτερη: ο πατερασ μασ ειναι γεροντασ, και ανθρωποσ δεν υπαρχει επανω στη γη για να μπει μεσα προσ εμασ, συμφωνα με τη συνηθεια ολοκληρησ τησ γησ· ελα, ασ ποτισουμε τον πατερα μασ κρασι, και ασ κοιμηθουμε μαζι του, και ασ αναστησουμε σπερμα απο τον πατερα μασ. ποτισαν, λοιπον, τον πατερα τουσ κρασι κατα τη νυχτα εκεινη· και η μεγαλυτερη μπηκε μεσα, και κοιμηθηκε με τον πατερα τησ· κι εκεινοσ δεν καταλαβε ουτε ποτε αυτη πλαγιασε, και ποτε σηκωθηκε. και την επαυριο η μεγαλυτερη ειπε στη νεοτερη: δεσ, εγω κοιμηθηκα χθεσ τη νυχτα με τον πατερα μασ· ασ τον ποτισουμε κρασι και τουτη τη νυχτα, και μπαινοντασ μεσα εσυ, κοιμησου μαζι του, και ασ αναστησουμε σπερμα απο τον πατερα μασ. ποτισαν, λοιπον, κι εκεινη τη νυχτα τον πατερα τουσ κρασι, και αφου σηκωθηκε η νεοτερη, κοιμηθηκε μαζι του· κι εκεινοσ δεν καταλαβε ουτε ποτε αυτη πλαγιασε, και ποτε σηκωθηκε. και συνελαβαν οι δυο θυγατερεσ του λωτ απο τον πατερα τουσ. και η μεγαλυτερη γεννησε γιο, και αποκαλεσε το ονομα του μωαβ· αυτοσ ειναι ο πατερασ των μωαβιτων μεχρι σημερα. αλλα και η νεοτερη γεννησε γιο, και αποκαλεσε το ονομα του βεν-αμμι· αυτοσ ειναι ο πατερασ των αμμωνιτων μεχρι σημερα.

20

και ο αβραhαμ κινησε απο εκει προσ τη γη που βρισκεται προσ τα μεσημβρινα, και κατοικησε αναμεσα στην καδησ και στη σουρ· και παροικησε στα γεραρα. και ο αβραhαμ ειπε για τη γυναικα του τη σαρρα: ειναι αδελφη μου. και ο αβιμελεχ, ο βασιλιασ των γεραρων, εστειλε και πηρε τη σαρρα. και ο θεοσ ηρθε στον αβιμελεχ σε ονειρο τη νυχτα, και του ειπε: δεσ, εσυ πεθαινεισ εξαιτιασ τησ γυναικασ που πηρεσ· επειδη, ειναι παντρεμενη με ανδρα. και ο αβιμελεχ δεν ειχε πλησιασει σ' αυτη· και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα θανατωνεσ ενα εθνοσ, ακομα και εναν δικαιο; αυτοσ δεν μου ειπε: ειναι αδελφη μου; κι αυτη παλι, αυτη ειπε: ειναι αδελφοσ μου. με ευθυτητα τησ καρδιασ μου, και με καθαροτητα των χεριων μου το επραξα αυτο. και ο θεοσ ειπε σ' αυτον σε ονειρο: κι εγω γνωρισα οτι με ευθυτητα τησ καρδιασ σου το επραξεσ· γι' αυτο κι εγω σε εμποδισα απο το να αμαρτησεισ σε μενα· γι' αυτο, δεν σε αφησα να την αγγιξεισ· τωρα, λοιπον, αποδωσε τη γυναικα στον ανθρωπο, επειδη ειναι προφητησ· και θα προσευχηθει για σενα, και θα ζησεισ· αλλα, αν δεν την αποδωσεισ, να ξερεισ οτι εξαπαντοσ θα πεθανεισ, εσυ, και ολα οσα εχεισ. και ο αβιμελεχ σηκωθηκε ενωρισ το πρωι, καλεσε ολουσ τουσ δουλουσ του και μιλησε ολα αυτα τα λογια σε επηκοο τουσ· και οι ανθρωποι φοβηθηκαν υπερβολικα. και ο αβιμελεχ καλεσε τον αβραhαμ και του ειπε: τι μασ εκανεσ; και ποιο αμαρτημα εκανα σε σενα, ωστε να φερεισ επανω μου, κι επανω στο βασιλειο μου, μια μεγαλη αμαρτια; εκανεσ σε μενα ενα πραγμα, το οποιο δεν επρεπε να γινει. και ο αβιμελεχ ειπε στον αβραhαμ: τι ειδεσ, ωστε να κανεισ αυτο το πραγμα; και ο αβραhαμ ειπε: επειδη, εγω ειπα: βεβαια, δεν υπαρχει φοβοσ θεου σε τουτο τον τοπο· και θα με θανατωσουν εξαιτιασ τησ γυναικασ μου· κι ομωσ, στ' αληθεια ειναι αδελφη μου, θυγατερα του πατερα μου, αλλ' οχι θυγατερα τησ μητερασ μου· και εγινε γυναικα μου· και οταν ο θεοσ με εκανε να βγω εξω απο την οικογενεια του πατερα μου, τησ ειπα: αυτη τη χαρη θα κανεισ σε μενα· σε καθε τοπο, οπου αν παμε, να λεσ για μενα: αυτοσ ειναι αδελφοσ μου. και ο αβιμελεχ πηρε προβατα, και βοδια, και δουλουσ, και δουλεσ, και τα εδωσε στον αβραhαμ, και απεδωσε σ' αυτον τη γυναικα του τη σαρρα. και ο αβιμελεχ ειπε: δεσ, η γη μου μπροστα σου· κατοικησε οπου σου αρεσει· και στη σαρρα ειπε: δεσ, εδωσα 1.000 αργυρια στον αδελφο σου· να, αυτοσ ειναι σε σενα σκεπη των ματιων σου σε ολουσ οσουσ ειναι μαζι σου και σε ολουσ τουσ αλλουσ. ετσι επιπληχθηκε αυτη. και ο αβραhαμ προσευχηθηκε στον θεο· και ο θεοσ θεραπευσε τον αβιμελεχ, και τη γυναικα του, και τισ θεραπαινεσ του, και τεκνοποιησαν. επειδη, 0φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε κλεισει ολοκληρωτικα καθε μητρα στο σπιτι του αβιμελεχ, εξαιτιασ τησ σαρρασ, τησ γυναικασ του αβραhαμ.

21

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επισκεφθηκε τη σαρρα, καθωσ ειχε πει· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε στη σαρρα καθωσ ειχε μιλησει. και η σαρρα συνελαβε, και γεννησε στον αβραhαμ εναν γιο στα γηρατεια του· κατα την εποχη, που του ειχε πει ο θεοσ. και ο αβραhαμ αποκαλεσε το ονομα αυτου του γιου, που γεννηθηκε σ' αυτον, τον οποιο η σαρρα γεννησε σ' αυτον, ισαακ. και ο αβραhαμ εκανε περιτομη στον γιο του τον ισαακ την ογδοη ημερα, καθωσ τον ειχε προσταξει ο θεοσ. και ο αβραhαμ ηταν 100 χρονων, οταν γεννηθηκε σ' αυτον ο γιοσ του ο ισαακ. και η σαρρα ειπε: ο θεοσ με εκανε να γελαω· οποιοσ ακουσει, θα γελαει μαζι μου. και ειπε: ποιοσ θα ελεγε στον αβραhαμ, οτι η σαρρα θα θηλαζε παιδια; επειδη, γεννησα γιο στα γηρατεια μου. και το παιδι μεγαλωσε, και απογαλακτιστηκε· και ο αβραhαμ εκανε μεγαλο συμποσιο, την ημερα που απογαλακτιστηκε ο ισαακ. και η σαρρα ειδε τον γιο τησ αγαρ τησ αιγυπτιασ, που γεννησε στον αβραhαμ, να περιγελαει τον ισαακ. και ειπε στον αβραhαμ: διωξε αυτη τη δουλη και τον γιο τησ· επειδη, δεν θα κληρονομησει ο γιοσ αυτησ τησ δουλησ μαζι με τον γιο μου, τον ισαακ. και το πραγμα φανηκε υπερβολικα σκληρο στα ματια του αβραhαμ, για τον γιο του. και ο θεοσ ειπε στον αβραhαμ: ασ μη φανει σκληρο στα ματια σου για το παιδι, και για τη δουλη σου· σε ολα οσα σου πει η σαρρα, να ακουσεισ τα λογια τησ· επειδη, στον ισαακ θα κληθει σπερμα σε σενα· και τον γιο τησ δουλησ θα τον καταστησω εθνοσ· επειδη, ειναι σπερμα σου. και αφου ο αβραhαμ σηκωθηκε ενωρισ το πρωι, πηρε ψωμια, και ενα ασκι με νερο, και τα εδωσε στην αγαρ, βαζοντασ τα επανω στον ωμο τησ· και το παιδι, και την εδιωξε. κι εκεινη, καθωσ αναχωρησε, περιπλανιοταν στην ερημο βηρ-σαβεε. και αφου τελειωσε το νερο απο το ασκι, ερριξε το παιδι κατω απο εναν θαμνο· και αφου ηρθε καθησε απεναντι, σε αποσταση μεχρι βολησ ενοσ τοξου· επειδη, ειπε: να μη δω τον θανατο του παιδιου. και καθησε απεναντι και υψωσε τη φωνη τησ, και εκλαψε. και ο θεοσ εισακουσε τη φωνη του παιδιου· και ενασ αγγελοσ του θεου φωναξε απο τον ουρανο στην αγαρ, και τησ ειπε: τι εχεισ, αγαρ; μη φοβασαι· επειδη, ο θεοσ ακουσε τη φωνη του παιδιου απο τον τοπο οπου βρισκεται· σηκω, παρε το παιδι, και κρατα το με το χερι σου· επειδη, θα το καταστησω μεγαλο εθνοσ. και ο θεοσ ανοιξε τα ματια τησ, και σαν ειδε ενα πηγαδι με νερο, πηγε και γεμισε το ασκι με νερο, και ποτισε το παιδι. και ο θεοσ ηταν μαζι με το παιδι, και μεγαλωσε, και κατοικησε στην ερημο και εγινε τοξοτησ. και κατοικησε στην ερημο φαραν· και η μητερα του πηρε σ' αυτον μια γυναικα απο τη γη τησ αιγυπτου. και κατα τον καιρο εκεινο ο αβιμελεχ, μαζι με τον φιχολ, τον αρχιστρατηγο τησ δυναμησ του, ειπε στον αβραhαμ, λεγοντασ: ο θεοσ ειναι μαζι σου σε ολα οσα κανεισ· τωρα, λοιπον, να μου ορκιστεισ στον θεο, εδω, οτι δεν θα φανεισ ψευτησ σε μενα ουτε στον γιο μου ουτε στα εγγονια μου· αλλα, συμφωνα με το ελεοσ που εκανα σε σενα θα κανεισ κι εσυ σε μενα, και στη γη οπου παροικησεσ. και ο αβραhαμ ειπε: εγω θα ορκιστω. και ο αβραhαμ ελεγξε τον αβιμελεχ για το πηγαδι του νερου, που αρπαξαν οι δουλοι του αβιμελεχ. και ο αβιμελεχ ειπε: δεν ξερω ποιοσ εκανε αυτο το πραγμα· ουτε κι εσυ μου το φανερωσεσ και ουτε εγω ακουσα γι' αυτο, παρα σημερα. και ο αβραhαμ παιρνοντασ προβατα, και βοδια, εδωσε στον αβιμελεχ· και εκαναν και οι δυο συνθηκη. και ο αβραhαμ εβαλε κατα μεροσ επτα θηλυκα αρνια του ποιμνιου. και ο αβιμελεχ ειπε στον αβραhαμ: τι ειναι τουτα τα επτα θηλυκα αρνια, που εβαλεσ κατα μεροσ; κι εκεινοσ ειπε: οτι αυτα τα επτα θηλυκα αρνια θα παρεισ απο το χερι μου, για να ειναι σε μενα ωσ μαρτυρια οτι εγω εσκαψα αυτο το πηγαδι. γι' αυτο, ονομασε εκεινο τον τοπο βηρ-σαβεε· επειδη, εκει ορκιστηκαν και οι δυο. και εκαναν συνθηκη στη βηρ-σαβεε. και σηκωθηκε ο αβιμελεχ, και ο φιχολ, ο αρχιστρατηγοσ τησ δυναμησ του, και επεστρεψαν στη γη των φιλισταιων. και ο αβραhαμ φυτεψε εναν δρυμο στη βηρ-σαβεε· και επικαλεστηκε εκει το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, του αιωνιου θεου. και ο αβραhαμ παροικησε στη γη των φιλισταιων πολλεσ ημερεσ.

22

και υστερα απο τα πραγματα αυτα, ο θεοσ δοκιμασε τον αβραhαμ, και του ειπε: αβραhαμ· κι εκεινοσ ειπε: εδω ειμαι. και ειπε: παρε τωρα τον γιο σου τον μονογενη, που αγαπησεσ, τον ισαακ, και πηγαινε στον τοπο μορια, και προσφερε τον εκει σε ολοκαυτωμα επανω σε ενα απο τα βουνα, που θα σου πω. και αφου ο αβραhαμ σηκωθηκε ενωρισ το πρωι, σαμαρωσε το γαιδουρι του, και πηρε μαζι του δυο απο τουσ δουλουσ του, και τον γιο του τον ισαακ· και αφου εσχισε ξυλα για την ολοκαυτωση, σηκωθηκε, και πηγε στον τοπο που του ειπε ο θεοσ. και την τριτη ημερα, υψωνοντασ τα ματια του ο αβραhαμ, ειδε τον τοπο απο μακρια. και ο αβραhαμ ειπε στουσ δουλουσ του: εσεισ καθηστε αυτου μαζι με το γαιδουρι· εγω δε και το παιδακι θα παμε μεχρισ εκει· και οταν προσκυνησουμε, θα επιστρεψουμε σε σασ. και αφου ο αβραhαμ πηρε τα ξυλα τησ ολοκαυτωσησ, τα εβαλε επανω στον ισαακ τον γιο του· και πηρε στο χερι του φωτια, και τη μαχαιρα, και πηγαιναν και οι δυο μαζι. τοτε, ο ισαακ μιλησε στον αβραhαμ τον πατερα του, και ειπε: πατερα μου. κι εκεινοσ ειπε: εδω ειμαι, παιδι μου. και ο ισαακ ειπε: να η φωτια και τα ξυλα· αλλα, που ειναι το προβατο για την ολοκαυτωση; και ο αβραhαμ ειπε: ο θεοσ, παιδι μου, θα προβλεψει για τον εαυτο του το προβατο για την ολοκαυτωση. και πορευονταν οι δυο μαζι. και αφου εφτασαν στον τοπο, που του ειχε πει ο θεοσ, ο αβραhαμ οικοδομησε εκει το θυσιαστηριο, και τακτοποιησε τα ξυλα, και αφου εδεσε τον ισαακ τον γιο του, τον εβαλε επανω στο θυσιαστηριο, επανω στα ξυλα· κι απλωνοντασ ο αβραhαμ το χερι του, πηρε τη μαχαιρα για να σφαξει τον γιο του. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του φωναξε απο τον ουρανο, και ειπε: αβραhαμ, αβραhαμ. κι εκεινοσ ειπε: εδω ειμαι. και ειπε: μη επιβαλεισ το χερι σου επανω στο παιδακι, και μη του κανεισ τιποτε· επειδη, τωρα γνωρισα οτι εσυ φοβασαι τον θεο, δεδομενου οτι δεν λυπηθηκεσ τον γιο σου τον μονογενη για μενα. και υψωνοντασ ο αβραhαμ τα ματια του, ειδε· και να, πισω του ηταν ενα κριαρι, που κρατιοταν απο τα κερατα του σε ενα πυκνοκλαδο φυτο· και αφου ηρθε ο αβραhαμ, πηρε το κριαρι, και το προσφερε σε ολοκαυτωμα, αντι του δικου του γιου. και ο αβραhαμ αποκαλεσε το ονομα εκεινου του τοπου ιεοβα-ιρε· οπωσ λεγεται και σημερα: στο βουνο αυτο θα εμφανιστει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φωναξε μια δευτερη φορα στον αβραhαμ απο τον ουρανο. και ειπε: ορκιστηκα στον εαυτο μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οτι, επειδη επραξεσ αυτο το πραγμα, και δεν λυπηθηκεσ τον γιο σου, τον μονογενη σου, οτι εξαπαντοσ θα σε ευλογησω, και εξαπαντοσ θα πληθυνω το σπερμα σου σαν τα αστερια του ουρανου, και σαν την αμμο που ειναι κοντα στο χειλοσ τησ θαλασσασ· και το σπερμα σου θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει τισ πυλεσ των εχθρων σου· και διαμεσου του σπερματοσ σου θα ευλογηθουν ολα τα εθνη τησ γησ, επειδη υπακουσεσ στη φωνη μου. και ο αβραhαμ επεστρεψε στουσ δουλουσ του· και αφου σηκωθηκαν, πηγαν μαζι στη βηρ-σαβεε· και ο αβραhαμ κατοικησε στη βηρ-σαβεε. και υστερα απο τα πραγματα αυτα, ανηγγειλαν στον αβραhαμ, λεγοντασ: δεσ, η μελχα γεννησε κι αυτη γιουσ στον ναχωρ τον αδελφο σου· τον πρωτοτοκο του τον ουζ και τον αδελφο του τον βουζ, και τον κεμουηλ τον πατερα του αραμ, και τον κεσεδ, και τον αζαυ, και τον φαλδεσ, και τον ιελδαφ, και τον βαθουηλ. και ο βαθουηλ γεννησε τη ρεβεκκα· αυτουσ τουσ οκτω γεννησε η μελχα στον ναχωρ τον αδελφο του αβραhαμ. και η παλλακη του, η ονομαζομενη ρευμα, γεννησε κι αυτη τον ταβεκ, και τον γααμ, και τον ταχασ, και τον μααχα.

23

και η σαρρα εζησε 127 χρονια· αυτα ειναι τα χρονια τησ ζωησ τησ σαρρασ. και η σαρρα πεθανε στην κιριαθ-αρβα· αυτη ειναι η χεβρων στη γη χανααν· και ο αβραhαμ ηρθε για να κλαψει τη σαρρα, και να την πενθησει. και αφου ο αβραhαμ σηκωθηκε μπροστα απο τον νεκρο του, μιλησε στουσ γιουσ του χετ, λεγοντασ: εγω ειμαι ξενοσ και παροικοσ, μεταξυ σασ· δωστε μου ενα κτημα ταφου αναμεσα σασ, για να θαψω τον νεκρο μου απο μπροστα μου. και οι γιοι του χετ αποκριθηκαν στον αβραhαμ, λεγοντασ του: ακουσε μασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου· εσυ εισαι μεταξυ μασ ηγεμονασ απο τον θεο· θαψε τον νεκρο σου στο εκλεκτοτερο απο τα μνηματα μασ· κανενασ απο μασ δεν θα σου αρνηθει το μνημα του, για να θαψεισ τον νεκρο σου. τοτε, αφου ο αβραhαμ σηκωθηκε, προσκυνησε προσ τον λαο του τοπου, προσ τουσ γιουσ του χετ· και μιλησε σ' αυτουσ, λεγοντασ: αν ευαρεστειται η ψυχη σασ να θαψω τον νεκρο μου απο μπροστα μου, ακουστε με, και μεσιτευστε για μενα στον εφρων, τον γιο του σωαρ, και ασ μου δωσει το σπηλαιο του, μαχπελαχ, εκεινο στην ακρη του χωραφιου του· ασ μου το δωσει σε πληρη τιμη, για κτημα ταφου αναμεσα σασ. και ο εφρων καθοταν αναμεσα στουσ γιουσ του χετ· και ο εφρων, ο χετταιοσ, αποκριθηκε στον αβραhαμ σε επηκοο των γιων του χετ, ολων εκεινων που εμπαιναν στην πυλη τησ πολησ του, λεγοντασ: οχι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, ακουσε με· σου δινω το χωραφι, σου δινω και το σπηλαιο, που ειναι μεσα στο χωραφι, παρουσια των γιων του λαου μου τα δινω σε σενα· θαψε τον νεκρο σου. και ο αβραhαμ προσκυνησε μπροστα στον λαο του τοπου· και ειπε στον εφρων σε επηκοο του λαου του τοπου, λεγοντασ: αν εσυ θελεισ, ακουσε με, παρακαλω· θα σου δωσω το ασημι για το χωραφι· παρ' το απο μενα, και θα θαψω τον νεκρο μου εκει. και ο εφρων αποκριθηκε στον αβραhαμ, λεγοντασ του: ακουσε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου: γη για 400 σικλουσ ασημι, τι ειναι αναμεσα σε μενα και σε σενα; θαψε, λοιπον, τον νεκρο σου. και ο αβραhαμ ακουσε τον εφρων· και ο αβραhαμ ζυγισε στον εφρων το ασημι, που ειπε σε επηκοο των γιων του χετ, 400 σικλουσ ασημι, δεκτο αναμεσα σε εμπορουσ. και το χωραφι του εφρων, που ηταν στη μαχπελαχ, μπροστα στη μαμβρη, το χωραφι και το σπηλαιο που βρισκοταν σ' αυτο, και ολα τα δεντρα που ησαν στο χωραφι και σε ολα τα ορια ολογυρα, ασφαλιστηκαν στον αβραhαμ για κτημα, μπροστα στουσ γιουσ του χετ, μπροστα σε ολουσ εκεινουσ που εμπαιναν στην πυλη τησ πολησ του. και υστερα απ' αυτα, ο αβραhαμ εθαψε τη γυναικα του τη σαρρα στο σπηλαιο του χωραφιου μαχπελαχ, μπροστα στη μαμβρη· αυτη ειναι η χεβρων στη γη χανααν. και το χωραφι, και το σπηλαιο που υπηρχε σ' αυτο, ασφαλιστηκαν στον αβραhαμ για κτημα ταφου απο τουσ γιουσ του χετ.

24

και ο αβραhαμ ηταν γεροντασ, προχωρημενοσ στην ηλικια· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευλογησε τον αβραhαμ σε ολα. και ο αβραhαμ ειπε στον δουλο του, τον γεροντοτερο του σπιτιου του, τον επιστατη σε ολα τα υπαρχοντα του: βαλε, παρακαλω, το χερι σου κατω απο τον μηρο μου· και θα σε ορκισω στον κυριο, τον θεο του ουρανου και τον θεο τησ γησ, οτι δεν θα παρεισ στον γιο μου γυναικα απο τισ θυγατερεσ των χαναναιων, αναμεσα στισ οποιεσ εγω κατοικω· αλλα, στον τοπο μου, και στη συγγενεια μου θα πασ, και θα παρεισ γυναικα στον γιο μου τον ισαακ. και ο δουλοσ του ειπε: ισωσ η γυναικα δεν θελησει να με ακολουθησει σε τουτη τη γη· πρεπει να φερω τον γιο σου στη γη απο την οποια βγηκεσ; και ο αβραhαμ του ειπε: προσεχε, μη φερεισ τον γιο μου εκει· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ουρανου, που με πηρε απο την οικογενεια του πατερα μου, και απο τη γη τησ γεννησησ μου, και μιλησε σε μενα, και ορκιστηκε σε μενα, λεγοντασ: στο σπερμα σου θα δωσω τουτη τη γη, αυτοσ θα αποστειλει τον αγγελο του μπροστα σου· και θα παρεισ γυναικα στον γιο μου απο εκει· και αν η γυναικα δεν θελει να σε ακολουθησει, τοτε θα εισαι ελευθεροσ απο τον ορκο μου αυτον· μονον, μη φερεισ τον γιο μου εκει. και ο δουλοσ εβαλε το χερι του κατω απο τον μηρο του αβραhαμ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του, και ορκιστηκε σ' αυτον για τουτο το πραγμα. και ο δουλοσ πηρε δεκα καμηλεσ απο τισ καμηλεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του, και αναχωρησε, φερνοντασ μαζι του απο ολα τα αγαθα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του· και αφου σηκωθηκε, πηγε στη μεσοποταμια, στην πολη του ναχωρ. και γονατισε τισ καμηλεσ εξω απο την πολη κοντα στο πηγαδι του νερου, προσ το δειλινο, οταν βγαινουν οι γυναικεσ για να αντλησουν νερο. και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, του αβραhαμ, δωσε μου, παρακαλω, σημερα ενα καλο συναντημα, και κανε ελεοσ στον κυριο μου, τον αβραhαμ· δεσ, εγω στεκομαι κοντα στην πηγη του νερου· και οι θυγατερεσ των κατοικων τησ πολησ βγαινουν για να αντλησουν νερο· και η κορη στην οποια θα πω: γυρε τη σταμνα σου, παρακαλω, για να πιω, κι αυτη θα πει: πιεσ, και θα ποτισω και τισ καμηλεσ σου, αυτη ασ ειναι εκεινη, την οποια ετοιμασεσ στον δουλο σου τον ισαακ· και απ' αυτο θα γνωρισω οτι εκανεσ ελεοσ στον κυριο μου. και πριν αυτοσ σταματησει να μιλαει, να, εβγαινε η ρεβεκκα, που γεννηθηκε στον βαθουηλ, τον γιο τησ μελχασ, τησ γυναικασ του ναχωρ, αδελφου του αβραhαμ, εχοντασ τη σταμνα τησ επανω στον ωμο τησ. και η κορη ηταν υπερβολικα ωραια στην οψη, παρθενα, και ανδρασ δεν την ειχε γνωρισει· αφου, λοιπον, κατεβηκε στην πηγη, γεμισε τη σταμνα τησ, κι ανεβαινε. και τρεχοντασ ο δουλοσ σε συναντηση τησ, ειπε: ποτισε με, παρακαλω, λιγο νερο απο τη σταμνα σου. κι εκεινη ειπε: πιεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου· και εσπευσε και κατεβασε τη σταμνα τησ επανω στον βραχιονα τησ, και τον ποτισε. και αφου επαυσε να τον ποτιζει, ειπε: και για τισ καμηλεσ σου θα αντλησω, μεχρισ οτου πιουν ολεσ. κι αμεσωσ αδειασε τη σταμνα τησ στην ποτιστρα, και ετρεξε ακομα στο πηγαδι για να αντλησει, και αντλησε για ολεσ τισ καμηλεσ του. και ο ανθρωποσ, ενω θαυμαζε γι' αυτη, σιωπουσε, για να γνωρισει αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατευοδωσε τον δρομο του η οχι. και αφου επαυσαν οι καμηλεσ να πινουν, ο ανθρωποσ πηρε χρυσα σκουλαρικια βαρουσ μισου σικλου, και δυο βραχιολια για τα χερια τησ, βαρουσ δεκα σικλων χρυσαφι· και ειπε: τινοσ θυγατερα εισαι εσυ; πεσ μου, παρακαλω· στο σπιτι του πατερα σου ειναι τοποσ για μασ, για καταλυμα; κι εκεινη του ειπε: ειμαι θυγατερα του βαθουηλ, του γιου τησ μελχασ, που γεννησε στον ναχωρ. του ειπε ακομα: υπαρχουν σε μασ και αχυρα, και πολλη τροφη, και τοποσ για καταλυμα. τοτε ο ανθρωποσ εκλινε και προσκυνησε τον κυριο· και ειπε: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, του αβραhαμ, ο οποιοσ δεν εγκατελειψε το ελεοσ του και την αληθεια του απο τον κυριο μου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με κατευοδωσε στην οικογενεια των αδελφων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου. και αφου η κορη ετρεξε, ανηγγειλε στην οικογενεια τησ μητερασ τησ αυτα τα πραγματα. και η ρεβεκκα ειχε εναν αδελφο, που ονομαζοταν λαβαν· και ο λαβαν ετρεξε στον ανθρωπο εξω στην πηγη, και καθωσ ειδε τα σκουλαρικια, και τα βραχιολια στα χερια τησ αδελφησ του, και καθωσ ακουσε τα λογια τησ ρεβεκκασ, τησ αδελφησ του, να λεει: ετσι μου μιλησε ο ανθρωποσ, ηρθε στον ανθρωπο· και να, στεκοταν κοντα στισ καμηλεσ διπλα στην πηγη. και ειπε: ελα μεσα, ευλογημενε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· γιατι στεκεσαι εξω; επειδη, εγω ετοιμασα το σπιτι, και τοπο για τισ καμηλεσ. και ο ανθρωποσ μπηκε στο σπιτι, κι εκεινοσ ξεφορτωσε τισ καμηλεσ, και εδωσε αχυρα και τροφη στισ καμηλεσ, και νερο για νιψιμο των ποδιων του, και των ποδιων των ανθρωπων εκεινων που ησαν μαζι του. και μπροστα του παρατεθηκε φαγητο· αυτοσ, ομωσ, ειπε: δεν θα φαω μεχρισ οτου μιλησω τον λογο μου. κι εκεινοσ ειπε: μιλησε. και ειπε: εγω ειμαι δουλοσ του αβραhαμ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευλογησε τον κυριο μου υπερβολικα, και εγινε μεγαλοσ· και εδωσε σ' αυτον προβατα, και βοδια, και ασημι, και χρυσαφι, και δουλουσ, και δουλεσ, και καμηλεσ, και γαιδουρια. και η σαρρα, η γυναικα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, γεννησε εναν γιο στον κυριο μου, αφου γερασε· και εδωσε σ' αυτον ολα οσα εχει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου με ορκισε, λεγοντασ: δεν θα παρεισ γυναικα στον γιο μου απο τισ θυγατερεσ των χαναναιων, στη γη των οποιων εγω κατοικω· αλλα θα πασ στην οικογενεια του πατερα μου, και στη συγγενεια μου, και θα παρεισ γυναικα στον γιο μου. και ειπα στον κυριο μου: ισωσ δεν θελησει η γυναικα να με ακολουθησει. κι εκεινοσ μου ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μπροστα στον οποιο περπατησα, θα αποστειλει τον αγγελο του μαζι σου, και θα κατευοδωσει τον δρομο σου και θα παρεισ γυναικα στον γιο μου απο τη συγγενεια μου, και απο την οικογενεια του πατερα μου· τοτε θα εισαι ελευθεροσ απο τον ορκισμο μου· οταν πασ στη συγγενεια μου, και δεν δωσουν σε σενα, τοτε θα εισαι ελευθεροσ απο τον ορκισμο μου. και καθωσ ηρθα σημερα στην πηγη, ειπα: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου αβραhαμ, κατευοδωσε, παρακαλω, τον δρομο μου, στον οποιο εγω πηγαινω· δεσ, εγω στεκομαι κοντα στην πηγη του νερου· και η κορη η οποια βγαινει για να αντλησει, και στην οποια θα πω: ποτισε με, παρακαλω, λιγο νερο απο τη σταμνα σου, κι αυτη μου πει: κι εσυ πιεσ, και για τισ καμηλεσ σου ακομα θα αντλησω, αυτη ασ ειναι η γυναικα, που ετοιμασε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τον γιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου. και πριν παψω να μιλαω μεσα στην καρδια μου, να, η ρεβεκκα εβγαινε, κρατωντασ τη σταμνα τησ επανω στον ωμο τησ· και κατεβηκε στην πηγη, και αντλησε· και τησ ειπα: ποτισε με, παρακαλω. κι εκεινη εσπευσε και κατεβασε τη σταμνα τησ απο επανω τησ, και ειπε: πιεσ, και θα ποτισω και τισ καμηλεσ σου· ηπια, λοιπον, και ποτισε και τισ καμηλεσ. και τη ρωτησα, και ειπα: τινοσ θυγατερα εισαι; κι εκεινη ειπε: θυγατερα του βαθουηλ, γιου του ναχωρ, που γεννησε σ' αυτον η μελχα· και εβαλα τα σκουλαρικια στο προσωπο τησ, και τα βραχιολια στα χερια τησ. και αφου εκλινα, προσκυνησα τον κυριο· και ευλογησα τον κυριο τον θεο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου αβραhαμ, που με κατευοδωσε στον αληθινο δρομο, για να παρω τη θυγατερα του αδελφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου στον γιο του. τωρα, λοιπον, αν θελετε να κανετε ελεοσ και αληθεια στον κυριο μου, πειτε μου· ειδεμη, πειτε μου, για να στραφω δεξια η αριστερα. και αφου αποκριθηκαν ο λαβαν και ο βαθουηλ, ειπαν: απο τον κυριο βγηκε το πραγμα· εμεισ δεν μπορουμε να σου πουμε κακο η καλο· να, η ρεβεκκα ειναι μπροστα σου· παρ' την και πηγαινε· και ασ ειναι γυναικα του γιου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου, καθωσ μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οταν ο δουλοσ του αβραhαμ ακουσε τα λογια τουσ, προσκυνησε μεχρισ εδαφουσ τον κυριο. και ο δουλοσ βγαζοντασ ασημενια σκευη και χρυσα σκευη, και ενδυματα, εδωσε στη ρεβεκκα· εδωσε ακομα δωρα στον αδελφο τησ, και στη μητερα τησ. και εφαγαν και ηπιαν, αυτοσ, και οι ανθρωποι που ησαν μαζι του, και διανυχτερευσαν· και αφου σηκωθηκαν το πρωι, ειπε: εξαποστειλτε με στον κυριο μου. και ο αδελφοσ τησ και η μητερα τησ ειπαν: ασ μεινει η κορη μαζι μασ μερικεσ ημερεσ, τουλαχιστον δεκα· επειτα θα φυγει. και τουσ ειπε: μη με κρατατε, επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατευοδωσε τον δρομο μου· εξαποστειλτε με να παω στον κυριο μου. κι εκεινοι ειπαν: ασ καλεσουμε την κορη, και ασ ρωτησουμε τη γνωμη τησ. και καλεσαν τη ρεβεκκα, και τησ ειπαν: πηγαινεισ με τουτο τον ανθρωπο; κι εκεινη ειπε: πηγαινω. και εξαπεστειλαν τη ρεβεκκα, την αδελφη τουσ, και την τροφο τησ, και τον δουλο του αβραhαμ, και τουσ ανθρωπουσ του. και ευλογησαν τη ρεβεκκα, και τησ ειπαν: αδελφη μασ εισαι, ειθε να γινεισ σε χιλιαδεσ μυριαδων, και το σπερμα σου να εξουσιασει τισ πυλεσ των εχθρων του! και η ρεβεκκα σηκωθηκε, και οι υπηρετριεσ τησ, και καθησαν επανω στισ καμηλεσ, και ακολουθησαν τον ανθρωπο· και ο δουλοσ πηρε τη ρεβεκκα, και αναχωρησε. και ο ισαακ επεστρεφε απο το πηγαδι λαχαι-ροι· επειδη, κατοικουσε στη γη τησ μεσημβριασ. και ο ισαακ βγηκε να προσευχηθει στην πεδιαδα κατα το δειλινο· και καθωσ υψωσε τα ματια του, ειδε, και να, ερχονταν καμηλεσ. και καθωσ η ρεβεκκα υψωσε τα ματια τησ, ειδε τον ισαακ, και πηδηξε απο την καμηλα. επειδη, ειχε πει στον δουλο: ποιοσ ειναι ο ανθρωποσ εκεινοσ που ερχεται μεσα απο την πεδιαδα σε συναντηση μασ; και ο δουλοσ ειχε πει: ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου. κι αυτη, παιρνοντασ την καλυπτρα, σκεπαστηκε. και διηγηθηκε ο δουλοσ στον ισαακ ολα οσα ειχε πραξει. και ο ισαακ την εφερε στη σκηνη τησ μητερασ του, τησ σαρρασ· και πηρε τη ρεβεκκα, και εγινε γυναικα του, και την αγαπησε· και παρηγορηθηκε ο ισαακ για τη μητερα του.

25

ο αβραhαμ, μαλιστα, πηρε και αλλη γυναικα, που ονομαζοταν χεττουρα. κι αυτη γεννησε σ' αυτον τον ζεμβρα, και τον ιοξαν, και τον μαδαν, και τον μαδιαμ, και τον ιεσβωκ, και τον σουα. και ο ιοξαν γεννησε τον σεβα, και τον δαιδαν· και οι γιοι του δαιδαν ησαν οι ασσουρειμ, και οι λετουσιειμ, και οι λαωμειμ. και οι γιοι του μαδιαμ ησαν ο γεφα, και ο εφερ, και ο ανωχ, και ο αβειδα, και ο ελδαγα· ολοι αυτοι ησαν γιοι τησ χεττουρασ. και ο αβραhαμ εδωσε ολα τα υπαρχοντα του στον ισαακ. στουσ γιουσ, ομωσ, των παλλακων του, ο αβραhαμ εδωσε χαρισματα, οταν ακομα ζουσε, και επιπλεον, τουσ εξαπεστειλε μακρυα απο τον γιο του τον ισαακ προσ τα ανατολικα, στη γη τησ ανατολησ. κι αυτα ειναι τα χρονια των ημερων τησ ζωησ του αβραhαμ, οσα εζησε, 175 χρονια. και αφου εξεπνευσε, ο αβραhαμ πεθανε σε καλα γηρατεια, γεροντασ, και γεματοσ απο χρονια· και προστεθηκε στον λαο του. και τον εθαψαν ο ισαακ και ο ισμαηλ, οι γιοι του, στο σπηλαιο μαχπελαχ, στο χωραφι του εφρων, του γιου του σωαρ του χετταιου, που ειναι απεναντι στη μαμβρη· στο χωραφι, που αγορασε ο αβραhαμ, απο τουσ γιουσ του χετ· εκει ταφηκε ο αβραhαμ, και η γυναικα του η σαρρα. και μετα τον θανατο του αβραhαμ, ο θεοσ ευλογησε τον γιο του τον ισαακ· και ο ισαακ κατοικησε κοντα στο πηγαδι λαχαι-ροι. κι αυτη ειναι η γενεαλογια του ισμαηλ του γιου του αβραhαμ, που γεννησε στον αβραhαμ η αιγυπτια, η αγαρ, η δουλη τησ σαρρασ· κι αυτα ειναι τα ονοματα των γιων του ισμαηλ, συμφωνα με τα ονοματα τουσ, στισ γενεεσ τουσ· πρωτοτοκοσ του ισμαηλ ηταν ο ναβαιωθ, επειτα ο κηδαρ, και ο αβδεηλ, και ο μιβσαμ, και ο μισμα, και ο δουμα, και ο μασσα, ο χαδδαρ, και ο θαιμα, ο ιετουρ, ο ναφισ, και ο κεδμα· αυτοι ειναι οι γιοι του ισμαηλ, κι αυτα ειναι τα ονοματα τουσ συμφωνα με τισ κωμοπολεισ τουσ, και συμφωνα με τισ κατοικιεσ τουσ· 12 αρχοντεσ συμφωνα με τα εθνη τουσ. κι αυτα ειναι τα χρονια τησ ζωησ του ισμαηλ, 137 χρονια· και αφου εξεπνευσε πεθανε, και προστεθηκε στον λαο του. και κατοικησε απο την αβιλα μεχρι τη σουρ, που ειναι απεναντι απο την αιγυπτο, καθωσ πηγαινει κανεισ στην ασσυρια· ο ισμαηλ κατοικησε μπροστα σε ολα τ' αδελφια του. κι αυτη ειναι η γενεαλογια του ισαακ, του γιου του αβραhαμ· ο αβραhαμ γεννησε τον ισαακ· και ο ισαακ ηταν 40 χρονων, οταν πηρε για τον εαυτο του γυναικα τη ρεβεκκα, τη θυγατερα του βαθουηλ, του συριου, απο την παδαν-αραμ, αδελφη του λαβαν του συριου. και ο ισαακ προσευχοταν στον κυριο για τη γυναικα του, επειδη ηταν στειρα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον εισακουσε, και η ρεβεκκα, η γυναικα του, συνελαβε. και τα παιδια συγκρουονταν μεσα τησ· και ειπε: αν ετσι προκειται να γινει, γιατι εγω να συλλαβω; και πηγε να ρωτησει τον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ ειπε: δυο εθνη ειναι στην κοιλια σου· και δυο λαοι θα διαχωριστουν απο τα σπλαχνα σου· και ο ενασ λαοσ θα ειναι δυνατοτεροσ απο τον αλλο λαο· και ο μεγαλυτεροσ θα δουλεψει στον μικροτερο. και οταν συμπληρωθηκαν οι ημερεσ τησ για να γεννησει, να, στην κοιλια τησ ησαν διδυμα. και ο πρωτοσ βγηκε κοκκινοσ, και ηταν ολοκληροσ δασυτριχοσ σαν δερμα· και αποκαλεσαν το ονομα του ησαυ. και επειτα βγηκε ο αδελφοσ του· και το χερι του κρατουσε τη φτερνα του ησαυ· γι' αυτο ονομαστηκε ιακωβ· και ο ισαακ ηταν 60 χρονων, οταν τουσ γεννησε. και μεγαλωσαν τα παιδια· και ο μεν ησαυ εγινε ανθρωποσ εμπειροσ στο κυνηγι, ενασ ανθρωποσ του χωραφιου· ο δε ιακωβ, ενασ ανθρωποσ απλοσ, που κατοικουσε σε σκηνεσ. και ο μεν ισαακ αγαπουσε τον ησαυ, επειδη το κυνηγι ηταν σ' αυτον τροφη· ενω η ρεβεκκα αγαπουσε τον ιακωβ. και ο ιακωβ μαγειρευε ενα μαγειρεμα· και ο ησαυ ηρθε απο το χωραφι, και ηταν αποκαμωμενοσ· και ο ησαυ ειπε στον ιακωβ: δωσε μου, παρακαλω, να φαω, απο το κοκκινο, τουτο το κοκκινο, επειδη ειμαι αποκαμωμενοσ· γι' αυτο, αποκαλεσαν το ονομα του εδωμ. και ο ιακωβ ειπε: πουλησε μου σημερα τα πρωτοτοκια σου. και ο ησαυ ειπε: δεσ, εγω παω να πεθανω, και σε τι με ωφελουν αυτα τα πρωτοτοκια; και ο ιακωβ ειπε: να μου ορκιστεισ σημερα· και του ορκιστηκε· και πουλησε τα πρωτοτοκια του στον ιακωβ. τοτε, ο ιακωβ εδωσε στον ησαυ ψωμι, και μαγειρεμα τησ φακησ· και εφαγε και ηπιε, και αφου σηκωθηκε αναχωρησε· ετσι ο ησαυ καταφρονησε τα πρωτοτοκια του.

26

και εγινε πεινα στη γη, εκτοσ τησ προηγουμενησ πεινασ, που ειχε γινει στισ ημερεσ του αβραhαμ. και ο ισαακ πηγε στον αβιμελεχ, τον βασιλια των φιλισταιων, στα γεραρα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε σ' αυτον, και ειπε: μη κατεβεισ στην αιγυπτο· να κατοικησεισ στη γη, που θα σου πω· να παροικεισ σε τουτη τη γη, κι εγω θα ειμαι μαζι σου, και θα σε ευλογησω· επειδη, σε σενα και στο σπερμα σου θα δωσω ολουσ αυτουσ τουσ τοπουσ· και θα εκπληρωσω τον ορκο, που ορκιστηκα στον αβραhαμ τον πατερα σου· και θα πληθυνω το σπερμα σου σαν τα αστερια του ουρανου, και θα δωσω στο σπερμα σου ολουσ αυτουσ τουσ τοπουσ, και διαμεσου του σπερματοσ σου θα ευλογηθουν ολα τα εθνη τησ γησ· επειδη, ο αβραhαμ υπακουσε στη φωνη μου, και φυλαξε τα προσταγματα μου, τισ εντολεσ μου, τα διαταγματα μου, και τουσ νομουσ μου. και ο ισαακ κατοικησε στα γεραρα. και οι ανδρεσ του τοπου ρωτησαν για τη γυναικα του· και ειπε: ειναι αδελφη μου· επειδη, φοβηθηκε να πει: ειναι γυναικα μου· λεγοντασ, μηπωσ με φονευσουν οι ανδρεσ του τοπου εξαιτιασ τησ ρεβεκκασ· επειδη, ηταν ωραια στην οψη. και αφου παρεμεινε εκει πολλεσ ημερεσ, ο βασιλιασ των φιλισταιων, ο αβιμελεχ, καθωσ εσκυψε απο τη θυριδα, ειδε, και να, ο ισαακ επαιζε με τη ρεβεκκα τη γυναικα του. και ο αβιμελεχ καλεσε τον ισαακ, και ειπε: δεσ, σιγουρα γυναικα σου ειναι αυτη· γιατι, λοιπον, ειπεσ: ειναι αδελφη μου; και ο ισαακ του ειπε: επειδη, ειπα: μηπωσ πεθανω εξαιτιασ τησ. και ο αβιμελεχ ειπε: τι ειναι αυτο που μασ εκανεσ; παρ' ολιγο θα κοιμοταν καποιοσ απο τον λαο με τη γυναικα σου, και θα εφερνεσ επανω μασ ανομια. και ο αβιμελεχ προσταξε σε ολοκληρο τον λαο, λεγοντασ: οποιοσ αγγιξει τον ανθρωπο αυτον η τη γυναικα του, θα θανατωθει οπωσδηποτε. και ο ισαακ εσπειρε στη γη εκεινη, και μαζεψε εκεινο τον χρονο εκατονταπλασια· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον ευλογησε. και ο ανθρωποσ μεγαλυνοταν, και συνεχιζε να αυξανει, μεχρισ οτου εγινε υπερβολικα μεγαλοσ· και απεκτησε προβατα, και βοδια, και πολλουσ δουλουσ· ομωσ, οι φιλισταιοι τον φθονησαν. και ολα τα πηγαδια, που εσκαψαν οι δουλοι του πατερα του στισ ημερεσ του αβραhαμ του πατερα του, οι φιλισταιοι τα εφραξαν, και τα γεμισαν με χωμα. και ο αβιμελεχ ειπε στον ισαακ: φυγε απο μασ, επειδη εγινεσ υπερβολικα δυνατοτεροσ μασ. και ο ισαακ αναχωρησε απο εκει, και εστησε τη σκηνη του στην κοιλαδα των γεραρων, και κατοικησε εκει. και ο ισαακ ανοιξε παλι τα πηγαδια του νερου, τα οποια ειχαν σκαψει στισ ημερεσ του αβραhαμ του πατερα του, και οι φιλισταιοι τα ειχαν φραξει μετα τον θανατο του αβραhαμ· και τα ονομασε συμφωνα με τα ονοματα, με τα οποια ο πατερασ του τα ειχε ονομασει. και οι δουλοι του ισαακ εσκαψαν στην κοιλαδα, και βρηκαν εκει ενα πηγαδι με τρεχουμενο νερο. και οι βοσκοι των γεραρων λογομαχησαν με τουσ βοσκουσ του ισαακ, λεγοντασ: δικο μασ ειναι το νερο· και ονομασε το πηγαδι εσεκ· επειδη, φιλονικησαν μαζι του. και εσκαψαν ενα αλλο πηγαδι, και λογομαχησαν και για τουτο· γι' αυτο, το ονομασε σιτνα. και αφου μετοικησε απο εκει, εσκαψε ενα αλλο πηγαδι, αλλα γι' αυτο δεν λογομαχησαν· και το ονομασε ρεχωβωθ, λεγοντασ: επειδη, τωρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ πλατυνε, και μασ αυξησε επανω στη γη. και απο εκει ανεβηκε στη βηρ-σαβεε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε σ' αυτον εκεινη τη νυχτα, και ειπε: εγω ειμαι ο θεοσ του αβραhαμ του πατερα σου· μη φοβασαι, επειδη εγω ειμαι μαζι σου, και θα σε ευλογησω, και θα πληθυνω το σπερμα σου, εξαιτιασ του αβραhαμ, του δουλου μου. και εκει οικοδομησε θυσιαστηριο, και επικαλεστηκε το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και εστησε εκει τη σκηνη του· και εκει οι δουλοι του ισαακ εσκαψαν ενα πηγαδι. τοτε, ο αβιμελεχ πηγε σ' αυτον απο τα γεραρα, και ο οχοζαθ ο οικειοσ του, και ο φιχολ ο αρχιστρατηγοσ τησ δυναμησ του. και ο ισαακ ειπε σ' αυτουσ: γιατι ηρθατε σε μενα, αφου εσεισ με μισησατε και με διωξατε απο κοντα σασ; και ειπαν: ειδαμε φανερα οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι σου, και ειπαμε: ασ γινει τωρα ορκοσ αναμεταξυ μασ, αναμεσα σε μασ και σε σενα, κι ασ κανουμε συνθηκη μαζι σου, οτι δεν θα κανεισ σε μασ κακο, καθωσ εμεισ δεν σε αγγιξαμε, και καθωσ μονον καλο πραξαμε σε σενα, και σε εξαποστειλαμε ειρηνικα· τωρα, εσυ εισαι ευλογημενοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εκανε σ' αυτουσ συμποσιο· και εφαγαν και ηπιαν. και σηκωθηκαν ενωρισ το πρωι, και ορκιστηκε ο ενασ στον αλλον· τοτε, ο ισαακ τουσ εξαπεστειλε, και εφυγαν απ' αυτον ειρηνικα. κι εκεινη την ημερα, ηρθαν οι δουλοι του ισαακ, και του ανηγγειλαν για το πηγαδι που εσκαψαν, και του ειπαν: βρηκαμε νερο. και το ονομασαν σαβεε· γι' αυτο, το ονομα τησ πολησ ειναι μεχρι σημερα βηρ-σαβεε. και ο ησαυ ηταν 40 χρονων, οταν πηρε για γυναικα την ιουδιθ, τη θυγατερα του βεηρι, του χετταιου, και τη βασεμαθ, τη θυγατερα του αιλων, του χετταιου· κι αυτεσ ησαν πικρια ψυχησ στον ισαακ και στη ρεβεκκα.

27

και αφου ο ισαακ γερασε, και τα ματια του αμβλυνθηκαν, ωστε δεν εβλεπε, καλεσε τον ησαυ, τον μεγαλυτερο γιο του, και του ειπε: γιε μου. κι αυτοσ του ειπε: εδω ειμαι. κι εκεινοσ ειπε: δεσ τωρα, εγω γερασα· δεν γνωριζω την ημερα του θανατου μου· παρε, λοιπον, παρακαλω τα οπλα σου, τη φαρετρα σου και το τοξο σου, και βγεσ στην πεδιαδα, και κυνηγυσε για μενα ενα κυνηγι· και κανε μου νοστιμα φαγητα, καθωσ μου αρεσουν, και φερε μου να φαω για να σε ευλογησει η ψυχη μου πριν πεθανω. και η ρεβεκκα ακουσε καθωσ ο ισαακ μιλουσε στον γιο του τον ησαυ. και ησαυ πηγε στην πεδιαδα για να κυνηγησει ενα κυνηγι, και να το φερει. και η ρεβεκκα μιλησε στον γιο τησ τον ιακωβ, λεγοντασ: δεσ, εγω ακουσα τον πατερα σου να μιλαει στον αδελφο σου τον ησαυ, και να λεει: φερε μου κυνηγι, και κανε μου νοστιμα φαγητα για να φαω, και να σε ευλογησω μπροστα στον κυριο πριν πεθανω. τωρα, λοιπον, γιε μου, να ακουσεισ τη φωνη μου σε οσα εγω σου παραγγελλω· πηγαινε, τωρα, στο κοπαδι και παρε μου απο εκει δυο καλα κατσικακια· για να τα κανω νοστιμα φαγητα για τον πατερα σου, καθωσ του αρεσουν· και θα τα φερεισ στον πατερα σου να φαει, για να σε ευλογησει πριν πεθανει. και ο ιακωβ ειπε στη ρεβεκκα τη μητερα του: δεσ, ο ησαυ ο αδελφοσ μου ειναι ανδρασ δασυτριχοσ, ενω εγω ειμαι ανδρασ ατριχοσ· ισωσ ο πατερασ μου με ψηλαφησει, και θα φανω σ' αυτον ωσ απατεωνασ και θα επισυρω επανω μου καταρα και οχι ευλογια. και η μητερα του ειπε σ' αυτον: επανω μου η καταρα σου, παιδι μου· μονον υπακουσε στη φωνη μου, και πηγαινε, φερ' τα σε μενα. και πηγε, και πηρε, και τα εφερε στη μητερα του· και η μητερα του εκανε νοστιμα φαγητα, οπωσ αρεσαν στον πατερα του. και παιρνοντασ η ρεβεκκα τα καλυτερα ενδυματα του μεγαλυτερου γιου τησ του ησαυ, που ειχε στο σπιτι, εντυσε μ' αυτα τον ιακωβ, τον νεοτερο γιο τησ· και με τα δερματα απο τα κατσικακια σκεπασε τα χερια του, και τα γυμνα μερη του λαιμου του· και εδωσε στα χερια του γιου τησ του ιακωβ τα νοστιμα φαγητα, και το ψωμι, που ετοιμασε. και ηρθε στον πατερα του, και ειπε: πατερα μου. κι εκεινοσ ειπε: εδω ειμαι· ποιοσ εισαι παιδι μου; και ο ιακωβ ειπε στον πατερα του: εγω ειμαι ο ησαυ, ο πρωτοτοκοσ σου· εκανα καθωσ μου ειπεσ, σηκω, λοιπον, καθησε και φαε απο το κυνηγι μου, για να με ευλογησει η ψυχη σου. και ο ισαακ ειπε στον γιο του: πωσ εγινε αυτο παιδι μου, οτι το βρηκεσ τοσο γρηγορα; κι εκεινοσ ειπε: επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου το εφερε μπροστα μου. και ο ισαακ ειπε στον ιακωβ: πλησιασε παιδι μου, για να σε ψηλαφησω, αν εισαι εσυ αυτοσ ο γιοσ μου ο ησαυ η οχι. και ο ιακωβ πλησιασε στον ισαακ τον πατερα του· κι εκεινοσ τον ψηλαφησε και ειπε: η μεν φωνη ειναι φωνη του ιακωβ, τα χερια ομωσ ειναι χερια του ησαυ. και δεν τον γνωρισε, επειδη τα χερια του ησαν σαν τα χερια του αδελφου του, του ησαυ, δασυτριχα· και τον ευλογησε. και ειπε: εσυ εισαι ο ιδιοσ ο γιοσ μου ο ησαυ; κι εκεινοσ ειπε: εγω. και ειπε: φερε κοντα μου, και θα φαω απο το κυνηγι του γιου μου, για να σε ευλογησει η ψυχη μου. και εφερε κοντα του, και εφαγε· και εφερε σ' αυτον κρασι, και ηπιε. και ο ισαακ ο πατερασ του ειπε σ' αυτον: πλησιασε τωρα, και φιλησε με, παιδι μου. και πλησιασε, και τον φιλησε· και οσφρανθηκε την οσμη των ενδυματων του και τον ευλογησε και ειπε: να, η οσμη του γιου μου ειναι σαν οσμη πεδιαδασ, που την ευλογησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· λοιπον, ο θεοσ να σου δωσει απο τη δροσο του ουρανου, και απο το παχοσ τησ γησ, και αφθονια σιταριου και κρασιου· λαοι να σε δουλεψουν, και εθνη να σε προσκυνησουν· να εισαι κυριοσ των αδελφων σου, και οι γιοι τησ μητερασ σου να σε προσκυνησουν· καταραμενοσ οποιοσ σε καταριεται και ευλογημενοσ οποιοσ σε ευλογει! και καθωσ ο ισαακ επαυσε να ευλογει τον ιακωβ, μολισ ο ιακωβ ειχε φυγει μπροστα απο τον πατερα του τον ισαακ, τοτε ηρθε ο ησαυ, ο αδελφοσ του, απο το κυνηγι του. και εκανε κι αυτοσ νοστιμα φαγητα, και τα εφερε στον πατερα του· και ειπε στον πατερα του: ασ σηκωθει ο πατερασ μου κι ασ φαει απο το κυνηγι του γιου του, για να με ευλογησει η ψυχη σου. και ο πατερασ του ο ισαακ ειπε σ' αυτον: ποιοσ εισαι; κι εκεινοσ ειπε: ειμαι ο γιοσ σου, ο πρωτοτοκοσ σου, ο ησαυ. και ο ισαακ εκπλαγηκε με υπερβολικα μεγαλη εκπληξη, και ειπε: ποιοσ ειναι, λοιπον, εκεινοσ, που κυνηγησε ενα κυνηγι και μου εφερε, και εφαγα απ' ολα πριν μπεισ μεσα, και τον ευλογησα; και θα ειναι ευλογημενοσ. οταν ο ησαυ ακουσε τα λογια του πατερα του, εβγαλε μια κραυγη μεγαλη και πικρη σε υπερβολικο βαθμο· και ειπε στον πατερα του: ευλογησε και μενα, πατερα μου. κι εκεινοσ ειπε: ηρθε ο αδελφοσ σου με δολο, και πηρε την ευλογια σου. και ο ησαυ ειπε: δικαιολογημενα αποκληθηκε το ονομα του ιακωβ, επειδη, τωρα για δευτερη φορα με υποσκελισε· πηρε τα πρωτοτοκια μου, και να, τωρα πηρε και την ευλογια μου. και ειπε: δεν φυλαξεσ για μενα ευλογια; και ο ισαακ αποκριθηκε, και ειπε στον ησαυ: δεσ, τον εκανα κυριο σου, και ολουσ τουσ αδελφουσ του τουσ εκανα δουλουσ του, και τον στηριξα με σιταρι και κρασι· και τι να κανω, λοιπον, σε σενα, παιδι μου; και ο ησαυ ειπε, στον πατερα του: μηπωσ μονον αυτη την ευλογια εχεισ, πατερα μου; ευλογησε με και μενα, πατερα μου. και υψωσε ο ησαυ τη φωνη του και εκλαψε. και αποκριθηκε ο πατερασ του, ο ισαακ, και του ειπε: δεσ, η κατοικηση σου θα ειναι στο παχοσ τησ γησ, και στη δροσο του ουρανου απο επανω· και με το μαχαιρι σου θα ζεισ, και στον αδελφο σου θα δουλεψεισ. οταν, ομωσ, υπερισχυσεισ, θα συντριψεισ τον ζυγο του απο τον τραχηλο σου. και ο ησαυ μισουσε τον ιακωβ, για την ευλογια με την οποια τον ευλογησε ο πατερασ του· και ο ησαυ ειπε στην καρδια του: πλησιαζουν οι ημερεσ του πενθουσ του πατερα μου· τοτε, θα φονευσω τον αδελφο μου τον ιακωβ. και αναγγελθηκαν στη ρεβεκκα τα λογια του ησαυ, του μεγαλυτερου γιου τησ· και αφου εστειλε, καλεσε τον ιακωβ, τον νεοτερο γιο τησ, και του ειπε: δεσ, ο ησαυ ο αδελφοσ σου παρηγορει τον εαυτο του εναντιον σου, οτι θα σε φονευσει· τωρα, λοιπον, παιδι μου, ακουσε τη φωνη μου· και αφου σηκωθεισ, φυγε προσ τον αδελφο μου τον λαβαν στη χαρραν· και κατοικησε μαζι του μερικεσ ημερεσ, μεχρισ οτου περασει ο θυμοσ του αδελφου σου· μεχρισ οτου παυσει η οργη του αδελφου σου εναντιον σου, και λησμονησει τα οσα του εκανεσ· τοτε, θα στειλω και θα σε φερω απο εκει· γιατι να σασ στερηθω και τουσ δυο σε μια ημερα; και η ρεβεκκα ειπε στον ισαακ: αηδιασα τη ζωη μου εξαιτιασ των θυγατερων του χετ· αν ο ιακωβ παρει γυναικα απο τισ θυγατερεσ του χετ, οπωσ ειναι αυτεσ, απο τισ θυγατερεσ αυτησ τησ γησ, τι με ωφελει να ζω;

28

και αφου ο ισαακ προσκαλεσε τον ιακωβ, τον ευλογησε και του παρηγγειλε, λεγοντασ: δεν θα παρεισ γυναικα απο τισ θυγατερεσ τησ χανααν· και αφου σηκωθεισ, πηγαινε στην παδαν-αραμ, στο σπιτι του βαθουηλ, του πατερα τησ μητερασ σου· και απο εκει παρε γυναικα για σενα, απο τισ θυγατερεσ του λαβαν, του αδελφου τησ μητερασ σου· και ο θεοσ ο παντοδυναμοσ να σε ευλογησει, και να σε αυξησει, και να σε πληθυνει, ωστε να γινεισ σε πληθοσ απο λαουσ· και να σου δωσει την ευλογια του αβραhαμ, σε σενα, και στο σπερμα σου υστερα απο σενα, για να κληρονομησεισ τη γη τησ παροικησησ σου, που ο θεοσ εδωσε στον αβραhαμ. και ο ισαακ εξαπεστειλε τον ιακωβ· και πηγε στην παδαν-αραμ στον λαβαν, τον γιο του βαθουηλ του συριου, τον αδελφο τησ ρεβεκκασ, τησ μητερασ του ιακωβ και του ησαυ. και βλεποντασ ο ησαυ οτι ο ισαακ ευλογησε τον ιακωβ, και τον εξαπεστειλε στην παδαν-αραμ, για να παρει για τον εαυτο του γυναικα απο εκει, και οτι, ενω τον ευλογουσε, του παρηγγειλε, λεγοντασ: δεν θα παρεισ γυναικα απο τισ θυγατερεσ τη χανααν· και οτι ο ιακωβ υπακουσε στον πατερα του και τη μητερα του, και πηγε στην παδαν-αραμ· και βλεποντασ ο ησαυ οτι οι θυγατερεσ τη χανααν ειναι μισητεσ στα ματια του ισαακ, του πατερα του, ο ησαυ πηγε στον ισμαηλ, και εκτοσ των αλλων γυναικων του πηρε για τον εαυτο του γυναικα τη μαελεθ, θυγατερα του ισμαηλ του γιου του αβραhαμ, την αδελφη του ναβαιωθ. και ο ιακωβ βγηκε απο τη βηρ-σαβεε, και πηγε στη χαρραν. και εφτασε σε καποιον τοπο, και διανυχτερευσε εκει, επειδη ειχε δυσει ο ηλιοσ· και πηρε απο τισ πετρεσ του τοπου, και εβαλε για προσκεφαλι του, και κοιμηθηκε σ' εκεινο τον τοπο. και ειδε ενα ονειρο, και να, μια σκαλα στηριγμενη στη γη, που η κορυφη τησ εφτανε στον ουρανο· και να, οι αγγελοι του θεου ανεβαιναν και κατεβαιναν επανω σ' αυτη. και να, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στεκοταν επανω απ' αυτη, και ειπε: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του αβραhαμ του πατερα σου, και ο θεοσ του ισαακ· τη γη, επανω στην οποια κοιμασαι, σε σενα θα τη δωσω, και στο σπερμα σου· και το σπερμα σου θα ειναι οπωσ η αμμοσ τησ γησ, και θα απλωθεισ προσ τη δυση, και προσ την ανατολη, και προσ τον βορρα και προσ τον νοτο· και θα ευλογηθουν μεσα απο σενα, και απο το σπερμα σου, ολεσ οι φυλεσ τησ γησ· και δεσ, εγω ειμαι μαζι σου, και θα σε διαφυλαττω παντου, οπου κι αν πασ, και θα σε επαναφερω σε τουτη τη γη· επειδη, δεν θα σε εγκαταλειψω, μεχρισ οτου κανω οσα μιλησα σε σενα. και οταν ο ιακωβ σηκωθηκε απο τον υπνο του, ειπε: βεβαια, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι σε τουτο τον τοπο, κι εγω δεν ηξερα. και φοβηθηκε, και ειπε: ποσο φοβεροσ ειναι αυτοσ ο τοποσ! τουτο δεν ειναι παρα οικοσ του θεου, κι αυτη η πυλη του ουρανου. και ο ιακωβ, αφου σηκωθηκε ενωρισ το πρωι, πηρε την πετρα, που ειχε βαλει για προσκεφαλι του, και την εστησε για στηλη, και εχυσε λαδι επανω στην κορυφη τησ. και αποκαλεσε το ονομα εκεινου του τοπου, βαιθηλ· και το ονομα τησ πολησ εκεινησ ηταν αλλοτε λουζ. και ο ιακωβ ευχηθηκε μια ευχη, λεγοντασ: αν ο θεοσ ειναι μαζι μου, και με διαφυλαξει σ' αυτο τον δρομο στον οποιο πηγαινω, και μου δωσει ψωμι να φαω, και ενδυμα για να ντυθω, και επιστρεψω ειρηνικα στο σπιτι του πατερα μου, τοτε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι ο θεοσ μου· κι αυτη η πετρα, που εστησα για στηλη, θα ειναι οικοσ του θεου· και απο ολα οσα μου δωσεισ, το δεκατο θα το προσφερω σε σενα.

29

και ο ιακωβ κινησε, και πηγε στη γη των κατοικων τησ ανατολησ. και ειδε, και να ενα πηγαδι στην πεδιαδα· και να, υπηρχαν εκει τρια κοπαδια προβατων, που αναπαυονταν κοντα του, επειδη απο εκεινο το πηγαδι ποτιζαν τα κοπαδια· και υπηρχε μια μεγαλη πετρα επανω στο στομιο του πηγαδιου. και οταν μαζευονταν εκει ολα τα κοπαδια, αποκυλουσαν την πετρα απο το στομιο του πηγαδιου, και ποτιζαν τα κοπαδια· επειτα, εβαζαν ξανα την πετρα επανω στο στομιο του πηγαδιου, στον τοπο τησ. και ο ιακωβ ειπε σ' αυτουσ: αδελφοι, απο που ειστε; κι εκεινοι ειπαν: ειμαστε απο τη χαρραν. και τουσ ειπε: γνωριζετε τον λαβαν, τον γιο του ναχωρ; κι εκεινοι ειπαν: τον γνωριζουμε. και τουσ ειπε: υγιαινει; κι εκεινοι ειπαν: υγιαινει· και, δεσ, η ραχηλ η κορη του ερχεται μαζι με τα προβατα. και ειπε: να, μενει ακομα αρκετο μεροσ τησ ημερασ, δεν ειναι ωρα να αποσυρθουν τα κτηνη· ποτιστε τα προβατα, και πηγαινετε να τα βοσκησετε. κι εκεινοι ειπαν: δεν μπορουμε, μεχρισ οτου μαζευτουν ολα τα κοπαδια, και να αποκυλισουν την πετρα απο το στομιο του πηγαδιου· τοτε ποτιζουμε τα προβατα. κι ενω μιλουσε ακομα σ' αυτουσ, ηρθε η ραχηλ μαζι με τα προβατα του πατερα τησ· επειδη, αυτη τα εβοσκε. και καθωσ ο ιακωβ ειδε τη ραχηλ, τη θυγατερα του λαβαν του αδελφου τησ μητερασ του, και τα προβατα του λαβαν του αδελφου τησ μητερασ του, πλησιασε ο ιακωβ, και αποκυλισε την πετρα απο το στομιο του πηγαδιου, και ποτισε τα προβατα του λαβαν, του αδελφου τησ μητερασ του. και ο ιακωβ φιλησε τη ραχηλ, και υψωνοντασ τη φωνη του, εκλαψε. και ο ιακωβ ανηγγειλε στη ραχηλ, οτι ειναι αδελφοσ του πατερα τησ, και οτι ειναι γιοσ τησ ρεβεκκασ· κι εκεινη τρεχοντασ ανηγγειλε το πραγμα στον πατερα τησ. και καθωσ ο λαβαν ακουσε το ονομα του ιακωβ, του γιου τησ αδελφησ του, ετρεξε σε συναντηση του· και αφου τον εναγκαλιστηκε, τον φιλησε και τον εφερε στο σπιτι του· και ο ιακωβ διηγηθηκε στον λαβαν ολα οσα ειχαν γινει. και ειπε σ' αυτον ο λαβαν: βεβαια, κοκαλο μου και σαρκα μου εισαι. και κατοικησε μαζι του εναν μηνα. και ο λαβαν ειπε στον ιακωβ: επειδη, εισαι αδελφοσ μου, γι' αυτο θα δουλευεισ σε μενα δωρεαν; πεσ μου, ποιοσ θα ειναι ο μισθοσ σου; και ο λαβαν ειχε δυο θυγατερεσ· το ονομα τησ μεγαλυτερησ ηταν λεια, και το ονομα τησ μικροτερησ ραχηλ. τησ λειασ, ομωσ, τα ματια ησαν ασθενικα· και η ραχηλ ηταν ωραια σε παραστημα και ομορφη στην οψη. και ο ιακωβ αγαπησε τη ραχηλ· και ειπε: θα δουλευω σε σενα επτα χρονια για τη ραχηλ, τη μικροτερη θυγατερα σου. και ο λαβαν ειπε: καλυτερα να τη δωσω σε σενα, παρα να τη δωσω σε αλλον ανδρα· κατοικησε μαζι μου. και ο ιακωβ δουλεψε για τη ραχηλ επτα χρονια· και του φαινονταν σαν λιγεσ ημερεσ, εξαιτιασ τησ αγαπησ του γι' αυτην. και ο ιακωβ ειπε στον λαβαν: δωσε μου τη γυναικα μου, επειδη εκπληρωθηκαν οι ημερεσ μου, για να μπω μεσα σ' αυτη. και ο λαβαν συγκεντρωσε ολουσ τουσ ανθρωπουσ του τοπου, και εκανε συμποσιο. και το βραδυ, παιρνοντασ τη λεια τη θυγατερα του, την εφερε σ' αυτον· και μπηκε μεσα σ' αυτη. και ο λαβαν εδωσε στη θυγατερα του τη λεια, για υπηρετρια τησ, τη ζελφα την υπηρετρια του. και το πρωι, να, αυτη ηταν η λεια· και ειπε στον λαβαν: τι ειναι τουτο που εκανεσ σε μενα; δεν δουλεψα σε σενα για τη ραχηλ; και γιατι με εξαπατησεσ; και ο λαβαν ειπε: δεν γινεται ετσι στον τοπο μασ, να δινεται η μικροτερη πριν απο τη μεγαλυτερη· εκπληρωσε την εβδομαδα τησ, και θα σου δωσω κι αυτη, αντι τησ εργασιασ την οποια θα κανεισ σε μενα ακομα επτα χρονια. και ο ιακωβ εκανε ετσι και εξεπληρωσε την εβδομαδα τησ· και του εδωσε τη ραχηλ τη θυγατερα του για γυναικα. και ο λαβαν εδωσε στη θυγατερα του τη ραχηλ, για υπηρετρια τησ, τη βαλλαν, την υπηρετρια του. και ο ιακωβ μπηκε και στη ραχηλ· και αγαπησε τη ραχηλ περισσοτερο απο τη λεια, και δουλεψε σ' αυτον αλλα επτα χρονια ακομα. και βλεποντασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh οτι η λεια ηταν μισητη, ανοιξε τη μητρα τησ· και η ραχηλ ηταν στειρα. και η λεια συνελαβε, και γεννησε γιο, και αποκαλεσε το ονομα του ρουβην· επειδη, ειπε: ειδε, βεβαια, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh την ταπεινωση μου· τωρα, λοιπον, θα με αγαπησει ο ανδρασ μου. και συνελαβε ξανα, και γεννησε γιο· και ειπε: επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ακουσε οτι μισουμαι, γι' αυτο μου εδωσε ακομα κι αυτον· και αποκαλεσε το ονομα του συμεων. και συνελαβε ξανα, και γεννησε γιο· και ειπε: τωρα, αυτη τη φορα ο ανδρασ μου θα ενωθει μαζι μου, επειδη γεννησα σ' αυτον τρεισ γιουσ· γι' αυτο, τον ονομασε λευι. και συνελαβε ξανα, και γεννησε γιο· και ειπε: αυτη τη φορα θα δοξολογησω τον κυριο· γι' αυτο αποκαλεσε το ονομα του ιηhυδα· και επαυσε να γενναει.

30

και οταν η ραχηλ ειδε οτι δεν τεκνοποιησε στον ιακωβ, η ραχηλ φθονησε την αδελφη τησ· και ειπε στον ιακωβ: δωσε μου παιδια· ειδεμη, εγω πεθαινω. και αναψε ο θυμοσ του ιακωβ εναντιον τησ ραχηλ, και ειπε: μηπωσ εγω ειμαι αντι του θεου, που σε στερησε απο τον καρπο τησ κοιλιασ; κι εκεινη ειπε: νασου, η υπηρετρια μου, η βαλλα· μπεσ μεσα σ' αυτη, και θα γεννησει επανω στα γονατα μου, για να αποκτησω κι εγω παιδια απ' αυτη. και του εδωσε τη βαλλα, την υπηρετρια τησ, για γυναικα· και ο ιακωβ μπηκε μεσα σ' αυτη. και συνελαβε η βαλλα, και γεννησε γιο στον ιακωβ· και η ραχηλ ειπε: ο θεοσ με εκρινε, και ακουσε και τη φωνη μου, και μου εδωσε γιο· γι' αυτο αποκαλεσε το ονομα του δαν. και η βαλλα, η υπηρετρια τησ ραχηλ, συνελαβε ξανα, και γεννησε δευτερον γιο στον ιακωβ· και η ραχηλ ειπε: παλεψα δυνατη παλη με την αδελφη μου, και υπερισχυσα· και αποκαλεσε το ονομα του νεφθαλι. και οταν η λεια ειδε οτι επαυσε να γενναει, πηρε τη ζελφα την υπηρετρια τησ, και την εδωσε στον ιακωβ για γυναικα. και η ζελφα η υπηρετρια τησ λειασ, γεννησε εναν γιο στον ιακωβ· και η λεια ειπε: ερχεται ευτυχια· και αποκαλεσε το ονομα του γαδ. και η ζελφα γεννησε, η υπηρετρια τησ λειασ, δευτερον γιο στον ιακωβ· και η λεια ειπε: μακαρια ειμαι εγω, επειδη θα με μακαριζουν οι γυναικεσ· και αποκαλεσε το ονομα του ασηρ. και ο ρουβην πηγε τισ ημερεσ του θερισμου του σιταριου, και βρηκε μανδραγορεσ στο χωραφι, και τουσ εφερε στη λεια τη μητερα του. και η ραχηλ ειπε στη λεια: δωσε μου, παρακαλω, απο τουσ μανδραγορεσ του γιου σου. κι εκεινη τησ ειπε: μικρο πραγμα ειναι οτι πηρεσ τον ανδρα μου; και θελεισ να παρεισ και τουσ μανδραγορεσ του γιου μου; και η ραχηλ ειπε: λοιπον, ασ κοιμηθει μαζι σου αυτη τη νυχτα για τουσ μανδραγορεσ του γιου σου. και ο ιακωβ ηρθε το βραδυ απο το χωραφι, και η λεια βγαινοντασ σε συναντηση του, ειπε: μεσα σε μενα θα μπεισ, επειδη σε μισθωσα με μισθο, τουσ μανδραγορεσ του γιου μου. και κοιμηθηκε μαζι τησ εκεινη τη νυχτα. και ο θεοσ εισακουσε τη λεια· και συνελαβε, και γεννησε στον ιακωβ πεμπτον γιο. και η λεια ειπε: ο θεοσ μου εδωσε τον μισθο μου, επειδη εδωσα την υπηρετρια μου στον ανδρα μου· και αποκαλεσε το ονομα του ισσαχαρ. και η λεια συνελαβε ξανα, και γεννησε εκτον γιο στον ιακωβ· και η λεια ειπε: ο θεοσ με προικισε με καλη προικα· τωρα, ο ανδρασ μου θα κατοικησει μαζι μου, επειδη γεννησα σ' αυτον εξι γιουσ· και αποκαλεσε το ονομα του ζαβουλων. και υστερα απ' αυτα, γεννησε θυγατερα, κι αποκαλεσε το ονομα τησ δεινα. και ο θεοσ θυμηθηκε τη ραχηλ, και ο θεοσ την εισακουσε, και ανοιξε τη μητρα τησ· και συνελαβε, και γεννησε γιο· και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αφαιρεσε τη ντροπη μου. και αποκαλεσε το ονομα του ιωσηφ, λεγοντασ: ο θεοσ να προσθεσει σε μενα και αλλον γιο. και αφου η ραχηλ γεννησε τον ιωσηφ, ειπε ο ιακωβ στον λαβαν: εξαποστειλε με, για να παω στον τοπο μου, και στην πατριδα μου· δωσε μου τισ γυναικεσ μου, και τα παιδια μου, για τισ οποιεσ σε δουλεψα, για να παω· επειδη, εσυ γνωριζεισ τη δουλεψη μου με την οποια σε δουλεψα. και ο λαβαν του ειπε: σε παρακαλω, να βρω χαρη μπροστα σου· γνωρισα εκ πειρασ, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με ευλογησε εξαιτιασ σου. και ειπε: καθορισε μου τον μισθο σου, και θα στον δωσω. κι εκεινοσ του ειπε: εσυ γνωριζεισ με ποιον τροπο σε δουλεψα, και ποσα εγιναν τα κτηνη σου μαζι μου· επειδη, οσα ειχεσ πριν απο μενα ησαν λιγα, και τωρα αυξηθηκαν σε πληθοσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε ευλογησε με την ελευση μου· και, τωρα, ποτε θα προβλεψω κι εγω για την οικογενεια μου; κι εκεινοσ ειπε: τι να σου δωσω; και ο ιακωβ ειπε: δεν θα μου δωσεισ τιποτε· αν μου κανεισ αυτο το πραγμα, θα βοσκω ξανα το κοπαδι σου, και θα το φυλαττω· να περασω σημερα μεσα απο ολο το κοπαδι σου, διαχωριζοντασ απο εκει καθε προβατο που εχει στιγματα και κηλιδεσ, και καθε μελανωπο αναμεσα στα αρνια και οποιο εχει κηλιδεσ και στιγματα αναμεσα στα κατσικια· κι αυτα να ειναι ο μισθοσ μου· και στο εξησ, η δικαιοσυνη μου θα μαρτυρησει για μενα, οταν ερθει μπροστα σου για τον μισθο μου· καθε τι που δεν ειναι με στιγματα και κηλιδεσ αναμεσα στα κατσικια, και μελανωπο αναμεσα στα αρνια, θα θεωρηθει κλεμμενο απο μενα. και ο λαβαν ειπε: δεσ, ασ γινει συμφωνα με τον λογο σου. και την ημερα εκεινη διαχωρισε τουσ τραγουσ τουσ παρδαλουσ, και κηλιδωτουσ, και ολεσ τισ κατσικεσ, οσεσ ειχαν στιγματα και κηλιδεσ, ολα οσα ησαν διαλευκα, και ολα τα μελανωπα αναμεσα στα αρνια, και τα εδωσε στα χερια των γιων του· και εβαλε εναν δρομο τριων ημερων αναμεσα στον εαυτο του και στον ιακωβ· και ο ιακωβ εβοσκε το υπολοιπο απο το κοπαδι του λαβαν. και ο ιακωβ πηρε για τον εαυτο του χλωρεσ ραβδουσ απο λευκη, και καρυδια, και πλατανο, και τισ ξελεπισε με ασπρα λεπισματα, ωστε φαινοταν το ασπρο, που ηταν επανω στισ ραβδουσ· και εβαλε τισ ραβδουσ, τισ οποιεσ ξελεπισε, στα αυλακια του νερου, στισ ποτιστρεσ, οπου τα κοπαδια ερχονταν να πινουν για να συλλαμβανουν τα κοπαδια, ενω ερχονταν να πινουν. και τα κοπαδια συλλαμβαναν καθωσ εβλεπαν τισ ραβδουσ και γεννουσαν προβατα παρδαλα, με στιγματα, και κηλιδωτα. και ο ιακωβ διαχωρισε τα αρνια, και εστρεψε τα προσωπα των προβατων του κοπαδιου του λαβαν προσ τα παρδαλα, και προσ ολα τα μελανωπα· και εβαλε χωριστα τα δικα του κοπαδια, και δεν τα εβαλε μαζι με τα προβατα του λαβαν. και κατα την εποχη που τα πρωιμα προβατα ερχονταν σε συλληψη, ο ιακωβ εβαζε τισ ραβδουσ στα αυλακια μπροστα στα ματια του κοπαδιου, για να συλλαμβανουν βλεποντασ προσ τισ ραβδουσ· και οταν τα προβατα ησαν οψιμα, δεν τα εβαζε· και ετσι τα οψιμα ησαν του λαβαν, και τα πρωιμα του ιακωβ. και ο ανθρωποσ αυξηθηκε σε υπερβολικα μεγαλον βαθμο, και απεκτησε πολλα κοπαδια, και δουλεσ, και δουλουσ, και καμηλεσ και γαιδουρια.

31

ακουσε, ομωσ, ο ιακωβ τα λογια των γιων του λαβαν, που ελεγαν: ο ιακωβ πηρε ολα τα υπαρχοντα του πατερα μασ, και απο τα υπαρχοντα του πατερα μασ απεκτησε ολοκληρη αυτη τη δοξα. και ο ιακωβ ειδε το προσωπο του λαβαν, και να, δεν ηταν απεναντι του οπωσ χθεσ και προχθεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιακωβ: επιστρεψε στη γη των πατερων σου, και στη συγγενεια σου, και θα ειμαι μαζι σου. τοτε, ο ιακωβ εστειλε, και καλεσε τη ραχηλ, και τη λεια στην πεδιαδα, στο κοπαδι του· και τουσ ειπε: βλεπω το προσωπο του πατερα σασ, οτι δεν ειναι απεναντι μου οπωσ χθεσ και προχθεσ· ο θεοσ του πατερα μου, ομωσ, σταθηκε μαζι μου· κι εσεισ ξερετε οτι με ολη μου τη δυναμη δουλεψα τον πατερα σασ· αλλ' ο πατερασ σασ με απατησε, και αλλαξε τουσ μισθουσ μου δεκα φορεσ· ο θεοσ, ομωσ, δεν τον αφησε να με κακοποιησει· οταν ελεγε ωσ εξησ: εκεινα με τα στιγματα θα ειναι ο μισθοσ σου, τοτε ολοκληρο το κοπαδι γεννουσε με στιγματα· και οταν ελεγε ωσ εξησ: τα παρδαλα θα ειναι ο μισθοσ σου, τοτε ολοκληρο το κοπαδι γεννουσε παρδαλα. μ' αυτον τον τροπο αφαιρεσε ο θεοσ το κοπαδι του πατερα σασ και το εδωσε σε μενα. και κατα την εποχη που το κοπαδι συλλαμβανε, υψωσα τα ματια μου, και ειδα σε ονειρο, και να, οι τραγοι και τα κριαρια, που ανεβαιναν στα προβατα και στισ κατσικεσ, ησαν παρδαλοι, με στιγματα και διαστικτοι. και ο αγγελοσ του θεου μου ειπε στο ονειρο: ιακωβ. και ειπα: εδω ειμαι. και ειπε: υψωσε τωρα τα ματια σου, και δεσ ολουσ τουσ τραγουσ και τα κριαρια, που ανεβαινουν στα προβατα και τισ κατσικεσ, οτι ειναι παρδαλοι, με στιγματα και διαστικτοι· επειδη, ειδα ολα οσα κανει σε σενα ο λαβαν· εγω ειμαι ο θεοσ τησ βαιθηλ, οπου εχρισεσ τη στηλη, και οπου ευχηθηκεσ μια ευχη σε μενα· σηκω τωρα, βγεσ εξω απ' αυτη τη γη, και επιστρεψε στη γη τησ συγγενειασ σου. και η ραχηλ και η λεια αποκριθηκαν, και του ειπαν: εχουμε εμεισ πια μεριδα η κληρονομια στην οικογενεια του πατερα μασ; δεν θεωρηθηκαμε απ' αυτον σαν ξενεσ; επειδη, μασ πουλησε, κι ακομα κατεφαγε ολοκληρωτικα το ασημι μασ. επομενωσ, ολα τα πλουτη, που ο θεοσ αφαιρεσε απο τον πατερα μασ, ειναι δικα μασ, και των παιδιων μασ· τωρα, λοιπον, κανε οσα σου ειπε ο θεοσ. τοτε, αφου ο ιακωβ σηκωθηκε, εβαλε τα παιδια του και τισ γυναικεσ του επανω στισ καμηλεσ· και απηγαγε ολα τα κτηνη του, και ολα τα αγαθα του που απεκτησε, το κοπαδι τησ αποκτησησ του, που απεκτησε στην παδαν-αραμ, για να παει στον ισαακ, τον πατερα του, στη γη χανααν. και ο λαβαν ειχε παει να κουρεψει τα προβατα του· η δε ραχηλ εκλεψε τα ειδωλα του πατερα τησ. ο δε ιακωβ εκρυψε τη φυγη του στον λαβαν, τον συριο, μη αναγγελλοντασ σ' αυτον οτι αναχωρει· κι αυτοσ εφυγε με ολα τα υπαρχοντα του, και σηκωθηκε και διαβηκε τον ποταμο, και κατευθυνθηκε προσ το βουνο γαλααδ. και την τριτη ημερα αναγγελθηκε στον λαβαν, οτι ο ιακωβ εφυγε, και παιρνοντασ μαζι του τουσ αδελφουσ του, τον καταδιωξε καταπισω του, εναν δρομο επτα ημερων· και τον προφτασε στο βουνο γαλααδ. και ο θεοσ ηρθε στον λαβαν, τον συριο, σε ονειρο τη νυχτα, και του ειπε: φυλαξου, μη μιλησεισ σκληρα στον ιακωβ. ο λαβαν, λοιπον, προφτασε τον ιακωβ· και ο ιακωβ ειχε στησει τη σκηνη του επανω στο βουνο· και ο λαβαν μαζι με τουσ αδελφουσ του σκηνωσαν επανω στο βουνο γαλααδ. και ο λαβαν ειπε στον ιακωβ: τι εκανεσ, και γιατι μου εκρυψεσ τη φυγη σου, και απηγαγεσ τισ θυγατερεσ μου σαν αιχμαλωτουσ πολεμου; γιατι εφυγεσ κρυφα, και εκλεψεσ τον εαυτο σου απο μενα, και δεν μου το φανερωσεσ; επειδη, εγω θα σε εξαπεστελνα με ευφροσυνη και με τραγουδια, με τυμπανα και με κιθαρεσ· και δεν με αξιωσεσ ουτε να φιλησω τουσ γιουσ μου, και τισ θυγατερεσ μου; τωρα, με αφροσυνη το εκανεσ αυτο· ειναι δυνατο το χερι μου να σασ κακοποιησει· αλλ' ο θεοσ του πατερα σασ ειπε σε μενα χθεσ τη νυχτα, λεγοντασ: φυλαξου, μη μιλησεισ σκληρα στον ιακωβ· - τωρα, λοιπον, εστω, αναχωρησεσ, επειδη επιθυμησεσ πολυ την οικογενεια του πατερα σου· γιατι, ομωσ, εκλεψεσ τουσ θεουσ μου; και οταν ο ιακωβ αποκριθηκε ειπε στον λαβαν: εφυγα, επειδη φοβηθηκα· επειδη, ειπα: μηπωσ αφαιρεσεισ τισ θυγατερεσ σου απο μενα· σε οποιον, ομωσ, βρεισ τουσ θεουσ σου, ασ μη ζησει· μπροστα στουσ αδελφουσ μασ δεσ τι βρισκεται σε μενα απο τα δικα σου, και παρε. επειδη, δεν ηξερε ο ιακωβ οτι η ραχηλ τουσ ειχε κλεψει. μπηκε, λοιπον, ο λαβαν στη σκηνη του ιακωβ, και στη σκηνη τησ λειασ, και στισ σκηνεσ των δυο υπηρετριων· αλλα, δεν τουσ βρηκε. τοτε βγηκε απο τη σκηνη τησ λειασ, και μπηκε στη σκηνη τησ ραχηλ. και η ραχηλ ειχε παρει τα ειδωλα και τα ειχε βαλει στο σαμαρι τησ καμηλασ, και καθοταν επανω σ' αυτα. και καθωσ ο λαβαν ερευνησε ολοκληρη τη σκηνη, δεν τα βρηκε, κι εκεινη ειπε στον πατερα τησ: ασ μη φανει βαρυ στον κυριο μου, επειδη δεν μπορω να σηκωθω μπροστα σου, για τον λογο οτι εχω τα γυναικεια. κι αυτοσ ερευνησε, αλλα δεν βρηκε τα ειδωλα. και ο ιακωβ οργιστηκε, και επεπληξε τον λαβαν· και αποκρινομενοσ ο ιακωβ ειπε στον λαβαν: τι ειναι το ανομημα μου; τι το αμαρτημα μου, οτι καταδιωξεσ καταπισω μου; αφου ερευνησεσ ολα τα σκευη μου, τι βρηκεσ απο ολα τα σκευη του σπιτιου σου; βαλ' το εδω μπροστα στουσ αδελφουσ μου και τουσ αδελφουσ σου, για να κρινουν αναμεσα στουσ δυο μασ· ειναι 20 χρονια τωρα, απο τοτε που ειμαι μαζι σου· τα προβατα σου και οι κατσικεσ σου δεν ατεκνωθηκαν, και τα κριαρια του κοπαδιου σου δεν εφαγα· σπαραγμενο απο θηρια δεν σου εφερα· εγω το πληρωνα· απο το χερι μου ζητουσεσ ο,τι μου εκλεβαν την ημερα η ο,τι μου εκλεβαν τη νυχτα· την ημερα καιγομουν απο τον καυσωνα και τη νυχτα απο τον παγετο· και ο υπνοσ εφευγε απο τα ματια μου· βρισκομαι 20 χρονια κιολασ στο σπιτι σου· 14 χρονια σου δουλεψα για τισ δυο θυγατερεσ σου, και εξι χρονια για τα προβατα σου· και αλλαξεσ τον μισθο μου δεκα φορεσ· αν ο θεοσ του πατερα μου, ο θεοσ του αβραhαμ, και ο φοβοσ του ισαακ, δεν ηταν μαζι μου, βεβαια αδειον θα με εξαπεστελνεσ τωρα· ο θεοσ ειδε την ταλαιπωρια μου, και τον κοπο των χεριων μου, και σε ελεγξε χθεσ τη νυχτα. και αποκρινομενοσ ο λαβαν, ειπε στον ιακωβ: οι θυγατερεσ αυτεσ ειναι θυγατερεσ μου, και οι γιοι αυτοι γιοι μου, και τα προβατα αυτα προβατα μου, και ολα οσα βλεπεισ ειναι δικα μου· και τι να κανω σημερα σ' αυτεσ τισ θυγατερεσ μου η στα παιδια τουσ, τα οποια γεννησαν; ελα, λοιπον, τωρα, ασ κανουμε συνθηκη, εγω κι εσυ· για να ειναι ωσ μαρτυρια αναμεσα σε μενα και σενα. και ο ιακωβ πηρε μια πετρα, και την εστησε ωσ στηλη. και ο ιακωβ ειπε στουσ αδελφουσ του: μαζεψτε πετρεσ· και πηραν πετρεσ, και εκαναν εναν σωρο· και εφαγαν εκει επανω στον σωρο. και ο μεν λαβαν τον αποκαλεσε ιεγαρ-σαχαδουθα· ενω ο ιακωβ τον αποκαλεσε γαλεεδ. και ο λαβαν ειπε: ο σωροσ αυτοσ ειναι σημερα μαρτυρια αναμεσα σε μενα και σενα. γι' αυτο το ονομα του αποκληθηκε γαλεεδ· και μισπα· επειδη, ειπε: ασ επιβλεψει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναμεσα σε μενα και σενα, οταν αποχωριστουμε ο ενασ απο τον αλλον· αν ταλαιπωρησεισ τισ θυγατερεσ μου η αν παρεισ αλλεσ γυναικεσ, εκτοσ απο τισ θυγατερεσ μου, δεν ειναι κανενασ μαζι μασ· βλεπε, ο θεοσ ειναι μαρτυρασ αναμεσα σε μενα και σε σενα. και ο λαβαν ειπε στον ιακωβ: να αυτοσ ο σωροσ, και να αυτη η στηλη, που εστησα αναμεσα σε μενα και σενα· ο σωροσ αυτοσ ειναι μαρτυρια, και η στηλη μαρτυρια, οτι εγω δεν θα διαβω αυτον τον σωρο προσ εσενα ουτε εσυ θα διαβεισ αυτον τον σωρο, κι αυτη τη στηλη, προσ εμενα, για κακο· ο θεοσ του αβραhαμ, και ο θεοσ του ναχωρ, ο θεοσ του πατερα τουσ, ασ κρινει αναμεσα μασ. και ο ιακωβ ορκιστηκε στον φοβο του πατερα του, του ισαακ. τοτε, ο ιακωβ θυσιασε μια θυσια επανω στο βουνο και προσκαλεσε τουσ αδελφουσ του για να φανε ψωμι· και εφαγαν ψωμι, και διανυχτερευσαν επανω στο βουνο. και αφου ο λαβαν σηκωθηκε ενωρισ το πρωι, φιλησε τουσ γιουσ και τισ θυγατερεσ του, και τουσ ευλογησε· και ο λαβαν αναχωρησε, και επεστρεψε στον τοπο του.

32

και ο ιακωβ πηγε στον δρομο του· και τον συναντησαν οι αγγελοι του θεου. και οταν ο ιακωβ τουσ ειδε, ειπε: αυτο ειναι στρατοπεδο του θεου· και αποκαλεσε το ονομα εκεινου του τοπου μαχαναιμ. και ο ιακωβ εστειλε μπροστα του μηνυτεσ στον αδελφο του τον ησαυ, στη γη σηειρ, στον τοπο του εδωμ. και τουσ παρηγγειλε, λεγοντασ· τουτο θα πειτε στον κυριο μου τον ησαυ: ετσι λεει ο δουλοσ σου ο ιακωβ· παροικησα μαζι με τον λαβαν, και εμεινα μεχρι τωρα· και απεκτησα βοδια, και γαιδουρια, προβατα, και δουλουσ, και δουλεσ· και εστειλα να αναγγειλω στον κυριο μου, για να βρω χαρη μπροστα σου. και επεστρεψαν οι μηνυτεσ στον ιακωβ, λεγοντασ: πηγαμε στον αδελφο σου τον ησαυ, και μαλιστα ερχεται σε συναντηση σου, και μαζι του 400 ανδρεσ. και ο ιακωβ φοβηθηκε υπερβολικα, και ηταν σε αμηχανια· και διαιρεσε τον λαο, που ειχε μαζι του, και τα κοπαδια, και τα βοδια, και τισ καμηλεσ, σε δυο καταυλισμουσ· λεγοντασ: αν ερθει ο ησαυ στον εναν καταυλισμο και τον χτυπησει, ο καταυλισμοσ που θα μεινει θα διασωθει. και ο ιακωβ ειπε: θεε του πατερα μου, του αβραhαμ, και θεε του πατερα μου, του ισαακ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μου ειπεσ: επιστρεψε στη γη σου και στη συγγενεια σου, και θα σε αγαθοποιησω· ειμαι πολυ μικροσ απεναντι σε ολα τα ελεη και σε ολοκληρη την αληθεια, που εκανεσ στον δουλο σου· επειδη, με τη ραβδο μου διαβηκα αυτον τον ιορδανη, και τωρα εγινα δυο καταυλισμοι· σωσε με, σε παρακαλω, απο το χερι του αδελφου μου, απο το χερι του ησαυ· επειδη, τον φοβαμαι, μηπωσ οταν ερθει με παταξει, και τη μητερα μεχρι τα παιδια· εσυ μου ειπεσ ακομα: σιγουρα, θα σε αγαθοποιησω, και θα κανω το σπερμα σου οπωσ την αμμο τησ θαλασσασ, που απο το πληθοσ τησ δεν μπορει να απαριθμηθει. και κοιμηθηκε εκει εκεινη τη νυχτα· και πηρε απο οσα βρεθηκαν στο χερι του, δωρο στον ησαυ τον αδελφο του· 200 κατσικεσ, και 20 τραγουσ, 200 προβατα, και 20 κριαρια, 30 καμηλεσ που θηλαζαν, μαζι με τα παιδια τουσ, 40 δαμαλια, και 10 ταυρουσ, 20 γαιδουρια θηλυκα, και 10 πουλαρια. και τα παρεδωσε στα χερια των δουλων του, καθε κοπαδι χωριστα· και ειπε στουσ δουλουσ του: περαστε μπροστα μου, κι αφηστε αποσταση αναμεσα απο κοπαδι σε κοπαδι. και στον πρωτο παρηγγειλε, λεγοντασ: οταν σε συναντησει ο αδελφοσ μου ο ησαυ, και σε ρωτησει, λεγοντασ: τινοσ εισαι; και που πηγαινεισ; και τινοσ ειναι αυτα, που εχεισ μπροστα σου; τοτε θα πεισ: αυτα ειναι του δουλου σου του ιακωβ, που στελνονται ωσ δωρα στον κυριο μου τον ησαυ· και να, κι αυτοσ ειναι πισω απο μασ. το ιδιο παρηγγειλε και στον δευτερο, και στον τριτο και σε ολουσ που ακολουθουσαν πισω απο τα κοπαδια, λεγοντασ: συμφωνα με τα λογια αυτα θα μιλησετε στον ησαυ, οταν τον βρειτε· και θα πειτε: δεσ, πισω απο μασ ειναι και ο ιδιοσ ο δουλοσ σου ο ιακωβ. επειδη, ελεγε: θα εξιλεωσω το προσωπο του με το δωρο, που προπορευεται μπροστα μου· και υστερα απ' αυτα θα δω το προσωπο του· ισωσ θα με δεχθει. το δωρο, λοιπον, περασε μπροστα του· αυτοσ, ομωσ, εμεινε εκεινη τη νυχτα στον καταυλισμο. και αφου σηκωθηκε εκεινη τη νυχτα, πηρε τισ δυο γυναικεσ του, και τισ δυο υπηρετριεσ του, και τα 11 παιδια του, και διαβηκε το περασμα του ιαβοκ. και τουσ πηρε, και τουσ διαπερασε απο τον χειμαρρο· διαπερασε και τα υπαρχοντα του. και ο ιακωβ εμεινε μονοσ· και παλευε μαζι του ενασ ανθρωποσ μεχρι τα χαραματα τησ αυγησ· και βλεποντασ οτι δεν υπερισχυσε εναντιον του, αγγιξε την αρθρωση του μηρου του· και μετατοπιστηκε η αρθρωση του μηρου του ιακωβ, καθωσ παλευε μαζι του. κι εκεινοσ ειπε: αφησε με να φυγω, επειδη χαραξε η αυγη. κι αυτοσ ειπε: δεν θα σε αφησω να φυγεισ, αν δεν με ευλογησεισ. και του ειπε: τι ειναι το ονομα σου; κι αυτοσ ειπε: ιακωβ. κι εκεινοσ ειπε: δεν θα αποκληθει πλεον το ονομα σου ιακωβ, αλλα ισραηλ· επειδη, αγωνιστηκεσ δυνατα με τον θεο, και με τουσ ανθρωπουσ θα εισαι δυνατοσ. και ο ιακωβ ρωτησε, λεγοντασ: φανερωσε μου, παρακαλω, το ονομα σου. κι εκεινοσ ειπε: γιατι ρωτασ για το ονομα μου; και τον ευλογησε εκει. και ο ιακωβ αποκαλεσε το ονομα εκεινου του τοπου φανουηλ, λεγοντασ: επειδη, ειδα τον θεο προσωπο με προσωπο, και φυλαχθηκε η ζωη μου. κι ανετειλε ο ηλιοσ επανω του, καθωσ διαβηκε το φανουηλ· και χωλαινε στον μηρο του. γι' αυτο, οι γιοι ισραηλ μεχρι σημερα δεν τρωνε τον μυωνα του μηρου, που ναρκωθηκε, ο οποιοσ ειναι στην αρθρωση· επειδη, εκεινοσ αγγιξε την αρθρωση του μηρου του ιακωβ στον μυωνα που ναρκωθηκε.

33

και καθωσ ο ιακωβ σηκωσε τα ματια του, ειδε· και να, ερχοταν ο ησαυ, και μαζι του 400 ανδρεσ· και ο ιακωβ μοιρασε τα παιδια στη λεια, και στη ραχηλ, και στισ δυο υπηρετριεσ. και τισ μεν υπηρετριεσ και τα παιδια τουσ, εβαλε μπροστα, τη λεια ομωσ και τα παιδια τησ, κατοπιν, και τη ραχηλ και τον ιωσηφ, τελευταιουσ. κι αυτοσ περασε μπροστα τουσ, και προσκυνησε μεχρισ εδαφουσ επτα φορεσ, ωσοτου να πλησιασει στον αδελφο του. και ο ησαυ ετρεξε σε συναντηση του, και τον αγκαλιασε, και επεσε στον τραχηλο του, και τον καταφιλησε· και εκλαψαν. και καθωσ σηκωσε τα ματια ειδε τισ γυναικεσ και τα παιδια· και ειπε: τι σου ειναι αυτοι; κι εκεινοσ ειπε: τα παιδια, που ο θεοσ χαρισε στον δουλο σου. τοτε, πλησιασαν οι υπηρετριεσ, αυτεσ και τα παιδια τουσ, και προσκυνησαν· παρομοια, πλησιασαν και η λεια και τα παιδια τησ, και προσκυνησαν· και υστερα απ' αυτα, πλησιασαν ο ιωσηφ και η ραχηλ, και προσκυνησαν. και ειπε: προσ τι ολοκληρο αυτο το στρατοπεδο σου, που συναντησα; κι εκεινοσ ειπε: για να βρω χαρη μπροστα στον κυριο μου. και ο ησαυ ειπε: εχω πολλα, αδελφε μου· εχε εσυ τα δικα σου. και ο ιακωβ ειπε: οχι, παρακαλω· αν βρηκα χαρη μπροστα σου, δεξου το δωρο μου απο τα χερια μου· επειδη, γι' αυτο ειδα το προσωπο σου, σαν να εβλεπα το προσωπο του θεου, κι εσυ ευαρεστηθηκεσ σε μενα· δεξου, παρακαλω, τισ ευλογιεσ μου, που προσφερονται σε σενα· επειδη, ο θεοσ με ελεησε, και εχω απ' ολα. και τον βιασε, και δεχθηκε. και ειπε: ασ σηκωθουμε κι ασ παμε, κι εγω θα προπορευομαι μπροστα σου. και ο ιακωβ του ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ξερει οτι τα παιδια ειναι τρυφερα, και εχω μαζι μου προβατα που εγκυμονουν και βοδια· και αν τα βιασουμε εστω μια ημερα, ολοκληρο το κοπαδι θα πεθανει. ασ περασει, παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου μπροστα απο τον δουλο του· κι εγω θα ακολουθω αργα, συμφωνα με το βαδισμα των κτηνων, που ειναι μπροστα μου, και συμφωνα με το βαδισμα των παιδιων, μεχρισ οτου φτασω προσ τον κυριο μου στη σηειρ. και ο ησαυ ειπε: ασ αφησω, λοιπον, μαζι σου ενα μεροσ απο τον λαο, που ειναι μαζι μου. κι εκεινοσ ειπε: γιατι, αυτο; αρκει που βρηκα χαρη μπροστα στον κυριο μου. επεστρεψε, λοιπον, ο ησαυ εκεινη την ημερα στον δρομο του προσ τη σηειρ. και ο ιακωβ πηγε στη σοκχωθ, και οικοδομησε για τον εαυτο του ενα σπιτι, και για τα κτηνη του εκανε σκηνεσ· γι' αυτο, αποκαλεσε το ονομα του τοπου σοκχωθ. και αφου ο ιακωβ επεστρεψε απο την παδαν-αραμ, ηρθε στη σαλημ, μια πολη τησ συχεμ, αυτη που ειναι στη γη χανααν, και κατασκηνωσε μπροστα στην πολη. και αγορασε τη μεριδα του χωραφιου, απο τουσ γιουσ του εμμωρ, τον πατερα του συχεμ, για 100 αργυρια, οπου εστησε τη σκηνη του. και εστησε εκει θυσιαστηριο, και το αποκαλεσε ελ-ελωε-ισραηλ.

34

και η δεινα, η θυγατερα τησ λειασ, την οποια γεννησε στον ιακωβ, βγηκε για να δει τισ θυγατερεσ του τοπου. και βλεποντασ την ο συχεμ, ο γιοσ του εμμωρ του ευαιου, αρχοντα του τοπου, την πηρε, και κοιμηθηκε μαζι τησ, και την ταπεινωσε. και η ψυχη του προσκολληθηκε στη δεινα, τη θυγατερα του ιακωβ· και αγαπησε την κορη, και μιλησε συμφωνα με την καρδια τησ κορησ. και ο συχεμ ειπε στον εμμωρ τον πατερα του, λεγοντασ: παρε μου αυτη την κορη για γυναικα. και ο ιακωβ ακουσε, οτι μιανε τη δεινα τη θυγατερα του· και οι γιοι του ησαν με τα κτηνη του στο χωραφι· και ο ιακωβ σιωπησε μεχρισ οτου ερθουν. και ο εμμωρ, ο πατερασ του συχεμ, πηγε στον ιακωβ, για να μιλησει μαζι του. και οι γιοι του ιακωβ ηρθαν απο το χωραφι, καθωσ το ακουσαν αυτο· και οι ανδρεσ αγανακτησαν, και θυμωσαν υπερβολικα, οτι επραξε αισχρα στον ισραηλ, με το να κοιμηθει μαζι με τη θυγατερα του ιακωβ· το οποιο δεν επρεπε να γινει. και ο εμμωρ μιλησε σ' αυτουσ, λεγοντασ: η ψυχη του συχεμ του γιου μου προσηλωθηκε στη θυγατερα σασ· δωστε την, παρακαλω, σ' αυτον για γυναικα· και να συμπεθερεψετε μαζι μασ· δωστε τισ θυγατερεσ σασ σε μασ, και παρτε τισ θυγατερεσ μασ για σασ· και κατοικηστε μαζι μασ· να, η γη ειναι μπροστα σασ· κατοικειτε και εμπορευεστε σ' αυτη, και καντε κτηματα σ' αυτη. και ο συχεμ ειπε στον πατερα τησ, και στουσ αδελφουσ τησ: ασ βρω χαρη μπροστα σασ· και ο,τι πειτε σε μενα θα το δωσω· ζητηστε μου οση προικα θελετε, και οσα δωρα, και θα τα δωσω, συμφωνα με ο,τι θα μου λεγατε· μονον, δωστε μου την κορη για γυναικα. και οι γιοι του ιακωβ αποκριθηκαν στον συχεμ, και στον εμμωρ, τον πατερα του, με δολο, και μιλησαν, (επειδη, αυτοσ ειχε μολυνει τη δεινα την αδελφη τουσ), και ειπαν σ' αυτουσ: δεν μπορουμε να κανουμε αυτο το πραγμα, να δωσουμε την αδελφη μασ σε εναν ανθρωπο απεριτμητο· επειδη, τουτο ειναι ντροπη σε μασ· μονον με τουτο θα συμφωνουσαμε μαζι σασ· αν εσεισ γινετε, οπωσ εμεισ, περιτεμνοντασ καθε αρσενικο μεταξυ σασ, τοτε, θα δωσουμε τισ θυγατερεσ μασ σε σασ, και τισ θυγατερεσ σασ θα παρουμε για μασ, και θα κατοικησουμε μαζι σασ, και θα γινουμε ενασ λαοσ· αν, ομωσ, δεν μασ ακουσετε να περιτμηθειτε, τοτε θα παρουμε τη θυγατερα μασ και θα αναχωρησουμε. και τα λογια τουσ αρεσαν στον εμμωρ, και στον συχεμ τον γιο του εμμωρ· και ο νεοσ δεν βραδυνε να κανει το πραγμα, επειδη υπεραγαπουσε τη θυγατερα του ιακωβ· και ηταν ο ενδοξοτεροσ απο ολοκληρη την οικογενεια του πατερα του. και ηρθε ο εμμωρ και ο συχεμ ο γιοσ του στην πυλη τησ πολησ τουσ, και μιλησαν στουσ ανδρεσ τησ πολησ τουσ, λεγοντασ: οι ανθρωποι αυτοι ειναι ειρηνικοι μαζι μασ· ασ κατοικησουν, λοιπον, στη γη, και ασ εμπορευονται σ' αυτη· επειδη, η γη, δεστε, ειναι αρκετα ευρυχωρη γι' αυτουσ· τισ θυγατερεσ τουσ ασ παρουμε για γυναικεσ, και τισ θυγατερεσ μασ ασ δωσουμε σ' αυτουσ· μονον με τουτο θα συμφωνησουν μαζι μασ οι ανθρωποι για να κατοικησουν μαζι μασ, ωστε να γινουμε ενασ λαοσ, αν περιτμηθει μεταξυ μασ καθε αρσενικο, καθωσ αυτοι περιτεμνονται· τα κοπαδια τουσ, και τα υπαρχοντα τουσ, και ολα τα κτηνη τουσ δεν θα ειναι δικα μασ; μονον ασ συμφωνησουμε μαζι τουσ, και θα κατοικησουν μαζι μασ. και εισακουσαν τον εμμωρ και τον συχεμ, τον γιο του, ολοι εκεινοι που βγαινουν απο την πυλη τησ πολησ τουσ και περιτμηθηκε καθε αρσενικο, ολοι εκεινοι που βγαινουν διαμεσου τησ πυλησ τησ πολησ του. και την τριτη ημερα, οταν ησαν μεσα στον πονο, δυο απο τουσ γιουσ του ιακωβ, ο συμεων και ο λευι, αδελφια τησ δεινασ, πηραν καθε ενασ τη μαχαιρα του, και μπηκαν στην πολη με ασφαλεια, και φονευσαν καθε αρσενικο. και τον εμμωρ και τον συχεμ, τον γιο του, φονευσαν με μαχαιρα· και πηραν τη δεινα απο το σπιτι του συχεμ, κα εφυγαν, και οι γιοι του ιακωβ ηρθαν στουσ φονευμενουσ, και λεηλατησαν την πολη, επειδη ειχαν μολυνει την αδελφη τουσ. πηραν τα προβατα τουσ, και τα βοδια τουσ, και τα γαιδουρια τουσ, και ο,τι ηταν στην πολη, και ο,τι ηταν στο χωραφι· και αιχμαλωτισαν ολοκληρη την περιουσια τουσ, και ολα τα παιδια τουσ, και τισ γυναικεσ τουσ· και λεηλατησαν καθε τι που βρισκοταν μεσα στα σπιτια. και ο ιακωβ ειπε στον συμεων και στον λευι: με βαλατε σε ταραχη, κανοντασ με μισητο αναμεσα στουσ κατοικουσ τησ γησ, αναμεσα στουσ χαναναιουσ και τουσ φερεζαιουσ· κι εγω εχω λιγουσ ανθρωπουσ, κι εκεινοι θα μαζευτουν εναντιον μου, και θα με παταξουν, και θα χαθω εγω και η οικογενεια μου. κι εκεινοι ειπαν: επρεπε, λοιπον, να μεταχειριστουν την αδελφη μασ σαν πορνη;

35

και ο θεοσ ειπε στον ιακωβ: αφου σηκωθεισ, ανεβα στη βαιθηλ, και κατοικησε εκει· και κανε εκει θυσιαστηριο στον θεο, ο οποιοσ φανηκε σε σενα οταν εφευγεσ απο το προσωπο του ησαυ, του αδελφου σου. και ο ιακωβ ειπε στην οικογενεια του, και σε ολουσ εκεινουσ που ειχε μαζι του: βγαλτε τουσ ξενουσ θεουσ, οσουσ εχετε μεταξυ σασ, και καθαριστειτε, κι αλλαξτε τα ενδυματα σασ· και αφου σηκωθειτε, ασ ανεβουμε στη βαιθηλ· κι εκει θα κανω θυσιαστηριο στον θεο, που με εισακουσε την ημερα τησ θλιψησ μου, και ηταν μαζι μου στον δρομο, στον οποιο πορευομουν. και εδωσαν στον ιακωβ ολουσ τουσ ξενουσ θεουσ, οσοι ησαν στα χερια τουσ, και τα σκουλαρικια, που ησαν στ' αυτια τουσ· και ο ιακωβ τα εκρυψε κατω απο τη βελανιδια, που ειναι στη συχεμ. υστερα απ' αυτα, αναχωρησαν, και τρομοσ του θεου επεσε επανω στισ πολεισ, που ησαν ολογυρα τουσ· και δεν καταδιωξαν καταπισω των γιων του ιακωβ. και ο ιακωβ ηρθε στη λουζ, που ειναι στη γη χανααν, η οποια ειναι η βαιθηλ, αυτοσ και ολοκληροσ ο λαοσ που ηταν μαζι του. και οικοδομησε εκει ενα θυσιαστηριο, και αποκαλεσε το ονομα του τοπου ελ-βαιθηλ· επειδη, εκει φανερωθηκε σ' αυτον ο θεοσ, οταν εφευγε απο το προσωπο του αδελφου του. και η δεβορρα, η τροφοσ τησ ρεβεκκασ, πεθανε και ταφηκε παρακατω απο τη βαιθηλ, κατω απο τη βελανιδια· και ονομαστηκε η βελανιδια αλλον-βακουθ. και ο θεοσ φανηκε ξανα στον ιακωβ, αφου επεστρεψε απο την παδαν-αραμ, και τον ευλογησε. και ο θεοσ του ειπε: το ονομα σου ειναι ιακωβ· δεν θα ονομαζεσαι πλεον ιακωβ, αλλα ισραηλ θα ειναι το ονομα σου· και αποκαλεσε το ονομα του ισραηλ. και ο θεοσ του ειπε: εγω ειμαι ο θεοσ ο παντοκρατορασ· να αυξανεισ και να πληθαινεισ· απο σενα θα γινουν εθνοσ, και πληθοσ εθνων, και βασιλιαδεσ θα βγουν απο την οσφυ σου· και τη γη, την οποια εδωσα στον αβραhαμ και στον ισαακ, σε σενα θα τη δωσω· και στο σπερμα σου υστερα απο σενα θα δωσω αυτη τη γη. και ο θεοσ ανεβηκε απ' αυτον, απο τον τοπο οπου μιλησε μαζι του. και ο ιακωβ εστησε μια στηλη στον τοπο οπου μιλησε μαζι του· μια πετρινη στηλη· και εκανε επανω τησ σπονδη, και εχυσε επανω τησ λαδι. και ο ιακωβ αποκαλεσε το ονομα του τοπου, οπου ο θεοσ μιλησε μαζι του: βαιθηλ. υστερα απ' αυτα αναχωρησε απο τη βαιθηλ· κι ενω απεμενε λιγο διαστημα για να φτασουν στην εφραθα, η ραχηλ γεννησε, και υπεφερε μεγαλον αγωνα στη γεννα τησ. κι ενω βρισκοταν στον σκληρο αγωνα τησ γεννασ, η μαμη τησ ειπε: μη φοβασαι, επειδη κι αυτοσ σου ειναι γιοσ· κι ενω παρεδινε την ψυχη (επειδη, πεθανε), αποκαλεσε το ονομα του βεν-ονι· και ο πατερασ του τον αποκαλεσε βενιαμιν. και η ραχηλ πεθανε, και ταφηκε στον δρομο τησ εφραθα, που ειναι η βηθλεεμ. και ο ιακωβ εστησε μια στηλη επανω στον ταφο τησ· αυτη ειναι η στηλη του ταφου τησ ραχηλ μεχρι σημερα. και αφου ο ισραηλ σηκωθηκε, εστησε τη σκηνη του περα απο το μιγδωλ-ερε. και οταν ο ισραηλ κατοικουσε στη γη εκεινη, ο ρουβην πηγε και κοιμηθηκε με τη βαλλα, την παλλακη του πατερα του· κι αυτο, το ακουσε ο ισραηλ. και οι γιοι του ιακωβ ησαν 12· οι γιοι τησ λειασ, ο ρουβην, ο πρωτοτοκοσ του ιακωβ, και ο συμεων, και ο λευι, και ο ιηhυδασ, και ο ισσαχαρ, και ο ζαβουλων· οι γιοι τησ ραχηλ, ο ιωσηφ, και ο βενιαμιν· και οι γιοι τησ βαλλασ, τησ υπηρετριασ τησ ραχηλ, ο δαν, και ο νεφθαλι· και οι γιοι τησ ζελφασ, τησ υπηρετριασ τησ λειασ, ο γαδ, και ο ασηρ· αυτοι ειναι οι γιοι του ιακωβ, που γεννηθηκαν σ' αυτον στην παδαν-αραμ. και ο ιακωβ ηρθε στον ισαακ τον πατερα του στη μαμβρη, στην κιριαθ-αρβα, που ειναι η χεβρων, οπου ειχαν παροικησει ο αβραhαμ και ο ισαακ. και οι ημερεσ του ισαακ ησαν 180 χρονια. και αφου ο ισαακ εξεπνευσε, πεθανε, και προστεθηκε στον λαο του, γεροντασ και πηρησ ημερων· και τον εθαψαν ο ησαυ και ο ιακωβ, οι γιοι του.

36

και αυτη ειναι η γενεαλογια του ησαυ, που ειναι ο εδωμ. ο ησαυ πηρε γυναικεσ για τον εαυτο του απο τισ θυγατερεσ τησ χανααν· την αδα, θυγατερα του αιλων του χετταιου, και την ολιβαμα, θυγατερα του ανα, εγγονη του σεβεγων του ευαιου· και τη βασεμαθ, θυγατερα του ισμαηλ, αδελφη του νεβαιωθ. και η αδα γεννησε στον ησαυ τον ελιφασ· και η βασεμαθ γεννησε τον ραγουηλ· και η ολιβαμα γεννησε τον ιεουσ, και τον ιεγλομ, και τον κορε. αυτοι ειναι οι γιοι του ησαυ, που γεννηθηκαν σ' αυτον στη γη χανααν. και ο ησαυ πηρε τισ γυναικεσ του, και τουσ γιουσ του, και τισ θυγατερεσ του, και ολουσ τουσ ανθρωπουσ τησ οικογενειασ του, και τα κοπαδια του, και ολα τα κτηνη του, και ολα τα υπαρχοντα του, που απεκτησε στη γη χανααν, και πηγε σε αλλη γη, μακρια απο τον ιακωβ τον αδελφο του· επειδη, τα υπαρχοντα τουσ ησαν τοσα πολλα, ωστε δεν μπορουσαν να κατοικησουν μαζι· και η γη τησ παροικησησ τουσ δεν μπορουσε να τουσ χωρεσει, εξαιτιασ των κτηνων τουσ. και ο ησαυ κατοικησε στο βουνο σηειρ· ο ησαυ ειναι ο εδωμ. κι αυτη ειναι η γενεαλογια του ησαυ, του πατερα των εδωμιτων, στο βουνο σηειρ· αυτα ειναι τα ονοματα των γιων του ησαυ: ο ελιφασ, ο γιοσ τησ αδα, γυναικασ του ησαυ, ο ραγουηλ, ο γιοσ τησ βασεμαθ, γυναικασ του ησαυ. και οι γιοι του ελιφασ ησαν: ο θαιμαν, ο ωμαρ, ο σωφαρ, και ο γοθωμ, και ο κενεζ. και η θαμνα ηταν παλλακη του ελιφασ, γιου του ησαυ, και γεννησε στον ελιφασ τον αμαληκ· αυτοι ησαν οι γιοι τησ αδα, γυναικασ του ησαυ. κι αυτοι ειναι οι γιοι του ραγουηλ: ο ναχαθ και ο ζερα, και ο σομε και ο μοζε· αυτοι ησαν οι γιοι τησ βασεμαθ, τησ γυναικασ του ησαυ. κι αυτοι ησαν οι γιοι τησ ολιβαμασ, θυγατερασ του ανα, εγγονησ του σεβεγων, τησ γυναικασ του ησαυ· και γεννησε στον ησαυ τον ιεουσ, και τον ιεγλομ, και τον κορε. αυτοι ησαν οι ηγεμονεσ των γιων του ησαυ· οι γιοι του ελιφασ, πρωτοτοκου του ησαυ, ο ηγεμονασ θαιμαν, ο ηγεμονασ ωμαρ, ο ηγεμονασ σωφαρ, ο ηγεμονασ κενεζ, ο ηγεμονασ κορε, ο ηγεμονασ γοθωμ, ο ηγεμονασ αμαληκ· αυτοι ειναι οι ηγεμονεσ του ελιφασ στη γη εδωμ· αυτοι ησαν οι γιοι τησ αδα. κι αυτοι ησαν οι γιοι του ραγουηλ, γιου του ησαυ· ο ηγεμονασ ναχαθ, ο ηγεμονασ ζερα, ο ηγεμονασ σομε, ο ηγεμονασ μοζε· αυτοι ειναι οι ηγεμονεσ του ραγουηλ στη γη εδωμ· αυτοι ησαν οι γιοι τησ βασεμαθ, τησ γυναικασ του ησαυ. κι αυτοι ησαν οι γιοι τησ ολιβαμασ, τησ γυναικασ του ησαυ: ο ηγεμονασ ιεουσ, ο ηγεμονασ ιεγλομ, ο ηγεμονασ κορε· αυτοι ησαν οι ηγεμονεσ τησ ολιβαμασ, θυγατερασ του ανα, τησ γυναικασ του ησαυ. αυτοι ειναι οι γιοι του ησαυ, που ειναι ο εδωμ· κι αυτοι ειναι οι ηγεμονεσ τουσ. αυτοι ειναι οι γιοι του σηειρ του χορραιου, που κατοικουσαν στη γη· ο λωταν, και ο σωβαλ, και ο σεβεγων, και ο ανα, και ο δησων, και ο εσερ, και ο δισαν· αυτοι ειναι οι ηγεμονεσ των χορραιων, των γιων του σηειρ, στη γη εδωμ. και οι γιοι του λωταν ησαν ο χορρι, και ο αιμαμ· και η αδελφη του λωταν, η θαμνα. κι αυτοι ησαν οι γιοι του σωβαλ· ο αλβαν, και ο μαναχαθ, και ο εβαλ, ο σεφω, και ο ωναμ. κι αυτοι ησαν οι γιοι του σεβεγων· και ο αιε, και ο ανα· αυτοσ ειναι ο ανα, που βρηκε τα νερα στην ερημο, οταν εβοσκε τα γαιδουρια του σεβεγων, του πατερα του. κι αυτοι ησαν οι γιοι του ανα· δησων, και ολιβαμα, η θυγατερα του ανα. κι αυτοι ησαν οι γιοι του δησων· ο αμαδαν, και ο ασβαν, και ο ιθραμ, και ο χαρραν. αυτοι ησαν οι γιοι του εσερ· ο βαλααν, και ο ζααβαν, και ο ακαν. αυτοι ησαν οι γιοι του δισαν· ο ουζ, και ο αραν. αυτοι ειναι οι ηγεμονεσ των χορραιων· ο ηγεμονασ λωταν, ο ηγεμονασ σωβαλ, ο ηγεμονασ σεβεγων, ο ηγεμονασ ανα, ο ηγεμονασ δησων, ο ηγεμονασ εσερ, ο ηγεμονασ δισαν· αυτοι ειναι οι ηγεμονεσ των χορραιων αναμεσα στουσ ηγεμονεσ τουσ στη γη σηειρ. κι αυτοι ειναι οι βασιλιαδεσ, που βασιλευσαν στη γη εδωμ, πριν βασιλευσει βασιλιασ επανω στουσ γιουσ ισραηλ. και στον εδωμ βασιλευσε ο βελα, ο γιοσ του βεωρ· και το ονομα τησ πολησ του ηταν δενναβα. και ο βελα πεθανε, και στη θεση του βασιλευσε ο ιωβαβ, ο γιοσ του ζερα, απο τη βοσορρα· και ο ιωβαβ πεθανε, και στη θεση του βασιλευσε ο χουσαμ απο τη γη των θαιμανιτων. και ο χουσαμ πεθανε, και στη θεση του βασιλευσε ο αδαδ, ο γιοσ του βεραδ, αυτοσ που παταξε τουσ μαδιανιτεσ στην πεδιαδα μωαβ· και το ονομα τησ πολησ του ηταν αβιθ. και ο αδαδ πεθανε, και στη θεση του βασιλευσε ο σαμλα απο τη μασρεκα. και ο σαμλα πεθανε, και στη θεση του βασιλευσε ο σαουλ, απο τη ρεχωβωθ, εκεινη κοντα στον ποταμο. και ο σαουλ πεθανε και στη θεση του βασιλευσε ο βααλ-αναν, ο γιοσ του αχβωρ. και ο βααλ-αναν, ο γιοσ του αχβωρ, πεθανε και στη θεση του βασιλευσε ο χαδδαρ· και το ονομα τησ πολησ του ηταν παου· και το ονομα τησ γυναικασ του, μεεταβεηλ, θυγατερα του ματραιδ, εγγονη του μαιζααβ. κι αυτα ειναι τα ονοματα των ηγεμονων του ησαυ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τουσ τοπουσ τουσ, συμφωνα με τα ονοματα τουσ. ο ηγεμονασ θαμνα, ο ηγεμονασ αλβα, ο ηγεμονασ ιεθεθ, ο ηγεμονασ ολιβαμα, ο ηγεμονασ ηλα, ο ηγεμονασ φινων. ο ηγεμονασ κενεζ, ο ηγεμονασ θαιμαν, ο ηγεμονασ μιβσαρ, ο ηγεμονασ μαγεδιηλ, ο ηγεμονασ ιραμ· αυτοι ειναι οι ηγεμονεσ του εδωμ, συμφωνα με τισ κατοικιεσ τουσ στη γη τησ κτησησ τουσ· αυτοσ ειναι ο ησαυ, ο πατερασ των εδωμιτων.

37

και ο ιακωβ κατοικησε στη γη, στην οποια ειχε παροικησει ο πατερασ του, στη γη χανααν. αυτη ειναι η γενεαλογια του ιακωβ: ο ιωσηφ, οντασ νεοσ, 17 χρονων, εβοσκε τα προβατα μαζι με τουσ αδελφουσ του, τουσ γιουσ τησ βαλλασ, και τουσ γιουσ τησ ζελφασ, των γυναικων του πατερα του· και ο ιωσηφ ανεφερε στον πατερα τουσ την κακη τουσ φημη. και ο ισραηλ αγαπουσε τον ιωσηφ περισσοτερο απο ολουσ τουσ γιουσ του, επειδη ηταν ο γιοσ των γηρατειων του· και του εκανε εναν ποικιλοχρωμο χιτωνα. και βλεποντασ οι αδελφοι του, οτι ο πατερασ τουσ αγαπουσε αυτον περισσοτερο απο ολουσ τουσ αδελφουσ του, τον μισησαν, και δεν μπορουσαν να του μιλανε ειρηνικα. και καθωσ ο ιωσηφ ονειρευτηκε ενα ονειρο, το διηγηθηκε στουσ αδελφουσ του· και τον μισησαν ακομα περισσοτερο. και τουσ ειπε: ακουστε, παρακαλω, τουτο το ονειρο που ονειρευτηκα· δεστε, εμεισ δεναμε δεματια στο μεσον τησ πεδιαδασ· και ξαφνου, σηκωθηκε το δικο μου δεματι, και σταθηκε ορθιο· και να, τα δικα σασ δεματια, αφου περιστραφηκαν, προσκυνησαν το δικο μου δεματι. και οι αδελφοι του ειπαν σ' αυτον: βασιλιασ θα γινεισ επανω σε μασ; η, θα γινεισ κυριοσ σε μασ; και τον μισησαν ακομα περισσοτερο για τα ονειρα του, και για τα λογια του. και ονειρευτηκε και αλλο ενα ονειρο, και το διηγηθηκε στουσ αδελφουσ του· και ειπε: δεστε, ονειρευτηκα και αλλο ενα ονειρο· και να, ο ηλιοσ, και το φεγγαρι, και 11 αστερια με προσκυνουσαν. και το διηγηθηκε στον πατερα του, και στουσ αδελφουσ του· και τον επεπληξε ο πατερασ του, και του ειπε: τι ειναι αυτο το ονειρο, που ονειρευτηκεσ; αραγε, θαρθουμε, εγω και η μητερα σου, και οι αδελφοι σου, για να σε προσκυνησουμε μεχρισ εδαφουσ; και τον φθονησαν οι αδελφοι του· ο πατερασ του, ομωσ, φυλαγε τον λογο. και οι αδελφοι του πηγαν να βοσκησουν τα προβατα του πατερα τουσ στη συχεμ. και ο ισραηλ ειπε στον ιωσηφ: δεν βοσκουν οι αδελφοι σου στη συχεμ; ελα, να σε στειλω σ' αυτουσ. κι εκεινοσ του ειπε: εδω ειμαι. και του ειπε: πηγαινε, λοιπον, να δεισ, αν ειναι καλα οι αδελφοι σου, και καλα τα προβατα, και να μου φερεισ ειδηση. και τον εστειλε απο την κοιλαδα τησ χεβρων· και ηρθε στη συχεμ. και τον βρηκε καποιοσ ανθρωποσ, ενω περιπλανιοταν στην πεδιαδα· και ο ανθρωποσ τον ρωτησε, λεγοντασ: τι ζητασ; κι εκεινοσ ειπε: τουσ αδελφουσ μου ζηταω· πεσ μου, παρακαλω, που βοσκουν. και ο ανθρωποσ ειπε: αναχωρησαν απο εδω· επειδη, τουσ ακουσα να λενε: ασ παμε στη δωθαν. και ο ιωσηφ πηγε ακολουθωντασ την πορεια των αδελφων του, και τουσ βρηκε στη δωθαν. κι εκεινοι μολισ τον ειδαν απο μακρια, πριν τουσ πλησιασει, εκαναν συμβουλιο εναντιον του να τον φονευσουν. και ο ενασ ειπε στον αλλον: να, ερχεται εκεινοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των ονειρων· ελατε, λοιπον, τωρα, και ασ τον φονευσουμε, και ασ τον ριξουμε σε εναν απο τουσ λακκουσ· και θα πουμε: ενα κακο θηριο τον κατεφαγε· και θα δουμε, τι θα γινουν τα ονειρα του. και οταν ο ρουβην το ακουσε, τον ελευθερωσε απο τα χερια τουσ, λεγοντασ: ασ μη του βλαψουμε τη ζωη. και ο ρουβην ειπε σ' αυτουσ: μη χυσετε αιμα· ριξτε τον σε τουτο τον λακκο, που ειναι μεσα στην ερημο, και μη βαλετε χερι επανω του· για να τον ελευθερωσει απο τα χερια τουσ, και να τον αποδωσει στον πατερα του. οταν, λοιπον, ο ιωσηφ ηρθε στουσ αδελφουσ του, ξεντυσαν τον ιωσηφ απο τον χιτωνα του, τον ποικιλοχρωμο χιτωνα, που ηταν επανω του· και παιρνοντασ τον, τον ερριξαν στον λακκο· και ο λακκοσ ηταν αδειοσ· δεν ειχε νερο. επειτα, καθησαν να φανε ψωμι, και σηκωνοντασ τα ματια τουσ ειδαν· και ξαφνου, μια συνοδεια απο ισμαηλιτεσ ερχοταν απο τη γαλααδ, μαζι με τισ καμηλεσ τουσ, φορτωμενεσ αρωματα και βαλσαμο και μυρο, και πορευονταν να τα φερουν κατω στην αιγυπτο. και ο ιηhυδασ ειπε στουσ αδελφουσ του: ποια η ωφελεια αν φονευσουμε τον αδελφο μασ, και κρυψουμε το αιμα του; ελατε και ασ τον πουλησουμε στουσ ισμαηλιτεσ· και ασ μη βαλουμε τα χερια μασ επανω του· επειδη, αδελφοσ μασ και σαρκα μασ ειναι. και οι αδελφοι του υπακουσαν. κι ενω διαβαιναν οι μαδιανιτεσ εμποροι, ανεσυραν κι ανεβασαν τον ιωσηφ απο τον λακκο, και πουλησαν τον ιωσηφ για 20 αργυρια στουσ ισμαηλιτεσ· κι εκεινοι εφεραν τον ιωσηφ στην αιγυπτο. και ο ρουβην επεστρεψε στον λακκο, και να, ο ιωσηφ δεν ηταν στον λακκο· και ξεσχισε τα ενδυματα του. και επεστρεψε στουσ αδελφουσ του, και ειπε: το παιδι δεν υπαρχει· κι εγω, εγω που να παω; τοτε, πηραν τον χιτωνα του ιωσηφ, και εσφαξαν ενα κατσικακι απο τισ κατσικεσ, και εβαψαν τον χιτωνα στο αιμα· και εστειλαν τον ποικιλοχρωμο χιτωνα, και τον εφεραν στον πατερα τουσ, και ειπαν: βρηκαμε αυτον· κοιταξε, τωρα, αν ειναι ο χιτωνασ του γιου σου η οχι. κι εκεινοσ τον γνωρισε, και ειπε: ο χιτωνασ του γιου μου ειναι· ενα κακο θηριο τον κατεφαγε· κατασπαραχθηκε ολοκληροσ ο ιωσηφ. και ο ιακωβ ξεσχισε τα ενδυματα του, και εβαλε σακο στη μεση του, και πενθησε τον γιο του πολλεσ ημερεσ. και σηκωθηκαν ολοι οι γιοι του, και ολεσ οι θυγατερεσ του, για να τον παρηγορησουν· αλλα, δεν ηθελε να παρηγορηθει, λεγοντασ οτι: πενθωντασ θα κατεβω προσ τον γιο μου στον ταφο. και ο πατερασ του τον εκλαψε. και οι μαδιανιτεσ τον πουλησαν στην αιγυπτο, στον πετεφρη, εναν αυλικο του φαραω, τον αρχοντα των σωματοφυλακων.

38

και κατα τον καιρο εκεινο κατεβηκε ο ιηhυδασ απο τουσ αδελφουσ του, και στραφηκε σε καποιον ανθρωπο οδολλαμιτη που ονομαζοταν ειρα. και ο ιηhυδασ ειδε εκει τη θυγατερα καποιου χαναναιου, που ονομαζοταν σουα· και την πηρε, και μπηκε μεσα σ' αυτη. κι εκεινη συνελαβε, και γεννησε γιο· και αποκαλεσε το ονομα του ηρ. και συνελαβε ξανα, και γεννησε γιο· και αποκαλεσε το ονομα του αυναν. και γεννησε ξανα και αλλον γιο· και αποκαλεσε το ονομα του σηλα· και ο ιηhυδασ ηταν στη χασβι, οταν τον γεννησε. και ο ιηhυδασ πηρε μια γυναικα στον ηρ, τον πρωτοτοκο του, που ονομαζοταν θαμαρ. και ο ηρ, ο πρωτοτοκοσ του ιηhυδα, σταθηκε κακοσ μπροστα στον κυριο· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον θανατωσε. και ο ιηhυδασ ειπε στον αυναν: μπεσ μεσα στη γυναικα του αδελφου σου, και να τη νυμφευθεισ, και να αναστησεισ σπερμα στον αδελφο σου. αλλ' ο αυναν ηξερε οτι το σπερμα δεν θα ηταν δικο του· γι' αυτο, οταν εμπαινε μεσα στη γυναικα του αδελφου του, ξεχυνε στη γη, για να μη δωσει σπερμα στον αδελφο του. κι αυτο που εκανε φανηκε κακο μπροστα στον κυριο· γι' αυτο, θανατωσε κι αυτον. και ο ιηhυδασ ειπε στη θαμαρ τη νυφη του: καθησε χηρα στο σπιτι του πατερα σου, μεχρισ οτου ο σηλα ο γιοσ μου γινει μεγαλοσ· επειδη, ελεγε: μηπωσ πεθανει κι αυτοσ, οπωσ οι αδελφοι του. πηγε, λοιπον, η θαμαρ, και κατοικησε στο σπιτι του πατερα τησ. και υστερα απο πολλεσ ημερεσ, πεθανε η θυγατερα του σουα, η γυναικα του ιηhυδα· και αφου ο ιηhυδασ παρηγορηθηκε, ανεβηκε στουσ κουρευτεσ των προβατων του στη θαμνα, αυτοσ και ο φιλοσ του ο ειρα ο οδολλαμιτησ. κι ανηγγειλαν στη θαμαρ, λεγοντασ: δεσ, ο πεθεροσ σου ανεβαινει στη θαμνα για να κουρεψει τα προβατα του. κι εκεινη εβγαλε τα ενδυματα τησ χηρειασ τησ, σκεπαστηκε με καλυμμα, και περιτυλιχθηκε, και καθησε κοντα στη διοδο, που ειναι στο δρομο τησ θαμνα· επειδη, ειδε οτι ο σηλα ειχε γινει μεγαλοσ, κι αυτη δεν δοθηκε σ' αυτον για γυναικα. και οταν ο ιηhυδασ την ειδε, τη νομισε για πορνη· επειδη, ειχε σκεπασμενο το προσωπο τησ. και στον δρομο στραφηκε σ' αυτη και ειπε: αφησε με, παρακαλω, να μπω μεσα σε σενα· επειδη, δεν γνωρισε οτι ηταν η νυφη του. κι εκεινη ειπε: τι θα μου δωσεισ για να μπεισ μεσα σε μενα; κι εκεινοσ ειπε: εγω θα σου στειλω ενα κατσικακι απο τισ κατσικεσ του κοπαδιου. κι εκεινη ειπε: μου δινεισ ενα ενεχυρο, μεχρισ οτου να το στειλεισ; κι εκεινοσ ειπε: τι ενεχυρο να σου δωσω; κι εκεινη ειπε: τη σφραγιδα σου, και το περιδεραιο σου, και τη ραβδο σου, που εχεισ στο χερι σου. και τησ τα εδωσε, και μπηκε μεσα σ' αυτην, και συνελαβε απ' αυτον. υστερα απ' αυτα, αναχωρησε, και αφου εβγαλε το καλυμμα τησ, ντυθηκε τα ενδυματα τησ χηρειασ τησ. και ο ιηhυδασ εστειλε το κατσικακι απο τισ κατσικεσ διαμεσου του φιλου του, του οδολλαμιτη, για να παραλαβει το ενεχυρο απο το χερι τησ γυναικασ· αλλα, δεν τη βρηκε· και ρωτησε τουσ ανθρωπουσ του τοπου τησ, λεγοντασ: που ειναι η πορνη, που καθοταν κοντα στη διοδο του δρομου; κι εκεινοι ειπαν: δεν σταθηκε εδω πορνη. και επεστρεψε στον ιηhυδα, και ειπε: δεν τη βρηκα· μαλιστα, οι ανθρωποι του τοπου ειπαν: δεν σταθηκε εδω πορνη. και ο ιηhυδασ ειπε: ασ τα εχει, για να μη ντροπιαστουμε· δεσ, εγω εστειλα τουτο το κατσικακι, εσυ ομωσ δεν τη βρηκεσ. και υστερα απο τρεισ μηνεσ περιπου, ανηγγειλαν στον ιηhυδα, λεγοντασ: η θαμαρ η νυφη σου πορνευσε, και μαλιστα, δεσ, ειναι εγκυοσ απο πορνεια. και ο ιηhυδασ ειπε: φερτε την εξω, και ασ κατακαει. και οταν την εφερναν εξω, απεστειλε στον πεθερο τησ, λεγοντασ: απο τον ανθρωπο, στον οποιο ανηκουν αυτα, ειμαι εγκυοσ· και ειπε ακομα: γνωρισε, παρακαλω, τινοσ ειναι η σφραγιδα, και το περιδεραιο, κι αυτη η ραβδοσ. και ο ιηhυδασ τα γνωρισε· και ειπε: αυτη ειναι δικαιοτερη απο μενα, επειδη δεν την εδωσα στον σηλα τον γιο μου. και δεν τη γνωρισε ποτε πλεον. και κατα την εποχη που επροκειτο να γεννησει, να, στην κοιλια τησ υπηρχαν διδυμα. κι ενω γεννουσε, το ενα προβαλε το χερι εξω· και η μαμη παιρνοντασ το, εδεσε επανω στο χερι του ενα κοκκινο νημα, λεγοντασ: αυτοσ βγηκε πρωτοσ. και καθωσ τραβηξε πισω το χερι του, να, βγηκε ο αδελφοσ του· κι αυτη ειπε: ποιον χαλασμο εκανεσ; επανω σου ασ ειναι ο χαλασμοσ. γι' αυτο, αποκληθηκε το ονομα του φαρεσ. και επειτα βγηκε ο αδελφοσ του, που ειχε το κοκκινο νημα στο χερι του· και το ονομα του αποκληθηκε ζαρα.

39

και κατεβασαν τον ιωσηφ στην αιγυπτο· και ο πετεφρησ, ο αυλικοσ του φαραω, ο αρχοντασ των σωματοφυλακων, ανθρωποσ αιγυπτιοσ, τον αγορασε απο τα χερια των ισμαηλιτων, που τον κατεβασαν εκει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι με τον ιωσηφ, και ηταν ανθρωποσ που ευοδωνοταν· και βρισκοταν στο σπιτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του, του αιγυπτιου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειδε, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι του, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευοδωνε στα χερια του ολα οσα εκανε. και ο ιωσηφ βρηκε χαρη μπροστα του, και τον υπηρετουσε· και τον εβαλε επιστατη στο σπιτι του· και ολα οσα ειχε, τα παρεδωσε στα χερια του. και απο εκεινο τον καιρο, αφου τον εβαλε επιστατη στο σπιτι του, και σε ολα οσα ειχε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευλογησε το σπιτι του αιγυπτιου εξαιτιασ του ιωσηφ· και η ευλογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν σε ολα οσα ειχε, στο σπιτι και στα χωραφια. και ολα οσα ειχε τα παρεδωσε στα χερια του ιωσηφ· και δεν ηξερε απο τα υπαρχοντα του τιποτε, εκτοσ απο το ψωμι που ετρωγε. και ο ιωσηφ ηταν ωραιοσ σε παραστημα και ομορφοσ στην οψη. και υστερα απο τα πραγματα αυτα, η γυναικα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του, ερριξε τα ματια τησ επανω στον ιωσηφ· και ειπε: κοιμησου μαζι μου. αλλ' εκεινοσ δεν ηθελε, και ειπε στη γυναικα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του: δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου δεν γνωριζει τιποτε απο οσα ειναι μαζι μου στο σπιτι· και ολα οσα εχει τα παρεδωσε στα χερια μου· δεν ειναι στο σπιτι τουτο κανενασ μεγαλυτεροσ μου ουτε ειναι σε μενα κατι αλλο απαγορευμενο, εκτοσ απο σενα, επειδη εισαι η γυναικα του· και πωσ να πραξω αυτο το μεγαλο κακο, και να αμαρτησω εναντια στον θεο; αν και μιλουσε στον ιωσηφ καθημερινα, αυτοσ ομωσ δεν υπακουσε σ' αυτη να κοιμηθει μαζι τησ, για να συνευρεθει μαζι τησ. και καποια ημερα ο ιωσηφ μπηκε στο σπιτι για να κανει τισ δουλειεσ του, και κανενασ απο τουσ ανθρωπουσ του σπιτιου δεν ηταν εκει στο σπιτι. κι εκεινη τον αρπαξε απο το ενδυμα του, λεγοντασ: κοιμησου μαζι μου· εκεινοσ, ομωσ, αφηνοντασ το ενδυμα του στα χερια τησ, εφυγε και βγηκε εξω. και καθωσ ειδε, οτι αφησε το ενδυμα του στα χερια τησ, και εφυγε εξω, φωναξε δυνατα προσ τουσ ανθρωπουσ του σπιτιου τησ, και τουσ μιλησε, λεγοντασ: δεστε, μασ εφερε εναν ανθρωπο εβραιο για να μασ εμπαιξει· μπηκε μεσα σε μενα για να κοιμηθει μαζι μου, κι εγω φωναξα με μεγαλη φωνη· και καθωσ ακουσε οτι υψωσα τη φωνη μου και φωναξα, αφηνοντασ το ενδυμα του κοντα μου, εφυγε, και βγηκε εξω, και απεθεσε το ενδυμα του κοντα τησ, μεχρισ οτου ηρθε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του στο σπιτι του. και του ειπε αυτα τα ιδια λογια, λεγοντασ: ο δουλοσ ο εβραιοσ, που μασ εφερεσ, μπηκε μεσα σε μενα για να με εμπαιξει· και καθωσ υψωσα τη φωνη μου και φωναξα, αφηνοντασ το ενδυμα του κοντα μου, εφυγε εξω. και καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ακουσε τα λογια τησ γυναικασ του, που του ειπε, λεγοντασ: ετσι μου εκανε ο δουλοσ σου, η οργη του αναψε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ιωσηφ, αφου τον πηρε, τον εβαλε στην οχυρωμενη φυλακη, στον τοπο οπου ησαν φυλακισμενοι οι δεσμιοι του βασιλια· και εμενε εκει στην οχυρωμενη φυλακη. αλλ' φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι με τον ιωσηφ, και ξεχυνε επανω σ' αυτον ελεοσ, και του εδωσε χαρη μπροστα στον αρχιδεσμοφυλακα. και ο αρχιδεσμοφυλακασ παρεδωσε στα χερια του ιωσηφ ολουσ τουσ φυλακισμενουσ, που ησαν στην οχυρωμενη φυλακη· και ολα οσα γινονταν εκει, τα εκανε αυτοσ. ο αρχιδεσμοφυλακασ δεν κοιταζε τιποτε απο οσα ησαν στα χερια του· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι του· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευοδωνε οσα αυτοσ εκανε.

40

και υστερα απο τα πραγματα αυτα, ο οινοχοοσ του βασιλια τησ αιγυπτου, και ο αρτοποιοσ, αμαρτησαν στον κυριο τουσ τον βασιλια τησ αιγυπτου. και ο φαραω οργιστηκε εναντιον των δυο αυλικων του, εναντιον του αρχιοινοχοου, και εναντιον του αρχισιτοποιου. και τουσ εβαλε σε φυλαξη, στο σπιτι του αρχοντα των σωματοφυλακων, στην οχυρωμενη φυλακη, στον τοπο οπου ηταν φυλακισμενοσ ο ιωσηφ. και ο αρχοντασ των σωματοφυλακων τουσ εμπιστευθηκε στον ιωσηφ, κι αυτοσ τουσ υπηρετουσε· και ησαν για καμποσο καιρο στη φυλακη. και ο οινοχοοσ και ο αρτοποιοσ του βασιλια τησ αιγυπτου, που ησαν φυλακισμενοι στην οχυρωμενη φυλακη, ονειρευτηκαν και οι δυο ενα ονειρο, ο καθε ενασ το ονειρο του την ιδια νυχτα· ο καθε ενασ με την εξηγηση του ονειρου του. και ο ιωσηφ μπαινοντασ μεσα προσ αυτουσ το πρωι, τουσ ειδε· και να, ησαν ταραγμενοι. και ρωτησε τουσ αυλικουσ του φαραω, που ησαν μαζι του στη φυλακη, στο σπιτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του, λεγοντασ: γιατι ειναι σημερα σκυθρωπα τα προσωπα σασ; κι εκεινοι του ειπαν: ονειρευτηκαμε ενα ονειρο, και δεν υπαρχει κανενασ που να το εξηγησει. και ο ιωσηφ ειπε σ' αυτουσ: οι εξηγησεισ δεν ανηκουν στον θεο; διηγηθειτε μου, παρακαλω. και ο αρχιοινοχοοσ διηγηθηκε το ονειρο του στον ιωσηφ, και του ειπε: ειδα στο ονειρο μου, και να, μια αμπελοσ μπροστα μου· και στην αμπελο ησαν τρεισ κλαδοι, και φαινοταν σαν να βλαστανει, και τα ανθη τησ ανοιξαν, και τα τσαμπια του σταφυλιου ωριμασαν· και το ποτηρι του φαραω ηταν στο χερι μου· και πηρα τα σταφυλια, και τα συμπιεσα στο ποτηρι του φαραω, και εδωσα το ποτηρι στο χερι του φαραω. και ο ιωσηφ ειπε σ' αυτον: αυτη ειναι η εξηγηση του· οι τρεισ κλαδοι ειναι τρεισ ημερεσ· υστερα απο τρεισ ημερεσ ο φαραω θα υψωσει το κεφαλι σου, και θα σε αποκαταστησει στο υπουργημα σου· και θα δωσεισ το ποτηρι του φαραω στο χερι του συμφωνα με την προηγουμενη συνηθεια, οταν ησουν οινοχοοσ του· αλλα, θυμησου με, οταν σου γινει το καλο· και κανε, παρακαλω, ελεοσ σε μενα, και ανεφερε για μενα στον φαραω, και βγαλεμε απο τουτο το οικημα· επειδη, στ' αληθεια κλεφτηκα απο τη γη των εβραιων· κι εδω παλι δεν εκανα τιποτε, ωστε να με βαλουν σε τουτο τον λακκο. και βλεποντασ ο αρχισιτοποιοσ οτι η εξηγηση ηταν καλη, ειπε στον ιωσηφ: κι εγω ειδα στο ονειρο μου, και να, τρια ασπρα πανερια επανω στο κεφαλι μου· και μεσα στο πανερι που ηταν επανω-επανω, ησαν απο ολα τα φαγητα του φαραω, τησ τεχνησ του αρτοποιου· και τα πουλια τα ετρωγαν απο το πανερι, απο επανω απο το κεφαλι μου. και αποκρινομενοσ ο ιωσηφ, ειπε: αυτη ειναι η εξηγηση του· τα τρια πανερια ειναι τρεισ ημερεσ· μετα απο τρεισ ημερεσ, ο φαραω θα υψωσει το κεφαλι σου επανω απο σενα, και θα σε κρεμασει σε ξυλο, και τα πουλια θα φανε τη σαρκα σου απο επανω σου. και την τριτη ημερα, την ημερα των γενεθλιων του φαραω, εκανε συμποσιο σε ολουσ τουσ δουλουσ του· και υψωσε το κεφαλι του αρχιοινοχοου και το κεφαλι του αρχισιτοποιου αναμεσα στουσ δουλουσ του. και τον μεν αρχιοινοχοο τον αποκατεστησε στην οινοχοια του, και εδωσε το ποτηρι στο χερι του φαραω· ενω τον αρχισιτοποιο τον κρεμασε· καθωσ ο ιωσηφ ειχε εξηγησει σ' αυτουσ. ο αρχιοινοχοοσ, ομωσ, δεν θυμηθηκε τον ιωσηφ, αλλα τον λησμονησε.

41

και υστερα απο παρελευση δυο χρονων, ο φαραω ειδε ενα ονειρο· και να, στεκοταν κοντα στον ποταμο· και ξαφνου, επτα δαμαλια ομορφα και παχυσαρκα ανεβαιναν απο τον ποταμο, και εβοσκαν στο λιβαδι· και ξαφνου, αλλα επτα δαμαλια ανεβαιναν, υστερα απο εκεινα, απο τον ποταμο, ασχημα και λεπτοσαρκα, και στεκονταν κοντα στα αλλα δαμαλια στην ακρη του ποταμου· και τα δαμαλια τα ασχημα και λεπτοσαρκα κατεφαγαν τα επτα δαμαλια τα ομορφα και παχυσαρκα. τοτε, ο φαραω ξυπνησε. και καθωσ αποκοιμηθηκε ονειρευτηκε μια δευτερη φορα· και ξαφνου, επτα σταχυα παχια και καλα ανεβαιναν απο τον ιδιο κορμο· και ξαφνου, αλλα επτα σταχυα λεπτα, και καμενα απο τον ανατολικο ανεμο, αναφυονταν υστερα απο εκεινα· και τα σταχυα τα λεπτα καταπιαν τα επτα σταχυα τα παχια και μεστα. και ο φαραω ξυπνησε, και να, ηταν ονειρο. και το πρωι, το πνευμα του ηταν ταραγμενο· και στελνοντασ καλεσε ολουσ τουσ μαγουσ τησ αιγυπτου, και ολουσ τουσ σοφουσ τησ· και ο φαραω διηγηθηκε σ' αυτουσ τα ονειρα του· αλλα, δεν υπηρχε κανενασ, που να τα εξηγησει στον φαραω. τοτε, ο αρχιοινοχοοσ μιλησε στον φαραω, λεγοντασ: σημερα θυμαμαι την αμαρτια μου· ο φαραω ειχε οργιστει εναντιον των δουλων του, και με εβαλε σε φυλακη, στο σπιτι του αρχοντα των σωματοφυλακων, εμενα και τον αρχισιτοποιο· και ειδαμε ενα ονειρο την ιδια νυχτα, εγω και εκεινοσ· ονειρευτηκαμε ο καθε ενασ συμφωνα με την εξηγηση του ονειρου του· και ηταν εκει μαζι μασ ενασ νεοσ, εβραιοσ, δουλοσ του αρχοντα των σωματοφυλακων· και του διηγηθηκαμε, και μασ εξηγησε τα ονειρα μασ· στον καθε εναν συμφωνα με το ονειρο του εκανε την εξηγηση· και καθωσ μασ τα εξηγησε, ετσι και συνεβηκε· εμενα μεν αποκατεστησε στο υπουργημα μου, και εκεινον τον κρεμασε. τοτε, στελνοντασ ο φαραω, καλεσε τον ιωσηφ, και τον εβγαλαν γρηγορα απο τη φυλακη· και ξυριστηκε, και αλλαξε τη στολη του, και ηρθε στον φαραω. και ο φαραω ειπε στον ιωσηφ: ειδα ενα ονειρο, και δεν υπαρχει κανενασ που να το εξηγησει· κι εγω ακουσα για σενα να λενε, οτι καταλαβαινεισ τα ονειρα, ωστε να τα εξηγεισ. και αποκριθηκε ο ιωσηφ στον φαραω, λεγοντασ: οχι εγω· ο θεοσ θα δωσει στον φαραω σωτηρια αποκριση. και ο φαραω ειπε στον ιωσηφ: στο ονειρο μου, δεσ, στεκομουν στην ακρη του ποταμου· και ξαφνου, επτα δαμαλια παχυσαρκα και ομορφα ανεβαιναν απο τον ποταμο, και εβοσκαν στο λιβαδι· και ξαφνου, αλλα επτα δαμαλια ανεβαιναν υστερα απ' αυτα, αδυνατα, και πολυ ασχημα, και λεπτοσαρκα, τετοια που ασχημοτερα δεν ειχα δει ποτε σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου· και τα δαμαλια τα λεπτα και ασχημα κατεφαγαν τα επτα πρωτα δαμαλια τα παχια· και αφου μπηκαν στισ κοιλιεσ τουσ, δεν διακρινοταν οτι μπηκαν στισ κοιλιεσ τουσ, αλλα η εμφανιση τουσ ηταν ασχημη, καθωσ και προηγουμενωσ· τοτε, ξυπνησα. επειτα, ειδα στο ονειρο μου, και ξαφνου, επτα σταχυα ανεβαιναν απο τον ιδιο κορμο, μεστα και καλα· και ξαφνου, αλλα επτα σταχυα ξερα, λεπτα, καμενα απο τον ανατολικο ανεμο, αναφυονταν υστερα απ' αυτα· και τα λεπτα σταχυα καταπιαν τα επτα σταχυα τα καλα· και τα ειπα αυτα στουσ μαγουσ, αλλα δεν υπηρχε κανενασ που να μου τα εξηγησει. και ο ιωσηφ ειπε στον φαραω: το ονειρο του φαραω ειναι ενα· ο θεοσ φανερωσε στον φαραω οσα προκειται να κανει. τα επτα δαμαλια τα καλα ειναι επτα χρονια· και τα επτα σταχυα τα καλα ειναι επτα χρονια· το ονειρο ειναι ενα. και τα επτα δαμαλια τα λεπτα και ασχημα, που ανεβαιναν επειτα απ' αυτα, ειναι επτα χρονια· και τα επτα σταχυα τα αμεστα, τα καμενα απο τον ανατολικο ανεμο, θα ειναι επτα χρονια πεινασ. τουτο ειναι το πραγμα που ειπα στον φαραω· ο θεοσ φανερωσε στον φαραω οσα προκειται να κανει. δεσ, ερχονται επτα χρονια μεγαλησ αφθονιασ σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου· και υστερα απ' αυτα, θα επελθουν επτα χρονια πεινασ· και ολοκληρη η αφθονια θα λησμονηθει στη γη τησ αιγυπτου, και η πεινα θα καταφθειρει τη γη· και δεν θα γνωριστει η αφθονια επανω στη γη, εξαιτιασ εκεινησ τησ πεινασ, που προκειται να ακολουθησει· επειδη, θα ειναι βαρια σε υπερβολικο βαθμο. και το οτι το ονειρο επαναληφθηκε στον φαραω δυο φορεσ, δειχνει οτι το πραγμα ειναι αποφασισμενο απο τον θεο, και οτι ο θεοσ θα επιταχυνει να το εκτελεσει. τωρα, λοιπον, ασ προβλεψει ο φαραω εναν ανθρωπο συνετο και με φρονηση και ασ τον καταστησει επανω στη γη τησ αιγυπτου· ασ κανει ο φαραω, και ασ διορισει επιστατεσ στη γη· και ασ παιρνει το ενα πεμπτο απο τη γη τησ αιγυπτου, στα επτα χρονια τησ αφθονιασ· και ασ μαζεψουν ολεσ τισ τροφεσ αυτων των ερχομενων καλων χρονων· και ασ αποταμιευσουν σιταρι κατω απο το χερι του φαραω, για τροφεσ στισ πολεισ, και ασ το φυλαττουν· και οι τροφεσ θα μενουν φυλαγμενεσ για τη γη στα επτα χρονια τησ πεινασ, που θα ακολουθησουν στη γη τησ αιγυπτου· για να μη χαθει ο τοποσ απο την πεινα. και ο λογοσ αρεσε στον φαραω, και σε ολουσ τουσ δουλουσ του. και ο φαραω ειπε στουσ δουλουσ του: μπορουμε να βρουμε εναν ανθρωπον οπωσ τουτον, στον οποιο υπαρχει το πνευμα του θεου; και ο φαραω ειπε στον ιωσηφ: επειδη, ο θεοσ εδειξε σε σενα ολα αυτα, δεν υπαρχει κανενασ τοσο συνετοσ και φρονιμοσ οσο εσυ. εσυ θα εισαι επανω στο παλατι μου, και στον λογο του στοματοσ σου θα υπακουει ολοκληροσ ο λαοσ μου· μονον στον θρονο θα ειμαι ανωτεροσ σου. και ο φαραω ειπε στον ιωσηφ: να, σε κατεστησα επανω σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου. και βγαζοντασ ο φαραω το δαχτυλιδι απο το χερι του, το εβαλε στο χερι του ιωσηφ, και τον εντυσε με ενδυματα απο πολυτελεσ λινο, και του περιεθεσε ενα χρυσο περιδεραιο γυρω στον λαιμο του. και τον ανεβασε επανω στη δευτερη αμαξα του· και διακηρυτταν μπροστα του: γονατιστε· και τον κατεστησε επανω σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου. και ο φαραω ειπε στον ιωσηφ: εγω ειμαι ο φαραω, και χωρισ εσενα κανενασ δεν θα σηκωσει το χερι του η το ποδι του, σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου. και ο φαραω ονομασε τον ιωσηφ ζαφναθ-πανεαχ και του εδωσε για γυναικα την ασενεθ, τη θυγατερα του ποτιφερα, ιερεα τησ ων. και ο ιωσηφ βγηκε στη γη τησ αιγυπτου. και ο ιωσηφ ηταν 30 χρονων οταν παρασταθηκε μπροστα στον φαραω, τον βασιλια τησ αιγυπτου· και ο ιωσηφ βγηκε μπροστα απο τον φαραω, και διαπερασε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου. και η γη καρποφορησε πλουσιοπαροχα στα επτα χρονια τησ αφθονιασ· και μαζεψε ολεσ τισ τροφεσ των επτα χρονων που εγιναν στη γη τησ αιγυπτου· και εναπεθεσε τισ τροφεσ στισ πολεισ· τισ τροφεσ των χωραφιων, που ησαν γυρω απο καθε πολη, τισ εβαλε σ' αυτη. και ο ιωσηφ μαζεψε σιταρι σαν την αμμο τησ θαλασσασ, πολυ, σε υπερβολικο βαθμο, ωστε επαυσε να το μετραει, επειδη ηταν αμετρητο. και στον ιωσηφ γεννηθηκαν δυο γιοι, πριν ερθουν τα χρονια τησ πεινασ· τουσ οποιουσ η ασενεθ, η θυγατερα του ποτιφερα, του ιερεα τησ ων, γεννησε σ' αυτον. και ο ιωσηφ αποκαλεσε το ονομα του πρωτοτοκου, μανασση· επειδη, ειπε: ο θεοσ με εκανε να λησμονησω ολουσ τουσ πονουσ μου και ολοκληρη την οικογενεια του πατερα μου. και το ονομα του δευτερο αποκαλεσε εφραιμ· επειδη, ειπε: ο θεοσ με αυξησε στη γη τησ θλιψησ μου. και περασαν τα επτα χρονια τησ αφθονιασ, που εγινε στη γη τησ αιγυπτου. και αρχισαν να ερχονται τα επτα χρονια τησ πεινασ, καθωσ ειχε πει ο ιωσηφ· και η πεινα εγινε σε ολουσ τουσ τοπουσ· σε ολοκληρη, ομωσ, τη γη τησ αιγυπτου υπηρχε ψωμι. και οταν πεινασε ολοκληρη η γη τησ αιγυπτου, ο λαοσ κραυγασε στον φαραω για ψωμι. και ο φαραω ειπε σε ολουσ τουσ αιγυπτιουσ: πηγαινετε στον ιωσηφ· ο,τι σασ πει, να κανετε. και η πεινα ηταν επανω σε ολοκληρο το προσωπο τησ γησ. και ο ιωσηφ ανοιξε ολεσ τισ αποθηκεσ, και πουλουσε σιταρι στουσ αιγυπτιουσ· και η πεινα βαραινε επανω στη γη τησ αιγυπτου. και ολοι οι τοποι ερχονταν στην αιγυπτο, στον ιωσηφ, για να αγοραζουν σιταρι· επειδη, η πεινα βαραινε επανω σε ολοκληρη τη γη.

42

και ο ιακωβ ειδε οτι υπηρχε σιταρι στην αιγυπτο· και ο ιακωβ ειπε στουσ γιουσ του: τι βλεπετε ο ενασ τον αλλον; και ειπε: δεστε, ακουσα οτι υπαρχει σιταρι στην αιγυπτο· κατεβειτε εκει, και αγοραστε για μασ απο εκει για να ζησουμε, και να μη πεθανουμε. και κατεβηκαν οι δεκα αδελφοι του ιωσηφ για να αγορασουν σιταρι απο την αιγυπτο. τον βενιαμιν, ομωσ, τον αδελφο του ιωσηφ, ο ιακωβ δεν τον εστειλε μαζι με τουσ αδελφουσ του· επειδη, ειπε: μηπωσ συμβει και σ' αυτον συμφορα. και οι γιοι του ισραηλ ηρθαν για να αγορασουν σιταρι, αναμεσα σ' εκεινουσ που ερχονταν εκει· επειδη, η πεινα ηταν στη γη χανααν. και ο ιωσηφ ηταν ο διοικητησ του τοπου· αυτοσ πουλουσε σε ολοκληρο τον λαο του τοπου· ηρθαν, λοιπον, οι αδελφοι του ιωσηφ, και τον προσκυνησαν κατα προσωπο μεχρισ εδαφουσ. και καθωσ ο ιωσηφ ειδε τουσ αδελφουσ του, τουσ γνωρισε· προσποιηθηκε, ομωσ, σ' αυτουσ τον ξενον, και τουσ μιλουσε σκληρα· και τουσ ειπε: απο που ερχεστε; κι εκεινοι ειπαν: απο τη γη χανααν, για να αγορασουμε τροφεσ. και ο μεν ιωσηφ γνωρισε τουσ αδελφουσ του· εκεινοι, ομωσ, δεν τον γνωρισαν. και ο ιωσηφ θυμηθηκε τα ονειρα, που ονειρευτηκε γι' αυτουσ· και τουσ ειπε: ειστε κατασκοποι· ηρθατε να παρατηρησετε τα γυμνα του τοπου. κι εκεινοι του ειπαν: οχι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου· αλλα, οι δουλοι σου ηρθαμε για να αγορασουμε τροφεσ· εμεισ ολοι ειμαστε γιοι ενοσ ανθρωπου· καλοι ανθρωποι ειμαστε· οι δουλοι σου δεν ειναι κατασκοποι. και ειπε σ' αυτουσ: οχι, αλλα ηρθατε για να παρατηρησετε τα γυμνα του τοπου. κι εκεινοι ειπαν: οι δουλοι σου ειμαστε 12 αδελφοι, γιοι ενοσ ανθρωπου στη γη χανααν· και δεσ, ο νεοτεροσ βρισκεται σημερα μαζι με τον πατερα μασ, και ο αλλοσ δεν υπαρχει. και ο ιωσηφ τουσ ειπε: αυτο ειναι που σασ ειπα, λεγοντασ, ειστε κατασκοποι. με τουτο θα δοκιμαστειτε· μα τη ζωη του φαραω, δεν θα βγειτε απο εδω, αν δεν ερθει εδω ο αδελφοσ σασ ο νεοτεροσ· στειλτε εναν απο σασ, και ασ φερει τον αδελφο σασ· εσεισ, ομωσ, θα μενετε δεσμιοι μεχρισ οτου αποδειχθουν τα λογια σασ, αν λετε την αληθεια· διαφορετικα, μα τη ζωη του φαραω, σιγουρα ειστε κατασκοποι. και τουσ εβαλε σε φυλαξη τρεισ ημερεσ. και την τριτη ημερα ο ιωσηφ τουσ ειπε: αυτο θα κανετε, και θα ζησετε· επειδη, εγω φοβαμαι τον θεο: αν ειστε καλοι, ενασ απο τουσ αδελφουσ σασ ασ μεινει δεσμιοσ στη φυλακη, οπου ειστε· εσεισ πηγαινετε, παρτε σιταρι για την πεινα των σπιτιων σασ· φερτε, ομωσ, σε μενα τον αδελφο σασ τον νεοτερο· ετσι θα επαληθευθουν τα λογια σασ, και δεν θα πεθανετε. και εκαναν ετσι. και ο ενασ ειπε στον αλλον: αληθινα ειμαστε ενοχοι για τον αδελφο μασ, επειδη ειδαμε τη θλιψη τησ ψυχησ του, οταν μασ παρακαλουσε, και δεν τον εισακουσαμε· γι' αυτο, ηρθε επανω μασ αυτη η θλιψη. και ο ρουβην αποκριθηκε σ' αυτουσ λεγοντασ: δεν σασ ειπα, λεγοντασ, μη αμαρτησετε εναντια στο παιδι; και δεν ακουσατε· γι' αυτο δεστε, και το αιμα του εκζητειται. κι αυτοι δεν ηξεραν οτι ο ιωσηφ καταλαβαινε· επειδη, συνομιλουσαν μεσω διερμηνεα. και αφου αποσυρθηκε απο κοντα τουσ εκλαψε· και επεστρεψε ξανα σ' αυτουσ, και τουσ μιλουσε· και πηρε απ' αυτουσ τον συμεων, και τον εδεσε μπροστα τουσ. τοτε, ο ιωσηφ προσταξε να γεμισουν τα σκευη τουσ με σιταρι, και επιστρεψουν το ασημι του καθενοσ μεσα στο σακι του, και να τουσ δωσουν ζωοτροφια για τον δρομο· κι εγινε σ' αυτουσ ετσι. και οταν φορτωσαν το σιταρι τουσ στα γαιδουρια τουσ, αναχωρησαν απο εκει. και οταν ενασ απ' αυτουσ ελυσε το σακι του, για να δωσει στο γαιδουρι του τροφη στο καταλυμα, ειδε το ασημι του, και να, ηταν στο στομιο του σακιου του. και ειπε στουσ αδελφουσ του: το ασημι μου μου δοθηκε πισω, και μαλιστα, να, ειναι στο σακι μου· και εκπλαγηκε η καρδια τουσ, και συνταραχτηκαν, λεγοντασ μεταξυ τουσ: τι ειναι τουτο, που μασ εκανε ο θεοσ; και ηρθαν στον ιακωβ τον πατερα τουσ στη γη χανααν, κι ανηγγειλαν σ' αυτον ολα οσα συνεβησαν σ' αυτουσ, λεγοντασ: ο ανθρωποσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του τοπου, μασ μιλησε σκληρα, και μασ πηρε σαν κατασκοπουσ του τοπου. και του ειπαμε: ειμαστε καλοι ανθρωποι· δεν ειμαστε κατασκοποι· ειμαστε 12 αδελφοι, γιοι του πατερα μασ· ο ενασ δεν υπαρχει· και ο νεοτεροσ ειναι σημερα με τον πατερα μασ στη γη χανααν. και ο ανθρωποσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του τοπου, μασ ειπε: με τουτο θα γνωρισω οτι ειστε καλοι ανθρωποι· εναν απο τουσ αδελφουσ σασ αφηστε μαζι μου, και παιρνοντασ σιταρι για την πεινα των σπιτιων σασ, φυγετε· και φερτε σε μενα τον αδελφο σασ τον νεοτερο· τοτε, θα γνωρισω οτι δεν ειστε κατασκοποι, αλλα ειστε καλοι· και θα σασ αποδωσω τον αδελφο σασ, και θα εμπορευεστε στον τοπο. και οταν αδειασαν τα σακια τουσ, να, του καθενοσ το κομποδεμα με το ασημι ηταν μεσα στο σακι του· και οταν αυτοι και ο πατερασ τουσ ειδαν τα κομποδεματα με το ασημι τουσ, φοβηθηκαν. και ο ιακωβ, ο πατερασ τουσ, τουσ ειπε: εσεισ με ατεκνωσατε· ο ιωσηφ δεν υπαρχει, και ο συμεων δεν υπαρχει, και τον βενιαμιν θα παρετε· επανω μου ηρθαν ολα αυτα. και ο ρουβην ειπε στον πατερα του, λεγοντασ: θανατωσε τουσ δυο γιουσ μου, αν δεν τον φερω πισω σε σενα· δωσ' τον στο χερι μου κι εγω θα τον επαναφερω σε σενα. κι εκεινοσ ειπε: δεν θα κατεβει ο γιοσ μου μαζι σασ· επειδη, ο αδελφοσ του πεθανε, και εμεινε αυτοσ μονοσ. και αν συμβει σ' αυτον συμφορα στον δρομο οπου πηγαινετε, τοτε θα κατεβασετε την πολια μου στον ταφο με λυπη.

43

και η πεινα βαραινε στη γη. και αφου τελειωσαν τρωγοντασ το σιταρι που ειχαν φερει απο την αιγυπτο, ο πατερασ τουσ ειπε σ' αυτουσ: πηγαινετε ξανα, αγοραστε μασ λιγεσ τροφεσ. και ο ιηhυδασ του ειπε, λεγοντασ: εντονα διαμαρτυρηθηκε σε μασ ο ανθρωποσ, λεγοντασ: δεν θα δειτε το προσωπο μου, αν δεν ειναι μαζι σασ ο αδελφοσ σασ. αν, λοιπον, αποστειλεισ μαζι μασ τον αδελφο μασ, θα κατεβουμε, και θα σου αγορασουμε τροφεσ· αλλα, αν δεν τον αποστειλεισ, δεν θα κατεβουμε, επειδη ο ανθρωποσ μασ ειπε: δεν θα δειτε το προσωπο μου, αν ο αδελφοσ σασ δεν ειναι μαζι σασ. και ο ισραηλ ειπε: γιατι με κακοποιησατε, φανερωνοντασ στον ανθρωποοτι εχετε και αλλον αδελφο; κι εκεινοι ειπαν: ο ανθρωποσ μασ ρωτησε ακριβωσ για μασ, και για τη συγγενεια μασ, λεγοντασ: ο πατερασ σασ ζει ακομα; εχετε αλλον αδελφο; και του αποκριθηκαμε συμφωνα με την ερωτηση αυτη· μπορουσαμε να ξερουμε οτι θα μασ ελεγε: φερτε τον αδελφο σασ; και ο ιηhυδασ ειπε στον ισραηλ τον πατερα του: στειλε το παιδι μαζι μου, και αφου σηκωθουμε ασ παμε, για να ζησουμε, και να μη πεθανουμε, εμεισ, εσυ, και οι οικογενειεσ μασ· εγω εγγυωμαι γι' αυτον· απο το χερι μου να τον ζητησεισ· αν δεν τον φερω σε σενα, και δεν τον στησω μπροστα σου, τοτε να ειμαι παντοτινα υπευθυνοσ σε σενα· επειδη, αν δεν χρονοτριβουσαμε, σιγουρα αυτη θα ηταν η δευτερη φορα μεχρι τωρα που θα επιστρεφαμε. και ο ισραηλ, ο πατερασ τουσ, ειπε σ' αυτουσ: αν ετσι πρεπει να γινει, καντε το, λοιπον· παρτε στα σκευη σασ απο τουσ καλυτερουσ καρπουσ τησ γησ, και φερτε στον ανθρωπο δωρα, λιγο βαλσαμο, και λιγο μελι, αρωματα, και μυρο, φυστικια, και αμυγδαλα· και παρτε διπλασιο ασημι στα χερια σασ· και το ασημι εκεινο που σασ επιστραφηκε στο στομιο των σακιων σασ, φερτε το παλι στα χερια σασ· ισωσ, εγινε κατα λαθοσ· και παρτε τον αδελφο σασ, και αφου σηκωθειτε, επιστρεψτε στον ανθρωπο· και ο θεοσ, ο παντοδυναμοσ, να σασ δωσει χαρη μπροστα στον ανθρωπο, για να αποστειλει μαζι σασ τον αλλο σασ αδελφο και τον βενιαμιν· κι εγω, αν ειναι να ατεκνωθω, ασ ατεκνωθω. και οι ανθρωποι, παιρνοντασ αυτα τα δωρα, πηραν και διπλασιο ασημι στα χερια τουσ, και τον βενιαμιν· και αφου σηκωθηκαν, κατεβηκαν στην αιγυπτο, και παρασταθηκαν μπροστα στον ιωσηφ. και οταν ο ιωσηφ ειδε τον βενιαμιν μαζι τουσ, ειπε στον επιστατη του σπιτιου: φερε τουσ ανθρωπουσ στο σπιτι, και σφαξε ενα σφαχτο, και ετοιμασε, επειδη μαζι μου θα φανε οι ανθρωποι το μεσημερι. και ο ανθρωποσ εκανε οπωσ του ειπε ο ιωσηφ· και ο ανθρωποσ εφερε τουσ ανθρωπουσ μεσα στο σπιτι του ιωσηφ. και οι ανθρωποι φοβηθηκαν, επειδη φερθηκαν μεσα στο σπιτι του ιωσηφ· και ειπαν: για το ασημι, που επιστραφηκε στα σακια μασ την πρωτη φορα, μασ φερνουν μεσα, για να βρει αφορμη εναντιον μασ, και να ριχτει επανω μασ, και να παρει εμασ για δουλουσ, και τα γαιδουρια μασ. και αφου πλησιασαν τον ανθρωπο, τον επιστατη του σπιτιου του ιωσηφ, μιλησαν σ' αυτον στην πυλη του σπιτιου. και ειπαν: παρακαλουμε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κατεβηκαμε την πρωτη φορα για να αγορασουμε τροφεσ· και οταν ηρθαμε στο καταλυμα, ανοιξαμε τα σακια μασ, και να, του καθενοσ το ασημι ηταν στο στομιο του σακιου του, το ασημι μασ σωστο· γι' αυτο, το φεραμε πισω στα χερια μασ· φεραμε και αλλο ασημι στα χερια μασ, για να αγορασουμε τροφεσ· δεν ξερουμε ποιοσ εβαλε το ασημι μασ στα σακια μασ. κι εκεινοσ ειπε: ειρηνη σε σασ· μη φοβαστε· ο θεοσ σασ, και ο θεοσ του πατερα σασ, σασ εδωσε θησαυρο στα σακια σασ· το ασημι σασ ηρθε σε μενα. και τουσ εδωσε τον συμεων. και ο ανθρωποσ εφερε τουσ ανθρωπουσ μεσα στο σπιτι του ιωσηφ, και τουσ εδωσε νερο, και ενιψαν τα ποδια τουσ· και εδωσε τροφη στα γαιδουρια τουσ. κι εκεινοι ετοιμασαν τα δωρα, μεχρισ οτου ερθει ο ιωσηφ το μεσημερι· επειδη, ακουσαν οτι εκει προκειται να φανε ψωμι. και οταν ο ιωσηφ ηρθε στο σπιτι, του προσφεραν τα δωρα, που ειχαν στα χερια τουσ, μεσα στο σπιτι· και τον προσκυνησαν μεχρισ εδαφουσ. και τουσ ρωτησε για την υγεια τουσ· και ειπε: υγιαινει ο πατερασ σασ, ο γεροντασ, για τον οποιο μου ειπατε; ζει ακομα; κι εκεινοι ειπαν: υγιαινει ο δουλοσ σου ο πατερασ μασ· ακομα ζει. και αφου εσκυψαν προσκυνησαν. και σηκωνοντασ τα ματια του, ειδε τον βενιαμιν τον αδελφο του, τον ομομητριο, και ειπε: αυτοσ ειναι ο αδελφοσ σασ ο νεοτεροσ, για τον οποιο μου ειχατε πει; και ειπε: ο θεοσ να σε ελεησει, παιδι μου. και ο ιωσηφ βιαστηκε να αποσυρθει· επειδη, τον συνταραξαν τα σπλαχνα του για τον αδελφο του· και ζητουσε τοπο για να κλαψει· και μπαινοντασ στο ταμειο, εκλαψε εκει. επειτα, αφου ενιψε το προσωπο του, βγηκε, και συγκρατωντασ τον εαυτο του, ειπε: βαλτε ψωμι. και εβαλε χωριστα γι' αυτον και χωριστα για εκεινουσ, και για τουσ αιγυπτιουσ, που συνετρωγαν μαζι του, χωριστα· επειδη, οι αιγυπτιοι δεν μπορουσαν να φανε ψωμι μαζι με τουσ εβραιουσ, επειδη, αυτο ειναι βδελυγμα στουσ αιγυπτιουσ. καθησαν, λοιπον, μπροστα του, ο πρωτοτοκοσ συμφωνα με την πρωτοτοκια του, και ο νεοτεροσ συμφωνα με τη νεοτητα του· και θαυμαζαν οι ανθρωποι μεταξυ τουσ. και παιρνοντασ απο μπροστα του μεριδια εστειλε σ' αυτουσ· το μεριδιο, ομωσ, του βενιαμιν ηταν πενταπλασια μεγαλυτερο απο τον καθενα απ' αυτουσ. και ηπιαν και ευφρανθηκαν μαζι του.

44

και προσταξε τον επιστατη του σπιτιου του, λεγοντασ: γεμισε τα σακια των ανθρωπων με τροφεσ, οσεσ μπορουν να σηκωσουν, και βαλε το ασημι του καθενοσ στο στομιο του σακιου του· και βαλε το ποτηρι μου, το ποτηρι το ασημενιο, στο στομιο του σακιου του νεοτερου, και το ασημι του σιταριου του. και εκανε συμφωνα με τον λογο που ειπε ο ιωσηφ. το πρωι, καθωσ εφεξε, οι ανθρωποι σταλθηκαν, αυτοι και τα γαιδουρια τουσ. και αφου βγηκαν απο την πολη, πριν απομακρυνθουν πολυ, ο ιωσηφ ειπε στον επιστατη του σπιτιου του: αφου σηκωθεισ, τρεξε καταπισω απο τουσ ανθρωπουσ· και μολισ τουσ προφτασεισ, πεσ τουσ: γιατι ανταποδωσατε κακο αντι καλου; δεν ειναι αυτο το ποτηρι, στο οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου πινει, και μεσω του οποιου αληθινα μαντευει; πραξατε ασχημα κανοντασ αυτο. και καθωσ τουσ προφτασε, τουσ ειπε τα λογια αυτα. κι εκεινοι του ειπαν: γιατι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ μιλαει με τα λογια αυτα; μη γενοιτο, οι δουλοι σου να πραξουν ενα τετοιο πραγμα! δεσ, το ασημι, το οποιο βρηκαμε στο στομιο των σακιων μασ, σου το επιστρεψαμε απο τη γη χανααν, και πωσ θα κλεβαμε απο το σπιτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου ασημι η χρυσαφι; σε οποιον απο τουσ δουλουσ σου βρεθει, ασ πεθανει, κι εμεισ ακομα θα γινουμε δουλοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ. κι εκεινοσ ειπε: και τωρα ασ γινει οπωσ λετε· σε οποιον βρεθει θα γινει δουλοσ μου, κι εσεισ θα ειστε αθωοι. και σπευδοντασ, κατεβασαν καθε ενασ το σακι του στη γη, και ανοιξε καθε ενασ το σακι του. και ερευνησαν, αρχιζοντασ απο τον μεγαλυτερο, και τελειωνοντασ στον νεοτερο· και βρεθηκε το ποτηρι στο σακι του βενιαμιν. τοτε, εσχισαν τα ενδυματα τουσ, και φορτωνοντασ ο καθενασ το γαιδουρι του, επεστρεψαν στην πολη. και μπηκε μεσα ο ιηhυδασ και οι αδελφοι του στο σπιτι του ιωσηφ, ενω αυτοσ ηταν ακομα εκει· και επεσαν μπροστα του στη γη. και ο ιωσηφ τουσ ειπε: τι ειναι αυτο το πραγμα, που πραξατε; δεν ξερετε οτι ενασ ανθρωποσ οπωσ εγω, μαντευει αληθινα; και ο ιηhυδασ ειπε: τι να πουμε στον κυριο μου; τι να μιλησουμε; η, πωσ να δικαιωθουμε; ο θεοσ βρηκε την αδικια των δουλων σου. να, ειμαστε δουλοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, κι εμεισ, κι εκεινοσ στον οποιο βρεθηκε το ποτηρι. κι εκεινοσ ειπε: μη γενοιτο σε μενα να το πραξω αυτο· ο ανθρωποσ στον οποιο βρεθηκε το ποτηρι, αυτοσ θα ειναι δουλοσ σε μενα· εσεισ να ανεβειτε με ειρηνη στον πατερα σασ. και ο ιηhυδασ τον πλησιασε, και ειπε: παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου· ασ μιλησει, παρακαλω, ο δουλοσ σου εναν λογο στ' αυτια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου και ασ μη εξαφθει ο θυμοσ σου εναντια στον δουλο σου· επειδη, εσυ εισαι οπωσ ο φαραω. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ρωτησε τουσ δουλουσ του, λεγοντασ: εχετε πατερα η αδελφο; και ειπαμε στον κυριο μου: εχουμε πατερα γεροντα, και παιδι των γηρατειων του, μικρο, και ο αδελφοσ του πεθανε· κι αυτοσ εμεινε μονοσ απο τη μητερα του, και ο πατερασ του τον αγαπαει. και ειπεσ στουσ δουλουσ σου: φερτε τον σε μενα να τον δω με τα ιδια μου τα ματια. και ειπαμε στον κυριο μου: το παιδι δεν μπορει να αφησει τον πατερα του· επειδη, αν αφησει τον πατερα του, αυτοσ θα πεθανει. κι εσυ ειπεσ στουσ δουλουσ σου: αν δεν κατεβει ο αδελφοσ σασ ο νεοτεροσ μαζι σασ, δεν θα δειτε πλεον το προσωπο μου· και οταν ανεβηκαμε στον δουλο σου τον πατερα μου, του αναγγειλαμε τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου. και ο πατερασ μασ ειπε: πηγαινετε παλι, αγοραστε σε μασ λιγεσ τροφεσ. και ειπαμε: δεν μπορουμε να κατεβουμε· αν ο αδελφοσ μασ ο νεοτεροσ ειναι μαζι μασ, τοτε θα κατεβουμε· επειδη, δεν μπορουμε να δουμε το προσωπο του ανθρωπου, αν ο νεοτεροσ αδελφοσ μασ δεν ειναι μαζι μασ. και ο δουλοσ σου ο πατερασ μου ειπε σε μασ: εσεισ ξερετε οτι δυο γιουσ γεννησε σε μενα η γυναικα μου· και ο ενασ βγηκε απο κοντα μου, και ειπα: σιγουρα κατασπαραχθηκε απο θηριο· και δεν τον ειδα μεχρι τωρα· και αν παρετε και τουτον απο μπροστα μου και συμβει σ' αυτον συμφορα, θα κατεβασετε την πολια μου στον ταφο με λυπη. τωρα, λοιπον, οταν παω στον δουλο σου τον πατερα μου, και το παιδι δεν ειναι μαζι μασ, (επειδη, η ψυχη του κρεμεται απο την ψυχη εκεινου), καθωσ θα δει οτι το παιδι δεν ειναι, θα πεθανει· και οι δουλοι σου θα κατεβασουν την πολια του δουλου σου του πατερα μασ στον ταφο με λυπη. επειδη, ο δουλοσ σου εγγυηθηκε στον πατερα μου για το παιδι, λεγοντασ: αν δεν τον φερω σε σενα, τοτε θα ειμαι υπευθυνοσ στον πατερα μου παντοτινα. τωρα, λοιπον, σε παρακαλω, ασ μεινει ο δουλοσ σου αντι του παιδιου δουλοσ στον κυριο μου, και το παιδι ασ ανεβει μαζι με τουσ αδελφουσ του· επειδη, πωσ να ανεβω στον πατερα μου, αν το παιδι δεν ειναι μαζι μου; οχι, για να μη δω το κακο, που θα βρει τον πατερα μου.

45

τοτε, ο ιωσηφ δεν μπορεσε να κρατησει τον εαυτο του μπροστα σε ολουσ τουσ παρισταμενουσ, που ησαν μπροστα του· και φωναξε: βγαλτε τουσ εξω ολουσ απο κοντα μου· και δεν εμεινε κανενασ μαζι του, καθωσ ο ιωσηφ αναγνωριζοταν στουσ αδελφουσ του· και αφησε μια φωνη με κλαυθμο· και ακουσαν οι αιγυπτιοι· και ακουσε και το παλατι του φαραω. και ο ιωσηφ ειπε στουσ αδελφουσ του: εγω ειμαι ο ιωσηφ· ζει ακομα ο πατερασ μου; και δεν μπορουσαν οι αδελφοι του να του αποκριθουν, επειδη ταραχθηκαν απο την παρουσια του. και ο ιωσηφ ειπε στουσ αδελφουσ του: πλησιαστε σε μενα, παρακαλω. και πλησιασαν. και ειπε: εγω ειμαι ο ιωσηφ ο αδελφοσ σασ, τον οποιο πουλησατε στην αιγυπτο. τωρα, λοιπον, μη λυπαστε· ουτε να σασ φανει σκληρο, οτι με πουλησατε εδω· επειδη, για διατηρηση τησ ζωησ με απεστειλε ο θεοσ μπροστα σασ. δεδομενου οτι, αυτοσ ειναι ο δευτεροσ χρονοσ τησ πεινασ στη γη· και μενουν ακομα πεντε χρονια, στα οποια δεν θα υπαρχει ουτε αροτριαση ουτε θερισμοσ. και ο θεοσ με απεστειλε μπροστα σασ για να διατηρησω σε σασ διαδοχη στη γη, και να διαφυλαξω τη ζωη σασ με μεγαλη λυτρωση. τωρα, λοιπον, δεν με αποστειλατε εσεισ εδω, αλλ' ο θεοσ· και με εκανε πατερα στον φαραω, και κυριο ολοκληρου του παλατιου του, και αρχοντα ολοκληρησ τησ γησ τησ αιγυπτου. σπευδοντασ, ανεβειτε στον πατερα μου, και πειτε του: ετσι λεει ο γιοσ σου ο ιωσηφ· ο θεοσ με εκανε κυριον ολοκληρησ τησ αιγυπτου· κατεβα σε μενα, μη σταθεισ· και θα κατοικησεισ στη γη γεσεν και θα εισαι κοντα μου, εσυ και οι γιοι σου, και οι γιοι των γιων σου, και τα κοπαδια σου, και οι αγελεσ σου, και ολα οσα εχεισ· και θα σε τρεφω εκει (επειδη, μενουν ακομα πεντε χρονια πεινασ), για να μη ερθεισ σε στερηση, εσυ και η οικογενεια σου, και ολα οσα εχεισ. και προσεξτε, τα ματια σασ βλεπουν και τα ματια του αδελφου μου βενιαμιν, οτι το στομα μου μιλαει σε σασ· αναγγειλτε, λοιπον, στον πατερα μου ολοκληρη τη δοξα μου στην αιγυπτο, και ολα οσα ειδατε, και σπευδοντασ κατεβαστε τον πατερα μου εδω. και πεφτοντασ στον τραχηλο του βενιαμιν του αδελφου του, εκλαψε· και ο βενιαμιν εκλαψε στον τραχηλο εκεινου. και αφου τουσ καταφιλησε ολουσ τουσ αδελφουσ του, εκλαψε επανω τουσ· και υστερα οι αδελφοι του μιλησαν μαζι του. και ακουστηκε στο παλατι του φαραω η φημη, που ελεγε: ηρθαν οι αδελφοι του ιωσηφ· και ο φαραω χαρηκε, και οι δουλοι του. και ο φαραω ειπε στον ιωσηφ: πεσ στουσ αδελφουσ σου, τουτο να κανετε· φορτωστε τα ζωα σασ, και πηγαινετε, ανεβειτε στη χανααν· και παιρνοντασ τον πατερα σασ, και τισ οικογενειεσ σασ, ελατε σε μενα· και θα σασ δωσω τα αγαθα τησ γησ τησ αιγυπτου, και θα φατε το παχοσ τησ γησ. κι εσυ προσταξε: αυτο να κανετε, παρτε για τον εαυτο σασ αμαξεσ απο τη γη τησ αιγυπτου, για τα παιδια σασ, και για τισ γυναικεσ σασ· και αφου σηκωσετε τον πατερα σασ, ελατε· και μη λυπηθειτε την αποσκευη σασ· επειδη, τα αγαθα ολοκληρησ τησ γησ τησ αιγυπτου θα ειναι δικα σασ. και οι γιοι του ισραηλ εκαναν ετσι· και ο ιωσηφ τουσ εδωσε αμαξεσ συμφωνα με την προσταγη του φαραω· τουσ εδωσε και ζωοτροφη για τον δρομο. σε ολουσ αυτουσ εδωσε σε καθε εναν αλλαγεσ ενδυματων· στον βενιαμιν, ομωσ, εδωσε 300 αργυρια, και πεντε αλλαγεσ ενδυματων. και στον πατερα του εστειλε τα εξησ: δεκα γαιδουρια φορτωμενα απο τα αγαθα τησ αιγυπτου, και δεκα θηλυκα γαιδουρια φορτωμενα σιταρι και ψωμια, και ζωοτροφεσ στον πατερα του για τον δρομο. και εξαπεστειλε τουσ αδελφουσ του, και αναχωρησαν· και τουσ ειπε: μη συγχυζεστε στον δρομο. κι ανεβηκαν απο την αιγυπτο, και ηρθαν στη γη χανααν προσ τον ιακωβ, τον πατερα τουσ, και του ανηγγειλαν, λεγοντασ: ο ιωσηφ βρισκεται ακομα στη ζωη, και ειναι αρχοντασ σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου· και η καρδια του λιποθυμησε· επειδη, δεν τουσ πιστευε. και του ειπαν ολα τα λογια του ιωσηφ, που τουσ ειχε πει· και αφου ειδε τισ αμαξεσ που εστειλε ο ιωσηφ για να τον σηκωσουν, αναζωπυρωθηκε το πνευμα του ιακωβ, του πατερα τουσ. και ο ισραηλ ειπε: αρκει· ο ιωσηφ ο γιοσ μου ζει ακομα· θα παω, και θα τον δω, πριν πεθανω.

46

και οταν ο ισραηλ με ολα τα υπαρχοντα του αναχωρησε, ηρθε στη βηρ-σαβεε, και προσφερε θυσιεσ στον θεο του πατερα του, του ισαακ. και ο θεοσ ειπε στον ισραηλ, διαμεσου οραματοσ τησ νυχτασ, λεγοντασ: ιακωβ, ιακωβ. κι εκεινοσ ειπε: εδω ειμαι. και ειπε: εγω ειμαι ο θεοσ, ο θεοσ του πατερα σου· μη φοβηθεισ να κατεβεισ στην αιγυπτο· επειδη, θα σε κανω εκει ενα μεγαλο εθνοσ· εγω θα κατεβω μαζι σου στην αιγυπτο, κι εγω, βεβαια, θα σε ανεβασω ξανα· και ο ιωσηφ θα βαλει τα χερια του στα ματια σου. και ο ιακωβ σηκωθηκε απο τη βηρ-σαβεε, και οι γιοι του ισραηλ εβαλαν τον ιακωβ, τον πατερα τουσ, και τα παιδια τουσ, και τισ γυναικεσ τουσ, επανω στισ αμαξεσ, που ο φαραω εστειλε για να τον σηκωσουν. και παιρνοντασ τα κτηνη τουσ, και τα υπαρχοντα τουσ, που απεκτησαν στη γη χανααν, ηρθαν στην αιγυπτο, ο ιακωβ και ολοκληρο το σπερμα του μαζι του· τουσ γιουσ του, και τουσ γιουσ των γιων του μαζι του, τισ θυγατερεσ του, και τισ θυγατερεσ των γιων του, και ολοκληρο το σπερμα του το εφερε μαζι του στην αιγυπτο. και αυτα ειναι τα ονοματα των γιων ισραηλ, εκεινων που μπηκαν στην αιγυπτο: ο ιακωβ και οι γιοι του· ο ρουβην, ο πρωτοτοκοσ του ιακωβ· και οι γιοι του ρουβην: ο ανωχ, και ο φαλλου, και ο εσρων, και ο χαρμι. και οι γιοι του συμεων: ο ιεμουηλ, και ο ιαμειν, και ο αωδ, και ο ιαχειν, και ο σωαρ, και ο σαουλ, ο γιοσ τησ χανανιτιδασ. και οι γιοι του λευι: ο γηρσων, ο κααθ, και ο μεραρι. και οι γιοι του ιηhυδα: ο ηρ, και ο αυναν, και ο σηλα, και ο φαρεσ, και ο ζαρα· ο ηρ, ομωσ, και ο αυναν πεθαναν στη γη χανααν. και οι γιοι του φαρεσ ησαν: ο εσρων, και ο αμουλ. και οι γιοι του ισσαχαρ: ο θωλα, και ο φουα, και ο ιωβ, και ο σιμβρων. και οι γιοι του ζαβουλων: ο σερεδ, και ο αιλων, και ο ιαλεηλ. αυτοι ειναι οι γιοι τησ λειασ, που γεννησε στον ιακωβ στην παδαν-αραμ, και τη δεινα τη θυγατερα του· ολεσ οι ψυχεσ, οι γιοι του, και οι θυγατερεσ του, ησαν 33. και οι γιοι του γαδ: ο σιφων και ο αγγι, ο σουνι και ο εσβων, ο ηρι και ο αροδι, και ο αριηλι. και οι γιοι του ασηρ: ο ιεμνα, και ο ιεσσουα, και ο ιεσουει, και ο βερια, και η σερα η αδελφη τουσ. και οι γιοι του βερια: ο εβερ και ο μαλχιηλ. αυτοι ειναι οι γιοι τησ ζελφασ, που ο λαβαν εδωσε στη θυγατερα του, τη λεια· κι αυτουσ τουσ γεννησε στον ιακωβ, 16 ψυχεσ. και οι γιοι τησ ραχηλ, τησ γυναικασ του ιακωβ: ο ιωσηφ, και ο βενιαμιν. και στον ιωσηφ, στη γη τησ αιγυπτου, γεννηθηκαν: ο μανασσησ και ο εφραιμ· που του γεννησε η ασενεθ, η θυγατερα του ποτιφερα, του ιερεα τησ ων. και οι γιοι του βενιαμιν ησαν: ο βελα, και ο βεχερ, και ο ασβηλ, γηρα και ο νααμαν, ο ηχι και ο ρωσ, ο μουπιμ, και ο ουπιμ, και ο αρεδ. αυτοι ειναι οι γιοι τησ ραχηλ, που γεννηθηκαν στον ιακωβ· ολεσ οι ψυχεσ ησαν 14. και οι γιοι του δαν: ο ουσιμ. και οι γιοι του νεφθαλι: ο ιασιηλ, και ο γουνι, και ο ιεσερ, και ο σιλλημ. αυτοι ειναι οι γιοι τησ βαλλασ, που ο λαβαν εδωσε στη θυγατερα του, τη ραχηλ· κι αυτουσ τουσ γεννησε στον ιακωβ· ολεσ οι ψυχεσ, ησαν επτα. ολεσ οι ψυχεσ, που μπηκαν μεσα στην αιγυπτο, μαζι με τον ιακωβ, που βγηκαν απο τον μηρο του, χωρισ τισ γυναικεσ των γιων του ιακωβ, ολεσ οι ψυχεσ, ησαν 66. και οι γιοι του ιωσηφ, που γεννηθηκαν σ' αυτον στην αιγυπτο, ησαν δυο ψυχεσ· ολεσ οι ψυχεσ τησ οικογενειασ του ιακωβ, που μπηκαν μεσα στην αιγυπτο, ησαν 70 και ο ιακωβ εστειλε τον ιηhυδα μπροστα του στον ιωσηφ, για να κατεβει πριν απ' αυτον στη γεσεν· και ηρθαν στη γη γεσεν. και αφου ο ιωσηφ εζεψε την αμαξα του, ανεβηκε σε συναντηση του ισραηλ, του πατερα του, στη γεσεν· και βλεποντασ τον, επεσε επανω στον τραχηλο του και εκλαψε πολλη ωρα επανω στον τραχηλο του. και ο ισραηλ ειπε στον ιωσηφ: τωρα, ασ πεθανω, αφου ειδα το προσωπο σου, επειδη εσυ ζεισ ακομα. και ο ιωσηφ ειπε στουσ αδελφουσ του, και στην οικογενεια του πατερα του: εγω θα ανεβω, και θα αναγγειλω στον φαραω, και θα του πω: οι αδελφοι μου, και η οικογενεια του πατερα μου, που ησαν στη γη χανααν, ηρθαν σε μενα· και οι ανθρωποι ειναι ποιμενεσ, επειδη ειναι ανδρεσ κτηνοτροφοι· και εφεραν τα ποιμνια τουσ, και τισ αγελεσ τουσ, και ολα οσα εχουν. αν, λοιπον, σασ καλεσει ο φαραω, και πει: ποιο ειναι το επιτηδευμα σασ; θα πειτε: οι δουλοι σου ειμαστε ανδρεσ κτηνοτροφοι απο τα νεανικα μασ χρονια μεχρι τωρα, κι εμεισ και οι πατερεσ μασ· για να κατοικησετε στη γη γεσεν· επειδη, καθε ποιμενασ προβατων ειναι βδελυγμα στουσ αιγυπτιουσ.

47

και οταν ο ιωσηφ ηρθε, ανηγγειλε στον φαραω, λεγοντασ: ο πατερασ μου και οι αδελφοι μου, και τα ποιμνια τουσ, και οι αγελεσ τουσ, και ολα οσα εχουν, ηρθαν απο τη γη χανααν· και δεσ, ειναι στη γη γεσεν. και παιρνοντασ απο τουσ αδελφουσ του πεντε ανδρεσ, τουσ παρεστησε μπροστα στον φαραω. και ο φαραω ειπε στουσ αδελφουσ του: ποιο ειναι το επιτηδευμα σασ; κι εκεινοι ειπαν στον φαραω: οι δουλοι σου ειναι ποιμενεσ προβατων, κι εμεισ και οι πατερεσ μασ. ειπαν ακομα στον φαραω: ηρθαμε για να παροικησουμε στη γη· για τον λογο οτι, δεν υπαρχει βοσκη για τα ποιμνια των δουλων σου, επειδη βαρυνε η πεινα στη γη χανααν· τωρα, λοιπον, ασ κατοικησουν, παρακαλουμε, οι δουλοι σου στη γη γεσεν. και ο φαραω ειπε στον ιωσηφ, λεγοντασ: ο πατερασ σου και οι αδελφοι σου ηρθαν σε σενα· η γη τησ αιγυπτου ειναι μπροστα σου· στο καλυτερο μεροσ τησ γησ να κατοικισεισ τον πατερα σου και τουσ αδελφουσ σου· ασ κατοικησουν στη γη γεσεν· και αν γνωριζεισ οτι βρισκονται μεταξυ τουσ ανδρεσ αξιοι, να τουσ καταστησεισ επιστατεσ στα κοπαδια μου. και ο ιωσηφ εφερε μεσα τον ιακωβ, τον πατερα του, και τον παρεστησε μπροστα στον φαραω· και ο ιακωβ ευλογησε τον φαραω. και ο φαραω ειπε στον ιακωβ: μεχρι ποσεσ ειναι οι ημερεσ των χρονων τησ ζωησ σου; και ο ιακωβ ειπε στον φαραω: οι ημερεσ των χρονων τησ παροικιασ μου ειναι 130 χρονια· λιγεσ και κακεσ υπηρξαν οι ημερεσ των χρονων τησ ζωησ μου, και δεν εφτασαν στισ ημερεσ των χρονων τησ ζωησ των πατερων μου, στισ ημερεσ τησ παροικιασ τουσ. και ο ιακωβ ευλογησε τον φαραω, και βγηκε μπροστα απο τον φαραω. και ο ιωσηφ κατοικισε τον πατερα του και τουσ αδελφουσ του, και τουσ εδωσε ιδιοκτησια στη γη τησ αιγυπτου, στο καλυτερο μεροσ τησ γησ, στη γη ραμεσση, καθωσ ο φαραω ειχε προσταξει. και ο ιωσηφ ετρεφε τον πατερα του, και τουσ αδελφουσ του, και ολοκληρη την οικογενεια του πατερα του, με ψωμι,συμφωνα με τισ οικογενειεσ τουσ. και δεν υπηρχε ψωμι σε ολοκληρη τη γη· επειδη, η πεινα ηταν βαρια σε υπερβολικο βαθμο, ωστε η γη τησ αιγυπτου και η γη τησ χανααν απεκαναν απο την πεινα. και ο ιωσηφ συγκεντρωσε ολο το ασημι, που βρισκοταν στη γη τησ αιγυπτου, και στη γη χανααν, για το σιταρι που αγοραζαν· και ο ιωσηφ εφερε το ασημι στο παλατι του φαραω. και αφου τελειωσε το ασημι απο τη γη τησ αιγυπτου, και απο τη γη χανααν, ηρθαν ολοι οι αιγυπτιοι στον ιωσηφ, λεγοντασ: δωσε μασ ψωμι· και γιατι να πεθανουμε μπροστα σου; επειδη, τελειωσε το ασημι. και ο ιωσηφ ειπε: φερτε τα κτηνη σασ, και θα σασ δωσω ψωμι αντι για τα κτηνη σασ, αν το ασημι τελειωσε. και εφεραν τα κτηνη τουσ στον ιωσηφ, και ο ιωσηφ τουσ εδωσε ψωμι αντι για τα αλογα, κι αντι για τα προβατα, κι αντι για τα βοδια, κι αντι για τα γαιδουρια· και τουσ εθρεψε με ψωμι κατα τη χρονια εκεινη, αντι για ολα τα κτηνη τουσ. και αφου τελειωσε η χρονια εκεινη, ηρθαν σ' αυτον τον δευτερο χρονο, και του ειπαν: δεν θα κρυψουμε απο τον κυριο μασ οτι τελειωσε το ασημι· και τα κτηνη εγιναν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ· δεν εμεινε αλλο μπροστα στον κυριο μασ, παρα τα σωματα μασ και η γη μασ· γιατι να χαθουμε μπροστα σου, κι εμεισ και η γη μασ; αγορασε εμασ και τη γη μασ για ψωμι· και θα ειμαστε, εμεισ και η γη μασ, δουλοι στον φαραω· και δωσε μασ σπορο, για να ζησουμε, και να μη πεθανουμε, και ερημωθει η γη. και ο ιωσηφ αγορασε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου για τον φαραω· επειδη, οι αιγυπτιοι πουλησαν ο καθενασ το χωραφι του, για τον λογο οτι η πεινα βαρυνε επανω τουσ· ετσι, η γη εγινε του φαραω· και τον λαο, τον μετατοπισε σε πολεισ, απο το ενα ακρο των οριων τησ αιγυπτου μεχρι το αλλο ακρο τησ· μονον τη γη των ιερεων δεν αγορασε· επειδη, οι ιερεισ ειχαν μεριδα προσδιορισμενη απο τον φαραω· και ετρωγαν τη μεριδα τουσ, που ο φαραω εδωσε σ' αυτουσ· γι' αυτο, δεν πουλησαν τη γη τουσ. τοτε, ο ιωσηφ ειπε στον λαο: δεστε, αγορασα εσασ και τη γη σασ σημερα στον φαραω· να, παρτε σπορο, και σπειρετε τη γη· και στον καιρο των καρπων, θα δωσετε το ενα πεμπτο στον φαραω· και τα τεσσερα μερη θα ειναι για σασ, για σπορο των χωραφιων, και για τροφη δικη σασ, και για ολουσ οσουσ βρισκονται στα σπιτια σασ, και για τροφη των παιδιων σασ. κι εκεινοι ειπαν: εσυ εσωσεσ τη ζωη μασ· ασ βρουμε χαρη μπροστα στον κυριο μασ, και θα ειμαστε δουλοι του φαραω. κι αυτο το εθεσε ο ιωσηφ ωσ νομο στη γη τησ αιγυπτου, μεχρι σημερα, να δινεται το ενα πεμπτο στον φαραω· εκτοσ τησ γησ των ιερεων μονον, που δεν εγινε του φαραω. και ο ισραηλ κατοικησε στη γη τησ αιγυπτου, στη γη γεσεν· και απεκτησαν σ' αυτη κτηματα, και αυξηθηκαν, και πληθυνθηκαν υπερβολικα. και ο ιακωβ εζησε στη γη τησ αιγυπτου 17 χρονια· και οι ημερεσ των χρονων τησ ζωησ του ιακωβ εγιναν 147 χρονια. και οι ημερεσ του ισραηλ για να πεθανει πλησιασαν· και αφου καλεσε τον γιο του τον ιωσηφ, του ειπε: αν, τωρα, βρηκα χαρη μπροστα σου, βαλε, παρακαλω, το χερι σου κατω απο τον μηρο μου, και κανε σε μενα ελεοσ και αληθεια· παρακαλω, μη με θαψεισ στην αιγυπτο. αλλα, θα κοιμηθω μαζι με τουσ πατερεσ μου, και θα με μετακομισεισ απο την αιγυπτο, και θα με θαψεισ στον ταφο τουσ. κι εκεινοσ ειπε: εγω θα κανω συμφωνα με τον λογο σου. κι εκεινοσ ειπε: ορκισου σε μενα· και του ορκιστηκε. και ο ισραηλ προσκυνησε επανω στην ακρη τησ ραβδου του.

48

και υστερα απο τα πραγματα αυτα ειπαν στον ιωσηφ: δεσ, ο πατερασ σου ασθενει. και πηρε μαζι του τουσ δυο γιουσ του, τον μανασση και τον εφραιμ. και ανηγγειλαν στον ιακωβ, λεγοντασ: δεσ, ο γιοσ σου ο ιωσηφ ερχεται σε σενα· και παιρνοντασ δυναμη, ο ισραηλ καθησε στο κρεβατι. και ο ιακωβ ειπε στον ιωσηφ: ο θεοσ, ο παντοδυναμοσ, φανηκε σε μενα στη λουζ, στη γη χανααν, και με ευλογησε· και μου ειπε: δεσ, εγω θα σε αυξησω, και θα σε πληθυνω, και θα σε καταστησω σε πληθοσ λαων· κι αυτη τη γη θα τη δωσω στο σπερμα σου, μετα απο σενα, παντοτινη ιδιοκτησια. τωρα, λοιπον, οι δυο γιοι σου, που γεννηθηκαν σε σενα στην αιγυπτο, πριν εγω ερθω σε σενα στην αιγυπτο, ειναι δικοι μου· ο εφραιμ και ο μανασσησ θα ειναι σε μενα, οπωσ ο ρουβην και ο συμεων· και τα παιδια σου, οσα γεννησεισ υστερα απο αυτουσ, θα ειναι δικα σου· συμφωνα με το ονομα των αδελφων τουσ, θα ονομαστουν στην κληρονομια τουσ. και οταν εγω ερχομουν απο την παδαν, μου πεθανε η ραχηλ στον δρομο στη γη χανααν, ενω δεν ελειπε παρα λιγο διαστημα για να φτασουμε στην εφραθα· και την εθαψα εκει, στον δρομο τησ εφραθα· αυτη ειναι η βηθλεεμ. και βλεποντασ ο ισραηλ τουσ γιουσ του ιωσηφ, ειπε: ποιοι ειναι αυτοι; και ο ιωσηφ ειπε στον πατερα του: αυτοι ειναι οι γιοι μου, που μου εδωσε ο θεοσ εδω. κι εκεινοσ ειπε: φερ' τουσ, παρακαλω, σε μενα, για να τουσ ευλογησω. και τα ματια του ισραηλ ησαν βαρια απο τα γηρατεια, δεν μπορουσε να βλεπει. και τουσ εφερε κοντα σ' αυτον· και τουσ φιλησε, και τουσ αγκαλιασε. και ο ισραηλ ειπε στον ιωσηφ: δεν ελπιζα να δω το προσωπο σου· και να, ο θεοσ μου εδειξε και το σπερμα σου. και τουσ εβγαλε ο ιωσηφ απο το μεσον των γονατων του. και προσκυνησε με το προσωπο μεχρι το εδαφοσ. και παιρνοντασ τουσ και τουσ δυο, τον εφραιμ στα δεξια του, προσ τα αριστερα του ισραηλ, και τον μανασση στα αριστερα του, προσ τα δεξια του ισραηλ, πλησιασε σ' αυτον. και ο ισραηλ σηκωνοντασ το δεξι του χερι το εβαλε στο κεφαλι του εφραιμ, που ηταν ο νεοτεροσ, και το αριστερο του χερι επανω στο κεφαλι του μανασση, κανοντασ εναλλαγη στα χερια του· επειδη, ο μανασσησ ηταν ο πρωτοτοκοσ. και ευλογησε τον ιωσηφ, και ειπε: ο θεοσ, μπροστα στον οποιο περπατησαν οι πατερεσ μου, ο αβραhαμ και ο ισαακ, ο θεοσ που με ποιμανε απο τη γεννηση μου μεχρι τουτη την ημερα, ο αγγελοσ που με λυτρωσε απο ολα τα κακα, να ευλογησει αυτα τα παιδια· και να ονομαστει επανω σ' αυτα το ονομα μου και το ονομα των πατερων μου, του αβραhαμ και του ισαακ, και να πληθυνθουν σε μεγαλο πληθοσ επανω στη γη! και ο ιωσηφ, βλεποντασ οτι ο πατερασ του επεθεσε το δεξι του χερι επανω στο κεφαλι του εφραιμ, δυσαρεστηθηκε· και επιασε το χερι του πατερα του, για να το μεταθεσει απο το κεφαλι του εφραιμ επανω στο κεφαλι του μανασση. και ο ιωσηφ ειπε στον πατερα του: οχι ετσι, πατερα μου, επειδη αυτοσ ειναι ο πρωτοτοκοσ· βαλε το δεξι σου χερι επανω στο κεφαλι του. αλλ' ο πατερασ του δεν θελησε· και ειπε: ξερω, παιδι μου, ξερω· κι αυτοσ θα γινει λαοσ, κι αυτοσ ακομα θα γινει μεγαλοσ· αλλ' ομωσ, ο αδελφοσ του ο νεοτεροσ θα ειναι μεγαλυτεροσ του, και το σπερμα του θα γινει πληθοσ εθνων. και τουσ ευλογησε εκεινη την ημερα, λεγοντασ: οταν ο ισραηλ αναφερεται σε σενα, θα ευλογει λεγοντασ: ο θεοσ να σε κανει οπωσ τον εφραιμ, και οπωσ τον μανασση! και εστησε τον εφραιμ μπροστα απο τον μανασση. και ο ισραηλ ειπε στον ιωσηφ: δεσ, εγω πεθαινω· και ο θεοσ θα ειναι μαζι σασ, και θα σασ επαναφερει στη γη των πατερων σασ. κι εγω σου δινω ενα μεριδιο παραπανω απο τουσ αδελφουσ σου, που πηρα απο το χερι των αμορραιων με το μαχαιρι μου και με το τοξο μου.

49

και ο ιακωβ καλεσε τουσ γιουσ του, και ειπε: συγκεντρωθειτε για να σασ αναγγειλω τι προκειται να συμβει σε σασ, στισ εσχατεσ ημερεσ: συγκεντρωθειτε κι ακουστε, γιοι του ιακωβ, κι ακροαστειτε τον ισραηλ, τον πατερα σασ. ρουβην, πρωτοτοκε μου, εσυ εισαι η ισχυσ μου, και η αρχη των δυναμεων μου, εξοχοσ στην αξια, και εξοχοσ στη δυναμη· εβρασεσ σαν νερο· δεν θα εχεισ την υπεροχη· επειδη, ανεβηκεσ στο κρεβατι του πατερα σου· τοτε το μιανεσ· στο κρεβατι μου ανεβηκε. ο συμεων και ο λευι, οι αδελφοι, οργανα αδικιασ ειναι τα μαχαιρια τουσ· μεσα στη βουλη τουσ, ψυχη μου, μη μπεισ· στη συνελευση τουσ, μη ενωθεισ, τιμη μου· επειδη, στον θυμο τουσ φονευσαν ανθρωπουσ, και στο πεισμα τουσ καταγκρεμισαν τειχοσ· επικαταρατοσ ο θυμοσ τουσ, επειδη ηταν αυθαδησ· και η οργη τουσ, επειδη ηταν σκληρη· θα τουσ διαμοιρασω στον ιακωβ, και θα τουσ διασκορπισω στον ισραηλ. ιηhυδα, εσενα θα σε επαινεσουν οι αδελφοι σου· το χερι σου θα ειναι στον τραχηλο των εχθρων σου· οι γιοι του πατερα σου θα σε προσκυνησουν· σκυμνοσ λιονταριου ειναι ο ιηhυδασ· απο κυνηγι ανεβηκεσ, γιε μου· καθωσ εγειρε, κοιμηθηκε σαν λιονταρι, και σαν σκυμνοσ λιονταριου· ποιοσ θα τον ξυπνησει; δεν θα εκλειψει το σκηπτρο απο τον ιηhυδα ουτε νομοθετησ απο μεσα απο τα ποδια του, μεχρισ οτου ερθει ο σηλω· και σ' αυτον θα ειναι η υπακοη των λαων. στην αμπελο δενει το πουλαρι του, και στον εκλεκτο βλαστο, το πουλαρακι του γαιδουριου του· σε κρασι θα πλυνει το ενδυμα του, και στο αιμα του σταφυλιου τη στολη του· τα ματια του θα ειναι κοκκινα απο το κρασι, και τα δοντια του ασπρα απο το γαλα. ο ζαβουλων θα κατοικησει σε λιμανι θαλασσασ, και θα ειναι σε λιμανι πλοιων· και το οριο του θα απλωθει μεχρι τη σιδωνα. ο ισσαχαρ ειναι γαιδαροσ δυνατοσ, ξαπλωμενοσ στο μεσον απο επαυλεισ· και βλεποντασ οτι η αναπαυση ηταν καλη, και ο τοποσ ευχαριστοσ, εκλινε τον ωμο του σε φορτιο, και εγινε δουλοσ υποτελησ. ο δαν θα κρινει τον λαο του, σαν μια απο τισ φυλεσ του ισραηλ· ο δαν θα ειναι φιδι επανω στον δρομο, ασπιδα στο μονοπατι, δαγκωνοντασ τισ φτερνεσ του αλογου, ωστε ο καβαλαρησ του θα πεφτει προσ τα πισω. τη σωτηρια σου περιμενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τον γαδ, θα τον κουρσεψουν πειρατεσ· αλλα, κι αυτοσ στο τελοσ θα κουρσεψει. το ψωμι του ασηρ θα ειναι παχυ· κι αυτοσ θα δινει βασιλικεσ λιχουδιεσ. ο νεφθαλι ειναι μια ελαφινα ξαπολυμενη, δινοντασ αρεστα λογια. ο ιωσηφ ειναι κλαδι καρποφορο, κλαδι καρποφορο κοντα στην πηγη, που οι βλαστοι του απλωνονται επανω στον τοιχο· οι τοξοτεσ τον πικραναν, και τοξευσαν εναντιον του, και τον εχθρευθηκαν· αλλα, το τοξο του εμεινε δυνατο, και οι βραχιονεσ των χεριων του ενδυναμωθηκαν, διαμεσου των χεριων του δυνατου θεου του ιακωβ· και απο εκει εγινε ο ποιμενασ, η πετρα του ισραηλ· κι αυτο, διαμεσου του θεου του πατερα σου, που θα σε βοηθαει, και διαμεσου του παντοδυναμου, που θα σε ευλογει, ευλογιεσ του ουρανου απο επανω, ευλογιεσ τησ αβυσσου απο κατω, ευλογιεσ των μαστων και τησ μητρασ· οι ευλογιεσ του πατερα σου ξεπερασαν τισ ευλογιεσ των προγονων μου, μεχρι τισ ψηλεσ κορυφεσ των αιωνιων βουνων· θα ειναι επανω στο κεφαλι του ιωσηφ, κι επανω στην κορυφη του εκλεκτου αναμεσα στουσ αδελφουσ του. ο βενιαμιν θα ειναι αρπαγασ λυκοσ· το πρωι θα κατατρωει θηραμα, και το βραδυ θα διαιρει λαφυρα. ολοι αυτοι ειναι οι 12 φυλεσ του ισραηλ, κι αυτο ειναι εκεινο που μιλησε σ' αυτουσ ο πατερασ τουσ, και τουσ ευλογησε· καθε εναν, συμφωνα με την ευλογια του, τουσ ευλογησε. και τουσ παρηγγειλε και τουσ ειπε: εγω προστιθεμαι στον λαο μου· θαψτε με μαζι με τουσ πατερεσ μου, στο σπηλαιο που ειναι στο χωραφι του εφρων του χετταιου· στο σπηλαιο που ειναι στο χωραφι μαχπελαχ, που ειναι απεναντι στη μαμβρη, στη γη χανααν, το οποιο ο αβραhαμ αγορασε μαζι με το χωραφι απο τον εφρων τον χετταιο για κτημα μνηματοσ· εκει εθαψαν τον αβραhαμ, και τη σαρρα τη γυναικα του· εκει εθαψαν τον ισαακ, και τη ρεβεκκα τη γυναικα του· κι εκει εθαψα κι εγω τη λεια· η αγορα του χωραφιου, και του σπηλαιου που ειναι σ' αυτο, εγινε απο τουσ γιουσ του χετ. και αφου ο ιακωβ τελειωσε, δινοντασ παραγγελιεσ στουσ γιουσ του, εσυρε τα ποδια του επανω στο κρεβατι, και ξεψυχησε· και προστεθηκε στον λαο του.

50

και ο ιωσηφ επεσε επανω στο προσωπο του πατερα του, και εκλαψε επανω του, και τον φιλησε. και ο ιωσηφ προσταξε τουσ δουλουσ του τουσ γιατρουσ να βαλσαμωσουν τον πατερα του. και οι γιατροι βαλσαμωσαν τον ισραηλ. και συμπληρωθηκαν γι' αυτον 40 ημερεσ· επειδη, ετσι συμπληρωνονται οι ημερεσ τησ βαλσαμωσησ· και οι αιγυπτιοι τον πενθησαν, 70 ημερεσ. και αφου περασαν οι ημερεσ του πενθουσ του, ο ιωσηφ μιλησε στο παλατι του φαραω, λεγοντασ: αν τωρα βρηκα χαρη μπροστα σασ, μιληστε, παρακαλω, στ' αυτια του φαραω, λεγοντασ: ο πατερασ μου με ορκισε, λεγοντασ: να, εγω πεθαινω· στο μνημα μου, που εσκαψα για τον εαυτο μου, στη γη χανααν, εκει θα με θαψεισ· τωρα, λοιπον, ασ ανεβω, παρακαλω, και ασ θαψω τον πατερα μου· και θα επιστρεψω. και ο φαραω ειπε: ανεβα, και θαψε τον πατερα σου· καθωσ σε ορκισε. και ο ιωσηφ ανεβηκε για να θαψει τον πατερα του· κι ανεβηκαν μαζι του ολοι οι δουλοι του φαραω, οι πρεσβυτεροι του παλατιου του, και ολοι οι πρεσβυτεροι τησ γησ τησ αιγυπτου, και ολοκληρη η οικογενεια του ιωσηφ και οι αδελφοι του, και η οικογενεια του πατερα του· μονον τισ οικογενειεσ τουσ, και τα ποιμνια τουσ, και τισ αγελεσ τουσ, αφησαν στη γη τησ γεσεν. κι ανεβηκαν μαζι του, και αμαξεσ και καβαλαρηδεσ, ωστε εγινε μια υπερβολικα μεγαλη συνοδεια· και ηρθαν στο αλωνι του αταδ, που ειναι περα απο τον ιορδανη· κι εκει θρηνησαν με μεγαλον και υπερβολικα δυνατον θρηνο· και ο ιωσηφ εκανε για τον πατερα του πενθοσ επτα ημερεσ. και βλεποντασ οι κατοικοι του τοπου, οι χαναναιοι, το πενθοσ στο αλωνι του αταδ, ειπαν: μεγαλο πενθοσ ειναι αυτο για τουσ αιγυπτιουσ· γι' αυτο ονομαστηκε το ονομα του αβελ-μισραιμ, που ειναι περα απο τον ιορδανη. και οι γιοι του εκαναν σ' αυτον, οπωσ τουσ ειχε παραγγειλει· και αφου οι γιοι του τον μετακομισαν στη γη χανααν, τον εθαψαν στο σπηλαιο του χωραφιου μαχπελαχ, που ο αβραhαμ ειχε αγορασει μαζι με το χωραφι για κτημα μνηματοσ απο τον εφρων, τον χετταιο, απεναντι απο τη μαμβρη. και αφου ο ιωσηφ εθαψε τον πατερα του, επεστρεψε στην αιγυπτο, αυτοσ και οι αδελφοι του, και ολοι οσοι ειχαν ανεβει μαζι του για να θαψουν τον πατερα του. και βλεποντασ οι αδελφοι του ιωσηφ οτι ο πατερασ τουσ πεθανε, ειπαν: ισωσ ο ιωσηφ μασ κρατησει κακια, και μασ ανταποδωσει με αυστηροτητα ολα τα κακα, οσα πραξαμε σ' αυτον. και διαμηνυσαν στον ιωσηφ, λεγοντασ: ο πατερασ σου προσταξε, πριν πεθανει, λεγοντασ: ετσι να πειτε στον ιωσηφ: συγχωρεσε, παρακαλω, την αδικια των αδελφων σου, και την αμαρτια τουσ· επειδη, σου εκαναν κακο· τωρα, λοιπον, συγχωρησε, παρακαλουμε, την αδικια των δουλων του θεου του πατερα σου. και ο ιωσηφ εκλαψε οταν του μιλησαν. πηγαν μαλιστα και οι αδελφοι του, και αφου επεσαν μπροστα του, ειπαν: δεσ, εμεισ ειμαστε δουλοι σου. και ο ιωσηφ τουσ ειπε: μη φοβαστε· μηπωσ αντι του θεου ειμαι εγω: εσεισ θελησατε κακο εναντιον μου· ο θεοσ, ομωσ, θελησε να το μετατρεψει σε καλο, για να γινει οπωσ σημερα, ωστε να σωσει τη ζωη πολλου λαου· τωρα, λοιπον, μη φοβαστε· εγω θα θρεψω εσασ, και τισ οικογενειεσ σασ. και τουσ παρηγορησε, και τουσ μιλησε συμφωνα με την καρδια τουσ. και ο ιωσηφ κατοικησε στην αιγυπτο, αυτοσ και η οικογενεια του πατερα του· και ο ιωσηφ εζησε 110 χρονια. και ο ιωσηφ ειδε παιδια του εφραιμ, μεχρι τριτησ γενιασ· και τα παιδια του μαχειρ, του γιου του μανασση, γεννηθηκαν επανω στα γονατα του ιωσηφ. και ο ιωσηφ ειπε στουσ αδελφουσ του: εγω πεθαινω· και ο θεοσ θα σασ επισκεφθει εξαπαντοσ, και θα σασ ανεβασει απο αυτη τη γη, στη γη που με ορκο υποσχεθηκε στον αβραhαμ, στον ισαακ και στον ιακωβ. και ο ιωσηφ ορκισε τουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: ο θεοσ εξαπαντοσ θα σασ επισκεφθει, και θα ανεβασετε τα κοκαλα μου απο εδω. και ο ιωσηφ πεθανε σε ηλικια 110 χρονων· και τον βαλσαμωσαν· και τεθηκε σε φερετρο στην αιγυπτο.

τα ονοματα

1

και αυτα ειναι τα ονοματα των γιων ισραηλ, εκεινων που μπηκαν μεσα στην αιγυπτο μαζι με τον ιακωβ· μπηκαν μεσα, καθε ενασ μαζι με την οικογενεια του: ο ρουβην, ο συμεων, ο λευι, και ο ιηhυδασ, ο ισσαχαρ, ο ζαβουλων, και ο βενιαμιν, ο δαν και ο νεφθαλι, ο γαδ και ο ασηρ. και ολεσ οι ψυχεσ, που βγηκαν απο τον μηρο του ιακωβ, ησαν 70 ψυχεσ· ο ιωσηφ, ομωσ, ηταν ηδη στην αιγυπτο. και ο ιωσηφ πεθανε, και ολοι οι αδελφοι του, και ολοκληρη εκεινη η γενεα. και αυξηθηκαν οι γιοι ισραηλ, και πληθυνθηκαν, και πολλαπλασιαστηκαν, και δυναμωθηκαν σε αρκετα υπερβολικο βαθμο, ωστε ο τοποσ γεμισε απ' αυτουσ. και ενασ καινουργιοσ βασιλιασ σηκωθηκε στη διακυβερνηση τησ αιγυπτου, που δεν γνωριζε τον ιωσηφ. και ειπε στον λαο του: δεστε, ο λαοσ των γιων ισραηλ ειναι μεγαλο πληθοσ, και ισχυροτεροσ απο μασ· ελατε, ασ σοφιστουμε ενντιον τουσ, για να μη πολλαπλασιαστουν, και, αν συμβει πολεμοσ, ενωθουν κι αυτοι μαζι με τουσ εχθρουσ μασ, και μασ πολεμησουν, και αναχωρησουν απο τον τοπο. και εβαλαν επανω τουσ επιστατεσ των εργασιων για να τουσ καταθλιβουν με τα βαρη τουσ· και οικοδομησαν στον φαραω πολεισ αποθηκων, την πιθωμ, και τη ραμεσση. οσο ομωσ τουσ κατεθλιβαν, τοσο περισσοτερο πληθυνονταν και αυξαναν. και οι αιγυπτιοι αποστρεφονταν τουσ γιουσ ισραηλ. και οι αιγυπτιοι καταδυναστευαν τουσ γιουσ ισραηλ με σκληροτητα. και καταπικραιναν τη ζωη τουσ με σκληρη δουλεια στον πηλο και στισ πλιθεσ και σε ολεσ τισ εργασιεσ των πεδιαδων· ολεσ οι εργασιεσ τουσ, με τισ οποιεσ τουσ καταδυναστευαν, ησαν σκληρεσ. και ο βασιλιασ των αιγυπτιων μιλησε στισ μαμεσ των εβραιων, (απο τισ οποιεσ η μια ονομαζοταν σεπφωρα, και η αλλη φουα), και ειπε: οταν μαιευετε τισ εβραιεσ, και τισ δειτε επανω στη γεννα, αν μεν ειναι αρσενικο, να το θανατωνετε· αν, ομωσ, ειναι θηλυκο, τοτε ασ ζησει. και οι μαμεσ φοβηθηκαν τον θεο, και δεν εκαναν οπωσ ειχε πει σ' αυτεσ ο βασιλιασ τησ αιγυπτου, αλλα αφηναν τα αρσενικα να ζουν. και αφου ο βασιλιασ τησ αιγυπτου καλεσε τισ μαμεσ, ειπε σ' αυτεσ: γιατι κανετε αυτο το πραγμα, και αφηνετε τα αρσενικα να ζουν; και οι μαμεσ αποκριθηκαν στον φαραω οτι: οι εβραιεσ δεν ειναι οπωσ οι γυναικεσ τησ αιγυπτου· επειδη, ειναι ευρωστεσ, και γεννουν πριν μπουν σ' αυτεσ οι μαμεσ. και ο θεοσ αγαθοποιουσε τισ μαμεσ· και ο λαοσ πληθυνοταν, και δυναμωνοταν υπερβολικα. και επειδη οι μαμεσ φοβονταν τον θεο, εκανε σ' αυτεσ σπιτια. και ο φαραω προσταξε ολοκληρο τον λαο του, λεγοντασ: καθε αρσενικο που θα γεννηθει, να το ριχνετε στον ποταμο· και καθε θηλυκο να το αφηνετε να ζει.

2

και ενασ ανθρωποσ απο την οικογενεια του λευι πηγε, και πηρε για γυναικα μια απο τισ θυγατερεσ του λευι. και η γυναικα συνελαβε, και γεννησε γιο· και βλεποντασ τον οτι ηταν ομορφοσ, τον εκρυψε τρεισ μηνεσ. και επειδη δεν μπορουσε να τον κρυβει περισσοτερο, πηρε γι' αυτον ενα κιβωτιο σπαρτινο, και το αλειψε με ασφαλτο και πισσα, και εβαλε το παιδι μεσα σ' αυτο, και το τοποθετησε στο ελωδεσ μεροσ, κοντα στην ακρη του ποταμου. και η αδελφη του παραμονευε απο μακρια, για να δει τι θα του συνεβαινε. και η θυγατερα του φαραω κατεβηκε για να λουστει στον ποταμο, και οι υπηρετριεσ τησ περπατουσαν κοντα στην οχθη του ποταμου· και οταν ειδαν το κιβωτιο, στο ελωδεσ μεροσ, εστειλε την υπηρετρια τησ και το πηρε· και οταν το ανοιξε, βλεπει το παιδι, και να, το νηπιο εκλαιγε· και το λυπηθηκε, λεγοντασ: απο τα παιδια των εβραιων ειν' αυτο. τοτε, η αδελφη του ειπε στη θυγατερα του φαραω: θελεισ να παω να καλεσω για σενα μια γυναικα απο τισ εβραιεσ που θηλαζει, για να σου θηλασει το παιδι; και η θυγατερα του φαραω ειπε σ' αυτη: πηγαινε. και το κοριτσακι πηγε και καλεσε τη μητερα του παιδιου. και η θυγατερα του φαραω ειπε σ' αυτη: παρε τουτο το παιδι, και να μου το θηλαζεισ, κι εγω θα σου δωσω τον μισθο σου. και η γυναικα πηρε το παιδι, και το θηλαζε. και αφου το παιδι μεγαλωσε, το εφερε στη θυγατερα του φαραω, και εγινε γιοσ τησ· και αποκαλεσε το ονομα του μωυση, λεγοντασ οτι: το ανεσυρα απο το νερο. και κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, αφου ο μωυσησ μεγαλωσε, βγηκε προσ τουσ αδελφουσ του· και παρατηρωντασ τα βαρη τουσ, βλεπει εναν ανθρωπο αιγυπτιο να χτυπαει εναν εβραιο, απο τουσ αδελφουσ του. και κοιταζοντασ ολογυρα, εδω κι εκει, και βλεποντασ οτι δεν υπηρχε κανενασ, χτυπησε τον αιγυπτιο, και τον εκρυψε στην αμμο. και βγαινοντασ την επομενη ημερα, και ξαφνου, δυο ανδρεσ εβραιοι διαπληκτιζονταν· και λεει σ' εκεινον που αδικουσε: γιατι χτυπασ τον διπλανο σου; κι εκεινοσ ειπε: ποιοσ σε εβαλε αρχοντα και κριτη επανω μασ; μηπωσ εσυ θελεισ να με φονευσεισ, καθωσ φονευσεσ τον αιγυπτιο; και ο μωυσησ φοβηθηκε, και ειπε: σιγουρα, αυτο το πραγμα εγινε γνωστο. και οταν ο φαραω ακουσε το πραγμα αυτο, ζητουσε να θανατωσει τον μωυση· αλλ' ο μωυσησ εφυγε απο μπροστα απο τον φαραω, και κατοικησε στη γη μαδιαμ· και καθησε κοντα στο πηγαδι. και ο ιερεασ τησ μαδιαμ ειχε επτα θυγατερεσ· που, οταν ηρθαν, αντλησαν νερο, και γεμισαν τισ ποτιστρεσ για να ποτισουν τα προβατα του πατερα τουσ. και οταν ηρθαν οι βοσκοι τισ εδιωξαν· και αφου ο μωυσησ σηκωθηκε τισ βοηθησε, και ποτισε τα προβατα τουσ. και οταν ηρθαν στον ραγουηλ τον πατερα τουσ, ειπε σ' αυτεσ: γιατι ηρθατε σημερα τοσο γρηγορα; κι εκεινεσ ειπαν: ενασ ανθρωποσ αιγυπτιοσ μασ λυτρωσε απο τα χερια των βοσκων, κι ακομα, αντλησε για μασ νερο, και ποτισε τα προβατα. κι εκεινοσ ειπε στισ θυγατερεσ του: και που ειναι; γιατι αφησατε τον ανθρωπο; καλεστε τον για να φαει ψωμι. και ευχαριστηθηκε ο μωυσησ να κατοικει μαζι με τον ανθρωπο· ο οποιοσ εδωσε στον μωυση για γυναικα τη σεπφωρα, τη θυγατερα του. και γεννησε γιο· και αποκαλεσε το ονομα του γηρσωμ, λεγοντασ: παροικοσ ειμαι σε ξενη γη. και υστερα απο πολυ καιρο, πεθανε ο βασιλιασ τησ αιγυπτου· και καταστεναξαν οι γιοι ισραηλ εξαιτιασ τησ δουλειασ, και αναβοησαν· και η βοη τουσ ανεβηκε στον θεο εξαιτιασ τησ δουλειασ. και ο θεοσ εισακουσε τουσ στεναγμουσ τουσ· και ο θεοσ θυμηθηκε τη διαθηκη του προσ τον αβραhαμ, τον ισαακ, και τον ιακωβ· και ο θεοσ ερριξε το βλεμμα του επανω στουσ γιουσ ισραηλ, και ο θεοσ τουσ ελεησε.

3

και ο μωυσησ εβοσκε τα προβατα του ιοθορ, του πεθερου του, ιερεα τησ μαδιαμ· και εφερε τα προβατα στο πισω μεροσ τησ ερημου, και ηρθε στο βουνο του θεου, το χωρηβ. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε σ' αυτον μεσα σε φλογα φωτιασ, απο το μεσον τησ βατου, και ειδε, και να, η βατοσ καιγοταν απο τη φωτια, αλλ' η βατοσ δεν κατακαιγοταν. και ο μωυσησ ειπε: ασ στρεψω, και ασ παρατηρησω αυτο το μεγαλο θεαμα, γιατι η βατοσ δεν κατακαιγεται. και καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειδε τον μωυση οτι εστρεψε να παρατηρησει, ο θεοσ φωναξε σ' αυτον μεσα απο τη βατο, και ειπε: μωυση, μωυση. και εκεινοσ ειπε: εδω ειμαι. και ειπε: μη πλησιασεισ εδω· λυσε τα υποδηματα σου απο τα ποδια σου· επειδη, ο τοποσ επανω στον οποιο στεκεσαι, ειναι αγια γη. και του ειπε: εγω ειμαι ο θεοσ του πατερα σου, ο θεοσ του αβραhαμ, ο θεοσ του ισαακ, και ο θεοσ του ιακωβ. και ο μωυσησ εκρυψε το προσωπο του· επειδη, φοβοταν να κοιταξει στον θεο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: ειδα, ειδα την ταλαιπωρια του λαου μου, που ειναι στην αιγυπτο, και ακουσα την κραυγη τουσ εξαιτιασ των εργοδιωκτων τουσ· επειδη, γνωρισα την οδυνη τουσ· και κατεβηκα για να τουσ ελευθερωσω, απο το χερι των αιγυπτιων, και να τουσ ανεβασω απο τη γη εκεινη, σε γη καλη και ευρυχωρη, σε γη που ρεει γαλα και μελι, στον τοπο των χαναναιων, και των χετταιων, και των αμορραιων, και των φερεζαιων, και των ευαιων, και των ιεβουσαιων· και τωρα δεσ, η κραυγη των γιων ισραηλ ηρθε σε μενα· και ειδα ακομα την καταθλιψη, με την οποια οι αιγυπτιοι τουσ καταθλιβουν· ελα, λοιπον, τωρα, και θα σε αποστειλω στον φαραω, και θα βγαλεισ τον λαο μου, τουσ γιουσ ισραηλ, απο την αιγυπτο. και ο μωυσησ αποκριθηκε στον θεο: ποιοσ ειμαι εγω, για να παω στον φαραω, και να βγαλω τουσ γιουσ ισραηλ απο την αιγυπτο; και ο θεοσ ειπε: επειδη, εγω θα ειμαι μαζι σου· και τουτο θα ειναι σε σενα το σημειο, οτι εγω σε απεστειλα: αφου βγαλεισ τον λαο μου απο την αιγυπτο, θα λατρευσετε τον θεο επανω σε τουτο το βουνο. και ο μωυσησ ειπε στον θεο: δεσ, οταν εγω παω στουσ γιουσ ισραηλ, και τουσ πω: ο θεοσ των πατερων σασ με απεστειλε σε σασ, κι εκεινοι με ρωτησουν: τι ειναι το ονομα του; τι θα τουσ πω; και ο θεοσ ειπε στον μωυση: εγω ειμαι ο ων· και ειπε: ετσι θα πεισ στουσ γιουσ ισραηλ: ο ων με απεστειλε σε σασ. και ο θεοσ ειπε ακομα στον μωυση: ετσι θα πεισ στουσ γιουσ ισραηλ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των πατερων σασ, ο θεοσ του αβραhαμ, ο θεοσ του ισαακ, και ο θεοσ του ιακωβ, με απεστειλε σε σασ· αυτο θα ειναι το ονομα μου στον αιωνα, κι αυτο θα ειναι η θυμηση μου σε γενεεσ γενεων· πηγαινε, και συγκεντρωσε τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ, και πεσ τουσ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των πατερων σασ, ο θεοσ του αβραhαμ, του ισαακ, και του ιακωβ, φανηκε σε μενα, λεγοντασ: σασ επισκεφθηκα αληθινα, και για οσα σασ κανουν στην αιγυπτο· και ειπα: θα σασ ανεβασω απο την ταλαιπωρια των αιγυπτιων, στη γη των χαναναιων, και των χετταιων, και των αμορραιων, και των φερεζαιων, και ων ευαιων, και των ιεβουσαιων, σε γη που ρεει γαλα και μελι· και θα υπακουσουν στη φωνη σου· και θα πασ, εσυ και οι πρεσβυτεροι του ισραηλ, στον βασιλια τησ αιγυπτου, και θα του πειτε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των εβραιων μασ συναντησε· τωρα, λοιπον, αφησε να παμε δρομο τριων ημερων στην ερημο, για να προσφερουμε θυσια στον κυριο τον θεο μασ· κι εγω ξερω οτι ο βασιλιασ τησ αιγυπτου δεν θα σασ αφησει να πατε, παρα μονον με χερι δυνατο· και εκτεινοντασ το χερι μου, θα παταξω την αιγυπτο με ολα τα θαυμασια μου, που θα κανω αναμεσα τησ· και υστερα απ' αυτα θα σασ εξαποστειλει· και θα δωσω χαρη σ' αυτον τον λαο μπροστα στουσ αιγυπτιουσ· και οταν αναχωρειτε, δεν θα αναχωρησετε αδειανοι· αλλα, καθε γυναικα θα ζητησει απο τη γειτονισσα τησ, και απο τη συγκατοικο τησ, ασημενια σκευη, και χρυσα σκευη, και ενδυματα· και θα τα βαλετε επανω στουσ γιουσ σασ, κι επανω στισ θυγατερεσ σασ, και θα γυμνωσετε τουσ αιγυπτιουσ.

4

και ο μωυσησ αποκριθηκε, και ειπε: ομωσ, δεσ, δεν θα πιστεψουν σε μενα ουτε θα ακουσουν στη φωνη μου· επειδη, θα πουν: δεν φανηκε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε σενα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: τι ειναι αυτο που εχεισ στο χερι σου; κι εκεινοσ ειπε: ραβδοσ. και ειπε: ριξ' την καταγησ. και την ερριξε καταγησ, και εγινε φιδι· και ο μωυσησ εφυγε απο μπροστα του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: απλωσε το χερι σου, και πιασ' το απο την ουρα· (και απλωνοντασ το χερι του, το επιασε, και εγινε στο χερι του ραβδοσ·) για να πιστεψουν οτι φανηκε σε σενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των πατερων τουσ, ο θεοσ του αβραhαμ, ο θεοσ του ισαακ, και ο θεοσ του ιακωβ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε ακομα: βαλε τωρα το χερι σου στον κορφο σου. και εβαλε το χερι του στον κορφο του· και οταν το εβγαλε, να, το χερι του ηταν λεπρο σαν χιονι. και ειπε: βαλε παλι το χερι σου στον κορφο σου. και εβαλε το χερι του στον κορφο του· και οταν το εβγαλε απο τον κορφο του, να, αποκατασταθηκε οπωσ η σαρκα του. και αν δεν πιστεψουν σε σενα, ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ουτε ακουσουν στη φωνη του πρωτου σημειου, θα πιστεψουν στη φωνη του δευτερου σημειου· και αν δεν πιστεψουν και στα δυο αυτα σημεια, ουτε ακουσουν στη φωνη σου, θα παρεισ απο το νερο του ποταμου, και θα το χυσεισ επανω στην ξηρα· και το νερο, που θα επαιρνεσ απο τον ποταμο, θα γινει επανω στην ξηρα αιμα. και ο μωυσησ ειπε στον κυριο: παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· εγω δεν ειμαι ανθρωποσ του λογου ουτε απο χθεσ ουτε απο προχθεσ, ουτε απο τη στιγμη που μιλησεσ στον δουλο σου· αλλα, ειμαι βραδυστομοσ και βραδυγλωσσοσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: ποιοσ εδωσε στομα στον ανθρωπο; η, ποιοσ εκανε τον αλαλο η τον κουφο η εκεινον που βλεπει η τον τυφλο; οχι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; πηγαινε, λοιπον, τωρα, κι εγω θα ειμαι μαζι με το στομα σου, και θα σε διδαξω ο,τι προκειται να μιλησεισ. κι εκεινοσ ειπε: παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αποστειλε οποιον αλλον εχεισ να αποστειλεισ. και ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναψε εναντια στον μωυση· και ειπε: δεν υπαρχει ο ααρων ο αδελφοσ σου ο λευιτησ; ξερω οτι αυτοσ μπορει να μιλαει καλα· και μαλιστα, δεσ, βγαινει σε συναντηση σου, και οταν σε δει, θα χαρει στην καρδια του· εσυ, λοιπον, θα μιλασ σ' αυτον, και θα βαζεισ τα λογια στο στομα του· κι εγω θα ειμαι μαζι με το στομα σου, και με το στομα εκεινου, και θα σασ διδαξω ο,τι πρεπει να κανετε: κι αυτοσ θα μιλαει στον λαο αντι για σενα· κι αυτοσ θα ειναι σε σενα αντι για στομα, ενω εσυ θα εισαι σ' αυτον αντι για θεοσ· παρε, ομωσ, στο χερι σου αυτη τη ραβδο, με την οποια θα κανεισ τα σημεια. και ο μωυσησ αναχωρησε, και επεστρεψε στον πεθερο του τον ιοθορ, και του ειπε: ασ παω, παρακαλω, κι ασ επιστρεψω στουσ αδελφουσ μου, που ειναι στην αιγυπτο, κι ασ δω αν ζουν ακομα. και ο ιοθορ ειπε στον μωυση: πηγαινε με ειρηνη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση στη μαδιαμ: πηγαινε, επιστρεψε στην αιγυπτο· επειδη, πεθαναν ολοι οι ανθρωποι εκεινοι που ζητουσαν την ψυχη σου. τοτε, παιρνοντασ ο μωυσησ τη γυναικα του, και τα παιδια του, και αφου τα καθισε επανω σε γαιδουρια, επεστρεψε στη γη τησ αιγυπτου· και ο μωυσησ πηρε τη ραβδο του θεου στο χερι του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: οταν πασ και επιστρεψεισ στην αιγυπτο, προσεξε να κανεισ μπροστα στον φαραω ολα τα θαυμασια, που εδωσα στο χερι σου· μονον που εγω θα σκληρυνω την καρδια του, και δεν θα εξαποστειλει τον λαο· και θα πεισ στον φαραω: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· γιοσ μου ειναι, πρωτοτοκοσ μου, ο ισραηλ· και σε σενα λεω: εξαποστειλε τον γιο μου, για να με λατρευσει· και αν δεν θελεισ να τον εξαποστειλεισ, δεσ, εγω θα θανατωσω τον γιο σου, τον πρωτοτοκο σου. κι ενω ο μωυσησ ηταν καθ' οδον, στο καταλυμα, τον συναντησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ζητουσε να τον θανατωσει. και η σεπφωρα, παιρνοντασ ενα κοφτερο λιθαρι, εκανε περιτομη στην ακροβυστια του γιου τησ, και τον ερριξε στα ποδια του, λεγοντασ: σιγουρα νυμφιοσ αιματων εισαι σε μενα. και εφυγε απ' αυτον· κι εκεινη ειπε: εισαι νυμφιοσ αιματων, εξαιτιασ τησ περιτομησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ααρων: πηγαινε σε συναντηση του μωυση στην ερημο. και πηγε, και τον συναντησε στο βουνο του θεου, και τον φιλησε. και ο μωυσησ ανηγγειλε στον ααρων ολα τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που του παρηγγειλε, και ολα τα σημεια, που προσταξε σ' αυτον. πηγαν, λοιπον, ο μωυσησ και ο ααρων, και συγκεντρωσαν ολουσ τουσ πρεσβυτερουσ των γιων ισραηλ· και ο ααρων μιλησε ολα τα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε μιλησει στον μωυση, και εκανε τα σημεια μπροστα στον λαο. και ο λαοσ πιστεψε· και οταν ακουσε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επισκεφθηκε τουσ γιουσ ισραηλ, και οτι επεβλεψε στην ταλαιπωρια τουσ, σκυβοντασ, προσκυνησαν.

5

και υστερα απ' αυτα, μπαινοντασ ο μωυσησ και ο ααρων, ειπαν στον φαραω: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ· εξαποστειλε τον λαο μου, για να γιορτασουν σε μενα στην ερημο. και ο φαραω ειπε: ποιοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στου οποιου τη φωνη να υπακουσω, ωστε να εξαποστειλω τον ισραηλ; δεν γνωριζω τον κυριο, και ουτε θα εξαποστειλω τον ισραηλ. κι εκεινοι ειπαν: ο θεοσ των εβραιων μασ συναντησε· αφησε, λοιπον, να παμε δρομο τριων ημερων στην ερημο, για να προσφερουμε θυσια στον κυριο τον θεο μασ, μηπωσ και ερθει εναντιον μασ με θανατικο η με μαχαιρα. και ο βασιλιασ τησ αιγυπτου τουσ ειπε: γιατι, μωυση και ααρων, αποκοβετε τον λαο απο τισ εργασιεσ του; πηγαινετε στα εργα σασ. και ο φαραω ειπε: δεστε, ο λαοσ του τοπου ειναι τωρα πολυπληθησ, κι εσεισ τουσ κανετε να σταματουν απο τα εργα τουσ. και την ιδια ημερα ο φαραω προσταξε τουσ εργοδιωκτεσ του λαου, και τουσ επιτροπουσ τουσ, λεγοντασ: δεν θα δωσετε στο εξησ σ' αυτον τον λαο αχυρο, οπωσ χθεσ και προχθεσ, για να κανουν τισ πλιθεσ· ασ πανε αυτοι, κι ασ μαζευουν αχυρο για τον εαυτο τουσ· ομωσ, θα τουσ επιβαλετε την ποσοτητα των πλιθων, που εκαναν και πρωτα· και δεν θα την ελαττωσετε, καθολου· επειδη, μενουν αργοι, και γι' αυτο φωναζουν, λεγοντασ: αφησε να παμε, για να προσφερουμε θυσια στον θεο μασ· ασ επιβαρυνθουν οι εργασιεσ αυτων των ανθρωπων, για να ειναι απασχολημενοι σ' αυτεσ και να μη προσεχουν σε ματαια λογια. βγηκαν, λοιπον, οι εργοδιωκτεσ του λαου και οι επιτροποι του, και μιλησαν στον λαο, λεγοντασ: ετσι ειπε ο φαραω: δεν σασ δινω αχυρο· πηγαινετε εσεισ οι ιδιοι, μαζεψτε αχυρο, οπου μπορειτε να βρειτε· αλλα, τιποτε δεν θα ελαττωθει απο τισ εργασιεσ σασ. και διασπαρθηκε ο λαοσ σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου, για να μαζευει καλαμη αντι για αχυρο. και οι εργοδιωκτεσ τουσ βιαζαν, λεγοντασ: τελειωνετε τισ εργασιεσ σασ, το καθορισμενο για καθε ημερα, οπωσ οταν σασ δινοταν αχυρο. και μαστιγωθηκαν οι επιτροποι των γιων ισραηλ, που ησαν διορισμενοι επανω τουσ απο τουσ εργοδιωκτεσ του φαραω, λεγοντασ: γιατι δεν τελειωσατε χθεσ και σημερα την καθορισμενη για σασ ποσοτητα των πλιθων, καθωσ και πρωτα; και μπαινοντασ οι επιτροποι των γιων ισραηλ, καταβοησαν στον φαραω, λεγοντασ: γιατι κανεισ ετσι στουσ δουλουσ σου; αχυρο δεν δινεται στουσ δουλουσ σου, και μασ λενε: καντε πλιθεσ· και δεσ, μαστιγωθηκαν οι δουλοι σου· και το σφαλμα ειναι του λαου σου. κι εκεινοσ αποκριθηκε: ειστε οκνηροι, οκνηροι· γι' αυτο λετε: αφησε να παμε να προσφερουμε θυσια στον κυριο· πηγαινετε, λοιπον, τωρα, δουλευετε· επειδη, αχυρο δεν θα σασ δοθει· θα αποδιδετε, ομωσ, την ιδια ποσοτητα των πλιθων. και οι επιτροποι των γιων ισραηλ εβλεπαν τον εαυτο τουσ σε κακη θεση, αφου τουσ ειπωθηκε: δεν θα ελαττωθει τιποτε απο την καθημερινη ποσοτητα των πλιθων. και βγαινοντασ απο τον φαραω, συναντησαν τον μωυση και τον ααρων, που ερχονταν σε συναντηση τουσ· και τουσ ειπαν: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να σασ δει, και να κρινει· επειδη, εσεισ κανατε βδελυκτη την οσμη μασ μπροστα στον φαραω, και μπροστα στουσ δουλουσ του, ωστε να δωσετε στα χερια τουσ μαχαιρα για να μασ θανατωσουν. και ο μωυσησ επεστρεψε στον κυριο, και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γιατι κατεθλιψεσ αυτον τον λαο; και γιατι με απεστειλεσ; επειδη, αφοτου ηρθα στον φαραω να μιλησω στο ονομα σου, κατεθλιψε αυτον τον λαο· κι εσυ καθολου δεν ελευθερωσεσ τον λαο σου.

6

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: τωρα θα δεισ τι θα κανω στον φαραω· επειδη, με δυνατο χερι θα τουσ εξαποστειλει· και με δυνατο χερι θα τουσ διωξει απο τη γη του. ο θεοσ μιλησε ακομα στον μωυση και του ειπε: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και φανηκα στον αβραhαμ, στον ισαακ, και στον ιακωβ, με το ονομα ο θεοσ, ο παντοκρατορασ· δεν γνωριστηκα ομωσ σ' αυτουσ με το ονομα μου γιαχβε· κι ακομα εστησα σ' αυτουσ τη διαθηκη μου, να τουσ δωσω τη γη χανααν, τη γη τησ παροικιασ τουσ, στην οποια παροικησαν· επιπλεον, εγω ακουσα τουσ στεναγμουσ των γιων ισραηλ, για την καταδουλωση τουσ απο τουσ αιγυπτιουσ· και θυμηθηκα τη διαθηκη μου· γι' αυτο, πεσ στουσ γιουσ ισραηλ: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα σασ βγαλω απο κατω απο τα φορτια των αιγυπτιων, και θα σασ ελευθερωσω απο τη δουλεια τουσ, και θα σασ λυτρωσω με απλωμενον βραχιονα, και με μεγαλεσ κρισεισ· και θα σασ παρω στον εαυτο μου για λαο μου, και θα ειμαι θεοσ σασ· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ σασ, που σασ βγαζω απο κατω απο τα φορτια των αιγυπτιων· και θα σασ φερω στη γη, για την οποια υψωσα το χερι μου, οτι θα τη δωσω στον αβραhαμ, στον ισαακ, και στον ιακωβ· καιθα σασ τη δωσω για κληρονομια. εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο μωυσησ μιλησε μ' αυτον τον τροπο στουσ γιουσ ισραηλ· αλλα, δεν εισακουσαν στον μωυση, απο τη στενοχωρια τησ ψυχησ τουσ, και απο τη σκληρη δουλεια. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μπεσ μεσα, μιλησε στον φαραω, τον βασιλια τησ αιγυπτου, για να εξαποστειλει τουσ γιουσ ισραηλ απο τη γη του. και ο μωυσησ μιλησε μπροστα στον κυριο, λεγοντασ: δεσ, οι γιοι ισραηλ δεν με εισακουσαν· και πωσ θα με εισακουσει ο φαραω, κι εγω ειμαι απεριτμητοσ στα χειλη; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση και στον ααρων, και τουσ απεστειλε στουσ γιουσ ισραηλ, και στον φαραω τον βασιλια τησ αιγυπτου, για να βγαλουν τουσ γιουσ ισραηλ απο την αιγυπτο. αυτοι ειναι οι αρχηγοι των οικογενειων των πατριων τουσ· οι γιοι του ρουβην, του πρωτοτοκου του ισραηλ, ο ανωχ και ο φαλλου, ο εσρων και ο χαρμι· αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ του ρουβην. και οι γιοι του συμεων, ο ιεμουηλ, και ο ιαμειν, και ο αωδ, και ο ιαχειν, και ο σωαρ, και ο σαουλ, ο γιοσ τησ χανανιτιδασ· αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ του συμεων. και τα ονοματα των γιων του λευι, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, ειναι αυτα: ο γηρσων, και ο κααθ, και ο μεραρι· και τα χρονια τησ ζωησ του λευι εγιναν 137 χρονια. οι γιοι του γηρσων, ο λιβνι και ο σεμει, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. και οι γιοι του κααθ, ο αμραμ, και ο ισααρ, και ο χεβρων, και ο οζιηλ· και τα χρονια τησ ζωησ του κααθ εγιναν 133 χρονια. και οι γιοι του μεραρι, ο μααλι, και ο μουσι· αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ του λευι, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ. και ο αμραμ πηρε για γυναικα του, την ιωχαβεδ, θυγατερα του αδελφου του πατερα του· και γεννησε σ' αυτον τον ααρων και τον μωυση· και τα χρονια τησ ζωησ του αμραμ εγιναν 137 χρονια. και οι γιοι του ισααρ, ο κορε, και ο νεφεγ, και ο ζιθρι. και οι γιοι του οζιηλ, ο μισαηλ, και ο ελισαφαν, και ο σιθρι. και ο ααρων πηρε για γυναικα του την ελισαβετ, θυγατερα του αμμιναδαβ, αδελφη του ναασσων· και γεννησε σ' αυτον τον ναδαβ και τον αβιουδ, τον ελεαζαρ και τον ιθαμαρ. και οι γιοι του κορε, ο ασειρ, και ο ελκανα, και ο αβιασαφ· αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των κοριτων. και ο ελεαζαρ, ο γιοσ του ααρων, πηρε για γυναικα του μια απο τισ θυγατερεσ του φουτιηλ· και γεννησε σ' αυτον τον φινεεσ· αυτοι ειναι οι αρχηγοι των πατριων των λευιτων, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. αυτοι ειναι ο ααρων και ο μωυσησ, προσ τουσ οποιουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: βγαλτε τουσ γιουσ ισραηλ απο τη γη τησ αιγυπτου, συμφωνα με τα ταγματα τουσ. αυτοι ειναι που μιλησαν στον φαραω, τον βασιλια τησ αιγυπτου, για να βγαλουν τουσ γιουσ ισραηλ απο την αιγυπτο· αυτοι, ο μωυσησ και ο ααρων. και την ημερα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση στη γη τησ αιγυπτου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση, λεγοντασ: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· μιλησε στον φαραω, τον βασιλια τησ αιγυπτου, και πεσ του ολα οσα λεω σε σενα. και ο μωυσησ ειπε μπροστα στον κυριο: δεσ, εγω ειμαι απεριτμητοσ στα χειλη· και πωσ θα με εισακουσει ο φαραω;

7

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: δεσ, εγω σε κατεστησα θεο στον φαραω· και ο ααρων, ο αδελφοσ σου, θα ειναι προφητησ σου· εσυ θα μιλησεισ ολα οσα σε προσταζω· και ο ααρων, ο αδελφοσ σου, θα μιλησει στον φαραω, για να εξαποστειλει τουσ γιουσ ισραηλ απο τη γη του· κι εγω θα σκληρυνω την καρδια του φαραω, και θα πληθυνω τα σημεια μου και τα θαυμασια μου στη γη τησ αιγυπτου· ομωσ, ο φαραω δεν θα σασ εισακουσει· και θα επιβαλω το χερι μου επανω στην αιγυπτο, και θα βγαλω τα στρατευματα μου, τον λαο μου, τουσ γιουσ ισραηλ, απο τη γη τησ αιγυπτου, με μεγαλεσ κρισεισ· και θα γνωρισουν οι αιγυπτιοι, οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν απλωσω το χερι μου επανω στην αιγυπτο, και βγαλω τουσ γιουσ ισραηλ απο αναμεσα τουσ. και εκαναν ο μωυσησ, και ο ααρων, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε σ' αυτουσ· ετσι εκαναν. και ο μωυσησ ηταν ηλικιασ 80 χρονων, και ο ααρων 83 χρονων, οταν μιλησαν στον φαραω. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση και στον ααρων, λεγοντασ: οταν ο φαραω σασ πει, λεγοντασ: δειξτε μου εσεισ ενα θαυμα· τοτε, θα πεισ στον ααρων: παρε τη ραβδο σου, και ριξ' την μπροστα στον φαραω· και θα γινει φιδι. μπηκαν, λοιπον, μεσα ο μωυσησ και ο ααρων στον φαραω, και εκαναν ετσι, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει· και ο ααρων ερριξε τη ραβδο του μπροστα στον φαραω, και μπροστα στουσ δουλουσ του, και εγινε φιδι. καλεσε, ομωσ, και ο φαραω τουσ σοφουσ και τουσ μαγουσ· και οι μαγοι τησ αιγυπτου εκαναν κι αυτοι κατα τον ιδιο τροπο, με τισ τελετουργικεσ επωδεσ τουσ. επειδη, ερριξαν ο καθενασ τη ραβδο του, και εγιναν φιδια· η ραβδοσ, ομωσ, του ααρων καταπιε τισ ραβδουσ εκεινων. και σκληρυνθηκε η καρδια του φαραω, και δεν τουσ εισακουσε, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε μιλησει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: η καρδια του φαραω σκληρυνθηκε, ωστε να μη εξαποστειλει τον λαο· πηγαινε στον φαραω το πρωι· να, βγαινει προσ το νερο· και θα σταθεισ κοντα στην ακρη του ποταμου, για να τον συναντησεισ· και τη ραβδο, που μεταβληθηκε σε φιδι, θα την κρατασ στο χερι σου· και θα του πεισ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των εβραιων, με απεστειλε σε σενα, λεγοντασ: εξαποστειλε τον λαο μου, για να με λατρευσει στην ερημο· αλλα, δεσ, δεν εισακουσεσ μεχρι τωρα· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: με τουτο θα γνωρισεισ, οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· προσεξε, με τη ραβδο, που ειναι στο χερι μου, θα χτυπησω επανω στα νερα του ποταμου, και θα μεταβληθουν σε αιμα· και τα ψαρια, που ειναι στον ποταμο, θα ψοφησουν, και ο ποταμοσ θα βρωμησει, και οι αιγυπτιοι θα αηδιασουν να πιουν νερο απο τον ποταμο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: πεσ στον ααρων: παρε τη ραβδο σου, και εκτεινε το χερι σου προσ τα νερα τησ αιγυπτου, προσ τα ρυακια τουσ, προσ τουσ ποταμουσ τουσ, προσ τισ λιμνεσ τουσ, και προσ καθε συναγμα νερου δικου τουσ, και θα γινουν αιμα· και σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου θα γινει αιμα, και στα ξυλινα και τα πετρινα σκευη. και ο μωυσησ και ο ααρων εκαναν ετσι, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε· και σηκωνοντασ ο ααρων τη ραβδο, χτυπησε τα νερα του ποταμου μπροστα στον φαραω, και μπροστα στουσ υπηρετεσ του· και μεταβληθηκαν σε αιμα ολα τα νερα του ποταμου. και τα ψαρια, που ησαν μεσα στον ποταμο, ψοφησαν, και ο ποταμοσ βρωμησε, ωστε οι αιγυπτιοι δεν μπορουσαν να πιουν νερο απο τον ποταμο· και ηταν αιμα σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου. το ιδιο, ομωσ, εκαναν και οι μαγοι τησ αιγυπτου με τισ τελετουργικεσ επωδεσ τουσ· και σκληρυνθηκε η καρδια του φαραω, και δεν τουσ εισακουσε, καθωσ ειχε πει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οταν ο φαραω επεστρεψε, ηρθε στο παλατι του, και η καρδια του δεν εδωσε βαση ουτε σε τουτο. και ολοι οι αιγυπτιοι, εσκαβαν ολογυρα στον ποταμο, για να πιουν νερο, επειδη δεν μπορουσαν να πιουν απο το νερο του ποταμου. και συμπληρωθηκαν επτα ημερεσ, αφοτου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh χτυπησε τον ποταμο.

8

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: πηγαινε στον φαραω, και πεσ του, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εξαποστειλε τον λαο μου, για να με λατρευσει· και αν δεν θελεισ να τον εξαποστειλεισ, προσεξε, εγω θα χτυπησω ολα τα ορια σου με βατραχια· και ο ποταμοσ θα ξεβρασει βατραχια, τα οποια καθωσ θα ανεβαινουν θα μπουν μεσα στο παλατι σου, και στον κοιτωνα σου, κι επανω στο κρεβατι σου, και στα σπιτια των υπηρετων σου, κι επανω στον λαο σου, και στουσ φουρνουσ σου, και στισ σκαφεσ σου· κι επανω σε σενα, κι επανω στον λαο σου, κι επανω σε ολουσ τουσ υπηρετεσ σου, θα ανεβουν τα βατραχια. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: πεσ στον ααρων: εκτεινεσ το χερι σου με τη ραβδο σου προσ τα ρυακια, προσ τουσ ποταμουσ, και προσ τισ λιμνεσ, και ανεβασε τα βατραχια επανω στη γη τησ αιγυπτου. και ο ααρων εξετεινε το χερι του επανω στα νερα τησ αιγυπτου· και ανεβηκαν τα βατραχια, και σκεπασαν τη γη τησ αιγυπτου. και εκαναν το ιδιο οι μαγοι, με τισ τελετουργικεσ επωδεσ τουσ, και ανεβασαν τα βατραχια επανω στη γη τησ αιγυπτου. τοτε, ο φαραω καλεσε τον μωυση και τον ααρων, και ειπε: παρακαλεστε τον κυριο να σηκωσει τα βατραχια απο μενα, και απο τον λαο μου· και θα εξαποστειλω τον λαο, για να θυσιασουν στον κυριο. και ο μωυσησ ειπε στον φαραω: καθορισε μου, ποτε να παρακαλεσω για σενα, και για τουσ υπηρετεσ σου, και για τον λαο σου· για να εξαλειψει τα βατραχια απο σενα, και απο τα σπιτια σου, και να μεινουν μονον στον ποταμο. κι εκεινοσ ειπε: αυριο. και ειπε: θα γινει συμφωνα με τον λογο σου· για να γνωρισεισ, οτι δεν ειναι κανενασ καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ· και θα σηκωθουν τα βατραχια απο σενα, και απο τα σπιτια σου, και απο τουσ υπηρετεσ σου, και απο τον λαο σου· μονον στον ποταμο θα μεινουν. τοτε, ο μωυσησ και ο ααρων βγηκαν απο τον φαραω· και ο μωυσησ αναβοησε στον κυριο για τα βατραχια, που ειχε φερει στον φαραω. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε συμφωνα με τον λογο του μωυση· και ψοφησαν τα βατραχια απο τα σπιτια, απο τισ επαυλεισ, και απο τα χωραφια. και τα μαζεψαν σωρουσ-σωρουσ, και βρωμησε η γη. και βλεποντασ ο φαραω,οτι εγινε αναψυχη, σκληρυνε την καρδια του, και δεν τουσ εισακουσε, οπωσ ειχε μιλησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: πεσ στον ααρων: εκτεινε τη ραβδο σου, και χτυπα το χωμα τησ γησ, για να γινει σκνιπεσ σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου. και εκαναν ετσι· επειδη, ο ααρων εξετεινε το χερι του με τη ραβδο του, και χτυπησε το χωμα τησ γησ, και εγινε σκνιπεσ στουσ ανθρωπουσ, και στα κτηνη· ολο το χωμα τησ γησ εγινε σκνιπεσ σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου. και εκαναν το ιδιο και οι μαγοι με τισ τελετουργικεσ επωδεσ τουσ, για να βγαλουν σκνιπεσ· ομωσ, δεν μπορεσαν· οι σκνιπεσ, λοιπον, ησαν επανω στουσ ανθρωπουσ κι επανω στα κτηνη. τοτε, οι μαγοι ειπαν στον φαραω: αυτο ειναι δακτυλοσ θεου. η καρδια, ομωσ, του φαραω σκληρυνθηκε, και δεν τουσ εισακουσε, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε μιλησει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: σηκω ενωρισ το πρωι, και στασου μπροστα στον φαραω· να, βγαινει προσ το νερο· και πεσ του: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· εξαποστειλε τον λαο μου για να με λατρευσει· επειδη, αν δεν εξαποστειλεισ τον λαο μου, προσεξε, θα στειλω κυνομυγα, επανω σου κι επανω στουσ υπηρετεσ σου, κι επανω στον λαο σου, κι επανω στα σπιτια σου, και τα σπιτια των αιγυπτιων, ακομα και η γη επανω στην οποια κατοικουν, θα γεμισουν απο κυνομυγα· ομωσ, εκεινη την ημερα θα εξαιρεσω τη γη γεσεν, στην οποια κατοικει ο λαοσ μου, ωστε να μη υπαρχει εκει καθολου κυνομυγα· για να γνωρισεισ οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στο μεσον τησ γησ· και θα βαλω διαφορα αναμεσα στον λαο μου, και στον λαο σου· αυριο θα γινει αυτο το σημειο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε ετσι· και πληθοσ κυνομυγασ ηρθε στο παλατι του φαραω, και στα σπιτια των υπηρετων του, και σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου· η γη διαφθαρηκε απο το πληθοσ τησ κυνομυγασ. και ο φαραω καλεσε τον μωυση και τον ααρων, και ειπε: πηγαινετε, καντε θυσια στον θεο σασ σ' αυτη τη γη. και ο μωυσησ ειπε: δεν ειναι πρεπον να κανουμε ετσι· επειδη, εμεισ θυσιαζουμε στον κυριο τον θεο μασ θυσιεσ, που οι αιγυπτιοι βδελυσσονται· να, αν εμεισ θυσιασουμε θυσιεσ, που βδελυσσονται οι αιγυπτιοι, μπροστα στα ματια τουσ, δεν θα μασ λιθοβολησουν; θα παμε δρομο τριων ημερων στην ερημο και θα θυσιασουμε στον κυριο τον θεο μασ, καθωσ μασ ειπε. τοτε, ο φαραω ειπε: εγω θα σασ εξαποστειλω, για να θυσιασετε στον κυριο τον θεο σασ στην ερημο· μονον μη πατε πολυ μακρια· παρακαλεστε και για μενα. και ο μωυσησ ειπε: δεσ, εγω βγαινω απο σενα, και θα παρακαλεσω τον κυριο, ωστε η κυνομυγα να σηκωθει αυριο, απο τον φαραω, απο τουσ υπηρετεσ του, και απο τον λαο του· αλλα, ασ μη εξακολουθει ο φαραω να μασ απατα, χωρισ να εξαποστελλει τον λαο για να θυσιασει στον κυριο. τοτε, ο μωυσησ βγηκε απο τον φαραω, και παρακαλεσε τον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε συμφωνα με τον λογο του μωυση· και σηκωσε την κυνομυγα απο τον φαραω, απο τουσ υπηρετεσ του, και απο τον λαο του· δεν εμεινε ουτε μια. εντουτοισ, ο φαραω σκληρυνε κι αυτη τη φορα την καρδια του, και δεν εξαπεστειλε τον λαο.

9

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: πηγαινε στον φαραω, και πεσ του: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των εβραιων· εξαποστειλε τον λαο μου, για να με λατρευσει· επειδη, αν δεν θελεισ να τον εξαποστειλεισ, και αν τουσ κρατασ ακομα, προσεξε, το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι επανω στα κτηνη σου, που ειναι στο χωραφι, επανω στα αλογα σου, επανω στα γαιδουρια, επανω στισ καμηλεσ, επανω στα βοδια, κι επανω στα προβατα· ενα θανατικο υπερβολικα βαρυ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει διακριση αναμεσα στα κτηνη του ισραηλ, και στα κτηνη των αιγυπτιων· και απο ολα οσα ανηκουν στουσ γιουσ ισραηλ δεν θα ψοφησει ουτε ενα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διορισε καιρο, λεγοντασ: αυριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει αυτο το πραγμα στη γη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε το πραγμα αυτο την επομενη, και ψοφησαν ολα τα κτηνη των αιγυπτιων· απο δε τα κτηνη των γιων ισραηλ δεν ψοφησε ουτε ενα. και ο φαραω εστειλε να δουν, και να, απο τα κτηνη του ισραηλ δεν ψοφησε ουτε ενα· ομωσ, η καρδια του φαραω σκληρυνθηκε, και δεν εξαπεστειλε τον λαο. τοτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση και στον ααρων: γεμιστε τα χερια σασ με σταχτη απο καμινι, και ασ τη σκορπισει ο μωυσησ προσ τον ουρανο μπροστα στον φαραω· και θα γινει λεπτη σκονη επανω σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου· και θα γινει επανω στουσ ανθρωπουσ, κι επανω στα κτηνη, καψιμο που θα επιφερει ελκωδη εξανθηματα, σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου. πηραν, λοιπον, τη σταχτη απο ενα καμινι, και σταθηκαν μπροστα στον φαραω· και ο μωυσησ τη σκορπισε προσ τον ουρανο, και εγινε καψιμο που επεφερε ελκωδη εξανθηματα επανω στουσ ανθρωπουσ κι επανω στα κτηνη· και δεν μπορουσαν οι μαγοι να σταθουν μπροστα στον μωυση, εξαιτιασ του καψιματοσ· επειδη, το καψιμο ηταν επανω στουσ μαγουσ, κι επανω σε ολουσ τουσ αιγυπτιουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σκληρυνε την καρδια του φαραω, και δεν τουσ εισακουσε, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε μιλησει στον μωυση. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: σηκω το πρωι ενωρισ, και να παρασταθεισ μπροστα στον φαραω και να του πεισ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των εβραιων· να εξαποστειλεισ τον λαο μου, για να με λατρευσει· επειδη, αυτη τη φορα, εγω στελνω ολεσ μου τισ πληγεσ επανω στην καρδια σου, και στουσ υπηρετεσ σου, κι επανω στον λαο σου· για να γνωρισεισ οτι δεν υπαρχει κανενασ ομοιοσ με μενα σε ολοκληρη τη γη· επειδη, τωρα, θα εκτεινω το χερι μου, και θα χτυπησω εσενα και τον λαο σου με θανατικο, και θα χαθεισ απο τη γη· επειδη, γι' αυτο βεβαια σε διατηρησα, για να δειξω σε σενα τη δυναμη μου, και να κηρυχθει το ονομα μου σε ολοκληρη τη γη. υψωνεισ ακομα τον εαυτο σου εναντια στον λαο μου, ωστε να μη τον εξαποστειλεισ; δεσ, αυριο, γυρω σ' αυτη την ωρα, θα βρεξω χαλαζι, υπερβολικα βαρυ, που ποτε δεν εχει γινει στη γη τησ αιγυπτου, απο την ημερα που θεμελιωθηκε μεχρι σημερα· τωρα, λοιπον, αποστειλε να συναξεισ τα κτηνη σου, και ολα οσα εχεισ στα χωραφια· επειδη, καθε ανθρωποσ και ζωο, που θα βρεθει στα χωραφια και δεν φερθει σε σπιτι, και κατεβει επανω τουσ το χαλαζι, θα ψοφησουν. οποιοσ απο τουσ υπηρετεσ του φαραω φοβηθηκε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συναξε γρηγορα στα σπιτια τουσ δουλουσ του, και τα κτηνη του· οποιοσ, ομωσ, δεν προσεξε στον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αφησε τουσ δουλουσ του και τα κτηνη του στα χωραφια. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: εκτεινε το χερι σου προσ τον ουρανο, και θα γινει χαλαζι σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου, επανω σε ανθρωπουσ, κι επανω σε κτηνη, κι επανω σε καθε χορταρι του χωραφιου στη γη τησ αιγυπτου. και ο μωυσησ εξετεινε τη ραβδο του προσ τον ουρανο, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε βροντεσ και χαλαζι, και η φωτια διετρεχε επανω στη γη· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εβρεξε χαλαζι επανω στη γη τησ αιγυπτου· και ηταν χαλαζι, και φωτια, με φλογεσ μεσα στο χαλαζι, ενα χαλαζι βαρυ, που ποτε δεν ειχε γινει επανω σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου, απο τοτε που εγινε εθνοσ. και το χαλαζι χτυπησε σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου, καθε τι που υπηρχε στα χωραφια, απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ· και ολο το χορταρι του χωραφιου το χτυπησε το χαλαζι, και ολα τα δεντρα του χωραφιου τα εσπασε. μονον στη γη γεσεν, οπου ησαν οι γιοι ισραηλ, δεν εγινε χαλαζι. τοτε, ο φαραω, στελνοντασ καλεσε τον μωυση και τον ααρων, και τουσ ειπε: αυτη τη φορα αμαρτησα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι δικαιοσ· κι εγω και ο λαοσ μου ειμαστε ασεβεισ· παρακαλεστε τον κυριο, ωστε να σταματησουν απο το να γινονται βροντεσ θεου και χαλαζι· κι εγω θα σασ εξαποστειλω, και δεν θα μεινετε πλεον. και ο μωυσησ του ειπε: καθωσ θα βγω απο την πολη, θα σηκωσω τα χερια μου στον κυριο· οι βροντεσ θα σταματησουν και το χαλαζι δεν θα υπαρχει πλεον· για να γνωρισεισ οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η γη· ομωσ, εσυ και οι υπηρετεσ σου, ξερω οτι ακομα δεν θα φοβηθειτε απο το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου. και χτυπηθηκαν το λιναρι και το κριθαρι· επειδη, το κριθαρι ηταν σταχυωμενο, και το λιναρι καλαμωμενο· το σιταρι, ομωσ, και η βριζα δεν χτυπηθηκαν, επειδη ησαν οψιμα. και ο μωυσησ βγηκε απο τον φαραω, εξω απο την πολη, και απλωσε τα χερια του προσ τον κυριο· και οι βροντεσ και το χαλαζι σταματησαν, και δεν εσταξε πλεον βροχη επανω στη γη. και οταν ο φαραω ειδε οτι σταματησαν η βροχη και το χαλαζι και οι βροντεσ, εξακολουθησε να αμαρτανει και σκληρυνε την καρδια του, αυτοσ και οι υπηρετεσ του. και η καρδια του φαραω σκληρυνθηκε, και δεν εξαπεστειλε τουσ γιουσ ισραηλ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε μιλησει διαμεσου του μωυση.

10

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: μπεσ μεσα στον φαραω· επειδη, εγω σκληρυνα την καρδια του, και την καρδια των υπηρετων του, για να δειξω αυτα τα σημεια μου αναμεσα τουσ· και για να τα διηγεισαι στ' αυτια του γιου σου, και στον γιο του γιου σου, τα οσα εκανα στουσ αιγυπτιουσ, και τα σημεια μου, οσα εκανα αναμεσα τουσ, και να γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο μωυσησ και ο ααρων μπηκαν μεσα στον φαραω, και του ειπαν: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των εβραιων· μεχρι ποτε θα αρνεισαι να ταπεινωθεισ μπροστα μου; εξαποστειλε τον λαο μου για να με λατρευσει· επειδη, αν δεν θελεισ να εξαποστειλεισ τον λαο μου, προσεξε, αυριο θα φερω ακριδα επανω στα ορια σου· και θα σκεπασει το προσωπο τησ γησ, ωστε να μη μπορει καποιοσ να δει τη γη· και θα καταφαει το υπολοιπο, εκεινο που διασωθηκε, οσο σασ αφησε το χαλαζι, και θα καταφαει ολα τα δεντρα, εκεινα που φυονται σε σασ απο τα χωραφια· και θα γεμισουν απ' αυτη τα σπιτια σου, και τα σπιτια ολων των υπηρετων σου, και τα σπιτια ολων των αιγυπτιων· κατι που δεν ειδαν οι πατερεσ σου ουτε οι πατερεσ των πατερων σου, απο την ημερα που υπηρξαν επανω στη γη μεχρι σημερα. επειτα, αφου στραφηκε, βγηκε απο τον φαραω. και οι υπηρετεσ του φαραω του ειπαν: μεχρι ποτε αυτοσ θα ειναι προσκομμα σε μασ; εξαποστειλε τουσ ανθρωπουσ, για να λατρευσουν τον κυριο τον θεο τουσ· ακομα, δεν ξερεισ, οτι αφανιστηκε η αιγυπτοσ; τοτε, ξαναφεραν τον μωυση και τον ααρων στον φαραω· και τουσ ειπε: πηγαινετε, λατρευστε τον κυριο τον θεο σασ· αλλα, ποιοι και ποιοι θα πατε; και ο μωυσησ ειπε: μαζι με τουσ νεουσ μασ και μαζι με τουσ γεροντεσ μασ θα παμε, μαζι με τουσ γιουσ μασ και μαζι με τισ θυγατερεσ μασ, μαζι με τα προβατα μασ και μαζι με τα βοδια μασ θα παμε· επειδη, εχουμε γιορτη στον κυριο. κι εκεινοσ τουσ ειπε: ετσι ασ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μαζι σασ, καθωσ εγω θα σασ εξαποστειλω μαζι με τα παιδια σασ· κοιταξτε· επειδη, μπροστα σασ βρισκεται κακο· οχι ετσι, πηγαινετε τωρα οι ανδρεσ, και λατρευστε τον κυριο, επειδη, αυτο ζητατε. και ο φαραω τουσ εβγαλε απο μπροστα του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: εκτεινε το χερι σου επανω στη γη τησ αιγυπτου για την ακριδα, για να ανεβει επανω στη γη τησ αιγυπτου, και να καταφαει ολο το χορταρι τησ γησ, καθε τι που αφησε το χαλαζι. και ο μωυσησ εξετεινε τη ραβδο του επανω στη γη τησ αιγυπτου, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εφερε επανω στη γη ολη εκεινη την ημερα και ολη τη νυχτα, ανατολικονανεμο· και το πρωι ο ανατολικοσ ανεμοσ εφερε την ακριδα. και η ακριδα ανεβηκε επανω σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου, και καθησε επανω σε ολα τα ορια τησ αιγυπτου, πολλη, σε υπερβολικο βαθμο· τετοια ακριδα, πριν απ' αυτη, δεν υπηρξε ουτε θα υπαρξει τετοια υστερα απ' αυτη· και σκεπασε το προσωπο ολοκληρησ τησ γησ, και σκοτεινιασε η γη· και κατεφαγε ολο το χορταρι τησ γησ, και ολουσ τουσ καρπουσ των δεντρων, οσουσ αφησε το χαλαζι, και δεν εμεινε τιποτε χλωρο ουτε στα δεντρα ουτε στα χορτα του χωραφιου, σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου. τοτε, ο φαραω εσπευσε να καλεσει τον μωυση και τον ααρων, και ειπε: αμαρτησα στον κυριο τον θεο σασ, και σε σασ· αλλα, τωρα, συγχωρησε μου, παρακαλω, το αμαρτημα μου, μονον αυτη τη φορα, και παρακαλεστε τον κυριο τον θεο σασ για να σηκωσει απο μενα αυτον τον θανατο μονον. και ο μωυσησ βγηκε απο τον φαραω, και παρακαλεσε τον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μετεφερε ισχυροτατον δυτικο ανεμο, που σηκωσε την ακριδα, και την ερριξε στην ερυθρα θαλασσα· δεν εμεινε ουτε μια ακριδα επανω σε ολα τα ορια τησ αιγυπτου. εντουτοισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σκληρυνε την καρδια του φαραω, και δεν εξαπεστειλε τουσ γιουσ ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: εκτεινε το χερι σου προσ τον ουρανο, και θα γινει σκοταδι επανω στη γη τησ αιγυπτου, μαλιστα σκοταδι ψηλαφητο. και ο μωυσησ εξετεινε το χερι του προσ τον ουρανο, και εγινε πυκνο σκοταδι επανω σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου, για τρεισ ημερεσ. δεν εβλεπε ο ενασ τον αλλον· ουτε σηκωθηκε κανεισ απο τον τοπο του για τρεισ ημερεσ· ομωσ,σε ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ ηταν φωσ στισ κατοικιεσ τουσ. τοτε, ο φαραω καλεσε τον μωυση, και ειπε: πηγαινετε, λατρευστε τον κυριο· μονον τα προβατα σασ και τα βοδια σασ ασ μεινουν· και τα παιδια σασ ασ ερθουν μαζι σασ. και ο μωυσησ ειπε: μα, πρεπει εσυ να μασ δωσεισ και θυσιεσ και ολοκαυτωματα, για να θυσιασουμε στον κυριο τον θεο μασ· και τα κτηνη μασ θαρθουν μαζι μασ· δεν θα μεινει πισω μασ ουτε νυχι· επειδη, απ' αυτα πρεπει να παρουμε, για να λατρευσουμε τον κυριο τον θεο μασ· κι εμεισ δεν ξερουμε με τι εχουμε να λατρευσουμε τον κυριο, μεχρισ οτου να φτασουμε εκει. αλλα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σκληρυνε την καρδια του φαραω, και δεν θελησε να τουσ εξαποστειλει. και ο φαραω του ειπε: φυγε απο μενα· προσεχε στον εαυτο σου, μη δεισ πλεον το προσωπο μου· επειδη, την ημερα κατα την οποια θα δεισ το προσωπο μου, θα πεθανεισ. και ο μωυσησ ειπε: οπωσ ειπεσ, δεν θα δω πλεον το προσωπο σου.

11

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: ακομα μια πληγη θα φερω επανω στον φαραω, κι επανω στη γη τησ αιγυπτου· υστερα απ' αυτα θα σασ εξαποστειλει απο εδω· εξαποστελλοντασ σασ, βεβαια και θα σασ διωξει απο εδω ολοκληρωτικα· μιλησε τωρα στ' αυτια του λαου, και ασ ζητησει καθε ανδρασ απο τον γειτονα του, και καθε γυναικα απο τη γειτονισσα τησ, σκευη ασημενια, και σκευη χρυσα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε χαρη στον λαο μπροστα στουσ αιγυπτιουσ· ακομα και ο ανθρωποσ, ο μωυσησ, ηταν μεγασ σε υπερβολικο βαθμο στη γη τησ αιγυπτου, μπροστα στουσ υπηρετεσ του φαραω, και μπροστα στον λαο. και ο μωυσησ ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· γυρω στα μεσανυχτα, εγω θα βγω στο μεσον τησ αιγυπτου. και καθε πρωτοτοκο στη γη τησ αιγυπτου θα πεθανει, απο το πρωτοτοκο του φαραω, που καθεται επανω στον θρονο του, μεχρι το πρωτοτοκο τησ δουλησ, που δουλευει στον μυλο, και καθε πρωτοτοκο των κτηνων· και σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου θα υπαρξει μεγαλη κραυγη, τετοια που δεν εγινε ποτε ουτε θα γινει τετοια υστερα απ' αυτα· σε ολουσ, ομωσ, τουσ γιουσ ισραηλ σκυλοσ δεν θα κουνησει τη γλωσσα του, απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ· για να γνωρισετε οτι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε διακριση αναμεσα στουσ αιγυπτιουσ και τον ισραηλ· και ολοι αυτοι οι δουλοι σου θα κατεβουν σε μενα, και θα προσπεσουν μπροστα μου, λεγοντασ: βγεσ εξω, εσυ και ολοκληροσ ο λαοσ που σε ακολουθει· και υστερα απ' αυτα θα βγω εξω. και βγηκε ο μωυσησ απο τον φαραω με μεγαλον θυμο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: δεν θα σασ εισακουσει ο φαραω, για να πληθυνουν τα θαυμασια μου στη γη τησ αιγυπτου. και ο μωυσησ και ο ααρων εκαναν ολα τα θαυμασια αυτα μπροστα στον φαραω· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σκληρυνε την καρδια του φαραω, και δεν εξαπεστειλε τουσ γιουσ ισραηλ απο τη γη του.

12

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση και στον ααρων στη γη τησ αιγυπτου, λεγοντασ: ο μηνασ αυτοσ θα ειναι σε σασ αρχη μηνων· θα ειναι σε σασ ο πρωτοσ απο τουσ μηνεσ του χρονου. να μιλησετε σε ολοκληρη τη συναγωγη του ισραηλ, λεγοντασ: τη δεκατη ημερα αυτου του μηνα ασ παρουν για τον εαυτο τουσ καθε ενασ ενα αρνι, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατριων τουσ, ενα αρνι για καθε οικογενεια. αν, ομωσ, εκεινοι που ειναι στην οικογενεια ειναι λιγοστοι για το αρνι, αυτοσ και ο γειτονασ του, που ειναι πλησιεστεροσ στο σπιτι του, ασ το παρουν συμφωνα με τον αριθμο των ψυχων· καθε ενασ θα συγκαταριθμειται για το αρνι, αναλογα με οσο του χρειαζεται να φαει. και το αρνι σασ θα ειναι τελειο, αρσενικο, χρονιαρικο· απο τα προβατα η απο τισ κατσικεσ θα το παρετε. και θα το διαφυλαττε μεχρι τη 14η ημερα του ιδιου μηνα· και τοτε, ολοκληρο το πληθοσ τησ συναγωγησ του ισραηλ θα το σφαξει προσ την εσπερα. και θα παρουν απο το αιμα και θα βαλουν επανω στουσ δυο παραστατεσ, κι επανω στο ανωφλι τησ θυρασ των σπιτιων, οπου θα το φανε. και θα φανε το κρεασ εκεινη τη νυχτα, ψητο στη φωτια· με αζυμα, και με χορτα πικρα, θα το φανε· μη φατε απ' αυτο ωμο ουτε βραστο σε νερο, αλλα ψητο σε φωτια· το κεφαλι του μαζι με τα ποδια του και μαζι με τα εντοσθια του· και μη αφησετε υπολοιπο απ' αυτο μεχρι το πρωι· και ο,τι περισσευσει απ' αυτο μεχρι το πρωι, καψτε το στη φωτια. και θα το φατε ωσ εξησ· ζωσμενοι τισ οσφυεσ σασ, εχοντασ τα υποδηματα σασ στα ποδια σασ, και τη ραβδο σασ στο χερι σασ· και θα το φατε με βιασυνη· ειναι πασχα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, αυτη τη νυχτα θα περασω μεσα απο τη γη τησ αιγυπτου, και θα χτυπησω καθε πρωτοτοκο στη γη τησ αιγυπτου, απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ· και θα κανω κρισεισ εναντια σε ολουσ τουσ θεουσ τησ αιγυπτου. εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και το αιμα θα ειναι σε σασ για σημειο επανω στα σπιτια σασ, στα οποια κατοικειτε· και οταν δω το αιμα, θα σασ παρατρεξω, και η πληγη δεν θα ειναι σε σασ για να σασ εξολοθρευσει, οταν χτυπησω τη γη τησ αιγυπτου. και η ημερα αυτη θα ειναι σε σασ σε ενθυμηση· και θα γιορτασετε αυτη τη γιορτη στον κυριο στισ γενεεσ σασ· ωσ εναν παντοτινο νομο θα τη γιορταζετε. θα τρωτε αζυμα επτα ημερεσ· απο την πρωτη ημερα θα σηκωσετε το προζυμι απο τα σπιτια σασ· επειδη, οποιοσ φαει ενζυμα απο την πρωτη μεχρι την εβδομη ημερα, η ψυχη εκεινη θα εξολοθρευτει απο τον ισραηλ. και κατα την πρωτη ημερα θα ειναι αγια συναξη· και κατα την εβδομη ημερα θα ειναι αγια συναξη σε σασ· καμια εργασια δεν θα γινεται σ' αυτεσ, εκτοσ απο εκεινο που χρειαζεται σε καθε ανθρωπο για να φαει· μονον αυτο θα κανετε. θα φυλαξετε, λοιπον, τη γιορτη των αζυμων· επειδη, αυτη την ιδια ημερα θα βγαλω τα ταγματα σασ απο τη γη τησ αιγυπτου· γι' αυτο, ωσ εναν παντοτινο νομο θα φυλαττε αυτη την ημερα στισ γενεεσ σασ· αρχιζοντασ απο τη 14η ημερα του μηνα, απο την εσπερα, θα τρωτε αζυμα, μεχρι την 21η ημερα του μηνα την εσπερα· για επτα ημερεσ δεν θα βρισκεται προζυμι στα σπιτια σασ· επειδη, οποιοσ φαει ενζυμα, εκεινη η ψυχη θα εξολοθρευτει απο τη συναγωγη του ισραηλ, ειτε ξενοσ ειναι ειτε αυτοχθονασ· κανενα ενζυμο δεν θα φατε· σε ολεσ τισ κατοικιεσ σασ, αζυμα θα τρωτε. τοτε, ο μωυσησ καλεσε ολουσ τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ, και τουσ ειπε: διαλεξτε και παρτε για τον εαυτο σασ ενα αρνι, συμφωνα με τισ οικογενειεσ σασ, και θυσιαστε το το πασχα· επειτα, παρτε μια δεσμη απο υσσωπο, και βουτηξτε την στο αιμα, που θα ειναι σε μια λεκανη· και απο το αιμα που θα ειναι μεσα στη λεκανη, χτυπηστε το ανωφλι και τουσ δυο παραστατεσ των θυρων· και κανενασ απο σασ δεν θα βγει εξω απο τη θυρα του σπιτιου του μεχρι το πρωι· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα περασει για να χτυπησει τουσ αιγυπτιουσ· και οταν δει το αιμα επανω στο ανωφλι και επανω στουσ δυο παραστατεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα παρατρεξει τη θυρα, και δεν θα αφησει τον εξολοθρευτη να μπει μεσα στα σπιτια σασ, για να χτυπησει. και θα φυλαξετε αυτο το πραγμα ωσ νομον, στον εαυτο σου και στουσ γιουσ σου, μεχρι τον αιωνα. και οταν μπειτε μεσα στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σασ δωσει, οπωσ ειπε, θα φυλαξετε αυτη τη λατρεια. και οταν σασ λενε οι γιοι σασ: τι σημαινει σε σασ αυτη η λατρεια; θα αποκρινεστε: αυτο ειναι η θυσια του πασχα στον κυριο, επειδη παρετρεξε τα σπιτια των γιων ισραηλ στην αιγυπτο, οταν χτυπησε τουσ αιγυπτιουσ, και εσωσε τα σπιτια μασ. τοτε ο λαοσ, σκυβοντασ, προσκυνησε. και οταν αναχωρησαν οι γιοι ισραηλ, εκαναν οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση και στον ααρων· ετσι εκαναν. και γυρω στα μεσανυχτα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh χτυπησε καθε πρωτοτοκο στη γη τησ αιγυπτου· απο το πρωτοτοκο του φαραω, που καθεται επανω στον θρονο του, μεχρι το πρωτοτοκο του αιχμαλωτου, που ειναι στη φυλακη· και ολα τα πρωτοτοκα των κτηνων. και ο φαραω σηκωθηκε τη νυχτα, αυτοσ, και ολοι οι υπηρετεσ του, και ολοι οι αιγυπτιοι· και μεγαλη κραυγη εγινε στην αιγυπτο· επειδη, δεν υπηρχε σπιτι στο οποιο δεν υπηρχε και ενασ νεκροσ. και καλεσε τον μωυση και τον ααρων μεσα στη νυχτα, και ειπε: σηκωθειτε, βγειτε μεσα απο τον λαο μου, κι εσεισ, και οι γιοι του ισραηλ· και πηγαινετε, να λατρευσετε τον κυριο, καθωσ ειπατε· και παρτε τα κοπαδια σασ, και τισ αγελεσ σασ, καθωσ ειπατε, και φυγετε· ευλογηστε, ομωσ, και μενα. και οι αιγυπτιοι βιαζαν τον λαο, για να τον βγαλουν γρηγορα εξω απο τον τοπο· επειδη, ειπαν: ολοι εμεισ πεθαινουμε. και ο λαοσ σηκωσε το ζυμαρι του, πριν φουσκωσει, εχοντασ ο καθενασ τη σκαφη του επανω στουσ ωμουσ του, τυλιγμενη στα φορεματα του. και οι γιοι του ισραηλ εκαναν συμφωνα με τον λογο του μωυση, και ζητησαν απο τουσ αιγυπτιουσ ασημενια σκευη, και χρυσα σκευη, και ενδυματα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε στον λαο χαρη μπροστα στουσ αιγυπτιουσ, και δανεισαν σ' αυτουσ οσα τουσ ζητησαν· και γυμνωσαν τουσ αιγυπτιουσ. και οι γιοι ισραηλ αναχωρησαν απο τη ραμεσση προσ τη σοκχωθ, πεζοι, 600.000 ανδρεσ περιπου, χωρισ τα παιδια. μαζι τουσ ανεβηκε κι ενα μεγαλο συμμικτο πληθοσ ανθρωπων, και κοπαδια και αγελεσ, πολλα κτηνη σε υπερβολικο βαθμο. και απο τη ζυμη, που εφεραν απο την αιγυπτο, εψησαν αζυμα ψωμια στη σταχτη, επειδη δεν υπηρχε προζυμι, και επειδη εκδιωχθηκαν απο την αιγυπτο, και δεν μπορεσαν να καθυστερησουν ουτε καιπροετοιμασαν εφοδιο για τον εαυτο τουσ. και ο καιροσ τησ παροικιασ των γιων ισραηλ, που παροικησαν στην αιγυπτο, ηταν 430 χρονια. και μετα τα 430 χρονια, την ιδια εκεινη ημερα, βγηκαν ολα ταταγματα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο τη γη τησ αιγυπτου. αυτη ειναι η νυχτα, που πρεπει να φυλαγεται στον κυριο, επειδη τουσ εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου· αυτη ειναι η νυχτα εκεινη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που πρεπει να φυλαγεται απο ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ, στισ γενεεσ τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση και τον ααρων: αυτοσ ειναι ο νομοσ του πασχα· κανενασ αλλογενησ δεν θα φαει απ' αυτο· και καθε δουλοσ αγορασμενοσ με αργυρια, αφου περιτμηθει, τοτε θα φαει απ' αυτο· και ο ξενοσ και ο μισθωτοσ δεν θα φανε απ' αυτο. μεσα στο ιδιο το σπιτι θα φαγωθει· απο το κρεασ δεν θα φερετε εξω απο το σπιτι, και κοκαλο δεν θα σπασετε απ' αυτο. ολοκληρη η συναγωγη του ισραηλ θα το κανει. και αν καποιοσ ξενοσ, που παροικει μαζι σου, θελει να κανει το πασχα στον κυριο, ασ περιτμηθουν ολα τα αρσενικα του, και τοτε ασ πλησιασει για να το κανει· και θα ειναι οπωσ ο αυτοχθονασ τησ γησ· επειδη, κανενασ απεριτμητοσ δεν θα φαει απ' αυτο. ο ιδιοσ νομοσ θα ειναι για τον αυτοχθονα, και για τον ξενο, που παροικει μεταξυ σασ. και ολοι οι γιοι του ισραηλ εκαναν οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση και στον ααρων· ετσι εκαναν. και εκεινη την ιδια ημερα εβγαλε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ γιουσ ισραηλ απο τη γη τησ αιγυπτου, συμφωνα με τα ταγματα τουσ.

13

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: καθιερωσε σε μενα καθε πρωτοτοκο, που διανοιγει καθε μητρα αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ, απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ· δικο μου ειναι αυτο. και ο μωυσησ ειπε στον λαο: να εχετε στη μνημη σασ αυτη την ημερα, κατα την οποια βγηκατε απο την αιγυπτο, απο οικο δουλειασ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με δυνατο χερι σασ εβγαλε απο εκει· κανενασ δεν θα φαει ενζυμα. σημερα βγαινετε εξω κατα τον μηνα αβιβ. οταν, λοιπον, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε φερει στη γη των χαναναιων, και των χετταιων, και των αμορραιων, και των ευαιων, και των ιεβουσαιων, που ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου οτι θα σου τη δωσει, γη που ρεει γαλα και μελι, τοτε θα κανεισ αυτη τη λατρεια, κατα τον μηνα αυτον. θα τρωσ αζυμα επτα ημερεσ· και κατα την εβδομη ημερα θα ειναι γιορτη στον κυριο. αζυμα θα τρωγωνται τισ επτα ημερεσ· και δεν θα φανει κοντα σου ενζυμο ουτε θα φανει κοντα σου προζυμι, σε ολα τα ορια σου. και κατα την ημερα εκεινη θα αναγγειλεισ στον γιο σου, λεγοντασ: αυτο γινεται για εκεινο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε σε μενα, οταν βγηκα απο την αιγυπτο. και τουτο θα ειναι σε σενα για σημειο επανω στο χερι σου, και για ενθυμηση αναμεσα στα ματια σου, για να ειναι ο νομοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στο στομα σου· επειδη, με δυνατο χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε εβγαλε απο την αιγυπτο. θα τηρεισ, λοιπον, αυτον τον νομο στην εποχη του, καθε χρονο. και οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε φερει στη γη των χαναναιων, καθωσ ορκιστηκε σε σενα και στουσ πατερεσ σου, και σου τη δωσει, τοτε θα αποχωρισεισ για τον κυριο καθε ενα που ανοιγει τη μητρα, και καθε πρωτοτοκο των ζωων σου οσα εχεισ· τα αρσενικα θα ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και καθε πρωτοτοκο γαιδουριου θα το εξαγοραζεισ με ενα αρνι· και αν δεν το εξαγορασεισ, τοτε θα το αποκεφαλισεισ· και καθε πρωτοτοκο ανθρωπου αναμεσα στουσ γιουσ σου θα το εξαγοραζεισ. και οταν στο μελλον ο γιοσ σου σε ρωτησει, λεγοντασ: τι ειναι αυτο; θα του πεισ: με δυνατο χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ εβγαλε απο την αιγυπτο, απο οικο δουλειασ· και οταν ο φαραω επεμεινε στο να μη μασ εξαποστειλει, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θανατωσε καθε πρωτοτοκο στη γη τησ αιγυπτου, απο πρωτοτοκο ανθρωπου μεχρι πρωτοτοκο κτηνουσ· γι' αυτο, θυσιαζω στον κυριο καθε αρσενικο, που ανοιγει τη μητρα, και καθε πρωτοτοκο των γιων μου το εξαγοραζω. κι αυτο θα ειναι για σημειο, επανω στο χερι σου και για προμετωπιδιο αναμεσα στα ματια σου· επειδη, με δυνατο χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ εβγαλε απο την αιγυπτο. και οταν ο φαραω εξαπεστειλε τον λαο, ο θεοσ δεν τουσ οδηγησε διαμεσου του δρομου τησ γησ των φιλισταιων, αν και ηταν ο συντομοτεροσ· επειδη, ο θεοσ ειπε: μηπωσ ο λαοσ, βλεποντασ τον πολεμο, μεταμεληθει και επιστρεψει στην αιγυπτο. αλλ' ο θεοσ περιεφερε τον λαο διαμεσου του δρομου τησ ερημου προσ την ερυθρα θαλασσα· και ανεβηκαν οι γιοι ισραηλ απο τη γη τησ αιγυπτου εξοπλισμενοι. και ο μωυσησ πηρε μαζι του τα κοκαλα του ιωσηφ· επειδη, ειχε ορκισει τουσ γιουσ ισραηλ με ορκο, λεγοντασ: ο θεοσ, βεβαια, θα σασ επισκεφθει· και θα ανεβασετε τα κοκαλα μου απο εδω μαζι σασ. και οταν αναχωρησαν απο τη σοκχωθ, στρατοπεδευσαν στην εθαμ, προσ τα ακρα τησ ερημου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh πορευοταν μπροστα απ' αυτουσ, την ημερα σε στυλο νεφελησ, για να τουσ οδηγει στον δρομο· και τη νυχτα, σε στυλο φωτιασ, για να τουσ φεγγει· ωστε να οδοιπορουν ημερα και νυχτα· δεν απομακρυνε μπροστα απο τον λαο τον στυλο τησ νεφελησ την ημερα ουτε τον στυλο τησ φωτιασ τη νυχτα.

14

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: πεσ στουσ γιουσ ισραηλ, να στραφουν και να στρατοπεδευσουν απεναντι απο την πι-αιρωθ, αναμεσα στη μιγδωλ και τη θαλασσα, καταντικρυ στη βεελ-σεφων· καταντικρυ σ' αυτη θα στρατοπεδευσετε, κοντα στη θαλασσα· επειδη, ο φαραω θα πει για τουσ γιουσ ισραηλ: αυτοι περιπλανιουνται στη γη· η ερημοσ τουσ περιεκλεισε· κι εγω θα σκληρυνω την καρδια του φαραω, ωστε να καταδιωξει καταπισω τουσ· και θα δοξαστω επανω στον φαραω, κι επανω σε ολοκληρο το στρατευμα του· και οι αιγυπτιοι θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι και εκαναν. και αναγγελθηκε στον βασιλια τησ αιγυπτου οτι ο λαοσ εφυγε· και η καρδια του φαραω και των υπηρετων του μεταβληθηκε εναντια στον λαο, και ειπαν: γιατι το καναμε αυτο, ωστε να εξαποστειλουμε τον ισραηλ, και να μη μασ δουλευει πλεον; εζευξε, λοιπον, την αμαξα του, και παρελαβε τον λαο του μαζι του· πηρε και 600 εκλεκτεσ αμαξεσ, και ολεσ τισ αμαξεσ τησ αιγυπτου, και εβαλε επανω σε ολε αυτεσ αρχηγουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σκληρυνε την καρδια του φαραω, του βασιλια τησ αιγυπτου, και καταδιωξε καταπισω απο τουσ γιουσ ισραηλ· και οι γιοι ισραηλ εβγαιναν με χερι υψηλο. και καταδιωξαν οι αιγυπτιοι καταπισω τουσ, ολα τα αλογα, οι αμαξεσ του φαραω, και οι καβαλαρηδεσ του και το στρατευμα του· και τουσ εφτασαν, καθωσ ησαν στρατοπεδευμενοι κοντα στη θαλασσα, απεναντι απο την πι-αιρωθ, καταντικρυ στη βεελ-σεφων. και οταν ο φαραω πλησιασε, οι γιοι ισραηλ υψωσαν τα ματια τουσ, και να, οι αιγυπτιοι ερχονταν καταπισω τουσ· και φοβηθηκαν υπερβολικα· και αναβοησαν οι γιοι ισραηλ προσ τον κυριο. και ειπαν στον μωυση: επειδη δεν υπηρχαν μνηματα στην αιγυπτο, μασ εβγαλεσ για να πεθανουμε στην ερημο; γιατι μασ το εκανεσ αυτο, και μασ εβγαλεσ απο την αιγυπτο; δεν ειναι αυτοσ ο λογοσ που σου ειπαμε στην αιγυπτο, λεγοντασ: αφησε μασ, και ασ δουλευουμε τουσ αιγυπτιουσ; επειδη, ηταν καλυτερα σε μασ να δουλευουμε τουσ αιγυπτιουσ, παρα να πεθανουμε στην ερημο. και ο μωυσησ ειπε στον λαο: μη φοβαστε· σταθειτε, και βλεπετε τη σωτηρια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που θα κανει σε σασ σημερα· επειδη, τουσ αιγυπτιουσ, που ειδατε σημερα, δεν θα τουσ δειτε πλεον, ποτε· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα πολεμησει για σασ· κι εσεισ θα μενετε ησυχοι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: τι βοασ σε μενα; πεσ στουσ γιουσ ισραηλ να ξεκινησουν· κι εσυ υψωσε τη ραβδο σου, και εκτεινε το χερι σου προσ τη θαλασσα, και σχισε τη θαλασσα στα δυο, και ασ περασουν οι γιοι ισραηλ διαμεσου ξηρασ στο μεσον τησ θαλασσασ· κι εγω, προσεξε, θα σκληρυνω την καρδια των αιγυπτιων, και θα μπουν μεσα πισω απ' αυτουσ· και θα δοξαστω επανω στον φαραω, κι επανω σε ολοκληρο το στρατευμα του, επανω στισ αμαξεσ του, κι επανω στουσ καβαλαρηδεσ του· και θα γνωρισουν οι αιγυπτιοι οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν δοξαστω επανω στον φαραω, επανω στισ αμαξεσ του, κι επανω τουσ καβαλαρηδεσ του. τοτε, ο αγγελοσ του θεου, που προπορευοταν απο το στρατευμα του ισραηλ, σηκωθηκε, και ηρθε πισω τουσ· και ο στυλοσ τησ νεφελησ σηκωθηκε απο μπροστα τουσ, και σταθηκε πισω τουσ· και ηρθε αναμεσα στο στρατευμα των αιγυπτιων και στο στρατευμα του ισραηλ· και σ' εκεινουσ μεν ηταν συννεφο που σκοτεινιαζε, σε τουτουσ ομωσ που φωτιζε, τη νυχτα· ωστε το ενα δεν πλησιασε το αλλο, ολοκληρη τη νυχτα. και ο μωυσησ εξετεινε το χερι του προσ τη θαλασσα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε τη θαλασσα να συρθει ολη εκεινη τη νυχτα, απο δυνατον ανατολικο ανεμο, και εκανε τη θαλασσα ξηρα, και τα νερα διαχωριστηκαν. και μπηκαν μεσα οι γιοι ισραηλ, στο μεσον τησ θαλασσασ, προσ το ξερο μεροσ, και τα νερα ησαν σ' αυτουσ τειχοσ απο τα δεξια και απο τα αριστερα τουσ. και οι αιγυπτιοι καταδιωξαν και μπηκαν καταπισω τουσ, ολα τα αλογα του φαραω, οι αμαξεσ του, και οι καβαλαρηδεσ του, στο μεσον τησ θαλασσασ. και κατα την πρωινη φυλακη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κοιταξε απο επανω απο τον στυλο τησ φωτιασ και τησ νεφελησ προσ τον στρατο των αιγυπτιων, και συνταραξε τον στρατο των αιγυπτιων· και εβγαλε τουσ τροχουσ των αμαξων τουσ, ωστε σερνονταν με δυσκολια· και οι αιγυπτιοι ειπαν: ασ φυγουμε μπροστα απο τον ισραηλ, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh πολεμαει τουσ αιγυπτιουσ, για χαρη τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: εκτεινε το χερι σου προσ τη θαλασσα, και ασ ξαναγυρισουν τα νερα επανω στουσ αιγυπτιουσ, επανω στισ αμαξεσ τουσ, κι επανω στουσ καβαλαρηδεσ τουσ. και ο μωυσησ εξετεινε το χερι του προσ τη θαλασσα· και η θαλασσα επανελαβε την ορμη τησ γυρω στα ξημερωματα· και οι αιγυπτιοι, φευγοντασ, τη συναντησαν· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατεστρεψε τουσ αιγυπτιουσ στο μεσον τησ θαλασσασ· επειδη, τα νερα, καθωσ ξαναγυρισαν, σκεπασαν τισ αμαξεσ, και τουσ καβαλαρηδεσ, ολοκληρο το στρατευμα του φαραω, που ειχε μπει μεσα καταπισω τουσ στη θαλασσα· δεν εμεινε απ' αυτουσ ουτε ενασ. και οι γιοι ισραηλ περασαν διαμεσου ξηρασ, στο μεσον τησ θαλασσασ. και τα νερα ησαν σ' αυτουσ τοιχοσ απο δεξια τουσ, και απο αριστερα τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσωσε κατα την ημερα εκεινη τον ισραηλ απο το χερι των αιγυπτιων· και ο ισραηλ ειδε τουσ αιγυπτιουσ νεκρουσ στην ακρη τησ θαλασσασ. και ο ισραηλ ειδε το μεγαλο εκεινο εργο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε επανω στουσ αιγυπτιουσ· και ο λαοσ φοβηθηκε τον κυριο, και πιστεψε στον κυριο, και στον μωυση, τον υπηρετη του.

15

τοτε, εψαλε ο μωυσησ και οι γιοι ισραηλ τουτο το τραγουδι, προσ τον κυριο, και ειπαν τα λογια: ασ ψαλλω στον κυριο· επειδη, δοξαστηκε με δοξα· ερριξε το αλογο και τον καβαλαρη του στη θαλασσα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η δυναμη μου και το τραγουδι μου, και σταθηκε η σωτηρια μου· αυτοσ ειναι θεοσ μου, και θα τον δοξασω· ο θεοσ του πατερα μου, και θα τον υψωσω. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι δυνατοσ πολεμιστησ· το ονομα του ειναι κυριοσ. ερριξε τισ αμαξεσ του φαραω και το στρατευμα του στη θαλασσα· και οι εκλεκτοι του πολεμαρχοι καταποντιστηκαν στην ερυθρα θαλασσα. οι αβυσσοι τουσ σκεπασαν· καταβυθιστηκαν σαν πετρα στα βαθη. το δεξι σου χερι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δοξαστηκε σε δυναμη· το δεξι σου χερι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συντριψε τον εχθρο. και με το μεγεθοσ τησ υπεροχησ σου εξολοθρευσεσ τουσ εναντιουσ σε σενα· εξαπεστειλεσ την οργη σου, και τουσ κατεφαγε σαν καλαμη. και με την πνοη του θυμου σου τα νερα σωριαστηκαν μαζι· τα κυματα σταθηκαν σαν σωροσ, οι αβυσσοι επηξαν στο μεσον τησ θαλασσασ. ο εχθροσ ειπε: θα καταδιωξω, θα καταφτασω, θα διαμοιραστω τα λαφυρα· η ψυχη μου θα χορτασει επανω τουσ· θα συρω το μαχαιρι μου, το χερι μου θα τουσ αφανισει. φυσηξεσ με τον ανεμο σου, και η θαλασσα τουσ σκεπασε· καταβυθιστηκαν σαν μολυβι στα φοβερα νερα. ποιοσ ειναι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομοιοσ σου, αναμεσα στουσ θεουσ; ποιοσ ειναι ομοιοσ σου, ενδοξοσ σε αγιοτητα, θαυμαστοσ σε υμνουσ, που ενεργει τεραστια; απλωσεσ το δεξι σου χερι, και η γη τουσ καταπιε. με το ελεοσ σου οδηγησεσ αυτον τον λαο, που τον λυτρωσεσ· τον οδηγησεσ με τη δυναμη σου προσ την κατοικια τησ αγιοτητασ σου. οι λαοι θα ακουσουν, και θα φριξουν· πονοι θα καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν τουσ κατοικουσ τησ παλαιστινησ. τοτε, οι ηγεμονεσ του εδωμ θα εκπλαγουν· τρομοσ θα καταλαβει τουσ αρχοντεσ του μωαβ· ολοι οι κατοικοι τησ χανααν θα λιωσουν. φοβοσ και τρομοσ θα πεσει επανω τουσ· απο το μεγεθοσ του βραχιονα σου θα απολιθωθουν, μεχρισ οτου περασει ο λαοσ σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μεχρισ οτου περασει ο λαοσ αυτοσ, που απεκτησεσ. θα τουσ φερεισ μεσα, και θα τουσ φυτεψεισ στο βουνο τησ κληρονομιασ σου, στον τοπο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ετοιμασεσ για κατοικια σου, το αγιαστηριο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που τα χερια σου εστησαν. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα βασιλευει στουσ αιωνεσ των αιωνων. επειδη, τα αλογα του φαραω μπηκαν μεσα στη θαλασσα μαζι με τισ αμαξεσ του και μαζι με τουσ καβαλαρηδεσ του, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστρεψε επανω τουσ τα νερα τησ θαλασσασ· και οι γιοι ισραηλ περασαν διαμεσου ξηρασ, στο μεσον τησ θαλασσασ. και η μαριαμ, η προφητισσα, η αδελφη του ααρων, πηρε το τυμπανο στο χερι τησ, και ολεσ οι γυναικεσ βγηκαν πισω απ' αυτη με τυμπανα και χορουσ. και η μαριαμ ανταποκρινοταν σ' αυτουσ, λεγοντασ: ψαλλτε στον κυριο· επειδη, δοξαστηκε με δοξα· το αλογο και τον καβαλαρη του ερριξε στη θαλασσα. τοτε, ο μωυσησ σηκωσε τουσ ισραηλιτεσ απο την ερυθρα θαλασσα, και βγηκαν στην ερημο σουρ· και περπατουσαν τρεισ ημερεσ στην ερημο, και δεν εβρισκαν νερο. και απο εκει ηρθαν στη μερρα· δεν μπορουσαν, ομωσ, να πιουν απο τα νερα τησ μερρασ, επειδη ησαν πικρα· γι' αυτο και ονομαστηκε μερρα. και ο λαοσ γογγυζε εναντια στον μωυση, λεγοντασ: τι θα πιουμε; και ο μωυσησ βοησε στον κυριο· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του εδειξε ενα ξυλο, που οταν το ερριξε στα νερα, τα νερα γλυκαναν. εκει τουσ εδωσε παραγγελια και διαταγμα· κι εκει τουσ δοκιμασε· και ειπε: αν ακουσεισ επιμελωσ τη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, και πραττεισ το αρεστο στα ματια του, και δωσεισ ακροαση στισ εντολεσ του, και φυλαξεισ ολα τα προσταγματα του, δεν θα φερω επανω σου καμια απο τισ αρρωστιεσ, που εφερα εναντια στουσ αιγυπτιουσ· επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που σε θεραπευω. επειτα, ηρθαν στην αιλειμ, οπου ησαν 12 πηγεσ νερων, και 70 δεντρα φοινικων· και εκει στρατοπεδευσαν, κοντα στα νερα.

16

και σηκωθηκαν απο την αιλειμ· και ολοκληρη η συναγωγη των γιων ισραηλ ηρθε στην ερημο σιν, που ειναι αναμεσα στην αιλειμ και το σινα, τη 15η ημερα του δευτερου μηνα, αφου βγηκαν απο τη γη τησ αιγυπτου. και ολοκληρη η συναγωγη των γιων ισραηλ γογγυζε εναντια στον μωυση και εναντια στον ααρων στην ερημο. και οι γιοι ισραηλ ειπαν σ' αυτουσ: ειθε να πεθαιναμε κατω απο το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στη γη τησ αιγυπτου, οταν καθομασταν κοντα στα καζανια του κρεατοσ, και οταν τρωγαμε ψωμι μεχρι χορτασμου! επειδη, μασ βγαλατε σ'αυτη την ερημο, για να θανατωσετε με την πεινα ολοκληρη αυτη τη συναγωγη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: δεσ, θα βρεξω σε σασ ψωμι απο τον ουρανο· και θα βγαινει ο λαοσ και θα μαζευει καθε ημερα αυτο που αρκει στην ημερα, για να τουσ δοκιμασω, αν θα περπατανε στον νομο μου η οχι· και την εκτη ημερα ασ ετοιμαζουν εκεινο που θα εφερναν μεσα, και ασ ειναι διπλασιο εκεινου που μαζευουν καθε ημερα. και ο μωυσησ και ο ααρων ειπαν σε ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ: την εσπερα θα γνωρισετε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου· και το πρωι θα δειτε τη δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καθοσον ακουσε τουσ γογγυσμουσ σασ εναντια στον κυριο· επειδη, εμεισ τι ειμαστε ωστε να γογγυζετε εναντιον μασ; και ο μωυσησ ειπε: αυτο θα γινει, οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh την εσπερα σασ δωσει κρεασ να φατε, και το πρωι ψωμι μεχρι χορτασμου· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ακουσε τουσ γογγυσμουσ σασ, που γογγυζετε εναντια σ' αυτον· και, τι ειμαστε εμεισ; οι γογγυσμοι σασ δεν ειναι εναντιον μασ, αλλα εναντια στον κυριο. και ο μωυσησ ειπε στον ααρων: πεσ σε ολοκληρη τη συναγωγη των γιων ισραηλ: πλησιαστε μπροστα στον κυριο· επειδη, ακουσε τουσ γογγυσμουσ σασ. κι ενω ο ααρων μιλουσε σε ολοκληρη τη συναγωγη των γιων ισραηλ, εστρεψαν το προσωπο προσ την ερημο, και να, η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε μεσα στη νεφελη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: ακουσα τουσ γογγυσμουσ των γιων ισραηλ· μιλησε τουσ, λεγοντασ: την εσπερα θα φατε κρεασ, και το πρωι θα χορτασετε απο ψωμια, και θα γνωρισετε, οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. και την εσπερα ανεβηκαν ορτυκια, και σκεπασαν το στρατοπεδο· και το πρωι, σε ολα τα γυρω του στρατοπεδου ηταν ενα στρωμα δροσου. και αφου το στρωμα τησ δροσου ανεβηκε, να, επανω στο προσωπο τησ ερημου ηταν κατι λεπτο, στρογγυλο, λεπτο σαν παχνη επανω στη γη. και οταν οι γιοι ισραηλ το ειδαν, ειπαν αναμεταξυ τουσ: τι ειναι αυτο; επειδη, δεν ηξεραν τι ηταν. και ο μωυσησ τουσ ειπε: αυτο ειναι το ψωμι, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ δινει για να φατε· αυτοσ ειναι ο λογοσ που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε: μαζεψτε καθε ενασ απ' αυτο οσο χρειαζεται για να φαει, ενα γομορ κατ' ατομο, συμφωνα με τον αριθμο των ψυχων σασ· παρτε ο καθενασ για τουσ ομοσκηνουσ του. ετσι και εκαναν οι γιοι ισραηλ, και μαζεψαν αλλοσ πολυ και αλλοσ λιγο. και οταν μετρησαν με το γομορ, οποιοσ ειχε μαζεψει πολυ, δεν επαιρνε περισσοτερο· και οποιοσ ειχε μαζεψει λιγο, δεν επαιρνε λιγοτερο· καθε ενασ επαιρνε οσο χρειαζοταν σ' αυτον για τροφη. και ο μωυσησ τουσ ειπε: ασ μη αφηνει κανενασ υπολοιπο απ' αυτο μεχρι το πρωι. ομωσ, δεν υπακουσαν στον μωυση· αλλα, μερικοι αφησαν υπολοιπο απ' αυτο μεχρι το πρωι, και γεννησε σκουληκια, και βρωμησε· και ο μωυσησ θυμωσε εναντιον τουσ. και το μαζευαν καθε ημερα το πρωι, καθε ενασ οσο χρειαζοταν για τροφη του· και οταν ο ηλιοσ θερμαινε διαλυοταν. την εκτη ημερα, ομωσ, μαζευαν διπλασια τροφη, δυο γομορ αντι για ενα· και ολοι οι αρχοντεσ τησ συναγωγησ ηρθαν, και το ανηγγειλαν στον μωυση. κι εκεινοσ τουσ ειπε: αυτο ειναι που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε· αυριο ειναι σαββατο, αγια αναπαυση στον κυριο· ψηστε ο,τι εχετε να ψησετε, και βραστε ο,τι εχετε να βρασετε· και ολο εκεινο που περισσευει αποταμιευστε το για τον εαυτο σασ για να διαφυλαγεται μεχρι το πρωι. και το αποταμιευσαν μεχρι το πρωι, καθωσ ο μωυσησ προσταξε· και δεν βρωμησε ουτε εγινε σκουληκι σ' αυτο. και ο μωυσησ ειπε: φατε το σημερα· επειδη, σημερα ειναι σαββατο στον κυριο· σημερα δεν θα το βρειτε στην πεδιαδα· εξι ημερεσ θα το μαζευετε· κατα την εβδομη ημερα, ομωσ, κατα το σαββατο, κατα την ημερα αυτη δεν θα βρισκεται. μερικοι, ομωσ, απο τον λαο βγηκαν την εβδομη ημερα για να μαζεψουν, αλλα δεν βρηκαν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: μεχρι ποτε δεν θελετε να φυλαττε τισ εντολεσ μου, και τουσ νομουσ μου; δεστε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε σε σασ το σαββατο, γι' αυτο την εκτη ημερα σασ δινει ψωμι δυο ημερων· καθηστε καθε ενασ στον τοπο του· ασ μη βγαινει κανενασ απο τον τοπο του την εβδομη ημερα. και την εβδομη ημερα ο λαοσ εκανε καταπαυση. και ο οικοσ του ισραηλ αποκαλεσε το ονομα του μαν· και ηταν ομοιο με σπορο κοριανδρου, ασπρο· και η γευση του, σαν πλακουντιο με μελι. και ο μωυσησ ειπε: αυτοσ ειναι ο λογοσ που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε· γεμιστε απ' αυτο ενα γομορ, για να φυλαγεται στισ γενεεσ σασ, για να βλεπουν το ψωμι με το οποιο σασ εθρεψα στην ερημο, αφου σασ εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου. και ο μωυσησ ειπε στον ααρων: παρε μια σταμνα και βαλε μεσα σ' αυτη ενα γομορ γεματο απο μαννα, και βαλ' την μπροστα στον κυριο, για να φυλαγεται στισ γενεεσ σασ. και ο ααρων την εβαλε μπροστα στο μαρτυριο, για να φυλαγεται, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και οι γιοι ισραηλ ετρωγαν το μαννα για 40 χρονια, μεχρισ οτου ηρθαν σε κατοικημενη γη· ετρωγαν το μαννα, μεχρισ οτου ηρθαν στα συνορα τησ γησ χανααν. και το γομορ ειναι το ενα δεκατο του εφα.

17

και ολοκληρη η συναγωγη των γιων ισραηλ σηκωθηκε απο την ερημο σιν, ακολουθωντασ τισ οδοιποριεσ τουσ, συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στρατοπεδευσαν στη ραφιδειν· οπου δεν υπηρχε νερο για να πιει ο λαοσ. και μιλουσαν προσβλητικα εναντια στον μωυση, λεγοντασ: δωσε μασ νερο για να πιουμε. και ο μωυσησ ειπε σ' αυτουσ: γιατι μιλατε προσβλητικα εναντιον μου; γιατι πειραζετε τον κυριο; και ο λαοσ διψασε εκει για νερο· και ο λαοσ γογγυζε εναντια στον μωυση, λεγοντασ: γιατι γινεται αυτο; μασ ανεβασεσ απο την αιγυπτο, για να θανατωσεισ εμασ, και τα παιδια μασ, και τα κτηνη μασ με τη διψα; και ο μωυσησ βοησε στον κυριο, λεγοντασ: τι να κανω σε τουτο τον λαο; λιγο μενει να με λιθοβολησουν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: περασε μπροστα απο τον λαο, και παρε μαζι σου απο τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ· και τη ραβδο σου, με την οποια χτυπησεσ τον ποταμο, να το παρεισ στο χερι σου, και να πασ· δεσ, εγω θα σταθω εκει μπροστα σου, επανω στην πετρα στο χωρηβ, και θα χτυπησεισ την πετρα, και θα βγει απ' αυτη νερο για να πιει ο λαοσ. ετσι και εκανε ο μωυσησ μπροστα στουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ. και αποκαλεσε το ονομα του τοπου μασσα, και μεριβα, για την προσβολη των γιων ισραηλ, και επειδη πειραξαν τον κυριο, λεγοντασ: ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναμεσα μασ η οχι; τοτε, ηρθε ο αμαληκ, και πολεμησε με τον ισραηλ στη ραφιδειν. και ο μωυσησ ειπε στον ιηhοσυα: διαλεξε για μασ ανδρεσ, και βγαινοντασ, πολεμησε με τον αμαληκ· αυριο, εγω θα σταθω επανω στην κορυφη του βουνου, κρατωντασ στο χερι μου τη ραβδο του θεου. και ο ιηhοσυα εκανε οπωσ του ειπε ο μωυσησ και πολεμησε με τον αμαληκ· και ο μωυσησ, ο ααρων, και ο ωρ ανεβηκαν επανω στην κορυφη του βουνου. και οταν ο μωυσησ υψωνε το χερι του, ο ισραηλ νικουσε· και οταν κατεβαζε το χερι του, ο αμαληκ νικουσε. και τα χερια του μωυση ειχαν βαρυνει· γι' αυτο, αφου πηραν μια πετρα, την εβαλαν απο κατω του, και καθησε επανω σ' αυτη· και ο ααρων και ο ωρ, ενασ απο το ενα μεροσ, και ενασ απο το αλλο, υποβασταζαν τα χερια του· και τα χερια του εμεναν στηριγμενα μεχρι τη δυση του ηλιου. και ο ιηhοσυα κατεστρεψε τον αμαληκ, και τον λαο του, με μαχαιρα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: γραψ' το αυτο σε βιβλιο προσ ενθυμηση, και παραδωσε το στ' αυτια του ιηhοσυα· οτι θα εξαλειψω εξαπαντοσ τη μνημη του αμαληκ(·15α) απο τον ουρανο. και ο μωυσησ οικοδομησε εκει ενα θυσιαστηριο, και αποκαλεσε το ονομα του ιεοβα νισσι· και ειπε: επειδη υψωθηκε χερι εναντια στον θρονο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πολεμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι προσ τον αμαληκ απο γενεα σε γενεα.

18

και ο ιοθορ, ο ιερεασ τησ μαδιαμ, ο πεθεροσ του μωυση, ακουσε ολα οσα εκανε ο θεοσ στον μωυση και στον ισραηλ, τον λαο του, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εβγαλε τον ισραηλ απο την αιγυπτο· και ο ιοθορ, ο πεθεροσ του μωυση, πηρε τη σεπφωρα, τη γυναικα του μωυση, που ειχε στειλει πισω, και τουσ δυο γιουσ τησ, απο τουσ οποιουσ το ονομα του ενοσ ηταν γηρσωμ, επειδη, ειχε πει: παροικοσ σταθηκα σε ξενη γη· και του αλλου το ονομα ηταν ελιεζερ, επειδη, ειχε πει: ο θεοσ του πατερα μου σταθηκε βοηθοσ μου, και με εσωσε απο τη μαχαιρα του φαραω· και ο ιοθορ, ο πεθεροσ του μωυση, ηρθε προσ τον μωυση, μαζι με τουσ γιουσ του, και μαζι με τη γυναικα του, στην ερημο οπου ηταν στρατοπεδευμενοσ στο βουνο του θεου· και ανηγγειλε στον μωυση: εγω ο ιοθορ, ο πεθεροσ σου, ερχομαι σε σενα, και η γυναικα σου, και οι δυο γιοι τησ, μαζι τησ. και ο μωυσησ βγηκε σε συναντηση του πεθερου του, και τον προσκυνησε, και τον φιλησε· και ρωτησαν ο ενασ τον αλλον για την υγεια τουσ και μπηκαν στη σκηνη. και ο μωυσησ διηγηθηκε στον πεθερο του ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε στον φαραω και στουσ αιγυπτιουσ υπερ του ισραηλ, ολουσ τουσ μοχθουσ, που συνεβησαν σ' αυτουσ στον δρομο, και τουσ ελευθερωσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και χαρηκε ο ιοθορ υπερβολικα για ολα τα αγαθα, οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε στον ισραηλ, που τον ελευθερωσε απο το χερι των αιγυπτιων. και ο ιοθορ ειπε: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που σασ ελευθερωσε απο το χερι των αιγυπτιων, και απο το χερι του φαραω· που ελευθερωσε τον λαο του κατω απο το χερι των αιγυπτιων· τωρα γνωριζω οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μεγασ περισσοτερο απο ολουσ τουσ θεουσ· επειδη, στο πραγμα, για το οποιο υπερηφανευτηκαν, σταθηκε ανωτεροσ τουσ. επειτα, ο ιοθορ, ο πεθεροσ του μωυση πηρε ολοκαυτωματα και θυσιεσ για να προσφερει στον θεο· και ηρθε ο ααρων και ολοι οι πρεσβυτεροι του ισραηλ, να φανε ψωμι μαζι με τον πεθερο του μωυση, μπροστα στον θεο. και την επομενη ημερα ο μωυσησ καθησε για να κρινει τον λαο· και ο λαοσ στεκοταν μπροστα στον μωυση απο το πρωι μεχρι την εσπερα. και βλεποντασ ο πεθεροσ του μωυση ολα οσα εκανε στον λαο, ειπε: τι ειναι αυτο το πραγμα, που κανεισ στον λαο; γιατι εσυ καθεσαι μονοσ, και ολοκληροσ ο λαοσ στεκεται μπροστα σου απο το πρωι μεχρι την εσπερα; και ο μωυσησ ειπε στον πεθερο του: επειδη, ο λαοσ ερχεται σε μενα για να ρωτησει τον θεο· οταν εχουν καποια υποθεση, ερχονται σε μενα, κι εγω κρινω αναμεσα στον εναν και τον αλλον· και τουσ δειχνω τα προσταγματα του θεου, και τουσ νομουσ του. και ο πεθεροσ του μωυση του ειπε: δεν ειναι καλο το πραγμα που κανεισ· βεβαια, κι εσυ θα αποκανεισ, κι αυτοσ ο λαοσ, που ειναι μαζι σου· επειδη, το πραγμα ειναι πολυ βαρυ για σενα· δεν μπορεισ να το κανεισ μονοσ· ακουσε,λοιπον, τη φωνη μου· θα σε συμβουλευσω, και ο θεοσ να ειναι μαζι σου: εσυ μεν να εισαι μπροστα στον θεο υπερ του λαου, για να αναφερεισ τισ υποθεσεισ στον θεο· και να τουσ διδασκεισ τα προσταγματα και τουσ νομουσ, και να τουσ δειχνεισ τον δρομο στον οποιο πρεπει να περπατουν και τα εργα που πρεπει να πραττουν· και να διαλεξεισ απο ολοκληρο τον λαο ανδρεσ αξιουσ, που φοβουνται τον θεο, ανδρεσ φιλαληθεισ, που μισουν τη φιλαργυρια· και βαλ' τουσ επανω σ' αυτουσ ωσ χιλιαρχουσ, εκατονταρχουσ, πεντηκονταρχουσ, και δεκαρχουσ· και ασ κρινουν τον λαο παντοτε· και καθε μεν μεγαλη υποθεση, ασ την αναφερουν σε σενα· καθε μικρη υποθεση, ομωσ, ασ την κρινουν αυτοι· ετσι θα ανακουφιστεισ, και θα σηκωνουν το βαροσ μαζι σου· αν κανεισ αυτο το πραγμα, και ο θεοσ σε προσταζει το ιδιο, τοτε θα μπορεσεισ να αντεξεισ, κι ακομα ολοκληροσ αυτοσ ο λαοσ θα φτασει στον τοπο του με ειρηνη. και ο μωυσησ ακουσε τη φωνη του πεθερου του, και εκανε ολα οσα του ειπε. και ο μωυσησ διαλεξε απο ολοκληρο τον ισραηλ ανδρεσ αξιουσ, και τουσ εβαλε αρχηγουσ επανω στον λαο, χιλιαρχουσ, εκατονταρχουσ, πεντηκονταρχουσ, και δεκαρχουσ· και εκριναν τον λαο σε καθε χρονικη περιοδο· τισ μεν δυσκολεσ υποθεσεισ τισ ανεφεραν στον μωυση, καθε ομωσ μικρη υποθεση την εκριναν αυτοι. επειτα, ο μωυσησ προπεμψε τον πεθερο του, και αναχωρησε στη γη του.

19

κατα τον τριτο μηνα τησ εξοδου των γιων ισραηλ απο την αιγυπτο, αυτη την ημερα, ηρθαν στην ερημο σινα. και σηκωθηκαν απο τη ραφιδειν, και ηρθαν στην ερημο σινα και στρατοπεδευσαν στην ερημο· και εκει ο ισραηλ κατασκηνωσε απεναντι στο βουνο. και ο μωυσησ ανεβηκε στον θεο· και τον καλεσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο το βουνο, λεγοντασ: ετσι θα πεισ στον οικο ιακωβ, και θα αναγγειλεισ στουσ γιουσ ισραηλ· εσεισ ειδατε οσα εκανα στουσ αιγυπτιουσ, και σασ σηκωσα σαν επανω σε φτερουγεσ αετου, και σασ εφερα προσ τον εαυτο μου· τωρα, λοιπον, αν πραγματικα υπακουσετε στη φωνη μου, και φυλαξετε τη διαθηκη μου, θα ειστε σε μενα ο εκλεκτοσ λαοσ απο ολουσ τουσ λαουσ· επειδη, δικη μου ειναι ολοκληρη η γη· κι εσεισ θα ειστε σε μενα βασιλειο ιερατευμα, και εθνοσ αγιο. αυτα ειναι τα λογια, που θα πεισ στουσ γιουσ ισραηλ. και ο μωυσησ ηρθε, και καλεσε τουσ πρεσβυτερουσ του λαου, και εβαλε μπροστα τουσ, ολα εκεινα τα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον προσταξε. και ολοκληροσ ο λαοσ αποκριθηκε ομοφωνα, λεγοντασ: ολα οσα ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα τα πραξουμε. και ο μωυσησ ανεφερε στον κυριο τα λογια του λαου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: να, εγω ερχομαι σε σενα μεσα σε πυκνη νεφελη, για να ακουσει ο λαοσ οταν μιλησω σε σενα, κι ακομα να πιστευει σε σενα παντοτε. και ο μωυσησ ανηγγειλε στον κυριο τα λογια του λαου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: πηγαινε στον λαο, και αγιασε τουσ σημερα και αυριο, κι ασ πλυνουν τα ενδυματα τουσ· κι ασ ειναι ετοιμοι για την τριτη ημερα· επειδη, κατα την τριτη ημερα θα κατεβει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επανω στο βουνο σινα, μπροστα σε ολοκληρο τον λαο· και θα βαλεισ ορια ολογυρα στον λαο, λεγοντασ: προσεχετε στον εαυτο σασ μη ανεβειτε στο βουνο η αγγιξετε στισ ακρεσ του· οποιοσ αγγιξει το βουνο, θα θανατωθει εξαπαντοσ· δεν θα αγγιξει σ' αυτον χερι, επειδη, με πετρεσ θα λιθοβοληθει η με βελη θα κατατοξευθει· ειτε ζωο ειναι ειτε ανθρωποσ, δεν θα ζησει. οταν η σαλπιγγα ηχησει, τοτε θα ανεβουν επανω στο βουνο. και ο μωυσησ κατεβηκε απο το βουνο στον λαο, και αγιασε τον λαο· και επλυναν τα ενδυματα τουσ. και ειπε στον λαο: γινεστε ετοιμοι για την τριτη ημερα· μη πλησιασετε σε γυναικα. και την τριτη ημερα, το πρωι, εγιναν βροντεσ και αστραπεσ, κι ενα πυκνο συννεφο ηταν επανω στο βουνο, και μια φωνη σαλπιγγασ υπερβολικα δυνατη· και ολοκληροσ ο λαοσ, που ηταν στο στρατοπεδο, ετρεμε. τοτε, ο μωυσησ εβγαλε τον λαο εξω απο το στρατοπεδο, σε συναντηση του θεου· και σταθηκαν κατω απο το βουνο. και το βουνο σινα καπνιζε ολοκληρο· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατεβηκε μεσα σε φωτια επανω σ' αυτο· και ο καπνοσ του ανεβαινε ωσ καπνοσ απο καμινι, και ολοκληρο το βουνο σειοταν υπερβολικα. και οταν η φωνη τησ σαλπιγγασ προχωρουσε αυξανομενη υπερβολικα, ο μωυσησ μιλουσε, και ο θεοσ αποκρινοταν σ' αυτον με φωνη. και κατεβηκε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επανω στο βουνο σινα, επανω στην κορυφη του βουνου· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καλεσε τον μωυση επανω στην κορυφη του βουνου, και ο μωυσησ ανεβηκε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: μολισ κατεβεισ, να διαμαρτυρηθεισ στον λαο, μη τυχον υπερβουν τα ορια, κι ανεβουν προσ τον κυριο για να περιεργαστουν, και πεσουν πολλοι απ' αυτουσ· ακομα και οι ιερεισ, που πλησιαζουν προσ τον κυριο, ασ αγιαστουν, για να μη εξορμησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντιον τουσ. και ο μωυσησ ειπε στον κυριο: ο λαοσ δεν μπορει να ανεβει στο βουνο σινα· επειδη, εσυ μασ προσταξεσ, λεγοντασ: βαλε ορια ολογυρα στο βουνο, και αγιασε το. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: πηγαινε, κατεβα· επειτα, θα ανεβεισ, εσυ, και ο ααρων μαζι σου· οι ιερεισ, ομωσ, και ο λαοσ ασ μη υπερβουν τα ορια, για να ανεβουν προσ τον κυριο, για να μη εξορμησει εναντιον τουσ. και ο μωυσησ κατεβηκε στον λαο, και τουσ μιλησε.

20

και ο θεοσ μιλησε ολα αυτα τα λογια, λεγοντασ: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, που σε εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου, απο οικο δουλειασ. μη εχεισ αλλουσ θεουσ εκτοσ απο μενα. μη κανεισ για τον εαυτο σου ειδωλο μητε ομοιωμα καποιου, απο οσα ειναι στον ουρανο επανω η οσα ειναι στη γη κατω η οσα ειναι στα νερα κατω απο τη γη· μη τα προσκυνησεισ μητε να τα λατρευσεισ· επειδη, εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ειμαι θεοσ ζηλοτυποσ, που ανταποδιδω τισ αμαρτιεσ των πατερων επανω στα παιδια, μεχρι τριτησ και τεταρτησ γενεασ εκεινων που με μισουν· και κανω ελεοσ σε χιλιαδεσ γενεεσ εκεινων που με αγαπουν, και τηρουν τα προσταγματα μου. μη παρεισ το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου ματαια· επειδη, δεν θα αθωωσει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκεινον που παιρνει ματαια το ονομα του. να θυμασαι την ημερα του σαββατου, για να την αγιαζεισ· εξι ημερεσ να εργαζεσαι, και να κανεισ ολα τα εργα σου· η ημερα, ομωσ, η εβδομη ειναι σαββατο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου· μη κανεισ σ' αυτη κανενα εργο, ουτε εσυ ουτε ο γιοσ σου ουτε η θυγατερα σου ουτε ο δουλοσ σου ουτε η δουλη σου ουτε το κτηνοσ σου ουτε ο ξενοσ σου, που βρισκεται μεσα στισ πυλεσ σου· επειδη, σε εξι ημερεσ δημιουργησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον ουρανο και τη γη, τη θαλασσα, και ολα οσα βρισκονται σ' αυτα· και κατα την εβδομη ημερα αναπαυθηκε· γι' αυτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευλογησε την ημερα του σαββατου, και την αγιασε. τιμα τον πατερα σου και τη μητερα σου, για να γινεισ μακροχρονιοσ επανω στη γη, που σου δινει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου. μη φονευσεισ. μη μοιχευσεισ. μη κλεψεισ. μη ψευδομαρτυρησεισ εναντια στον πλησιον σου με ψευτικη μαρτυρια. μη επιθυμησεισ το σπιτι του πλησιον σου· μη επιθυμησεισ τη γυναικα του πλησιον σου· ουτε τον δουλο του ουτε τη δουλη του ουτε το βοδι του ουτε το γαιδουρι του ουτε καθε τι που ειναι του πλησιον σου. και ολοκληροσ ο λαοσ εβλεπε τισ βροντεσ, και τισ αστραπεσ, και τη φωνη τησ σαλπιγγασ, και το βουνο που καπνιζε, και οταν ο λαοσ τα ειδε αυτα, συρθηκαν, και σταθηκαν απο μακρια. και ειπαν στον μωυση: μιλησε εσυ σε μασ, και θα ακουσουμε· κι ασ μη μιλησει σε μασ ο θεοσ, για να μη πεθανουμε. και ο μωυσησ ειπε στον λαο: μη φοβαστε· επειδη, ο θεοσ ηρθε για να σασ δοκιμασει, και για να ειναι ο φοβοσ του μπροστα σασ, για να μη αμαρτανετε. και ο λαοσ σταθηκε απο μακρια· και ο μωυσησ πλησιασε στην ομιχλη, οπου ηταν ο θεοσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: ετσι να πεισ στουσ γιουσ ισραηλ· εσεισ ειδατε οτι απο τον ουρανο μιλησα με σασ· μη κανετε μαζι με μενα θεουσ ασημενιουσ ουτε να κανετε για τον εαυτο σασ θεουσ χρυσουσ· θυσιαστηριο απο τη γη κανε σε μενα· και θυσιαζε επανω σ' αυτο τα ολοκαυτωματα σου, και τισ ειρηνικεσ προσφορεσ σου, τα προβατα σου, και τα βοδια σου· σε καθε τοπο, οπου θα κανω μνεια του ονοματοσ μου, θα ερχομαι σε σενα, και θα σε ευλογω· και αν κανεισ θυσιαστηριο σε μενα απο πετρεσ, δεν θα το οικοδομησεισ απο πετρα πελεκητη· επειδη, αν περασεισ επανω του το εργαλειο σου, θα το μολυνεισ· και μη ανεβεισ με αναβαθμιδεσ επανω στο θυσιαστηριο μου, για να μη ξεσκεπαστει επανω του η γυμνωση σου.

21

και οι κρισεισ, που θα εκθεσεισ μπροστα τουσ, ειναι αυτεσ: αν αγορασεισ εναν δουλο, εβραιο, εξι χρονια θα δουλεψει· και στον εβδομο θα αφηνεται ελευθεροσ, δωρεαν. αν ηρθε μονοσ, μονοσ και θα αφηνεται· αν ειχε γυναικα, τοτε και η γυναικα του θα αφηνεται μαζι του. αν το αφεντικο του του εδωσε γυναικα και γεννησε σ' αυτον γιουσ η θυγατερεσ, η γυναικα και τα παιδια τησ θα ειναι του αφεντικου τησ, αυτοσ ομωσ θα αφηνεται μονοσ. αλλα, αν ο δουλοσ πει φανερα: αγαπω το αφεντικο μου, τη γυναικα μου, και τα παιδια μου, δεν θα αφεθω ελευθεροσ· τοτε, το αφεντικο του θα τον φερει στουσ κριτεσ· και θα τον φερει στη θυρα η στον παραστατη τησ θυρασ, και το αφεντικο του θα τρυπησει το αυτι του με ενα τρυπητηρι· και θα τον δουλευει παντοτινα. και αν καποιοσ πουλησει τη θυγατερα του για δουλη, δεν θα αφεθει οπωσ αφηνονται οι δουλοι. αν δεν αρεσει στο αφεντικο τησ, που την αρραβωνιαστηκε για τον εαυτο του, τοτε θα την απολυτρωσει· δεν εχει εξουσια να την πουλησει σε ξενο εθνοσ, επειδη τησ φερθηκε απιστα. αν, ομωσ, την αρραβωνιασε με τον γιο του, θα κανει σ' αυτη συμφωνα με το δικαιωμα των θυγατερων. αν παρει για τον εαυτο του μια αλλη, δεν θα τησ στερησει την τροφη, τα ενδυματα τησ, και το χρεοσ του γαμου σ' αυτη. αν, ομωσ, δεν τησ κανει τα τρια αυτα, τοτε θα φυγει δωρεαν, χωρισ χρηματα. οποιοσ χτυπησει εναν ανθρωπο και πεθανει, οπωσδηποτε θα θανατωθει· αν, ομωσ, δεν παραμονευσε, αλλ' ο θεοσ τον παρεδωσε στο χερι του, τοτε εγω θα σου διορισω εναν τοπο, οπου θα καταφυγει· και αν καποιοσ σηκωθει εναντια στον πλησιον του, για να τον δολοφονησει, θα τον αποσπασεισ απο το θυσιαστηριο μου για να θανατωθει. και οποιοσ χτυπησει τον πατερα του η τη μητερα του, θα θανατωθει οπωσδηποτε. και οποιοσ κλεψει εναν ανθρωπο, και τον πουλησει η αν βρεθει στα χερια του, θα θανατωθει οπωσδηποτε. και οποιοσ κακολογει τον πατερα του η τη μητερα του, θα θανατωθει οπωσδηποτε. και αν ανθρωποι λογομαχουν μεταξυ τουσ, και ο ενασ χτυπησει τον αλλον με πετρα η με γροθια και δεν πεθανει, αλλα γινει κλινηρησ, αν σηκωθει, και περπατησει εξω με το μπαστουνι του, τοτε, θα ειναι ελευθεροσ εκεινοσ που τον χτυπησε· θα τον αποζημιωσει μονον εξαιτιασ τησ αργιασ του, και θα επιμεληθει την τελεια θεραπεια του. και αν καποιοσ χτυπησει τον δουλο του η τη δουλη του με ραβδο , και πεθανει κατω απο τα χερια του, οπωσδηποτε θα τιμωρηθει. αν, ομωσ, ζησει μια ημερα η δυο δεν θα τιμωρηθει· επειδη, ειναι δικο του χρημα. αν ανδρεσ μαχονται, και χτυπησουν μια γυναικα εγκυο, και βγει το παιδι τησ, δεν συμβει ομωσ συμφορα· οπωσδηποτε θα δωσει αποζημιωση εκεινοσ που τη χτυπησε, οποια θα του επιβαλει ο ανδρασ τησ γυναικασ· και θα πληρωσει συμφωνα με την αποφαση των κριτων. αν, ομωσ, συμβει συμφορα, τοτε θα δωσει ζωη αντι ζωησ, ματι αντι ματιου, δοντι αντι δοντιου, χερι αντι χεριου, ποδι αντι ποδιου, καψιμο αντι καψιματοσ, πληγη αντι πληγησ, χτυπημα αντι χτυπηματοσ. αν καποιοσ χτυπησει το ματι του δουλου του η το ματι τησ δουλησ του, και τον τυφλωσει, θα τον αφησει ελευθερο, εξαιτιασ του ματιου του. και αν βγαλει το δοντι του δουλου του η το δοντι τησ δουλησ του, θα τον αφησει ελευθερο εξαιτιασ του δοντιου του. αν ενα βοδι κερατισει καποιον ανδρα η γυναικα, και πεθανει, τοτε το βοδι θα λιθοβοληθει, και το κρεασ του δεν θα τρωγεται· ο ιδιοκτητησ, ομωσ, του βοδιου θα ειναι αθωοσ. αν ομωσ το βοδι συνηθιζε να κερατιζει απο πριν, και εγινε διαμαρτυρια στον ιδιοκτητη του, και δεν το φυλαξε, αν θανατωσει εναν ανδρα η μια γυναικα, το βοδι θα λιθοβοληθει, αλλα και ο ιδιοκτητησ του πρεπει να θανατωθει. αν του επιβληθει τιμη εξαγορασ, θα δωσει για την εξαγορα τησ ζωησ του, οση τιμη θα του επιβαλοταν. ειτε κερατισει εναν γιο ειτε κερατισει μια θυγατερα, συμφωνα μ' αυτη την κριση θα γινει σ' αυτον. αν το βοδι κερατισει εναν δουλο η μια δουλη, θα δωσει στο αφεντικο τουσ 30 σικλουσ ασημι· το βοδι, ομωσ, θα λιθοβοληθει. και αν καποιοσ ανοιξει εναν λακκο η αν καποιοσ σκαψει εναν λακκο, και δεν τον σκεπασει, και πεσει σ' αυτον ενα βοδι η ενα γαιδουρι, ο ιδιοκτητησ του λακκου θα δωσει αποζημιωση, θα αποδωσει χρηματα στον ιδιοκτητη τουσ· αλλα, αυτο που θανατωθηκε θα ειναι δικο του. και αν το βοδι καποιου κερατισει το βοδι του πλησιον του, και θανατωθει, τοτε θα πουλησουν το ζωντανο βοδι, και θα μοιραστουν το χρημα του, και, παρομοια, θα μοιραστουν και το βοδι που θανατωθηκε. αν, ομωσ, ειναι γνωστο, οτι το βοδι συνηθιζε να κερατιζει απο πριν, και ο ιδιοκτητησ του δεν το φυλαξε, θα πληρωσει οπωσδηποτε, βοδι αντι για βοδι· αλλα, το βοδι που θανατωθηκε θα ειναι δικο του.

22

αν καποιοσ κλεψει ενα βοδι η ενα προβατο, και το σφαξει η το πουλησει, θα πληρωσει πεντε βοδια αντι του βοδιου, και τεσσερα προβατα αντι του προβατου. αν ο κλεφτησ βρεθει να κανει διαρρηξη, και χτυπηθει και πεθανει, δεν θα χυθει γι' αυτον αιμα. αν, ομωσ, ανατειλει ο ηλιοσ επανω του, θα χυθει αιμα γι' αυτον· πρεπει να κανει ανταποδοση· και αν δεν εχει, θα πουληθει για την κλοπη του. αν το κλοπιμαιο βρεθει στα χερια του ζωντανο, ειτε βοδι ειτε γαιδουρι ειτε προβατο, θα ανταποδωσει το διπλασιο. αν καποιοσ καταβοσκησει ενα χωραφι η εναν αμπελωνα, και αφησει το κτηνοσ του να βοσκηθει σε ενα χωραφι ξενου ανθρωπου, θα κανει ανταποδοση απο το καλυτερο του χωραφιου του, και απο το καλυτερο του αμπελωνα του. αν βγει φωτια, και βρει αγκαθια και καουν θημωνιεσ σιταριου η σταχυα ορθια η ενα χωραφι, εκεινοσ που αναψε τη φωτια θα κανει οπωσδηποτε ανταποδοση. αν καποιοσ παραδωσει στον πλησιον του ασημι η σκευη, για να τα διαφυλαττει, και κλαπουν απο το σπιτι του ανθρωπου, αν βρεθει ο κλεφτησ, θα ανταποδωσει το διπλασιο· αν ο κλεφτησ δεν βρεθει, τοτε ο ιδιοκτητησ του σπιτιου θα φερθει μπροστα στουσ κριτεσ, για να εξεταστει αν δεν εβαλε το χερι του επανω στα αγαθα του πλησιον του. για καθε ειδουσ αδικημα, για βοδι, για γαιδουρι, για προβατο, για ενδυμα, για καθε χαμενο πραγμα, για το οποιο θα διαφιλονικουσε ενασ αλλοσ οτι ειναι δικο του, η κριση και των δυο θαρθει μπροστα στουσ κριτεσ· και οποιον καταδικασουν οι κριτεσ, εκεινοσ θα αποδωσει το διπλασιο στον πλησιον του. αν καποιοσ παραδωσει στον πλησιον του ενα γαιδουρι η ενα βοδι η ενα προβατο η οποιοδηποτε κτηνοσ, για να το διαφυλαττει, και ψοφησει η συντριφτει η αρπαχτει, χωρισ καποιοσ να δει το γεγονοσ, θα γινει ορκοσ θεου αναμεσα και στουσ δυο αυτουσ, οτι δεν εβαλε το χερι του στο πραγμα του πλησιον του· και ο ιδιοκτητησ του θα το παρει, και ο αλλοσ δεν θα κανει ανταποδοση. αν, ομωσ, κλεφτηκε απ' αυτον, θα κανει ανταποδοση στον ιδιοκτητη του. αν κατασπαραχτηκε απο θηριο, θα το φερει για μαρτυρια, και δεν θα πληρωσει το κατασπαραγμενο. και αν καποιοσ δανειστει ενα ζωο απο τον πλησιον του και συντριφτει η πεθανει, και ο ιδιοκτητησ του δεν ηταν μαζι του, οπωσδηποτε θα το πληρωσει. αν, ομωσ, ο ιδιοκτητησ του ηταν μαζι του, δεν θα πληρωσει· αν ηταν μισθωμενο, ηρθε για τον μισθο του. και αν καποιοσ απατησει μια αμνηστευτη παρθενα, και κοιμηθει μαζι τησ, οπωσδηποτε θα την προικισει με προικα για γυναικα στον εαυτο του. αν, ομωσ, ο πατερασ τησ δεν στεργει να τη δωσει σ' αυτον, θα πληρωσει ασημι συμφωνα με την προικα των παρθενων. μαγισσα δεν θα αφησεισ να ζησει. οποιοσ συνευρεθει με κτηνοσ, οπωσδηποτε θα πεθανει. οποιοσ θυσιαζει σε θεουσ, εκτοσ σε μονον τον κυριο, θα εξολοθρευτει. και τον ξενο δεν θα τον κακοποιησεισ ουτε θα τον καταδυναστευσεισ· επειδη, ξενοι σταθηκατε στη γη τησ αιγυπτου. δεν θα καταθλιψετε καμια χηρα η ορφανο. αν πραγματικα τουσ καταθλιψετε, και βοησουν σε μενα, θα εισακουσω τη φωνη τουσ εξαπαντοσ· και ο θυμοσ μου θα εξαφθει, και θα σασ θανατωσω με μαχαιρα· και οι γυναικεσ σασ θα ειναι χηρεσ, και τα παιδια σασ ορφανα. αν δανεισεισ χρηματα στον φτωχο γειτονα σου αναμεσα στον λαο μου, δεν θα του φερθεισ ωσ τοκιστησ, δεν θα του επιβαλεισ τοκο. αν παρεισ ενεχυρο το ενδυμα του πλησιον σου, θα του το επιστρεψεισ πριν δυσει ο ηλιοσ· επειδη, μονον αυτο ειναι το σκεπασμα του, αυτο ειναι το ενδυμα τησ σαρκασ του· με τι θα κοιμηθει; και οταν βοησει σε μενα, θα τον εισακουσω· επειδη, εγω ειμαι ελεημονασ. δεν θα κακολογησεισ κριτεσ ουτε θα καταραστεισ αρχοντα του λαου σου. τισ απαρχεσ του αλωνιου σου και του ληνου σου δεν θα τισ καθυστερησεισ· τον πρωτοτοκο σου απο τουσ γιουσ σου θα δωσεισ σε μενα· το ιδιο θα κανεισ για το βοδι σου, και το προβατο σου· επτα ημερεσ θα ειναι μαζι με τη μητερα του, την ογδοη ημερα θα το δωσεισ σε μενα. και οι ανδρεσ θα ειστε αγιοι σε μενα· και δεν θα φατε κρεασ ζωου κατασπαραγμενου απο θηριο στο χωραφι· θα το ριξετε στο σκυλι.

23

δεν θα διαδωσεισ μια ψευδη φημη· δεν θα συμφωνησεισ με τον αδικο, για να γινεισ ψευδομαρτυρασ. δεν θα ακολουθησεισ τουσ πολλουσ για κακο· ουτε θα μιλησεισ σε μια δικαστικη υποθεση, ωστε να κλινεισ με το μεροσ των πολλων, για να διαστρεψεισ την κριση· ουτε θα αποβλεψεισ σε προσωπο φτωχου, στην κριση του. αν συναντησεισ το βοδι του εχθρου σου η το γαιδουρι του να περιπλανιεται, θα το επιστρεψεισ οπωσδηποτε σ' αυτον. αν δεισ το γαιδουρι εκεινου που σε μισει να εχει πεσει κατω απο το βαροσ του φορτιου του, και θα απεφευγεσ να τον βοηθησεισ, θα βοηθησεισ μαζι του οπωσδηποτε. δεν θα διαστρεψεισ το δικαιο του φτωχου σου στην κριση του. να απεχεισ απο αδικη υποθεση· και μη γινεισ αιτια να θανατωθει ο αθωοσ και ο δικαιοσ· επειδη, εγω δεν θα δικαιωσω τον ασεβη. και δεν θα παρεισ δωρα· επειδη, τα δωρα τυφλωνουν και τουσ σοφουσ, και διαστρεφουν τα λογια των δικαιων. και δεν θα καταδυναστευσεισ τον ξενο· επειδη, εσεισ γνωριζετε την ψυχη του ξενου, για τον λογο οτι σταθηκατε ξενοι στη γη τησ αιγυπτου. και εξι χρονια θα σπειρεισ τη γη σου, και θα μαζευεισ τα γεννηματα τησ· τον εβδομο χρονο, ομωσ, θα την αφησεισ να αναπαυθει, και να μενει αργη, για να τρωνε οι φτωχοι του λαου σου· κι εκεινο που εναπολειφθηκε απ' αυτουσ ασ το τρωνε τα ζωα του χωραφιου. ετσι θα κανεισ για τον αμπελωνα σου, και για τον ελαιωνα σου. εξι ημερεσ θα κανεισ τισ εργασιεσ σου· την εβδομη ημερα, ομωσ, θα αναπαυεσαι, για να αναπαυθει και το βοδι σου, και το γαιδουρι σου, και να εχει αναψυχη ο γιοσ τησ δουλησ σου, και ο ξενοσ. και θα προσεξετε σε ολα οσα σασ ειπα· και ονομα αλλων θεων δεν θα αναφερετε ουτε θα ακουστει απο το στομα σασ. τρεισ φορεσ τον χρονο θα κανεισ γιορτη σε μενα. θα φυλαττεισ τη γιορτη των αζυμων· επτα ημερεσ θα τρωσ αζυμα, καθωσ σε προσταξα. συμφωνα με τον προσδιορισμενο καιρο του μηνα αβιβ· επειδη, μεσα σ' αυτον τον μηνα βγηκεσ απο την αιγυπτο· και κανενασ δεν θα φανει μπροστα μου αδειανοσ· και τη γιορτη του θερισμου, των πρωτογεννηματων των κοπων σου, που εσπειρεσ στο χωραφι· και τη γιορτη τησ συγκομιδησ των καρπων, στο τελοσ του χρονου, αφου μαζεψεισ τουσ καρπουσ σου απο το χωραφι. τρεισ φορεσ τον χρονο θα εμφανιζεται καθε αρσενικο σου μπροστα στον κυριο τον θεο. δεν θα προσφερεισ το αιμα τησ θυσιασ μου με ενζυμο ψωμι· ουτε θα μενει το παχοσ τησ γιορτησ μου μεχρι το πρωι. τισ απαρχεσ των πρωτογεννηματων τησ γησ σου θα φερεισ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου. δεν θα ψησεισ κατσικι που ακομα θηλαζει στη μητερα του. δεσ, εγω στελνω μπροστα σου τον αγγελο, για να σε διαφυλαττει στον δρομο, και να σε φερει στον τοπο, που προετοιμασα· να τον φοβασαι, και να υπακουσ στη φωνη του· μη τον παροργισεισ· επειδη, δεν θα συγχωρησει τισ παραβασεισ σασ· επειδη, το ονομα μου ειναι σ' αυτον. αν, ομωσ, προσεχεισ να υπακουσ στη φωνη του, και εκτελεισ ολα οσα λεω, τοτε εγω θα ειμαι εχθροσ των εχθρων σου, και εναντιοσ στουσ εναντιουσ σου. επειδη, ο αγγελοσ μου θα προπορευεται μπροστα σου, και θα σε φερει μεσα στουσ αμορραιουσ, και χετταιουσ, και φερεζαιουσ, και χαναναιουσ, ευαιουσ, και ιεβουσαιουσ· και θα τουσ εξολοθρευσω. δεν θα προσκυνησεισ τουσ θεουσ τουσ ουτε θα τουσ λατρευσεισ ουτε θα πραξεισ συμφωνα με τα εργα εκεινων· αλλα θα τουσ εξολοθρευσεισ, και θα κατασυντριψεισ τα ειδωλα τουσ. και θα λατρευετε τον κυριο τον θεο σασ, κι αυτοσ θα ευλογει το ψωμι σου, και το νερο σου· και θα απομακρυνει καθε αρρωστια απο αναμεσα σου· και δεν θα υπαρχει αγονοσ και στειρα επανω στη γη σου· τον αριθμο των ημερων σου θα κανω πληρη. θα στειλω μπροστα σου τον φοβο μου, και θα καταστρεψω καθε λαο προσ τον οποιο ερχεσαι, και θα κανω ολουσ τουσ εχθρουσ σου να στρεψουν σε σενα τα νωτα· και θα στειλω σφηκεσ μπροστα σου, και θα εκδιωξουν τουσ ευαιουσ, τουσ χαναναιουσ, και τουσ χετταιουσ απο μπροστα σου. δεν θα τουσ εκδιωξω απο μπροστα σου σε εναν χρονο, για να μη ερημωθει η γη, και πολλαπλασιαστουν τα θηρια του χωραφιου εναντιον σου· λιγο-λιγο θα τουσ διωξω απο μπροστα σου, μεχρισ οτου αυξηθεισ και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσεισ τη γη. και θα βαλω τα ορια σου απο την ερυθρα θαλασσα μεχρι τη θαλασσα των φιλισταιων, και απο την ερημο μεχρι τον ποταμο· επειδη, στα χερια σασ θα παραδωσω τουσ κατοικουσ του τοπου, και θα τουσ εκδιωξεισ απο μπροστα σου. δεν θα κανεισ συνθηκη μαζι τουσ ουτε με τουσ θεουσ τουσ· δεν θα κατοικουν στη γη σου, για να μη σε κανουν να αμαρτησεισ σε μενα· επειδη, αν λατρευσεισ τουσ θεουσ τουσ, αυτο θα γινει σε σενα παγιδα, οπωσδηποτε.

24

υστερα απ' αυτα, ειπε στον μωυση: ανεβα στον κυριο, εσυ και ο ααρων, ο ναδαβ και ο αβιουδ, και 70 απο τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ, και προσκυνηστε απο μακρια· και ο μωυσησ, μονοσ, θα πλησιασει στον κυριο, αυτοι ομωσ δεν θα πλησιασουν· ουτε ο λαοσ θα ανεβει μαζι του. και ο μωυσησ ηρθε, και διηγηθηκε στον λαο ολα τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ολα τα δικαιωματα του· και ο λαοσ αποκριθηκε ομοφωνα, και ειπε: ολα τα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε, θα τα κανουμε. και ο μωυσησ εγραψε ολα τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και αφου σηκωθηκε ενωρισ το πρωι, οικοδομησε θυσιαστηριο στο κατω μεροσ του βουνου, και εστησε 12 στηλεσ συμφωνα με τισ 12 φυλεσ του ισραηλ. και εστειλε νεουσ απο τουσ γιουσ ισραηλ, και προσφεραν ολοκαυτωματα και θυσιασαν ειρηνικεσ θυσιεσ στον κυριο, μοσχαρια. και παιρνοντασ ο μωυσησ το μισο απο το αιμα, το εβαλε σε λεκανεσ· και με το αλλο μισο του αιματοσ ραντισε επανω στο θυσιαστηριο. επειτα, παιρνοντασ το βιβλιο τησ διαθηκησ, το διαβασε σε επηκοον του λαου· και εκεινοι ειπαν: ολα οσα μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τα κανουμε, και θα υπακουμε. και ο μωυσησ, παιρνοντασ το αιμα, ραντισε προσ τον λαο, και ειπε: να το αιμα τησ διαθηκησ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε σε σασ, συμφωνα με ολα αυτα τα λογια. τοτε, ανεβηκε ο μωυσησ και ο ααρων, ο ναδαβ, και ο αβιουδ, και 70 απο τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ. και ειδαν τον θεο του ισραηλ· και κατω απο τα ποδια του ηταν σαν εδαφοσ στρωμενο απο πετρα σαπφειρου, και σαν το στερεωμα του ουρανου σε καθαροτητα· και πανω στουσ εκλεκτουσ των γιων ισραηλ δεν εβαλε το χερι του· και ειδαν τον θεο, και εφαγαν και ηπιαν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: ανεβα σε μενα στο βουνο, και να εισαι εκει· και θα σου δωσω τισ πετρινεσ πλακεσ, και τον νομο, και τισ εντολεσ που εγραψα, για να τουσ διδασκεισ. και ο μωυσησ σηκωθηκε, μαζι με τον υπηρετη του, τον ιηhοσυα, και ο μωυσησ ανεβηκε επανω στο βουνο του θεου. και προσ τουσ πρεσβυτερουσ ειπε: να μασ περιμενετε εδω, μεχρισ οτου επιστρεψουμε σε σασ· και δεστε, ο ααρων και ο ωρ, ειναι μαζι σασ· και αν καποιοσ εχει μια υποθεση, ασ ερχεται σ' αυτουσ. ο μωυσησ, λοιπον, ανεβηκε επανω στο βουνο, και η νεφελη σκεπασε το βουνο. και καθησε η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επανω στο οροσ σινα, και η νεφελη το σκεπασε για εξι ημερεσ· και την εβδομη ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καλεσε τον μωυση απο μεσα απο τη νεφελη. και η θεα τησ δοξασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ηταν στα ματια των γιων ισραηλ, σαν φωτια που κατετρωγε επανω στην κορυφη του βουνου. και ο μωυσησ μπηκε στο κεντρο τησ νεφελησ, και ανεβηκε επανω στο βουνο· και ο μωυσησ σταθηκε επανω στο βουνο 40 ημερεσ και 40 νυχτεσ.

25

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: πεσ στουσ γιουσ ισραηλ να φερουν προσφορα σε μενα· απο καθε ανθρωπο που εχει προαιρεση στην καρδια του, θα παρετε την προσφορα μου. κι αυτη ειναι η προσφορα, που θα παρετε απ' αυτουσ: χρυσαφι, κι ασημι, και χαλκο, βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και βυσσο, και τριχεσ κατσικιων, και δερματα κριαριων κοκκινοβαμμενα, και δερματα τσακαλιων, και ξυλο σιττιμ, λαδι για το φωσ, αρωματα για το λαδι του χρισματοσ, και για το ευωδεσ θυμιαμα, πετρεσ ονυχιτεσ, και πετρεσ για να τοποθετηθουν στο εφοδ και στο περιστηθιο. και ασ κανουν σε μενα ενα αγιαστηριο, για να κατοικω μεταξυ τουσ. συμφωνα με ολα οσα εγω σου δειχνω, συμφωνα με το υποδειγμα τησ σκηνησ, και συμφωνα με το υποδειγμα ολων των σκευων τησ, ετσι θα κανετε. και θα κατασκευασουν κιβωτο απο ξυλο σιττιμ· δυο πηχεσ και μιση το μακροσ τησ, και μια πηχη και μιση το πλατοσ τησ, και μια πηχη και μιση το υψοσ τησ· και θα την σκεπασεισ ολογυρα με καθαρο χρυσαφι, απο μεσα κι απεξω θα την σκεπασεισ ολογυρα, κι επανω τησ θα κανεισ μια χρυση στεφανη ολογυρα. και θα χυσεισ γι' αυτην τεσσερισ χρυσουσ κρικουσ και θα τουσ βαλεισ στισ τεσσερισ γωνιεσ τησ· δυο κρικουσ αφενοσ στη μια πλευρα τησ, και δυο κρικουσ αφετερου στην αλλη πλευρα τησ. και θα κανεισ μοχλουσ απο ξυλο σιττιμ, και θα τουσ σκεπασεισ ολογυρα με χρυσαφι· και θα περασεισ τουσ μοχλουσ στουσ κρικουσ των πλευρων τησ κιβωτου, για να βασταζεται μ' αυτουσ η κιβωτοσ· οι μοχλοι θα μενουν στουσ κρικουσ τησ κιβωτου· δεν θα μετακινουνται απ' αυτη. και θα βαλεισ στην κιβωτο τα μαρτυρια, που θα σου δωσω. και θα κανεισ ενα ιλαστηριο απο καθαρο χρυσαφι· δυο πηχεσ και μιση το μακροσ του, και μια πηχη και μιση το πλατοσ του. και θα κανεισ δυο χερουβειμ απο χρυσαφι· σφυρηλατημενα θα τα κανεισ, απο τισ δυο ακρεσ του.ιλαστηριου· και κανε ενα χερουβ απο τη μια ακρη, και ενα χερουβ απο την αλλη ακρη· απο το ιλαστηριο θα κανεισ τα χερουβειμ επανω στισ δυο ακρεσ του· και τα χερουβειμ θα απλωνουν απο πανω τισ φτερουγεσ για να σκεπαζουν με τισ φτερουγεσ τουσ το ιλαστηριο· και τα προσωπα τουσ θα βλεπουν το ενα προσ το αλλο· προσ το ιλαστηριο θα ειναι τα προσωπα των χερουβειμ. και θα βαλεισ το ιλαστηριο επανω στην κιβωτο, απο πανω· και θα βαλεισ μεσα στην κιβωτο τα μαρτυρια, που θα σου δωσω· κι εκει θα γνωριστω σε σενα· και απο πανω απο το ιλαστηριο, απο το μεσον των δυο χερουβειμ, που ειναι επανω στην κιβωτο του μαρτυριου, θα μιλησω σε σενα για ολα οσα θα σε προσταξω, για να πεισ στουσ γιουσ ισραηλ. και θα κανεισ ενα τραπεζι απο ξυλο σιττιμ· δυο πηχεσ το μακροσ του και μια πηχη το πλατοσ του, ενω το υψοσ του μια πηχη και μιση· και θα το σκεπασεισ ολογυρα με καθαρο χρυσαφι, και θα κανεισ σ' αυτο μια χρυση στεφανη ολογυρα. και θα του κανεισ ενα χειλοσ ολογυρα, πλατουσ μιασ παλαμησ, και θα κανεισ επανω στο χειλοσ του μια χρυση στεφανη ολογυρα. και θα του κανεισ τεσσερισ χρυσουσ κρικουσ, και θα βαλεισ τουσ κρικουσ επανω στισ τεσσερισ γωνιεσ, που ειναι επανω στα τεσσερα ποδια του· οι κρικοι θα ειναι κατω απο το χειλοσ για θηκεσ των μοχλων, για να βασταζεται το τραπεζι. και θα κανεισ τουσ μοχλουσ απο ξυλο σιττιμ, και θα τουσ περισκεπασεισ με χρυσαφι, για να βασταζεται το τραπεζι μ' αυτουσ. και θα κανεισ τουσ δισκουσ του και τα θυμιατοδοχα του, και τα σπονδεια του, και τισ λεκανεσ του, για να γινονται μ' αυτα οι σπονδεσ· απο καθαρο χρυσαφι θα τα κανεισ. και θα βαλεισ αρτουσ προθεσησ επανω στο τραπεζι, μπροστα μου, παντοτινα. και θα κανεισ μια λυχνια απο καθαρο χρυσαφι· σφυρηλατημενη θα κανεισ τη λυχνια· ο κορμοσ τησ και τα κλαδια τησ, οι λεκανεσ τησ, οι κομποι τησ, και τα ανθη τησ, θα ειναι ενα σωμα μαζι τησ. και θα βγαινουν εξι κλαδια απο τα πλαγια τησ· τρια κλαδια τησ λυχνιασ απο το ενα πλαγιο, και τρια κλαδια απο το αλλο πλαγιο· στο ενα κλαδι θα ειναι τρεισ λεκανεσ αμυγδαλοειδεισ, ενασ κομποσ και ενα ανθοσ· και στο αλλο κλαδι τρεισ λεκανεσ αμυγδαλοειδεισ, ενασ κομποσ και ενα ανθοσ· ετσι θα γινει στα εξι κλαδια, εκεινα που βγαινουν απο τη λυχνια. και στη λυχνια θα υπαρχουν τεσσερισ λεκανεσ αμυγδαλοειδεισ, οι κομποι τουσ, και τα ανθη τουσ. και θα ειναι ενασ κομποσ κατω απο τα δυο κλαδια, που βγαινουν απ' αυτη, και ενασ κομποσ κατω απο τα δυο κλαδια, που βγαινουν απ' αυτη, και ενασ κομποσ κατω απο τα δυο κλαδια, που βγαινουν απ' αυτη, στα εξι κλαδια εκεινα που βγαινουν απο τη λυχνια. οι κομποι τουσ,και τα κλαδια τουσ, θα ειναι ενα σωμα μαζι τησ· το συνολο τησ θα ειναι ενα σωμα σφυρηλατημενο απο καθαρο χρυσαφι. και θα κανεισ τα λυχναρια τησ επτα· και θα αναβουν τα λυχναρια τησ, για να φεγγουν μπροστα τησ. και τα λυχνοψαλιδα τησ, και τα υποθεματα τησ, θα ειναι απο καθαρο χρυσαφι. απο ενα ταλαντο καθαρο χρυσαφι θα κατασκευαστει αυτη, και ολα αυτα τα σκευη. και προσεχε να κανεισ συμφωνα με τον τυπο τουσ, που σου δειχθηκε επανω στο βουνο.

26

και θα κανεισ τη σκηνη, δεκα παραπετασματα απο βυσσο κλωσμενη, και βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο· με χερουβειμ θα τα κανεισ, εργασμενα επανω με τεχνη. το μακροσ καθενοσ παραπετασματοσ θα ειναι 28 πηχεσ, και το πλατοσ καθενοσ παραπετασματοσ τεσσερισ πηχεσ· ολα τα παραπετασματα στο ιδιο μετρο. τα πεντε παραπετασματα θα συνδεονται το ενα με το αλλο· και τα αλλα πεντε παραπετασματα θα συνδεονται το ενα με το αλλο. και θα κανεισ βαθυγαλαζα θηλυκωτηρια στισ ακρεσ του πρωτου παραπετασματοσ, προσ το πλαγιο, οπου γινεται η ενωση· το ιδιο θα κανεισ και στην τελευταια ακρη του δευτερου παραπετασματοσ, οπου γινεται η ενωση του δευτερου· θα κανεισ 50 θηλυκωτηρια στο ενα παραπετασμα, και 50 θηλυκωτηρια θα κανεισ στην ακρη του παραπετασματοσ, που ειναι προσ την ενωση του δευτερου, για να αντικρυζουν τα θηλυκωτηρια το ενα προσ το αλλο. και θα κανεισ 50 περονεσ χρυσεσ, και με τισ περονεσ θα συνδεσεισ τα παραπετασματα μεταξυ τουσ· ετσι, η σκηνη θα ειναι μια. και θα κανεισ παραπετασματα απο τριχεσ κατσικιων, για να ειναι σκεπασμα επανω στη σκηνη· 11 θα κανεισ αυτα τα παραπετασματα· το μακροσ του ενοσ παραπετασματοσ 30 πηχεσ, και το πλατοσ του ενοσ παραπετασματοσ τεσσερισ πηχεσ· του ιδιου μετρου θα ειναι τα 11 παραπετασματα. και θα συνδεσεισ τα πεντε παραπετασματα χωριστα, και τα εξι παραπετασματα χωριστα· το εκτο, ομωσ, παραπετασμα θα το επιδιπλωσεισ προσ το προσωπο τησ σκηνησ. και θα κανεισ 50 θηλυκωτηρια στην ακρη του ενοσ παραπετασματοσ, του τελευταιου προσ την ενωση, και 50 θηλυκωτηρια στην ακρη του παραπετασματοσ, που ενωνεται με το δευτερο. θα κανεισ και 50 περονεσ χαλκινεσ, και θα βαλεισ τισ περονεσ στα θηλυκωτηρια, και θα συνδεσεισ τη σκηνη, ωστε να ειναι μια. το υπολοιπο, ομωσ, εκεινο που περισσευει απο τα παραπετασματα τησ σκηνησ, το μισο του παραπετασματοσ, εκεινο που εναπολειπεται, θα κρεμεται προσ το πισω μεροσ τησ σκηνησ. και μια πηχη απο το ενα πλαγιο, και μια πηχη απο το αλλο πλαγιο, απο το εναπολειπομενο στο μακροσ των παραπετασματων τησ σκηνησ, θα κρεμεται απο επανω προσ τα πλαγια τησ σκηνησ, απο το ενα μεροσ και απο το αλλο, για να τη σκεπαζει. και θα κανεισ κατακαλυμμα για τη σκηνη απο δερματα κριαριων κοκκινοβαμμενα, και επικαλυμμα απο πανω, απο δερματα τσακαλιων. και θα κανεισ για τη σκηνη σανιδεσ απο ξυλο σιττιμ, ορθιεσ· το μακροσ καθεμιασ σανιδασ δεκα πηχεσ, και μια πηχη και μιση το πλατοσ καθεμιασ σανιδασ. δυο αγκωνισκοι θα ειναι στη μια σανιδα, που θα αντικρυζουν ο ενασ τον αλλον· ετσι θα κανεισ σε ολεσ τισ σανιδεσ τησ σκηνησ. και θα κανεισ τισ σανιδεσ για τη σκηνη, 20 σανιδεσ απο το νοτιο μεροσ με κατευθυνση προσ τη μεσημβρια. και απο κατω απο τισ 20 σανιδεσ θα κανεισ 40 υποστηριγματα ασημενια· δυο υποστηριγματα απο κατω απο τη μια σανιδα για τουσ δυο αγκωνισκουσ τησ, και δυο υποστηριγματα απο κατω απο την αλλη σανιδα για τουσ δυο αγκωνισκουσ τησ. και για το δευτερο μεροσ τησ σκηνησ, που ειναι προσ τον βορρα, θα κανεισ 20 σανιδεσ· και τα 40 υποστηριγματα τουσ ασημενια, δυο υποστηριγματα απο κατω απο τη μια σανιδα, και δυο υποστηριγματα απο κατω απο την αλλη σανιδα. και για τα μερη απο πισω απο τη σκηνη, που ειναι προσ δυσμασ, θα κανεισ εξι σανιδεσ. θα κανεισ και δυο σανιδεσ για τισ γωνιεσ τησ σκηνησ στα μερη απο πισω· και θα ενωθουν απο κατω, και θα ενωθουν μαζι απο πανω, με εναν κρικο· ετσι θα ειναι γι' αυτεσ, και τισ δυο· για τισ δυο γωνιεσ θα ειναι. και θα ειναι οκτω σανιδεσ, και τα ασημενια υποστηριγματα τουσ, 16 υποστηριγματα· δυο υποστηριγματα απο κατω απο τη μια σανιδα, και δυο υποστηριγματα απο κατω απο την αλλη σανιδα. και θα κανεισ μοχλουσ απο ξυλο σιττιμ· πεντε για τισ σανιδεσ του ενοσ μερουσ τησ σκηνησ, και πεντε μοχλουσ για τισ σανιδεσ του αλλου μερουσ τησ σκηνησ, και πεντε μοχλουσ για τισ σανιδεσ του μερουσ τησ σκηνησ για το πλαγιο, που ειναι προσ δυσμασ· και ο μεσαιοσ μοχλοσ, που ειναι στο μεσον των σανιδων, θα διαπερναει απο τη μια ακρη μεχρι την αλλη ακρη. και τισ σανιδεσ θα τισ σκεπασεισ ολογυρα με χρυσαφι, και τουσ κρικουσ τουσ θα τουσ κανεισ χρυσουσ, για να ειναι θηκεσ των μοχλων· και θα σκεπασεισ ολογυρα τουσ μοχλουσ με χρυσαφι. και θα ανεγειρεισ τη σκηνη συμφωνα με το σχεδιο τησ, που σου δειχθηκε επανω στο βουνο. και θα κανεισ καταπετασμα απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν και κοκκινο, και κλωσμενη βυσσο, με εργασια καλλιτεχνη· με χερουβειμ θα ειναι κατασκευασμενο. και θα το κρεμασεισ επανω σε τεσσερισ στυλουσ απο ξυλο σιττιμ περισκεπασμενουσ με χρυσαφι· τα αγκιστρα τουσ θα ειναι χρυσα, επανω στα τεσσερα ασημενια υποστηριγματα. και θα κρεμασεισ το καταπετασμα κατω απο τισ περονεσ, για να φερεισ εκει, απο μεσα απο το καταπετασμα, την κιβωτο του μαρτυριου· και το καταπετασμα θα κανει χωρισμα σε σασ, αναμεσα στο αγιο και το αγιο των αγιων. και θα βαλεισ το ιλαστηριο επανω στην κιβωτο του μαρτυριου, στο αγιο των αγιων. και θα βαλεισ το τραπεζι απεξω απο το καταπετασμα, και τη λυχνια αντικρυνα στο τραπεζι, προσ το νοτιο μεροσ τησ σκηνησ· και το τραπεζι θα ειναι προσ το βορειο μεροσ. και θα κανεισ για τη θυρα τησ σκηνησ εναν ταπητα απο βαθυγαλαζο υφασμα και πορφυρουν, και κοκκινο, και κλωσμενη βυσσο, φτιαγμενον με κεντητη εργασια. και θα κανεισ για τον ταπητα πεντε στυλουσ απο σιττιμ, και θα τουσ σκεπασεισ με χρυσαφι ολογυρα· τα αγκιστρα τουσ θα ειναι χρυσα· και θα χυσεισ γι' αυτουσ πεντε χαλκινα υποστηριγματα.

27

και θα κανεισ θυσιαστηριο απο ξυλο σιττιμ, πεντε πηχεσ το μακροσ, και πεντε πηχεσ το πλατοσ· τετραγωνο θα ειναι το θυσιαστηριο· και το υψοσ του τριων πηχων· και θα κανεισ τα κερατα του στισ τεσσερισ γωνιεσ του· τα κερατα του θα ειναι απο το ιδιο· και θα το σκεπασεισ ολογυρα με χαλκο. και θα κανεισ τουσ σταχτοδοχουσ λεβητεσ του, και τα φτυαρια του, και τισ λεκανεσ του, και τισ κρεαγρεσ του, και τα πυροδοχεια του· χαλκινα θα κανεισ ολα τα σκευη του. και θα κανεισ γι' αυτο μια χαλκινη σχαρα διχτυωτησ εργασιασ· κι επανω στο διχτυ θα κανεισ τεσσερισ κρικουσ χαλκινουσ, στισ τεσσερισ γωνιεσ του. και θα τη βαλεισ κατω απο την περιοχη του θυσιαστηριου, απο κατω, ωστε το διχτυ να ειναι μεχρι το μεσον του θυσιαστηριου. και θα κανεισ μοχλουσ για το θυσιαστηριο, μοχλουσ απο ξυλο σιττιμ, και θα τουσ σκεπασεισ ολογυρα με χαλκο· και οι μοχλοι θα μπουν μεσα στουσ κρικουσ, και θα ειναι οι μοχλοι επανω στισ δυο πλευρεσ του θυσιαστηριου, για να το βασταζουν. κοιλο με σανιδεσ θα το κανεισ, οπωσ σου δειχθηκε επανω στο βουνο· ετσι θα κανουν. και θα κανεισ την αυλη τησ σκηνησ· απο το νοτιο μεροσ προσ τη μεσημβρια θα υπαρχουν παραπετασματα για την αυλη απο κλωσμενη βυσσο, το μακροσ 100 πηχεσ για τη μια πλευρα. και οι 20 στυλοι τησ, και τα 20 υποστηριγματα τουσ, θα ειναι χαλκινα· τα αγκιστρα των στυλων και οι ζωνεσ τουσ ασημενιεσ. και το ιδιο προσ τη βορεια πλευρα θα ειναι παραπετασματα κατα μηκοσ, με μακροσ 100 πηχων και οι 20 στυλοι τουσ, και τα 20 χαλκινα υποστηριγματα τουσ· και τα αγκιστρα των στυων και οι ζωνεσ τουσ ασημενιεσ. και για το πλατοσ τησ αυλησ προσ τη δυτικη πλευρα θα ειναι παραπετασματα 50 πηχων· δεκα στυλοι γι' αυτα, και δεκα υποστηριγματα γι' αυτα. και το πλατοσ τησ αυλησ προσ την ανατολικη πλευρα, που ειναι προσ την ανατολη, θα ειναι 50 πηχεσ. και τα παραπετασματα του ενοσ μερουσ τησ πυλησ θα ειναι 15 πηχεσ· τρεισ στυλοι γι' αυτα, και τρεισ υποστηριγματα γι' αυτα. και στο αλλο μεροσ θα ειναι παραπετασματα 15 πηχων· τρεισ στυλοι γι' αυτα, και τρια υποστηριγματα γι' αυτα. για την πυλη τησ αυλησ, ομωσ, θα ειναι ενα καταπετασμα 20 πηχων, απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και κλωσμενη βυσσο, φτιαγμενο με κεντητη εργασια· τεσσερισ στυλοι γι' αυτο, και τεσσερα υποστηριγματα γι' αυτο. ολοι οι στυλοι ολογυρα στην αυλη θα ειναι ζωσμενοι με ασημι, τα αγκιστρα τουσ ασημενια, και τα υποστηριγματα τουσ χαλκινα. το μακροσ τησ αυλησ θα ειναι 100 πηχεσ, και το πλατοσ απο τισ δυο πλευρεσ 50, και το υψοσ πεντε πηχεσ απο κλωσμενη βυσσο, και τα υποστηριγματα τουσ χαλκινα. ολα τα σκευη τησ σκηνησ για ολοκληρη την υπηρεσια τησ, και ολοι οι πασσαλοι τησ, και ολοι οι πασσαλοι τησ αυλησ θα ειναι χαλκινοι. και εσυ θα προσταξεισ τουσ γιουσ ισραηλ να σου φερουν καθαρο λαδι απο κοπανισμενεσ ελιεσ για το φωσ, για να καιει παντοτε το λυχναρι. στη σκηνη του μαρτυριου, απεξω απο το καταπετασμα, που ειναι μπροστα στο μαρτυριο, ο ααρων και οι γιοι του θα το φροντιζουν απο την εσπερα μεχρι το πρωι μπροστα στον κυριο· αυτο θα ειναι παντοτινοσ νομοσ στουσ γιουσ ισραηλ στισ γενεεσ τουσ.

28

και εσυ φερε κοντα σου τον ααρων, τον αδελφο σου, και τουσ γιουσ του μαζι του, αναμεσα απο τουσ γιουσ ισραηλ, για να ιερατευουν σε μενα: τον ααρων, τον ναδαβ και τον αβιουδ, τον ελεαζαρ και τον ιθαμαρ, τουσ γιουσ του ααρων. και θα κανεισ μια αγια στολη στον ααρων τον αδελφο σου, για δοξα και τιμη. κι εσυ μιλησε προσ ολουσ τουσ σοφουσ στην καρδια, τουσ οποιουσ εγω γεμισα απο πνευμα σοφιασ, να κανουν τη στολη του ααρων, για να τον καθιερωσεισ, ωστε να ιερατευει σε μενα. κι αυτη ειναι η στολη, που θα κανουν: ενα περιστηθιο, και ενα εφοδ, και εναν ποδηρη, και εναν χιτωνα κεντητο, μια μιτρα και μια ζωνη· και θα κανουν στολεσ αγιεσ στον ααρων, τον αδελφο σου, και στουσ γιουσ του, για να ιερατευουν σε μενα. κι αυτοι θα παρουν το χρυσαφι και το βαθυγαλαζο υφασμα, και το πορφυρουν, και το κοκκινο, και τη βυσσο· και θα κανουν το εφοδ απο χρυσαφι, και βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, απο κοκκινο, και κλωσμενη βυσσο, καλλιτεχνησ εργασιασ· θα εχει τισ δυο επωμιδεσ του συνδεδεμενεσ στισ δυο ακρεσ του, ωστε να συνδεονται. και η κεντητη ζωνη του εφοδ, που ειναι επανω του, θα ειναι απο το ιδιο, κατα την εργασια του· απο χρυσαφι, απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και κλωσμενη βυσσο. και θα παρεισ δυο ονυχιτεσ πετρεσ, και θα εγχαραξεισ επανω τουσ τα ονοματα των γιων ισραηλ· επανω στη μια πετρα, εξι απο τα ονοματα αυτα, και τα υπολοιπα εξι ονοματα επανω στην αλλη πετρα, συμφωνα με τη σειρα τησ γεννησησ τουσ· με εργασια λιθογλυφου, συμφωνα με τη χαραξη τησ σφραγιδασ, θα χαραξεισ τισ δυο πετρεσ με τα ονοματα των γιων ισραηλ· θα τισ εναρμοσεισ σε χρυσουσ οικισκουσ. και θα βαλεισ τισ δυο πετρεσ επανω στισ επωμιδεσ του εφοδ, πετρεσ υπομνησησ στουσ γιουσ ισραηλ· και ο ααρων θα βασταζει τα ονοματα τουσ μπροστα στον κυριο, επανω στουσ δυο ωμουσ του για υπομνηση. και θα κανεισ χρυσουσ οικισκουσ· και δυο αλυσιδεσ απο καθαρο χρυσαφι απο τισ ακρεσ· με εργασια πλεκτη θα τισ κανεισ, και θα συνδεσεισ τισ πλεκτεσ αλυσιδεσ με τουσ οικισκουσ. και θα κανεισ το περιστηθιο τησ κρισησ με καλλιτεχνη εργασια· συμφωνα με την εργασια του εφοδ θα το κανεισ· απο χρυσαφι, βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και βυσσο κλωσμενη, θα το κανεισ· θα ειναι τετραγωνο, διπλο· μιασ σπιθαμησ το μακροσ του, και μιασ σπιθαμησ το πλατοσ του. και θα εναρμοσεισ σ' αυτο πετρεσ, τεσσερισ σειρεσ απο πετρεσ· σειρα απο σαρδιο, τοπαζι, και σμαραγδο, θα ειναι η πρωτη σειρα· και η δευτερη σειρα, ανθρακασ, σαπφειροσ, και αδαμαντασ· και η τριτη σειρα, λιγυριο, αχατησ, και αμεθυστοσ· και η τεταρτη σειρα, βηρυλλιο, και ονυχασ, και ιασπησ· εναρμοσμενοι θα ειναι στουσ χρυσουσ οικισκουσ τουσ· και οι πετρεσ θα ειναι με τα ονοματα των γιων ισραηλ, 12, συμφωνα με τα ονοματα τουσ, με τη χαραξη τησ σφραγιδασ· καθε ενασ με το ονομα του θα ειναι, συμφωνα με τισ 12 φυλεσ. και επανω στο περιστηθιο θα κανεισ στισ ακρεσ αλυσιδεσ, εργασιασ πλεκτησ απο καθαρο χρυσαφι. και θα κανεισ επανω στο περιστηθιο δυο κρικουσ χρυσουσ, και θα περασεισ τουσ δυο κρικουσ στισ δυο ακρεσ του περιστηθιου. και θα περασεισ τισ δυο πλεκτεσ χρυσεσ αλυσιδεσ στουσ δυο κρικουσ, που ειναι στισ ακρεσ του περιστηθιου. και τισ αλλεσ δυο ακρεσ των δυο πλεκτων αλυσιδων θα τισ συνδεσεισ με τουσ δυο οικισκουσ, και θα τουσ βαλεισ στισ επωμιδεσ του εφοδ μπροστα του. και θα κανεισ δυο χρυσουσ κρικουσ, και θα τουσ βαλεισ επανω στισ δυο ακρεσ του περιστηθιου, στο χειλοσ του, που ειναι προσ το μεροσ του εφοδ απο μεσα· και θα κανεισ ακομα δυο χρυσουσ κρικουσ, και θα τουσ βαλεισ στα δυο πλαγια του εφοδ, απο κατω, προσ το μπροστινο μεροσ του, αντικρυνα στην αλλη ενωση του, απο πανω απο την κεντητη ζωνη του εφοδ. και θα δενουν το περιστηθιο με τουσ κρικουσ του στουσ κρικουσ του εφοδ, με μια ταινια απο βαθυγαλαζο υφασμα για να ειναι επανω απο την κεντητη ζωνη του εφοδ, και για να μη ειναι το περιστηθιο χωρισμενο απο το εφοδ. και ο ααρων θα βασταζει τα ονοματα των γιων ισραηλ στο περιστηθιο τησ κρισησ επανω στην καρδια του, οταν μπαινει στο αγιο για υπομνηση μπροστα στον κυριο, παντοτινα. και θα βαλεισ στο περιστηθιο τησ κρισησ το ουριμ και το θουμμιμ, και θα ειναι επανω στην καρδια του ααρων, οταν μπαινει μπροστα στον κυριο· και ο ααρων θα βασταζει την κριση των γιων ισραηλ επανω στην καρδια του μπροστα στον κυριο, παντοτινα. και θα κανεισ τον ποδηρη του εφοδ ολοκληρον απο βαθυγαλαζο υφασμα. και θα ειναι στην κορυφη του ενα ανοιγμα, προσ το μεσον του· θα εχει μια υφαντη ταινια ολογυρα στο ανοιγμα του, καθωσ ειναι το ανοιγμα του θωρακα, για να μη σχιζεται. και θα κανεισ επανω στα κρασπεδα του ροδια απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, επανω στα κρασπεδα του, ολογυρα· και χρυσα κουδουνια αναμεσα τουσ, ολογυρα· ενα χρυσο κουδουνι και ενα ροδι, ενα χρυσο κουδουνι και ενα ροδι, επανω στα κρασπεδα του ποδηρη, ολογυρα. και θα ειναι επανω στον ααρων, για να λειτουργει· και ο ηχοσ του θα ειναι ακουστοσ, οταν μπαινει στο αγιο μπροστα στον κυριο, και οταν βγαινει, για να μη πεθανει. και θα κανεισ μια πλακα απο καθαρο χρυσαφι, και θα χαραξεισ επανω τησ, σαν χαραξη σφραγιδασ, αγιασμοσ στον κυριο. και θα τη βαλεισ επανω στη βαθυγαλαζη ταινια, για να ειναι επανω στη μιτρα· θα ειναι στο μπροστινο μεροσ τησ μιτρασ. και θα ειναι επανω στο μετωπο του ααρων, για να σηκωνει ο ααρων την ανομια των αγιων πραγματων, που οι γιοι του ισραηλ θα αγιαζουν σε ολεσ τουσ τισ αγιεσ προσφορεσ· και θα ειναι παντοτινα επανω στο μετωπο του, για να ειναι δεκτεσ μπροστα στον κυριο. και θα υφανεισ τον χιτωνα απο βυσσο, και θα κανεισ μια μιτρα απο βυσσο, και θα κανεισ μια ζωνη εργασιασ ενοσ κεντητη. και για τουσ γιουσ του ααρων θα κανεισ χιτωνεσ, και θα κανεισ γι' αυτουσ ζωνεσ, και μιτριδια θα κανεισ γι' αυτουσ, για δοξα και τιμη. και θα ντυσεισ μ' αυτα τον ααρων τον αδελφο σου, και τουσ γιουσ του μαζι του, και θα τουσ χρισεισ, και θα τουσ καθιερωσεισ, και θα τουσ αγιασεισ, για να ιερατευουν σε μενα. και θα τουσ κανεισ λινεσ περισκελιδεσ, για να σκεπαζουν τη γυμνωση τησ σαρκασ τουσ· θα φτανουν απο την οσφυ μεχρι τουσ μηρουσ· και θα ειναι επανω στον ααρων, κι επανω στουσ γιουσ του, οταν μπαινουν στη σκηνη του μαρτυριου η οταν πλησιαζουν το θυσιαστηριο για να λειτουργησουν, μεσα στο αγιο, για να μη φερουν επανω τουσ ανομια, και πεθανουν· αυτο θα ειναι παντοτινοσ νομοσ σ' αυτον και στο σπερμα του υστερα απ' αυτον.

29

και τουτο ειναι το πραγμα, που θα κανεισ σ' αυτουσ, για να τουσ αγιασεισ, ωστε να ιερατευουν σε μενα. παρε ενα μοσχαρι βοδιου, και δυο αμωμα κριαρια, και αζυμο ψωμι, και αζυμεσ πιτεσ, ζυμωμενεσ με λαδι, και αζυμα λαγανα, χρισμενα με λαδι· απο σιμιγδαλι σιταριου θα τα κανεισ. και θα τα βαλεισ σε ενα κανιστρι, και θα τα φερεισ μεσα στο κανιστρι, μαζι με το μοσχαρι και τα δυο κριαρια. και θα φερεισ τον ααρων και τουσ γιουσ του στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, και θα τουσ λουσεισ με νερο. και θα παρεισ τισ στολεσ, και θα ντυσεισ τον ααρων με τον χιτωνα, και τον ποδηρη του εφοδ, και το εφοδ, και το περιστηθιο, και θα τον ζωσεισ με την κεντητη ζωνη του εφοδ· και θα βαλεισ τη μιτρα επανω στο κεφαλι του, και θα βαλεισ το αγιο διαδημα επανω στη μιτρα. τοτε, θα παρεισ το λαδι του χρισματοσ, και θα χυσεισ απ' αυτο επανω στο κεφαλι του, και θα τον χρισεισ. και θα φερεισ τουσ γιουσ του, και θα τουσ ντυσεισ με χιτωνεσ· και θα τουσ ζωσεισ με ζωνεσ, τον ααρων και τουσ γιουσ του, και θα τουσ περιθεσεισ μιτριδια, και η ιερατεια θα ειναι σ' αυτουσ ωσ παντοτινοσ νομοσ· και θα καθιερωσεισ τον ααρων και τουσ γιουσ του. και θα φερεισ το μοσχαρι μπροστα στη σκηνη του μαρτυριου, και ο ααρων και οι γιοι του θα βαλουν τα χερια τουσ επανω στο κεφαλι του μοσχαριου· και θα σφαξεισ το μοσχαρι μπροστα στον κυριο, διπλα στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και θα παρεισ απο το αιμα του μοσχαριου, και θα βαλεισ επανω στα κερατα του θυσιαστηριου με το δαχτυλο σου· και θα χυσεισ ολο το αιμα κοντα στη βαση του θυσιαστηριου. και θα παρεισ ολοκληρο το λιποσ, που περισκεπαζει τα εντοσθια, και τον επανω λοβο του συκωτιου, και τα δυο νεφρα, και το λιποσ, που ειναι επανω τουσ, και θα τα καψεισ επανω στο θυσιαστηριο. αλλα, το κρεασ του μοσχαριου, και το δερμα του, και τα κοπρανα του, θα τα καψεισ εξω απο το στρατοπεδο με φωτια· τουτο ειναι θυσια περι αμαρτιασ. και θα παρεισ το ενα κριαρι, και θα βαλουν τα χερια τουσ, ο ααρων και οι γιοι του, επανω στο κεφαλι του κριαριου· και θα σφαξεισ το κριαρι, και θα παρεισ το αιμα του, και θα ραντισεισ επανω στο θυσιαστηριο ολογυρα· και θα διαμελισεισ το κριαρι σε τμηματα, και θα πλυνεισ τα εντοσθια του, και τα ποδια του, και θα τα βαλεισ μαζι με τα τμηματα του, και μαζι με το κεφαλι του· και θα καψεισ ολοκληρο το κριαρι επανω στο θυσιαστηριο· τουτο ειναι ολοκαυτωμα στον κυριο· ειναι οσμη ευωδιασ, θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο. και θα παρεισ το δευτερο κριαρι· και ο ααρων και οι γιοι του θα βαλουν τα χερια τουσ επανω στο κεφαλι του κριαριου· τοτε, θα σφαξεισ το κριαρι, και θα παρεισ απο το αιμα του, και θα βαλεισ επανω στον λοβο του δεξιου αυτιου του ααρων, κι επανω στον λοβο του δεξιου αυτιου των γιων του, κι επανω στον αντιχειρα του δεξιου χεριου τουσ, κι επανω στο μεγαλο δαχτυλο του δεξιου ποδιου τουσ, και θα ραντισεισ το αιμα επανω στο θυσιαστηριο, ολογυρα. και θα παρεισ απο το αιμα του, που ειναι επανω στο θυσιαστηριο, και απο το λαδι του χρισματοσ, και θα ραντισεισ επανω στον ααρων, κι επανω στισ στολεσ του, κι επανω στουσ γιουσ του, κι επανω στισ στολεσ των γιων του, μαζι μ' αυτον· και θα αγιαστουν, αυτοσ, και οι στολεσ του, και οι γιοι του, και οι στολεσ των γιων του μαζι μ' αυτον. και θα παρεισ απο το κριαρι το λιποσ και την ουρα, και το λιποσ, αυτο που περισκεπαζει τα εντοσθια, και τον επανω λοβο του συκωτιου, και τα δυο νεφρα, και το λιποσ που ειναι επανω τουσ, και τον δεξι βραχιονα, (επειδη, ειναι κριαρι καθιερωσησ), και ενα καρβελι ψωμι και μια πιτα λαδωμενη, και ενα λαγανο απο το κανιστρι των αζυμων, εκεινων που ειναι σε προθεση μπροστα στον κυριο· και θα τα βαλεισ ολα στα χερια του ααρων, και στα χερια των γιων του· και θα τα κινησεισ σε κινητη προσφορα μπροστα στον κυριο. και θα τα παρεισ απο τα χερια τουσ, και θα τα καψεισ επανω στο θυσιαστηριο, επανω απο το ολοκαυτωμα, σε οσμη ευωδιασ μπροστα στον κυριο· αυτο ειναι θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο. και θα παρεισ το στηθοσ απο το κριαρι τησ καθιερωσησ, που ειναι για τον ααρων, και θα το κινησεισ σε κινητη προσφορα μπροστα στον κυριο, και θα ειναι δικο σου μεριδιο. και θα αγιασεισ το στηθοσ τησ κινητησ προσφορασ, και τον βραχιονα τησ προσφορασ τησ υψωσησ, που κινηθηκε, και η οποια υψωθηκε, απο το κριαρι τησ καθιερωσησ, απο εκεινο που ειναι για τον ααρων, και απο εκεινο που ειναι για τουσ γιουσ του· και θα ειναι του ααρων και των γιων του ωσ νομοσ παντοτινοσ απο τουσ γιουσ ισραηλ· επειδη, ειναι προσφορα υψωσησ· και θα ειναι προσφορα υψωσησ απο τουσ γιουσ ισραηλ, απο τισ ειρηνικεσ θυσιεσ τουσ, η προσφορα τουσ που υψωνεται στον κυριο. και η αγια στολη του ααρων θα ειναι των γιων του υστερα απ' αυτον, για να χριστουν σ' αυτη, και να καθιερωθουν σ' αυτη. επτα ημερεσ θα ντυνεται ο ιερεασ μ' αυτη, αυτοσ που ειναι αντ' αυτου απο τουσ γιουσ του, που μπαινει μεσα στη σκηνη του μαρτυριου για να υπηρετησει μεσα στο αγιο. και θα παρεισ το κριαρι τησ καθιερωσησ, και θα βρασεισ το κρεασ του σε εναν αγιο τοπο. και θα φανε ο ααρων και οι γιοι του το κρεασ του κριαριου, και το ψωμι που ειναι στο κανιστρι, κοντα στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και θα φανε εκεινα διαμεσου των οποιων εγινε η εξιλεωση για καθιερωση και αγιασμο τουσ· ξενοσ, ομωσ, δεν θα φαει, επειδη, ειναι αγια· και αν μεινει κατι απο το κρεασ των καθιερωσεων η απο το ψωμι, μεχρι το πρωι, τοτε θα καψεισ με φωτια αυτο που απεμεινε· δεν θα φαγωθει, επειδη ειναι αγιο. και θα κανεισ ετσι στον ααρων και στουσ γιουσ του, συμφωνα με οσα σε προσταξα· επτα ημερεσ θα τουσ καθιερωσεισ· και καθε ημερα θα προσφερεισ ενα μοσχαρι για προσφορα περι αμαρτιασ για εξιλεωση. και θα καθαριζεισ το θυσιαστηριο, κανοντασ εξιλεωση γι' αυτο, και θα το χρισεισ για να το αγιασεισ. επτα ημερεσ θα κανεισ εξιλεωση για το θυσιαστηριο, και θα το αγιαζεισ· και θα ειναι θυσιαστηριο αγιοτατο· καθε τι που αγγιζει το θυσιαστηριο θα ειναι αγιο. και τουτο ειναι εκεινο, που θα προσφερεισ επανω στο θυσιαστηριο· δυο αρνια, χρονιαρικα, την ημερα, παντοτινα· το ενα αρνι θα το προσφερεισ το πρωι, και το αλλο αρνι θα το προσφερεισ το δειλινο· και μαζι με το ενα αρνι ενα δεκατο σιμιγδαλι ζυμωμενο με ενα τεταρτο ιν κοπανισμενου λαδιου· και ενα τεταρτο ιν κρασιου για σπονδη· και το δευτερο αρνι θα το προσφερεισ το δειλινο· συμφωνα με την προσφορα του πρωινου, και συμφωνα με τη σπονδη τησ, θα κανεισ σ' αυτο, σε οσμη ευωδιασ, θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο. αυτο θα ειναι ενα παντοτινο ολοκαυτωμα στισ γενεεσ σασ, κοντα στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, μπροστα στον κυριο· οπου θα εμφανιζομαι σε σασ, για να μιλαω εκει σε σενα. και εκει θα εμφανιζομαι στουσ γιουσ ισραηλ, και η σκηνη θα αγιαζεται με τη δοξα μου. και θα αγιαζω τη σκηνη του μαρτυριου, και το θυσιαστηριο· θα αγιαζω και τον ααρων, και τουσ γιουσ του, για να ιερατευουν σε μενα. και θα κατοικω αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ, και θα ειμαι ο θεοσ τουσ. κι αυτοι θα γνωριζουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ, που τουσ εβγαλα απο την αιγυπτο, για να κατοικω αναμεσα τουσ· εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ.

30

θα κανεισ και ενα θυσιαστηριο για να θυμιαζεισ θυμιαμα· απο ξυλο σιττιμ θα το κανεισ· μια πηχη το μακροσ του, και μια πηχη το πλατοσ του· θα ειναι τετραγωνο· και το υψοσ του δυο πηχεσ· τα κερατα του θα προερχονται απ' αυτο. και θα το σκεπασεισ ολογυρα με καθαρο χρυσαφι, την κορυφη του, και τα πλαγια του, ολογυρα, και τα κερατα του· και θα του κανεισ ενα χρυσο στεφανι, ολογυρα. και δυο χρυσουσ κρικουσ θα του κανεισ κατω απο το στεφανι· κοντα στισ δυο γωνιεσ του, επανω στα δυο πλαγια του θα τουσ κανεισ, και θα ειναι θηκεσ των μοχλων, ωστε να το βασταζουν μ' αυτουσ. και θα κανεισ τουσ μοχλουσ απο ξυλο σιττιμ, και θα τουσ σκεπασεισ ολογυρα με χρυσαφι. και θα το βαλεισ απεναντι απο το καταπετασμα, που ειναι μπροστα στην κιβωτο του μαρτυριου, αντικρυνα στο ιλαστηριο, που ειναι επανω στο μαρτυριο, οπου θα εμφανιζομαι σε σενα. και ο ααρων θα θυμιαζει επανω σ' αυτο ευωδιαστο θυμιαμα, καθε πρωινο· οταν ετοιμαζει τα λυχναρια, θα θυμιαζει επανω σ' αυτο. και οταν ο ααρων αναβει τα λυχναρια την εσπερα, θα θυμιαζει επανω σ' αυτο, θυμιαμα παντοτινο μπροστα στον κυριο στισ γενεεσ σασ. δεν θα προσφερετε επανω σ' αυτο ξενο θυμιαμα ουτε ολοκαυτωμα ουτε προσφορα απο αλφιτα ουτε θα χυσετε επανω σ' αυτο σπονδη. και ο ααρων θα κανει εξιλεωση επανω στα κερατα του μια φορα τον χρονο, με το αιμα τησ προσφορασ τησ εξιλεωσησ περι αμαρτιασ· μια φορα τον χρονο θα κανει εξιλεωση επανω σ' αυτο στισ γενεεσ σασ· αυτο ειναι αγιοτατο στον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: οταν παιρνεισ το κεφαλαιο των γιων ισραηλ στην απαριθμηση τουσ, τοτε καθε ανθρωποσ θα δωσει λυτρο για την ψυχη του στον κυριο, οταν τουσ απαριθμεισ, για να μη πεσει επανω τουσ πληγη, οταν τουσ απαριθμεισ· αυτο θα δινουν· οποιοσ περναει στην απαριθμηση, το μισο του σικλου, συμφωνα με τον σικλο του αγιου· (ο σικλοσ ειναι 20 γερα·) μισο του σικλου θα ειναι η προσφορα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. καθενασ που περναει στην απαριθμηση, απο ηλικιασ 20 χρονων κι επανω, θα δωσει προσφορα στον κυριο. ο πλουσιοσ δεν θα δωσει περισσοτερο, και ο φτωχοσ δεν θα δωσει λιγοτερο απο μισο σικλο, οταν δινουν προσφορα στον κυριο, για να κανουν εξιλεωση για τισ ψυχεσ σασ. και θα παρεισ το ασημι τησ εξιλεωσησ απο τουσ γιουσ ισραηλ, και θα το μεταχειριστεισ στην υπηρεσια τησ σκηνησ του μαρτυριου, και θα ειναι στουσ γιουσ ισραηλ σε υπομνηση μπροστα στον κυριο, για να γινει εξιλεωση για τισ ψυχεσ σασ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: θα κανεισ, ακομα, εναν χαλκινο νιπτηρα, και τη βαση του χαλκινη, για να πλενονται· και θα ον βαλεισ μεταξυ τησ σκηνησ του μαρτυριου και του θυσιαστηριου, και θα βαλεισ σ' αυτον νερο· και ο ααρων και οι γιοι του θα πλενουν τα χερια τουσ και τα ποδια τουσ απ' αυτον· οταν μπαινουν στη σκηνη του μαρτυριου, θα πλενονται με νερο, για να μη πεθανουν· η, οταν πλησιαζουν στο θυσιαστηριο για να υπηρετησουν, για να καψουν μια θυσια, που γινεται με φωτια στον κυριο· τοτε θα πλενουν τα χερια τουσ και τα ποδια τουσ, για να μη πεθανουν· κι αυτο θα ειναι παντοτινοσ νομοσ σ' αυτουσ, σ' αυτον και στο σπερμα του στισ γενεεσ τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: κι εσυ, παρε για τον εαυτο σου εκλεκτα αρωματα, καθαρη σμυρνη 500 σικλων, και ευωδεσ κινναμωμο το μισο απ' αυτη, 250, και ευωδη καλαμο 250, και κασσια 500, συμφωνα με τον σικλο του αγιου, και λαδι ελιασ ενα ιν· και θα το κανεισ λαδι αγιου χρισματοσ, χρισμα αρωματικο, συμφωνα με την τεχνη του αρωματοποιου· αγιο λαδι επιχρισματοσ θα ειναι. και θα χρισεισ μ' αυτο τη σκηνη του μαρτυριου, και την κιβωτο του μαρτυριου, και το τραπεζι και ολα τα σκευη του, και τη λυχνια και τα σκευη τησ, και το θυσιαστηριο του θυμιαματοσ, και το θυσιαστηριο του ολοκαυτωματοσ, μαζι με ολα τα σκευη του, και τον νιπτηρα και τη βαση του. και θα τα αγιασεισ, για να ειναι αγιοτατα· καθε τι που τα αγγιζει, θα ειναι αγιο. και τον ααρων και τουσ γιουσ του θα τουσ χρισεισ, και θα τουσ αγιασεισ, για να ιερατευουν σε μενα. και θα μιλησεισ στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: αυτο θα ειναι σε μενα αγιο λαδι επιχρισματοσ στισ γενεεσ σασ· δεν θα επιχυθει σε σαρκα ανθρωπου ουτε θα κανετε ομοιο μ' αυτο, συμφωνα με τη συνθεση του, αυτο ειναι αγιο, και αγιο θα ειναι σε σασ· οποιοσ συνθεσει ομοιο μ' αυτο η οποιοσ βαλει απ' αυτο σε αλλογενη, θα εξολοθρευτει απο τον λαο του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: παρε για τον εαυτο σου ευωδη αρωματα, στακτη, και ονυχα, και χαλβανη, αυτα τα ευωδη αρωματα, μαζι με καθαρο λιβανι· το ιδιο βαροσ θα ειναι το καθε ενα. και θα το κανεισ θυμιαμα, σε συνθεση συμφωνα με την τεχνη του αρωματοποιου, αναμιγμενο, καθαρο, αγιο· και θα κοπανισεισ ενα μεροσ απ' αυτο, πολυ λεπτο, και θα βαλεισ απ' αυτο μπροστα στο μαρτυριο στη σκηνη του μαρτυριου, οπου θα εμφανιζομαι σε σενα· αυτο θα ειναι σε σασ αγιοτατο. και συμφωνα με τη συνθεση του θυμιαματοσ αυτου, που θα κανεισ, εσεισ δεν θα κανετε για τον εαυτο σασ· αγιο θα ειναι σε σενα για τον κυριο· οποιοσ κανει ομοιο μ' αυτο, για να το μυριζει, θα εξολοθρευτει απο τον λαο.

31

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: δεσ, εγω καλεσα ονομαστικα τον βεσελεηλ, τον γιο του ουρι, γιου του ωρ, απο τη φυλη του ιηhυδα· και τον γεμισα με θειο πνευμα, με σοφια, και συνεση, και επιστημη, και καθε καλλιτεχνια, για να επινοει καλλιτεχνα εργα, ωστε να εργαζεται σε χρυσαφι, και σε ασημι, και σε χαλκο, και να γλυφει πετρεσ ενθεσησ, και να σκαλιζει ξυλα, για εργασια καθε καλλιτεχνιασ. κι εγω, δεσ, εδωσα σ' αυτον τον ελιαβ, τον γιο του αχισαμαχ, απο τη φυλη του δαν· και σε καθε εναν συνετον στην καρδια, εδωσα σοφια, για να κανουν ολα οσα προσταξα σε σενα· τη σκηνη του μαρτυριου, και την κιβωτο του μαρτυριου, και το ιλαστηριο, που ειναι απο πανω τησ, και ολα τα σκευη τησ σκηνησ, και το τραπεζι και τα σκευη του, και την καθαρη λυχνια με ολα τα σκευη τησ, και το θυσιαστηριο του θυμιαματοσ, και το θυσιαστηριο του ολοκαυτωματοσ μαζι με τα σκευη του, και τον νιπτηρα, και τη βαση του, και τισ στολεσ υπηρεσιασ, και τισ αγιεσ στολεσ του ααρων του ιερεα, και τισ στολεσ των γιων του, για να ιερατευουν, και το επιχρισματικο λαδι, και το ευωδεσ θυμιαμα για το αγιο· θα κανουν συμφωνα με ολα οσα προσταξα σε σενα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: κι εσυ μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: προσεχετε να τηρειτε τα σαββατα μου· επειδη, αυτο ειναι σημαδι αναμεσα σε μενα και σε σασ, στισ γενεεσ σασ, για να γνωριζετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που σασ αγιαζω· και θα τηρειτε το σαββατο, επειδη, ειναι αγιο σε σασ· οποιοσ το βεβηλωσει, θα θανατωθει, οπωσδηποτε· επειδη, καθε ενασ που θα κανει εργασια σ' αυτο, εκεινη η ψυχη θα εξολοθρευτει μεσα απο τον λαο τησ. εξι ημερεσ θα γινεται εργασια· και την εβδομη ημερα, θα ειναι σαββατο, αγια αναπαυση στον κυριο· και οποιοσ κανει εργασια την ημερα του σαββατου, θα θανατωθει, οπωσδηποτε. και οι γιοι ισραηλ θα τηρουν το σαββατο, για να το γιορταζουν στισ γενεεσ τουσ, σε μια αιωνια διαθηκη. αυτο ειναι σημαδι αναμεσα σε μενα και στουσ γιουσ ισραηλ για παντα· επειδη, σε εξι ημερεσ δημιουργησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον ουρανο και τη γη, στην εβδομη ημερα, ομωσ, σταματησε και αναπαυθηκε. και εδωσε στον μωυση, αφου τελειωσε να μιλαει σ' αυτον επανω στο βουνο σινα, δυο πλακεσ του μαρτυριου, πετρινεσ πλακεσ, γραμμενεσ με το δαχτυλο του θεου.

32

και βλεποντασ ο λαοσ οτι ο μωυσησ βραδυνε να κατεβει απο το βουνο, ο λαοσ συγκεντρωθηκε προσ τον ααρων, και του ελεγαν: σηκω, κανε σε μασ θεουσ, που να προπορευονται σε μασ· επειδη, αυτοσ ο μωυσησ, ο ανθρωποσ που μασ εβγαλε απο την αιγυπτο, δεν ξερουμε τι απεγινε αυτοσ. και ο ααρων ειπε σ' αυτουσ: βγαλτε τα χρυσα σκουλαρικια, που ειναι στα αυτια των γυναικων σασ, των γιων σασ, και των θυγατερων σασ, και φερτε τα σε μενα. και ολοκληροσ ο λαοσ εβγαλε τα χρυσα σκουλαρικια, που ησαν στα αυτια τουσ, και τα εφεραν στον ααρων. και παιρνοντασ τα απο τα χερια τουσ, το διαμορφωσε με χαρακτικο εργαλειο, και το εκανε ενα χωνευτο μοσχαρι· κι εκεινοι ειπαν: αυτοι ειναι οι θεοι σου, ισραηλ, που σε ανεβασαν απο τη γη τησ αιγυπτου. και οταν ο ααρων το ειδε, οικοδομησε ενα θυσιαστηριο μπροστα του· και ο ααρων διακηρυξε, λεγοντασ: αυριο ειναι γιορτη στον κυριο. και αφου σηκωθηκαν ενωρισ την επομενη ημερα προσφεραν ολοκαυτωματα, και εφεραν ειρηνικεσ προσφορεσ· και ο λαοσ καθησε να φαει και να πιει, και σηκωθηκαν να παιζουν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: πηγαινε, κατεβα· επειδη, ο λαοσ σου, που εβγαλεσ απο τη γη τησ αιγυπτου, ανομησε· εκτραπηαν γρηγορα απο τον δρομο, που προσταξα σ' αυτουσ· εκαναν για τον εαυτο τουσ ενα μοσχαρι χωνευτο, και το προσκυνησαν, και θυσιασαν σ' αυτο, και ειπαν: αυτοι ειναι οι θεοι σου, ισραηλ, που σε ανεβασαν απο τη γη τησ αιγυπτου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: ειδα αυτον τον λαο, και δεσ, ειναι λαοσ σκληροτραχηλοσ· τωρα, λοιπον, αφησε με, και θα εξαφθει η οργη μου εναντιον τουσ, και θα τουσ εξολοθρευσω· και θα σε καταστησω ενα μεγαλο εθνοσ. και ο μωυσησ ικετευσε τον κυριο τον θεο του, και ειπε: γιατι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εξαπτεται η οργη σου εναντια στον λαο σου, τον οποιο εβγαλεσ απο τη γη τησ αιγυπτου, με μεγαλη δυναμη, και με κραταιο χερι; γιατι να πουν οι αιγυπτιοι, λεγοντασ: με πονηρια τουσ εβγαλε, για να τουσ θανατωσει στα βουνα, και να τουσ εξολοθρευσει απο το προσωπο τησ γησ; επιστρεψε απο την εξαψη τησ οργησ σου, και μεταμελησου για το κακο αυτο προσ τον λαο σου· θυμησου τον αβραhαμ, τον ισαακ, και τον ισραηλ, τουσ δουλουσ σου, προσ τουσ οποιουσ ορκιστηκεσ στον εαυτο σου, και τουσ ειπεσ: θα πληθυνω το σπερμα σασ σαν τα αστερια του ουρανου· και ολη αυτη τη γη, για την οποια μιλησα, θα τη δωσω στο σπερμα σασ, και θα την κληρονομησουν παντοτινα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μεταμεληθηκε για το κακο, που ειπε να κανει εναντια στον λαο του. και ο μωυσησ, αφου στραφηκε, κατεβηκε απο το βουνο, και οι δυο πλακεσ του μαρτυριου ησαν στα χερια του· πλακεσ γραμμενεσ και απο τισ δυο πλευρεσ τουσ· απο τη μια πλευρα και απο την αλλη ησαν γραμμενεσ. και οι πλακεσ ησαν εργο του θεου, και η γραφη ηταν γραφη του θεου, χαραγμενη επανω στισ πλακεσ. και ο ιηhοσυα, ακουγοντασ τον θορυβο του λαου που αλαλαζε, ειπε στον μωυση: θορυβοσ πολεμου ειναι μεσα στο στρατοπεδο. κι εκεινοσ ειπε: δεν ειναι φωνη ανθρωπων που αλαλαζουν για νικη ουτε φωνη ανθρωπων που βοουν για ηττα· φωνη ανθρωπων που τραγουδουν ακουω εγω. και καθωσ πλησιασε στο στρατοπεδο, ειδε το μοσχαρι, και τουσ χορουσ· και ο θυμοσ του μωυση αναψε, και ερριξε τισ πλακεσ απο τα χερια του, και τισ συντριψε στη βαση του βουνου· και παιρνοντασ το μοσχαρι που ειχαν κανει, το κατεκαψε σε φωτια, και αφου το συντριψε μεχρι που το λεπτυνε, το σκορπισε επανω στο νερο, και ποτισε τουσ γιουσ ισραηλ. και ο μωυσησ ειπε στον ααρων: τι σου εκανε αυτοσ ο λαοσ, ωστε εφερεσ επανω τουσ μεγαλη αμαρτια; και ο ααρων ειπε: ασ μη εξαπτεται ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου· εσυ γνωριζεισ τον λαο, οτι ειναι επιρρεπησ στην κακια· επειδη, μου ειπαν: κανε σε μασ θεουσ, που να προπορευονται απο μασ· επειδη, αυτοσ ο μωυσησ, ο ανθρωποσ που μασ εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου, δεν ξερουμε τι απεγινε αυτοσ· και τουσ ειπα: οποιοσ εχει χρυσαφι, ασ το αφαιρεσει· και μου το εδωσαν· τοτε, το ερριξα στη φωτια, και βγηκε αυτο το μοσχαρι. και βλεποντασ ο μωυσησ τον λαο οτι ηταν αχαλινωτοσ, (επειδη, ο ααρων τουσ ειχε αφησει αχαλινωτουσ προσ εντροπη, αναμεσα στουσ εχθρουσ τουσ), ο μωυσησ σταθηκε κοντα στην πυλη του στρατοπεδου, και ειπε: οποιοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ασ ερθει σε μενα. και συγκεντρωθηκαν σ' αυτον ολοι οι γιοι του λευι. και τουσ ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ· ασ βαλει καθε ενασ τη ρομφαια του στον μηρο του· και περαστε, και να βγειτε εξω απο πυλη σε πυλη διαμεσου του στρατοπεδου, και ασ θανατωσει καθε ενασ τον αδελφο του, και καθε ενασ τον φιλο του, και καθε ενασ τον πλησιον του. και εκαναν οι γιοι του λευι συμφωνα με τον λογο του μωυση· και επεσαν απο τον λαο εκεινη την ημερα περιπου 3.000 ανδρεσ. επειδη, ο μωυσησ ειπε: καθιερωστε σημερα τον εαυτο σασ στον κυριο, καθε ενασ επανω στον γιο του, και καθε ενασ επανω στον αδελφο του, για να δοθει σε σασ ευλογια σημερα. και την επομενη ημερα ο μωυσησ ειπε στον λαο: εσεισ αμαρτησατε μεγαλη αμαρτια· και τωρα θα ανεβω στον κυριο· ισωσ κανω εξιλεωση για την αμαρτια σασ. και ο μωυσησ επεστρεψε στον κυριο, και ειπε: παρακαλω, ο λαοσ αυτοσ αμαρτησε μεγαλη αμαρτια, και εκαναν για τον εαυτο τουσ θεουσ απο χρυσαφι· και τωρα, αν συγχωρησεισ την αμαρτια τουσ... αν οχι, εξαλειψε με, παρακαλω, απο το βιβλιο σου, που εγραψεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: οποιοσ αμαρτησε εναντιον μου, αυτον θα εξαλειψω απο το βιβλιο μου· και τωρα, πηγαινε, οδηγησε τον λαο σ' εκεινον τον τοπο, για τον οποιο σου ειπα· δεσ, ο αγγελοσ μου θα προπορευεται μπροστα σου· αλλ' ομωσ, κατα την ημερα τησ ανταποδοσησ μου, θα ανταποδωσω την αμαρτια τουσ επανω τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh χτυπησε τον λαο, για την κατασκευη του μοσχου που κατασκευασε ο ααρων.

33

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: πηγαινε, ανεβα απο εδω, εσυ και ο λαοσ που εβγαλεσ απο τη γη τησ αιγυπτου, στη γη την οποια ορκιστηκα στον αβραhαμ, στον ισαακ, και στον ιακωβ, λεγοντασ: στο σπερμα σου θα τη δωσω· και θα αποστειλω εναν αγγελο μπροστα σου, και θα εκδιωξει τον χαναναιο, τον αμορραιο, και τον χετταιο, και τον φερεζαιο, τον ευαιο, και τον ιεβουσαιο· σε μια γη που ρεει γαλα και μελι· επειδη, εγω δεν θα ανεβω αναμεσα σου, (δεδομενου οτι, εισαι λαοσ σκληροτραχηλοσ), για να μη σε εξολοθρευσω στον δρομο. και οταν ο λαοσ ακουσε τουτον τον κακο λογο, καταπενθησαν, και κανενασ δεν εβαλε τον στολισμο του επανω του. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: πεσ στουσ γιουσ ισραηλ, εσεισ ειστε λαοσ σκληροτραχηλοσ· μια στιγμη αν ανεβω αναμεσα σου, θα σε εξολοθρευσω· γι' αυτο, τωρα, βγαλε τουσ στολισμουσ σου απο σενα, για να γνωρισω τι θα κανω σε σενα. και ξεντυθηκαν οι γιοι του ισραηλ τουσ στολισμουσ τουσ, κοντα στο βουνο χωρηβ. και ο μωυσησ παιρνοντασ τη σκηνη, την εστησε εξω απο το στρατοπεδο, μακρια απο το στρατοπεδο, και την ονομασε σκηνη του μαρτυριου· και οποιοσ ηταν που ζητουσε τον κυριο, εξερχοταν προσ τη σκηνη του μαρτυριου, που ηταν εξω απο το στρατοπεδο. και οταν ο μωυσησ εξερχοταν προσ τη σκηνη ολοκληροσ ο λαοσ σηκωνοταν, και στεκοταν καθε ενασ κοντα στη θυρα τησ σκηνησ του, και με το βλεμμα παρακολουθουσαν τον μωυση, μεχρισ οτου εμπαινε μεσα στη σκηνη. και καθωσ ο μωυσησ εμπαινε μεσα στη σκηνη, κατεβαινε ο στυλοσ τησ νεφελησ, και στεκοταν επανω στισ θυρεσ τησ σκηνησ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλουσε μαζι με τον μωυση. και ολοκληροσ ο λαοσ εβλεπε τον στυλο τησ νεφελησ να στεκεται επανω στισ θυρεσ τησ σκηνησ· και ολοκληροσ ο λαοσ καθωσ σηκωνοταν προσκυνουσε, καθε ενασ απο τη θυρα τησ σκηνησ του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλουσε στον μωυση, προσωπο με προσωπο, καθωσ ο ανθρωποσ μιλαει στον φιλο του. και γυριζε στο στρατοπεδο· και ο υπηρετησ του, ενασ νεοσ, ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, δεν αναχωρουσε απο τη σκηνη. και ο μωυσησ ειπε στον κυριο: δεσ, εσυ μου λεσ: ανεβασε αυτον τον λαο· κι εσυ δεν μου φανερωσεσ ποιον θα αποστειλεισ μαζι μου· κι εσυ ειπεσ: σε γνωριζω με το ονομα σου, και μαλιστα βρηκεσ χαρη μπροστα μου· τωρα, λοιπον, αν βρηκα χαρη μπροστα σου, δειξε μου, παρακαλω, τον δρομο σου, για να γνωρισω εσενα, για να βρω χαρη μπροστα σου· και δεσ οτι τουτο το εθνοσ ειναι ο λαοσ σου. και ειπε: η παρουσια μου θα ερθει μαζι σου, και θα σου δωσω αναπαυση. κι εκεινοσ του ειπε: αν η παρουσια σου δεν ερθει μαζι μου, μη μασ ανεβασεισ απο εδω· επειδη, πωσ θα γνωριστει τωρα οτι βρηκα χαρη μπροστα σου, εγω κι ο λαοσ σου; οχι με την ελευση σου μαζι μασ; ετσι θα διακριθουμε, εγω και ο λαοσ σου, απο καθε λαο, που ειναι επανω στο προσωπο τησ γησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: και τουτο το πραγμα που ειπεσ, θα το κανω· επειδη, βρηκεσ χαρη μπροστα μου, και σε γνωριζω με το ονομα σου. και ειπε: δειξε μου, παρακαλω, τη δοξα σου. κι εκεινοσ ειπε: εγω θα κανω να περασει μπροστα σου ολοκληρη η αγαθοτητα μου, και θα κηρυξω το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μπροστα σου, και θα ελεησω οποιον ελεω, και θα δειξω οικτιρμουσ σε οποιον δειχνω οικτιρμουσ. και ειπε: δεν μπορεισ να δεισ το προσωπο μου· επειδη, ανθρωποσ δεν θα με δει, και θα ζησει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: να ενασ τοποσ κοντα μου, και θα σταθεισ επανω στην πετρα· και οταν η δοξα μου διαβαινει, θα σε βαλω στη σχισμη τησ πετρασ, και θα σε σκεπασω με το χερι μου, μεχρισ οτου περασω· και θα σηκωσω το χερι μου, και θα δεισ τα νωτα μου· το προσωπο μου, ομωσ, δεν θα το δεισ.

34

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: κοψε για τον εαυτο σου δυο πετρινεσ πλακεσ, καθωσ τισ πρωτεσ· και θα γραψω επανω στισ πλακεσ τα λογια, που ησαν επανω στισ πρωτεσ πλακεσ, τισ οποιεσ συντριψεσ· και να γινεισ ετοιμοσ το πρωι, και ανεβα το πρωι επανω στο βουνο σινα, και να παρασταθεισ εκει μπροστα μου, επανω στην κορυφη του βουνου· και κανενασ δεν θα ανεβει μαζι σου, ουτε θα φανει κανενασ σε ολοκληρο το βουνο· και τα κοπαδια, και οι αγελεσ, δεν θα βοσκηθουν μπροστα σ' εκεινο το βουνο. και εκοψε δυο πετρινεσ πλακεσ, καθωσ τισ πρωτεσ· και αφου ο μωυσησ σηκωθηκε ενωρισ το πρωι, ανεβηκε επανω στο βουνο σινα, καθωσ τον προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και πηρε στα χερια του τισ δυο πλακεσ, τισ πετρινεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατεβηκε σε μορφη νεφελησ και σταθηκε εκει μαζι του, και κηρυξε το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και περασε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μπροστα του και κηρυξε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ ειναι οικτιρμονασ και ελεημονασ, μακροθυμοσ, και πολυελεοσ, και αληθινοσ, ο οποιοσ φυλαττω ελεοσ σε χιλιαδεσ, συγχωρω ανομια και παραβαση και αμαρτια, και καθολου δεν αθωωνω τον ενοχο· ανταποδιδοντασ την ανομια των πατερων επανω στα παιδια, κι επανω στα παιδια των παιδιων, μεχρι τριτησ και τεταρτησ γενεασ. και ο μωυσησ εσπευσε, και αφου εσκυψε στη γη, προσκυνησε· και ειπε: αν τωρα βρηκα χαρη μπροστα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ασ ερθει, παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου αναμεσα μασ· επειδη, ο λαοσ αυτοσ ειναι σκληροτραχηλοσ· και συγχωρησε την ανομια μασ και την αμαρτια μασ, και παρε μασ για κληρονομια σου. και ειπε: δεσ, εγω κανω μια διαθηκη· μπροστα σε ολοκληρο τον λαο σου θα κανω θαυμαστα πραγματα, τετοια που δεν εγιναν σε ολοκληρη τη γη, και σε κανενα εθνοσ· και ολοκληροσ ο λαοσ, αναμεσα στον οποιο βρισκεσαι, θα δει το εργο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, ειναι φοβερο εκεινο που εγω θα κανω μαζι σου. φυλαξε εκεινο που εγω σε προσταζω σημερα· δεσ, εγω εκτοπιζω απο μπροστα σου τον αμορραιο, και τον χαναναιο, και τον χετταιο, και τον φερεζαιο, και τον ευαιο, και τον ιεβουσαιο. προσεχε τον εαυτο σου, μη κανεισ συνθηκη με τουσ κατοικουσ τησ γησ στην οποια πηγαινεισ, μηπωσ γινει παγιδα αναμεσα σου· αλλα, τουσ βωμουσ τουσ θα τουσ καταστρεψεισ, και τα ειδωλα τουσ θα τα συντριψεισ, και τα αλση τουσ θα τα κατακοψεισ. επειδη, δεν θα προσκυνησεισ αλλον θεο· για τον λογο οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, του οποιου το ονομα ειναι ζηλοτυποσ, ειναι θεοσ ζηλοτυποσ· μηπωσ κανεισ συνθηκη με τουσ κατοικουσ τησ γησ, και οταν πορνευσουν πισω απο τουσ θεουσ τουσ, και θυσιασουν στουσ θεουσ τουσ, σε προσκαλεσει καποιοσ, και φασ απο τη θυσια του· και μηπωσ παρεισ απο τισ θυγατερεσ του στουσ γιουσ σου, και οταν οι θυγατερεσ του πορνευσουν πισω απο τουσ θεουσ τουσ, κανουν τουσ γιουσ σου να πορνευσουν πισω απο τουσ θεουσ τουσ. θεουσ χωνευτουσ δεν θα κανεισ για τον εαυτο σου. τη γιορτη των αζυμων θα την τηρεισ. επτα ημερεσ θα τρωσ αζυμα, καθωσ σε προσταξα, στον καιρο του μηνα αβιβ· επειδη, στον μηνα αβιβ βγηκεσ απο την αιγυπτο. καθενα που διανοιγει μητρα ειναι δικο μου· και καθε πρωτοτοκο αρσενικο αναμεσα στα κτηνη σου ειτε βοδι ειτε προβατο. και το πρωτοτοκο του θηλυκου γαιδουριου θα το εξαγοραζεισ με αρνι· και αν δεν το εξαγορασεισ, τοτε θα το αποκεφαλισεισ. ολουσ τουσ πρωτοτοκουσ των γιων σου θα τουσ εξαγοραζεισ. και κανενασ δεν θα φανει μπροστα μου αδειανοσ. εξι ημερεσ θα εργαζεσαι· την εβδομη ημερα, ομωσ, θα αναπαυεσαι· στην εποχη τησ σπορασ και στην εποχη του θερισμου θα αναπαυεσαι. και θα τηρεισ τη γιορτη των εβδομαδων, των απαρχων του θερισμου του σιταριου, και τη γιορτη τησ συγκομιδησ στην επιστροφη του χρονου. για τρεισ φορεσ τον χρονο θα εμφανιζεται καθε αρσενικο σου μπροστα στον κυριο, τον κυριο τον θεο του ισραηλ. επειδη, αφου διωξω τα εθνη απο μπροστα σου, και πλατυνω τα ορια σου, δεν θα επιθυμησει τη γη σου κανενασ, οταν ανεβαινεισ για να εμφανιστεισ μπροστα στον κυριο τον θεο σου τρεισ φορεσ τον χρονο. δεν θα προσφερεισ το αιμα τησ θυσιασ μου με ενζυμα· και η θυσια τησ γιορτησ του πασχα δεν θα μεινει μεχρι το πρωι. τα πρωτογεννηματα τησ γησ σου θα τα φερεισ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου. δεν θα ψησεισ κατσικακι, που ακομα θηλαζει το γαλα τησ μητερασ του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: γραψε για τον εαυτο σου αυτα τα λογια· επειδη, συμφωνα με τα λογια αυτα εκανα διαθηκη σε σενα, και στον ισραηλ. και ηταν εκει μαζι με τον κυριο 40 ημερεσ και 40 νυχτεσ· ψωμι δεν εφαγε, και νερο δεν ηπιε. και εγραψε επανω στισ πλακεσ τα λογια τησ διαθηκησ, τισ δεκα εντολεσ. και οταν ο μωυσησ κατεβαινε απο το βουνο σινα, και οι δυο πλακεσ του μαρτυριου ησαν στο χερι του μωυση, οταν κατεβαινε απο το βουνο, ο μωυσησ δεν ηξερε οτι το δερμα του προσωπου του ειχε γινει λαμπερο, καθωσ μιλουσε μαζι του. και ειδε ο ααρων, και ολοι οι γιοι ισραηλ τον μωυση, και να, το δερμα του προσωπου του ελαμπε· και φοβηθηκαν να τον πλησιασουν. και ο μωυσησ τουσ καλεσε· και γυρισαν προσ αυτον ο ααρων και ολοι οι αρχοντεσ τησ συναγωγησ, και ο μωυσησ μιλησε σ' αυτουσ. και υστερα απ' αυτα, ολοι οι γιοι ισραηλ, πλησιασαν· και τουσ προσταξε ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε επανω στο βουνο σινα. και ο μωυσησ τελειωσε να τουσ μιλαει· και ειχε ενα καλυμμα επανω στο προσωπο του. και οταν ο μωυσησ εμπαινε μεσα μπροστα στον κυριο για να μιλησει μαζι του, σηκωνε το καλυμμα, μεχρισ οτου βγει. και εβγαινε εξω, και μιλουσε στουσ γιουσ ισραηλ, ο,τι του ειχε προσταχθει. και οι γιοι ισραηλ ειδαν το προσωπο του μωυση οτι το δερμα του προσωπου του μωυση ελαμπε· και ο μωυσησ εβαζε παλι το καλυμμα επανω στο προσωπο του, μεχρισ οτου μπει μεσα για να μιλησει μαζι του.

35

και ο μωυσησ συγκεντρωσε ολοκληρη τη συναγωγη των γιων ισραηλ και τουσ ειπε: αυτα ειναι τα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε, για να τα εκτελειτε. εξι ημερεσ θα γινεται εργασια· αλλα, η εβδομη ημερα θα ειναι σε σασ αγια, σαββατο αναπαυσησ στον κυριο· οποιοσδηποτε κανει εργασια σ' αυτη, θα θανατωθει· δεν θα αναβετε φωτια σε ολα τα σπιτια σασ την ημερα του σαββατου. και ο μωυσησ μιλησε σε ολοκληρη τη συναγωγη των γιων ισραηλ, λεγοντασ: αυτο ειναι το πραγμα, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε, λεγοντασ: παρτε απο ο,τι εχετε για προσφορα στον κυριο· οποιοσ παρακινειται στην καρδια του προαιρετικα, ασ φερει την προσφορα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· χρυσαφι, και ασημι, και χαλκο, και βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και βυσσο, και τριχεσ κατσικιων, και δερματα κριαριων κοκκινοβαμμενα, και δερματα τσακαλιων, και ξυλο σιττιμ, και λαδι για το φωσ, και αρωματα για το επιχρισματικο λαδι, και για το ευωδεσ θυμιαμα, και πετρεσ ονυχιτεσ, και πετρεσ για να τοποθετηθουν επανω στο εφοδ, και στο περιστηθιο. και καθε συνετοσ στην καρδια μεταξυ σασ, θαρθει, και θα κανει ολα οσα προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· τη σκηνη, το περισκεπασμα τησ, και τη σκεπη τησ, τισ περονεσ τησ, και τισ σανιδεσ τησ, τουσ μοχλουσ τησ, τουσ στυλουσ τησ, και τα υποστηριγματα τησ, την κιβωτο και τουσ μοχλουσ τησ, το ιλαστηριο, και το καταπετασμα που σκεπαζει, το τραπεζι και τουσ μοχλουσ του, και ολα τα σκευη του, και ο αρτοσ τησ προθεσησ, και τη λυχνια για το φωσ, και τα σκευη τησ, και τα λυχναρια τησ, και το λαδι του φωτοσ, και το θυσιαστηριο του θυμιαματοσ, και τουσ μοχλουσ του, και το επιχρισματικο λαδι, και το ευωδεσ θυμιαμα, και τον ταπητα τησ θυρασ τησ εισοδου τησ σκηνησ, το θυσιαστηριο του ολοκαυτωματοσ, και τη χαλκινη σχαρα του, τουσ μοχλουσ του, και ολα τα σκευη του, τον νιπτηρα και τη βαση του, τα παραπετασματα τησ αυλησ, τουσ στυλουσ τησ, και τα υποστηριγματα τουσ, και το παραπετασμα τησ θυρασ τησ αυλησ, τουσ πασσαλουσ τησ σκηνησ, και τουσ πασσαλουσ τησ αυλησ, και τα σχοινια τουσ, τισ λειτουργικεσ στολεσ για να υπηρετουν στο αγιο, τισ αγιεσ στολεσ για τον ααρων τον ιερεα, και τισ στολεσ των γιων του, για να ιερατευουν. και ολοκληρη η συναγωγη των γιων ισραηλ βγηκε μπροστα απο τον μωυση. και ηρθαν, καθε ανθρωποσ που η καρδια τον διεγειρε· και καθενασ, που το πνευμα του τον εκανε προθυμο, εφεραν την προσφορα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για το εργο τησ σκηνησ του μαρτυριου, και για ολοκληρη την υπηρεσια τησ, και για τισ αγιεσ στολεσ. και ηρθαν, ανδρεσ και γυναικεσ, οσοι ησαν με προθυμη καρδια, φερνοντασ βραχιολια, και σκουλαρικια, και δαχτυλιδια, και περιδεραια, καθε χρυσο σκευοσ· και ολοι οσοι προσφεραν στον κυριο προσφορα απο χρυσαφι. και καθε ανθρωποσ στον οποιο βρισκοταν βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και βυσσοσ, και τριχεσ κατσικιων, και δερματα κριαριων κοκκινοβαμμενα, και δερματα τσακαλιων, τα εφεραν. καθενασ που μπορουσε να κανει προσφορα απο ασημι και χαλκο, εφεραν την προσφορα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και καθε ανθρωποσ, στον οποιο βρισκοταν ξυλο σιττιμ, για καθε εργο τησ υπηρεσιασ, το εφεραν. και καθε γυναικα, συνετη στην καρδια, εκλωθαν με τα χερια τουσ, και εφεραν κλωσμενα, το βαθυγαλαζο υφασμα, και το πορφυρουν, το κοκκινο και τη βυσσο. και ολεσ οι γυναικεσ, που η καρδια τισ διεγειρε σε επινοητικοτητα, εκλωσαν τισ τριχεσ των κατσικιων. και οι αρχοντεσ εφεραν τισ πετρεσ απο ονυχα, και τισ πετρεσ για την τοποθετηση επανω στο εφοδ, και στο περιστηθιο· και τα αρωματα, και το λαδι, για το φωσ, και για το επιχρισματικο λαδι, και για το ευωδεσ θυμιαμα. οι γιοι ισραηλ εφεραν προαιρετικη προσφορα στον κυριο, καθε ανδρασ και γυναικα, που η καρδια τουσ εκανε προθυμουσ στο να φερνουν για ολοκληρη την εργασια, την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε διαμεσου του μωυση να γινει. και ο μωυσησ ειπε στουσ γιουσ ισραηλ: δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καλεσε ονομαστικα τον βεσελεηλ, τον γιο του ουρι, γιου του ωρ, απο τη φυλη ιηhυδα· και τον γεμισε με θειο πνευμα, σοφια, συνεση, και επιστημη, και καθε καλλιτεχνια· και για να επινοει καλλιτεχνα εργα, ωστε να εργαζεται σε χρυσαφι, και σε ασημι, και σε χαλκο, και να γλυφει πετρεσ ενθεσησ, και να σκαλιζει ξυλα, για εργασια, για καθε καλλιτεχνικο εργο. και εδωσε στην καρδια του το να διδασκει, αυτοσ και ο ελιαβ, ο γιοσ του αχισαμαχ, απο τη φυλη δαν. αυτουσ τουσ γεμισε με συνεση καρδιασ, για να εργαζονται καθε εργο, χαρακτη και καλλιτεχνη, και κεντητη, σε βαθυγαλαζο υφασμα, και σε πορφυρουν, σε κοκκινο, και σε βυσσο, και εργο ενοσ υφαντη, εκεινων που εργαζονται καθε εργο, και που επινοουν καλλιτεχνα εργα.

36

και εκανε ο βεσελεηλ, και ο ελιαβ, και καθε σοφοσ στην καρδια, στον οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε σοφια και συνεση, για να ξερει να εργαζεται ολοκληρο το εργο τησ υπηρεσιασ του αγιαστηριου, σε ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε. και ο μωυσησ καλεσε τον βεσελεηλ, και τον ελιαβ, και καθε σοφον στην καρδια, στου οποιου την καρδια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε σοφια, καθε ανθρωπο που η καρδια τον παρακινουσε στο ναρθει στο εργο για να το κανει. και πηραν μπροστα απο τον μωυση ολεσ τισ προσφορεσ, που εφεραν οι γιοι ισραηλ για το εργο τησ υπηρεσιασ του αγιαστηριου, για να το κανουν. και εφερναν ακομα σ' αυτον αυτοπροαιρετεσ προσφορεσ καθε πρωι. και ηρθαν ολοι οι σοφοι, εκεινοι που εργαζονταν ολοκληρο το εργο του αγιαστηριου, καθε ενασ απο το εργο που εκαναν· και ειπαν στον μωυση, λεγοντασ: ο λαοσ φερνει περισσοτερο απο ο,τι ειναι αρκετο για την υπηρεσια του εργου, το οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε να γινει. και ο μωυσησ προσταξε, και κηρυξε στο στρατοπεδο, λεγοντασ: κανενασ ανδρασ ουτε γυναικα, ασ μη κανει πλεον εργασια για την προσφορα του αγιαστηριου. και ο λαοσ σταματησε απο το να φερνει· επειδη, το υλικο, που ειχαν, ηταν αρκετο για ολοκληρο το εργο, ωστε να το κανουν, και περισσευε. και καθε σοφοσ στην καρδια, απο εκεινουσ που εργαζονταν το εργο τησ σκηνησ, εκαναν δεκα παραπετασματα απο κλωσμενη βυσσο, και βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο· με χερουβειμ καλλιτεχνησ εργασιασ τα εκαναν· το μακροσ του ενοσ παραπετασματοσ ηταν 28 πηχεσ, και το πλατοσ του ενοσ παραπετασματοσ τεσσερισ πηχεσ· ολα τα παραπετασματα ησαν του ιδιου μετρου· και συνδεσε τα πεντε παραπετασματα, το ενα μαζι με το αλλο· και τα αλλα πεντε παραπετασματα τα συνδεσε το ενα μαζι με το αλλο. και εκανε θηλυκωτηρια βαθυγαλαζα στην ακρη του ενοσ παραπετασματοσ, προσ το πλαγιο, οπου εγινε η ενωση· το ιδιο εκανε και στην τελευταια ακρη του δευτερου παραπετασματοσ, οπου εγινε η ενωση του δευτερου· εκανε 50 θηλυκωτηρια στο ενα παραπετασμα, και 50 θηλυκωτηρια εκανε στην ακρη του παραπετασματοσ, οπου εγινε η ενωση του δευτερου, για να αντικρυζουν τα θηλυκωτηρια το ενα προσ το αλλο. και εκανε 50 χρυσεσ περονεσ, και συνδεσε τα παραπετασματα το ενα προσ το αλλο με τισ περονεσ· και η σκηνη εγινε μια. και εκανε παραπετασματα απο τριχεσ κατσικιων για να ειναι σκεπασμα επανω στη σκηνη· 11 παραπετασματα τα εκανε αυτα· το μακροσ του ενοσ παραπετασματοσ ηταν 30 πηχεσ, και το πλατοσ του ενοσ παραπετασματοσ τεσσερισ πηχεσ· και τα 11 παραπετασματα ησαν του ιδιου μετρου· και συνδεσε τα πεντε παραπετασματα χωριστα, και τα εξι παραπετασματα χωριστα. και εκανε 50 θηλυκωτηρια στην τελευταια ακρη του παραπετασματοσ προσ την ενωση, και 50 θηλυκωτηρια εκανε στην ακρη του παραπετασματοσ, προσ την ενωση του δευτερου. εκανε ακομα 50 χαλκινεσ περονεσ, για να συνδεσει τη σκηνη, ωστε να ειναι μια. και εκανε κατακαλυμμα για τη σκηνη απο δερματα κριαριων κοκκινοβαμμενα, και επικαλυμμα απο πανω, απο δερματα τσακαλιων. και εκανε τισ σανιδεσ για τη σκηνη απο ξυλο σιττιμ, ορθιεσ· το μακροσ τησ μιασ σανιδασ δεκα πηχεσ, και το πλατοσ τησ μιασ σανιδασ μια πηχη και μιση· μια σανιδα ειχε δυο αγκωνισκουσ, που αντικρυζαν ο ενασ τον αλλον· ετσι εκανε για ολεσ τισ σανιδεσ τησ σκηνησ. και εκανε τισ σανιδεσ για τη σκηνη, 20 σανιδεσ απο το νοτιο μεροσ προσ τα δεξια. και 40 υποστηριγματα ασημενια εκανε απο κατω απο τισ 20 σανιδεσ· δυο υποστηριγματα απο κατω απο τη μια σανιδα για τουσ δυο αγκωνισκουσ τησ, και δυο υποστηριγματα απο κατω απο την αλλη σανιδα για τουσ δυο αγκωνισκουσ τησ. και για το δευτερο μεροσ τησ σκηνησ, εκεινο προσ βορραν, εκανε 20 σανιδεσ, και τα 40 τουσ υποστηριγματα ασημενια· δυο υποστηριγματα κατω απο τη μια σανιδα, και δυο υποστηριγματα κατω απο την αλλη σανιδα. και για τα μερη τησ σκηνησ, που ησαν προσ δυσμασ, εκανε εξι σανιδεσ. και δυο σανιδεσ εκανε για τισ γωνιεσ τησ σκηνησ στα δυο πλαγια· και ενωθηκαν απο κατω, ενωθηκαν μαζι και απο πανω, διαμεσου ενοσ κρικου· ετσι εκανε και για τισ δυο αυτεσ, για τισ δυο γωνιεσ. και ησαν οκτω σανιδεσ· και τα υποστηριγματα τουσ, 16 υποστηριγματα ασημενια, απο δυο υποστηριγματα απο κατω απο καθε σανιδα. και εκανε τουσ μοχλουσ απο ξυλο σιττιμ· πεντε για τισ σανιδεσ του ενοσ μερουσ τησ σκηνησ, και πεντε μοχλουσ για τισ σανιδεσ του αλλου μερουσ τησ σκηνησ, και πεντε μοχλουσ για τισ σανιδεσ τησ σκηνησ, για τα μερη που ειναι απο πισω, προσ δυσμασ· και εκανε τον μεσαιο μοχλο για να διαπερναει μεσα απο τισ σανιδεσ απο τη μια ακρη μεχρι την αλλη ακρη. και περισκεπασε τισ σανιδεσ με χρυσαφι, και εκανε τουσ κρικουσ τουσ χρυσουσ για να ειναι θηκεσ των μοχλων, και σκεπασε ολογυρα τουσ μοχλουσ με χρυσαφι. και εκανε το καταπετασμα απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και κλωσμενη βυσσο· με καλλιτεχνη εργασια το εκανε, με χερουβειμ. και εκανε σ' αυτο τουσ τεσσερισ στυλουσ απο ξυλο σιττιμ, και τουσ σκεπασε ολογυρα με χρυσαφι· τα αγκιστρα τουσ χρυσα· και εχυσε γι' αυτουσ τεσσερα ασημενια υποστηριγματα. και εκανε τον ταπητα για τη θυρα τησ σκηνησ απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και κλωσμενη βυσσο, με εργασια ενοσ κεντητη· και τουσ πεντε στυλουσ τησ και τα αγκιστρα τουσ· και σκεπασε ολογυρα τα κεφαλαρια των στυλων τουσ και τισ ταινιεσ τουσ με χρυσαφι· τα πεντε, ομωσ, υποστηριγματα τουσ ησαν χαλκινα.

37

και ο βεσελεηλ εκανε την κιβωτο απο ξυλο σιττιμ· δυο πηχεσ και μιση το μακροσ τησ, και μια πηχη και μιση το πλατοσ τησ, και μια πηχη και μιση το υψοσ τησ· και την περισκεπασε με καθαρο χρυσαφι απο μεσα κι απεξω, και εκανε σ' αυτη μια στεφανη χρυση, ολογυρα. και εχυσε γι' αυτη τεσσερισ κρικουσ χρυσουσ για τισ τεσσερισ γωνιεσ τησ· δυο μεν κρικουσ στο ενα πλαγιο τησ, δυο δε κρικουσ στο αλλο πλαγιο τησ. και εκανε μοχλουσ απο ξυλο σιττιμ, και τουσ σκεπασε ολογυρα με χρυσαφι· και περασε τουσ μοχλουσ στουσ κρικουσ, προσ τα πλαγια τησ κιβωτου, για να βασταζουν την κιβωτο. και εκανε το ιλαστηριο απο καθαρο χρυσαφι· δυο πηχεσ και μιση το μακροσ του, και μια πηχη και μιση το πλατοσ του. και εκανε δυο χερουβειμ απο χρυσαφι· σφυρηλατημενα τα εκανε, απο τισ δυο ακρεσ του ιλαστηριου· ενα χερουβ απο τη μια ακρη, και ενα χερουβ απο την αλλη ακρη· απο το ιλαστηριο εκανε τα χερουβειμ, απο τα δυο ακρα του· και τα χερουβειμ απλωναν τισ φτερουγεσ τουσ απο πανω, σκεπαζοντασ με τισ φτερουγεσ τουσ το ιλαστηριο, και τα προσωπα τουσ εβλεπαν το ενα προσ το αλλο· τα προσωπα των χερουβειμ ησαν προσ το ιλαστηριο. και εκανε το τραπεζι απο ξυλο σιττιμ· δυο πηχεσ το μακροσ του, και μια πηχη το πλατοσ του, το δε υψοσ του μια πηχη και μιση· και το σκεπασε ολογυρα με καθαρο χρυσαφι, και εκανε σ' αυτο μια χρυση στεφανη, ολογυρα. εκανε ακομα σ' αυτο ενα χειλοσ, ολογυρα, μια παλαμη το πλατοσ· κι επανω στο χειλοσ του, ολογυρα, εκανε μια χρυση στεφανη. και εχυσε γι' αυτο τεσσερισ κρικουσ χρυσουσ, και εβαλε τουσ κρικουσ στισ τεσσερισ γωνιεσ, που ησαν στα τεσσερα ποδια του· κατω απο το χειλοσ ησαν οι κρικοι, θηκεσ των μοχλων, για να βασταζουν το τραπεζι. και εκανε τουσ μοχλουσ απο ξυλο σιττιμ, και τουσ σκεπασε ολογυρα με χρυσαφι, για να βασταζουν το τραπεζι. και εκανε τα σκευη του, που ησαν επανω στο τραπεζι, τουσ δισκουσ του, και τα θυμιατοδοχα του και τισ λεκανεσ του, και τα σπονδεια, για να γινονται μ' αυτα οι σπονδεσ, απο καθαρο χρυσαφι. και εκανε τη λυχνια απο καθαρο χρυσαφι· σφυρηλατημενη εκανε τη λυχνια· ο κορμοσ τησ, και τα κλαδια τησ, οι λεκανεσ τησ, οι κομποι τησ, και τα ανθη τησ ησαν ενα σωμα μαζι τησ. και εβγαιναν εξι κλαδια απο τα πλαγια τησ· τρια κλαδια τησ λυχνιασ απο το ενα τησ πλαγιο, και τρια κλαδια τησ λυχνιασ απο το αλλο τησ πλαγιο· τρεισ λεκανεσ αμυγδαλοειδεισ στο ενα κλαδι, ενασ κομποσ, και ενα ανθοσ· και τρεισ λεκανεσ αμυγδαλοειδεισ στο αλλο κλαδι, ενασ κομποσ, και ενα ανθοσ· ετσι εκανε και στα εξι κλαδια, που εβγαιναν απο τη λυχνια. και στη λυχνια υπηρχαν τεσσερισ λεκανεσ αμυγδαλοειδεισ, οι κομποι τουσ, και τα ανθη τουσ. και ενασ κομποσ κατω απο τα δυο κλαδια που εβγαιναν απ' αυτη, και ενασ κομποσ κατω απο τα δυο κλαδια, που εβγαιναν απ' αυτη, και ενασ κομποσ κατω απο τα δυο κλαδια, που εβγαιναν απ' αυτη, στα εξι κλαδια, που εβγαιναν απ' αυτη. οι κομποι τουσ, και τα κλαδια τουσ, ησαν ενα σωμα μαζι τησ· το συνολο τησ ηταν ενα σφυρηλατημενο σωμα απο καθαρο χρυσαφι. και εκανε τα επτα λυχναρια τησ, και τα λυχνοψαλιδα τησ, και τα υποθεματα τησ, απο καθαρο χρυσαφι. απο ενα ταλαντο καθαρο χρυσαφι την εκανε, και ολα τα σκευη τησ. και εκανε το θυσιαστηριο του θυμιαματοσ απο ξυλο σιττιμ· το μακροσ του μια πηχη, και το πλατοσ του μια πηχη, τετραγωνο· και δυο πηχεσ το υψοσ του· και τα κερατα του ησαν απο το ιδιο σωμα. και το σκεπασε ολογυρα με καθαρο χρυσαφι, την κορυφη του, και τα πλαγια του, ολογυρα, και τα κερατα του· και εκανε σ' αυτο μια χρυση στεφανη, ολογυρα. και εκανε γι' αυτο δυο χρυσουσ κρικουσ, κατω απο τη στεφανη του, κοντα στισ δυο γωνιεσ του, στα δυο πλαγια, για να ειναι θηκεσ των μοχλων, ωστε να το βασταζουν μ' αυτουσ. και εκανε τουσ μοχλουσ απο ξυλο σιττιμ, και τουσ περισκεπασε με χρυσαφι. και εκανε το αγιο επιχρισματικο λαδι, και το καθαρο ευωδεσ θυμιαμα, συμφωνα με τη τεχνη του αρωματοποιου.

38

και εκανε το θυσιαστηριο του ολοκαυτωματοσ, απο ξυλο σιττιμ· πεντε πηχεσ το μακροσ του, και πεντε πηχεσ το πλατοσ του, τετραγωνο· και το υψοσ του τρεισ πηχεσ· και εκανε τα κερατα του στισ τεσσερισ γωνιεσ του· τα κερατα του ησαν απο το ιδιο σωμα· και το σκεπασε ολογυρα με χαλκο. και εκανε ολα τα σκευη του θυσιαστηριου, τουσ λεβητεσ, και τα φτυαρια, και τισ λεκανεσ, τισ κρεαγρεσ, και τα πυροδοχεια· ολα τα σκευη του τα εκανε χαλκινα. και εκανε για το θυσιαστηριο μια χαλκινη σχαρα διχτυωτησ εργασιασ, κατω απο την περιοχη του, απο κατω, μεχρι το μεσον του. και εχυσε τεσσερισ κρικουσ για τα τεσσερα ακρα τησ χαλκινησ σχαρασ, για να ειναι θηκεσ των μοχλων. και εκανε τουσ μοχλουσ απο ξυλο σιττιμ, και τουσ σκεπασε ολογυρα με χαλκο, και περασε τουσ μοχλουσ στουσ κρικουσ προσ τα πλαγια του θυσιαστηριου, για να το βασταζουν μ' αυτουσ· κοιλο, σανιδωτο το εκανε. και εκανε τον νιπτηρα απο χαλκο, και τη βαση του απο χαλκο, απο τουσ χαλκινουσ καθρεφτεσ των συναθροιζομενων γυναικων, που συγκεντρωνονταν διπλα στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και εκανε την αυλη· προσ την πλευρα που ηταν προσ τη μεσημβρια,τα παραπετασματα τησ αυλησ ησαν απο κλωσμενη βυσσο, 100 πηχων. οι στυλοι τουσ ησαν 20, και τα χαλκινα υποστηριγματα τουσ 20· τα αγκιστρα των στυλων, και οι ζωνεσ τουσ, ασημενια. και προσ τη βορινη πλευρα τα παραπετασματα ησαν 100 πηχεσ· οι στυλοι τουσ 20, και τα χαλκινα υποστηριγματα τουσ 20· τα αγκιστρα των στυλων και οι ζωνεσ τουσ ασημενια. και προσ τη δυτικη πλευρα ησαν παραπετασματα 50 πηχεσ· οι στυλοι τουσ δεκα και τα υποστηριγματα τουσ δεκα· τα αγκιστρα των στυλων και οι ζωνεσ τουσ ασημενια. και προσ την ανατολικη πλευρα, που ηταν προσ ανατολασ, 50 πηχεσ. τα παραπετασματα του ενοσ μερουσ τησ πυλησ ησαν 15 πηχεσ· οι στυλοι τουσ τρεισ, και τα υποστηριγματα τουσ τρια. και στο αλλο μεροσ τησ πυλησ τησ αυλησ, και απο τισ δυο πλευρεσ, ησαν παραπετασματα 15 πηχεσ· οι στυλοι τουσ τρεισ, και τα υποστηριγματα τουσ τρια. ολα τα παραπετασματα τησ αυλησ, ολογυρα, ησαν απο βυσσο κλωσμενη. και τα υποστηριγματα για τουσ στυλουσ ησαν χαλκινα· τα αγκιστρα των στυλων και οι ζωνεσ τουσ ασημενια· και τα κεφαλαρια των στυλων τουσ ησαν σκεπασμενα ολογυρα με ασημι· και ολοι οι στυλοι τησ αυλησ ησαν ζωσμενοι με ασημι. και το καταπετασμα για την πυλη τησ αυλησ ηταν εργασια ενοσ κεντητη, απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, αι βυσσο κλωσμενη· και ηταν 20 πηχεσ το μακροσ, και το υψοσ στο πλατοσ πεντε πηχεσ, οπωσ στα παραπετασματα τησ αυλησ. και οι στυλοι τουσ τεσσερισ· και τα χαλκινα υποστηριγματα τουσ τεσσερα· τα αγκιστρα τουσ ασημενια, και τα κεφαλαρια των στυλων τουσ περισκεπασμενα με ασημι, και οι ζωνεσ τουσ ασημενιεσ. και ολοι οι πασσαλοι τησ σκηνησ και τησ αυλησ, ολογυρα, χαλκινοι. αυτη ειναι η απαριθμηση των πραγματων τησ σκηνησ, τησ σκηνησ του μαρτυριου, οπωσ απαριθμηθηκαν, συμφωνα με την προσταγη του μωυση, για την υπηρεσια των λευιτων, διαμεσου του ιθαμαρ, γιου του ααρων του ιερεα. και ο βεσελεηλ, ο γιοσ του ουρι, γιου του ωρ, απο τη φυλη ιηhυδα, εκανε ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και ηταν μαζι του ο ελιαβ, ο γιοσ του αχισαμαχ, απο τη φυλη δαν, χαρακτησ, και επινοητικοσ τεχνιτησ, και κεντητησ σε βαθυγαλαζο υφασμα, και σε πορφυρουν, και σε κοκκινο, και σε βυσσο. ολοκληρο το χρυσαφι, που δαπανηθηκε για την εργασια σε ολοκληρο το εργο του αγιαστηριου, το χρυσαφι τησ προσφορασ, ηταν 29 ταλαντα, και 730 σικλοι, συμφωνα με τον σικλο του αγιαστηριου. και το ασημι εκεινων που απαριθμηθηκαν απο τη συναγωγη ηταν 100 ταλαντα, και 1.775 σικλοι, συμφωνα με τον σικλο του αγιαστηριου· ενα βεκαχ ανα κεφαλη, το μισο του σικλου, συμφωνα με τον σικλο του αγιαστηριου, για καθεναν που περναει στην απαριθμηση, απο 20 ετων ηλικιασ κι επανω, για 603.550 ανθρωπουσ. και απο το ασημι των 100 ταλαντων χυθηκαν τα υποστηριγματα του αγιαστηριου, και τα υποστηριγματα του καταπετασματοσ· 100 υποστηριγματα απο 100 ταλαντα, ενα ταλαντο για καθε ενα υποστηριγμα. και απο τουσ 1.775 σικλουσ εκανε αγκιστρα για τουσ στυλουσ, και σκεπασε ολογυρα τα κεφαλαρια τουσ, και τουσ εζωσε ολογυρα. και ο χαλκοσ τησ προσφορασ ηταν 70 ταλαντα, και 2.400 σικλοι. και απ' αυτον εκανε τα υποστηριγματα στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, και το χαλκινο θυσιαστηριο, και τη χαλκινη σχαρα γι' αυτο, και ολα τα σκευη του θυσιαστηριου, και τα υποστηριγματα τησ αυλησ, ολογυρα, και τα υποστηριγματα τησ πυλησ τησ αυλησ, και ολουσ τουσ πασσαλουσ τησ σκηνησ, και ολουσ τουσ πασσαλουσ τησ αυλησ ολογυρα.

39

και απο το βαθυγαλαζο υφασμα, και το πορφυρουν, και το κοκκινο, εκαναν υπηρετικεσ στολεσ για να υπηρετουν στο αγιο, και εκαναν τισ αγιεσ στολεσ για τον ααρων, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εκανε το εφοδ απο χρυσαφι, απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και κλωσμενη βυσσο. και σφυρηλατησαν το χρυσαφι σε λεπτεσ πλακεσ, και το εκοψαν σε συρματα, για να το εργαστουν στο βαθυγαλαζο υφασμα, και στο πορφυρουν, και στο κοκκινο, και στη βυσσο, με καλλιτεχνη εργασια. εκαναν γι' αυτο επωμιδεσ συναπτεσ· που συναπτονταν επανω στισ δυο ακρεσ του. και η κεντητη ζωνη του εφοδ επανω σ' αυτο ηταν απο το ιδιο, συμφωνα με την εργασια του· απο χρυσαφι, απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και κλωσμενη βυσσο, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εργαστηκαν τισ πετρεσ απο ονυχα, που ησαν εναρμοσμενεσ σε χρυσουσ οικισκουσ, χαραγμενεσ, καθωσ χαρασσονται οι σφραγιδεσ, με τα ονοματα των γιων ισραηλ. και τισ εβαλε επανω στισ επωμιδεσ του εφοδ, πετρεσ αναμνησησ στουσ γιουσ ισραηλ, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εκανε το περιστηθιο με καλλιτεχνη εργασια, συμφωνα με την εργασια του εφοδ, απο χρυσαφι, απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και κλωσμενη βυσσο. ηταν τετραγωνο· εκαναν το περιστηθιο διπλο· μια σπιθαμη το μακροσ του, και μια σπιθαμη το πλατοσ του, διπλο. και προσαρμοσε σ' αυτο τεσσερισ σειρεσ απο πετρεσ· σειρα απο σαρδιο, τοπαζιο, και σμαραγδο, ηταν η πρωτη σειρα. και η δευτερη σειρα, ανθρακασ, σαπφειροσ, και αδαμαντασ. και η τριτη σειρα, λιγυριο, αχατησ, και αμεθυστοσ. και η τεταρτη σειρα, βηρυλλιο, ονυχασ και ιασπησ· οι πετρεσ αυτεσ ησαν προσαρμοσμενεσ σε οικισκουσ χρυσουσ στα περικλεισματα τουσ. και οι πετρεσ ησαν συμφωνα με τα ονοματα των γιων ισραηλ, 12, συμφωνα με τα ονοματα τουσ, οπωσ η χαραξη τησ σφραγιδασ, καθενασ με το ονομα του, συμφωνα με τισ 12 φυλεσ. και εκαναν επανω στο περιστηθιο αλυσιδεσ απο τισ ακρεσ, πλεκτησ εργασιασ απο καθαρο χρυσαφι. και εκαναν δυο χρυσουσ οικισκουσ, κα δυο χρυσουσ κρικουσ και περασαν τουσ δυο κρικουσ στισ δυο ακρεσ του περιστηθιου. και περασαν τισ δυο πλεκτεσ χρυσεσ αλυσιδεσ, στουσ δυο κρικουσ, που ησαν στισ ακρεσ του περιστηθιου. και τισ δυο ακρεσ των δυο πλεκτων αλυσιδων, τισ συνδεσαν με τουσ δυο οικισκουσ, και τουσ εβαλαν επανω στισ επωμιδεσ του εφοδ, στο μπροστινο του μεροσ. και εκαναν δυο κρικουσ χρυσουσ, και τουσ εβαλαν στισ δυο ακρεσ του περιστηθιου, στο χειλοσ του, που ηταν προσ το μεροσ του εφοδ, απο μεσα. και εκαναν δυο αλλουσ κρικουσ χρυσουσ, και τουσ εβαλαν στα δυο πλαγια του εφοδ, απο κατω προσ το μπροστινο μεροσ του, αντικρυνα στην αλλη ενωση του, απο πανω απο την κεντητη ζωνη του εφοδ, και εδεσαν το περιστηθιο με τουσ κρικουσ του, στουσ κρικουσ του εφοδ, με ταινια απο βαθυγαλαζο υφασμα, για να ειναι απο πανω απο την κεντητη ζωνη του εφοδ, και για να μη ειναι το περιστηθιο χωρισμενο απο το εφοδ, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εκανε τον ποδηρη του εφοδ με υφαντη εργασια, ολοκληρο απο βαθυγαλαζο υφασμα. και ηταν στο μεσον του ποδηρη ενα ανοιγμα, οπωσ το ανοιγμα του θωρακα, με ταινια ολογυρα στο ανοιγμα, για να μη σχιζεται. και εκαναν επανω στα κρασπεδα του ποδηρη ροδια, απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, και κλωσμενη βυσσο. και εκαναν κουδουνια απο καθαρο χρυσαφι, και εβαλαν τα κουδουνια αναμεσα στα ροδια επανω στο κρασπεδο του ποδηρη, ολογυρα, αναμεσα στα ροδια· κουδουνι και ροδι, κουδουνι και ροδι, επανω στα κρασπεδα του ποδηρη, του υπηρετικου, ολογυρα· καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εκαναν τουσ χιτωνεσ απο βυσσο, υφαντησ εργασιασ, για τον ααρων, και για τουσ γιουσ του, και τη μιτρα απο βυσσο, και τα μιτριδια διακοσμημενα απο βυσσο, και τισ λινεσ περισκελιδεσ απο κλωσμενη βυσσο, και τη ζωνη απο κλωσμενη βυσσο, και βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρουν, και κοκκινο, κεντητησ εργασιασ· καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εκαναν την πλακα του ιερου στεμματοσ απο καθαρο χρυσαφι, και χαραξαν επανω σ' αυτο γραμματα σαν μια χαραξη σφραγιδασ, αγιασμοσ στον κυριο. και εδεσαν σ' αυτο μια βαθυγαλαζη ταινια, για να τη συνδεσουν απο επανω, στη μιτρα· οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στο μωυση. ετσι τελειωσε ολοκληρο το εργο τησ σκηνησ του μαρτυριου· και οι γιοι ισραηλ εκαναν συμφωνα με ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση· ετσι εκαναν. και εφεραν τη σκηνη στον μωυση· τη σκηνη, και ολα τα σκευη τησ, τισ περονεσ τησ, τισ σανιδεσ τησ, τουσ μοχλουσ τησ, και τουσ στυλουσ τησ, και τα υποστηριγματα τησ, και το κατακαλυμμα, που ηταν απο δερματα κριαριων, κοκκινοβαμμεν, και το επικαλυμμα, που ηταν απο δερματα τσακαλιων, και το καλυπτηριο καταπετασμα, την κιβωτο του μαρτυριου, και τουσ μοχλουσ τησ, και το ιλαστηριο, το τραπεζι, ολα τα σκευη του, και τουσ αρτουσ τησ προθεσησ, την καθαρη λυχνια, τα λυχναρια τησ, τα λυχναρια συμφωνα με τη διαταξη τουσ, και ολα τα σκευη τησ, και το λαδι του φωτοσ, και το χρυσο θυσιαστηριο, και το επιχρισματικο λαδι, και το ευωδεσ θυμιαμα, και τον ταπητα για τη θυρα τησ σκηνησ, το χαλκινο θυσιαστηριο, και τη χαλκινη σχαρα του, τουσ μοχλουσ του, και ολα τα σκευη του, τον νιπτηρα και τη βαση του, τα παραπετασματα τησ αυλησ, τουσ στυλουσ τησ, και τα υποστηριγματα τησ, και το καταπετασμα για την πυλη τησ αυλησ, τα σχοινια τησ, και τουσ πασσαλουσ τησ, και ολα τα σκευη τησ υπηρεσιασ τησ σκηνησ, για τη σκηνη του μαρτυριου, τισ υπηρετικεσ στολεσ, για να υπηρετουν στο αγιο, και τισ αγιεσ στολεσ για τον ααρων τον ιερεα, και τισ στολεσ των γιων του, για να ιερατευουν. συμφωνα με οσα προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον μωυση, ετσι εκαναν οι γιοι ισραηλ, ολοκληρο το εργο. και ο μωυσησ ειδε ολοκληρο το εργο, και να, το ειχαν κανει καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει· ετσι εκαναν· και ο μωυσησ τουσ ευλογησε.

40

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: την πρωτη ημερα του πρωτου μηνα θα στησεισ τη σκηνη, τη σκηνη του μαρτυριου. και θα βαλεισ εκει την κιβωτο του μαρτυριου, και θα σκεπασεισ την κιβωτο με το καταπετασμα. και θα βαλεισ μεσα το τραπεζι, και θα διαταξεισ οσα πρεπει να διαταχθουν γι' αυτο· και θα βαλεισ μεσα τη λυχνια, και θα αναψεισ τα λυχναρια τησ. και θα βαλεισ το χρυσο θυσιαστηριο του θυμιαματοσ μπροστα στην κιβωτο του μαρτυριου, και θα τοποθετησεισ τον ταπητα τησ θυρασ στη σκηνη. και θα βαλεισ το θυσιαστηριο του ολοκαυτωματοσ μπροστα στη θυρα τησ σκηνησ, τησ σκηνησ του μαρτυριου. και θα βαλεισ τον νιπτηρα αναμεσα στη σκηνη του μαρτυριου, και το θυσιαστηριο, και θα βαλεισ σ' αυτον νερο. και θα στησεισ την αυλη ολογυρα, και θα κρεμασεισ το καταπετασμα τησ πυλησ τησ αυλησ. και θα παρεισ το επιχρισματικο λαδι, και θα χρισεισ τη σκηνη, και ολα οσα ειναι σ' αυτην, και θα την αγιασεισ, και ολα τα σκευη τησ, και θα ειναι αγια. και θα χρισεισ το θυσιαστηριο του ολοκαυτωματοσ, και ολα τα σκευη του, και θα αγιασεισ το θυσιαστηριο· και θα ειναι θυσιαστηριο αγιοτατο. και θα χρισεισ τον νιπτηρα, και τη βαση του, και θα τον αγιασεισ. και θα φερεισ τον ααρων, και τουσ γιουσ του, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, και θα τουσ πλυνεισ με νερο. και θα ντυσεισ τον ααρων με τισ αγιεσ στολεσ, και θα τον χρισεισ, και θα τον αγιασεισ, και θα ιερατευει σε μενα. και θα φερεισ τουσ γιουσ του, και θα τουσ ντυσεισ με χιτωνεσ. και θα τουσ χρισεισ, καθωσ εχρισεσ τον πατερα τουσ, και θα ιερατευουν σε μενα· και θα ειναι σ' αυτουσ το χρισμα τουσ για παντοτινη ιερατεια στισ γενεεσ τουσ. και ο μωυσησ εκανε συμφωνα με ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον προσταξε· ετσι εκανε. και τον πρωτο μηνα του δευτερου χρονου, την πρωτη ημερα του μηνα, στηθηκε η σκηνη. και ο μωυσησ εστησε τη σκηνη, και εβαλε τα υποστηριγματα τησ, και εστησε τισ σανιδεσ τησ, και εβαλε τουσ μοχλουσ τησ, και εστησε τουσ στυλουσ τησ. και απλωσε τα παραπετασματα επανω στη σκηνη, και εβαλε επανω τησ το κατακαλυμμα τησ σκηνησ, απο πανω· καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και παιρνοντασ το μαρτυριο το εβαλε μεσα στην κιβωτο, και εβαλε τουσ μοχλουσ στην κιβωτο, και εβαλε το ιλαστηριο επανω στην κιβωτο, απο πανω, και εφερε την κιβωτο στη σκηνη, και εβαλε το καλυπτηριο καταπετασμα, και σκεπασε την κιβωτο του μαρτυριου· καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εβαλε το τραπεζι στη σκηνη του μαρτυριου, προσ το μεροσ τησ σκηνησ, που ειναι προσ βορραν, απεξω απο το καταπετασμα, και εβαλε επανω του με ταξη τα ψωμια, που ησαν διαταγμενα, μπροστα στον κυριο· καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει στον μωυση. και εβαλε τη λυχνια στη σκηνη του μαρτυριου, απεναντι απο το τραπεζι, προσ το μεροσ τησ σκηνησ, που ειναι προσ τα μεσημβρινα, και αναψε τα λυχναρια μπροστα στον κυριο· καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει στον μωυση. και εβαλε το χρυσο θυσιαστηριο στη σκηνη του μαρτυριου, απεναντι απο το καταπετασμα, και θυμιασε επανω σ' αυτο ευωδεσ θυμιαμα· καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει στον μωυση. και εβαλε τον ταπητα στη θυρα τησ σκηνησ. και το θυσιαστηριο του ολοκαυτωματοσ το εβαλε κοντα στη θυρα τησ σκηνησ, τησ σκηνησ του μαρτυριου, και προσφερε επανω σ' αυτο το ολοκαυτωμα και την προσφορα απο αλφιτα· καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εβαλε τον νιπτηρα αναμεσα στη σκηνη του μαρτυριου και το θυσιαστηριο, και εβαλε σ' αυτον νερο, για να πλενονται· και επλεναν τα χερια τουσ, και τα ποδια τουσ απ' αυτον, ο μωυσησ και ο ααρων και οι γιοι του. οταν εμπαιναν μεσα στη σκηνη του μαρτυριου και οταν πλησιαζαν στο θυσιαστηριο, πλενονταν· καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εστησε την αυλη, ολογυρα, στη σκηνη και το θυσιαστηριο, και κρεμασε τον ταπητα τησ πυλησ τησ αυλησ. και ο μωυσησ αποπερατωσε το εργο. τοτε, η νεφελη σκεπασε τη σκηνη του μαρτυριου, και δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γεμισε τη σκηνη. και ο μωυσησ δεν μπορεσε να μπει μεσα στη σκηνη του μαρτυριου· επειδη, η νεφελη καθοταν επανω τησ, και δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γεμισε τη σκηνη. και οταν η νεφελη ανεβαινε απο πανω απο τη σκηνη, οι γιοι ισραηλ σηκωνονταν, σε ολεσ τισ οδοιποριεσ τουσ· αν, ομωσ, η νεφελη δεν ανεβαινε, τοτε δεν σηκωνονταν, μεχρι την ημερα τησ αναβασησ τησ. επειδη, η νεφελη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν επανω στη σκηνη την ημερα, και φωτια ηταν επανω σ' αυτη τη νυχτα, μπροστα σε ολοκληρο τον οικο ισραηλ, σε ολεσ τουσ τισ οδοιποριεσ.

και καλεσε

1

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καλεσε τον μωυση και του μιλησε απο τη σκηνη του μαρτυριου, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: αν καποιοσ απο σασ προσφερει δωρο στον κυριο, θα προσφερετε το δωρο σασ απο τα κτηνη, απο τα βοδια η απο τα προβατα. αν το δωρο του ειναι ολοκαυτωμα απο τα βοδια, αρσενικο αμωμο ασ το προσφερει· κοντα στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου θα το προσφερει, για να ειναι δεκτο μπροστα στον κυριο. και θα βαλει το χερι του επανω στο κεφαλι του ολοκαυτωματοσ, και θα ειναι δεκτο για λογαριασμο του, για να γινει εξιλεωση γι' αυτον. και θα σφαξουν το μοσχαρι μπροστα στον κυριο· και οι γιοι του ααρων, οι ιερεισ, θα φερουν το αιμα, και θα ραντισουν το αιμα, ολογυρα, επανω στο θυσιαστηριο, που ειναι κοντα στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και θα γδαρουν το ολοκαυτωμα, και θα το διαμελισουν στα μελη του. και οι γιοι του ααρων, του ιερεα, θα βαλουν φωτια επανω στο θυσιαστηριο, και θα στοιβαξουν ξυλα επανω στη φωτια. και οι γιοι του ααρων, οι ιερεισ, θα στοιβαξουν επανω τα μελη, το κεφαλι, και το λιποσ, επανω στα ξυλα, που ειναι επανω στη φωτια, που βρισκεται επανω στο θυσιαστηριο· και τα εντοσθια του και τα ποδια του θα τα πλυνουν με νερο· και ο ιερεασ θα τα καψει ολα επανω στο θυσιαστηριο· ειναι ολοκαυτωμα, θυσια που γινεται με φωτια σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και αν το δωρο του για το ολοκαυτωμα ειναι απο τα κοπαδια, απο τα προβατα η απο τα κατσικια, αρσενικο αμωμο θα το προσφερει. και θα το σφαξει στα πλαγια του θυσιαστηριου, προσ τα βορινα, μπροστα στον κυριο· και θα ραντισουν οι γιοι του ααρων, οι ιερεισ, το αιμα του επανω στο θυσιαστηριο, ολογυρα· και θα το διαμελισουν, κατα τα μελη του, και το κεφαλι του, και το λιποσ του· και ο ιερεασ θα τα στοιβαξει επανω στα ξυλα, που ειναι επανω στη φωτια, που βρισκεται επανω στο θυσιαστηριο· και τα εντοσθια και τα ποδια θα τα πλυνει με νερο· και ο ιερεασ θα τα φερει ολα, και θα τα καψει επανω στο θυσιαστηριο· ειναι ολοκαυτωμα, θυσια που γινεται με φωτια σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και αν το δωρο του στον κυριο ειναι ολοκαυτωμα απο πουλια, τοτε θα προσφερει το δωρο του απο τρυγονια η απο νεοσσουσ περιστεριων. και θα το φερει ο ιερεασ στο θυσιαστηριο, και με τα νυχια θα του αποκοψει το κεφαλι του, και θα το καψει επανω στο θυσιαστηριο· και θα στραγγισει το αιμα του στο πλαι του θυσιαστηριου· και θα βγαλει τον προλοβο του μαζι με τα κοπρανα του, και θα τα ριξει στα πλαγια του θυσιαστηριου, προσ τα ανατολικα, στον τοπο τησ σταχτησ· και θα το σχισει απο τισ φτερουγεσ του· ομωσ, δεν θα το διαχωρισει· και ο ιερεασ θα το καψει επανω στο θυσιαστηριο, επανω στα ξυλα που ειναι επανω στη φωτια· ειναι ολοκαυτωμα, θυσια που γινεται με φωτια σε οσμη ευωδιασ στον κυριο.

2

και αν καποιοσ προσφερει δωρο, προσφορα απο αλφιτα, στον κυριο, το δωρο του θα ειναι σιμιγδαλι· και θα χυσει επανω σ' αυτο λαδι, και θα βαλει επανω σ' αυτο λιβανι. και θα το φερει στουσ γιουσ του ααρων, τουσ ιερεισ· και ο ιερεασ θα παρει μια χουφτα απο το σιμιγδαλι του και απο το λαδι του, οσο χωραει το χερι του, και ολοκληρο το λιβανι του· και ο ιερεασ θα καψει την αναμνηστικη του θυσια επανω στο θυσιαστηριο· ειναι θυσια που γινεται με φωτια σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και το υπολοιπο τησ προσφορασ απο αλφιτα θα ειναι του ααρων και των γιων του· ειναι αγιοτατο απο τισ θυσιεσ που γινονται με φωτια στον κυριο. και οταν προσφερεισ δωρο, προσφορα απο αλφιτα ψημενη σε φουρνο, θα ειναι αζυμα ψωμια απο σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι, και αζυμα λαγανα χρισμενα με λαδι. και αν το δωρο σου ειναι προσφορα απο αλφιτα ψημενη σε καψα, θα ειναι αζυμο απο σιμιγδαλι, ζυμωμενη με λαδι. θα τη χωρισεισ σε τμηματα, και θα χυσεισ επανω τησ λαδι· ειναι προσφορα απο αλφιτα. και αν το δωρο σου ειναι προσφορα απο αλφιτα ψημενη σε τηγανι, θα γινει απο σιμιγδαλι μαζι με λαδι. και θα φερεισ στον κυριο την προσφορα απο αλφιτα, που εκανεσ απ' αυτα· και οταν φερθει στον ιερεα, αυτοσ θα τη φερει κοντα στο θυσιαστηριο. και ο ιερεασ θα χωρισει απο την προσφορα των αλφιτων την αναμνηστικη θυσια τησ, και θα την καψει επανω στο θυσιαστηριο· ειναι θυσια που γινεται με φωτια σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και το υπολοιπο τησ προσφορασ απο αλφιτα θα ειναι του ααρων και των γιων του· ειναι αγιοτατο απο τισ θυσιεσ που γινονται με φωτια στον κυριο. καμια προσφορα απο αλφιτα, που προσφερετε στον κυριο, δεν θα ειναι ενζυμη· επειδη, κανενα προζυμι, ουτε μελι, δεν θα καψετε σε καμια θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο. σχετικα δε με το δωρο των απαρχων, θα τισ προσφερετε στον κυριο· ομωσ, δεν θα καουν επανω στο θυσιαστηριο σε οσμη ευωδιασ. και καθε δωρο τησ προσφορασ σου απο αλφιτα, θα το αλατιζεισ με αλατι· και δεν θα αφησεισ να λειψει το αλατι τησ διαθηκησ του θεου σου απο την προσφορα σου απο αλφιτα· επανω σε καθε δωρο σου θα προσφερεισ αλατι. και αν προσφερεισ απο τα πρωτογεννηματα σου προσφορα απο αλφιτα στον κυριο, για την προσφορα των πρωτογεννηματων σου απο αλφιτα, θα προσφερεισ χλωρα σταχυα ψημενα σε φωτια, σιταρι φρυγανισμενο, απο μεστα σταχυα. και θα χυσεισ επανω τησ λαδι, και θα βαλεισ επανω τησ λιβανι· ειναι προσφορα απο αλφιτα. και ο ιερεασ θα καψει την αναμνηστικη θυσια τησ, απο το φρυγανισμενο σιταρι τησ, και απο το λαδι τησ, μαζι με ολο το λιβανι τησ· ειναι θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο.

3

και αν το δωρο του ειναι ειρηνικη θυσια, αν το προσφερει απο τα βοδια, ειτε αρσενικο ειτε θηλυκο, αμωμο θα το προσφερει μπροστα στον κυριο· και θα βαλει το χερι του επανω στο κεφαλι του δωρου του, και θα το σφαξουν κοντα στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου· και οι γιοι του ααρων, οι ιερεισ, θα ραντισουν το αιμα επανω στο θυσιαστηριο, ολογυρα. και θα προσφερει απο την ειρηνικη προσφορα, θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο· το λιποσ, αυτο που περισκεπαζει τα εντοσθια, και ολοκληρο το λιποσ, που ειναι επανω στα εντοσθια· και τα δυο νεφρα, και το λιποσ που ειναι επανω τουσ, αυτο που ειναι προσ τα πλευρα, και τον επανω λοβο του συκωτιου, που θα αφαιρεσεισ μαζι με τα νεφρα. και οι γιοι του ααρων θα τα καψουν επανω στο θυσιαστηριο, επανω στο ολοκαυτωμα, που ειναι επανω στα ξυλα, που βρισκονται επανω στη φωτια· ειναι θυσια που γινεται με φωτια σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και αν το δωρο του, που προσφερεται σε μια ειρηνικη θυσια στον κυριο, ειναι απο το ποιμνιο, αρσενικο η θηλυκο, αμωμο θα το προσφερει. αν για το δωρο του προσφερει ενα αρνι, θα το προσφερει μπροστα στον κυριο· και θα βαλει το χερι του επανω στο κεφαλι του δωρου του, και θα το σφαξουν μπροστα στη σκηνη του μαρτυριου· και οι γιοι του ααρων θα ραντισουν το αιμα του επανω στο θυσιαστηριο, ολογυρα. και θα προσφερει απο την ειρηνικη προσφορα, θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο· το λιποσ του, την ουρα ολοκληρη, που θα αφαιρεσει απο τη ραχη, και το λιποσ, αυτο που σκεπαζει ολογυρα τα εντοσθια, και ολοκληρο το λιποσ, που ειναι επανω στα εντοσθια· και τα δυο νεφρα, και το λιποσ που ειναι επανω τουσ, που βρισκεται προσ τα πλευρα, και τον επανω λοβο του συκωτιου, που θα αφαιρεσει μαζι με τα νεφρα. και θα τα καψει ο ιερεασ επανω στο θυσιαστηριο· ειναι τροφη τησ θυσιασ που γινεται με φωτια στον κυριο. και αν το δωρο του ειναι απο κατσικια, τοτε θα το προσφερει μπροστα στον κυριο· και θα βαλει το χερι του επανω στο κεφαλι του, και θα το σφαξουν μπροστα στη σκηνη του μαρτυριου· και οι γιοι του ααρων θα ραντισουν το αιμα του επανω στο θυσιαστηριο, ολογυρα. και θα προσφερει απ' αυτο το δωρο του, θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο· το λιποσ, αυτο που σκεπαζει ολογυρα τα εντοσθια, και ολοκληρο το λιποσ, που ειναι επανω στα εντοσθια· και τα δυο νεφρα, και το λιποσ που ειναι επανω τουσ, που βρισκεται προσ τα πλευρα, και τον επανω λοβο του συκωτιου, που θα αφαιρεσει μαζι με τα νεφρα. και ο ιερεασ θα τα καψει επανω στο θυσιαστηριο· ειναι τροφη τησ θυσιασ που γινεται με φωτια σε οσμη ευωδιασ· ολοκληρο το λιποσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. θα ειναι αιωνιοσ θεσμοσ στισ γενεεσ σασ, σε ολουσ τουσ τοπουσ τησ κατοικησησ σασ· δεν θα τρωτε ουτε λιποσ ουτε αιμα.

4

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: αν καποια ψυχη αμαρτησει απο αγνοια, και απο οσα ειναι προσταγμενα απο τον κυριο να μη πραττονται, πραξει ομωσ κατι απ' αυτα· αν μεν ο ιερεασ, ο χρισμενοσ, αμαρτησει, ωστε να ενοχοποιησει τον λαο, τοτε θα φερει για την αμαρτια του, που αμαρτησε, ενα μοσχαρι βοδιου αμωμο προσ τον κυριο για προσφορα περι αμαρτιασ. και θα φερει το μοσχαρι στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου μπροστα στον κυριο· και θα βαλει το χερι του επανω στο κεφαλι του μοσχαριου, και θα σφαξουν το μοσχαρι μπροστα στον κυριο. και ο ιερεασ, ο χρισμενοσ, θα παρει απο το αιμα του μοσχαριου, και θα το φερει στη σκηνη του μαρτυριου· και ο ιερεασ θα βυθισει το δαχτυλο του στο αιμα, και θα ραντισει απο το αιμα επτα φορεσ μπροστα στον κυριο, μπροστα στο καταπετασμα του αγιαστηριου. και ο ιερεασ θα βαλει απο το αιμα επανω στα κερατα του θυσιαστηριου του ευωδουσ θυμιαματοσ, που ειναι μπροστα στον κυριο, στη σκηνη του μαρτυριου· και θα χυσει ολο το αιμα του μοσχαριου στη βαση του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματοσ, που ειναι στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και ολο το λιποσ του μοσχαριου τησ προσφορασ περι αμαρτιασ θα το αφαιρεσει απ' αυτο· το λιποσ εκεινο, που περισκεπαζει τα εντοσθια, και ολο το λιποσ, που ειναι επανω στα εντοσθια· και τα δυο νεφρα, και το λιποσ, που ειναι επανω τουσ, που βρισκεται προσ τα πλευρα, και τον επανω λοβο του συκωτιου, που θα αφαιρεσει μαζι με τα νεφρα, με τον ιδιο τροπο που αφαιρειται απο το μοσχαρι τησ ειρηνικησ θυσιασ· και ο ιερεασ θα τα καψει επανω στο θυσιαστηριο του ολοκαυτωματοσ· και το δερμα του μοσχαριου, και ολο το κρεασ του, μαζι με το κεφαλι του, και μαζι με τα ποδια του, και τα εντοσθια του, και τα κοπρανα του· και θα φερει ολοκληρο το μοσχαρι εξω απο το στρατοπεδο, σε εναν καθαρο τοπο, οπου χυνεται η σταχτη, και θα το καψει επανω σε ξυλα, με φωτια· οπου χυνεται η σταχτη, εκει θα καει. και αν ολοκληρη η συναγωγη του ισραηλ αμαρτησει απο αγνοια, και το πραγμα κρυφτει απο τα ματια τησ συναγωγησ, και απο οσα ειναι προσταγμενα απο τον κυριο να μη πραττονται, τα πραξουν ομωσ, και ειναι ενοχοι· οταν η αμαρτια, που αμαρτησαν ωσ προσ αυτο, γινει γνωστη, τοτε η συναγωγη θα προσφερει ενα μοσχαρι βοδιου για την αμαρτια, και θα το φερει μπροστα στη σκηνη του μαρτυριου. και οι πρεσβυτεροι τησ συναγωγησ θα βαλουν τα χερια τουσ επανω στο κεφαλι του μοσχαριου μπροστα στον κυριο· και θα σφαξουν το μοσχαρι μπροστα στον κυριο. και ο ιερεασ, ο χρισμενοσ, θα φερει απο το αιμα του μοσχαριου στη σκηνη του μαρτυριου· και ο ιερεασ θα βυθισει το δαχτυλο του στο αιμα, και θα ραντισει επτα φορεσ μπροστα στον κυριο, μπροστα στο καταπετασμα· και θα βαλει απο το αιμα επανω στα κερατα του θυσιαστηριου, που ειναι μπροστα στον κυριο, το οποιο ειναι μεσα στη σκηνη του μαρτυριου· και θα χυσει ολο το αιμα στη βαση του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματοσ, που ειναι στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και ολο το λιποσ του θα το αφαιρεσει απ' αυτο, και θα το καψει επανω στο θυσιαστηριο. και θα κανει στο μοσχαρι με τον ιδιο τροπο που εκανε στο μοσχαρι τησ προσφορασ περι αμαρτιασ· ετσι θα κανει σ' αυτο· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτουσ, και θα τουσ συγχωρηθει. και θα βγαλει το μοσχαρι εξω απο το στρατοπεδο, και θα το καψει, καθωσ εκαψε το πρωτο μοσχαρι· ειναι προσφορα περι αμαρτιασ για λογαριασμο τησ συναγωγησ. και οταν καποιοσ αρχοντασ αμαρτησει, και πραξει κατι απο αγνοια, απο οσα ειναι προσταγμενα απο τον κυριο τον θεο του να μη πραττονται, και ειναι ενοχοσ· η, αν η αμαρτια του, που αμαρτησε, του γνωστοποιηθει, τοτε θα φερει την προσφορα του, εναν τραγο απο κατσικια, αρσενικον, αμωμον· και θα βαλει το χερι του επανω στο κεφαλι του τραγου, και θα τον σφαξουν στον τοπο οπου σφαζουν το ολοκαυτωμα μπροστα στον κυριο· ειναι προσφορα περι αμαρτιασ. και ο ιερεασ θα παρει απο το αιμα τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, με το δαχτυλο του, και θα βαλει επανω στα κερατα του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματοσ, και θα χυσει το αιμα του στη βαση του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματοσ. και ολο το λιποσ του θα το καψει επανω στο θυσιαστηριο, οπωσ το λιποσ τησ θυσιασ τησ ειρηνικησ προσφορασ· και ο ιερεασ θα κανει γι' αυτον εξιλεωση, για την αμαρτια του, και θα του συγχωρηθει. και αν καποια ψυχη απο τον λαο τησ γησ αμαρτησει απο αγνοια, πραττοντασ κατι απο οσα ειναι προσταγμενα απο τον κυριο να μη πραττονται, και ειναι ενοχοσ· η, αν του γνωστοποιηθει η αμαρτια του, που αμαρτησε· τοτε, θα φερει την προσφορα του, εναν τραγο απο κατσικια, θηλυκον, αμωμον, για την αμαρτια του, που αμαρτησε· και θα βαλει το χερι του επανω στο κεφαλι τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, και θα σφαξουν την προσφορα περι αμαρτιασ στον τοπο του ολοκαυτωματοσ. και θα παρει ο ιερεασ, με το δαχτυλο του, απο το αιμα του, και θα βαλει επανω στα κερατα του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματοσ, και ολο το αιμα του θα το χυσει στη βαση του θυσιαστηριου· και ολο το λιποσ του θα το αφαιρεσει, καθωσ αφαιρειται το λιποσ απο τη θυσια τησ ειρηνικησ προσφορασ· και ο ιερεασ θα το καψει επανω στο θυσιαστηριο σε οσμη ευωδιασ στον κυριο· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτον, και θα του συγχωρηθει. και αν φερει ενα προβατο για την προσφορα του περι αμαρτιασ, θα το φερει θηλυκο, αμωμο· και θα βαλει το χερι του επανω στο κεφαλι τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, και θα το σφαξουν για προσφορα περι αμαρτιασ, στον τοπο οπου σφαζουν το ολοκαυτωμα. και ο ιερεασ θα παρει απο το αιμα τησ προσφορασ περι αμαρτιασ με το δαχτυλο του, και θα βαλει επανω στα κερατα του θυσιαστηριου του ολοκαυτωματοσ, και ολο το αιμα του θα το χυσει στη βαση του θυσιαστηριου· και θα αφαιρεσει ολο το λιποσ του, οπωσ αφαιρειται το λιποσ του προβατου απο τη θυσια τησ ειρηνικησ προσφορασ· και ο ιερεασ θα τα καψει επανω στο θυσιαστηριο, συμφωνα με τισ προσφορεσ εκεινεσ που γινονται με φωτια στον κυριο· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση για την αμαρτια του, που αμαρτησε, και θα του συγχωρηθει.

5

και αν καποιοσ αμαρτησει, και ακουσει μια φωνη ορκισμου και ειναι μαρτυρασ, ειτε ειδε ειτε ξερει· αν δεν το φανερωσει, τοτε θα βασταξει επανω του την ανομια του. η, αν καποιοσ αγγιξει ενα πραγμα ακαθαρτο, ειτε ψοφιμι ακαθαρτου θηριου ειτε ψοφιμι ακαθαρτου κτηνουσ ειτε ψοφιμι ακαθαρτων ερπετων, και δεν το αντιληφθηκε, εντουτοισ, θα ειναι ακαθαρτοσ και ενοχοσ. η, αν αγγιξει ανθρωπινη ακαθαρσια, οποιασδηποτε μορφησ και αν ηταν η ακαθαρσια του, διαμεσου τησ οποιασ κανεισ μολυνεται, και δεν το αντιληφθηκε· οταν αυτοσ το γνωρισει, τοτε θα ειναι ενοχοσ. η, αν καποιοσ ορκιστει, προφεροντασ αστοχαστα με τα χειλη του για να κακοποιησει η για να αγαθοποιησει, σε καθε τι που θα προφερε αστοχαστα ο ανθρωποσ με ορκο, και δεν το αντιληφθηκε, οταν το γνωρισει, τοτε θα ειναι ενοχοσ σε ενα απ' αυτα. οταν, λοιπον, καποιοσ ειναι ενοχοσ σε ενα απ' αυτα, θα εξομολογηθει σε τι αμαρτησε· και θα φερει στον κυριο προσφορα για την παραβαση του, για την αμαρτια του, που αμαρτησε, ενα θηλυκο αρνι απο προβατα η εναν τραγο απο κατσικια για προσφορα περι αμαρτιασ· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτον, για την αμαρτια του. και αν δεν ευπορει να φερει ενα προβατο η ενα κατσικι, θα φερει στον κυριο για την αμαρτια του, που αμαρτησε, δυο τρυγονεσ η δυο νεοσσουσ περιστεριων· μια για προσφορα περι αμαρτιασ, και μια για ολοκαυτωμα. και θα τισ φερει στον ιερεα, ο οποιοσ θα προσφερει πρωτα εκεινη, την προσφορα περι αμαρτιασ· και θα κοψει με τα νυχια το κεφαλι τησ απο τον αυχενα τησ, ομωσ δεν θα τη διαχωρισει. και απο το αιμα τησ προσφορασ περι αμαρτιασ θα ραντισει τον τοιχο του θυσιαστηριου· κι εκεινο που εναπολειφθηκε απο το αιμα, θα το στραγγισει εξω, στη βαση του θυσιαστηριου· ειναι προσφορα περι αμαρτιασ. και τη δευτερη, θα την κανει ολοκαυτωμα, συμφωνα με τα διαταγμενα· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτον, για την αμαρτια του, που αμαρτησε, και θα του συγχωρηθει. αλλα, αν δεν ευπορει να φερει δυο τρυγονεσ, η δυο νεοσσουσ περιστεριων, τοτε, αυτοσ που αμαρτησε, θα φερει για προσφορα του το ενα δεκατο του εφα σιμιγδαλι σε προσφορα περι αμαρτιασ· δεν θα βαλει επανω τησ λαδι ουτε θα βαλει επανω τησ λιβανι· επειδη, ειναι προσφορα περι αμαρτιασ. και θα τη φερει στον ιερεα· και ο ιερεασ θα παρει μια χουφτα απ' αυτη, οσο χωραει το χερι του, την αναμνηστικη τησ θυσια, και θα την καψει επανω στο θυσιαστηριο, συμφωνα με τισ προσφορεσ, αυτεσ που γινονται με φωτια στον κυριο· ειναι προσφορα περι αμαρτιασ. και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτον, για την αμαρτια του, που αμαρτησε σε ενα απ' αυτα, και θα του συγχωρηθει· και το υπολοιπο θα ειναι του ιερεα, οπωσ η προσφορα απο αλφιτα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: αν καποιοσ πραξει παρανομια, και αμαρτησει απο αγνοια, στα αγια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τοτε θα φερει στον κυριο για την ανομια του ενα αμωμο κριαρι απο το κοπαδι, κατα την εκτιμηση σου σε σικλουσ απο ασημι, συμφωνα με τον σικλο του αγιαστηριου, για προσφορα περι ανομιασ· και θα αποδωσει ο,τι αμαρτησε στα αγια, και θα προσθεσει επανω σ' αυτο το ενα πεμπτο του, και θα το δωσει στον ιερεα· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτον, διαμεσου του κριαριου τησ προσφορασ περι ανομιασ, και θα του συγχωρηθει. και αν καποιοσ αμαρτησει, και πραξει κατι απο οσα ειναι προσταγμενο απο τον κυριο να μη πραττονται, και δεν το γνωρισε, εντουτοισ, θα ειναι ενοχοσ, και θα βασταξει επανω του την ανομια του· και θα φερει ενα αμωμο κριαρι απο το κοπαδι, κατα την εκτιμηση σου, για προσφορα περι ανομιασ, προσ τον ιερεα· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτον για την αγνοια του, μεσα στην οποια δεν το αντιληφθηκε, και δεν το γνωρισε, και θα του συγχωρηθει. ειναι προσφορα περι ανομιασ· αυτοσ επραξε ανομια εναντια στον κυριο.

6

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: αν καποιοσ αμαρτησει, και πραξει παρανομια εναντια στον κυριο, και πει ψεματα στον πλησιον του, για παρακαταθηκη η για καποιο πραγμα εμπιστευμενο στα χερια του η για αρπαγη η απατησε τον πλησιον του η βρηκε ενα χαμενο πραγμα και ψευδεται γι' αυτο η ορκιστει ψευδωσ για κατι απο ολα οσα πραττει ο ανθρωποσ, ωστε να αμαρτησει σ' αυτα· οταν αμαρτησει, και ειναι ενοχοσ, θα αποδωσει το αρπαγμενο που αρπαξε η το πραγμα που πηρε με απατη η την παρακαταθηκη, που του ειχαν εμπιστευθει η το χαμενο πραγμα, που βρηκε η καθε τι, για το οποιο ορκιστηκε ψευδωσ· θα αποδωσει το κεφαλαιο του, και θα προσθεσει το ενα πεμπτο επανω σ' αυτο· σε οποιον ανηκει, σε τουτον θα το αποδωσει, την ημερα που θα φανερωθει ωσ ενοχοσ. και θα φερει στον κυριο την προσφορα του περι ανομιασ, ενα κριαρι αμωμο απο το κοπαδι, κατα την εκτιμηση σου, για προσφορα περι ανομιασ, στον ιερεα· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτον μπροστα στον κυριο· και θα του συγχωρηθει, για καθε πραγμα απο οσα επραξε, ωστε να ανομησει σ' αυτα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: προσταξε τον ααρων και τουσ γιουσ του, λεγοντασ: αυτοσ ειναι ο νομοσ του ολοκαυτωματοσ· το ολοκαυτωμα θα καιγεται επανω στο θυσιαστηριο ολοκληρη τη νυχτα μεχρι το πρωι, και η φωτια του θυσιαστηριου θα καιγεται επανω σ' αυτο. και ο ιερεασ θα ντυθει εναν λινο χιτωνα και θα φορεσει επανω στη σαρκα του μια λινη περισκελιδα, και θα αφαιρεσει τη σταχτη του ολοκαυτωματοσ, που κατεφαγε η φωτια επανω στο θυσιαστηριο· και θα τη βαλει στο πλαι του θυσιαστηριου. και θα ξεντυθει τη στολη του, και θα ντυθει μια αλλη στολη· και θα φερει τη σταχτη εξω απο το στρατοπεδο, σε εναν καθαρο τοπο. και η φωτια, που ειναι επανω στο θυσιαστηριο, θα καιει επανω σ' αυτο· δεν θα σβηστει· και ο ιερεασ θα καιει επανω σ' αυτο ξυλα καθε πρωι, και θα στοιβαξει το ολοκαυτωμα επανω σ' αυτο, και θα καιει επανω του το λιποσ τησ ειρηνικησ προσφορασ. η φωτια θα καιει παντοτινα επανω στο θυσιαστηριο· δεν θα σβηστει. κι αυτοσ ειναι ο νομοσ τησ προσφορασ απο αλφιτα· οι γιοι του ααρων θα την προσφερουν μπροστα στον κυριο, μπροστα απο το θυσιαστηριο. και θα αφαιρεσει απ' αυτη οσο χωραει το χερι του, απο το σιμιγδαλι τησ προσφορασ απο αλφιτα, μαζι με το λαδι τησ, και ολοκληρο το λιβανι, που ειναι επανω στην προσφορα απο αλφιτα· και θα το καψει επανω στο θυσιαστηριο σε οσμη ευωδιασ, ωσ αναμνηση τησ στον κυριο. κι εκεινο που εναπεμεινε απ' αυτα θα το φανε ο ααρων και οι γιοι του· αζυμο θα τρωγεται, σε εναν αγιο τοπο· στην αυλη τησ σκηνησ του μαρτυριου θα το τρωνε. δεν θα ψηθει με προζυμι· αυτο το εδωσα για δικο τουσ μεριδιο απο τισ προσφορεσ μου, που γινονται με φωτια· ειναι αγιοτατο, οπωσ η προσφορα περι αμαρτιασ, και οπωσ η προσφορα περι ανομιασ. καθε αρσενικο αναμεσα στα παιδια του ααρων θα το τρωει· αυτο θα ειναι αιωνιοσ θεσμοσ στισ γενεεσ σασ, απο τισ προσφορεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που γινονται με φωτια· καθενασ που θα τα αγγιξει, θα αγιαστει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: αυτο ειναι το δωρο του ααρων, και των γιων του, που θα προσφερουν στον κυριο, την ημερα που θα χριστει· το ενα δεκατο του εφα σιμιγδαλι σε παντοτινη προσφορα απο αλφιτα, το μισο απ' αυτη το πρωι, και το μισο απ' αυτη την εσπερα· επανω σε καψα θα ετοιμαστει, μαζι με λαδι· ψημενο θα το φερεισ· και τα ψημενα τμηματα των προσφορων απο αλφιτα θα τα προσφερεισ για οσμη ευωδιασ στον κυριο. και ο ιερεασ, ο χρισμενοσ αντι γι' αυτον, μεταξυ των γιων του, θα το προσφερει· αυτοσ ειναι αιωνιοσ θεσμοσ για τον κυριο· θα καιγεται ολοκληρωτικα. και καθε προσφορα απο αλφιτα του ιερεα θα καιγεται ολοκληρωτικα· δεν θα τρωγεται. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στον ααρων και στουσ γιουσ του, λεγοντασ: αυτοσ ειναι ο νομοσ τησ προσφορασ περι αμαρτιασ· στον τοπο οπου σφαζεται το ολοκαυτωμα, θα σφαγει η προσφορα περι αμαρτιασ, μπροστα στον κυριο· ειναι αγιοτατο. ο ιερεασ, που την προσφερει περι αμαρτιασ, θα την τρωει· θα τρωγεται σε εναν αγιο τοπο, στην αυλη τησ σκηνησ του μαρτυριου. καθε τι που θα αγγιξει το κρεασ τησ, θα ειναι αγιο· και αν ραντιστει απο το αιμα τησ επανω σε καποιο φορεμα, εκεινο, επανω στο οποιο ραντιστηκε, θα πλενεται σε εναν αγιο τοπο. και το πηλινο αγγειο, στο οποιο εβρασε, θα συντριβεται· αν, ομωσ, βρασει σε χαλκινο αγγειο, αυτο θα τριβεται με επιμελεια, και θα πλενεται με νερο. καθε αρσενικο αναμεσα στουσ ιερεισ θα τρωει απ' αυτη· ειναι αγιοτατο. και καθε προσφορα περι αμαρτιασ, απο την οποια το αιμα φερνεται στη σκηνη του μαρτυριου για να γινει εξιλεωση στο αγιαστηριο, δεν θα τρωγεται· θα καιγεται με φωτια.

7

και αυτοσ ειναι ο νομοσ τησ προσφορασ περι ανομιασ· ειναι αγιοτατο. στον τοπο οπου σφαζουν το ολοκαυτωμα, θα σφαζουν και την προσφορα περι ανομιασ· και το αιμα τησ θα ραντιζεται επανω στο θυσιαστηριο, ολογυρα. και θα προσφερεται απ' αυτη ολοκληρο το λιποσ τησ, η ουρα, και το λιποσ, που σκεπαζει ολογυρα τα εντοσθια, και τα δυο νεφρα, και το λιποσ που βρισκεται επανω τουσ, που ειναι προσ τα πλευρα, και ο επανω λοβοσ του συκωτιου, που θα αφαιρειται μαζι με τα νεφρα· και ο ιερεασ θα τα καιει επανω στο θυσιαστηριο, σε προσφορα που γινεται με φωτια στον κυριο· ειναι προσφορα περι ανομιασ. καθε αρσενικο αναμεσα στουσ ιερεισ θα την τρωει· θα τρωγεται σε αγιον τοπο· ειναι αγιοτατο. οπωσ ειναι η προσφορα περι αμαρτιασ, ετσι ειναι και η προσφορα περι ανομιασ· ενασ νομοσ ειναι γι' αυτεσ· ο ιερεασ, που κανει μ' αυτη εξιλεωση, θα την παιρνει. και ο ιερεασ που προσφερει ολοκαυτωμα για καποιον, ο ιερεασ θα παιρνει για τον εαυτο του το δερμα του ολοκαυτωματοσ, που προσφερε. και καθε προσφορα απο αλφιτα, που θα ψηνοταν σε φουρνο, και καθε τι που ετοιμαζεται σε τηγανι κι επανω σε καψα, θα ειναι του ιερεα, που την προσφερει. και καθε προσφορα απο αλφιτα, ζυμωμενη με λαδι η ξερη, θα ειναι ολων των γιων του ααρων, ισο το μεριδιο του καθενοσ. και αυτοσ ειναι ο νομοσ τησ θυσιασ τησ ειρηνικησ προσφορασ, που θα προσφερει καποιοσ στον κυριο. αν την προσφερει για ευχαριστια, τοτε θα προσφερει μαζι με την ευχαριστηρια προσφορα, πιτεσ αζυμεσ, ζυμωμενεσ με λαδι και λαγανα αζυμα, χρισμενα με λαδι, και σιμιγδαλι κατασκευασμενο, πιτεσ ζυμωμενεσ με λαδι. με τισ πιττεσ, θα προσφερει ενζυμο ψωμι, για το δωρο του, μαζι με την προσφορα για την ευχαριστια του. και απ' αυτα θα προσφερει ενα απο ολα τα δωρα του, προσφορα που υψωνεται προσ τον κυριο· αυτο θα ειναι του ιερεα, που ραντιζει το αιμα τησ ειρηνικησ προσφορασ. και το κρεασ τησ θυσιασ τησ ειρηνικησ του προσφορασ για ευχαριστια, θα τρωγεται την ιδια ημερα, που προσφερεται· δεν θα αφησουν απ' αυτο μεχρι το πρωι. και αν η θυσια τησ προσφορασ τουσ ειναι ευχη η προσφορα προαιρετικη, θα τρωγεται την ιδια ημερα, που καποιοσ προσφερει τη θυσια του· και αν μεινει κατι, αυτο θα τρωγεται την επομενη ημερα. αυτο, ομωσ, που απεμεινε απο το κρεασ μεχρι την τριτη ημερα, θα καιγεται με φωτια. και αν φαγωθει κατι απο το κρεασ τησ θυσιασ τησ ειρηνικησ προσφορασ του την τριτη ημερα, δεν θα ειναι δεκτοσ αυτοσ που την προσφερει ουτε θα λογαριαστει σ' αυτον· θα ειναι βδελυγμα· και η ψυχη, που θα ετρωγε απ' αυτο, θα βασταξει την ανομια τησ. και το κρεασ, που θα αγγιζε κατι ακαθαρτο, δεν θα τρωγεται· θα καιγεται με φωτια· για το κρεασ, ομωσ, οποιοσ ειναι καθαροσ θα τρωει κρεασ. και η ψυχη, που, εχοντασ την ακαθαρσια τησ επανω τησ, τυχον ετρωγε απο το κρεασ τησ θυσιασ τησ ειρηνικησ προσφορασ, που ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, η ψυχη αυτη θα απολεστει απο τον λαο τησ. και η ψυχη που θα αγγιζε κατι ακαθαρτο, ακαθαρσια ανθρωπου η ζωου ακαθαρτου η κατι βδελυρο ακαθαρτο, και θα ετρωγε απ' αυτο το κρεασ τησ θυσιασ τησ ειρηνικησ προσφορασ, που ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και αυτη η ψυχη θα απολεστει απο τον λαο τησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: δεν θα τρωτε καθολου λιποσ βοδιου η προβατου η κατσικιου. και το λιποσ του ψοφιου ζωου, και το λιποσ του ζωου σπαραγμενου απο θηρια, μπορει να χρησιμευει σε καθε αλλη αναγκη· δεν θα τρωτε, ομωσ, καθολου απ' αυτο. επειδη, οποιοσ φαει το λιποσ του ζωου, απο το οποιο προσφερεται θυσια, που γινεται με φωτια στον κυριο, και η ψυχη εκεινη, που θα ετρωγε, θα απολεστει απο τον λαο τησ. το ιδιο δεν θα τρωτε ουτε αιμα, ειτε πουλιου ειτε ζωου, σε κανενα απο τα σπιτια σασ. καθε ψυχη, που θα ετρωγε οποιοδηποτε αιμα, και η ψυχη εκεινη θα απολεστει απο τον λαο τησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: εκεινοσ που προσφερει τη θυσια τησ ειρηνικησ προσφορασ του στον κυριο, θα φερει το δωρο του στον κυριο απο τη θυσια τησ ειρηνικησ προσφορασ του. τα χερια του θα φερουν τισ προσφορεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που γινονται με φωτια· θα φερει το λιποσ μαζι με το στηθοσ, για να κινειται το στηθοσ σαν κινητη προσφορα μπροστα στον κυριο. και ο ιερεασ θα καιει το λιποσ επανω στο θυσιαστηριο· το στηθοσ, ομωσ, θα ειναι του ααρων και των γιων του. και θα δινετε στον ιερεα προσφορα που υψωνεται, τον δεξι ωμο, απο τισ θυσιεσ τησ ειρηνικησ προσφορασ σασ. οποιοσ απο τουσ γιουσ του ααρων προσφερει το αιμα τησ ειρηνικησ προσφορασ, και το λιποσ, θα παιρνει τον δεξι ωμο για μεριδιο του. επειδη, πηρα το κινητο στηθοσ, και τον ωμο που υψωνεται, αποτουσ γιουσ ισραηλ, απο τισ θυσιεσ τησ ειρηνικησ προσφορασ τουσ, και τα εδωσα στον ααρων τον ιερεα, και στουσ γιουσ του, σε αιωνιον θεσμο αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ. αυτο ειναι το χρισμα του ααρων, και το χρισμα των γιων του, απο τισ προσφορεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που γινονται με φωτια, την ημερα που τυσ παρεστησε για να ιερατευουν στον κυριο· το οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε να δινεται σ' αυτουσ απο τουσ γιουσ ισραηλ, την ημερα που τουσ εχρισε, σε αιωνιον θεσμο στισ γενεεσ τουσ. αυτοσ ειναι ο νομοσ του ολοκαυτωματοσ, τησ προσφορασ απο αλφιτα, και τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, και τησ προσφορασ περι ανομιασ, και των καθιερωσεων, και τησ θυσιασ τησ ειρηνικησ προσφορασ· που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση στο οροσ σινα, την ημερα που προσταξε στουσ γιουσ ισραηλ να προσφερουν στον κυριο τα δωρα τουσ, στην ερημο σινα.

8

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: παρε τον ααρων, και τουσ γιουσ του μαζι μ' αυτον, και τισ στολεσ, και το επιχρισματικο λαδι, και το μοσχαρι τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, και τα δυο κριαρια, και το κανιστρι των αζυμων. και συγκεντρωσε ολοκληρη τη συναγωγη στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και ο μωυσησ εκανε οπωσ τον προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και συγκεντρωθηκε η συναγωγη στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και ο μωυσησ ειπε στη συναγωγη: αυτοσ ειναι ο λογοσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε να γινει. και ο μωυσησ εφερε τον ααρων και τουσ γιουσ του, και τουσ ελουσε με νερο. και εβαλε επανω του τον χιτωνα, και τον εζωσε με τη ζωνη, και τον εντυσε με τον ποδηρη χιτωνα, και εβαλε επανω του το εφοδ, και τον εζωσε με την κεντητη ζωνη του εφοδ, και τον εζωσε ολογυρα μ' αυτη. και εβαλε επανω του το περιστηθιο· και στο περιστηθιο εβαλε το ουριμ και το θουμμιμ. και εβαλε τη μιτρα επανω στο κεφαλι του· και επανω στη μιτρα, απο το μπροστινο μεροσ τησ, εβαλε τη χρυση πλακα, το αγιο διαδημα, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και ο μωυσησ πηρε το επιχρισματικο λαδι, και εχρισε τη σκηνη, και ολα οσα ησαν μεσα σ' αυτη, και τα αγιασε. και απ' αυτο ραντισε επανω στο θυσιαστηριο επτα φορεσ, και εχρισε το θυσιαστηριο και ολα τα σκευη του, και τον νιπτηρα και τη βαση του, για να τα αγιασει. και εχυσε απο το επιχρισματικο λαδι επανω στο κεφαλι του ααρων, και τον εχρισε, για να τον αγιασει. και ο μωυσησ εφερε τουσ γιουσ του ααρων, και τουσ εντυσε με χιτωνεσ και τουσ εζωσε με ζωνεσ, και εβαλε επανω τουσ μιτριδια, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εφερε το μοσχαρι τησ προσφορασ περι αμαρτιασ· και ο ααρων και οι γιοι του εβαλαν τα χερια τουσ επανω στο κεφαλι του μοσχαριου τησ προσφορασ περι αμαρτιασ. και το εσφαξε, και ο μωυσησ πηρε απ το αιμα, και εβαλε επανω στα κερατα του θυσιαστηριου ολογυρα με το δαχτυλο του, και καθαρισε το θυσιαστηριο· και το αιμα το εχυσε στη βαση του θυσιαστηριου, και το αγιασε, για να κανει εξιλεωση επανω σ' αυτο. και πηρε ολο το λιποσ, που ηταν επανω στα εντοσθια, και τον λοβο του συκωτιου, και τα δυο νεφρα, και το λιποσ τουσ, και ο μωυσησ τα εκαψε επανω στο θυσιαστηριο. το μοσχαρι, ομωσ, και το δερμα του, και το κρεασ του, και τα κοπρανα του, τα εκαψε με φωτια εξω απο το στρατοπεδο, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εφερε το κριαρι του ολοκαυτωματοσ· και ο ααρων, και οι γιοι του, εβαλαν τα χερια τουσ επανω στο κεφαλι του κριαριου. και το εσφαξε, και ο μωυσησ ραντισε το αιμα επανω στο θυσιαστηριο, ολογυρα. και διαμελισε το κριαρι κατα τα μελη του· και ο μωυσησ εκαψε το κεφαλι, και τα μελη, και το λιποσ. τα εντοσθια, ομωσ, και τα ποδια τα επλυνε με νερο· και ο μωυσησ εκαψε ολοκληρο το κριαρι επανω στο θυσιαστηριο· ηταν ολοκαυτωμα σε οσμη ευωδιασ, προσφορα που γινεται στον κυριο με φωτια· καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και εφερε το δευτερο κριαρι, το κριαρι τησ καθιερωσησ· και ο ααρων και οι γιοι του εβαλαν τα χερια τουσ επανω στο κεφαλι του κριαριου. και το εσφαξε, και ο μωυσησ πηρε απο το αιμα του, και εβαλε επανω στον λοβο του δεξιου αυτιου του ααρων, και επανω στον αντιχειρα του δεξιου του χεριου, και επανω στο μεγαλο δαχτυλο του δεξιου του ποδιου. και εφερε τουσ γιουσ του ααρων, και ο μωυσησ εβαλε απο το αιμα επανω στον λοβο του δεξιου αυτιου τουσ, και επανω στουσ αντιχειρεσ των δεξιων χεριων τουσ, και επανω στα μεγαλα δαχτυλα των δεξιων ποδιων τουσ· και ο μωυσησ ραντισε το αιμα επανω στο θυσιαστηριο, ολογυρα. και πηρε το λιποσ, και την ουρα, και ολο το λιποσ, που ηταν επανω στα εντοσθια, και τον λοβο του συκωτιου, και τα δυο νεφρα, και το λιποσ τουσ, και τον δεξι ωμο· και απο το κανιστρι των αζυμων, που ηταν μπροστα στον κυριο, πηρε μια αζυμη πιτα, και ενα ψωμι λαδωμενο, και ενα λαγανο, και τα εβαλε επανω στο λιποσ, και επανω στον δεξι ωμο· και τα εβαλε ολα στα χερια του ααρων, και στα χερια των γιων του, και τα κινησε σε κινητη προσφορα μπροστα στον κυριο. και ο μωυσησ τα πηρε απο τα χερια τουσ, και τα εκαψε επανω στο θυσιαστηριο, επανω στο ολοκαυτωμα· αυτεσ ησαν καθιερωσεισ, για οσμη ευωδιασ· ηταν θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο. και ο μωυσησ αφου πηρε το στηθοσ, το κινησε σε κινητη προσφορα μπροστα στον κυριο· απο το κριαρι τησ καθιερωσησ, αυτο ηταν το μεριδιο του μωυση, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και ο μωυσησ πηρε απο το επιχρισματικο λαδι, και απο το αιμα, που ηταν επανω στο θυσιαστηριο, και ραντισε επανω στον ααρων, επανω στισ στολεσ του, κι επανω στουσ γιουσ του, κι επανω στισ στολεσ των γιων του μαζι του· και αγιασε τον ααρων, τισ στολεσ του, και τουσ γιουσ του, και τισ στολεσ των γιων του μαζι του. και ο μωυσησ ειπε στον ααρων και στουσ γιουσ του: βραστε το κρεασ στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου· και εκει φατε το, και το ψωμι που ειναι στο κανιστρι των καθιερωσεων, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με προσταξε, λεγοντασ: ο ααρων και οι γιοι του θα τα τρωνε. και το υπολοιπο του κρεατοσ και του ψωμιου θα το κατακαψετε με φωτια. και απο τη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου δεν θα βγειτε επτα ημερεσ, μεχρισ οτου συμπληρωθουν οι ημερεσ τησ καθιερωσησ σασ· επειδη, σε επτα ημερεσ θα περατωθει η καθιερωση σασ. οπωσ εκανε σ' αυτη την ημερα, ετσι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε να εκτελειται, για να γινεται εξιλεωση για σασ. θα καθησετε, λοιπον, επτα ημερεσ στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, ημερα και νυχτα· και θα τηρειτε τισ παραγγελιεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να μη πεθανετε· επειδη, ετσι προσταχθηκα. και εκανε ο ααρων και οι γιοι του ολα τα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε διαμεσου του μωυση.

9

και την ογοδη ημερα ο μωυσησ καλεσε τον ααρων, και τουσ γιουσ του, και τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ· και ειπε στον ααρων: παρε για τον εαυτο σου ενα μοσχαρι απο βοδια για προσφορα περι αμαρτιασ, και ενα κριαρι για ολοκαυτωμα, αμωμα, και να τα προσφερεισ μπροστα στον κυριο. και θα μιλησεισ στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: παρτε ενα τραγο απο κατσικια, για προσφορα περι αμαρτιασ, και ενα μοσχαρι, και ενα αρνι, χρονιαρικα, αμωμα, για ολοκαυτωμα, και ενα βοδι και ενα κριαρι, για ειρηνικη προσφορα, σε θυσια μπροστα στον κυριο, και προσφορα απο αλφιτα ζυμωμενη με λαδι· επειδη, σημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εμφανιστει σε σασ. και εφεραν ο,τι προσταξε ο μωυσησ, μπροστα στη σκηνη του μαρτυριου· και ολη η συναγωγη πλησιασε και σταθηκε μπροστα στον κυριο. και ο μωυσησ ειπε: αυτοσ ειναι ο λογοσ που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε να κανετε· και η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εμφανιστει σε σασ. και ο μωυσησ ειπε στον ααρων: πλησιασε στο θυσιαστηριο, και κανε την προσφορα σου περι αμαρτιασ, και το ολοκαυτωμα σου, και κανε εξιλεωση για τον εαυτο σου, και για τον λαο· και να προσφερεισ το δωρο του λαου, και να κανεισ εξιλεωση γι' αυτουσ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε. και ο ααρων πλησιασε στο θυσιαστηριο, και εσφαξε το μοσχαρι τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, που ηταν γι' αυτον. και οι γιοι του ααρων εφεραν σ' αυτον το αιμα· και βυθισε το δαχτυλο του στο αιμα, και εβαλε επανω στα κερατα του θυσιαστηριου, και εχυσε το αιμα στη βαση του θυσιαστηριου. το λιποσ, ομωσ, και τα νεφρα, και τον επανω λοβο του συκωτιου τησ προσφορασ περι αμαρτιασ εκαψε επανω στο θυσιαστηριο, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και το κρεασ και το δερμα τα εκαψε σε φωτια, εξω απο το στρατοπεδο. και εσφαξε το ολοκαυτωμα· και οι γιοι του ααρων παρεστησαν σ' αυτον το αιμα, και το ραντισε επανω στο θυσιαστηριο, ολογυρα. και εφεραν σ' αυτον το ολοκαυτωμα διαμελισμενο, και το κεφαλι· και τα εκαψε επανω στο θυσιαστηριο. και επλυνε τα εντοσθια και τα ποδια· και τα εκαψε επανω στο ολοκαυτωμα, επανω στο θυσιαστηριο. και προσφερε το δωρο του λαου· και πηρε τον τραγο τησ προσφορασ περι αμαρτιασ του λαου, και τον εσφαξε, και τον προσφερε περι αμαρτιασ, οπωσ και την πρωτη φορα. και προσφερε το ολοκαυτωμα, και το εκανε συμφωνα με τα διαταγμενα. και προσφεε την προσφορα απο αλφιτα· και γεμισε το χερι του απ' αυτη, και την εκαψε επανω στο θυσιαστηριο, εκτοσ απο το πρωινο ολοκαυτωμα. εσφαξε, ακομα, το βοδι και το κριαρι τησ ειρηνικησ θυσιασ, που ηταν για τον λαο· και οι γιοι του ααρων παρεστησαν σ' αυτον το αιμα και το ραντισε επανω στο θυσιαστηριο ολογυρα, και το λιποσ του βοδιου και του κριαριου, την ουρα και το λιποσ, που καλυπτει τα εντοσθια, και τα νεφρα, και τον λοβο του συκωτιου· και εβαλαν τα λιπη επανω στα στηθη, και εκαψε τα λιπη επανω στο θυσιαστηριο· και τα στηθη και τον δεξι ωμο τα κινησε ο ααρων σε κινητη προσφορα μπροστα στον κυριο, οπωσ προσταξε ο μωυσησ. και αφου ο ααρων υψωσε τα χερια του προσ τον λαο, τουσ ευλογησε· και κατεβηκε, αφου πρωτα προσφερε την προσφορα περι αμαρτιασ, και το ολοκαυτωμα, και τισ ειρηνικεσ προσφορεσ. και μπηκε μεσα ο μωυσησ και ο ααρων στη σκηνη του μαρτυριου· και οταν βγηκαν εξω, ευλογησαν τον λαο· και η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε σε ολοκληρο τον λαο. και βγηκε φωτια απο μπροστα απο τον κυριο, και κατεφαγε το ολοκαυτωμα, και τα λιπη, που ησαν επανω στο θυσιαστηριο· και οταν ολοκληροσ ο λαοσ το ειδε, αλαλαξαν, και επεσαν με το προσωπο τουσ επανω στη γη.

10

και παιρνοντασ οι γιοι του ααρων, ο ναδαβ και ο αβιουδ, καθε ενασ το θυμιατηριο του, εβαλαν σ' αυτο φωτια, κι επανω σ' αυτη εβαλαν θυμιαμα, και προσφεραν μπροστα στον κυριο ξενη φωτια, που δεν τουσ ειχε προσταξει. και βγηκε φωτια απο τον κυριο, και τουσ κατεφαγε· και πεθαναν μπροστα στον κυριο. τοτε, ο μωυσησ ειπε στον ααρων: αυτο ειναι που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε, λεγοντασ: εγω θα αγιαστω σ' εκεινουσ που με πλησιαζουν, και θα δοξαστω μπροστα σε ολοκληρο τον λαο. και ο ααρων σιωπησε. και ο μωυσησ καλεσε τον μισαηλ και τον ελισαφαν, τουσ γιουσ του οζιηλ, θειου του ααρων, και τουσ ειπε: πλησιαστε, σηκωστε τουσ αδελφουσ σασ μπροστα απο το αγιαστηριο, εξω απο το στρατοπεδο. και πλησιασαν, και τουσ σηκωσαν με τουσ χιτωνεσ τουσ εξω απο το στρατοπεδο, οπωσ ειπε ο μωυσησ. και ο μωυσησ ειπε στον ααρων, και στον ελεαζαρ, και στον ιθαμαρ, τουσ γιουσ του: μη ξεσκεπασετε τα κεφαλια σασ, μη σχισετε τα ρουχα σασ, για να μη πεθανετε, και ερθει οργη επανω σε ολοκληρη τη συναγωγη· αλλα, οι αδελφοι σασ, ολοκληροσ ο οικοσ ισραηλ, ασ κλαψουν το καψιμο που εκανε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και δεν θα βγειτε απο τη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, για να μη πεθανετε· επειδη, το επιχρισματικο λαδι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι επανω σασ. και εκαναν συμφωνα με τον λογο του μωυση. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον ααρων, λεγοντασ: κρασι και σικερα δεν θα πιειτε, εσυ, και οι γιοι σου μαζι σου,οταν μπαινετε στη σκηνη του μαρτυριου, για να μη πεθανετε· αυτο θα ειναι αιωνιοσ θεσμοσ στισ γενεεσ σασ· και για να διακρινετε αναμεσα σε αγιο και βεβηλο, και αναμεσα σε ακαθαρτο και καθαρο· και για να διδασκετε τουσ γιουσ ισραηλ ολα τα διαταγματα, οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε σ' αυτουσ διαμεσου του μωυση. και ο μωυσησ ειπε στον ααρων, και στον ελεαζαρ και στον ιθαμαρ, τουσ γιουσ του, που εναπεμειναν: παρτε την προσφορα απο αλφιτα, που απεμεινε απο τισ θυσιεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που γινονται με φωτια, και να τη φατε αζυμη, κοντα στο θυσιαστηριο· επειδη, ειναι αγιοτατο και θα τη φατε σε εναν αγιο τοπο· επειδη, ειναι το μεριδιο σου, και το μεριδιο των γιων σου, απο τισ θυσιεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που γινονται με φωτια· επειδη, ετσι προσταχθηκα· και το κινητο στηθοσ και τον ωμο που υψωνεται θα τα φατε σε εναν καθαρο τοπο, εσυ, και οι γιοι σου, και οι θυγατερεσ σου μαζι σου· επειδη, ειναι το μεριδιο σου, και το μεριδιο των γιων σου, που δοθηκε απο τισ θυσιεσ τησ ειρηνικησ προσφορασ των γιων ισραηλ· τον ωμο που υψωνεται και το κινητο στηθοσ θα τα φερουν, μαζι με τισ προσφορεσ του λιπουσ, που γινονται με φωτια, για να τα κινησουν σε μια κινητη προσφορα μπροστα στον κυριο· και θα ειναι σε σενα, και στουσ γιουσ σου μαζι σου, σε αιωνιον θεσμο, οπωσ προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο μωυσησ αναζητησε επιμελωσ τον τραγο τησ προσφορασ περι αμαρτιασ· και να, ηταν κατακαμενοσ· και θυμωσε εναντια στον ελεαζαρ κι εναντια στον ιθαμαρ, τουσ γιουσ του ααρων, που ειχαν εναπομεινει, λεγοντασ: γιατι δεν φαγατε την προσφορα περι αμαρτιασ σε εναν αγιο τοπο; επειδη, ειναι αγιοτατο· και σασ το εδωσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για να σηκωνετε την ανομια τησ συναγωγησ, ωστε να κανετε εξιλεωση γι' αυτουσ, μπροστα στον κυριο· δεστε, το αιμα του δεν φερθηκε στο αγιαστηριο· επρεπε εξαπαντοσ να το φατε στο αγιαστηριο, καθωσ ειχα προσταξει. και ο ααρων ειπε στον μωυση: δεσ, αυτοι προσφεραν σημερα την προσφορα τουσ περι αμαρτιασ, και το ολοκαυτωμα τουσ, μπροστα στον κυριο, και μου συνεβησαν τετοια πραγματα· αν, λοιπον, θα ετρωγαν και την προσφορα περι αμαρτιασ σημερα, θα ηταν αυτο αρεστο στα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; και ο μωυσησ το ακουσε, και του αρεσε.

11

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, και στον ααρων, λεγοντασ τουσ: μιληστε στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: αυτα ειναι τα ζωα, που θα τρωτε, απο ολα τα κτηνη που ειναι επανω στη γη. καθε διχηλο αναμεσα στα κτηνη, που εχει ποδι σχισμενο, και αναμασαει, θα το τρωτε. ομωσ, δεν θα τρωτε αυτα απο εκεινα που αναμασουν η απο εκεινα που ειναι διχηλα· την καμηλα, επειδη αναμασαει μεν, ομωσ δεν ειναι διχηλη· ειναι σε σασ ακαθαρτη· και τον δασυποδα, επειδη, αναμασαει μεν, ομωσ δεν ειναι διχηλοσ· ειναι σε σασ ακαθαρτοσ· και τον λαγο, επειδη αναμασαει μεν, ομωσ δεν ειναι διχηλοσ· ειναι σε σασ ακαθαρτοσ· και το γουρουνι, επειδη, ειναι μεν διχηλο, και εχει το ποδι σχισμενο, ομωσ δεν αναμασαει· ειναι σε σασ ακαθαρτοσ· απο το κρεασ τουσ δεν θα τρωτε, και το ψοφιμι τουσ δεν θα το αγγιζετε· ειναι σε σασ ακαθαρτα. αυτα θα τρωτε απο ολα οσα ειναι στα νερα· ολα οσα εχουν πτερυγια και λεπια, στα νερα, στισ θαλασσεσ, και στουσ ποταμουσ, αυτα θα τρωτε. και ολα οσα δεν εχουν πτερυγια και λεπια, στισ θαλασσεσ και στουσ ποταμουσ, απο ολα οσα κινουνται στα νερα, και απο καθε εμψυχο ζωο, που ειναι στα νερα, θα ειναι σε σασ βδελυκτα· αυτα θα ειναι εξαπαντοσ βδελυκτα σε σασ και απο το κρεασ τουσ δεν θα τρωτε, και το ψοφιμι τουσ θα το σιχαινεστε. ολα οσα ειναι στα νερα και δεν εχουν πτερυγια ουτε λεπια, θα ειναι σε σασ βδελυκτα. κι αυτα θα τα βδελυττεστε αναμεσα στα πτηνα· δεν θα τρωγονται· ειναι βδελυκτα· ο αετοσ, και ο γρυπαετοσ, και ο μαυραετοσ, και ο γυπασ, και ο ικτινοσ στο ειδοσ του· καθε κορακασ στο ειδοσ του· και η στρουθοκαμηλοσ, και η κουκουβαγια, ο ιβιδασ, και το γερακι στο ειδοσ του, και ο νυχτοκορακασ, και η αιθυα και η μεγαλη κουκουβαγια, και ο κυκνοσ, και ο πελεκανοσ, και η κισσα, και ο πελαργοσ, και ο ερωδιοσ στο ειδοσ του, και ο τσαλαπετεινοσ, και η νυχτεριδα. ολα τα φτερωτα ερπετα, που περπατουν σε τεσσερα ποδια, θα ειναι σε σασ βδελυκτα. αυτα, ομωσ, μπορειτε να τρωτε, απο καθε φτερωτο ερπετο, που περπαταει σε τεσσερα ποδια, που εχουν σκελη πισω απο τα ποδια τουσ, για να πηδουν μ' αυτα επανω στη γη· τουτα θα τρωτε απ' αυτα· τον βρουχο, στο ειδοσ του, και τον αττακη στο ειδοσ του, και τον φιδομαχο στο ειδοσ του, και την ακριδα στο ειδοσ τησ. και ολα τα φτερωτα ερπετα που εχουν τεσσερα ποδια, θα ειναι σε σασ βδελυκτα. και σ' αυτα θα ειστε ακαθαρτοι· καθενασ που αγγιζει το ψοφιμι τουσ, θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και οποιοσ βασταξει απο το ψοφιμι τουσ, θα πλυνει τα ιματια του, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. απο ολα τα κτηνη, οσα ειναι διχηλα, αλλα το ποδι τουσ δεν ειναι σχισμενο ουτε αναμασουν, θα ειναι σε σασ ακαθαρτα· καθενασ που τα αγγιζει θα ειναι ακαθαρτοσ. και οσα περπατουν στισ παλαμεσ τουσ, αναμεσα σε ολα τα ζωα που περπατουν σε τεσσερα ποδια, θα ειναι σε σασ ακαθαρτα· καθενασ που αγγιζει το ψοφιμι τουσ, θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και οποιοσ σηκωσει το ψοφιμι τουσ, θα πλυνει τα ιματια του, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα· αυτα θα ειναι σε σασ ακαθαρτα. κι αυτα θα ειναι ακαθαρτα σε σασ, αναμεσα στα ερπετα που σερνονται επανω στη γη· η γατα, και το ποντικι, και η χελωνα συμφωνα με το ειδοσ τησ· και ο σκαντζοχοιροσ, και ο χαμαιλεοντασ, και η σαυρα, και ο σαμιαμιθοσ, και ο ασπαλακασ. αυτα ειναι ακαθαρτα σε σασ, αναμεσα σε ολα τα ερπετα· καθενασ που τα αγγιζει αυτα ψοφια, θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και καθε πραγμα, επανω στο οποιο τυχον πεσει κατι απ' αυτα οταν ειναι ψοφια, θα ειναι ακαθαρτο· καθε σκευοσ ξυλινο η ιματιο η δερμα η σακοσ η οποιοδηποτε σκευοσ, στο οποιο γινεται εργασια, θα μπει σε νερο, και θα ειναι ακαθαρτο μεχρι την εσπερα· τοτε θα ειναι καθαρο· και καθε πηλινο σκευοσ, στο οποιο πεσει κατι απ' αυτα, καθε τι που ειναι μεσα σ' αυτο θα ειναι ακαθαρτο· κι αυτο θα το σπασετε· απο καθε φαγητο που τρωγεται, στο οποιο μπαινει νερο, θα ειναι ακαθαρτο· και καθε ποτο, που πινεται σε οποιοδηποτε σκευοσ, θα ειναι ακαθαρτο. και καθε πραγμα, επανω στο οποιο θα πεσει απο το ψοφιμι τουσ, θα ειναι ακαθαρτο· φουρνο η εστια, θα γκρεμιστουν· ειναι ακαθαρτα, και ακαθαρτα θα ειναι σε σασ. πηγη, ομωσ, η λακκοσ, συναξη νερων, θα ειναι καθαρο· αλλα ο,τι αγγιξει το ψοφιμι τουσ, θα ειναι ακαθαρτο. και αν πεσει το ψοφιμι τουσ επανω σε καοιον σπορο καταλληλον για σπορα, που προκειται να σπαρει, θα ειναι καθαροσ. αν, ομωσ, επιχυθει νερο επανω στον σπορο, και πεσει απο το ψοφιμι τουσ, θα ειναι σε σασ ακαθαρτοσ. και αν ψοφησει καποιο απο τα κτηνη σασ, που μπορειτε να τρωτε, οποιοσ αγγιξει το ψοφιμι του, θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και οποιοσ φαει απο το ψοφιμι του, θα πλυνει τα ιματια του, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα· και οποιοσ κρατησει το ψοφιμι του, θα πλυνει τα ιματια του, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και καθε ερπετο, που σερνεται επανω στη γη, θα ειναι βδελυγμα· δεν θα τρωγεται. καθε τι που περπαταει επανω στην κοιλια, και καθε τι που περπαταει σε τεσσερα ποδια η καθε τι που εχει πολλα ποδια, αναμεσα σε ολα τα ερπετα, που σερνονται επανω στη γη, αυτα δεν θα τα τρωτε, επειδη ειναι βδελυγμα. δεν θα κανετε βδελυκτεσ τισ ψυχεσ σασ με κανενα ερπετο που σερνεται ουτε θα μολυνθειτε μ' αυτα, ωστε μ' αυτα να γινετε ακαθαρτοι. επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ· θα αγιαστειτε, και θα ειστε αγιοι, επειδη εγω ειμαι αγιοσ· και δεν θα μολυνετε τισ ψυχεσ σασ με κανενα ερπετο, που σερνεται επανω στη γη. επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που σασ ανεβασα απο τη γη τησ αιγυπτου, για να ειμαι θεοσ σασ· θα ειστε, λοιπον, αγιοι, επειδη εγω ειμαι αγιοσ. αυτοσ ειναι ο νομοσ για τα κτηνη, και για τα πτηνα, και για καθε εμψυχο ον, που κινειται στα νερα, και για καθε ον, που σερνεται επανω στη γη· για να διακρινετε αναμεσα στο ακαθαρτο και το καθαρο, και αναμεσα στα ζωα που τρωγονται, και τα ζωα που δεν τρωγονται.

12

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: αν μια γυναικα συλλαβει και γεννησει αρσενικο, τοτε θα ειναι ακαθαρτη επτα ημερεσ· και στισ ημερεσ του χωρισμου για τα γυναικεια τησ, θα ειναι ακαθαρτη. και την ογδοη ημερα θα περιτεμνεται η σαρκα τησ ακροβυστιασ του. κι ακομα, 33 ημερεσ θα μεινει στο αιμα του καθαρισμου τησ· δεν θα αγγιξει κανενα αγιο πραγμα, και δεν θα μπει μεσα στο αγιαστηριο, μεχρισ οτου συμπληρωθουν οι ημερεσ του καθαρισμου τησ. αλλα, αν γεννησει θηλυκο, τοτε θα ειναι ακαθαρτη δυο εβδομαδεσ, οπωσ στον χωρισμο τησ· και θα μεινει ακομα στο αιμα του καθαρισμου τησ 66 ημερεσ. και αφου συμπληρωθουν οι ημερεσ του καθαρισμου τησ, για τον γιο η για τη θυγατερα, θα φερει ενα αρνι χρονιαρικο για ολοκαυτωμα, και εναν νεοσσο περιστεριου η τρυγονιου, για προσφορα περι αμαρτιασ, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, στον ιερεα· αυτοσ, τοτε, θα το προσφερει μπροστα στον κυριο, και θα κανει εξιλεωση γι' αυτη, και θα καθαριστει απο τη ροη του αιματοσ τησ. αυτοσ ειναι ο νομοσ γι' αυτη που γενναει αρσενικο η θηλυκο. αν, ομωσ, δεν ευπορει να φερει ενα αρνι, τοτε θα φερει δυο τρυγονια η δυο νεοσσουσ περιστεριων, ενα για το ολοκαυτωμα, και ενα για προσφορα περι αμαρτιασ· και θα κανει εξιλεωση γι' αυτην ο ιερεασ, και θα καθαριστει.

13

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, και στον ααρων, λεγοντασ: οταν καποιοσ ανθρωποσ εχει επανω στο δερμα τησ σαρκασ του ενα πρηξιμο η ψωρα η ενα εξανθημα, και στο δερμα τησ σαρκασ του γινει μια πληγη λεπρασ, τοτε θα φερθει στον ααρων, τον ιερεα, η σε εναν απο τουσ γιουσ του, τουσ ιερεισ· και ο ιερεασ θα επιθεωρησει την πληγη στο δερμα τησ σαρκασ. και αν η τριχα στην πληγη μεταβληθηκε σε ασπρη, και η πληγη στην οψη ειναι βαθυτερη απο το δερμα τησ σαρκασ του, ειναι πληγη λεπρασ· και ο ιερεασ θα τον επιθεωρησει, και θα τον κρινει ακαθαρτο. αλλα, αν το εξανθημα ειναι ασπρο στο δερμα τησ σαρκασ του, και στην οψη δεν ειναι βαθυτερο απο το δερμα, και η τριχα του δεν μεταβληθηκε σε ασπρη, τοτε ο ιερεασ θα κλεισει αυτον που εχει την πληγη επτα ημερεσ· και την εβδομη ημερα θα τον επιθεωρησει ο ιερεασ· και να, αν δει οτι η πληγη ειναι σε στασιμοτητα και η πληγη δεν απλωθηκε στο δερμα, τοτε θα τον κλεισει ο ιερεασ αλλεσ επτα ημερεσ· και θα τον επιθεωρησει ο ιερεασ την εβδομη ημερα για δευτερη φορα· και να, αν η πληγη αμαυρωθηκε, και δεν απλωθηκε η πληγη στο δερμα, θα τον κρινει ο ιερεασ καθαρον· αυτη ειναι ψωρα· και θα πλυνει τα ιματια του, και θα ειναι καθαροσ. αν, ομωσ, η ψωρα απλωθηκε περισσοτερο επανω στο δερμα, αφου επιθεωρηθηκε απο τον ιερεα για τον καθαρισμο του, θα επιδειχθει ξανα στον ιερεα. και αν ο ιερεασ δει, οτι απλωθηκε η ψωρα επανω στο δερμα, τοτε θα τον κρινει ο ιερεασ ακαθαρτον· ειναι λεπρα. οταν η πληγη τησ λεπρασ ειναι σε ανθρωπο, τοτε θα φερθει στον ιερεα· και θα τον επιθεωρησει ο ιερεασ· και να, αν το πρηξιμο ειναι ασπρο στο δερμα, και μετεβαλε την τριχα σε ασπρη και βρισκεται ζωντανο κρεασ στο πρηξιμο, ειναι λεπρα παλια στο δερμα τησ σαρκασ του, και ο ιερεασ θα τον κρινει ακαθαρτον· δεν θα τον κλεισει, επειδη, ειναι ακαθαρτοσ. αλλα, αν η λεπρα απλωθηκε πολυ επανω στο δερμα, και η λεπρα σκεπασε ολο το δερμα εκεινου που εχει την πληγη, απο το κεφαλι του και μεχρι τα ποδια του, οπου και αν τον επιθεωρησει ο ιερεασ, τοτε θα τον επιθεωρησει ο ιερεασ, και να, αν η λεπρα σκεπασε ολοκληρη τη σαρκα του, θα κρινει καθαρον αυτον που εχει την πληγη· αυτη μεταβληθηκε ολοκληρη σε ασπρη· ειναι καθαροσ. αλλα, την οποιαδηποτε ημερα φανει σ' αυτον ζωντανο κρεασ, θα ειναι ακαθαρτοσ. και ο ιερεασ θα επιθεωρησει το ζωντανο κρεασ, και θα τον κρινει ακαθαρτον· το ζωντανο κρεασ ειναι ακαθαρτο· ειναι λεπρα. η, αν το ζωντανο κρεασ αλλαξει παλι, και μεταβληθει σε ασπρο, θαρθει στον ιερεα. και θα τον επιθεωρησει ο ιερεασ· και να, αν η πληγη μεταβληθηκε σε ασπρη, τοτε ο ιερεασ θα κρινει αυτον που εχει την πληγη καθαρον· ειναι καθαροσ. και η σαρκα επανω στο δερμα τησ οποιασ ηταν ελκοσ, και γιατρευτηκε, και στον τοπο του ελκουσ εγινε πρηξιμο ασπρο η εξανθημα ασπρο κοκκινωπο, θα επιδειχθει στον ιερεα· και ο ιερεασ θα επιθεωρησει, και να, αν φαινεται βαθυτερο απο το δερμα, και η τριχα του μεταβληθηκε σε ασπρη, θα τον κρινει ο ιερεασ ακαθαρτον· ειναι πληγη λεπρασ, που εξανθησε στο ελκοσ. και αν ο ιερεασ το επιθεωρησει, και να, δεν ειναι σ' αυτο ασπρεσ τριχεσ, και δεν ειναι βαθυτερο απο το δερμα, και ειναι αμαυρωμενο, τοτε ο ιερεασ θα τον κλεισει επτα ημερεσ· και αν απλωθηκε πολυ επανω στο δερμα, τοτε θα τον κρινει ο ιερεασ ακαθαρτον· ειναι πληγη. αλλα, αν το εξανθημα μενει στον τοπο του, και δεν απλωθηκε, αυτο ειναι ουλη του ελκουσ· και θα τον κρινει ο ιερεασ καθαρον. και αν ειναι κρεασ, που εχει επανω στο δερμα του μια καυστικη φλογωση, και το ζωντανο κρεασ, του φλογισμενου μερουσ, εχει ενα ασπρο εξανθημα, κοκκινωπο η κατασπρο, τοτε ο ιερεασ θα το επιθεωρησει· και να, αν η τριχα στο εξανθημα μεταβληθηκε σε ασπρη, και στην οψη ειναι βαθυτερο απο το δερμα, ειναι λεπρα που εξανθησε στη φλογωση· και θα τον κρινει ο ιερεασ ακαθαρτον· ειναι πληγη λεπρασ. αλλα, αν ο ιερεασ το επιθεωρησει, και να, δεν ειναι ασπρη η τριχα στο εξανθημα, και δεν ειναι βαθυτερο απο το δερμα, και ειναι αμαυρωμενο, τοτε θα τον κλεισει ο ιερεασ επτα ημερεσ· και ο ιερεασ θα τον επιθεωρησει την εβδομη ημερα· και αν αυτο απλωθηκε πολυ στο δερμα, τοτε ο ιερεασ θα τον κρινει ακαθαρτον· ειναι πληγη λεπρασ. και αν το εξανθημα μενει στον τοπο του, και δεν απλωθηκε επανω στο δερμα, και ειναι αμαυρωμενο, ειναι πρηξιμο φλογωσησ, και θα τον κρινει ο ιερεασ καθαρον· επειδη, ειναι ουλη τησ φλογωσησ. και αν ενασ ανδρασ, η μια γυναικα, εχει πληγη στο κεφαλι στο πηγουνι, τοτε ο ιερεασ θα επιθεωρησει την πληγη· και να, αν η οψη ειναι βαθυτερη απο το δερμα, και υπαρχει σ' αυτην τριχα που ξανθιζει, τοτε ο ιερεασ θα τον κρινει ακαθαρτον· ειναι κασιδα, λεπρα του κεφαλιου η του πηγουνιου. και αν ο ιερεασ επιθεωρησει την πληγη τησ κασιδασ, και να, στην οψη δεν ειναι βαθυτερη απο το δερμα, και δεν ειναι σ' αυτη τριχα μαυρη, τοτε ο ιερεασ θα κλεισει αυτον που εχει την πληγη τησ κασιδασ επτα ημερεσ· και ο ιερεασ θα επιθεωρησει την πληγη την εβδομη ημερα· και να, αν δεν απλωθηκε η κασιδα, και δεν ειναι σ' αυτην τριχα που ξανθιζει, και στην οψη η κασιδα δεν ειναι βαθυτερη απο το δερμα, αυτοσ θα ξυριστει, αλλ' η κασιδα δεν θα ξυριστει· και ο ιερεασ θα κλεισει αυτον που εχει την κασιδα αλλεσ επτα ημερεσ. και την εβδομη ημερα θα επιθεωρησει ο ιερεασ την κασιδα· και να, αν η κασιδα δεν απλωθηκε στο δερμα, και στην οψη δεν ειναι βαθυτερη απο το δερμα, τοτε ο ιερεασ θα τον κρινει καθαρον· κι αυτοσ θα πλυνει τα ιματια του, και θα ειναι καθαροσ. αλλα, αν η κασιδα απλωθηκε πολυ επανω στο δερμα μετα τον καθαρισμο του, τοτε θα τον επιθεωρησει ο ιερεασ· και να, αν η κασιδα απλωθηκε επανω στο δερμα, δεν θα ερευνησει ο ιερεασ για την τριχα που ξανθιζει· ειναι ακαθαρτοσ. αλλα, αν θεωρησει οτι η κασιδα ειναι σε στασιμοτητα και εκφυεται σ' αυτη μαυρη τριχα, η κασιδα ειναι θεραπευμενη· ειναι καθαροσ· και θα τον κρινει ο ιερεασ καθαρον. και αν ενασ ανδρασ η μια γυναικα εχουν επανω στο δερμα τησ σαρκασ τουσ εξανθηματα, εξανθηματα λευκωπα, τοτε ο ιερεασ θα τα επιθεωρησει· και να, αν τα εξανθηματα επανω στο δερμα τησ σαρκασ τουσ ειναι υπολευκα, ειναι κηλιδα σε εξανθηση επανω στο δερμα· ειναι καθαροσ. και αν το κεφαλι καποιου μαδησει, αυτοσ ειναι φαλακροσ· ειναι καθαροσ. και αν το κεφαλι μαδησει προσ το προσωπο, ειναι σε ξεκινημα φαλακρωσησ· ειναι καθαροσ. αλλ' αν στο φαλακρωμα η στο ξεκινημα τησ φαλακρωσησ ειναι μια κοκκινωπη πληγη ασπρη, ειναι λεπρα, που εξανθησε στο φαλακρωμα του η στο ξεκινημα τησ φαλακρωσησ του. και ο ιερεασ θα τον επιθεωρησει· και να, αν το πρηξιμο τησ πληγησ ειναι ασπρο κοκκινωπο στο φαλακρωμα του η στο ξεκινημα τησ φαλακρωσησ του, οπωσ το φαινομενο τησ λεπρασ επανω στο δερμα τησ σαρκασ, ο ανθρωποσ ειναι λεπροσ, ειναι ακαθαρτοσ· θα τον κρινει ο ιερεασ ολοκληρωτικα ακαθαρτον· η πληγη του ειναι στο κεφαλι του. και τα ιματια του λεπρου, στον οποιο ειναι η πληγη, θα σχιστουν, και το κεφαλι του θα ειναι ξεσκεπαστο, και θα σκεπασει το επανω χειλοσ, και θα φωναζει: «ακαθαρτοσ, ακαθαρτοσ». ολεσ τισ ημερεσ κατα τισ οποιεσ θα ειναι σ' αυτον η πληγη, θα ειναι ακαθαρτοσ· ειναι ακαθαρτοσ· θα κατοικει μονοσ· εξω απο το στρατοπεδο θα ειναι η κατοικια του. και αν υπαρχει πληγη λεπρασ σε ιματιο, σε ιματιο μαλλινο η σε ιματιο λινο, ειτε σε στημονι ειτε σε υφαδι, απο λινο η απο μαλλι, ειτε σε δερμα ειτε σε καθε πραγμα κατασκευασμενο απο δερμα, και η πληγη ειναι πρασινωπη η κοκκινωπη, στο ιματιο η στο δερμα η στο στημονι η στο υφαδι η σε καθε σκευοσ δερματινο, ειναι πληγη λεπρασ, και θα επιδειχθει στον ιερεα· και ο ιερεασ θα επιθεωρησει την πληγη, και θα κλεισει αυτο που εχει την πληγη επτα ημερεσ. και θα επιθεωρησει την πληγη την εβδομη ημερα· αν η πληγη απλωθηκε επανω στο ιματιο η επανω στο στημονι η επανω στο υφαδι η επανω στο δερμα, καθε πραγματοσ, που ειναι κατασκευασμενο απο δερμα, η πληγη ειναι διαβρωτικη λεπρα· αυτο ειναι ακαθαρτο. και θα καψει το ιματιο η το στημονι η το υφαδι, μαλλινο η λινο η καθε σκευοσ δερματινο επανω στο οποιο ειναι η πληγη· επειδη, ειναι διαβρωτικη λεπρα· θα καει με φωτια. και αν ο ιερεασ δει, και να, η πληγη δεν απλωθηκε επανω στο ιματιο, ειτε επανω στο στημονι ειτε επανω στο υφαδι η επανω σε καθε δερματινο σκευοσ, τοτε ο ιερεασ θα προσταξει να πλυθει αυτο που εχει την πληγη, και θα το κλεισει αλλεσ επτα ημερεσ· και ο ιερεασ θα επιθεωρησει την πληγη, αφου θα εχει πλυθει· και να, αν η πληγη δεν αλλαξε το χρωμα τησ, και δεν απλωθηκε η πληγη, ειναι ακαθαρτο· με φωτια θα το καψεισ· ειναι διαβρωτικο, που προχωρει απο κατω η απο πανω. και αν ο ιερεασ δει, και να, η πληγη, αφου εχει πλυθει, ειναι αμαυρωμενη, τοτε θα την αποκοψει απο το ιματιο η απο το δερμα η απο το στημονι η απο το υφαδι. αλλ' αν φανει ακομα επανω στο ιματιο η επανω στο στημονι η επανω στο υφαδι η επανω σε καθε σκευοσ δερματινο, ειναι λεπρα σε εξανθηση· με φωτια θα καψεισ αυτο που εχει την πληγη. και το ιματιο η το στημονι η το υφαδι η καθε δερματινο σκευοσ, που θα επλενεσ, αν η πληγη εξαλειφθηκε απ' αυτα, τοτε θα πλυθει για δευτερη φορα, και θα ειναι καθαρο. αυτοσ ειναι ο νομοσ τησ πληγησ τησ λεπρασ επανω σε ιματιο μαλλινο η λινο, ειτε στημονι ειτε υφαδι ειτε καθε σκευοσ δερματινο, για να κρινεται καθαρο η να κρινεται ακαθαρτο.

14

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: αυτοσ ειναι ο νομοσ του λεπρου, για την ημερα του καθαρισμου του· θα φερθει στον ιερεα· και ο ιερεασ θα βγει εξω απο το στρατοπεδο, και ο ιερεασ θα επιθεωρησει, και να, αν γιατρευτηκε η πληγη τησ λεπρασ στον λεπρο, τοτε ο ιερεασ θα προσταξει να παρουν, γι' αυτον που καθαριζεται, δυο ζωντανα πουλια, καθαρα, και κεδρινο ξυλο, και κοκκινο, και υσσωπο. και ο ιερεασ θα προσταξει να σφαξουν το ενα πουλι σε ενα πηλινο σκευοσ επανω απο τρεχουμενο νερο· και θα παρει το ζωντανο πουλι, και το κεδρινο ξυλο, και το κοκκινο, και τον υσσωπο, και θα τα βυθισει, καθωσ και το ζωντανο πουλι, στο αιμα του σφαγμενου πουλιου επανω απο το τρεχουμενο νερο· και θα ραντισει επανω σ' αυτον που καθαριζεται απο τη λεπρα επτα φορεσ, και θα τον κρινει καθαρον· και θα απολυσει το ζωντανο πουλι προσ την κατευθυνση τησ πεδιαδασ. κι αυτοσ που καθαριζεται θα πλυνει τα ιματια του, και θα ξυρισει ολεσ τισ τριχεσ του, και θα λουστει με νερο, και θα ειναι καθαροσ· και υστερα απ' αυτα θαρθει στο στρατοπεδο, και θα διαμεινει εξω απο τη σκηνη του επτα ημερεσ. και την εβδομη ημερα θα ξυρισει ολεσ τισ τριχεσ του, το κεφαλι του, και το πηγουνι του, και τα φρυδια του, και θα ξυρισει ολεσ τισ τριχεσ του· και θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουσει το σωμα του με νερο, και θα ειναι καθαροσ. και την ογδοη ημερα θα παρει δυο αρσενικα αρνια, αμωμα, και ενα θηλυκο αρνι, χρονιαρικο, αμωμο, και τρια δεκατα σιμιγδαλι για προσφορα απο αλφιτα, ζυμωμενη με λαδι, και ενα λογ λαδιου· και ο ιερεασ, που καθαριζει, θα παραστησει τον ανθρωπο που καθαριζεται, καθωσ κι αυτα, μποστα στον κυριο, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και ο ιερεασ θα παρει το ενα αρσενικο αρνι, και θα το προσφερει για προσφορα περι ανομιασ, και το λογ του λαδιου και θα τα κινησει σε κινητη προσφορα μπροστα στον κυριο. και θα σφαξει το αρνι, στον τοπο οπου σφαζουν την προσφορα περι αμαρτιασ και το ολοκαυτωμα, στον αγιο τοπο· επειδη, καθωσ ειναι η προσφορα περι αμαρτιασ, ειναι του ιερεα και η προσφορα περι ανομιασ· ειναι αγιοτατο. και ο ιερεασ θα παρει απο το αιμα τησ προσφορασ περι ανομιασ, και ο ιερεασ θα το βαλει επανω στον λοβο του δεξιου αυτιου εκεινου που καθαριζεται, κι επανω στον αντιχειρα του δεξιου του χεριου, κι επανω στο μεγαλο δαχτυλο του δεξιου του ποδιου· και ο ιερεασ θα παρει απο το λογ του λαδιου, και θα το χυσει στην παλαμη του αριστερου του χεριου· και ο ιερεασ θα βυθισει το δεξι του δαχτυλο στο λαδι, που ειναι στην αριστερη του παλαμη, και θα ραντισει απο το λαδι, με το δαχτυλο του, επτα φορεσ μπροστα στον κυριο· και απο το υπολοιπο του λαδιου, που ειναι στην παλαμη του, ο ιερεασ θα βαλει επανω στον λοβο του δεξιου αυτιου εκεινου που καθαριζεται, κι επανω στον αντιχειρα του δεξιου του χεριου, κι επανω στο μεγαλο δαχτυλο του δεξιου του ποδιου, επανω στο αιμα τησ προσφορασ περι ανομιασ· και το λαδι, που απεμεινε απ' αυτο στην παλαμη του ιερεα, θα το χυσει επανω στο κεφαλι εκεινου που καθαριζεται· και ο ιερεασ θακανει εξιλεωση γι' αυτον μπροστα στον κυριο. και ο ιερεασ θα προσφερει την προσφορα περι αμαρτιασ, και θα κανει εξιλεωση γι' αυτον που καθαριζεται απο την ακαθαρσια του· και επειτα, θα σφαξει το ολοκαυτωμα. και ο ιερεασ θα προσφερει το ολοκαυτωμα και την προσφορα απο αλφιτα επανω στο θυσιαστηριο· και ο ιερεασ θα κανει γι' αυτον εξιλεωση, και θα ειναι καθαροσ. και αν ειναι φτωχοσ, και δεν ευπορει να φερει τοσα, τοτε θα παρει ενα αρνι για προσφορα κινητη περι ανομιασ, για να κανει εξιλεωση γι' αυτον, και ενα δεκατο σιμιγδαλι ζυμωμενο μαζι με λαδι για την προσφορα απο αλφιτα, και ενα λογ λαδι, και δυο τρυγονια η δυο νεοσσουσ περιστεριων, οπωσ ευπορει για να φερει· και το μεν ενα θα ειναι για την προσφορα περι αμαρτιασ, το αλλο δε για το ολοκαυτωμα. και θα τα φερει την ογδοη ημερα για τον καθαρισμο του στον ιερεα, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, μπροστα στον κυριο. και ο ιερεασ θα παρει το αρνι τησ προσφορασ περι ανομιασ και το λογ του λαδιου, και ο ιερεασ θα τα κινησει σε κινητη προσφορα μπροστα στον κυριο. και θα σφαξει το αρνι τησ προσφορασ περι ανομιασ· και ο ιερεασ θα παρει απο το αιμα τησ προσφορασ περι ανομιασ, και θα το βαλει επανω στον λοβο του δεξιου αυτιου εκεινου που καθαριζεται, κι επανω στον αντιχειρα του δεξιου του χεριου, κι επανω στο μεγαλο δαχτυλο του δεξιου του ποδιου· και ο ιερεασ θα χυσει απο το λαδι στην παλαμη του αριστερου του χεριου· και ο ιερεασ θα ραντισει με το δεξι του δαχτυλο, απο το λαδι, που ειναι στην αριστερη του παλαμη, επτα φορεσ μπροστα στον κυριο· και ο ιερεασ θα βαλει απο το λαδι, που ειναι στην παλαμη του, επανω στον λοβο του δεξιου αυτιου, εκεινου που καθαριζεται, κι επανω στον αντιχειρα του δεξιου του χεριου, κι επανω στο μεγαλο δαχτυλο του δεξιου του ποδιου, επανω στον τοπο του αιματοσ τησ προσφορασ περι ανομιασ· και το λαδι που απεμεινε, που ηταν στην παλαμη του ιερεα, θα το βαλει επανω στο κεφαλι εκεινου που καθαριζεται για να κανει εξιλεωση γι' αυτον μπροστα στον κυριο. και θα προσφερει το ενα απο τα τρυγονια η απο τουσ νεοσσουσ των περιστεριων, οπωσ ευπορει να φερει· οπωσ ευπορει να φερει, το ενα μεν για προσφορα περι αμαρτιασ, το αλλο δε για το ολοκαυτωμα, μαζι με την προσφορα απο αλφιτα· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτον που καθαριζεται, μπροστα στον κυριο. αυτοσ ειναι ο νομοσ γι' αυτον που εχει πληγη λεπρασ, που δεν ευπορει να φερει τα αναγκαια για τον καθαρισμο του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση και στον ααρων, λεγοντασ: οταν μπειτε μεσα στη γη χανααν, που εγω σασ δινω για ιδιοκτησια, και βαλω την πληγη τησ λεπρασ σε καποιο σπιτι τησ γησ τησ ιδιοκτησιασ σασ· κι εκεινοσ, στον οποιο ανηκει το σπιτι, ερθει και αναγγειλει στον ιερεα λεγοντασ: μου φανηκε σαν πληγη στο σπιτι· τοτε, ο ιερεασ θα προσταξει να αδειασουν το σπιτι, πριν ο ιερεασ παει για να επιθεωρησει την πληγη, για να μη γινουν ακαθαρτα ολα τα υπαρχοντα μεσα στο σπιτι· και υστερα, ο ιερεασ θα μπει μεσα για να επιθεωρησει το σπιτι· και θα επιθεωρησει την πληγη· και να, αν η πληγη ειναι στουσ τοιχουσ του σπιτιου, με κοιλωματα που πρασινιζουν η κοκκινωπα, και η οψη τησ ειναι βαθυτερη απο τον τοιχο· τοτε, ο ιερεασ θα βγει εξω απο το σπιτι, στη θυρα του σπιτιου, και θα κλεισει το σπιτι επτα ημερεσ. και ο ιερεασ θα επιστρεψει την εβδομη ημερα, και θα την επιθεωρησει· και να, αν η πληγη εξαπλωθηκε στουσ τοιχουσ του σπιτιου, τοτε ο ιερεασ θα διαταξει να βγαλουν τισ πετρεσ, στισ οποιεσ βρισκεται η πληγη, και θα τισ ριξουν εξω απο την πολη σε ακαθαρτον τοπο. και θα κανει να αποξυσουν το σπιτι απο μεσα, ολογυρα, και να ριξουν το αποξυσμενο χωμα εξω απο την πολη σε ακαθαρτον τοπο· και θα παρουν αλλεσ πετρεσ, και θα τισ βαλουν αντι για τισ πετρεσ εκεινεσ· και θα παρουν αλλο χωμα, και θα επιχρισουν το σπιτι. και αν η πληγη ερθει ξανα, και ξαναφανει στο σπιτι, αφου ειχαν βγαλει τισ πετρεσ, και αφου απεξυσαν το σπιτι, και αφου αυτο επιχριστηκε, τοτε, ο ιερεασ θα μπει μεσα και θα επιθεωρησει· και να, αν η πληγη εξαπλωθηκε στο σπιτι, ειναι διαβρωτικη λεπρα στο σπιτι· ειναι ακαθαρτο. και θα γκρεμισουν το σπιτι, τισ πετρεσ του, και τα ξυλα του, και ολοκληρο το χωμα του σπιτιου· και θα τα φερουν εξω απο την πολη σε ακαθαρτον τοπο. και οποιοσ μπει μεσα στο σπιτι, καθ' ολεσ τισ ημερεσ κατα τισ οποιεσ ειναι κλεισμενο, θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και οποιοσ κοιμηθει στο σπιτι, θα πλυνει τα ιματια του· και οποιοσ φαει στο σπιτι θα πλυνει τα ιματια του. αλλα, αν ο ιερεασ, αφου μεσα και επιθεωρησει, και να, δεν απλωθηκε η πληγη στο σπιτι, αφου επιχριστηκε το σπιτι, τοτε ο ιερεασ θα κρινει το σπιτι καθαρο, επειδη γιατρευτηκε η πληγη. και θα παρει, για να καθαρισει το σπιτι, δυο πουλια, και κεδρινο ξυλο, και κοκκινο, και υσσωπο. και θα σφαξει το ενα πουλι σε πηλινο σκευοσ, επανω απο τρεχουμενο νερο. και θα παρει το κεδρινο ξυλο, και τον υσσωπο, και το κοκκινο, και το ζωντανο πουλι, και θα τα βυθισει στο αιμα του σφαγμενου πουλιου, και στο τρεχουμενο νερο και θα ραντισει το σπιτι επτα φορεσ. και θα καθαρισει το σπιτι με το αιμα του πουλιου, και με το τρεχουμενο νερο, και με το ζωντανο πουλι, και με το κεδρινο ξυλο, και με τον υσσωπο, και με το κοκκινο. το ζωντανο πουλι, ομωσ, θα το απολυσει εξω απο την πολη, προσ την κατευθυνση τησ πεδιαδασ, και θα κανει εξιλεωση για το σπιτι· και θα ειναι καθαρο. αυτοσ ειναι ο νομοσ για καθε πληγη λεπρασ, και κασιδασ, και για λεπρα ιματιου και σπιτιου, και για πρηξιμο, και για ψωρα, και για εξανθημα· για να γινεται γνωστο ποτε ειναι κατι ακαθαρτο, και ποτε καθαρο· αυτοσ ειναι ο νομοσ για τη λεπρα.

15

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση και στον ααρων, εγοντασ: μιληστε στουσ γιουσ ισραηλ, και πειτε τουσ: αν καποιοσ ανθρωποσ εχει ρευση απο το σωμα του, εξαιτιασ τησ ρευσησ του ειναι ακαθαρτοσ. κι αυτη θα ειναι η ακαθαρσια του στη ρευση του· και οταν το σωμα του ρεει τη ρευση του, και οταν το σωμα παυσει απο τη ρευση του· ειναι σ' αυτον η ακαθαρσια. καθε κρεβατι, στο οποιο τυχον κοιμηθει εκεινοσ που εχει τη ρευση, θα ειναι ακαθαρτο· και καθε σκευοσ στο οποιο τυχον καθησει, θα ειναι ακαθαρτο. και ο ανθρωποσ, που θα αγγιξει το κρεβατι του, θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουστει με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και οποιοσ καθησει επανω, στο σκευοσ στο οποιο καθησε εκεινοσ που εχει τη ρευση, θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουστει με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και οποιοσ αγγιξει το σωμα εκεινου που εχει τη ρευση, θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουστει με νερο και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και αν εκεινοσ που εχει τη ρευση φτυσει επανω στον καθαρο, αυτοσ θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουστει με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και καθε σαμαρι, επανω στο οποιο τυχον καθησει εκεινοσ που εχει τη ρευση θα ειναι ακαθαρτο. και οποιοσ αγγιξει ολα οσα θα ησαν απο κατω του, θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα· και οποιοσ θα τα σηκωσει, θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουστει με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και οποιον αγγιξει εκεινοσ που εχει τη ρευση, χωρισ να εχει πλυμενα τα χερια του με νερο, αυτοσ θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουστει με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και το πηλινο σκευοσ που τυχον αγγιξει εκεινοσ που εχει τη ρευση, θα συντριφτει· και καθε ξυλινο σκευοσ θα πλυθει με νερο. και αφου καθαριστει απο τη ρευση του, εκεινοσ που εχει τη ρευση, τοτε θα ριθμησει μονοσ του επτα ημερεσ για τον καθαρισμο του· και θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουσει το σωμα του με τρεχουμενο νερο, και θα ειναι καθαροσ. και την ογδοη ημερα θα παρει για τον εαυτο του δυο τρυγονια η δυο νεοσσουσ περιστεριων και θαρθει μπροστα στον κυριο, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, και θα τα δωσει στον ιερεα· και ο ιερεασ θα τα προσφερει, το ενα μεν για προσφορα περι αμαρτιασ, το αλλο δε για ολοκαυτωμα· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτον μπροστα στον κυριο, για τη ρευση του. και ο ανθρωποσ, απο τον οποιο θα εβγαινε εξω σπερμα συνουσιασ, θα λουσει ολοκληρο το σωμα του με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και καθε ιματιο, και καθε δερμα, επανω στο οποιο θα ηταν σπερμα συνουσιασ, θα πλυθει με νερο, και θα ειναι ακαθαρτο μεχρι την εσπερα· και η γυναικα, μαζι με την οποια θα συγκοιμοταν ο ανθρωποσ με σπερμα συνουσιασ, θα λουστουν με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοι μεχρι την εσπερα. κι αν η γυναικα εχει ρευση, και η ρευση τησ στο σωμα τησ ειναι αιμα, θα ειναι αποχωρισμενη επτα ημερεσ· και καθενασ που θα την αγγιξει, θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και καθε πραγμα, επανω στο οποιο πλαγιαζει στον αποχωρισμο τησ, θα ειναι ακαθαρτο· και καθε πραγμα, επανω στο οποιο καθεται, θα ειναι ακαθαρτο. και καθενασ που θα αγγιξει το κρεβατι τησ, θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουστει με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και καθενασ που θα αγγιξει καποιο σκευοσ, επανω στο οποιο αυτη καθησε, θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουστει με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και αν υπαρχει κατι επανω στο κρεβατι η επανω σε καποιο σκευοσ στο οποιο αυτη καθεται, οταν αυτοσ το αγγιξει, θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και αν καποιοσ συγκοιμηθει μαζι τησ, κι ερθουν επανω του τα γυναικεια τησ, θα ειναι ακαθαρτοσ επτα ημερεσ· και καθε κρεβατι, επανω στο οποιο τυχον κοιμηθει, θα ειναι ακαθαρτο. κι αν καποια γυναικα εχει ρευση του αιματοσ τησ πολλεσ ημερεσ, εκτοσ του καιρου του αποχωρισμου τησ η αν εχει ρευση περα απο τον αποχωρισμο τησ, ολεσ οι ημερεσ τησ ρευσησ τησ ακαθαρσιασ τησ θα ειναι οπωσ οι ημερεσ του αποχωρισμου τησ· θα ειναι ακαθαρτη. καθε κρεβατι, επανω στο οποιο ξαπλωνει σε ολεσ τισ ημερεσ τησ ρευσησ τησ, θα ειναι σ' αυτη οπωσ το κρεβατι του αποχωρισμου τησ· και καθε σκευοσ, επανω στο οποιο καθεται, θα ειναι ακαθαρτο, οπωσ η ακαθαρσια του αποχωρισμου τησ. και καθενασ που θα τα αγγιξει, θα ειναι ακαθαρτοσ, και θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουστει με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. αλλ' αν καθαριστει απο τη ρευση τησ, τοτε θα αριθμησει μονη τησ επτα ημερεσ, και υστερα απ' αυτα, θα ειναι καθαρη. και την οδγοη ημερα θα παρει μαζι τησ δυο τρυγονια η δυο νεοσσουσ περιστεριων και θα τα φερει στον ιερεα, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και ο ιερεασ θα προσφερει, το ενα μεν για προσφορα περι αμαρτιασ, το αλλο δε για ολοκαυτωμα· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτην μπροστα στον κυριο, για τη ρευση τησ ακαθαρσιασ τησ. ετσι θα χωριζετε τουσ γιουσ ισραηλ απο τισ ακαθαρσιεσ τουσ· και δεν θα πεθανουν εξαιτιασ τησ ακαθαρσιασ τουσ, μιαινοντασ τη σκηνη μου, που ειναι αναμεσα τουσ. αυτοσ ειναι ο νομοσ για εκεινον που εχει ρευση· και για εκεινον απο τον οποιο βγαινει το σπερμα συνουσιασ για να μολυνεται διαμεσου αυτου· και για εκεινη που ασθενει εξαιτιασ των γυναικειων τησ· και για εκεινον που εχει τη ρευση του, ανδρα η γυναικα, και για εκεινον που συγκοιμηθηκε μαζι με μια οακαθαρτη.

16

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, μετα τον θανατο των δυο γιων του ααρων, οταν εκαναν προσφορα μπροστα στον κυριο, και πεθαναν· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: να μιλησεισ στον ααρων, τον αδελφο σου, να μη μπαινει ολη την ωρα μεσα στο αγιαστηριο, που ειναι απο το μεσα μεροσ του καταπετασματοσ, μπροστα στο ιλαστηριο, που βρισκεται επανω στην κιβωτο, για να μη πεθανει· επειδη, μεσα σε νεφελη θα εμφανιζομαι επανω στο ιλαστηριο. ετσι θα μπαινει ο ααρων μεσα στο αγιαστηριο, μαζι με ενα μοσχαρι απο βοδια για προσφορα περι αμαρτιασ, και ενα κριαρι για ολοκαυτωμα. θα ντυνεται με λινον χιτωνα, αγιασμενον, και λινεσ περισκελιδεσ θα ειναι επανω στη σαρκα του, και θα ειναι ζωσμενοσ με ζωνη λινη και θα φοραει λινη μιτρα· αυτα ειναι αγια ενδυματα· και θα λουζει το σωμα του με νερο, και θα τα ντυνεται. και θα παρει απο τη συναγωγη των γιων ισραηλ δυο τραγουσ απο κατσικια για προσφορα περι αμαρτιασ, και ενα κριαρι για ολοκαυτωμα. και ο ααρων θα προσφερει το μοσχαρι τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, που ειναι για τον εαυτο του, και θα κανει εξιλεωση για τον εαυτο του, και για την οικογενεια του. και θα παρει τουσ δυο τραγουσ, και θα τουσ στησει μπροστα στον κυριο, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και ο ααρων θα ριξει κληρουσ στουσ δυο τραγουσ· εναν κληρο για τον κυριο, και εναν κληρο για τον τραγο που πρεπει να απολυθει. και ο ααρων θα φερει τον τραγο, στον οποιο επεσε ο κληροσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα τον προσφερει ωσ προσφορα περι αμαρτιασ. και τον τραγο, στον οποιο επεσε ο κληροσ στο να απολυθει, θα τον παραστησει ζωντανο μπροστα στον κυριο, για να κανει εξιλεωση επανω του, ωστε να τον εξαποστειλει ελευθερο στην ερημο. και ο ααρων θα φερει το μοσχαρι τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, που ειναι για τον εαυτο του, και θα κανει εξιλεωση για τον εαυτο του, και για την οικογενεια του· και θα σφαξει το μοσχαρι τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, που ειναι για τον εαυτο του. και θα παρει το θυμιατηριο γεματο απο καρβουνα φωτιασ απο το θυσιαστηριο, μπροστα απο τον κυριο· και θα γεμισει τα χερια του με ευωδεσ θυμιαμα λεπτοτριμμενο, και θα το φερει στο εσωτερικο του καταπετασματοσ. και θα βαλει το θυμιαμα επανω στη φωτια μπροστα στον κυριο, και ο καπνοσ του θυμιαματοσ θα σκεπασει το ιλαστηριο, που ειναι επανω στο μαρτυριο, για να μη πεθανει. και θα παρει απο το αιμα του μοσχαριου, και θα ραντισει με το δαχτυλο του επανω στο ιλαστηριο, προσ τα ανατολικα· και μπροστα στο ιλαστηριο θα ραντισει επτα φορεσ απο το αιμα, με το δαχτυλο του. τοτε, θα σφαξει τον τραγο τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, αυτον που ειναι για τον λαο· και θα φερει το αιμα του στο εσωτερικο του καταπετασματοσ, και θα κανει με το αιμα του, οπωσ εκανε με το αιμα του μοσχαριου, και θα το ραντισει επανω στο ιλαστηριο, και μπροστα απο το ιλαστηριο. και θα κανει εξιλεωση για το αγιαστηριο, για τισ ακαθαρσιεσ των γιων ισραηλ, και για τισ παραβασεισ τουσ σε ολεσ τουσ τισ αμαρτιεσ· το ιδιο θα κανει και για τη σκηνη του μαρτυριου, που κατοικει μεταξυ τουσ, αναμεσα στην ακαθαρσια τουσ. και κανενασ ανθρωποσ δεν θα ειναι στη σκηνη του μαρτυριου, οταν αυτοσ μπαινει για να κανει την εξιλεωση στο αγιαστηριο, μεχρισ οτου βγει, αφου κανει την εξιλεωση για τον εαυτο του, και για την οικογενεια του, και για ολοκληρη τη συναγωγη του ισραηλ. τοτε, θα βγει προσ το θυσιαστηριο, που ειναι μπροστα στον κυριο, και θα κανει εξιλεωση γι' αυτο· και θα παρει απο το αιμα του μοσχαριου και απο το αιμα του τραγου, και θα βαλει επανω στα κερατα του θυσιαστηριου, ολογυρα. και θα ραντισει επανω σ' αυτο με το δαχτυλο του απο το αιμα επτα φορεσ, και θα το καθαρισει, και θα το αγιασει απο τισ ακαθαρσιεσ των γιων ισραηλ. και αφου τελειωσει να κανει εξιλεωση για το αγιαστηριο, και τη σκηνη του μαρτυριου, και το θυσιαστηριο, θα φερει τον ζωντανο τραγο· και ο ααρων θα βαλει τα δυο του χερια επανω στο κεφαλι του ζωντανου τραγου, και θα εξομολογηθει επανω σ' αυτον ολεσ τισ αμαρτιεσ των γιων ισραηλ, και ολεσ τισ παραβασεισ τουσ σε ολεσ τουσ τισ αμαρτιεσ· και θα τισ βαλει στο κεφαλι του τραγου· και θα τον εξαποστειλει, με διορισμενον ανθρωπο, στην ερημο. και ο τραγοσ θα βασταξει επανω του ολεσ τισ ανομιεσ τουσ σε ακατοικητη γη· και θα απολυσει τον τραγο στην ερημο. και θα μπει ο ααρων μεσα στη σκηνη του μαρτυριου, και θα βγαλει τη λινη στολη, που φορεσε μπαινοντασ μεσα στο αγιαστηριο, και θα την αποθεσει εκει· και θα λουσει το σωμα του με νερο σε εναν αγιο τοπο, και θα ντυθει τα ιματια του, και θαρθει, και θα προσφερει το ολοκαυτωμα του και το ολοκαυτωμα του λαου, και θα κανει εξιλεωση για τον εαυτο του, και για τον λαο. και το λιποσ τησ προσφορασ περι αμαρτιασ θα το καψει επανω στο θυσιαστηριο. κι εκεινοσ που εξαπεστειλε τον ελευθερο τραγο, θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουσει το σωμα του με νερο· και υστερα απ' αυτα θα μπει μεσα στο στρατοπεδο. και το μοσχαρι τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, και τον τραγο τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, το αιμα των οποιων μπηκε μεσα στο αγιαστηριο για να γινει εξιλεωση, θα το φερουν εξω απο το στρατοπεδο· και θα καψουν στη φωτια τα δερματα τουσ, και το κρεασ τουσ, και τα κοπρανα τουσ. κι εκεινοσ που τα καιει, θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουσει το σωμα του με νερο, και υστερα απ' αυτα θα μπει μεσα στο στρατοπεδο. και τουτο θα ειναι σε σασ αιωνιοσ θεσμοσ· στον εβδομο μηνα, τη δεκατη ημερα του μηνα, θα ταπεινωσετε τισ ψυχεσ σασ, και δεν θα κανετε καμια εργασια, ουτε ο αυτοχθονασ ουτε ο ξενοσ, που παροικει μεταξυ σασ· επειδη, σ' αυτη την ημερα ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση για σασ, για να σασ καθαρισει, ωστε να ειστε καθαροι απο ολεσ τισ αμαρτιεσ σασ μπροστα στον κυριο. σαββατο αναπαυσησ θα ειναι σε σασ, και θα ταπεινωσετε τισ ψυχεσ σασ, σε αιωνιον θεσμο. και ο ιερεασ θα κανει την εξιλεωση, αυτοσ που χριστηκε και καθιερωθηκε, για να ιερατευει στη θεση του πατερα του, και θα ντυθει τη λινη στολη, την αγια στολη. και θα κανει εξιλεωση για το αγιο αγιαστηριο, και θα κανει εξιλεωση για τη σκηνη του μαρτυριου, και για το θυσιαστηριο· και θα κανει εξιλεωση για τουσ ιερεισ, και για ολοκληρο τον λαο τησ συναγωγησ. κι αυτο θα ειναι σε σασ αιωνιοσ θεσμοσ, να κανετε εξιλεωση για τουσ γιουσ ισραηλ για ολεσ τισ αμαρτιεσ τουσ μια φορα τον χρονο. και εγινε οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει στον μωυση.

17

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στον ααρων, και στουσ γιουσ του, και σε ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: αυτοσ ειναι ο λογοσ που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε, λεγοντασ: οποιοσ ανθρωποσ, απο τον οικο ισραηλ, σφαξει βοδι η αρνι η κατσικι, στο στρατοπεδο, η οποιοσ σφαξει εξω απο το στρατοπεδο, και δεν το φερει στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, για να προσφερει προσφορα στον κυριο μπροστα στη σκηνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αιμα θα λογαριαστει σ' εκεινον τον ανθρωπο· εχυσε αιμα, και ο ανθρωποσ εκεινοσ θα εξολοθρευτει απο μεσα απο τον λαο του· για να φερνουν οι γιοι ισραηλ τισ θυσιεσ τουσ, που θυσιαζουν στην πεδιαδα, και να τισ προσφερουν στον κυριο, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, προσ τον ιερεα, και να τισ θυσιαζουν σε ειρηνικεσ προσφορεσ στον κυριο. και ο ιερεασ θα ραντισει το αιμα επανω στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, και θα καψει το λιποσ σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και δεν θα θυσιασουν πλεον τισ θυσιεσ τουσ στουσ δαιμονεσ, πισω απο τουσ οποιουσ αυτοι πορνευουν· τουτο θα ειναι σ' αυτουσ αιωνιοσ θεσμοσ στισ γενεεσ τουσ. και θα τουσ πεισ: οποιοσ ανθρωποσ απο τον οικο ισραηλ η απο τουσ ξενουσ, που παροικουν μεταξυ σασ, προσφερει ολοκαυτωμα η θυσια, και δεν το φερει στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, για να το προσφερει στον κυριο, εκεινοσ ο ανθρωποσ θα εξολοθρευτει απο μεσα απ' αυτον τον λαο. και οποιοσ ανθρωποσ τον οικο ισραηλ η απο τουσ ξενουσ, που παροικουν μεταξυ σασ, φαει οποιοδηποτε αιμα, θα στησω το προσωπο μου εναντια σ' εκεινη την ψυχη, που τρωει το αιμα, και θα την εξολοθρευσω απο μεσα απο τον λαο τησ· επειδη, η ζωη τησ σαρκασ ειναι στο αιμα· κι εγω το εδωσα σε σασ, για να κανετε εξιλεωση για τισ ψυχεσ σασ επανω στο θυσιαστηριο· επειδη, αυτο το αιμα κανει εξιλασμο υπερ τησ ψυχησ. γι' αυτο, ειπα στουσ γιουσ ισραηλ: καμια ψυχη απο σασ δεν θα φαει αιμα· ουτε ο ξενοσ, που παροικει μεταξυ σασ, θα φαει αιμα. και οποιοσ ανθρωποσ απο τουσ γιουσ ισραηλ η απο τουσ ξενουσ, που παροικουν μεταξυ σασ, κυνηγησει και πιασει ζωο η πουλι, που τρωγεται, θα χυσει το αιμα του, και θα το σκεπασει με χωμα. επειδη, η ζωη καθε σαρκασ ειναι το αιμα τησ· ειναι για τη ζωη τησ· γι' αυτο, ειπα στουσ γιουσ ισραηλ: δεν θα φατε αιμα απο καμια σαρκα· επειδη, η ζωη καθε σαρκασ ειναι το αιμα τησ· καθενασ που το τρωει, θα εξολοθρευτει. και καθε ψυχη, που θα φαει ψοφιμι η διασπαραγμενο απο θηριο, αυτοχθονασ η ξενοσ, θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουστει με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα· τοτε, θα ειναι καθαροσ. αλλα, αν δεν τα πλυνει ουτε λουσει το σωμα του, τοτε θα κρατησει την ανομια του.

18

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. συμφωνα με τισ πραξεισ τησ γησ τησ αιγυπτου, στην οποια κατοικησατε, δεν θα πραξετε· και συμφωνα με τισ πραξεισ τησ γησ χανααν, στην οποια εγω σασ φερνω, δεν θα πραξετε· και συμφωνα με τισ συνηθειεσ τουσ δεν θα περπατησετε. θα κανετε τισ κρισεισ μου, και θα τηρειτε τα προσταγματα μου για να περπατατε σ' αυτα. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. θα τηρειτε, λοιπον, τα προσταγματα μου, και τισ κρισεισ μου· τα οποια οταν ο ανθρωποσ πραξει, θα ζησει διαμεσου αυτων. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κανενασ ανθρωποσ δεν θα πλησιασει σε οποιονδηποτε συγγενη του κατα σαρκα, για να ξεσκεπασει τη γυμνοτητα του. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τη γυμνοτητα του πατερα σου η τη γυμνοτητα τησ μητερασ σου, δεν θα ξεσκεπασεισ· ειναι η μητερα σου· δεν θα ξεσκεπασεισ τη γυμνοτητα τησ. τη γυμνοτητα τησ γυναικασ του πατερα σου δεν θα ξεσκεπασεισ· ειναι η γυμνοτητα του πατερα σου. τη γυμνοτητα τησ αδελφησ σου, θυγατερασ του πατερα σου η θυγατερασ τησ μητερασ σου, γεννημενησ στο σπιτι η γεννημενησ εξω, δεν θα ξεσκεπασεισ τη γυμνοτητα τουσ. τη γυμνοτητα τησ θυγατερασ του γιου σου η τησ θυγατερασ τησ θυγατερασ σου, τη γυμνοτητα τουσ δεν θα ξεσκεπασεισ· επειδη, η γυμνοτητα τουσ ειναι δικη σου. τη γυμνοτητα τησ θυγατερασ τησ γυναικασ του πατερα σου, γεννημενη απο τον πατερα σου, που ειναι αδελφη σου, δεν θα ξεσκεπασεισ τη γυμνοτητα τησ. τη γυμνοτητα τησ αδελφησ του πατερα σου δεν θα την ξεσκεπασεισ· ειναι στενη συγγενησ του πατερα σου. τη γυμνοτητα τησ αδελφησ τησ μητερασ σου δεν θα την ξεσκεπασεισ· επειδη, ειναι στενη συγγενησ τησ μητερασ σου. τη γυμνοτητα του αδελφου του πατερα σου δεν θα την ξεσκεπασεισ· στη γυναικα του δεν θα πλησιασεισ· ειναι θεια σου. τη γυμνοτητα τησ νυφησ σου δεν θα ξεσκεπασεισ· ειναι γυναικα του γιου σου· δεν θα ξεσκεπασεισ τη γυμνοτητα τησ. τη γυμνοτητα τησ γυναικασ του αδελφου σου δεν θα την ξεσκεπασεισ· ειναι η γυμνοτητα του αδελφου σου. τη γυμνοτητα γυναικασ και τησ θυγατερασ τησ δεν θα την ξεσκεπασεισ ουτε θα παρεισ τη θυγατερα του γιου τησ η τη θυγατερα τησ θυγατερασ τησ, για να ξεσκεπασεισ τη γυμνοτητα τησ· ειναι στενεσ συγγενεισ τησ· ειναι ασεβημα. και δεν θα παρεισ γυναικα ωσ αντιζηλο προσ την αδελφη τησ, ωστε να ξεσκεπασεισ τη γυμνοτητα τησ, παραλληλα με την αλλη, ενοσω ζει. και δεν θα πλησιασεισ σε γυναικα, στον καιρο του αποχωρισμου για την ακαθαρσια τησ, ωστε να ξεσκεπασεισ τη γυμνοτητα τησ. και με τη γυναικα του πλησιον σου δεν θα συνευρεθεισ, ωστε να μολυνθεισ μαζι τησ. και δεν θα αφησεισ καποιον απο το σπερμα σου να περασει μεσα απο τη φωτια στον μολοχ, και δεν θα βεβηλωσεισ το ονομα του θεου σου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και με αρρενα δεν θα συνευρεθεισ, οπωσ με γυναικα· ειναι βδελυγμα. ουτε θα συνευρεθεισ με οποιοδηποτε κτηνοσ, ωστε να μολυνθεισ μαζι του· ουτε γυναικα θα σταθει μπροστα σε κτηνοσ, για να βατευτει· ειναι βεβηλο. μη μολυνεστε σε τιποτα απ' αυτα· επειδη, σε ολα αυτα μολυνθηκαν τα εθνη, που εγω διωχνω απο μπροστα σασ. μολυνθηκε και η γη· γι' αυτο, ανταποδιδω την ανομια τησ επανω τησ, και η γη θα ξερασει τουσ κατοικουσ τησ. εσεισ, λοιπον, θα τηρησετε τα προσταγματα μου, και τισ κρισεισ μου, και δεν θα πραττετε τιποτα απο ολα αυτα τα βδελυγματα, ο αυτοχθονασ η ο ξενοσ, που παροικει μεταξυ σασ· (επειδη, ολα αυτα τα βδελυγματα επραξαν οι ανθρωποι τησ γησ, που ησαν πριν απο σασ, και η γη μολυνθηκε)· για να μη σασ ξερασει η γη, οταν τη μολυνετε, καθωσ ξερασε τα εθνη, που ησαν πριν απο σασ. επειδη, οποιοσδηποτε πραξει κατι απο τα βδελυγματα αυτα, οι ψυχεσ που θα τα επρατταν, θα εξολοθρευτουν απο μεσα απο τον λαο τουσ. γι' αυτο, θα τηρειτε τα προσταγματα μου, ωστε να μη πραξετε καμια απο τουτεσ τισ βδελυρεσ συνηθειεσ, που διαπραχθηκαν πριν απο σασ, και να μη μολυνθειτε σ' αυτεσ. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ.

19

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε σε ολοκληρη τη συναγωγη των γιων ισραηλ, και πεσ τουσ: αγιοι θα ειστε· επειδη, αγιοσ ειμαι εγω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. θα φοβαστε καθε ενασ τη μητερα του, και τον πατερα του· και θα τηρειτε τα σαββατα μου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. μη στραφειτε σε ειδωλα ουτε να κανετε θεουσ χωνευτουσ για τον εαυτο σασ. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. και οταν προσφερετε θυσια ειρηνικησ προσφορασ στον κυριο, θα την προσφερετε αυτοπροαιρετα. θα τρωγεται κατα την ημερα που την προσφερετε, και την επομενη· και αν μεινει κατι μεχρι την τριτη ημερα, θα κατακαει με φωτια. και αν ποτε φαγωθει την τριτη ημερα, ειναι βδελυκτο· δεν θα ειναι ευπροσδεκτη. γι' αυτο, οποιοσ τη φαει, θα κρατησει την ανομια του, επειδη βεβηλωσε τα αγια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και η ψυχη αυτη θα εξολοθρευτει απο τον λαο τησ. και οταν θεριζετε τον θερισμο τησ γησ σασ, δεν θα θερισεισ ολοκληρωτικα τα ακρα του αγρου σου, και δεν θα μαζεψεισ οσα πεφτουν απο τον θερισμο σου. και το αμπελι σου δεν θα το ξανατρυγησεισ ουτε θα μαζεψεισ τισ ρωγεσ του αμπελιου σου· θα τισ αφησετε στον φτωχο και στον ξενο. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. δεν θα κλεβετε ουτε θα λετε ψεματα ουτε θα απατησετε καθε ενασ τον πλησιον του. και δεν θα ορκιζεστε στο ονομα μου ψευδωσ, και δεν θα βεβηλωνεισ το ονομα του θεου σου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεν θα αδικησεισ τον πλησιον σου ουτε θα αρπαξεισ· δεν θα διανυχτερευσει ο μισθοσ του μισθωτου σου μαζι σου μεχρι το πρωι. δεν θα κακολογησεισ τον κουφο, και μπροστα στον τυφλο δεν θα βαλεισ προσκομμα, αλλα θα φοβηθεισ τον θεο σου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεν θα κανετε αδικια σε κριση· δεν θα αποβλεψεισ σε προσωπο φτωχου ουτε θα σεβαστεισ προσωπο δυναστη· με δικαιοσυνη θα κρινεισ τον πλησιον σου. δεν θα περιφερεσαι συκοφαντωντασ αναμεσα στον λαο σου· ουτε θα σηκωθεισ εναντια στο αιμα του πλησιον σου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεν θα μισησεισ τον αδελφο σου στην καρδια σου· θα ελεγξεισ τον πλησιον σου ανοιχτα, και δεν θα ανεχθεισ αμαρτια επανω του. δεν θα εκδικεισαι ουτε θα μνησικακεισ εναντια στουσ γιουσ του λαου σου· αλλα θα αγαπασ τον πλησιον σου, οπωσ τον εαυτο σου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. θα τηρειτε τα δικαιωματα μου· δεν θα κανεισ τα κτηνη σου να βατευονται με ετεροειδη· στον αγρο σου δεν θα σπειρεισ ετεροειδη σπερματα· ουτε θα βαλεισ επανω σου συμμικτο ενδυμα απο ετεροειδη κλωστη. και αν καποιοσ συνευρεθει με γυναικα, που ειναι δουλη, αρραβωνιασμενη με ανδρα, και δεν ειναι εξαγορασμενη ουτε δοθηκε σ' αυτη η ελευθερια, θα μαστιγωθουν· δεν θα φονευθουν, επειδη αυτη δεν ηταν ελευθερη. κι αυτοσ θα φερει την προσφορα του περι ανομιασ στον κυριο, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, ενα κριαρι για προσφορα περι ανομιασ. και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση γι' αυτον διαμεσου του κριαριου τησ προσφορασ περι ανομιασ μπροστα στον κυριο, για την αμαρτια του, που αμαρτησε· και θα συγχωρηθει σ' αυτον η αμαρτια του την οποια αμαρτησε. και οταν μπειτε μεσα στη γη, και φυτεψετε καθε δεντρο για τροφη, τοτε θα καθαριζετε ολογυρα τον καρπο του ωσ ακαθαρτον· τρια χρονια θα ειναι σε σασ ακαθαρτοσ· δεν θα τρωγεται. και στον τεταρτο χρονο ολοκληροσ ο καρποσ του θα ειναι αγιοσ, σε δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και στον πεμπτο χρονο θα τρωτε τον καρπο του, για να πολλαπλασιαστει σε σασ το εισοδημα του. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. δεν θα τρωτε τιποτε μαζι με το αιμα του· ουτε θα χρησιμοποιειτε μαντειεσ ουτε θα προμαντευετε καιρουσ. δεν θα κουρευετε την κομη του κεφαλιου σασ κυκλοειδωσ ουτε θα φθειρετε τισ ακρεσ απο τα πηγουνια σασ. δεν θα κανετε εντομεσ στο σωμα σασ για νεκρον ουτε θα χαραξετε επανω σασ στικτα γραμματα. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεν θα βεβηλωσεισ τη θυγατερα σου, κανοντασ την πορνη· μηπωσ ο τοποσ πεσει σε πορνεια, και ο τοποσ γεμισει απο ασεβεια. τα σαββατα μου θα τα τηρειτε, και θα σεβεστε το αγιαστηριο μου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. δεν θα ακολουθειτε αυτουσ που εχουν πνευμα μαντειασ ουτε θα προσκολληθειτε σε επαοιδουσ, ωστε διαμεσου αυτων να μολυνεστε. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. θα σηκωνεσαι μπροστα στουσ ανθρωπουσ με ασπρα μαλλια, και θα τιμασ το προσωπο του γεροντα, και θα φοβηθεισ τον θεο σου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και αν καποιοσ ξενοσ παροικει μαζι σου στη γη σασ, δεν θα τον θλιψετε· ο ξενοσ, που παροικει με σασ, θα ειναι σε σασ οπωσ ο αυτοχθονασ, και θα τον αγαπασ οπωσ τον εαυτο σου· επειδη, ξενοι σταθηκατε στη γη τησ αιγυπτου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. δεν θα πραξετε αδικια, σε κριση, σε μετρα, σε σταθμα, και σε ζυγια· ζυγια δικαια, σταθμα δικαια, εφα δικαιο, και ιν δικαιο, θα εχετε. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, που σασ εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου, θα τηρειτε, λοιπον, ολα τα διαταγματα μου, και ολεσ τισ κρισεισ μου, και θα τα κανετε. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

20

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: και στουσ γιουσ ισραηλ θα πεισ: οποιοσ απο τουσ γιουσ ισραηλ η απο τουσ ξενουσ, που παροικουν στον ισραηλ, δωσει απο το σπερμα του στον μολοχ, θα θανατωθει, οπωσδηποτε· ο λαοσ του τοπου θα τον λιθοβολησει με πετρεσ. κι εγω θα στησω το προσωπο μου εναντια στον ανθρωπο εκεινον, και θα τον εξολοθρευσω μεσα απο τον λαο του· επειδη, απο το σπερμα του εδωσε στον μολοχ, για να μολυνει το αγιαστηριο μου, και να βεβηλωσει το ονομα μου το αγιο. και αν ο λαοσ του τοπου παραβλεψει με τα ματια του εκεινον τον ανθρωπο, οταν δινει απο το σπερμα του στον μολοχ, και δεν τον φονευσει, τοτε, εγω θα στησω το προσωπο μου εναντια στον ανθρωπο εκεινον, και εναντια στη συγγενεια του· και θα εξολοθρευσω απο μεσα απο τον λαο του αυτον, και ολουσ εκεινουσ που τον ακολουθουν στην πορνεια, για να πορνευουν πισω απο τον μολοχ. και η ψυχη που θα ακολουθησει αυτουσ που εχουν πνευμα μαντειασ, και τουσ επαοιδουσ, για να πορνευει πισω απ' αυτουσ, θα στησω το προσωπο μου εναντια σ' εκεινη την ψυχη, και θα την εξολοθρευσω απο μεσα απο τον λαο τησ. αγιαστειτε, λοιπον, και γινεστε αγιοι· επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. και θα τηρειτε τα διαταγματα μου, και θα τα εκτελειτε. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που σασ αγιαζω. καθε ανθρωποσ, που θα κακολογησει τον πατερα του η τη μητερα του, θα θανατωθει οπωσδηποτε· τον πατερα του η τη μητερα του κακολογησε· το αιμα του θα ειναι επανω του. και ο ανθρωποσ, που θα μοιχευσει τη γυναικα καποιου, πουθα μοιχευσει τη γυναικα του πλησιον του, θα θανατωθει οπωσδηποτε, αυτοσ που μοιχευει κι εκεινη που μοιχευεται. και ο ανθρωποσ, που θα κοιμηθει μαζι με τη γυναικα του πατερα του, ξεσκεπασε τη γυμνοτητα του πατερα του· θα θανατωθουν οπωσδηποτε, και οι δυο· το αιμα τουσ θα ειναι επανω τουσ. και αν καποιοσ κοιμηθει με τη νυφη του, θα θανατωνονται οπωσδηποτε, και οι δυο· επραξαν συγχυση· το αιμα τουσ θα ειναι επανω τουσ. και αν καποιοσ κοιμηθει με αρρενα, οπωσ κοιμαται κανεισ με γυναικα, επραξαν και οι δυο βδελυγμα· θα θανατωθουν οπωσδηποτε· το αιμα τουσ θα ειναι επανω τουσ. και αν καποιοσ παρει μια γυναικα και τη μητερα τησ, ειναι ανομια· θα καουν με φωτια, αυτοσ κι αυτεσ, και δεν θα υπαρχει μεταξυ σασ ανομια. και αν καποιοσ συνουσιαστει με κτηνοσ, θα θανατωθει οπωσδηποτε· και θα φονευσετε το κτηνοσ. και η γυναικα, που θα πλησιασει σε οποιοδηποτε κτηνοσ, για να βατευτει, θα φονευσεισ τη γυναικα και το κτηνοσ· θα θανατωθουν και οι δυο· το αιμα τουσ θα ειναι επανω τουσ. και αν καποιοσ παρει την αδελφη του, τη θυγατερα του πατερα του η τη θυγατερα τησ μητερασ του, και δει τη γυμνοτητα τησ, κι αυτη δει τη γυμνοτητα εκεινου, ειναι αισχρο· και θα εξολοθρευτουν μεσα απο τον λαο τουσ· τη γυμνοτητα τησ αδελφησ του ξεσκεπασε· θα κρατησει την ανομια του. και ο ανθρωποσ, που θα κοιμηθει μαζι με γυναικα, που εχει τα γυναικεια τησ, και ξεσκεπασει τη γυμνοτητα τησ, αυτοσ ξεσκεπασε την πηγη τησ, κι αυτη αποκαλυψε την πηγη του αιματοσ τησ· γι' αυτο, θα εξολοθρευτουν και οι δυο μεσα απο τον λαο τουσ. και τη γυμνοτητα τησ αδελφησ τησ μητερασ σου η τησ αδελφησ του πατερα σου, δεν θα αποκαλυψεισ· επειδη, αποκαλυπτει τη στενη συγγενη του· θα σηκωσουν την ανομια τουσ. και αν καποιοσ κοιμηθει μαζι με τη θεια του, ξεσκεπασε τη γυμνοτητα του θειου του· θα κρατησουν την αμαρτια τουσ· ατεκνοι θα πεθανουν. και αν καποιοσ παρει τη γυναικα του αδελφου του, ειναι ακαθαρσια· ξεσκεπασε τη γυμνοτητα του αδελφου του· θα μεινουν ατεκνοι. θα τηρειτε, λοιπον, ολα τα διαταγματα μου, και ολεσ τισ κρισεισ μου, και θα τα πραττετε· για να μη σασ ξερασει η γη, οπου εγω σασ φερνω να για κατοικησετε σ' αυτη. και δεν θα περπατατε συμφωνα με τισ συνηθειεσ των εθνων, που εγω διωχνω απο μπροστα σασ· επειδη επραξαν ολα αυτα, και γι' αυτο τουσ αηδιασα. και ειπα σε σασ: εσεισ θα κληρονομησετε τη γη τουσ, κι εγω θα τη δωσω σε σασ για ιδιοκτησια, γη που ρεει γαλα και μελι. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, που σασ αποχωρισα απο τουσ λαουσ. γι' αυτο, θα αποχωρισετε τα κτηνη τα καθαρα απο τα ακαθαρτα, και τα ακαθαρτα πουλια απο τα καθαρα· και δεν θα μολυνετε τισ ψυχεσ σασ με τα κτηνη η με τα πτηνα η με καθε τι που σερνεται επανω στη γη, που εγω σασ αποχωρισα ωσ ακαθαρτα. και θα ειστε αγιοι σε μενα· επειδη, αγιοσ ειμαι εγω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και σασ αποχωρισα απο τουσ λαουσ, για να ειστε δικοι μου. και καθε ανδρασ η γυναικα που εχει πνευμα μαντειασ η ειναι επαοιδοσ, θα θανατωθει εξαπαντοσ· με πετρεσ θα τουσ λιθοβολησετε· το αιμα τουσ θα ειναι επανω τουσ.

21

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: μιλησε στουσ ιερεισ, τουσ γιουσ του ααρων, και πεσ τουσ: κανενασ δεν θα μολυνθει αναμεσα σ' αυτον τον λαο, εξαιτιασ νεκρου· παρα μονον για τον συγγενη του, τον πλησιεστερο, για τη μητερα του, και για τον πατερα του, και για τον γιο του, και για τη θυγατερα του, και για τον αδελφο του, και για την αδελφη του, που ειναι παρθενα, την πιο κοντινη σ' αυτον, που δεν πηρε ανδρα· γι' αυτη μπορει να μολυνθει. δεν θα μολυνθει οταν ειναι αρχηγοσ του λαου του, ωστε να βεβηλωσει τον εαυτο του. δεν θα φαλακρωσουν το κεφαλι τουσ ουτε θα ξυρισουν τα πλαγια στα πηγουνια τουσ ουτε θα κανουν εντομεσ επανω στισ σαρκεσ τουσ. αγιοι θα ειναι στον θεο τουσ, και δεν θα βεβηλωνουν το ονομα του θεου τουσ· επειδη, τισ προσφορεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που γινονται με φωτια, το ψωμι του θεου τουσ, προσφερουν· γι' αυτο, θα ειναι αγιοι. δεν θα παρουν γυναικα πορνη και βεβηλωμενη ουτε θα παρουν γυναικα αποβλητη απο τον ανδρα τησ· επειδη, ο ιερεασ ειναι αγιοσ στον θεο του. θα τον αγιασεισ, λοιπον· επειδη, αυτοσ προσφερει το ψωμι του θεου σου· θα ειναι αγιοσ σε σενα· επειδη, αγιοσ ειμαι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που σασ αγιαζω. και η θυγατερα καποιου ιερεα, αν βεβηλωθει με πορνεια, αυτη βεβηλωνει τον πατερα τησ· θα κατακαει με φωτια. και ο μεγαλοσ ιερεασ αναμεσα στα αδελφια του, επανω στο κεφαλι του οποιου χυθηκε το λαδι του χρισματοσ, και ο οποιοσ καθιερωθηκε για να ντυνεται τισ ιερεσ στολεσ, δεν θα ξεσκεπασει το κεφαλι του ουτε θα ξεσχισει τα ιματια του· και δεν θα μπει μεσα σε κανενα νεκρο σωμα, δεν θα μολυνθει, ουτε για τον πατερα του ουτε για τη μητερα του. και απο το αγιαστηριο δεν θα βγει εξω θα βεβηλωσει το αγιαστηριο του θεου του· επειδη, το αγιο λαδι του χρισματοσ του θεου του ειναι επανω του. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κι αυτοσ θα παρει γυναικα παρθενα· χηρα η αποβλητη η βεβηλη η πορνη αυτεσ δεν θα τισ παρει· αλλα, παρθενα απο τον λαο του θα παρει για γυναικα. και δεν θα βεβηλωσει το σπερμα του αναμεσα στον λαο του· επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που τον αγιαζω. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: πεσ στον ααρων, αυτα τα λογια: οποιοσ απο το σπερμα σου, στισ γενεεσ τουσ, εχει ψεγαδι, ασ μη πλησιασει για να προσφερει το ψωμι του θεου του· επειδη, καθενασ που εχει ψεγαδι, δεν θα πλησιασει· ανθρωποσ τυφλοσ η χωλοσ η με ατροφικη μυτη η εχοντασ κατι περιττο η ανθρωποσ που εχει σπασιμο στο ποδι η σπασιμο στο χερι η ειναι κυρτοσ η πολυ ισχνοσ η οποιοσ εχει βλαμμενα τα ματια η εχει ξερη ψωρα η λειχηνα η ειναι με σπασμενουσ ορχεισ· κανενασ ανθρωποσ απο το σπερμα του ααρων του ιερεα, που εχει ψεγαδι, δεν θα πλησιασει για να προσφερει τισ προσφορεσ στον κυριο, που γινονται με φωτια· εχει ψεγαδι· δεν θα πλησιασει να προσφερει το ψωμι του θεου του. θα τρωει το ψωμι του θεου του, απο τα αγιοτατα, και απο τα αγια. ομωσ, μεσα στο καταπετασμα δεν θα μπαινει ουτε στο θυσιαστηριο θα πλησιαζει, επειδη εχει ψεγαδι· για να μη βεβηλωσει το αγιαστηριο μου· επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που τουσ αγιαζω. και ο μωυσησ τα ειπε αυτα στον ααρων, και στουσ γιουσ του, και σε ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ.

22

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: πεσ στον ααρων και στουσ γιουσ του, να απεχουν απο τα αγια των γιων ισραηλ, και να μη βεβηλωνουν το αγιο μου ονομα, σε οσα αγιαζουν σε μενα. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. πεσ τουσ: καθε ανθρωποσ απο ολο το σπερμα σασ, στισ γενεεσ σασ, που θα πλησιασει τα αγια, τα οποια οι γιοι του ισραηλ αγιαζουν στον κυριο, εχοντασ την ακαθαρσια του επανω του, η ψυχη εκεινη θα εξολοθρευτει απο μπροστα μου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. οποιοσ απο το σπερμα του ααρων ειναι λεπροσ η εχει ρευση, δεν θα τρωει απο τα αγια, μεχρισ οτου καθαριστει. και οποιοσ αγγιξει οτιδηποτε ακαθαρτο απο νεκρο η ανθρωπο, απο τον οποιο εγινε ρευση σπερματοσ, η οποιοσ αγγιξει οποιοδηποτε ερπετο, απο το οποιο μπορει να μολυνθει, η ανθρωπο, απο τον οποιο μπορει να μολυνθει, οποιαδηποτε ειναι η ακαθαρσια του· η ψυχη που θα τα αγγιξει, θα ειναι ακαθαρτη μεχρι την εσπερα· και δεν θα φαει απο τα αγια, αν δεν λουσει το σωμα του με νερο. και αφου δυσει ο ηλιοσ, θα ειναι καθαροσ, και επειτα θα φαει απο τα αγια· επειδη, ειναι η τροφη του. ψοφιμι η σπαραγμενο απο θηριο, δεν θα φαει, ωστε να μολυνθει μ' αυτα. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. γι' αυτο, θα τηρουν τα διαταγματα μου, για να μη κρατησουν απ' αυτο αμαρτια, και πεθανουν γι' αυτο, αν τα βεβηλωσουν. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που τουσ αγιαζω. και κανενασ αλλογενησ δεν θα φαει απο τα αγια· συγκατοικοσ του ιερεα η μισθωτοσ, δεν θα φαει απο τα αγια. αλλα, αν ο ιερεασ αγορασει μια ψυχη με το ασημι του, αυτοσ θα τρωει απ' αυτα, καθωσ κι εκεινοσ που γεννηθηκε στο σπιτι του· αυτοι θα τρωνε απο το ψωμι του. και η θυγατερα του ιερεα, αν ειναι παντρεμενη με ξενον ανδρα, αυτη δεν θα τρωει απο τα αγια των προσφορων. αλλα, αν η θυγατερα του ιερεα χηρεψει η αποβληθει, και δεν εχει παιδι, και επιστρεψει στο πατρικο τησ σπιτι, καθωσ βρισκοταν στη νιοτη τησ, θα τρωει απο το ψωμι του πατερα τησ· κανενασ, ομωσ, ξενοσ δεν θα φαει απ' αυτο. και αν καποιοσ ανθρωποσ φαει απο τα αγια, απο αγνοια, τοτε θα προσθεσει σε τουτο το ενα πεμπτο απ' αυτο, και θα αποδωσει το αγιο στον ιερεα. και δεν θα βεβηλωσουν τα αγια των γιων ισραηλ, που προσφερουν στον κυριο, και δεν θα αναλαβουν επανω τουσ ανομια παραβασησ, τρωγοντασ τα αγια τουσ· επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που τουσ αγιαζω. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στον ααρων, και στουσ γιουσ του, και σε ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: καθε ανθρωποσ απο τον οικο ισραηλ η απο τουσ ξενουσ, εκεινουσ που ειναι στον ισραηλ, που προσφερει το δωρο του, σε ολεσ τισ ευχεσ τουσ η σε ολεσ τισ αυτοπροαιρετεσ προσφορεσ τουσ, που προσφερουν στον κυριο για ολοκαυτωμα, για να ειστε δεκτοι, θα προσφερετε ενα αρσενικο χωρισ ψεγαδι, απο τα βοδια, απο τα προβατα η απο τα κατσικια. καθενα που εχει ψεγαδι, δεν θα το προσφερετε· επειδη, δεν θα ειναι δεκτο για σασ. και οποιοσ προσφερει θυσια ειρηνικησ προσφορασ στον κυριο, για να εκπληρωσει μια ευχη, η αυτοπροαιρετη προσφορα, απο τα βοδια η απο τα προβατα, θα ειναι χωρισ ψεγαδι, για να ειναι δεκτο· κανενα ψεγαδι δεν θα υπαρχει σ' αυτο. τυφλο η συντριμμενο η κολοβο η καποιο που εχει εξογκωμα η ξερη ψωρα η λειχηνεσ, αυτα δεν θα τα προσφερετε στον κυριο, ουτε θα κανετε απ' αυτα προσφορα με φωτια στον κυριο επανω στο θυσιαστηριο. και μοσχαρι η προβατο, που εχει κατι περιττο η ειναι κολοβο, μπορεισ να το προσφερεισ για αυτοπροαιρετη προσφορα· για ευχη, ομωσ, δεν θα ειναι δεκτο. σπασμενη η συμπιεσμενον η σχισμενη η ευνουχισμενον, δεν θα προσφερετε στον κυριο· ουτε θα το κανετε αυτο στη γη σασ. ουτε θα προσφερετε τον αρτο του θεου σασ, απο ολα αυτα, απο χερι αλλογενουσ· επειδη, η διαφθορα τουσ ειναι μεσα τουσ· υπαρχει μεσα τουσ ψεγαδι· δεν θα ειναι δεκτα για σασ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: οταν γεννηθει μοσχαρι η αρνι η κατσικι, τοτε θα ειναι κατω απο τη μητερα του επτα ημερεσ· απο την ογδοη ημερα και υστερα θα ειναι δεκτο, σε θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο. και δεν θα σφαξετε δαμαλη η προβατο, αυτο και το παιδι του, σε μια ημερα. και οταν προσφερετε θυσια ευχαριστιασ στον κυριο, θα την προσφερετε αυτοπροαιρετα. θα φαγωθει την ιδια ημερα· δεν θα αφησετε απ' αυτη μεχρι το πρωι. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. θα τηρειτε, λοιπον, τισ εντολεσ μου, και θα τισ εκτελειτε. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και δεν θα βεβηλωνετε το αγιο ονομα μου· αλλα, θα αγιαζομαι αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που σασ αγιαζω· ο οποιοσ σασ εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου, για να ειμαι θεοσ σασ. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

23

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ, οι γιορτεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh που θα ανακηρυξετε αγιεσ συγκεντρωσεισ, αυτεσ ειναι οι γιορτεσ μου. εξι ημερεσ θα κανεισ εργασια, την εβδομη ημερα, ομωσ, ειναι σαββατο αναπαυσησ, αγια συγκεντρωση· δεν θα κανετε καμια εργασια· ειναι σαββατο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε ολεσ τισ κατοικιεσ σασ. αυτεσ ειναι οι γιορτεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αγιεσ συγκεντρωσεισ, που θα ανακηρυξετε στισ εποχεσ τουσ. τον πρωτο μηνα, τη 14η του μηνα, στο δειλινο, ειναι το πασχα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και τη 15η ημερα του ιδιου μηνα, ειναι η γιορτη των αζυμων στον κυριο· επτα ημερεσ θα τρωτε αζυμα. στην πρωτη ημερα θα ειναι σε σασ αγια συγκεντρωση· δεν θα κανετε κανενα δουλευτικο εργο. και θα προσφερετε προσφορα, που γινεται με φωτια στον κυριο, επτα ημερεσ· στην εβδομη ημερα ειναι αγια συγκαλεση· δεν θα κανετε κανενα δουλευτικο εργο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: οταν μπειτε μεσα στη γη, που εγω σασ δινω, και θερισετε τον θερισμο τησ, τοτε θα φερετε ενα χειροβολο απο τισ απαρχεσ του θερισμου σασ στον ιερεα· και θα κινησει το χειροβολο μπροστα στον κυριο, για να γινει δεκτο για σασ· την επομενη του σαββατου θα το κινησει ο ιερεασ. κι εκεινη την ημερα, κατα την οποια θα κινησετε το χειροβολο, θα προσφερετε ενα χρονιαρικο αρνι, χωρισ ψεγαδι, για ολοκαυτωμα στον κυριο· και την προσφορα του απο αλφιτα, δυο δεκατα σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι, σε προσφορα που γινεται με φωτια στον κυριο, σε οσμη ευωδιασ· και τη σπονδη του, το ενα τεταρτο του ιν κρασι. και ψωμι η σιταρι ψημενο η σταχυα, δεν θα φατε, μεχρι αυτη την ιδια ημερα, στην οποια προσφερετε το δωρο του θεου σασ· θα ειναι αιωνιοσ θεσμοσ στισ γενεεσ σασ σε ολεσ τισ κατοικιεσ σασ. και θα μετρησετε μονοι σασ απο την επομενη του σαββατου, απο την ημερα που προσφερετε το χειροβολο τησ κινητησ προσφορασ, επτα ολοκληρεσ εβδομαδεσ· μεχρι την επομενη του εβδομου σαββατου θα μετρησετε 50 ημερεσ, και θα προσφερετε νεα προσφορα απο αλφιτα στον κυριο. απο τισ κατοικιεσ σασ θα φερετε σε κινητη προσφορα δυο ψωμια· θα ειναι δυο δεκατα σιμιγδαλι· ενζυμα θα ψηθουν· ειναι πρωτογεννηματα στον κυριο. και θα προσφερετε μαζι με το ψωμι επτα αρνια χωρισ ψεγαδι, χρονιαρικα, και ενα μοσχαρι απο βοδια, και δυο κριαρια· θα ειναι ολοκαυτωμα στον κυριο, μαζι με την προσφορα τουσ απο αλφιτα, και με τισ σπονδεσ τουσ, προσφορα που γινεται με φωτια σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και θα προσφερετε εναν τραγο απο κατσικια σε προσφορα περι αμαρτιασ, και δυο αρνια χρονιαρικα σε θυσια ειρηνικησ προσφορασ. και ο ιερεασ θα τα κινησει μαζι με το ψωμι των πρωτογεννηματων, σε κινητη προσφορα μπροστα στον κυριο, μαζι με τα δυο αρνια· αγια θα ειναι στον κυριο για τον ιερεα. και θα κηρυξετε την ιδια εκεινη ημερα αγια συγκεντρωση για σασ· κανενα δουλευτικο εργο δεν θα κανετε· θα ειναι αιωνιοσ θεσμοσ σε ολεσ τισ κατοικιεσ σασ, στισ γενεεσ σασ. και οταν θεριζετε τον θερισμο τησ γησ σασ, δεν θα θερισεισ ολοκληρωτικα τα ακρα του χωραφιου σου, και δεν θα μαζεψεισ οσα πεφτουν απο τον θερισμο σου· θα τα αφησεισ στον φτωχο και τον ξενο. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, τουτα τα λογια: τον εβδομο μηνα, την πρωτη ημερα του μηνα, θα ειναι για σασ σαββατο, αναμνηση με αλαλαγμο σαλπιγγων, αγια συγκεντρωση. δεν θα κανετε κανενα δουλευτικο εργο· και θα προσφερετε προσφορα, που γινεται με φωτια στον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: και τη δεκατη ημερα αυτου του εβδομου μηνα θα ειναι ημερα εξιλασμου· αγια συγκεντρωση θα ειναι σε σασ· και θα ταπεινωσετε τισ ψυχεσ σασ, και θα προσφερετε προσφορα που γινεται με φωτια στον κυριο. και δεν θα κανετε καμια εργασια σ' αυτη την ιδια ημερα· για τον λογο οτι, ειναι ημερα εξιλασμου, για να γινει εξιλεωση για σασ μπροστα στον κυριο τον θεο σασ. επειδη, καθε ψυχη, που δεν θα ταπεινωθει σ' αυτη την ιδια ημερα, θα εξολοθρευτει απο τον λαο τησ. και καθε ψυχη, που θα κανει οποιαδηποτε εργασια σ' αυτη την ιδια ημερα, θα εξολοθρευσω την ψυχη εκεινη απο μεσα απο τον λαο τησ. δεν θα κανετε καμια εργασια· θα ειναι αιωνιοσ θεσμοσ στισ γενεεσ σασ, σε ολεσ τισ κατοικιεσ σασ. θα ειναι σαββατο αναπαυσησ για σασ, και θα ταπεινωσετε τισ ψυχεσ σασ, την ενατη ημερα του μηνα, την εσπερα· απο εσπερα μεχρι εσπερα θα γιορτασετε το σαββατο σασ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ τουτα τα λογια, τη 15η ημερα του εβδομου αυτου μηνα θα ειναι η γιορτη των σκηνων επτα ημερεσ στον κυριο. την πρωτη ημερα θα ειναι αγια συγκεντρωση· δεν θα κανετε κανενα δουλευτικο εργο. επτα ημερεσ θα προσφερετε προσφορα, που γινεται με φωτια στον κυριο· την ογδοη ημερα θα ειναι σε σασ αγια συγκεντρωση, και θα προσφερετε προσφορα, που γινεται με φωτια στον κυριο· ειναι επισημη συναξη· δεν θα κανετε κανενα δουλευτικο εργο. αυτεσ ειναι οι γιορτεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που θα ανακηρυξετε αγιεσ συγκεντρωσεισ, για να προσφερετε προσφορα, που γινεται με φωτια στον κυριο, ολοκαυτωμα, και προσφορα απο αλφιτα, θυσια και σπονδεσ, το διορισμενο για καθε φορα στην ημερα του· εκτοσ απο τα σαββατα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κι εκτοσ απο τα δωρα σασ, κι εκτοσ απο ολεσ τισ ευχεσ σασ, κι εκτοσ απο ολεσ τισ αυτοπροαιρετεσ προσφορεσ σασ, που δινετε στον κυριο. και τη 15η ημερα του εβδομου μηνα, αφου συγκεντρωσετε τα γεννηματα τησ γησ, θα γιορτασετε τη γιορτη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επτα ημερεσ· την πσρωτη ημερα θα ειναι αναπαυση, και την ογδοη ημερα αναπαυση. και την πρωτη ημερα θα παρετε για τον εαυτο σασ καρπο απο ενα ωραιο δεντρο, κλαδια φοινικων, και κλαδια δεντρων πυκνων, και ιτιεσ απο χειμαρρο· και θα ευφρανθειτε μπροστα στον κυριο τον θεο σασ επτα ημερεσ. και θα γιορταζετε αυτη τη γιορτη στον κυριο επτα ημερεσ τον χρονο· αιωνιοσ θεσμοσ θα ειναι στισ γενεεσ σασ· τον εβδομο μηνα θα τη γιορταζετε. επτα ημερεσ θα κατοικειτε σε σκηνεσ· ολοι οι αυτοχθονεσ ισραηλιτεσ θα κατοικουν σε σκηνεσ· για να γνωρισουν οι γενεεσ σασ, οτι σε σκηνεσ εβαλα τουσ γιουσ ισραηλ να κατοικησουν, οταν τουσ εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου· εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. και ο μωυσησ φανερωσε τισ γιορτεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στουσ γιουσ ισραηλ.

24

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: προσταξε τουσ γιουσ ισραηλ να σου φερουν καθαρο λαδι απο κοπανισμενεσ ελιεσ, για το φωσ, ωστε η λυχνια να καιει παντοτινα. απεξω απο το καταπετασμα του μαρτυριου, μεσα στη σκηνη του μαρτυριου, θα τη βαλει ο ααρων απο την εσπερα μεχρι το πρωι, μπροστα στον κυριο, παντοτινα· θα ειναι αιωνιοσ θεσμοσ στισ γενεεσ σασ. επανω στην καθαρη λυχνια θα παραθεσει τα λυχναρια μπροστα στον κυριο, παντοτε. και θα παρεισ σιμιγδαλι και θα ψησεισ απ' αυτο 12 ψωμια· καθε ψωμι θα ειναι δυο δεκατα. και θα τα βαλεισ σε δυο σειρεσ, εξι σε καθε σειρα, επανω στο καθαρο τραπεζι, μπροστα στον κυριο. και θα βαλεισ επανω σε καθε σειρα καθαρο λιβανι, και θα ειναι επανω στο ψωμι σε αναμνηση, σε προσφορα που γινεται με φωτια στον κυριο. καθε ημερα σαββατου θα τα παραθεσει παντοτινα μπροστα στον κυριο, απο τουσ γιουσ ισραηλ, σε μια αιωνια διαθηκη. και θα ειναι του ααρων και των γιων του· και θα τα τρωνε σε αγιον τοπο· επειδη, ειναι σ' αυτον αγιοτατα, απο τισ προσφορεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh που γινονται με φωτια, σε αιωνιον θεσμο. και βγηκε ο γιοσ καποιασ γυναικασ ισραηλιτισσασ, που ηταν γιοσ ενοσ ανδρα αιγυπτιου, αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ· και μαχονταν στο στρατοπεδο, ο γιοσ τησ ισραηλιτισσασ και καποιοσ ανθρωποσ ισραηλιτησ. και ο γιοσ τησ γυναικασ τησ ισραηλιτισσασ βλασφημησε το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και καταραστηκε· και τον εφεραν στον μωυση· (και το ονομα τησ μητερασ του ηταν σελωμειθ, θυγατερα του διβρει, απο τη φυλη του δαν)· και τον εβαλαν σε φυλακη, μεχρισ οτου φανερωθει σ' αυτουσ το θελημα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: φερε εξω απο το στρατοπεδο εκεινον που καταραστηκε· και ολοι εκεινοι που τον ακουσαν ασ βαλουν τα χερια τουσ επανω στο κεφαλι του, και ασ τον λιθοβολησει ολοκληρη η συναγωγη. και μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: οποιοσ καταραστει τον θεο του, θα βασταξει την ανομια του· και οποιοσ βλασφημησει το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα θανατωθει οπωσδηποτε· ολοκληρη η συναγωγη θα τον λιθοβολησει με πετρεσ· ειτε ξενοσ ειτε αυτοχθονασ, οταν βλασφημησει το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα θανατωθει. και οποιοσ φονευσει ανθρωπο, θα θανατωθει οπωσδηποτε. και οποιοσ φονευσει κτηνοσ, θα ανταποδωσει ζωο αντι για ζωο. και αν καποιοσ προξενησει βλαβη στον πλησιον του, οπωσ επραξε, ετσι θα γινει σ' αυτον· συντριμμα αντι για συντριμμα, ματι αντι για ματι, δοντι αντι για δοντι, οπωσ εκανε βλαβη στον ανθρωπο, ετσι θα γινει σ' αυτον. και οποιοσ θανατωσει κτηνοσ, θα το ανταποδωσει· και οποιοσ φονευσει ανθρωπο, θα θανατωθει. ενιαια κριση θα υπαρχει σε σασ· οπωσ στον ξενο, ετσι θα γινεται και στον αυτοχθονα· επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. και ο μωυσησ ειπε στουσ γιουσ ισραηλ, και εφεραν εξω απο το στρατοπεδο εκεινον που καταραστηκε, και τον λιθοβολησαν με πετρεσ· και οι γιοι ισραηλ εκαναν οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση.

25

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση στο οροσ σινα, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: οταν μπειτε μεσα στη γη, που εγω σασ δινω, τοτε η γη θα φυλαξει σαββατο στον κυριο. εξι χρονια θα σπειρεισ το χωραφι σου, και εξι χρονια θα κλαδευεισ την αμπελο σου, και θα μαζευεισ τον καρπο τησ· και ο εβδομοσ χρονοσ θα ειναι σαββατο αναπαυσησ στη γη, σαββατο για τον κυριο· δεν θα σπειρεισ το χωραφι σου, και δεν θα κλαδεψεισ την αμπελο σου. δεν θα θερισεισ τον θερισμο σου, που βλαστανει απο μονοσ του, και τα σταφυλια τησ ακλαδευτησ αμπελου σου δεν θα τα τρυγησεισ· θα ειναι χρονοσ αναπαυσησ στη γη. και το σαββατο τησ γησ θα ειναι τροφη σε σασ· σε σενα, και στον δουλο σου, και στη δουλη σου, και στον μισθωτο σου, και στον ξενο, που παροικει μαζι σου. και στα κτηνη σου, και στα ζωα που ειναι στη γη σου, θα ειναι ολοκληρο το προιον του για τροφη. και θα αριθμησεισ στον εαυτο σου επτα εβδομαδεσ χρονων, επτα φορεσ επτα χρονια· και οι ημερεσ των επτα εβδομαδων των χρονων θα ειναι σε σενα 49 χρονια. τοτε, θα κανεισ να ηχησει ο αλαλαγμοσ τησ σαλπιγγασ τη δεκατη ημερα του εβδομου μηνα· την ημερα του εξιλασμου θα κανετε να ηχησει η σαλπιγγα σε ολοκληρη τη γη σασ. και θα αγιασετε τον 50ο χρονο, και θα διακηρυξετε αφεση στη γη προσ ολουσ τουσ κατοικουσ τησ· αυτοσ θα ειναι χρονοσ αφεσησ σε σασ· και θα επιστρεψει καθε ενασ στο κτημα του, και θα επιστρεψει καθε ενασ στην οικογενεια του. χρονοσ αφεσησ θα ειναι σε σασ ο 50οσ χρονοσ· δεν θα σπειρετε ουτε θα θερισετε εκεινο που απο μονο του βλαστανει σ' αυτο, και δεν θα τρυγησετε την ακλαδευτη αμπελο του· επειδη, ειναι χρονοσ αφεσησ· θα ειναι σε σασ αγιοσ· απο την πεδιαδα θα τρωτε το προιον τησ. σε τουτο τον χρονο τησ αφεσησ, θα επιστρεψετε καθε ενασ στο κτημα του. και αν πουλησεισ κατι στον πλησιον σου η αγορασεισ απο τον πλησιον σου, κανενασ απο σασ δεν θα δυναστευσει τον αδελφο του. συμφωνα με τον αριθμο των χρονων μετα απο την αφεση θα αγορασεισ απο τον πλησιον σου, και συμφωνα με τον αριθμο των χρονων των γεννηματων θα σου πουλησει. συμφωνα με το πληθοσ των χρονων θα αυξησεισ την τιμη του, και συμφωνα με τον μικρο αριθμο των χρονων θα ελαττωσεισ την τιμη του· επειδη, συμφωνα με τον αριθμο των χρονων των γεννηματων θα σου πουλησει. και δεν θα δυναστευσετε καθε ενασ τον πλησιον του, αλλα θα φοβηθεισ τον θεο σου· επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. και θα κανετε τα προσταγματα μου, και τισ κρισεισ μου θα τηρειτε, και θα τα εκτελειτε· και θα κατοικειτε επανω στη γη με ασφαλεια. και η γη θα δινει τουσ καρπουσ τησ, και θα τρωτε σε χορτασμο, και θα κατοικειτε επανω σ' αυτη με ασφαλεια. και αν πειτε, τι θα φαμε τον εβδομο χρονο, αν εμεισ δεν σπειρουμε μητε συγκεντρωσουμε τα γεννηματα μασ; τοτε, θα προσταξω την ευλογια μου ναρθει επανω σασ τον εκτο χρονο, και θα κανει τα γεννηματα τησ για τρια χρονια. και θα σπειρετε τον ογδοο χρονο, και θα τρωτε απο τα παλια σασ γεννηματα, μεχρι τον 9ο χρονο· μεχρισ οτου ερθουν τα γεννηματα τησ, θα τρωτε τα παλια. και η γη δεν θα πουλιεται σε απαλλοτριωση· επειδη, δικη μου ειναι η γη· για τον λογο οτι, εσεισ ειστε ξενοι και παροικοι μπροστα μου. γι' αυτο, σε ολοκληρη τη γη τησ ιδιοκτησιασ σασ, θα επιτρεπετε την εξαγορα τησ γησ. αν φτωχυνει ο αδελφοσ σου, και πουλησει καποια απο τα κτηματα του, και ερθει ο πλησιεστεροσ συγγενησ του, για να τα εξαγορασει, τοτε θα εξαγορασει ο,τι πουλησε ο αδελφοσ του. και αν ο ανθρωποσ δεν εχει συγγενη για να τα εξαγορασει, και ευπορησε και βρηκε αρκετα χρηματα για να τα εξαγορασει, τοτε ασ μετρησει τα χρονια τησ πωλησησ του, και ασ αποδωσει το επιπλεον στον ανθρωπο, στον οποιο τα πουλησε, και ασ επιστρεψει στα κτηματα του. αλλα, αν δεν ειναι ικανοσ, ωστε να δωσει σ' αυτον την αξια, τοτε το πουλημενο θα μενει στο χερι εκεινου που το αγορασε, μεχρι τον χρονο τησ αφεσησ· και θα απελευθερωθει στην αφεση, και θα επιστρεψει στα κτηματα του. και αν καποιοσ πουλησει ενα κατοικησιμο σπιτι σε περιτειχισμενη πολη, τοτε μπορει να το εξαγορασει μεσα σε εναν χρονο απο την πωληση του· μεσα σε εναν ολοκληρο χρονο μπορει να το εξαγορασει. αλλα αν δεν εξαγοραστει μεχρισ οτου συμπληρωθει σ' αυτο ολοκληροσ ο χρονοσ, τοτε το σπιτι, που ειναι σε περιτειχισμενη πολη, θα επικυρωθει για παντα σ' εκεινον που το αγορασε, στισ γενεεσ του· δεν θα απελευθερωθει στην αφεση. τα σπιτια, ομωσ, των χωριων, που δεν ειναι περιτειχισμενα, θα λογαριαζονται οπωσ τα χωραφια τησ γησ· μπορουν να εξαγοραζονται, και θα απελευθερωνονται στην αφεση. και για τισ πολεισ των λευιτων, τα σπιτια των πολεων τησ ιδιοκτησιασ τουσ μπορουν να εξαγοραστουν απο τουσ λευιτεσ σε καθε εποχη. και αν ενασ αγορασει απο καποιον απο τουσ λευιτεσ, τοτε το σπιτι, που πουληθηκε στην πολη τησ ιδιοκτησιασ του, θα απελευθερωθει στην αφεση· επειδη, τα σπιτια των πολεων των λευιτων ειναι η ιδιοκτησια τουσ αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ. αλλα, το χωραφι των προαστιων των πολεων τουσ δεν θα πουλιεται· επειδη, ειναι παντοτινη τουσ ιδιοκτησια. και αν φτωχυνει ο αδελφοσ σου, και δυστυχησει, τοτε θα τον βοηθησεισ, ωσ ξενον η παροικον, για να ζησει μαζι σου. μη παρεισ απ' αυτον τοκο η πλεονασμο· αλλα να φοβασαι τον θεο σου· για να ζει ο αδελφοσ σου μαζι σου. το ασημι σου δεν θα το δωσεισ σ' αυτον με τοκο, και με πλεονασμο δεν θα δωσεισ τισ τροφεσ σου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, που σασ εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου, για να σασ δωσω τη γη χανααν, ωστε να ειμαι ο θεοσ σασ. και αν φτωχυνει ο αδελφοσ σου κοντα σου, και πουληθει σε σενα, δεν θα επιβαλεισ σ' αυτον δουλεια δουλου. ωσ μισθωτοσ η ωσ παροικοσ θα ειναι κοντα σου· μεχρι τον χρονο τησ αφεσησ θα σε δουλευει. τοτε, θα αποχωρησει απο σενα, αυτοσ και τα παιδια του μαζι του, και θα επιστρεψει στη συγγενεια του, και θα επιστρεψει στην πατρικη του ιδιοκτησια. επειδη, δουλοι μου ειναι αυτοι, που εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου· δεν θα πουλιουνται, καθωσ πουλιεται ο δουλοσ. δεν θα δεσποζεισ επανω του με αυστηροτητα· αλλα θα φοβηθεισ τον θεο σου. και ο δουλοσ σου και η δουλη σου, οσουσ κι αν εχεισ, απο τα εθνη που ειναι γυρω σασ, απ' αυτα θα αγοραζεισ δουλον και δουλη. κι ακομα, απο τουσ γιουσ των ξενων, που παροικουν μεταξυ σασ, απ' αυτουσ θα αγοραζετε, και απο τισ συγγενειεσ τουσ, που βρισκονται μεταξυ σασ, οσοι γεννηθηκαν στη γη σασ· και θα ειναι σε σασ για ιδιοκτησια. και θα τουσ εχετε κληρονομια για τα παιδια σασ, υστερα απο σασ, για να τουσ κληρονομησουν ωσ ιδιοκτησια· δουλοι σασ θα ειναι παντοτινα· ομωσ, επανω στουσ αδελφουσ σασ, τουσ γιουσ ισραηλ, δεν θα εξουσιαζετε, ο ενασ επανω στον αλλον, με αυστηροτητα. και οταν ο ξενοσ, κι εκεινοσ που παροικει μαζι σου, πλουτησει, και ο αδελφοσ σου, που ειναι μαζι του, φτωχυνει, και πουληθει σε ξενον, που παροικει μαζι σου η στη γενεα τησ συγγενειασ του ξενου· αφου πουληθει, θα εξαγοραστει ξανα· ενασ απο τα αδελφια του θα τον εξαγορασει· η ο θειοσ του η ο γιοσ του θειου του, θα τον εξαγορασει η ενασ εξ αιματοσ συγγενησ του απο τη συγγενεια του θα τον εξαγορασει· η, αν ο ιδιοσ ευπορησε, θα εξαγορασει ο ιδιοσ τον εαυτο του. και θα λογαριασει με τον αγοραστη του, απο τον χρονο που πουληθηκε σ' αυτον, μεχρι τον χρονο τησ αφεσησ· και η τιμη τησ πωλησησ του θα ειναι συμφωνα με τον αριθμο των χρονων· αναλογα με τον χρονο ενοσ μισθωτου θα του λογαριαστει. αν μενουν πολλα χρονια, αναλογα μ' αυτα θα αποδωσει την τιμη τησ εξαγορασ του απο το ασημι με το οποιο αγοραστηκε. και αν υπολειπονται λιγα χρονια, μεχρι το χρονο τησ αφεσησ, θα κανει λογαριασμο μαζι του, και συμφωνα με τα χρονια του θα αποδωσει την τιμη τησ εξαγορασ του. ωσ ετησιοσ μισθωτοσ θα ειναι μαζι του· δεν θα δεσποζει επανω του με αυστηροτητα μπροστα σου. και αν δεν εξαγοραστει κατα τα χρονια αυτα, τοτε θα απελευθερωθει στον χρονο τησ αφεσησ, αυτοσ και τα παιδια του μαζι του. επειδη, οι γιοι του ισραηλ ειναι δουλοι σε μενα· δουλοι μου ειναι, τουσ οποιουσ εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ.

26

δεν θα κανετε ειδωλα για τον εαυτο σασ ουτε γλυπτα ουτε θα ανεγειρετε αγαλμα για τον εαυτο σασ ουτε θα στησετε πετρα με γλυπτεσ εικονεσ στη γη σασ, για να την προσκυνατε· επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. θα τηρειτε τα σαββατα μου, και θα σεβεστε το θυσιαστηριο μου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αν περπατατε στα προσταγματα μου, και τηρειτε τισ εντολεσ μου, και τισ εκτελειτε, τοτε, θα σασ δωσω τισ βροχεσ σασ στισ εποχεσ τουσ, και η γη θα δωσει τα γεννηματα τησ, και τα δεντρα του χωραφιου θα δωσουν τον καρπο τουσ. και το αλωνισμα σασ θα σασ φτασει μεχρι τον τρυγητο, και ο τρυγητοσ θα φτασει μεχρι την εποχη τησ σπορασ· και θα τρωτε το ψωμι σασ σε χορτασμο· και θα κατοικειτε με ασφαλεια στη γη σασ. και θα δωσω στη γη σασ ειρηνη, και θα πλαγιαζετε, και κανενασ δεν θα σασ εκφοβιζει· και θα εξολοθρευσω τα επικινδυνα θηρια απο τη γη, και μαχαιρα δεν θα περασει απο μεσα απο τη γη σασ. και θα διωξετε τουσ εχθρουσ σασ, και θα πεσουν μπροστα σασ με μαχαιρα· και πεντε απο σασ θα διωξουν 100, και 100 απο σασ θα διωξουν 10.000· και οι εχθροι σασ θα πεσουν μπροστα σασ με μαχαιρα. και θα επιβλεψω σε σασ, και θα σασ αυξησω, και θα σασ πληθυνω, και θα στερεωσω τη διαθηκη μου μαζι σασ. και θα φατε απο παλια αποθηκευματα, και θα αποκαθαρισετε τα παλια μπροστα απο τα καινουργια. και θα στησω τη σκηνη μου αναμεσα σασ· και η ψυχη μου δεν θα σασ βδελυχθει· και θα περπατω μεταξυ σασ, και θα ειμαι θεοσ σασ κι εσεισ θα ειστε λαοσ μου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, που σασ εβγαλα απο τη γη των αιγυπτιων, απο τη δουλεια τουσ· και συντριψα τα δεσμα του ζυγου σασ, και σασ εκανα να περπατατε ορθιοι. αλλα, αν δεν με υπακουσετε και δεν εκτελειτε ολεσ αυτεσ τισ εντολεσ μου, και αν καταφρονησετε τα προσταγματα μου η αν η ψυχη σασ αποστραφει τισ κρισεισ μου, ωστε να μη εκτελειτε ολεσ τισ εντολεσ μου, ωστε να εξουθενωσετε τη διαθηκη μου· κι εγω θα κανω σε σασ τουτο: θα βαλω επανω σασ τρομο, μαρασμο, και καυσωνα, που θα φθειρουν τα ματια σασ, και θα λιωνουν ολοκληρωτικα την ψυχη· και ματαια θα σπειρετε τον σπορο σασ, επειδη θα τον τρωνε οι εχθροι σασ. και θα στησω το προσωπο μου εναντιον σασ, και θα φονευθειτε μπροστα στουσ εχθρουσ σασ· κι εκεινοι, που σασ μισουν, θα σασ εξουσιαζουν· και θα φευγετε, ενω κανενασ δεν θα σασ καταδιωκει. και αν μεχρισ εδω δεν με υπακουσετε, θα βαλω επανω σασ επταπλασια τιμωρια για τισ αμαρτιεσ σασ. και θα συντριψω την υπερηφανεια τησ δυναμησ σασ· και θα κανω τον ουρανο σασ σαν σιδερο, και τη γη σασ σαν χαλκο· και η δυναμη σασ θα αναλωθει ματαια· επειδη, η γη σασ δεν θα δινει τα γεννηματα τησ, και τα δεντρα τησ γησ δεν θα δινουν τον καρπο τουσ. και αν πορευεστε εναντια σε μενα, και δεν θελετε να με υπακουσετε, θα προσθεσω σε σασ επταπλασιεσ πληγεσ, συμφωνα με τισ αμαρτιεσ σασ. και θα στειλω εναντιον σασ τα αγρια θηρια, που θα καταφανε τα παιδια σασ, και θα εξολοθρευσουν τα κτηνη σασ, και θα σασ κανουν λιγοστουσ· και οι δρομοι σασ θα ερημωθουν. και αν απ' αυτα δεν διορθωθειτε, επιστρεφοντασ σε μενα, αλλα πορευεστε εναντιοι σε μενα, τοτε θα πορευτω κι εγω εναντιοσ σε σασ, και θα σασ παιδευσω κι εγω επταπλασια για τισ αμαρτιεσ σασ. και θα φερω επανω σασ μαχαιρα, που θα κανει την εκδικηση τησ διαθηκησ μου· και οταν καταφυγετε στισ πολεισ σασ, θα στειλω θανατικο αναμεσα σασ· και θα παραδοθειτε στα χερια του εχθρου. και οταν κατασυντριψω το στηριγμα του αρτου σασ, δεκα γυναικεσ θα ψηνουν τα ψωμια σασ σε εναν φουρνο, και τα ψωμια σασ θα σασ αποδοθουν με ζυγι· και θα τρωτε, και δεν θα χορταινετε. και αν και με τουτα δεν με υπακουσετε, αλλα πορευεστε εναντιοι σε μενα, τοτε, εγω θα πορευτω εναντιοσ σε σασ με θυμο, και θα σασ παιδευσω κι εγω επταπλασια για τισ αμαρτιεσ σασ. και θα φατε τισ σαρκεσ των γιων σασ, και τισ σαρκεσ των θυγατερων σασ θα φατε. και θα κατεδαφισω τουσ ψηλουσ σασ τοπουσ, και θα καταστρεψω τα ειδωλα σασ, και θα ριξω τα πτωματα σασ επανω στα πτωματα των βδελυρων ειδωλων σασ· και θα σασ βδελυχθει η ψυχη μου. και θα καταστησω τισ πολεισ σασ ερημεσ, και θα ερημωσω τα αγιαστηρια σασ, και δεν θα οσφρανθω την οσμη των ευωδιων σασ· και εγω θα ερημωσω ολοκληρωτικα τη γη σασ· και θα θαυμασουν σ' αυτο οι εχθροι σασ, που κατοικουν σ' αυτη. και θα σασ διασπειρω αναμεσα στα εθνη· και θα συρω απο πισω σασ τη μαχαιρα· και η γη σασ θα μενει ερημη, και οι πολεισ σασ θα ειναι ερημεσ. τοτε, η γη θα απολαυσει τα σαββατα τησ, ολο τον καιρο, οσο αυτη θα μεινει ερημη, κι εσεισ θα ειστε στη γη των εχθρων σασ· τοτε, η γη θα αναπαυθει, και θα απολαυσει τα σαββατα τησ. ολο τον καιρο τησ ερημωσησ τησ θα αναπαυεται· επειδη, δεν αναπαυοταν στα σαββατα σασ, οταν κατοικουσατε επανω σ' αυτη. και σ' εκεινουσ που απο σασ εναπεμειναν, θα επιφερω δειλια στην καρδια τουσ, στουσ τοπουσ των εχθρων τουσ· και ο ηχοσ ενοσ φυλλου που σειεται θα τουσ διωκει· και θα φευγουν, σαν να φευγουν απο μαχαιρα, και θα πεφτουν, χωρισ να τουσ καταδιωκει κανενασ. και θα πεφτουν ο ενασ επανω στον αλλον, σαν να βρισκονται μπροστα σε μαχαιρα, χωρισ κανενασ να τουσ καταδιωκει· και δεν θα μπορεσετε να σταθειτε μπροστα στουσ εχθρουσ σασ. και θα απολεστειτε αναμεσα στα εθνη, και η γη των εχθρων σασ θα σασ καταφαει. και οσοι απο σασ εναπεμειναν θα φθειρονται εξαιτιασ των ανομιων τουσ, στουσ τοπουσ των εχθρων σασ· κι ακομα, εξαιτιασ των ανομιων των πατερων τουσ, θα φθειρονται μαζι τουσ. και αν ομολογησουν την ανομια τουσ, και την ανομια των πατερων τουσ, για την παραβαση τουσ, που παρεβηκαν εναντιον μου, και επειδη ακομα πορευτηκαν εναντιοι σε μενα. κι εγω πορευτηκα εναντιοσ σ' αυτουσ, και τουσ εφερα στη γη των εχθρων τουσ· αν τοτε ταπεινωθει η απεριτμητη καρδια τουσ, και δεχθουν τοτε την τιμωρια τησ ανομιασ τουσ, τοτε, θα θυμηθω τη διαθηκη μου που εκανα στον ιακωβ, και τη διαθηκη μου που εκανα στον ισαακ, και τη διαθηκη μου που εκανα στον αβραhαμ θα θυμηθω· θα θυμηθω και τη γη. και η γη θα μεινει παρατημενη απ' αυτουσ, και θα απολαυσει τα σαββατα τησ, μενοντασ ερημη απ' αυτουσ· κι αυτοι θα δεχθουν την τιμωρια τησ ανομιασ τουσ· επειδη, καταφρονησαν τισ κρισεισ μου, και για τον λογο οτι η ψυχη τουσ αποστραφηκε τα προσταγματα μου. αλλα, κι ετσι, ενω βρισκονται στη γη των εχθρων τουσ, δεν θα τουσ απορριψω ουτε θα τουσ βδελυχθω, ωστε να τουσ εξολοθρευσω, και να ματαιωσω τη διαθηκη μου, που εκανα σ' αυτουσ· επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ· αλλα, προσ το συμφερον τουσ θα θυμηθω τη διαθηκη των πατερων τουσ, που τουσ εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου, μπροστα στα εθνη, για να ειμαι ο θεοσ τουσ. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αυτα ειναι τα προσταγματα, και οι κρισεισ, και οι νομοι, που εκανε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναμεσα στον εαυτο του και στουσ γιουσ ισραηλ, επανω στο βουνο σινα, διαμεσου του μωυση.

27

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: οταν καποιοσ κανει επισημη ευχη, εσυ θα κανεισ την εκτιμηση των ψυχων προσ τον κυριο. και η εκτιμηση σου θα ειναι, του μεν αρσενικου, απο 20 χρονων μεχρι 60 χρονων, η εκτιμηση σου βεβαια θα ειναι 50 σικλοι ασημι, συμφωνα με τον σικλο του αγιαστηριου· και αν ειναι θηλυκο, η εκτιμηση σου θα ειναι 30 σικλοι. και αν ειναι απο πεντε χρονων μεχρι 20, η εκτιμηση σου θα ειναι του μεν αρσενικου 20 σικλοι, του δε θηλυκου δεκα σικλοι. και αν ειναι απο εναν μηνα μεχρι πεντε χρονων, η εκτιμηση σου θα ειναι, του μεν αρσενικου πεντε σικλοι ασημι· του δε θηλυκου, η εκτιμηση σου, τρεισ σικλοι ασημι. και αν ειναι απο 60 χρονων κι επανω, αν μεν ειναι αρσενικο, η εκτιμηση σου θα ειναι 15 σικλοι· αν, βεβαια, ειναι θηλυκο, δεκα σικλοι. και αν ειναι φτωχοτεροσ τησ εκτιμησησ σου, θα παρασταθει μπροστα στον ιερεα, και ο ιερεασ θα τον εκτιμησει· συμφωνα με τη δυναμη εκεινου που εκανε την ευχη, ο ιερεασ θα τον εκτιμησει. και αν η ευχη ειναι ενα κτηνοσ, απο οσα προσφερονται ωσ δωρο στον κυριο, καθε τι που δινει καποιοσ απ' αυτα στον κυριο, θα ειναι αγιο. δεν θα το αλλαξει ουτε θα αντικαταστησει καλο αντι για κακο η κακο αντι για καλο· και αν ποτε ανταλλαξει ενα κτηνοσ αντι για ενα αλλο κτηνοσ, τοτε κι αυτο, και το ανταλλαγμα του, θα ειναι αγια. και αν ειναι καποιο ακαθαρτο κτηνοσ, απο οσα δεν προσφερονται ωσ δωρο στον κυριο, τοτε θα παρστησει το κτηνοσ μπροστα στον ιερεα· και ο ιερεασ θα το εκτιμησει, ειτε καλο ειναι ειτε κακο· κατα την εκτιμηση σου, ω ιερεα, ετσι θα ειναι. και αν καποιοσ θελησει να το εξαγορασει, τοτε θα προσθεσει το ενα του πεμπτο στην εκτιμηση σου. και οταν καποιοσ αφιερωσει το σπιτι του ωσ αφιερωμα στον κυριο, τοτε ο ιερεασ θα το εκτιμησει, ειτε καλο ειναι ειτε κακο· οπωσ θα το εκτιμησει ο ιερεασ, ετσι θα ειναι. και αν αυτοσ που το αφιερωσε, θελησει να εξαγορασει το σπιτι του, θα προσθεσει το ενα πεμπτο απο το ασημι τησ εκτιμησησ σου σ' αυτο, και θα ειναι δικο του. και αν καποιοσ αφιερωσει στον κυριο ενα μεροσ του χωραφιου τησ ιδιοκτησιασ του, η εκτιμηση σου θα ειναι συμφωνα με τον σπορο του· ενα χομορ σποροσ κριθαριου θα εκτιμηθει αντι για 50 σικλουσ απο ασημι. αν απο τον χρονο τησ αφεσησ αφιερωσει το χωραφι του, θα ειναι συμφωνα με την εκτιμηση σου. αλλα, αν αφιερωσει το χωραφι του μετα την αφεση, ο ιερεασ θα λογιαριασει σ' αυτο το ασημι συμφωνα με τα υπολοιπα χρονια, μεχρι τον χρονο τησ αφεσησ, και θα αφαιρεθει απο την εκτιμηση σου. και αν ποτε αυτοσ που αφιερωσε το χωραφι, θελησει να το εξαγορασει, θα προσθεσει σ' αυτο το ενα πεμπτο απο το ασημι τησ εκτιμησησ σου, και θα ειναι δικο του. και αν δεν εξαγορασει το χωραφι η αν πουλησε το χωραφι σε καποιον αλλον, δεν θα εξαγοραζεται πλεον. αλλα, οταν το χωραφι περασει ελευθερο την αφεση, θα ειναι αγιο στον κυριο, ωσ καθιερωμενο χωραφι· η κυριοτητα του θα ειναι του ιερεα. και αν καποιοσ αφιερωσει στον κυριο ενα χωραφι, που αγορασε, το οποιο δεν ειναι απο τα χωραφια τησ ιδιοκτησιασ του· ο ιερεασ θα λογαριασει σ' αυτο την αξια τησ εκτιμησησ σου, μεχρι τον χρονο τησ αφεσησ· και θα δωσει την εκτιμηση σου εκεινη την ημερα· ειναι αγιο στον κυριο. στον χρονο τησ αφεσησ το χωραφι θα αποδοθει σ' εκεινον απο τον οποιο αγοραστηκε, σ' αυτον που εχει την κυριοτητα τησ γησ. και ολεσ οι εκτιμησεισ σου θα ειναι συμφωνα με τον σικλο του αγιαστηριου· ο σικλοσ θα ειναι 20 γερα. εντουτοισ, το πρωτοτοκο αναμεσα στα κτηνη, που ανηκει ωσ πρωτοτοκο στον κυριο, κανενασ δεν θα το αφιερωσει· ειτε μοσχαρι ειτε αρνι, ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και αν ειναι απο ακαθαρτα κτηνη, θα το εξαγορασει συμφωνα με την εκτιμηση σου, και θα προσθεσει το ενα του πεμπτο επανω σ' αυτο· η, αν δεν εξαγοραζεται, θα πουληθει συμφωνα με την εκτιμηση σου. κανενα καθιερωμα, ομωσ, που καποιοσ θα καθιερωσει στον κυριο απο οσα εχει, απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ, και μεχρι χωραφι τησ ιδιοκτησιασ του, δεν θα πουληθει ουτε θα εξαγοραστει· καθε καθιερωμα ειναι αγιοτατο στον κυριο. κανενα καθιερωμα, που καθιερωθηκε απο ανθρωπο δεν θα εξαγοραστει· θα θανατωθει οπωσδηποτε. και καθε δεκατο τησ γησ, ειτε απο τον σπορο τησ γησ ειτε απο τον καρπο των δεντρων, ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ειναι αγιο στον κυριο. και αν καποτε θελησει καποιοσ να εξαγορασει το δεκατο του, θα προσθεσει σ' αυτο το ενα του πεμπτο. και καθε δεκατο απο βοδια, και απο προβατα, και απο καθε ζωο, που διαβαινει κατω απο τη ραβδο, το δεκατο θα ειναι αγιο στον κυριο. δεν θα κανει διακριση, ειτε καλο ειναι ειτε κακο, ουτε θα το αλλαξει· και αν ποτε το αλλαξει, κι αυτο και το ανταλλαγμα του θα ειναι αγια· δεν θα εξαγοραστει. αυτεσ ειναι οι εντολεσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση για τουσ γιουσ ισραηλ στο βουνο σινα.

στην ερημο

1

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση στην ερημο σινα, στη σκηνη του μαρτυριου, την πρωτη ημερα του δευτερου μηνα στον δευτερο χρονο, αφοτου βγηκαν απο τη γη τησ αιγυπτου, ωσ εξησ: να παρετε το συνολο ολοκληρησ τησ συναγωγησ των γιων ισραηλ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, απαριθμωντασ ονομαστικα καθε αρσενικο, ανα κεφαλη τουσ. απο 20 χρονων κι επανω, ολουσ αυτουσ που στον ισραηλ μπορουν να βγουν σε πολεμο, εσυ και ο ααρων να τουσ απαριθμησετε, συμφωνα με τα στρατευματα τουσ. και μαζι σασ θα ειναι ενασ ανθρωποσ απο καθε φυλη· καθε ενασ θα ειναι αρχοντασ τησ οικογενειασ των πατερων του. κι αυτα ειναι τα ονοματα των ανδρων, που θα παρασταθουν μαζι σασ: απο τον ρουβην, ο ελισουρ, γιοσ του σεδιουρ· απο τον συμεων, ο σελουμιηλ, γιοσ του σουρισαδαι· απο τον ιηhυδα, ο ναασσων, γιοσ του αμμιναδαβ· απο τον ισσαχαρ, ο ναθαναηλ, γιοσ του σουαρ· απο τον ζαβουλων, ο ελιαβ, γιοσ του χαιλων· απο τουσ γιουσ του ιωσηφ, απο μεν τον εφραιμ, ο ελισαμα, γιοσ του αμμιουδ· απο δε τον μανασση, ο γαμαλιηλ, γιοσ του φεδασσουρ· απο τον βενιαμιν, ο αβειδαν, γιοσ του γιδεωνι· απο τον δαν, ο αχιεζερ, γιοσ του αμμισαδαι· απο τον ασηρ, ο φαγαιηλ, γιοσ του οχραν· απο τον γαδ, ο ελιασαφ, γιοσ του δεουηλ· απο τον νεφθαλι, ο αχιρα, γιοσ του αιναν. αυτοι ησαν οι εκλεκτοι τησ συναγωγησ, αρχοντεσ των φυλων των πατερων τουσ, αρχηγοι των χιλιαδων του ισραηλ. ο μωυσησ, λοιπον, και ο ααρων πηραν αυτουσ τουσ ανδρεσ, που αναφερθηκαν ονομαστικα· και συγκαλεσαν ολοκληρη τη συναγωγη, την πρωτη ημερα του δευτερου μηνα, και καταγραφτηκαν συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απο 20 χρονων κι επανω, ανα κεφαλη τουσ. καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση, ετσι τουσ αριθμησε στην ερημο σινα. και οι γιοι του ρουβην, του πρωτοτοκου του ισραηλ, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, ανα κεφαλη τουσ, καθε αρσενικο απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του ρουβην, ησαν 46.500. απο τουσ γιουσ του συμεων, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, εκεινοι που απαριθμηθηκαν συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απ' αυτουσ, ανα κεφαλη τουσ, καθε αρσενικο απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του συμεων, ησαν 59.300. απο τουσ γιουσ του γαδ, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκει νοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του γαδ, ησαν 45.6 απο τουσ γιουσ του ιηhυδα, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του ιηhυδα, ησαν 74.600. απο τουσ γιουσ του ισσαχαρ, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του ισσαχαρ, ησαν 54.400. απο τουσ γιουσ του ζαβουλων, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του ζαβουλων, ησαν 57.400. απο τουσ γιουσ του ιωσηφ, απο μεν τουσ γιουσ του εφραιμ, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οκογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του εφραιμ, ησαν 40.500. απο τουσ γιουσ του μανασση, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του μανασση, ησαν 32.200. απο τουσ γιουσ του βενιαμιν, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του βενιαμιν, ησαν 35.400. απο τουσ γιουσ του δαν, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του δαν, ησαν 62.700. απο τουσ γιουσ του ασηρ, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του ασηρ, ησαν 41.500. απο τουσ γιουσ του νεφθαλι, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων, απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν να βγουν σε πολεμο, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τη φυλη του νεφθαλι, ησαν 53.400. αυτοι ειναι εκεινοι που απαριθμηθηκαν, τουσ οποιουσ απαριθμησε ο μωυσησ, και ο ααρων, και οι αρχοντεσ του ισραηλ, οι 12 ανδρεσ· καθε ενασ ηταν συμφωνα με την οικογενεια των πατερων του. και ησαν ολοι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τουσ γιουσ του ισραηλ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, απο 20 χρονων κι επανω, ολοι αυτοι που μπορουσαν, αναμεσα στον ισραηλ, να βγουν σε πολεμο, ολοι εκεινοι που απαριθμηθηκαν, ησαν 603.550. οι λευιτεσ, ομωσ, συμφωνα με τη φυλη των πατερων τουσ, δεν απαριθμηθηκαν αναμεσα σ' αυτουσ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε μιλησει στον μωυση, λεγοντασ. μονον τη φυλη του λευι μη την απαριθμησεισ, και το συνολο τουσ μη το παρεισ μαζι με τουσ γιουσ ισραηλ· αλλα, δωσε στουσ λευιτεσ την επιστασια τησ σκηνησ του μαρτυριου, και ολων των σκευων τησ, και ολων εκεινων που ανηκουν σ' αυτη· αυτοι θα σηκωνουν τη σκηνη και ολα τα σκευη τησ, κι αυτοι θα υπηρετουν σ' αυτη, και θα στρατοπεδευουν ολογυρα στη σκηνη. και οταν η σκηνη προκειται να σηκωθει, οι λευιτεσ θα την κατεβαζουν· και οταν η σκηνη πρεπει να σταθει, οι λευιτεσ θα τη στηνουν· και οποιοσ ξενοσ πλησιασει, ασ θανατωνεται. και οι μεν γιοι ισραηλ θα στρατοπευδευουν, καθε ενασ στο στρατοπεδο του, και καθε ενασ κοντα στη σημαια του, συμφωνα με τα στρατευματα τουσ. οι λευιτεσ, ομωσ, θα στρατοπεδευουν ολογυρα στη σκηνη του μαρτυριου, για να μη ειναι οργη επανω στη συναγωγη των γιων ισραηλ· και οι λευιτεσ θα εκτελουν τισ υπηρεσιεσ τησ σκηνησ του μαρτυριου. και οι γιοι ισραηλ επραξαν συμφωνα με ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση· ετσι εκαναν.

2

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση και στον ααρων, λεγοντασ: ασ στρατοπεδευουν οι γιοι ισραηλ, καθε ενασ κοντα στη σημαια του, μαζι με το σημειο τησ οικογενειασ των πατερων του· θα στρατοπεδευουν απεναντι απο τη σκηνη του μαρτυριου, ολογυρα. κι εκεινοι μεν που στρατοπεδευουν προσ τα ανατολικα θα ειναι εκεινοι απο τη σημαια του στρατοπεδου του ιηhυδα, συμφωνα με τα ταγματα τουσ· και ο αρχοντασ των γιων του ιηhυδα θα ειναι ο ναασσων, ο γιοσ του αμμιναδαβ· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 74.600. κι αυτοι που στρατοπεδευουν κοντα του θα ειναι η φυλη του ισσαχαρ· και ο αρχοντασ των γιων του ισσαχαρ θα ειναι ο ναθαναηλ, ο γιοσ του σουαρ· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 54.400. επειτα, η φυλη του ζαβουλων· και ο αρχοντασ των γιων του ζαβουλων θα ειναι ο ελιαβ, ο γιοσ του χαιλων· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 57.400. ολοι αυτοι που απαριθμηθηκαν στο στρατοπεδο του ιηhυδα ησαν 186.400, συμφωνα με τα ταγματα τουσ· αυτοι θα σηκωνονται πρωτοι. και μεσημβρινα θα ειναι η σημαια του στρατοπεδου του ρουβην, συμφωνα με τα ταγματα τουσ· και ο αρχοντασ των γιων του ρουβην θα ειναι ο ελισουρ, ο γιοσ του σεδιουρ· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 46.500. κι αυτοι που στρατοπεδευουν κοντα του θα ειναι η φυλη του συμεων· και ο αρχοντασ των γιων του συμεων θα ειναι ο σελουμιηλ, ο γιοσ του σουρισαδαι· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 59.300. επειτα, η φυλη του γαδ· και ο αρχοντασ των γιων του γαδ θα ειναι ο ελιασαφ, ο γιοσ του δεουηλ· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 45.650. ολοι αυτοι που απαριθμηθηκαν στο στρατοπεδο του ρουβην ησαν 151.450, συμφωνα με τα ταγματα τουσ· αυτοι θα σηκωνονται δευτεροι. επειτα θα σηκωνεται η σκηνη του μαρτυριου, το στρατοπεδο των λευιτων στ μεσον των στρατοπεδων· οπωσ στρατοπεδευσαν, ετσι και θα σηκωνονται· καθε ενασ στην ταξη του, κοντα στη σημαια τουσ. και δυτικα θα ειναιη σημαια του στρατοπεδου του εφραιμ, συμφωνα με τα ταγματα τουσ· και ο αρχοντασ των γιων του εφραιμ, θα ειναι ο ελισαμα, ο γιοσ του αμμιουδ· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 40.500. και κοντα του η φυλη του μανασση· και ο αρχοντασ των γιων του μανασση θα ειναι ο γαμαλιηλ, ο γιοσ του φεδασσουρ· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 32.200. επειτα, η φυλη του βενιαμιν· και ο αρχοντασ των γιων του βενιαμιν θα ειναι ο αβειδαν, ο γιοσ του γιδεωνι· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 35.400. ολοι αυτοι που απαριθμηθηκαν απο το στρατοπεδο του εφραιμ ησαν 108.100, συμφωνα με τα ταγματα τουσ· αυτοι θα σηκωνονται τριτοι. και προσ τον βορρα θα ειναιη σημαια του στρατοπεδου του δαν, συμφωνα με τα ταγματα τουσ· και ο αρχηγοσ των γιων του δαν θα ειναι ο αχιεζερ, ο γιοσ του αμμισαδαι· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 62.700. κι αυτοι που στρατοπεδευουν κοντα του θα ειναι η φυλη του ασηρ· και ο αρχοντασ των γιων του ασηρ θα ειναι ο φαγαιηλ, ο γιοσ του οχραν· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 41.500. επειτα, η φυλη του νεφθαλι· και ο αρχοντασ των γιων του νεφθαλι θα ειναι ο αχιρα, ο γιοσ του αιναν· και το στρατευμα του, κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 53.400. ολοι αυτοι που απαριθμηθηκαν απο το στρατοπεδο του δαν ησαν 157.600· αυτοι θα σηκωνονται τελευταιοι, συμφωνα με τισ σημαιεσ τουσ. αυτοι ειναι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τουσ γιουσ ισραηλ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ· ολοι αυτοι που απαριθμηθηκαν στα στρατοπεδα ησαν 603.550, συμφωνα με τα ταγματα τουσ. οι λευιτεσ, ομωσ, δεν απαριθμηθηκαν μαζι, αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει στον μωυση. και οι γιοι ισραηλ επραξαν συμφωνα με οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση· ετσι στρατοπεδευσαν, συμφωνα με τισ σημαιεσ τουσ, και ετσι σηκωθηκαν, καθε ενασ συμφωνα με τη συγγενεια του, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων του.

3

κι αυτεσ ειναι οι γενεεσ του ααρων και του μωυση, την ημερα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση επανω στο βουνο σινα. κι αυτα ειναι τα ονοματα των γιων του ααρων: ο ναδαβ, ο πρωτοτοκοσ, και ο αβιουδ, ο ελεαζαρ, και ο ιθαμαρ. αυτα ειναι τα ονοματα των γιων του ααρων, των χρισμενων ιερεων, που καθιερωθηκαν για να ιερατευουν. πεθανε, ομωσ, ο ναδαβ και ο αβιουδ μπροστα στον κυριο, ενω προσφερναν ξενη φωτια μπροστα στον κυριο, στην ερημο σινα, και δεν ειχαν παιδια· και ιερατευσε ο ελεαζαρ και ο ιθαμαρ, μπροστα στον ααρων τον πατερα τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: φερε τη φυλη του λευι, και παραστησε τουσ μπροστα στον ααρων, τον ιερεα, για να υπηρετουν σ' αυτον. και θα φυλαττουν τισ φυλαξεισ του, και τισ φυλαξεισ ολοκληρησ τησ συναγωγησ, μπροστα στη σκηνη του μαρτυριου, εκτελωντασ τισ υπηρεσιεσ τησ σκηνησ. και θα φυλαττουν ολα τα σκευη τησ σκηνησ του μαρτυριου, και τισ φυλαξεισ των γιων ισραηλ, εκτελωντασ τισ υπηρεσιεσ τησ σκηνησ. και θα δωσεισ τουσ λευιτεσ στον ααρων και στουσ γιουσ του· αυτοι ειναι δοσμενοι ωσ δωρο σ' αυτον απο τουσ γιουσ ισραηλ. και τον ααρων και τουσ γιουσ του θα τουσ τοποθετησεισ για να εκτελουν τα καθηκοντα τησ ιερατειασ τουσ· και οποιοσ ξενοσ πλησιασει θα θανατωνεται. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: δεσ, εγω πηρα τουσ λευιτεσ απο μεσα απο τουσ γιουσ ισραηλ, στη θεση καθε πρωτοτοκου, που διανοιγει μητρα, απο τουσ γιουσ ισραηλ· και οι λευιτεσ θα ειναι δικοι μου· επειδη, καθε πρωτοτοκο ειναι δικο μου· για τον λογο οτι, κατα την ημερα που παταξα καθε πρωτοτοκο στη γη τησ αιγυπτου, αγιασα για τον εαυτο μου καθε πρωτοτοκο στον ισραηλ, απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ· δικοι μου θα ειναι. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση στην ερημο σινα, λεγοντασ: απαριθμησε τουσ γιουσ του λευι, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· καθε αρσενικο, απο ενοσ μηνα κι επανω, θα τουσ απαριθμησεισ. και ο μωυσησ τουσ απαριθμησε, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οπωσ προσταχθηκε. κι αυτοι ησαν οι γιοι του λευι, συμφωνα με τα ονοματα τουσ: ο γηρσων, και ο κααθ, και ο μεραρι. κι αυτα ησαν τα ονοματα των γιων του γηρσων, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· ο λιβνι, και ο σεμει. και οι γιοι του κααθ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ο αμραμ, και ο ισααρ, και ο χεβρων, και ο οζιηλ. και οι γιοι του μεραρι, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ο μααλι και ο μουσι. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των λευιτων, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ. απο τον γηρσων ηταν η συγγενεια του λιβνι, και η συγγενεια του σεμει· αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των γηρσωνιτων. αυτοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, συμφωνα με τον αριθμο ολων των αρσενικων, απο ενοσ μηνα κι επανω, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ ησαν 7.500. οι συγγενειεσ των γηρσωνιτων θα στρατοπεδευουν πισω απο τη σκηνη, δυτικα. και ο αρχοντασ τησ πατρικησ οικογενειασ των γηρσωνιτων θα ειναι ο ελιασαφ, ο γιοσ του λαηλ. και η φυλαξη των γιων του γηρσων στη σκηνη του μαρτυριου θα ειναι η σκηνη, η σκεπη, το καλυμμα τησ, και το καταπετασμα τησ θυρασ τησ σκηνησ του μαρτυριου, και τα παραπετασματα τησ αυλησ, και το καταπετασμα τησ θυρασ τησ αυλησ, που ειναι για τη σκηνη, και για το θυσιαστηριο ολογυρα, και τα σχοινια τησ για ολεσ τισ υπηρεσιεσ τουσ. και απο τον κααθ ηταν η συγγενεια των αμραμιτων, και η συγγενεια των ισααριτων, και η συγγενεια των χεβρωνιτων, και η συγγενεια των οζιηλιτων· αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των κααθιτων. ολα τα αρσενικα, απο ενοσ μηνα κι επανω, ησαν σε αριθμο 8.600, που φυλαγαν τισ φυλαξεισ του αγιαστηριου. οι συγγενειεσ των γιων κααθ θα στρατοπεδευουν στα πλαγια τησ σκηνησ, μεσημβρινα. και ο αρχοντασ τησ πατρικησ οικογενειασ των συγγενειων των κααθιτων θα ειναι ο ελισαφαν, ο γιοσ του οζιηλ. και η φυλαξη τουσ θα ειναι η κιβωτοσ, και το τραπεζι, και η λυχνια, και τα θυσιαστηρια, και τα σκευη του αγιαστηριου, με τα οποια υπηρετουν, και το καταπετασμα, και ολα αυτα που υπαρχουν για την υπηρεσια τουσ. και ο ελεαζαρ, ο γιοσ του ααρων, του ιερεα, θα ειναι αρχηγοσ επανω στουσ αρχηγουσ των λευιτων, εχοντασ την επιστασια εκεινων που φυλαττουν τισ φυλαξεισ του αγιαστηριου. απο τον μεραρι ηταν η συγγενεια των μααλιτων, και η συγγενεια των μουσιτων· αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ του μεραρι. κι αυτοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, συμφωνα με τον αριθμο ολων των αρσενικων απο ενοσ μηνα κι επανω, ησαν 6.200. και ο αρχοντασ τησ πατρικησ οικογενειασ των συγγενειων του μεραρι ηταν ο σουριηλ, ο γιοσ του αβιχαιλ· αυτοι θα στρατοπεδευουν στα πλαγια τησ σκηνησ, προσ βορραν. και κατω απο την επιστασια τησ φυλαξησ των γιων του μεραρι θα ειναι οι σανιδεσ τησ σκηνησ, και οι μοχλοι τησ, και οι στυλοι τησ, και τα υποστηριγματα τησ, και ολα τα σκευη τησ, και ολα αυτα που υπαρχουν για την υπηρεσια τησ· και οι στυλοι τησ αυλησ ολογυρα, και τα υποστηριγματα τουσ, και οι πασσαλοι τουσ, και τα σχοινια τουσ. κι εκεινοι που στρατοπεδευουν κατα προσωπο τησ σκηνησ, ανατολικα, αντικρυνα στη σκηνη του μαρτυριου, ανατολικα, θα ειναι ο μωυσησ και ο ααρων, και οι γιοι του, που φυλαττουν τισ φυλαξεισ του αγιαστηριου, στη θεση των φυλαξεων των γιων ισραηλ· και οποιοσ ξενοσ πλησιασει, θα θανατωνεται. ολοι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τουσ λευιτεσ, που ο μωυσησ απαριθμησε, και ο ααρων, με προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ολα τα αρσενικα απο ενοσ μηνα κι επανω, ησαν 22.000. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: απαριθμησε ολα τα αρσενικα πρωτοτοκα των γιων ισραηλ, απο ενοσ μηνα κι επανω, και παρε τον αριθμο των ονοματων τουσ. και θα παρεισ τουσ λευιτεσ για μενα, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στη θεση ολων των πρωτοτοκων των γιων ισραηλ· και τα κτηνη των λευιτων, στη θεση ολων των πρωτοτοκων των κτηνων των γιων ισραηλ. και οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον προσταξε, ο μωυσησ απαριθμησε ολα τα πρωτοτοκα των γιων ισραηλ. και ολα τα αρσενικα πρωτοτοκα, που απαριθμηθηκαν ονομαστικα, απο ενοσ μηνα κι επανω, στην απαριθμηση τουσ, ησαν 22.273. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: παρε τουσ λευιτεσ, στη θεση ολων των πρωτοτοκων των γιων ισραηλ, και τα κτηνη των λευιτων στη θεση των κτηνων τουσ· και οι λευιτεσ θα ειναι δικοι μου. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και για την εξαγορα των 273 απο τα πρωτοτοκα των γιων ισραηλ, που υπερβαινουν τον αριθμο των λευιτων, θα παρεισ απο πεντε σικλουσ ανα κεφαλη, συμφωνα με τον αγιο σικλο θα τουσ παρεισ (ο σικλοσ ειναι 20 γερα)· και θα δωσεισ το ασημι τησ εξαγορασ του αριθμου τουσ που περισσευει, στον ααρων και στουσ γιουσ του. και ο μωυσησ πηρε το ασημι τησ εξαγορασ εκεινων που υπερεβαιναν τον αριθμο αυτων που εξαγοραστηκαν σε ανταλλαγη των λευιτων· απο τα πρωτοτοκα των γιων ισραηλ πηρε το ασημι, 1.365 σικλουσ, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και ο μωυσησ εδωσε το ασημι τησ εξαγορασ εκεινων που υπερεβαιναν, στον ααρων και στουσ γιουσ του, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε τον μωυση.

4

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση και στον ααρων, λεγοντασ: παρε το συνολο των γιων κααθ, αναμεσα απο τουσ γιουσ του λευι, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, απο 30 χρονων κι επανω, μεχρι 50 χρονων, ολων εκεινων που μπαινουν μεσα στο ταγμα για να κανουν εργασιεσ στη σκηνη του μαρτυριου. αυτη θα ειναι η υπηρεσια των γιων του κααθ στη σκηνη του μαρτυριου· τα αγια των αγιων. και οταν το στρατοπεδο σηκωνεται, θα ερχονται ο ααρων και οι γιοι του, και θα κατεβασουν το καλυπτηριο καταπετασμα, και θα σκεπαζουν μ' αυτο την κιβωτο του μαρτυριου· και θα βαλουν επανω τησ σκεπασμα απο δερματα τσακαλιων, και απο πανω θα απλωσουν υφασμα ολογαλαζο, και θα περασουν τουσ μοχλουσ τησ. κι επανω στο τραπεζι τησ προθεσησ θα απλωσουν ολογαλαζο υφασμα, και θα βαλουν επανω του τουσ δισκουσ, και τα θυμιατοδοχα, και τισ λεκανιτσεσ, και τα σπονδεια, για να κανουν σπονδεσ· και οι παντοτινοι αρτοι θα ειναι επανω του· και θα απλωσουν επανω τουσ κοκκινο υφασμα, κι αυτο θα το σκεπασουν με σκεπασμα απο δερματα τσακαλιων, και θα περασουν τουσ μοχλουσ του. και θα παρουν ολογαλαζο υφασμα, και θα σκεπασουν ολογυρα τη λυχνια του φωτοσ, και τα λυχναρια τησ, και τα λυχνοψαλιδα τησ, και τα υποθεματα τησ, και ολα τα ελαιοδοχα σκευη τησ, με τα οποια εκτελουν τισ υπηρεσιεσ τησ· και θα τη βαλουν, μαζι με ολα τα σκευη τησ, μεσα σε σκεπασμα απο δερματα τσακαλιων, και θα τη βαλουν επανω στουσ μοχλουσ. κι επανω στο χρυσο θυσιαστηριο θα απλωσουν ολογαλαζο υφασμα, κι αυτο θα το σκεπασουν με σκεπασμα απο δερματα τσακαλιων, και θα περασουν τουσ μοχλουσ του. και θα παρουν ολα τα σκευη τησ υπηρεσιασ, με τα οποια υπηρετουν στα αγια, και θα τα βαλουν σε ολογαλαζο υφασμα, και θα τα σκεπασουν με σκεπασμα απο δερματα τσακαλιων, και θα βαλουν τουσ μοχλουσ. και θα καθαρισουν το θυσιαστηριο απο τη σταχτη, και θα το σκεπασουν ολογυρα με υφασμα πορφυρουν· και θα βαλουν επανω σ' αυτο ολα τα σκευη του, με τα οποια εκτελουν τισ υπηρεσιεσ του, τα θυμιατηρια, τισ κρεαγρεσ, και τα φτυαρια, και τισ λεκανεσ, και ολα τα σκευη του θυσιαστηριου, και θα απλωσουν επανω του σκεπασμα απο δερματα τσακαλιων, και θα περασουν τουσ μοχλουσ του. και αφου ο ααρων και οι γιοι του τελειωσουν να σκεπαζουν ολογυρα τα αγια, και ολα τα αγια σκευη, οταν το στρατοπεδο προκειται να σηκωθει, τοτε θα πλησιασουν οι γιοι του κααθ για να τα βασταξουν· και δεν θα αγγιξουν τα αγια, για να μη πεθανουν. αυτα ειναι οσα θα βασταζουν οι γιοι του κααθ, στη σκηνη του μαρτυριου. και η επιστασια του ελεαζαρ, γιου του ααρων, του ιερεα, θα ειναι το λαδι του φωτοσ, και το ευωδεσ θυμιαμα, και η καθημερινη προσφορα απο αλφιτα, και το λαδι του χρισματοσ, η επιστασια ολοκληρησ τησ σκηνησ, και ολων οσα ειναι σ' αυτη, του αγιαστηριου, και ολων των σκευων του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση και στον ααρων, λεγοντασ: μη εξολοθρευσετε τη φυλη των συγγενειων των κααθιτων μεσα απο τουσ λευιτεσ· αλλα, τουτο θα τουσ κανετε, για να ζησουν, και να μη πεθανουν, οταν πλησιαζουν στα αγια των αγιων· ο ααρων και οι γιοι του ασ μπαινουν μεσα, και ασ τουσ διοριζουν καθε εναν στο εργο του και στο φορτιο του· ασ μη μπαινουν, ομωσ, μεσα για να δουν, οταν τα αγια σκεπαζονται ολογυρα, για να μη πεθανουν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: παρε το συνολο και των γιων του γηρσων, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· απο 30 χρονων κι επανω, μεχρι 50 χρονων, θα τουσ απαριθμησεισ, ολουσ αυτουσ που μπαινουν στο ταγμα, για να κανουν εργασιεσ στη σκηνη του μαρτυριου. αυτη ειναι η υπηρεσια των συγγενειων των γηρσωνιτων, να υπηρετουν και να βασταζουν· θα βασταζουν, λοιπον, τα παραπετασματα τησ σκηνησ, και τη σκηνη του μαρτυριου, το σκεπασμα τησ, και το σκεπασμα που ειναι απο δερματα τσακαλιων, που βρισκεται απο πανω τησ, και το καταπετασμα τησ θυρασ τησ σκηνησ του μαρτυριου, και τα παραπετασματα τησ αυλησ, και το καταπετασμα τησ θυρασ τησ πυλησ τησ αυλησ, που ειναι για τη σκηνη, και για το θυσιαστηριο ολογυρα, και τα σχοινια τουσ, και ολα τα σκευη τησ υπηρεσιασ τουσ, και ολα οσα χρησιμευουν σ' αυτα· ετσι θα υπηρετουν. με προσταγη του ααρων και των γιων του θα γινονται ολεσ οι υπηρεσιεσ των γιων των γηρσωνιτων, σε ολα τα φορτια τουσ, και σε ολεσ τισ υπηρεσιεσ τουσ· κι εσεισ θα τουσ καθοριζετε ολα οσα πρεπει να βασταζουν. αυτη ειναι η υπηρεσια των συγγενειων των γιων των γηρσωνιτων στη σκηνη του μαρτυριου· και η υπηρεσια τουσ θα ειναι κατω απο την επιστασια του ιθαμαρ, γιου του ααρων, του ιερεα. θα απαριθμησεισ και τουσ γιουσ του μεραρι, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ· απο 30 χρονων κι επανω, μεχρι 50 χρονων, θα τουσ απαριθμησεισ ολουσ, οσουσ μπαινουν στο ταγμα, για να κανουν εργασιεσ στη σκηνη του μαρτυριου. κι αυτα ειναι που οφειλουν να βασταζουν σε ολη την υπηρεσια τουσ στη σκηνη του μαρτυριου· τισ σανιδεσ τησ σκηνησ και τουσ μοχλουσ τησ, και τουσ στυλουσ τησ, και τα υποστηριγματα τησ, και τουσ στυλουσ τησ αυλησ, ολογυρα, και τα υποστηριγματα τουσ, και τουσ πασσαλουσ τουσ, και τα σχοινια τουσ, με ολα τα σκευη τουσ, και ολα οσα ειναι για την υπηρεσια τουσ· και θα καθορισετε ονομαστικα τα σκευη, που οφειλουν να βασταζουν. αυτη ειναι η υπηρεσια των συγγενειων των γιων του μεραρι, σε ολη την υπηρεσια τουσ στη σκηνη του μαρτυριου, κατω απο την επιστασια του ιθαμαρ, γιου του ααρων, του ιερεα. ο μωυσησ, λοιπον, και ο ααρων και οι αρχοντεσ τησ συναγωγησ απαριθμησαν τουσ γιουσ των κααθιτων, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, και συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, απο 30 χρονων κι επανω, μεχρι 50 χρονων, ολουσ οσουσ μπαινουν στο ταγμα, για να κανουν εργασιεσ στη σκηνη του μαρτυριου· κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν 2.750. αυτοι ειναι που απαριθμηθηκαν απο τισ συγγενειεσ των κααθιτων, ολοι οσοι υπηρετουν στη σκηνη του μαρτυριου, που απαριθμησαν ο μωυσησ και ο ααρων, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε διαμεσου του μωυση. κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τουσ γιουσ του γηρσων, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, και συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, απο 30 χρονων κι επανω, μεχρι 50 χρονων, ολοι οσοι μπαινουν στο ταγμα, για να κανουν εργασιεσ στη σκηνη του μαρτυριου, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, ησαν 2.630. αυτοι ειναι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τισ συγγενειεσ των γιων του γηρσων, ολοι οσοι υπηρετουν στη σκηνη του μαρτυριου, που απαριθμησαν ο μωυσησ και ο ααρων, συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τισ συγγενειεσ των γιων του μεραρι, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ τουσ, απο 30 χρονων κι επανω, μεχρι 50 χρονων, ολοι οσοι μπαινουν στο ταγμα για να κανουν εργασιεσ στη σκηνη του μαρτυριου, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν 3.200. αυτοι ειναι που απαριθμηθηκαν απο τισ συγγενειεσ των γιων του μεραρι, που απαριθμησαν ο μωυσησ και ο ααρων, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε διαμεσου του μωυση. ολοι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τουσ λευιτεσ, που απαριθμησαν ο μωυσησ και ο ααρων και οι αρχοντεσ του ισραηλ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, και συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, απο 30 χρονων κι επανω, μεχρι 50 χρονων, ολοι οσοι μπαινουν μεσα για να υπηρετουν υπηρεσια και να βασταζουν το φορτιο στη σκηνη του μαρτυριου, εκεινοι που απαριθμηθηκαν απ' αυτουσ, ησαν 8.580. απαριθμηθηκαν καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε διαμεσου του μωυση, καθε ενασ συμφωνα με την υπηρεσια του, και συμφωνα με το φορτιο του. ετσι απαριθμηθηκαν απ' αυτον, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση.

5

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: προσταξε τουσ γιουσ ισραηλ να διωξουν απο το στρατοπεδο καθε λεπρον, και καθε γονορροιον, και καθε μολυσμενον εξαιτιασ νεκρου· διωξτε τουσ, και αρσενικον και θηλυκον· διωξτε τουσ εξω απο το στρατοπεδο, για να μη μολυνουν τα στρατοπεδα τουσ, αναμεσα στα οποια εγω κατοικω. ετσι και εκαναν οι γιοι ισραηλ, και τουσ εδιωξαν εξω απο το στρατοπεδο· οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση, ετσι εκαναν οι γιοι ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: πεσ στουσ γιουσ ισραηλ, οταν ενασ ανδρασ η μια γυναικα πραξει κατι απο τα ανθρωπινα αμαρτηματα, διαπραττοντασ παραβαση στον κυριο, κι εκεινη η ψυχη αμαρτησει, τοτε θα εξομολογηθει την αμαρτια του που επραξε, και θα αποδωσει το αδικημα του, μαζι με το κεφαλαιο του, και σ' αυτο θα προσθεσει το ενα πεμπτον απ' αυτο, και θα το δωσει σε οποιον αδικησε. και αν ο ανθρωποσ δεν εχει συγγενη για να του αποδοθει το αδικημα, ασ αποδιδεται το αδικημα στον κυριο, προσ τον ιερεα, εκτοσ απο το κριαρι τησ εξιλεωσησ, διαμεσου του οποιου θα γινει γι' αυτον εξιλεωση. και καθε προσφορα που υψωνεται, απο ολα τα αγιασμενα πραγματα των γιων ισραηλ, την οποια προσφερουν στον ιερεα, θα ειναι δικη του. δικα του, λοιπον, θα ειναι οσα αγιαζονται απο καθε ανθρωπο· ο,τι καθε ενασ δινει στον ιερεα, θα ειναι δικο του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: αν η γυναικα καποιου ανθρωπου παραδρομησει και αμαρτησει εναντιον του, και καποιοσ συγκοιμηθει μαζι τησ, και διαφυγει απο τα ματια του ανδρα τησ, και κρυφτει, κι αυτη μολυνθει, και δεν υπαρχει μαρτυρασ εναντιον τησ, και δεν πιαστει, και πεσει σ' αυτον πνευμα ζηλοτυπιασ, και ζηλοτυπησει τη γυναικα του, κι αυτη ειναι μολυσμενη· η, αν πεσει σ' αυτον το πνευμα τησ ζηλοτυπιασ, και ζηλοτυπησει τη γυναικα του, κι αυτη δεν ειναι μολυσμενη· τοτε, ο ανθρωποσ θα φερει τη γυναικα του στον ιερεα, και θα προσφερει το δωρο τησ γι' αυτη, το ενα δεκατο του εφα, κριθινο αλευρι· λαδι, ομωσ, δεν θα χυσει επανω σ' αυτο· ουτε λιβανι θα βαλει επανω σ' αυτο, επειδη ειναι προσφορα ζηλοτυπιασ, προσφορα ενθυμησησ, που φερνει σε ενθυμηση ανομια. και ο ιερεασ θα την πλησιασει, και θα τη στησει μπροστα στον κυριο. επειτα, ο ιερεασ θα παρει αγιο νερο σε πηλινο αγγειο· και ο ιερεασ θα παρει απο το χωμα, που ειναι στο δαπεδο τησ σκηνησ, και θα το βαλει στο νερο. και ο ιερεασ θα στησει τη γυναικα μπροστα στον κυριο, και θα ξεσκεπασει το κεφαλι τησ γυναικασ, και θα βαλει στα χερια τησ την προσφορα τησ ενθυμησησ, την προσφορα τησ ζηλοτυπιασ· και στο χερι του ιερεα θα ειναι το νερο, το πικρο, που φερνει καταρα. και ο ιερεασ θα την ορκισει, και θα πει στη γυναικα: αν δεν κοιμηθηκε καποιοσ μαζι σου, και αν δεν παραδρομησεσ για να μολυνθεισ, και δεν δεχθηκεσ αλλον, αντι του ανδρα σου, ασ εισαι χωρισ βλαβη απ' αυτο το νερο, το πικρο, που φερνει την καταρα· αν, ομωσ, παραδρομησεσ, και δεχθηκεσ αλλον, στη θεση του ανδρα σου, και μολυνθηκεσ, και καποιοσ κοιμηθηκε μαζι σου, εκτοσ απο τον ανδρα σου, (τοτε ο ιερεασ θα ορκισει τη γυναικα με ορκο καταρασ, και ο ιερεασ θα πει στη γυναικα): φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να σε κανει καταρα και ορκο αναμεσα στον λαο σου, κανοντασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να σαπισει ο μηροσ σου, και να πρηστει η κοιλια σου· κι αυτο το νερο, που φερνει την καταρα, θα μπει στα εντοσθια σου, για να κανει να πρηστει η κοιλια σου και να σαπισει ο μηροσ σου. και η γυναικα θα πει: αμην, αμην. επειτα, ο ιερεασ θα γραψει αυτεσ τισ καταρεσ σε βιβλιο, και θα τισ σβησει με το νερο το πικρο· και θα δωσει στη γυναικα να πιει απο το νερο, το πικρο, που φερνει την καταρα· και το νερο, που φερνει την καταρα, θα μπει σ' αυτη για πικρια. και ο ιερεασ θα παρει απο το χερι τησ γυναικασ την προσφορα τσ ζηλοτυπιασ, και θα κινησει την προσφορα μπροστα στον κυριο, και θα την προσφερει στο θυσιαστηριο· και ο ιερεασ θα παρει μια χουφτα απο την προσφορα, την ενθυμηση τησ, και θα την καψει επανω στο θυσιαστηριο, κι υστερα απ' αυτα, θα δωσει στη γυναικα να πιει το νερο. και αφου τησ δωσει να πιει το νερο, τοτε θα συμβει, ωστε αν ειναι μολυσμενη, και αδικησε τον ανδρα τησ, θα μπει σ' αυτη το νερο, που φερνει την καταρα, για πικρια, και η κοιλια τησ θα πρηστει, και ο μηροσ τησ θα σαπισει, και η γυναικα θα ειναι καταρα αναμεσα στον λαο τησ. αν, ομωσ, δεν ειναι μολυσμενη η γυναικα, αλλα ειναι καθαρη, τοτε θα μεινει χωρισ βλαβ, και θα συλλαβει σπερμα. αυτοσ ειναι ο νομοσ τησ ζηλοτυπιασ, οταν καποια παραδρομησει και δεχθει αλλον, αντι του ανδρα τησ, και μολυνθει· η, οταν ερθει το πνευμα τησ ζηλοτυπιασ σε καποιον ανδρα, και ζηλοτυπησει τη γυναικα του, και στησει τη γυναικα του μπροστα στον κυριο, και ο ιερεασ εφαρμοσει σ' αυτην ολοκληρωτικα αυτον τον νομο. τοτε, ο μεν ανδρασ θα ειναι αθωοσ απο την ανομια, η δε γυναικα εκεινη θα βασταξει την ανομια τησ.

6

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε προσ τουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: οταν ενασ ανδρασ η μια γυναικα ευχηθει ευχη ναζηραιου, για να αφιερωθει στον κυριο, θα εγκρατευεται απο κρασι και απο σικερα, ουτε θα πιει ξιδι απο κρασι η ξιδι απο σικερα ουτε θα πινει οτιδηποτε ειναι κατασκευασμενο απο σταφυλι ουτε θα φαει φρεσκο σταφυλι η σταφιδεσ. ολεσ τισ ημερεσ τησ αφιερωσησ του δεν θα φαει τιποτε απο οσα γινονται απο αμπελο, απο φλοιο σταφυλιου, μεχρι το κουκουτσι του. ολεσ τισ ημερεσ τησ ευχησ τησ αφιερωσησ του, ξυραφι δεν θα περασει στο κεφαλι του, μεχρισ οτου εκπληρωθουν οι ημερεσ, που ευχηθηκε στον κυριο· αγιοσ θα ειναι, αφηνοντασ τισ τριχεσ τησ κομησ του κεφαλιου του να αυξανουν. ολεσ τισ ημερεσ τησ αφιερωσησ του στον κυριο, δεν θα μπει σε πεθαμενο. δεν θα μολυνθει για τον πατερα του η για τη μητερα του, για τον αδελφο του η για την αδελφη του, οταν πεθανουν· επειδη, η αφιερωση του στον θεο βρισκεται επανω στο κεφαλι του. ολεσ τισ ημερεσ τησ αφιερωσησ του ειναι αγιοσ στον κυριο. και αν καποιοσ πεθανει κοντα του, ξαφνικα, και μολυνθει το κεφαλι τησ αφιερωσησ του, τοτε, θα ξυρισει το κεφαλι του την ημερα του καθαρισμου του· την εβδομη ημερα θα το ξυρισει. και την ογδοη ημερα θα φερει στον ιερεα δυο τρυγονια η δυο νεοσσουσ θηλυκων περιστεριων, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου· και ο ιερεασ θα προσφερει το ενα για προσφορα περι αμαρτιασ, και το αλλο για ολοκαυτωμα· και θα κανει γι' αυτον εξιλεωση, εξαιτιασ τησ αμαρτιασ του, σε σχεση με τον νεκρο, και θα αγιασει το κεφαλι του εκεινη την ημερα. και θα αφιερωσει τισ ημερεσ τησ αφιερωσησ του στον κυριο, και θα φερει ενα χρονιαρικο αρνι για προσφορα περι ανομιασ· και οι ημερεσ που περασαν δεν θα λογαριαστουν, επειδη μολυνθηκε η αφιερωση του. και ο νομοσ του ναζηραιου, αφου συμπληρωθουν οι ημερεσ τησ αφιερωσησ του, ειναι τουτοσ: θα φερθει στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, και θα προσφερει το δωρο του στον κυριο, ενα χρονιαρικο αρνι, χωρισ ψεγαδι, για ολοκαυτωμα, και ενα αρνι θηλυκο, χρονιαρικο, χωρισ ψεγαδι, για προσφορα περι αμαρτιασ, και ενα κριαρι χωρισ ψεγαδι για ειρηνικη προσφορα, και ενα κανιστρι με αζυμα ψωμια, απο σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι, και λαγανα αζυμα χρισμενα με λαδι, και την προσφορα τουσ απο αλφιτα, και τη σπονδη τουσ. και ο ιερεασ θα τα προσφερει μπροστα στον κυριο, και θα κανει την προσφορα του περι αμαρτιασ, και το ολοκαυτωμα του. και θα προσφερει το κριαρι για ειρηνικη θυσια στον κυριο, μαζι με το κανιστρι των αζυμων· ο ιερεασ θα προσφερει ακομα την προσφορα του απο αλφιτα, και τη σπονδη του. και ο ναζηραιοσ θα ξυρισει το κεφαλι τησ αφιερωσησ του στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, και θα παρει τισ τριχεσ του κεφαλιου τησ αφιερωσησ του, και θα τισ βαλει επανω στη φωτια, που βρισκεται κατω απο την ειρηνικη θυσια. και ο ιερεασ θα παρει τον ψημενο ωμο του κριαριου, και ενα αζυμο ψωμι απο το κανιστρι, και ενα αζυμο λαγανο, και θα τα βαλει στα χερια του ναζηραιου, αφου ξυρισει πρωτα τισ τριχεσ τησ αφιερωσησ του. και ο ιερεασ θα τα κινησει σε κινητη προσφορα μπροστα στον κυριο· αυτο ειναι αγιο στον ιερεα, μαζι με το στηθοσ τησ κινητησ προσφορασ, και μαζι με τον ωμο τησ προσφορασ που υψωνεται· και υστερα απ' αυτα, ο ναζηραιοσ μπορει να πιει κρασι. για τον ναζηραιο, που εκανε ευχη, ο νομοσ του δωρου του στον κυριο για την αφιερωση του, ειναι αυτοσ, εκτοσ εκεινου που θα προσεφερε εκουσια· συμφωνα με την ευχη, που ευχηθηκε, ετσι θα κανει, συμφωνα με τον νομο τησ αφιερωσησ του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στον ααρων, και στουσ γιουσ του, ωσ εξησ: ετσι θα ευλογειτε τουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ τουσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να σε ευλογησει και να σε φυλαξει! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να επιλαμψει το προσωπο του επανω σου, και να σε ελεησει! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να υψωσει το προσωπο του επανω σου, και να σου δωσει ειρηνη! και θα βαλουν το ονομα μου επανω στουσ γιουσ ισραηλ· κι εγω θα τουσ ευλογησω.

7

και την ημερα που ο μωυσησ τελειωσε να στηνει τη σκηνη, και την εχρισε, και την αγιασε, και ολα τα σκευη τησ, και το θυσιαστηριο, και ολα τα σκευη του, και τα εχρισε, και τα αγιασε· τοτε, οι αρχοντεσ του ισραηλ, οι αρχηγοι των οικογενειων των πατερων τουσ, που ησαν οι αρχοντεσ των φυλων, που επιστατησαν στην απαριθμηση, εκαναν προσφορα· και εφεραν τα δωρα τουσ μπροστα στον κυριο, εξι αμαξεσ σκεπαστεσ, και 12 βοδια, μια αμαξα ανα δυο αρχοντεσ, και ενα βοδι ο καθενασ, και τα εφεραν μπροστα στη σκηνη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση, λεγοντασ: παρ' τα απ' αυτουσ, και θα ειναι για τα εργα τησ υπηρεσιασ τησ σκηνησ του μαρτυριου· και θα τα δωσεισ στουσ λευιτεσ, σε καθε εναν συμφωνα με την υπηρεσια του. και ο μωυσησ πηρε τισ αμαξεσ και τα βοδια, και τα εδωσε στουσ λευιτεσ. τισ δυο αμαξεσ και τα τεσσερα βοδια τα εδωσε στουσ γιουσ του γηρσων, συμφωνα με την υπηρεσια τουσ. και τισ τεσσερισ αμαξεσ και τα οκτω βοδια τα εδωσε στουσ γιουσ του μεραρι, συμφωνα με την υπηρεσια τουσ, κατω απο την επιστασια του ιθαμαρ, γιου του ααρων, του ιερεα. ομωσ, στουσ γιουσ του κααθ δεν εδωσε· επειδη, η υπηρεσια τουσ στο αγιαστηριο ηταν να βασταζουν τα σκευη επανω στουσ ωμουσ. και οι αρχοντεσ προσφεραν για τον εγκαινιασμο του θυσιαστηριου, την ημερα που χριστηκε, και προσφεραν οι αρχοντεσ τα δωρα τουσ μπροστα στο θυσιαστηριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: θα προσφερουν τα δωρα τουσ, ενασ αρχοντασ καθε ημερα για τον εγκαινιασμο του αγιαστηριου. κι εκεινοσ που προσφερε το δωρο του την πρωτη ημερα ηταν ο ναασσων, ο γιοσ του αμμιναδαβ, απο τη φυλη του ιηhυδα· και το δωρο του ηταν ενασ ασημενιοσ δισκοσ, βαρουσ 130 σικλων· μια λεκανιτσα ασημενια 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο 10 σικλων γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα αρνι χρονιαρικο, για ολοκαυτωμα· εναν τραγο απο κατσικεσ για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του ναασσων, του γιου του αμμιναδαβ. τη δευτερη ημερα προσφερε ο ναθαναηλ, ο γιοσ του σουαρ, ο αρχοντασ τησ φυλησ του ισσαχαρ· και προσφερε το δωρο του εναν ασημενιο δισκο, βαρουσ 130 σικλων, μια ασημενια λεκανιτσα 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο 10 σικλων, γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα χρονιαρικο αρνι, για ολοκαυτωμα· εναν τραγο απο κατσικεσ για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του ναθαναηλ, του γιου του σουαρ. την τριτη ημερα προσφερε ο αρχοντασ των γιων του ζαβουλων, ο ελιαβ, ο γιοσ του χαιλων· το δωρο του ηταν ενασ ασημενιοσ δισκοσ, βαρουσ 130 σικλων· μια ασημενια λεκανιτσα 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο 10 σικλων, γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα χρονιαρικο αρνι, για ολοκαυτωμα· εναν τραγο απο κατσικεσ, για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του ελιαβ, του γιου του χαιλων. την τεταρτη ημερα προσφερε ο ελισουρ, ο γιοσ του σεδιουρ, ο αρχοντασ των γιων του ρουβην· το δωρο του ηταν ενασ ασημενιοσ δισκοσ, βαρουσ 130 σικλων· μια ασημενια λεκανιτσα 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο 10 σικλων, γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα χρονιαρικο αρνι, για ολοκαυτωμα· εναν τραγο απο κατσικεσ, για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του ελισουρ, του γιου του σεδιουρ. την πεμπτη ημερα προσφερε ο αρχοντασ των γιων του συμεων, ο σελουμιηλ, ο γιοσ του σουρισαδαι· το δωρο του ηταν ενασ ασημενιοσ δισκοσ, βαρουσ 130 σικλων· μια ασημενια λεκανιτσα 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο 10 σικλων, γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα χρονιαρικο αρνι, για ολοκαυτωμα· ενασ τραγο απο κατσικεσ, για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του σελουμιηλ, του γιου του σουρισαδαι. την εκτη ημερα προσφερε ο αρχοντασ των γιων του γαδ, ο ελιασαφ, ο γιοσ του δεουηλ· το δωρο του ηταν ενασ ασημενιοσ δισκοσ, βαρουσ 130 σικλων· μια ασημενια λεκανιτσα 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο 10 σικλων, γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα χρονιαρικο αρνι, για ολοκαυτωμα· εναν τραγο απο κατσικεσ, για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του ελιασαφ, του γιου του δεουηλ. την εβδομη ημερα προσφερε ο αρχοντασ των γιων του εφραιμ, ο ελισαμα, ο γιοσ του αμμιουδ· το δωρο του ηταν ενασ ασημενιοσ δισκοσ, βαρουσ 130 σικλων· μια ασημενια λεκανιτσα 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο 10 σικλων, γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα χρονιαρικο αρνι για ολοκαυτωμα· εναν τραγο απο κατσικεσ, για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του ελισαμα, του γιου του αμμιουδ. την ογδοη ημερα προσφερε ο αρχοντασ των γιων του μανασση, ο γαμαλιηλ, ο γιοσ του φεδασσουρ· το δωρο του ηταν ενασ ασημενιοσ δισκοσ, βαρουσ 130 σικλων· μια ασημενια λεκανιτσα 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο 10 σικλων, γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα χρονιαρικο αρνι, για ολοκαυτωμα· ενασ τραγο απο κατσικεσ, για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του γαμαλιηλ, του γιου του φεδασσουρ. την ενατη ημερα προσφερε ο αρχοντασ των γιων του βενιαμιν, ο αβειδαν, ο γιοσ του γιδεωνι· το δωρο του ηταν ενασ ασημενιοσ δισκοσ, βαρουσ 130 σικλων· μια ασημενια λεκανιτσα 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο 10 σικλων, γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα αρνι χρονιαρικο, για ολοκαυτωμα· εναν τραγο απο κατσικεσ, για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του αβειδαν, του γιου του γιδεωνι. τη δεκατη ημερα προσφερε ο αρχοντασ των γιων του δαν, ο αχιεζερ, ο γιοσ του αμμισαδαι, το δωρο του ηταν ενασ ασημενιοσ δισκοσ, βαρουσ 130 σικλων· μια ασημενια λεκανιτσα 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο δεκα σικλων, γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα χρονιαρικο αρνι, για ολοκαυτωμα· εναν τραγο απο κατσικεσ, για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του αχιεζερ, του γιου του αμμισαδαι. την ενδεκατη ημερα προσφερε ο αρχοντασ των γιων του ασηρ, ο φαγαιηλ, ο γιοσ του οχραν· το δωρο του ηταν ενασ ασημενιοσ δισκοσ, βαρουσ 130 σικλων· μια ασημενια λεκανιτσα 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο 10 σικλων, γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα χρονιαρικο αρνι, για ολοκαυτωμα· εναν τραγο απο κατσικεσ, για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του φαγαιηλ, του γιου του οχραν. τη δωδεκατη ημερα προσφερε ο αρχοντασ των γιων του νεφθαλι, ο αχιρα, ο γιοσ του αιναν· το δωρο του ηταν ενασ ασημενιοσ δισκοσ, βαρουσ 130 σικλων· μια ασημενια λεκανιτσα 70 σικλων, συμφωνα με τον αγιο σικλο· και τα δυο γεματα με σιμιγδαλι, ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· ενα χρυσο θυμιατοδοχο 10 σικλων· γεματο με θυμιαμα· ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, ενα χρονιαρικο αρνι, για ολοκαυτωμα· εναν τραγο απο κατσικεσ, για προσφορα περι αμαρτιασ· και για ειρηνικη θυσια, δυο βοδια, πεντε κριαρια, πεντε τραγουσ, πεντε χρονιαρικα αρνια. αυτο ηταν το δωρο του αχιρα, του γιου του αιναν. αυτοσ ηταν ο εγκαινιασμοσ του θυσιαστηριου, την ημερα που χριστηκε απο τουσ αρχοντεσ του ισραηλ· 12 ασημενιοι δισκοι, 12 ασημενιεσ λεκανιτσεσ, 12 χρυσα θυμιατοδοχα· ο καθε ασημενιοσ δισκοσ ηταν 130 σικλουσ, και η καθε ασημενια λεκανιτσα ηταν 70 σικλουσ· ολοκληρο το ασημι των σκευων ηταν 2.400 σικλοι, συμφωνα με τον αγιο σικλο· 12 χρυσα θυμιατοδοχα, γεματα με θυμιαμα, απο 10 σικλουσ το καθε θυμιατοδοχο, συμφωνα με τον αγιο σικλο· ολοκληρο το χρυσαφι των θυμιατοδοχων ηταν 120 σικλοι. ολα τα βοδια για το ολοκαυτωμα ησαν 12 μοσχαρια, τα κριαρια 12, τα χρονιαρικα αρνια 12, μαζι με τισ προσφορεσ τουσ απο αλφιτα, και 12 οι τραγοι απο κατσικεσ για προσφορα περι αμαρτιασ. και ολα τα βοδια για ειρηνικη θυσια ησαν 24 μοσχαρια, 60 τα κριαρια, οι τραγοι 60, τα χρονιαρικα αρνια αυτοσ ηταν ο εγκαινιασμοσ του θυσιαστηριου, αφου χριστηκε. και οταν ο μωυσησ μπηκε στη σκηνη του μαρτυριου για να μιλησει με τον κυριο, τοτε ακουσε τη φωνη εκεινου που του μιλουσε απο πανω απο το ιλαστηριο, που ηταν επανω στην κιβωτο του μαρτυριου, αναμεσα στα δυο χερουβειμ· και του μιλουσε.

8

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στον ααρων, και πεσ του: οταν αναψεισ τα λυχναρια, τα επτα λυχναρια θα φωτιζουν κατα προσωπο τησ λυχνιασ. και ο ααρων εκανε ετσι· αναψε τα λυχναρια τησ, κατα προσωπο τησ λυχνιασ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. κι αυτη ηταν η κατασκευη τησ λυχνιασ· απο σφυρηλατημενο χρυσαφι, και ο κορμοσ τησ, και τα ανθη τησ, ηταν ολοκληρη σφυρηλατημενη· συμφωνα με το σχεδιο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε δειξει στον μωυση, ετσι εκανε τη λυχνια. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: παρε τουσ λευιτεσ αναμεσα απο τουσ γιουσ ισραηλ, και καθαρισε τουσ. και θα κανεισ σ' αυτουσ για τον καθαρισμο τουσ, ωσ εξησ: ραντισε επανω τουσ νερο καθαρισμου, και ασ περασουν ξυραφι σε ολοκληρο το σωμα τουσ, και ασ πλυνουν τα ενδυματα τουσ, και ασ καθαριστουν. επειτα, ασ παρουν ενα μοσχαρι απο βοδια, μαζι με την προσφορα του απο αλφιτα, απο σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι, και θα παρεισ ενα αλλο μοσχαρι απο βοδια για προσφορα περι αμαρτιασ. και θα φερεισ τουσ λευιτεσ μπροστα στη σκηνη του μαρτυριου, και θα συγκεντρωσεισ ολοκληρη τη συναγωγη των γιων ισραηλ· και θα φερεισ τουσ λευιτεσ μπροστα στον κυριο, και θα επιθεσουν οι γιοι ισραηλ τα χερια τουσ επανω στουσ λευιτεσ· και ο ααρων θα προσφερει τουσ λευιτεσ μπροστα στον κυριο προσφορα απο τουσ γιουσ ισραηλ, για να υπηρετουν την υπηρεσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οι λευιτεσ θα επιθεσουν τα χερια τουσ επανω στα κεφαλια των μοσχαριων, και θα προσφερεισ το ενα περι αμαρτιασ, και το αλλο για ολοκαυτωμα, στον κυριο· για να κανεισ εξιλεωση για τουσ λευιτεσ. και θα στησεισ τουσ λευιτεσ μπροστα στον ααρων, και μπροστα στουσ γιουσ του· και θα τουσ προσφερεισ προσφορα στον κυριο. ετσι θα αποχωρισεισ τουσ λευιτεσ αναμεσα απο τουσ γιουσ ισραηλ, και οι λευιτεσ θα ειναι δικοι μου. και υστερα απ' αυτα, θα μπουν οι λευιτεσ για να υπηρετουν τη σκηνη του μαρτυριου· και θα τουσ καθαρισεισ, και θα τουσ προσφερεισ προσφορα. επειδη, αυτοι ειναι δοσμενοι ωσ δωρο σε μενα απο αναμεσα απο τουσ γιουσ ισραηλ· στη θεση εκεινων που διανοιγουν καθε μητρα, ολων των πρωτοτοκων των γιων ισραηλ, τουσ πηρα για τον εαυτο μου. επειδη, ολα τα πρωτοτοκα των γιων ισραηλ ειναι δικα μου, απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ· την ημερα που παταξα ολα τα πρωτοτοκα στη γη τησ αιγυπτου, τουσ αγιασα για τον εαυτο μου· και πηρα τουσ λευιτεσ στη θεση ολων των πρωτοτοκων των γιων ισραηλ. και εδωσα τουσ λευιτεσ δωρο στον ααρων, και στουσ γιουσ του, απο αναμεσα τουσ γιουσ ισραηλ, για να υπηρετουν την υπηρεσια των γιων ισραηλ στη σκηνη του μαρτυριου, και για να κανουν εξιλεωση για τουσ γιουσ ισραηλ· για να μη ειναι πληγη επανω στουσ γιουσ ισραηλ, αν πλησιασουν οι γιοι ισραηλ στα αγια. και ο μωυσησ και ο ααρων και ολοκληρη η συναγωγη των γιων ισραηλ εκαναν στουσ λευιτεσ, συμφωνα με ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση, για τουσ λευιτεσ· ετσι εκαναν σ' αυτουσ οι γιοι ισραηλ· και καθαριστηκαν οι λευιτεσ, και επλυναν τα ιματια τουσ· και τουσ προσφερε ο ααρων προσφορα μπροστα στον κυριο, και ο ααρων εκανε γι' αυτουσ εξιλεωση, για να τουσ καθαρισει. και υστερα απ' αυτα μπηκαν οι λευιτεσ για να υπηρετουν την υπηρεσια τουσ στη σκηνη του μαρτυριου, μπροστα στον ααρων, και μπροστα στουσ γιουσ του· οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση για τουσ λευιτεσ, ετσι εκαναν σ' αυτουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: αυτο ειναι που εχει σχεση με τουσ λευιτεσ· απο 25 χρονων κι επανω θα μπαινουν να εκτελουν την υπηρεσια τησ σκηνησ του μαρτυριου· και απο 50 χρονων θα σταματουν απο το να εκτελουν την υπηρεσια, και δεν θα υπηρετουν πλεον· αλλα, θα υποβοηθουν τουσ αδελφουσ τουσ στη σκηνη του μαρτυριου, για να τηρουν τισ υπηρεσιεσ· υπηρεσια, ομωσ, δεν θα κανουν. ετσι θα κανεισ στουσ λευιτεσ, ωσ προσ τισ υπηρεσιεσ τουσ.

9

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, στην ερημο σινα, τον πρωτο μηνα του δευτερου χρονου, αφου βγηκαν απο τη γη τησ αιγυπτου, λεγοντασ: ασ κανουν οι γιοι ισραηλ το πασχα στον καιρο του· τη 14η ημερα αυτου του μηνα, προσ την εσπερα, θα το κανετε, στον καιρο του· συμφωνα με ολα τα νομιμα του, και συμφωνα με ολεσ τισ τελετεσ του, θα το κανετε. και ο μωυσησ μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ για να κανουν το πασχα. και εκαναν το πασχα τη 14η ημερα του πρωτου μηνα, προσ την εσπερα, στην ερημο σινα· συμφωνα με οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση, ετσι εκαναν οι γιοι ισραηλ. και βρισκονταν μερικοι, που ησαν ακαθαρτοι απο νεκρο σωμα ανθρωπου, και δεν μπορουσαν να κανουν το πασχα εκεινη την ημερα· και ηρθαν μπροστα στον μωυση και μπροστα στον ααρων εκεινη την ημερα. και οι ανδρεσ εκεινοι του ειπαν: εμεισ ειμαστε ακαθαρτοι απο νεκρο σωμα ανθρωπου· γιατι εμποδιζομαστε να προσφερουμε το δωρο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον καιρο του, αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ; και ο μωυσησ ειπε σ' αυτουσ: σταθειτε αυτου, και θα ακουσω τι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα με προσταξει για σασ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: πεσ στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: αν καποιοσ ανθρωποσ απο σασ η απο τισ γενεεσ σασ γινει ακαθαρτοσ απο νεκρο σωμα η ειναι σε οδοιπορια θα κανει το πασχα στον κυριο· τη 14η ημερα του δευτερου μηνα, προσ την εσπερα, θα το κανουν, και θα το φανε με αζυμα και πικρα χορτα. δεν θα αφησουν απ' αυτο υπολοιπο μεχρι το πρωι, ουτε θα συντριψουν απ' αυτο καποιο κοκαλο του· θα το κανουν συμφωνα με ολα τα νομιμα του πασχα. και ο ανθρωποσ, που, ενω ειναι καθαροσ, και δεν βρισκεται σε οδοιπορια, λειψει απο το να κανει το πασχα, η ψυχη εκεινη θα εξολοθρευτει απο τον λαο τησ· επειδη, δεν προσφερε το δωρο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον καιρο του, ο ανθρωποσ εκεινοσ θα βασταξει την αμαρτια του. και αν ενασ ξενοσ παροικει μεταξυ σασ, και κανει το πασχα στον κυριο, συμφωνα με τα νομιμα του πασχα, και συμφωνα με τισ τελετεσ του, ετσι θα το κανει· τον ιδιο νομο θα εχετε, και για τον ξενο και για τον αυτοχθονα. και την ημερα που στηθηκε η σκηνη, η νεφελη σκεπασε τη σκηνη, τον οικο του μαρτυριου· και απο την εσπερα μεχρι το πρωι ηταν επανω στη σκηνη, σαν ενα ειδοσ φωτιασ. ετσι γινοταν παντοτε· η νεφελη τη σκεπαζε την ημερα, καισ φωτιασ τη νυχτα. και οταν ανεβαινε η νεφελη απο τη σκηνη, τοτε σηκωνονταν οι γιοι ισραηλ· και στον τοπο οπου στεκοταν η νεφελη, εκει στρατοπεδευαν οι γιοι ισραηλ. συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σηκωνονταν οι γιοι ισραηλ, και συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στρατοπεδευαν· ολεσ τισ ημερεσ που η νεφελη παρεμενε επανω στη σκηνη, εμεναν στρατοπεδευμενοι. και οταν η νεφελη παρεμενε επανω στη σκηνη πολλεσ ημερεσ, τοτε οι γιοι ισραηλ τηρουσαν τισ υπηρεσιεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν σηκωνονταν και οταν η νεφελη στεκοταν επανω στη σκηνη, οσεσδηποτε ημερεσ, συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εμεναν στρατοπεδευμενοι, και συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σηκωνονταν. και οταν η νεφελη στεκοταν απο την εσπερα μεχρι το πρωι, και ανεβαινε η νεφελη το πρωι, τοτε κι αυτοι σηκωνονταν· ειτε την ημερα ειτε τη νυχτα ανεβαινε η νεφελη, τοτε αυτοι σηκωνονταν. δυο ημερεσ η εναν μηνα η εναν χρονο, αν παρεμενε η νεφελη επανω στη σκηνη, καθωσ στεκοταν επανω τησ, οι γιοι ισραηλ εμεναν στρατοπεδευμενοι, και δεν σηκωνονταν· οταν, ομωσ, αυτη ανεβαινε, σηκωνονταν. συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στρατοπεδευαν, και συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σηκωνονταν· τηρουσαν τισ υπηρεσιεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε διαμεσου του μωυση.

10

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: κανε για τον εαυτο σου δυο ασημενιεσ σαλπιγγεσ· σφυρηλατημενεσ θα τισ κανεισ, και θα ειναι σε σεναγια να συγκαλεισ τη συναγωγη, και να βαζεισ σε κινηση τα στρατοπεδα. και οταν σαλπιζουν μ' αυτεσ, ολοκληρη η συναγωγη θα συναθροιζεται προσ εσενα στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και αν σαλπισουν μεμονον μια, τοτε θα συναθροιζονται προσ εσενα οι αρχοντεσ, οι αρχηγοι των χιλιαδων του ισραηλ. και οταν σαλπιζετε αλαλαγμο, τοτε θα σηκωνονται τα στρατοπεδα, που ειναι στρατοπεδευμενα προσ την ανατολη. και οταν σαλπιζετε δευτερον αλαλαγμο, τοτε θα σηκωνονται τα στρατοπεδα, που ειναι στρατοπεδευμενα προσ νοτον· θα σαλπιζουν αλαλαγμο για να σηκωθουν. και οταν συγκαλειται η συναγωγη, θα σαλπιζετε, οχι ομωσ αλαλαγμο. και οι γιοι του ααρων, οι ιερεισ, θα σαλπιζουν με τισ σαλπιγγεσ· κι αυτα θα ειναι σε σασ αιωνιοσ θεσμοσ στισ γενεεσ σασ. και αν στη γη σασ βγειτε σε μαχη, εναντια στον εχθρο, που πολεμαει εναντιον σασ, τοτε θα σαλπιζετε αλαλαγμο με τισ σαλπιγγεσ, και θα ερθετε σε ενθυμηση μπροστα στον κυριο τον θεο σασ, και θα διασωθειτε απο τουσ εχθρουσ σασ. και στισ ημερεσ τησ ευφροσυνησ σασ, και στισ γιορτεσ σασ, και στισ νεομηνιεσ σασ, θα σαλπιζετε με τισ σαλπιγγεσ επανω στα ολοκαυτωματα σασ, κι επανω στισ θυσιεσ των ειρηνικων προσφορων σασ, και θα ειναι για σασ προσ ενθυμηση μπροστα στον θεο σασ. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. και την 20η ημερα του δευτερου μηνα, του δευτερου χρονου, ανεβηκε η νεφελη απο τη σκηνη του μαρτυριου. και σηκωθηκαν οι γιοι ισραηλ συμφωνα με την ταξη τησ οδοιποριασ τουσ, απο την ερημο σινα, και η νεφελη σταθηκε στην ερημο φαραν. και πρωτα σηκωθηκαν, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε διαμεσου του μωυση. και πρωτη σηκωθηκε η σημαια του στρατοπεδου των γιων του ιηhυδα, συμφωνα με τα ταγματα τουσ, και επικεφαλησ του στρατευματοσ του ηταν ο ναασσων, ο γιοσ του αμμιναδαβ. και επικεφαλησ του στρατευματοσ τησ φυλησ των γιων του ισσαχαρ ηταν ο ναθαναηλ, ο γιοσ του σουαρ. και επικεφαλησ του στρατευματοσ τησ φυλησ των γιων του ζαβουλων, ο ελιαβ, ο γιοσ του χαιλων. και κατεβασαν τη σκηνη· και οι γιοι του γηρσων, και οι γιοι του μεραρι, σηκωθηκαν, βασταζοντασ τη σκηνη. επειτα, σηκωθηκε η σημαια του στρατοπεδου του ρουβην, συμφωνα με τα ταγματα τουσ, και επικεφαλησ του στρατευματοσ του ηταν ο ελισουρ, ο γιοσ του σεδιουρ. και επικεφαλησ του στρατευματοσ τησ φυλησ των γιων του συμεων ηταν ο σελουμιηλ, ο γιοσ του σουρισαδαι. και επικεφαλησ τησ φυλησ των γιων του γαδ ηταν ο ελιασαφ, ο γιοσ του δεουηλ. και οι κααθιτεσ σηκωθηκαν, βασταζοντασ τα αγια, και οι αλλοι εστηναν τη σκηνη, μεχρισ οτου φτασουν αυτοι. επειτα, σηκωθηκε η σημαια του στρατοπεδου των γιων του εφραιμ, συμφωνα με τα ταγματα τουσ, και επικεφαλησ του στρατευματοσ του ηταν ο ελισαμα, ο γιοσ του αμμιουδ. και επικεφαλησ του στρατευματοσ τησ φυλησ των γιων του μανασση ηταν ο γαμαλιηλ, ο γιοσ του φεδασσουρ. και επικεφαλησ του στρατευματοσ τησ φυλησ των γιων βενιαμιν ηταν ο αβειδαν, ο γιοσ του γιδεωνι. επειτα, σηκωθηκε η σημαια του στρατοπεδου των γιων του δαν, πισω απο ολα τα στρατοπεδα, συμφωνα με τα ταγματα τουσ, και επικεφαλησ του στρατευματοσ του ηταν ο αχιεζερ, ο γιοσ του αμμισαδαι. και επικεφαλησ του στρατευματοσ τησ φυλησ των γιων του ασηρ ηταν ο φαγαιηλ, ο γιοσ του οχραν. και επικεφαλησ του στρατευματοσ τησ φυλησ των γιων του νεφθαλι ηταν ο αχιρα, ο γιοσ του αιναν. ετσι γινοταν η οδοιπορια των γιων ισραηλ, συμφωνα με τα ταγματα τουσ, οταν σηκωνονταν. και ο μωυσησ ειπε στον οβαβ, τον γιο του ραγουηλ, του μαδιανιτη, του πεθερου του μωυση: εμεισ πηγαινουμε στον τοπο, για τον οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: αυτον θα σασ δωσω· ελα μαζι μασ, και θα σε αγαθοποιηhοσυαμε· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε αγαθα για τον ισραηλ. και του ειπε: δεν θαρθω, αλλα θα επιστρεψω στη γη μου, και στη γενεα μου. και ειπε: μη μασ αφησεισ, παρακαλω, επειδη εσυ γνωριζεισ που πρεπει να στρατοπεδευουμε στην ερημο, και θα εισαι για μασ οπωσ ειναι τα ματια στο σωμα· και αν ερθεισ μαζι μασ, εκεινα τα αγαθα, που θα κανει σε μασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τα ιδια θα κανουμε κι εμεισ σε σενα. και οδοιπορησαν απο το βουνο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δρομο τριων ημερων· και η κιβωτοσ τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προπορευοταν μπροστα τουσ δρομο τριων ημερων, για να ζητησει τοπο αναπαυσησ γι' αυτουσ. και η νεφελη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν απο πανω τουσ την ημερα, οταν σηκωνονταν απο το στρατοπεδο. και οταν η κιβωτοσ σηκωνοταν, ο μωυσησ ελεγε: σηκω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ασ διασκορπιστουν οι εχθροι σου, και ασ φυγουν απο μπροστα σου εκεινοι που σε μισουν. και οταν αναπαυοταν, ελεγε: γυρνα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στισ χιλιαδεσ των μυριαδων του ισραηλ.

11

και ο λαοσ γογγυζε πονηρα στα αυτια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ακουσε, και εξαφθηκε η οργη του· και αναμεσα τουσ αναψε μια φωτια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και κατεφαγε την ακρη του στρατοπεδου. και ο λαοσ βοησε στον μωυση· και ο μωυσησ προσευχηθηκε στον κυριο, και σταματησε η φωτια. και αποκληθηκε το ονομα εκεινου του τοπου ταβερα, επειδη αναψε αναμεσα τουσ μια φωτια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και το συμμικτο πληθοσ, που ηταν αναμεσα τουσ, επιθυμησε μια επιθυμια· και εκλαιγαν παλι και οι γιοι ισραηλ, και ειπαν: ποιοσ θα μασ δωσει κρεασ να φαμε; θυμουμαστε τα ψαρια, που τρωγαμε στην αιγυπτο δωρεαν, τα αγγουρια, και τα πεπονια, και τα πρασα, και τα κρεμμυδια, και τα σκορδα· τωρα, ομωσ, η ψυχη μασ ειναι καταξερη· δεν ειναι στα ματια μασ τιποτε αλλο εκτοσ απο τουτο το μαννα. και το μαννα ηταν σαν τον σπορο του κοριανδρου, και το χρωμα του σαν το χρωμα του βδελλιου. ο λαοσ περιφεροταν μαζευοντασ το, και το αλεθαν σε μυλο η το κοπανιζαν σε γουδι, και το εψηναν σε χυτρα, και εκαναν απ' αυτο ψωμια στη σταχτη· και η γευση του ηταν σαν γευση λαγανασ απο λαδι. και οταν κατεβαινε η δροσια στο στρατοπεδο τη νυχτα, επεφτε και το μαννα επανω σ' αυτη. και ο μωυσησ ακουσε τον λαο να κλαιει στισ συγγενειεσ τουσ, τον καθε εναν στη θυρα τησ σκηνησ του· και η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναψε υπερβολικα· και τουτο φανηκε κακο και στον μωυση. και ο μωυσησ ειπε στον κυριο: γιατι ταλαιπωρησεσ τον δουλο σου; και γιατι δεν βρηκα χαρη μπροστα σου, ωστε εβαλεσ επανω μου το φορτιο ολοκληρου αυτου του λαου; μηπωσ εγω συνελαβα ολοκληρον αυτο τον λαο; η, εγω τουσ γεννησα, για να μου λεσ: παρ' τον στον κορφο σου, οπωσ η τροφοσ βασταει το βρεφοσ που θηλαζει, στη γη που ορκιστηκεσ στουσ πατερεσ τουσ; απο που να βρεθουν σε μενα κρεατα για να δωσω σε ολοκληρον αυτο τον λαο; επειδη, κλαινε σε μενα, λεγοντασ: δωσε μασ κρεασ να φαμε· δεν μπορω εγω μονοσ μου να βασταξω ολοκληρον αυτο τον λαο, επειδη αυτο ειναι πολυ βαρυ για μενα· και αν ετσι κανεισ σε μενα, θανατωσε με αμεσωσ, παρακαλω, αν βρηκα χαρη μπροστα σου, για να μη βλεπω τη δυστυχια μου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: συγκεντρωσε μου 70 ανδρεσ απο τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ, που γνωριζεισ οτι ειναι πρεσβυτεροι του λαου, και αρχοντεσ τουσ· και να τουσ φερεισ στη σκηνη του μαρτυριου, οπου θα σταθουν μαζι σου. και θα κατεβω, και θα μιλησω εκει μαζι σου· και θα παρω απο το πνευμα που ειναι επανω σου, και θα το βαλω επανω σ' αυτουσ· και θα βασταζουν μαζι σου το φορτιο του λαου, για να μη το βασταζεισ εσυ μονοσ. και πεσ στον λαο: αγιαστε τον εαυτο σασ για την αυριανη ημερα, και θα φατε κρεασ· επειδη, κλαψατε στα αυτια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: ποιοσ θα μασ δωσει κρεασ να φαμε; επειδη, καλα ημασταν στην αιγυπτο. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σασ δωσει κρεασ, και θα φατε· δεν θα φατε μια ημερα ουτε δυο ημερεσ ουτε πεντε ημερεσ ουτε δεκα ημερεσ ουτε 20 ημερεσ· ολοκληρο τον μηνα θα φατε, μεχρισ οτου βγει απο τα ρουθουνια σασ, και θα το αηδιασετε, επειδη απειθησατε στον κυριο, που ειναι αναμεσα σασ, και κλαψατε μπροστα του, λεγοντασ: γιατι να αναχωρησουμε απο την αιγυπτο; και ο μωυσησ ειπε: 600.000 πεζοι ειναι ο λαοσ, αναμεσα στουσ οποιουσ βρισκομαι εγω· κι εσυ ειπεσ: θα τουσ δωσω κρεασ για να φανε εναν ολοκληρο μηνα. θα σφαχτουν γι' αυτουσ τα κοπαδια και οι αγελεσ, ωστε να τουσ επαρκεσουν; η, θα μαζευτουν μαζι ολα τα ψαρια τησ θαλασσασ γι' αυτουσ, ωστε να τουσ επαρκεσουν; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: μηπωσ μικρυνε το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; τωρα θα δεισ αν ο λογοσ μου εκτελειται η οχι. και ο μωυσησ βγηκε, και ειπε στον λαο τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και συγκεντρωσε τουσ 70 ανδρεσ απο τουσ πρεσβυτερουσ του λαου, και τουσ εστησε ολογυρα στη σκηνη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατεβηκε μεσα σε νεφελη, και μιλησε σ' αυτον, και πηρε απο το πνευμα, που ηταν επανω του, και εβαλε επανω στουσ 70 ανδρεσ, τουσ πρεσβυτερουσ· και αφου καθησε επανω τουσ το πνευμα, προφητευσαν, αλλα δεν εξακολουθησαν. εμειναν, ομωσ, δυο ανδρεσ στο στρατοπεδο, το ονομα του ενοσ ηταν ελδαδ, και το ονομα του δευτερου μηδαδ· και το πνευμα καθησε επανω τουσ· κι αυτοι ησαν απο τουσ καταγραμμενουσ, δεν βγηκαν ομωσ στη σκηνη· και προφητευαν μεσα στο στρατοπεδο. και ετρεξε ενασ νεοσ, και το ανηγγειλε στον μωυση, λεγοντασ: ο ελδαδ και ο μηδαδ προφητευουν στο στρατοπεδο. και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, ο υπηρετησ του μωυση, ο εκλεκτοσ του, αποκριθηκε και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου μωυση, εμποδισε τουσ. και ο μωυσησ του ειπε: ζηλοτυπεισ για μενα; ειθε ολοκληροσ ο λαοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να ησαν προφητεσ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να εβαζε επανω τουσ το πνευμα του! και ο μωυσησ αναχωρησε στο στρατοπεδο, αυτοσ και οι πρεσβυτεροι του ισραηλ. και βγηκε ενασ ανεμοσ απο τον κυριο, και εφερε ορτυκια απο τη θαλασσα, και τα ερριξε κοντα στο στρατοπεδο, σε αποσταση μεχρι μιασ ημερασ δρομο απο το ενα μεροσ, και μεχρι μιασ ημερασ δρομο απο το αλλο, ολογυρα στο στρατοπεδο· και ησαν στοιβαγμενα μεχρι δυο πηχεσ επανω στην επιφανεια τησ γησ. κι αφου ο λαοσ σηκωθηκε, ολοκληρη εκεινη την ημερα, και ολοκληρη τη νυχτα, και ολοκληρη την επομενη ημερα, μαζεψαν τα ορτυκια· εκεινοσ που μαζεψε το λιγοτερο, μαζεψε δεκα χομορ· και τα ξαπλωναν ολογυρα στο στρατοπεδο για τον εαυτο τουσ. κι ενω το κρεασ ηταν ακομα στα δοντια τουσ, πριν μασηθει, εξαφθηκε η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντιον του λαου· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παταξε τον λαο με μια υπερβολικα μεγαλη πληγη. και αποκαλεσε το ονομα εκεινου του τοπου κιβρωθ-αττααβα, επειδη, εκει θαφτηκε ο λαοσ, ο επιθυμητησ. και ο λαοσ αναχωρησε απο την κιβρωθ-αττααβα προσ την ασηρωθ, και εμεινε στην ασηρωθ.

12

και μιλησε η μαριαμ, και ο ααρων, εναντια στον μωυση, εξαιτιασ τησ γυναικασ τησ αιθιοπισσασ, που ειχε παρει· επειδη, γυναικα αιθιοπισσα ειχε παρει· και ειπαν: μηπωσ μονον στον μωυση μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; δεν μιλησε και σε μασ; και το ακουσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο ανθρωποσ ο μωυσησ ηταν υπερβολικα πραοσ, περισσοτερο απο ολουσ τουσ ανθρωπουσ, που ησαν επανω στη γη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε αμεσωσ στον μωυση, και στον ααρων, και στη μαριαμ: βγειτε εξω εσεισ οι τρεισ προσ τη σκηνη του μαρτυριου. και οι τρεισ βγηκαν εξω. και κατεβηκε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε στυλο νεφελησ, και σταθηκε στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, και καλεσε τον ααρων και τη μαριαμ· και βγηκαν εξω και οι δυο. και ειπε: ακουστε τωρα τα λογια μου: αν υπαρχει μεταξυ σασ προφητησ, εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα γνωριστω σ' αυτον με οπτασιεσ· θα του μιλησω στον υπνο· δεν ειναι ετσι με τον υπηρετη μου τον μωυση· σε ολοκληρο τον οικο μου αυτοσ ειναι πιστοσ· στομα προσ στομα θα μιλαω σ' αυτον, και φανερα, και οχι με αινιγματα, και θα βλεπει το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· γιατι, λοιπον, δεν φοβηθηκατε να μιλησετε εναντιον του δουλου μου, του μωυση; και αναψε η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντιον τουσ, και αναχωρησε. και η νεφελη απομακρυνθηκε απο τη σκηνη, και να, η μαριαμ εγινε λεπρη, οπωσ το χιονι· και ο ααρων ειδε τη μαριαμ, και να, ηταν λεπρη. και ο ααρων ειπε στον μωυση: παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, μη βαλεισ την αμαρτια επανω μασ, επειδη πραξαμε ανοητα, και επειδη αμαρτησαμε· ασ μη ειναι αυτη σαν εκτρωμα, που το μισο τησ σαρκασ ειναι φαγωμενο, οταν βγαινει απο τη μητρα τησ μητερασ του. και ο μωυσησ βοησε στον κυριο, λεγοντασ: παρακαλω, θεε, γιατρεψε την. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: αν ο πατερασ τησ εφτυνε μονον το προσωπο τησ, δεν θα ηταν ντροπιασμενη επτα ημερεσ; ασ αποχωριστει επτα ημερεσ απο το στρατοπεδο, και υστερα ασ επιστρεψει. και αποχωριστηκε η μαριαμ απο το στρατοπεδο επτα ημερεσ· και ο λαοσ δεν σηκωθηκε, μεχρισ οτου επεστρεψε η μαριαμ. και υστερα, σηκωθηκε ο λαοσ απο την ασηρωθ, και στρατοπεδευσαν στην ερημο φαραν.

13

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: στειλε ανδρεσ, για να κατασκοπευσουν τη γη χανααν, που εγω δινω στουσ γιουσ ισραηλ· θα στειλετε απο εναν ανδρα απο καθε φυλη των πατερων τουσ, καθε εναν απ' αυτουσ αρχηγον. και ο μωυσησ τουσ εστειλε με προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο την ερημο φαραν. ολοι αυτοι οι ανδρεσ ησαν αρχηγοι των γιων ισραηλ. και τουτα ησαν τα ονοματα τουσ: απο τη φυλη ρουβην, ο σαμμουα, ο γιοσ του σακχουρ· απο τη φυλη συμεων, ο σαφατ, ο γιοσ του χορρι· απο τη φυλη ιηhυδα, ο χαλεβ, ο γιοσ του ιεφοννη· απο τη φυλη ισσαχαρ, ο ιγαλ, ο γιοσ του ιωσηφ· απο τη φυλη εφραιμ, ο αυση, ο γιοσ του ναυη· απο τη φυλη βενιαμιν, ο φαλτι, ο γιοσ του ραφου· απο τη φυλη ζαβουλων, ο γαδιηλ, ο γιοσ του σουδι· απο τη φυλη ιωσηφ, απο τη φυλη μανασση, ο γαδδι, ο γιοσ του σουσι· απο τη φυλη δαν, ο αμμιηλ, ο γιοσ του γεμαλι· απο τη φυλη ασηρ, ο σεθουρ, ο γιοσ του μιχαηλ· απο τη φυλη νεφθαλι, ο νααβι, ο γιοσ του βαυσι· απο τη φυλη γαδ, ο γεουηλ, ο γιοσ του μαχι. αυτα ειναι τα ονοματα των ανδρων, που ο μωυσησ εστειλε για να κατασκοπευσουν τη γη· και ο μωυσησ επονομασε τον αυση, τον γιο του ναυη, ιηhοσυα. και ο μωυσησ τουσ εστειλε για να κατασκοπευσουν τη γη χανααν· και τουσ ειπε: ανεβειτε απο τουτο το μεροσ το μεσημβρινο, και θα ανεβειτε στο βουνο· και θα θεωρησετε τη γη, πωσ ειναι, και τον λαο που κατοικει σ' αυτη, αν ειναι δυνατοσ η αδυνατοσ, λιγοι η πολλοι· και πωσ ειναι η γη στην οποια αυτοι κατοικουν, ειναι καλη η κακη· και πωσ ειναι οι πολεισ, που αυτοι κατοικουν, ατειχιστεσ η περιτειχισμενεσ· και πωσ ειναι η γη, ειναι γονιμη η αγονη, αν υπαρχουν σ' αυτη δεντρα η οχι· και γινεστε ανδρειοι, και φερτε απο τουσ καρπουσ τησ γησ. και οι ημερεσ ησαν οι ημερεσ των πρωτων σταφυλιων. και αφου ανεβηκαν, κατασκοπευσαν τη γη, απο την ερημο σιν, μεχρι τη ρεωβ, προσ την εισοδο αιμαθ. και ανεβηκαν προσ το μεσημβρινο, και ηρθαν μεχρι τη χεβρων, οπου ησαν ο αχιμαν, ο σεσαι, και ο θαλμαι, οι γιοι του ανακ. (και η χεβρων χτιστηκε επτα χρονια πριν απο την τανη τησ αιγυπτου). και ηρθαν μεχρι τη φαραγγα εσχωλ, και εκοψαν απο εκει ενα κλημα αμπελου, μαζι με ενα τσαμπι σταφυλι, και το βασταζαν δυο επανω σε ξυλο· εφεραν ακομα και ροδια και συκα. ο τοποσ εκεινοσ ονομαστηκε φαραγγα εσχωλ, εξαιτιασ του τσαμπιου, που εκοψαν απο εκει οι γιοι ισραηλ. και επεστρεψαν, αφου κατασκοπευσαν τη γη, μετα απο 40 ημερεσ. και αφου πορευτηκαν, ηρθαν στον μωυση, και στον ααρων, και σε ολοκληρη τη συναγωγη των γιων ισραηλ, στην ερημο φαραν, στην καδησ· και εφεραν αποκριση σ' αυτουσ, και σε ολοκληρη τη συναγωγη, και τουσ εδειξαν τον καρπο τησ γησ. και ανηγγειλαν στον μωυση, και ειπαν: ηρθαμε στη γη, στην οποια μασ εστειλεσ, και ειναι πραγματικα γη που ρεει γαλα και μελι· και, να, ο καρποσ τησ· ο λαοσ, ομωσ, που κατοικει στη γη, ειναι δυνατοσ, και οι πολεισ περιτειχισμενεσ, υπερβολικα μεγαλεσ· κι ακομα, ειδαμε εκει και τουσ γιουσ του ανακ· οι αμαληκιτεσ κατοικουν στη μεσημβρινη γη· και οι χετταιοι, και οι ιεβουσαιοι, και οι αμορραιοι, κατοικουν επανω στα βουνα· και οι χαναναιοι κατοικουν κοντα στη θαλασσα, και στισ οχθεσ του ιορδανη. και ο χαλεβ κατασιγασε τον λαο μπροστα στον μωυση, και ειπε: ασ ανεβουμε αμεσωσ, και ασ την εξουσιασουμε· επειδη, μπορουμε να την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουμε. οι ανθρωποι, ομωσ, που ειχαν ανεβει μαζι του, ειπαν: δεν μπορουμε να ανεβουμε εναντια σ' αυτον τον λαο, επειδη, ειναι δυνατοτεροι μασ. και δυσφημησαν τη γη, που κατασκοπευσαν, προσ τουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: η γη, που διαπερασαμε για να την κατασκοπευσουμε, ειναι γη που κατατρωει τουσ κατοικουσ τησ· και ολοκληροσ ο λαοσ, που ειδαμε σ' αυτη, ειναι ανδρεσ υπερμεγεθεισ· και ειδαμε εκει τουσ γιγαντεσ, τουσ γιουσ του ανακ, που ειναι απο τουσ γιγαντεσ· και βλεπαμε τουσ εαυτουσ μασ σαν ακριδεσ, και σαν τετοιουσ εβλεπαν κι αυτοι εμασ.

14

και ολοκληρη η συναγωγη, υψωνοντασ τη φωνη τησ, ξεσπασε σε κραυγεσ, και ο λαοσ εκλαψε εκεινη τη νυχτα. και ολοι οι γιοι ισραηλ γογγυζαν εναντια στον μωυση και στον ααρων, και ολοκληρη η συναγωγη τουσ ειπε: ειθε να πεθαιναμε στη γη τησ αιγυπτου! η, ακομα, ειθε να πεθαιναμε σ' αυτη την ερημο· και γιατι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ εφερε σ' αυτη τη γη, ωστε να πεσουμε με μαχαιρα, να γινουν διαρπαγη οι γυναικεσ μασ και τα παιδια μασ; δεν ηταν καλυτερο σε μασ να επιστρεψουμε στην αιγυπτο; και ο ενασ ελεγε στον αλλον: ασ κανουμε καποιον αρχηγο, και ασ επιστρεψουμε στην αιγυπτο. τοτε, επεσε ο μωυσησ, και ο ααρων, με το προσωπο τουσ επανω στη γη, μπροστα σε ολοκληρο το πληθοσ τησ συναγωγησ των γιων ισραηλ. και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, και ο χαλεβ, ο γιοσ του ιεφοννη, απο εκεινουσ που κατασκοπευσαν τη γη, διεσχισαν τα ιματια τουσ· και ειπαν σε ολοκληρη τη συναγωγη των γιων ισραηλ, τα εξησ: η γη, που διαπερασαμε για να την κατασκοπευσουμε, ειναι γη αγαθη, σε υπερβολικο βαθμο· αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευαρεστειται σε μασ, τοτε θα μασ φερει σ' αυτη τη γη, και θα τη δωσει σε μασ, γη που ρεει γαλα και μελι· μονον, μη αποστατειτε εναντια στον κυριο ουτε να φοβαστε τον λαο τησ γησ· επειδη, αυτοι ειναι για μασ ψωμακι· η σκεπη τουσ αποσυρθηκε απο πανω τουσ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι μασ· μη τουσ φοβαστε. και ολοκληρη η συναγωγη ειπε να τουσ λιθοβολησουν με πετρεσ. και η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε επανω στη σκηνη του μαρτυριου, σε ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: μεχρι ποτε αυτοσ ο λαοσ θα με παροργιζει; και μεχρι ποτε δεν θα πιστευουν σε μενα, υστερα απο ολα τα σημεια, που εκανα αναμεσα τουσ; θα τουσ χτυπησω με θανατικο, και θα τουσ εξολοθρευσω, και θα σε κανω εθνοσ μεγαλυτερο και δυνατοτερο απ' αυτουσ. και ο μωυσησ ειπε στον κυριο: τοτε, η αιγυπτοσ θα το ακουσει· επειδη, εσυ ανεβασεσ αυτο τον λαο με τη δυναμη σου απο αναμεσα τουσ· και θα το πουν στουσ κατοικουσ αυτησ τησ γησ· που ακουσαν οτι, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι αναμεσα σ' αυτο τον λαο, οτι εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φαινεσαι προσωπο με προσωπο, και η νεφελη σου στεκεται επανω τουσ, κι εσυ προπορευεσαι απ' αυτουσ την ημερα μεσα σε στυλο νεφελησ, και τη νυχτα μεσα σε στυλο φωτιασ. αν, λοιπον, θανατωσεισ αυτο τον λαο σαν εναν ανθρωπο, τοτε τα εθνη, που ακουσαν το ονομα σου, θα πουν, λεγοντασ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν μπορουσε να φερει αυτο τον λαο στη γη, που ορκιστηκε σ' αυτουσ, γι' αυτο τουσ κατεστρεψε στην ερημο. και τωρα, σε παρακαλω, ασ μεγαλυνθει η δυναμη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, με τον τροπο που ειπεσ, λεγοντασ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μακροθυμοσ και πολυελεοσ, που συγχωρει ανομια και παραβαση, και με κανεναν τροπο δεν θα αθωωσει τον ενοχο, ανταποδιδοντασ την ανομια των πατερων επανω στα παιδια, μεχρι τριτησ και τεταρτησ γενεασ. συγχωρεσε, παρακαλω, την ανομια αυτου του λαου, συμφωνα με το μεγαλο σου ελεοσ, και καθωσ συγχωρεσεσ αυτον τον λαο απο την αιγυπτο και μεχρι τωρα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: τουσ συγχωρεσα, συμφωνα με τον λογο σου· αλλα, ζω εγω, και ολοκληρη η γη θα γεμισει απο τη δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ολοι οι ανδρεσ, που ειδαν τη δοξα μου, και τα σημεια μου, που εκανα στην αιγυπτο και στην ερημο, με παροργισαν ηδη δεκα φορεσ, και δεν υπακουσαν στη φωνη μου, βεβαια, δεν θα δουν τη γη, που ορκιστηκα στουσ πατερεσ τουσ· κανενασ απο εκεινουσ που με παροργισαν δεν θα τη δει. αλλα, τον δουλο μου τον χαλεβ, επειδη εχει μεσα του αλλο πνευμα, και με ακολουθησε εντελωσ, αυτον θα τον φερω στη γη, μεσα στην οποια μπηκε, και το σπερμα του θα την κληρονομησει. (οι αμαληκιτεσ, ομωσ, και οι χαναναιοι κατοικουν στην κοιλαδα). αυριο στραφειτε, και πηγαινετε στην ερημο, προσ τον δρομο τησ ερυθρασ θαλασσασ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση και στον ααρων, λεγοντασ: μεχρι ποτε θα υποφερω αυτη την πονηρη συναγωγη, οσα αυτοι γογγυζουν εναντιον μου; ακουσα τουσ γογγυσμουσ των γιων ισραηλ, που γογγυζουν εναντιον μου. πεσ τουσ: ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καθωσ εσεισ μιλησατε στα αυτια μου, ετσι βεβαια και θα κανω σε σασ· τα πτωματα σασ θα πεσουν σ' αυτη την ερημο· και ολοι οσοι απαριθμηθηκαν απο σασ, σε ολοκληρο το συνολο του αριθμου σασ, απο 20 χρονων κι επανω, οσοι γογγυσαν εναντιον μου, εσεισ, βεβαια, δεν θα μπειτε στη γη, για την οποια ορκιστηκα να σασ κατοικισω σ' αυτη, εκτοσ του χαλεβ, του γιου του ιεφοννη και του ιηhοσυα, του γιου του ναυη· αλλα, τα παιδια σασ, που ειπατε οτι θα γινουν διαρπαγη, αυτα θα τα φερω μεσα, και θα γνωρισουν τη γη, που εσεισ καταφρονησατε· και τα πτωματα σασ θα πεσουν μεσα σ' αυτη την ερημο· και τα παιδια σασ θα περιπλανιονται στην ερημο 40 χρονια, και θα φερουν επανω τουσ την ποινη τησ πορνειασ σασ, μεχρισ οτου διαφθαρουν τα πτωματα σασ στην ερημο· συμφωνα με τον αριθμο των ημερων, που κατασκοπευσατε τη γη, 40 ημερεσ, θεωρουμενησ καθε μιασ ημερασ για εναν χρονο, 40 χρονια θα φερετε επανω σασ τισ ανομιεσ σασ, και θα γνωρισετε την εγκαταλειψη μου. εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησα· βεβαια, αυτο θα το κανω σε ολοκληρη αυτη την πονηρη συναγωγη, που συγκεντρωθηκε εναντιον μου· σ' αυτη την ερημο θα εξολοθρευτουν, κι εκει θα πεθανουν. και οι ανθρωποι, που ο μωυσησ εστειλε για να κατασκοπευσουν τη γη, που, οταν γυρισαν, εκαναν ολοκληρη τη συναγωγη να γογγυσει εναντιον του, δυσφημωντασ τη γη, και οι ανθρωποι εκεινοι που δυσφημησαν τη γη, πεθαναν μεσα στην πληγη, μπροστα στον κυριο. και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, και ο χαλεβ, ο γιοσ του ιεφοννη, επεζησαν, απο τουσ ανθρωπουσ εκεινουσ, που πηγαν να κατασκοπευσουν τη γη. και ο μωυσησ μιλησε τα λογια αυτα προσ ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ· και ο λαοσ πενθησε υπερβολικα. και αφου σηκωθηκαν ενωρισ το πρωι, ανεβηκαν στην κορυφη του βουνου, λεγοντασ: να, εμεισ, θα ανεβουμε οπωσδηποτε στον τοπο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ υποσχεθηκε, επειδη αμαρτησαμε. και ο μωυσησ ειπε: γιατι εσεισ παραβαινετε την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; τουτο, σιγουρα, δεν θα ευοδωθει· μη ανεβαινετε· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ειναι μαζι σασ· για να μη χτυπηθειτε μπροστα στουσ εχθρουσ σασ· επειδη, οι αμαληκιτεσ και οι χαναναιοι ειναι εκει μπροστα σασ, και θα πεσετε με μαχαιρα· για τον λογο οτι, ξεκλινατε απο τον κυριο, γι' αυτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα ειναι μαζι σασ. αλλ' αυτοι αποτολμησαν να ανεβουν στην κορυφη του βουνου· η κιβωτοσ, ομωσ, τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ο μωυσησ, δεν κινηθηκαν μεσα απο το στρατοπεδο. τοτε, οι αμαληκιτεσ και οι χαναναιοι, που κατοικουσαν στο βουνο εκεινο, κατεβηκαν και τουσ χτυπησαν, και τουσ καταδιωξαν, μεχρι τηνορμα.

15

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: οταν μπειτε στη γη τησ κατοικησησ σασ, που εγω σασ δινω, και κανετε προσφορα με φωτια στον κυριο, ολοκαυτωμα η θυσια σε εκπληρωση ευχησ η αυτοπροαιρετα η στισ γιορτεσ σασ, για να κανετε οσμη ευωδιασ στον κυριο, ειτε απο τα βοδια ειτε απο τα προβατα, τοτε, εκεινοσ που προσφερει το δωρο του στον κυριο, θα φερει προσφορα απο αλφιτα, απο ενα δεκατο σιμιγδαλι, ζυμωμενο με ενα τεταρτο ιν λαδιου· και κρασι για σπονδη, το ενα τεταρτο ενοσ ιν, θα προσθεσεισ στο ολοκαυτωμα η τη θυσια για καθε αρνι. η, για καθε κριαρι θα προσθεσεισ προσφορα απο αλφιτα, δυο δεκατα σιμιγδαλι, ζυμωμενο με ενα τριτο ιν λαδιου· και κρασι για σπονδη θα προσφερεισ, το ενα τριτο του ιν, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και αν προσφερεισ μοσχαρι απο βοδια για ολοκαυτωμα η για θυσια σε εκπληρωση ευχησ η για ειρηνικη προσφορα στον κυριο, τοτε, θα φερεισ μαζι με το μοσχαρι απο βοδια, προσφορα απο αλφιτα, τρια δεκατα σιμιγδαλι, ζυμωμενο με μισο ιν λαδιου· και θα φερεισ κρασι για σπονδη, το μισο του ιν, σε προσφορα που γινεται με φωτια, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. ετσι θα γινεται για ενα μοσχαρι η για ενα κριαρι η για ενα αρνι η για εναν τραγο. συμφωνα με τον αριθμο που θα προσφερετε, ετσι θα κανετε σε καθε εναν, συμφωνα με τον αριθμο τουσ. ολοι οι αυτοχθονεσ θα τα κανουν αυτα, συμφωνα μ' αυτο τον τροπο, προσφεροντασ προσφορα που γινεται με φωτια, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και αν μεταξυ σασ παροικει ενασ ξενοσ η οποιοσδηποτε ειναι μεταξυ σασ στισ γενεεσ σασ, και θελει να κανει προσφορα, που γινεται με φωτια σε οσμη ευωδιασ στον κυριο, καθωσ εσεισ κανετε, ετσι θα κανει· ενασ νομοσ θα ειναι για σασ, που ειστε απο τη συναγωγη, και για τον ξενο, που παροικει μεταξυ σασ, ενασ αιωνιοσ θεσμοσ στισ γενεεσ σασ· οπωσ εσεισ, ετσι θα ειναι και ο ξενοσ μπροστα στον κυριο· ενασ νομοσ, και μια διαταξη, θα ειναι για σασ, και για τον ξενο, που παροικει μεταξυ σασ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: οταν ερθετε στη γη, στην οποια εγω σασ φερνω, τοτε, οταν φατε απο τα ψωμια τησ γησ, θα προσφερετε στον κυριο προσφορα που υψωνεται. θα προσφερετε ψωμι απο το πρωτο ζυμαρι σασ, σε προσφορα που υψωνεται· οπωσ την προσφορα που υψωνεται απο το αλωνι σασ, ετσι θα την υψωσετε. απο την πρωτη ζυμη σασ, θα δωσετε στον κυριο προσφορα που υψωνεται, στισ γενεεσ σασ. και αν σφαλετε, και δεν πραξετε ολα αυτα τα προσταγματα, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, συμφωνα με ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε σε σασ διαμεσου του μωυση, απο την ημερα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε, και στο εξησ στισ γενεεσ σασ· τοτε, αν γινει κατι απο αγνοια, χωρισ να το ξερει αυτο η συναγωγη, ολοκληρη η συναγωγη θα προσφερει ενα μοσχαρι απο βοδια για ολοκαυτωμα, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο, μαζι με την προσφορα του απο αλφιτα, και τη σπονδη του, συμφωνα με το διαταγμενο, και εναν τραγο απο κατσικεσ για προσφορα περι αμαρτιασ· και θα κανει εξιλεωση ο ιερεασ για ολοκληρη τη συναγωγη των γιων ισραηλ, και θα τουσ συγχωρηθει· επειδη, εγινε απο αγνοια· και θα φερουν την προσφορα τουσ, θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο, και την προσφορα τουσ περι αμαρτιασ, μπροστα στον κυριο, για την αγνοια τουσ· και θα συγχωρεθει σε ολοκληρη τη συναγωγη των γιων ισραηλ, και στον ξενο που παροικει μεταξυ τουσ· επειδη, ολοκληροσ ο λαοσ αμαρτησε απο αγνοια. και αν καποια ψυχη αμαρτησει απο αγνοια, αυτοσ πρεπει να φερει κατσικα χρονιαρικη για προσφορα περι αμαρτιασ· και ο ιερεασ θα κανει εξιλεωση για την ψυχη, που αμαρτησε απο αγνοια, οταν αμαρτησει απο αγνοια μπροστα στον κυριο, για να κανει εξιλεωση γι' αυτον· και θα του συγχωρηθει. ενασ νομοσ θα ειναι σε σασ για τον αυτοχθονα αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ, και στον ξενο, που παροικει μεταξυ σασ, οταν αμαρτησει απο αγνοια. και η ψυχη που θα πραξει αμαρτημα με υπερηφανο χερι, ειτε αυτοχθονασ ειτε ξενοσ, αυτοσ καταφρονει τον κυριο· και η ψυχη εκεινη θα εξολοθρευτει απο μεσα απο τον λαο τησ. επειδη, καταφρονησε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και παρεβηκε την προσταγη του, η ψυχη εκεινη, θα εξολοθρευτει οπωσδηποτε· η αμαρτια τησ θα ειναι επανω τησ. και οταν οι γιοι ισραηλ ησαν στην ερημο, βρηκαν εναν ανθρωπο να μαζευει ξυλα την ημερα του σαββατου. κι εκεινοι που τον βρηκαν να μαζευει ξυλα, τον εφεραν στον μωυση, και στον ααρων, και σε ολοκληρη τη συναγωγη· και τον εβαλαν υπο φυλαξη. επειδη, δεν ηταν ακομα φανερο τι επρεπε να κανουν σ' αυτον. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: ο ανθρωποσ θα θανατωθει οπωσδηποτε· ολοκληρη η συναγωγη θα τον λιθοβολησει με πετρεσ εξω απο το στρατοπεδο. και ολοκληρη η συναγωγη τον εφεραν εξω απο το στρατοπεδο, και τον λιθοβολησαν με πετρεσ, και πεθανε· οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ και πεσ τουσ να κανουν ποδογυρουσ στισ ακρεσ των ιματιων τουσ, στισ γενεεσ τουσ, και να βαλουν στουσ ποδογυρουσ των ακρων μια γαλαζια ταινια· και θα την εχετε στουσ ποδογυρουσ, για να τη βλεπετε, και να θυμαστε ολεσ τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και να τισ εκτελειτε, και να μη διαστραφειτε ακολουθωντασ τισ επιθυμιεσ των καρδιων σασ, κι ακολουθωντασ τισ επιθυμιεσ των ματιων σασ, πισω απο τισ οποιεσ εσεισ εκπορνευετε· για να θυμαστε, και να εκτελειτε ολεσ τισ εντολεσ μου, και να ειστε αγιοι στον θεο σασ. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, που σασ εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου, για να ειμαι ο θεοσ σασ. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ.

16

και ο κορε, ο γιοσ του ισααρ, γιου του κααθ, γιου του λευι, και ο δαθαν και ο αβειρων, οι γιοι του ελιαβ, και ο ων, ο γιοσ του φαλεθ, γιοι του ρουβην, στασιασαν, και σηκωθηκαν εναντια στον μωυση, μαζι με 250 ανθρωπουσ απο τουσ γιουσ ισραηλ, αρχηγουσ τησ συναγωγησ, συγκλητουσ τησ βουλησ, ανδρεσ ονομαστουσ· και μαζευτηκαν εναντια στον μωυση, και εναντια στον ααρων, και τουσ ειπαν: αρκει σε σασ, επειδη ολοκληρη η συναγωγη, ολοι ειναι αγιοι, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μεταξυ τουσ· και γιατι υψωνεστε ψηλοτερα απο τη συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; και οταν ο μωυσησ το ακουσε, επεσε με το προσωπο του επανω στη γη· και μιλησε στον κορε, και σε ολοκληρη τη συνοδεια του, λεγοντασ: το πρωι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα φανερωσει ποιοι ειναι δικοι του, και ποιοσ ειναι αγιοσ, και θα τον κανει να πλησιασει σ' αυτον· και οποιον εκλεξε, αυτον θα κανει να τον πλησιασει. αυτο να κανετε. παρτε για τον εαυτο σασ θυμιατηρια, ο κορε, και ολοκληρη η συνοδεια του· και βαλτε σ' αυτα φωτια, και βαλτε επανω σ' αυτα θυμιαμα, μπροστα στον κυριο αυριο· και ο ανθρωποσ, που θα εκλεξει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ θα ειναι αγιοσ. αρκει σε σασ, γιοι του λευι. και ο μωυσησ ειπε στον κορε: ακουστε, τωρα, γιοι του λευι. μικρο πραγμα ειναι τουτο σε σασ, οτι σασ ξεχωρισε ο θεοσ του ισραηλ απο τη συναγωγη του ισραηλ, για να σασ φερει κοντα του, να εκτελειτε την υπηρεσια τησ σκηνησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και να στεκεστε μπροστα στη συναγωγη, για να τουσ υπηρετειτε; και αφου σε εφερε κοντα του, και ολουσ τουσ αδελφουσ σου, τουσ γιουσ του λευι, μαζι σου, εσεισ ζητατε και την ιερατεια; ετσι κανεισ, εσυ και ολοκληρη η συνοδεια σου, που ειστε συναθροισμενοι εναντια στον κυριο· και ποιοσ ειναι ο ααρων, ωστε να γογγυζετε εναντιον του; και ο μωυσησ εστειλε να καλεσει τον δαθαν και τον αβειρων, τουσ γιουσ του ελιαβ· κι εκεινοι ειπαν: δεν ανεβαινουμε· μικρο ειναι αυτο, οτι μασ ανεβασεσ απο τη γη που ρεει γαλα και μελι, για να μασ θανατωσεισ στην ερημο, κι ακομα, θελεισ να μασ κατεξουσιαζεισ σαν αρχοντασ; εξαλλου, εσυ δεν μασ εφερεσ σε γη που ρεει γαλα και μελι, ουτε μασ εδωσεσ κληρονομια χωραφιων και αμπελωνων· θελεισ να βγαλεισ τα ματια αυτων των ανθρωπων; δεν ανεβαινουμε. και ο μωυσησ βαρυθυμησε υπερβολικα, και ειπε στον κυριο: μη επιβλεψεισ στην προσφορα τουσ, ουτε ενα γαιδουρι δεν πηρα απ' αυτουσ, ουτε εβλαψα καποιον απ' αυτουσ. και ο μωυσησ ειπε στον κορε: εσυ και ολοκληρη η συνοδεια σου, να ειστε μπροστα στον κυριο, εσυ, κι αυτοι, και ο ααρων, αυριο· και παρτε ο καθε ενασ το θυμιατηριο του, και βαλτε θυμιαμα επανω σ' αυτα, και φερτε ο καθε ενασ το θυμιατηριο του μπροστα στον κυριο, 250 θυμιατηρια· και εσυ, και ο ααρων, καθε ενασ το δικο του θυμιατηριο. και πηραν καθε ενασ το θυμιατηριο του, και εβαλαν σ' αυτα φωτια, και εβαλαν επανω θυμιαμα, και σταθηκαν στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, μαζι με τον μωυση και τον ααρων. και ο κορε συγκεντρωσε εναντιον τουσ ολοκληρη τη συναγωγη στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε σε ολοκληρη τη συναγωγη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση και στον ααρων, λεγοντασ: αποχωριστειτε μεσα απ' αυτη τη συναγωγη, για να τουσ αφανισω μονομιασ. και επεσαν με τα προσωπα τουσ επανω στη γη και ειπαν: ω θεε, θεε των πνευματων καθε σαρκασ, ενασ ανθρωποσ αμαρτησε, και θα οργιστεισ εναντια σε ολοκληρη τη συναγωγη; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στη συναγωγη, λεγοντασ, αναχωρηστε απο τη σκηνη του κορε, του δαθαν, και του αβειρων, απο ολογυρα τουσ. και ο μωυσησ σηκωθηκε, και πηγε στον δαθαν και τον αβειρων· και τον ακολουθησαν οι πρεσβυτεροι του ισραηλ, και μιλησε στη συναγωγη, λεγοντασ: αποχωριστειτε αμεσωσ απο τισ σκηνεσ των ασεβων αυτων ανθρωπων, και μη αγγιξετε τιποτε απο οσα ειναι δικα τουσ, για να μη αφανιστειτε μεσα σε ολεσ τισ αμαρτιεσ τουσ. αναχωρησαν, λοιπον, απο τη σκηνη του κορε, του δαθαν, και του αβειρων, ολογυρα· και ο δαθαν και ο αβειρων βγηκαν, και σταθηκαν στη θυρα των σκηνων τουσ, και οι γυναικεσ τουσ, και οι γιοι τουσ, και οι συγγενειεσ τουσ. και ο μωυσησ ειπε: απο τουτο θα γνωρισετε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με απεστειλε για να πραξω ολα αυτα τα εργα, και οτι δεν επραξα απο τον εαυτο μου. αν οι ανθρωποι αυτοι πεθανουν τον συνηθισμενο θανατο ολων των ανθρωπων η αν γινει ανταποδοση σ' αυτουσ, συμφωνα με την ανταποδοση ολων των ανθρωπων, δεν με απεστειλε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αν, ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κανει θαυμα, και ανοιξει η γη το στομα τησ, και τουσ καταπιει, και ολα τα δικα τουσ, και κατεβουν ζωντανοι στον αδη, τοτε θα γνωρισετε, οτι οι ανθρωποι αυτοι παροξυναν τον κυριο. και καθωσ επαυσε να λεει ολα αυτα τα λογια, σχιστηκε το εδαφοσ, που ηταν απο κατω τουσ. και ανοιξε η γη το στομα τησ, και καταπιε αυτουσ, και τισ οικογενειεσ τουσ, και ολουσ τουσ ανθρωπουσ, που ησαν μαζι με τον κορε, και ολοκληρη την περιουσια τουσ. κι αυτοι κατεβηκαν ζωντανοι στον αδη, και ολα τα δικα τουσ, και η γη εκλεισε απο πανω τουσ· και αφανιστηκαν μεσα απο τη συναγωγη. και ο ολοκληροσ ο ισραηλ, που ηταν γυρω τουσ, εφυγαν στη βοη τουσ, λεγοντασ: μηπωσ η γη καταπιει και εμασ. και βγηκε φωτια απο τον κυριο, και κατεφαγε τουσ 250 ανδρεσ, αυτουσ που προσφεραν το θυμιαμα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: πεσ στον ελεαζαρ, τον γιο του ααρων, του ιερεα, να παρει τα θυμιατηρια απο την πυρκαγια, και τη φωτια να τη σκορπισεισ εκει· επειδη, ειναι αγιασμενα, τα θυμιατηρια αυτων που αμαρτησαν εναντια στισ ψυχεσ τουσ· και ασ τα κανουν πλακεσ για σκεπασμα του θυσιαστηριου· επειδη, αυτοι τα προσφεραν μπροστα στον κυριο, γι' αυτο ειναι αγιασμενα· και θα ειναι για σημειο στουσ γιουσ ισραηλ. και ο ελεαζαρ, ο ιερεασ, πηρε τα χαλκινα θυμιατηρια, που προσφεραν αυτοι που καηκαν· και τα εκαναν πλακεσ για να σκεπασουν το θυσιαστηριο· σε υπομνηση στουσ γιουσ ισραηλ, ωστε κανενασ αλλογενησ, που δεν ειναι απο το σπερμα του ααρων, να μη πλησιαζει για να προσφερει θυμιαμα μπροστα στον κυριο, για να μη γινει οπωσ ο κορε, και οπωσ η συνοδεια του, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σ' αυτον, διαμεσου του μωυση. και την επομενη ημερα, ολοκληρη η συναγωγη των γιων ισραηλ γογγυσαν εναντια στον μωυση και στον ααρων, λεγοντασ: εσεισ φονευσατε τον λαο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κι ενω η συναγωγη ηταν συναθροισμενη εναντια στον μωυση, και εναντια στον ααρων, ανεβλεψαν προσ τη σκηνη του μαρτυριου, και να, η νεφελη τη σκεπασε, και φανηκε η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ηρθε ο μωυσησ και ο ααρων μπροστα στη σκηνη του μαρτυριου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: αποσυρθειτε μεσα απ' αυτη τη συναγωγη, για να τουσ αφανισω μονομιασ. και επεσαν με το προσωπο τουσ στη γη. και ο μωυσησ ειπε στον ααρων: παρε το θυμιατηριο, και βαλε σ' αυτο φωτια απο το θυσιαστηριο, και βαλε επανω θυμιαμα, και πηγαινε γρηγορα στη συναγωγη, και κανε εξιλεωση γι' αυτουσ· επειδη, βγηκε οργη απο τον κυριο· η πληγη αρχισε. και ο ααρων πηρε το θυμιατηριο, οπωσ ειπε ο μωυσησ, και ετρεξε στο μεσον τησ συναγωγησ· και να, η πληγη ειχε αρχισει στον λαο· και εβαλε θυμιαμα, και εκανε εξιλεωση για τον λαο. και σταθηκε αναμεσα σ' εκεινουσ που πεθαναν και στουσ ζωντανουσ, και η θραυση σταματησε. κι εκεινοι που πεθαναν στη θραυση ησαν 14.700, εκτοσ απο εκεινουσ που πεθαναν εξαιτιασ του κορε. και επεστρεψε ο ααρων στον μωυση, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου· και η θραυση σταματησε.

17

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και παρε απο καθε εναν απ' αυτουσ μια ραβδο, συμφωνα με την οικογενεια των πατερων τουσ, απο ολουσ τουσ αρχοντεσ τουσ, συμφωνα με την οικογενεια των πατερων τουσ, 12 ραβδουσ· καθενοσ το ονομα γραψ' το επανω στη ραβδο του· και το ονομα του ααρων γραψ' το επανω στη ραβδο του λευι· επειδη, μια ραβδοσ θα υπαρχει για καθε εναν αρχηγο τησ οικογενειασ των πατερων τουσ· και θα τισ αποθεσεισ στη σκηνη του μαρτυριου, μπροστα στο μαρτυριο, οπου θα βρισκομαι μαζι σασ· και η ραβδοσ του ανθρωπου, που θα εκλεξω, θα βλαστησει· και θα κανω να παυσουν απο μπροστα μου οι γογγυσμοι των γιων ισραηλ, που αυτοι γογγυζουν εναντιον σασ. και ο μωυσησ μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ και του εδωσαν ολοι οι αρχοντεσ τουσ, απο μια ραβδο καθε ενασ αρχοντασ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, 12 ραβδουσ· και η ραβδοσ του ααρων ηταν αναμεσα στισ ραβδουσ τουσ. και ο μωυσησ απεθεσε τισ ραβδουσ μπροστα στον κυριο, στη σκηνη του μαρτυριου. και την επομενη ημερα μπηκε ο μωυσησ στη σκηνη του μαρτυριου· και να, η ραβδοσ του ααρων, για την οικογενεια του λευι, βλαστησε, και εβγαλε βλαστο, και παρηγαγε ανθη, και εδωσε αμυγδαλα. και ο μωυσησ εφερε εξω ολεσ τισ ραβδουσ μπροστα απο τον κυριο, προσ ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ· κι αυτοι ειδαν, και πηραν καθε ενασ τη ραβδο του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση. αποθεσε τη ραβδο του ααρων μπροστα στο μαρτυριο, για να φυλαγεται ωσ σημειο στουσ γιουσ τησ αποστασιασ· και θα σταματησεισ ολοκληρωτικα απο μενα τουσ γογγυσμουσ τουσ, για να μη πεθανουν. και ο μωυσησ εκανε οπωσ τον προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ετσι εκανε. και οι γιοι ισραηλ ειπαν στον μωυση, λεγοντασ: δεσ, εμεισ πεθαινουμε, αφανιζομαστε, ολοι αφανιζομαστε· καθενασ που πλησιαζει, εκεινοσ που πλησιαζει στη σκηνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πεθαινει· θα εκλειψουμε ολοι, πεθαινοντασ;

18

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ααρων: εσυ και οι γιοι σου, και η οικογενεια του πατερα σου, μαζι με σενα, θα βασταζετε την ανομια του αγιαστηριου· κι εσυ και οι γιοι σου μαζι με σενα θα βασταζετε την ανομια τησ ιερατειασ σασ. κι ακομα, τουσ αδελφουσ σου, τη φυλη του λευι, τη φυλη του πατερα σου, να φερεισ μαζι σου, για να ειναι ενωμενοι μαζι σου, και να σε υπηρετουν· εσυ, ομωσ, και οι γιοι σου μαζι με σενα θα υπηρετειτε μπροστα στη σκηνη του μαρτυριου. και θα τηρουν τισ υπηρεσιεσ σου, και τισ υπηρεσιεσ ολοκληρησ τησ σκηνησ· μονον στα σκευη του αγιαστηριου και στο θυσιαστηριο δεν θα πλησιαζουν, για να μη πεθανουν, ουτε αυτοι ουτε εσεισ. και θα ειναι ενωμενοι μαζι σου, και θα τηρουν τισ υπηρεσιεσ τησ σκηνησ του μαρτυριου, σε ολεσ τισ υπηρεσιεσ τησ σκηνησ· και ξενοσ δεν θα σασ πλησιαζει. και θα τηρειτε τισ υπηρεσιεσ του αγιαστηριου, και τισ υπηρεσιεσ του θυσιαστηριου, και δεν θα ειναι πλεον οργη στουσ γιουσ ισραηλ. κι εγω, δεστε, πηρα τουσ αδελφουσ σασ τουσ λευιτεσ μεσα απο τουσ γιουσ ισραηλ· αυτοι ειναι δοσμενοι σε σασ ωσ δωρο για τον κυριο, για να εκτελουν τισ υπηρεσιεσ τησ σκηνησ του μαρτυριου. κι εσυ και οι γιοι σου μαζι με σενα θα τηρειτε την ιερατεια σασ, σε ολεσ τισ υποθεσεισ του θυσιαστηριου, και σ' εκεινεσ μεσα απο το παραπετασμα, και θα κανετε την υπηρεσια. δωρο εδωσα την υπηρεσια τησ ιερατειασ σασ· και οποιοσ ξενοσ πλησιασει θα θανατωνεται. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ααρων: δεσ, εγω εδωσα ακομα σε σενα την επιστασια των προσφορων μου, που υψωνονται, και απ' ολα τα αγιασμενα απο τουσ γιουσ ισραηλ· σε σενα τα εδωσα για το χρισμα, και στουσ γιουσ σου, σε εναν αιωνιο θεσμο. τουτο θα ειναι δικο σου απο τα αγιοτατα, απ' αυτα που προσφερονται με φωτια· ολα τα δωρα τουσ, ολεσ οι προσφορεσ τουσ απο αλφιτα, και ολεσ οι προσφορεσ τουσ περι αμαρτιασ, και ολεσ οι προσφορεσ τουσ περι ανομιασ, που θα αποδιδουν σε μενα, θα ειναι αγιοτατα για σενα και για τουσ γιουσ σου. στο αγιο των αγιων θα τα τρωτε· καθε αρσενικο θα τα τρωει· αγια θα ειναι σε σενα. δικο σου ειναι και τουτο, η προσφορα απο τα δωρα τουσ, που υψωνεται, μαζι με ολεσ τισ κινητεσ προσφορεσ των γιων ισραηλ· σε σενα τα εδωσα, και στουσ γιουσ σου, και στισ θυγατερεσ σου μαζι με σενα, σε εναν αιωνιο θεσμο· καθε καθαροσ στην οικογενεια σου, θα τα τρωει. ολο το καλυτερο απο το λαδι, και ολο το καλυτερο απο το κρασι και το σιταρι, τισ απαρχεσ τουσ, οσα προσφερουν στον κυριο, σε σενα τα εδωσα. ολα τα πρωτογεννηματα τησ γησ, οσα φερνουν στον κυριο, δικα σου θα ειναι· καθε καθαροσ στην οικογενεια σου, θα τα τρωει. καθε καθιερωμα του ισραηλ θα ειναι δικο σου. καθενα που διανοιγει μητρα, απο καθε σαρκα, που θα προσφερουν στον κυριο, απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ, δικο σου θα ειναι· αλλα, τα πρωτοτοκα των ανθρωπων θα εξαγοραζονται οπωσδηποτε, και τα πρωτοτοκα των κτηνων των ακαθαρτων θα εξαγοραζονται. και οσα πρεπει να εξαγοραστουν απο ηλικιασ ενοσ μηνα, θα εξαγοραζονται συμφωνα με την εκτιμηση σου, για πεντε σικλουσ ασημι, συμφωνα με τον αγιο σικλο, που ειναι 20 γερα. τα πρωτοτοκα ομωσ των βοδιων η τα πρωτοτοκα των προβατων η τα πρωτοτοκα των κατσικιων δεν θα εξαγοραζονται· ειναι αγια· το αιμα τουσ θα το ραντιζεισ επανω στο θυσιαστηριο, και το παχοσ τουσ θα το καισ για προσφορα, που γινεται με φωτια, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και το κρεασ τουσ θα ειναι δικο σου, οπωσ το κινητο στηθοσ και ο δεξιοσ ωμοσ ειναι δικοσ σου. ολεσ τισ προσφορεσ των αγιων πραγματων που υψωνονται, τισ οποιεσ οι γιοι ισραηλ θα προσφερουν στον κυριο, τισ εδωσα σε σενα και στουσ γιουσ σου, και στισ θυγατερεσ σου μαζι σου, σε εναν αιωνιο θεσμο. αυτη ειναι διαθηκη αλατιου, παντοτινη, μπροστα στον κυριο, σε σενα και στο σπερμα σου μαζι με σενα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ααρων: στη γη τουσ δεν θα εχεισ κληρονομια, ουτε θα εχεισ μεριδα αναμεσα τουσ· εγω ειμαι η μεριδα σου και η κληρονομια σου, αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ· και δεσ, εδωσα στουσ γιουσ λευι, ολα τα δεκατα του ισραηλ για κληρονομια, για την υπηρεσια τουσ που υπηρετουν, την υπηρεσια τησ σκηνησ του μαρτυριου· και του λοιπου, δεν θα πλησιαζουν οι γιοι ισραηλ στη σκηνη του μαρτυριου, για να μη παρουν επανω τουσ αμαρτια, και πεθανουν· αλλα οι λευιτεσ, αυτοι θα υπηρετουν την υπηρεσια τησ σκηνησ του μαρτυριου, και θα βασταζουν την ανομια τουσ· αυτο θα ειναι αιωνιοσ θεσμοσ στισ γενεεσ σασ· και δεν θα εχουν αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ καμια κληρονομια· επειδη, τα δεκατα των γιων ισραηλ, που θα προσφερουν ωσ προσφορα που υψωνεται στον κυριο, τα εδωσα κληρονομια στουσ λευιτεσ· γι' αυτο ειπα γι' αυτουσ: αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ δεν θα εχουν καμια κληρονομια. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε και στουσ λευιτεσ, και πεσ τουσ: οταν παιρνετε απο τουσ γιουσ ισραηλ το δεκατο, που σασ εδωσα απ' αυτουσ για κληρονομια σασ, τοτε θα προσφερετε απ' αυτα προσφορα που υψωνεται στον κυριο, δεκατο απο το δεκατο. κι αυτεσ οι προσφορεσ σασ που υψωνονται θα λογαριαζονται σε σασ, ωσ σιταρι του αλωνιου, και ωσ αφθονια του ληνου. ετσι κι εσεισ θα προσφερετε προσφορα που υψωνεται στον κυριο απο ολα τα δεκατα σασ, που παιρνετε απο τουσ γιουσ ισραηλ· και απ' αυτα θα δινετε την προσφορα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh που υψωνεται στον ααρων τον ιερεα. απο ολα τα δωρα σασ θα προσφερετε καθε προσφορα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh που υψωνεται, απο καθε καλυτερο τουσ, το αγιασμενο μεροσ απ' αυτα. και θα τουσ πεισ: οταν προσφερετε απ' αυτα, το καλυτερο τουσ, αυτο θα λογαριαζεται για τουσ λευιτεσ ωσ προιον του αλωνιου, και ωσ προιον του ληνου· και θα τα τρωτε σε καθε τοπο, εσεισ και οι οικογενειεσ σασ· επειδη, αυτο ειναι μισθοσ σε σασ για την υπηρεσια σασ στη σκηνη του μαρτυριου· και δεν θα φερετε αμαρτια επανω σασ γι' αυτα, οταν προσφερετε απ' αυτα το καλυτερο τουσ· και δεν θα βεβηλωσετε τα αγια των γιων ισραηλ, για να μη πεθανετε.

19

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση και στον ααρων, λεγοντασ: αυτο ειναι το διαταγμα του νομου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε, λεγοντασ: πεσ στουσ γιουσ ισραηλ να σου φερουν μια ξανθια δαμαλη, χωρισ ψεγαδι, που δεν εχει ελαττωμα, επανω στην οποια δεν επιβληθηκε ζυγοσ· και θα τη δωσετε στον ελεαζαρ, τον ιερεα, και θα τη φερει εξω απο το στρατοπεδο· και θα τη σφαξουν μπροστα του· και ο ελεαζαρ, ο ιερεασ, θα παρει απο το αιμα τησ με το δακτυλο του, και θα ραντισει επτα φορεσ απο το αιμα τησ προσ τη μπροστινη πλευρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και θα καψουν τη δαμαλη μπροστα του· το δερμα τησ, και το κρεασ τησ, και το αιμα τησ, μαζι με τα κοπρανα τησ, θα καουν. και ο ιερεασ θα παρει κεδρινο ξυλο και υσσωπο, και κοκκινο και θα τα ριξει στο μεσον τησ ολοσχερουσ καυσησ τησ δαμαλησ. τοτε, ο ιερεασ θα πλυνει τα ιματια του και θα λουσει το σωμα του με νερο, και υστερα θα μπει μεσα στο στρατοπεδο, και θα ειναι ακαθαρτοσ ο ιερεασ μεχρι την εσπερα. κι εκεινοσ που την καιει θα πλυνει τα ιματια του με νερο, και θα λουσει το σωμα του με νερο, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και ενασ καθαροσ ανθρωποσ θα μαζεψει τη σταχτη τησ δαμαλησ, και θα την αποθεσει εξω απο το στρατοπεδο σε εναν καθαρο τοπο· και θα φυλαγεται για τη συναγωγη των γιων ισραηλ για νερο χωρισμου· αυτο ειναι για καθαρισμο αμαρτιασ. κι εκεινοσ που μαζεψε τη σταχτη τησ δαμαλησ θα πλυνει τα ιματια του, και θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα· κι αυτο θα ειναι στουσ γιουσ ισραηλ, και στουσ ξενουσ, που παροικουν αναμεσα σασ, σε εναν αιωνιο θεσμο. οποιοσ αγγιξει νεκρο σωμα ανθρωπου, θα ειναι ακαθαρτοσ επτα ημερεσ. αυτοσ θα αγνιστει διαμεσου αυτου την τριτη ημερα, και την εβδομη ημερα θα ειναι καθαροσ· αν, ομωσ, δεν αγνιστει την τριτη ημερα ουτε και την εβδομη ημερα δεν θα ειναι καθαροσ. οποιοσ αγγιξει νεκρο σωμα οποιουδηποτε πεθαμενου ανθρωπου, και δεν αγνιστει, μολυνει τη σκηνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και η ψυχη εκεινη θα εξολοθρευτει απο τον ισραηλ· επειδη, δεν ραντιστηκε επανω του το νερο του χωρισμου, θα ειναι ακαθαρτοσ· η ακαθαρσια του μενει επανω του. αυτοσ ειναι ο νομοσ οταν καποιοσ ανθρωποσ πεθανει σε σκηνη: ολοι εκεινοι που μπαινουν στη σκηνη, και ολα οσα βρισκονται στη σκηνη, θα ειναι ακαθαρτα επτα ημερεσ· και καθε ανοιχτο σκευοσ, που δεν εχει σκεπασμα δεμενο απο πανω του, ειναι ακαθαρτο. και οποιοσ αγγιξει στην πεδιαδα καποιον φονευμενο με μαχαιρα η ενα νεκρο σωμα η κοκαλο ανθρωπου η μνημα, θα ειναι ακαθαρτοσ επτα ημερεσ. και θα παρουν για τον ακαθαρτο απο τη σταχτη τησ δαμαλησ, που καηκε για καθαρισμο τησ αμαρτιασ, και θα χυθει επανω τησ νερο τρεχουμενο σε σκευοσ. και ενασ καθαροσ ανθρωποσ θα παρει υσσωπο, και αφου τον βυθισει στο νερο, θα ραντισει επανω στη σκηνη, και σε ολα τα σκευη τησ, κι επανω στουσ ανθρωπουσ, που βρεθηκαν εκει, και επανω σ' εκεινον, που αγγιξε κοκαλο η φονευμενο η νεκρο η μνημα. και ο καθαροσ θα ραντισει επανω στον ακαθαρτο την τριτη ημερα και την εβδομη ημερα· την εβδομη ημερα, ομωσ, θα τον αγνισει· και αυτοσ θα πλυνει τα ιματια του, και θα λουστει με νερο· και την εσπερα θα ειναι καθαροσ. και ο ανθρωποσ, που ειναι ακαθαρτοσ και δεν αγνιστει, η ψυχη εκεινη θα εξολοθρευτει μεσα απο τη συναγωγη· επειδη, μολυνε το αγιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· το νερο του χωρισμου δεν ραντιστηκε επανω του· αυτοσ ειναι ακαθαρτοσ. και θα ειναι σ' αυτουσ αιωνιοσ θεσμοσ, οτι οποιοσ ραντισει το νερο του χωρισμου, θα πλυνει τα ιματια του και οποιοσ αγγιξει το νερο του χωρισμου θα ειναι ακαθαρτοσ μεχρι την εσπερα. και καθε τι που ο ακαθαρτοσ αγγιξει, θα ειναι ακαθαρτο· και η ψυχη που θα το αγγιξει, θα ειναι ακαθαρτη μεχρι την εσπερα.

20

και οι γιοι ισραηλ, ολοκληρη η συναγωγη, ηρθαν τον πρωτο μηνα στην ερημο σιν· και ο λαοσ εμεινε στην καδησ· και η μαριαμ πεθανε εκει, και θαφτηκε εκει. και δεν υπηρχε νερο για τη συναγωγη· και συγκεντρωθηκαν εναντια στον μωυση, και εναντια στον ααρων. και ο λαοσ λοιδορουσε εναντια στον μωυση, και ειπαν, λεγοντασ: ειθε να πεθαιναμε, οταν πεθαναν οι αδελφοι μασ μπροστα στον κυριο! και γιατι ανεβασατε τη συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σ' αυτη την ερημο, για να πεθανουμε εκει εμεισ και τα κτηνη μασ; και γιατι μασ ανεβασατε απο την αιγυπτο για να μασ φερετε σ' αυτον τον κακο τοπο; αυτοσ δεν ειναι τοποσ σπορασ η συκων η αμπελων η ροδιων· ουτε νερο για να πιουμε δεν υπαρχει εδω. και ο μωυσησ και ο ααρων ηρθαν μπροστα απο τη συναγωγη στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, και επεσαν με το προσωπο τουσ στη γη· και φανηκε σ' αυτουσ η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: παρε τη ραβδο, και συγκαλεσε τη συναγωγη, εσυ και ο ααρων ο αδελφοσ σου, και μιληστε στην πετρα μπροστα σ' αυτουσ· και θα σασ δωσει τα νερα τησ, και θα τουσ βγαλεισ νερο απο την πετρα· και θα ποτισεισ τη συναγωγη και τα κτηνη τουσ. και ο μωυσησ πηρε τη ραβδο μπροστα απο τον κυριο, οπωσ τον προσταξε· και συγκαλεσε ο μωυσησ και ο ααρων τη συναγωγη μπροστα στην πετρα· και τουσ ειπε: ακουστε τωρα, εσεισ οι απειθεισ· να σασ βγαλουμε νερο απο τουτη την πετρα; και αφου ο μωυσησ σηκωσε το χερι του, χτυπησε την πετρα με τη ραβδο του δυο φορεσ· και βγηκαν πολλα νερα· και ηπιε η συναγωγη και τα κτηνη τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση και στον ααρων: επειδη, δεν με πιστεψατε, για να με αγιασετε μπροστα στουσ γιουσ ισραηλ, γι' αυτο εσεισ δεν θα φερετε τη συναγωγη αυτη στη γη, που τουσ εδωσα. αυτο ειναι το νερο μεριβα· επειδη, οι γιοι ισραηλ λοιδορησαν εναντια στον κυριο, κι αυτοσ αγιαστηκε μεταξυ τουσ. και ο μωυσησ εστειλε πρεσβεισ απο την καδησ στον βασιλια του εδωμ, λεγοντασ: τουτα λεει ο αδελφοσ σου, ο ισραηλ· εσυ γνωριζεισ ολοκληρη την ταλαιπωρια που μασ βρηκε· οτι οι πατερεσ μασ κατεβηκαν στην αιγυπτο, και κατοικησαμε στην αιγυπτο πολυ καιρο· και οι αιγυπτιοι καταδυναστευσαν εμασ και τουσ πατερεσ μασ· και βοησαμε στον κυριο, κι αυτοσ εισακουσε τη φωνη μασ, και εστειλε αγγελο, και μασ εβγαλε απο την αιγυπτο· και δεστε, ειμαστε στην καδησ, μια πολη που ειναι στισ ακρεσ των οριων σου· ασ περασουμε, παρακαλω, διαμεσου τησ γησ σου· δεν θα περασουμε διαμεσου των χωραφιων η διαμεσου των αμπελωνων ουτε θα πιουμε νερο απο τα πηγαδια· θα περασουμε διαμεσου του βασιλικου δρομου· δεν θα παρεκκλινουμε δεξια η αριστερα, μεχρισ οτου περασουμε τα ορια σου. και ο εδωμ του ειπε: δεν θα περασεισ διαμεσου τησ γησ μου· ειδεμη, θα βγω με μαχαιρα σε συναντηση σου. και οι γιοι ισραηλ του ειπαν: εμεισ διαβαινουμε διαμεσου τησ λεωφορου· και αν εγω και τα κτηνη μου πιουμε απο το νερο σου, θα το πληρωσω· μοναχα θα διαβω, πεζοπορωντασ, και τιποτε αλλο. κι εκεινοσ ειπε: δεν θα διαβεισ. και ο εδωμ βγηκε εναντιον του με πολυ λαο, και με ισχυρη δυναμη. ετσι αρνηθηκε ο εδωμ να δωσει περασμα στον ισραηλ διαμεσου των οριων του· και ο ισραηλ ξεκλινε απ' αυτον. και οι γιοι ισραηλ, ολοκληρη η συναγωγη, σηκωθηκαν απο την καδησ, και ηρθαν στο βουνο ωρ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση και στον ααρων στο βουνο ωρ, κοντα στα ορια τησ γησ του εδωμ, λεγοντασ: ο ααρων θα προστεθει στον λαο του· επειδη, δεν θα μπει μεσα στη γη, που εδωσα στουσ γιουσ ισραηλ· επειδη απειθησατε στον λογο μου, στο νερο μεριβα· παρε τον ααρων και τον ελεαζαρ, τον γιο του, και ανεβασε τουσ στο βουνο ωρ· και βγαλε απο τον ααρων τη στολη του, και φορεσε την στον ελεαζαρ, τον γιο του· και ο ααρων θα προστεθει στον λαο του, και θα πεθανει εκει. και ο μωυσησ εκανε οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε· και ανεβηκαν στο βουνο ωρ, μπροστα σε ολοκληρη τη συναγωγη. και ο μωυσησ εβγαλε απο τον ααρων τη στολη του, και τη φορεσε στον ελεαζαρ, τον γιο του· και ο ααρων πεθανε εκει, επανω στην κορυφη του βουνου· και ο μωυσησ και ο ελεαζαρ κατεβηκαν απο το βουνο. και ολοκληρη η συναγωγη ειδε οτι ο ααρων πεθανε· και πενθησαν τον ααρων 30 ημερεσ, ολοκληροσ ο οικοσ ισραηλ.

21

και ο χαναναιοσ, ο βασιλιασ τησ αραδ, που κατοικουσε μεσημβρινα, ακουσε, οτι ο ισραηλ ηρθε διαμεσου του δρομου αθαρειμ, και πολεμησε εναντια στον ισραηλ, και συνελαβε απ' αυτουσ αιχμαλωτουσ. και ο ισραηλ ευχηθηκε ευχη στον κυριο, και ειπε: αν πραγματικα παραδωσεισ αυτον τον λαο στο χερι μου, θα καταστρεψω τισ πολεισ τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εισακουσε τη φωνη του ισραηλ, και παρεδωσε τουσ χαναναιουσ· και κατεστρεψαν αυτουσ και τισ πολεισ τουσ· και αποκαλεσαν το ονομα του τοπου ορμα. και σηκωθηκαν απο το βουνο ωρ, διαμεσου του δρομου τησ ερυθρασ θαλασσασ, για να περιελθουν τη γη του εδωμ· και ο λαοσ λιγοψυχησε στον δρομο. και ο λαοσ μιλησε εναντια στον θεο, και εναντια στον μωυση, λεγοντασ: γιατι μασ ανεβασεσ απο την αιγυπτο για να πεθανουμε στην ερημο; επειδη, ψωμι δεν υπαρχει, και νερο δεν υπαρχει· και η ψυχη μασ αηδιασε τουτο το ελαφρυ ψωμι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε προσ τον λαο τα φιδια, τα φλογερα φιδια, και δαγκωναν τον λαο, και πολυσ λαοσ απο τον ισραηλ πεθανε. και αφου ο λαοσ ηρθε στον μωυση, ειπαν: αμαρτησαμε, επειδη μιλησαμε εναντια στον κυριο και εναντια σε σενα· παρακαλεσε τον κυριο να σηκωσει τα φιδια απο μασ. και ο μωυσησ δεηθηκε για τον λαο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: φτιαξε για τον εαυτο σου ενα φλογερο φιδι, και βαλ' το επανω σε ενα ξυλο· και καθενασ που θα δαγκωθει, και κοιταξει σ' αυτο, θα ζησει. και ο μωυσησ εκανε ενα φιδι χαλκινο, και το εβαλε επανω σε ενα ξυλο· και αν ενα φιδι δαγκωνε καποιον, αυτοσ, κοιταζοντασ το χαλκινο φιδι, ζουσε. και οι γιοι ισραηλ σηκωθηκαν και στρατοπεδευσαν στην ωβωθ. και αφου σηκωθηκαν απο την ωβωθ, στρατοπεδευσαν στην ιιε-αβαριμ, στην ερημο, που ειναι καταντικρυ του μωαβ, προσ την ανατολη του ηλιου. απο εκει, αφου σηκωθηκαν, στρατοπεδευσαν στην κοιλαδα ζαρεδ. απο εκει, αφου σηκωθηκαν, στρατοπεδευσαν στην αντιπερα πλευρα του αρνων, που ειναι στην ερημο, και βγαινει απο τα ορια των αμορραιων· επειδη, ο αρνων ειναι το οριο του μωαβ, αναμεσα στον μωαβ και τουσ αμορραιουσ. γι' αυτο λεγεται στο βιβλιο των πολεμων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: προσ τον βαεβ στη σουφα, και προσ τα ρυακια του αρνων, και το ρευμα των ρυακιων, που κατεβαινει στην πολη αρ, και βρισκεται στα ορια του μωαβ. και απο εκει ηρθαν στη βηρ· αυτο ειναι το πηγαδι, για το οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πει στον μωυση: συγκεντρωσε τον λαο, και θα τουσ δωσω νερο. τοτε, ο ισραηλ εψαλε αυτη την ωδη: ανεβα, ω πηγαδι· να ψαλλετε σ' αυτο· οι αρχοντεσ εσκαψαν το πηγαδι, οι ευγενεισ του λαου εσκαψαν, με προσταγη του νομοθετη, με τισ ραβδουσ τουσ. και απο την ερημο ηρθαν στη ματτανα, και απο τη ματτανα στη νααλιηλ, και απο τη νααλιηλ στη βαμωθ, και απο την κοιλαδα βαμωθ, που ειναι στη γη του μωαβ, επανω στην κορυφη του φασγα, που βλεπει προσ τη γεσιμων. και ο ισραηλ εστειλε πρεσβεισ στον σηων, τον βασιλια των αμορραιων, λεγοντασ: ασ περασουμε διαμεσου τησ γησ σου· δεν θα παρεκκλινουμε στα χωραφια ουτε στουσ αμπελωνεσ· δεν θα πιουμε νερο απο τα πηγαδια· αλλα διαμεσου του βασιλικου δρομου θα πορευτουμε, μεχρισ οτου περασουμε τα ορια σου. και ο σηων δεν αφησε τον ισραηλ να περασει διαμεσου των οριων του· αλλ' ο σηων συγκεντρωσε ολοκληρο τον λαο του, και βγηκε να παραταχθει εναντια στον ισραηλ στην ερημο· και ηρθε στην ιασσα, και πολεμησε εναντια στον ισραηλ. και ο ισραηλ τον παταξε με μαχαιρα, και καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε τη γη του, απο τον αρνων μεχρι τον ιαβοκ, μεχρι τουσ γιουσ αμμων· επειδη, τα ορια των γιων αμμων ησαν οχυρωμενα. και ο ισραηλ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε ολεσ αυτεσ τισ πολεισ· και ο ισραηλ κατοικησε σε ολεσ τισ πολεισ των αμορραιων, στην εσεβων, και σε ολεσ τισ κωμοπολεισ τησ· επειδη, η εσεβων ηταν η πολη του σηων, του βασιλια των αμορραιων, που ειχε πολεμησει προηγουμενωσ τον βασιλια του μωαβ, και πηρε ολοκληρη τη γη του απο το χερι του, μεχρι τον αρνων. γι' αυτο, οι παροιμιαστεσ λενε: ελατε στην εσεβων· ασ κτιστει και ασ κατασκευαστει η πολη του σηων· επειδη, φωτια βγηκε απο την εσεβων, φλογα απο την πολη του σηων· κατεφαγε την αρ του μωαβ, και τουσ αρχοντεσ των ψηλων τοπων του αρνων· ουαι σε σενα, μωαβ! απολεστηκεσ, λαε του χεμωσ· τουσ γιουσ του, που ειχαν διασωθει, και τισ θυγατερεσ του, εδωσε αιχμαλωτουσ στον σηων, τον βασιλια των αμορραιων· εμεισ τουσ τοξευσαμε· η εσεβων αφανιστηκε μεχρι τη δαιβων, και τουσ ερημωσαμε ολοκληρωτικα μεχρι τη νοφα, που εκτεινεται μεχρι τη μεδεβα. και ο ισραηλ κατοικησε στη γη των αμορραιων. και ο μωυσησ εστειλε να κατασκοπευσουν την ιαζηρ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν τισ κωμοπολεισ τουσ, και εκδιωξαν τουσ αμορραιουσ, που κατοικουσαν εκει. και αφου εστρεψαν, ανεβηκαν τον δρομο που ειναι στη βασαν· και ο ωγ, ο βασιλιασ τησ βασαν, βγηκε σε συναντηση τουσ, αυτοσ και ολοκληροσ ο λαοσ του, για μαχη στην εδρει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: μη τον φοβηθεισ· επειδη, τον παρεδωσα στα χερια σου, και ολοκληρο τον λαο του, και τη γη του· και θα κανεισ σ' αυτον, οπωσ εκανεσ στον σηων, τον βασιλια των αμορραιων, που κατοικουσε στην εσεβων. και παταξαν αυτον, και τουσ γιουσ του, και ολοκληρο τον λαο του, μεχρισ οτου δεν εναπολειφθηκε σ' αυτον τιποτε· και καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν τη γη του.

22

και οι γιοι ισραηλ, αφου σηκωθηκαν, στρατοπεδευσαν στισ πεδιαδεσ του μωαβ, κοντα στον ιορδανη, καταντικρυ στην ιεριχω. και ο βαλακ, ο γιοσ του σεπφωρ, ειδε ολα οσα εκανε ο ισραηλ στουσ αμορραιουσ. και ο μωαβ φοβηθηκε υπερβολικα τον λαο, επειδη, ησαν πολλοι· και ο μωαβ ηταν σε αμηχανια εξαιτιασ των γιων ισραηλ. και ο μωαβ ειπε στουσ πρεσβυτερουσ του μαδιαμ: τωρα, αυτο το πληθοσ θα καταφαει ολα τα μερη ολογυρα μασ, οπωσ το βοδι κατατρωει το χορταρι τησ πεδιαδασ.και ο βαλακ, ο γιοσ του σεπφωρ, ηταν βασιλιασ των μωαβιτων εκεινο τον καιρο. και εστειλε πρεσβεισ στον βαλααμ, τον γιο του βεωρ, στη φεθορα, που βρισκεται κοντα στον ποταμο τησ γησ των γιων του λαου του, για να τον προσκαλεσει, λεγοντασ: δεσ, ενασ λαοσ βγηκε απο την αιγυπτο· δεσ, σκεπαζει ολογυρα το προσωπο τησ γησ, και καθεται απεναντι μου· τωρα, λοιπον, ελα, σε παρακαλω, να μου καταραστεισ αυτον τον λαο, επειδη, ειναι δυνατοτεροσ μου· ισωσ υπερισχυσω, να τουσ παταξουμε, και να τουσ διωξω δξω απο τη γη· επειδη, ξερω οτι οποιον ευλογησεισ ειναι ευλογημενοσ, και οποιον καταραστεισ ειναι σ καταραμενοσ. και πηγαν οι πρεσβυτεροι του μωαβ και οι πρεσβυτεροι του μαδιαμ, φερνοντασ τα δωρα τησ μαντειασ στα χερια τουσ· και ηρθαν στον βαλααμ, και του ειπαν τα λογια του βαλακ. κι εκεινοσ τουσ ειπε: μεινετε εδω αυτη τη νυχτα, και θα σασ απαντησω ο,τι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησει σε μενα. και εμειναν μαζι με τον βαλααμ οι αρχοντεσ του μωαβ. και ο θεοσ ηρθε στον βαλααμ, και του ειπε: τι θελουν αυτοι οι ανθρωποι μαζι σου; και ο βαλααμ ειπε στον θεο: ο βαλακ, ο γιοσ του σεπφωρ, ο βασιλιασ του μωαβ, τουσ εστειλε σε μενα, λεγοντασ: δεσ, ενασ λαοσ βγηκε απο την αιγυπτο, και κατασκεπασε το προσωπο τησ γησ· ελα, τωρα, να μου τον καταραστεισ· ισωσ υπερισχυσω να τον νικησω, και να τον εκδιωξω. και ο θεοσ ειπε στον βαλααμ: μη πασ μαζι τουσ· μη καταραστεισ τον λαο, επειδη ειναι ευλογημενοσ. και αφου ο βαλααμ σηκωθηκε την αυγη, ειπε στουσ αρχοντεσ του βαλακ: πηγαινετε στη γη σασ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν μου επιτρεπει ναρθω μαζι σασ. και αφου οι αρχοντεσ του μωαβ σηκωθηκαν, ηρθαν στον βαλακ, και του ειπαν: ο βαλααμ δεν θελει ναρθει μαζι μασ. και ο βαλακ εστειλε ξανα αρχοντεσ, περισσοτερουσ και εντιμοτερουσ απ' αυτουσ· και ηρθαν στον βαλααμ, και του ειπαν: ετσι λεει ο βαλακ, ο γιοσ του σεπφωρ, μη εμποδιστεισ, σε παρακαλω, ναρθεισ σε μενα· επειδη, θα σε τιμησω με μεγαλεσ τιμεσ, και θα κανω καθε τι που θα μου πεισ· ελα, λοιπον, παρακαλω, να μου καταραστεισ αυτον τον λαο. και ο βαλααμ απαντησε, και ειπε στουσ δουλουσ του βαλακ, και αν ο βαλακ μου δωσει το σπιτι του γεματο απο ασημι και χρυσαφι, δεν μπορω να παραβω τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μου, για να κανω κατι λιγοτερο η περισσοτερο· γι' αυτο, μεινετε, παρακαλω, κι εσεισ εδω αυτη τη νυχτα, για να δω τι ακομα θα μου πει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ηρθε ο θεοσ στον βαλααμ τη νυχτα, και του ειπε: αν ερθουν οι ανθρωποι αυτοι να σε καλεσουν, μολισ σηκωθεισ, πηγαινε μαζι τουσ· ομωσ, ο,τι σου πω, αυτο θα κανεισ. και ο βαλααμ σηκωθηκε το πρωι, και σαμαρωσε το γαιδουρι του, και πηγε μαζι με τουσ αρχοντεσ του μωαβ. και αναψε η οργη του θεου οτι πηγε· και ενασ αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε στον δρομο του, μπροστα του, για να του εναντιωθει· κι αυτοσ καθοταν επανω στο γαιδουρι του, και ησαν μαζι του δυο δουλοι· και οταν το γαιδουρι ειδε τον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να στεκεται στον δρομο, και τη ρομφαια του γυμνωμενη στο χερι του, το γαιδουρι παρεξεκλινε απο τον δρομο και πηγαινε προσ την πεδιαδα· και ο βαλααμ χτυπησε το γαιδουρι για να το επαναφερει στον δρομο. αλλα ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε σ' εναν στενο δρομο των αμπελωνων, οπου ηταν φραγμοσ απο εδω και φραγμοσ απο εκει· και το γαιδουρι, βλεποντασ τον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πιεστηκε προσ τον τοιχο, και συμπιεσε το ποδι του βαλααμ στον τοιχο· κι αυτοσ το χτυπησε ξανα. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh πηγε παραμπροσ, και σταθηκε σε εναν στενο τοπο, οπου δεν υπηρχε δρομοσ να παρεκκλινει δεξια η αριστερα· και το γαιδουρι βλεποντασ τον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συγκαθησε κατω απο τον βαλααμ· και καθωσ ο βαλααμ θυμωσε, χτυπησε το γαιδουρι με τη ραβδο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανοιξε το στομα του γαιδουριου· και ειπε στον βαλααμ: τι σου εκανα και με χτυπησεσ για τριτη φορα τωρα; και ο βαλααμ ειπε στο γαιδουρι: επειδη, με ενεπαιξεσ· ειθε να ειχα μαχαιρα στο χερι μου, επειδη, τωρα θα σε θανατωνα. και το γαιδουρι ειπε στον βαλααμ: δεν ειμαι εγω το γαιδουρι σου, επανω στο οποιο καθοσουν απο την εποχη που με εχεισ, μεχρι την ημερα αυτη; ημουν ποτε συνηθισμενο να κανω ετσι σε σενα; κι εκεινοσ ειπε: οχι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανοιξε τα ματια του βαλααμ, και ειδε τον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να στεκεται στον δρομο, και να εχει στο χερι του τη ρομφαια του γυμνωμενη· και αφου εσκυψε, προσκυνησε με το προσωπο του προσ τη γη. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: γιατι χτυπησεσ το γαιδουρι σου, για τριτη φορα τωρα; δεσ, εγω βγηκα για να σου εναντιωθω, επειδη, ο δρομοσ σου μπροστα μου ειναι διεστραμμενοσ· και το γαιδουρι βλεποντασ με παρεξεκλινε απο μενα για τριτη φορα τωρα· διαφορετικα, αν δεν ειχε παρεκκλινει απο μενα, τωρα εσενα μεν θα σε φονευα, εκεινο ομωσ θα το αφηνα ζωντανο. και ο βαλααμ ειπε στον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: αμαρτησα· επειδη, δεν ηξερα οτι εστεκεσ εσυ στον δρομο εναντιον μου· γι' αυτο, τωρα, αν δεν ειναι σε σενα αρεστο, επιστρεφω. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον βαλααμ: πηγαινε μαζι με τουσ ανθρωπουσ· ομωσ, ο,τι θα σου πω, αυτο θα μιλησεισ. και ο βαλααμ πηγε μαζι με τουσ αρχοντεσ του βαλακ. και καθωσ ο βαλακ ακουσε οτι ερχοταν ο βαλααμ, βγηκε να τον προυπαντησει, μεχρι σε καποια πολη του μωαβ, που βρισκεται στα ορια του αρνων, που ειναι το τελευταιο οριο. και ο βαλακ ειπε στον βαλααμ: δεν εστειλα σε σενα να σε καλεσω με βιασυνη; γιατι δεν ηρθεσ σε μενα; μηπωσ δεν ειμαι ικανοσ να σε τιμησω; και ο βαλααμ ειπε στον βαλακ: να, ηρθα σε σενα· εχω, μηπωσ, τωρα τη δυναμη να μιλησω κατι; οποιον λογο βαλει ο θεοσ στο στομα μου, αυτον θα μιλησω. και πηγε ο βαλααμ μαζι με τον βαλακ, και ηρθαν στην κιριαθ-ουζωθ. και ο βαλακ θυσιασε βοδια και προβατα, και εστειλε απ' αυτα στον βαλααμ, και στουσ αρχοντεσ, που ησαν μαζι του. και το πρωι ο βαλακ πηρε τον βαλααμ, και τον ανεβασε επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ του βααλ, και απο εκει ειδε την ακρη του λαου.

23

και ο βαλααμ ειπε στον βαλακ: οικοδομησε μου εδω επτα βωμουσ, και ετοιμασε μου εδω επτα μοσχαρια και επτα κριαρια. και ο βαλακ εκανε οπωσ ειπε ο βαλααμ· και προσφερε ο βαλακ και ο βαλααμ ενα μοσχαρι και ενα κριαρι επανω σε καθε βωμο. και ο βαλααμ ειπε στον βαλακ: στασου κοντα στο ολοκαυτωμα σου, κι εγω θα παω· ισωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανει σε συναντηση μου· και ο,τι μου δειξει, αυτο θα σου αναγγειλω. και πηγε σε εναν ψηλο τοπο. και ο θεοσ συναντησε τον βαλααμ· και του ειπε: ετοιμασα τουσ επτα βωμουσ, και προσφερα ενα μοσχαρι και ενα κριαρι επανω σε καθε βωμο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εβαλε λογο στο στομα του βαλααμ, και ειπε: επιστρεψε στον βαλακ, και θα του πεισ ωσ εξησ. και επεστρεψε σ' αυτον, και να, στεκοταν κοντα στο ολοκαυτωμα του, αυτοσ και ολοι οι αρχοντεσ του μωαβ. και αρχισε την παραβολη του και ειπε: ο βαλακ, ο βασιλιασ του μωαβ με εφερε απο την αραμ, απο τα βουνα που ειναι προσ τα ανατολικα, λεγοντασ: ελα να μου καταραστεισ τον ιακωβ· και ελα να αναθεματισεισ τον ισραηλ. πωσ να καταραστω αυτον που ο θεοσ δεν καταριεται; η, πωσ να αναθεματισω αυτον που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν αναθεματισε; επειδη, τον βλεπω απο την κορυφη των βουνων, και τον θωρω απο τουσ λοφουσ. δεσ, ενασ λαοσ, που θα κατοικησει μονοσ, και δεν θα λογαριαστει αναμεσα στα εθνη. ποιοσ μπορει να αριθμησει την αμμο του ιακωβ, και τον αριθμο απο το ενα τεταρτο του ισραηλ; ειθε να πεθανω συμφωνα με τον θανατο των δικαιων, και το τελοσ μου να ειναι ομοιο με το δικο του τελοσ! και ο βαλακ ειπε στον βαλααμ: τι μου εκανεσ; εγω σε παρελαβα για να καταραστεισ τουσ εχθρουσ μου· και δεσ, εσυ ευλογωντασ τουσ ευλογησεσ. κι εκεινοσ απαντωντασ ειπε: δεν πρεπει να προσεξω ο,τι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εβαλε στο στομα μου, τουτο να πω; και ο βαλακ ειπε σ' αυτον: ελα, παρακαλω, μαζι μου σε εναν αλλο τοπο απ' οπου θα τον δεισ· μονον το ακρον του θα δεισ, το συνολο του, ομωσ, δεν θα δεισ· και να μου τον καταραστεισ απο εκει. και τον εφερε στην πεδιαδα ζοφιμ, επανω στην κορυφη του φασγα, και οικοδομησε επτα βωμουσ, και προσφερε ενα μοσχαρι ενα και κριαρι επανω σε καθε βωμο. και ειπε στον βαλακ: στασου εδω, κοντα στο ολοκαυτωμα σου, και εγω θα συναντησω εκει τον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh συναντησε τον βαλααμ, και εβαλε λογο στο στομα του, και ειπε: επιστρεψε στον βαλακ, και πεσ του ωσ εξησ. και ηρθε σ' αυτον· και δεσ, αυτοσ στεκοταν κοντα στο ολοκαυτωμα του, και οι αρχοντεσ του μωαβ ησαν μαζι του. και ο βαλακ του ειπε: τι μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; και αφου αρχισε την παραβολη του, ειπε: σηκω, βαλακ, και ακουσε· δωσε σε μενα ακροαση, εσυ ο γιοσ του σεπφωρ. ο θεοσ δεν ειναι ανθρωποσ για να ψευστει, ουτε γιοσ ανθρωπου για να μεταμεληθει. αυτοσ ειπε, και δεν θα εκτελεσει; η, μιλησε, και δεν θα το τηρησει; δεσ, παρελαβα ευλογια· και ευλογησε· και δεν μπορω να τη μεταστρεψω. δεν παρατηρησε ανομια στον ιακωβ ουτε ειδε διαστροφη στον ισραηλ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ειναι μαζι του, και αλαλαγμοσ βασιλια ειναι αναμεσα τουσ. ο θεοσ τουσ εβγαλε απο την αιγυπτο· εχουν σαν δυναμη μονοκερατου ζωου. βεβαια, καμια γοητεια δεν πιανει εναντια στον ιακωβ ουτε μαντεια εναντια στον ισραηλ. στον καιρο του θα μιληθει για τον ιακωβ και για τον ισραηλ: τι κατορθωσε ο θεοσ! δεσ, ο λαοσ θα σηκωθει σαν λεαινα, και θα εγερθει σαν λιονταρι. δεν θα κοιμηθει μεχρι να φαει το θηραμα, και να πιει το αιμα των φονευμενων. και ο βαλακ ειπε στον βαλααμ: ουτε να τουσ καταραστεισ καθολου ουτε να τουσ ευλογησεισ καθολου. και ο βαλααμ, απαντωντασ, ειπε στον βαλακ: δεν σου ειπα, λεγοντασ: καθε τι που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα μου πει, αυτο πρεπει να κανω; και ο βαλακ ειπε στον βαλααμ: ελα, παρακαλω, θα σε φερω σε εναν αλλο τοπο· ισωσ να αρεσει στον θεο να μου τον καταραστεισ απο εκει. και ο βαλακ εφερε τον βαλααμ στην κορυφη του φεγωρ, που βλεπει προσ τη γεσιμων. και ο βαλααμ ειπε στον βαλακ: οικοδομησε μου εδω επτα βωμουσ, και ετοιμασε μου εδω επτα μοσχαρια, και επτα κριαρια. και ο βαλακ εκανε οπωσ του ειπε ο βαλααμ, και προσφερε ενα μοσχαρι και ενα κριαρι επανω σε καθε βωμο.

24

και βλεποντασ ο βαλααμ, οτι ηταν αρεστο μπροστα στον κυριο να ευλογησει τον ισραηλ, δεν πηγε, καθωσ αλλοτε, να ζητησει μαντειεσ, αλλα εστησε το προσωπο του προσ την ερημο. και ο βαλααμ σηκωσε τα ματια του ψηλα, και ειδε τον ισραηλ κατασκηνωμενον, συμφωνα με τισ φυλεσ τουσ· και ηρθε επανω του το πνευμα του θεου. και καθωσ αρχισε την παραβολη του, ειπε: ο βαλααμ, ο γιοσ του βεωρ, ειπε, και ο ανθρωποσ, που εχει ανοιχτα τα ματια του, ειπε: εκεινοσ, που ακουσε τα λογια του θεου, που ειδε οραση του παντοδυναμου, καθωσ επεσε σε εκσταση, εχοντασ ομωσ ανοιχτα τα ματια του, ειπε: ποσο ωραιεσ ειναι οι κατοικιεσ σου, ιακωβ, οι σκηνεσ σου, ισραηλ! ωσ κοιλαδεσ ειναι απλωμενεσ, ωσ παραδεισοι σε οχθεσ ποταμου, ωσ δεντρα αλοησ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φυτεψε, ωσ κεδροι κοντα στα νερα. θα εκχεει νερο απο την αντλια του, και το σπερμα του θα ειναι σε πολλα νερα, και ο βασιλιασ του θα ειναι ψηλοτεροσ απο τον αγαγ, και η βασιλεια του θα μεγαλυνθει. ο θεοσ τον εβγαλε απο την αιγυπτο· εχει σαν δυναμη μονοκερατου ζωου· θα καταφαει τα εθνη, τουσ πολεμιουσ του, και θα συντριψει τα κοκαλα τουσ, και θα τουσ τοξευσει με τα βελη του. και οταν ξαπλωσε, κοιμηθηκε σαν λιονταρι, και σαν σκυμνοσ λιονταριου· ποιοσ θα τον ξυπνησει; ευλογημενοσ εκεινοσ που σε ευλογει και καταραμενοσ εκεινοσ που σε καταριεται. και εξαφθηκε ο θυμοσ του βαλακ εναντια στον βαλααμ, και χτυπησε τα χερια του· και ο βαλακ ειπε στον βαλααμ: για να καταραστεισ τουσ εχθρουσ μου σε καλεσα· και δεσ, εσυ ευλογωντασ τουσ ευλογεισ, για τριτη φορα τωρα· φυγε, λοιπον, τωρα στον τοπο σου· ελεγα να σε τιμησω με τιμεσ· αλλα, να, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου στερησε την τιμη. και ο βαλααμ ειπε στον βαλακ: δεν ειπα και στουσ απεσταλμενουσ σου, που μου εστειλεσ, λεγοντασ, και αν ο βαλακ μου δωσει το σπιτι του γεματο απο ασημι και χρυσαφι, δεν μπορω να παραβω την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ωστε να κανω απο μονοσ μου καλο η κακο, αλλα ο,τι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησει, αυτο και θα πω; και τωρα, δεσ, εγω πηγαινω στον λαο μου· ελα, λοιπον, να σου φανερωσω τι θα κανει αυτοσ ο λαοσ στον λαο σου, στισ εσχατεσ ημερεσ. και αφου αρχισε την παραβολη του, ειπε: ο βαλααμ, ο γιοσ του βεωρ, ειπε, εκεινοσ που εχει ανοιχτα τα ματια του, ειπε: ειπε εκεινοσ, που ακουσε τα λογια του θεου, και ελαβε γνωση του υψιστου, ο οποιοσ ειδε οραση του παντοδυναμου, καθωσ επεσε σε εκσταση, εχοντασ ομωσ ανοιχτα τα ματια του: θα τον δω, αλλ' οχι τωρα· θα τον θωρησω, αλλ' οχι απο κοντα· αστερι θα ανατειλει απο τον ιακωβ, και θα αναστηθει σκηπτρο απο τον ισραηλ, και θα παταξει τουσ αρχηγουσ του μωαβ, και θα εξολοθρευσει ολουσ τουσ γιουσ του σηθ. και ο εδωμ θα ειναι κληρονομια, και ο σηειρ θα ειναι κληρονομια στουσ εχθρουσ του. και ο ισραηλ θα πραξει με ισχυ. και απο τον ιακωβ θα βγει εκεινοσ που εξουσιαζει, και θα εξολοθρευσει εκεινον που διασωθηκε απο την πολη. και βλεποντασ τον αμαληκ, αρχισε την παραβολη του, και ειπε: ο αμαληκ ειναι αρχη των εθνων· αλλα στο τελοσ του θα αφανιστει. και βλεποντασ τον κεναιο αρχισε την παραβολη του, και ειπε: ισχυρη ειναι η κατοικια σου, και βαζεισ τη φωλια σου επανω στην πετρα· παρα ταυτα, ο κεναιοσ θα καταπορθηθει, μεχρισ οτου σε φερει αιχμαλωτον ο ασσουρ. και επανελαβε την παραβολη του, και ειπε: ω! ποιοσ θα ζησει, οταν θα το κανει αυτο ο θεοσ! και, θαρθουν πλοια απο τα παραλια των κητιαιων, και θα καταθλιψουν τον ασσουρ, και θα καταθλιψουν τον εβερ· αλλα, κι εκεινοι θα εξαφανιστουν. και αφου σηκωθηκε ο βαλααμ, αναχωρησε, και επεστρεψε στον τοπο του· και ο βαλακ αναχωρησε κι αυτοσ στον δικο του δρομο.

25

και ο ισραηλ εμεινε στη σιττειμ· και ο λαοσ αρχισε να πορνευει με τισ θυγατερεσ του μωαβ· οι οποιεσ προσκαλεσαν τον λαο στισ θυσιεσ των θεων τουσ· και ο λαοσ εφαγε, και προσκυνησε τουσ θεουσ τουσ. και ο ισραηλ προσκολληθηκε στον βεελ-φεγωρ· και αναψε η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στον ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: παρε ολουσ τουσ αρχηγουσ του λαου, και κρεμασε τουσ μπροστα στον κυριο, καταντικρυ στον ηλιο· για να σηκωθει απο τον ισραηλ η φλογερη οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο μωυσησ ειπε στουσ κριτεσ του ισραηλ: φονευστε καθε ενασ τουσ δικουσ του ανθρωπουσ, εκεινουσ που προσκολληθηκαν στον βεελ-φεγωρ. και δεστε, ενασ απο τουσ γιουσ ισραηλ ηρθε φερνοντασ στα αδελφια του μια γυναικα μαδιανιτισσα, μπροστα στον μωυση, και μπροστα σε ολοκληρη τη συναγωγη των γιων ισραηλ, καθωσ εκλαιγαν στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και οταν το ειδε ο φινεεσ, ο γιοσ του ελεαζαρ, γιου του ααρων, του ιερεα, σηκωθηκε απο το μεσον τησ συναγωγησ, και παιρνοντασ στο χερι του ενα μικρο δορυ, πηγε πισω απο τον ανθρωπο τον ισραηλιτη στη σκηνη, και διαπερασε και τουσ δυο, και τον ανθρωπο τον ισραηλιτη, και τη γυναικα μεσα απο την κοιλια τησ. και η πληγη των γιων ισραηλ σταματησε. κι εκεινοι που πεθαναν στην πληγη ησαν 24.000. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: ο φινεεσ, ο γιοσ του ελεαζαρ, γιου του ααρων, του ιερεα, απετρεψε τον θυμο μου απο τουσ γιουσ ισραηλ, καθωσ εδειξε ζηλο για μενα αναμεσα τουσ, και ετσι δεν εξολοθρευσα τουσ γιουσ ισραηλ μεσα στη ζηλοτυπια μου· γι' αυτο, πεσ τουσ: δεστε, εγω του δινω τη διαθηκη μου τησ ειρηνησ· κι αυτη θα ειναι σ' αυτον και στο σπερμα του υστερα απ' αυτον, διαθηκη αιωνιασ ιερατειασ· επειδη, σταθηκε ζηλωτησ υπερ του θεου του, και εκανε εξιλεωση για τουσ γιουσ ισραηλ. και το ονομα του ισραηλιτη που θανατωθηκε, εκεινου που θανατωθηκε μαζι με τη γυναικα τη μαδιανιτισσα, ηταν ζιμβρι, γιοσ του σαλου, αρχοντα επισημησ οικογενειασ αναμεσα στουσ συμεωνιτεσ. και το ονομα τησ γυναικασ τησ μαδιανιτισσασ, που θανατωθηκε, ηταν χασβι, θυγατερα του σουρ, αρχηγου λαου, απο επισημη οικογενεια στη μαδιαμ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: πολεματε τουσ μαδιανιτεσ, και παταξτε τουσ· επειδη, αυτοι σασ πολεμουν με τισ δολιοτητεσ τουσ, με τισ οποιεσ σασ δολιευτηκαν στην υποθεση του φεγωρ, και στην υποθεση τησ χασβι, τησ θυγατερασ του μαδιανιτη αρχοντα, τησ αδελφησ τουσ, που θανατωθηκε την ημερα τησ πληγησ για την υποθεση του φεγωρ.

26

και μετα την πληγη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, και στον ελεαζαρ, τον γιο του ααρων, τον ιερεα, λεγοντασ: παρτε το συνολο ολοκληρησ τησ συναγωγησ των γιων ισραηλ, απο 20 χρονων κι επανω, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, ολουσ εκεινουσ στον ισραηλ, που μπορουν να βγουν σε πολεμο. και ο μωυσησ και ο ελεαζαρ, ο ιερεασ, μιλησαν σ' αυτουσ στισ πεδιαδεσ του μωαβ, κοντα στον ιορδανη, καταντικρυ στην ιεριχω, λεγοντασ: απαριθμηστε αυτουσ που ειναι απο 20 χρονων κι επανω, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση, και στουσ γιουσ ισραηλ, που βγηκαν απο τη γη τησ αιγυπτου. ρουβην, ο πρωτοτοκοσ του ισραηλ· οι γιοι του ρουβην ησαν: ο ανωχ, απο τον οποιο προερχεται η συγγενεια των ανωχιτων· απο τον φαλλου, η συγγενεια των φαλλουιτων· απο τον εσρων, η συγγενεια των εσρωνιτων· απο τον χαρμι, η συγγενεια των χαρμιτων. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των ρουβηνιτων· και η απαριθμηση τουσ ηταν 43.730. και οι γιοι του φαλλου ησαν ο ελιαβ· και οι γιοι του ελιαβ, ο νεμουηλ, και ο δαθαν, και ο αβειρων. αυτοι ειναι ο δαθαν και ο αβειρων, οι ονομαστοι εκεινοι στη συναγωγη, που στασιασαν εναντια στον μωυση και εναντια στον ααρων, στη συνοδεια του κορε, οταν στασιασαν εναντια στον κυριο· και η γη ανοιξε το στομα τησ, και τουσ καταπιε, μαζι με τον κορε, στον εξολοθρεμο τησ συνοδειασ του, οταν η φωτια κατεφαγε τουσ 250 ανθρωπουσ· και εγιναν για σημειο· του κορε, ομωσ, οι γιοι δεν πεθαναν. οι γιοι του συμεων, συμφωνα με τισ οικογενειεσ τουσ, ησαν, απο τον νεμουηλ, η συγγενεια των νεμουηλιτων· απο τον ιαμειν, η συγγενεια των ιαμεινιτων· απο τον ιαχειν, η συγγενεια των ιαχεινιτων· απο τον ζερα, η συγγενεια των ζεριτων· απο τον σαουλ, η συγγενεια των σαουλιτων. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των συμεωνιτων· συμφωνα με την απαριθμηση τουσ, 22.200. οι γιοι του γαδ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν, απο τον σιφων, η συγγενεια των σιφωνιτων· απο τον αγγι, η συγγενεια των αγγιτων· απο τον σουνι, η συγγενεια των σουνιτων· απο τον αζενι, η συγγενεια των αζενιτων· απο τον ηρι, η συγγενεια των ηριτων· απο τον αροδ, η συγγενεια των αροδιτων· απο τον αριηλι, η συγγενεια των αριηλιτων. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των γιων του γαδ· συμφωνα με την απαριθμηση τουσ, 40.500. οι γιοι του ιηhυδα ησαν, ο ηρ και ο αυναν· και ο ηρ και ο αυναν πεθαναν στη γη χανααν. και οι γιοι του ιηhυδα, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν, απο τον σηλα, η συγγενεια των σηλανιτων· απο τον φαρεσ, η συγγενεια των φαρεσιτων· απο τον ζαρα, η συγγενεια των ζαριτων· και οι γιοι του φαρεσ ησαν απο τον εσρων, η συγγενεια των εσρωνιτων· απο τον αμουλ, η συγγενεια των αμουλιτων. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ του ιηhυδα· συμφωνα με την απαριθμηση τουσ, 76.500. οι γιοι του ισσαχαρ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν, απο τον θωλα, η συγγενεια των θωλαιτων· απο τον φουα, η συγγενεια των φουνιτων· απο τον ιασουβ, η συγγενεια των ιασουβιτων· απο τον σιμβρων, η συγγενεια των σιμβρωνιτων. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ του ισσαχαρ· συμφωνα με την απαριθμηση τουσ, 64.300. οι γιοι του ζαβουλων, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν απο τον σερεδ, η συγγενεια των σερεδιτων· απο τον αιλων, η συγγενεια των αιλωνιτων· απο τον ιαλεηλ, η συγγενεια των ιαλεηλιτων. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των ζαβουλωνιτων· συμφωνα με την απαριθμηση τουσ, 60.500. οι γιοι του ιωσηφ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν ο μανασσησ, και ο εφραιμ. οι γιοι του μανασση ησαν, απο τον μαχειρ, η συγγενεια των μαχειριτων. και ο μαχειρ γεννησε τον γαλααδ· και απο τον γαλααδ η συγγενεια των γαλααδιτων· αυτοι ειναι οι γιοι του γαλααδ· απο τον αχιεζερ, η συγγενεια των αχιεζεριτων· απο τον χελεκ, η συγγενεια των χελεκιτων· και απο τον ασριηλ, η συγγενεια των ασριηλιτων· απο τον συχεμ, η συγγενεια των συχεμιτων· και απο τον σεμιδα, η συγγενεια των σεμιδαιτων· και απο τον εφερ, η συγγενεια των εφεριτων· και ο σαλπααδ, ο γιοσ του εφερ, δεν ειχε γιουσ, αλλα θυγατερεσ· και τα ονοματα των θυγατερων του σαλπααδ ησαν: μααλα, και νουα, αγλα, και μελχα, και θερσα. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ του μανασση· και η απαριθμηση τουσ, 52.700. αυτοι ειναι οι γιοι του εφραιμ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· απο τον σουθαλα, η συγγενεια των σουθαλαιτων· απο τον βεχερ, η συγγενεια των βεχεριτων· απο τον ταχαν, η συγγενεια των ταχανιτων· και αυτοι ειναι οι γιοι του σουθαλα· απο τον εραν, η συγγενεια των ερανιτων. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των γιων του εφραιμ· συμφωνα με την απαριθμηση τουσ, 32.500. αυτοι ειναι οι γιοι του ιωσηφ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. οι γιοι του βενιαμιν, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν, απο τον βελα, η συγγενεια των βελαιτων· απο τον ασβηλ, η συγγενεια των ασβηλιτων· απο τον αχιραμ, η συγγενεια των αχιραμιτων· απο τον σουφαμ, η συγγενεια των σουφαμιτων· απο τον ουφαμ, η συγγενεια των ουφαμιτων· και οι γιοι του βελα ησαν ο αρεδ και ο νααμαν· απο τον αρεδ, η συγγενεια των αρεδιτων· απο τον νααμαν, η συγγενεια των νααμιτων. αυτοι ειναι οι γιοι του βενιαμιν, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· και η απαριθμηση τουσ ηταν 45.600. αυτοι ειναι οι γιοι του δαν, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· απο τον σουαμ, η συγγενεια των σουαμιτων· αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ του δαν, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· ολεσ οι συγγενειεσ των σουαμιτων, συμφωνα με την απαριθμηση τουσ, ησαν 64.400. οι γιοι του ασηρ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν, απο τον ιεμνα, η συγγενεια των ιεμνιτων· απο τον ιεσουι, η συγγενεια των ιεσουιτων· απο τον βερια, η συγγενεια των βεριαιτων· απο τουσ γιουσ του βερια ησαν, απο τον εβερ, η συγγενεια των εβεριτων· απο τον μαλχιηλ, η συγγενεια των μαλχιηλιτων· και το ονομα τησ θυγατερασ του ασηρ ηταν σαρα. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των γιων του ασηρ, συμφωνα με την απαριθμηση τουσ, 53.400. οι γιοι του νεφθαλι, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν, απο τον ιασιηλ, η συγγενεια των ιασιηλιτων· απο τον γουνι, η συγγενεια των γουνιτων· απο τον ιεσερ, η συγγενεια των ιεσεριτων· απο τον σιλλημ, η συγγενεια των σιλλημιτων. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ του νεφθαλι, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· και η απαριθμηση τουσ ηταν 45.400. αυτη ειναι η απαριθμηση των γιων ισραηλ, 601.730. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: σ' αυτουσ θα μοιραστει η γη για κληρονομια, συμφωνα με τον αριθμο των ονοματων τουσ· στουσ περισσοτερουσ θα δωσεισ περισσοτερη κληρονομια, και στουσ λιγοτερουσ θα δωσεισ λιγοτερη κληρονομια· στον καθε εναν θα δοθει η κληρονομια του συμφωνα με την απαριθμηση του· και η γη θα μοιραστει με κληρουσ· θα κληρονομησουν συμφωνα με τα ονοματα των φυλων, συμφωνα με τισ πατριεσ τουσ· συμφωνα με τον κληρο, η κληρονομια τουσ θα μοιραστει αναμεσα σε πολλουσ και σε λιγουσ. και η απαριθμηση των λευιτων, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ ειναι τουτη: απο τον γηρσων, η συγγενεια των γηρσωνιτων· απο τον κααθ, η συγγενεια των κααθιτων· απο τον μεραρι, η συγγενεια των μεραριτων. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των λευιτων· η συγγενεια των λιβνιτων, η συγγενεια των χεβρωνιτων, η συγγενεια των μααλιτων, η συγγενεια των μουσιτων, η συγγενεια των κοραιτων· και ο κααθ γεννησε τον αμραμ. και το ονομα τησ γυναικασ του αμραμ ηταν ιωχαβεδ, θυγατερα του λευι, που γεννηθηκε στον λευι στην αιγυπτο· και γεννησε στον αμραμ τον ααρων, και τον μωυση, και τη μαριαμ, την αδελφη τουσ. και στον ααρων γεννηθηκαν ο ναδαβ, και ο αβιουδ, ο ελεαζαρ, και ο ιθαμαρ. ο δε ναδαβ και ο αβιουδ πεθαναν, οταν προσφεραν ξενη φωτια μπροστα στον κυριο. και η απαριθμηση τουσ ηταν 23.000, καθε αρσενικο απο εναν μηνα κι επανω· επειδη, δεν απαριθμηθηκαν αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ, για τον λογο οτι δεν τουσ δοθηκε κληρονομια αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ. αυτοι ειναι εκεινοι που απαριθμηθηκαν απο τον μωυση και τον ελεαζαρ, τον ιερεα, που απαριθμησαν τουσ γιουσ ισραηλ στισ πεδιαδεσ του μωαβ, κοντα στον ιορδανη, καταντικρυ στην ιεριχω. και αναμεσα σ' αυτουσ δεν βρισκοταν ουτε ενασ ανθρωποσ, απο εκεινουσ που απαριθμηθηκαν απο τον μωυση και τον ααρων, τον ιερεα, οταν απαριθμησαν τουσ γιουσ ισραηλ στην ερημο σινα. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πει γι' αυτουσ, θα πεθανουν οπωσδηποτε μεσα στην ερημο. και δεν εναπολειφθηκε απ' αυτουσ ουτε ενασ, παρα μονον ο χαλεβ, ο γιοσ του ιεφοννη, και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη.

27

και ηρθαν οι θυγατερεσ του σαλπααδ, γιου του εφερ, γιου του γαλααδ, γιου του μαχειρ, γιου του μανασση, απο τισ συγγενειεσ του μανασση, γιου του ιωσηφ. κι αυτα ειναι τα ονοματα των θυγατερων του· μααλα, νουα, και αγλα, και μελχα, και θερσα. και σταθηκαν μπροστα στον μωυση, και μπροστα στον ελεαζαρ, τον ιερεα, και μπροστα στουσ αρχοντεσ και σε ολοκληρη τη συναγωγη, στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου, λεγοντασ: ο πατερασ μασ πεθανε μεσα στην ερημο· κι αυτοσ δεν ηταν στη συνοδεια εκεινων που συναθροιστηκαν εναντια στον κυριο στη συνοδεια του κορε, αλλα πεθανε για δικη του αμαρτια και δεν ειχε γιουσ· και γιατι να εξαλειφθει το ονομα του πατερα μασ μεσα απο τη συγγενεια του, επειδη δεν εχει γιο; δωστε σε μασ κληρονομια αναμεσα στα αδελφια του πατερα μασ. και ο μωυσησ εφερε την κριση τουσ μπροστα στον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: σωστα μιλουν οι θυγατερεσ του σαλπααδ· θα τουσ δωσεισ οπωσδηποτε κτημα για κληρονομια αναμεσα στα αδελφια του πατερα τουσ· και την κληρονομια του πατερα τουσ θα τη διαβιβασεισ σ' αυτεσ. και θα μιλησεισ στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: αν καποιοσ ανθρωποσ πεθανει, και δεν εχει γιο, την κληρονομια του θα τη διαβιβασετε τοτε στη θυγατερα του. και αν δεν εχει θυγατερα, τοτε θα δωσετε την κληρονομια του στουσ αδελφουσ του. και α δεν εχει αδελφουσ, τοτε θα δωσετε την κληρονομια του στουσ αδελφουσ του πατερα του. και αν ο πατερασ του δεν εχει αδελφουσ, τοτε θα δωσετε την κληρονομια του στον πλησιεστερο συγγενη του απο τη συγγενεια του, κι αυτοσ θα την εξουσιαζει. κι αυτο θα ειναι στουσ γιουσ ισραηλ διαταγμα κρισησ, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: ανεβα σε τουτο το βουνο αβαριμ, και δεσ τη γη, που εδωσα στουσ γιουσ ισραηλ· και αφου τη δεισ, θα προστεθεισ κι εσυ στον λαο σου, οπωσ προστεθηκε ο ααρων ο αδελφοσ σου· επειδη, εσεισ εναντιωθηκατε στον λογο μου στην ερημο σιν, στην αντιλογια τησ συναγωγησ, ωστε να με αγιασετε μπροστα τουσ στο νερο. αυτο ειναι το νερο μεριβα στην καδησ, στην ερημο σιν. και ο μωυσησ μιλησε στον κυριο, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των πνευματων καθε σαρκασ, ασ διορισει εναν ανθρωπο για την επιστασια τησ συναγωγησ, που να βγει μπροστα τουσ, και να μπει μπροστα τουσ, και που να τουσ βγαζει εξω, και να τουσ βαζει μεσα· ωστε η συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να μη ειναι σαν προβατα που δεν εχουν ποιμενα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: παρε μαζι σου τον ιηhοσυα, τον γιο του ναυη, ανθρωπον στον οποιο ειναι το πνευμα, και βαλε το χερι σου επανω σ' αυτον· και παραστησε τον μπροστα στον ελεαζαρ, τον ιερεα, και μπροστα σε ολοκληρη τη συναγωγη, και δωσε σ' αυτον διαταγεσ μπροστα τουσ· και θα βαλεισ επανω του απο τη δοξα σου, για να υπακουν σ' αυτον ολοκληρη η συναγωγη των γιων ισραηλ· και θα παρασταθει μπροστα στον ελεαζαρ, τον ιερεα, που θα ρωτησει γι' αυτον, συμφωνα με την κριση του ουριμ μπροστα στον κυριο· συμφωνα με τον λογο του θα βγαινουν εξω, και συμφωνα με τον λογο του θα μπαινουν μεσα, αυτοσ και ολοι οι γιοι ισραηλ μαζι του, και ολοκληρη η συναγωγη. και ο μωυσησ εκανε οπωσ τον προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και πηρε τον ιηhοσυα, και τον παρεστησε μπροστα στον ελεαζαρ, τον ιερεα, και μπροστα σε ολοκληρη τη συναγωγη· και εβαλε επανω του τα χερια του, και του εδωσε διαταγεσ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε διαμεσου του μωυση.

28

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: προσταξε τουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: τα δωρα μου, τα ψωμια μου, τη θυσια μου, που γινεται με φωτια σε οσμη ευωδιασ σε μενα, προσεχετε να τα προσφερετε σε μενα στην πρεπουσα εποχη τουσ. και πεσ τουσ: αυτη ειναι η προσφορα που γινεται με φωτια, που θα προσφερετε στον κυριο· δυο αρνια χρονιαρικα, αμωμα καθε ημερα, σε παντοτινο ολοκαυτωμα. το ενα αρνι θα το προσφερετε το πρωι, και το αλλο αρνι θα το προσφερετε το δειλινο. και για την προσφορα απο αλφιτα θα προσφερετε σιμιγδαλι, το ενα δεκατο του εφα, ζυμωμενο με λαδι απο κοπανισμενεσ ελιεσ, το ενα τεταρτο του ιν. τουτο ειναι παντοτινο ολοκαυτωμα, διορισμενο στο οροσ σινα, σε οσμη ευωδιασ, θυσια που γινεται με φωτια στον κυριο. και η σπονδη του θα ειναι το ενα τεταρτο του ιν για το ενα αρνι· στο αγιαστηριο θα χυσεισ σικερα για σπονδη στον κυριο. και το αλλο αρνι θα το προσφερεισ το δειλινο· συμφωνα με την πρωινη προσφορα απο αλφιτα, και συμφωνα με την σπονδη τησ, θα το προσφερεισ θυσια, που γινεται με φωτια σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και την ημερα του σαββατου θα προσφερεισ δυο αρνια χρονιαρικα αμωμα, και δυο δεκατα σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι για προσφορα απο αλφιτα, και την σπονδη τησ. αυτο ειναι το ολοκαυτωμα καθε σαββατου, εκτοσ του παντοτινου ολοκαυτωματοσ, και τησ σπονδησ του. και στισ νεομηνιεσ σασ θα προσφερετε ολοκαυτωμα στον κυριο, δυο μοσχαρια, και ενα κριαρι, επτα αρνια χρονιαρικα, χωρισ ψεγαδι· και για καθε μοσχαρι τρια δεκατα σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα, και για το ενα κριαρι δυο δεκατα σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα· και ανα ενα δεκατο σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι, για προσφορα απο αλφιτα για καθε αρνι, προσ ολοκαυτωμα, θυσια που γινεται με φωτια, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και η σπονδη τουσ θα ειναι κρασι, το μισο του ιν για το μοσχαρι και το ενα τριτο του ιν για το κριαρι, και το ενα τεταρτο του ιν για το αρνι. αυτο ειναι το ολοκαυτωμα καθε μηνα, συμφωνα με τουσ μηνεσ του χρονου. και ενασ τραγοσ απο κατσικεσ θα προσφερεται στον κυριο προσφορα περι αμαρτιασ, εκτοσ του παντοτινου ολοκαυτωματοσ, και τησ σπονδησ του. και τη 14η ημερα του πρωτου μηνα ειναι το πασχα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και τη 15η του μηνα αυτου ειναι γιορτη· επτα ημερεσ θα τρωτε αζυμα. στην πρωτη ημερα θα ειναι αγια συναξη· δεν θα κανετε κανενα δουλευτικο εργο. και θα προσφερετε θυσια που γινεται με φωτια, ολοκαυτωμα στον κυριο, δυο μοσχαρια απο βοδια, και ενα κριαρι, και επτα αρνια χρονιαρικα· αμωμα θα ειναι σε σασ. και η προσφορα τουσ απο αλφιτα θα ειναι σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι· τρια δεκατα θα προσφερετε για το μοσχαρι, και δυο δεκατα για το κριαρι. ανα ενα δεκατο θα προσφερεισ για καθενα αρνι, και στα επτα αρνια· και εναν τραγο για προσφορα περι αμαρτιασ, για να γινει εξιλεωση για σασ. εκτοσ απο το πρωινο ολοκαυτωμα, που ειναι για παντοτινο ολοκαυτωμα, θα τα προσφερετε αυτα. ετσι θα προσφερετε καθε ημερα, στισ επτα ημερεσ, τα δωρα, που ειναι για θυσια που γινεται με φωτια, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. αυτο θα προσφερεται, εκτοσ απο το παντοτινο ολοκαυτωμα, και τη σπονδη του. και στην εβδομη ημερα θα εχετε αγια συναξη· δεν θα κανετε κανενα δουλευτικο εργο. και στην ημερα των απαρχων, οταν προσφερετε νεα προσφορα στον κυριο απο αλφιτα, στο τελοσ των εβδομαδων σασ, θα εχετε αγια συναξη· δεν θα κανετε κανενα δουλευτικο εργο. και θα προσφερετε ολοκαυτωμα, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο, δυο μοσχαρια απο βοδια, ενα κριαρι, επτα αρνια χρονιαρικα· και η προσφορα τουσ απο αλφιτα θα ειναι σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι, τρια δεκατα για καθε μοσχαρι, δυο δεκατα για το ενα κριαρι, ανα ενα δεκατο για καθε αρνι, και για τα επτα αρνια· εναν τραγο απο κατσικεσ, για να γινει εξιλεωση για σασ. εκτοσ απο το παντοτινο ολοκαυτωμα και την προσφορα του απο αλφιτα, αυτα θα προσφερετε, (χωρισ ψεγαδι θα ειναι σε σασ), και τισ σπονδεσ τουσ.

29

και στον εβδομο μηνα, την πρωτη του μηνα, θα εχετε αγια συναξη· δεν θα κανετε κανενα εργο δουλευτικο· αυτη ειναι σε σασ ημερα αλαλαγμου σαλπιγγων. και θα προσφερετε ολοκαυτωμα, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο, ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, επτα αρνια χρονιαρικα, χωρισ ψεγαδι· και η προσφορα τουσ απο αλφιτα θα ειναι σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι, τρια δεκατα για το μοσχαρι, δυο δεκατα για το κριαρι, και ενα δεκατο για καθε αρνι, και για τα επτα αρνια· και εναν τραγο απο κατσικεσ για προσφορα περι αμαρτιασ, για να γινει εξιλεωση για σασ· εκτοσ απο το ολοκαυτωμα του μηνα, και την προσφορα του απο αλφιτα, και το παντοτινο ολοκαυτωμα, και την προσφορα του απο αλφιτα, και των σπονδων τουσ, συμφωνα με τα διαταγμενα γι' αυτα, θυσια που γινεται με φωτια, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο. και τη δεκατη ημερα αυτου του εβδομου μηνα θα εχετε αγια συναξη· και θα ταπεινωσετε τισ ψυχεσ σασ· δεν θα κανετε καμια εργασια· και θα προσφερετε ολοκαυτωμα στον κυριο σε οσμη ευωδιασ, ενα μοσχαρι απο βοδια, ενα κριαρι, επτα αρνια χρονιαρικα· χωρισ ψεγαδι θα ειναι σε σασ. και η προσφορα τουσ απο αλφιτα θα ειναι σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι, τρια δεκατα για το μοσχαρι, δυο δεκατα για το ενα κριαρι, ανα ενα δεκατο για καθε αρνι, και στα επτα αρνια· εναν τραγο απο κατσικεσ σε προσφορα περι αμαρτιασ, εκτοσ απο την προσφορα περι αμαρτιασ προσ εξιλεωση, και του παντοτινου ολοκαυτωματοσ, και την προσφορα του απο αλφιτα, και των σπονδων τουσ. και τη 15η ημερα του εβδομου μηνα θα εχετε αγια συναξη· δεν θα κανετε κανενα εργο δουλευτικο· και θα γιορταζετε γιορτη στον κυριο για επτα ημερεσ. και θα προσφερετε ολοκαυτωμα, θυσια που γινεται με φωτια, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο, 13 μοσχαρια, δυο κριαρια, 14 αρνια χρονιαρικα· χωρισ ψεγαδι θα ειναι. και η προσφορα τουσ απο αλφιτα θα ειναι σιμιγδαλι ζυμωμενο με λαδι, τρια δεκατα για καθε μοσχαρι απο τα 13 μοσχαρια, δυο δεκατα για καθε κριαρι απο τα δυο κριαρια, και ανα ενα δεκατο για καθε αρνι και για τα 14 αρνια· και εναν τραγο απο κατσικεσ για προσφορα περι αμαρτιασ, εκτοσ του παντοτινου ολοκαυτωματοσ, την προσφορα του απο αλφιτα, και την σπονδη του. και τη δευτερη ημερα θα προσφερετε 12 μοσχαρια, δυο κριαρια, 14 αρνια χρονιαρικα, χωρισ ψεγαδι· και την προσφορα τουσ απο αλφιτα, και τισ σπονδεσ τουσ, για τα μοσχαρια, για τα κριαρια, και για τα αρνια, συμφωνα με τον αριθμο τουσ, καθωσ ειναι διαταγμενο· και εναν τραγο απο κατσικεσ για προσφορα περι αμαρτιασ, εκτοσ του παντοτινου ολοκαυτωματοσ, και την προσφορα του απο αλφιτα, και των σπονδων τουσ. και την τριτη ημερα 11 μοσχαρια, δυο κριαρια, 14 αρνια χρονιαρικα, χωρισ ψεγαδι· και για προσφορα τουσ απο αλφιτα, και τισ σπονδεσ τουσ, για τα μοσχαρια, για τα κριαρια, και για τα αρνια, συμφωνα με τον αριθμο τουσ, καθωσ ειναι διαταγμενο· και εναν τραγο για προσφορα περι αμαρτιασ, εκτοσ απο το παντοτινο ολοκαυτωμα, και την προσφορα του απο αλφιτα, και την σπονδη του. και την τεταρτη ημερα, δεκα μοσχαρια, δυο κριαρια, 14 αρνια χρονιαρικα, χωρισ ψεγαδι· και την προσφορα τουσ απο αλφιτα, και τισ σπονδεσ τουσ, για τα μοσχαρια, για τα κριαρια, και για τα αρνια, συμφωνα με τον αριθμο τουσ, καθωσ ειναι διαταγμενο· και εναν τραγο απο κατσικεσ για προσφορα περι αμαρτιασ, εκτοσ απο το παντοτινο ολοκαυτωμα, την προσφορα του απο αλφιτα, και την σπονδη του. και την πεμπτη ημερα εννια μοσχαρια, δυο κριαρια, 14 αρνια χρονιαρικα, χωρισ ψεγαδι· και την προσφορα τουσ απο αλφιτα, και τισ σπονδεσ τουσ, για τα μοσχαρια, για τα κριαρια, και για τα αρνια, συμφωνα με τον αριθμο τουσ, καθωσ ειναι διαταγμενο· και εναν τραγο για προσφορα περι αμαρτιασ, εκτοσ του παντοτινου ολοκαυτωματοσ, και την προσφορα του απο αλφιτα, και την σπονδη του. και την εκτη ημερα, οκτω μοσχαρια, δυο κριαρια, 14 αρνια χρονιαρικα, χωρισ ψεγαδι· και την προσφορα τουσ απο αλφιτα, και τισ σπονδεσ τουσ, για τα μοσχαρια, για τα κριαρια, και για τα αρνια, συμφωνα με τον αριθμο τουσ, καθωσ ειναι διαταγμενο· και εναν τραγο για προσφορα περι αμαρτιασ, εκτοσ του παντοτινου ολοκαυτωματοσ, τησ προσφορασ του απο αλφιτα, και τησ σπονδησ του. και την εβδομη ημερα, επτα μοσχαρια, δυο κριαρια, 14 αρνια χρονιαρικα χωρισ ψεγαδι· και την προσφορα τουσ απο αλφιτα, και τισ σπονδεσ τουσ, για τα μοσχαρια, για τα κριαρια, και για τα αρνια, συμφωνα με τον αριθμο τουσ, καθωσ ειναι διαταγμενο γι' αυτα· και εναν τραγο για προσφορα περι αμαρτιασ, εκτοσ του παντοτινου ολοκαυτωματοσ, τησ πρνσφορα του απο αλφιτα, και την σπονδη του. την ογδοη ημερα θα εχετε επισημη συναξη· κανενα εργο δουλευτικο δεν θα κανετε· και θα προσφερετε ολοκαυτωμα, θυσια που γινεται με φωτια, σε οσμη ευωδιασ στον κυριο, ενα μοσχαρι, ενα κριαρι, επτα αρνια χρονιαρικα, χωρισ ψεγαδι· την προσφορα τουσ απο αλφιτα, και τισ σπονδεσ τουσ, για το μοσχαρι, για το κριαρι, και για τα αρνια, συμφωνα με τον αριθμο τουσ, καθωσ ειναι διαταγμενο· και εναν τραγο για προσφορα περι αμαρτιασ, εκτοσ του παντοτινου ολοκαυτωματοσ, και την προσφορα του απο αλφιτα, και την σπονδη του. αυτα θα κανετε στον κυριο στισ διορισμενεσ γιορτεσ σασ, εκτοσ απο τισ ευχεσ σασ, και τισ αυτοπροαιρετεσ προσφορεσ σασ, για τα ολοκαυτωματα σασ, και για τισ προσφορεσ σασ απο αλφιτα, και για τισ σπονδεσ σασ, και για τισ ειρηνικεσ σασ προσφορεσ. και ο μωυσησ μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, συμφωνα με ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση.

30

και ο μωυσησ μιλησε στουσ αρχοντεσ των φυλων των γιων ισραηλ, λεγοντασ: αυτοσ ειναι ο λογοσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε· οταν ενασ ανθρωποσ κανει ευχη στον κυριο η ορκιστει ορκο, ωστε να δεσει την ψυχη του με δεσμο, δεν θα παραβει τον λογο του· θα κανει συμφωνα με ολα οσα βγηκαν απο το στομα του. και αν μια γυναικα κανει ευχη στον κυριο, και δεσει τον εαυτο τησ με δεσμο στο σπιτι του πατερα τησ, στη νιοτη τησ, και ο πατερασ τησ ακουσει την ευχη τησ, και τον δεσμο τησ, με τον οποιο εδεσε την ψυχη τησ, και ο πατερασ τησ σιωπησει σ' αυτη, τοτε ολεσ οι ευχεσ τησ θα μενουν· και καθε δεσμοσ, με τον οποιο εδεσε την ψυχη τησ, θα μενει. αν, ομωσ, ο πατερασ τησ δεν συγκατανευσει σ' αυτη, την ημερα που θα ακουσει, ολεσ οι ευχεσ τησ η οι δεσμοι τησ, με τουσ οποιουσ εδεσε την ψυχη τησ, δεν θα μενουν· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα την συγχωρεσει, επειδη ο πατερασ τησ δεν συγκατενευσε σ' αυτη. αν, ομωσ, ευχηθηκε, ενω ειχε ανδρα η προφερε κατι με τα χειλη τησ, με το οποιο εδεσε την ψυχη τησ, και ο ανδρασ τησ ακουσε, και σιωπησε σ' αυτη, την ημερα που ακουσε, τοτε οι ευχεσ τησ θα μενουν· και οι δεσμοι τησ, με τουσ οποιουσ εδεσε την ψυχη τησ, θα μενουν. αν, ομωσ, ο ανδρασ τησ δεν συγκατατενευσε σ' αυτην, την ημερα που ακουσε, τοτε θα ακυρωσει την ευχη τησ, που ευχηθηκε, και ο,τι προφερε με τα χειλη τησ, με το οποιο εδεσε την ψυχη τησ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τη συγχωρεσει. ομωσ, καθε ευχη χηρασ η γυναικασ αποβλημενησ, με την οποια εδεσε την ψυχη τησ, θα μενει επανω τησ. και αν ευχηθηκε στο σπιτι του ανδρα τησ η εδεσε την ψυχη τησ με δεσμο ορκου, και ο ανδρασ τησ ακουσε, και σιωπησε σ' αυτη, και δεν εναντιωθηκε, τοτε ολεσ οι ευχεσ τησ θα μενουν· και ολοι οι δεσμοι, με τουσ οποιουσ εδεσε την ψυχη τησ, θα μενουν. αν, ομωσ, ο ανδρασ τησ τα ακυρωσε ρητα, την ημερα που ακουσε καθε τι που βγηκε απο τα χειλη τησ, για τισ ευχεσ τησ, και για τον δεσμο τησ ψυχησ τησ, δεν θα μενει· ο ανδρασ τησ τα ακυρωσε, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα την συγχωρεσει. καθε ευχη, και καθε ορκο, που υποχρεωνει σε κακουχια τησ ψυχησ, ο ανδρασ τησ μπορει να την επικυρωσει η ο ανδρασ τησ μπορει να την ακυρωσει· αν, ομωσ, ο ανδρασ τησ σιωπησει ολοκληρωτικα σ' αυτη απο ημερα σε ημερα, τοτε επικυρωνει ολεσ τισ ευχεσ τησ η ολουσ τουσ δεσμουσ τησ, που ειναι επανω τησ· αυτοσ τα επικυρωσε, επειδη σιωπησε σ' αυτην την ημερα που ακουσε. αν, ομωσ, τα ακυρωσε ρητα, αφου ακουσε, τοτε θα βασταξει την αμαρτια τησ. αυτα ειναι τα διαταγματα, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση, αναμεσα σε ανδρα και τη γυναικα του, κι αναμεσα σε πατερα και τη θυγατερα του, στη νιοτη τησ, στο σπιτι του πατερα τησ.

31

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: κανε την εκδικηση των γιων ισραηλ εναντια στουσ μαδιανιτεσ· και επειτα, θα προστεθεισ στον λαο σου. και ο μωυσησ μιλησε στον λαο, λεγοντασ: ασ οπλιστουν απο σασ ανδρεσ για πολεμο, και ασ πανε εναντιον του μαδιαμ, για να εκδικησουν τον κυριο εναντια στον μαδιαμ· ανα 1.000 απο καθε φυλη, απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ, θα στειλετε στον πολεμο. και αριθμηθηκαν, απο τισ χιλιαδεσ του ισραηλ, 1.000 απο καθε φυλη, 12.000 οπλισμενοι για πολεμο. και ο μωυσησ τουσ εστειλε στον πολεμο, 1.000 απο καθε φυλη, αυτουσ και τον φινεεσ, τον γιο του ελεαζαρ, του ιερεα, στον πολεμο, μαζι με τα αγια σκευη και με τισ σαλπιγγεσ του αλαλαγμου στα χερια του. και πολεμησαν εναντιον του μαδιαμ, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση, και θανατωσαν καθε αρσενικο. και εκτοσ εκεινων που θανατωθηκαν, θανατωσαν και τουσ βασιλιαδεσ του μαδιαμ, τον ευι, και τον ρεκεμ, και τον σουρ, και τον ουρ, και τον ρεβα, πεντε βασιλιαδεσ του μαδιαμ· και τον βαλααμ, τον γιο του βεωρ, τον θανατωσαν με μαχαιρα. και οι γιοι ισραηλ αιχμαλωτισαν τισ γυναικεσ του μαδιαμ, και τα παιδια τουσ, και ολα τα κτηνη τουσ, και ολα τα κοπαδια τουσ, και ολα τα υπαρχοντα τουσ, τα λεηλατησαν. και ολεσ τισ πολεισ τουσ συμφωνα με τισ κατοικιεσ τουσ, και ολουσ τουσ πυργουσ τουσ, κατεκαψαν με φωτια. και πηραν ολα τα λαφυρα, και ολοκληρη τη λεηλασια απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ. και εφεραν στον μωυση, και στον ελεαζαρ, τον ιερεα, και στη συναγωγη των γιων ισραηλ, τουσ αιχμαλωτουσ, και τα λαφυρα, και τη λεηλασια, στο στρατοπεδο, στισ πεδιαδεσ του μωαβ, που ειναι κοντα στον ιορδανη, καταντικρυ στην ιεριχω. και ο μωυσησ και ο ελεαζαρ, ο ιερεασ, και ολοι οι αρχοντεσ τησ συναγωγησ, βγηκαν σε συναντηση τουσ, εξω απο το στρατοπεδο. και ο μωυσησ θυμωσε εναντιον των αρχηγων του στρατευματοσ, των χιλιαρχων, και των εκατονταρχων, που ηρθαν απο την παραταξη του πολεμου· και ο μωυσησ τουσ ειπε: αφησατε ζωντανεσ ολεσ τισ γυναικεσ; δεστε, αυτεσ εγιναν αιτια στουσ γιουσ ισραηλ, συμφωνα με τη συμβουλη του βαλααμ, να ανομησουν εναντια στον κυριο, στην υποθεση του φεγωρ, και εγινε η πληγη επανω στη συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και τωρα, θανατωστε απο τα παιδια ολα τα αρσενικα, θανατωστε ακομα και ολεσ τισ γυναικεσ, οσεσ γνωρισαν ανδρα, που κοιμηθηκαν μαζι του· ολα, ομωσ, τα μικρα κοριτσια, οσα δεν γνωρισαν κοιτη ανδρα, φυλαξτε τα για τον εαυτο σασ ζωντανα· και μεινετε εξω απο το στρατοπεδο επτα ημερεσ· οποιοσ θανατωσε ανθρωπο, και οποιοσ αγγιξε φονευμενο, καθαριστειτε εσεισ και οι αιχμαλωτοι σασ την τριτη ημερα, και την εβδομη ημερα· και καθαριστε ολα τα ιματια, και ολα τα δερματινα σκευη, και ολα τα εργασμενα απο τριχεσ κατσικασ, και ολα τα ξυλινα σκευη. και ο ελεαζαρ, ο ιερεασ, ειπε στουσ πολεμιστεσ, που ερχονταν απο τον πολεμο: αυτο ειναι το προσταγμα του νομου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση· μονον το χρυσαφι, και το ασημι, τον χαλκο, το σιδερο, τον κασιτερο και το μολυβι, καθε τι που μπορει να μπει στη φωτια, θα το περασετε μεσα απο τη φωτια, και θα ειναι καθαρο· πρεπει, ομωσ, να καθαριστει και με το νερο του καθαρισμου· και καθε τι που δεν μπαινει στη φωτια, θα το περασετε μεσα απο το νερο· και θα πλυνετε τα ιματια σασ την εβδομη ημερα, και θα ειστε καθαροι· και υστερα θα μπειτε μεσα στο στρατοπεδο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: παρε τον αριθμο των λαφυρων τησ αιχμαλωσιασ, απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ, εσυ, και ο ελεαζαρ, ο ιερεασ, και οι αρχηγοι των πατριων τησ συναγωγησ· και διαχωρισε τα λαφυρα στα δυο, αναμεσα στουσ πολεμιστεσ που βγηκαν στον πολεμο, και σε ολοκληρη τη συναγωγη· και αφαιρεσε για τον κυριο την αποδοση απο τουσ ανδρεσ, τουσ πολεμιστεσ, που βγηκαν στον πολεμο, ανα ενα απο 500, απο ανθρωπουσ, και απο βοδια, και απο γαιδουρια, και απο προβατα· θα παρετε απο το μισο τουσ, και δωσε στον ελεαζαρ, τον ιερεα, προσφορα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και απο το μισο μεριδιο των γιων ισραηλ θα παρεισ ενα μεριδιο απο 50, απο ανθρωπουσ, απο βοδια, απο γαιδουρια, και απο προβατα, απο καθε κτηνοσ, και θα τα δωσεισ στουσ λευιτεσ, που τηρουν τισ υπηρεσιεσ τησ σκηνησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εκανε ο μωυσησ και ο ελεαζαρ, ο ιερεασ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και τα λαφυρα, που εναπολειφθηκαν απο τη λεηλασια, που εκαναν οι ανδρεσ οι πολεμιστεσ, ησαν 675.000 προβατα, και 72.000 βοδια, και 61.000 γαιδουρια, και οι ψυχεσ των ανθρωπων, απο τισ γυναικεσ, που δεν γνωρισαν κοιτη ανδρα, ολεσ οι ψυχεσ, 32.000. και το μισο, το μεριδιο εκεινων που βγηκαν στον πολεμο, ηταν, κατα τον αριθμο, τα προβατα 337.500· και η αποδοση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο τα προβατα ηταν 675· και τα βοδια 36.000, και η αποδοση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh 72· και τα γαιδουρια 30.500, και η αποδοση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh 61· και οι ψυχεσ των ανθρωπων ησαν 16.000, και η αποδοση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh 32 ψυχεσ. και ο μωυσησ εδωσε την αποδοση, την προσφορα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στον ελεαζαρ, τον ιερεα, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και απο το μισο μεριδιο των γιων ισραηλ, που ο μωυσησ ξεχωρισε απο το μεριδιο των ανδρων των πολεμιστων· (και τουτο το μισο τησ συναγωγησ ηταν, 337.500 προβατα, και 36.000 βοδια, και 30.500 γαιδουρια, και 16.000 ψυχεσ ανθρωπων·) και ο μωυσησ πηρε απο το μισο μεριδιο των γιων ισραηλ απο ενα ανα 50, απο ανθρωπουσ μεχρι κτηνη, και τα εδωσε στουσ λευιτεσ, που εκτελουν τισ υπηρεσιεσ τησ σκηνησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και ηρθαν στον μωυση οι αρχηγοι, που ησαν επικεφαλησ των χιλιαδων του στρατευματοσ, οι χιλιαρχοι και οι εκατονταρχοι, και ειπαν στον μωυση: οι δουλοι σου πηραν τον αριθμο των ανδρων των πολεμιστων, που ησαν κατω απο την επιστασια μασ, και δεν λειπει απο μασ ουτε ενασ· και φεραμε τα δωρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο καθενασ ο,τι βρηκε, σκευη χρυσα, αλυσιδεσ και βραχιολα, δαχτυλιδια, σκουλαρικια και περιδεραια, για να γινει εξιλεωση για τισ ψυχεσ μασ μπροστα στον κυριο. και πηρε ο μωυσησ και ο ελεαζαρ, ο ιερεασ, απ' αυτουσ το χρυσαφι, ολο σε εργασμενα σκευη. και ολο το χρυσαφι τησ προσφορασ των χιλιαρχων και εκατονταρχων, που προσφεραν στον κυριο, ηταν 16.750 σικλοι. (επειδη, οι πολεμιστεσ ανδρεσ ειχαν λαφυραγωγησει, καθε ενασ για τον εαυτο του). και πηρε ο μωυσησ και ο ελεαζαρ, ο ιερεασ, το χρυσαφι απο τουσ χιλιαρχουσ και τουσ εκατονταρχουσ, και το εφεραν στη σκηνη του μαρτυριου, σε αναμνηση των γιων ισραηλ μπροστα στον κυριο.

32

και οι γιοι του ρουβην, και οι γιοι του γαδ, ειχαν ενα υπερβολικα μεγαλο πληθοσ απο κτηνη· και οταν ειδαν τη γη ιαζηρ, και τη γη γαλααδ, οτι, να, ο τοποσ ηταν τοποσ για κτηνη, οι γιοι του γαδ, και οι γιοι του ρουβην, αφου ηρθαν στον μωυση, και στον ελεαζαρ, τον ιερεα, και στουσ αρχοντεσ τησ συναγωγησ, ειπαν: η αταρωθ, και η δαιβων, και η ιαζηρ, και νιμρα, και η εσεβων, και η ελεαλη, και η σεβαμ, και η νεβω, και η βαιων, η γη που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παταξε μπροστα στη συναγωγη του ισραηλ, ειναι γη κτηνοτροφικη, και οι δουλοι σου εχουν κτηνη· γι' αυτο, ειπαν, αν βρηκαμε χαρη μπροστα σου, ασ δοθει η γη στουσ δουλουσ σου για ιδιοκτησια· μη μασ περασεισ περα απο τον ιορδανη. και ο μωυσησ ειπε στουσ γιουσ του γαδ, και στουσ γιουσ του ρουβην: οι αδελφοι σασ θα πανε σε πολεμο, κι εσεισ θα μεινετε εδω; και γιατι δειλιαζετε την καρδια των γιων ισραηλ, για να μη περασουν στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ εδωσε; ετσι εκαναν οι πατερεσ σασ, οταν τουσ εστειλα απο την καδησ-βαρνη για να δουν τη γη· και ανεβηκαν μεχρι τη φαραγγα εσχωλ, και αφου ειδαν τη γη, δειλιασαν την καρδια των γιων ισραηλ, για να μη μπουν μεσα στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ εδωσε· και αναψε η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκεινη την ημερα, και ορκιστηκε, λεγοντασ: οι ανδρεσ, που ανεβηκαν απο την αιγυπτο, απο 20 χρονων κι επανω, δεν θα δουν τη γη, που ορκιστηκα στον αβραhαμ, στον ισαακ, και στον ιακωβ· επειδη, δεν με ακολουθησαν ολοκληρωτικα· εκτοσ απο τον χαλεβ, τον γιο του ιεφοννη, τον κενεζιτη, και τον ιηhοσυα, τον γιο του ναυη· επειδη, ακολουθησαν ολοκληρωτικα τον κυριο. και αναψε η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στον ισραηλ, και τουσ εκανε να περιπλανιονται στην ερημο 40 χρονια, μεχρισ οτου εξολοθρευτηκε ολοκληρη η γενεα, που ειχε πραξει αυτο το κακο μπροστα στον κυριο. και δεστε, εσεισ σωθηκατε αντι των πατερων σασ, γενεα αμαρτωλων ανθρωπων, για να αναψετε περισσοτερο τη φλογα τησ οργησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στον ισραηλ. επειδη, αν παρεκκλινετε απ' αυτον, θα αφησει ξανα, για αλλη μια φορα, τον ισραηλ μεσα στην ερημο, και θα εξολοθρευσετε ολοκληρον αυτο τον λαο. και ηρθαν σ' αυτον, και του ειπαν: θα οικοδομησουμε εδω μαντρεσ για τα κτηνη μασ, και πολεισ για τα παιδια μασ· εμεισ, ομωσ, οπλισμενοι, θα προχωρουμε προθυμοι μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ, μεχρισ οτου τουσ φερουμε στον τοπο τουσ· και τα παιδια μασ θα κατοικουν σε περιτειχισμενεσ πολεισ, εξαιτιασ των κατοικων του τοπου· δεν θα επιστρεψουμε στα σπιτια μασ, μεχρισ οτου οι γιοι ισραηλ κληρονομησουν καθε ενασ την κληρονομια του· επειδη, εμεισ δεν θα κληρονομησουμε μαζι τουσ περα απο τον ιορδανη, και επεκεινα· για τον λογο οτι, η κληρονομια μασ επεσε σε μασ απο την εδω πλευρα του ιορδανη, ανατολικα. και ο μωυσησ ειπε σ' αυτουσ: αν κανετε συμφωνα με τουτο τον λογο, αν προχωρειτε οπλισμενοι μπροστα στον κυριο για πολεμο, και διαβειτε ολοι οπλισμενοι τον ιορδανη μπροστα στον κυριο, μεχρισ οτου εκδιωξει τουσ εχθρουσ του απο μπροστα του, και η γη υποταχθει μπροστα στον κυριο· τοτε, μετα απ' αυτα θα επιστρεψετε, και θα ειστε αθωοι μπροστα στον κυριο, και μπροστα στον ισραηλ, και θα εχετε αυτη τη γη για ιδιοκτησια σασ μπροστα στον κυριο· αν, ομωσ, δεν κανετε ετσι, δεστε, θα αμαρτησετε μπροστα στον κυριο, και να ειστε βεβαιοι οτι η αμαρτια σασ θα σασ βρει· οικοδομηστε πολεισ για τα παιδια σασ, και μαντρεσ για τα προβατα σασ, και καντε εκεινο που βγηκε απο το στομα σασ. και οι γιοι του γαδ, και οι γιοι του ρουβην ειπαν στον μωυση, τα εξησ: οι δουλοι σου θα κανουν οπωσ τουσ προσταζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου· τα παιδια μασ, οι γυναικεσ μασ, τα κοπαδια μασ, και ολα τα κτηνη μασ, θα μενουν εδω, στισ πολεισ του γαλααδ· οι δουλοι σου, ομωσ, θα διαβουν ολοι οπλισμενοι, παραταγμενοι μπροστα στον κυριο σε μαχη, καθωσ λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου. τοτε, ο μωυσησ εδωσε προσταγη γι' αυτουσ στον ελεαζαρ, τον ιερεα, και στον ιηhοσυα, τον γιο του ναυη, και στουσ αρχηγουσ των πατριων των φυλων των γιων ισραηλ· και ο μωυσησ ειπε σ' αυτουσ: αν οι γιοι του γαδ και οι γιοι του ρουβην διαβουν μαζι σασ τον ιορδανη, ολοι οπλισμενοι σε μαχη, μπροστα στον κυριο, και η γη καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυθει μπροστα σασ, τοτε θα τουσ δωσετε τη γη γαλααδ για ιδιοκτησια· αν, ομωσ, δεν θελουν να διαβουν οπλισμενοι μαζι σασ, τοτε θα παρουν κληρονομια αναμεσα σασ στη γη χανααν. και αποκριθηκαν οι γιοι του γαδ και οι γιοι του ρουβην, τα εξησ: καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στουσ δουλουσ σου, ετσι θα κανουμε· εμεισ θα διαβουμε οπλισμενοι μπροστα στον κυριο στη γη χανααν, για να εχουμε την ιδιοκτησια τησ κληρονομιασ μασ απο την εδω πλευρα του ιορδανη. και ο μωυσησ εδωσε σ' αυτουσ, στουσ γιουσ του γαδ, και στουσ γιουσ του ρουβην, και στη μιση φυλη του μανασση, γιου του ιωσηφ, το βασιλειο του σηων, του βασιλια των αμορραιων, και το βασιλειο του ωγ, του βασιλια τησ βασαν, τη γη, μαζι με τισ πολεισ τησ στα συνορα, τισ πολεισ τησ γησ ολογυρα. και οι γιοι του γαδ οικοδομησαν τη δαιβων και την αταρωθ, και την αροηρ, και την ατρωθ, τη σοφαν, και την ιαζηρ, και την ιογβεα, και τη βαιθ-νιμρα, και τη βαιθ-αραν, πολεισ οχυρεσ, και μαντρεσ προβατων. και οι γιοι του ρουβην οικοδομησαν την εσεβων, και την ελεαλη, και την κιριαθαιμ, και τη νεβω, και τη βααλ-μεων, (μετατρεποντασ τα ονοματα τουσ), και τη σιβμα· και εδωσαν στισ πολεισ, που οικοδομησαν, αλλα ονοματα. και οι γιοι του μαχειρ, γιου του μανασση, πηγαν στη γαλααδ, και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν, αφου εδιωξαν τον αμορραιο, που ηταν σ' αυτη. και ο μωυσησ εδωσε τη γαλααδ στον μαχειρ, τον γιο του μανασση· και κατοικησε σ' αυτη. και ο ιαειρ, ο γιοσ του μανασση, πηγε και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε τισ μικρεσ πολεισ τησ· και τισ ονομασε αβωθ-ιαειρ. και ο νοβα πηγε και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε την καιναθ, και τα χωρια τησ· και την ονομασε νοβα, απο το δικο του ονομα.

33

αυτεσ ειναι οι οδοιποριεσ των γιων ισραηλ, που βγηκαν απο τη γη τησ αιγυπτου, με τα στρατευματα τουσ, με επιστασια του μωυση και του ααρων. και ο μωυσησ εγραψε τισ αναχωρησεισ τουσ, συμφωνα με τισ οδοιποριεσ τουσ, με προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κι αυτεσ ειναι οι οδοιποριεσ τουσ, στισ αναχωρησεισ τουσ. και απο τη ραμεσση σηκωθηκαν τον πρωτο μηνα, τη 15η ημερα του πρωτου μηνα· την επομενη του πασχα οι γιοι ισραηλ βγηκαν με χερι δυνατο μπροστα στα ματια ολων των αιγυπτιων· ενω οι αιγυπτιοι εθαβαν εκεινουσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε παταξει αναμεσα τουσ, καθε πρωτοτοκο· και στουσ θεουσ τουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε εκδικηση. και οι γιοι ισραηλ, αφου σηκωθηκαν απο τη ραμεσση, στρατοπεδευσαν στη σοκχωθ. και αφου σηκωθηκαν απο τη σοκχωθ, στρατοπεδευσαν στην εθαμ, που ειναι στην ακρη τησ ερημου. και αφου σηκωθηκαν απο την εθαμ, στραφηκαν προσ την πι-αιρωθ, που ειναι απεναντι απο τη βεελ-σεφων· και στρατοπεδευσαν απεναντι απο τη μιγδωλ. και αφου σηκωθηκαν απο μπροστα απο την αιρωθ, διαβηκαν διαμεσου τησ θαλασσασ στην ερημο· και οδοιπορησαν δρομο τριων ημερων διαμεσου τησ ερημου εθαμ, και στρατοπεδευσαν στη μερρα. και αφου σηκωθηκαν απο τη μερρα, ηρθαν στην αιλειμ· και στην αιλειμ ησαν 12 πηγεσ νερων, και 70 δεντρα φοινικων· και στρατοπεδευσαν εκει. και αφου σηκωθηκαν απο την αιλειμ, στρατοπεδευσαν κοντα στην ερυθρα θαλασσα. και αφου σηκωθηκαν απο την ερυθρα θαλασσα, στρατοπεδευσαν στην ερημο σιν. και αφου σηκωθηκαν απο την ερημο σιν, στρατοπεδευσαν στη δοφκα. και αφου σηκωθηκαν απο τη δοφκα, στρατοπεδευσαν στην αιλουσ. και αφου σηκωθηκαν απο την αιλουσ, στρατοπεδευσαν στη ραφιδειν, οπου δεν υπηρχε νερο για να πιει ο λαοσ. και αφου σηκωθηκαν απο τη ραφιδειν, στρατοπεδευσαν στην ερημο σινα. και αφου σηκωθηκαν απο την ερημο σινα, στρατοπεδευσαν στην κιβρωθ-αττααβα. και αφου σηκωθηκαν απο την κιβρωθ-αττααβα, στρατοπεδευσαν στην ασηρωθ. και αφου σηκωθηκαν απο την ασηρωθ, στρατοπεδευσαν στη ριθμα. και αφου σηκωθηκαν απο τη ριθμα, στρατοπεδευσαν στη ριμμων-φαρεσ. και αφου σηκωθηκαν απο τη ριμμων-φαρεσ, στρατοπεδευσαν στη λιβνα. και αφου σηκωθηκαν απο τη λιβνα, στρατοπεδευσαν στη ρισσα. και αφου σηκωθηκαν απο τη ρισσα, στρατοπεδευσαν στην κεελαθα. και αφου σηκωθηκαν απο την κεελαθα, στρατοπεδευσαν στο βουνο σαφερ. και αφου σηκωθηκαν απο το βουνο σαφερ, στρατοπεδευσαν στη χαραδα. και αφου σηκωθηκαν απο τη χαραδα, στρατοπεδευσαν στη μακηλωθ. και αφου σηκωθηκαν απο τη μακηλωθ, στρατοπεδευσαν στην ταχαθ. και αφου σηκωθηκαν απο την ταχαθ, στρατοπεδευσαν στη θαρα. και αφου σηκωθηκαν απο τη θαρα, στρατοπεδευσαν στη μιθκα. και αφου σηκωθηκαν απο τη μιθκα, στρατοπεδευσαν στην ασεμωνα. και αφου σηκωθηκαν απο την ασεμωνα, στρατοπεδευσαν στη μοσηρωθ. και αφου σηκωθηκαν απο τη μοσηρωθ, στρατοπεδευσαν στη βενε-ιακαν. και αφου σηκωθηκαν απο τη βενε-ιακαν, στρατοπεδευσαν στο βουνο γαδγαδ. και αφου σηκωθηκαν απο το βουνο γαδγαδ, στρατοπεδευσαν στην ιοτβαθα. και αφου σηκωθηκαν απο την ιοτβαθα, στρατοπεδευσαν στην εβρωνα. και αφου σηκωθηκαν απο την εβρωνα, στρατοπεδευσαν στην εσιων-γαβερ. και αφου σηκωθηκαν απο την εσιων-γαβερ, στρατοπεδευσαν στην ερημο σιν, που ειναι η καδησ. και αφου σηκωθηκαν απο την καδησ, στρατοπεδευσαν στο βουνο ωρ, προσ το ακρον τησ γησ του εδωμ. και ανεβηκε ο ααρων, ο ιερεασ, με προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στο βουνο ωρ, και πεθανε εκει, τον 40ο χρονο απο την εξοδο των γιων ισραηλ απο τη γη τησ αιγυπτου, τον πεμπτο μηνα, την πρωτη του μηνα. και ο ααρων ηταν 123 χρονων, οταν πεθανε στο βουνο ωρ. και ο χαναναιοσ, ο βασιλιασ τησ αραδ, που κατοικουσε μεσημβρινα, μεσα στη γη χανααν, ακουσε τον ερχομο των γιων ισραηλ. και αφου σηκωθηκαν απο το βουνο ωρ, στρατοπεδευσαν στη σαλμωνα. και αφου σηκωθηκαν απο τη σαλμωνα, στρατοπεδευσαν στη φυνων. και αφου σηκωθηκαν απο τη φυνων, στρατοπεδευσαν στην ωβωθ. και αφου σηκωθηκαν απο την ωβωθ, στρατοπεδευσαν στην ιιε-αβαριμ, προσ τα συνορα του μωαβ. και αφου σηκωθηκαν απο την ιειμ, στρατοπεδευσαν στη δαιβων-γαδ. και αφου σηκωθηκαν απο τη δαιβων-γαδ στρατοπεδευσαν στην αλμων-διβλαθαιμ. και αφου σηκωθηκαν απο την αλμων-διβλαθαιμ, στρατοπεδευσαν στα βουνα αβαριμ, απεναντι απο τη νεβω. και αφου σηκωθηκαν απο τα βουνα αβαριμ, στρατοπεδευσαν στισ πεδιαδεσ του μωαβ, κοντα στον ιορδανη, απεναντι απο την ιεριχω. και στρατοπεδευσαν κοντα στον ιορδανη, απο τη βαιθ-ιεσιμωθ μεχρι την αβελ-σιττιμ, στισ πεδιαδεσ του μωαβ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, στισ πεδιαδεσ του μωαβ, κοντα στον ιορδανη, απεναντι στην ιεριχω, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: αφου διαβειτε τον ιορδανη, στη γη χανααν, θα διωξετε ολουσ τουσ κατοικουσ τησ γησ απο μπροστα σασ, και θα καταστρεψετε ολεσ τισ εικονεσ τουσ, και θα καταστρεψετε ολα τα χυτα ειδωλα τουσ, και θα κατεδαφισετε ολουσ τουσ βωμουσ τουσ· και θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσετε τη γη, και θα κατοικησετε σ' αυτη· επειδη, σε σασ εδωσα αυτη τη γη για κληρονομια· και θα διαμοιραστειτε τη γη με κληρουσ αναμεσα στισ συγγενειεσ σασ· στουσ περισσοτερουσ θα δωσετε περισσοτερη κληρονομια, και στουσ λιγοτερουσ θα δωσετε λιγοτερη κληρονομια· του καθενοσ η κληρονομια θα ειναι στο μεροσ οπου πεσει ο κληροσ του· συμφωνα με τισ φυλεσ των πατερων σασ θα κληρονομησετε. αν, ομωσ, δεν διωξετε τουσ κατοικουσ τησ γησ απο μπροστα σασ, τοτε οσουσ θα αφηνατε απ' αυτουσ να μενουν, θα ειναι στα ματια σασ αγκαθια, και κεντρια στα πλευρα σασ, και θα σασ ενοχλουν στον τοπο, οπου θα κατοικειτε· κι ακομα, καθωσ στοχαζομουν να κανω σ' αυτουσ, ετσι θα κανω σε σασ.

34

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: προσταξε τουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: οταν μπειτε μεσα στη γη χανααν, τη γη εκεινη που θα σασ πεσει για κληρονομια, τη γη χανααν μαζι με τα συνορα τησ, τοτε, το μεροσ σασ, που ειναι προσ τα μεσημβρινα, θα ειναι απο την ερημο σιν, μεχρι κοντα στη γη του εδωμ· και τα μεσημβρινα ορια σασ θα ειναι απο το ακρο τησ αλμυρησ θαλασσασ προσ τα ανατολικα· και το οριο σασ θα γυριζει απο μεσημβρινα προσ την αναβαση ακραββιμ, και θα διερχεται στη σιν· και θα προχωρει απο το μεσημβρινο μεροσ μεχρι την καδησ-βαρνη, και θα βγαινει στην ασαρ-αδδαρ, και θα διαβαινει μεχρι την ασμων· και θα γυριζει το οριο απο την ασμων μεχρι τον χειμαρρο τησ αιγυπτου, και θα φτασει στη θαλασσα. και για δυτικο οριο θα εχετε τη μεγαλη θαλασσα· αυτη θα ειναι το δυτικο σασ οριο. και τα βορινα σασ ορια θα ειναι τουτα· απο τη μεγαλη θαλασσα θα βαλετε οριο σασ το βουνο ωρ· απο το βουνο ωρ θα βαλετε οριο σασ μεχρι την εισοδο τησ αιμαθ, και το οριο θα προχωρει στη σεδαδ· και θα προχωρει το οριο στη ζιφρων, και θα φτασει στην ασαρ-εναν· αυτο θα ειναι το βορινο οριο σασ. και θα βαλετε τα ανατολικα ορια σασ απο την ασαρ-εναν μεχρι τη σεπφαμ· και το οριο θα κατεβαινει απο τη σεπφαμ μεχρι τη ριβλα, προσ τα ανατολικα του αειν· και θα κατεβαινει το οριο, και θα φτανει στο πλαγιο μεροσ τησ θαλασσασ χιννερωθ προσ τα ανατολικα· και θα κατεβαινει το οριο προσ τον ιορδανη, και θα φτασει τελικα στην αλμυρη θαλασσα. αυτη ειναι η γη σασ, με τα ορια τησ ολογυρα. και ο μωυσησ προσταξε τουσ γιουσ ισραηλ, τα εξησ: αυτη ειναι η γη, που θα κληρονομησετε με κληρουσ, την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε να δοθει στισ εννεα φυλεσ, και στη μιση φυλη. επειδη, η φυλη των γιων του ρουβην, συμφωνα με την οικογενεια των πατερων τουσ, και η φυλη των γιων του γαδ, συμφωνα με την οικογενεια των πατερων τουσ, πηραν την κληρονομια τουσ· και το μισο τησ φυλησ του μανασση πηρε την κληρονομια του. οι δυο φυλεσ και το μισο τησ φυλησ πηραν την κληρονομια τουσ απο την εδω πλευρα του ιορδανη, καταντικρυ στην ιεριχω, προσ τα ανατολικα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: αυτα ειναι τα ονοματα των ανδρων, που θα διαμοιρασουν σε σασ τη γη· ο ελεαζαρ, ο ιερεασ, και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη· και θα παρετε ανα εναν αρχοντα απο καθε φυλη, για να διαμοιρασουν τη γη· κι αυτα ειναι τα ονοματα των ανδρων: απο τη φυλη του ιηhυδα, ο χαλεβ, ο γιοσ του ιεφοννη· και απο τη φυλη των γιων του συμεων, ο σαμουαλ, ο γιοσ του αμμιουδ· απο τη φυλη του βενιαμιν, ο ελιδαδ, ο γιοσ του χισλων· και απο τη φυλη των γιων του δαν, ο αρχοντασ βουκκι, ο γιοσ του ιογλι· απο τουσ γιουσ του ιωσηφ, απο τη φυλη των γιων του μανασση, ο αρχοντασ ανιηλ, ο γιοσ του εφωδ· και απο τη φυλη των γιων του εφραιμ, ο αρχοντασ κεμουηλ, ο γιοσ του σιφταν· και απο τη φυλη των γιων του ζαβουλων, ο αρχοντασ ελισαφαν, ο γιοσ του φαρναχ· και απο τη φυλη των γιων του ισσαχαρ, ο αρχοντασ φαλτιηλ, ο γιοσ του αζαν· και απο τη φυλη των γιων του ασηρ, ο αρχοντασ αχιουδ, ο γιοσ του σελωμι· και απο τη φυλη των γιων του νεφθαλι, ο αρχοντασ φεδαηλ, ο γιοσ του αμμιουδ. αυτοι ειναι, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε να διαμοιρασουν τη γη στουσ γιουσ ισραηλ στη γη χανααν.

35

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, στισ πεδιαδεσ του μωαβ, κοντα στον ιορδανη, καταντικρυ στην ιεριχω, λεγοντασ: προσταξε τουσ γιουσ ισραηλ να δωσουν στουσ λευιτεσ, απο την κληρονομια τησ ιδιοκτησιασ τουσ, πολεισ για να κατοικησουν· και περιχωρα θα δωσετε στουσ λευιτεσ για τισ πολεισ ολογυρα τουσ. και οι πολεισ θα ειναι μεν σ' αυτουσ για να κατοικουν· τα περιχωρα τουσ, ομωσ, θα ειναι για τα κτηνη τουσ, και για τα υπαρχοντα τουσ, και για ολα τα ζωα τουσ. και τα περιχωρα των πολεων, που θα δωσετε στουσ λευιτεσ, θα ειναι, απο το τειχοσ τησ πολησ και εξω, 1.000 πηχεσ ολογυρα. και θα μετρησετε απο το εξω μεροσ τησ πολησ προσ το ανατολικο μεροσ 2.000 πηχεσ, και προσ το μεσημβρινο μεροσ 2.000 πηχεσ, και προσ το δυτικο μεροσ 2.000 πηχεσ, και προσ το βορειο μεροσ 2.000 πηχεσ· και η πολη θα ειναι στο μεσον. αυτα θα ειναι σ' αυτουσ τα περιχωρα των πολεων. και απο τισ πολεισ, που θα δωσετε στουσ λευιτεσ, εξι πολεισ θα ειναι για καταφυγιο, τισ οποιεσ θα διορισετε για να φευγει εκει ο φονιασ· και σ' αυτεσ θα προσθεσετε 42 πολεισ. ολεσ οι πολεισ, που θα δωσετε στουσ λευιτεσ, θα ειναι 48 πολεισ· αυτεσ θα τισ δωσετε μαζι με τα περιχωρα τουσ. και οι πολεισ, που θα δωσετε, θα ειναι απο την ιδιοκτησια των γιων ισραηλ· απο οσουσ εχουν πολλα θα δωσετε πολλα, και απο οσουσ εχουν λιγα θα δωσετε λιγα· καθε ενασ συμφωνα με την κληρονομια, που κληρονομησε, θα δωσει απο τισ πολεισ του στουσ λευιτεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, λεγοντασ: μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, και πεσ τουσ: οταν διαβειτε τον ιορδανη προσ τη γη χανααν, τοτε θα διορισετε για τον εαυτο σασ πολεισ, για να ειναι σε σασ πολεισ καταφυγιου, ωστε να διαφευγει εκει ο φονιασ, που ακουσια φονευσε ανθρωπο. και θα υπαρχουν για σασ πολεισ για καταφυγιο απο εκεινον που εκδικειται το αιμα· για να μη πεθανει ο φονιασ, μεχρισ οτου παρασταθει μπροστα στη συναγωγη για κριση. και απο τισ πολεισ, που θα δωσετε, εξι πολεισ θα ειναι για καταφυγιο σε σασ. τισ τρεισ πολεισ θα τισ δωσετε απο την εδωπλευρα του ιορδανη, και τισ αλλεσ τρεισ πολεισ θα τισ δωσετε στη γη χανααν· θα ειναι πολεισ καταφυγιου. αυτεσ οι εξι πολεισ θα ειναι καταφυγιο για τουσ γιουσ ισραηλ, και για τον ξενο, και για εκεινον που παροικει αναμεσα τουσ· ωστε, οποιοσ φονευσει ανθρωπο, ακουσια, να καταφευγει εκει. και αν τον χτυπησει με ενα σιδερενιο οργανο, ωστε να πεθανει, ειναι φονιασ· ο φονιασ θα θανατωθει οπωσδηποτε. και αν τον χτυπησει με μια πετρα απο το χερι, με την οποια μπορει να πεθανει, και πεθανει, ειναι φονιασ· ο φονιασ θα θανατωθει οπωσδηποτε. η, αν τον χτυπησει με ξυλινο οργανο απο το χερι, απο το οποιο μπορει να πεθανει, και πεθανει, ειναι φονιασ· ο φονιασ θα θανατωθει οπωσδηποτε. ο εκδικητησ του αιματοσ, αυτοσ θα θανατωνει τον φονια· οταν τον συναντησει, θα τον θανατωνει· και αν τον σπρωξει απο εχθρα η παραμονευοντασ ριξει κατι επανω του, και πεθανει η τον χτυπησει απο εχθροτητα, με το χερι του, και πεθανει, αυτοσ που τον χτυπησε θα θανατωθει, οπωσδηποτε· ειναι φονιασ· ο εκδικητησ του αιματοσ θα θανατωνει τον φονια, οταν τον συναντησει. αν, ομωσ, τον σπρωξει ξαφνικα, χωρισ εχθρα, η ριξει κατι επανω του, χωρισ να τον παραμονευσει, η καποια πετρα, χωρισ να τον δει, απο την οποια μπορει να πεθανει, και ριξει επανω του, ωστε να πεθανει, και δεν ηταν εχθροσ του ουτε ζητουσε να του κανει κακο, τοτε, η συναγωγη θα κρινει αναμεσα στον φονια και σ' εκεινον που εκδικειται το αιμα, συμφωνα με τισ κρισεισ αυτεσ· και η συναγωγη θα ελευθερωσει τον φονια απο το χερι εκεινου που εκδικειται το αιμα, και η συναγωγη θα τον αποκαταστησει στην πολη του καταφυγιου του, οπου ειχε διαφυγει· και θα κατοικει σ' αυτη μεχρι του θανατου του μεγαλου ιερεα, του χρισμενου με το αγιο λαδι. αν, ομωσ, ο φονιασ βγει εξω απο τα ορια τησ πολησ του καταφυγιου του, στην οποια διεφυγε, και ο εκδικητησ του αιματοσ τον βρει εξω απο τα ορια τησ πολησ του καταφυγιου του, και ο εκδικητησ του αιματοσ θανατωσει τον φονια, δεν θα ειναι ενοχοσ αιματοσ· επειδη, επρεπε να μενει στην πολη του καταφυγιου του μεχρι τον θανατο του μεγαλου ιερεα· μετα τον θανατο του μεγαλου ιερεα, ο φονιασ θα επιστρεφει στη γη τησ ιδιοκτησιασ του. κι αυτα θα ειναι σε σασ για διαταγματα κρισησ, σε ολεσ τισ γενεεσ σασ, σε ολεσ τισ κατοικιεσ σασ. οποιοσ φονευσει καποιον, ο φονιασ θα θανατωθει με βαση την ομολογια μαρτυρων· ομωσ, ενασ μονον μαρτυρασ δεν θα μαρτυρησει εναντιον καποιου, ωστε να θανατωθει. και δεν θα παιρνετε καμια εξαγορα για τη ζωη του φονια, που ειναι ενοχοσ θανατου· αλλα, θα θανατωθει οπωσδηποτε. και δεν θα παιρνετε εξαγορα για εκεινον, που διεφυγε στην πολη του καταφυγιου του, για να επιστρεψει να κατοικει στον τοπο του, μεχρι τον θανατο του ιερεα. και δεν θα μολυνετε τη γη στην οποια κατοικειτε· επειδη, το αιμα, αυτο μολυνει τη γη· και η γη δεν μπορει να καθαριστει απο το αιμα που χυθηκε επανω τησ, παρα διαμεσου του αιματοσ εκεινου που το εχυσε. μη μολυνετε, λοιπον, τη γη, που θα κατοικησετε, στο μεσον τησ οποιασ κατοικω εγω· επειδη, εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειμαι που κατοικω στο μεσον των γιων ισραηλ.

36

και οταν οι αρχηγοι των πατριων των συγγενειων των γιων του γαλααδ, γιου του μαχειρ, γιου του μανασση, απο τισ συγγενειεσ των γιων του ιωσηφ, προσηλθαν, μιλησαν μπροστα στον μωυση, και μπροστα στουσ αρχοντεσ, που ησαν οι αρχηγοι των πατριων των γιων ισραηλ· και ειπαν: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον κυριο μου να δωσει τη γη με κληρο για κληρονομια στουσ γιουσ ισραηλ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου προσταχθηκε απο τον κυριο να δωσει την κληρονομια του σαλπααδ, του αδελφου μασ, στισ θυγατερεσ του· και αν παντρευτουν με καποιον απο τουσ γιουσ των φυλων των γιων ισραηλ, τοτε η κληρονομια τουσ θα αφαιρεθει απο την κληρονομια των πατερων μασ, και θα προστεθει στην κληρονομια τησ φυλησ, που θα τισ δεχοταν· ετσι, θα αφαιρεθει απο τον κληρο τησ κληρονομιασ μασ· και οταν ερθει ο χρονοσ τησ αφεσησ των γιων ισραηλ, τοτε η κληρονομια τουσ θα προστεθει στην κληρονομια τησ φυλησ, που θα τισ δεχοταν· και η κληρονομια τουσ θα αφαιρεθει απο την κληρονομια τησ φηλησ των πατερων μασ. και ο μωυσησ προσταξε τουσ γιουσ ισραηλ, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: η φυλη των γιων του ιωσηφ μιλησε ορθα. αυτοσ ειναι ο λογοσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε για τισ θυγατερεσ του σαλπααδ, λεγοντασ: ασ παντρευτουν με οποιον αρεσει σ' αυτεσ· μονον, θα παντρευτουν με ανδρεσ απο τη συγγενεια τησ φυλησ των πατερων τουσ· και δεν θα πηγαινει η κληρονομια των γιων ισραηλ απο φυλη σε φυλη· επειδη, καθε ενασ απο τουσ γιουσ ισραηλ θα ειναι προσκολλημενοσ στην κληρονομια τησ φυλησ των πατερων του. και καθε θυγατερα, που εχει κληρονομια σε καποια φυλη των γιων ισραηλ, θα ειναι γυναικα ενοσ απο τη συγγενεια τησ φυλησ του πατερα τησ· για να απολαμβανουν οι γιοι ισραηλ, καθε ενασ την κληρονομια των πατερων του. και δεν θα πηγαινει η κληρονομια απο φυλη σε αλλη φυλη, αλλα καθε ενασ απο τισ φυλεσ των γιων ισραηλ θα ειναι προσκολλημενοσ στην κληρονομια του. οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση, ετσι εκαναν οι θυγατερεσ του σαλπααδ· επειδη, η μααλα, η θερσα, και η αγλα, και η μελχα, και η νουα, οι θυγατερεσ του σαλπααδ, παντρευτηκαν με τουσ γιουσ των αδελφων του πατερα τουσ· παντρευτηκαν με ανδρεσ απο τισ συγγενειεσ των γιων μανασση, γιου του ιωσηφ· και η κληρονομια τουσ εμεινε στη φυλη τησ συγγενειασ του πατερα τουσ. αυτα ειναι τα προσταγματα και οι κρισεισ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε, διαμεσου του μωυση, στουσ γιουσ ισραηλ, στισ πεδιαδεσ του μωαβ, κοντα στον ιορδανη, καταντικρυ στην ιεριχω.

τα λογια

1

αυτα ειναι τα λογια, που ο μωυσησ μιλησε σε ολοκληρο τον ισραηλ, απο την εδω πλευρα του ιορδανη, στην ερημο, στην πεδιαδα απεναντι τησ σουφ, αναμεσα στη φαραν, και την τοφελ, και τη λαβαν, και την ασηρωθ, και τη διζααβ. απο το χωρηβ ειναι 11 ημερεσ, διαμεσου του δρομου του βουνου σηειρ, μεχρι την καδησ-βαρνη. και τον 40ο χρονο, τον 11ο μηνα, την πρωτη του μηνα, ο μωυσησ μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, συμφωνα με ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον ειχε προσταξει γι' αυτουσ· αφου παταξε τον σηων, τον βασιλια των αμορραιων, που κατοικουσε στην εσεβων, και τον ωγ, τον βασιλια τησ βασαν, που κατοικουσε στην ασταρωθ, στην περιοχη εδρει· απο την εδω πλευρα του ιορδανη, στη γη μωαβ, ο μωυσησ αρχισε να εξηγει τουτον τον νομο, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ μιλησε σε μασ στο χωρηβ, λεγοντασ: αρκει οσο μεινατε σε τουτο το βουνο· στρεψτε, και ακολουθηστε τον δρομο σασ, και πηγαινετε στο βουνο των αμορραιων, και σε ολουσ τουσ περιοικουσ του, στην πεδιαδα, στο βουνο, και στην κοιλαδα, και στα μεσημβρινα και στα παραλια, τη γη των χαναναιων, και τον λιβανο, μεχρι τον μεγαλο ποταμο, τον ποταμο ευφρατη· δεστε, εγω παρεδωσα μπροστα σασ τη γη· μπειτε μεσα και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυστε τη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στουσ πατερεσ σασ, στον αβραhαμ, στον ισαακ, και στον ιακωβ, να τη δωσει σ' αυτουσ, και στο σπερμα τουσ υστερα απ' αυτουσ. και κατα τον καιρο εκεινο ειπα σε σασ, λεγοντασ: δεν μπορω εγω μονοσ μου να σασ βασταζω· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ σασ πληθυνε, και δεστε, σημερα ειστε οπωσ τα αστερια του ουρανου σε πληθοσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των πατερων σασ να σασ κανει 1.000 φορεσ περισσοτερουσ απο ο,τι ειστε, και να σασ ευλογησει, καθωσ μιλησε σε σασ! πωσ θα μπορεσω εγω μονοσ μου να βασταξω την ενοχληση σασ, και το φορτιο σασ, και τισ αντιλογιεσ σασ; παρτε ανδρεσ σοφουσ, και συνετουσ, και γνωστουσ μεταξυ των φυλων σασ, και θα τουσ καταστησω αρχηγουσ επανω σασ. και αποκριθηκατε σε μενα, λεγοντασ: καλοσ ειναι ο λογοσ, που μιλησεσ, για να τον κανουμε. τοτε, πηρα τουσ αρχηγουσ των φυλων σασ, ανδρεσ σοφουσ, και γνωστουσ, και τουσ κατεστησα αρχηγουσ επανω σασ, χιλιαρχουσ, και εκατονταρχουσ, και πεντηκονταρχουσ, και δεκαρχουσ, και επιστατεσ των φυλων σασ. και προσταξα τουσ κριτεσ σασ κατα τον καιρο εκεινο, λεγοντασ: ακουτε αναμεσα στουσ αδελφουσ σασ, και κρινετε δικαια αναμεσα σε ανθρωπο και στον αδελφο του, και στον ξενο του. στην κριση δεν θα αποβλεπετε σε προσωπα· θα ακουτε τον μικρο, οπωσ τον μεγαλο· δεν θα φοβαστε προσωπο ανθρωπου· επειδη, η κριση ειναι του θεου· και καθε υποθεση, που θα ηταν πολυ δυσκολη για σασ, να την αναφερετε σε μενα, κι εγω θα την ακουω. και σασ προσταξα εκεινο τον καιρο ολα οσα επρεπε να πραττετε. και αφου σηκωθηκαμε απο το χωρηβ, διαπερασαμε ολοκληρη εκεινη την ερημο, τη μεγαλη και φοβερη, που ειδατε, οδοιπορωντασ προσ το βουνο των αμορραιων, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ προσταξε σε μασ, και ηρθαμε μεχρι την καδησ-βαρνη. και σασ ειπα: ηρθατε στο βουνο των αμορραιων, που μασ δινει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ· δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου παρεδωσε μπροστα σου τη γη· ανεβα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των πατερων σου μιλησε σε σενα· μη φοβηθεισ, μητε να δειλιασεισ. και ηρθατε σε μενα ολοι εσεισ, και ειπατε: ασ αποστειλουμε ανδρεσ μπροστα μασ, και ασ κατασκοπευσουν για μασ τη γη, και ασ μασ αναγγειλουν τον δρομο, διαμεσου του οποιου πρεπει να ανεβουμε, και τισ πολεισ στισ οποιεσ θα παμε. και μου αρεσε ο λογοσ, και πηρα απο σασ 12 ανδρεσ, εναν ανδρα ανα φυλη. και αφου στραφηκαν, ανεβηκαν το βουνο, και ηρθαν μεχρι τη φαραγγα εσχωλ, και την κατασκοπευσαν. και παιρνοντασ στα χερια τουσ απο τουσ καρπουσ τησ γησ, μασ τουσ εφεραν, και μασ ανηγγειλαν, λεγοντασ: η γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ δινει σε μασ, ειναι καλη. αλλ' εσεισ δεν θελησατε να ανεβειτε, αλλ' απειθησατε στην προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ. και γογγυσατε στισ σκηνεσ σασ, λεγοντασ: επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ μισουσε, μασ εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου, για να μασ παραδωσει στο χερι των αμορραιων, ωστε να εξολοθρευτουμε· που ανεβαινουμε εμεισ; οι αδελφοι μασ δειλιασαν την καρδια μασ, λεγοντασ: ο λαοσ ειναι μεγαλυτεροσ και ψηλοτεροσ απο μασ· οι πολεισ μεγαλεσ και με τειχη μεχρι τον ουρανο· αλλα ειδαμε εκει και τουσ γιουσ των ανακειμ. κι εγω σασ ειπα: μη τρομαξετε ουτε να φοβηθειτε απ' αυτουσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, που προπορευεται μπροστα σασ, αυτοσ θα πολεμησει για σασ, συμφωνα με ολα οσα εκανε προσ υπερασπιση μασ στην αιγυπτο μπροστα στα ματια σασ· και στην ερημο, οπου ειδεσ με ποιον τροπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε κρατησε, οπωσ ενασ ανθρωποσ κραταει τον γιο του, σε ολοκληρο τον δρομο που περπατησατε, μεχρισ οτου ηρθατε σε τουτο τον τοπο. κατα τουτο, ομωσ, δεν πιστεψατε στον κυριο τον θεο σασ, που προπορευοταν μπροστα σασ στον δρομο, για να σασ βρισκει τοπο στρατοπεδευσησ, τη νυχτα μεν σε μορφη φωτιασ, για να σασ δειχνει τον δρομο στον οποιο επρεπε να βαδιζετε, την ημερα δε σε μορφη νεφελησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ακουσε τη φωνη των λογων σασ, και οργιστηκε, και ορκιστηκε, λεγοντασ: κανενασ απ' αυτουσ τουσ ανθρωπουσ τουτησ τησ κακησ γενεασ δεν θα δει την καλη γη, που ορκιστηκα να δωσω στουσ πατερεσ σασ, εκτοσ απο τον χαλεβ, τον γιο του ιεφοννη· αυτοσ θα τη δει, και σ' αυτον θα δωσω τη γη στην οποια πατησε, και στουσ γιουσ του, επειδη αυτοσ ακολουθησε ολοκληρωτικα τον κυριο. και εναντιον μου θυμωσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξαιτιασ σασ, λεγοντασ: ουτε εσυ θα μπεισ εκει μεσα· ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, που παρισταται μπροστα σου, αυτοσ θα μπει εκει μεσα· ενισχυσε τον, επειδη αυτο θα την κληροδοτησει στον ισραηλ· και τα παιδια σασ, που λεγατε οτι θα γινουν λαφυρο, και οι γιοι σασ, που σημερα δεν γνωριζουν καλο η κακο, αυτοι θα μπουν εκει μεσα, και σ' αυτουσ θα τη δωσω, κι αυτοι θα την κληρονομησουν· εσεισ, ομωσ, επιστρεψτε, και πηγαινετε στην ερημο, προσ τον δρομο τησ ερυθρασ θαλασσασ. τοτε αποκριθηκατε, και μου ειπατε: αμαρτησαμε στον κυριο· εμεισ θα ανεβουμε και θα πολεμησουμε, συμφωνα με οσα μασ προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ. και αφου ζωστηκατε ο καθενασ τα πολεμικα του οπλα, υπηρξατε προπετεισ να ανεβειτε στο βουνο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: πεσ τουσ: μη ανεβειτε ουτε να πολεμησετε, επειδη εγω δεν ειμαι αναμεσα σασ, για να μη συντριφτειτε μπροστα στουσ εχθρουσ σασ. ετσι σασ μιλησα· κι εσεισ δεν εισακουσατε, αλλα απειθησατε στην προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και με θρασυτητα ανεβηκατε στο βουνο. και οι αμορραιοι, που κατοικουν στο βουνο εκεινο, βγηκαν σε συναντηση σασ, και σασ καταδιωξαν, καθωσ κανουν τα μελισσια, και σασ παταξαν στο σηειρ, μεχρι την ορμα. τοτε, αφου γυρισατε, κλαψατε μπροστα στον κυριο· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, δεν εισακουσε τη φωνη σασ ουτε εδωσε σε σασ ακροαση. και μεινατε στην καδησ πολλεσ ημερεσ, οσεσδηποτε ημερεσ μεινατε.

2

τοτε, στραφηκαμε και οδοιπορησαμε στην ερημο μεσα απο τον δρομο τησ ερυθρασ θαλασσασ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε σε μενα· και περιφερομασταν γυρω απο το βουνο σηειρ πολλεσ ημερεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε, λεγοντασ: αρκει οσο περιηλθατε αυτο το βουνο· στραφειτε προσ τον βορρα· και προσταξε τον λαο, λεγοντασ: θα περασετε μεσα απο τα ορια των αδελφων σασ, των γιων του ησαυ, που κατοικουν στο σηειρ· και θα σασ φοβηθουν· και προσεξτε πολυ· μη πολεμησετε μαζι τουσ· επειδη, δεν θα σασ δωσω απο τη γη τουσ ουτε ενα βημα ποδιου· επειδη, στον ησαυ εδωσα το βουνο σηειρ για κληρονομια· θα αγοραζετε απ' αυτουσ τροφεσ με ασημι, για να τρωτε· και νερο ακομα θα αγοραζετε απ' αυτουσ με ασημι, για να πινετε· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε ευλογησε σε ολα τα εργα των χεριων σου· γνωριζει την οδοιπορια σου μεσα απο τη μεγαλη αυτη ερημο· τα 40 αυτα χρονια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ηταν μαζι σου· δεν στερηθηκεσ τιποτε. και αφου περασαμε μεσα απο τουσ αδελφουσ μασ, τουσ γιουσ του ησαυ, που κατοικουσαν στο σηειρ, μεσα απο τον δρομο τησ πεδιαδασ, απο την ελαθ, και απο την εσιων-γαβερ, στραφηκαμε, και περασαμε απο τον δρομο τησ ερημου μωαβ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: μη ενοχλησετε τουσ μωαβιτεσ, ουτε να ερθετε σε μαχη μαζι τουσ· επειδη, δεν θα σου δωσω απο τη γη τουσ για κληρονομια· για τον λογο οτι, στουσ γιουσ του λωτ εδωσα την αρ για κληρονομια· (προηγουμενωσ, μαλιστα, κατοικουσαν σ' αυτην οι εμμαιοι, ενασ λαοσ μεγαλοσ, και πολυαριθμοσ, και ψηλοσ το αναστημα, οπωσ οι ανακειμ· που κι αυτοι θεωρουνταν γιγαντεσ, οπωσ οι ανακειμ· αλλα, οι μωαβιτεσ τουσ ονομαζουν εμμαιουσ. και στο σηειρ κατοικουσαν προηγουμενωσ οι χορραιοι· αλλα, οι γιοι του ησαυ τουσ κληρονομησαν, και τουσ εξολοθρευσαν, απο μπροστα τουσ, και κατοικησαν αντι γι' αυτουσ· καθωσ εκανε ο ισραηλ στη γη τησ κληρονομιασ του, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ εδωσε). σηκωθειτε, λοιπον, και διαβειτε τον χειμαρρο ζαρεδ. και διαβηκαμε τον χειμαρρο ζαρεδ. και οι ημερεσ, στισ οποιεσ οδοιπορησαμε απο καδησ-βαρνη, μεχρισ οτου διαβηκαμε τον χειμαρρο ζαρεδ, ησαν 38 χρονια, μεχρισ οτου εξελιπε ολοκληρη η γενεα των πολεμιστων ανδρων μεσα απο το στρατοπεδο, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε σ' αυτουσ. το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν ακομα εναντιον τουσ, για να τουσ εξολοθρευσει μεσα απο το στρατοπεδο, μεχρισ οτου εξελιπαν. και αφου ολοι οι πολεμιστεσ ανδρεσ εξελιπαν, πεθαινοντασ μεσα απο τον λαο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου μιλησε, λεγοντασ: εσυ θα περασεισ σημερα απο την αρ, το οριο του μωαβ· και θα πλησιασεισ απεναντι απο τουσ γιουσ του αμμων· μη τουσ ενοχλησεισ μητε να πολεμησεισ μαζι τουσ· επειδη, δεν θα σου δωσω κληρονομια απο τη γη των γιων του αμμων· για τον λογο οτι, την εδωσα κληρονομια στουσ γιουσ του λωτ. (αυτη, παρομοια, θεωρειτο γη των γιγαντων· γιγαντεσ κατοικουσαν προηγουμενωσ εκει· και οι αμμωνιτεσ τουσ ονομαζουν ζαμζουμμειμ· ενασ λαοσ μεγαλοσ, και πολυαριθμοσ, και ψηλοσ το αναστημα, οπωσ οι ανακειμ· αλλα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ εξολοθρευσε απο μπροστα τουσ, κι αυτοι τουσ κληρονομησαν, και κατοικησαν αντι γι' αυτουσ· οπωσ εκανε στουσ γιουσ του ησαυ, που κατοικουσαν στο σηειρ, οταν απο μπροστα τουσ εξολοθρευσε τουσ χορραιουσ, και τουσ κληρονομησαν, και κατοικησαν αντι γι' αυτουσ, μεχρι την ημερα αυτη. και τουσ αυειμ, που κατοικουσαν κατα κωμοπολεισ μεχρι τη γαζα, οι καφθορειμ, που βγηκαν απο την καφθορ, τουσ εξολοθρευσαν, και κατοικησαν αντι γι' αυτουσ). σηκωθειτε, αναχωρηστε, και διαβειτε τον ποταμο αρνων· δεσ, στα χερια σου παρεδωσα τον σηων τον αμορραιο, τον βασιλια τησ εσεβων, και τη γη του· αρχισε να την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυεισ, και πολεμησε μαζι του· σημερα θα αρχισω να βαζω τον τρομο σου και τον φοβο σου σε ολα τα εθνη, που ειναι κατω απο ολοκληρο τον ουρανο· τα οποια, οταν ακουσουν το ονομα σου, θα τρομαξουν, και θα πεσουν σε αγωνια εξαιτιασ σου. και εστειλα πρεσβεισ απο την ερημο κεδημωθ προσ τον σηων, τον βασιλια τησ εσεβων, με ειρηνικα λογια, λεγοντασ: ασ περασω μεσα απο τη γη σου· κατευθειαν μεσα απο τον δρομο θα περασω· δεν θα παρεκκλινω δεξια η αριστερα· θα μου πουλησεισ τροφεσ με ασημι για να φαω, και με ασημι θα μου δωσεισ νερο για να πιω· μονον θα περασω με τα ποδια μου, (οπωσ εκαναν σε μενα και οι γιοι του ησαυ, που κατοικουν στο σηειρ, και οι μωαβιτεσ, που κατοικουν στην αρ), μεχρισ οτου διαβω τον ιορδανη, προσ τη γη που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ δινει σε μασ. και ο σηων, ο βασιλιασ τησ εσεβων, δεν θελησε να περασουμε μεσα απο τη γη του· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σκληρυνε το πνευμα του, και απολιθωσε την καρδια του, για να τον παραδωσει στα χερια σου, οπωσ τουτη την ημερα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: δεσ, αρχισα να παραδιδω μπροστα σου τον σηων και τη γη του· αρχισε να φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυεισ, για να κληρονομησεισ τη γη του. τοτε, ο σηων βγηκε σε συναντηση μασ, αυτοσ και ολοκληροσ ο λαοσ του, για μαχη στην ιασσα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ τον παρεδωσε μπροστα μασ· και τον παταξαμε, και τουσ γιουσ του, και ολοκληρο τον λαο του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαμε, εκεινη την εποχη, ολεσ τισ πολεισ του, και εξολοθρευσαμε καθε πολη, ανδρεσ και γυναικεσ, και παιδια· δεν αφησαμε τιποτε υπολοιπο. μονον τα κτηνη λεηλατησαμε για τον εαυτο μασ, και τα λαφυρα των πολεων, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαμε. απο την αροηρ, διπλα στο χειλοσ του ποταμου αρνων, και την πολη που ειναι κοντα στον ποταμο, και μεχρι τη γαλααδ, δεν σταθηκε πολη ικανη να αντισταθει σε μασ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ τισ παρεδωσε ολεσ μπροστα μασ. μονον στη γη των γιων του αμμων δεν πλησιασεσ ουτε στα παρακειμενα του ποταμου ιαβοκ ουτε στισ ορεινεσ πολεισ ουτε σε οποιοδηποτε αλλο μεροσ, που μασ απαγορευσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ.

3

τοτε, αφου στραφηκαμε, ανεβηκαμε τον δρομο που ειναι στη βασαν· και ο ωγ, ο βασιλιασ τησ βασαν, βγηκε σε συναντηση μασ, αυτοσ και ολοκληροσ ο λαοσ του, γα μαχη, στην εδρει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: μη τον φοβηθεισ· επειδη, τον παρεδωσα στο χερι σου, και ολοκληρο τον λαο του, και τη γη του· και θα κανεισ σ' αυτον, οπωσ εκανεσ στον σηων, τον βασιλια των αμορραιων, που κατοικουσε στην εσεβων. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ παρεδωσε στο χερι μασ και τον ωγ, τον βασιλια τησ βασαν, και ολοκληρο τον λαο του· και τον παταξαμε μεχρισ οτου δεν του αφησαμε υπολοιπο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαμε ολεσ τισ πολεισ του κατα την εποχη εκεινη· δεν σταθηκε πολη, που δεν πηραμε απ' αυτουσ· 60 πολεισ, ολοκληρη την περιχωρο τησ αργοβ, το βασιλειο του ωγ στη βασαν. ολεσ αυτεσ οι πολεισ ησαν οχυρωμενεσ με ψηλα τειχη, με πυλεσ και μοχλουσ· εκτοσ απο ενα μεγαλο πληθοσ ατειχιστων πολεων. και τισ εξολοθρευσαμε, καθωσ καναμε στον βασιλια σηων τησ εσεβων, εξολοθρευοντασ ολοκληρη την πολη, ανδρεσ, γυναικεσ και παιδια. και ολα τα κτηνη, και τα λαφυρα των πολεων, τα λεηλατησαμε για τον εαυτο μασ. και την εποχη εκεινη πηραμε απο τα χερια των δυο βασιλιαδων των αμορραιων τη γη, απο την εδω πλευρα του ιορδανη, απο τον ποταμο αρνων μεχρι το βουνο αερμων· (το βουνο αερμων οι σιδωνιοι ονομαζουν σιριων, και οι αμορραιοι το ονομαζουν σενειρ)· ολεσ τισ πολεισ τησ πεδιαδασ, και ολοκληρη τη γαλααδ, και ολοκληρη τη βασαν, μεχρι τη σαλχα και την εδρει, πολεισ του βασιλειου του ωγ στη βασαν. επειδη, μοναχα ο ωγ, ο βασιλιασ τησ βασαν σωζοταν απο το υπολοιπο των γιγαντων· δεστε, το κρεβατι του ηταν κρεβατι σιδερενιο· δεν διασωζεται αυτο στη ραββα των γιων αμμων; το μακροσ του ηταν εννια πηχεσ, και το πλατοσ του τεσσερισ πηχεσ, συμφωνα με τον ανθρωπινο πηχη. και τη γη εκεινη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαμε κατα την εποχη εκεινη, απο την αροηρ, που ειναι κοντα στον ποταμο αρνων, και το μισο μεροσ του βουνου γαλααδ, και τισ πολεισ του, τα εδωσα στουσ ρουβηνιτεσ, και στουσ γαδιτεσ. και το υπολοιπο τησ γαλααδ, και ολοκληρη τη βασαν, το βασιλειο του ωγ, τα εδωσα στη μιση απο τη φυλη του μανασση, ολοκληρη την περιχωρο τησ αργοβ, μαζι με ολοκληρη τη βασαν, που ονομαζοταν γη γιγαντων. ο ιαειρ, ο γιοσ του μανασση, πηρε ολοκληρη την περιχωρο τησ αργοβ μεχρι τα ορια τησ γεσσουρι και τησ μααχαθι· και τισ ονομασε συμφωνα με το ονομα του, βασαν-αβωθ-ιαειρ, μεχρι την ημερα αυτη. και στον μαχειρ εδωσα τη γαλααδ. και στουσ ρουβηνιτεσ, και στουσ γαδιτεσ, εδωσα απο τη γαλααδ μεχρι τον ποταμο αρνων, το μεσον του ποταμου, και το οριο και μεχρι τον ποταμο ιαβοκ, το οριο των γιων αμμων· και την πεδιαδα, και τον ιορδανη και το οριο απο τη χιννερωθ μεχρι τη θαλασσα τησ πεδιαδασ, την αλμυρη θαλασσα, κατω απο τη ασδωθ-φασγα προσ ανατολασ. και σασ προσταξα κατα την εποχη εκεινη, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ εδωσε σε σασ αυτη τη γη να την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσετε· θα περασετε οπλισμενοι μπροστα απο τουσ αδελφουσ σασ, τουσ γιουσ ισραηλ, ολοι οι δυνατοι ανδρεσ· εκτοσ απο τισ γυναικεσ σασ και τα παιδια σασ, και τα κτηνη σασ, (ξερω οτι εχετε πολλα κτηνη), που θα μενουν στισ πολεισ σασ, που σασ εδωσα· μεχρισ οτου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δωσει αναπαυση στουσ αδελφουσ σασ, καθωσ και σε σασ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν κι αυτοι τη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ εδωσε σ' αυτουσ, στην αντιπερα πλευρα του ιορδανη· και τοτε θα επιστρεψετε καθε ενασ στην κληρονομια του, που εδωσα σε σασ. και την εποχη εκεινη προσταξα στον ιηhοσυα, λεγοντασ: τα ματια σου ειδαν ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ εκανε στουσ δυο αυτουσ βασιλιαδεσ· ετσι θα κανει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε ολα τα βασιλεια, στα οποια διαβαινεισ· δεν θα τουσ φοβηθειτε· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, αυτοσ θα πολεμησει προσ υπερασπιση σασ. και δεηθηκα στον κυριο, κατα την εποχη εκεινη, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε, εσυ αρχισεσ να δειχνεισ στον δουλο σου τη μεγαλοσυνη σου, και το κραταιο σου χερι· επειδη, ποιοσ θεοσ ειναι στον ουρανο η στη γη, που μπορει να κανει συμφωνα με τα εργα σου, και συμφωνα με τη δυναμη σου; ασ διαβω, παρακαλω, και ασ δω την αγαθη γη, που ειναι περα απο τον ιορδανη, εκεινο το αγαθο βουνο, και τον λιβανο. αλλα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θυμωσε εναντιον μου εξαιτιασ σασ, και δεν με εισακουσε· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σε μενα: αρκει σε σενα· μη μου μιλησεισ πλεον γι' αυτο. ανεβα στην κορυφη του βουνου φασγα, και σηκωσε τα ματια σου, προσ τα δυτικα, και προσ τον βορρα, και προσ τα μεσημβρινα, και προσ τα ανατολικα, και παρατηρησε με τα ματια σου· επειδη, δεν θα διαβεισ τουτον τον ιορδανη· και παραγγειλε στον ιηhοσυα, και ενθαρρυνε τον, και ενισχυσε τον· επειδη, αυτοσ θα διαβει μπροστα απο τουτον τον λαο, κι αυτοσ θα τουσ κληροδοτησει τη γη, που θα δεισ. και καθομασταν στην κοιλαδα, απεναντι απο τη βαιθ-φεγωρ.

4

τωρα, λοιπον, ισραηλ, ακου τα διαταγματα και τισ κρισεισ, που εγω σασ διδασκω να κανετε, για να ζησετε, και να μπειτε μεσα και να κληρονομησετε τη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των πατερων σασ δινει σε σασ. δεν θα προσθεσετε στον λογο που εγω σασ προσταζω ουτε θα αφαιρεσετε απ' αυτον· για να τηρειτε τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ, που εγω σασ προσταζω. τα ματια σασ ειδαν τι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε εξαιτιασ του βεελ-φεγωρ· επειδη, ολουσ τουσ ανθρωπουσ, που ακολουθησαν τον βεελ-φεγωρ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ τουσ εξολοθρευσε απο αναμεσα σασ. κι εσεισ, που ειστε προσκολλημενοι στον κυριο τον θεο σασ, ζειτε σημερα ολοι. δεστε, εγω σασ διδαξα διαταγματα και κρισεισ, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μου με προσταξε, για να κανετε ετσι στη γη στην οποια μπαινετε για να την κληρονομησετε. να τα τηρειτε, λοιπον, και να τα εκτελειτε· επειδη, αυτη ειναι η σοφια σασ, και η συνεση σασ, μπροστα στα εθνη· που θα ακουσουν ολα αυτα τα διαταγματα, και θα πουν: να, αυτο το μεγαλο εθνοσ ειναι λαοσ σοφοσ και συνετοσ. επειδη, ποιο εθνοσ ειναι τοσο μεγαλο, στο οποιο ο θεοσ με τετοιον τροπο ειναι κοντα του, οπωσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ, σε ολα οσα τον επικαλουμαστε; και ποιο εθνοσ ειναι τοσο μεγαλο, που να εχει διαταγματα και κρισεισ τοσο δικαιεσ, οπωσ ολοκληροσ αυτοσ ο νομοσ, που σημερα βαζω μπροστα σασ; μονον προσεχε τον εαυτο σου, και φυλαγε καλα την ψυχη σου, μηπωσ και λησμονησεισ τα πραγματα που ειδαν τα ματια σου, και μηπωσ καποτε χωριστουν απο την καρδια σου, σε ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ σου· αλλα, διδασκε τα στουσ γιουσ σου, και στουσ γιουσ των γιων σου. να θυμασαι την ημερα που σταθηκεσ μπροστα στον κυριο τον θεο σου, στο χωρηβ, οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: συγκεντρωσε μου τον λαο, και θα τουσ κανω να ακουσουν τα λογια μου, για να μαθουν να με φοβουνται ολεσ τισ ημερεσ, οσεσ ζησουν επανω στη γη, και να διδασκουν τουσ γιουσ τουσ. και πλησιασατε, και σταθηκατε κατω απο το βουνο· και το βουνο καιγοταν με φωτια μεχρι το μεσον του ουρανου, και ηταν σκοταδι, συννεφα και πυκνο σκοταδι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ μιλησε απο το μεσον τησ φωτιασ· εσεισ ακουσατε μεν τη φωνη των λογων, δεν ειδατε, ομωσ, κανενα ομοιωμα· μονον φωνη ακουσατε. και σασ φανερωσε τη διαθηκη του, που σασ προσταξε να εκτελειτε, τισ δεκα εντολεσ· και τισ εγραψε επανω σε δυο πετρινεσ πλακεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με προσταξε εκεινη την εποχη να σασ διδαξω διαταγματα και κρισεισ, για να τα κανετε στη γη στην οποια εσεισ μπαινετε για να την κληρονομησετε. φυλαγετε, λοιπον, καλα τισ ψυχεσ σασ, επειδη δεν ειδατε κανενα ομοιωμα, κατα την ημερα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε σε σασ στο χωρηβ απο το μεσον τησ φωτιασ· μηπωσ και διαφθαρειτε, και κανετε για τον εαυτο σασ καποιο ειδωλο, την εικονα καποιασ μορφησ, ομοιωμα αρσενικου η θηλυκου, ομοιωμα καποιου κτηνουσ, που ειναι επανω στη γη, ομοιωμα καποιου φτερωτου ορνεου, που πεταει στον ουρανο, ομοιωμα καποιου ερπετου επανω στη γη, ομοιωμα καποιου ψαριου, που ειναι στα νερα κατω απο τη γη· και μηπωσ σηκωσεισ τα ματια σου στον ουρανο, και βλεποντασ τον ηλιο, και το φεγγαρι, και τα αστερια, ολοκληρη τη στρατια του ουρανου, πλανηθεισ και τα προσκυνησεισ, και τα λατρευσεισ, τα οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου διαμοιρασε σε ολα τα εθνη, που ειναι κατω απο ολοκληρο τον ουρανο· εσασ, ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ πηρε, και σασ εβγαλε απο το σιδερενιο καμινι, απο την αιγυπτο, για να ειστε σ' αυτον λαοσ κληρονομιασ, οπωσ αυτη την ημερα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θυμωσε εναντιον μου εξαιτιασ σασ, και ορκιστηκε να μη διαβω τον ιορδανη, και να μη μπω μεσα σ' εκεινη την αγαθη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα ωσ κληρονομια· αλλ' εγω πεθαινω σε τουτη τη γη· εγω δεν διαβαινω τον ιορδανη· εσεισ, ομωσ, θα διαβειτε, και θα κληρονομησετε εκεινη την αγαθη γη. προσεχετε στον εαυτο σασ, μηπωσ καποτε λησμονησετε τη διαθηκη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ, που εκανε σε σασ, και κανετε για τον εαυτο σασ ειδωλο, εικονα καποιου, την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου απαγορευσε. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ειναι φωτια που κατατρωει, ειναι θεοσ ζηλοτυποσ. αν, αφου γεννησεισ γιουσ, και γιουσ των γιων, και πολυχρονησετε επανω στη γη, διαφθαρειτε, και κανετε ειδωλο, εικονα καποιου, και πραξετε πονηρα μπροστα στον κυριο τον θεο σου, ωστε να τον παροργισετε, επικαλουμαι σημερα μαρτυρεσ εναντιον σου τον ουρανο και τη γη, οτι οπωσδηποτε θα απολεστειτε απο τη γη, προσ την οποια διαβαινετε τον ιορδανη για να την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσετε· δεν θα πολυχρονησετε σ' αυτη, αλλα θα αφανιστειτε ολοκληρωτικα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σασ διασκορπισει αναμεσα στουσ λαουσ και θα μεινετε λιγοι σε αριθμο αναμεσα στα εθνη, στα οποια σασ φερνει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα λατρευσετε εκει θεουσ, εργα χεριων ανθρωπων, ξυλο και πετρα, που, ουτε βλεπουν ουτε ακουν ουτε τρωνε ουτε μυριζουν. και απο εκει θα εκζητησετε τον κυριο τον θεο σασ, και θα τον βρειτε, οταν τον εκζητησετε με ολοκληρη την καρδια σασ, και με ολοκληρη την ψυχη σασ. οταν βρεθεισ σε θλιψη, και σε βρουν ολα αυτα στισ εσχατεσ ημερεσ, τοτε θα επιστρεψεισ στον κυριο τον θεο σου, και θα ακουσεισ τη φωνη του. δεδομενου οτι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ειναι θεοσ οικτιρμονασ· δεν θα σε εγκαταλειψει ουτε θα σε εξολοθρευσει ουτε θα λησμονησει τη διαθηκη των πατερων σου, που ορκιστηκε σ' αυτουσ. επειδη, ρωτησε τωρα για τισ προηγουμενεσ ημερεσ, που υπηρξαν πριν απο σενα, απο την ημερα που ο θεοσ δημιουργησε τον ανθρωπο επανω στη γη, και ρωτησε ακομα απο το ενα ακρο του ουρανου μεχρι το αλλο ακρο του ουρανου, αν σταθηκε κατι τετοιο οπωσ το μεγαλο αυτο πραγμα η αν ακουστηκε παρομοιο μ' αυτο. ακουσε ποτε λαοσ τη φωνη του θεου να μιλαει μεσα απο τη φωτια, καθωσ ακουσεσ εσυ, και εζησε; η, δοκιμασε ο θεοσ να ερθει να παρει ενα εθνοσ για τον εαυτο του μεσα απο ενα αλλο εθνοσ, με δοκιμασιεσ, με σημεια και με θαυματα, και με πολεμο, και με χερι κραταιο, και με απλωμενον βραχιονα, και με μεγαλα τερατα, συμφωνα με ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ εκανε για σασ στην αιγυπτο μπροστα στα ματια σου; σε σενα δειχθηκε αυτο, για να γνωρισεισ οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ ειναι ο θεοσ· δεν ειναι αλλοσ εκτοσ απ' αυτον. σε εκανε να ακουσεισ τη φωνη του απο τον ουρανο, για να σε διδαξει· κι επανω στη γη εδειξε σε σενα τη μεγαλη του φωτια, και τα λογια του τα ακουσεσ απο το μεσον τησ φωτιασ. και επειδη αγαπουσε τουσ πατερεσ σου, γι' αυτο διαλεξε το σπερμα τουσ υστερα απ' αυτουσ, και σε εβγαλε με την παρουσια του απο την αιγυπτο, με την κραταια του δυναμη· για να διωξει απο μπροστα σου εθνη μεγαλυτερα και ισχυροτερα απο σενα, ωστε να βαλει εκει μεσα εσενα, για να σου δωσει τη γη τουσ για κληρονομια, οπωσ σημερα. γνωρισε, λοιπον, αυτη την ημερα, και βαλε στην καρδια σου, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ ειναι ο θεοσ, στον ουρανο επανω, και στη γη κατω· δεν υπαρχει αλλοσ. και να τηρεισ τα διαταγματα του και τισ εντολεσ του, που εγω προσταζω σημερα σε σενα· για να ευημερεισ, εσυ και οι γιοι σου υστερα απο σενα, και για να μακροημερευεισ επανω στη γη, την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου εδωσε σε σενα για παντα. τοτε, ο μωυσησ ξεχωρισε τρεισ πολεισ απο την εδω πλευρα του ιορδανη, προσ την ανατολη του ηλιου· για να προσφευγει εκει ο φονιασ, που, απο αγνοια, θα φονευσει τον πλησιον του, χωρισ προηγουμενωσ να τον μισει, και προσφευγοντασ σε μια απ' αυτεσ να ζει· τη βοσορ, στην ερημο, στην πεδινη γη των ρουβηνιτων, και τη ραμωθ, στη γαλααδ των γαδιτων, και τη γωλαν, στη βασαν των μανασσιτων. κι αυτοσ ειναι ο νομοσ, που ο μωυσησ εβαλε μπροστα στουσ γιουσ ισραηλ· αυτεσ ειναι οι μαρτυριεσ, και τα διαταγματα, και οι κρισεισ, που ο μωυσησ μιλησε στουσ γιουσ ισραηλ, αφου βγηκαν απο την αιγυπτο, απο την εδω πλευρα του ιορδανη, στην κοιλαδα απεναντι απο τη βαιθ-φεγωρ, στη γη του σηων, του βασιλια των αμορραιων, ο οποιοσ κατοικουσε στην εσεβων, που τον παταξε ο μωυσησ και οι γιοι ισραηλ, αφου βγηκαν απο την αιγυπτο· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν τη γη του, και τη γη του ωγ, του βασιλια τησ βασαν, δυο βασιλιαδων των αμορραιων, που ησαν απο την εδω πλευρα του ιορδανη, προσ την ανατολη του ηλιου· απο την αροηρ, που ειναι στο χειλοσ του ποταμου αρνων, μεχρι το βουνο σηων, που ειναι το βουνο αερμων· και ολοκληρη την πεδινη περιοχη απο την εδω πλευρα του ιορδανη, προσ ανατολασ, μεχρι τη θαλασσα τησ πεδιαδασ, κατω απο την ασδωθ-φασγα.

5

και ο μωυσησ καλεσε ολοκληρο τον ισραηλ, και τουσ ειπε: ισραηλ, ακου τα διαταγματα και τισ κρισεισ, που εγω μιλαω στα αυτια σασ σημερα, για να τισ μαθετε, και να προσεχετε να τισ εκτελειτε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ εκανε σε μασ διαθηκη στο χωρηβ. δεν εκανε αυτη τη διαθηκη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ τουσ πατερεσ μασ, αλλα προσ εμασ, εμασ που σημερα ειμαστε ολοι εδω ζωντανοι. προσωπο με προσωπο μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μαζι σασ στο βουνο, απο το μεσον τησ φωτιασ, (κι εγω στεκομουν αναμεσα στον κυριο και σε σασ εκεινη την εποχη, για να σασ φανερωσω τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, ησασταν φοβισμενοι εξαιτιασ τησ φωτιασ, και δεν ανεβηκατε στο βουνο), λεγοντασ: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, που σε εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου, απο οικο δουλειασ. μη εχεισ αλλουσ θεουσ, εκτοσ απο μενα. μη κανεισ για τον εαυτο σου ειδωλο ουτε ομοιωμα καποιου, απο οσα ειναι επανω στον ουρανο η οσα ειναι κατω στη γη η οσα ειναι μεσα στα νερα κατω απο τη γη· μη τα προσκυνησεισ ουτε να τα λατρευσεισ· επειδη, εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ειμαι θεοσ ζηλοτυποσ, που ανταποδιδω τισ αμαρτιεσ των πατερων επανω στα παιδια, μεχρι τριτη και τεταρτη γενεα, εκεινων που με μισουν· και κανω ελεοσ σε χιλιαδεσ γενεων, εκεινων που με αγαπουν, και τηρουν τα προσταγματα μου. μη παρεισ το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου ματαια· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα αθωωσει εκεινον που παιρνει το ονομα του ματαια. να τηρεισ την ημερα του σαββατου, για να την αγιαζεισ· οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε προσταξε· εξι ημερεσ να εργαζεσαι, και να κανεισ ολα τα εργα σου· η εβδομη ημερα, ομωσ, ειναι σαββατο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου· μη κανεισ κατα την ημερααυτη κανενα εργο, ουτε εσυ ουτε ο γιοσ σου ουτε η θυγατερα σου ουτε ο δουλοσ σου ουτε η δουλη σου ουτε το βοδι σου ουτε το γαιδουρι σου ουτε κανενα απο τα κτηνη σου ουτε ο ξενοσ σου, που ειναι μεσα στισ πυλεσ σου· για να αναπαυθει ο δουλοσ σου, και η δουλη σου, καθωσ εσυ. και να θυμασαι, οτι ησουν δουλοσ στη γη τησ αιγυπτου· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε εβγαλε απο εκει με κραταιο χερι και με απλωμενον βραχιονα· γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε προσταξε να τηρεισ την ημερα του σαββατου. τιμα τον πατερα σου και τη μητερα σου, καθωσ σε προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου· για να γινεισ μακροχρονιοσ, και για να ευημερεισ επανω στη γη, την οποια σου δινει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου. μη φονευσεισ. και μη μοιχευσεισ. και μη κλεψεισ. και μη ψευδομαρτυρησεισ εναντια στον πλησιον σου αναληθη μαρτυρια. και μη επιθυμησεισ τη γυναικα του πλησιον σου· ουτε να επιθυμησεισ το σπιτι του πλησιον σου ουτε το χωραφι του ουτε τον δουλο του ουτε τη δουλη του ουτε το βοδι του ουτε το γαιδουρι του ουτε καθε τι που ειναι του πλησιον σου. αυτα τα λογια μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε ολοκληρη τη συναγωγη σασ στο βουνο, απο το μεσον τησ φωτιασ, του συννεφου και του πυκνου σκοταδιου, με δυνατη φωνη· και δεν προσθεσε τιποτε αλλο· και τα εγραψε επανω σε δυο πετρινεσ πλακεσ, και τισ παρεδωσε σε μενα. και αφου ακουσατε τη φωνη μεσα απο το σκοταδι, (και το βουνο καιγοταν με φωτια), τοτε ηρθατε σε μενα, ολοι οι αρχηγοι των φυλων σασ, και οι πρεσβυτεροι σασ, και λεγατε: δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ εδειξε σε μασ τη δοξα του, και τη μεγαλοσυνη του, και ακουσαμε τη φωνη του, απο το μεσον τησ φωτιασ· αυτη την ημερα ειδαμε οτι ο θεοσ μιλαει με τον ανθρωπο, και ο ανθρωποσ ζει· τωρα, λοιπον, γιατι να πεθανουμε; επειδη, αυτη η μεγαλη φωτια θα μασ καταφαει· αν εμεισ ακουσουμε ακομα τη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ, θα πεθανουμε· επειδη, ποιοσ απο ολουσ τουσ θνητουσ ειναι που ακουσε τη φωνη του ζωντανου θεου να μιλαει απο το μεσον τησ φωτιασ, οπωσ εμεισ, και εζησε; πλησιασε εσυ, και ακουσε ολα οσα θα πει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ· κι εσυ, επειτα, πεσ μασ οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ θα πει σε σενα· κι εμεισ θα τα ακουσουμε και θα τα κανουμε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ακουσε τη φωνη των λογων σασ, οταν μιλουσατε σε μενα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: ακουσα τη φωνη των λογων αυτου του λαου, που μιλησαν σε σενα· καλωσ ειπαν ολα οσα μιλησαν. ειθε να ηταν σ' αυτουσ τετοια καρδια, ωστε να με φοβουνται, και να τηρουν παντοτε ολα τα προσταγματα μου, για να ευημερουν αιωνια, αυτοι και τα παιδια τουσ. πηγαινε, πεσ τουσ: επιστρεψτε στισ σκηνεσ σασ. κι εσυ στασου αυτου, μαζι μου, και θα σου πω ολεσ τισ εντολεσ, και τα διαταγματα, και τισ κρισεισ, που θα τουσ διδαξεισ, για να τισ κανουν στη γη που εγω τουσ δινω για κληρονομια. θα προσεχετε, λοιπον, να κανετε, οπωσ σασ προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ· δεν θα ξεκλινετε δεξια η αριστερα. θα περπατατε σε ολουσ τουσ δρομουσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ προσταξε σε σασ· για να ζειτε, και να ευημερειτε, και να μακροημερευετε, στη γη που θα κληρονομησετε.

6

κι αυτεσ ειναι οι εντολεσ, τα διαταγματα, και οι κρισεισ, οσεσ προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, να σασ διδαξω, για να τισ κανετε, στη γη στην οποια μπαινετε για να την κληρονομησετε· για να φοβασαι τον κυριο τον θεο σου, ωστε να τηρεισ ολα τα διαταγματα του, και τισ εντολεσ του, που εγω σε προσταζω, εσυ και ο γιοσ σου, και ο γιοσ του γιου σου, ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ σου· και για να μακροημερευσεισ. ακουσε, λοιπον, ισραηλ, και προσεχε να τα κανεισ αυτα, για να ευημερεισ, και για να πληθυνετε υπερβολικα, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των πατερων σου υποσχεθηκε σε σενα, στη γη που ρεει γαλα και μελι. ακου, ισραηλ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ ειναι ενασ κυριοσ. και θα αγαπασ τον κυριο τον θεο σου με ολοκληρη την καρδια σου, και με ολοκληρη την ψυχη σου, και με ολοκληρη τη δυναμη σου. κι αυτα τα λογια, που εγω σημερα σε προσταζω, θα ειναι στην καρδια σου· και θα τα διδασκεισ με επιμελεια στα παιδια σου, και θα μιλασ γι' αυτα οταν καθεσαι στο σπιτι σου, οταν περπατασ στον δρομο, και οταν πλαγιαζεισ, και οταν σηκωνεσαι. θα τα δεσεισ για σημειο επανω στο χερι σου, και θα ειναι ωσ προμετωπιδια αναμεσα στα ματια σου. και θα τα γραψεισ επανω στουσ παραστατεσ του σπιτιου σου, κι επανω στισ πυλεσ σου. και οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε φερει στη γη που ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου, στον αβραhαμ, στον ισαακ, και στον ιακωβ, για να σου δωσει μεγαλεσ και καλεσ πολεισ, που δεν εκτισεσ, και σπιτια γεματα απο ολα τα αγαθα, που δεν γεμισεσ, και πηγαδια ανοιγμενα, που δεν ανοιξεσ, αμπελωνεσ και ελαιωνεσ, που δεν φυτεψεσ· αφου φασ και χορτασεισ, προσεχε στον εαυτο σου, μηπωσ και λησμονησεισ τον κυριο, που σε εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου, απο οικο δουλειασ. τον κυριο τον θεο σου θα φοβασαι, κι αυτον θα λατρευεισ, και στο ονομα του θα ορκιζεσαι. δεν θα πατε πισω απο αλλουσ θεουσ, απο τουσ θεουσ των εθνων, που σασ περικυκλωνουν, (επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ειναι αναμεσα σου θεοσ ζηλοτυποσ), για να μη εξαφθει ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου εναντιον σου, και σε εξολοθρευσει απο το προσωπο τησ γησ. δεν θα πειραξετε τον κυριο τον θεο σασ, οπωσ τον πειραξατε στη μασσα. θα τηρειτε τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ με επιμελεια, και τα μαρτυρια του, και τα διαταγματα του, που προσταξε σε σενα. και θα κανεισ το ευθυ και το αγαθο μπροστα στον κυριο· για να ευημερεισ, και για να μπεισ μεσα, και να κληρονομησεισ την αγαθη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου· για να εκδιωξει ολουσ τουσ εχθρουσ σου απο μπροστα σου, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε. οταν αργοτερα ο γιοσ σου θα σε ρωτησει, λεγοντασ: τι σημαινουν τα μαρτυρια, και τα διαταγματα, και οι κρισεισ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ προσταξε σε σασ; τοτε, θα πεισ στον γιο σου: ημασταν δουλοι του φαραω στην αιγυπτο, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ εβγαλε απο την αιγυπτο με δυνατο χερι· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδειξε σημεια και τερατα, μεγαλα και δεινα, εναντια στην αιγυπτο, εναντια στον φαραω, και εναντια στο παλατι του, μπροστα στα ματια μασ· και μασ εβγαλε απο εκει, για να μασ φερει μεσα, και να μασ δωσει τη γη, που ορκιστηκε στουσ πατερεσ μασ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ προσταξε να τηρουμε ολα αυτα τα διαταγματα, να φοβομαστε τον κυριο τον θεο μασ, για να ευημερουμε παντοτε, για να μασ διατηρει ζωντανουσ, οπωσ τη σημερινη ημερα· και θα ειναι σε μασ δικαιοσυνη, αν προσεχουμε να εκτελουμε ολεσ αυτεσ τισ εντολεσ μπροστα στον κυριο τον θεο μασ, καθωσ μασ προσταξε.

7

οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε φερει στη γη, στην οποια πηγαινεισ για να την κληρονομησεισ, και εκδιωξει απο μπροστα σου πολλα εθνη, τουσ χετταιουσ, και τουσ γεργεσαιουσ, και τουσ αμορραιουσ, και τουσ χαναναιουσ, και τουσ φερεζαιουσ, και τουσ ευαιουσ, και τουσ ιεβουσαιουσ, επτα εθνη μεγαλυτερα και δυνατοτερα απο σενα· και οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου τουσ παραδωσει μπροστα σου, θα τουσ παταξεισ· θα τουσ εξολοθρευσεισ κατα κρατοσ· δεν θα κανεισ συνθηκη μαζι τουσ ουτε θα δειξεισ σ' αυτουσ ελεοσ· ουτε θα συμπεθερεψεισ μαζι τουσ· τη θυγατερα σου δεν θα δωσεισ στον γιο του ουτε τη θυγατερα του θα παρεισ στον γιο σου· επειδη, θα αποπλανησουν τουσ γιουσ σου απο μενα, και θα λατρευουν αλλουσ θεουσ· και η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εξαφθει εναντιον σασ, κι αμεσωσ θα σε εξολοθρευσει. αλλα, ετσι θα κανετε σ' αυτουσ· τουσ βωμουσ τουσ θα τουσ καταστρεψετε, και τα αγαλματα τουσ θα τα συντριψετε, και τα αλση τουσ θα τα κατακοψετε, και τα γλυπτα τουσ θα τα καψετε με φωτια· επειδη, εσυ εισαι αγιοσ λαοσ στον κυριο τον θεο σου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε εκλεξε για να εισαι σ' αυτον εκλεκτοσ λαοσ, απο ολουσ τουσ λαουσ, που ειναι επανω στο προσωπο τησ γησ. δεν σασ προτιμησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ουτε σασ διαλεξε, επειδη ειστε πολυπληθεστεροι απο ολα τα εθνη· δεδομενου οτι, εσεισ ειστε οι πιο λιγοι σε αριθμο απο ολα τα εθνη· αλλ' επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ αγαπησε και για να φυλαξει τον ορκο που ορκιστηκε στουσ πατερεσ σασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ εβγαλε με χερι δυνατο, και σασ λυτρωσε απο τον οικο τησ δουλειασ, απο το χερι του φαραω, του βασιλια τησ αιγυπτου. γνωρισε, λοιπον, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, αυτοσ ειναι ο θεοσ, ο πιστοσ θεοσ, που φυλαττει τη διαθηκη και το ελεοσ σ' εκεινουσ που τον αγαπουν και τηρουν τισ εντολεσ του, σε 1.000 γενεεσ· και που ανταποδιδει εναντια στο προσωπο τουσ σ' εκεινουσ που τον μισουν, για να τουσ εξολοθρευσει· δεν θα βραδυνει σ' εκεινον που τον μισει· θα κανει σ' αυτον ανταποδοση εναντια στο προσωπο του. να τηρεισ, λοιπον, τισ εντολεσ, και τα διαταγματα, και τισ κρισεισ, που εγω σημερα σε προσταζω για να τισ εκτελεισ. και αν ακουτε τισ κρισεισ αυτεσ, και τισ τηρειτε και τισ εκτελειτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα φυλαξει σε σενα τη διαθηκη και το ελεοσ, που ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου· και θα σε αγαπησει, και θα σε ευλογησει, και θα σε πληθυνει και θα ευλογησει τον καρπο τησ κοιλιασ σου, και τον καρπο τησ γησ σου, το σιταρι σου, και το κρασι σου, και το λαδι σου, τισ αγελεσ των βοδιων σου, και τα κοπαδια των προβατων σου, στη γη που ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου να δωσει σε σενα. θα εισαι ευλογημενοσ περισσοτερο απο ολα τα εθνη· αγονη η στειρα δεν θα υπαρχει σε σενα η στα κτηνη σου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα αφαιρεσει απο σενα καθε ασθενεια, και δεν θα βαλει επανω σου καμια απο τισ κακεσ νοσουσ τησ αιγυπτου, που γνωριζεισ· αλλα, θα τισ βαλει επανω σε ολουσ εκεινουσ που σε μισουν. και θα εξολοθρευσεισ ολα τα εθνη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα παραδωσει σε σενα· το ματι σου δεν θα σπλαχνιστει γι' αυτουσ· ουτε θα λατρευσεισ τουσ θεουσ τουσ· επειδη, αυτο θα γινει σε σενα παγιδα. αν, ομωσ, πεισ στην καρδια σου, τα εθνη αυτα ειναι περισσοτερο πολυαριθμα απο μενα· πωσ μπορω να τα διωξω; μη τουσ φοβηθεισ· να θυμασαι καλα τι εκανε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου στον φαραω, και σε ολοκληρη την αιγυπτο· τουσ μεγαλουσ πειρασμουσ που ειδαν τα ματια σου, και τα σημεια, και τα τερατα, και το δυνατο χερι, και τον απλωμενο βραχιονα, με τα οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε εβγαλε· ετσι θα κανει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε ολα τα εθνη που εσυ φοβασαι. κι ακομα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα στειλει σ' αυτουσ τισ σφηκεσ, μεχρισ οτου εξολοθρευτουν, οσοι εναπολειφθηκαν και κρυβονταν απο το προσωπο σου. δεν θα τρομαξεισ απο το προσωπο τουσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ειναι αναμεσα σου, θεοσ μεγαλοσ και φοβεροσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα εξαλειψει εκεινα τα εθνη απο μπροστα σου λιγο λιγο· δεν μπορεισ να τουσ αφανισεισ αμεσωσ, για να μη πληθυνουν εναντιον σου τα θηρια του χωραφιου. αλλ' φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα τουσ παραδωσει μπροστα σου, και θα τουσ φθειρει με μεγαλη φθορα, μεχρισ οτου εξολοθρευτουν. και θα παραδωσει στο χερι σου τουσ βασιλιαδεσ τουσ, και θα εξαλειψεισ το ονομα τουσ κατω απο τον ουρανο· κανενασ δεν θα μπορεσει να σταθει μπροστα σου, μεχρισ οτου τουσ εξολοθρευσεισ. τα γλυπτα των θεων τουσ θα τα καψετε με φωτια· δεν θα επιθυμησεισ το ασημι τουσ η το χρυσαφι που ειναι επανω τουσ, ουτε θα το παρεισ για τον εαυτο σου· για να μη παγιδευτεισ σ' αυτο· επειδη, ειναι βδελυγμα στον κυριο τον θεο σου. και δεν θα φερεισ βδελυγμα στο σπιτι σου, για να μη γινεισ αναθεμα, οπωσ αυτο· θα το αποστραφεισ ολοκληρωτικα, και θα το βδελυχθεισ ολοκληρωτικα· επειδη, ειναι αναθεμα.

8

ολεσ τισ εντολεσ, τισ οποιεσ εγω σημερα σε προσταζω, θα προσεχετε να τισ εκτελειτε, για να ζειτε και να πληθυνετε, και για να μπειτε μεσα και να κληρονομησετε τη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στουσ πατερεσ σασ. και θα θυμασαι ολοκληρο τον δρομο, στον οποιο σε οδηγησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου τα 40 αυτα χρονια στην ερημο, για να σε ταπεινωσει, να σε δοκιμασει, για να γνωρισει τα οσα ειναι στην καρδια σου, αν θα φυλαξεισ τισ εντολεσ του, η οχι. και σε ταπεινωσε, και σε εκανε να πεινασεισ, και σε εθρεψε με μαννα, (που δεν γνωριζεσ ουτε οι πατερεσ σου γνωριζαν), για να σε κανει να μαθεισ οτι ο ανθρωποσ δεν ζει μοναχα με ψωμι, αλλ' ο ανθρωποσ ζει με καθε λογο που βγαινει απο το στομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τα ιματια σου δεν παλιωσαν επανω σου, ουτε το ποδι σου πρηστηκε, τα 40 αυτα χρονια. θα γνωρισεισ, λοιπον, στην καρδια σου, οτι καθωσ ο ανθρωποσ διαπαιδαγωγει τον γιο του, ετσι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε διαπαιδαγωγησε. γι' αυτο, θα τηρεισ τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, για να περπατασ στουσ δρομουσ του, και να τον φοβασαι. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε φερνει σε αγαθη γη, γη με ποταμια νερων, με πηγεσ και αβυσσουσ, που αναβλυζουν απο κοιλαδεσ και βουνα· γη σιταριου, και κριθαριου, και αμπελων και συκιων, και ροδιων· γη με ελιεσ και μελι· γη, επανω στην οποια θα τρωσ ψωμι χωρισ ελλειψη, τιποτε δεν θα στερεισαι σ' αυτη τη γη, τησ οποιασ οι πετρεσ ειναι σιδερο, και απο τα βουνα τησ θα βγαζεισ χαλκο. και θα φασ, και θα χορτασεισ, και θα ευλογησεισ τον κυριο τον θεο σου επανω στην αγαθη γη, που σου εδωσε. προσεχε στον εαυτο σου, μηπωσ λησμονησεισ τον κυριο τον θεο σου, αθετωντασ τισ εντολεσ του, και τισ κρισεισ του, και τα διαταγματα του, που εγω σε προσταζω σημερα· μηπωσ, αφου φασ και χορτασεισ, και οικοδομησεισ καλα σπιτια, και κατοικησεισ, και τα βοδια σου και τα προβατα σου αυξηθουν, και το ασημι σου και το χρυσαφι σου πολλαπλασιαστει, και ολα οσα εχεισ αυξηθουν, μηπωσ η καρδια σου τοτε υψωθει και λησμονησεισ τον κυριο τον θεο σου, που σε εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου, απο οικο δουλειασ· ο οποιοσ σε οδηγησε μεσα απο τη μεγαλη και τρομερη αυτη ερημο, οπου υπηρχαν φλογερα φιδια, και σκορπιοι, και ξηρασια, οπου δεν υπηρχε νερο· ο οποιοσ ανεβλυσε σε σενα νερο απο τη σκληρη πετρα· ο οποιοσ σε εθρεψε στην ερημο με το μαννα, που δεν γνωριζαν οι πατερεσ σου, για να σε ταπεινωσει, και για να σε δοκιμασει, για να σε αγαθοποιησει στα εσχατα σου· και πεισ στην καρδια σου: η δυναμη μου, και η ισχυσ του χεριου μου, απεκτησαν σε μενα αυτον τον πλουτο. αλλα, θα θυμασαι τον κυριο τον θεο σου· επειδη, αυτοσ ειναι που σου δινει δυναμη να αποκτασ πλουτη, για να στερεωσει τη διαθηκη του, που ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου, οπωσ ειναι τη σημερινη ημερα. αν, ομωσ, λησμονησεισ τον κυριο τον θεο σου, και πασ πισω απο αλλουσ θεουσ, και τουσ λατρευσεισ, και τουσ προσκυνησεισ, διαμαρτυρομαι σημερα σε σασ, οτι οπωσδηποτε θα αφανιστειτε· οπωσ τα εθνη που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξολοθρευει απο μπροστα σασ, ετσι θα αφανιστειτε· επειδη, δεν υπακουσατε στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ.

9

ακου, ισραηλ: εσυ διαβαινεισ σημερα τον ιορδανη, για να μπεισ μεσα να κληρονομησεισ εθνη μεγαλυτερα και ισχυροτερα απο σενα, πολεισ μεγαλεσ και περιτειχισμενεσ μεχρι τον ουρανο, λαο μεγαλον και ψηλον στο αναστημα, τουσ γιουσ των ανακειμ, που γνωριζεισ, και ακουσεσ: ποιοσ μπορει να σταθει μπροστα στουσ γιουσ του ανακ; γνωρισε, λοιπον, σημερα, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ειναι εκεινοσ που προπορευεται μπροστα σου· ειναι φωτια που κατατρωει, αυτοσ θα τουσ εξολοθρευσει, κι αυτοσ θα τουσ καταστρεψει απο μπροστα σου· και θα τουσ διωξεισ, και γρηγορα θα τουσ εξολοθρευσεισ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου ειπε. αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου τουσ διωξει απο μπροστα σου, μη πεισ στην καρδια σου, λεγοντασ: εξαιτιασ τησ δικαιοσυνησ μου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με εφερε να κληρονομησω αυτη τη γη· αλλ' εξαιτιασ τησ ασεβειασ αυτων των εθνων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τα διωχνει απο μπροστα σου. οχι εξαιτιασ τησ δικαιοσυνησ σου, ουτε εξαιτιασ τησ ευθυτητασ τησ καρδιασ σου, μπαινεισ μεσα να κληρονομησεισ τη γη τουσ· αλλ' εξαιτιασ τησ ασεβειασ αυτων των εθνων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου τα διωχνει απο μπροστα σου, για να στερεωσει τον λογο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου, στον αβραhαμ, στον ισαακ, και στον ιακωβ. γνωρισε, λοιπον, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δεν σου δινει τη γη αυτη την αγαθη να την κληρονομησεισ εξαιτιασ τησ δικαιοσυνησ σου· επειδη, εισαι λαοσ σκληροτραχηλοσ. να θυμασαι, μη λησμονησεισ ποσο παροργισεσ τον κυριο τον θεο σου στην ερημο· απο την ημερα που βγηκατε απο τη γη τησ αιγυπτου, μεχρισ οτου φτασατε σε τουτο τον τοπο, παντοτε στασιασατε εναντια στον κυριο. και στο χωρηβ παροργισατε τον κυριο, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θυμωσε εναντιον σασ για να σασ εξολοθρευσει, οταν ανεβηκα στο βουνο για να παρω τισ πετρινεσ πλακεσ, τισ πλακεσ τησ διαθηκησ, την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε σε σασ. τοτε εμεινα στο βουνο 40 ημερεσ και 40 νυχτεσ· ψωμι δεν εφαγα και νερο δεν ηπια· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου εδωσε τισ δυο πετρινεσ πλακεσ, γραμμενεσ με το δαχτυλο του θεου· και επανω σ' αυτεσ ησαν γραμμενα ολα τα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε σε σασ επανω στο βουνο απο το μεσον τησ φωτιασ, την ημερα τησ συναξησ. και στο τελοσ των 40 ημερων και 40 νυχτων, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου εδωσε τισ δυο πετρινεσ πλακεσ, τισ πλακεσ τησ διαθηκησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: σηκω, κατεβα γρηγορα απο εδω· επειδη, ο λαοσ σου, που εβγαλεσ απο την αιγυπτο, ανομησε· παρεξεκλιναν γρηγορα απο τον δρομο, που τουσ προσταξα· εκαναν για τον εαυτο τουσ χυτο ειδωλο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε, ακομα, τα εξησ: ειδα αυτον τον λαο, και δεσ, ειναι λαοσ σκληροτραχηλοσ· αφησε με, να τουσ εξολοθρευσω, και να εξαλειψω το ονομα τουσ κατω απο τον ουρανο· και θα σε κανω ενα εθνοσ δυνατοτερο και μεγαλυτερο απ' αυτουσ. και επεστρεψα, και κατεβηκα απο το βουνο, (και το βουνο καιγοταν με φωτια), και οι δυο πλακεσ τησ διαθηκησ ησαν στα δυο μου χερια· και ειδα, και να, ειχατε αμαρτησει εναντια στον κυριο τον θεο σασ, κανοντασ για τον εαυτο σασ χυτο μοσχαρι· ειχατε παρεκκλινει γρηγορα απο τον δρομο, που σασ προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και πιανοντασ τισ δυο πλακεσ, τισ ερριξα απο τα δυο μου χερια, και τισ συντριψα μπροστα στα ματια σασ· και επεσα μπροστα στον κυριο, οπωσ και προηγουμενα, 40 ημερεσ και 40 νυχτεσ· ψωμι δεν εφαγα, και νερο δεν ηπια, εξαιτιασ ολων των αμαρτιων σασ που αμαρτησατε, πραττοντασ πονηρα μπροστα στον κυριο, ωστε να τον παροργισετε· επειδη, φοβηθηκα πολυ εξαιτιασ του θυμου και τησ οργησ, με την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν θυμωμενοσ εναντιον σασ για να σασ εξολοθρευσει. αλλ' φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με εισακουσε κι αυτη τη φορα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν υπερβολικα θυμωμενοσ εναντια στον ααρων, για να τον εξολοθρευσει· και δεηθηκα και για τον ααρων εκεινο τον καιρο. και πηρα την αμαρτια σασ, το μοσχαρι που κανατε, και το κατεκαψα σε φωτια, και το συντριψα, και το καταλεπτυνα μεχρισ οτου εγινε λεπτο σαν σκονη· και ερριξα τη σκονη του στον χειμαρρο, που κατεβαινε απο το βουνο. και στην ταβερα, και στη μασσα, και στην κιβρωθ-αττααβα, παροργισατε τον κυριο. και οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ εστειλε απο την καδησ-βαρνη, λεγοντασ: ανεβειτε και κληρονομηστε τη γη, που σασ εδωσα, τοτε εσεισ στασιασατε εναντια στην προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ, και δεν πιστεψατε σ' αυτον ουτε εισακουσατε τη φωνη του. παντοτε στασιασατε εναντια στον κυριο, απο την ημερα που σασ γνωρισα. και επεσα μπροστα στον κυριο 40 ημερεσ και 40 νυχτεσ, οπωσ ειχα προσπεσει και πριν· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε να σασ εξολοθρευσει. και δεηθηκα στον κυριο, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε, μη εξολοθρευσεισ τον λαο σου, και την κληρονομια σου, που λυτρωσεσ με τη μεγαλοσυνη σου, που τον εβγαλεσ απο την αιγυπτο με κραταιο χερι· θυμησου τουσ δουλουσ σου, τον αβραhαμ, τον ισαακ, και τον ιακωβ· μη επιβλεψεισ στη σκληροτητα του λαου αυτου ουτε στισ ασεβειεσ τουσ ουτε στισ αμαρτιεσ τουσ· μηπωσ οι κατοικοι τησ γησ, απο την οποια μασ εβγαλεσ, πουν: επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν μπορουσε να τουσ βαλει μεσα στη γη που τουσ υποσχεθηκε, και επειδη τουσ μισουσε, τουσ εβγαλε για να τουσ φονευσει στην ερημο· αλλ' αυτοι ειναι λαοσ σου, και κληρονομια σου, που τουσ εβγαλεσ με τη μεγαλη σου δυναμη, και με τον απλωμενο βραχιονα σου.

10

κατα τον καιρο εκεινο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: κοψε για τον εαυτο σου δυο πετρινεσ πλακεσ, οπωσ τισ πρωτεσ, και ανεβα σε μενα στο βουνο, και κανε για τον εαυτο σου μια ξυλινη κιβωτο. κι εγω θα γραψω επανω στισ πλακεσ τα λογια που ησαν στισ πρωτεσ πλακεσ, που συντριψεσ, και θα τισ εναποθεσεισ στην κιβωτο. και εκανα μια κιβωτο απο ξυλο σιττιμ, και εκοψα δυο πετρινεσ πλακεσ, οπωσ τισ πρωτεσ, και ανεβηκα στο βουνο, εχοντασ τισ δυο πλακεσ στα χερια μου. και εγραψε επανω στισ πλακεσ, συμφωνα με την πρωτη γραφη, τισ δεκα εντολεσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε σε σασ στο βουνο, απο μεσα απο τη φωτια, την ημερα τησ συναξησ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου τισ εδωσε. και επιστρεφοντασ κατεβηκα απο το βουνο, και εναπεθεσα τισ πλακεσ στην κιβωτο, που ειχα κανει· και ειναι εκει, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με προσταξε. και οι γιοι ισραηλ σηκωθηκαν απο τη βηρωθ-βενε-ιακαν προσ τη μοσερα. εκει πεθανε ο ααρων, και εκει θαφτ ηκε· και ιερατευσε ο ελεαζαρ, ο γιοσ του, στη θεση του. απο εκει σηκωθηκαν προσ τη γαδγαδ, και απο τη γαδγαδ προσ την ιοτβαθα, γη με ποταμια νερων. κατα τον καιρο εκεινο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ξεχωρισε τη φυλη του λευι, για να βασταζει την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, να παραστεκεται μπροστα στον κυριο, για να τον υπηρετει, και να ευλογει στο ονομα του, μεχρι τουτη την ημερα. γι' αυτο, οι λευιτεσ δεν εχουν μεριδιο η κληρονομια αναμεσα στα αδελφια τουσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η κληρονομια τουσ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου τουσ υποσχεθηκε. κι εγω σταθηκα επανω στο βουνο, οπωσ και πριν, 40 ημερεσ και 40 νυχτεσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με εισακουσε κι αυτη τη φορα, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θελησε να σε εξολοθρευσει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: σηκω, να προπορευεσαι του λαου, για να μπουν και να κληρονομησουν τη γη, που ορκιστηκα στουσ πατερεσ τουσ να δωσω σ' αυτουσ. και τωρα, ισραηλ, τι ζηταει απο σενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, παρα να φοβασαι τον κυριο τον θεο σου, να περπατασ σε ολουσ τουσ δρομουσ του, και να τον αγαπασ, και να λατρευεισ τον κυριο τον θεο σου με ολοκληρη την καρδια σου, και με ολοκληρη την ψυχη σου, να τηρεισ τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τα διαταγματα του, που εγω σημερα σε προσταζω για το καλο σου; δεσ, ο ουρανοσ, και ο ουρανοσ των ουρανων ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου· η γη, και ολα οσα ειναι σ' αυτη. και ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προτιμησε τουσ πατερεσ σου, να τουσ αγαπαει, και εκλεξε το σπερμα τουσ μετα απ' αυτουσ, εσασ απο ολουσ τουσ λαουσ, καθωσ συμβαινει τη σημερινη ημερα. καντε, λοιπον, περιτομη στην ακροβυστια τησ καρδιασ σασ, και μη σκληρυνετε πλεον τον τραχηλο σασ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ ειναι ο θεοσ των θεων, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των κυριων, θεοσ μεγαλοσ, ισχυροσ και φοβεροσ, που δεν αποβλεπει σε προσωπο ουτε παιρνει δωρο· που εκτελει κριση στον ορφανο και στη χηρα, και αγαπαει τον ξενο, που δινει σ' αυτον τροφη και ενδυματα. αγαπατε, λοιπον, τον ξενο· επειδη, κι εσεισ σταθηκατε ξενοι στη γη τησ αιγυπτου. θα φοβασαι τον κυριο τον θεο σου· αυτον θα λατρευεισ, και σ' αυτον θα εισαι προσηλωμενοσ, και στο ονομα του θα ορκιζεσαι. αυτοσ ειναι το καυχημα σου, κι αυτοσ ειναι ο θεοσ σου, που εκανε για σενα αυτα τα μεγαλα και τρομερα, που ειδαν τα ματια σου. με 70 ψυχεσ κατεβηκαν οι πατερεσ σου στην αιγυπτο, και τωρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε κατεστησε οπωσ τα αστερια του ουρανου σε πληθοσ.

11

αγαπα, λοιπον, τον κυριο τον θεο σου, και να τηρεισ τισ παραγγελιεσ του, και τα διαταγματα του, και τισ κρισεισ του, και τισ εντολεσ του, ολεσ τισ ημερεσ. και γνωριστε σημερα· επειδη, δεν απευθυνομαι στα παιδια σασ, (που δεν γνωρισαν, και που δεν ειδαν την παιδεια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ, τα μεγαλεια του, το δυνατο του χερι, και τον απλωμενο του βραχιονα, και τα σημεια του, και τα εργα του, οσα εκανε μεσα στην αιγυπτο, εναντια στον φαραω, τον βασιλια τησ αιγυπτου, και εναντια σε ολοκληρη τη γη του, και οσα εκανε στο στρατευμα των αιγυπτιων, στα αλογα τουσ, και στισ αμαξεσ τουσ, με ποιον τροπο εκανε τα νερα τησ ερυθρασ θαλασσασ να τουσ καταποντισουν, οταν σασ καταδιωκαν απο πισω, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ εξολοθρευσε μεχρι τη σημερινη ημερα, και τι εκανε σε σασ στην ερημο, μεχρισ οτου ερθετε σε τουτο τον τοπο, και τι εκανε στον δαθαν και στον αβειρων, τουσ γιουσ του ελιαβ, γιου του ρουβην, πωσ ανοιξε η γη το στομα τησ, και τουσ καταπιε, και τισ οικογενειεσ τουσ, και τισ σκηνεσ τουσ, και ολοκληρη την περιουσια τουσ, αναμεσα σε ολοκληρο τον ισραηλ·) αλλα, τα ματια σασ ειδαν ολα τα εργα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τα μεγαλα, οσα εκανε. γι' αυτο, θα τηρειτε ολεσ τισ εντολεσ, που εγω προσταζω σε σενα σημερα· για να κραταιωθειτε, και να μπειτε μεσα, και να κληρονομησετε τη γη, στην οποια πηγαινετε για να την κληρονομησετε· και για να μακροημερευσετε επανω στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στουσ πατερεσ σασ να δωσει σ' αυτουσ, και στο σπερμα τουσ, μια γη που ρεει γαλα και μελι. επειδη, η γη, στην οποια μπαινεισ μεσα για να την κληρονομησεισ, δεν ειναι οπωσ η γη τησ αιγυπτου απ' οπου βγηκατε, οπου εσπερνεσ τον σπορο σου, και την ποτιζεσ με το ποδι σου, σαν κηπο λαχανων· αλλα, η γη στην οποια διαβαινετε για να την κληρονομησετε, ειναι γη βουνων και κοιλαδων, πινει νερο απο τη βροχη του ουρανου· γη που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου την επιβλεπει παντοτε· τα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου ειναι επανω τησ, απο την αρχη του χρονου μεχρι το τελοσ του χρονου. και αν ακουσετε με επιμελεια τισ εντολεσ μου, που εγω σημερα σασ προσταζω, να αγαπατε τον κυριο τον θεο σασ, και να τον λατρευετε με ολοκληρη την καρδια σασ, και με ολοκληρη την ψυχη σασ, τοτε θα δωσω τη βροχη τησ γησ σασ στην εποχη τησ, την πρωιμη, και την οψιμη, για να μαζεψεισ το σιταρι σου, και το κρασι σου, και το λαδι σου· και θα δωσω χορταρι στα χωραφια σου για τα κτηνη σου, για να τρωσ και να χορταινεισ. προσεχετε τον εαυτο σασ, μηπωσ πλανηθει η καρδια σασ, και παραδρομησετε, και λατρευσετε αλλουσ θεουσ, και τουσ προσκυνησετε· και η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξαφθει εναντιον σασ, και κλεισει τον ουρανο, για να μη βρεξει, και η γη να μη δωσει τουσ καρπουσ τησ· και εξολοθρευτειτε αμεσωσ απο την αγαθη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ δινει. θα βαλετε, λοιπον, αυτα τα λογια μου, στην καρδια σασ και στην ψυχη σασ· και θα τα δεσετε για σημειο επανω στο χερι σασ, και θα ειναι ωσ προμετωπιδια αναμεσα στα ματια σασ· και θα τα διδασκετε στα παιδια σασ, μιλωντασ γι' αυτα, οταν καθεσαι στο σπιτι σου, και οταν περπατασ στον δρομο, και οταν πλαγιαζεισ, και οταν σηκωνεσαι· και θα τα γραψεισ επανω στουσ παραστατεσ του σπιτιου σου, κι επανω στισ πυλεσ σου· για να πολλαπλασιαστουν οι ημερεσ σασ, και οι ημερεσ των παιδιων σασ, επανω στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στουσ πατερεσ σασ να τουσ δωσει, οπωσ οι ημερεσ του ουρανου επανω στη γη. επειδη, αν τηρησετε με επιμελεια ολεσ αυτεσ τισ εντολεσ, που εγω σασ προσταζω, ωστε να τισ εκτελειτε, να αγαπατε τον κυριο τον θεο σασ, να περπατατε σε ολουσ τουσ δρομουσ του, και να ειστε προσκολλημενοι σ' αυτον, τοτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα διωξει ολα αυτα τα εθνη απο μπροστα σασ, και θα κληρονομησετε εθνη μεγαλυτερα και δυνατοτερα απο σασ. ολοκληροσ ο τοποσ, οπου πατησει το πελμα των ποδιων σασ, θα ειναι δικοσ σασ· απο την ερημο και τον λιβανο, απο τον ποταμο, τον ποταμο ευφρατη, και μεχρι τη θαλασσα, που ειναι προσ τη δυση, θα ειναι το οριο σασ. κανενασ δεν θα μπορεσει να σταθει μπροστα σασ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ θα βαλει τον φοβο σασ και τον τρομο σασ επανω στο προσωπο ολοκληρησ τησ γησ, την οποια θα πατησετε, οπωσ σασ ειπε. δεσ, εγω βαζω σημερα μπροστα σασ την ευλογια και την καταρα· την ευλογια, αν υπακουτε στισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ, που εγω σημερα σασ προσταζω, και την καταρα, αν δεν υπακουτε στισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ, αλλα παρεκκλινετε απο τον δρομο, που εγω σημερα σασ προσταζω, ωστε να ακολουθησετε αλλουσ θεουσ, που δεν γνωρισατε. και οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε βαλει στη γη, στην οποια πηγαινεισ για να την κληρονομησεισ, θα βαλεισ την ευλογια επανω στο βουνο γαριζιν, και την καταρα επανω στο βουνο εβαλ. δεν ειναι αυτα περα απο τον ιορδανη, προσ τον δρομο που ειναι προσ δυσμασ του ηλιου, στη γη των χαναναιων, που κατοικουν στην πεδιαδα, απεναντι στα γαλγαλα, κοντα στη βελανιδια μορεχ; επειδη, εσεισ διαβαινετε τον ιορδανη, για να μπειτε μεσα να κληρονομησετε τη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ δινει σε σασ, και θα την κληρονομησετε, και σ' αυτη θα κατοικησετε. και θα προσεχετε να εκτελειτε ολα τα διαταγματα και τισ κρισεισ, που εγω βαζω σημερα μπροστα σασ.

12

αυτα ειναι τα διαταγματα και οι κρισεισ, που θα προσεχετε να εκτελειτε, στη γη που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των πατερων σου δινει σε σενα για να την κληρονομησεισ, ολεσ τισ ημερεσ που ζειτε επανω στη γη. θα καταστρεψετε ολουσ τουσ τοπουσ, οπου τα εθνη, που θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσετε, λατρευαν τουσ θεουσ τουσ, επανω στα ψηλα βουνα, κι επανω στουσ λοφουσ, και κατω απο καθε πυκνο δεντρο. και θα κατεδαφισετε τουσ βωμουσ τουσ, και θα συντριψετε τισ στηλεσ τουσ, και θα κατακαψετε με φωτια τα αλση τουσ, και θα κατακοψετε τα ειδωλα των θεων τουσ, και θα εξαλειψετε τα ονοματα τουσ απο εκεινο τον τοπο. δεν θα κανετε ετσι στον κυριο τον θεο σασ· αλλα, στον τοπο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ εκλεξει απο ολεσ τισ φυλεσ σασ, για να βαλει εκει το ονομα του, στην κατοικια του θα τον ζητησετε, κι εκει θα ερθετε· και εκει θα φερετε τα ολοκαυτωματα σασ, και τισ θυσιεσ σασ, και τα δεκατα σασ, και τισ προσφορεσ των χεριων σασ, που υψωνονται, και τισ ευχεσ σασ, και τισ αυτοπροαιρετεσ προσφορεσ σασ, και τα πρωτοτοκα των βοδιων σασ και των προβατων σασ· και εκει θα τρωτε μπροστα στον κυριο τον θεο σασ, και θα ευφραινεστε, εσεισ και οι οικογενειεσ σασ, σε οσα επιβαλετε τα χερια σασ, σε ο,τι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε ευλογησε. δεν θα κανετε συμφωνα με ολα οσα εμεισ κανουμε σημερα εδω, καθε ενασ ο,τι φανει αρεστο στα ματια του. επειδη, δεν ηρθατε ακομα στην αναπαυση, και στην κληρονομια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ δινει σε σασ. αλλα, οταν διαβειτε τον ιορδανη, και κατοικησετε επανω στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ δινει σε σασ για να κληρονομησετε, και σασ δωσει αναπαυση απο ολουσ τουσ εχθρουσ σασ ολογυρα, ωστε και να κατοικησετε με ασφαλεια, τοτε στον τοπο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ εκλεξει για να κατοικησει εκει το ονομα του, εκει θα φερετε ολα οσα εγω σασ προσταζω· τα ολοκαυτωματα σασ, και τισ θυσιεσ σασ, τα δεκατα σασ, και τισ προσφορεσ των χεριων σασ, που υψωνονται, και ολεσ τισ εκλεκτεσ ευχεσ σασ, οσεσ ευχηθειτε στον κυριο· και θα ευφραινεστε μπροστα στον κυριο τον θεο σασ, εσεισ, και οι γιοι σασ, και οι θυγατερεσ σασ, και οι δουλοι σασ, και οι δουλεσ σασ, και ο λευιτησ, που ειναι μεσα στισ πυλεσ σασ· επειδη, αυτοσ δεν εχει μεριδα ουτε κληρονομια με σασ. προσεχε τον εαυτο σου, μηπωσ προσφερεισ το ολοκαυτωμα σου σε καθε τοπο που θα δεισ· αλλα, στον τοπο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκλεξει σε μια απο τισ φυλεσ σου, εκει θα προσφερεισ τα ολοκαυτωματα σου, κι εκει θα κανεισ ολα οσα εγω σε προσταζω. μπορεισ, ομωσ, να σφαζεισ και να τρωσ κρεασ μεσα σε ολεσ τισ πυλεσ σου, συμφωνα με καθε επιθυμια τησ ψυχησ σου, συμφωνα με την ευλογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, που σου εδωσε· ο ακαθαρτοσ και ο καθαροσ μπορει να τρωει απ' αυτο, οπωσ τη δορκαδα, και οπωσ το ελαφι. ομωσ, το αιμα δεν θα το τρωτε· θα το χυνετε σαν νερο επανω στη γη. δεν μπορεισ να τρωσ μεσα στισ πυλεσ σου το δεκατο του σιταριου σου η του κρασιου σου η του λαδιου σου η τα πρωτοτοκα των βοδιων σου η των προβατων σου ουτε καποια απο τισ ευχεσ σου, οσεσ ευχηθεισ, ουτε τισ αυτοπροαιρετεσ προσφορεσ σου η τισ προσφορεσ των χεριων σου, που υψωνονται. αλλα, πρεπει να τα τρωσ αυτα μπροστα στον κυριο τον θεο σου, στον τοπο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα εκλεξει, εσυ, και ο γιοσ σου, και η θυγατερα σου, και ο δουλοσ σου, και η δουλη σου, και ο λευιτησ, που ειναι μεσα στισ πυλεσ σου· και θα ευφραινεσαι μπροστα στον κυριο τον θεο σου, σε οσα βαλεισ επανω τουσ το χερι σου. προσεχε τον εαυτο σου, μηπωσ εγκαταλειψεισ τον λευιτη, οσον χρονο ζεισ επανω στη γη σου. οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου πλατυνει τα ορια σου, οπωσ υποσχεθηκε σε σενα, και πεισ, θα φαω κρεασ, (επειδη, η ψυχη σου επιθυμει να φαει κρεασ), μπορεισ να τρωσ κρεασ, συμφωνα με καθε επιθυμια τησ ψυχησ σου. αν ο τοποσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου εκλεξε για να βαλει εκει το ονομα του, απεχει πολυ απο σενα, τοτε θα σφαζεισ απο τα βοδια σου, και απο τα προβατα σου, που σου εδωσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οπωσ εγω σασ προσταξα, και θα τρωσ, μεσα στισ πυλεσ σου, συμφωνα με καθε επιθυμια τησ ψυχησ σου. οπωσ τρωγεται η δορκαδα και το ελαφι, ετσι θα τα τρωσ· ο ακαθαρτοσ και ο καθαροσ θα τρωνε απ' αυτα, εξισου. μονον να απεχεισ παρα πολυ απο το να φασ το αιμα· επειδη, το αιμα ειναι η ζωη· και δεν μπορεισ να φασ τη ζωη μαζι με το κρεασ. δεν θα το τρωσ· επανω στη γη θα το χυνεισ σαν νερο. δεν θα το τρωσ· για να ευημερεισ, εσυ και τα παιδια σου μετα απο σενα, οταν εκτελεισ το αρεστο μπροστα στον θεο. ομωσ, τα αφιερωματα σου, οσα κι αν εχεισ, και τισ ευχεσ σου, θα τα παρεισ, και θα πασ στον τοπο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκλεξει. και θα προσφερεισ τα ολοκαυτωματα σου, το κρεασ και το αιμα, επανω στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου· και το αιμα των θυσιων σου θα χυθει στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, το κρεασ ομωσ θα το φασ. προσεχε και ακου ολα τα λογια αυτα, που εγω σε προσταζω· για να ευημερεισ, εσυ, και τα παιδια σου μετα απο σενα, παντοτινα, οταν εκτελεισ το καλο και το αρεστο μπροστα στον κυριο τον θεο σου. οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου εξολοθρευσει τα εθνη απο μπροστα σου, οπου πηγαινεισ για να τα κληρονομησεισ, και τα κληρονομησεισ, και κατοικησεισ στη γη τουσ, προσεχε τον εαυτο σου, μηπωσ παγιδευτεισ και τουσ ακολουθησεισ, αφου εξολοθρευτουν απο μπροστα σου· και μηπωσ εξετασεισ για τουσ θεουσ τουσ, λεγοντασ: πωσ λατρευαν αυτα τα εθνη τουσ θεουσ τουσ; ετσι θα κανω κι εγω. δεν θα κανεισ ετσι στον κυριο τον θεο σου· επειδη, καθε βδελυγμα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μισει, εκαναν εκεινοι στουσ θεουσ τουσ· επειδη, και τουσ γιουσ τουσ και τισ θυγατερεσ τουσ καινε μεσα σε φωτια στουσ θεουσ τουσ. καθε τι που εγω σασ προσταζω, αυτο θα προσεχετε να κανετε· σ' αυτο δεν θα προσθεσεισ ουτε θα αφαιρεσεισ απ' αυτο.

13

αν εγερθει προφητησ αναμεσα σου η ενυπνιαστησ ονειρων, και σου δωσει ενα σημειο η τεραστιο, και αληθευσει το σημειο η το τεραστιο, για το οποιο μιλησε σε σενα, λεγοντασ: ασ παμε πισω απο αλλουσ θεουσ, που δεν γνωρισεσ, και ασ τουσ λατρευσουμε, δεν θα δωσεισ ακροαση στα λογια εκεινου του προφητη η εκεινου του ενυπνιαστη ονειρων· επειδη, σασ δοκιμαζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, για να γνωρισει αν αγαπατε τον κυριο τον θεο σασ, με ολη σασ την καρδια, και με ολη σασ την ψυχη. τον κυριο τον θεο σασ θα ακολουθειτε, κι αυτον θα φοβαστε, και τισ εντολεσ του θα τηρειτε, και στη φωνη του θα υπακουτε, κι αυτον θα λατρευετε, και σ' αυτον θα ειστε προσκολλημενοι. κι εκεινοσ ο προφητησ η εκεινοσ ο ενυπνιαστησ ονειρων, θα θανατωθει· επειδη, μιλησε για αποστασια εναντια στον κυριο τον θεο σασ, που σασ εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου, και σασ λυτρωσε απο οικο δουλειασ, για να σε αποπλανησει απο τον δρομο, στον οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε προσταξε να περπατασ· και θα εξαφανισεισ το κακο απο αναμεσα σου. αν ο αδελφοσ σου, ο γιοσ τησ μητερασ σου η ο γιοσ σου η η θυγατερα σου η η γυναικα του κορφου σου η ο φιλοσ σου, που ειναι οπωσ η ψυχη σου, σε παρακινησει κρυφα, λεγοντασ: ασ παμε, και ασ λατρευσουμε αλλουσ θεουσ, που δεν γνωρισεσ ουτε εσυ ουτε οι πατερεσ σου, (απο τουσ θεουσ των εθνων, που ειναι ολογυρα σασ, ειτε αυτων που ειναι κοντα σε σενα ειτε εκεινων που ειναι μακρια απο σενα, απο το ενα ακρο τησ γησ μεχρι το αλλο), δεν θα συγκατανευσεισ σ' αυτον ουτε θα στρεψεισ σ' αυτον την ακοη σου ουτε θα τον λυπηθει το ματι σου ουτε θα τον σπλαχνιστεισ ουτε θα τον κρυψεισ· αλλα θα τον θανατωσεισ, οπωσδηποτε· το χερι σου θα ειναι πρωτο επανω του για να τον θανατωσεισ, και επειτα το χερι ολοκληρου του λαου. και θα τον λιθοβολησεισ με πετρεσ, ωστε να πεθανει· επειδη, ζητησε να σε αποπλανησει απο τον κυριο τον θεο σου, που σε εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου, απο οικο δουλειασ. και οταν ολοκληροσ ο ισραηλ το ακουσει θα φοβηθει, και δεν θα κανει πλεον τετοιο κακο αναμεσα σου. αν, σε καποια απο τισ πολεισ σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα για να κατοικεισ εκει, ακουσεισ να λενε, οτι βγηκαν απο αναμεσα σου παρανομοι ανθρωποι, και πλανησαν τουσ κατοικουσ τησ πολησ τουσ, με λογια οπωσ: ασ παμε, και ασ λατρευσουμε αλλουσ θεουσ, που δεν γνωρισατε, τοτε, θα εξετασεισ, και θα ρωτησεισ, και θα ερευνησεισ με επιμελεια· και αν το πραγμα ειναι αληθινο και βεβαιο, οτι τετοιο βδελυγμα ελαβε χωρα αναμεσα σου, θα παταξεισ οπωσδηποτε τουσ κατοικουσ τησ πολησ εκεινησ με μαχαιρα, εξολοθρευοντασ την, και ολουσ τουσ ανθρωπουσ σ' αυτη, και τα κτηνη τησ, με μαχαιρα. και θα συγκεντρωσεισ ολα τα λαφυρα τησ στο μεσον τησ πλατειασ τησ, και θα καψεισ την πολη με φωτια, και ολα τα λαφυρα τησ, ολοκληρωτικα, στον κυριο τον θεο σου· και θα ειναι ερειπια, παντοτινα· δεν θα οικοδομηθει πλεον. και δεν θα κολληθει στο χερι σου τιποτα απο το αναθεμα· ωστε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να επιστρεψει απο την εξαψη του θυμου του, και να δειξει σε σενα ελεοσ, και να σε σπλαχνιστει, και να σε πολλαπλασιασει, οπωσ ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου, οταν υπακουσεισ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, ωστε να τηρεισ ολεσ τισ εντολεσ του, που εγω σημερα σε προσταζω, και να πραττεισ το αρεστο μπροστα στον κυριο τον θεο σου.

14

εσεισ ειστε γιοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ· δεν θα κανετε στο σωμα σασ εντομεσ ουτε θα κανετε φαλακρωμα αναμεσα στα ματια σασ, για χαρη νεκρου. επειδη, εισαι λαοσ αγιοσ στον κυριο τον θεο σου· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε εκλεξε για να εισαι σ' αυτον λαοσ εκλεκτοσ, περισσοτερο απο ολα τα εθνη που ειναι επανω στη γη. δεν θα τρωσ τιποτε το βδελυκτο. τουτα ειναι τα κτηνη, που θα τρωτε: το βοδι, το προβατο, και η κατσικα, το ελαφι, και η δορκαδα, και το βουβαλι, και ο αγριοτραγοσ, και ο πυγαργοσ, και το αγριο βοδι, και η καμηλοπαρδαλη. και καθε τετραποδο, που εχει διχηλο το ποδι του, και το νυχι του χωρισμενο σε δυο χηλεσ, και που αναμασαει, αναμεσα στα τετραποδα, αυτα θα τρωτε. τουτα, ομωσ, δεν θα τρωτε, απο εκεινα που αναμασουν η απο εκεινα που εχουν το νυχι τουσ διχηλο: την καμηλα, και τον λαγο, και τον δασυποδα· επειδη, αναμασουν μεν, ομωσ δεν εχουν χωρισμενο το νυχι· αυτα ειναι σε σασ ακαθαρτα· και το γουρουνι, επειδη εχει μεν το νυχι του διχηλο, ομωσ δεν αναμασαει· ειναι σε σασ ακαθαρτο· απο το κρεασ τουσ δεν θα τρωτε, ουτε θα αγγιζετε το ψοφιμι τουσ. απο ολα εκεινα που ειναι στα νερα, τουτα θα τρωτε: ολα, οσα εχουν πτερυγια, και λεπια, θα τα τρωτε· ολα, ομωσ, οσα δεν εχουν πτερυγια και λεπια, δεν θα τα τρωτε· ειναι σε σασ ακαθαρτα. καθε καθαρο πτηνο θα το τρωτε. τουτα, ομωσ, ειναι εκεινα απο τα οποια δεν θα τρωτε: ο αετοσ, και ο γρυπαετοσ, και ο μαυραετοσ, και ο γυπαετοσ, και ο ικτινοσ, και ο γυπασ στο ειδοσ του, και καθε κορακασ στο ειδοσ του, και η στρουθοκαμηλοσ, και η κουκουβαγια, και ο ιβιδασ και το γερακι στο ειδοσ του, και ο νυχτοκορακασ, και η μεγαλη κουκουβαγια, και ο κυκνοσ, και ο πελεκανοσ, και η κισσα, και η αιθυα, και ο πελαργοσ, και ο ερωδιοσ στο ειδοσ του, και ο τσαλαπετεινοσ, και η νυχτεριδα. και ολα τα φτερωτα ερπετα ειναι ακαθαρτα σε σασ· δεν θα τρωγονται. καθε καθαρο πτηνο θα το τρωτε. δεν θα τρωτε κανενα ψοφιμι (στον ξενο που ειναι μεσα στισ πυλεσ σου, θα τα δινεισ αυτα, για να το τρωει· η θα το πουλασ σε αλλογενη·) επειδη, εισαι αγιοσ λαοσ στον κυριο τον θεο σου. δεν θα ψησεισ κατσικακι, που ακομα θηλαζει το γαλα τησ μητερασ του. θα αποδεκατιζεισ οπωσδηποτε ολα τα γεννηματα του σπορου σου, που φερνει το χωραφι καθε χρονο. και θα τρωσ μπροστα στον κυριο τον θεο σου, στον τοπο που θα εκλεξει για να βαλει εκει το ονομα του, το δεκατο του σιταριου σου, του κρασιου σου, και του λαδιου σου, και τα πρωτοτοκα των βοδιων σου, και των προβατων σου· για να μαθεισ να φοβασαι παντοτε τον κυριο τον θεο σου. και αν ο δρομοσ ειναι πολυ μακρινοσ για σενα, ωστε να μη μπορεισ να τα φερεισ η αν ο τοποσ απεχει πολυ απο σενα, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου εκλεξει για να βαλει εκει το ονομα του, οταν σε ευλογησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, τοτε θα τα μετατρεψεισ σε ασημι, και θα κομποδεσεισ το ασημι στο χερι σου, και θα πασ στον τοπο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα εκλεξει· και θα δωσεισ το ασημι αντι οποιουδηποτε αλλου πραγματοσ επιθυμει η ψυχη σου, αντι για βοδια η αντι για προβατα η αντι για κρασι η αντι για σικερα η αντι οποιουδηποτε αλλου πραγματοσ ορεγεται η ψυχη σου· και θα τρωσ εκει μπροστα στον κυριο τον θεο σου, και θα ευφρανθεισ, εσυ, και η οικογενεια σου, και ο λευιτησ, που ειναι μεσα στισ πυλεσ σου· δεν θα τον εγκαταλειψεισ· επειδη, δεν εχει μεριδα ουτε κληρονομια μαζι σου. στο τελοσ του τριτου χρονου, θα βγαλεισ ολοκληρο το δεκατο των γεννηματων σου εκεινου του χρονου, και θα το εναποθεσεισ μεσα στισ πυλεσ σου· και ο λευιτησ, (επειδη, δεν εχει μεριδα ουτε κληρονομια μαζι σου), και ο ξενοσ, και ο ορφανοσ, και η χηρα, που ειναι μεσα στισ πυλεσ σου, θα ερχονται, και θα τρωνε και θα χορταινουν· για να σε ευλογησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, σε ολα τα εργα των χεριων σου, οσα εργαζεσαι.

15

και στο τελοσ του εβδομου χρονου θα κανεισ αφεση. κι αυτοσ ειναι ο νομοσ τησ αφεσησ: καθε δανειστησ, που δανεισε κατι στον πλησιον του, θα το αφησει· δεν θα το απαιτει απο τον πλησιον του η απο τον αδελφο του· επειδη, αυτο ονομαζεται αφεση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. απο τον ξενο μπορεισ να το απαιτησεισ· ο,τι, ομωσ, απο τα δικα σου εχει ο αδελφοσ σου, το χερι σου θα το αφηνει· για να μη υπαρχει αναμεταξυ σασ φτωχοσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε ευλογησει πολυ στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα για κληρονομια, για να την εξουσιαζεισ· αν μονον ακουσ με επιμελεια τη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, για να προσεχεισ να κανεισ ολεσ αυτεσ τισ εντολεσ, που εγω σημερα σε προσταζω. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα σε ευλογησει, καθωσ σου υποσχεθηκε· και θα δανειζεισ σε πολλα εθνη, εσυ, ομωσ, δεν θα δανειζεσαι· και θα βασιλευεισ επανω σε πολλα εθνη· επανω σε σενα, ομωσ, δεν θα βασιλευουν. αν υπαρχει αναμεσα σου φτωχοσ απο τουσ αδελφουσ σου, μεσα σε καποια απο τισ πυλεσ σου, μεσα στη γη σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα, δεν θα σκληρυνεισ την καρδια σου ουτε θα κλεισεισ το χερι σου απο τον φτωχο αδελφο σου· αλλα, θα ανοιξεισ εξαπαντοσ το χερι σου σ' αυτον, και εξαπαντοσ θα του δανεισεισ αρκετα για την αναγκη του, σε ο,τι χρειαζεται. προσεχε τον εαυτο σου, μηπωσ ανεβει στην καρδια σου καποιοσ κακοσ στοχασμοσ και πεισ: πλησιαζει ο εβδομοσ χρονοσ, ο χρονοσ τησ αφεσησ· και το ματι σου πονηρευτει εναντια στον φτωχο αδελφο σου, και δεν του δωσεισ, και βοησει στον κυριο εναντιον σου, κι αυτο γινει σε σενα αμαρτια. εξαπαντοσ θα του δωσεισ, και η καρδια σου δεν θα πονηρευτει, οταν του δινεισ· επειδη, γι' αυτο θα σε ευλογει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε ολα τα εργα σου, και σε ολεσ τισ επιχειρησεισ σου. επειδη, δεν θα λειψει φτωχοσ μεσα απο τη γη σου· γι' αυτο, εγω σε προσταζω, τα εξησ: θα ανοιγεισ οπωσδηποτε το χερι σου προσ τον αδελφο σου, προσ τον φτωχο σου, και προσ τον ενδεη σου, στη γη σου. αν ο αδελφοσ σου, εβραιοσ η εβραια, πουληθει σε σενα, θα σε δουλεψει εξι χρονια, και τον εβδομο χρονο θα τον εξαποστειλεισ ελευθερο απο σενα. και οταν τον εξαποστειλεισ ελευθερο απο σενα, δεν θα τον εξαποστειλεισ αδειανον· θα τον εφοδιασεισ οπωσδηποτε απο τα προβατα σου, και απο το αλωνι σου, και απο τον ληνο σου· απο ο,τι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε ευλογησε, θα δωσεισ σ' αυτον. και θα θυμηθεισ οτι σταθηκεσ δουλοσ στη γη τησ αιγυπτου, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε λυτρωσε· γι' αυτο κι εγω σε προσταζω σημερα αυτο το πραγμα. αλλ' αν σου πει: δεν φευγω απο σενα· επειδη, αγαπησε εσενα και την οικογενεια σου, επειδη, ευτυχει μαζι σου· τοτε, θα παρεισ ενα τρυπητηρι, και θα τρυπησεισ το αυτι του, κοντα στη θυρα, και θα ειναι παντοτινοσ σου δουλοσ· και στη δουλη σου θα κανεισ το ιδιο. δεν θα σου φανει σκληρο, οταν τον εξαποστειλεισ ελευθερο απο σενα· επειδη, σε δουλεψε το διπλασιο απο μισθωτον δουλο, εξι χρονια· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα σε ευλογει σε καθε τι που κανεισ. ολα τα πρωτοτοκα, οσα γεννιουνται απο τα βοδια σου και απο τα προβατα σου, τα αρσενικα, θα τα αφιερωνεισ στον κυριο τον θεο σου· δεν θα μεταχειριστεισ το πρωτοτοκο μοσχαρι σου για εργασια ουτε θα κουρεψεισ το πρωτοτοκο απο τα προβατα σου. μπροστα στον κυριο τον θεο σου θα το τρωσ καθε χρονο, εσυ και η οικογενεια σου, στον τοπο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκλεξει. και αν εχει καποιο ψεγαδι, αν ειναι χωλο η τυφλο η εχει καποιο κακο ψεγαδι, δεν θα το θυσιασεισ στον κυριο τον θεο σου. μεσα στισ πυλεσ σου θα το τρωσ· ο ακαθαρτοσ και ο καθαροσ, εξισου, οπωσ τη δορκαδα και οπωσ το ελαφι. μονον το αιμα του δεν θα φασ· επανω στη γη θα το χυσεισ σαν νερο.

16

να τηρεισ τον μηνα αβιβ, και να κανεισ το πασχα στον κυριο τον θεο σου· επειδη, τον μηνα αβιβ σε εβγαλε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου απο την αιγυπτο, μεσα στη νυχτα. θα θυσιαζεισ, λοιπον, το πασχα στον κυριο τον θεο σου, ενα προβατο και ενα βοδι, στον τοπο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκλεξει για να κατοικισει εκει το ονομα του. δεν θα τρωσ μ' αυτο ενζυμα· επτα ημερεσ θα τρωσ μαζι μ' αυτο αζυμα, ψωμι θλιψησ, (επειδη, με βιασυνη βγηκεσ απο τη γη τησ αιγυπτου·) για να θυμασαι την ημερα τησ εξοδου σου απο τη γη τησ αιγυπτου, ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ σου. και δεν θα φανει σε σενα προζυμι, σε ολα τα ορια σου, για επτα ημερεσ· και απο το κρεασ, που θυσιασεσ την πρωτη ημερα προσ την εσπερα, δεν θα μεινει τιποτε μεχρι το πρωι. δεν μπορεισ να θυσιασεισ το πασχα σε καμια απο τισ πολεισ σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα· αλλα, στον τοπο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα εκλεξει για να κατοικισει εκει το ονομα του, θα θυσιαζεισ το πασχα την εσπερα, προσ τη δυση του ηλιου, στον καιρο που βγηκεσ απο τη γη τησ αιγυπτου. και θα το ψησεισ και θα το φασ στον τοπο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα εκλεξει· και το πρωι θα επιστρεφεισ, και θα πηγαινεισ στισ κατοικιεσ σου. εξι ημερεσ θα τρωσ αζυμα· και την εβδομη ημερα θα ειναι επισημη συναξη στον κυριο τον θεο σου· δεν θα κανεισ εργασια. θα μετρασ για τον εαυτο σου επτα εβδομαδεσ· αρχισε να μετρασ τισ επτα εβδομαδεσ, αφου αρχισεισ να βαζεισ το δρεπανι στα σπαρτα. και θα κανεισ τη γιορτη των εβδομαδων στον κυριο τον θεο σου, μαζι με την ανηκουσα αυτοπροαιρετη προσφορα του χεριου σου, που θα προσφερεισ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε ευλογησε. και θα ευφρανθεισ μπροστα στον κυριο τον θεο σου, εσυ, και ο γιοσ σου, και η θυγατερα σου, και ο δουλοσ σου, και η δουλη σου, και ο λευιτησ, που ειναι μεσα στισ πυλεσ σου, και ο ξενοσ, και ο ορφανοσ, και η χηρα, που ειναι αναμεσα σου, στον τοπο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα εκλεξει, για να κατοικισει εκει το ονομα του. και θα θυμασαι οτι σταθηκεσ δουλοσ στην αιγυπτο· και θα τηρεισ και θα εκτελεισ αυτα τα διαταγματα. θα κανεισ τη γιορτη τησ σκηνοπηγιασ για επτα ημερεσ, αφου συγκεντρωσεισ το σιταρι σου και το κρασι σου· και θα ευφρανθεισ στη γιορτη σου, εσυ, και ο γιοσ σου, και η θυγατερα σου, και ο δουλοσ σου, και η δουλη σου, και ο λευιτησ, και ο ξενοσ, και ο ορφανοσ, και η χηρα, που ειναι μεσα στισ πυλεσ σου. επτα ημερεσ θα γιορταζεισ στον κυριο τον θεο σου, στον τοπο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκλεξει· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα σε ευλογει σε ολα τα γεννηματα σου, και σε ολα τα εργα των χεριων σου· και οπωσδηποτε θα ευφρανθεισ. τρεισ φορεσ τον χρονο θα εμφανιζεται καθε αρσενικο σου μπροστα στον κυριο τον θεο σου, στον τοπο που θα εκλεξει· στη γιορτη των αζυμων, και στη γιορτη των εβδομαδων, και στη γιορτη τησ σκηνοπηγιασ· και δεν θα εμφανιζονται μπροστα στον κυριο αδειανοι. καθε ενασ θα δινει συμφωνα με τη δυναμη του, συμφωνα με την ευλογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, που σου εδωσε. θα καταστησεισ κριτεσ και αρχοντεσ για τον εαυτο σου σε ολεσ τισ πολεισ σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα, συμφωνα με τισ φυλεσ σου· και θα κρινουν τον λαο, με δικαιη κριση. δεν θα διαστρεψεισ την κριση· δεν θα αποβλεπεισ σε προσωπο, ουτε θα παιρνεισ δωρο· επειδη, το δωρο τυφλωνει τα ματια των σοφων, και διαφθειρει τα λογια των δικαιων. το δικαιο, το δικαιο θα ακολουθεισ· για να ζησεισ, και να κληρονομησεισ τη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα. δεν θα φυτεψεισ για τον εαυτο σου αλσοσ, απο οποιαδηποτε δεντρα, κοντα στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, που θα κανεισ για τον εαυτο σου· ουτε θα στησεισ αγαλμα για τον εαυτο σου· τα οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου μισει.

17

δεν θα θυσιασεισ στον κυριο τον θεο σου βοδι η προβατο, που εχει ψεγαδι η οποιοδηποτε ελαττωμα· επειδη, ειναι βδελυγμα στον κυριο τον θεο σου. αν, αναμεσα σου, σε καποια απο τισ πολεισ σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα, βρεθει ανδρασ η γυναικα, που επραξε κακο μπροστα στον κυριο τον θεο σου, παραβαινοντασ τη διαθηκη του, και πηγε και λατρευσε αλλουσ θεουσ, και τουσ προσκυνησε, τον ηλιο η το φεγγαρι η οποιονδηποτε απο τη στρατια του ουρανου, που εγω δεν προσταξα· και σου αναγγελθει, και ακουσεισ, και εξετασεισ με επιμελεια, και δεσ, αν βρεθει οτι ειναι αληθεια και το πραγμα ειναι βεβαιο, οτι διαπραχθηκε τετοιο βδελυγμα στον ισραηλ· τοτε, θα φερεισ εξω στισ πυλεσ σου τον ανδρα εκεινον η τη γυναικα εκεινη, που επραξαν αυτο το κακο πραγμα, τον ανδρα η τη γυναικα· και θα τουσ λιθοβολησεισ με πετρεσ, και θα πεθανουν. με την ομολογια δυο μαρτυρων η τριων μαρτυρων, θα θανατωνεται εκεινοσ που ειναι αξιοσ θανατου· με την ομολογια ενοσ μαρτυρα δεν θα θανατωνεται. τα πρωτα χερια επανω του, στο να τον θανατωσουν, θα ειναι των μαρτυρων, και επειτα τα χερια ολοκληρου του λαου. ετσι θα βγαλεισ το κακο απο αναμεσα σου. αν σου τυχει καποια υποθεση πολυ δυσκολη να την κρινεισ, αναμεσα σε αιμα και αιμα, αναμεσα σε δικη και δικη, κι αναμεσα σε πληγη και πληγη, υποθεσεισ αμφισβητησιμεσ, μεσα στισ πολεισ σου, τοτε θα σηκωθεισ, και θα ανεβεισ στον τοπο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα εκλεξει· και θα πασ στουσ ιερεισ τουσ λευιτεσ, και στον κριτη, που ειναι εκεινεσ τισ ημερεσ, και θα ρωτησεισ· και θα σου αναγγειλουν την αποφαση τησ κρισησ· και θα κανεισ συμφωνα με την αποφαση, που θα σου αναγγειλουν απο τον τοπο εκεινο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκλεξει· και θα προσεξεισ να πραξεισ συμφωνα με ολα οσα σου παραγγειλουν. συμφωνα με την αποφαση του νομου, που θα σου αναγγειλουν, και συμφωνα με την κριση που θα σου πουν, θα κανεισ· δεν θα παρεκκλινεισ απο τον λογο που θα σου αναγγειλουν, ειτε δεξια ειτε αριστερα. και ο ανθρωποσ που θα φερθει υπερηφανα, ωστε να μη υπακουσει στον ιερεα, που παρισταται να υπηρετει εκει μπροστα στον κυριο τον θεο σου η στον κριτη, ο ανθρωποσ εκεινοσ θα πεθανει· και θα βγαλεισ το κακο μεσα απο τον ισραηλ. και ολοκληροσ ο λαοσ θα ακουσει, και θα φοβηθει, και δεν θα υπερηφανευονται πλεον. αφου μπεισ μεσα στη γη που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα, και την κληρονομησεισ, και κατοικησεισ σ' αυτη, και πεισ, θα καταστησω επανω μου βασιλια, οπωσ ολα τα εθνη που ειναι ολογυρα μου, θα καταστησεισ επανω σου βασιλια, οποιον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα εκλεξει· απο τουσ αδελφουσ σου θα καταστησεισ βασιλια επανω σου· δεν μπορεισ να καταστησεισ ξενον ανθρωπο επανω σου, που δεν ειναι αδελφοσ σου. ομωσ, δεν θα πληθυνει αλογα στον εαυτο του ουτε θα επαναφερει τον λαο στην αιγυπτο για να αυξησει τα αλογα· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ ειπε: δεν θα επιστρεψετε πλεον μεσα απο εκεινον το δρομο. ουτε θα πληθυνει στον εαυτο του γυναικεσ, για να μη αποπλανηθει η καρδια του· ουτε θα πληθυνει υπερβολικα το ασημι και το χρυσαφι για τον εαυτο του. και οταν καθησει επανω στον θρονο τησ βασιλειασ του, θα γραψει για τον εαυτο του ενα αντιγραφο αυτου του νομου, σε βιβλιο, απο εκεινο που ειναι μπροστα στουσ ιερεισ τουσ λευιτεσ· κι αυτο θα ειναι κοντα του, και θα διαβαζει μεσα σ' αυτο ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του· για να μαθει να φοβαται τον κυριο τον θεο του, να τηρει ολα τα λογια αυτου του νομου, και τα διαταγματα αυτα, ωστε να τα εκτελει· για να μη υψωθει η καρδια του παραπανω απο τουσ αδελφουσ του, και για να μη παρεκκλινει απο τισ εντολεσ, ειτε δεξια ειτε αριστερα· ωστε να μακροημερευσει στη βασιλεια του, αυτοσ και τα παιδια του, αναμεσα στον ισραηλ.

18

οι ιερεισ, οι λευιτεσ, ολοκληρη η φυλη του λευι, δεν θα εχουν μεριδα ουτε κληρονομια μαζι με τον ισραηλ· τισ προσφορεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που γινονται με φωτια, και την κληρονομια του θα τρωνε. γι' αυτο, δεν θα εχουν κληρονομια αναμεσα στουσ αδελφουσ τουσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η κληρονομια τουσ, οπωσ τουσ ειπε. κι αυτο θα ειναι το δικαιωμα των ιερεων απο τον λαο, απο εκεινουσ που θυσιαζουν τισ θυσιεσ, ειτε βοδι ειτε προβατο· θα δινουν στον ιερεα τον ωμο, και τισ σιαγονεσ, και την κοιλια. τισ απαρχεσ του σιταριου σου, του κρασιου σου, και του λαδιου σου, και το πρωτο απο το μαλλι των προβατων σου, θα του δινεισ. επειδη, αυτον εκλεξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου απο ολεσ τισ φυλεσ σου, για να παραστεκεται να υπηρετει στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ και οι γιοι του, παντοτινα. και αν ερθει ενασ λευιτησ απο καποια απο τισ πολεισ σου, απο ολοκληρο τον ισραηλ, οπου παροικει, και ερθει με ολοκληρο τον ποθο τησ ψυχησ του, στον τοπο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκλεξει, τοτε, θα υπηρετει στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του, καθωσ ολοι οι αδελφοι του οι λευιτεσ, που παραστεκονται εκει μπροστα στον κυριο. ισεσ μεριδεσ θα τρωνε, εκτοσ απο εκεινο, που προερχεται απο την πωληση τησ πατρικησ του περιουσιασ. αφου μπεισ μεσα στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα, δεν θα μαθεισ να κανεισ συμφωνα με τα βδελυγματα εκεινων των εθνων. δεν θα βρεθει σε σενα κανενασ, που να διαπερναει τον γιο του η τη θυγατερα του μεσα απο τη φωτια η που να ασκει μαντεια η να ειναι προγνωστησ των καιρων η οιωνοσκοποσ η μαγοσ η γοησ η ανταποκριτησ δαιμονιων η τερατοσκοποσ η νεκρομαντησ. επειδη, καθενασ που τα κανει αυτα ειναι βδελυγμα στον κυριο· και εξαιτιασ αυτων των βδελυγματων, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου τουσ διωχνει απο μπροστα σου. τελειοσ θα εισαι μπροστα στον κυριο τον θεο σου. επειδη, τα εθνη αυτα, που θα κληρονομησεισ, εδωσαν προσοχη σε προγνωστεσ των καιρων, και σε μαντεισ· εσενα, ομωσ, δεν σε αφησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου να κανεισ τα ιδια. εναν προφητη θα σηκωσει σε σενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, απο αναμεσα σου, απο τουσ αδελφουσ σου, οπωσ εμενα· αυτον θα ακουτε· συμφωνα με ολα οσα ζητησεσ απο τον κυριο τον θεο σου στο χωρηβ, την ημερα τησ συναξησ, λεγοντασ: ασ μη ακουσω πλεον τη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μου, ουτε να δω πλεον τη μεγαλη αυτη φωτια, για να μη πεθανω. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: ειναι σωστα οσα μιλησαν. προφητην αναμεσα απο τουσ αδελφουσ τουσ θα σηκωσω σ' αυτουσ, οπωσ εσενα, και θα βαλω τα λογια μου στο στομα του, και θα τουσ μιλησει ολα οσα εγω τον προσταζω. και ο ανθρωποσ, που δεν θα υπακουσει στα λογια μου, που αυτοσ θα μιλησει εξ ονοματοσ μου, εγω θα το εκζητησω απ' αυτον. ο προφητησ, ομωσ, που θα ασεβησει, και θα μιλησει εξ ονοματοσ μου εναν λογο, που εγω δεν τον προσταξα να μιλησει η οποιοσ μιλησει εξ ονοματοσ αλλων θεων, ο προφητησ εκεινοσ θα θανατωθει. και αν πεισ στην καρδια σου: πωσ θα γνωρισουμε τον λογο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν μιλησε; οταν καποιοσ προφητησ μιλησει εξ ονοματοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ο λογοσ δεν γινει ουτε συμβει, αυτοσ ο λογοσ ειναι που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν μιλησε· τον μιλησε ο προφητησ μεσα απο υπερηφανεια· δεν θα φοβηθειτε απ' αυτον.

19

αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου αφανισει τα εθνη, των οποιων τη γη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα, και τα κατακτησεισ, και κατοικησεισ στισ πολεισ τουσ, και στα σπιτια τουσ, θα ξεχωρισεισ τρεισ πολεισ για τον εαυτο σου μεσα στη γη σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα για να την κατακτησεισ. θα ετοιμασεισ για τον εαυτο σου τον δρομο· και θα διαιρεσεισ σε τρια μερη τα ορια τησ γησ σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα να κληρονομησεισ, για να καταφευγει εκει καθε φονιασ. κι αυτη ειναι η διαταξη για τον φονια, που θα καταφυγει εκει, για να ζησει: οποιοσ χτυπησει τον πλησιον του απο αγνοια, τον οποιο προηγουμενωσ δεν μισουσε, οπωσ οταν πηγαινει κανεισ με τον πλησιον του στο δασοσ για να κοψει ξυλα, κι ενω το χερι του κατεβαζει ενα χτυπημα με τον πελεκυ για να κοψει το δεντρο, βγει το σιδερο απο το ξυλο, και πετυχει τον πλησιον του, κι αυτοσ πεθανει, αυτοσ θα διαφυγει σε μια απο τισ πολεισ εκεινεσ, και θα ζησει· μηπωσ και ο εκδικητησ του αιματοσ καταδιωξει τον φονια, ενω βρισκεται η καρδια του σε εξαψη, και τον προφτασει (αν ο δρομοσ ειναι μακρινοσ), και τον φονευσει, καιτοι δεν ειναι αξιοσ θανατου, επειδη προηγουμενωσ δεν τον μισουσε. γι' αυτο, εγω σε προσταζω, λεγοντασ: θα ξεχωρισεισ τρεισ πολεισ για τον εαυτο σου. και αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου πλατυνει τα ορια σου, καθωσ ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου, και σου δωσει ολοκληρη τη γη, που υποσχεθηκε να δωσει στουσ πατερεσ σου, αν τηρεισ ολεσ αυτεσ τισ εντολεσ, ωστε να τισ εκτελεισ, που εγω σε προσταζω σημερα, να αγαπασ τον κυριο τον θεο σου, και να περπατασ παντοτε στουσ δρομουσ του, τοτε θα προσθεσεισ στον εαυτο σου ακομα τρεισ πολεισ, παραλληλα με τισ τρεισ εκεινεσ· για να μη χυθει αθωο αιμα στο μεσον τησ γησ σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει ωσ κληρονομια σε σενα, και να υπαρχει αιμα επανω σου. και αν καποιοσ εχει μισοσ εναντια στον πλησιον του, και παραμονευοντασ τον, ορμησει επανω του, και τον χτυπησει, και πεθανει, και διαφυγει σε μια απο τισ πολεισ αυτεσ, τοτε, οι πρεσβυτεροι τησ πολησ του θα στειλουν και θα τον παρουν απο εκει, και θα τον παραδωσουν στο χερι του εκδικητη του αιματοσ, για να πεθανει. το ματι σου δεν θα τον λυπηθει, αλλα θα εξαλειψεισ απο τον ισραηλ το αθωο αιμα, για να ευημερεισ. δεν θα μετακινησεισ τα ορια του πλησιον σου, οσα οι πατερεσ σου εστησαν στην κληρονομια σου, που θα κληρονομησεισ στη γη, την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα για να την κατακτησεισ. ενασ μαρτυρασ δεν θα σηκωθει εναντια καποιου ανθρωπου, για οποιαδηποτε ανομια η για οποιοδηποτε αμαρτημα, οποιο αμαρτημα αμαρτησει· με ομολογια δυο μαρτυρων η με ομολογια τριων μαρτυρων, θα βεβαιωνεται καθε λογοσ. αν ενασ ψευδομαρτυρασ σηκωθει εναντια σε ανθρωπο, για να μαρτυρησει εναντιον του αδικα, τοτε και οι δυο ανθρωποι, αναμεσα στουσ οποιουσ υπαρχει η διαφορα, θα σταθουν μπροστα στον κυριο, μπροστα στουσ ιερεισ, και στουσ κριτεσ, που ειναι εκεινεσ τισ ημερεσ· και οι κριτεσ θα εξετασουν ακριβωσ, και προσεξτε, αν ο μαρτυρασ ειναι ψευδομαρτυρασ, και εδωσε μαρτυρια ψευδωσ εναντια στον αδελφο του, τοτε θα κανετε σ' αυτον, καθωσ αυτοσ στοχαστηκε να κανει στον αδελφο του· και θα βγαλεισ απο αναμεσα σου το κακο. και οι υπολοιποι θα ακουσουν και θα φοβηθουν, και δεν θα πραξουν στο εξησ τετοιο κακο αναμεσα σου. και το ματι σου δεν θα λυπηθει· θα δοθει ζωη αντι ζωησ, ματι αντι ματιου, δοντι αντι δοντιου, χερι αντι χεριου, ποδι αντι ποδιου.

20

οταν βγεισ σε μαχη εναντια στουσ εχθρουσ σου, και δεισ αλογα, και αμαξεσ, και λαο περισσοτερο απο σενα, μη τουσ φοβηθεισ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, που σε ανεβασε απο τη γη τησ αιγυπτου, ειναι μαζι σου. και οταν πλησιασετε στη μαχη, ο ιερεασ θα προσελθει, και θα μιλησει στον λαο, και θα τουσ πει: ακου, ισραηλ· εσεισ πλησιαζετε σημερα σε μαχη εναντια στουσ εχθρουσ σασ· ασ μη δειλιασει η καρδια σασ, μη φοβηθειτε ουτε να τρομαξετε ουτε να εκπλαγειτε απο το προσωπο τουσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ ειναι αυτοσ που προπορευεται μαζι σασ, για να πολεμησει για σασ εναντια στουσ εχθρουσ σασ, για να σασ σωσει. και οι αρχοντεσ θα μιλησουν στον λαο, λεγοντασ: ποιοσ ανθρωποσ οικοδομησε καινουργιο σπιτι, και δεν εκανε τον εγκαινιασμο του; ασ αναχωρησει, και ασ επιστρεψει στο σπιτι του, μηπωσ και πεθανει στη μαχη, και το εγκαινιασει αλλοσ ανθρωποσ. και ποιοσ ανθρωποσ φυτεψε αμπελωνα, και δεν ευφρανθηκε απ' αυτον; ασ αναχωρησει, και ασ επιστρεψει στο σπιτι του, μηπωσ και πεθανει στη μαχη, και ευφρανθει απ' αυτον αλλοσ ανθρωποσ. και ποιοσ ανθρωποσ αρραβωνιαστηκε γυναικα, και δεν την πηρε; ασ αναχωρησει, και ασ επιστρεψει στο σπιτι του, μηπωσ και πεθανει στη μαχη, και την παρει αλλοσ ανθρωποσ. και οι αρχοντεσ θα μιλησουν ακομα στον λαο, και θα πουν: ποιοσ ανθρωποσ ειναι δειλοσ και λιποψυχοσ; ασ αναχωρησει, και ασ επιστρεψει στο σπιτι του, για να μη δειλιασει η καρδια των αδελφων του, οπωσ η δικη του καρδια. και αφου οι αρχοντεσ τελειωσουν στο να μιλουν στον λαο, θα καταστησουν αρχηγουσ στα στρατευματα, για να προιστανται στον λαο. οταν πλησιασεισ σε πολη για να πολεμησεισ εναντιον τησ, τοτε να την καλεσεισ σε ειρηνη· και αν σου αποκριθει ειρηνικα, και ανοιξει σε σενα, τοτε ολοκληροσ ο λαοσ, που βρισκεται σ' αυτη, θα γινει σε σενα υποτελησ και θα σε δουλευει· αν, ομωσ, δεν κανει ειρηνη μαζι σου, αλλα σε πολεμησει, τοτε θα την πολιορκησεισ· και αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου την παραδωσει στα χερια σου, θα παταξεισ ολα τα αρσενικα τησ με μαχαιρα· και τισ γυναικεσ, και τα βρεφη, και τα κτηνη, και ολα οσα βρισκονται στην πολη, ολα τα λαφυρα τησ θα τα παρεισ για τον εαυτο σου· και θα τρωσ τα λαφυρα των εχθρων σου, οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου εδωσε σε σενα. ετσι θα κανεισ σε ολεσ τισ πολεισ, που ειναι πολυ μακρια απο σενα, που δεν ειναι απο τισ πολεισ των εθνων αυτων· απο τισ πολεισ, ομωσ, αυτων των λαων, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα ωσ κληρονομια, δεν θα αφησεισ ζωντανο κανενα απο εκεινα που εχουν πνοη· αλλα, θα τουσ εξολοθρευσεισ κατακρατοσ, τουσ χετταιουσ, και τουσ αμορραιουσ, τουσ χαναναιουσ, και τουσ φερεζαιουσ, τουσ ευαιουσ, και τουσ ιεβουσαιουσ, καθωσ σε προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου· για να μη σασ διδαξουν να κανετε συμφωνα με ολα τα βδελυγματα τουσ, που εκαναν στουσ θεουσ τουσ, και αμαρτησετε εναντια στον κυριο τον θεο σασ. οταν πολιορκεισ καποια πολη για πολλεσ ημερεσ, πολεμωντασ την για να την εξουσιασεισ, δεν θα εξολοθρευσεισ τα δεντρα τησ, καταφεροντασ επανω τουσ πελεκυ· επειδη, απ' αυτα μπορεισ να τρεφεσαι· και δεν θα τα κοψεισ. μηπωσ το δεντρο του χωραφιου ειναι ανθρωποσ, ωστε ναρθει εναντιον σου στην πολιορκια; μονον τα δεντρα, οσα γνωριζεισ οτι δεν ειναι δεντρα για τροφη, αυτα θα εξολοθρευσεισ και θα τα αποκοψεισ· και θα οικοδομησεισ περιχαρακωματα εναντια στην πολη, που σε πολεμαει, μεχρισ οτου παραδοθει.

21

αν βρεθει καποιοσ φονευμενοσ στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα για να την κληρονομησεισ, πεσμενοσ στην πεδιαδα, και ειναι αγνωστο ποιοσ τον φονευσε, τοτε, θα βγουν οι πρεσβυτεροι σου και οι κριτεσ σου, και θα μετρησουν προσ τισ πολεισ που ειναι ολογυρα απο τον φονευμενο· και τησ πολησ, που ειναι πλησιεστερη στον φονευμενο, οι πρεσβυτεροι τησ πολησ εκεινησ θα παρουν μια δαμαλη, που δεν υποβληθηκε σε εργασια, ουτε εσυρε κατω απο ζυγο· και οι πρεσβυτεροι τησ πολησ εκεινησ θα κατεβασουν τη δαμαλη σε μια τραχια φαραγγα, που ουτε γεωργειται ουτε σπερνεται· κι εκει, στη φαραγγα, θα κοψουν τον τραχηλο τησ δαμαλησ. και θα πλησιασουν οι ιερεισ, οι γιοι του λευι· (επειδη, αυτουσ εκλεξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ να υπηρετουν σ' αυτον, και να ευλογουν στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και συμφωνα με τον λογο τουσ θα κρινεται καθε διαφορα και καθε πληγη·) και ολοι οι πρεσβυτεροι τησ πολησ εκεινησ, τησ πλησιεστερησ στον φονευμενο, θα πλυνουν τα χερια τουσ επανω στη σφαγμενη δαμαλη στη φαραγγα· και απαντωντασ, θα πουν: τα χερια μασ δεν εχυσαν αυτο το αιμα ουτε τα ματια μασ ειδαν· γινε ελεοσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στον λαο σου τον ισραηλ, που λυτρωσεσ, και μη βαλεισ επανω στον λαο σου τον ισραηλ αθωο αιμα. και θα τουσ συγχωρεθει το αιμα. ετσι θα εξαλειψεισ το αθωο αιμα απο αναμεσα σου, οταν κανεισ το αρεστο στα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. οταν βγεισ να πολεμησεισ τουσ εχθρουσ σου, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου τουσ παραδωσει στα χερια σου, και παρεισ απ' αυτουσ αιχμαλωτουσ, και δεισ αναμεσα στουσ αιχμαλωτουσ μια ομορφη γυναικα, και την επιθυμησεισ, για να την παρεισ στον εαυτο σου για γυναικα, τοτε, θα τη φερεισ στο σπιτι σου, και θα ξυρισει το κεφαλι τησ, και θα κοψει τα νυχια τησ· και θα βγαλει τα ενδυματα τησ αιχμαλωσιασ τησ απο πανω τησ, και θα καθησει στο σπιτι σου, και θα κλαψει τον πατερα τησ και τη μητερα τησ εναν ολοκληρο μηνα· και υστερα θα μπεισ μεσα σ' αυτη, και θα εισαι ανδρασ τησ, κι εκεινη θα ειναι γυναικα σου. και αν συμβει να μη ευχαριστιεσαι σ' αυτην, τοτε θα την εξαποστειλεισ ελευθερη· και δεν θα την πουλησεισ για ασημι, δεν θα την εμπορευθεισ, επειδη την ταπεινωσεσ. αν καποιοσ εχει δυο γυναικεσ, τη μια που αγαπαει και την αλλη που μισει, και του γεννησουν παιδια, εκεινη που την αγαπαει κι εκεινη που τη μισει, και ο πρωτοτοκοσ γιοσ ειναι εκεινησ που μισει, τοτε, την ημερα που μοιραζει στουσ γιουσ του την περιουσια του, δεν μπορει να κανει πρωτοτοκο τον γιο εκεινησ που αγαπαει, παραβλεποντασ τον γιο εκεινησ που μισει, τον αληθινα πρωτοτοκο· αλλα, θα αναγνωρισει τον γιο εκεινησ που μισει ωσ πρωτοτοκον, δινοντασ σ' αυτον διπλασιο μεριδιο απο ολα τα υπαρχοντα του· επειδη, ειναι η αρχη τησ δυναμησ του· σ' αυτον ανηκουν τα πρωτοτοκια. αν καποιοσ εχει γιο πεισματωδη και απειθη, που δεν υπακουει στη φωνη του πατερα του η στη φωνη τησ μητερασ του, και αφου τον παιδαγωγησουν, δεν υπακουει σ' αυτουσ, τοτε, ο πατερασ του και η μητερα του θα τον πιασουν, και θα τον φερουν εξω στουσ πρεσβυτερουσ τησ πολησ του, και στην πυλη του τοπου του· και θα πουν στουσ πρεσβυτερουσ τησ πολησ του: αυτοσ ο γιοσ μασ ειναι πεισματωδησ και απειθησ· δεν υπακουει στη φωνη μασ· ειναι λαιμαργοσ και μεθυσοσ· και ολοι οι ανθρωποι τησ πολησ του θα τον λιθοβολησουν με πετρεσ, και θα πεθανει. και θα εξαφανισεισ το κακο απο αναμεσα σου· και ολοκληροσ ο ισραηλ θα ακουσει και θα φοβηθει. και αν καποιοσ επραξε αμαρτημα αξιο θανατου, και καταδικαστει σε θανατο, και τον κρεμασεισ σε ξυλο, το σωμα του δεν θα μενει ολη τη νυχτα επανω στο ξυλο, αλλα θα τον θαψεισ οπωσδηποτε την ιδια ημερα· (επειδη, ο κρεμασμενοσ ειναι καταραμενοσ απο τον θεο)· για να μη μολυνεισ τη γη σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα ωσ κληρονομια.

22

βλεποντασ το βοδι του αδελφου σου η το προβατο του να περιπλανιεται, μη τα παραβλεψεισ· εξαπαντοσ θα τα επιστρεψεισ στον αδελφο σου. και αν ο αδελφοσ σου δεν κατοικει κοντα σου η αν δεν τον γνωριζεισ, τοτε θα τα φερεισ μεσα στο σπιτι σου, και θα ειναι μαζι σου μεχρισ οτου τα ζητησει ο αδελφοσ σου· και θα τα αποδωσεισ σ' αυτον. ετσι θα κανεισ και για το γαιδουρι του· ετσι θα κανεισ και για το ιματιο του· ετσι θα κανεισ και για ολα τα χαμενα πραγματα του αδελφου σου, οσα εχασε, και τα βρηκεσ εσυ· δεν μπορεισ να τα παραβλεψεισ. βλεποντασ το γαιδουρι του αδελφου σου η το βοδι του πεσμενο στον δρομο, μη τα παραβλεψεισ· οπωσδηποτε θα τα σηκωσεισ μαζι του. η γυναικα δεν θα φορεσει αυτο που ανηκει στον ανδρα, ουτε ο ανδρασ θα ντυθει στολη γυναικασ· επειδη, ολοι εκεινοι που πραττουν ετσι ειναι βδελυγμα στον κυριο τον θεο σου. αν συναντησεισ στον δρομο μπροστα σου φωλια πτηνου επανω σε καποιο δεντρο η καταγησ, και εχει νεοσσουσ η αυγα, και τη μητερα καθισμενη επανω στουσ νεοσσουσ η επανω στα αυγα, δεν θα παρεισ τη μητερα μαζι με τα μικρα τησ· θα απολυσεισ εξαπαντοσ τη μητερα, τα δε μικρα τησ θα τα παρεισ για τον εαυτο σου· για να ευημερησεισ, και να μακροημερευσεισ. οταν οικοδομεισ καινουργιο σπιτι, θα κανεισ ενα περιτειχισμα γυρω απο τη στεγη σου, για να μη κανεισ ενοχο το σπιτι σου για αιμα, αν πεσει καποιοσ ανθρωποσ απ' αυτο. δεν θα σπειρεισ στον αμπελωνα σου ετερεοειδη σπερματα· για να μη μολυνθει το γεννημα του σπορου, που εσπειρεσ, και ο καρποσ του αμπελωνα. δεν θα αροτριασεισ με βοδι και γαιδουρι μαζι. δεν θα φορασ συμμικτο ενδυμα, απο μαλλινο μαζι και λιναρι. θα κανεισ για τον εαυτο σου κροσσια στισ τεσσερισ ακρεσ του ενδυματοσ σου, με το οποιο σκεπαζεσαι. αν καποιοσ παρει γυναικα, και μπει μεσα σ' αυτη, και τη μισησει, και δωσει αφορμη να την κακολογησουν, και φερει επανω τησ δυσφημηση, και πει: πηρα αυτη τη γυναικα, και οταν την πλησιασα δεν την βρηκα παρθενα, τοτε, ο πατερασ τησ νεασ και η μητερα τησ θα παρουν και θα φερουν εξω στουσ πρεσβυτερουσ τησ πολησ, στην πυλη, τα σημαδια τησ παρθενιασ τησ νεασ· και ο πατερασ τησ νεασ θα πει στουσ πρεσβυτερουσ: εδωσα τη θυγατερα μου σ' αυτον τον ανθρωπο για γυναικα, κι αυτοσ τη μισει· και να, εδωσε αφορμη να την κακολογουν, λεγοντασ: δεν βρηκα τη θυγατερα σου παρθενα· ομωσ, να τα σημαδια τησ παρθενιασ τησ θυγατερασ μου. και θα ξεδιπλωσουν το ιματιο μπροστα στουσ πρεσβυτερουσ τησ πολησ. και οι πρεσβυτεροι τησ πολησ εκεινησ θα παρουν τον ανθρωπο, και θα τον τιμωρησουν· κι αυτοσ θα καταβαλει αποζημιωση 100 σικλουσ ασημι, και θα τουσ δωσουν στον πατερα τησ νεασ, επειδη εφερε δυσφημηση σε παρθενα ισραηλιτισσα· και θα ειναι γυναικα του· δεν μπορει να την αποβαλει πλεον ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του. αν, ομωσ, αυτο το πραγμα ειναι αληθινο, και η κορη δεν βρεθει παρθενα, τοτε θα βγαλουν εξω τη νεα, στη θυρα του σπιτιου του πατερα τησ, και οι ανθρωποι τησ πολησ τησ θα τη λιθοβολησουν με πετρεσ, και θα πεθανει· επειδη, επραξε αφροσυνη στον ισραηλ, διαπραττοντασ πορνεια στο σπιτι του πατερα τησ· και θα εξαφανισεισ το κακο απο αναμεσα σου. αν βρεθει καποιοσ να κοιμαται με παντρεμενη γυναικα, τοτε θα θανατωνονται και οι δυο, ο ανδρασ που κοιμηθηκε με τη γυναικα, και η γυναικα· και θα εξαφανισεισ το κακο απο τον ισραηλ. αν μια νεα παρθενα ειναι αρραβωνιασμενη με ανδρα, και τη βρει καποιοσ στην πολη, και κοιμηθει μαζι τησ, τοτε, θα τουσ βγαλετε εξω και τουσ δυο, στην πυλη τησ πολησ εκεινησ, και θα τουσ λιθοβολησετε με πετρεσ, και θα πεθανουν· τη νεα, επειδη δεν φωναξε, ενω ηταν μεσα στην πολη· και τον ανθρωπο, επειδη ταπεινωσε τη γυναικα του πλησιον του· και θα εξαφανισεισ το κακο απο αναμεσα σου. αλλα, αν καποιοσ βρει τη νεα στο χωραφι, την αρραβωνιασμενη, και ο ανθρωποσ τη βιασει, και κοιμηθει μαζι τησ, τοτε ο ανθρωποσ μονον θα θανατωνεται, που κοιμηθηκε μαζι τησ· στη νεα, ομωσ, δεν θα κανεισ τιποτε· δεν υπαρχει αμαρτημα θανατου στη νεα· επειδη, οπωσ οταν ορμησει καποιοσ εναντια στον πλησιον του και τον φονευσει, ετσι ειναι και το πραγμα αυτο· επειδη, τη βρηκε στο χωραφι, η αρραβωνιασμενη νεα φωναξε, αλλα δεν υπηρχε καποιοσ να τη σωσει. αν καποιοσ βρει μια νεα παρθενα, μη αρραβωνιασμενη, και την πιασει και κοιμηθει μαζι τησ, και βρεθουν· τοτε, ο ανθρωποσ που κοιμηθηκε μαζι τησ θα δωσει στον πατερα τησ νεασ 50 σικλουσ ασημι, κι αυτη θα ειναι γυναικα του, επειδη την ταπεινωσε, δεν μπορει να την αποβαλει ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του. δεν θα παρει καποιοσ τη γυναικα του πατερα του ουτε θα ξεσκεπασει το συγκαλυμμα του πατερα του.

23

εκεινοσ, που εχει τα κρυφια του σπασμενα η αποκομμενα, δεν θα μπει μεσα στη συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ο νοθοσ δεν θα μπει μεσα στη συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· μεχρι τη δεκατη γενεα του, δεν θα μπει μεσα στη συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αμμωνιτησ και μωαβιτησ δεν θα μπει μεσα στη συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· μεχρι τη δεκατη γενεα τουσ, ποτε δεν θα μπουν μεσα στη συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, δεν σασ προυπαντησαν με ψωμι και νερο στον δρομο, οταν βγαινατε εξω απο την αιγυπτο· κι επειδη, μισθωσαν εναντιον σου τον βαλααμ, τον γιο του βεωρ, απο τη φεθορα τησ μεσοποταμιασ, για να σε καταραστει. ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δεν θελησε να εισακουσει τον βαλααμ· αλλα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου μετετρεψε σε σενα την καταρα σε ευλογια, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε αγαπησε. δεν θα ζητησεισ την ειρηνη τουσ ουτε την ευτυχια τουσ, ολεσ τισ ημερεσ σου, παντοτινα. δεν θα βδελυττεσαι τον ιδουμαιο, επειδη ειναι αδελφοσ σου· δεν θα βδελυττεσαι τον αιγυπτιο, επειδη σταθηκεσ ξενοσ στη γη του. τα παιδια, οσα γεννηθουν απ' αυτουσ, θα μπουν μεσα στη συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στην τριτη γενεα τουσ. οταν εκστρατευσεισ εναντια στουσ εχθρουσ σου, να φυλαγεσαι απο καθε κακο πραγμα. αν ειναι αναμεσα σου ενασ ανθρωποσ, που δεν ειναι καθαροσ, απο καποιο συμβαν σ' αυτον τη νυχτα, θα βγει εξω απο το στρατοπεδο, δεν θα μπει μεσα στο στρατοπεδο· και προσ την εσπερα θα λουστει με νερο· και καθωσ θα δυει ο ηλιοσ θα μπει μεσα στο στρατοπεδο. και θα εχεισ εναν τοπο εξω απο το στρατοπεδο, και θα βγεισ εκει, εξω· και θα εχεισ ενα μικρο φτυαρι αναμεσα στα οπλα σου· και οταν καθεσαι εξω, θα σκαβεισ μ' αυτο, και θα γυρισεισ και θα σκεπασεισ εκεινο που βγαινει απο σενα. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου περπαταει στο μεσον του στρατοπεδου σου, για να σε ελευθερωσει, και για να παραδωσει τουσ εχθρουσ σου μπροστα σου· γι' αυτο, το στρατοπεδο σου θα ειναι αγιο· για να μη βλεπει καποια ακαθαρσια σε σενα, και αποστρεψει απο σενα. δεν θα παραδωσεισ δουλον στο αφεντικο του, δουλον που κατεφυγε απο το αφεντικο του σε σενα· θα συγκατοικει μαζι σου, αναμεσα σου, σε οποιον τοπο διαλεξει, σε μια απο τισ πυλεσ σου, οπου του αρεσει· δεν θα τον καταδυναστευσεισ. πορνη δεν θα υπαρχει απο τισ θυγατερεσ του ισραηλ ουτε κιναιδοσ θα υπαρχει απο τουσ γιουσ του ισραηλ. δεν θα φερεισ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου μισθο πορνησ ουτε μισθωμα κιναιδου, για καμια ευχη· επειδη, και τα δυο αυτα ειναι βδελυγματα στον κυριο τον θεο σου. δεν θα δανειζεισ στον αδελφο σου χρηματα με τοκο, τροφεσ με τοκο, κανενα πραγμα δανειζομενο με τοκο. στον ξενο μπορεισ να τοκιζεισ· στον αδελφο σου, ομωσ, δεν θα τοκισεισ· για να σε ευλογει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε ολεσ τισ επιχειρησεισ σου επανω στη γη οπου πηγαινεισ για να την κληρονομησεισ. οταν ευχηθεισ ευχη στον κυριο τον θεο σου, δεν θα βραδυνεισ να την αποδωσεισ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα την εκζητησει απο σενα οπωσδηποτε, και θα ειναι σε σενα αμαρτια. αν, ομωσ, δεν θελεισ να ευχηθεισ, δεν θα ειναι αμαρτια σε σενα. ο,τι βγει απο τα χειλη σου, θα το τηρησεισ, και θα το εκτελεσεισ· με οποιον τροπο ευχηθηκεσ στον κυριο τον θεο σου την αυτοπροαιρετη προσφορα, που υποσχεθηκεσ με το στομα σου. οταν μπαινεισ μεσα στον αμπελωνα του πλησιον σου, μπορεισ να τρωσ σταφυλια συμφωνα με την ορεξη σου, μεχρισ οτου χορτασεισ· στο σκευοσ σου, ομωσ, δεν θα βαλεισ. οταν μπαινεισ μεσα στα σπαρτα του πλησιον σου, μπορεισ να αποσπασ σταχυα με το χερι σου· δρεπανι, ομωσ, δεν μπορεισ να βαλεισ στα σπαρτα του πλησιον σου.

24

οταν καποιοσ παρει γυναικα, και νυμφευθει μαζι τησ, και συμβει να μη βρει χαρη στα ματια του, επειδη βρηκε σ' αυτην καποιο ασχημο πραγμα, τοτε ασ γραψει σ' αυτην γραμμα διαζυγιου, και ασ το δωσει στο χερι τησ, και ασ τη διωξει απο το σπιτι του. και αφου αναχωρησει απο το σπιτι του, μπορει να παει και να συζευχθει με αλλον ανδρα. και αν ο δευτεροσ ανδρασ τησ τη μισησει, και γραψει σ' αυτη γραμμα διαζυγιου, και το δωσει στο χερι τησ, και τη διωξει απο το σπιτι του η αν πεθανει ο δευτεροσ ανδρασ, που την πηρε για γυναικα του, ο πρωτοσ τησ ανδρασ, που την εδιωξε, δεν μπορει να την ξαναπαρει στον εαυτο του για γυναικα, αφου μολυνθηκε· επειδη, ειναι βδελυγμα μπροστα στον κυριο· και δεν θα επιφερεισ αμαρτια στη γη, στην οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα ωσ κληρονομια. αν καποιοσ, προσφατα, παρει μια γυναικα, δεν θα βγει σε πολεμο, και δεν θα επιφορτιστει επανω του τιποτε, αλλα θα ειναι ελευθεροσ στο σπιτι του για εναν χρονο, και θα ευφρανει τη γυναικα του, την οποια πηρε. κανενασ δεν θα παρει για ενεχυρο ουτε την επανω ουτε την κατω πετρα του μυλου· επειδη, για ενεχυρο παιρνει ζωη. αν καποιοσ γινει αντιληπτοσ να κλεβει εναν απο τουσ αδελφουσ του, απο τουσ γιουσ ισραηλ, και αφου τον καταδουλωσει, τον πουλησει, τοτε ο κλεφτησ αυτοσ θα θανατωνεται· και θα εξαφανισεισ το κακο απο αναμεσα σου. προσεχε στην πληγη τησ λεπρασ, να τηρεισ με επιμελεια και να κανεισ συμφωνα με ολα οσα οι ιερεισ οι λευιτεσ σασ διδαξουν· οπωσ τουσ προσταξα, θα προσεχετε να τα κανετε. να θυμασαι τι εκανε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου στη μαριαμ στον δρομο σασ, αφου ειχατε βγει εξω απο την αιγυπτο. οταν δανεισεισ κατι στον πλησιον σου, δεν θα μπεισ μεσα στο σπιτι του για να παρεισ το ενεχυρο του· θα σταθεισ απεξω, και ο ανθρωποσ στον οποιο δανειζεισ θα σου φερει εξω το ενεχυρο. και αν ο ανθρωποσ ειναι φτωχοσ, δεν θα κοιμηθεισ μαζι με το ενεχυρο του· θα το αποδωσεισ σ' αυτον, οπωσδηποτε, γυρω στη δυση του ηλιου, και θα κοιμηθει με το ιματιο του, και θα σε ευλογησει· και θα ειναι σε σενα δικαιοσυνη μπροστα στον κυριο τον θεο σου. δεν θα αδικησεισ μισθωτο, φτωχο και ενδεη απο τουσ αδελφουσ σου η τουσ ξενουσ σου, που ειναι στη γη σου, μεσα στισ πυλεσ σου. θα του δωσεισ τον μισθο του αυθημερον, πριν ο ηλιοσ δυσει επανω του· επειδη, ειναι φτωχοσ, και εχει την ελπιδα του σ' αυτον· για να μη βοησει εναντιον σου στον κυριο, και γινει σε σενα αμαρτια. οι πατερεσ δεν θα θανατωνονται για τα παιδια ουτε τα παιδια θα θανατωνονται για τουσ πατερεσ· καθε ενασ θα θανατωνεται για το δικο του αμαρτημα. δεν θα διαστρεφεισ την κριση του ξενου, του ορφανου, ουτε θα παιρνεισ το ιματιο τησ χηρασ για ενεχυρο· αλλα, θα θυμασαι οτι σταθηκεσ δουλοσ στην αιγυπτο, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε λυτρωσε απο εκει· γι' αυτο, εγω σε προσταζω να κανεισ αυτο το πραγμα. οταν θεριζεισ τον θερισμο σου στο χωραφι σου, και λησμονησεισ καποιο χειροβολο στο χωραφι, δεν θα γυρισεισ για να το παρεισ· θα ειναι για τον ξενο, για τον ορφανο και για τη χηρα· για να σε ευλογει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε ολα τα εργα των χεριων σου. αφου τιναξεισ τισ ελιεσ σου, δεν θα τιναξεισ τα κλαδια του δεντρου ξανα· θα ειναι για τον ξενο, για τον ορφανο, και για τη χηρα. αφου τρυγησεισ τον αμπελωνα σου, δεν θα μαζεψεισ ξανα σταφυλια· θα ειναι για τον ξενο, για τον ορφανο, και για τη χηρα. και θα θυμασαι οτι σταθηκεσ δουλοσ στη γη τησ αιγυπτου· γι' αυτο, εγω σε προσταζω να κανεισ αυτο το πραγμα.

25

αν συμβει μια διαφορα αναμεσα σε ανθρωπουσ, και ερθουν σε κριση, και τουσ κρινουν, τοτε θα δικαιωσουν τον δικαιο, και θα καταδικασουν τον ενοχο. και αν ο ενοχοσ ειναι αξιοσ μαστιγωσησ, ο κριτησ θα προσταξει να τον ριξουν κατω, και συμφωνα με το πταισμα του να τον μαστιγωσουν μπροστα του μερικεσ φορεσ. μπορει να τον μαστιγωσει 40 φορεσ, οχι ομωσ περισσοτερο· μηπωσ, αν προσθεσει να τον μαστιγωσει περα απ' αυτεσ, με πολλεσ μαστιγωσεισ, φανει ο αδελφοσ σου βδελυκτοσ στα ματια σου. δεν θα φιμωσεισ το στομα του βοδιου που αλωνιζει. αν συγκατοικουν αδελφοι, και ενασ απ' αυτουσ πεθανει, και δεν εχει παιδια, η γυναικα εκεινου που πεθανε δεν θα παντρευτει με ξενον· ο αδελφοσ του ανδρα τησ θα μπει μεσα σ' αυτη, και θα την παρει στον εαυτο του για γυναικα, και θα εκπληρωσει σ' αυτη το χρεοσ του ανδραδελφου. και ο πρωτοτοκοσ, που θα γεννησει, θα ονομαστει με το ονομα του αδελφου του που πεθανε, και δεν θα εξαλειφθει το ονομα του απο τον ισραηλ. και αν ο ανθρωποσ δεν ευαρεστειται να παρει τη γυναικα του αδελφου του, τοτε η γυναικα του αδελφου του ασ ανεβει στην πυλη προσ τουσ πρεσβυτερουσ, και ασ πει: ο αδελφοσ του ανδρα μου αρνειται να αναστησει το ονομα του αδελφου του στον ισραηλ· δεν θελει να εκπληρωσει σε μενα το χρεοσ του ανδραδελφου. τοτε, οι πρεσβυτεροι τησ πολησ του θα τον καλεσουν, και θα μιλησουν σ' αυτον· και αν αυτοσ επιμενει, λεγοντασ: δεν επιθυμω να την παρω, τοτε, η γυναικα του αδελφου του θαρθει σ' αυτον, μπροστα στουσ πρεσβυτερουσ, θα λυσει το υποδημα απο το ποδι του, και θα φτυσει στο προσωπο του, και απαντωντασ θα πει: ετσι θα γινεται στον ανθρωπο, που δεν θελει να οικοδομησει το σπιτι του αδελφου του. και το ονομα του μεσα στον ισραηλ θα ονομαζεται το σπιτι εκεινου που εχει λυμενο το υποδημα. αν ανθρωποι μαχονται μεταξυ τουσ, και η γυναικα του ενοσ πλησιασει για να ελευθερωσει τον ανδρα τησ απο το χερι εκεινου που τον χτυπαει, και απλωνοντασ το χερι τησ, τον πιασει απο τα κρυφια μερη του, τοτε θα κοψεισ το χερι τησ· το ματι σου δεν θα λυπηθει. δεν θα εχεισ διαφορα ζυγια στο σακι σου, μεγαλο και μικρο. δεν θα εχεισ διαφορα μετρα στο σπιτι σου, μεγαλο και μικρο. θα εχεισ αληθινο και δικαιο ζυγι· θα εχεισ αληθινο και δικαιο μετρο· για να πληθαινουν οι ημερεσ σου, επανω στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα· επειδη, ολοι εκεινοι που τα κανουν αυτα, ολοι εκεινοι που κανουν αδικια, ειναι βδελυγμα στον κυριο τον θεο σου. να θυμασαι τι εκανε σε σενα ο αμαληκ στον δρομο, αφου βγηκατε απο την αιγυπτο· με ποιον τροπο αντισταθηκε σε σενα στον δρομο, και απεκοψε τουσ τελευταιουσ σου, ολουσ τουσ αδυνατουσ, που ησαν πισω σου, ενω ησουν αποκαμωμενοσ και κουρασμενοσ· και δεν φοβηθηκε τον θεο. γι' αυτο, αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου εδωσε σε σενα αναπαυση απο ολουσ τουσ εχθρουσ σου, ολογυρα, στη γη που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα ωσ κληρονομια για να την κληρονομησεισ, τοτε θα εξαλειψεισ τη μνημη του αμαληκ κατω απο τον ουρανο· δεν θα λησμονησεισ.

26

και οταν μπεισ μεσα στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα ωσ κληρονομια, και την κληρονομησεισ, και κατοικησεισ σ' αυτη, τοτε, θα παρεισ απο την απαρχη ολων των καρπων τησ γησ, που θα μαζεψεισ απο τη γη σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα, και θα τη βαλεισ σε ενα καλαθι, και θα πασ στον τοπο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα εκλεξει για να κατοικησει εκει το ονομα του. και θα πασ στον ιερεα, που ειναι εκεινεσ τισ ημερεσ, και θα του πεισ: αναγγελλω σημερα στον κυριο τον θεο σου, οτι μπηκα μεσα στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στουσ πατερεσ μασ να δωσει σε μασ. και ο ιερεασ θα παρει το καλαθι απο το χερι σου, και θα το καταθεσει μπροστα στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου. και θα μιλησεισ, και θα πεισ μπροστα στον κυριο τον θεο σου: ο πατερασ μου ηταν συριοσ, που περιπλανιοταν, και κατεβηκε στην αιγυπτο, και, ενω παροικησε εκει με λιγουσ ανθρωπουσ, εγινε εκει ενα μεγαλο εθνοσ, δυνατο, και πολυαριθμο· οι αιγυπτιοι, ομωσ, μασ ταλαιπωρησαν, και μασ κατεθλιψαν, και επεβαλαν επανω μασ σκληρη δουλεια· και αναβοησαμε στον κυριο τον θεο των πατερων μασ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εισακουσε τη φωνη μασ, και επεβλεψε επανω στη θλιψη μασ, και επανω στον μοχθο μασ, και επανω στη καταδυναστευση μασ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ εβγαλε απο την αιγυπτο με χερι δυνατο, και με βραχιονα απλωμενον, και με τερατα μεγαλα, και με σημεια και με θαυματα· και μασ εφερε μεσα σ' αυτο τον τοπο, και μασ εδωσε αυτη τη γη, γη που ρεει γαλα και μελι· και τωρα, δεσ, εφερα τισ απαρχεσ των καρπων τησ γησ, την οποια εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μου εδωσεσ. και θα τισ καταθεσεισ μπροστα στον κυριο τον θεο σου, και θα προσκυνησεισ μπροστα στον κυριο τον θεο σου. και θα ευφρανθεισ σε ολα τα αγαθα, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου εδωσε σε σενα και στην οικογενεια σου, εσυ, και ο λευιτησ, και ο ξενοσ που ειναι αναμεσα σου. αφου τελειωσεισ να δεκατιζεισ ολα τα δεκατα των γεννηματων σου στον τριτο χρονο, τον χρονο τησ δεκατησ, και τα δωσεισ στον λευιτη, στον ξενο, στον ορφανο, και στη χηρα, και φανε μεσα στισ πυλεσ σου, και χορτασουν, τοτε, θα πεισ μπροστα στον κυριο τον θεο σου: καθαρισα απο το σπιτι μου τα αφιερωματα, κι ακομα τα εδωσα στον λευιτη, και στον ξενο, στον ορφανο, και στη χηρα, συμφωνα με τα προσταγματα σου, που με προσταξεσ· δεν παρεβηκα τισ εντολεσ σου ουτε τισ λησμονησα· δεν εφαγα απ' αυτα στο πενθοσ μου ουτε πηρα απ' αυτα για ακαθαρτη χρηση ουτε και εδωσα απ' αυτα για νεκρον· υπακουσα στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μου, εκανα συμφωνα με ολα οσα με προσταξεσ· επιβλεψε απο τον οικο τον αγιο σου, απο τον ουρανο, και ευλογησε τον λαο σου τον ισραηλ, και τη γη που μασ εδωσεσ, οπωσ ορκιστηκεσ στουσ πατερεσ μασ, γη που ρεει γαλα και μελι. σημερα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε προσταξε να εκτελεισ αυτα τα διαταγματα και τισ κρισεισ· γι' αυτο, θα τα τηρεισ και θα τα εκτελεισ, με ολοκληρη την καρδια σου, και με ολοκληρη την ψυχη σου. σημερα εκλεξεσ τον κυριο να ειναι ο θεοσ σου, και να περπατασ στουσ δρομουσ του, και να τηρεισ τα διαταγματα του, και τισ εντολεσ του, και τισ κρισεισ του, και να υπακουσ στη φωνη του· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σε σενα σημερα να εισαι σ' αυτον λαοσ εκλεκτοσ, καθωσ ειχε μιλησει σε σενα, και να τηρεισ ολεσ τισ εντολεσ του· και να σε καταστησει εξαιρετον επανω απο ολα τα εθνη που εκανε, για καυχημα και για ονομα, και για δοξα· και να εισαι λαοσ αγιοσ στον κυριο τον θεο σου, καθωσ ειχε μιλησει.

27

και προσταξε ο μωυσησ, και οι πρεσβυτεροι του ισραηλ, τον λαο, λεγοντασ: να τηρειτε ολεσ τισ εντολεσ, που εγω σημερα σασ προσταζω. και την ημερα, που θα διαβειτε τον ιορδανη, προσ τη γη που δινει σε σενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, θα στησεισ για τον εαυτο σου μεγαλεσ πετρεσ, και θα τισ χρισεισ με ασβεστη· και θα γραψεισ επανω σ' αυτεσ ολα τα λογια αυτου του νομου, αφου διαβεισ τον ιορδανη, για να μπεισ μεσα στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου δινει σε σενα, γη που ρεει γαλα και μελι, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των πατερων σου υποσχεθηκε σε σενα. γι' αυτο, αφου διαβειτε τον ιορδανη, θα στησετε αυτεσ τισ πετρεσ, που σημερα εγω σασ προσταζω, στο βουνο εβαλ, και θα τισ χρισεισ με ασβεστη. και θα οικοδομησεισ εκει θυσιαστηριο στον κυριο τον θεο σου, θυσιαστηριο απο πετρεσ· σιδερο δεν θα βαλεισ επανω σ' αυτεσ. θα οικοδομησεισ το θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου απο ολοκληρεσ πετρεσ· και θα προσφερεισ επανω σ' αυτο ολοκαυτωμα στον κυριο τον θεο σου· και θα προσφερεισ ειρηνικεσ θυσιεσ, και θα τρωσ εκει, και θα ευφραινεσαι μπροστα στον κυριο τον θεο σου· και θα γραψεισ επανω στισ πετρεσ, ευκρινεστατα, ολα τα λογια αυτου του νομου. και ο μωυσησ και οι ιερεισ, οι λευιτεσ, μιλησαν σε ολοκληρο τον ισραηλ, λεγοντασ: προσεχε, και ακου, ισραηλ· αυτη την ημερα εγινεσ λαοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου· θα υπακουσ, λοιπον, στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, και θα εκτελεισ τισ εντολεσ του, και τα διαταγματα του, που εγω σημερα σε προσταζω. και ο μωυσησ προσταξε τον λαο εκεινη την ημερα, λεγοντασ: τουτοι θα σταθουν επανω στο βουνο γαριζιν για να ευλογησουν τον λαο, αφου διαβειτε τον ιορδανη· ο συμεων, και ο λευι, και ο ιηhυδασ και ο ισσαχαρ, και ο ιωσηφ, και ο βενιαμιν. και τουτοι θα σταθουν επανω στο βουνο εβαλ για να καταραστουν· ο ρουβην, ο γαδ, και ο ασηρ, και ο ζαβουλων, ο δαν, και ο νεφθαλι. και οι λευιτεσ θα μιλησουν, και θα πουν σε ολουσ τουσ ανθρωπουσ του ισραηλ με δυνατη φωνη: επικαταρατοσ ο ανθρωποσ, που θα κανει γλυπτο η χωνευτο, που ειναι βδελυγμα στον κυριο, εργο χεριων τεχνιτη, και θα το βαλει σε αποκρυφο μεροσ. και ολοκληροσ ο λαοσ θα απαντησει και θα πει: αμην. επικαταρατοσ οποιοσ κακολογησει τον πατερα του η τη μητερα του. και ολοκληροσ ο λαοσ θα πει: αμην. επικαταρατοσ οποιοσ μετακινησει το οροθεσιο του πλησιον του. και ολοκληροσ ο λαοσ θα πει: αμην. επικαταρατοσ οποιοσ αποπλανησει τον τυφλο στον δρομο. και ολοκληροσ ο λαοσ θα πει: αμην. επικαταρατοσ οποιοσ διαστρεψει την κριση του ξενου, του ορφανου, και τησ χηρασ. και ολοκληροσ ο λαοσ θα πει: αμην. επικαταρατοσ οποιοσ κοιμηθει με τη γυναικα του πατερα του· επειδη, ξεσκεπαζει το συγκαλυμμα του πατερα του. και ολοκληροσ ο λαοσ θα πει: αμην. επικαταρατοσ οποιοσ κοιμηθει με οποιοδηποτε κτηνοσ. και ολοκληροσ ο λαοσ θα πει: αμην. επικαταρατοσ οποιοσ κοιμηθει με την αδελφη του, τη θυγατερα του πατερα του η τη θυγατερα τησ μητερασ του. και ολοκληροσ ο λαοσ θα πει: αμην. επικαταρατοσ οποιοσ κοιμηθει με την πεθερα του. και ολοκληροσ ο λαοσ θα πει: αμην. επικαταρατοσ οποιοσ χτυπησει τον πλησιον του κρυφα. και ολοκληροσ ο λαοσ θα πει: αμην. επικαταρατοσ οποιοσ παρει δωρα για να φονευσει αθωον ανθρωπο. και ολοκληροσ ο λαοσ θα πει: αμην. επικαταρατοσ οποιοσ δεν μενει στα λογια αυτου του νομου, για να τα εκτελει. και ολοκληροσ ο λαοσ θα πει: αμην.

28

και αν υπακουσ με επιμελεια στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, για να προσεχεισ να κανεισ ολεσ τισ εντολεσ του, που σημερα εγω σε προσταζω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα σε υψωσει επανω απο ολα τα εθνη τησ γησ· και θαρθουν επανω σου ολεσ αυτεσ οι ευλογιεσ, και θα σε βρουν, αν υπακουσεισ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου. ευλογημενοσ θα εισαι στην πολη, και ευλογημενοσ θα εισαι στο χωραφι. ευλογημενοσ ο καρποσ τησ κοιλιασ σου, και ο καρποσ τησ γησ σου, και ο καρποσ των κτηνων σου, οι αγελεσ των βοδιων σου, και τα κοπαδια των προβατων σου. ευλογημενο το καλαθι σου και η σκαφη σου. ευλογημενοσ θα εισαι οταν μπαινεισ μεσα, και ευλογημενοσ θα εισαι οταν βγαινεισ εξω. τουσ εχθρουσ σου, που εγειρονται εναντιον σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τουσ κανει να συντριφτουν μπροστα σου· απο εναν δρομο θα βγουν εναντιον σου, και απο επτα δρομουσ θα φυγουν απο μπροστα σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα στελνει επανω σου την ευλογια του στισ αποθηκεσ σου, και σε ολα οσα θα βαλεισ επανω το χερι σου· και θα σε ευλογησει επανω στη γη, που δινει σε σενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε καταστησει για τον εαυτο του λαον αγιο, οπωσ ορκιστηκε σε σενα, αν τηρεισ τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, και περπατασ στουσ δρομουσ του. και ολοι οι λαοι τησ γησ θα δουν, οτι το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εχει ονομαστει επανω σου, και θα τρομαζουν απο σενα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε πληθυνει σε αγαθα, στον καρπο τησ κοιλιασ σου, και στον καρπο των κτηνων σου, και στα γεννηματα τησ γησ σου, στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου να σου δωσει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ανοιξει για σενα τον αγαθο θησαυρο του, τον ουρανο, για να δινει βροχη στη γη σου, στην εποχη τησ, για να ευλογει ολα τα εργα των χεριων σου· και θα δανειζεισ σε πολλα εθνη, εσυ ομωσ δεν θα δανειζεσαι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε καταστησει κεφαλι, και οχι ουρα· και θα εισαι μονον απο πανω, και δεν θα εισαι απο κατω· αν υπακουσεισ τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, που εγω σημερα σε προσταζω, να τισ φυλαττεισ, και να τισ εκτελεισ· και δεν θα παρεκκλινεισ δεξια η αριστερα απο ολα τα λογια, που εγω προσταζω σε σασ σημερα, για να πασ πισω απο αλλουσ θεουσ για να τουσ λατρευσεισ. αλλα, αν δεν υπακουσεισ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, για να προσεχεισ να εκτελεισ ολεσ τισ εντλεσ του, και τα διαταγματα του, που εγω σημερα σε προσταζω, ολεσ οι καταρεσ αυτεσ θαρθουν επανω σου, και θα σε βρουν. καταραμενοσ θα εισαι στην πολη, και καταραμενοσ θα εισαι στο χωραφι. καταραμενο το καλαθι σου, και η σκαφη σου. καταραμενοσ ο καρποσ τησ κοιλιασ σου, και τα γεννηματα τησ γησ σου, οι αγελεσ των βοδιων σου, και τα κοπαδια των προβατων σου. καταραμενοσ θα εισαι οταν μπαινεισ μεσα, και καταραμενοσ θα εισαι οταν βγαινεισ εξω. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα στειλει επανω σου την καταρα, τη θλιψη, και τη φθορα, σε ολα οσα βαλεισ επανω το χερι σου για να κανεισ, μεχρισ οτου εξολοθρευτεισ, και μεχρισ οτου γρηγορα αφανιστεισ, εξαιτιασ τησ πονηριασ των εργων σου, επειδη με εγκατελειψεσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα προσκολλησει σε σενα το θανατικο, μεχρισ οτου σε εξολοθρευσει απο τη γη, οπου πηγαινεισ να την κληρονομησεισ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε παταξει με μαρασμο, και με πυρετο, και με ριγοσ, και με φλογωση, και με μαχαιρα, και με ανεμοφθορια, και με ερυσιβη· και θα σε καταδιωκουν μεχρισ οτου αφανιστεισ. και ο ουρανοσ σου, που ειναι επανω απο το κεφαλι σου, θα ειναι χαλκοσ, και, η γη που ειναι απο κατω σου, σιδεροσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα δωσει τη βροχη τησ γησ σου σκονη και χωμα· απο τον ουρανο θα κατεβαινει επανω σου, μεχρισ οτου εξολοθρευτεισ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε κανει να συντριφτεισ μπροστα στουσ εχθρουσ σου· απο εναν δρομο θα βγεισ εναντιον τουσ, και απο επτα δρομουσ θα φυγεισ απο μπροστα τουσ· και θα διασκορπιστεισ σε ολα τα βασιλεια τησ γησ. και το πτωμα σου θα ειναι τροφη σε ολα τα ορνεα του ουρανου, και στα θηρια τησ γησ, και δεν θα υπαρχει εκεινοσ που θα τα αποδιωχνει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε χτυπησει με την αιγυπτιακη πληγη, και με αιμορροιδεσ, και με ψωρα, και με φαγουρα, ωστε να μη μπορεισ να γιατρευτεισ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε χτυπησει με αφροσυνη και με τυφλωση, και με εκσταση καρδιασ· και θα ψηλαφιζεισ καταμεσημερα, οπωσ ψηλαφιζει ο τυφλοσ στο σκοταδι, και δεν θα ευοδωνεσαι στουσ δρομουσ σου· και θα εισαι μοναχα κατω απο καταδυναστευση και αρπαγη ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ σου, και δεν θα υπαρχει εκεινοσ που σωζει. θα αρραβωνιαστεισ γυναικα, και αλλοσ ανδρασ θα κοιμηθει μαζι τησ· θα οικοδομησεισ σπιτι, και δεν θα κατοικησεισ σ' αυτο· θα φυτεψεισ αμπελωνα, και δεν θα τον τρυγησεισ. το βοδι σου θα ειναι μπροστα σου σφαγμενο, και δεν θα φασ απ' αυτο· το γαιδουρι σου θα αρπαχτει απο μπροστα σου, και δεν θα σου αποδοθει· τα προβατα σου θα παραδοθουν στουσ εχθρουσ σου, και δεν θα υπαρχει για σενα εκεινοσ που σωζει. οι γιοι σου και οι θυγατερεσ σου θα παραδοθουν σε εναν λαον, και τα ματια σου θα βλεπουν και θα μαραινονται γι' αυτουσ ολη την ημερα· και δεν θα υπαρχει δυναμη στο χερι σου. τον καρπο τησ γησ σου, και ολουσ τουσ κοπουσ σου, θα φαει ενα εθνοσ που δεν το γνωριζεισ· και θα εισαι μοναχα κατω απο καταδυναστευση, και απο καταπατηση ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ σου. και θα παραφρονησεισ εξαιτιασ των θεαματων των ματιων σου, τα οποια θα δεισ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε χτυπησει στα γονατα και στα σκελη με κακη πληγη, ωστε να μη μπορεισ να γιατρευτεισ, απο το πελμα των ποδιων σου, μεχρι την κορυφη του κεφαλιου σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα φερει εσενα και τον βασιλια σου, που θα βαλεισ επανω σου, σε εθνοσ που δεν γνωρισεσ, ουτε εσυ ουτε οι πατερεσ σου· και εκει θα λατρευσεισ αλλουσ θεουσ, ξυλα και πετρεσ. και θα εισαι σε εκπληξη, σε παροιμια και σε περιγελο αναμεσα σε ολα τα εθνη, οπου και αν σε φερει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. πολυ σπορο θα φερεισ στο χωραφι, και λιγο θα μαζεψεισ· επειδη, θα τον καταφαει η ακριδα. θα φυτεψεισ αμπελωνεσ, και θα καλλιεργησεισ, και κρασι δεν θα πιεισ ουτε θα τρυγησεισ· επειδη, το σκουληκι θα τουσ καταφαει. θα εχεισ ελιοδεντρα σε ολα τα ορια σου, και με λαδι δεν θα χριστεισ· επειδη, τα ελιοδεντρα σου θα αποβαλουν τον καρπο τουσ. θα γεννησεισ γιουσ και θυγατερεσ, και δεν θα ειναι δικοι σου· επειδη, θα πανε σε αιχμαλωσια. ολα τα δεντρα σου, και τον καρπο τησ γησ σου, θα τα καταφθειρει ο βρουχοσ. ο ξενοσ, που θα ειναι αναμεσα σου, θα ανεβαινει πιο πανω απο σενα, επανω-επανω, εσυ ομωσ θα κατεβαινεισ κατω-κατω. εκεινοσ θα σου δανειζει, κι εσυ δεν θα δανειζεισ σ' αυτον· αυτοσ θα ειναι η κεφαλη, κι εσυ θα εισαι η ουρα. και θαρθουν επανω σου ολεσ αυτεσ οι καταρεσ, και θα σε καταδιωξουν, και θα σε βρουν, μεχρισ οτου εξολοθρευτεισ· επειδη, δεν υπακουσεσ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, για να τηρεισ τισ εντολεσ του, και τα διαταγματα του, που σε προσταξε. κι αυτα θα ειναι επανω σου, κι επανω στο σπερμα σου, ωσ σημειο και υπερμεγεθεσ θαυμα, παντοτινα. επειδη, δεν λατρευσεσ τον κυριο τον θεο σου με ευφροσυνη, και με αγαθοτητα καρδιασ, εξαιτιασ τησ αφθονιασ ολων των αγαθων· γι' αυτο, θα γινεισ δουλοσ των εχθρων σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα στειλει εναντιον σου, με πεινα, και με διψα, και με γυμνια, και με ελλειψη των παντων· και θα βαλει επανω στον τραχηλο σου σιδερενιον ζυγο, μεχρισ οτου σε εξολοθρευσει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα φερει εναντιον σου ενα εθνοσ απο μακρια, απο την ακρη τησ γησ, σαν με ορμη αετου· εθνοσ, που δεν θα καταλαβαινεισ τη γλωσσα του· εθνοσ αγριοπροσωπο, που δεν θα σεβαστει το προσωπο του γεροντα ουτε θα ελεησει τον νεο· και θα τρωει τον καρπο των κτηνων σου, και τα γεννηματα τησ γησ σου, μεχρισ οτου εξολοθρευτεισ· το οποιο δεν θα αφησει σε σενα σιταρι, κρασι η λαδι, τισ αγελεσ των βοδιων σου η τα κοπαδια των προβατων σου, μεχρισ οτου σε εξολοθρευσει. και θα σε πολιορκησει σε ολεσ τισ πολεισ σου, μεχρισ οτου πεσουν τα ψηλα και οχυρωμενα τειχη σου, στα οποια ελπιζεσ, σε ολοκληρη τη γη σου· και θα σε πολιορκησει σε ολεσ τισ πολεισ σου, σε ολοκληρη τη γη σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου εδωσε σε σενα. και θα φασ τον καρπο τησ κοιλιασ σου, τισ σαρκεσ των γιων σου και των θυγατερων σου, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου εδωσε σε σενα, στην πολιορκια, και στη συνθλιψη, με την οποια θα σε συνθλιψει ο εχθροσ σου· ο απαλοσ ανδρασ αναμεσα σου, και ο υπερβολικα τρυφεροσ, θα κοιταξει με πονηρο βλεμμα στον αδελφο του, και στη γυναικα του κορφου του, και στα παιδια του που εναπεμειναν, οσα θα εναπομεινουν· ωστε να μη δωσει σε κανεναν απ' αυτουσ απο τισ σαρκεσ των παιδιων του, που θα ετρωγε· επειδη, δεν του εμεινε τιποτε στην πολιορκια, και στη συνθλιψη, με την οποια ο εχθροσ σου θα σε συνθλιψει σε ολεσ τισ πολεισ σου. η απαλη και τρυφερη γυναικα αναμεσα σου, τησ οποιασ το ποδι δεν δοκιμασε να πατησει επανω στη γη, λογω τησ τρυφεροτητασ και απαλοτητασ, θα κοιταξει με βλεμμα πονηρο στον ανδρα του κορφου τησ, και στον γιο τησ, και στη θυγατερα τησ, και στο βρεφοσ τησ, που βγηκε απο μεσα απο τα ποδια τησ, και στα παιδια που γεννησε· επειδη, θα τα φαει κρυφα, εξαιτιασ τησ ελλειψησ των παντων, στην πολιορκια και στη συνθλιψη, με την οποια ο εχθροσ σου θα σε συνθλιψει στισ πολεισ σου. αν δεν προσεχεισ να κανεισ ολα τα λογια αυτου του νομου, που ειναι γραμμενα σ' αυτο το βιβλιο, ωστε να φοβασαι το ενδοξο και φοβερο αυτο ονομα, τον κυριο τον θεο σου, τοτε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει τισ πληγεσ σου τρομερεσ, και τισ πληγεσ του σπερματοσ σου, πληγεσ μεγαλεσ και ασταματητεσ, και νοσουσ κακεσ και ασταματητεσ. και θα φερει επανω σου ολεσ τισ οδυνεσ τησ αιγυπτου, για τισ οποιεσ τρομαξεσ· και θα προσκολληθουν σε σενα· και καθε ασθενεια, και καθε πληγη, που δεν ειναι γραμμενη στο βιβλιο αυτου του νομου, αυτεσ θα τισ φερει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επανω σου, μεχρισ οτου εξολοθρευτεισ. και θα εναπομεινετε λιγοστοι στον αριθμο, ενω ησασταν οπωσ τα αστρα του ουρανου σε πληθοσ· επειδη, δεν υπακουσεσ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου. και οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευφρανθηκε σε σασ στο να σασ αγαθοποιει και να σασ πολλαπλασιαζει, ετσι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ευφρανθει σε σασ, στο να σασ εξαλειψει, και να σασ καταστρεψει· και θα αρπαχθειτε απο τη γη, οπου πηγαινετε να την κληρονομησετε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε διασπειρει σε ολα τα εθνη, απο τη μια ακρη τησ γησ μεχρι την αλλη ακρη τησ γησ· και εκει θα λατρευσετε αλλουσ θεουσ, που δεν γνωρισεσ, ουτε εσυ ουτε οι πατερεσ σου, ξυλα και πετρεσ. αλλα, και αναμεσα στα εθνη αυτα, δεν θα βρεισ αναπαυση ουτε θα εχει σταση το πελμα του ποδιου σου· αλλ' φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σου δωσει εκει καρδια που τρεμει, και ματια που μαραινονται και ψυχη που λιωνει. και η ζωη σου θα ειναι μπροστα σου σε αμφιβολια και θα φοβασαι νυχτα και ημερα, και δεν θα εχεισ ασφαλεια τησ ζωησ σου. το πρωι θα πεισ: ειθε να ηταν εσπερα! και την εσπερα θα πεισ: ειθε να ηταν πρωι! εξαιτιασ του φοβου τησ καρδιασ σου, τον οποιο θα φοβασαι, και εξαιτιασ των θεαματων των ματιων σου, τα οποια θα βλεπεισ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε επαναφερει στην αιγυπτο με πλοια, απο τον δρομο για τον οποιο σου ειπα: δεν θα τον δεισ πλεον αλλη φορα· και θα πουλιεστε εκει στουσ εχθρουσ σασ ωσ δουλοι και δουλεσ, και δεν θα υπαρχει αγοραστησ.

29

αυτα ειναι τα λογια τησ διαθηκησ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση να κανει προσ τουσ γιουσ ισραηλ στη γη του μωαβ· εκτοσ απο τη διαθηκη, που εκανε σ' αυτουσ στο χωρηβ. και ο μωυσησ καλεσε ολοκληρο τον ισραηλ, και τουσ ειπε: εσεισ ειδατε ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε μπροστα στα ματια σασ στη γη τησ αιγυπτου, στον φαραω, και σε ολουσ τουσ δουλουσ του, και σε ολοκληρη τη γη του, τουσ μεγαλουσ πειρασμουσ, που ειδαν τα ματια σου, τα σημεια, και τα τεραστια, εκεινα τα μεγαλα· ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν σασ εδωσε καρδια για να καταλαβαινετε, και ματια για να βλεπετε, και αυτια για να ακουτε, μεχρι τουτη την ημερα. και σασ περιεφερα 40 χρονια στην ερημο· τα ιματια σασ δεν παλιωσαν επανω σασ, και το υποδημα σου, δεν παλιωσε στο ποδι σου. ψωμι δεν φαγατε, και κρασι και σικερα δεν ηπιατε· για να γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. και οταν ηρθατε σε τουτο τον τοπο, ο σηων, ο βασιλιασ τησ εσεβων, και ο ωγ, ο βασιλιασ τησ βασαν, βγηκαν σε συναντηση μασ, για πολεμο, κι εμεισ τουσ παταξαμε· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαμε τη γη τουσ, και τη δωσαμε κληρονομια στουσ ρουβηνιτεσ, και στουσ γαδιτεσ, και στο μισο τησ φυλησ του μανασση. να τηρειτε, λοιπον, τα λογια αυτησ τησ διαθηκησ, και να τα εκτελειτε, για να ευημερειτε σε ολα οσα κανετε. σημερα, εσεισ στεκεστε μπροστα στον κυριο τον θεο σασ, οι αρχηγοι των φυλων σασ, οι πρεσβυτεροι σασ, και οι αρχοντεσ σασ, ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ, τα παιδια σασ, οι γυναικεσ σασ, και ο ξενοσ σου, που ειναι στο μεσον του στρατοπεδου σου, απο τον ξυλοκοπο σου μεχρι τον υδροφορο σου, για να μπεισ μεσα στη διαθηκη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, και στη διαθηκη του ορκου του, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου κανει σημερα σε σενα· για να σε καταστησει σημερα λαο στον εαυτο του, κι αυτοσ να ειναι σε σενα ο θεοσ, καθωσ σου ειπε, και καθωσ ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου, στον αβραhαμ στον ισαακ, και στον ιακωβ. και δεν κανω εγω μονον σε σασ αυτη τη διαθηκη κι αυτο τον ορκο αλλα, και σ' αυτουσ που παραστεκονται εδω μαζι μασ σημερα, μπροστα στον κυριο τον θεο μασ, και σε οσουσ δεν παραστεκονται εδω μαζι μασ σημερα· (επειδη, εσεισ ξερετε πωσ κατοικησαμε στη γη τησ αιγυπτου, και πωσ περασαμε μεσα απο τα εθνη, διαμεσου των οποιων διαβηκατε· και ειδατε τα βδελυγματα τουσ, και τα ειδωλα τουσ, ξυλα και πετρεσ, ασημι και χρυσαφι, που ησαν αναμεσα τουσ)· για να μη ειναι αναμεσα σασ ανδρασ η γυναικα η συγγενεια η φυλη, των οποιων η καρδια να παρεκκλινει σημερα απο τον κυριο τον θεο μασ, για να παει να λατρευσει τουσ θεουσ εκεινων των εθνων· για να μη ειναι αναμεσα σασ ριζα, που αναδιδει χολη και πικρια· και οταν ακουει τα λογια αυτου του ορκου να μακαριζει τον εαυτο του στην καρδια του, λεγοντασ: εγω θα εχω ειρηνη, καιτοι, περπατωντασ στην αποπλανηση τησ καρδιασ μου, προσθετοντασ μεθη στη διψα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα τον σπλαχνιστει, αλλα, τοτε, η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ο ζηλοσ του, θα εξαφθουν εναντια σ' εκεινον τον ανθρωπο· και ολεσ οι καταρεσ, που ειναι γραμμενεσ σ' αυτο το βιβλιο, θα πεσουν επανω του, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εξαλειψει το ονομα του κατω απο τον ουρανο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τον αποχωρισει για απωλεια απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ, συμφωνα με ολεσ τισ καταρεσ τησ διαθηκησ, που ειναι γραμμενεσ σ' αυτο το βιβλιο του νομου· και η επερχομενη γενεα των γιων σασ, που θα σηκωθουν μετα απο σασ, και ο ξενοσ, που θαρθει απο μακρινη γη, θα πουν, οταν δουν τισ πληγεσ εκεινησ τησ γησ, και τισ αρρωστιεσ που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εφερε επανω τησ, ολοκληροσ ο τοποσ τησ ειναι κατακαμενοσ με θειαφι και αλατι, ουτε σπειρεται ουτε βλαστανει ουτε αυξανει επανω τησ χορταρι, οπωσ στην καταστροφη των σοδομων και των γομορρων, τησ αδαμα και τησ σεβωειμ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατεστρεψε στον θυμο του, και στην οργη του, και ολα τα εθνη θα πουν: γιατι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε ετσι σ' αυτη τη γη; γιατι ο θυμοσ αυτησ τησ μεγαλησ οργησ; τοτε θα πουν: επειδη, εγκατελειψαν τη διαθηκη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου των πατερων τουσ, που εκανε σ' αυτουσ, οταν τουσ εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου· και πηγαν και λατρευσαν αλλουσ θεουσ, και τουσ προσκυνησαν, θεουσ που δεν τουσ ηξεραν ουτε τουσ ειχε δωσει σ' αυτουσ· γι' αυτο, ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναψε εναντια στη γη εκεινη, για να φερει επανω τησ ολεσ τισ καταρεσ, που ειναι γραμμενεσ σ' αυτο το βιβλιο· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ ξεριζωσε απο τη γη τουσ με θυμο και με οργη· και με μεγαλη αγανακτηση· και τουσ ερριξε σε αλλη γη, οπωσ συμβαινει αυτη την ημερα. τα κρυμμενα πραγματα ανηκουν στον κυριο τον θεο μασ· τα αποκαλυμμενα, ομωσ, σε μασ και στα παιδια μασ, παντοτινα, για να εκτελουμε ολα τα λογια αυτου του νομου.

30

και οταν ερθουν επανω σου ολα αυτα τα πραγματα, η ευλογια και η καταρα, που εβαλα μπροστα σου, και τα φερεισ σε ενθυμηση στην καρδια σου, αναμεσα σε ολα τα εθνη, οπου και αν σε διασκορπισει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, και επιστρεψεισ στον κυριο τον θεο σου, και υπακουσεισ στη φωνη του, συμφωνα με ολα οσα εγω σε προσταζω σημερα, εσυ και τα παιδια σου, με ολοκληρη την καρδια σου, και με ολοκληρη την ψυχη σου, τοτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα σε επαναφερει απο την αιχμαλωσια, και θα σε σπλαχνιστει, και θα σε συγκεντρωσει ξανα απο ολα τα εθνη, οπου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε διασκορπισε· και αν η διασπορα σου ειναι στα εσχατα του ουρανου, και απο εκει θα σε συναξει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, και απο εκει θα σε παρει· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα σε φερει μεσα στη γη, που οι πατερεσ σου κληρονομησαν· και θα την κληρονομησεισ· και θα σε αγαθοποιησει, και θα σε πολλαπλασιασει περισσοτερο απο τουσ πατερεσ σου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα κανει περιτομη στην καρδια σου, και στην καρδια του σπερματοσ σου, για να αγαπασ τον κυριο τον θεο σου με ολοκληρη την καρδια σου, και με ολοκληρη την ψυχη σου, για να ζεισ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα φερει ολεσ τισ καταρεσ αυτεσ επανω στουσ εχθρουσ σου, κι επανω σε κεινουσ που σε μισουν, που θα σε καταδιωξουν. κι εσυ θα επιστρεψεισ και θα υπακουσεισ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα εκτελεισ ολεσ τισ εντολεσ του, που εγω σε προσταζω σημερα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα σε πληθυνει σε ολα τα εργα των χεριων σου, και στον καρπο τησ κοιλιασ σου, και στον καρπο των κτηνων σου, και στα γεννηματα τησ γησ σου, σε αγαθο· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ευφρανθει ξανα επανω σου για αγαθο, οπωσ ευφρανθηκε επανω στουσ πατερεσ σου, αν υπακουσεισ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, ωστε να τηρεισ τισ εντολεσ του, και τα διαταγματα του, που ειναι γραμμενα σ' αυτο το βιβλιο του νομου· αν επιστρεψεισ στον κυριο τον θεο σου με ολοκληρη την καρδια σου, και με ολοκληρη την ψυχη σου. επειδη, αυτη η εντολη, που εγω σε προσταζω σημερα, δεν ειναι πολυ βαρια για σενα, ουτε βρισκεται μακρια. δεν ειναι στον ουρανο, ωστε να πεισ: ποιοσ θα ανεβει για μασ στον ουρανο, και θα μασ τη φερει, για να την ακουσουμε, και να την εκτελεσουμε; ουτε ειναι περα απο τη θαλασσα, ωστε να πεισ: ποιοσ θα διασχισει τη θαλασσα για μασ, και θα τη φερει σε μασ, για να την ακουσουμε και να την εκτελεσουμε; αλλα, ειναι πολυ κοντα σου ο λογοσ, στο στομα σου, και στην καρδια σου, για να τον εκτελεισ. να, εγω εβαλα σημερα μπροστα σου τη ζωη και το αγαθο, και τον θανατο και το κακο· επειδη, εγω σημερα σε προσταζω να αγαπασ τον κυριο τον θεο σου, να περπατασ στουσ δρομουσ του, και να τηρεισ τισ εντολεσ του, και τα διαταγματα του, και τισ κρισεισ του, για να ζεισ, και να πληθαινεισ· και για να σε ευλογησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου στη γη, στην οποια μπαινεισ για να την κληρονομησεισ. αν, ομωσ, παρεκτραπει η καρδια σου, και δεν υπακουσεισ, αλλα αποπλανηθεισ, και προσκυνησεισ αλλουσ θεουσ, και τουσ λατρευσεισ, εγω σασ αναγγελλω σημερα οτι, οπωσδηποτε, θα αφανιστειτε· δεν θα μακροημερευσετε επανω στη γη, προσ την οποια διαβαινεισ τον ιορδανη, για να μπειτε εκει μεσα να την κατακτησετε. επικαλουμαι σημερα σε σασ μαρτυρεσ τον ουρανο και τη γη, οτι εβαλα μπροστα σασ τη ζωη και τον θανατο, την ευλογια και την καταρα· γι' αυτο, διαλεξτε τη ζωη, για να ζειτε, εσυ και το σπερμα σου· για να αγαπασ τον κυριο τον θεο σου, για να υπακουσ στη φωνη του, και για να εισαι προσηλωμενοσ σ' αυτον· επειδη, αυτο ειναι η ζωη σου, και η μακροτητα των ημερων σου· για να κατοικεισ επανω στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στουσ πατερεσ σου, στον αβραhαμ, στον ισαακ, και στον ιακωβ, να δωσει σ' αυτουσ.

31

και ο μωυσησ πηγε και μιλησε αυτα τα λογια σε ολοκληρο τον ισραηλ· και τουσ ειπε: εγω ειμαι σημερα 120 χρονων· δεν μπορω πλεον να μπαινω και να βγαινω· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: δεν θα διαβεισ αυτον τον ιορδανη. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, αυτοσ θα διαβει μπροστα σου, αυτοσ θα καταστρεψει αυτα τα εθνη απο μπροστα σου, κι εσυ θα τα αντικαταστησεισ· ο ιηhοσυα, αυτοσ θα διαβει μπροστα σου, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει σ' αυτα τα εθνη, οπωσ εκανε στον σηων και στον ωγ, στουσ βασιλιαδεσ των αμορραιων, και στη γη τουσ, τουσ οποιουσ εξολοθρευσε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τουσ παραδωσει μπροστα σασ, για να κανετε σ' αυτουσ συμφωνα με ολεσ τισ προσταγεσ, που σασ προσταξα. γινεστε ανδρειοι και εχετε θαρροσ, μη φοβαστε ουτε να δειλιαζετε απο μπροστα τουσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, αυτοσ ειναι που πορευεται μαζι σου· δεν θα σε αφησει ουτε θα σε εγκαταλειψει. και ο μωυσησ καλεσε τον ιηhοσυα, και του ειπε μπροστα σε ολοκληρο τον ισραηλ: να γινεσαι ανδρειοσ και να εχεισ θαρροσ· επειδη, εσυ θα φερεισ αυτον τον λαο μεσα στη γη, την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στουσ πατερεσ τουσ να δωσει σ' αυτουσ, κι εσυ θα την κληροδοτησεισ σ' αυτουσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ ειναι που προπορευεται μπροστα απο σενα· αυτοσ θα ειναι μαζι σου· δεν θα σε αφησει ουτε θα σε εγκαταλειψει· μη φοβασαι ουτε να δειλιαζεισ. και ο μωυσησ εγραψε αυτον τον νομο, και τον παρεδωσε στουσ ιερεισ, τουσ γιουσ του λευι, που βασταζαν την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και σε ολουσ τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ. και ο μωυσησ τουσ προσταξε, λεγοντασ: στο τελοσ καθε εβδομου χρονου, στον καιρο του χρονου τησ αφεσησ, στη γιορτη τησ σκηνοπηγιασ, οταν ολοκληροσ ο ισραηλ θα συγκεντρωθει για να εμφανιστει μπροστα στον κυριο τον θεο σου, και στον τοπο που θα εκλεξει, θα διαβαζεισ αυτον τον νομο μπροστα σε ολοκληρο τον ισραηλ, σε επηκοον ολων τουσ. συγκεντρωσε τον λαο, τουσ ανδρεσ και τισ γυναικεσ, και τα παιδια, και τον ξενο σου, που ειναι μεσα στισ πυλεσ σου, για να ακουσουν, και για να μαθουν, και να φοβουνται τον κυριο τον θεο σασ, και για να προσεχουν να εκτελουν ολα τα λογια αυτου του νομου· και για να ακουσουν τα παιδια τουσ, που δεν ξερουν, και να μαθουν να φοβουνται τον κυριο τον θεο σασ ολεσ τισ ημερεσ, οσεσ θα ζειτε επανω στη γη, προσ την οποια διαβαινετε τον ιορδανη για να την κληρονομησετε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: δεσ, πλησιαζουν οι ημερεσ του θανατου σου· καλεσε τον ιηhοσυα, και παρουσιαστειτε στη σκηνη του μαρτυριου, για να του δωσω προσταγεσ. και πηγε ο μωυσησ, και ο ιηhοσυα, και παρουσιαστηκαν στη σκηνη του μαρτυριου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε στη σκηνη σε στυλο νεφελησ· και σταθηκε ο στυλοσ τησ νεφελησ επανω στη θυρα τησ σκηνησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μωυση: δεσ, εσυ θα κοιμηθεισ μαζι με τουσ πατερεσ σου· και ο λαοσ αυτοσ, αφου σηκωθει, θα πορνευσει πισω απο τουσ ξενουσ θεουσ τησ γησ, στην οποια αυτοσ μπαινει, και θα με εγκαταλειψει, και θα παραβει τη διαθηκη μου, που εκανα σ' αυτουσ· τοτε, θα εξαφθει ο θυμοσ μου εναντιον τουσ, εκεινη την ημερα, και θα τουσ εγκαταλειψω, και θα κρυψω το προσωπο μου απ' αυτουσ, και θα καταφαγωθουν· και θα τουσ βρουν πολλα κακα και θλιψεισ· ωστε εκεινη την ημερα να πουν: αυτα τα κακα δεν μασ βρηκαν, επειδη ο θεοσ μασ δεν ειναι αναμεσα μασ; κι εγω θα κρυψω το προσωπο μου απ' αυτουσ, εκεινη την ημερα, οπωσδηποτε, για ολεσ τισ κακιεσ, που επραξαν, επειδη στραφηκαν σε ξενουσ θεουσ. τωρα, λοιπον, γραψτε για τον εαυτο σασ αυτο το τραγουδι, και διδαξτε το στουσ γιουσ ισραηλ· βαλτε το στο στομα τουσ, για να γινει το τραγουδι αυτο σε μενα μαρτυρια εναντια στουσ γιουσ ισραηλ. επειδη, αφου τουσ φερω μεσα στη γη που ορκιστηκα στουσ πατερεσ τουσ, γη που ρεει γαλα και μελι, και αφου φανε, και χορτασουν, και γεμισουν, τοτε θα στραφουν σε ξενουσ θεουσ, και θα τουσ λατρευσουν, και θα με παροργισουν, και θα παραβουν τη διαθηκη μου. και αφου τουσ βρουν πολλα κακα και θλιψεισ, αυτο το τραγουδι, ωσ μαρτυρασ, θα δινει μαρτυρια εναντιον τουσ· επειδη, δεν θα ξεχαστει αποτο στομα του σπερματοσ τουσ· δεδομενου οτι εγω γνωριζω την πονηρια τουσ, που εργαζονται ακομα και σημερα, πριν τουσ φερω μεσα στη γη που ορκιστηκα. και ο μωυσησ εγραψε αυτο το τραγουδι την ιδια εκεινη ημερα, και το διδαξε στουσ γιουσ ισραηλ. και προσταξε στον ιηhοσυα, τον γιο του \ναυη, και του ειπε: να γινεσαι ανδρειοσ και να εχεισ θαρροσ· επειδη, εσυ θα φερεισ τουσ γιουσ ισραηλ μεσα στη γη, που ορκιστηκα σ' αυτουσ, κι εγω θα ειμαι μαζι σου. και αφου ο μωυσησ τελειωσε να γραφει τα λογια αυτου του νομου σε βιβλιο, μεχρι τελουσ, τοτε, ο μωυσησ εδωσε προσταγη στουσ λευιτεσ, που βασταζαν την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: παρτε αυτο το βιβλιο του νομου, και βαλτε το στα πλαγια τησ κιβωτου τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ, και θα ειναι εκει για μαρτυρια εναντιον σου· επειδη, εγω ξερω την απειθεια σου, και τον σκληρο τραχηλο σου. δεσ, ενω ειμαι σημερα ζωντανοσ μαζι σασ, απειθησατε στον κυριο· ποσο μαλιστα περισσοτερο μετα τον θανατο μου; συγκεντρωστε σε μενα ολουσ τουσ πρεσβυτερουσ των φυλων σασ, και τουσ αρχοντεσ σασ, για να μιλησω αυτα τα λογια, σε επηκοον ολων τουσ, και να επικαλεστω τον ουρανο και τη γη ωσ μαρτυρεσ εναντιον τουσ· επειδη, ξερω οτι, μετα τον θανατο μου, θα διαφθαρειτε, οπωσδηποτε, και θα παρεκκλινετε απο τον δρομο που σασ προσταξα· και θα σασ βρουν τα κακα στισ εσχατεσ ημερεσ, επειδη θα πραξετε κακα μπροστα στον κυριο, ωστε να τον παροργισετε με τα εργα των χεριων σασ. και ο μωυσησ μιλησε, σε επηκοον ολοκληρησ τησ συναγωγησ του ισραηλ, τα λογια αυτου του τραγουδιου, μεχρι τελουσ.

32

προσεχε, ουρανε, και θα μιλησω· και ασ ακουει η γη τα λογια του στοματοσ μου. η διδασκαλια μου θα σταλαξει σαν τη βροχη, ο λογοσ μου θα κατεβει σαν τη δροσια. οπωσ η ψιχαλα επανω στη χλοη· και οπωσ η δυνατη βροχη επανω στο χορταρι. επειδη, θα εξυμνησω το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αποδωστε μεγαλοσυνη στον θεο μασ. αυτοσ ειναι ο βραχοσ, τα εργα του ειναι τελεια· επειδη, ολοι οι δρομοι του ειναι κριση· ειναι θεοσ πιστοσ, και δεν υπαρχει αδικια σ' αυτον· αυτοσ ειναι δικαιοσ, και ευθυσ. αυτοι διεφθαρηκαν· το μολυσμα τησ αμαρτιασ τουσ δειχνει οτι δεν ανηκουν στουσ γιουσ του· ειναι γενεα δυστροπη και διεστραμμενη. αυτα ανταποδιδετε στον κυριο, λαε μωρε και ασυνετε; δεν ειναι αυτοσ ο πατερασ σου, που σε εξαγορασε; αυτοσ, που σε επλασε, και σε διαμορφωσε; θυμησου τισ αρχαιεσ ημερεσ, συλλογισου τα χρονια πολλων γενεων. ρωτησε τον πατερα σου, κι αυτοσ θα σου αναγγειλει, τουσ πρεσβυτερουσ σου, κι αυτοι θα σου πουν. οταν ο υψιστοσ διαμεριζε τα εθνη, οταν διεσπερνε τουσ γιουσ του αδαμ, εστησε τα ορια των λαων συμφωνα με τον αριθμο των γιων ισραηλ. επειδη, η μεριδα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ο λαοσ του, ο ιακωβ ειναι το μεροσ τησ κληρονομιασ του. στην ερημο τον βρηκε, και σε ερημια φρικησ και ολολυγμου. τον περιοδηγησε, τον διαπαιδαγωγησε, τον διαφυλαξε σαν την κορη του ματιου του. οπωσ ο αετοσ σκεπαζει τη φωλια του, περιθαλπει τουσ νεοσσουσ του, καθωσ απλωνει τισ φτερουγεσ του, τουσ παιρνει και τουσ σηκωνει επανω στα φτερα του, ετσι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μονοσ, τον οδηγησε, και δεν ηταν μαζι του ξενοσ θεοσ. τουσ ανεβασε επανω στα εξοχα μερη τησ γησ, και εφαγαν τα γεννηματα των χωραφιων. και τουσ θηλασε μελι απο την πετρα, και λαδι απο τη σκληρη πετρα, βουτυρο βοδιων, και γαλα προβατων, με παχοσ αρνιων, και κριαριων, θρεμματων τησ βασαν, και τραγων, μαζι με το εκλεκτο ανθοσ του σιταριου· και ηπιεσ κρασι, αιμα σταφυλιου. και ο ιεσουρουν παχυνε, και κλωτσησε· παχυνεσ, πλατυνεσ, υπερλιπανθηκεσ. τοτε, λησμονησε τον θεο, που τον επλασε, και καταφρονησε τον βραχο τησ σωτηριασ του. τον παροξυναν σε ζηλοτυπια με ξενουσ θεουσ, τον παροξυναν με βδελυγματα σε θυμο. θυσιασαν σε δαιμονια, και οχι στον θεο· σε θεουσ, που δεν γνωριζαν, σε θεουσ καινουργιουσ, που τουσ εμπασαν μεσα προσφατα, τουσ οποιουσ δεν λατρευαν οι πατερεσ σασ· και τον βραχο που σε γεννησε, τον εγκατελειψεσ, και λησμονησεσ τον θεο, που σε επλασε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειδε, και τουσ αποστραφηκε, επειδη τον παροργισαν, οι γιοι του και οι θυγατερεσ του. και ειπε: θα αποστρεψω το προσωπο μου απ' αυτουσ, θα δω ποιο θα ειναι το τελοσ τουσ. επειδη, αυτοι ειναι διεστραμμενη γενεα, γιοι στουσ οποιουσ δεν υπαρχει πιστη. αυτοι με παροξυναν σε ζηλοτυπια μ' αυτα που δεν ειναι θεοσ· με τα ειδωλα τουσ με παροργισαν. κι εγω θα τουσ παροξυνω σε ζηλοτυπια με εκεινουσ, που δεν ειναι πραγματικοσ λαοσ, με εθνοσ ασυνετο θα τουσ παροργισω. επειδη, φωτια αναψε μεσα στον θυμο μου, και θα καψει μεχρι τα κατωτερα μερη του αδη, και θα καταφαει τη γη μαζι με τα γεννηματα τησ, και θα καταφλογισει τα θεμελια των βουνων. θα επισωρευσω επανω τουσ κακα, ολα τα βελη μου θα τα αδειασω επανω τουσ. θα αναλωθουν απο την πεινα, και θα καταφαγωθουν με φλογωδεισ νοσουσ, και με πικρο ολεθρο. και θα στειλω επανω τουσ δοντια θηριων, και φαρμακι εκεινων που σερνονται επανω στη γη. απεξω μαχαιρα, και απο μεσα τρομοσ θα αφανιζει και τον νεο και την παρθενα, το νηπιο που θηλαζει και τον γεροντα με τα ασπρα μαλλια. ειπα: θα τουσ διασκορπιζα, θα εξαλειφα την αναμνηση τουσ μεσα απο τουσ ανθρωπουσ. αν δεν φοβομουν την οργη του εχθρου, μηπωσ οι εναντιοι τουσ υψηλοφρονησουν, και πουν, το δυνατο μασ χερι, και οχι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τα εκανε ολα αυτα. επειδη, ειναι εθνοσ ασυνετο, και δεν υπαρχει μεσα τουσ φρονηση. ειθε να ησαν σοφοι, να το καταλαβαιναν, να συλλογιζονταν το τελοσ τουσ! πωσ θα μπορουσε ενασ να διωξει 1.000, και δυο να τρεψουν σε φυγη μυριαδεσ, αν ο βραχοσ τουσ δεν θα τουσ πουλουσε, και δεν θα τουσ παρεδινε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; επειδη, ο βραχοσ τουσ δεν ειναι οπωσ ο βραχοσ μασ· κι αυτοι οι εχθροι μασ ασ κρινουν. επειδη, απο την αμπελο των σοδομων ειναι η αμπελοσ τουσ, και απο τα χωραφια τησ γομορρασ. το σταφυλι τουσ ειναι σταφυλι χολησ, τα τσαμπια τουσ πικρα. το κρασι τουσ φαρμακι απο δρακοντεσ, και αγιατρευτο δηλητηριο οχιασ. δεν ειναι αυτο αποταμιευμενο σε μενα, σφραγισμενο στουσ θησαυρουσ μου; σε μενα ανηκει η εκδικηση, και η ανταποδοση· το ποδι τουσ θα γλιστρησει στον διορισμενο καιρο. επειδη, ειναι κοντα η ημερα τησ απωλειασ τουσ, και εκεινα που προκειται ναρθουν επανω τουσ φτανουν γρηγορα. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κρινει τον λαο του, και θα μεταμεληθει για τουσ δουλουσ του, οταν δει οτι η δυναμη τουσ χαθηκε, και οτι δεν εμεινε τιποτα φυλαγμενο ουτε εγκαταλειμμενο. και θα πει: που ειναι οι θεοι τουσ, ο βραχοσ στον οποιο ειχαν το θαρροσ τουσ; οι οποιοι ετρωγαν το παχοσ των θυσιων τουσ, και επιναν το κρασι των σπονδων τουσ; ασ σηκωθουν και ασ σασ βοηθησουν, ασ γινουν σε σασ σκεπη. δειτε, τωρα, οτι εγω, εγω ειμαι, και, δεν υπαρχει θεοσ αλλοσ, εκτοσ απο μενα. εγω θανατωνω και ζωοποιω· εγω πληγωνω και ιατρευω. και δεν υπαρχει καποιοσ που να ελευθερωνει απο το χερι μου. επειδη, εγω υψωνω το χερι μου στον ουρανο, και λεω: εγω ζω στον αιωνα. αν ακονισω την αστραποφορα μαχαιρα μου, και βαλω το χερι μου σε κριση, θα κανω εκδικηση στουσ εχθρουσ μου, και θα κανω ανταποδοση σ' εκεινουσ που με μισουν· θα μεθυσω τα βελη μου απο αιμα, και η μαχαιρα μου θα καταφαει κρεατα, απο το αιμα των φονευμενων και των αιχμαλωτων, απο το κεφαλι των αρχοντων των εχθρων. ευφρανθειτε, εθνη, μαζι με τον λαο του· επειδη, θα κανει εκδικηση για το αιμα των δουλων του. και θα αποδωσει εκδικηση στουσ εναντιουσ του, και θα καθαρισει τη γη του, και τον λαο του. και ο μωυσησ ηρθε, και μιλησε ολα τα λογια αυτου του τραγουδιου σε επηκοον του λαου, αυτοσ και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη. και ο μωυσησ τελειωσε στο να μιλαει ολα αυτα τα λογια σε ολοκληρο τον ισραηλ. και τουσ ειπε: βαλτε τισ καρδιεσ σασ σε ολα τα λογια, που εγω σημερα διακηρυττω σε σασ· τα οποια θα παραγγειλετε στα παιδια σασ να προσεχουν στο να εκτελουν, ολα τα λογια αυτου του νομου. επειδη, αυτοσ δεν ειναι σε σασ ενασ ματαιοσ λογοσ· επειδη, αυτη ειναι η ζωη σασ και με τον λογο αυτο θα μακροημερευσετε επανω στη γη, προσ την οποιαν διαβαινετε τον ιορδανη για να την κληρονομησετε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση την ιδια εκεινη ημερα, λεγοντασ: ανεβα σ' αυτο το βουνο αβαριμ, το βουνο νεβω, που ειναι στη γη του μωαβ, καταντικρυ στην ιεριχω· και κοιταξε τη γη χανααν, που εγω δινω στουσ γιουσ ισραηλ για ιδιοκτησια· και να πεθανεισ στο βουνο οπου ανεβαινεισ, και να προστεθεισ στον λαο σου, οπωσ ο αδελφοσ σου ο ααρων πεθανε στο βουνο ωρ, και προστεθηκε στον λαο του· επειδη, απειθησατε σε μενα αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ στα νερα τησ μεριβα-καδησ, στην ερημο σιν· επειδη, δεν με αγιασατε αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ· γι' αυτο, θα δεισ τη γη απο απεναντι, εκει μεσα ομωσ δεν θα μπεισ, στη γη που εγω δινω στουσ γιουσ ισραηλ.

33

και αυτη ειναι η ευλογια, που ο μωυσησ, ο ανθρωποσ του θεου, ευλογησε τουσ γιουσ ισραηλ, πριν απο τον θανατο του· και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηρθε απο το σινα, και επιφανηκε σ' αυτουσ απο το σηειρ. επελαμψε απο το βουνο φαραν, και ηρθε με μυριαδεσ αγιουσ. απο το δεξι του χερι βγηκε γι' αυτουσ φωτια νομου. ναι, αγαπησε τον λαο. κατω απο το χερι σου ειναι ολοι οι αγιοι του· και καθονταν στα ποδια σου, για να παρουν τα λογια σου. νομο μασ προσταξε ο μωυσησ, την κληρονομια τησ συναγωγησ του ιακωβ. και υπηρχε βασιλιασ στον ιεσουρουν, οταν οι αρχοντεσ του λαου συγκεντρωθηκαν με τισ φυλεσ του ισραηλ. ασ ζει ο ρουβην, και ασ μη πεθανει, και ασ ειναι πολυαριθμοσ ο λαοσ του. και αυτη ειναι η ευλογια του ιηhυδα· και ειπε: εισακουσε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τη φωνη του ιηhυδα, και φερ' τον στον λαο του· τα χερια του ασ ειναι σ' αυτον αυταρκη· και να εισαι σ' αυτον βοηθεια εναντια στουσ εχθρουσ του. και για τον λευι ειπε: τα θουμμιμ σου και τα ουριμ σου ασ ειναι για τον ανθρωπο, τον οσιο σου, που δοκιμασεσ στη μασσα, και με τον οποιο αντιλογησεσ στα νερα τησ μεριβα· που ειπε στον πατερα του και στη μητερα του: δεν τον ειδα, και που απαρνηθηκε τα αδελφια του, ουτε γνωρισε τουσ γιουσ του· επειδη, τηρησαν τον λογο σου, και φυλαξαν τη διαθηκη σου. θα διδασκουν τισ κρισεισ σου στον ιακωβ, και τον νομο σου στον ισραηλ· θα βαζουν μπροστα σου θυμιαμα, και ολοκαυτωματα επανω στο θυσιαστηριο σου. ευλογησε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τα ταγματα του, και δεξου τα εργα των χεριων του· συντριψε την οσφυ εκεινων που σηκωνονται εναντιον του, και που τον μισουν, ωστε να μη σηκωθουν πλεον. για τον βενιαμιν ειπε: ο αγαπημενοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κατοικει κοντα του σε ασφαλεια· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τον περισκεπαζει ολεσ τισ ημερεσ και θα αναπαυεται αναμεσα στουσ ωμουσ του. και για τον ιωσηφ ειπε: ευλογημενη ασ ειναι απο τον κυριο η γη του, απο τα πολυτιμα δωρα του ουρανου, απο τη δροσια, και απο την αβυσσο, που βρισκεται απο κατω, και απο τουσ πολυτιμουσ καρπουσ του ηλιου, και απο τα πολυτιμα δωρα του φεγγαριου, και απο τα εξαιρετα αγαθα των αρχαιων βουνων, και απο τα πολυτιμα αγαθα των αιωνιων βουνων, και απο τα πολυτιμα αγαθα τησ γησ και του πληρωματοσ τησ· και η ευδοκια εκεινου που φανηκε στη βατο, ασ ερθει επανω στο κεφαλι του ιωσηφ, κι επανω στην κορυφη του εκλεκτου αναμεσα στουσ αδελφουσ του. η δοξα του ασ ειναι σαν τον πρωτοτοκο του ταυρου του, και τα κερατα του, σαν τα κερατα του μονοκερατου ζωου· μ' αυτα θα κερατισει τα εθνη μεχρι τα ακρα τησ γησ· και αυτεσ ειναι οι μυριαδεσ του εφραιμ, και αυτεσ οι χιλιαδεσ του μανασση. και για τον ζαβουλων ειπε: ευφραινου, ζαβουλων, στην εξοδο σου· και ισσαχαρ, στισ σκηνεσ σου. θα καλεσουν τουσ λαουσ στο βουνο· εκει θα προσφερουν θυσιεσ δικαιοσυνησ· επειδη, θα θηλασουν την αφθονια τησ θαλασσασ, και τουσ κρυμμενουσ θησαυρουσ τησ αμμου. και για τον γαδ, ειπε: ευλογημενοσ αυτοσ που πλαταινει τον γαδ· καθεται σαν λιονταρι, και διασπαρασσει βραχιονα και κεφαλι. και για τον εαυτο του προβλεψε την πρωτη μεριδα· επειδη, εκει ηταν φυλαγμενο το μεριδιο του νομοθετη· και ηρθε μαζι με τουσ αρχοντεσ του λαου, εκπληρωσε τη δικαιοσυνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τισ κρισεισ του μαζι με τον ισραηλ. και για τον δαν ειπε: ο δαν ειναι σκυμνοσ λιονταριου· θα πηδησει απο τη βασαν. και για τον νεφθαλι ειπε: ω, νεφθαλι, που εισαι χορτασμενοσ απο ευδοκια, και γεματοσ απο την ευλογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κληρονομησε τη δυση και τη μεσημβρια. και για τον ασηρ ειπε: ασ ειναι ευλογημενοσ απο παιδια ο ασηρ· ασ ειναι δεκτοσ στουσ αδελφουσ του, και ασ βυθισει το ποδι του σε λαδι. σιδεροσ και χαλκοσ ασ ειναι τα υποδηματα σου, και η δυναμη σου οπωσ οι ημερεσ σου. δεν ειναι κανενασ οπωσ ο θεοσ του ιεσουρουν, που ιππευει τουσ ουρανουσ για τη δικη σου βοηθεια, και μεσα στη μεγαλοπρεπεια του επανω στο στερεωμα. ο αιωνιοσ θεοσ ειναι καταφυγη, και υποστηριγμα οι αιωνιοι βραχιονεσ. και θα διωξει τον εχθρο απο μπροστα σου, και θα πει: εξολοθρευσε. τοτε, ο ισραηλ θα κατοικησει με ασφαλεια, μονοσ· το ματι του ιακωβ θα ειναι επανω σε γη σιταριου και κρασιου· και οι ουρανοι του θα σταλαζουν δροσια. τρισευτυχισμενοσ εσυ, ισραηλ. ποιοσ ειναι ομοιοσ με σενα, λαε που σωζεσαι απο τον κυριο, ο οποιοσ ειναι η ασπιδα τησ βοηθειασ σου, και η μαχαιρα τησ υπεροχησ σου! και οι εχθροι σου θα υποταχθουν σε σενα, κι εσυ θα πατησεισ επανω στον τραχηλο τουσ.

34

και ο μωυσησ ανεβηκε απο τισ πεδιαδεσ του μωαβ στο βουνο νεβω, στην κορυφη φασγα, που ειναι καταντικρυ στην ιεριχω. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του εδειξε ολοκληρη τη γη γαλααδ μεχρι τη γη του δαν, και ολοκληρη τη γη του νεφθαλι, και τη γη του εφραιμ, και του μανασση, και ολοκληρη τη γη του ιηhυδα, μεχρι την τελευταια θαλασσα, και τη μεσημβρια, και την πεδιαδα τησ κοιλαδασ τησ ιεριχω, πολησ των φοινικων, μεχρι τη σηγωρ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: αυτη ειναι η γη, που εγω ορκιστηκα στον αβραhαμ, στον ισαακ, και στον ιακωβ, λεγοντασ: στο σπερμα σου θα τη δωσω· εγω σε εκανα να τη δεισ με τα ματια σου, εκει ομωσ δεν θα διαβεισ. και ο μωυσησ πεθανε εκει, ο υπηρετησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στη γη του μωαβ, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και τον εθαψε στην κοιλαδα, στη γη του μωαβ, καταντικρυ του βαιθ-φεγωρ· και κανενασ δεν γνωριζει τον ταφο του μεχρι σημερα. και ο μωυσησ ηταν 120 χρονων, οταν πεθανε· τα ματια του δεν αμαυρωθηκαν ουτε ελαττωθηκε η δυναμη του. και οι γιοι ισραηλ εκλαψαν τον μωυση στισ πεδιαδεσ του μωαβ για 30 ημερεσ· και οι ημερεσ του κλαματοσ του πενθουσ του μωυση τελειωσαν. και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, ηταν πληρησ πνευματοσ σοφιασ· επειδη, ο μωυσησ ειχε επιθεσει τα χερια του επανω του· και υπακουαν σ' αυτον οι γιοι ισραηλ, και εκαναν οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει στον μωυση. και μεσα στον ισραηλ δεν σηκωθηκε πλεον προφητησ, οπωσ ο μωυσησ, τον οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γνωρισε προσωπο προσ προσωπο, σε ολα τα σημεια και τα τεραστια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον εστειλε να κανει μεσα στη γη τησ αιγυπτου, στον φαραω, και σε ολουσ τουσ δουλουσ του, και σε ολοκληρη τη γη του, και με ολο το δυνατο χερι του θεου, και με ολα τα μεγαλα θαυμασια πραγματα, που ο μωυσησ εκανε μπροστα σε ολοκληρο τον ισραηλ.

ιηhοσυα του ναυη

1

και μετα τον θανατο του μωυση, του δουλου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα, τον γιο του ναυη, τον υπηρετη του μωυση, λεγοντασ: ο μωυσησ, ο υπηρετησ μου, πεθανε· τωρα, λοιπον, αφου σηκωθεισ, διαβα αυτον τον ιορδανη, εσυ και ολοκληροσ αυτοσ ο λαοσ, προσ τη γη που εγω δινω σ' αυτουσ, στουσ γιουσ ισραηλ. ολοκληρο τον τοπο επανω στον οποιο θα πατησει το πελμα των ποδιων σασ, τον εδωσα σε σασ, οπωσ ειχα πει στον μωυση· απο την ερημο και τουτο τον λιβανο, και μεχρι τον μεγαλο ποταμο, τον ποταμο ευφρατη, ολοκληρη η γη των χετταιων, και μεχρι τη μεγαλη θαλασσα, προσ δυσμασ του ηλιου, θα ειναι το οριο σασ. ανθρωποσ δεν θα μπορεσει να σταθει εναντιον σου ολεσ τισ ημερεσ τη ζωησ σου· οπωσ ημουν μαζι με τον μωυση, θα ειμαι και μαζι σου· δεν θα σε αφησω ουτε θα σε εγκαταλειψω. γινε ισχυροσ και ανδρειοσ· επειδη, εσυ θα κληροδοτησεισ σε τουτον τον λαο τη γη, που ορκιστηκα στουσ πατερεσ τουσ να τουσ δωσω. μονον γινε ισχυροσ και υπερβολικα ανδρειοσ, για να προσεχεισ να κανεισ συμφωνα με ολοκληρο τον νομο, που ο μωυσησ, ο υπηρετησ μου, σε προσταξε· μη παρεκκλινεισ απ' αυτον δεξια η αριστερα, για να φερεσαι με συνεση, παντου οπου κι αν πασ. αυτο το βιβλιο του νομου δεν θα απομακρυνθει απο το στομα σου, αλλα σ' αυτο θα μελετασ ημερα και νυχτα, για να προσεχεισ να κανεισ συμφωνα με ολα οσα ειναι γραμμενα μεσα σ' αυτο· επειδη, τοτε θα ευοδωνεσαι στον δρομο σου, και τοτε θα φερεσαι με συνεση. δεν σε προσταζω εγω; γινε ισχυροσ και ανδρειοσ· μη φοβηθεισ ουτε να δειλιασεισ· επειδη, μαζι ειναι σου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, οπου κι αν πασ. και ο ιηhοσυα προσταξε τουσ αρχοντεσ του λαου, λεγοντασ: περαστε μεσα απο το στρατοπεδο, και προσταξτε τον λαο, λεγοντασ: ετοιμαστε εφοδια για τον εαυτο σασ· επειδη, μετα απο τρεισ ημερεσ θα διαβειτε αυτον τον ιορδανη, για να μπειτε μεσα να κληρονομησετε τη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ δινει σε σασ για να την κληρονομησετε. και στουσ ρουβηνιτεσ, και στουσ γαδιτεσ, και στο μισο απο τη φυλη του μανασση, ο ιηhοσυα ειπε, τα εξησ: θυμηθειτε τον λογο, που ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε σε σασ, λεγοντασ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ σασ ανεπαυσε, και σασ εδωσε αυτη τη γη· οι γυναικεσ σασ, τα παιδια σασ, και τα κτηνη σασ, θα μεινουν στη γη, που ο μωυσησ σασ εδωσε απο την εκει πλευρα του ιορδανη· εσεισ, ομωσ, θα διαβειτε μπροστα απο τα αδελφια σασ, οπλισμενοι, ολοι οι ισχυροι σε δυναμη, και θα τουσ βοηθησετε· μεχρισ οτου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναπαυσει τουσ αδελφουσ σασ, οπωσ κι εσασ, και να κληρονομησουν κι αυτοι τη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ δινει σ' αυτουσ. τοτε, θα επιστρεψετε στη γη τησ κληρονομιασ σασ, και θα την κληρονομησετε, την οποια ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ εδωσε απο την εκει πλευρα του ιορδανη, προσ ανατολασ του ηλιου. και αποκριθηκαν στον ιηhοσυα, λεγοντασ: ολα οσα μασ προσταξεισ, θα τα κανουμε· και παντου οπου μασ στειλεισ, θα παμε· οπωσ υπακουαμε στον μωυση, σε ολα, ετσι θα υπακουμε και σε σενα· μονον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου να ειναι μαζι σου, καθωσ ηταν και με τον μωυση· καθε ανθρωποσ, που θα εναντιωθει στισ προσταγεσ σου, και δεν υπακουσει στα λογια σου, σε ολα οσα τον προσταξεισ, ασ θανατωνεται· μονον γινε ισχυροσ και ανδρειοσ.

2

και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, εστειλε απο τη σιττειμ δυο ανδρεσ για να κατασκοπευσουν κρυφα, λεγοντασ: πηγαινετε, δειτε τη γη, και την ιεριχω. κι εκεινοι πηγαν, και μπηκαν μεσα στο σπιτι μιασ πορνησ γυναικασ, που ονομαζοταν ρααβ, και εκει κατελυσαν. και ανηγγειλαν στον βασιλια τησ ιεριχω, λεγοντασ: να, ηρθαν εδω τη νυχτα δυο ανδρεσ απο τουσ γιουσ ισραηλ, για να κατασκοπευσουν τη γη. και ο βασιλιασ τησ ιεριχω εστειλε απεσταλμενουσ στη ρααβ, λεγοντασ: βγαλε εξω τουσ ανδρεσ, οι οποιοι μπηκαν μεσα σε σενα, που μπηκαν μεσα στο σπιτι σου· επειδη, ηρθαν να κατασκοπευσουν ολοκληρη τη γη. και η γυναικα παιρνοντασ τουσ δυο ανδρεσ τουσ εκρυψε, και ειπε: ναι μεν οι ανδρεσ μπηκαν μεσα σε μενα, αλλα δεν ξερω απο που ησαν· κι ενω επροκειτο να κλειστει η πυλη, οταν σκοτεινιασε, οι ανδρεσ βγηκαν εξω· δεν ξερω που πηγαν οι ανδρεσ· τρεξτε γρηγορα απο πισω τουσ, επειδη θα τουσ προφτασετε. αυτη, ομωσ, τουσ ειχε ανεβασει επανω στην ταρατσα και τουσ ειχε σκεπασει με λινοκαλαμο, που ειχε στοιβαγμενο επανω στην ταρατσα. και οι ανδρεσ ετρεξαν απο πισω τουσ, απο τον δρομο που οδηγει στον ιορδανη, μεχρι τισ διαβασεισ· κι αμεσωσ, αφου αναχωρησαν εκεινοι που ετρεχαν απο πισω τουσ, κλειστηκε η πυλη. και πριν εκεινοι πλαγιασουν, αυτη ανεβηκε σ' αυτουσ επανω στην ταρατσα. και ειπε στουσ ανδρεσ: γνωριζω οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ εδωσε τη γη· και οτι ο τρομοσ σασ επεσε επανω μασ, και οτι ολοι οι κατοικοι τησ γησ νεκρωθηκαν απο τον φοβο σασ· επειδη, ακουσαμε πωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ξερανε τα νερα τησ ερυθρασ θαλασσασ μπροστα σασ, οταν βγηκατε εξω απο την αιγυπτο· και τι κανατε στουσ δυο βασιλιαδεσ των αμορραιων, που ησαν περα απο τον ιορδανη, στον σηων, και στον ωγ, που τουσ εξολοθρευσατε· και καθωσ ακουσαμε, διαλυθηκε η καρδια μασ, και δεν εμεινε πλεον πνοη σε κανεναν απο τον φοβο σασ, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, αυτοσ ειναι ο θεοσ επανω στον ουρανο, και κατω στη γη· και τωρα, ορκιστειτε μου, παρακαλω, στον κυριο, οτι, καθωσ εγω εκανα ελεοσ σε σασ, θα κανετε κι εσεισ ελεοσ στην οικογενεια του πατερα μου· και δωστε μου ενα σημαδι πιστησ, οτι θα διαφυλαξετε τη ζωη στον πατερα μου, και στη μητερα μου, και στουσ αδελφουσ μου, και στισ αδελφεσ μου, και σε ολα οσα εχουν, και θα σωσετε τη ζωη μασ απο τον θανατο. και οι ανδρεσ αποκριθηκαν σ' αυτη: η ζωη μασ ασ παραδοθει σε θανατο αντι τησ δικησ σασ, (αν μονο δεν φανερωσετε αυτη την υποθεση μασ), αν εμεισ, οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παραδωσει σε μασ τη γη, δεν δειξουμε ελεοσ και πιστη σε σενα. τοτε, τουσ κατεβασε με σχοινι μεσα απο το παραθυρο· επειδη, το σπιτι τησ ηταν στο τειχοσ τησ πολησ, και κατοικουσε στο τειχοσ. και ειπε: πηγαινετε προσ την ορεινη, περιοχη, για να μη σασ συναντησουν εκεινοι που σασ καταδιωκουν· και κρυφτειτε εκει τρεισ ημερεσ, μεχρισ οτου επιστρεψουν αυτοι που σασ καταδιωκουν· και επειτα, θα πατε στον δρομο σασ. και οι ανδρεσ ειπαν σ' αυτη: με τουτο θα ειμαστε καθαροι απο αυτον τον ορκο σου που μασ εκανεσ να ορκιστουμε· δεσ, οταν εμεισ μπαινουμε μεσα στη γη, θα δεσεισ το σχοινι αυτο του κοκκινου νηματοσ στο παραθυρο, απο το οποιο μασ κατεβασεσ· και τον πατερα σου, και τη μητερα σου, και τουσ αδελφουσ σου, και ολοκληρη την οικογενεια του πατερα σου, θα συγκεντρωσεισ κοντα σου στο σπιτι· και καθενασ, που θα βγει εξω απο τη θυρα του σπιτιου σου, το αιμα του θα ειναι επανω στο κεφαλι του, κι εμεισ θα ειμαστε καθαροι· οποιοσ, ομωσ, μενει μαζι σου στο σπιτι, το αιμα του θα ειναι επανω στο κεφαλι μασ, αν καποιοσ βαλει χερι επανω του· αλλα, αν φανερωσεισ την υποθεση μασ αυτη, τοτε θα ειμαστε λυμενοι απο τον ορκο σου, που μασ εκανεσ να ορκιστουμε. και εκεινη ειπε: συμφωνα με τα λογια σασ, ετσι ασ γινει. και τουσ εξαπεστειλε, και αναχωρησαν· κι αυτη εδεσε το κοκκινο σχοινι στο παραθυρο. και αναχωρησαν, και ηρθαν στην ορεινη περιοχη, και εμειναν εκει τρεισ ημερεσ, μεχρισ οτου επεστρεψαν εκεινοι που τουσ καταδιωκαν· και τουσ αναζητησαν αυτοι που τουσ καταδιωκαν σε ολοκληρο τον δρομο, ομωσ δεν τουσ βρηκαν. και οι δυο ανδρεσ γυρισαν, και κατεβηκαν απο το βουνο, και διαβηκαν και ηρθαν στον ιηhοσυα, τον γιο του ναυη, και του διηγηθηκαν ολα οσα τουσ συνεβησαν. και ειπαν στον ιηhοσυα: σιγουρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεδωσε στα χερια μασ ολοκληρη τη γη· και μαλιστα ολοι οι κατοικοι του τοπου νεκρωθηκαν απο τον φοβο μασ.

3

και ο ιηhοσυα σηκωθηκε πρωι· και αναχωρησαν απο τη σιττειμ, και ηρθαν μεχρι τον ιορδανη, αυτοσ και ολοι οι γιοι ισραηλ, και διανυχτερευσαν εκει, πριν διαπερασουν απεναντι. και μετα απο τρεισ ημερεσ οι αρχοντεσ περασαν μεσα απο το στρατοπεδο, και προσταξαν τον λαο, λεγοντασ: οταν δειτε την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ, και τουσ ιερεισ τουσ λευιτεσ, που τη βασταζουν, τοτε εσεισ θα κινηθειτε απο τουσ τοπουσ σασ και θα πατε πισω απ' αυτη· ομωσ, ασ ειναι διαστημα αναμεσα σε σασ και σ' εκεινη, μεχρι 2.000 πηχεσ, συμφωνα με το μετρο, (μη πλησιαστε σ' αυτη) για να γνωριζετε τον δρομο, που πρεπει να βαδιζετε· επειδη, δεν περασατε αυτο τον δρομο χθεσ και προχθεσ. και ο ιηhοσυα ειπε στον λαο: καθαριστειτε, επειδη αυριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει αναμεσα σασ θαυμαστα πραγματα. και ο ιηhοσυα ειπε στουσ ιερεισ, λεγοντασ: σηκωστε την κιβωτο τησ διαθηκησ, και προπορευεστε μπροστα απο τον λαο. και σηκωσαν την κιβωτο τησ διαθηκησ, και πηγαιναν μπροστα απο τον λαο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα: αυτη την ημερα αρχιζω να σε υψωνω μπροστα σε ολοκληρο τον ισραηλ· για να γνωρισουν οτι, οπωσ ημουν μαζι με τον μωυση, θα ειμαι μαζι και με σενα· εσυ, λοιπον, προσταξε τουσ ιερεισ, που βασταζουν την κιβωτο τησ διαθηκησ, λεγοντασ: οταν φτασετε στην ακρη του νερου του ιορδανη, θα σταθειτε στον ιορδανη. και ο ιηhοσυα ειπε στουσ γιουσ ισραηλ: πλησιαστε εδω, κι ακουστε τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ. και ο ιηhοσυα ειπε: απο τουτο θα γνωρισετε οτι ο ζωντανοσ θεοσ ειναι αναμεσα σασ, και οτι ολοκληρωτικα θα εξολοθρευσετε απο μπροστα σασ τουσ χαναναιουσ και τουσ χετταιουσ, και τουσ ευαιουσ, και τουσ φερεζαιουσ, και τουσ γεργεσαιουσ, και τουσ αμορραιουσ, και τουσ ιεβουσαιουσ· δεσ, η κιβωτοσ τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ολοκληρησ τησ γησ πορευεται μπροστα σασ στον ιορδανη. και, τωρα, εκλεξτε για τον εαυτο σασ 12 ανδρεσ απο τισ φυλεσ του ισραηλ, απο εναν ανδρα ανα φυλη· και καθωσ τα πελματα των ποδιων των ιερεων, που βασταζουν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ολοκληρησ τησ γησ, πατησουν στα νερα του ιορδανη, τα νερα του ιορδανη θα κοπουν τα δυο, τα νερα που κατεβαινουν απο πανω, και θα σταθουν σε εναν σωρο. και καθωσ ο λαοσ σηκωθηκε απο τισ σκηνεσ τουσ, για να διαβουν τον ιορδανη, και οι ιερεισ, που βασταζαν την κιβωτο τησ διαθηκησ μπροστα απο τον λαο, και καθωσ εκεινοι που βασταζαν την κιβωτο ηρθαν μεχρι τον ιορδανη, και τα ποδια των ιερεων, που βασταζαν την κιβωτο, βραχηκαν στην ακρη του νερου, (επειδη, ο ιορδανησ πλημμυριζει σε ολεσ τισ οχθεσ του, ολεσ τισ ημερεσ του θερισμου) τα νερα που κατεβαινουν απο πανω σταθηκαν, και υψωθηκαν σε εναν σωρο πολυ μακρια, απο την πολη αδαμ, που ειναι στα πλαγια τησ ζαρεταν· και τα νερα που κατεβαιναν κατω, προσ τη θαλασσα τησ πεδιαδασ, την αλμυρη θαλασσα, καθωσ αποκοπηκαν, εφυγαν ολοκληρωτικα· και ο λαοσ περασε, καταντικρυ τησ ιεριχω. και οι ιερεισ, που βασταζαν την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στεκονταν σταθεροι επανω σε ξερο εδαφοσ, στο μεσον του ιορδανη, και ολοι οι ισραηλιτεσ διαβαιναν μεσα απο ξερο εδαφοσ, μεχρισ οτου τελειωσε ολοκληροσ ο λαοσ να διαβαινει τον ιορδανη.

4

και αφου ολοκληροσ ο λαοσ τελειωσε να διαβαινει τον ιορδανη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα, λεγοντασ: παρτε για τον εαυτο σασ 12 ανδρεσ απο τον λαο, απο εναν ανδρα ανα φυλη, και προσταξε τουσ, λεγοντασ, παρτε απο εδω, μεσα απο τον ιορδανη, απο τον τοπο οπου τα ποδια των ιερεων σταθηκαν σταθερα, 12 πετρεσ· και θα τισ μεταφερετε μαζι σασ, και θα τισ βαλετε στον τοπο, οπου θα στρατοπεδευσετε αυτη τη νυχτα. τοτε, ο ιηhοσυα προσκαλεσε τουσ 12 ανδρεσ, που ειχε διορισει απο τουσ γιουσ ισραηλ, απο εναν ανδρα ανα φυλη· και ο ιηhοσυα τουσ ειπε: διαβειτε μπροστα απο την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ στο μεσον του ιορδανη, και σηκωστε ο καθενασ απο σασ μια πετρα επανω στουσ ωμουσ του, συμφωνα με τον αριθμο των φυλων των γιων ισραηλ· για να ειναι αυτο ωσ σημειο μεταξυ σασ· ωστε, οταν οι γιοι σασ στο μελλον ρωτουν, λεγοντασ: τι σημαινουν σε σασ αυτεσ οι πετρεσ; τοτε, θα τουσ απαντατε: οτι τα νερα του ιορδανη κοπηκαν μπροστα απο την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· οταν διαβαινε τον ιορδανη, τα νερα του ιορδανη κοπηκαν· και οι πετρεσ αυτεσ θα ειναι στουσ γιουσ ισραηλ για παντοτινη υπομνηση. ετσι και εκαναν οι γιοι ισραηλ, καθωσ ο ιηhοσυα προσταξε σ' αυτουσ· και πηραν 12 πετρεσ μεσα απο τον ιορδανη, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πει στον ιηhοσυα, συμφωνα με τον αριθμο των φυλων των γιων ισραηλ, και τισ μετεφεραν μαζι τουσ στον τοπο οπου κατελυσαν, κι εκει τισ εβαλαν. και ο ιηhοσυα εστησε αλλεσ 12 πετρεσ στο μεσον του ιορδανη, στον τοπο οπου σταθηκαν τα ποδια των ιερεων, που βασταζαν την κιβωτο τησ διαθηκησ· (κι εκει ειναι μεχρι σημερα). και οι ιερεισ, που βασταζαν την κιβωτο στεκονταν στο μεσον του ιορδανη, μεχρισ οτου τελειωσαν ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον ιηhοσυα για να πει στον λαο, συμφωνα με ολα οσα ο μωυσησ προσταξε στον ιηhοσυα· και ο λαοσ εσπευσε και διαβηκε. και αφου ολοκληροσ ο λαοσ τελειωσε διαβαινοντασ, διαβηκε και η κιβωτοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και οι ιερεισ, μπροστα απο τον λαο. και οι γιοι του ρουβην, και οι γιοι του γαδ, και το μισο τησ φυλησ του μανασση, διαβηκαν οπλισμενοι μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ, οπωσ τουσ ειχε πει ο μωυσησ. μεχρι 40.000 οπλισμενοι διαβηκαν μπροστα απο τον κυριο σε πολεμο, στισ πεδιαδεσ τησ ιεριχω. εκεινη την ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh υψωσε τον ιηhοσυα μπροστα σε ολοκληρο τον ισραηλ· και τον φοβονταν, οπωσ φοβονταν τον μωυση, ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα τα εξησ: προσταξε τουσ ιερεισ, που βασταζουν την κιβωτο του μαρτυριου, να ανεβουν απο τον ιορδανη. και ο ιηhοσυα προσταξε τουσ ιερεισ, λεγοντασ: ανεβειτε απο τον ιορδανη. και αφου οι ιερεισ, που βασταζαν την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ανεβηκαν απο το μεσον του ιορδανη, και τα πελματα των ποδιων των ιερεων πατησαν επανω στην ξηρα, τα νερα του ιορδανη επεστρεψαν στον τοπο τουσ, και πλημμυρισαν ολεσ τισ οχθεσ του, οπωσ και πρωτα. και ο λαοσ ανεβηκε απο τον ιορδανη τη δεκατη του πρωτου μηνα, και στρατοπεδευσε στα γαλγαλα, προσ το ανατολικο μεροσ τησ ιεριχω. και τισ 12 εκεινεσ πετρεσ, που πηραν απο τον ιορδανη, ο ιηhοσυα τισ εστησε στα γαλγαλα. και ειπε στουσ γιουσ ισραηλ, λεγοντασ: οταν στο μελλον οι γιοι σασ ρωτουν τουσ πατερεσ τουσ, λεγοντασ. τι σημαινουν αυτεσ οι πετρεσ; τοτε, θα αναγγειλετε στουσ γιουσ σασ τα εξησ: ο ισραηλ διαβηκε αυτον τον ιορδανη ωσαν διαμεσου ξηρασ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ αποξερανε τα νερα του ιορδανη μπροστα σασ, μεχρισ οτου διαβηκατε, οπωσ εκανε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ στην ερυθρα θαλασσα, που την αποξερανε μπροστα μασ, μεχρισ οτου διαβηκαμε· για να γνωρισουν ολοι οι λαοι τησ γησ το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οτι ειναι δυνατο· για να φοβαστε παντοτε τον κυριο τον θεο σασ.

5

και οταν ακουσαν ολοι οι βασιλιαδεσ των αμορραιων, που ησαν περα απο τον ιορδανη προσ τα δυτικα, και ολοι οι βασιλιαδεσ των χαναναιων, που ησαν κοντα στη θαλασσα, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αποξερανε τα νερα του ιορδανη μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ, μεχρισ οτου διαβηκαν, διαλυθηκαν οι καρδιεσ τουσ· και δεν εμεινε πλεον σ' αυτουσ πνοη, απο τον φοβο των γιων ισραηλ. κατα την εποχη εκεινη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα: κανε για τον εαυτο σου κοφτερα πετρινα μαχαιρια, και κανε περιτομη για δευτερη φορα στουσ γιουσ ισραηλ. και ο ιηhοσυα εκανε για τον εαυτο του κοφτερα πετρινα μαχαιρια, και εκανε περιτομη στουσ γιουσ ισραηλ επανω στον λοφο των ακροβυστιων. και η αιτια, για την οποια ο ιηhοσυα εκανε την περιτομη, ειναι οτι ολοκληροσ ο λαοσ που βγηκε απο την αιγυπτο, τα αρσενικα, ολοι οι ανδρεσ του πολεμου, πεθαναν στην ερημο, στην οδοιπορια, αφου βγηκαν απο την αιγυπτο. και ολοκληροσ ο λαοσ που ειχε βγει ηταν περιτμημενοσ· ολοσ ο λαοσ, ομωσ, που γεννηθηκε στην ερημο, στην οδοιπορια, αφου βγηκαν εξω απο την αιγυπτο δεν ειχε περιτμηθει. επειδη, 40 χρονια οι γιοι ισραηλ περιερχονταν μεσα στην ερημο, μεχρισ οτου πεθαναν, ολοκληροσ ο λαοσ, οι ανδρεσ του πολεμου, που ειχαν βγει εξω απο την αιγυπτο, επειδη δεν υπακουσαν στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· στουσ οποιουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε οτι δεν θα τουσ αφησει να δουν τη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στουσ πατερεσ τουσ οτι θα μασ δωσει, γη που ρεει γαλα και μελι. και αντι γι' αυτουσ, αντικατεστησε τουσ γιουσ τουσ, στουσ οποιουσ ο ιηhοσυα εκανε περιτομη, για τον λογο οτι ησαν απεριτμητοι· επειδη, δεν τουσ ειχαν κανει περιτομη κατα την οδοιπορια. και αφου τελειωσαν να κανουν περιτομη σε ολοκληρο τον λαο, καθονταν στουσ τοπουσ τουσ στο στρατοπεδο, μεχρισ οτου γιατρευτηκαν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα: αυτη την ημερα αφαιρεσα απο πανω σασ τη ντροπη τησ αιγυπτου. γι' αυτο, ο τοποσ εκεινοσ ονομαστηκε γαλγαλα μεχρι σημερα. και οι γιοι ισραηλ στρατοπεδευσαν στα γαλγαλα, και εκαναν το πασχα τη 14η ημερα του μηνα, προσ την εσπερα, στισ πεδιαδεσ τησ ιεριχω. και την επομενη του πασχα εφαγαν αζυμα απο το σιταρι τησ γησ, και σιταρι φρυγανισμενο εκεινη την ιδια ημερα. και την επομενη, αφου εφαγαν απο το σιταρι τησ γησ, σταματησε το μαννα· και δεν ειχαν πλεον μαννα οι γιοι ισραηλ, αλλα ετρωγαν απο τα γεννηματα τησ γησ χανααν εκεινο τον χρονο. και οταν ο ιηhοσυα ηταν κοντα στην ιεριχω, υψωσε τα ματια του, και ειδε, και να, στεκοταν απεναντι του ενασ ανθρωποσ και η ρομφαια του ηταν στο χερι του γυμνωμενη· και καθωσ ο ιηhοσυα πλησιασε του ειπε: δικοσ μασ εισαι η απο τουσ εχθρουσ μασ; κι εκεινοσ ειπε: οχι· αλλ' εγω ειμαι ο αρχιστρατηγοσ τησ δυναμησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τωρα ηρθα. και ο ιηhοσυα επεσε με το προσωπο του επανω στη γη, και προσκυνησε· και του ειπε: τι προσταζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου στον δουλο του; και ο αρχιστρατηγοσ τησ δυναμησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα: λυσε το υποδημα σου απο τα ποδια σου· επειδη, ο τοποσ, επανω στον οποιο στεκεσαι, ειναι αγιοσ. και ο ιηhοσυα το εκανε.

6

και η ιεριχω ηταν κλεισμενη και οχυρωμενη, εξαιτιασ των γιων ισραηλ· κανενασ δεν εβγαινε εξω, και κανενασ δεν εμπαινε μεσα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα: να, παρεδωσα στο χερι σου την ιεριχω, και τον βασιλια τησ, και τουσ δυνατουσ πολεμιστεσ. και ολοι οι ανδρεσ του πολεμου βαδιστε γυρω απο την πολη, ολογυρα στην πολη μια φορα· ετσι θα κανεισ για εξι ημερεσ. και επτα ιερεισ θα βασταζουν μπροστα απο την κιβωτο επτα κερατινεσ σαλπιγγεσ· και την εβδομη ημερα θα βαδισετε γυρω απο την πολη επτα φορεσ· και οι ιερεισ θα σαλπιζουν με τισ σαλπιγγεσ. και οταν σαλπισουν με την κερατινη σαλπιγγα παρατεταμενα, καθωσ ακουσετε τον ηχο τησ σαλπιγγασ, ολοκληροσ ο λαοσ θα αλαλαξει με δυνατον αλαλαγμο, και το τειχοσ τησ πολησ θα καταπεσει απο τη βαση του, και ο λαοσ θα ανεβει, ο καθενασ κατευθειαν μπροστα του. και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, καλεσε τουσ ιερεισ, και τουσ ειπε: παρτε την κιβωτο τησ διαθηκησ, και επτα ιερεισ ασ βασταζουν επτα κερατινεσ σαλπιγγεσ μπροστα απο την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και στον λαο ειπε: περαστε, και βαδιστε γυρω απο την πολη, και οι οπλισμενοι ασ περασουν μπροστα απο την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και αφου ο ιηhοσυα μιλησε στον λαο, οι επτα ιερεισ που βασταζαν τισ επτα κερατινεσ σαλπιγγεσ μπροστα στον κυριο, περασαν, και σαλπιζαν με τισ σαλπιγγεσ· και η κιβωτοσ τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ ακολουθουσε. και οι οπλισμενοι προπορευονταν απο τουσ ιερεισ, που σαλπιζαν με τισ σαλπιγγεσ, και η οπισθοφυλακη ακολουθουσε την κιβωτο απο πισω, ενω οι ιερεισ προχωρωντασ σαλπιζαν με τισ σαλπιγγεσ. και ο ιηhοσυα προσταξε τον λαο, λεγοντασ: δεν θα αλαλαξετε ουτε θα ακουστει η φωνη σασ ουτε θα βγει λογοσ απο το στομα σασ, μεχρι την ημερα κατα την οποια θα σασ πω να αλαλαξετε· τοτε θα αλαλαξετε. και η κιβωτοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh περιηλθε την πολη, ολογυρα, μια φορα· και ηρθαν στο στρατοπεδο, και διανυχτερευσαν στο στρατοπεδο. και ο ιηhοσυα σηκωθηκε το πρωι, και οι ιερεισ σηκωσαν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και οι επτα ιερεισ, που βασταζαν τισ επτα κερατινεσ σαλπιγγεσ, προπορευονταν απο την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βαδιζοντασ και σαλπιζοντασ με τισ σαλπιγγεσ· και μπροστα τουσ πορευονταν οι οπλισμενοι· και η οπισθοφυλακη ακολουθουσε την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο πισω, ενω οι ιερεισ καθωσ προχωρουσαν σαλπιζαν με τισ σαλπιγγεσ. και τη δευτερη ημερα βαδιζαν γυρω απο την πολη μια φορα, και γυρισαν στο στρατοπεδο· ετσι εκαναν για εξι ημερεσ. και την εβδομη ημερα σηκωθηκαν γυρω στα χαραματα, και βαδισαν γυρω απο την πολη επτα φορεσ με τον ιδιο τροπο· μονον σ' αυτη την ημερα βαδισαν γυρω απο την πολη επτα φορεσ. και κατα την εβδομη φορα, ενω οι ιερεισ σαλπιζαν με τισ σαλπιγγεσ, ο ιηhοσυα ειπε στον λαο: αλαλαξτε· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ παρεδωσε την πολη· και η πολη θα ειναι αναθεμα στον κυριο, αυτη και ολα οσα ειναι μεσα σ' αυτη· μονον στη ρααβ την πορνη θα διαφυλαχθει η ζωη, σ' αυτην και σε ολουσ εκεινουσ που ειναι μεσα στο σπιτι τησ μαζι τησ· επειδη, εκρυψε τουσ κατασκοπουσ, που ειχαμε στειλει· εσεισ, ομωσ, φυλαχθειτε απο το αναθεμα, για να μη γινετε αναθεμα, παιρνοντασ απο το αναθεμα, και κανετε το στρατοπεδο του ισραηλ αναθεμα, και το ταραξετε· και ολο το ασημι και το χρυσαφι, και τα χαλκινα σκευη και τα σιδερενια, ειναι αφιερωμενα στον κυριο· θα φερθουν μεσα στο θησαυροφυλακιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο λαοσ αλαλαξε, οταν σαλπισαν με τισ σαλπιγγεσ· και καθωσ ο λαοσ ακουσε τη φωνη των σαλπιγγων, τοτε ο λαοσ αλαλαξε εναν μεγαλο αλαλαγμο, και το τειχοσ κατεπεσε απο τη βαση του, και ο λαοσ ανεβηκε στην πολη, καθε ενασ κατευθειαν μπροστα του, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν την πολη. και εξολοθρευσαν με μαχαιρα ολουσ οσουσ ησαν μεσα στην πολη, ανδρεσ και γυναικεσ, νεουσ και γεροντεσ, και βοδια, και προβατα, και γαιδουρια. και ο ιηhοσυα ειπε στουσ δυο ανδρεσ, που κατασκοπευσαν τη γη: μπειτε μεσα στο σπιτι τησ πορνησ, και βγαλτε εξω απο εκει τη γυναικα, και ολα οσα εχει, καθωσ ορκιστηκατε σ' αυτη. και οι νεοι, οι κατασκοποι, μπηκαν και εβγαλαν εξω τη ρααβ, και τον πατερα τησ, και τη μητερα τησ, και τουσ αδελφουσ τησ, και ολα οσα ειχε· και εβγαλαν ολοκληρη τη συγγενεια τησ, και τουσ διαφυλαξαν εξω απο το στρατοπεδο του ισραηλ. και κατεκαψαν την πολη με φωτια, και ολα οσα ησαν σ' αυτη· μονον το ασημι και το χρυσαφι, και τα χαλκινα σκευη και τα σιδερενια, τα εδωσαν στο θησαυροφυλακιο του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και στη ρααβ, την πορνη, και στην οικογενεια του πατερα τησ, και σε ολα οσα ειχε, ο ιηhοσυα διαφυλαξε τη ζωη· και κατοικει μεσα στον ισραηλ μεχρι σημερα· επειδη, εκρυψε τουσ κατασκοπουσ, που ο ιηhοσυα ειχε στειλει για να κατασκοπευσουν την ιεριχω. και ο ιηhοσυα ορκιστηκε εκεινη την εποχη, λεγοντασ: καταραμενοσ μπροστα στον κυριο ο ανθρωποσ, που θα σηκωθει και θα χτισει αυτη την πολη, την ιεριχω· με τον θανατο του πρωτοτοκου γιου του θα βαλει τα θεμελια τησ, 6 και με τον θανατο του νεοτατου γιου του θα στησει τισ πυλεσ τησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι με τον ιηhοσυα, κι απλωθηκε η φημη του ονοματοσ του σε ολοκληρη τη γη.

7

ομωσ, οι γιοι ισραηλ εκαναν παραβαση στο αναθεμα· επειδη, ο αχαν, ο γιοσ του χαρμι, γιου του ζαβδι, γιου του ζερα, απο τη φυλη του ιηhυδα, πηρε απο το αναθεμα· και η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναψε εναντια στουσ γιουσ ισραηλ. και ο ιηhοσυα εστειλε ανθρωπουσ απο την ιεριχω στη γαι, που ηταν κοντα στη βαιθ-αυεν, προσ το ανατολικο μεροσ τησ βαιθηλ· και τουσ ειπε, λεγοντασ: ανεβειτε, και κατασκοπευστε τη γη. και οι ανθρωποι ανεβηκαν και κατασκοπευσαν τη γαι. και οταν γυρισαν στον ιηhοσυα του ειπαν: ασ μη ανεβει ολοκληροσ ο λαοσ, αλλα μεχρι δυο η τρεισ χιλιαδεσ ανδρεσ ασ ανεβουν, και ασ παταξουν τη γαι· μη βαλεισ ολοκληρο τον λαο σε κοπο φερνοντασ τον μεχρισ εκει· επειδη, ειναι λιγοι. και ανεβηκαν εκει απο τον λαο μεχρι 3.000 ανδρεσ· και εφυγαν απο το προσωπο των ανδρων τησ γαι. και οι ανδρεσ τησ γαι παταξαν απ' αυτουσ μεχρι 36 απο τουσ ανδρεσ· και τουσ καταδιωξαν μπροστα απο την πυλη μεχρι τη σιβαρειμ, και τουσ παταξαν στο κατωφερεσ μεροσ· για το οποιο οι καρδιεσ του λαου διαλυθηκαν, και εγιναν σαν νερο. και ο ιηhοσυα ξεσχισε τα ιματια του, και επεσε καταγησ επανω στο προσωπο του, μπροστα στην κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μεχρι την εσπερα, αυτοσ και οι πρεσβυτεροι του ισραηλ, και εβαλαν χωμα επανω στα κεφαλια τουσ. και ο ιηhοσυα ειπε: α! κυριαρχε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γιατι διαπερασεσ αυτον τον λαο διαμεσου του ιορδανη, για να μασ παραδωσεισ στα χερια των αμορραιων, ωστε να μασ αφανισουν; ειθε να ημασταν ευχαριστημενοι, καθωσ καθομασταν περα απο τον ιορδανη! ω! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τι να πω, αφου ο ισραηλ εστρεψε τα νωτα μπροστα στουσ εχθρουσ του; κι ακουγοντασ οι χαναναιοι και ολοι οι κατοικοι τησ γησ, θα μασ περικυκλωσουν, και θα εξαλειψουν το ονομα μασ απο τη γη· και τι θα κανεισ για το μεγαλο σου ονομα; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα: σηκω· γιατι επεσεσ ετσι επανω στο προσωπο σου; ο ισραηλ αμαρτησε, και μαλιστα παρεβηκαν τη διαθηκη μου, που τουσ προσταξα· και επιπλεον, πηραν απο το αναθεμα, και επιπλεον εκλεψαν, και επιπλεον ειπαν ψεματα, και επιπλεον το εβαλαν στα σκευη τουσ· γι' αυτο, δεν θα μπορεσουν οι γιοι ισραηλ να σταθουν μπροστα απο τουσ εχθρουσ τουσ, αλλα θα στρεψουν τα νωτα μπροστα στουσ εχθρουσ τουσ, επειδη εγιναν αναθεμα· ουτε θα ειμαι πλεον μαζι σασ, αν δεν εξαλειψετε το αναθεμα απο αναμεσα σασ· καθωσ θα σηκωθεισ, αγιασε τον λαο, και πεσ: αγιαστειτε για την αυριανη ημερα· επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ· υπαρχει αναθεμα αναμεσα σου, ισραηλ· δεν μπορεισ να σταθεισ μπροστα απο τουσ εχθρουσ σου, μεχρισ οτου αφαιρεσετε το αναθεμα απο αναμεσα σασ· προσελθετε, λοιπον, το πρωι συμφωνα με τισ φυλεσ σασ· και η φυλη, την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα πιασει, θα προσελθει κατα συγγενειεσ· και η συγγενεια, την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα πιασει, θα προσελθει κατα οικογενειεσ· και η οικογενεια, την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα πιασει θα προσελθει κατα ανδρεσ· και οποιοσ πιαστει, που εχει το αναθεμα, θα κατακαει με φωτια, αυτοσ και ολα οσα εχει· επειδη, παρεβηκε τη διαθηκη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και επειδη επραξε ανομια στον ισραηλ. και ο ιηhοσυα, αφου σηκωθηκε το πρωι, εφερε τον ισραηλ συμφωνα με τισ φυλεσ τουσ· και πιαστηκε η φυλη του ιηhυδα· και εφερε τισ συγγενειεσ του ιηhυδα, και πιαστηκε η συγγενεια των ζαραιτων· και εφερε τη συγγενεια των ζαραιτων κατα ανδρεσ, και πιαστηκε ο ζαβδι· και εφερε την οικογενεια του κατα ανδρεσ, και πιαστηκε ο αχαν, ο γιοσ του χαρμι, γιου του ζαβδι, γιου του ζερα, απο τη φυλη του ιηhυδα. και ο ιηhοσυα ειπε στον αχαν: παιδι μου, δωσε τωρα δοξα στον κυριο τον θεο του ισραηλ, και εξομολογησου σ' αυτον, και πεσ μου τωρα τι επραξεσ· μη το κρυψεισ απο μενα. και ο αχαν αποκριθηκε στον ιηhοσυα, και ειπε: αληθινα, εγω αμαρτησα στον κυριο τον θεο του ισραηλ, και επραξα ετσι κι ετσι· βλεποντασ αναμεσα στα λαφυρα μια καλη βαβυλωνιακη στολη, και 200 σικλουσ ασημι, και μια ραβδο χρυσαφι βαρουσ 50 σικλων, τα επιθυμησα, και τα πηρα· και δεσ, ειναι κρυμμενα στη γη, στο μεσον τησ σκηνησ μου, και το ασημι κατω απ' αυτα. και ο ιηhοσυα εστειλε ανθρωπουσ· και ετρεξαν στη σκηνη, και πραγματικα, ησαν κρυμμενα στη σκηνη του, και το ασημι κατω απ' αυτα. και τα πηραν απο το μεσον τησ σκηνησ, και τα εφεραν στον ιηhοσυα, και σε ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ, και τα εβαλαν μπροστα στον κυριο. τοτε, ο ιηhοσυα, και ολοκληροσ ο ισραηλ μαζι του, επιασαν τον αχαν, τον γιο του ζερα, και το ασημι, και τη στολη, και τη ραβδο απο το χρυσαφι, και τουσ γιουσ του, και τισ θυγατερεσ του, και τα βοδια του, και τα γαιδουρια του, και τα προβατα του, και τη σκηνη του, και ολα οσα ειχε, και τουσ εφεραν στην κοιλαδα αχωρ. και ο ιηhοσυα ειπε: γιατι μασ καταταραξεσ; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε καταταραξει αυτη την ημερα. και ολοκληροσ ο ισραηλ τον λιθοβολησε με πετρεσ, και τουσ κατεκαψαν με φωτια, και τουσ λιθοβολησαν με πετρεσ. και εστησαν επανω του εναν μεγαλο σωρο απο πετρεσ, που μενει μεχρι σημερα· ετσι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επαυσε απο την εξαψη του θυμου του· γι' αυτο, το ονομα εκεινου του τοπου αποκαλειται, κοιλαδα αχωρ μεχρι αυτη την ημερα.

8

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα: μη φοβηθεισ ουτε να δειλιασεισ· παρε μαζι σου ολουσ τουσ ανδρεσ του πολεμου, και αφου σηκωθεισ, ανεβα στη γαι· να, εγω παρεδωσα στο χερι σου τον βασιλια τησ γαι, και τον λαο του, και την πολη του, και τη γη του· και θα κανεισ στη γαι, και στον βασιλια τησ, οπωσ εκανεσ στην ιεριχω και στον βασιλια τησ· μονον τα λαφυρα τησ, και τα κτηνη τησ θα λαφυραγωγησετε για τουσ εαυτουσ σασ· στησε ενεδρα εναντια στην πολη, απο πισω τησ. και ο ιηhοσυα σηκωθηκε, και ολοκληροσ ο λαοσ ο πολεμιστησ, για να ανεβουν στη γαι· και ο ιηhοσυα διαλεξε 30.000 ανδρεσ δυνατουσ πολεμιστεσ, και τουσ εστειλε τη νυχτα, και τουσ προσταξε, λεγοντασ: προσεξτε, εσεισ θα ενεδρευετε εναντια στην πολη, απο πισω τησ· μη απομακρυνθειτε πολυ απο την πολη, και να ειστε ολοι ετοιμοι· κι εγω, και ολοκληροσ ο λαοσ, που ειναι μαζι μου, θα πλησιασουμε στην πολη· και οταν βγουν εναντιον μασ, οπωσ πρωτα, τοτε εμεισ θα φυγουμε απο μπροστα τουσ· και θα βγουν πισω απο μασ, μεχρισ οτου τουσ απομακρυνουμε απο την πολη, επειδη θα πουν: αυτοι φευγουν απο μπροστα μασ, οπωσ πρωτα· κι εμεισ θα φυγουμε απο μπροστα τουσ· τοτε, εσεισ, αφου σηκωθειτε απο την ενεδρα, θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσετε την πολη· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ θα την παραδωσει στο χερι σασ· και αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσετε την πολη, θα καψετε την πολη με φωτια· συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανετε· δεστε, σασ εδωσα προσταγη. ο ιηhοσυα, λοιπον, τουσ εστειλε, και πηγαν σε ενεδρα, και καθησαν αναμεσα στη βαιθηλ και τη γαι, προσ το δυτικο μεροσ τησ γαι· και ο ιηhοσυα εμεινε εκεινη τη νυχτα αναμεσα στον λαο. και αφου ο ιηhοσυα σηκωθηκε το πρωι, επισκεφθηκε τον λαο, και ανεβηκε αυτοσ και οι πρεσβυτεροι του ισραηλ, μπροστα απο τον λαο προσ τη γαι. και ολοσ ο πολεμιστησ λαοσ, που ηταν μαζι του, ανεβηκε, και πλησιασε, και ηρθε απεναντι απο την πολη, και στρατοπεδευσε προσ το βορειο μεροσ τησ γαι· και ηταν μια κοιλαδα αναμεσα σ' αυτουσ και στη γαι. και παιρνοντασ μεχρι 5.000 ανδρεσ, τουσ εβαλε σε ενεδρα αναμεσα στη βαιθηλ και στη γαι, προσ το δυτικο μεροσ τησ πολησ. και αφου παρεταξαν τον λαο, ολοκληρο το στρατευμα, που ηταν στα βορεια τησ πολησ, και την ενεδρα του, στα δυτικα τησ πολησ, ο ιηhοσυα πηγε εκεινη τη νυχτα στο μεσον τησ κοιλαδασ. και καθωσ ειδε ο βασιλιασ τησ γαι, αυτοσ και ολοκληροσ ο λαοσ του, οι ανδρεσ τησ πολησ, εσπευσαν και σηκωθηκαν πρωι, και βγηκαν σε συναντηση του ισραηλ σε μαχη, σε ορισμενη ωρα, στην πεδιαδα· αυτοσ, ομωσ, δεν ηξερε οτι ηταν ενεδρα εναντιον του πισω απο την πολη. και ο ιηhοσυα και ολοκληροσ ο ισραηλ προσποιηθηκαν οτι κατατροπωθηκαν μπροστα τουσ, και εφευγαν απο τον δρομο τησ ερημου. και συγκαλεσαν ολοκληρο τον λαο, που ηταν στη γαι, για να τουσ καταδιωξουν· και καταδιωξαν τον ιηhοσυα, και απομακρυνθηκαν απο την πολη. και δεν απεμεινε ανθρωποσ στη γαι και στη βαιθηλ, που δεν βγηκε πισω απο τον ισραηλ· και αφησαν την πολη ανοιχτη, και καταδιωκαν τον ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα: εκτειν τη λογχη, που ειναι στο χερι σου, προσ τη γαι· επειδη, θα την παραδωσω στο χερι σου. και ο ιηhοσυα εξετεινε τη λογχη, που ηταν στο χερι του, προσ την πολη. και η ενεδρα σηκωθηκε απο τη θεση τησ με βιασυνη, και ορμησαν αμεσωσ, οταν εξετεινε το χερι του· και μπηκαν στην πολη, και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν, και σπευδοντασ εκαψαν την πολη με φωτια. και οταν οι ανδρεσ τησ γαι γυρισαν να δουν προσ τα πισω, ειδαν, και να, ο καπνοσ τησ πολησ ανεβαινε στον ουρανο, και δεν μπορουσαν να φυγουν εδω κι εκει· επειδη, ο λαοσ που εφευγε προσ την ερημο στραφηκαν προσ τα πισω εναντια σ' αυτουσ που τουσ καταδιωκαν. και ο ιηhοσυα και ολοκληροσ ο ισραηλ, αφου ειδαν οτι η ενεδρα ειχε φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει την πολη, και οτι ανεβαινε ο καπνοσ τησ πολησ, στραφηκαν προσ τα πισω, και παταξαν τουσ ανδρεσ τησ γαι. και οι αλλοι βγηκαν απο την πολη εναντιον τουσ, ωστε ησαν στο μεσον του ισραηλ, απο εδω και απο εκει· και τουσ παταξαν, ωστε δεν αφησαν κανεναν απ' αυτουσ, που να εναπεμεινε η να διεφυγε. και τον βασιλια τησ γαι τον επιασαν ζωντανο, και τον εφεραν στον ιηhοσυα. και αφου ο ισραηλ τελειωσε να φονευει ολουσ τουσ κατοικουσ τησ γαι στην πεδιαδα μεσα στην ερημο, οπου τουσ καταδιωκαν, και επεσαν ολοι με μαχαιρα, μεχρισ οτου εξολοθρευθηκαν, ολοκληροσ ο ισραηλ επεστρεψε στη γαι, και την παταξαν με μαχαιρα. και ολοι αυτοι που επεσαν εκεινη την ημερα, και ανδρεσ και γυναικεσ, ησαν 12.000, ολοι οι ανθρωποι τησ γαι. και ο ιηhοσυα δεν εσυρε προσ τα πισω το χερι του, που ειχε απλωσει με τη λογχη, μεχρισ οτου εξολοθρευσε ολουσ τουσ κατοικουσ τησ γαι. μονον τα κτηνη, και τα λαφυρα τησ πολησ εκεινησ, λαφυραγωγησε ο ισραηλ για τον εαυτο του, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε προσταξει στον ιηhοσυα. και ο ιηhοσυα κατεκαψε τη γαι, και την εκανε εναν σωρο, παντοτινα ακατοικητο, μεχρι αυτη την ημερα. και τον βασιλια τησ γαι τον κρεμασε επανω σε ενα ξυλο μεχρι την εσπερα· και καθωσ ο ηλιοσ εδυσε, ο ιηhοσυα προσταξε και κατεβασαν το πτωμα του απο το ξυλο, και το ερριξαν στην εισοδο τησ πυλησ τησ πολησ, και υψωσαν επανω του εναν μεγαλο σωρο απο πετρεσ, που μενει μεχρι σημερα. τοτε, ο ιηhοσυα οικοδομησε ενα θυσιαστηριο στον κυριο τον θεο του ισραηλ επανω στο βουνο εβαλ, οπωσ ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, προσταξε στουσ γιουσ ισραηλ, συμφωνα με το γραμμενο στο βιβλιο του νομου του μωυση: θυσιαστηριο απο ολοκληρεσ πετρεσ, επανω στισ οποιεσ δεν επιβληθηκε σιδερο· και προσφεραν επανω σ' αυτο ολοκαυτωματα στον κυριο, και θυσιασαν ειρηνικεσ προσφορεσ. και εγραψε εκει επανω στισ πετρεσ το αντιγραφο του νομου του μωυση, που ειχε γραψει μπροστα στουσ γιουσ ισραηλ. και ολοκληροσ ο ισραηλ, και οι πρεσβυτεροι τουσ, και οι αρχοντεσ, και οι κριτεσ τουσ, σταθηκαν απο το ενα και απο το αλλο μεροσ τησ κιβωτου, απεναντι απο τουσ ιερεισ, τουσ λευιτεσ, που βασταζαν την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ο ξενοσ, και ο αυτοχθονασ· οι μισοι απ' αυτουσ προσ το βουνο γαριζιν, και οι μισοι απ' αυτουσ προσ το βουνο εβαλ· οπωσ προηγουμενα ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ειχε προσταξει, για να ευλογησουν τον λαο ισραηλ. και υστερα απ' αυτα, διαβασε ολα τα λογια του νομου, τισ ευλογιεσ και τισ καταρεσ, συμφωνα με ολα τα γραμμενα στο βιβλιο του νομου. δεν υπηρχε λογοσ απο ολα οσα προσταξε ο μωυσησ, που ο ιηhοσυα δεν διαβασε μπροστα σε ολοκληρη τη συναγωγη του ισραηλ, μαζι με τισ γυναικεσ, και τα παιδια, και τουσ ξενουσ, που παραβρισκονταν μεταξυ τουσ.

9

και οταν ακουσαν ολοι οι βασιλιαδεσ, που ησαν απο την εδω πλευρα του ιορδανη, κι αυτοι που ησαν στην ορεινη περιοχη και εκεινοι που ησαν στην πεδινη περιοχη, κι εκεινοι που ησαν σε ολα τα παραλια τησ μεγαλησ θαλασσασ, μεχρισ απεναντι απο τον λιβανο, οι χετταιοι, και οι αμορραιοι, οι χαναναιοι, οι φερεζαιοι, οι ευαιοι, και οι ιεβουσαιοι, συγκεντρωθηκαν ολοι μαζι, για να πολεμησουν τον ιηhοσυα και τον ισραηλ. και οι κατοικοι τησ γαβαων ακουσαν ο,τι ειχε κανει ο ιηhοσυα στην ιεριχω και στη γαι, και επραξαν κι αυτοι με πανουργια, και πηγαν και ετοιμαστηκαν με εφοδια, και πηραν παλιουσ σακουσ επανω στα γαιδουρια τουσ, και ασκια με παλιο κρασι και σχισμενα και δεμενα, και στα ποδια τουσ παλια υποδηματα και μπαλωμενα, και παλια ιματια επανω τουσ· και ολο το ψωμι του εφοδιασμου τουσ ηταν ξερο και καταθρυμματισμενο. και ηρθαν στον ιηhοσυα στο στρατοπεδο στα γαλγαλα, και ειπαν σ' αυτον και στουσ ανδρεσ του ισραηλ: ηρθαμε απο μακρινη γη: τωρα, λοιπον, καντε συνθηκη μαζι μασ. και οι ανδρεσ του ισραηλ ειπαν σ' αυτουσ τουσ ευαιουσ: εσεισ ισωσ κατοικειτε αναμεσα μασ, και πωσ θα κανουμε συνθηκη μαζι σασ; κι εκεινοι ειπαν στον ιηhοσυα: ειμαστε δουλοι σου. και ο ιηhοσυα ειπε σ' αυτουσ: ποιοι ειστε και απο που ερχεστε; και του ειπαν: οι δουλοι σου ηρθαν απο πολυ μακρινη γη για το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου· επειδη, ακουσαμε τη φημη του, και ολα οσα εκανε στην αιγυπτο, και ολα οσα εκανε στουσ δυο βασιλιαδεσ των αμορραιων, που ησαν περα απο τον ιορδανη, στον σηων, τον βασιλια τησ εσεβων, και στον ωγ, τον βασιλια τησ βασαν, που ηταν στην ασταρωθ· γι' αυτο, οι πρεσβυτεροι μασ, και ολοι οι κατοικοι τησ γησ μασ, ειπαν σε μασ, λεγοντασ: παρτε μαζι σασ εφοδια για τον δρομο, και πηγαινετε σε συναντηση τουσ, και πειτε τουσ: ειμαστε δουλοι σασ· τωρα, λοιπον, καντε συνθηκη μαζι μασ· το ψωμι μασ αυτο το πηραμε απο τα σπιτια μασ ζεστο, την ημερα που φυγαμε για ναρθουμε σε σασ· και τωρα, να, ειναι ξερο και καταθρυμματισμενο· κι αυτα τα ασκια του κρασιου, που τα γεμισαμε καινουργια, και να, ειναι καταξεσχισμενα· και τα ιματια μασ αυτα και τα υποδηματα μασ παλιωσαν εξαιτιασ του πολυ μακρινου δρομου. και δεχθηκαν τουσ ανδρεσ εξαιτιασ των εφοδιων τουσ, και δεν ρωτησαν τον κυριο. και ο ιηhοσυα εκανε ειρηνη μαζι τουσ, και εκανε συνθηκη μαζι τουσ, να διαφυλαξει τη ζωη τουσ· και οι αρχοντεσ τησ συναγωγησ, ορκιστηκαν σ' αυτουσ. και υστερα απο τρεισ ημερεσ, αφου εκαναν συνθηκη μαζι τουσ, ακουσαν οτι ησαν γειτονεσ τουσ, και κατοικουσαν μεταξυ τουσ. και αφου οι γιοι ισραηλ σηκωθηκαν, πηγαν στισ πολεισ τουσ την τριτη ημερα· και οι πολεισ τουσ ησαν η γαβαων και η χεφειρα, και η βηρωθ, και η κιριαθ-ιαρειμ. και δεν τουσ παταξαν οι γιοι ισραηλ, επειδη οι αρχοντεσ τησ συναγωγησ ειχαν ορκιστει προσ αυτουσ τον κυριο τον θεο του ισραηλ. και ολοκληρη η συναγωγη γογγυζε εναντια στουσ αρχοντεσ. ολοι, ομωσ, οι αρχοντεσ ειπαν σε ολοκληρη τη συναγωγη: εμεισ ορκιστηκαμε προσ αυτουσ τον κυριο τον θεο του ισραηλ· τωρα, λοιπον, δεν μπορουμε να τουσ αγγιξουμε· αυτο θα κανουμε σ' αυτουσ· θα διαφυλαξουμε τη ζωη τουσ, για να μη ειναι οργη θεου επανω μασ, εξαιτιασ του ορκου που ορκιστηκαμε σ' αυτουσ. και οι αρχοντεσ τουσ ειπαν: ασ ζουν· ασ ειναι, ομωσ, ξυλοκοποι και υδροφοροι σε ολοκληρη τη συναγωγη, καθωσ τουσ υποσχεθηκαν οι αρχοντεσ. και ο ιηhοσυα τουσ συγκαλεσε, και τουσ ειπε, λεγοντασ: γιατι μασ απατησατε, λεγοντασ: ειμαστε πολυ μακρια απο σασ, ενω εσεισ κατοικειτε μεταξυ μασ; τωρα, λοιπον, ειστε επικαταρατοι, και δεν θα λειψει απο σασ δουλοσ, και ξυλοκοποσ, και υδροφοροσ στον οικο του θεου μου. και αποκριθηκαν στον ιηhοσυα, λεγοντασ: επειδη, οι δουλοι σου εμαθαν με πληροφοριεσ οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου διεταξε στον δουλο του τον μωυση, να δωσει σε σασ ολοκληρη τη γη, και να εξολοθρευσει απο μπροστα σασ ολουσ τουσ κατοικουσ τησ γησ, γι' αυτο φοβηθηκαμε απο σασ υπερβολικα για τη ζωη μασ, και καναμε αυτο το πραγμα· και τωρα, να, ειμαστε στα χερια σου· ο,τι σου φανει καλο και αρεστο να κανεισ σε μασ, κανε. και εκανε σ' αυτουσ ετσι, και τουσ ελευθερωσε απο το χερι των γιων ισραηλ, και δεν τουσ φονευσαν. και την ημερα εκεινη ο ιηhοσυα τουσ εκανε ξυλοκοπουσ και υδροφορουσ μεχρι τωρα, στη συναγωγη, και στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στον τοπο που θα εκλεξει.

10

και καθωσ ο αδωνισεδεκ, ο βασιλιασ τησ ιερουσαλημ, ακουσε οτι ο ιηhοσυα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε τη γαι, και την εξολοθρευσε, οτι, καθωσ εκανε στην ιεριχω και στον βασιλια τησ, ετσι εκανε και στη γαι και στον βασιλια τησ, και οτι οι κατοικοι τησ γαβαων εκαναν ειρηνη με τον ισραηλ, και εμειναν αναμεσα τουσ, φοβηθηκαν υπερβολικα· επειδη, η γαβαων ηταν μεγαλη πολη, σαν μια απο τισ βασιλικεσ πολεισ, κι επειδη ηταν μεγαλυτερη απο τη γαι, και ολοι οι ανδρεσ τησ ησαν δυνατοι, γι' αυτο, ο αδωνισεδεκ, ο βασιλιασ τησ ιερουσαλημ, εστειλε στον ωαμ,τον βασιλια τησ χεβρων, και στον πιραμ, τον βασιλια τησ ιαρμουθ, και στον ιαφια, τον βασιλια τησ λαχεισ, και στον δεβειρ, τον βασιλια τησ εγλων, λεγοντασ: ανεβειτε σε μενα, και βοηθηστε με, για να παταξουμε τη γαβαων· επειδη, εκανε ειρηνη με τον ιηhοσυα, και με τουσ γιουσ ισραηλ. και αφου συγκεντρωθηκαν οι πεντε βασιλιαδεσ των αμορραιων, ο βασιλιασ τησ ιερουσαλημ, ο βασιλιασ τησ χεβρων, ο βασιλιασ τησ ιαρμουθ, ο βασιλιασ τησ λαχεισ, ο βασιλιασ τησ εγλων, ανεβηκαν αυτοι και ολα τα στρατευματα τουσ και στρατοπεδευσαν μπροστα απο τη γαβαων, και πολεμουσαν εναντιον τησ. και οι γαβαωνιτεσ εστειλαν στον ιηhοσυα, στο στρατοπεδο στα γαλγαλα, λεγοντασ: μη αποσυρεισ το χερι σου απο τουσ δουλουσ σου· ανεβα γρηγορα σε μασ, και σωσε μασ, και βοηθησε μασ· επειδη, συγκεντρωθηκαν εναντιον μασ ολοι οι βασιλιαδεσ των αμορραιων, που κατοικουν στην ορεινη περιοχη. και ο ιηhοσυα ανεβηκε απο τα γαλγαλα, αυτοσ, και ολοκληροσ ο πολεμιστησ λαοσ μαζι του, και ολοι οι δυνατοι πολεμιστεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα: μη τουσ φοβηθεισ· επειδη, τουσ παρεδωσα στο χερι σου· κανενασ απ' αυτουσ δεν θα σταθει μπροστα σου. ηρθε,λοιπον, ο ιηhοσυα ξαφνικα καταπανω τουσ, αφου ανεβηκε απο τα γαλγαλα κατα τη διαρκεια ολησ τησ νυχτασ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ κατατροπωσε μπροστα στον ισραηλ, και τουσ παταξε με μεγαλη σφαγη στη γαβαων, και τουσ καταδιωξαν στον δρομο που ανεβαινει προσ τη βαιθ-ωρων, και τουσ κατεκοβαν μεχρι την αζηκα και μεχρι τη μακκηδα. κι ενω, φευγοντασ απο μπροστα απο το ισραηλ, ησαν στην καταβαση τησ βαιθ-ωρων, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ερριξε απο τον ουρανο μεγαλεσ πετρεσ εναντιον τουσ μεχρι την αζηκα, και πεθαναν· περισσοτεροι ησαν εκεινοι που πεθαναν απο τισ πετρεσ του χαλαζιου, παρα οσουσ οι γιοι ισραηλ κατεκοψαν με μαχαιρα. τοτε, ο ιηhοσυα μιλησε στον κυριο, την ημερα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεδωσε τουσ αμορραιουσ μπροστα στουσ γιουσ ισραηλ, και ειπε μπροστα στον ισραηλ: στασου, ηλιε, επανω στη γαβαων, κι εσυ φεγγαρι, επανω στη φαραγγα αιαλων. και ο ηλιοσ σταθηκε, και το φεγγαρι εμεινε ακινητο, μεχρισ οτου ο λαοσ εκδικηθηκε τουσ εχθρουσ του. δεν ειναι αυτο γραμμενο στο βιβλιο του ιασηρ; και ο ηλιοσ σταθηκε στο μεσον του ουρανου, και δεν εσπευσε να δυσει μεχρι μια ολοκληρη ημερα. και τετοια ημερα δεν υπηρξε ουτε πριν ουτε μετα, ωστε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να ακουσει φωνη ανθρωπου· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh πολεμουσε υπερ του ισραηλ. και ο ιηhοσυα επεστρεψε, και μαζι του ολοκληροσ ο ισραηλ, στο στρατοπεδο στα γαλγαλα. και οι πεντε βασιλιαδεσ αυτοι εφυγαν, και κρυφτηκαν σε μια σπηλια στη μακκηδα. και ανηγγειλαν στον ιηhοσυα, λεγοντασ: οι πεντε βασιλιαδεσ βρεθηκαν κρυμμενοι σε μια σπηλια στη μακκηδα. και ο ιηhοσυα ειπε: κυλιστε μεγαλεσ πετρεσ στο στομιο τησ σπηλιασ, και βαλτε κοντα τουσ ανθρωπουσ για να τουσ φυλαττουν· κι εσεισ, μη στεκεστε· καταδιωκετε τουσ εχθρουσ σασ, και παταξτε την οπισθοφυλακη τουσ· μη τουσ αφησετε να μπουν στισ πολεισ τουσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ τουσ παρεδωσε στα χερια σασ. και αφου ο ιηhοσυα και οι γιοι ισραηλ τελειωσαν να τουσ φονευουν με υπερβολικα μεγαλη σφαγη, μεχρισ οτου εξολοθρευτηκαν, οι υπολοιποι απ' αυτουσ, οσοι διασωθηκαν, μπηκαν σε οχυρωμενεσ πολεισ. και ολοκληροσ ο λαοσ επεστρεψε στο στρατοπεδο στον ιηhοσυα, στη μακκηδα, ειρηνικα· κανενασ δεν κουνησε τη γλωσσα του εναντια σε καποιον απο τουσ γιουσ ισραηλ. και ο ιηhοσυα ειπε: ανοιξτε το στομιο τησ σπηλιασ, και βγαλτε εξω προσ εμενα τουσ πεντε βασιλιαδεσ εκεινουσ απο τη σπηλια. ετσι και εκαναν, και εβγαλαν εξω προσ αυτον τουσ πεντε εκεινουσ βασιλιαδεσ απο τη σπηλια, τον βασιλια τησ ιερουσαλημ, τον βασιλια τησ χεβρων, τον βασιλια τησ ιαρμουθ, τον βασιλια τησ λαχεισ, τον βασιλια τησ εγλων. και αφου εβγαλαν εξω προσ τον ιηhοσυα εκεινουσ τουσ βασιλιαδεσ, ο ιηhοσυα καλεσε ολουσ τουσ ανδρεσ του ισραηλ, και ειπε στουσ αρχηγουσ των πολεμιστων, που ηρθαν μαζι του: πλησιαστε, βαλτε τα ποδια σασ επανω στουσ λαιμουσ αυτων των βασιλιαδων. και αυτοι πλησιασαν, και εβαλαν τα ποδια τουσ επανω στουσ λαιμουσ τουσ. και ο ιηhοσυα τουσ ειπε: μη φοβαστε ουτε να δειλιαζετε· γινεστε ανδρειοι και ενδυναμωνεστε· επειδη, ετσι θα κανει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε ολουσ τουσ εχθρουσ σασ, εναντια στουσ οποιουσ μαχεστε. και υστερα απ' αυτα, ο ιηhοσυα τουσ παταξε, και τουσ θανατωσε, και τουσ κρεμασε σε πεντε ξυλα· και κρεμονταν στα ξυλα μεχρι την εσπερα. και γυρω στη δυση του ηλιου, ο ιηhοσυα προσταξε, και τουσ κατεβασαν απο τα ξυλα, και τουσ ερριξαν στη σπηλια, οπου ειχαν κρυφτει, και στο στομιο τησ σπηλιασ κυλισαν μεγαλεσ πετρεσ, οι οποιεσ μενουν εκει μεχρι τη σημερινη ημερα. και εκεινη την ημερα ο ιηhοσυα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε τη μακκηδα, και παταξε με μαχαιρα αυτη, και τον βασιλια τησ· εξολοθρευσε αυτουσ, και ολουσ τουσ ανθρωπουσ, που ησαν σ' αυτην· δεν αφησε υπολοιπο· και στον βασιλια τησ μακκηδα εκανε, οπωσ εκανε και στον βασιλια τησ ιεριχω. και ο ιηhοσυα διαβηκε, και μαζι του ολοκληροσ ο ισραηλ, απο τη μακκηδα στη λιβνα, και πολεμουσε τη λιβνα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεδωσε κι αυτη και τον βασιλια τησ στο χερι του ισραηλ· και την παταξε με μαχαιρα, και ολουσ τουσ ανθρωπουσ, που ησαν μεσα σ' αυτη· δεν αφησε σ' αυτην υπολοιπο· και στον βασιλια τησ εκανε, οπωσ εκανε και στον βασιλια τησ ιεριχω. και ο ιηhοσυα διαβηκε, και μαζι του ολοκληροσ ο ισραηλ, απο τη λιβνα στη λαχεισ, και στρατοπεδευσε απεναντι τησ, και την πολεμουσε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεδωσε τη λαχεισ στο χερι του ισραηλ, και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε τη δευτερη ημερα και παταξε με μαχαιρα αυτη, και ολουσ τουσ ανθρωπουσ, που ησαν σ' αυτη, συμφωνα με οσα εκανε στη λιβνα. τοτε, ο ωραμ, ο βασιλιασ τησ γεζερ, ανεβηκε για να βοηθησει τη λαχεισ· και ο ιηhοσυα παταξε αυτον και τον λαο του, μεχρισ οτου δεν του αφησε υπολοιπο. και ο ιηhοσυα διαβηκε, και μαζι του ολοκληροσ ο ισραηλ, απο τη λαχεισ στην εγλων, και στρατοπεδευσαν απεναντι τησ, και την πολεμουσαν· και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν εκεινη την ημερα, και την παταξαν με μαχαιρα· και εξολοθρευσε εκεινη την ημερα ολουσ τουσ ανθρωπουσ που ησαν σ' αυτη, συμφωνα με ολα οσα εκανε στη λαχεισ. και ο ιηhοσυα ανεβηκε, και μαζι του ολοκληροσ ο ισραηλ, απο την εγλων στη χεβρων, και την πολεμουσαν· και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν, και παταξαν με μαχαιρα αυτη, τον βασιλια τησ, και ολεσ τισ πολεισ τησ, και ολουσ τουσ ανθρωπουσ, που ησαν μεσα σ' αυτη· και δεν αφησε υπολοιπο· συμφωνα με ολα οσα εκανε στην εγλων· και εξολοθρευσε αυτη, και ολουσ τουσ ανθρωπουσ που ησαν μεσα σ' αυτη. και ο ιηhοσυα στραφηκε, και μαζι του ολοκληροσ ο ισραηλ, στη δεβειρ, και την πολεμουσε· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε αυτη, και τον βασιλια τησ, και ολεσ τισ πολεισ τησ· και τουσ παταξε με στομα μαχαιρασ, και εξολοθρευσε ολουσ τουσ ανθρωπουσ, που ησαν μεσα σ' αυτη· δεν αφησε υπολοιπο· οπωσ εκανε στη χεβρων, ετσι εκανε και στη δεβειρ και στον βασιλια τησ· και οπωσ εκανε στη λιβνα και στον βασιλια τησ. μ' αυτο τον τροπο ο ιηhοσυα παταξε ολοκληρη την ορεινη γη, και τη μεσημβρινη, και την πεδινη, και την ασδωθ, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τουσ· δεν αφησε υπολοιπο, αλλα εξολοθρευσε καθε τι που ειχε πνοη, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ, ειχε προσταξει. και ο ιηhοσυα τουσ παταξε απο την καδησ-βαρνη μεχρι τη γαζα, και ολοκληρη τη γη γεσεν, μεχρι τη γαβαων. και ολουσ αυτουσ τουσ βασιλιαδεσ και τη γη τουσ ο ιηhοσυα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε μεμιασ, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ πολεμουσε υπερ του ισραηλ. και ο ιηhοσυα επεστρεψε στο στρατοπεδο στα γαλγαλα, και μαζι του ολοκληροσ ο ισραηλ.

11

και καθωσ το ακουσε ο ιαβειν, ο βασιλιασ τησ ασωρ, εστειλε στον ιωβαβ, τον βασιλια τησ μαδων, και στον βασιλια τησ σιμβρων, και στον βασιλια τησ αχσαφ, και στουσ βασιλιαδεσ που ησαν στον βορρα, στην ορεινη περιοχη και στην πεδινη, απεναντι απο τη χιννερωθ, και στην κοιλαδα, και στη ναφαθ-δωρ δυτικα, και στουσ χαναναιουσ, που ησαν ανατολικα και δυτικα, και στουσ αμορραιουσ, και στουσ χετταιουσ, και στουσ φερεζαιουσ, και στουσ ιεβουσαιουσ, που ησαν στην ορεινη περιοχη, και στουσ ευαιουσ, που ησαν κατω απο την αερμων στη γη μισπα. και βγηκαν, αυτοι και ολα τα στρατευματα τουσ μαζι τουσ, πολυσ λαοσ, σαν την αμμο, που ειναι κοντα στην ακρη τησ θαλασσασ σε πληθοσ, μαζι με αλογα και πολλεσ αμαξεσ σε υπερβολικο βαθμο. και αφου ολοι αυτοι οι βασιλιαδεσ συγκεντρωθηκαν, ηρθαν και στρατοπεδευσαν μαζι κοντα στα νερα μερωμ, για να πολεμησουν τον ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηhοσυα: μη φοβηθεισ απο μπροστα τουσ· επειδη, αυριο, περιπου αυτη την ωρα, εγω θα τουσ παραδωσω ολουσ φονευμενουσ μπροστα στον ισραηλ· τα αλογα τουσ θα τα ακρωτηριασεισ και τισ αμαξεσ τουσ θα τισ κατακαψεισ με φωτια. και ο ιηhοσυα πηγε ξαφνικα, και μαζι του ολοσ ο πολεμιστησ λαοσ, εναντιον τουσ στα νερα μερωμ, και επεσαν επανω τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ παρεδωσε στο χερι του ισραηλ, και τουσ παταξε, και τουσ καταδιωξε μεχρι τη μεγαλη σιδωνα· και μεχρι τη μισρεφωθ-μαιμ, και μεχρι την κοιλαδα μισπα ανατολικα· και τουσ παταξαν, μεχρισ οτου δεν τουσ αφησαν υπολοιπο. και ο ιηhοσυα εκανε σ' αυτουσ καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον προσταξε· τα αλογα τουσ τα ακρωτηριασε, και τισ αμαξεσ τουσ τισ κατεκαψε με φωτια. και ο ιηhοσυα στραφηκε την ιδια αυτη εποχη, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε την ασωρ, και παταξε τον βασιλια τησ με μαχαιρα· επειδη, η ασωρ ηταν αλλοτε πρωτευουσα ολων αυτων των βασιλειων. και ολουσ τουσ ανθρωπουσ, που ησαν σ' αυτην, τουσ παταξαν με μαχαιρα, και τουσ εξολοθρευσαν· δεν εμεινε τιποτε που ειχε πνοη, και την ασωρ την κατεκαψε με φωτια. και ολεσ τισ πολεισ εκεινων των βασιλιαδων, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τουσ, ο ιηhοσυα τουσ επιασε, και τουσ παταξε με μαχαιρα· τουσ εξολοθρευσε, οπωσ προσταξε ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ολεσ τισ πολεισ, οσεσ εμειναν μαζι με τα προχωματα τουσ, δεν τισ εκαψε ο ισραηλ, εκτοσ μονον την ασωρ κατεκαψε ο ιηhοσυα. και ολα τα λαφυρα αυτων των πολεων, και τα κτηνη, οι γιοι ισραηλ τα λαφυραγωγησαν για τον εαυτο τουσ· ολουσ, ομωσ, τουσ ανθρωπουσ τουσ παταξαν με μαχαιρα, μεχρισ οτου τουσ εξολοθρευσαν· δεν αφησαν τιποτε που ειχε πνοη. οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση, τον δουλο του, ετσι και ο μωυσησ προσταξε τον ιηhοσυα, και ετσι εκανε ο ιηhοσυα· δεν παρεβηκε τιποτε απο ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και ο ιηhοσυα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε ολοκληρη εκεινη τη γη, την ορεινη, και ολοκληρη τη μεσημβρινη, και ολοκληρη τη γη γεσεν, και την κοιλαδα, και την πεδινη περιοχη, και το βουνο του ισραηλ, και την κοιλαδα του, απο το βουνο αλακ, που υψωνεται προσ το σηειρ, μεχρι τη βααλ-γαδ, στην κοιλαδα του λιβανου, κατω απο το βουνο αερμων· και επιασε ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τουσ, και τουσ παταξε, και τουσ θανατωσε. πολυ καιρο ο ιηhοσυα πολεμουσε με ολουσ αυτουσ τουσ βασιλιαδεσ. δεν υπηρχε πολη που εκανε ειρηνη με τουσ γιουσ ισραηλ, εκτοσ απο τουσ ευαιουσ, που κατοικουσαν στη γαβαων· ολεσ τισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν με πολεμο· επειδη, εγινε απο τον κυριο, το να σκληρυνθουν οι καρδιεσ τουσ, ναρθουν σε μαχη εναντια στον ισραηλ, για να εξολοθρευτουν, να μη γινει σ' αυτουσ ελεοσ, αλλα να εξαφανιστουν, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση. και ο ιηhοσυα ηρθε εκεινη την εποχη, και αφανισε τουσ ανακειμ απο τα βουνα, απο τη χεβρων, απο τη δεβειρ, απο την αναβ, και απο ολα τα βουνα του ιηhυδα, και απο ολα τα βουνα του ισραηλ· ο ιηhοσυα τουσ εξολοθρευσε, μαζι με τισ πολεισ τουσ. δεν εμειναν ανακειμ στη γη των γιων ισραηλ· μονον στη γαζα, στη γαθ, και στην αζωτο εμειναν. και ο ιηhοσυα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε ολοκληρη τη γη, συμφωνα με ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πει στον μωυση· και ο ιηhοσυα την εδωσε στον ισραηλ ωσ κληρονομια, συμφωνα με τον διαμερισμο τουσ στισ φυλεσ τουσ. και η γη ησυχασε απο πολεμο.

12

και οι βασιλιαδεσ τησ γησ, που οι γιοι ισραηλ παταξαν, και καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν τη γη τουσ, στην περιοχη περα απο τον ιορδανη, προσ την ανατολη του ηλιου, απο τον ποταμο αρνων μεχρι το βουνο αερμων, και ολοκληρη την πεδινη περιοχη ανατολικα, ειναι τουτοι: ο σηων, ο βασιλιασ των αμορραιων, που κατοικουσε στην εσεβων, που δεσποζε απο την αροηρ, που ηταν κοντα στην ακρη του ποταμου αρνων, και το μεσον του ποταμου, και το μισο τησ γησ γαλααδ, μεχρι τον ποταμο ιαβοκ, το οριο των γιων αμμων· και απο την πεδινη περιοχη μεχρι τη θαλασσα χιννερωθ ανατολικα, και μεχρι τη θαλασσα τησ πεδιαδασ, την αλμυρη θαλασσα ανατολικα, προσ τον δρομο που οδηγουσε στη βαιθ-ιεσιμωθ, και απο το μεσημβρινο μεροσ, κατω απο την ασδωθ-φασγα· και τα ορια του ωγ, του βασιλια τησ βασαν, που εναπολειφθηκε απο τουσ γιγαντεσ, και που κατοικουσε στην ασταρωθ και στην εδρει· που εξουσιαζε στο βουνο αερμων, και στη σαλχα, και σε ολοκληρη τη βασαν, μεχρι τα ορια των γεσσουριτων και των μααχαθιτων, και στο μισο τησ γησ γαλααδ, το οριο του σηων, του βασιλια τησ εσεβων. αυτουσ τουσ παταξε ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και οι γιοι ισραηλ· και ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εδωσε τη γη τουσ ωσ κληρονομια στουσ ρουβηνιτεσ, και στουσ γαδιτεσ, και στο μισο τησ φυλησ του μανασση. κι αυτοι ειναι οι βασιλιαδεσ τησ γησ, που ο ιηhοσυα παταξε και οι γιοι ισραηλ, απο την εδω πλευρα του ιορδανη, δυτικα, απο τη βααλ-γαδ στην κοιλαδα του λιβανου, και μεχρι το βουνο αλακ, που ανεβαινει στο σηειρ· και ο ιηhοσυα την εδωσε στισ φυλεσ του ισραηλ ωσ κληρονομια, συμφωνα με τον διαμερισμο τουσ· στα βουνα, και στισ κοιλαδεσ, και στισ πεδιαδεσ, και στην ασδωθ, και στην ερημο, και στο μεσημβρινο μεροσ· τουσ χετταιουσ, τουσ αμορραιουσ, και τουσ χαναναιουσ, τουσ φερεζαιουσ, τουσ ευαιουσ, και τουσ ιεβουσαιουσ· τον βασιλια τησ ιεριχω, εναν· τον βασιλια τησ γαι, που ηταν κοντα στη βαιθηλ, εναν· τον βασιλια τησ ιερουσαλημ, εναν· τον βασιλια τησ χεβρων, εναν· τον βασιλια τησ ιαρμουθ, εναν· τον βασιλια τησ λαχεισ, εναν· τον βασιλια τησ εγλων, εναν· τον βασιλια τησ γεζερ, εναν· τον βασιλια τησ δεβειρ, εναν· τον βασιλια τησ γεδερ, εναν· τον βασιλια τησ ορμα, εναν· τον βασιλια τησ αραδ, εναν· τον βασιλια τησ λιβνα, εναν· τον βασιλια τησ οδολλαμ, εναν· τον βασιλια τησ μακκηδα, εναν· τον βασιλια τησ βαιθηλ, εναν· τον βασιλια τησ θαπφουα, εναν· τον βασιλια τησ εφερ, εναν· τον βασιλια τησ αφεκ, εναν· τον βασιλια τησ λασαρων, εναν· τον βασιλια τησ μαδων, εναν· τον βασιλια τησ ασωρ, εναν· τον βασιλια τησ σιμβρων-μερων, εναν· τον βασιλια τησ αχσαφ, εναν· τον βασιλια τησ θααναχ, εναν· τον βασιλια τησ μεγιδδω, εναν· τον βασιλια τησ κεδεσ, εναν· τον βασιλια τησ ιοκνεαμ στην καρμελ, εναν· τον βασιλια τησ δωρ στη ναφαθ-δωρ, εναν· τον βασιλια των εθνων στα γαλγαλα, εναν· τον βασιλια τησ θερσα, εναν. ολοι οι βασιλιαδεσ ησαν 31.

13

και ο ιηhοσυα ηταν γεροντασ, προχωρημενοσ στην ηλικια· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: εσυ εισαι γεροντασ, και προχωρημενοσ στην ηλικια, μενει ομωσ πολλη γη ακομα να φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυθει. τουτη ειναι η γη που μενει ακομα: ολα τα ορια των φιλισταιων, και ολοκληρη η γεσσουρι, απο το σιωρ, που ειναι απεναντι απο την αιγυπτο, μεχρι τα ορια τησ ακκαρων προσ βορραν, που λογαριαζονται στουσ χαναναιουσ· οι πεντε ηγεμονιεσ των φιλισταιων, των γαζαιων, των αζωτιων, των ασκαλωνιτων, των γετθαιων, και των ακκαρωνιτων, και η ηγεμονια των αυιτων· απο το μεσημβρινο μεροσ, ολοκληρη η γη των χαναναιων, και η μεαρα, που ειναι των σιδωνιων, μεχρι την αφεκ μεχρι τα ορια των αμορραιων· και η γη των γιβλιτων, και ολοκληροσ ο λιβανοσ, προσ την ανατολη του ηλιου, απο τη βααλ-γαδ, κατω απο το βουνο αερμων, μεχρι την εισοδο τησ αιμαθ· ολοι οι κατοικοι τησ ορεινησ περιοχησ, απο τον λιβανο μεχρι τη μισρεφωθ-μαιμ, ολοι οι σιδωνιοι· αυτουσ εγω θα τουσ εξολοθρευσω απο μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ· εσυ, μαλιστα, διαμοιρασε την με κληρουσ στουσ ισραηλιτεσ, οπωσ σε προσταξα· τωρα, λοιπον, διαμοιρασε αυτη τη γη, ωσ κληρονομια στισ εννια φυλεσ και στο μισο τησ φυλησ του μανασση. οι ρουβηνιτεσ και οι γαδιτεσ, μαζι με το υπολοιπο μισο τησ φυλησ αυτησ, πηραν την κληρονομια τουσ, που ο μωυσησ τουσ εδωσε, περα απο τον ιορδανη, ανατολικα, καθωσ ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τουσ εδωσε, απο την αροηρ, που ειναι κοντα στην ακρη του ποταμου αρνων, και την πολη που ειναι στο μεσον του ποταμου, και ολοκληρη την πεδινη μεδεβα μεχρι τη δαιβων, και ολεσ τισ πολεισ του σηων, του βασιλια των αμορραιων, που βασιλευε στην εσεβων, μεχρι τα ορια των γιων αμμων, και τη γαλααδ, και τα ορια των γεσσουριτων και των μααχαθιτων, και ολοκληρο το βουνο αερμων, και ολοκληρη τη βασαν μεχρι τη σαλχα, ολοκληρο το βασιλειο του ωγ στη βασαν, που βασιλευει στην ασταρωθ και στην εδρει, που εναπεμεινε απο τουσ υπολοιπουσ γιγαντεσ· επειδη, αυτουσ τουσ παταξε ο μωυσησ, και τουσ εξολοθρευσε. τουσ γεσσουριτεσ, ομωσ, και τουσ μααχαθιτεσ, οι γιοι ισραηλ δεν τουσ εξολοθρευσαν, αλλα οι γεσσουριτεσ και οι μααχαθιτεσ κατοικουν αναμεσα στον ισραηλ μεχρι σημερα. μονον στη φυλη του λευι δεν εδωσε κληρονομια· οι θυσιεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ, που γινονται με φωτια, ειναι η κληρονομια τουσ, οπωσ τουσ ειπε. και ο μωυσησ εδωσε στη φυλη των γιων του ρουβην κληρονομια συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· και τα ορια τουσ ησαν απο την αροηρ, που ειναι κοντα στην ακρη του ποταμου αρνων, και η πολη που ειναι στο μεσον του ποταμου, και ολοκληρη η πεδινη περιοχη μεχρι τη μεδεβα, η εσεβων, και ολεσ οι πολεισ τησ, που ειναι στην πεδινη περιοχη, η δαιβων, και η βαμωθ-βααλ, και η βαιθ-βααλ-μεων, και η ιασσα, και η κεδημωθ, και η μηφααθ, και η κιριαθαιμ, και η σιβμα, και η ζαρεθ-σααρ στο βουνο τησ κοιλαδασ, και η βαιθ-φεγωρ και η ασδωθ-φασγα, και η βαιθ-ιεσιμωθ, και ολεσ οι πολεισ τησ πεδινησ περιοχησ, και ολοκληρο το βασιλειο του σηων, του βασιλια των αμορραιων, που βασιλευει στην εσεβων, που ο μωυσησ παταξε, αυτον και τουσ ηγεμονεσ τησ μαδιαμ, τον ευι, και τον ρεκεμ, και τον σουρ, και τον ουρ, και τον ρεβα, τουσ αρχοντεσ του σηων, που κατοικουσαν τη γη. και τον βαλααμ, τον γιο του βεωρ, τον μαντη, οι γιοι ισραηλ θανατωσαν με μαχαιρα, αναμεσα σ' εκεινουσ που φονευθηκαν απ' αυτουσ. και στουσ γιουσ του ρουβην, ο ιορδανησ ηταν το οριο τουσ. αυτη ειναι η κληρονομια των γιων του ρουβην, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, οι πολεισ τουσ και οι κωμοπολεισ τουσ. και ο μωυσησ εδωσε κληρονομια στη φυλη του γαδ, στουσ γιουσ του γαδ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· και το οριο τουσ ηταν η ιαζηρ, και ολεσ οι πολεισ τησ γαλααδ, και το μισο τησ γησ των γιων αμμων, μεχρι την αροηρ, που ειναι απεναντι στη ραββα, και απο την εσεβων μεχρι τη ραμαθ-μισπα και τη βετονιμ, και απο τη μαχαναιμ μεχρι τα ορια τησ δεβειρ, και στην κοιλαδα, τη βαιθ-αραμ, και τη βαιθ-νιμρα, και τη σοκχωθ, και τη σαφων, το υπολοιπο του βασιλειου του σηων, του βασιλια τησ εσεβων, και ο ιορδανησ ηταν το οριο μεχρι την ακρη τησ θαλασσασ χιννερωθ, περα απο τον ιορδανη, ανατολικα. αυτη ειναι η κληρονομια των γιων γαδ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, οι πολεισ και οι κωμοπολεισ τουσ. και ο μωυσησ εδωσε κληρονομια στο μισο τησ φυλησ του μανασση· και εγινε κτημα στο μισο τησ φυλησ των γιων του μανασση, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. και το οριο τουσ ηταν απο τη μαχαναιμ, ολοκληρη η βασαν, ολοκληρο το βασιλειο του ωγ, του βασιλια τησ βασαν, και ολεσ οι κωμοπολεισ του ιαειρ, που ειναι στη βασαν, 60 πολεισ· και το μισο τησ γαλααδ, και η ασταρωθ, και η εδρει, οι πολεισ του βασιλειου του ωγ, στη βασαν, δοθηκαν στουσ γιουσ του μαχειρ, γιου του μανασση, στο μισο των γιων του μαχειρ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. αυτοι ειναι οι τοποι, που ο μωυσησ κληροδοτησε στισ πεδιαδεσ του μωαβ, στην περιοχη περα απο τον ιορδανη, κοντα στην ιεριχω, ανατολικα. στη φυλη του λευι, ομωσ, ο μωυσησ δεν εδωσε κληρονομια· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, αυτοσ ηταν η κληρονομια τουσ, οπωσ ειπε σ' αυτουσ.

14

και αυτοι ειναι οι τοποι που οι γιοι ισραηλ κληρονομησαν στη γη χανααν, που κληροδοτησαν σ' αυτουσ ο ελεαζαρ ο ιερεασ, και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, και οι αρχηγοι των πατριων των φυλων των γιων ισραηλ. με κληρο εγινε η κληρονομια των εννια αυτων φυλων και του μισου τησ φυλησ, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε διαμεσου του μωυση. επειδη, ο μωυσησ ειχε δωσει την κληρονομια των δυο φυλων και του μισου τησ φυλησ απο την περιοχη που ειναι περα απο τον ιορδανη· στουσ λευιτεσ, ομωσ, δεν εδωσε κληρονομια αναμεσα τουσ. επειδη, οι γιοι του ιωσηφ ησαν δυο φυλεσ, του μανασση και του εφραιμ· και δεν εδωσαν στουσ λευιτεσ μεριδιο στη γη, παρα πολεισ για να κατοικουν, μαζι με τα προαστια τουσ, για τα κτηνη τουσ, και για την περιουσια τουσ. καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση, ετσι εκαναν οι γιοι ισραηλ, και διαμοιρασαν τη γη. και οι γιοι του ιηhυδα ηρθαν στον ιηhοσυα στα γαλγαλα, και ο χαλεβ, ο γιοσ του ιεφοννη, ο κενεζαιοσ, του ειπε: εσυ ξερεισ τον λογο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μωυση, τον ανθρωπο του θεου, για μενα και για σενα, στην καδησ-βαρνη· ημουν ηλικιασ 40 χρονων οταν με εστειλε ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο την καδησ-βαρνη, για να κατασκοπευσω τη γη· και ανηγγειλα σ' αυτον εναν λογο, που ηταν στην καρδια μου· οι αδελφοι μου, ομωσ, που ανεβηκαν μαζι μου, νεκρωσαν την καρδια του λαου· εγω, ομωσ, ακολουθησα τον κυριο τον θεο μου ολοκληρωτικα· και εκεινη την ημερα ο μωυσησ ορκιστηκε, λεγοντασ: η γη, που πατησαν τα ποδια σου, εξαπαντοσ θα ειναι δικη σου κληρονομια, και των γιων σου, παντοτινα· επειδη, ακολουθησεσ τον κυριο τον θεο μου, ολοκληρωτικα· και τωρα, δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καθωσ ειπε, με φυλαξε ζωντανο τα 45 αυτα χρονια, απο την ημερα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε αυτο τον λογο στον μωυση, οταν ο ισραηλ πορευοταν στην ερημο· και τωρα, δεσ, εγω ειμαι σημερα ηλικιασ 85 χρονων· και σημερα ακομα ειμαι δυνατοσ, οπωσ την ημερα που με εστειλε ο μωυσησ· οπωσ ηταν τοτε η δυναμη μου, για πολεμο, και για να βγαινω και να μπαινω· τωρα, λοιπον, δωσε μου αυτο το βουνο, για το οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε εκεινη την ημερα· επειδη, εσυ ακουσεσ εκεινη την ημερα, οτι εκει ειναι οι ανακειμ, και μεγαλεσ οχυρωμενεσ πολεισ· αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι μου, εγω θα μπορεσω να τουσ διωξω, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε. και ο ιηhοσυα τον ευλογησε, και εδωσε στον χαλεβ, τον γιο του ιεφοννη, τη χεβρων για κληρονομια. γι' αυτο, η χεβρων αποκατασταθηκε ωσ κληρονομια του χαλεβ, του γιου του ιεφοννη, του κενεζαιου, μεχρι σημερα, επειδη ακολουθησε τον κυριο τον θεο του ισραηλ, ολοκληρωτικα. και το ονομα τησ χεβρων ηταν αλλοτε κιριαθ-αρβα· και ο αρβα ηταν ενασ μεγαλοσ ανθρωποσ αναμεσα στουσ ανακειμ. και η γη ησυχασε απο τον πολεμο.

15

και ο κληροσ τησ φυλησ των γιων του ιηhυδα, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ηταν στα ορια τησ ιδουμαιασ· η ερημοσ σιν, που ειναι προσ νοτον, ηταν η μεσημβρινη ακρη. και τα μεσημβρινα τουσ ορια ησαν απο τα παραλια τησ αλμυρησ θαλασσασ, απο τον κολπο που βλεπει προσ τη μεσημβρια· και εκτεινονταν προσ το μεσημβρινο μεροσ, στην αναβαση ακραββιμ, και περνουσαν στη σιν, και ανεβαιναν απο μεσημβρινα στην καδησ-βαρνη, και περνουσαν την εσρων, και ανεβαιναν στην αδδαρ, και γυριζαν προσ την καρκαα· και περνουσαν στην ασμων, και εβγαιναν μεχρι τον χειμαρρο τησ αιγυπτου, και τελειωναν τα ορια στη θαλασσα· αυτα θα ειναι τα μεσημβρινα ορια σασ. και το ανατολικο οριο ηταν η αλμυρη θαλασσα, μεχρι την ακρη του ιορδανη. και το οριο προσ το βορινο μεροσ ερχοταν απο τον κολπο τησ θαλασσασ προσ την ακρη του ιορδανη· και το οριο ανεβαινε μεχρι τη βαιθ-ογλα, και περνουσε απο το βορινο μεροσ τησ βαιθ-αραβα· και το οριο ανεβαινε μεχρι την πετρα του βοαν, του γιου του ρουβην· και το οριο ανεβαινε προσ τη δεβειρ, απο την κοιλαδα αχωρ, και εκτεινοταν προσ βορραν, βλεποντασ προσ τα γαλγαλα, που ειναι απεναντι απο την αναβαση αδουμμιμ, που ειναι προσ το μεσημβρινο μεροσ του ποταμου· επειτα, το οριο περνουσε επανω στα νερα του εν-σεμεσ και εβγαινε στην εν-ρωγηλ· και το οριο ανεβαινε μεσα απο τη φαραγγα του γιου του εννομ, προσ τα μεσημβρινα πλαγια τησ ιεβουσ· (αυτη ειναι η ιερουσαλημ)· και το οριο ανεβαινε στην κορυφη του βουνου, που ειναι απεναντι απο τη φαραγγα εννομ, προσ δυσμασ, που ειναι στο τελοσ τησ κοιλαδασ του ραφαειμ, προσ βορραν· και το οριο περνουσε απο την κορυφη του βουνου μεχρι την πηγη των νερων νεφθωα, και εβγαινε στισ κωμοπολεισ του βουνου εφρων· και το οριο κατευθυνοταν στη βααλα, που ειναι η κιριαθ-ιαρειμ· και το οριο γυριζε απο τη βααλα προσ δυσμασ, στο βουνο σηειρ, και περνουσε στα πλαγια του βουνου ιαρειμ, οπου ειναι η χασαλων, προσ βορραν· και κατεβαινε στη βαιθ-σεμεσ, και περνουσε στη θαμνα· επειτα, το οριο εβγαινε στο πλαγιο τησ ακκαρων, προσ βορραν· και το οριο κατευθυνοταν στη σικρων, και περνουσε στο βουνο τησ βααλα, και εβγαινε στην ιαβνηλ, και το οριο ηταν στην παραλια τησ θαλασσασ. και το δυτικο οριο ηταν η μεγαλη θαλασσα και τα παραλια. αυτα ειναι τα ορια των γιων του ιηhυδα, ολογυρα, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. και στον χαλεβ, τον γιο του ιεφοννη, εδωσε μεριδιο αναμεσα στουσ γιουσ του ιηhυδα, συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που δοθηκε στον ιηhοσυα, την πολη του αρβα, του πατερα του ανακ, που ειναι η χεβρων. και ο χαλεβ εδιωξε απο εκει τουσ τρεισ γιουσ του ανακ, τον σεσαι και τον αχιμαν, και τον θαλμαι, τουσ γιουσ του ανακ. και απο εκει ανεβηκε εναντια στουσ κατοικουσ τησ δεβειρ· και το ονομα τησ δεβειρ ηταν αλλοτε κιριαθ-σεφερ. και ο χαλεβ ειπε: οποιοσ παταξει την κιριαθ-σεφερ και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει, θα του δωσω τη θυγατερα μου αχσαν, για γυναικα. και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε ο γοθονιηλ, ο γιοσ του κενεζ, αδελφοσ του χαλεβ· και του εδωσε την αχσαν, τη θυγατερα του, για γυναικα. κι αυτη, οταν εφευγε, τον παρακινησε να ζητησει απο τον πατερα τησ ενα χωραφι· και κατεβηκε απο το γαιδουρι και ο χαλεβ τησ ειπε: τι θελεισ; κι εκεινη ειπε: δωσε μου μια ευλογια· επειδη, μου εδωσεσ μεσημβρινη γη, δωσε μου και πηγεσ νερων. και τησ εδωσε τισ επανω πηγεσ, και τισ κατω πηγεσ. αυτη ειναιη κληρονομια τησ φυλησ των γιων του ιηhυδα, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. και ησαν οι τελευταιεσ πολεισ τησ φυλησ των γιων του ιηhυδα κοντα στα ορια τησ εδωμ, μεσημβρινα, η καβσεηλ, και η εδερ, και η ιαγουρ, και η κινα, και η διμωνα, και η αδαδα, και η κεδεσ, και η ασωρ, και η ιθναν, και η ζιφ, και η τελεμ, και η βαλωθ, και η ασωρ, η αδαττα, και η κιριωθ-εσρων, που λεγεται και ασωρ, η αμαμ, και η σεμα, και η μωλαδα, και η ασαρ-γαδδα, και η εσεμων, και η βαιθ-φαλεθ και η ασαρ-σουαλ, και η βηρ-σαβεε, και η βιζιοθια, η βααλα, και η ιειμ, και η ασεμ, και η ελθωλαδ, και η χεσιλ, και η ορμα, και η σικλαγ, και η μαδμαννα, και η σανσαννα, και η λεβαωθ, και η σιλεειμ, και η αειν, και η ριμμων· ολεσ οι πολεισ ησαν 29, και οι κωμοπολεισ τουσ. στην πεδινη περιοχη ησαν η εσθαολ, και η σαραα, και η ασνα, και η ζανωα, και η εν-γαννιμ, η σαπφουα, και η ηναμ, η ιαρμουθ, και η οδολλαμ, η σωχω, και η αζηκα, και η σαγαρειμ, και η αδιθαειμ, και η γεδηρα, και οι επαυλεισ τουσ, 14 πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ· η σεναν, και η αδασα, και η μαγδαλ-γαδ, και η διλααν, και η μισπα, και η ιοκθεηλ, η λαχεισ, και η βασκαθ, και η εγλων, και η χαββων και η λαμασ, και η χιθλεισ, και η γεδηρωθ, η βαιθ-δαγων, και η νααμα, και η μακκηδα, 16 πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ· η λιβνα, και η εθερ, και η ασαμ, και η ιεφθα, και η ασνα, και η νεσιβ, και η κεειλα, και η αχζιβ, και η μαρησα, εννια πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ· η ακκαρων, και οι κωμοπολεισ τησ· απο την ακκαρων μεχρι τη θαλασσα, ολεσ οι πολεισ κοντα στην αζωτο, και οι κωμοπολεισ τουσ· η αζωτοσ, οι πολεισ τησ και οι κωμοπολεισ τησ, η γαζα, οι πολεισ τησ και οι κωμοπολεισ τησ μεχρι τον χειμαρρο τησ αιγυπτου, και η μεγαλη θαλασσα ηταν το οριο. και στην ορεινη περιοχη, η σαμειρ και η ιαθειρ, και η σωχω, και η δαννα, και η κιριαθ-σαννα, που ειναι η δεβειρ, και η αναβ, και εσθεμω, και η ανειμ, και η γεσεν, και η ωλων, και η γιλω, 11 πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ· η αραβ, και η δουμα, και η εσαν, και η ιανουμ, και η βαιθ-θαπφουα, και η αφεκα, και η χουματα, και η κιριαθ-αρβα, που ειναι η χεβρων και η σιωρ, εννια πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ· η μαων, η καρμελ, και η ζιφ, και η ιουτα, και η ιεζραελ, και η ιοδεαμ, και η ζανωα, η ακαιν, η γαβαα, και η θαμνα, δεκα πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ· η αλουλ, η βαιθ-σουρ, και η γεδωρ, και η μααραθ, και η βαιθ-ανωθ και η ελτεκων, εξι πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ· η κιριαθ-βααλ, που ειναι η κιριαθ-ιαρειμ, και η ραββα, δυο πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ. στην ερημο, η βαιθ-αραβα, η μιδδιν, και η σεχαχα, και η νιβσαν, και η πολη του αλατιου, και η εν-γαδδι, εξι πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ. τουσ ιεβουσαιουσ, ομωσ, που κατοικουσαν στην ιερουσαλημ, οι γιοι του ιηhυδα δεν μπορεσαν να τουσ εκδιωξουν· αλλα, οι ιεβουσαιοι κατοικουν μαζι με τουσ γιουσ του ιηhυδα στην ιερουσαλημ μεχρι τη σημερινη ημερα.

16

και ο κληροσ των γιων του ιωσηφ επεσε απο τον ιορδανη, κοντα στην ιεριχω, μεχρι τα νερα τησ ιεριχω, ανατολικα, προσ την ερημο, που ανεβαινει απο την ιεριχω, μεσα απο το βουνο βαιθηλ, και εκτεινεται απο τη βαιθηλ μεχρι τη λουζ, και περναει μεσα απο τα ορια του αρχι-αταρωθ, και κατεβαινει απο δυσμασ στα ορια του ιαφλαιτι, μεχρι τα ορια τησ κατω βαιθ-ωρων, και μεχρι τη γεζερ, και βγαινει στη θαλασσα. και πηραν την κληρονομια τουσ, οι γιοι του ιωσηφ, ο μανασσησ και ο εφραιμ. και τα ορια των γιων του εφραιμ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν τα εξησ: τα ορια τησ κληρονομιασ τουσ προσ το ανατολικο μεροσ ησαν η αταρωθ-αδαρ, μεχρι την ανω βαιθ-ωρων· και τα ορια εκτεινονταν προσ τη θαλασσα, στη μιχμεθα προσ το βορινο μεροσ· και τα ορια γυριζαν κατα το ανατολικο μεροσ μεχρι την τααναθ-σηλω, και απο εκει διαβαιναν προσ τα ανατολικα στην ιανωχα· και κατεβαιναν απο την ιανωχα στην αταρωθ, και στη νααραθ, και ερχονταν στην ιεριχω, και εβγαιναν στον ιορδανη· τα ορια εξακολουθουσαν απο τη θαπφουα προσ δυσμασ, μεχρι τον χειμαρρο κανα, και το οριο τουσ ηταν η θαλασσα. αυτη ειναι η κληρονομια τησ φυλησ των γιων εφραιμ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. υπηρχαν και πολεισ χωρισμενεσ για τουσ γιουσ του εφραιμ αναμεσα στην κληρονομια των γιων του μανασση, ολεσ οι πολεισ και οι κωμοπολεισ τουσ. και δεν εδιωξαν τουσ χαναναιουσ, που κατοικουσαν στη γεζερ· αλλα, οι χαναναιοι κατοικουν αναμεσα στουσ εφραιμιτεσ μεχρι τη σημερινη ημερα, και εγιναν δουλοι υποτελεισ.

17

ηταν και κληροσ για τη φυλη του μανασση, (επειδη, αυτοσ ηταν ο πρωτοτοκοσ του ιωσηφ), για τον μαχειρ, τον πρωτοτοκο του μανασση, τον πατερα του γαλααδ· επειδη, αυτοσ ηταν ανδρασ πολεμιστησ, γι' αυτο πηρε τη γαλααδ, και τη βασαν. υπηρχε κληροσ και για τουσ υπολοιπουσ γιουσ του μανασση, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, για τουσ γιουσ του αβι-εζερ, και για τουσ γιουσ του χελεκ, και για τουσ γιουσ του ασριηλ, και για τουσ γιουσ του συχεμ, και για τουσ γιουσ του εφερ, και για τουσ γιουσ του σεμιδα. αυτα ησαν τα αρσενικα παιδια του μανασση, του γιου του ιωσηφ,συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. ο σαλπααδ, ομωσ, ο γιοσ του εφερ, γιου του γαλααδ, γιου του μαχειρ, γιου του μανασση, δεν ειχε γιουσ, αλλα θυγατερεσ· κι αυτα ειναι τα ονοματα των θυγατερων του: η μααλα, και η νουα, η αγλα, η μελχα και η θερσα. και αφου ηρθαν μπροστα στον ελεαζαρ, τον ιερεα, και μπροστα στον ιηhοσυα, τον γιο του ναυη, και μπροστα στουσ αρχοντεσ, ειπαν: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε στον μωυση να δωσει σε μασ κληρονομια αναμεσα στουσ αδελφουσ μασ. και, συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δοθηκε σ' αυτεσ κληρονομια αναμεσα στουσ αδελφουσ του πατερα τουσ. και στον μανασση επεσαν δεκα μεριδια, εκτοσ τησ γησ γαλααδ και βασαν, που ειναι περα απο τον ιορδανη· επειδη, οι θυγατερεσ του μανασση πηραν κληρονομια αναμεσα στουσ γιουσ του· και οι υπολοιποι γιοι του μανασση πηραν τη γη γαλααδ. και τα ορια του μανασση ησαν απο την ασηρ μεχρι τη μιχμεθα, που βρισκεται απεναντι απο τη συχεμ· και τα ορια εκτεινονταν προσ τα δεξια, μεχρι τουσ κατοικουσ τησ εν-θαπφουα. και ο μανασσησ ειχε τη γη θαπφουα· και η θαπφουα, επανω στα ορια του μανασση, ανηκε στουσ γιουσ του εφραιμ. και το οριο κατεβαινε μεχρι τον χειμαρρο κανα, μεσημβρινα του χειμαρρου· αυτεσ οι πολεισ του εφραιμ ησαν αναμεσα στισ πολεισ του μανασση· και το οριο του μανασση ηταν προσ βορραν του χειμαρρου, και η διεξοδοσ του προσ τη θαλασσα. προσ τα μεσημβρινα ηταν του εφραιμ, και προσ βορραν του μανασση, και η θαλασσα ηταν το οριο του· και ενωνονταν προσ βορραν με το οριο του ασηρ, και ανατολικα με το οριο του ισσαχαρ. και ο μανασσησ, στη γη του ισσαχαρ και του ασηρ, ειχε τη βαιθ-σαν και τισ κωμοπολεισ τησ, και την ιβλεαμ και τισ κωμοπολεισ τησ, και τουσ κατοικουσ τησ δωρ και τισ κωμοπολεισ τησ, και τουσ κατοικουσ τησ εν-δωρ και τισ κωμοπολεισ τησ, και τουσ κατοικουσ τησ θααναχ και τισ κωμοπολεισ τησ, και τουσ κατοικουσ τησ μεγιδδω και τισ κωμοπολεισ τησ, τρεισ επαρχιεσ. και οι γιοι του μανασση δεν μπορεσαν να διωξουν τουσ κατοικουσ των πολεων αυτων, αλλα οι χαναναιοι επεμειναν να κατοικουν σ' εκεινη τη γη. αφου, ομωσ, υπερισχυσαν οι γιοι ισραηλ, καθυπεταξαν τουσ χαναναιουσ σε φορολογια, ομωσ δεν τουσ εδιωξαν ολοκληρωτικα. και οι γιοι του ιωσηφ ειπαν στον ιηhοσυα τα εξησ: γιατι μασ εδωσεσ μοναχα εναν κληρο και μια μεριδα να κληρονομησουμε, ενω ειμαστε πολυσ λαοσ, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ ευλογησε μεχρι τωρα; και ο ιηhοσυα τουσ ειπε: αν ειστε πολυσ λαοσ ανεβειτε στο δασοσ και καθαριστε ενα μεροσ απ' αυτο για τον εαυτο σασ στη γη των φερεζαιων, και των ραφαειμ, αν το βουνο εφραιμ ειναι παρα πολυ στενο για σασ. και οι γιοι του ιωσηφ ειπαν: δεν μασ αρκει το βουνο· και ολοι οι χαναναιοι που κατοικουν τη γη τησ κοιλαδασ εχουν σιδερενιεσ αμαξεσ, κι εκεινοι τησ βαιθ-σαν και των κωμοπολεων τησ, κι εκεινοι τησ κοιλαδασ ιεζραελ. και ο ιηhοσυα ειπε στον οικο του ιωσηφ, στον εφραιμ και στον μανασση, τα εξησ: εσυ εισαι πολυσ λαοσ και εχεισ μεγαλη δυναμη· εσυ δεν θα εχεισ μοναχα εναν κληρο· αλλα το βουνο θα ειναι δικο σου· επειδη, ειναι δασοσ, και θα το κατακοψεισ· και μεχρι τισ ακρεσ του θα ειναι δικο σου· επειδη, θα διωξεισ τουσ χαναναιουσ, αν και εχουν αμαξεσ σιδερενιεσ και ειναι δυνατοι.

18

και η συναγωγη των γιων ισραηλ συγκεντρωθηκε στη σηλω, και εκει εστησαν τη σκηνη του μαρτυριου· και η γη υποταχθηκε σ' αυτουσ. κι αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ εμεναν, ακομα, επτα φυλεσ, που δεν ειχαν παρει την κληρονομια τουσ. και ο ιηhοσυα ειπε στουσ γιουσ ισραηλ: μεχρι ποτε θα μενετε νωθροι στο να πατε να φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσετε τη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των πατερων σασ, εδωσε σε σασ; διαλεξτε για σασ τρεισ ανδρεσ ανα φυλη· και θα τουσ στειλω, και αφου σηκωθουν, θα περιελθουν τη γη και θα την καταγραψουν, συμφωνα με τισ κληρονομιεσ τουσ, και θα επιστρεψουν σε μενα· και θα τη διαιρεσουν σε επτα μεριδια· ο ιηhυδασ θα κατοικει στα ορια του, μεσημβρινα, και ο οικοσ του ιωσηφ θα κατοικουν στα ορια τουσ, προσ βορραν· θα καταγραψετε, λοιπον, τη γη σε επτα μερη, και θα μου φερετε την καταγραφη και εγω θα βγαλω κληρουσ για σασ, εδω, μπροστα στον κυριο τον θεο μασ· επειδη, οι λευιτεσ δεν εχουν μεριδιο αναμεσα σασ· μια που, η κληρονομια τουσ ειναι η ιερατεια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ο γαδ, και ο ρουβην, και το μισο τησ φυλησ του μανασση, πηραν την κληρονομια τουσ περα απο τον ιορδανη, ανατολικα, την οποια ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εδωσε σ' αυτουσ. και αφου οι ανδρεσ σηκωθηκαν, εφυγαν· και ο ιηhοσυα προσταξε σ' αυτουσ που εφυγαν να καταγραψουν τη γη, λεγοντασ: πηγαινετε και περιελθετε τη γη, και καταγραψτε την, και επιστρεψτε σε μενα, κι εγω θα βγαλω κληρουσ για σασ, εδω μπροστα στον κυριο, στη σηλω. και οι ανδρεσ πηγαν και περιοδευσαν τη γη, και την κατεγραψαν σε βιβλιο, κατα πολεισ, σε επτα μεριδια, και ηρθαν στον ιηhοσυα, στο στρατοπεδο, στη σηλω. και ο ιηhοσυα ερριξε κληρουσ γι' αυτουσ στη σηλω, μπροστα στον κυριο· και ο ιηhοσυα διαμοιρασε εκει τη γη στουσ γιουσ ισραηλ, συμφωνα με το μεριδιο τουσ. και βγηκε ο κληροσ τησ φυλησ των γιων του βενιαμιν, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, και το οριο τησ κληρονομιασ τουσ επεσε αναμεσα στουσ γιουσ του ιηhυδα και στουσ γιουσ του ιωσηφ. και το οριο τουσ ηταν βορεια του ιορδανη, και το οριο ανεβαινε προσ το πλαγιο μεροσ τησ ιεριχω, προσ τον βορρα, και ανεβαινε μεσα απο τα βουνα που ειναι δυτικα, και τελειωνε στην ερημο βαιθ-αυεν. και απο εκει το οριο περνουσε προσ τη λουζ, προσ το μεσημβρινο πλαγιο μεροσ τησ λουζ, που ειναι η βαιθηλ· και το οριο κατεβαινε στην αταρωθ-αδδαρ, στο βουνο που ειναι μεσημβρινα τησ κατω βαιθ-ωρων. και απο εκει το οριο εκτεινοταν, και περιερχοταν το δυτικο μεροσ μεσημβρινα, απο το βουνο που ειναι απεναντι τησ βαιθ-ωρων, μεσημβρινα, και τελειωνε στην κιριαθ-βααλ, που ειναι η κιριαθ-ιαρειμ, μια πολη των γιων του ιηhυδα· αυτο ηταν το δυτικο μεροσ. και το μεσημβρινο μεροσ ηταν απο την ακρη τησ κιριαθ-ιαρειμ, και το οριο περνουσε δυτικα, και εβγαινε στο πηγαδι των νερων του νεφθωα· και το οριο κατεβαινε στο τελοσ του βουνου, που ειναι καταντικρυ στη φαραγγα του γιου του εννομ, που ειναι στην κοιλαδα των ραφαειμ, προσ βορραν, και κατεβαινε μεσα απο τη φαραγγα του εννομ, στο μεσημβρινο πλαγιο μεροσ τησ ιεβουσ, και κατεβαινε στην εν-ρωγηλ, και καθωσ απλωνοταν απο τον βορρα περνουσε στην εν-σεμεσ, και βγαινε στη γαλιλωθ, που ειναι καταντικρυ στην αναβαση του αδουμμιμ, και κατεβαινε στην πετρα του βοαν, του γιου του ρουβην, και περνουσε προσ το βορειο πλαγιο μεροσ, που ειναι καταντικρυ στην αραβα, και κατεβαινε στην αραβα· και περνουσε το οριο, προσ το βορειο πλαγιο μεροσ τησ βαιθ-ογλα· και το οριο τελειωνε στον βορειο κολπο τησ αλμυρησ θαλασσασ, στην εκβολη του ιορδανη, μεσημβρινα· αυτο ηταν το μεσημβρινο οριο. και ο ιορδανησ ηταν το οριο του ανατολικα. αυτη ηταν, ολογυρα, συμφωνα με το οριο τησ, η κληρονομια των γιων του βενιαμιν, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. και οι πολεισ τησ φυλησ των γιων του βενιαμιν, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν η ιεριχω, και η βαιθ-ογλα, και η εμεκ-κεσεισ, και η βαιθ-αραβα, και η σεμαραιμ, και η βαιθηλ, και η αυειμ, και η φαρα, και η οφρα, και η χεφαρ-αμμωνα, και η οφνει, και η γαβαα, 12 πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ, η γαβαων, και η ραμα, και η βηρωθ, και η μισπα, και η χεφειρα, και η μωσα, και η ρεκεμ, και η ιορφαηλ, και η θαραλα, και η σηλα, η ελεφ, και η ιεβουσ, που ειναι η ιερουσαλημ, η γαβααθ, και η κιριαθ, 14 πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ. αυτη ειναι η κληρονομια των γιων του βενιαμιν, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ.

19

και ο δευτεροσ κληροσ βγηκε στον συμεων, στη φυλη των γιων του συμεων, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· και ηταν η κληρονομια τουσ μεσα στην κληρονομια των γιων του ιηhυδα. και στην κληρονομια τουσ πηραν τη βηρ-σαβεε, και τη σαβεε, και τη μωλαδα, και την ασαρ-σουαλ, και τη βαλα, και την ασεμ, και την ελθωλαδ, και τη βεθουλ και την ορμα, και τη σικλαγ, και τη βαιθ-μαρκαβωθ, και την ασαρ-σουσα, και τη βαιθ-λεβαωθ, και τη σαρουεν, 13 πολεισ, και τισ κωμοπολεισ τουσ· την αειν, τη ρεμμων και την εθερ, και την ασαν, τεσσερισ πολεισ, και τισ κωμοπολεισ τουσ· και ολεσ τισ κωμοπολεισ, που ειναι ολογυρα στισ πολεισ αυτεσ, μεχρι τη βαλαθ-βηρ, που ειναι η ραμαθ, προσ τα μεσημβρινα. αυτη ειναι η κληρονομια τησ φυλησ των γιων του συμεων, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. απο το μεριδιο των γιων του ιηhυδα δοθηκε η κληρονομια των γιων του συμεων, επειδη το μεριδιο των γιων του ιηhυδα ηταν παρα πολυ μεγαλο γι' αυτουσ· γι' αυτο, οι γιοι του συμεων πηραν την κληρονομια τουσ μεσα στην κληρονομια εκεινων. και ο τριτοσ κληροσ βγηκε στουσ γιουσ του ζαβουλων, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ· και το οριο τησ κληρονομιασ τουσ ηταν μεχρι τη σαρειδ· και το οριο τουσ ανεβαινε προσ τη θαλασσα και τη μαραλα, και ερχοταν στη δαβασαιθ, και εφτανε προσ τον χειμαρρο, που ειναι καταντικρυ στην ιοκνεαμ· και γυριζε απο τη σαρειδ, προσ την ανατολη του ηλιου, στο οριο τησ κισλωθ-θαβωρ και εβγαινε στη δαβραθ, και ανεβαινε στην ιαφια· και απο εκει εκτεινοταν ανατολικα, στη γιθθα-εφερ, στην ιττα-κασιν, και εβγαινε στη ρεμμων-μεθωαρ, προσ τη νεα· και το οριο εστρεφε προσ το βορειο μεροσ στην ανναθων, και τελειωνε στην κοιλαδα ιεφθαηλ· και περιλαμβανε την κατταθ, και τη νααλαλ, και τη σιμβρων, και την ιδαλα, και τη βηθλεεμ, 12 πολεισ, και τισ κωμοπολεισ τουσ. αυτη ειναι η κληρονομια των γιων του ζαβουλων, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, οι πολεισ αυτεσ και οι κωμοπολεισ τουσ. ο τεταρτοσ κληροσ βγηκε στον ισσαχαρ, στουσ γιουσ του ισσαχαρ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. και το οριο τουσ ηταν η ιεζραελ, και η κεσουλωθ, και η σουνημ, και η αφεραιμ, και η σαιων, και η αναχαραθ, και η ραββιθ, και η κισιων, και η αβεσ, και η ραιμεθ, και η εν-γαννιμ, και η εν-αδδα, και η βαιθ-φασησ· και το οριο εφτανε στη θαβωρ, και στη σαχασειμα, και στη βαιθ-σεμεσ, και το οριο τουσ τελειωνε στον ιορδανη· 16 πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ. αυτη ειναι η κληρονομια τησ φυλησ των γιων του ισσαχαρ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, οι πολεισ και οι κωμοπολεισ τουσ. και ο πεμπτοσ κληροσ βγηκε στη φυλη των γιων του ασηρ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. και ηταν το οριο τουσ η χελκαθ, και η αλει, και η βετεν, και η αχσαφ, και η αλαμ-μελεχ, και η αμαδ, και η μισαλ· και εφτανε στην καρμελ προσ τα δυτικα, και στη σιχωρ-λιβναθ· και γυριζε προσ την ανατολη του ηλιου, στη βαιθ-δαγων, και εφτανε στη ζαβουλων, και στην κοιλαδα ιεφθαηλ, προσ το βορειο μεροσ τησ βαιθ-εμεκ, και τησ ναιηλ, και εβγαινε στη χαβουλ, προσ τα αριστερα, και στη χεβρων, και τη ρεωβ, και την αμμων, και την κανα, μεχρι τη μεγαλη σιδωνα· και το οριο γυριζε στη ραμα, και μεχρι την οχυρη πολη τησ τυρου, και το οριο γυριζε στην οσα· και τελειωνε στη θαλασσα, προσ το μεροσ του αχζιβ· και η αμμα, και η αφεκ, και η ρεωβ· 22 πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ. αυτη ειναι η κληρονομια τησ φυλησ των γιων του ασηρ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, οι πολεισ αυτεσ και οι κωμοπολεισ τουσ. ο εκτοσ κληροσ βγηκε στουσ γιουσ του νεφθαλι, στουσ γιουσ του νεφθαλι, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. και το οριο τουσ ηταν απο την ελεφ, απο την αλλον, κοντα στη σαανανειμ, και η αδαμι, η νεκεβ, και η ιαβνηλ, μεχρι τη λακκουμ, και τελειωνε στον ιορδανη· και το οριο γυριζε απο δυτικα στην αζνωθ-θαβωρ, και απο εκει εβγαινε στην ουκκωκ, και εφτανε στη ζαβουλων, προσ τα μεσημβρινα και εφτανε στην ασηρ, προσ τη δυση, και στον ιηhυδα, προσ την ανατολη του ηλιου, επανω στον ιορδανη. και περιτειχισμενεσ ησαν οι εξησ πολεισ: η σιδδιμ, η σερ, και η αμμαθ, η ρακκαθ, και η χιννερωθ, και η αδαμα, και η ραμα και η ασωρ, και η κεδεσ, και η εδρει, και η εν-ασωρ, και η ιρων, και η μιγδαληλ, η ωρεμ, και η βαιθ-αναθ, και η βαιθ-σεμεσ· 19 πολεισ, και οι κωμοπολεισ τουσ. αυτη ειναι η κληρονομια τησ φυλησ των γιων του νεφθαλι, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τησ, οι πολεισ και οι κωμοπολεισ τουσ. ο εβδομοσ κληροσ βγηκε στη φυλη των γιων του δαν, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ. και το οριο τησ κληρονομιασ τουσ, ηταν η σαραα, και η εσθαολ, και η ιρ-σεμεσ, και η σαλαβειν, και η αιαλων, και η ιεθλα, και η αιλων, και η θαμναθα, και η ακκαρων, και η ελθεκω, και η γιββεθων και η βααλαθ, και η ιουδ, και η βανη-βαρακ, η γαθ-ριμμων, και η με-ιαρκων, και η ρακκων, μαζι με το οριο, που ειναι καταντικρυ στην ιοππη. και το οριο των γιων του δαν παραταθηκε απ' αυτουσ· γι'αυτο, οι γιοι του δαν ανεβηκαν να πολεμησουν τη λεσεμ, και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν, και την παταξαν με μαχαιρα, και την εξουσιασαν, και κατοικησαν σ' αυτη, και την ονομασαν λεσεμ δαν, συμφωνα με το ονομα του πατερα τουσ δαν. αυτη ειναι η κληρονομια τησ φυλησ των γιων του δαν, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, αυτεσ ειναι πολεισ τουσ και οι κωμοπολεισ τουσ. και αφου τελειωσαν να παιρνουν τα μεριδια τησ γησ, συμφωνα με τα ορια τησ, οι γιοι ισραηλ εδωσαν στον ιηhοσυα, τον γιο του ναυη, κληρονομια αναμεσα τουσ· συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, του εδωσαν την πολη που ζητησε, τη θαμναθ-σαραχ, στο βουνο εφραιμ· και εκτισε την πολη, και κατοικησε σ' αυτη. αυτεσ ειναι οι κληρονομιεσ, που ο ελεαζαρ, ο ιερεασ, και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, και οι αρχηγοι των πατριων των φυλων των γιων ισραηλ, διαμοιρασαν με κληρουσ, στη σηλω, μπροστα στον κυριο, κοντα στη θυρα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και τελειωσαν τον διαμερισμο τησ γησ.

20

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον ιηhοσυα, λεγοντασ· πεσ στουσ γιουσ ισραηλ, τα εξησ: διοριστε για σασ τισ πολεισ του καταφυγιου, για τισ οποιεσ σασ ειχα πει διαμεσου του μωυση· για να καταφευγει εκει ο φονιασ, που θα φονευσει καποιον ανθρωπο ακουσια και απο αγνοια· κι αυτεσ θα ειναι για σασ ωσ καταφυγιο απο τον εκδικητη του αιματοσ. και οταν εκεινοσ που καταφευγει σε μια απο τισ πολεισ αυτεσ σταθει στην εισοδο τησ πυλησ τησ πολησ, και μιλησει την υποθεση του σε επηκοο των πρεσβυτερων τησ πολησ εκεινησ, αυτοι θα τον δεχθουν στην πολη κοντα τουσ, και θα του δωσουν τοπο, και θα κατοικει μαζι τουσ. και αν ο εκδικητησ του αιματοσ τον καταδιωξει, δεν θα παραδωσουν τον φονια στα χερια του· επειδη, απο αγνοια χτυπησε τον πλησιον του, και δεν τον μισουσε προηγουμενωσ. και θα κατοικει σ' εκεινη την πολη, μεχρισ οτου παρασταθει μπροστα στη συναγωγη για κριση, μεχρι τον θανατο του αρχιερεα, που ειναι εκεινεσ τισ ημερεσ· τοτε, ο φονιασ θα επιστρεψει, και θα παει στην πολη του, και στο σπιτι του, στην πολη απ' οπου εφυγε. και διορισαν την κεδεσ, στη γαλιλαια, στο βουνο νεφθαλι, και τη συχεμ, στο βουνο εφραιμ και την κιριαθ-αρβα, (που ειναι η χεβρων) στην ορεινη περιοχη του ιηhυδα. και στην περιοχη περα απο τον ιορδανη, κοντα στην ιεριχω, ανατολικα, διορισαν τη βοσορ, στην ερημο, επανω στην πεδιαδα τησ φυλησ του ρουβην, και τη ραμωθ, στη γαλααδ, τησ φυλησ του γαδ, και τη γωλαν, στη βασαν, τησ φυλησ του μανασση. αυτεσ ησαν οι πολεισ, που διοριστηκαν για ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ, και για τουσ ξενουσ που παροικουσαν αναμεσα τουσ, ωστε καθενασ που θα φονευε καποιον απο αγνοια να καταφευγει εκει, και να μη θανατωθει απο το χερι του εκδικητη του αιματοσ, μεχρισ οτου παρασταθει μπροστα στη συναγωγη.

21

και οι αρχηγοι των πατριων των λευιτων ηρθαν στον ελεαζαρ, τον ιερεα, και στον ιηhοσυα, τον γιο του ναυη, και στουσ αρχηγουσ των πατριων των φυλων των γιων ισραηλ, και τουσ ειπαν στη σηλω, στη γη τησ χανααν, τα εξησ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε διαμεσου του μωυση να μασ δοθουν πολεισ για να κατοικουμε, και τα περιχωρα τουσ για τα κτηνη μασ. και οι γιοι ισραηλ εδωσαν στουσ λευιτεσ απο την κληρονομια τουσ, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τισ πολεισ αυτεσ και τα περιχωρα τουσ. και ο κληροσ βγηκε στισ συγγενειεσ των κααθιτων· και οι γιοι του ααρων, του ιερεα, που ειναι απο τουσ λευιτεσ, πηραν με κληρο απο τη φυλη του ιηhυδα, και απο τη φυλη του συμεων, και απο τη φυλη του βενιαμιν, 13 πολεισ. και οι υπολοιποι γιοι του κααθ πηραν με κληρο απο τισ συγγενειεσ τησ φυλησ του εφραιμ, και απο τη φυλη του δαν και απο το μισο τησ φυλησ του μανασση, δεκα πολεισ. και οι γιοι του γηρσων πηραν με κληρο απο τισ συγγενειεσ τησ φυλησ του ισσαχαρ, και απο τη φυλη του ασηρ, και απο τη φυλη του νεφθαλι, και απο το μισο τησ φυλησ του μανασση, στη βασαν, 13 πολεισ. οι γιοι του μεραρι, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, πηραν απο τη φυλη του ρουβην, και απο τη φυλη του γαδ, και απο τη φυλη του ζαβουλων, 12 πολεισ. και οι γιοι ισραηλ εδωσαν με κληρο στουσ λευιτεσ τισ πολεισ αυτεσ και τα περιχωρα τουσ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε διαμεσου του μωυση. και απο τη φυλη των γιων του ιηhυδα, και απο τη φυλη των γιων του συμεων, εδωσαν αυτεσ τισ πολεισ, που αναφερονται εδω ονομαστικα· και τισ πηραν οι γιοι του ααρων, που ειναι απο τισ συγγενειεσ των κααθιτων, απο τουσ γιουσ του λευι· επειδη, σ' αυτουσ επεσε ο πρωτοσ κληροσ. και τουσ εδωσαν την πολη του αρβα, του πατερα του ανακ, που ειναι η χεβρων, στην ορεινη περιοχη του ιηhυδα, και τα περιχωρα τησ, ολογυρα. αλλα, τα χωραφια τησ πολησ, και τισ κωμοπολεισ τησ, τα εδωσαν στον χαλεβ, τον γιο του ιεφοννη, για ιδιοκτησια του. και στουσ γιουσ του ααρων, του ιερεα, εδωσαν την πολη του καταφυγιου για τον φονια, τη χεβρων και τα περιχωρα τησ, και τη λιβνα και τα περιχωρα τησ, και την ιαθειρ και τα περιχωρα τησ, και την εσθεμωα και τα περιχωρα τησ, και την ωλων και τα περιχωρα τησ, και τη δεβειρ και τα περιχωρα τησ, και την αειν και τα περιχωρα τησ, και την ιουτα και τα περιχωρα τησ, τη βαιθ-σεμεσ και τα περιχωρα τησ· εννια πολεισ απο τισ δυο αυτεσ φυλεσ· και απο τη φυλη του βενιαμιν, τη γαβαων και τα περιχωρα τησ, τη γαβαα και τα περιχωρα τησ, την αναθωθ και τα περιχωρα τησ· τεσσερισ πολεισ. ολεσ οι πολεισ των γιων του ααρων, των ιερεων, ησαν 13 πολεισ, και τα περιχωρα τουσ. και οι συγγενειεσ των γιων του κααθ, των λευιτων, των υπολοιπων απο τουσ γιουσ του κααθ, πηραν τισ πολεισ του κληρου τουσ απο τη φυλη του εφραιμ. και τουσ εδωσαν την πολη του καταφυγιου για τον φονια, τη συχεμ και τα περιχωρα τησ, στο βουνο εφραιμ, και τη γεζερ και τα περιχωρα τησ, και την κιβσαειμ και τα περιχωρα τησ, και τη βαιθ-ωρων και τα περιχωρα τησ· τεσσερισ πολεισ· και απο τη φυλη του δαν, την ελθεκω και τα περιχωρα τησ, τη γιββεθων και τα περιχωρα τησ, την αιαλων και τα περιχωρα τησ, τη γαθ-ριμμων και τα περιχωρα τησ· τεσσερισ πολεισ· και απο το μισο τησ φυλησ του μανασση, τη θααναχ και τα περιχωρα τησ, και τη γαθ-ριμμων και τα περιχωρα τησ· δυο πολεισ. ολεσ οι πολεισ ησαν δεκα, και τα περιχωρα τουσ για τισ συγγενειεσ των υπολοιπων γιων του κααθ. και στουσ γιουσ του γηρσων, απο τισ συγγενειεσ των λευιτων, εδωσαν, απο το αλλο μισο τησ φυλησ του μανασση, την πολη του καταφυγιου για τον φονια, τη γωλαν, στη βασαν, και τα περιχωρα τησ, και τη βεεσθερα και τα περιχωρα τησ· δυο πολεισ· και απο τη φυλη του ισσαχαρ, την κισιων και τα περιχωρα τησ, τη δαβραθ και τα περιχωρα τησ, την ιαρμουθ και τα περιχωρα τησ, την εν-γαννιμ και τα περιχωρα τησ· τεσσερισ πολεισ· και απο τη φυλη του ασηρ, τη μισααλ και τα περιχωρα τησ, την αβδων και τα περιχωρα τησ, τη χελκαθ και τα περιχωρα τησ, και τη ρεωβ και τα περιχωρα τησ· τεσσερισ πολεισ· και απο τη φυλη του νεφθαλι, την πολη του καταφυγιου για τον φονια, την κεδεσ στη γαλιλαια και τα περιχωρα τησ, την αμμωθ-δωρ και τα περιχωρα τησ, και την καρθαν και τα περιχωρα τησ· τρεισ πολεισ. ολεσ οι πολεισ των γηρσωνιτων, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν 13 πολεισ και τα περιχωρα τουσ. και στισ συγγενειεσ των γιων του μεραρι, στουσ υπολοιπουσ απο τουσ λευιτεσ, εδωσαν, απο τη φυλη του ζαβουλων, την ιοκνεαμ και τα περιχωρα τησ, την καρθα και τα περιχωρα τησ, τη διμνα και τα περιχωρα τησ, τη νααλωλ και τα περιχωρα τησ· τεσσερισ πολεισ· και απο τη φυλη του ρουβην εδωσαν τη βοσορ και τα περιχωρα τησ, και την ιααζα και τα περιχωρα τησ, την κεδημωθ και τα περιχωρα τησ, και τη μηφααθ και τα περιχωρα τησ· τεσσερισ πολεισ· και απο τη φυλη του γαδ εδωσαν την πολη του καταφυγιου για τον φονια, τη ραμωθ στη γαλααδ και τα περιχωρα τησ, και τη μαχαναιμ και τα περιχωρα τησ, την εσεβων και τα περιχωρα τησ, την ιαζηρ και τα περιχωρα τησ· ολεσ οι πολεισ ησαν τεσσερισ. ολεσ οι πολεισ που δοθηκαν με κληρουσ στουσ γιουσ του μεραρι, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, τουσ υπολοιπουσ απο τισ συγγενειεσ των λευιτων, ησαν 12 πολεισ. ολεσ οι πολεισ των λευιτων, που ησαν μεσα στην ιδιοκτησια των γιων ισραηλ, ησαν 48 πολεισ και τα περιχωρα τουσ. οι πολεισ αυτεσ ησαν καθε μια μαζι με τα περιχωρα τουσ, ολογυρα· ετσι ησαν ολεσ αυτεσ οι πολεισ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε στον ισραηλ ολοκληρη τη γη, που ορκιστηκε να δωσει στουσ πατερεσ τουσ· και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν, και κατοικησαν σ' αυτη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ εδωσε αναπαυση απο παντου, συμφωνα με ολα οσα ορκιστηκε στουσ πατερεσ τουσ· και κανενασ απο ολουσ τουσ εχθρουσ τουσ δεν μπορεσε να σταθει μπροστα τουσ· ολουσ τουσ εχθρουσ τουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ παρεδωσε στο χερι τουσ. δεν ματαιωθηκε ουτε ενα απο ολα τα αγαθα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον οικο ισραηλ· ολα πραγματοποιηθηκαν.

22

τοτε, ο ιηhοσυα συγκαλεσε τουσ ρουβηνιτεσ, και τουσ γαδιτεσ, και το μισο τησ φυλησ του μανασση, και τουσ ειπε: εσεισ τηρησατε ολα οσα ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σασ προσταξε, και υπακουσατε στη φωνη μου, συμφωνα με οσα εγω σασ προσταξα· δεν εγκαταλειψατε τουσ αδελφουσ σασ τισ πολλεσ αυτεσ ημερεσ, μεχρι σημερα, αλλα τηρησατε εντελωσ την εντολη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ· και τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ εδωσε αναπαυση στουσ αδελφουσ σασ, καθωσ υποσχεθηκε σ' αυτουσ· τωρα, λοιπον, επιστρεψτε, και πηγαινετε στα σπιτια σασ, στη γη τησ ιδιοκτησιασ σασ, που ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ εδωσε στην περιοχη περα απο τον ιορδανη· προσεχετε τωρα, ομωσ, υπερβολικα στο να εκτελειτε τισ εντολεσ και τον νομο, που ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ προσταξε, να αγαπατε τον κυριο τον θεο σασ, και να περπατατε σε ολουσ τουσ δρομουσ του, και να τηρειτε τισ εντολεσ του, και να ειστε προσηλωμενοι σ' αυτον, και να τον λατρευετε με ολοκληρη την καρδια σασ, και με ολοκληρη την ψυχη σασ. και ο ιηhοσυα τουσ ευλογησε, και τουσ απελυσε· και πηγαν στα σπιτια τουσ. και στο μεν μισο τησ φυλησ του μανασση ο μωυσησ εδωσε κληρονομια στη βασαν· στο αλλο μισο αυτησ τησ φυλησ, ομωσ, ο ιηhοσυα εδωσε κληρονομια αναμεσα στουσ αδελφουσ τουσ, απο την εδω πλευρα του ιορδανη, δυτικα. και οταν ο ιηhοσυα τουσ εστειλε στα σπιτια τουσ, τουσ ευλογησε· και μιλησε σ' αυτουσ ωσ εξησ: επιστρεψτε με πολλα πλουτη στα σπιτια σασ, και με υπερβολικα πολλα κτηνη, με ασημι και με χρυσαφι, και με χαλκο, και με σιδερο, και με ιματια, υπερβολικα πολλα, μοιραστειτε τα λαφυρα των εχθρων σασ με τουσ αδελφουσ σασ. και οι γιοι του ρουβην, και οι γιοι του γαδ, και το μισο τησ φυλησ του μανασση, στραφηκαν, και αναχωρησαν απο τουσ γιουσ ισραηλ, απο τη σηλω, που ειναι στη γη χανααν, για να πανε στη γη γαλααδ, στη γη τησ ιδιοκτησιασ τουσ, την οποια κληρονομησαν συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαμεσου του μωυση. και οταν ηρθαν στα μερη γυρω απο τον ιορδανη, που ειναι μεσα στη γη χανααν, οι γιοι του ρουβην, και οι γιοι του γαδ, και η μιση φυλη του μανασση, οικοδομησαν εκει ενα θυσιαστηριο κοντα στον ιορδανη, ενα θυσιαστηριο μεγαλο σε μεγεθοσ. και οι γιοι ισραηλ ακουσαν να λεγεται: δεστε, οι γιοι του ρουβην, και οι γιοι του γαδ, και το μισο τησ φυλησ του μανασση, οικοδομησαν θυσιαστηριο καταντικρυ στη γη χανααν, στα μερη ολογυρα στον ιορδανη, προσ τη διαβαση των γιων ισραηλ. και οταν οι γιοι ισραηλ το ακουσαν, συγκεντρωθηκε ολοκληρη η συναγωγη των γιων ισραηλ στη σηλω, για να ανεβουν να πολεμησουν εναντιον τουσ. και οι γιοι ισραηλ εστειλαν στουσ γιουσ του ρουβην, και στουσ γιουσ του γαδ, και στο μισο τησ φυλησ του μανασση, στη γη γαλααδ, τον φινεεσ, γιο του ελεαζαρ, τον ιερεα, και μαζι του δεκα αρχοντεσ, απο εναν αρχοντα, αρχηγο πατριων, ανα φυλη του ισραηλ, και καθε ενασ ηταν ο πρωτοσ τησ οικογενειασ των πατερων του, επανω στισ χιλιαδεσ του ισραηλ. και πηγαν στουσ γιουσ του ρουβην, και στουσ γιουσ του γαδ, και στο μισο τησ φυλησ του μανασση, στη γη γαλααδ, και τουσ μιλησαν, λεγοντασ: αυτα λεει ολοκληρη η συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ποια ειναι αυτη η ανομια, που πραξατε εναντια στον θεο του ισραηλ, ωστε να απομακρυνθειτε σημερα απο τον κυριο, οικοδομωντασ θυσιαστηριο για σασ, για να αποστατησετε σημερα απο τον κυριο; μικρο σταθηκε το αμαρτημα μασ στη φεγωρ, απο το οποιο δεν καθαριστηκαμε μεχρι σημερα, και εγινε πληγη στη συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κι εσεισ σημερα θα αποστατησετε απο τον κυριο; βεβαια, αν εσεισ αποστατησετε σημερα απο τον κυριο, αυριο θα οργιστει εναντια σε ολοκληρη τη συναγωγη του ισραηλ. αν η γη τησ ιδιοκτησιασ σασ ειναι ακαθαρτη, διαβειτε στη γη τησ ιδιοκτησιασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οπου κατοικει η σκηνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και παρτε ιδιοκτησια αναμεσα μασ· και μη αποστατησετε απο τον κυριο ουτε να αποστατησετε απο μασ, οικοδομωντασ για σασ θυσιαστηριο εκτοσ απο το θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ. δεν επραξε ανομια στο αναθεμα ο αχαν, ο γιοσ του ζερα, και επεσε οργη επανω σε ολοκληρη τη συναγωγη του ισραηλ; και ο ανθρωποσ εκεινοσ δεν αφανιστηκε μονοσ του στην ανομια του. τοτε, αποκριθηκαν οι γιοι του ρουβην, και οι γιοι του γαδ, και το μισο τησ φυλησ του μανασση, και ειπαν στουσ αρχηγουσ των χιλιαδων του ισραηλ: ο ισχυροσ θεοσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο ισχυροσ θεοσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ ξερει και ο ισραηλ αυτοσ θα γνωρισει· αν το καναμε αυτο για αποστασια η αν για ανομια, εναντια στον κυριο, μη μασ λυτρωσεισ αυτη την ημερα. αν οικοδομησαμε για μασ θυσιαστηριο για να αποχωριστουμε απο τον κυριο η αν για να προσφερουμε επανω σ' αυτο ολοκαυτωμα η προσφορεσ η αν για να προσφερουμε επανω σ' αυτο ειρηνικεσ θυσιεσ, αυτοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ το εκζητησει. και αν δεν το καναμε μαλλον απο φοβο αυτου του πραγματοσ, λεγοντασ: αυριο τα παιδια σασ μπορουν να πουν στα παιδια μασ, τα εξησ: τι εχετε εσεισ να κανετε με τον κυριο, τον θεο του ισραηλ; επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εβαλε τον ιορδανη ωσ οριο αναμεσα σε μασ και σε σασ, γιοι του ρουβην και γιοι του γαδ· δεν εχετε μεροσ μαζι με τον κυριο· και οι γιοι σασ κανουν τουσ γιουσ μασ να σταματησουν απο το να φοβουνται τον κυριο. γι' αυτο, ειπαμε: ασ επιχειρησουμε τωρα να οικοδομησουμε για μασ το θυσιαστηριο· οχι για ολοκαυτωμα ουτε για θυσια αλλα, για να ειναι ωσ μαρτυρια αναμεσα σε μασ, και σε σασ, και αναμεσα στισ γενεεσ μασ, υστερα απο μασ, οτι εμεισ κανουμε τη λατρεια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μπροστα του με τα ολοκαυτωματα μασ, και με τισ θυσιεσ μασ, και με τισ ειρηνικεσ προσφορεσ μασ· για να μη πουν αυριο τα παιδια σασ στα παιδια μασ: εσεισ δεν εχετε μεροσ με τον κυριο. γι' αυτο, ειπαμε: αν τυχει να μιλησουν ετσι σε μασ η στισ γενεεσ μασ αυριο, τοτε θα αποκριθουμε. κοιταξτε, το ομοιωμα του θυσιαστηριου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που οικοδομησαν οι πατερεσ μασ, οχι για ολοκαυτωμα ουτε για θυσια, αλλα για να ειναι ωσ μαρτυρια αναμεσα σε μασ και σε σασ. μη γενοιτο να αποστατησουμε απο τον κυριο, και να αποχωριστουμε σημερα απο τον κυριο, οικοδομωντασ θυσιαστηριο για ολοκαυτωμα, για προσφορεσ, και για θυσια, εκτοσ απο το θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ, που ειναι μπροστα στη σκηνη του. και οταν ο φινεεσ, ο ιερεασ, και οι αρχοντεσ τησ συναγωγησ, και οι αρχηγοι των χιλιαδων του ισραηλ, που ησαν μαζι του, ακουσαν τα λογια, που οι γιοι ρουβην, και οι γιοι γαδ, και οι γιοι μανασση μιλησαν, ευχαριστηθηκαν. και ο φινεεσ, ο γιοσ του ελεαζαρ, ο ιερεασ, ειπε στουσ γιουσ του ρουβην, και στουσ γιουσ του γαδ, και στουσ γιουσ του μανασση. σημερα γνωρισαμε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αναμεσα μασ, επειδη δεν πραξατε την ανομια αυτη εναντια στον κυριο· τωρα, λυτρωσατε τουσ γιουσ ισραηλ απο το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και γυρισε ο φινεεσ, ο γιοσ του ελεαζαρ, ο ιερεασ, και οι αρχοντεσ απο τουσ γιουσ του ρουβην, και απο τουσ γιουσ του γαδ, απο τη γη γαλααδ, στη γη χανααν, στουσ γιουσ ισραηλ, και εφεραν σ' αυτουσ αποκριση. και το πραγμα αρεσε στουσ γιουσ ισραηλ· και οι γιοι ισραηλ ευλογησαν τον θεο, και δεν ειπαν να ανεβουν ξανα εναντιον τουσ σε μαχη, για να αφανισουν τη γη, οπου κατοικουσαν οι γιοι του ρουβην και οι γιοι του γαδ. και οι γιοι του ρουβην και οι γιοι του γαδ ονομασαν το θυσιαστηριο εδ: επειδη, ειπαν, αυτο θα ειναι ωσ μαρτυρια αναμεσα σε μασ, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ο θεοσ.

23

και υστερα απο πολυ καιρο, αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε αναπαυση στον ισραηλ απο ολουσ τουσ εχθρουσ του, ολογυρα, και ο ιηhοσυα ηταν γεροντασ, προχωρημενοσ στην ηλικια, συγκαλεσε ο ιηhοσυα ολοκληρο τον ισραηλ, τουσ πρεσβυτερουσ τουσ, και τουσ αρχηγουσ τουσ, και τουσ κριτεσ τουσ, και τουσ αρχοντεσ τουσ, και τουσ ειπε: εγω γερασα, ειμαι προχωρημενοσ στην ηλικια. κι εσεισ ειδατε ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ εκανε σε ολα αυτα τα εθνη για σασ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, αυτοσ ειναι που πολεμησε για σασ. δεστε, εγω σασ μοιρασα με κληρο αυτα τα εθνη που εναπεμειναν, για κληρονομια στισ φυλεσ σασ, μαζι με ολα τα εθνη, που εξολοθρευσα, απο τον ιορδανη μεχρι τη μεγαλη θαλασσα, προσ τη δυση του ηλιου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, αυτοσ θα τουσ βγαλει απο μπροστα σασ, και θα τουσ εκδιωξει απο το προσωπο σασ· και θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσετε τη γη τουσ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ υποσχεθηκε σε σασ. γινεστε, λοιπον, παρα πολυ ανδρειοι στο να τηρειτε, και να εκτελειτε, ολα τα γραμμενα στο βιβλιο του νομου του μωυση, για να μη παρεκκλινετε απ' αυτο, δεξια η αριστερα· για να μη αναμιχθειτε με τα εθνη αυτα, που εναπεμειναν αναμεσα σασ ουτε να μνημονευετε τα ονοματα των θεων τουσ ουτε να ορκιστειτε ουτε να τουσ λατρευσετε ουτε να τουσ προσκυνησετε· αλλα, να ειστε προσκολλημενοι στον κυριο τον θεο σασ, καθωσ κανατε μεχρι τη σημερινη ημερα. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδιωξε απο μπροστα σασ μεγαλα εθνη και δυνατα· και κανενασ δεν μπορεσε μεχρι σημερα να σταθει μπροστα σασ. ενασ απο σασ θα διωξει 1.000· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, αυτοσ ειναι που πολεμησε για σασ, οπωσ σασ το υποσχεθηκε. προσεχετε, λοιπον, παρα πολυ στον εαυτο σασ, να αγαπατε τον κυριο τον θεο σασ. επειδη, αν ποτε γυρισετε πισω, και προσκολληθειτε με το υπολοιπο των εθνων αυτων, μαζι μ' αυτουσ που εναπεμειναν αναμεσα σασ, και συμπεθερεψετε μαζι τουσ, και αναμιχθειτε μαζι τουσ, κι εκεινα μαζι σασ, να ξερετε σιγουρα οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ δεν θα εκδιωξει πλεον απο μπροστα σασ αυτα τα εθνη· αλλα, θα ειναι σε σασ παγιδεσ και ενεδρεσ, και μαστιγεσ στα πλευρα σασ, και αγκαθια στα ματια σασ, μεχρισ οτου εξολοθρευτειτε απ' αυτη την αγαθη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ εδωσε σε σασ. και δεστε, σημερα εγω βαδιζω τον δρομο ολησ τησ γησ, κι εσεισ γνωριζετε με ολοκληρη την καρδια σασ, και με ολοκληρη την ψυχη σασ, οτι δεν ματαιωθηκε ουτε ενα απο ολα τα αγαθα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ μιλησε για σασ· ολα πραγματοποιηθηκαν σε σασ, ουτε ενα απ' αυτα δεν ματαιωθηκε. γι' αυτο, οπωσ ηρθαν επανω σασ ολα αυτα τα αγαθα λογια, που μιλησε σε σασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, ετσι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα φερει επανω σασ ολα τα κακα λογια, μεχρισ οτου σασ εξολοθρευσει απ' αυτη την αγαθη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ εδωσε σε σασ. οταν παραβειτε τη διαθηκη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ, που προσταξε σε σασ, και πατε και λατρευσετε αλλουσ θεουσ, και τουσ προσκυνησετε, τοτε η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα αναψει εναντιον σασ, και θα αφανιστειτε γρηγορα απο την αγαθη γη, που σασ εδωσε.

24

και ο ιηhοσυα συγκεντρωσε ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ στη συχεμ, και συγκαλεσε τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ, και τουσ αρχηγουσ τουσ, και τουσ κριτεσ τουσ, και τουσ αρχοντεσ τουσ· και παρασταθηκαν μπροστα στον θεο. και ο ιηhοσυα ειπε σε ολοκληρο τον λαο: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: οι πατερεσ σασ κατοικησαν περα απο τον ποταμο, απο παλια, ο θαρρα, ο πατερασ του αβραhαμ, και ο πατερασ του ναχωρ, και λατρευσαν αλλουσ θεουσ. και πηρα τον πατερα σασ τον αβραhαμ, απο την περιοχη περα απο τον ποταμο, και τον οδηγησα μεσα απο ολοκληρη τη γη χανααν, και πληθυνα το σπερμα του, και του εδωσα τον ισαακ. και στον ισαακ εδωσα τον ιακωβ και τον ησαυ· και στον ησαυ εδωσα το βουνο σηειρ, για να το κληρονομησει· και ο ιακωβ και οι γιοι του κατεβηκαν στην αιγυπτο. και εστειλα τον μωυση και τον ααρων, και χτυπησα την αιγυπτο με πληγεσ, που εκανα μεσα σ' αυτη, και υστερα σασ εβγαλα εξω. και αφου εβγαλα τουσ πατερεσ σασ εξω απο την αιγυπτο, ηρθατε στη θαλασσα· και οι αιγυπτιοι καταδιωξαν πισω απο τουσ πατερεσ σασ, με αμαξεσ και αλογα στην ερυθρα θαλασσα· και βοησαν στον κυριο, κι αυτοσ εβαλε σκοταδι αναμεσα σε σασ και τουσ αιγυπτιουσ, και εφερε τη θαλασσα επανω τουσ, και τουσ σκεπασε, και τα ματια σασ ειδαν τι εκανα στην αιγυπτο· και κατοικησατε στην ερημο πολλεσ ημερεσ. και σασ εφερα στη γη των αμορραιων, που κατοικουσαν περα απο τον ιορδανη, και σασ πολεμησαν· και τουσ παρεδωσα στα χερια σασ, και κληρονομησατε ολοκληρωτικα τη γη τουσ, και τουσ εξολοθρευσα απο μπροστα σασ. και σηκωθηκε ο βαλακ, ο γιοσ του σεπφωρ, ο βασιλιασ του μωαβ, και πολεμησε εναντια στον ισραηλ· και αφου εστειλε ανθρωπουσ προσκαλεσε τον βαλααμ, τον γιο του βεωρ, για να σασ καταραστει· αλλ' εγω δεν θελησα να ακουσω τον βαλααμ· ακομα, μαλιστα, και σασ ευλογησε, και σασ ελευθερωσα απο τα χερια του. και διαβηκατε τον ιορδανη, και ηρθατε στην ιεριχω· και σασ πολεμησαν οι ανδρεσ τησ ιεριχω, οι αμορραιοι, και οι φερεζαιοι, και οι χαναναιοι, και οι χετταιοι και οι γεργεσαιοι, οι ευαιοι, και οι ιεβουσαιοι· και τουσ παρεδωσα στα χερια σασ. και εστειλα μπροστα σασ σφηκεσ, και τουσ εδιωξαν απο μπροστα σασ, τουσ δυο βασιλιαδεσ των αμορραιων· οχι με τη μαχαιρα σου ουτε με το τοξο σου. και σασ εδωσα γη, στην οποια δεν κοπιασατε, και πολεισ, τισ οποιεσ δεν χτισατε, και κατοικησατε σ' αυτεσ· και τρωτε απο αμπελωνεσ και ελαιωνεσ, που δεν φυτεψατε. τωρα, λοιπον, φοβηθειτε τον κυριο, και λατρευστε τον με ακεραιοτητα και αληθεια· και αποβαλετε τουσ θεουσ, που λατρευσαν οι πατερεσ σασ, περα απο τον ποταμο, και μεσα στην αιγυπτο, και λατρευστε τον κυριο. αλλα, αν δεν σασ αρεσει να λατρευετε τον κυριο, διαλεξτε σημερα ποιον θελετε να λατρευετε· η τουσ θεουσ, που λατρευσαν οι πατερεσ σασ περα απο τον ποταμο η τουσ θεουσ των αμορραιων, στη γη των οποιων κατοικειτε· εγω, ομωσ, και η οικογενεια μου, θα λατρευουμε τον κυριο. και ο λαοσ αποκριθηκε, λεγοντασ: μη γενοιτο να αφησουμε τον κυριο, για να λατρευσουμε αλλουσ θεουσ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ, αυτοσ ανεβασε εμασ και τουσ πατερεσ μασ απο τη γη τησ αιγυπτου, απο οικο δουλειασ, κι αυτοσ εκανε μπροστα μασ εκεινα τα μεγαλα σημεια, και μασ διαφυλαξε σε ολοκληρο τον δρομο που οδοιπορησαμε, κι αναμεσα σε ολα τα εθνη διαμεσου των οποιων περασαμε· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδιωξε απο μπροστα μασ ολουσ τουσ λαουσ, και τουσ αμορραιουσ που κατοικουσαν στη γη· κι εμεισ τον κυριο θα λατρευουμε· επειδη, αυτοσ ειναι ο θεοσ μασ. και ο ιηhοσυα ειπε στον λαο: δεν θα μπορεσετε να λατρευετε τον κυριο· επειδη, αυτοσ ειναι θεοσ αγιοσ· ειναι θεοσ ζηλοτυποσ· δεν θα συγχωρησει τισ ανομιεσ σασ και τισ αμαρτιεσ σασ· επειδη, θα εγκαταλειψετε τον κυριο, και θα λατρευσετε ξενουσ θεουσ· τοτε, αφου γυρισει, θα σασ κανει κακο, και θα σασ εξολοθρευσει, αφου σασ εχει αγαθοποιησει. και ο λαοσ ειπε στον ιηhοσυα: οχι, αλλα θα λατρευουμε τον κυριο. και ο ιηhοσυα ειπε στον λαο. εσεισ ειστε μαρτυρεσ στον εαυτο σασ, οτι εσεισ διαλεξατε για σασ τον κυριο, για να τον λατρευετε. κι εκεινοι ειπαν: μαρτυρεσ. τωρα, λοιπον, αποβαλετε τουσ ξενουσ θεουσ, που ειναι αναμεσα σασ, και στρεψτε την καρδια σασ στον κυριο τον θεο του ισραηλ. και ο λαοσ ειπε στον ιηhοσυα: τον κυριο τον θεο μασ θα λατρευουμε, και στη φωνη του θα υπακουμε. και ο ιηhοσυα εκανε διαθηκη με τον λαο εκεινη την ημερα, και εβαλε σ' αυτουσ νομο και κριση στη συχεμ· και ο ιηhοσυα εγραψε αυτα τα λογια στο βιβλιο του νομου του θεου· και παιρνοντασ μια μεγαλη πετρα, την εστησε εκει, κατω απο τη βελανιδια, κοντα στο αγιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο ιηhοσυα ειπε σε ολοκληρο τον λαο: δεστε, η πετρα αυτη θα ειναι σε μασ ωσ μαρτυρια, επειδη αυτη ακουσε ολα τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μασ μιλησε· θα ειναι, λοιπον, ωσ μαρτυρια σε σασ, για να μη αρνηθειτε τον θεο σασ. και ο ιηhοσυα εστειλε τον λαο, τον καθε εναν στην κληρονομια του. και υστερα απο τα πραγματα αυτα, ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πεθανε σε ηλικια 110 χρονων. και τον εθαψαν στα ορια τησ κληρονομιασ του, στη θαμναθ-σαραχ, που ειναι στο βουνο εφραιμ, προσ βορραν του βουνου γαασ. και ο ισραηλ λατρευσε τον κυριο ολεσ τισ ημερεσ του ιηhοσυα και ολεσ τισ ημερεσ των πρεσβυτερων, που επεζησαν μετα τον ιηhοσυα, και γνωρισαν ολα τα εργα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οσα εκανε για τον ισραηλ. και τα κοκαλα του ιωσηφ, που οι γιοι ισραηλ ανεβασαν απο την αιγυπτο, τα εθαψαν στη συχεμ, στη μεριδα του χωραφιου, που ο ιακωβ αγορασε απο τουσ γιουσ του εμμωρ, του πατερα του συχεμ, για 100 αργυρια, και εγινε κληρονομια των γιων του ιωσηφ. πεθανε δε και ο ελεαζαρ, ο γιοσ του ααρων, και τον εθαψαν στον λοφο του φινεεσ, του γιου του, που δοθηκε σ' αυτον στο βουνο εφραιμ.

κριτεσ

1

και μετα τον θανατο του ιηhοσυα, οι γιοι ισραηλ ρωτησαν τον κυριο, λεγοντασ: ποιοσ θα ανεβει για μασ πρωτοσ εναντια στουσ χαναναιουσ, για να τουσ πολεμησει; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: ο ιηhυδασ θα ανεβει· δεσ, παρεδωσα τον τοπο στο χερι του. και ο ιηhυδασ ειπε στον συμεων, τον αδελφο του: ανεβα μαζι μου στον κληρο μου, για να πολεμησουμε τουσ χαναναιουσ, κι εγω παρομοια θαρθω μαζι σου στον κληρο σου. και ο συμεων πηγε μαζι του. και ο ιηhυδασ ανεβηκε· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεδωσε τουσ χαναναιουσ και τουσ φερεζαιουσ στο χερι τουσ· και παταξαν απ' αυτουσ στη βεζεκ, 10.000 ανδρεσ. και βρηκαν στη βεζεκ τον αδωνι-βεζεκ, και τον πολεμησαν, και παταξαν τουσ χαναναιουσ και τουσ φερεζαιουσ. και ο αδωνι-βεζεκ εφυγε· κι εκεινοι τον καταδιωξαν απο πισω του, και τον επιασαν, και του εκοψαν τα μεγαλα δαχτυλα των χεριων του και των ποδιων του. και ο αδωνι-βεζεκ ειπε: 70 βασιλιαδεσ, με κομμενα τα μεγαλα δαχτυλα των χεριων τουσ και των ποδιων, μαζευαν ο,τι επεφτε κατω απο το τραπεζι μου· οπωσ εκανα εγω, ετσι μου ανταπεδωσε ο θεοσ. και τον εφεραν στην ιερουσαλημ, κι εκει πεθανε. και οι γιοι του ιηhυδα πολεμησαν εναντια στην ιερουσαλημ, και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν· και την παταξαν με μαχαιρα, και παρεδωσαν την πολη σε φωτια. και υστερα απ' αυτα κατεβηκαν οι γιοι του ιηhυδα για να πολεμησουν τουσ χαναναιουσ, που κατοικουσαν στην ορεινη περιοχη, και στη μεσημβρινη, και στην πεδινη. και ο ιηhυδασ πηγε εναντια στουσ χαναναιουσ, που κατοικουσαν στη χεβρων· και το ονομα τησ χεβρων ηταν αλλοτε κιριαθ-αρβα· και θανατωσε τον σεσαι, και τον αχιμαν, και τον θαλμαι. και απο εκει πηγαν εναντια στουσ κατοικουσ τησ δεβειρ· και το ονομα τησ δεβειρ ηταν αλλοτε κιριαθ-σεφερ. και ο χαλεβ ειπε: οποιοσ παταξει την κιριαθ-σεφερ, και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει, σ' αυτον θα δωσω τη θυγατερα μου αχσαν για γυναικα. και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε ο γοθονιηλ, ο γιοσ του κενεζ, ο νεοτεροσ αδελφοσ του χαλεβ· και εδωσε σ' αυτον τη θυγατερα του, την αχσαν, για γυναικα. κι αυτη, οταν αναχωρουσε, τον παρακινησε να ζητησει απο τον πατερα τησ το χωραφι· και κατεβηκε απο το γαιδουρι· και ο χαλεβ τησ ειπε: τι θελεισ; κι εκεινη του ειπε: δοσ μου μια ευλογια· επειδη, μου εδωσεσ μεσημβρινη γη, δοσ μου και πηγεσ νερων. και ο χαλεβ τησ εδωσε τισ ανω πηγεσ και τισ κατω πηγεσ. κι ανεβηκαν οι γιοι του κεναιου, του πεθερου του μωυση, απο την πολη των φοινικων μαζι με τουσ γιουσ του ιηhυδα, στην ερημο του ιηhυδα, που ηταν μεσημβρινα τησ αραδ· και πηγαν και κατοικησαν μαζι με τον λαο. και ο ιηhυδασ πηγε μαζι με τον αδελφο του, τον συμεων, και παταξαν τουσ χαναναιουσ που κατοικουσαν τη σεφαθ, και την κατεστρεψαν· και ονομασαν την πολη ορμα. ο ιηhυδασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε και τη γαζα και τα ορια τησ, και την ασκαλωνα και τα ορια τησ και την ακκαρων και τα ορια τησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι με τον ιηhυδα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε το βουνο· αλλα, δεν μπορεσε να διωξει τουσ κατοικουσ τησ κοιλαδασ, επειδη ειχαν σιδερενιεσ αμαξεσ. και η χεβρων δοθηκε στον χαλεβ, οπωσ ειχε πει ο μωυσησ· και εδιωξε απο εκει τουσ τρεισ γιουσ του ανακ. τον δε ιεβουσαιο, που κατοικουσε στην ιερουσαλημ, οι γιοι του βενιαμιν δεν τον εδιωξαν· γι' αυτο, ο ιεβουσαιοσ κατοικησε μαζι με τουσ γιουσ του βενιαμιν στην ιερουσαλημ μεχρι τη σημερινη ημερα. και ο οικοσ του ιωσηφ, ανεβηκαν κι αυτοι εναντια στη βαιθηλ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι τουσ. και ο οικοσ του ιωσηφ εστειλε να κατασκοπευσουν τη βαιθηλ· και το ονομα τησ πολησ ηταν αλλοτε λουζ. και οι κατασκοποι ειδαν εναν ανθρωπο να βγαινει εξω απο την πολη και του ειπαν: δειξε μασ σε παρακαλουμε την εισοδο τησ πολησ, και θα κανουμε σε σενα ελεοσ. και τουσ εδειξε την εισοδο τησ πολησ, και παταξαν την πολη με στομα μαχαιρασ· και τον ανθρωπο και ολοκληρη τη συγγενεια του τον αφησαν να φυγει. και ο ανθρωποσ πηγε στη γη των χετταιων και οικοδομησε μια πολη, και την ονομασε λουζ· αυτο ειναι το ονομα τησ μεχρι την ημερα αυτη. ουτε ο μανασσησ εδιωξε τουσ κατοικουσ τησ βαιθ-σαν και των κωμοπολεων τησ ουτε τησ θααναχ και των κωμοπολεων τησ ουτε τουσ κατοικουσ τησ δωρ και των κωμοπολεων τησ ουτε τουσ κατοικουσ τησ ιβλεαμ και των κωμοπολεων τησ ουτε τουσ κατοικουσ τησ μεγιδδω και των κωμοπολεων τησ· αλλ' οι χαναναιοι εξακολουθουσαν να κατοικουν σ' εκεινο τον τοπο. και οταν ο ισραηλ εγινε δυνατοσ, υπεβαλε τουσ χαναναιουσ σε φορο, και δεν τουσ εδιωξε ολοκληρωτικα. ουτε ο εφραιμ εδιωξε τουσ χαναναιουσ που κατοικουσαν στη γεζερ· αλλ' οι χαναναιοι κατοικουσαν στη γεζερ, αναμεσα τουσ. ουτε ο ζαβουλων εδιωξε αυτουσ που κατοικουσαν στην κιτρων ουτε αυτουσ που κατοικουσαν στη νααλων· αλλ' οι χαναναιοι κατοικουσαν αναμεσα τουσ, και εγιναν υποτελεισ. ουτε ο ασηρ εδιωξε τουσ κατοικουσ τησ ακχω ουτε τουσ κατοικουσ τησ σιδωνασ ουτε τησ ααλαβ ουτε τησ αχζιβ ουτε τησ χελβα ουτε τησ αφικ ουτε τησ ρεωβ· αλλ' ο ασηρ κατοικουσε αναμεσα στουσ χαναναιουσ, τουσ κατοικουσ του τοπου· επειδη, δεν τουσ εδιωξε. ουτε ο νεφθαλι εδιωξε τουσ κατοικουσ τησ βαιθ-σεμεσ ουτε τουσ κατοικουσ τησ βαιθ-αναθ, αλλα κατοικουσε αναμεσα στουσ χαναναιουσ, τουσ κατοικουσ του τοπου· και οι κατοικοι τησ βαιθ-σεμεσ και τησ βαιθ-αναθ εγιναν σ' αυτον υποτελεισ. και οι αμορραιοι συνεκλεισαν τουσ γιουσ του δαν στο βουνο· επειδη, δεν τουσ αφηναν να κατεβαινουν στην κοιλαδα· και οι αμορραιοι εξακολουθουσαν να κατοικουν στο βουνο ερεσ, στην αιαλων και στη σααλβιμ· το χερι, ομωσ, του οικου του ιωσηφ υπερισχυσε, ωστε εγιναν υποτελεισ. και το οριο των αμορραιων ηταν απο την αναβαση τησ ακραββιμ, απο την πετρα κι επανω.

2

και αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανεβηκε απο τα γαλγαλα στη βοκιμ, και ειπε: σασ ανεβασα απο την αιγυπτο, και σασ εφερα στη γη που ορκιστηκα στουσ πατερεσ σασ· και ειπα: δεν θα αθετησω τη διαθηκη μου σε σασ, στον αιωνα· κι εσεισ δεν θα κανετε συνθηκη με τουσ κατοικουσ αυτου του τοπου· θα καταστρεψετε τα θυσιαστηρια τουσ. δεν υπακουσατε, ομωσ, στη φωνη μου· γιατι το πραξατε αυτο; γι' αυτο, κι εγω ειπα: δεν θα τουσ διωξω απο μπροστα σασ· αλλα, θα ειναι αντιπαλοι σασ, και οι θεοι τουσ θα ειναι σε σασ παγιδα. και καθωσ ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε αυτα τα λογια σε ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ, ο λαοσ υψωσε τη φωνη του, και εκλαψε. και αποκαλεσαν το ονομα εκεινου του τοπου βοκιμ και θυσιασαν εκει στον κυριο. και οταν ο ιηhοσυα απελυσε τον λαο, οι γιοι ισραηλ πηγαν καθε ενασ στην κληρονομια του, για να κατακληρονομησουν τη γη. και ο λαοσ λατρευσε τον κυριο ολεσ τισ ημερεσ του ιηhοσυα, και ολεσ τισ ημερεσ των πρεσβυτερων, που επεζησαν μετα τον ιηhοσυα, και ειχαν δει ολα τα μεγαλα εργα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οσα εκανε για τον ισραηλ. και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ναυη, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πεθανε σε ηλικια 110 χρονων. και τον εθαψαν στο οριο τησ κληρονομιασ του, στη θαμναθ-αρεσ, στο βουνο εφραιμ, προσ το βορειο μεροσ του βουνου γαασ. κι ακομα, ολοκληρη η γενεα εκεινη προστεθηκαν στουσ πατερεσ τουσ· και σηκωθηκε μια αλλη γενεα υστερα απ' αυτουσ, που δεν γνωρισε τον κυριο ουτε τα εργα που εκανε για τον ισραηλ. και οι γιοι ισραηλ επραξαν πονηρα μπροστα στον κυριο, και λατρευσαν τουσ βααλειμ· και εγκατελειψαν τον κυριο τον θεο των πατερων τουσ, που τουσ εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου, και πηγαν πισω απο αλλουσ θεουσ, απο τουσ θεουσ των λαων που ησαν ολογυρα τουσ, και τουσ προσκυνησαν, και παροργισαν τον κυριο. και εγκατελειψαν τον κυριο, και λατρευσαν τον βααλ και τισ ασταρωθ. και ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναψε εναντια στον ισραηλ, και τουσ παρεδωσε στο χερι των λεηλατητων, και τουσ λεηλατησαν· και τουσ πουλησε στο χερι των εχθρων τουσ, ολογυρα, ωστε δεν μπορεσαν πλεον να σταθουν μπροστα στουσ εχθρουσ τουσ. παντου οπου εβγαιναν, το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν εναντιον τουσ για κακο, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πει, και καθωσ ειχε ορκιστει σ' αυτουσ· και ηρθαν σε μεγαλη αμηχανια. τοτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σηκωσε κριτεσ, που τουσ εσωσαν απο το χερι εκεινων που τουσ λεηλατουσαν. εντουτοισ, ουτε στουσ κριτεσ τουσ υπακουσαν, αλλα πορνευσαν πισω απο αλλουσ θεουσ, και τουσ προσκυνησαν· γρηγορα ξεστρατισαν απο τον δρομο, στον οποιο περπατησαν οι πατερεσ τουσ, υπακουοντασ στισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεν επραξαν ετσι. και οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σηκωσε σ' αυτουσ κριτεσ, τοτε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι με τον κριτη, και τουσ εσωζε απο το χερι των εχθρων τουσ σε ολεσ τισ ημερεσ του κριτη· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σπλαχνιστηκε στουσ στεναγμουσ τουσ, εξαιτιασ εκεινων που τουσ κατεθλιβαν, και τουσ καταπιεζαν. και οταν ο κριτησ πεθαινε, γυριζαν και διαφθειρονταν, χειροτερα απο τουσ πατερεσ τουσ, πηγαινοντασ πισω απο αλλουσ θεουσ, για να τουσ λατρευουν, και να τουσ προσκυνουν· δεν σταματουσαν απο τισ πραξεισ τουσ ουτε απο τον διεστραμμενο δρομο τουσ. και ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναψε εναντια στον ισραηλ, και ειπε: επειδη, ο λαοσ αυτοσ παρεβηκε τη διαθηκη μου, που προσταξα στουσ πατερεσ τουσ, και δεν υπακουσαν στη φωνη μου· κι εγω δεν θα διωξω πλεον απο μπροστα τουσ κανενα απο τα εθνη, που ο ιηhοσυα αφησε οταν πεθανε, για να δοκιμασω τον ισραηλ διαμεσου αυτων, αν φυλαττουν τον δρομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, περπατωντασ σ' αυτον, καθωσ τον φυλαξαν οι πατερεσ τουσ η οχι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αφησε αυτα τα εθνη, χωρισ να τα διωξει γρηγορα· ουτε τα παρεδωσε στο χερι του ιηhοσυα.

3

και αυτα ειναι τα εθνη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αφησε, για να δοκιμασει τον ισραηλ διαμεσου αυτων, ολουσ εκεινουσ που δεν γνωρισαν ολουσ τουσ πολεμουσ τησ χανααν· τουλαχιστον για να μαθουν οι γενεεσ των γιων ισραηλ να γυμναστουν τον πολεμο, τουλαχιστον οσοι δεν τουσ ειχαν γνωρισει προηγουμενωσ· οι πεντε σατραπειεσ των φιλισταιων, και ολοι οι χαναναιοι, και οι σιδωνιοι, και οι ευαιοι, που κατοικουν στο βουνο του λιβανου, απο το βουνο βααλ-ερμων μεχρι την εισοδο τησ αιμαθ. κι αυτα ησαν για να δοκιμασει τον ισραηλ διαμεσου αυτων· για να γνωρισει αν υπακουαν στισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που προσταξε στουσ πατερεσ τουσ διαμεσου του μωυση. και, οι γιοι ισραηλ κατοικησαν αναμεσα στουσ χαναναιουσ, στουσ χετταιουσ, και στουσ αμορραιουσ, και στουσ φερεζαιουσ, και στουσ ευαιουσ, και στουσ ιεβουσαιουσ. και πηραν για τον εαυτο τουσ τισ θυγατερεσ τοσ για γυναικεσ, και τισ δικεσ τουσ θυγατερεσ εδωσαν στουσ γιουσ τουσ, και λατρευσαν τουσ θεουσ τουσ. και οι γιοι ισραηλ επραξαν πονηρα μπροστα στον κυριο, και λησμονησαν τον κυριο, τον θεο τουσ, και λατρευσαν τουσ βααλειμ και τα αλση. γι' αυτο, ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναψε εναντια στον ισραηλ, και τουσ πουλησε στο χερι του χουσαν-ρισαθαιμ, του βασιλια τησ μεσοποταμιασ· και οι γιοι ισραηλ εγιναν δουλοι στον χουσαν-ρισαθαιμ οκτω χρονια. και οταν οι γιοι ισραηλ αναβοησαν στον κυριο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σηκωσε στουσ γιουσ ισραηλ σωτηρα, και τουσ εσωσε, τον γοθονιηλ, γιον του κενεζ, τον νεοτερο αδελφο του χαλεβ. και ηταν επανω του το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εκρινε τον ισραηλ· και βγηκε σε μαχη, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεδωσε τον χουσαν-ρισαθαιμ, τον βασιλια τησ μεσοποταμιασ, στο χερι του· και το χερι του υπερισχυσε εναντια στον χουσαν-ρισαθαιμ. και η γη αναπαυθηκε 40 χρονια· και πεθανε ο γοθονιηλ, ο γιοσ του κενεζ. και οι γιοι ισραηλ αρχισαν παλι να πραττουν πονηρα μπροστα στον κυριο· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ενισχυσε τον εγλων, τον βασιλια του μωαβ, εναντια στον ισραηλ, επειδη επραξαν πονηρα μπροστα στον κυριο. και συγκεντρωσε κοντα του τουσ γιουσ του αμμων και τουσ γιουσ του αμαληκ, και πηγε καιχτυπησε τον ισραηλ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε την πολη των φοινικων. και οι γιοι ισραηλ εγιναν δουλοι στον εγλων, τον βασιλια του μωαβ, 18 χρονια. και οι γιοι ισραηλ αναβοησαν στον κυριο· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σηκωσε σ' αυτουσ σωτηρα, τον αωδ, τον γιο του γηρα, τον βενιαμιτη, εναν ανδρα αριστεροχειρα. και οι γιοι ισραηλ εστειλαν στον εγλων, τον βασιλια του μωαβ, δωρα διαμεσου αυτου. και ο αωδ κατασκευασε για τον εαυτο του μια διστομη μαχαιρα, μια πηχη μακροσ· και την περιζωστηκε κατω απο τον μανδυα του, επανω στον δεξι μηρο του. και προσφερε τα δωρα στον εγλων, τον βασιλια του μωαβ· και ο εγλων ηταν ανθρωποσ υπερβολικα παχυσ. και αφου τελειωσε να προσφερει τα δωρα, και εδιωξε τουσ ανθρωπουσ που βασταζαν τα δωρα, τοτε γυρισε απο τα γλυπτα, που ησαν κοντα στα γαλγαλα· και ειπε: εχω εναν κρυφο λογο για σενα, βασιλια. και εκεινοσ του ειπε: μια στιγμη. και βγηκαν απ' αυτον ολοι οσοι παραστεκονταν κοντα του. και μπηκε σ' αυτον ο αωδ· κι εκεινοσ καθοταν στο θερινο υπερωο του εντελωσ μονοσ. και ο αωδ του ειπε: εχω εναν λογο απο τον θεο για σενα. τοτε σηκωθηκε απο τον θρονο. και απλωνοντασ ο αωδ το αριστερο του χερι, πηρε τη μαχαιρα απο τον δεξι του μηρο, και την εμπηξε στην κοιλια του, ωστε ακομα και η λαβη μπηκε μετα απο το σιδερο· και το παχοσ σκεπασε ολογυρα το σιδερο, ωστε δεν μπορουσε να τραβηξει τη μαχαιρα απο την κοιλια του· και βγηκε κοπροσ. τοτε, ο αωδ βγηκε διαμεσου τησ στοασ, και εκλεισε πισω του τισ πορτεσ του υπερωου, και κλειδωσε. και αφου εκεινοσ βγηκε, ηρθαν οι δουλοι του εγλων· και οταν ειδαν οτι, να, οι πορτεσ του υπερωου ησαν κλειδωμενεσ, ειπαν: σιγουρα σκεπαζει τα ποδια του στο θερινο δωματιο. και περιμεναν μεχρισ οτου ντραπηκαν· και να, δεν ανοιγε τισ πορτεσ του υπερωου· γι' αυτο, πηραν το κλειδι, και ανοιξαν· και να, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ ηταν πεσμενοσ καταγησ νεκροσ. και ο αωδ διεφυγε, ενοσω εκεινοι καθυστερουσαν· και περασε τα γλυπτα, και διασωθηκε στη σεειρωθα. και οταν ηρθε, σαλπισε με τη σαλπιγγα, στο βουνο εφραιμ, και κατεβηκαν μαζι του οι γιοι ισραηλ απο το βουνο, κι αυτοσ πηγαινε μπροστα τουσ. και τουσ ειπε: ακολουθειτε με· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεδωσε τουσ εχθρουσ σασ τουσ μωαβιτεσ στα χερια σασ. και κατεβηκαν πισω απ' αυτον, και επιασαν τισ διαβασεισ του ιορδανη προσ τον μωαβ, και δεν αφηναν ανθρωπο να περασει. και χτυπησαν τουσ μωαβιτεσ εκεινο τον καιρο, 10.000 ανδρεσ περιπου, ολουσ ανδρειουσ, και ολουσ δυνατουσ σε δυναμη· δεν διασωθηκε κανενασ. ετσι ταπεινωθηκε ο μωαβ εκεινη την ημερα κατω απο το χερι του ισραηλ. και η γη αναπαυθηκε 80 χρονια. και υστερα απ' αυτον, σταθηκε ο σαμεγαρ, ο γιοσ του αναθ, που χτυπησε 600 ανδρεσ απο τουσ φιλισταιουσ, με ενα βουκεντρο· και εσωσε κι αυτοσ τον ισραηλ.

4

και οι γιοι ισραηλ επραξαν ξανα πονηρα μπροστα στον κυριο, οταν πεθανε ο αωδ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ πουλησε στο χερι του ιαβειν, του βασιλια τησ χανααν, που βασιλευσε στην ασωρ· και ο αρχηγοσ του στρατου του ηταν ο σισαρα, που κατοικουσε στην αρωσεθ των εθνων. και βοησαν οι γιοι ισραηλ στον κυριο· επειδη, ειχε (900) σιδερενιεσ αμαξεσ κι αυτοσ κατεθλιψε υπερβολικα τουσ γιουσ ισραηλ για (20) χρονια. και η δεβορρα, μια γυναικα προφητισσα, η γυναικα του λαφιδωθ, αυτη εκρινε τον ισραηλ εκεινο τον καιρο. κι αυτη κατοικουσε κατω απο τον φοινικα τησ δεβορρασ, αναμεσα στη ραμα και στη βαιθηλ, στο βουνο εφραιμ· και οι γιοι ισραηλ ανεβαιναν σ' αυτη για να κρινονται. και εστειλε, και καλεσε τον βαρακ τον γιο του αβινεεμ απο την κεδεσ-νεφθαλι, και του ειπε: δεν προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, λεγοντασ: πηγαινε και συγκεντρωσε δυναμη στο βουνο θαβωρ, και παρε μαζι σου 10.000 ανδρεσ απο τουσ γιουσ νεφθαλι, και απο τουσ γιουσ ζαβουλων, και θα συρω προσ εσενα, στον ποταμο κισων, τον σισαρα, τον αρχηγο του στρατου του ιαβειν, και τισ αμαξεσ του, και το πληθοσ του, και θα τον παραδωσω στο χερι σου; και ο βαρακ τησ ειπε: αν ερθεισ κι εσυ μαζι μου, θα παω· αλλ' αν δεν ερθεισ μαζι μου, δεν θα παω. κι εκεινη ειπε: θαρθω εξαπαντοσ μαζι σου· ομωσ, δεν θα παρεισ τιμη στον δρομο που πηγαινεισ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα πουλησει τον σισαρα σε χερι γυναικασ. και η δεβορρα σηκωθηκε, και πηγε μαζι με τον βαρακ στην κεδεσ. και ο βαρακ συγκαλεσε τον ζαβουλων και τον νεφθαλι στην κεδεσ, και ανεβηκε με 10.000 ανδρεσ, που τον ακολουθουσαν· και η δεβορρα ανεβηκε μαζι του. και ο εβερ ο κεναιοσ, απο τουσ γιουσ του οβαβ, του πεθερου του μωυση, ειχε αποχωριστει απο τουσ κεναιουσ, και ειχε στησει τη σκηνη του μεχρι τη βελανιδια ζααναειμ, που ηταν κοντα στην κεδεσ. και ανηγγειλαν στον σισαρα, οτι ο βαρακ ο γιοσ του αβινεεμ ανεβηκε στο βουνο θαβωρ. και ο σισαρα συγκεντρωσε ολεσ τισ αμαξεσ του, 900 σιδερενιεσ αμαξεσ, και ολον τον λαο που ηταν μαζι του, απο την αρωσεθ των εθνων στον ποταμο κισων. και η δεβορρα ειπε στον βαρακ: σηκω· επειδη, αυτη ειναι η ημερα, κατα την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεδωσε στο χερι σου τον σισαρα· δεν βγηκε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μπροστα σου; και ο βαρακ κατεβηκε απο το βουνο θαβωρ, και τον ακολουθουσαν 10.000 ανδρεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατατροπωσε τον σισαρα, και ολεσ τισ αμαξεσ, και ολοκληρο τον στρατο μπροστα στον βαρακ με μαχαιρα· και ο σισαρα κατεβηκε απο την αμαξα, και εφυγε πεζοσ. και ο βαρακ καταδιωξε πισω απο τισ αμαξεσ και πισω απο τον στρατο, μεχρι την αρωσεθ των εθνων· και ολοσ ο στρατοσ του σισαρα επεσε με μαχαιρα· δεν εμεινε ουτε ενασ. και ο σισαρα εφυγε πεζοσ στη σκηνη τησ ιαηλ, τησ γυναικασ του εβερ του κεναιου· επειδη, υπηρχε ειρηνη αναμεσα στον ιαβειν, τον βασιλια τησ ασωρ, και τον οικο του εβερ του κεναιου. και η ιαηλ βγηκε σε συναντηση του σισαρα, και του ειπε: ελα μεσα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, ελα μεσα σε μενα· μη φοβασαι. και οταν μπηκε μεσα σ' εκεινη στη σκηνη, τον σκεπασε με ενα σκεπασμα. και τησ ειπε: ποτισε με, παρακαλω, λιγο νερο, επειδη διψασα. και ανοιξε τον ασκο με το γαλα, και τον ποτισε, και τον σκεπασε. και τησ ειπε: στασου στη θυρα τησ σκηνησ, και αν ερθει κανεισ και σε ρωτησει, λεγοντασ: ειναι κανεισ εδω; πεσ, οχι. και πηρε η ιαηλ, η γυναικα του εβερ, τον πασσαλο τησ σκηνησ, και βαζοντασ ενα σφυρι στο χερι τησ, πηγε σ' αυτον ησυχα, και εμπηξε τον πασσαλο στον μηνιγγα του, ωστε καρφωθηκε στη γη· επειδη, αυτοσ ηταν αποκαμωμενοσ και κοιμοταν βαθια. και πεθανε. και να, ο βαρακ καταδιωκε τον σισαρα· και η ιαηλ βγηκε σε συναντηση του, και του ειπε: ελα να σου δειξω τον ανδρα που ζητασ. και οταν μπηκε μεσα σ' αυτη, να, ο σισαρα βρισκοταν κατω νεκροσ, και ο πασσαλοσ ηταν στον μηνιγγα του. και ο θεοσ ταπεινωσε εκεινη την ημερα τον ιαβειν, τον βασιλια τησ χανααν, μπροστα στουσ γιουσ ισραηλ. και δυναμωνοταν το χερι των γιων ισραηλ, και υπερισχυε εναντια στον ιαβειν, τον βασιλια τησ χανααν, μεχρισ οτου εξολοθρευσε τον ιαβειν, τον βασιλια τησ χανααν.

5

και εψαλαν την ημερα εκεινη η δεβορρα και ο βαρακ, ο γιοσ του αβινεεμ, λεγοντασ: επειδη, στον ισραηλ προπορευθηκαν αρχηγοι, επειδη ο λαοσ προσφερε τον εαυτο του εκουσια, ευλογειτε τον κυριο. ακουστε, βασιλιαδεσ· δωστε ακροαση, σατραπεσ. εγω, στον κυριο εγω θα ψαλλω· στον κυριο τον θεο του ισραηλ θα ψαλμωδω. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν βγηκεσ απο τη σηειρ, οταν κινησεσ απο την πεδιαδα του εδωμ, η γη σειστηκε, και οι ουρανοι σταλαξαν, ακομα και οι νεφελεσ σταλαξαν νερο. τα βουνα ελιωσαν απο την παρουσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αυτο το ιδιο το σινα, απο την παρουσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ. στισ ημερεσ του σαμεγαρ, γιου του αναθ, στισ ημερεσ τησ ιαηλ, εγκαταλειφθηκαν οι δρομοι, και οι διαβατεσ περπατουσαν πλαγιουσ δρομουσ. ελειψαν ολοκληρωτικα οι ηγεμονεσ στον ισραηλ, ελειψαν ολοκληρωτικα, μεχρισ οτου εγω, η δεβορρα, σηκωθηκα ωσ μητερα στον ισραηλ. διαλεξαν νεουσ θεουσ· τοτε, φανηκε πολεμοσ στισ πυλεσ· φανηκε αραγε ασπιδα η λογχη αναμεσα σε 40.000 χιλιαδεσ μεσα στον ισραηλ; η καρδια μου ειναι προσ τουσ αρχηγουσ του ισραηλ, οσοι αναμεσα στον λαο προσφεραν τον εαυτο τουσ εκουσια. ευλογειτε τον κυριο. οσοι ιππευετε σε ασπρα γαιδουρια, οσοι καθεστε για να κρινετε, οσοι περπατατε στουσ δρομουσ, υμνολογειτε· αφου ελευθερωθουν απο τον κροτο των τοξοτων, στουσ τοπουσ οπου αντλουν νερο, εκει θα διηγουνται τισ δικαιοσυνεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τισ δικαιοσυνεσ των ηγεμονων του αναμεσα στον ισραηλ. ο λαοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατεβηκε, τοτε, στισ πυλεσ. σηκω, σηκω, δεβορρα· σηκω, σηκω, προφερε τραγουδι· σηκω, βαρακ, και αιχμαλωτισε τουσ αιχμαλωτουσ σου, γιε του αβινεεμ. τοτε, κατεβηκε το εγκαταλειμμενο μεροσ του λαου εναντια στουσ ισχυρουσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατεβηκε μαζι μου εναντια στουσ δυνατουσ. απο τον εφραιμ, που κατοικουν το βουνο του αμαληκ, κατεβηκαν πισω απο σενα, βενιαμιν, αναμεσα στουσ λαουσ σου. απο τον μαχειρ κατεβηκαν οι αρχηγοι, και απο τον ζαβουλων εκεινοι που κρατουν ραβδι γραμματεα. και οι αρχοντεσ του ισσαχαρ μαζι με τη δεβορρα, ο ισσαχαρ, ακομα και ο βαρακ· πισω απ' αυτον ετρεξαν στην κοιλαδα. στισ διαιρεσεισ του ρουβην σηκωθηκαν μεγαλοι στοχασμοι καρδιασ. γιατι καθησεσ αναμεσα στισ μαντρεσ για να ακουσ τα βελασματα των κοπαδιων; στισ διαιρεσεισ του ρουβην σηκωθηκαν μεγαλεσ συζητησεισ καρδιασ. ο γαλααδ περα απο τον ιορδανη ησυχαζε· και ο δαν γιατι εμενε στα πλοια; ο ασηρ καθοταν στα παραλια, και ησυχαζε στα λιμανια του. ο ζαβουλων ειναι λαοσ που προσφερει τη ζωη του σε θανατο, και ο νεφθαλι, επανω στα υψη τησ πεδιαδασ. ηρθαν οι βασιλιαδεσ, πολεμησαν· τοτε πολεμησαν οι βασιλιαδεσ τησ χανααν στη θααναχ, κοντα στα νερα του μεγιδδω· λαφυρο απο ασημι δεν πηραν. απο τον ουρανο πολεμησαν, τα αστρα απο την πορεια τουσ πολεμησαν εναντια στον σισαρα. ο ποταμοσ κισων τουσ παρεσυρε προσ τα κατω, ο παλιοσ ποταμοσ, ο ποταμοσ κισων. ψυχη μου, καταπατησεσ δυναμη. τοτε, τα νυχια των αλογων συντριφτηκαν απο τον ορμητικο δρομο, τον ορμητικο δρομο των ισχυρων, που ησαν επανω τουσ. να καταριεστε τη μηρωζ, ειπε ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, να καταριεστε με καταρα τουσ κατοικουσ τησ, επειδη δεν ηρθαν σε βοηθεια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε βοηθεια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στουσ δυνατουσ. απο τισ γυναικεσ περισσοτερο ευλογημενη ασ ειναι η ιαηλ, η γυναικα του εβερ του κεναιου· παραπανω απο τισ γυναικεσ μεσα σε σκηνεσ, ασ ειναι ευλογημενη. νερο ζητησε, γαλα εδωσε· βουτυρο προσφερε σε μεγαλοπρεπη κρατηρα. απλωσε το αριστερο τησ χερι στον πασσαλο, και το δεξι τησ στο σφυρι των εργατων· και αφου σφυροκοπησε τον σισαρα, του εσχισε το κεφαλι, και το συντριψε και διαπερασε τα μηνιγγια του. αναμεσα στα ποδια τησ συγκαμφθηκε, επεσε, βρισκοταν ξαπλωμενοσ· αναμεσα στα ποδια τησ συγκαμφθηκε, επεσε· στον τοπο που συγκαμφθηκε, εκει και επεσε νεκροσ. η μητερα του σισαρα εσκυβε απο το παραθυρο, και βοουσε μεσα απο το διχτυωτο: γιατι καθυστερει η αμαξα του, γιατι καθυστερησαν οι τροχοι των αμαξων του; οι σοφεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhσ τησ απαντουσαν σ' αυτη· αυτη, μαλιστα, εδινε την απαντηση στον εαυτο τησ: δεν πετυχαν; δεν μοιρασαν τα λαφυρα; μια η δυο νεεσ σε καθε ανδρα, στον σισαρα ποικιλοχρωμα λαφυρα, λαφυρα ποικιλοχρωμα κεντημενα, ποικιλοχρωμα κεντημενα και απο τα δυο μερη, περιλαιμια αυτων που λαφυραγωγησαν; ετσι να απολεστουν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ολοι οι εχθροι σου! εκεινοι, ομωσ, που τον αγαπουν ασ ειναι σαν τον ηλιο που ανατελλει μεσα στη δοξα του. και η γη αναπαυθηκε 40 χρονια.

6

και οι γιοι ισραηλ επραξαν πονηρα μπροστα στον κυριο· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ παρεδωσε στο χερι του μαδιαμ για επτα χρονια. και υπερισχυσε το χερι του μαδιαμ επανω στον ισραηλ· εξαιτιασ των μαδιανιτων οι γιοι ισραηλ εκαναν για τον εαυτο τουσ τισ φωλιεσ εκεινεσ, που εφτιαξαν επανω στα βουνα, και τα σπηλαια και τα οχυρωματα. και οταν ο ισραηλ εσπερνε, ανεβαιναν οι μαδιανιτεσ, και οι αμαληκιτεσ, και οι κατοικοι τησ ανατολησ, και ερχονταν εναντιον του· και στρατοπεδευοντασ εναντιον τουσ, κατεστρεφαν τα γεννηματα τησ γησ, μεχρι την εισοδο τησ γαζασ, και δεν αφηναν ζωοτροφια στον ισραηλ, ουτε προβατο ουτε βοδι ουτε γαιδουρι. επειδη, ανεβαιναν αυτοι και τα κοπαδια τουσ, και ερχονταν μαζι με τισ σκηνεσ τουσ,ησαν πολυαριθμοι σαν ακριδεσ· ησαν αναριθμητοι κι αυτοι και οι καμηλεσ τουσ· και εμπαιναν στη γη για να την καταστρεψουν. και ο ισραηλ φτωχευσε υπερβολικα εξαιτιασ των μαδιανιτων· γι' αυτο, οι γιοι ισραηλ βοησαν στον κυριο. και οταν βοησαν στον κυριο οι γιοι ισραηλ εξαιτιασ των μαδιανιτων, τοτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε στουσ γιουσ ισραηλ εναν ανδρα προφητη, και τουσ ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ· εγω σασ ανεβασα απο την αιγυπτο, και σασ εβγαλα απο οικο δουλειασ, και σασ λυτρωσα απο το χερι των αιγυπτιων, και απο το χερι ολων εκεινων που σασ κατεθλιβαν, και τουσ εδιωξα ολοκληρωτικα απο μπροστα σασ, και εδωσα τη γη τουσ σε σασ· και σασ ειπα: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ· δεν θα σεβαστειτε τουσ θεουσ των αμορραιων, στη γη των οποιων κατοικειτε· και δεν υπακουσατε στη φωνη μου. και ηρθε ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και καθησε κατω απο τη βελανιδια, που ειναι στην οφρα, εκεινη του ιωασ του αβι-εζεριτη· και ο γιοσ του, ο γεδεων, κοπανιζε σιταρι μεσα στον ληνο, για να το κρυψει απο τουσ μαδιανιτεσ. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε σ' αυτον, και του ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μαζι σου, ισχυρε σε δυναμη. και ο γεδεων του ειπε: ω! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι μασ, γιατι λοιπον μασ βρηκαν ολα αυτα; και που ειναι ολα τα θαυμαστα του εργα, που μασ διηγηθηκαν οι πατερεσ μασ, λεγοντασ: δεν μασ ανεβασε ο θεοσ απο την αιγυπτο; αλλα, τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ εγκατελειψε, και μασ παρεδωσε στα χερια των μαδιανιτων. και καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον κοιταξε, του ειπε: πηγαινε με τη δυναμη σου αυτη, και θα σωσεισ τον ισραηλ απο το χερι του μαδιαμ· δεν σε απεστειλα εγω; κι εκεινοσ του ειπε: ω!, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου με τι θα σωσω τον ισραηλ; δεσ, η οικογενεια μου ειναι η ταπεινοτερη αναμεσα στον μανασση, και εγω ο μικροτεροσ στην οικογενεια του πατερα μου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: αλλα, μαζι σου θα ειμαι εγω, και θα χτυπησεισ τουσ μαδιανιτεσ σαν εναν ανδρα. κι εκεινοσ του ειπε: αν, λοιπον, βρηκα χαρη στα ματια σου, δειξε μου ενα σημαδι οτι εισαι εσυ αυτοσ που μιλαει μαζι μου. μη φυγεισ απο εδω, παρακαλω, μεχρισ οτου γυρισω σε σενα, και φερω εξω την προσφορα μου, και τη βαλω μπροστα σου. κι εκεινοσ ειπε: θα περιμενω μεχρισ οτου επιστρεψεισ. και ο γεδεων μπηκε στη σκηνη, και ετοιμασε ενα κατσικακι απο γιδεσ, και αζυμα απο ενα εφα αλευρι· το μεν κρεασ το εβαλε σε ενα κανιστρι, τον δε ζωμο τον εβαλε σε χυτρα, και τα εφερε εξω σ' αυτον που ηταν κατω απο τη βελανιδια, και του τα προσφερε. και ο αγγελοσ του θεου του ειπε: παρε το κρεασ και τα αζυμα, και τοποθετησε τα επανω σ' αυτη την πετρα, και χυνε επανω τον ζωμο. και εκανε ετσι. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απλωσε την ακρη απο το ραβδι, που ειχε στο χερι του, και αγγιξε το κρεασ και τα αζυμα· και ανεβηκε φωτια απο την πετρα, και κατεφαγε το κρεασ και τα αζυμα. τοτε, ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εφυγε απο τα ματια του. και ο γεδεων βλεποντασ οτι ηταν αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο γεδεων ειπε: αλλοιμονο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε! επειδη, ειδα τον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσωπο με προσωπο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: ειρηνη σε σενα· μη φοβασαι· δεν θα πεθανεισ. και ο γεδεων οικοδομησε εκει θυσιαστηριο στον κυριο, και το ονομασε ιεοβα-σαλωμ· βρισκεται μεχρι αυτη την ημερα στην οφρα των αβι-εζεριτων. και την ιδια νυχτα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: παρε το βοδι του πατερα σου, και το δευτερο επταχρονο βοδι, και κατεδαφισε τον βωμο του βααλ, που εχει ο πατερασ σου, καθωσ και το αλσοσ, που ειναι κοντα σ' αυτον, κατακοψε το· και οικοδομησε ενα θυσιαστηριο στον κυριο τον θεο σου επανω στην κορυφη αυτησ τησ πετρασ, συμφωνα με το διαταγμενο· και παρε το δευτερο βοδι, και να προσφερε το ολοκαυτωμα με τα ξυλα του δασουσ, που θα κατακοψεισ. και ο γεδεων πηρε δεκα ανδρεσ απο τουσ δουλουσ του, και εκανε οπωσ του ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και επειδη φοβηθηκε την οικογενεια του πατερα του, και τουσ ανθρωπουσ τησ πολησ, να το κανει την ημερα, το εκανε τη νυχτα. και οταν οι ανθρωποι τησ πολησ σηκωθηκαν το πρωι, να, ο βωμοσ του βααλ ηταν γκρεμισμενοσ, και το αλσοσ, που ηταν κοντα του, κατακομμενο, και το δευτερο βοδι ολοκαυτωμενο επανω στο οικοδομημενο θυσιαστηριο. και ειπε ο ενασ στον αλλον: ποιοσ εκανε αυτο το πραγμα; και αφου εξετασαν και ερευνησαν, ειπαν: ο γεδεων, ο γιοσ του ιωασ εκανε αυτο το πραγμα. τοτε, οι ανθρωποι τησ πολησ ειπαν στον ιωασ: βγαλε τον γιο σου για να θανατωθει, για τον λογο οτι, γκρεμισε τον βωμο του βααλ, και επειδη κατεκοψε το αλσοσ που ηταν κοντα σ' αυτον. και ο ιωασ ειπε σε ολουσ εκεινουσ που εξεγειρονταν εναντιον του: μηπωσ εσεισ θα διεκδικησετε υπερ του βααλ; η, εσεισ θα τον σωσετε; οποιοσ διεκδικησει υπερ αυτου, θα θανατωθει μεχρι το πρωι· αν αυτοσ ειναι θεοσ, ασ διεκδικησει υπερ του εαυτου του, επειδη γκρεμισαν τον βωμο του. γι' αυτο, τον ονομασε εκεινη την ημερα ιεροβααλ, λεγοντασ: ασ εκδικησει εναντιον του ο βααλ, επειδη γκρεμισαν τον βωμο του. τοτε, συγκεντρωθηκαν μαζι ολοι οι μαδιανιτεσ, και οι αμαληκιτεσ, και οι κατοικοι τησ ανατολησ, και διαβηκαν, και στρατοπευδευσαν στην κοιλαδα ιεζραελ. και το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh περιχυθηκε επανω στον γεδεων, και σαλπισε με σαλπιγγα, και συγκεντρωθηκαν οι αβι-εζεριτεσ πισω απ' αυτον. και εστειλε μηνυτεσ σε ολο τον μανασση, και συγκεντρωθηκε κι αυτοσ πισω απ' αυτον· εστειλε ακομα μηνυτεσ και στον ασηρ, και στον ζαβουλων, και στον νεφθαλι, και ανεβηκαν σε συναντηση τουσ. και ο γεδεων ειπε στον θεο: αν προκειται να σωσεισ τον ισραηλ με το χερι μου, οπωσ μιλησεσ, δεσ, εγω θα βαλω το δερμα του μαλλιου στο αλωνι· αν γινει δροσια μοναχα επανω στο δερμα, σε ολη τη γη ομωσ γινει ξηρασια, τοτε θα γνωρισω, οτι εσυ θα σωσεισ τον ισραηλ με το χερι μου, οπωσ μιλησεσ. ετσι και εγινε· επειδη, καθωσ σηκωθηκε το πρωι, πιεσε το δερμα του μαλλιου, και μεσα απο το μαλλι εστιψε δροσια, μια λεκανη γεματη νερο. και ο γεδεων ειπε στον θεο: ασ μη αναψει ο θυμοσ σου εναντιον μου, και θα μιλησω μοναχα αυτη τη φορα· ασ δοκιμασω, παρακαλω, αυτη μοναχα τη φορα με το δερμα του μαλλιου· ασ γινει τωρα ξηρασια μοναχα επανω στο δερμα του μαλλιου, σε ολη τη γη ομωσ ασ ειναι δροσια. και ο θεοσ εκανε ετσι εκεινη τη νυχτα· και εγινε ξηρασια μοναχα επανω στο δερμα του μαλλιου, σε ολη ομωσ τη γη ηταν δροσια.

7

τοτε, ο ιεροβααλ (που ειναι ο γεδεων) σηκωθηκε πρωι, και ολοκληροσ ο λαοσ, που ηταν μαζι του, και στρατοπευδευσαν κοντα στην πηγη αρωδ· και το στρατοπεδο των μαδιανιτων ηταν κατα το βορειο μεροσ τουσ, προσ τον λοφο μορεχ, στην κοιλαδα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον γεδεων: πολυσ ειναι ο λαοσ που βρισκεται μαζι σου, για να παραδωσω τουσ μαδιανιτεσ στο χερι του, μηπωσ ο ισραηλ καυχηθει εναντιον μου, λεγοντασ: το χερι μου με εσωσε· τωρα, λοιπον, κηρυξε σε επηκοον του λαου, λεγοντασ: οποιοσ ειναι δειλοσ και εχει φοβο, ασ γυρισει, και ασ φυγει γρηγορα απο το βουνο γαλααδ. και γυρισαν απο τον λαο 22.000· και εμειναν 10.000. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον γεδεων: ο λαοσ ειναι ακομα πολυσ· κατεβασε τουσ κατω στο νερο, και εκει θα τουσ ξεκαθαρισω για σενα· και για οποιον σου πω: αυτοσ θαρθει μαζι σου, αυτοσ θαρθει μαζι σου· και για οποιον σου πω: αυτοσ δεν θαρθει μαζι σου, αυτοσ δεν θαρθει μαζι σου. και κατεβασε τον λαο στο νερο· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον γεδεων: καθε ενασ που θα πινει με τη γλωσσα του απο το νερο, οπωσ πινει ο σκυλοσ, αυτον θα τον στησεισ χωριστα· και καθενασ που θα λυγισει τα γονατα του για να πιει. και ο αριθμοσ εκεινων που επιναν με το χερι τουσ προσ το στομα τουσ, ηταν 300 ανδρεσ· ολοκληρο, ομωσ, το υπολοιπο του λαου λυγισε τα γονατα τουσ για να πιουν νερο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον γεδεων: με τουσ 300 αυτουσ ανδρεσ, που ηπιαν με τη γλωσσα τουσ θα σασ σωσω, και θα παραδωσω τουσ μαδιανιτεσ στο χερι σου· ολοκληρο δε το υπολοιπο του λαου ασ πανε καθε ενασ στο σπιτι του. ο λαοσ, λοιπον, πηρε στα χερια τουσ τισ τροφεσ, και τισ σαλπιγγεσ τουσ· και εδιωξε ολοκληρο το υπολοιπο του ισραηλ, τον καθεναν στη σκηνη του, και κρατησε τουσ 300 ανδρεσ. και το στρατοπεδο του μαδιαμ ηταν απο κατω τουσ στην κοιλαδα. και την ιδια νυχτα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: σηκω, κατεβα στο στρατοπεδο· επειδη, το παρεδωσα στο χερι σου· αν, ομωσ, φοβασαι να κατεβεισ, κατεβα εσυ και ο δουλοσ σου ο φουρα στο στρατοπεδο· και θα ακουσεισ τι λενε· και υστερα απ' αυτα θα δυναμωσουν τα χερια σου, και θα κατεβεισ στο στρατοπεδο. και κατεβηκε, αυτοσ μαζι με τον δουλο του τον φουρα, μεχρι την προφυλακη του στρατοπεδου. και ο μαδιαμ, και ο αμαληκ, και ολοι οι κατοικοι τησ ανατολησ ησαν απλωμενοι στην κοιλαδα σαν ακριδεσ κατα το πληθοσ· και οι καμηλεσ τουσ ησαν αναριθμητεσ σαν την αμμο κοντα στην ακρη τησ θαλασσασ κατα το πληθοσ. και οταν ηρθε ο γεδεων, ξαφνου, ενασ ανθρωποσ διηγειτο στον διπλανο του ενα ονειρο και του ελεγε: δεσ, ονειρευτηκα ενα ονειρο, και να, ενα ψωμακι κριθινο ειδα να κυλιεται στο στρατοπεδο του μαδιαμ, ηρθε στισ σκηνεσ, και τισ χτυπησε, και επεσαν· και τισ ανετρεψε, και επεσαν οι σκηνεσ. και ο διπλανοσ του απαντησε, και ειπε: αυτο δεν ειναι παρα η ρομφαια του γεδεων, του γιου του ιωασ, ανδρα ισραηλιτη· ο θεοσ παρεδωσε στο χερι του τον μαδιαμ, και ολοκληρο το στρατοπεδο. και καθωσ ο γεδεων ακουσε τη διηγηση του ονειρου, και την εξηγηση του, προσκυνησε, και γυρισε στο στρατοπεδο του ισραηλ, και ειπε: σηκωθειτε· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεδωσε στο χερι σασ το στρατοπεδο του μαδιαμ. και χωρισε τουσ 300 ανδρεσ σε τρια σωματα, και στα χερια ολων αυτων εδωσε σαλπιγγεσ και αδειανεσ σταμνεσ, και λαμπαδεσ μεσα στισ σταμνεσ. και τουσ ειπε: κοιταζετε σε μενα, και καντε το ιδιο· και δεστε, οταν εγω φτασω στην ακρη του στρατοπεδου, οπωσ θα κανω εγω, ετσι θα κανετε κι εσεισ· οταν σαλπισω με τη σαλπιγγα, εγω και ολοι αυτοι που ειναι μαζι μου, τοτε θα σαλπισετε κι εσεισ με τισ σαλπιγγεσ γυρω απο ολο το στρατοπεδο, και θα πειτε: η ρομφαια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και του γεδεων. ο γεδεων, λοιπον, και οι 100 ανδρεσ που ησαν μαζι του, ηρθαν στην ακρη του στρατοπεδου, μολισ αρχιζε περιπου η μεσαια βαρδια· μολισ ειχαν βαλει φυλακεσ· και σαλπισαν με τισ σαλπιγγεσ, και εσπασαν τισ σταμνεσ που ειχαν στα χερια τουσ. και τα τρια σωματα σαλπισαν με τισ σαλπιγγεσ, και εσπασαν τισ σταμνεσ, και στα αριστερα τουσ χερια κρατουσαν τισ λαμπαδεσ, και στα δεξια τουσ χερια τισ σαλπιγγεσ για να σαλπιζουν· και φωναζαν: η ρομφαια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και του γεδεων. και καθε ενασ σταθηκε στη θεση του ολογυρα στο στρατοπεδο· και ολοκληροσ ο στρατοσ ετρεχε, και φωναζε, και εφευγε. και οι 300 σαλπισαν με τισ σαλπιγγεσ τουσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστρεψε τη ρομφαια του καθενοσ εναντια στον διπλανο του σε ολοκληρο το στρατοπεδο· και ο στρατοσ εφυγε στη βαιθ-ασεττα προσ τη ζερεραθ, μεχρι την ακρη του αβελ-μεολα προσ την ταβαθ. και οι ανδρεσ ισραηλ, απο τον νεφθαλι, και απο τον ασηρ, και απο ολοκληρο τον μανασση, συγκεντρωθηκαν και καταδιωξαν πισω απο τον μαδιαμ. και ο γεδεων εστειλε μηνυτεσ σε ολο το βουνο του εφραιμ, λεγοντασ: κατεβειτε για να συναντησετε τον μαδιαμ, και να προκαταλαβετε τα νερα πριν απ' αυτουσ, μεχρι τη βαιθ-βαρα και τον ιορδανη. τοτε, ολοι οι ανδρεσ του εφραιμ συγκεντρωθηκαν, και προκατελαβαν τα νερα μεχρι τη βαιθ-βαρα και τον ιορδανη. και επιασαν δυο αρχηγουσ του μαδιαμ, τον ωρηβ, και τον ζηβ· και τον ωρηβ τον θανατωσαν επανω στον βραχο ωρηβ, και τον ζηβ τον θανατωσαν επανω στον ληνο ζηβ· και καταδιωξαν τον μαδιαμ, και εφεραν το κεφαλι του ωρηβ και του ζηβ στον γεδεων απο την περα πλευρα του ιορδανη.

8

και οι ανδρεσ του εφραιμ του ειπαν: τι ειναι αυτο το πραγμα που μασ εκανεσ, οτι δεν μασ καλεσεσ οταν πηγεσ να πολεμησεισ εναντιον του μαδιαμ; και λογομαχησαν παρα πολυ μαζι του. κι εκεινοσ τουσ ειπε: τι εκανα τωρα ωσ προσ εσασ; δεν ειναι καλυτερο το αποτρυγημα του εφραιμ παρα ο τρυγητοσ του αβι-εζερ; ο θεοσ παρεδωσε στα χερια σασ τουσ αρχηγουσ του μαδιαμ, τον ωρηβ και τον ζηβ· και τι μπορουσα να κανω ωσ προσ εσασ; τοτε, το πνευμα τουσ ησυχασε απεναντι του, οταν μιλησε αυτο τον λογο. και καθωσ ο γεδεων ηρθε στον ιορδανη, περασε, αυτοσ και οι 300 ανδρεσ που ησαν μαζι του, αποκαμωμενοι, αλλ' εξακολουθουσαν να καταδιωκουν. και στουσ ανθρωπουσ τησ σοκχωθ ειπε: δωστε, παρακαλω, μερικα ψωμια στον λαο που με ακολουθει· επειδη, ειναι αποκαμωμενοσ, κι εγω καταδιωκω πισω απο τον ζεβεε και τον σαλμανα, τουσ βασιλιαδεσ του μαδιαμ. και οι αρχηγοι τησ σοκχωθ απαντησαν: μηπωσ τα χερια του ζεβεε και του σαλμανα ειναι τωρα στο χερι σου, ωστε να δωσουμε στον στρατο σου ψωμια; και ο γεδεων ειπε: γι' αυτο, οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παραδωσει στο χερι μου τον ζεβεε και τον σαλμανα, τοτε εγω θα καταξυσω τισ σαρκεσ σασ με τα αγκαθια τησ ερημου, και με τα τριβολια. και απο εκει ανεβηκε στη φανουηλ, και παρομοια μιλησε και σ' αυτουσ· και οι ανδρεσ τησ φανουηλ απαντησαν οπωσ και οι ανδρεσ τησ σοκχωθ. κι εκεινοσ ειπε και προσ τουσ ανδρεσ τησ φανουηλ, λεγοντασ: οταν επιστρεψω με ειρηνη, θα κατασκαψω αυτον τον πυργο. ο δε ζεβεε και ο σαλμανα ησαν στην καρκορ, και τα στρατευματα τουσ μαζι τουσ, μεχρι 15.000, ολοι εκεινοι που ειχαν εναπομεινει απο ολοκληρο τον στρατο τησ ανατολησ· επειδη, επεσαν 120.000 ανδρεσ που εσερναν ρομφαια. και ο γεδεων ανεβηκε απο τον δρομο εκεινων που κατοικουσαν σε σκηνεσ, απο τα ανατολικα τησ νοβα και τησ ιογβεα, και χτυπησε το στρατοπεδο· το στρατοπεδο, μαλιστα, βρισκοταν σε αφοβια. και ο ζεβεε και ο σαλμανα εφευγαν, κι αυτοσ τουσ καταδιωκε καταπισω τουσ και συνελαβε τουσ δυο βασιλιαδεσ του μαδιαμ, τον ζεβεε και τον σαλμανα, και κατατροπωσε ολοκληρο το στρατοπεδο. και ο γεδεων, ο γιοσ του ιωασ, επεστρεψε απο τη μαχη απο την αναβαση τησ αρεσ. και πιανοντασ εναν νεο απο τουσ ανδρεσ τησ σοκχωθ, τον ρωτησε· κι εκεινοσ του περιεγραψε τουσ αρχηγουσ τησ σοκχωθ, και τουσ πρεσβυτερουσ τησ, 77 ανδρεσ. και ο γεδεων ηρθε στουσ ανδρεσ τησ σοκχωθ, και ειπε: να, ο ζεβεε και ο σαλμανα, για τουσ οποιουσ με περιγελασατε, λεγοντασ: μηπωσ τα χερια του ζεβεε και του σαλμανα ειναι τωρα στο χερι σου, ωστε να δωσουμε ψωμι στουσ ανθρωπουσ σου, τουσ αποκαμωμενουσ; και πηρε τουσ πρεσβυτερουσ τησ πολησ, και τα αγκαθια τησ ερημου και τα τριβολια, και παιδεψε μ' αυτα τουσ ανδρεσ τησ σοκχωθ. και κατεσκαψε τον πυργο τησ φανουηλ, και θανατωσε τουσ ανδρεσ τησ πολησ. τοτε, ειπε στον ζεβεε και στον σαλμανα: τι ειδουσ ανθρωποι ησαν εκεινοι που θανατωσατε στο θαβωρ; κι εκεινοι ειπαν: σαν κι εσενα, τετοιοι ησαν· καθενασ τουσ εμοιαζε με γιο βασιλια. κι εκεινοσ ειπε: αδελφοι μου, γιοι τησ μητερασ μου ησαν· ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αν ειχατε διαφυλαξει τη ζωη τουσ, εγω τωρα δεν θα σασ θανατωνα. και ειπε στον ιεθερ τον πρωτοτοκο του: αφου σηκωθεισ, θανατωσε τουσ· αλλα, ο νεοσ δεν τραβηξε τη ρομφαια του, επειδη φοβοταν, για τον λογο οτι ηταν ακομα παιδι. τοτε, ειπε ο ζεβεε και ο σαλμανα: σηκω εσυ, και πεσε επανω μασ· επειδη, συμφωνα με τον ανθρωπο, και η δυναμη του. και αφου ο γεδεων σηκωθηκε θανατωσε τον ζεβεε και τον σαλμανα, και πηρε τουσ μηνισκουσ, που ησαν γυρω απο τον λαιμο των καμηλων τουσ. και οι ανδρεσ του ισραηλ ειπαν στον γεδεων: γινε αρχοντασ επανω σε μασ, κι εσυ και ο γιοσ σου, και ο γιοσ του γιου σου, επειδη μασ εσωσεσ απο το χερι του μαδιαμ. και ο γεδεων τουσ ειπε: δεν θα γινω εγω αρχοντασ επανω σε σασ, αλλ' ουτε ο γιοσ μου θα γινει αρχοντασ επανω σε σασ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι αρχοντασ επανω σασ. και ο γεδεων τουσ ειπε ακομα: θα ζητησω απο σασ ενα ζητημα· δωστε μου καθε ενασ σασ τα σκουλαρικια απο τα λαφυρα του· επειδη, οι εχθροι ειχαν χρυσα σκουλαρικια, μια που ησαν ισμαηλιτεσ. κι εκεινοι απαντησαν: θα σου τα δωσουμε ευχαριστωσ. και απλωσαν ενα φορεμα και καθε ενασ ερριχνε εκει τα σκουλαρικια απο τα λαφυρα του. και το βαροσ των χρυσων σκουλαρικιων, που ζητησε, ηταν 1.700 χρυσοι σικλοι· εκτοσ απο τουσ μηνισκουσ και τα περιδεραια, και τα πορφυρενια υφασματα, που ησαν επανω στουσ βασιλιαδεσ του μαδιαμ, και εκτοσ απο τα περιλαιμια, που ησαν στουσ λαιμουσ των καμηλων τουσ. και ο γεδεων εκανε απ' αυτα ενα εφοδ, και το εβαλε στην πολη του, στην οφρα· και πορνευσε ολοκληροσ ο ισραηλ πισω απ' αυτο, εκει· και εγινε παγιδα στον γεδεων και στην οικογενεια του. και ο μαδιαμ ταπεινωθηκε μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ, και δεν σηκωσε πλεον το κεφαλι του. και η γη αναπαυθηκε 40 χρονια στισ ημερεσ του γεδεων. τοτε, ο ιεροβααλ, ο γιοσ του ιωασ, πηγε και κατοικησε στο σπιτι του. και ο γεδεων ειχε 70 γιουσ που βγηκαν απο τον μηρο του· επειδη, ειχε πολλεσ γυναικεσ. και η παλλακη του, που ηταν στη συχεμ, κι αυτη του γεννησε εναν γιο, που αυτοσ τον ονομασε αβιμελεχ. και ο γεδεων, ο γιοσ του ιωασ, πεθανε σε καλα γηρατεια, και θαφτηκε στον ταφο του ιωασ του πατερα του, στην οφρα των αβι-εζεριτων. και οταν ο γεδεων πεθανε, οι γιοι ισραηλ γυρισαν και πορνευσαν πισω απο τουσ βααλειμ, και εστησαν στον εαυτο τουσ τον βααλ-βεριθ για θεο. και οι γιοι ισραηλ δεν θυμηθηκαν τον κυριο τον θεο τουσ, που τουσ εσωσε απο το χερι ολων των εχθρων τουσ, ολογυρα. και δεν εκαναν ελεοσ στην οικογενεια του ιεροβααλ γεδεων, αναλογα προσ ολα τα αγαθα, που εκανε στον ισραηλ.

9

και ο αβιμελεχ, ο γιοσ του ιεροβααλ, πηγε στη συχεμ, στουσ αδελφουσ τησ μητερασ του, και ειπε σ' αυτουσ και σε ολη τη συγγενεια τησ οικογενειασ του πατερα τησ μητερασ του, λεγοντασ: μιληστε, παρακαλω, σε επηκοο ολων των ανδρων τησ συχεμ, τι ειναι καλυτερο σε σασ, να αρχουν επανω σασ ολοι οι γιοι του ιεροβααλ, 70 ανδρεσ η να αρχει επανω σασ ενασ και μονοσ; και θυμηθειτε οτι κοκαλο σασ και σαρκα σασ ειμαι. και οι αδελφοι τησ μητερασ του μιλησαν γι' αυτον σε επηκοον ολων των ανδρων τησ συχεμ ολα αυτα τα λογια· και εκλινε η καρδια τουσ πισω απο τον αβιμελεχ· επειδη, ειπαν: αδελφοσ μασ ειναι. και του εδωσαν 70 αργυρια απο τον οικο του βααλ-βεριθ, και μ' αυτα ο αβιμελεχ μισθωσε ποταπουσ και θρασεισ ανδρεσ και τον ακολουθησαν. και μπηκε στον οικο του πατερα του στην οφρα, και θανατωσε τουσ αδελφουσ του, τουσ γιουσ του ιεροβααλ, 70 ανδρεσ, επανω σε μια πετρα· εναπεμεινε, ομωσ, ο ιωθαμ, ο νεοτεροσ γιοσ του ιεροβααλ, επειδη κρυφτηκε. και συγκεντρωθηκαν ολοι οι ανδρεσ τησ συχεμ και ολη η οικογενεια του μιλλω, και καθωσ ηρθαν εκαναν τον αβιμελεχ βασιλια, κοντα στη βελανιδια, που στεκεται στη συχεμ. και οταν αυτο αναγγελθηκε στον ιωθαμ, πηγε και σταθηκε επανω στην κορυφη του βουνου γαριζιν και υψωσε τη φωνη του και βοησε και τουσ ειπε: ακουστε με, ανδρεσ τησ συχεμ, και θα σασ ακουσει ο θεοσ. πηγαν καποτε τα δεντρα να χρισουν επανω τουσ βασιλια· και ειπαν στην ελια: γινε βασιλιασ επανω σε μασ. αλλ' η ελια τουσ ειπε: να αφησω εγω το παχοσ μου, με το οποιο τιμουνται ο θεοσ και οι ανθρωποι, και να παω να αρχω επανω σε δεντρα; και τα δεντρα ειπαν στη συκια: ελα εσυ, γινε βασιλιασ επανω σε μασ. αλλ' η συκια τουσ ειπε: να αφησω τη γλυκυτητα μου και τον καλο μου καρπο και να παω να αρχω επανω σε δεντρα; και τα δεντρα ειπαν στην αμπελο: ελα εσυ, γινε βασιλιασ επανω σε μασ. και η αμπελοσ τουσ ειπε: να αφησω το κρασι μου, που ευφραινει θεο και ανθρωπουσ και να παω να αρχω επανω σε δεντρα; τοτε, ολα τα δεντρα ειπαν στην αγκαθια: ελα εσυ, γινε βασιλιασ επανω σε μασ. και η αγκαθια ειπε στα δεντρα: αν στ' αληθεια εσεισ με χριετε βασιλια επανω σε σασ, ελατε και ζητηστε καταφυγιο κατω απο τη σκια μου· διαφορετικα, φωτια να βγει απο την αγκαθια και να καταφαει τουσ κεδρουσ του λιβανου! τωρα, λοιπον, αν ενεργησατε με αληθεια και ακεραιοτητα, κανοντασ βασιλια τον αβιμελεχ, και αν φερθηκατε καλα στον ιεροβααλ και στην οικογενεια του, και αν κανατε σ' αυτον συμφωνα με την αξια των χεριων του, (επειδη, ο πατερασ μου πολεμησε για σασ και ριψοκινδυνευσε τη ζωη του και σασ εσωσε απο το χερι του μαδιαμ· κι εσεισ σηκωθηκατε σημερα εναντια στην οικογενεια του πατερα μου και θανατωσατε τουσ γιουσ του, 70 ανδρεσ, επανω σε μια πετρα, και κανατε τον αβιμελεχ, τον γιο τησ δουλησ του, βασιλια επανω σε ολουσ τουσ ανδρεσ τησ συχεμ, επειδη ειναι αδελφοσ σασ)· αν, λοιπον, ενεργησατε σημερα με αληθεια και ακεραιοτητα, απεναντι στον ιεροβααλ και στην οικογενεια του, να χαιρεστε στον αβιμελεχ, κι αυτοσ ασ χαιρεται σε σασ! διαφορετικα, να βγει φωτια απο τον αβιμελεχ, και να καταφαει τουσ ανδρεσ τησ συχεμ και την οικογενεια του μιλλω· και φωτια να βγει απο τουσ ανδρεσ τησ συχεμ και απο την οικογενεια του μιλλω και να καταφαει τον αβιμελεχ! τοτε, ο ιωθαμ εφυγε με βιασυνη και πηγε στη βηρ και κατοικησε εκει, εξαιτιασ του φοβου του αβιμελεχ του αδελφου του. και ο αβιμελεχ βασιλευσε επανω στον ισραηλ τρια χρονια. και ο θεοσ εστειλε ενα πονηρο πνευμα αναμεσα στον αβιμελεχ και τουσ ανδρεσ τησ συχεμ· και οι ανδρεσ τησ συχεμ στασιασαν εναντια στον αβιμελεχ· για ναρθει η αδικια των 70 γιων του ιεροβααλ, και ναρθει το αιμα τουσ επανω στον αβιμελεχ, τον αδελφο τουσ, που τουσ θανατωσε, κι επανω στουσ ανδρεσ τησ συχεμ, που ενισχυσαν τα χερια του, για να θανατωσει τουσ αδελφουσ του. και οι ανδρεσ τησ συχεμ εβαλαν ενεδρεσ εναντιον του στισ κορυφεσ των βουνων και γυμνωναν ολουσ εκεινουσ που περνουσαν κοντα τουσ, απο τον δρομο· και το πραγμα αναγγελθηκε στον αβιμελεχ. και ηρθε ο γααλ, ο γιοσ του εβεδ, και οι αδελφοι του, και διαβηκαν στη συχεμ και εμπιστευθηκαν σ' αυτον οι ανδρεσ τησ συχεμ. και βγηκαν στα χωραφια και τρυγησαν τισ αμπελουσ τουσ και πατησαν σταφυλια και ηρθαν σε ευθυμια και πηγαν στον οικο του θεου τουσ και εφαγαν και ηπιαν και καταραστηκαν τον αβιμελεχ. και ο γααλ, ο γιοσ του εβεδ, ειπε: ποιοσ ειναι ο αβιμελεχ, και ποια ειναι η συχεμ, ωστε να δουλευουμε σ' αυτον; δεν ειναι αυτοσ ο γιοσ του ιεροβααλ; και ο ζεβουλ ο επιστατησ του; δουλεψτε στουσ ανδρεσ του εμμωρ, του πατερα του συχεμ· και γιατι εμεισ να δουλευουμε σ' εκεινον; ειθε αυτοσ ο λαοσ να δινοταν κατω απο το χερι μου! τοτε, θα εδιωχνα τον αβιμελεχ. και ειπε στον αβιμελεχ. πληθυνε τον στρατο σου και να βγεσ. και ο ζεβουλ, ο αρχοντασ τησ πολησ, ακουσε τα λογια του γααλ, του γιου του εβεδ, και ο θυμοσ του αναψε· και εστειλε μηνυτεσ στον αβιμελεχ, κρυφα, λεγοντασ: δεσ, ο γααλ, ο γιοσ του εβεδ, και οι αδελφοι του, ηρθαν στη συχεμ· και δεσ, αυτοι διεγειρουν την πολη εναντιον σου· γι' αυτο, λοιπον, σηκω τη νυχτα, εσυ και ο λαοσ, που ειναι μαζι σου, και βαλε ενεδρεσ στα χωραφια· και το πρωι, μολισ ανατειλει ο ηλιοσ, θα σηκωθεισ ενωρισ και θα εφορμησεισ επανω στην πολη· και δεσ, αυτοσ και ο λαοσ, που ειναι μαζι του, θα βγουν εναντιον σου και εσυ θα κανεισ σ' αυτον οπωσ μπορεισ. και ο αβιμελεχ σηκωθηκε τη νυχτα, και ολοσ ο λαοσ, που ηταν μαζι του, και εβαλαν ενεδρα εναντια στη συχεμ τεσσερα σωματα. και ο γααλ, ο γιοσ του εβεδ, βγηκε και σταθηκε στην εισοδο τησ πυλησ τησ πολησ· και σηκωθηκε ο αβιμελεχ, και ο λαοσ που ηταν μαζι του, απο την ενεδρα. και οταν ο γααλ ειδε τον λαο, ειπε στον ζεβουλ: δεσ, κατεβαινει λαοσ απο τισ κορυφεσ των βουνων. και ο ζεβουλ του ειπε: τη σκια των βουνων βλεπεισ εσυ για ανδρεσ. και παλι ο γααλ μιλησε και ειπε: να, κατεβαινει λαοσ απο τα ψηλα του τοπου και ενα σωμα ερχεται μεσα απο τον δρομο τησ βελανιδιασ μεωνενιμ. τοτε, ο ζεβουλ του ειπε: που ειναι τωρα το στομα σου με το οποιο ειπεσ: ποιοσ ειναι ο αβιμελεχ, ωστε να τον δουλευουμε; δεν ειναι αυτοσ ο λαοσ, που εξουθενωσεσ; βγεσ, λοιπον, τωρα και πολεμησε τουσ. και ο γααλ βγηκε μπροστα απο τουσ ανδρεσ τησ συχεμ και πολεμησε με τον αβιμελεχ· και ο αβιμελεχ τον καταδιωξε και εφυγε απο μπροστα του και πολλοι επεσαν τραυματισμενοι μεχρι την εισοδο τησ πυλησ. και ο αβιμελεχ καθησε στην αρουμα· και ο ζεβουλ εβγαλε τον γααλ και τουσ αδελφουσ του, για να μη κατοικουν στη συχεμ. και την επομενη ημερα ο λαοσ βγηκε στην πεδιαδα· και το πραγμα αναγγελθηκε στον αβιμελεχ. τοτε, πηρε τον λαο και τον χωρισε σε τρια σωματα και εβαλε ενεδρεσ στην πεδιαδα· και ειδε, και να, ο λαοσ εβγαινε απο την πολη· και σηκωθηκε εναντιον τουσ και τουσ χτυπησε. και ο αβιμελεχ και το σωμα, που ηταν μαζι του, εφορμησαν και σταθηκαν στην εισοδο τησ πυλησ τησ πολησ· ενω τα αλλα δυο σωματα εφορμησαν σε ολουσ εκεινουσ που ησαν στα χωραφια και τουσ χτυπησαν. και ο αβιμελεχ πολεμουσε εναντια στην πολη ολη εκεινη την ημερα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε την πολη και φονευσε τον λαο που ηταν μεσα σ' αυτη και κατεσκαψε την πολη και την εσπειρε με αλατι. και οταν αυτο το ακουσαν ολοι οι ανδρεσ του πυργου τησ συχεμ, μπηκαν στο οχυρωμα του οικου του θεου βεριθ. και αναγγελθηκε το πραγμα στον αβιμελεχ, οτι συγκεντρωθηκαν ολοι οι ανδρεσ του πυργου τησ συχεμ. και ο αβιμελεχ ανεβηκε στο βουνο σαλμων, αυτοσ και ολοσ ο λαοσ που ηταν μαζι του· και ο αβιμελεχ πηρε την αξινη στο χερι του και εκοψε ενα κλαδι δεντρου και το σηκωσε και το εβαλε επανω στουσ ωμουσ του και ειπε στον λαο που ηταν μαζι του: ο,τι βλεπετε εμενα να κανω, βιαστειτε κι εσεισ να κανετε οπωσ εγω. εκοψε, λοιπον, και ολοσ ο λαοσ, καθε ενασ το δικο του κλαδι, και ακολουθωντασ τον αβιμελεχ, τα εβαλαν επανω στο οχυρωμα, και κατεκαψαν το οχυρωμα με φωτια επανω τουσ· και οι ανδρεσ του πυργου τησ συχεμ πεθαναν ολοι μαζι, μεχρι 1.000 ανδρεσ και γυναικεσ. τοτε, ο αβιμελεχ πηγε στη θαιβαισ· και στρατοπεδευσε εναντια στη θαιβαισ και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε. αλλα υπηρχε ενασ ισχυροσ πυργοσ στο μεσον τησ πολησ, και κατεφυγαν εκει ολοι, ανδρεσ και γυναικεσ, και ολοι οι κατοικοι τησ πολησ και εκλεισαν πισω τουσ, και ανεβηκαν στην ταρατσα του πυργου. και ο αβιμελεχ πηγε μεχρι τον πυργο και τον πολεμουσε και πλησιασε μεχρι τη θυρα του πυργου για να τον καψει με φωτια. και μια γυναικα ερριξε ενα κομματι μυλοπετρασ επανω στο κεφαλι του αβιμελεχ και συντριψε το κρανιο του. και φωναξε γρηγορα στον νεο τον οπλοφορο του και του ειπε: βγαλε τη μαχαιρα σου και θανατωσε με, για να μη πουν για μενα: τον σκοτωσε μια γυναικα. και ο νεοσ του τον διατρυπησε με τη μαχαιρα και πεθανε. και οταν οι ανδρεσ ισραηλ ειδαν οτι πεθανε ο αβιμελεχ, αναχωρησε καθε ενασ στον τοπο του. ετσι ανταπεδωσε ο θεοσ την κακια του αβιμελεχ, που εκανε στον πατερα του, φονευοντασ τουσ 70 αδελφουσ του. και ολη την κακια των ανδρων τησ συχεμ, ο θεοσ ανταπεδωσε επανω στα κεφαλια τουσ· και ηρθε σ' αυτουσ η καταρα του ιωθαμ, του γιου του ιεροβααλ.

10

και μετα τον αβιμελεχ σηκωθηκε, για να σωσει τον ισραηλ, ο θωλα, ο γιοσ του φουα, γιου του δωδω, ενασ ανδρασ απο τη φυλη του ισσαχαρ· κι αυτοσ κατοικουσε στη σαμιρ, στο βουνο εφραιμ. και εκρινε τον ισραηλ για 23 χρονια· και πεθανε, και θαφτηκε στη σαμιρ. και υστερα απ' αυτον σηκωθηκε ο ιαειρ, ο γαλααδιτησ, και εκρινε τον ισραηλ για 22 χρονια. και ειχε 30 γιουσ, που επεβαιναν σε 30 πουλαρια, και ειχαν 30 πολεισ, που τισ ονομαζουν χωρεσ του ιαειρ μεχρι σημερα, οι οποιεσ βρισκονται στη γη γαλααδ. και πεθανε ο ιαειρ, και θαφτηκε στην καμων. και οι γιοι ισραηλ επραξαν παλι πονηρα μπροστα στον κυριο, και λατρευσαν τουσ βααλειμ, και τισ ασταρωθ και τουσ θεουσ τησ αραμ, και τουσ θεουσ τησ σιδωνασ, και τουσ θεουσ του μωαβ, και τουσ θεουσ των γιων αμμων, και τουσ θεουσ των φιλισταιων, και εγκατελειψαν τον κυριο, και δεν τον λατρευσαν. και ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναψε εναντια στον ισραηλ, και τουσ πουλησε στο χερι των φιλισταιων, και στο χερι των γιων αμμων. και απο εκεινο τον χρονο, κατεθλιψαν και καταδυναστευσαν τουσ γιουσ ισραηλ 18 χρονια, ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ, που ειναι περα απο τον ιορδανη, στη γη των αμορραιων, που ειναι στη γη γαλααδ. και οι γιοι αμμων διαβηκαν τον ιορδανη, για να πολεμησουν και εναντιον του ιηhυδα, και εναντιον του βενιαμιν, και εναντιον του οικου εφραιμ· ωστε, ο ισραηλ βρισκοταν σε πληρη αμηχανια. και οι γιοι ισραηλ βοησαν στον κυριο, λεγοντασ: αμαρτησαμε σε σενα, επειδη εγκαταλειψαμε τον θεο μασ, και λατρευσαμε τουσ βααλειμ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στουσ γιουσ ισραηλ: δεν σασ λυτρωσα απο τουσ αιγυπτιουσ, και απο τουσ αμορραιουσ, και απο τουσ γιουσ αμμων, και απο τουσ φιλισταιουσ; ακομα και οι σιδωνιοι, και οι αμαληκιτεσ, και οι μαωνιτεσ, σασ κατεθλιψαν· και βοησατε σε μενα, κι εγω σασ λυτρωσα απο το χερι τουσ· αλλ' εσεισ με εγκαταλειψατε, και λατρευσατε αλλουσ θεουσ· γι' αυτο, δεν θα σασ λυτρωσω πλεον· πηγαινετε και βοησ.τε στουσ θεουσ που διαλεξατε· αυτοι ασ σασ λυτρωσουν στον καιρο τησ αμηχανιασ σασ. και οι γιοι ισραηλ ειπαν στον κυριο: αμαρτησαμε· εσυ να κανεισ σε μασ οπωσ ειναι αρεστο στα ματια σου· ομωσ, λυτρωσε μασ, παρακαλουμε, αυτη την ημερα. και απεβαλαν τουσ ξενουσ θεουσ απο αναμεσα τουσ, και λατρευσαν τον κυριο, και η ψυχη του σπλαχνιστηκε στη δυστυχια του ισραηλ. τοτε, συγκεντρωθηκαν οι γιοι αμμων, και στρατοπεδευσαν στη γη γαλααδ. και συγκεντρωθηκαν οι γιοι ισραηλ, και στρατοπεδευσαν στη μισπα. και ο λαοσ, οι αρχοντεσ τησ γαλααδ, ειπαν αναμεταξυ τουσ: ποιοσ θα αρχισει να πολεμαει εναντια στουσ γιουσ αμμων; αυτοσ θα ειναι αρχηγοσ σε ολουσ τουσ κατοικουσ τησ γαλααδ.

11

και ο ιεφθαε, ο γαλααδιτησ, ηταν ισχυροσ σε δυναμη· και ηταν γιοσ γυναικασ πορνησ, και ο γαλααδ γεννησε τον ιεφθαε. και η γυναικα του γαλααδ γεννησε σ' αυτον γιουσ· και αυξηθηκαν οι γιοι τησ γυναικασ, και απεβαλαν τον ιεφθαε, λεγοντασ του: δεν θα κληρονομησεισ στην οικογενεια του πατερα μασ· επειδη, εισαι γιοσ ξενησ γυναικασ. και ο ιεφθαε εφυγε μπροστα απο τουσ αδελφουσ του, και κατοικησε στη γη τωβ· και συγκεντρωθηκαν στον ιεφθαε ανθρωποι ποταποι, και εβγαιναν μαζι του. και υστερα απο καιρο οι γιοι αμμων πολεμησαν εναντια στον ισραηλ. και οταν πολεμησαν οι γιοι αμμων εναντια στον ισραηλ, οι πρεσβυτεροι τησ γαλααδ πηγαν να παραλαβουν τον ιεφθαε απο τη γη τωβ. και ειπαν στον ιεφθαε: ελα, και γινε αρχηγοσ μασ, για να πολεμησουμε τουσ γιουσ αμμων. και ο ιεφθαε ειπε στουσ πρεσβυτερουσ τησ γαλααδ: εσεισ δεν με μισησατε, και με αποβαλατε απο την οικογενεια του πατερα μου; γιατι, λοιπον, τωρα ηρθατε σε μενα, οταν βρισκεστε σε αμηχανια; και οι πρεσβυτεροι τησ γαλααδ ειπαν στον ιεφθαε: γι' αυτο επιστρεψαμε τωρα σε σενα· για ναρθεισ μαζι μασ, και να πολεμησεισ τουσ γιουσ αμμων, και να εισαι αρχοντασ επανω σε μασ, επανω σε ολουσ τουσ κατοικουσ τησ γαλααδ. και ο ιεφθαε ειπε στουσ πρεσβυτερουσ τησ γαλααδ: αν εσεισ με επαναφερετε για να πολεμησω τουσ γιουσ αμμων, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ παραδωσει στο χερι μου, θα ειμαι εγω αρχοντασ επανω σε σασ; και οι πρεσβυτεροι τησ γαλααδ ειπαν στον ιεφθαε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ ειναι μαρτυρασ αναμεσα μασ, αν δεν πραξουμε συμφωνα με τον λογο σου. τοτε, ο ιεφθαε πηγε μαζι με τουσ πρεσβυτερουσ τησ γαλααδ, και ο λαοσ τον εκανε επανω του κεφαλη και αρχοντα· και ο ιεφθαε ειπε ολα τα λογια του μπροστα στον κυριο στη μισπα. και ο ιεφθαε εστειλε πρεσβευτεσ στον βασιλια των γιων αμμων, λεγοντασ: τι εχεισ να κανεισ μαζι μου, και ηρθεσ να πολεμησεισ εναντιον μου μεσα στη γη μου; και ο βασιλιασ των γιων αμμων αποκριθηκε στουσ πρεσβευτεσ του ιεφθαε: επειδη, ο ισραηλ πηρε τη γη μου, οταν ανεβαινε απο την αιγυπτο, απο τον αρνων μεχρι τον ιαβοκ, και μεχρι τον ιορδανη· τωρα, λοιπον, να μου τα επιστρεψεισ ειρηνικα. και ο ιεφθαε ξαναστειλε πρεσβευτεσ στον βασιλια των γιων αμμων· και του ειπε: ετσι λεει ο ιεφθαε· ο ισραηλ δεν πηρε τη γη του μωαβ ουτε τη γη των γιων αμμων· αλλα, αφου ανεβηκε ο ισραηλ απο την αιγυπτο, και βαδισε μεσα απο την ερημο προσ την ερυθρα θαλασσα, και ηρθε στην καδησ, τοτε ο ισραηλ εστειλε πρεσβευτεσ στον βασιλια του εδωμ, λεγοντασ: ασ περασω, παρακαλω, μεσα απο τη γη σου· ομωσ, ο βασιλιασ του εδωμ δεν δεχθηκε. και ακομα, εστειλε πρεσβευτεσ και στον βασιλια του μωαβ· ομωσ, κι αυτοσ δεν συγκατενευσε· και ο ισραηλ καθησε στην καδησ. τοτε, πηγε διαμεσου τησ ερημου, και βαδισε ολογυρα απο τη γη του εδωμ, και τη γη του μωαβ,και ηρθε απο ανατολικα τησ γησ του μωαβ, και στρατοπεδευσε περα απο τον αρνων, και δεν μπηκε στα ορια του μωαβ· επειδη, ο αρνων ηταν το οριο του μωαβ. και ο ισραηλ εστειλε πρεσβευτεσ στον σηων, τον βασιλια των αμορραιων, τον βασιλια τησ εσεβων· και ο ισραηλ του ειπε: ασ περασουμε, παρακαλουμε, μεσα απο τη γη σου, μεχρι τον τοπο μου. αλλ' ο σηων δεν εμπιστευθηκε τον ισραηλ να περασει μεσα απο το οριο του· γι' αυτο και ο σηων συγκεντρωσε ολοκληρο τον λαο του, και στρατοπεδευσε στην ιαασα, και πολεμησε τον ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ παρεδωσε τον σηων και ολοκληρο τον λαο του στο χερι του ισραηλ, και τουσ παταξε· και ο ισραηλ κληρονομησε ολοκληρη τη γη των αμορραιων, των κατοικων τησ γησ εκεινησ. και κληρονομησαν ολα τα ορια των αμορραιων, απο τον αρνων μεχρι τον ιαβοκ, και απο την ερημο μεχρι τον ιορδανη. και τωρα, αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ εδιωξε τουσ αμορραιουσ απο μπροστα απο τον λαο του τον ισραηλ, θα τουσ κληρονομησεισ εσυ; εσυ δεν κληρονομεισ ο,τι σου κληροδοτησε ο χεμωσ ο θεοσ σου; κι εμεισ ολα οσα μασ κληροδοτησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ, αυτα θα κληρονομησουμε. και, τωρα, μηπωσ εσυ εισαι σε κατι καλυτεροσ απο τον βαλακ, τον γιο του σεπφωρ, τον βασιλια του μωαβ; διαφιλονικησε καθολου μηπωσ εκεινοσ απεναντι στον ισραηλ η πολεμησε ποτε εναντιον του, αφοτου ο ισραηλ κατοικησε στην εσεβων και στισ κωμοπολεισ τησ, και στην αροηρ και στισ κωμοπολεισ τησ, και σε ολεσ τισ πολεισ κοντα στον αρνων, για 300 χρονια; γιατι, λοιπον, σ' αυτο το διαστημα, δεν τα ελευθερωσατε; εγω, λοιπον, δεν σου εφταιξα· αλλ' εσυ ενεργεισ αδικα απεναντι μου, πολεμωντασ εναντιον μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο κριτησ, ασ κρινει σημερα αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ και στουσ γιουσ αμμων. αλλ' ο βασιλιασ των γιων αμμων δεν εισακουσε τα λογια του ιεφθαε, που εστειλε σ' αυτον. τοτε, ηρθε επανω στον ιεφθαε πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κι αυτοσ περασε μεσα απο τη γαλααδ, και τον μανασση, και περασε μεσα απο τη μισπα τησ γαλααδ, και απο τη μισπα τησ γαλααδ περασε εναντια στουσ γιουσ αμμων. και ο ιεφθαε ευχηθηκε μια ευχη στον κυριο, και ειπε: αν πραγματικα παραδωσεισ τουσ γιουσ αμμων στο χερι μου, τοτε ο,τι βγει απο τισ πορτεσ του σπιτιου μου σε συναντηση μου, οταν θα επιστρεφω με ειρηνη απο τουσ γιουσ αμμων, θα ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα το προσφερω σε ολοκαυτωμα. τοτε, διαβηκε ο ιεφθαε προσ τουσ γιουσ αμμων για να τουσ πολεμησει· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ παρεδωσε στο χερι του. και τουσ παταξε απο την αροηρ μεχρι την εισοδο μινιθ, 20 πολεισ, και μεχρι την πεδιαδα των αμπελωνων, με υπερβολικα μεγαλη σφαγη. και οι γιοι αμμων ταπεινωθηκαν μπροστα στουσ γιουσ ισραηλ. και ηρθε ο ιεφθαε στη μισπα στο σπιτι του· και, να, η θυγατερα του εβγαινε σε συναντηση του με τυμπανα και χορουσ· κι αυτη ηταν μονογενησ· εκτοσ απ' αυτη δεν ειχε ουτε γιο ουτε θυγατερα. και οταν την ειδε, εσχισε τα ρουχα του, και ειπε: αλλοιμονο μου, θυγατερα μου! με καταλυπησεσ ολοκληρωτικα, κι εσυ εισαι απο εκεινουσ που με καταθλιβουν· επειδη, εγω ανοιξα το στομα μου στον κυριο, και δεν μπορω να παρω πισω τον λογο μου. κι εκεινη του ειπε: πατερα μου, αν ανοιξεσ το στομα σου στον κυριο, κανε σε μενα συμφωνα με εκεινο που βγηκε απο το στομα σου· αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε εκδικηση σε σενα απο τουσ εχθρουσ σου, απο τουσ γιουσ αμμων. και ειπε στον πατερα τησ: ασ γινει σε μενα αυτο το πραγμα· αφησε με δυο μηνεσ, να παω να γυρισω τα βουνα, και να κλαψω την παρθενικη μου αγνοτητα, εγω και οι συντροφισσεσ μου. κι εκεινοσ ειπε: πηγαινε· και την εστειλε για δυο μηνεσ, και πηγε, αυτη και οι συντροφισσεσ τησ και εκλαψε την παρθενικη τησ αγνοτητα επανω στα βουνα. και στο τελοσ των δυο μηνων επεστρεψε στον πατερα τησ· και εκανε σ' αυτη συμφωνα με την ευχη του, που ευχηθηκε· κι αυτη δεν γνωρισε ανδρα. και εγινε συνηθεια στον ισραηλ, να πηγαινουν οι γυναικεσ του ισραηλ απο χρονο σε χρονο, να θρηνουν τη θυγατερα του ιεφθαε του γαλααδιτη, τεσσερισ ημερεσ καθε χρονο.

12

και οι ανδρεσ εφραιμ συγκεντρωθηκαν, και περασαν προσ βορραν, και ειπαν στον ιεφθαε: γιατι περασεσ να πολεμησεισ εναντια στουσ γιουσ αμμων, και δεν μασ καλεσεσ ναρθουμε μαζι σου; το σπιτι σου θα το καψουμε επανω σου με φωτια. και ο ιεφθαε τουσ ειπε: εγω και ο λαοσ μου ηρθαμε σε μεγαλη φιλονικια με τουσ γιουσ αμμων· και σασ εκραξα, και δεν με σωσατε απο το χερι τουσ· και βλεποντασ οτι δεν με σωσατε, ριψοκινδυνευσα τη ζωη μου, και περασα εναντια στουσ γιουσ αμμων, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ παρεδωσε στο χερι μου· γιατι, λοιπον, ανεβηκατε σημερα σε μενα για να με πολεμησετε; τοτε, ο ιεφθαε συγκεντρωσε ολουσ τουσ ανδρεσ τησ γαλααδ, και πολεμησε τον εφραιμ· και οι ανδρεσ τησ γαλααδ παταξαν τουσ εφραιμιτεσ, επειδη ειπαν: φυγαδεσ του εφραιμ ειστε εσεισ οι γαλααδιτεσ, αναμεσα στον εφραιμ, και αναμεσα στον μανασση. και οι γαλααδιτεσ επιασαν διαβασεισ του ιορδανη πριν απο τουσ εφραιμιτεσ· και οταν καποιοσ απο τουσ εφραιμιτεσ φυγαδεσ ελεγε: θελω να περασω, τοτε οι ανδρεσ τησ γαλααδ του ελεγαν: μηπωσ εισαι εφραιμιτησ; αν εκεινοσ ελεγε: οχι, τοτε του ελεγαν: πεσ, λοιπον, σχιββωλεθ· κι εκεινοσ ελεγε σιββωλεθ· επειδη, δεν μπορουσε ετσι να το προφερει. τοτε, τον επιαναν και τον φονευαν, στισ διαβασεισ του ιορδανη. και επεσαν εκεινο τον καιρο 42.000 εφραιμιτεσ. και ο ιεφθαε εκρινε τον ισραηλ για εξι χρονια. και ο ιεφθαε, ο γαλααδιτησ, πεθανε και θαφτηκε σε καποια πολη τησ γαλααδ. και υστερα απ' αυτον εκρινε τον ισραηλ ο αβαισαν, εκεινοσ απο τη βηθλεεμ. και ειχε 30 γιουσ και 30 θυγατερεσ, που τισ παντρεψε· και πηρε απεξω 30 νεεσ για τουσ γιουσ του. και εκρινε τον ισραηλ επτα χρονια. και ο αβαισαν πεθανε, και θαφτηκε στη βηθλεεμ. και υστερα απ' αυτον εκρινε τον ισραηλ ο αιλων, ο ζαβουλωνιτησ· και εκρινε τον ισραηλ για 10 χρονια. και ο αιλων ο ζαβουλωνιτησ, πεθανε και θαφτηκε στην αιαλων, στη γη ζαβουλων. και υστερα απ' αυτον εκρινε τον ισραηλ ο αβδων, ο γιοσ του ελληλ, ο πιραθωνιτησ. και ειχε 40 γιουσ και 30 εγγονουσ, που πηγαιναν καβαλα επανω σε 70 πουλαρια· και εκρινε τον ισραηλ για οκτω χρονια. και ο αβδων πεθανε, ο γιοσ του ελληλ, ο πιραθωνιτησ, και θαφτηκε στην πιραθων, στη γη εφραιμ, επανω στο βουνο αμαληκ.

13

και οι γιοι ισραηλ επραξαν ξανα πονηρα μπροστα στον κυριο· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ παρεδωσε στο χερι των φιλισταιων 40 χρονια. και υπηρχε ενασ ανθρωποσ απο τη σαραα, απο τη συγγενεια του δαν, και το ονομα του ηταν μανωε· και η γυναικα του ηταν στειρα, και δεν γεννουσε. και στη γυναικα φανηκε ενασ αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τησ ειπε: δεσ, τωρα εισαι στειρα, και δεν γεννασ· εντουτοισ, θα συλλαβεισ, και θα γεννησεισ γιο· και τωρα, λοιπον, προσεχε μη πιεισ κρασι η σικερα, και μη φασ οτιδηποτε ακαθαρτο· επειδη, να, θα συλλαβεισ και θα γεννησεισ γιο· και ξυραφι δεν θα ανεβει επανω στο κεφαλι του, επειδη το παιδι θα ειναι ναζηραιοσ στον θεο απο την κοιλια τησ μητερασ του· κι αυτοσ θα αρχισει να ελευθερωνει τον ισραηλ απο το χερι των φιλισταιων. και η γυναικα πηγε και ειπε στον ανδρα τησ, λεγοντασ: ενασ ανθρωποσ του θεου ηρθε σε μενα, και η μορφη του ηταν σαν μορφη αγγελου θεου, υπερβολικα φοβερη· αλλα, δεν τον ρωτησα απο που ειναι ουτε μου φανερωσε το ονομα του· και μου ειπε: δεσ, θα συλλαβεισ, και θα γεννησεισ γιο· τωρα, λοιπον, μη πιεισ κρασι ουτε σικερα και ουτε να φασ οτιδηποτε ακαθαρτο· επειδη, το παιδι θα ειναι ναζηραιοσ στον θεο, απο την κοιλια τησ μητερασ του μεχρι την ημερα του θανατου του. τοτε, ο μανωε προσευχηθηκε στον κυριο, και ειπε: παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, ο ανθρωποσ του θεου, που εστειλεσ, ασ ξαναρθει σε μασ, και ασ μασ διδαξει τι να κανουμε στο παιδι, που προκειται να γεννηθει. και ο θεοσ εισακουσε τη φωνη του μανωε· και ο αγγελοσ του θεου ηρθε ξανα στη γυναικα, ενω αυτη καθοταν στο χωραφι· και ο μανωε, ο ανδρασ τησ, δεν ηταν μαζι τησ. και η γυναικα ετρεξε με βιασυνη, και ανηγγειλε στον ανδρα τησ, λεγοντασ του: δεσ, φανηκε σε μενα ο ανθρωποσ, που ειχε ερθει σε μενα εκεινη την ημερα. και ο μανωε σηκωθηκε και ακολουθησε τη γυναικα του, και ηρθε στον ανθρωπο, και του ειπε: εσυ εισαι ο ανθρωποσ που μιλησεσ προσ τη γυναικα; κι εκεινοσ ειπε: εγω. και ο μανωε ειπε: τωρα, ο λογοσ σου ασ πραγματοποιηθει· τι πρεπει να κανουμε στο παιδι, και τι να γινει σ' αυτο; και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μανωε: απο ολα οσα ειπα στη γυναικα, ασ φυλαχθει· απο καθε τι που βγαινει απο αμπελι, ασ μη φαει, και κρασι και σικερα ασ μη πιει· και ασ μη φαει οτιδηποτε ακαθαρτο· ολα οσα παρηγγειλα σ' αυτη, ασ τα φυλαξει. και ο μανωε ειπε στον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: να σε κρατησουμε, παρακαλω, και να σου ετοιμασουμε ενα κατσικακι; και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον μανωε: και αν με κρατησεισ, δεν θα φαω απο το ψωμι σου· και αν κανεισ ολοκαυτωμα, στον κυριο να το προσφερεισ· (επειδη, ο μανωε δεν γνωρισε οτι ηταν αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh). και ο μανωε ειπε στον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: τι ειναι το ονομα σου, για να σε δοξασουμε, οταν εκπληρωθει ο λογοσ σου; και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: γιατι ρωτασ για το ονομα μου; επειδη, ειναι θαυμαστο. τοτε, ο μανωε πηρε ενα κατσικακι και την προσφορα απο αλφιτα, και προσφερε στον κυριο επανω στην πετρα· και θαυματουργησε· και ο μανωε και η γυναικα του εβλεπαν. επειδη, ενω η φλογα ανεβαινε επανω απο το θυσιαστηριο προσ τον ουρανο, ανεβηκε και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μεσα στη φλογα του θυσιαστηριου· και ο μανωε και η γυναικα του εβλεπαν· και επεσαν μπρουμυτα επανω στη γη. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν φανηκε πλεον στον μανωε και στη γυναικα του. τοτε, ο μανωε γνωρισε οτι ηταν αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο μανωε ειπε στη γυναικα του: σιγουρα θα πεθανουμε, επειδη ειδαμε τον θεο. αλλ' η γυναικα του ειπε σ' αυτον: αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηθελε να μασ θανατωσει, δεν θα δεχοταν ολοκαυτωμα και προσφορα απο το χερι μασ ουτε θα μασ εδειχνε ολα αυτα ουτε θα μασ εφερνε την αγγελια για τετοια πραγματα σε τετοιον καιρο. και η γυναικα γεννησε γιο, και αποκαλεσε το ονομα του σαμψων· και το παιδι αυξηθηκε, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh το ευλογησε. και πνευμα κυριου αρχισε να το διεγειρει στο στρατοπεδο του δαν, αναμεσα στη σαραα και την εσθαολ.

14

και ο σαμψων κατεβηκε στη θαμναθ, και ειδε στη θαμναθ μια γυναικα απο τισ θυγατερεσ των φιλισταιων. και ανεβηκε, και ανηγγειλε στον πατερα του και στη μητερα του, λεγοντασ: ειδα μια γυναικα στη θαμναθ απο τισ θυγατερεσ των φιλισταιων· και, τωρα, παρτε την σε μενα για γυναικα. και ο πατερασ του και η μητερα του ειπαν σ' αυτον: μηπωσ δεν υπαρχει αναμεσα στισ θυγατερεσ των αδελφων σου, κι αναμεσα σε ολοκληρο τον λαο μου, γυναικα, κι εσυ πηγαινεισ να παρεισ γυναικα απο τουσ απεριτμητουσ φιλισταιουσ; ο σαμψων, ομωσ, ειπε στον πατερα του: αυτη να μου παρεισ· επειδη, αυτη ειναι αρεστη στα ματια μου. ο πατερασ του, ομωσ, και η μητερα του δεν γνωρισαν οτι τουτο ηταν απο τον κυριο, οτι αυτοσ ζητουσε αφορμη εναντια στουσ φιλισταιουσ· επειδη, εκεινο τον καιρο, οι φιλισταιοι δεσποζαν επανω στον ισραηλ. τοτε, κατεβηκε ο σαμψων μαζι με τον πατερα του και μαζι με τη μητερα του, στη θαμναθ, και ηρθαν μεχρι τα αμπελια τησ θαμναθ· και να, τον συναντησε ενα νεαρο ωρυομενο λιονταρι. και ηρθε επανω του το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το διασπαραξε σαν να διασπαραττε ενα κατσικακι, χωρισ ναχει τιποτε στα χερια του, αλλα δεν ανηγγειλε στον πατερα του η στη μητερα του τι ειχε κανει. και κατεβηκε, και μιλησε στη γυναικα· και αρεσε στα ματια του σαμψων. και επεστρεψε υστερα απο ημερεσ για να την παρει· και ξεκλινε απο τον δρομο για να δει το πτωμα του λιονταριου· και να, ενα σμηνοσ απο μελισσεσ ηταν στο πτωμα του λιονταριου, και μελι. και πηρε απ' αυτο στα χερια του, και προχωρουσε τρωγοντασ, και ηρθε στον πατερα του και στη μητερα του, και τουσ εδωσε, και εφαγαν· ομωσ, δεν τουσ ειπε οτι ειχε παρει το μελι απο το πτωμα του λιονταριου. και ο πατερασ του κατεβηκε στη γυναικα· και εκανε εκει ο σαμψων συμποσιο· επειδη, ετσι συνηθιζαν οι νεοι. και οταν τον ειδαν, πηραν 30 συντροφουσ για να ειναι μαζι του. και ο σαμψων τουσ ειπε: τωρα, θα σασ βαλω ενα αινιγμα· αν μπορεσετε να μου το λυσετε στισ επτα ημερεσ του συμποσιου, και να το βρειτε, τοτε, εγω θα σασ δωσω 30 λινουσ χιτωνεσ και 30 στολεσ φορεματων· αλλα, αν δεν μπορεσετε να μου το λυσετε, τοτε εσεισ θα μου δωσετε 30 λινουσ χιτωνεσ και 30 στολεσ φορεματων. και εκεινοι του ειπαν: βαλε το αινιγμα σου, για να το ακουσουμε. και τουσ ειπε: απο εκεινον που τρωει βγηκε τροφη, και απο τον ισχυρο βγηκε γλυκυτητα. κι αυτοι δεν μπορουσαν να λυσουν το αινιγμα για τρεισ ημερεσ. κα την εβδομη ημερα, ειπαν στη γυναικα του σαμψων: κολακευσε τον ανδρα σου, και ασ μασ φανερωσει το αινιγμα, για να μη κατακαψουμε εσενα και το σπιτι του πατερα σου με φωτια· για να μασ ξεγυμνωσετε μασ προσκαλεσατε; ετσι δεν ειναι; και η γυναικα του σαμψων εκλαψε μπροστα του, και ειπε: σιγουρα, με μισεισ, και δεν με αγαπασ· εβαλεσ αινιγμα στουσ γιουσ του λαου μου, και σε μενα δεν το φανερωσεσ. κι εκεινοσ τησ ειπε: δεσ, στον πατερα μου και στη μητερα μου δεν το φανερωσα, και θα το φανερωσω σε σενα; αλλ' αυτη εκλαιγε μπροστα του και τισ επτα ημερεσ, κατα τισ οποιεσ ηταν το συμποσιο τουσ· την εβδομη ημερα, ομωσ, τησ το φανερωσε, επειδη τον παρενοχλησε· κι εκεινη φανερωσε το αινιγμα στουσ γιουσ του λαου τησ. τοτε, οι ανδρεσ τησ πολησ του ειπαν την εβδομη ημερα, πριν δυσει ο ηλιοσ: τι πιο γλυκο απο το μελι; και τι πιο ισχυρο απο το λιονταρι; κι εκεινοσ τουσ ειπε: αν δεν αροτριαζατε με τη δαμαλη μου, δεν θα βρισκατε το αινιγμα μου. και ηρθε επανω του πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και κατεβηκε στην ασκαλωνα, και φονευσε απ' αυτουσ 30 ανδρεσ, και πηρε τα ιματια τουσ, και εδωσε τισ στολεσ σ' εκεινουσ που εξηγησαν το αινιγμα. και ο θυμοσ του εξαφθηκε, και ανεβηκε στο σπιτι του πατερα του. και η γυναικα του σαμψων δοθηκε στον συντροφο του, που ειχε φιλο του.

15

και υστερα απο λιγο καιρο, στισ ημερεσ του θερισμου του σιταριου, ο σαμψων επισκεφθηκε τη γυναικα του, φερνοντασ ενα κατσικακι· και ειπε: θα μπω μεσα στη γυναικα μου στον κοιτωνα. αλλ' ο πατερασ τησ δεν τον αφησε να μπει μεσα. και ο πατερασ τησ ειπε: ειπα στον εαυτο μου, οτι τη μισησεσ ολοκληρωτικα· γι'αυτο, την εδωσα στον συντροφο σου· η μικροτερη αδελφη τησ δεν ειναι ωραιοτερη απ' αυτη; παρε, λοιπον, αυτην αντι για εκεινη. και ο σαμψων ειπε γι' αυτα: τωρα, θα ειμαι αθωοσ απεναντι στουσ φιλισταιουσ, αν εγω τουσ κακοποιω. και ο σαμψων πηγε και επιασε 300 αλεπουδεσ, και πηρε δαυλουσ, και εστρεψε ουρα με ουρα, και εβαλε εναν δαυλο αναμεσα στισ δυο ουρεσ στο μεσον. και αφου αναψε τουσ δαυλουσ, τισ απελυσε στα σπαρτα των φιλισταιων, και εκαψε τισ θημωνιεσ, μεχρι και τα αθεριστα σταχυα, μεχρι και τα αμπελια και τα ελιοδεντρα. τοτε, οι φιλισταιοι ειπαν: ποιοσ το εκανε αυτο; και αποκριθηκαν: ο σαμψων, ο γαμπροσ του θαμναθαιου· επειδη, πηρε τη γυναικα του και την εδωσε στον συντροφο του. και ανεβηκαν οι φιλισταιοι, και εκαψαν αυτην και τον πατερα τησ με φωτια. και ο σαμψων τουσ ειπε: αν και εσεισ το κανατε αυτο, εγω ομωσ θα εκδικηθω εναντιον σασ, και υστερα θα σταματησω. και τουσ χτυπησε κνημη και μηρο σε μεγαλη σφαγη· και κατεβηκε και καθησε στο χασμα τησ πετρασ ηταμ. και οι φιλισταιοι ανεβηκαν, και στρατοπεδευσαν στη γη του ιηhυδα, και διαχυθηκαν στη λεχι. και οι ανδρεσ του ιηhυδα ειπαν: γιατι ανεβηκατε εναντιον μασ; κι εκεινοι αποκριθηκαν: ανεβηκαμε για να δεσουμε τον σαμψων, να κανουμε σ' αυτον οπωσ εκανε σε μασ. και κατεβηκαν 3.000 ανδρεσ απο τον ιηhυδα στο χασμα τησ πετρασ ηταμ, και ειπαν στον σαμψων: δεν ξερεισ οτι οι φιλισταιοι εξουσιαζουν επανω μασ; τι ειναι, λοιπον, αυτο που εκανεσ σε μασ; κι εκεινοσ ειπε: οπωσ εκαναν σε μενα, ετσι εκανα κι εγω σ' αυτουσ. και του ειπαν: κατεβηκαμε για να σε δεσουμε, για να σε παραδωσουμε στο χερι των φιλισταιων. και τουσ ειπε ο σαμψων: ορκιστειτε σε μενα οτι εσεισ δεν θα πεσετε εναντιον μου. και του ειπαν, λεγοντασ: οχι· αλλα, θα σε δεσουμε δυνατα, και θα σε παραδωσουμε στο χερι τουσ· ομωσ, σιγουρα, δεν θα σε θανατωσουμε. τον εδεσαν, λοιπον, με δυο καινουργια σχοινια, και τον ανεβασαν απο την πετρα. και οταν ηρθε στη λεχι, οι φιλισταιοι ετρεξαν αλαλαζοντασ σε συναντηση του. και ηρθε επανω του πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και τα σχοινια, που ησαν στουσ βραχιονεσ του, εγιναν σαν λιναρι που αναβει στη φωτια, και τα δεσμα του επεσαν απο τα χερια του σπασμενα. και βρηκε ενα νωπο σαγονι γαιδουριου, κι απλωνοντασ το χερι του, το πηρε, και φονευσε μ' αυτο 1.000 ανδρεσ. και ο σαμψων ειπε: με σαγονι γαιδουριου εκανα σωρουσ-σωρουσ, με σαγονι γαιδουριου φονευσα 1.000 ανδρεσ. και αφου σταματησε να μιλαει, ερριξε το σαγονι απο το χερι του· και ονομασε εκεινο τον τοπο: ραμαθ-λεχι. και αφου διψασε παρα πολυ, βοησε στον κυριο, και ειπε: εσυ εδωσεσ διαμεσου του δουλου σου αυτη τη μεγαλη σωτηρια· και, τωρα, να πεθανω απο τη διψα, και να πεσω στο χερι των απεριτμητων; και ο θεοσ εσχισε το κοιλωμα που ηταν στη λεχι, και απ' αυτο βγηκε νερο· και αφου ηπιε, ανελαβε το πνευμα του, και αναζωογονηθηκε· γι' αυτο, αποκαλεσε το ονομα του: εν-ακκορε, που ειναι στη λεχι μεχρι αυτη την ημερα. κι αυτοσ εκρινε τον ισραηλ στισ ημερεσ των φιλισταιων για 20 χρονια.

16

και ο σαμψων πηγε στη γαζα, και εκει ειδε μια γυναικα πορνη, και μπηκε μεσα σ' αυτη. και ανηγγειλαν στουσ γαζαιουσ, λεγοντασ: ο σαμψων ηρθε εδω. κι αυτοι, αφου τον περικυκλωσαν, τον παραφυλαγαν ολη τη νυχτα στην πυλη τησ πολησ· και εμεναν ησυχοι ολη τη νυχτα, λεγοντασ: ασ περιμενουμε μεχρι την αυγη του πρωινου, και θα τον φονευσουμε. ο σαμψων, ομωσ, κοιμηθηκε μεχρι τα μεσανυχτα· και γυρω στα μεσανυχτα, αφου σηκωθηκε, επιασε τισ θυρεσ τησ πυλησ τησ πολησ, και τουσ δυο παραστατεσ, και αφου τισ απεσπασε μαζι με τον μοχλο, τισ εβαλε επανω στουσ ωμουσ του, και τισ ανεβασε επανω στην κορυφη του βουνου, που ειναι απεναντι απο τη χεβρων. και υστερα απ' αυτα αγαπησε καποια γυναικα στην κοιλαδα σωρηκ, που το ονομα τησ ηταν δαλιδα. και ανεβηκαν σ' αυτην οι αρχοντεσ των φιλισταιων, και τησ ειπαν: κολακευσε τον, και δεσ σε τι στηριζεται η μεγαλη του δυναμη, και με ποιον τροπο μπορουμε να υπερισχυσουμε εναντιον του, ωστε να τον δεσουμε, για να τον δαμασουμε· κι εμεισ, ο καθενασ μασ, θα σου δωσουμε 1.100 αργυρια. και η δαλιδα ειπε στον σαμψων: φανερωσε μου, παρακαλω, σε τι στηριζεται η δυναμη σου η μεγαλη, και με τι θα σε εδεναν για να δαμαστεισ. και ο σαμψων τησ ειπε: αν με δεσουν με επτα υγρεσ χορδεσ, που δεν ξεραθηκαν, τοτε θα αδυνατησω, και θα ειμαι σαν ενασ απο τουσ αλλουσ ανθρωπουσ. τοτε, οι αρχοντεσ των φιλισταιων τησ εφεραν επτα υγρεσ χορδεσ, που δεν ειχαν ξεραθει, και τον εδεσε μ' αυτεσ. (ενεδρευαν μαλιστα ανθρωποι, που καθονταν μαζι τησ στον κοιτωνα). και ειπε σ' αυτον: οι φιλισταιοι επανω σου, σαμψων. κι εκεινοσ εκοψε τισ χορδεσ, σαν να κοβοταν ενα νημα απο στουπι, οταν μυριστει τη φωτια. και δεν εγινε γνωστη η δυναμη του. και η δαλιδα ειπε στον σαμψων: δεσ, με γελασεσ, και μου ειπεσ ψεματα· πεσ μου, λοιπον, παρακαλω, με τι θα σε εδεναν. και τησ ειπε: αν με δεσουν δυνατα με καινουργια σχοινια, με τα οποια δεν εχει γινει εργασια, τοτε θα αδυνατησω, και θα ειμαι σαν ενασ απο τουσ αλλουσ ανθρωπουσ. πηρε, λοιπον, η δαλιδα καινουργια σχοινια, και τον εδεσε μ' αυτα, και του ειπε: οι φιλισταιοι επανω σου, σαμψων. (ενεδρευαν μαλιστα ανθρωποι, που καθονταν στον κοιτωνα). και τα εκοψε απο τουσ βραχιονεσ του σαν νημα. και η δαλιδα ειπε στον σαμψων: μεχρι τωρα με γελασεσ, και μου ειπεσ ψεματα· πεσ μου, με τι θα σε εδεναν. και τησ ειπε: αν πλεξεισ τουσ επτα πλοκαμουσ του κεφαλιου μου και τουσ δεσεισ γερα με υφασμα. κι αυτη τουσ εδεσε στερεα σε πασσαλο· και του ειπε: οι φιλισταιοι επανω σου, σαμψων. και ξυπνησε απο τον υπνο του, και απεσπασε τον πασσαλο, τον κομπο και το υφασμα. τοτε, του ειπε: πωσ λεσ: σε αγαπαω, ενω η καρδια σου δεν ειναι μαζι μου; εσυ με γελασεσ, αυτη ηταν η τριτη φορα, και δεν μου φανερωσεσ σε τι στηριζεται η δυναμη σου η μεγαλη. και επειδη, καθημερινα, τον στενοχωρουσε με τα λογια τησ, και τον βιαζε, ωστε η ψυχη του απεκαμε μεχρι θανατου, τησ φανερωσε ολη την καρδια του, και τησ ειπε: ξυραφι δεν ανεβηκε επανω στο κεφαλι μου· επειδη, εγω ειμαι ναζηραιοσ στον θεο απο την κοιλια τησ μητερασ μου. αν ξυριστω, τοτε η δυναμη μου θα φυγει απο μενα, και θα αδυνατησω, και θα γινω οπωσ ολοι οι αλλοι ανθρωποι. και βλεποντασ η δαλιδα, οτι τησ φανερωσε ολη του την καρδια, εστειλε και καλεσε τουσ αρχοντεσ των φιλισταιων, λεγοντασ: ανεβειτε αυτη τη φορα· επειδη, μου φανερωσε ολη την καρδια του. τοτε, ανεβηκαν σ' αυτην οι αρχοντεσ των φιλισταιων, φερνοντασ και το ασημι στα χερια τουσ. και τον αποκοιμισε επανω στα γονατα τησ· και καλεσε εναν ανθρωπο, και ξυρισε τουσ επτα πλοκαμουσ του κεφαλιου του· και αρχισε να τον δαμαζει, και η δυναμη του εφυγε απ' αυτον. κι αυτη ειπε: οι φιλισταιοι επανω σου, σαμψων. κι αυτοσ ξυπνησε απο τον υπνο του, και ειπε: θα βγω οπωσ και αλλοτε, και θα εκτιναχθω. αλλ' αυτοσ δεν γνωρισε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε απομακρυνθει απ' αυτον. και τον επιασαν οι φιλισταιοι, και του εβγαλαν τα ματια, και τον κατεβασαν στη γαζα, και τον εδεσαν με δυο χαλκινεσ αλυσιδεσ· και αλεθε στον οικο τησ φυλακησ. και οι τριχεσ του κεφαλιου του αρχισαν να βγαινουν και παλι, αφοτου ξυριστηκε. και οι αρχοντεσ των φιλισταιων συγκεντρωθηκαν, για να προσφερουν μια μεγαλη θυσια στον δαγων, τον θεο τουσ, και να ευφρανθουν· επειδη, ειπαν: ο θεοσ μασ παρεδωσε στο χερι μασ τον σαμψων, τον εχθρο μασ. και οταν ο λαοσ τον ειδε, δοξασαν τον θεο τουσ, λεγοντασ: ο θεοσ μασ παρεδωσε στο χερι μασ τον εχθρο μασ, και τον εξολοθρευτη τησ γησ μασ, κι εκεινον που φονευσε πολλουσ απο μασ. και οταν ευθυμησε η καρδια τουσ, ειπαν: καλεστε τον σαμψων, για να μασ παιξει. και καλεσαν τον σαμψων απο τον οικο τησ φυλακησ, και επαιξε μπροστα τουσ· και τον εστησαν αναμεσα στουσ στυλουσ. και ο σαμψων ειπε στο παιδι, που τον κρατουσε απο το χερι: αφησε με να ψηλαφησω τουσ στυλουσ, επανω στουσ οποιουσ στηριζεται ο οικοσ, για να στηριχθω επανω τουσ. και ο οικοσ ηταν γεματοσ απο ανδρεσ και γυναικεσ· και ησαν εκει ολοι οι αρχοντεσ των φιλισταιων· και επανω στην ταρατσα ησαν 3.000 περιπου ανδρεσ και γυναικεσ, που εβλεπαν τον σαμψων να παιζει. και ο σαμψων βοησε στον κυριο, και ειπε: δεσποτα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θυμησου με, παρακαλω· και ενισχυσε με, παρακαλω, μονον αυτη τη φορα, θεε, για να εκδικηθω εναντια στουσ φιλισταιουσ μια κι εξω, για τα δυο ματια μου. και ο σαμψων αγκαλιασε τουσ δυο μεσαιουσ στυλουσ, επανω στουσ οποιουσ στηριζοταν ο οικοσ, και στηριχθηκε επανω σ' αυτουσ, τον εναν με το δεξι του χερι, και τον αλλον με το αριστερο του. και ο σαμψων ειπε: ασ πεθανει η ψυχη μου μαζι με τουσ φιλισταιουσ. και εσκυψε με δυναμη· και ο οικοσ επεσε επανω στουσ αρχοντεσ, και σε ολοκληρο τον λαο, που ηταν σ' αυτον. κι αυτοι που πεθαναν, που τουσ θανατωσε με τον θανατο του, ησαν περισσοτεροι απο οσουσ ειχε θανατωσει στη ζωη του. τοτε, κατεβηκαν οι αδελφοι του, και ολοκληρη η οικογενεια του πατερα του, και τον σηκωσαν· και τον ανεβασαν και τον εθαψαν αναμεσα στη σαραα και την εσθαολ, στον ταφο του μανωε, του πατερα του. κι αυτοσ εκρινε τον ισραηλ για 20 χρονια.

17

υπηρχε ενασ ανθρωποσ απο το βουνο εφραιμ, και το ονομα του ηταν μιχαιασ. και ειπε στη μητερα του: τα 1.100 αργυρια, που αφαιρεθηκαν απο σενα, για τα οποια κι εσυ καταραστηκεσ, και μαλιστα μιλησεσ στα αυτια μου, δεσ, το ασημι βρισκεται σε μενα· εγω το πηρα. η δε μητερα του ειπε: ευλογημενοσ να εισαι, γιε μου, απο τον κυριο. και επεστρεψε τα 1.100 αργυρια στη μητερα του, και η μητερα του ειπε: αφιερωσα αυτο το ασημι ωσ αφιερωμα στον κυριο απο το χερι μου, υπερ του γιου μου, για να κανει ενα γλυπτο και χωνευτο· και, τωρα, θα το επιστρεψω σε σενα. κι αυτοσ επεστρεψε το ασημι στη μητερα του· η μητερα του, ομωσ, παιρνοντασ 200 αργυρια, τα εδωσε στον χωνευτη, ο οποιοσ εκανε απ' αυτα ενα γλυπτο και χωνευτο· και ησαν στο σπιτι του μιχαια. και ο ανθρωποσ, ο μιχαιασ, ειχε εναν οικο θεου, και εκανε ενα εφοδ και θεραφειμ· και καθιερωσε εναν απο τουσ γιουσ του, και εγινε σ' αυτον ιερεασ. σ' εκεινεσ τισ ημερεσ δεν υπηρχε βασιλιασ στον ισραηλ· καθε ενασ εκανε ο,τι φαινοταν σ' αυτον σωστο. και υπηρχε ενασ νεοσ απο τη βηθλεεμ-ιηhυδα, απο τη φυλη ιηhυδα, που ηταν λευιτησ, και παροικουσε εκει. και αναχωρησε ο ανθρωποσ απο την πολη βηθλεεμ-ιηhυδα, για να παροικησει οπου βρει· και ηρθε στο βουνο εφραιμ, μεχρι το σπιτι του μιχαια, ακολουθωντασ τον δρομο του. και ο μιχαιασ του ειπε: απο που ερχεσαι; κι εκεινοσ του ειπε: εγω ειμαι λευιτησ απο τη βηθλεεμ-ιηhυδα, και πηγαινω να παροικησω οπου βρω. και ο μιχαιασ του ειπε: καθησε μαζι μου, και γινε σε μενα πατερασ και ιερεασ, κι εγω θα σου δινω δεκα αργυρια καθε χρονο, και στολη, και το φαγητο σου. και ο λευιτησ μπηκε μεσα στο σπιτι του. και ευχαριστιοταν ο λευιτησ να κατοικει μαζι με τον ανθρωπο· και ο νεοσ του ηταν σαν ενασ απο τουσ γιουσ του. και ο μιχαιασ καθιερωσε τον λευιτη· και ο νεοσ εγινε σ' αυτον ιερεασ, και εμενε στο σπιτι του μιχαια. τοτε ο μιχαιασ ειπε: τωρα γνωριζω οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα με αγαθοποιησει, επειδη εχω εναν λευιτη για ιερεα.

18

κατα τισ ημερεσ εκεινεσ δεν υπηρχε βασιλιασ στον ισραηλ· και κατα τισ ημερεσ εκεινεσ η φυλη δαν ζητουσε για τον εαυτο τησ κληρονομια για να κατοικησει· επειδη, μεχρι εκεινη την ημερα δεν ειχε πεσει σ' αυτουσ κληρονομια αναμεσα στισ φυλεσ του ισραηλ. και οι γιοι του δαν εστειλαν απο τη συγγενεια τουσ πεντε ανδρεσ, απο τα ορια τουσ, ανδρεσ δυνατουσ, απο τη σαραα και την εσθαολ για να κατασκοπευσουν τον τοπο, και να τον εξιχνιασουν· και τουσ ειπαν: πηγαινετε, εξιχνιαστε τον τοπο. και ηρθαν στο βουνο εφραιμ, μεχρι το σπιτι του μιχαια, και διανυχτερευσαν εκει. καθωσ πλησιασαν στο σπιτι του μιχαια, γνωρισαν τη φωνη του νεου, του λευιτη· και στραφηκαν εκει, και του ειπαν: ποιοσ σε εφερε εδω; και τι κανεισ εσυ σ' αυτον τον τοπο; και γιατι εισαι εδω; κι εκεινοσ τουσ ειπε: ετσι κι ετσι εκανε σε μενα ο μιχαιασ, και με μισθωσε, και ειμαι ιερεασ του. και του ειπαν: ρωτησε, παρακαλουμε, τον θεο, για να γνωρισουμε, αν προκειται να ευοδωθει ο δρομοσ μασ στον οποιο πηγαινουμε. και ο ιερεασ τουσ ειπε: πηγαινετε σε ειρηνη· ο δρομοσ σασ, στον οποιο πηγαινετε, ειναι αρεστοσ στον κυριο. τοτε οι πεντε ανδρεσ αναχωρησαν, και ηρθαν στη λαισα, και ειδαν τον λαο, που κατοικουσε σ' αυτη, να ειναι αμεριμνοσ, να ησυχαζει, συμφωνα με τον τροπο των σιδωνιων, και να ζει με αφοβια· και δεν υπηρχε κανενασ αρχοντασ στον τοπο, που να τουσ ταπεινωνει σε οτιδηποτε· κι αυτοι βρισκονταν μακρια απο τουσ σιδωνιουσ, και δεν ειχαν επικοινωνια με κανεναν. και ξαναγυρισαν στουσ αδελφουσ τουσ στη σαραα και την εσθαολ· και τουσ ειπαν οι αδελφοι τουσ: τι λετε εσεισ; κι εκεινοι ειπαν: σηκωθειτε, και ασ ανεβουμε εναντιον τουσ· επειδη, ειδαμε τον τοπο, και δεστε, ειναι υπερβολικα καλοσ· κι εσεισ καθεστε; μη δειξετε οκνηρια να παμε, να μπουμε μεσα για να κληρονομησουμε τον τοπο· αφου πατε, θα ερθετε σε λαο που ζει με αφοβια, και σε ευρυχωρο τοπο· επειδη, ο θεοσ τον εδωσε στο χερι σασ· εναν τοπο, στον οποιο δεν υπαρχει ελλειψη κανενοσ πραγματοσ, απο εκεινα που υπαρχουν στη γη. και κινησαν απο εκει, απο τη συγγενεια του δαν, απο τη σαραα και την εσθαολ, 600 ανδρεσ περιζωσμενοι πολεμικα οπλα. και ανεβηκαν, και στρατοπεδευσαν στην κιριαθ-ιαρειμ, στον ιηhυδα· γι' αυτο, ονομασαν εκεινο τον τοπο μαχανε-δαν, μεχρι τουτη την ημερα· και βρισκεται πισω απο την κιριαθ-ιαρειμ. και απο εκει περασαν στο βουνο εφραιμ, και ηρθαν μεχρι το σπιτι του μιχαια. τοτε, οι πεντε ανδρεσ, αυτοι που ειχαν παει για να κατασκοπευσουν τον τοπο τησ λαισα, ανηγγειλαν και ειπαν στουσ αδελφουσ τουσ: ξερετε οτι ειναι σε τουτα τα σπιτια ενα εφοδ, και θεραφειμ, και ενα γλυπτο, και ενα χωνευτο; τωρα, λοιπον, σκεφθειτε τι εχετε να κανετε. και στραφηκαν προσ τα εκει, και πηγαν στο σπιτι του νεου του λευιτη, στο σπιτι του μιχαια, και τον χαιρετησαν. και οι 600 ανδρεσ, οι περιζωσμενοι με τα πολεμικα τουσ οπλα, που ησαν απο τη φυλη δαν, σταθηκαν μπροστα απο την πορτα του πυλωνα. και οι πεντε ανδρεσ, που ειχαν παει για να κατασκοπευσουν τον τοπο ανεβηκαν, και μπηκαν εκει μεσα, και πηραν το γλυπτο, και το εφοδ, και το θεραφειμ, και το χωνευτο· και ο ιερεασ στεκοταν στην πορτα του πυλωνα μαζι με τουσ 600 ανδρεσ, που ησαν περιζωσμενοι τα πολεμικα οπλα. και καθωσ αυτοι μπηκαν μεσα στο σπιτι του μιχαια, και πηραν το γλυπτο, το εφοδ, και το θεραφειμ, και το χωνευτο, ο ιερεασ τουσ ειπε: τι κανετε εσεισ; και του ειπαν: σωπα, βαλε το χερι σου στο στομα σου, κι ελα μαζι μασ, και γινε σε μασ πατερασ και ιερεασ· ειναι καλυτερο σε σενα να εισαι ιερεασ στο σπιτι ενοσ ανθρωπου η να εισαι ιερεασ μιασ φυλησ και οικογενειασ στον ισραηλ; και χαρηκε η καρδια του ιερεα· και πηρε το εφοδ, και το θεραφειμ, και το γλυπτο, και πηγε αναμεσα στον λαο. και αφου στραφηκαν, αναχωρησαν, και εβαλαν τα παιδια, και τα κτηνη, και την αποσκευη, μπροστα τουσ. οταν αυτοι απομακρυνθηκαν απο το σπιτι του μιχαια, οι ανθρωποι που ησαν στα σπιτια που γειτονευαν με το σπιτι του μιχαια συγκεντρωθηκαν, και προφτασαν τουσ γιουσ του δαν. και βοησαν προσ τουσ γιουσ του δαν. κι αυτοι εστρεψαν το προσωπο τουσ, και ειπαν στον μιχαια: τι εχεισ και συγκεντρωσεσ ενα τετοιο πληθοσ; κι εκεινοσ ειπε: πηρατε τουσ θεουσ μου που ειχα κανει, και τον ιερεα και αναχωρησατε· και τι απομενει σε μενα πλεον; και τι ειναι τουτο, που μου λετε: τι εχεισ; και οι γιοι του δαν του ειπαν: ασ μη ακουστει η φωνη σου αναμεσα μασ, μηπωσ καποιοι ανδρεσ οξυθυμοι πεσουν εναντιον σου, και χασεισ τη ζωη σου, και τη ζωη τησ οικογενειασ σου. και πηγαιναν οι γιοι του δαν στον δρομο τουσ· και οταν ο μιχαιασ ειδε οτι εκεινοι ησαν δυνατοτεροι του, εστρεψε και επανηλθε στο σπιτι του. κι αυτοι πηραν οσα κατασκευασε ο μιχαιασ, και τον ιερεα που ειχε, και ηρθαν στη λαισα, σε λαο που ησυχαζε και ζουσε με αφοβια· και τουσ χτυπησαν με μαχαιρα, και την πολη την εκαψαν με φωτια. και δεν υπηρχε κανενασ για να τη σωσει, επειδη βρισκοταν μακρια απο τη σιδωνα, και δεν ειχαν επικοινωνια με κανεναν· βρισκοταν, μαλιστα, μεσα στην κοιλαδα βαιθ-ρεωβ. και οικοδομησαν πολη, και κατοικησαν σ' αυτη. και αποκαλεσαν το ονομα τησ πολησ δαν, συμφωνα με το ονομα του δαν του πατερα τουσ, που γεννηθηκε στον ισραηλ· και το ονομα τησ πολησ ηταν παλιοτερα, εξαρχησ, λαισα. και οι γιοι του δαν εστησαν για τον εαυτο τουσ το γλυπτο· και ο ιωναθαν, ο γιοσ του γηρσων, γιου του μανασση, αυτοσ και οι γιοι του ησαν ιερεισ στη φυλη του δαν, μεχρι την ημερα τησ αιχμαλωσιασ τησ γησ. και εστησαν για τον εαυτο τουσ το γλυπτο, που εκανε ο μιχαιασ, ολο τον καιρο, κατα τον οποιο ο οικοσ του θεου βρισκοταν στη σηλω.

19

και κατα τισ ημερεσ εκεινεσ δεν υπηρχε βασιλιασ στον ισραηλ· και ηταν ενασ λευιτησ, που παροικουσε στισ πλαγιεσ του βουνου εφραιμ, ο οποιοσ πηρε για τον εαυτο του ωσ γυναικα μια παλλακη απο τη βηθλεεμ-ιηhυδα. και πορνευσε η παλλακη του, που ηταν κοντα του, και αναχωρησε απ' αυτον στο σπιτι του πατερα τησ στη βηθλεεμ-ιηhυδα, και ηταν εκει τεσσερισ ολοκληρουσ μηνεσ. και ο ανδρασ τησ σηκωθηκε, και πηγε πισω απ' αυτη, για να τησ μιλησει με ευμενεια, ωστε να την κανει να επιστρεψει· ειχε, μαλιστα, μαζι του και τον δουλο του, και δυο γαιδουρια· κι αυτη τον εβαλε μεσα στο σπιτι του πατερα τησ· και οταν τον ειδε ο πατερασ τησ νεασ, χαρηκε στη συναντηση του. και ο πεθεροσ του, ο πατερασ τησ νεασ, τον κρατησε· και καθησε μαζι του τρεισ ημερεσ· και εφαγαν και ηπιαν, και διανυχτερευσαν εκει. και την τεταρτη ημερα, οταν σηκωθηκαν το πρωι, σηκωθηκε για να αναχωρησει· και ο πατερασ τησ νεασ ειπε στον γαμπρο του: στηριξε την καρδια σου με λιγο ψωμι, και υστερα απ' αυτα θα πατε. και καθησαν, και εφαγαν και ηπιαν οι δυο μαζι· και ο πατερασ τησ νεασ ειπε στον ανδρα: ευαρεστησου, παρακαλω, και διανυχτερευσε, και ασ ευφρανθει η καρδια σου. και οταν ο ανθρωποσ σηκωθηκε να αναχωρησει, ο πεθεροσ του τον βιασε· γι'αυτο, εμεινε και διανυχτερευσε εκει. και σηκωθηκε το πρωι, την πεμπτη ημερα, για να αναχωρησει· και ο πατερασ τησ νεασ ειπε: στηριξε, παρακαλω, την καρδια σου. και εμειναν μεχρισ οτου εκλινε η ημερα, και εφαγαν μαζι και οι δυο τουσ. και οταν ο ανθρωποσ σηκωθηκε να αναχωρησει, αυτοσ, και η παλλακη του, και ο δουλοσ του, ο πεθεροσ του, ο πατερασ τησ νεασ, του ειπε: δεσ, τωρα η ημερα κλινει προσ την εσπερα· διανυχτερευστε, παρακαλω· δεσ, η ημερα παει να τελειωσει· διανυχτερευσε εδω, και ασ ευφρανθει η καρδια σου· και αυριο σηκωνεστε το πρωι για την οδοιπορια σασ, και πηγαινε στην κατοικια σου. ο ανθρωποσ, ομωσ, δεν θελησε να διανυχτερευσει· αλλα σηκωθηκε, και αναχωρησε, και ηρθε μεχρι απεναντι στην ιεβουσ, που ειναι η ιερουσαλημ· και ειχε μαζι του δυο γαιδουρια σαμαρωμενα, και η παλλακη του ηταν μαζι του. και οταν πλησιασαν στην ιεβουσ, η ημερα ηταν πολυ προχωρημενη· και ο δουλοσ ειπε στον κυριο του: ελα, παρακαλω, και ασ στρεψουμε προσ τουτη την πολη των ιεβουσαιων, και ασ διανυχτερευσουμε σ' αυτη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε σ' αυτον: δεν θα στρεψουμε προσ πολη ξενων, που δεν ειναι απο τουσ γιουσ ισραηλ· αλλα, θα περασουμε μεχρι τη γαβαα. και ειπε στον δουλο του: ελα, και ασ πλησιασουμε σε εναν απ' αυτουσ τουσ τοπουσ, και ασ διανυχτερευσουμε στη γαβαα η στη ραμα. και διαβηκαν και πηγαν· και εδυσε επανω τουσ ο ηλιοσ κοντα στη γαβαα, που ειναι του βενιαμιν. και στραφηκαν εκει, για να μπουν μεσα να καταλυσουν στη γαβαα· και οταν μπηκε μεσα, καθησε στην πλατεια τησ πολησ· και δεν υπηρχε ανθρωποσ να τουσ παραλαβει στο σπιτι του για να διανυχτερευσουν. και να, ενασ γεροντασ ανθρωποσ ερχοταν απο τη δουλεια του απο το χωραφι την εσπερα· και ο ανθρωποσ ηταν απο το βουνο εφραιμ, παροικουσε ομωσ στη γαβαα· οι δε ανθρωποι του τοπου ησαν βενιαμιτεσ. και καθωσ σηκωσε τα ματια του, ειδε τον οδοιπορο ανθρωπο στην πλατεια τησ πολησ· και ο γεροντασ ανθρωποσ ειπε: που πασ; και απο που ερχεσαι; κι εκεινοσ του ειπε: εμεισ περναμε απο τη βηθλεεμ-ιηhυδα μεχρι τισ πλαγιεσ του βουνου εφραιμ· απο εκει ειμαι εγω· και πηγα μεχρι τη βηθλεεμ-ιηhυδα, και τωρα πηγαινω στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και δεν υπαρχει κανενασ να με παραλαβει στο σπιτι του· εχουμε και αχυρα και τροφη για τα γαιδουρια μασ, κι ακομα εχουμε ψωμι και κρασι για μενα, και για τη δουλη σου, και για τον νεο, που ειναι μαζι με τουσ δουλουσ σου· δεν εχουμε ελλειψη απο κανενα πραγμα. και ο γεροντασ ανθρωποσ ειπε: ειρηνη σε σενα· και καθε τι, οτιδηποτε χρειαζεσαι εγω φροντιζω· μονο μη διανυχτερευσεισ στην πλατεια. και τον εφερε στο σπιτι του, και εδωσε τροφη στα γαιδουρια· και επλυναν τα ποδια τουσ, και εφαγαν και ηπιαν. ενω αυτοι ευφραιναν τισ καρδιεσ τουσ, να, οι ανδρεσ τησ πολησ, ανθρωποι παρανομοι, περικυκλωσαν το σπιτι, χτυπωντασ την πορτα· και ειπαν στον ανθρωπο, τον κυριο του σπιτιου, τον γεροντα, λεγοντασ: βγαλε εξω τον ανθρωπο, αυτον που ηρθε στο σπιτι σου, για να τον γνωρισουμε. και ο ανθρωποσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του σπιτιου, βγηκε σ' αυτουσ, και τουσ ειπε: μη, αδελφοι μου, παρακαλω, μη πραξετε αυτο το κακο· αφου ο ανθρωποσ αυτοσ μπηκε μεσα στο σπιτι μου, μη πραξετε τετοια αφροσυνη· δεστε, η θυγατερα μου, η παρθενα, και η παλλακη του· τωρα θα τισ φερω εξω, και ταπεινωστε αυτεσ και καντε σ' αυτεσ ο,τι φανει αρεστο στα ματια σασ· αλλα, σ' αυτον τον ανθρωπο μη πραξετε εργο τετοιασ αφροσυνησ. οι ανδρεσ, ομωσ, δεν θελησαν να τον ακουσουν· και ο ανθρωποσ πηρετην παλλακη του, και τουσ την εφερε εξω· και τη γνωρισαν, και την ταπεινωσαν ολη τη νυχτα μεχρι το πρωι· και καθωσ φανηκε η αυγη, την απελυσαν. και ηρθε η γυναικα κατα το χαραμα τησ ημερασ, και επεσε κοντα στην πορτα του σπιτιου του ανθρωπου, οπου ηταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ, μεχρισ οτου εφεξε. και σηκωθηκε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ το πρωι, και ανοιξε τισ πορτεσ του σπιτιου, και βγηκε για να παει στον δρομο του· και να, η γυναικα, η παλλακη του, ηταν πεσμενη στη θυρα του σπιτιου, και τα χερια τησ επανω στο κατωφλι. και τησ ειπε: σηκω, κι ασ παμε. αλλα, δεν απαντησε. τοτε, ο ανθρωποσ την πηρε επανω στο γαιδουρι, και σηκωθηκε, και πηγε στον τοπο του. και αφου ηρθε στο σπιτι του, πηρε το μαχαιρι, και πιανοντασ την παλλακη του, τη διαμελισε μαζι με τα κοκαλα τησ σε 12 μερη, και τα εστειλε σε ολα τα ορια του ισραηλ. και ολοι οσοι τα εβλεπαν, ελεγαν: δεν εγινε ουτε φανηκε τετοιο πραγμα, απο την ημερα που οι γιοι ισραηλ ανεβηκαν απο τη γη τησ αιγυπτου, μεχρι αυτη την ημερα· σκεφθειτε γι' αυτο, καντε συμβουλιο, και μιληστε.

20

τοτε, ολοι οι γιοι ισραηλ βγηκαν, και ολοκληρη η συναγωγη συγκεντρωθηκε, σαν ενασ ανθρωποσ, απο τη δαν μεχρι τη βηρ-σαβεε, μαζι με τη γη γαλααδ, στον κυριο στη μισπα. και παρασταθηκαν στη συναξη του λαου του θεου, οι αρχηγοι ολοκληρου του λαου, ολεσ οι φυλεσ του ισραηλ, 400.000 ανδρεσ πεζοι, που τραβουσαν μαχαιρα. και οι γιοι του βενιαμιν ακουσαν, οτι ανεβηκαν οι γιοι ισραηλ στη μισπα. και οι γιοι ισραηλ ειπαν: πειτε μασ, πωσ συνεβηκε ολη αυτη η κακια; και αποκριθηκε ο ανθρωποσ ο λευιτησ, ο ανδρασ τησ γυναικασ που φονευθηκε, και ειπε: ηρθα στη γαβαα, που ειναι του βενιαμιν, εγω και η παλλακη μου, για να διανυχτερευσουμε· και σηκωθηκαν εναντιον μου οι ανδρεσ τησ γαβαα, και περικυλωσαν τη νυχτα το σπιτι εναντιον μου· εμενα ηθελαν να φονευσουν· και την παλλακη μου ταπεινωσαν, ωστε πεθανε· γι' αυτο, πιανοντασ την παλλακη μου, τη διαμελισα, και την εστειλα σε ολα τα ορια τησ κληρονομιασ του ισραηλ· επειδη, επραξαν ανοσιουργια και αφροσυνη μεσα στον ισραηλ. δεστε, ολοι εσεισ οι γιοι ισραηλ, συμβουλευθειτε εδω μεταξυ σασ, και δωστε τη γνωμη σασ. και ολοκληροσ ο λαοσ σηκωθηκε σαν ενασ ανθρωποσ, λεγοντασ: δεν θα παμε κανενασ μασ στη σκηνη του ουτε θα επιστρεψει κανενασ στο σπιτι του· αλλα, τωρα, τουτο ειναι το πραγμα που θα κανουμε στη γαβαα· θα ανεβουμε εναντιον τησ κατα κληρουσ· και θα παρουμε 10 ανδρεσ στουσ 100 απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ, και 100 στουσ 1.000 και 1.000 στουσ 10.000, για να φερουν τροφεσ στον λαο, ωστε, αφου ερθουν στη γαβαα του βενιαμιν, να κανουν σ' αυτη καθολη την αφροσυνη, που αυτη εκανε στον ισραηλ. και συγκεντρωθηκαν εναντια στην πολη ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ, ενωμενοι μαζι σαν ενασ ανθρωποσ. και οι φυλεσ του ισραηλ εστειλαν ανδρεσ σε ολοκληρη τη φυλη του βενιαμιν, λεγοντασ: ποια κακια ειναι αυτη, που διαπραχθηκε αναμεσα σασ; τωρα, λοιπον, παραδωστε τουσ ανθρωπουσ, τουσ παρανομουσ εκεινουσ, που ησαν στη γαβαα, για να τουσ θανατωσουμε, και να εξαλειψουμε την κακια απο τον ισραηλ. αλλα, δεν θελησαν να ακουσουν οι γιοι του βενιαμιν τη φωνη των αδελφων τουσ, των γιων ισραηλ. και συγκεντρωθηκαν οι γιοι του βενιαμιν απο τισ πολεισ στη γαβαα, για να βγουν σε πολεμο εναντια στουσ γιουσ ισραηλ. και οι γιοι του βενιαμιν απαριθμηθηκαν εκεινη την ημερα, απο τισ πολεισ, 26.000 ανδρεσ που τραβουσαν ρομφαια, εκτοσ απο τουσ κατοικουσ τησ γαβαα, που απαριθμηθηκαν 700 εκλεκτοι ανδρεσ. αναμεσα σε ολοκληρο αυτον τον λαο υπηρχαν 700 εκλεκτοι ανδρεσ, αριστεροχειρεσ· ολοι αυτοι μπορουσαν να εκσφενδονιζουν πετρεσ επανω σε μια τριχα, χωρισ να αποτυχαινουν. και οι ανδρεσ ισραηλ απαριθμηθηκαν, εκτοσ απο τον βενιαμιν, 400.000 ανδρεσ που τραβουσαν ρομφαια· ολοι αυτοι ανδρεσ πολεμου. και οι γιοι ισραηλ, αφου σηκωθηκαν, ανεβηκαν στη βαιθηλ, και ρωτησαν τον θεο, λεγοντασ: ποιοσ θα ανεβει για μασ πρωτοσ για να πολεμησει εναντια στουσ γιουσ του βενιαμιν; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: πρωτοσ ο ιηhυδασ. και οι γιοι ισραηλ σηκωθηκαν το πρωι, και στρατοπεδευσαν εναντια στη γαβαα. και οι ανδρεσ ισραηλ βγηκαν σε μαχη εναντια στον βενιαμιν· και παραταχθηκαν σε μαχη εναντιον τουσ οι ανδρεσ του ισραηλ, προσ τη γαβαα. και βγηκαν οι γιοι του βενιαμιν απο τη γαβαα, και εκεινη την ημερα εστρωσαν καταγησ απο τον ισραηλ 22.000 ανδρεσ. και ο λαοσ, αφου αναθαρρησε, οι ανδρεσ του ισραηλ, συγκροτησε παλι μαχη, στον τοπο οπου ειχε παραταχθει την πρωτη ημερα. και οι γιοι ισραηλ ανεβηκαν, και εκλαψαν μπροστα στον κυριο μεχρι την εσπερα, και ρωτησαν τον κυριο, λεγοντασ: να ανεβω ξανα σε μαχη εναντια στουσ γιουσ του βενιαμιν, του αδελφου μου; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: ανεβειτε εναντιον του. και οι γιοι ισραηλ πλησιασαν στουσ γιουσ του βενιαμιν, τη δευτερη ημερα. και ο βενιαμιν βγηκε απο τη γαβαα εναντιον τουσ τη δευτερη ημερα, και εστρωσε παλι καταγησ, απο τουσ γιουσ ισραηλ, 18.000 ανδρεσ· ολοι αυτοι τραβουσαν ρομφαια. τοτε, ολοι οι γιοι ισραηλ, και ολοκληροσ ο λαοσ, ανεβηκαν και ηρθαν στη βαιθηλ, και εκλαψαν, και καθησαν εκει μπροστα στον κυριο, και νηστευσαν εκεινη την ημερα μεχρι την εσπερα, και προσφεραν ολοκαυτωματα και ειρηνικεσ θυσιεσ μπροστα στον κυριο. και ρωτησαν οι γιοι ισραηλ τον κυριο, (επειδη, η κιβωτοσ τησ διαθηκησ του θεου ηταν εκει εκεινεσ τισ ημερεσ, και ο φινεεσ, ο γιοσ του ελεαζαρ, γιου του ααρων, στεκοταν μπροστα τησ εκεινεσ τισ ημερεσ), και ειπαν: να βγω ξανα σε μαχη εναντια στον βενιαμιν, τον αδελφο μου; η, να σταματησω; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: ανεβα, επειδη αυριο θα τουσ παραδωσω στο χερι σου. και ο ισραηλ εστησε ενεδρα εναντια στη γαβαα ολογυρα. και ανεβηκαν οι γιοι ισραηλ την τριτη ημερα εναντια στουσ γιουσ του βενιαμιν, και παραταχθηκαν εναντια στη γαβαα, οπωσ την πρωτη και τη δευτερη φορα. και καθωσ οι γιοι του βενιαμιν βγηκαν εναντια στον λαο, αποσπαστηκαν απο την πολη, και αρχισαν να χτυπουν μερικουσ απο τον λαο, φονευοντασ, οπωσ αλλοτε, στουσ δρομουσ (απο τουσ οποιουσ ο ενασ ανεβαινει προσ τη βαιθηλ, ο αλλοσ προσ τη γαβαα στην πεδιαδα), περιπου 30 ανδρεσ απο τον ισραηλ. και οι γιοι βενιαμιν ειπαν: αυτοι πεφτουν μπροστα μασ, οπωσ και πρωτα. αλλα, οι γιοι ισραηλ ειπαν: ασ φυγουμε, και ασ τουσ αποσπασουμε απο την πολη στουσ δρομουσ. και ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ σηκωθηκαν απο τη θεση τουσ, και παραταχθηκαν στη βααλ-θαμαρ· και η ενεδρα του ισραηλ βγηκε απο τη θεση τησ, απο το λιβαδι τησ γαβαα. και ηρθαν εναντιον τησ γαβαα 10.000 εκλεκτοι ανδρεσ απο ολοκληρο τον ισραηλ, και η μαχη σταθηκε βαρια· αλλ' αυτοι δεν γνωριζαν οτι το κακο βρισκοταν κοντα τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παταξε τον βενιαμιν μπροστα απο τον ισραηλ· και οι γιοι ισραηλ εξολοθρευσαν εκεινη την ημερα απο τον βενιαμιν 25.100 ανδρεσ· ολοι αυτοι τραβουσαν ρομφαια. και οι γιοι βενιαμιν ειδαν οτι χτυπηθηκαν· επειδη, οι ανδρεσ του ισραηλ υποχωρησαν στουσ βενιαμιτεσ, εχοντασ το θαρροσ τουσ στην ενεδρα που ειχαν βαλει κοντα στη γαβαα. κι εκεινοι που ενεδρευαν ορμησαν και ξεχυθηκαν επανω στη γαβαα· κι αυτοι που ενεδρευαν εξαπλωθηκαν, και παταξαν ολοκληρη την πολη με μαχαιρα. και οι ανδρεσ του ισραηλ ειχαν διορισει ενα σημαδι σε κεινουσ που ενεδρευαν, να σηκωσουν φωτια με καπνο απο την πολη. και οταν υποχωρησαν οι γιοι του ισραηλ στη μαχη, ο βενιαμιν αρχισε να χτυπαει, και φονευσε απο τουσ ισραηλιτεσ περιπου 30 ανδρεσ· επειδη, ειπαν: σιγουρα, πεφτουν παλι μπροστα μασ, οπωσ στην πρωτη μαχη. αλλ' οταν η φωτια αρχισε να υψωνεται απο την πολη με στηλη καπνου, οι βενιαμιτεσ κοιταξαν πισω τουσ, και να, η πυρκαγια τησ πολησ ανεβαινε στον ουρανο. κι οταν γυρισαν οι ανδρεσ ισραηλ, τρομαξαν οι ανδρεσ βενιαμιν· επειδη, ειδαν οτι το κακο εφτασε επανω τουσ. και εστρεψαν μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ προσ τον δρομο τησ ερημου· αλλ' η μαχη τουσ προφτασε· επειδη, εκεινοι απο τισ πολεισ τουσ εξολοθρευαν αναμεσα τουσ. περικυκλωσαν τουσ βενιαμιτεσ, τουσ καταδιωξαν, τουσ καταπατησαν, απο τη μενουα μεχρι απεναντι απο τη γαβαα προσ την ανατολη του ηλιου. και επεσαν απο τον βενιαμιν 18.000 ανδρεσ· ολοι αυτοι ησαν δυνατοι ανδρεσ. τοτε, εστρεψαν και εφυγαν προσ την ερημο στην πετρα ριμμων· και οι γιοι ισραηλ σταχυολογησαν απ' αυτουσ στουσ δρομουσ 5.000 ανδρεσ· και τουσ καταδιωξαν μεχρι τη γιδωμ, και φονευσαν απ' αυτουσ 2.000 ανδρεσ. ετσι, ολοι εκεινοι που επεσαν εκεινη την ημερα απο τον βενιαμιν ησαν 25.000 ανδρεσ που τραβουσαν μαχαιρα· ολοι αυτοι ησαν δυνατοι ανδρεσ. ομωσ, 600 ανδρεσ στραφηκαν και εφυγαν προσ την ερημο, στην πετρα ριμμων, και καθησαν στην πετρα ριμμων τεσσερισ μηνεσ. και οι ανδρεσ ισραηλ γυρισαν προσ τουσ γιουσ βενιαμιν, και τουσ παταξαν με μαχαιρα, απο τουσ ανθρωπουσ καθε πολησ, μεχρι τα κτηνη και καθε εναν παραβρισκομενο· και ολεσ τισ πολεισ που βρισκονταν τισ παρεδωσαν σε φωτια.

21

και οι ανδρεσ ισραηλ ειχαν ορκιστει στη μισπα, λεγοντασ: κανενασ απο μασ δεν θα δωσει τη θυγατερα του για γυναικα στον βενιαμιν. και ο λαοσ ηρθε στη βαιθηλ, και καθησαν εκει μεχρι την εσπερα μπροστα στον θεο, και υψωσαν τη φωνη τουσ και εκλαψαν με μεγαλον κλαυθμο· και ειπαν: γιατι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε του ισραηλ, εγινε τουτο στον ισραηλ, να αποκοπει σημερα μια φυλη απο τον ισραηλ; και την επομενη ημερα ο λαοσ σηκωθηκε το πρωι, και οικοδομησε εκει θυσιαστηριο, και προσφερε ολοκαυτωματα και ειρηνικεσ θυσιεσ. και οι γιοι ισραηλ ειπαν: ποιοσ ειναι αναμεσα σε ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ, που δεν ανεβηκε στη συναξη στον κυριο; επειδη, ειχαν κανει μεγαλον ορκο εναντιον εκεινου που τυχον δεν θα ανεβαινε στον κυριο στη μισπα, λεγοντασ: θα θανατωθει, οπωσδηποτε. και μετανιωσαν οι γιοι ισραηλ για τον βενιαμιν, τον αδελφο τουσ, και ειπαν: σημερα αποκοπηκε μια φυλη απο τον ισραηλ· τι θα κανουμε τωρα για γυναικεσ σ' αυτουσ που απεμειναν, αφου ορκιστηκαμε στον κυριο να μη τουσ δωσουμε για γυναικεσ απο τισ θυγατερεσ μασ; και ειπαν: ποιοσ ειναι εκεινοσ απο τισ φυλεσ του ισραηλ, που δεν ανεβηκε στη μισπα στον κυριο; και να, δεν ειχε ερθει κανενασ στη συναξη στο στρατοπεδο απο την ιαβεισ-γαλααδ. επειδη, εγινε εξεταση του λαου, και να, δεν ηταν εκει κανενασ απο τουσ κατοικουσ τησ ιαβεισ-γαλααδ. και η συναγωγη εστειλε εκει 12.000 ανδρεσ, απο τουσ πιο δυνατουσ, και τουσ προσταξε, λεγοντασ: πηγαινετε και παταξτε τουσ κατοικουσ τησ ιαβεισ-γαλααδ με μαχαιρα, και τισ γυναικεσ και τα παιδια· και τουτο ειναι το πραγμα που θα κανετε· θα εξολοθρευσετε καθε αρσενικο, και καθε γυναικα που γνωρισε κοιτη αρσενικου. και βρηκαν αναμεσα στουσ κατοικουσ τησ ιαβεισ-γαλααδ 400 νεεσ παρθενεσ, που δεν ειχαν γνωρισει ανδρα σε κοιτη αρσενικου· και τισ εφεραν στο στρατοπεδο στη σηλω, που ειναι στη γη χανααν. και ολοκληρη η συναγωγη εστειλε και μιλησε στουσ γιουσ του βενιαμιν, που ησαν στην πετρα ριμμων, και τουσ καλεσαν σε ειρηνη. και ο βενιαμιν γυρισε εκεινο τον καιρο· και τουσ εδωσαν τισ γυναικεσ, που ειχαν αφησει ζωντανεσ απο τισ γυναικεσ τησ ιαβεισ-γαλααδ· εντουτοισ, δεν τουσ εφτασαν. και ο λαοσ μετανιωσε για τον βενιαμιν, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε χαλασμο στισ φυλεσ του ισραηλ. τοτε, οι πρεσβυτεροι τησ συναγωγησ, ειπαν: τι θα κανουμε για γυναικεσ στουσ υπολοιπουσ; επειδη, οι γυναικεσ απο τον βενιαμιν αφανιστηκαν. και ειπαν: πρεπει η κληρονομια να μενει στουσ διασωθεντεσ απο τον βενιαμιν, για να μη εξαλειφθει μια φυλη απο τον ισραηλ· εντουτοισ, εμεισ δεν μπορουμε να τουσ δωσουμε γυναικεσ απο τισ θυγατερεσ μασ· επειδη, οι γιοι ισραηλ ορκιστηκαν, λεγοντασ: επικαταρατοσ, οποιοσ δωσει γυναικα στον βενιαμιν. τοτε, ειπαν: δεστε, καθε χρονο γινεται γιορτη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στη σηλω, που ειναι βορινα τησ βαιθηλ, ανατολικα απο τον δρομο που ανεβαινει απο τη βαιθηλ στη συχεμ, και νοτια τησ λεβωνα. προσταξαν, λοιπον, στουσ γιουσ του βενιαμιν, λεγοντασ: πηγαινετε και στηστε ενεδρα στα αμπελια· και παρατηρηστε, και δεστε, αν οι θυγατερεσ τησ σηλω βγουν να χορεψουν στουσ χορουσ, τοτε βγειτε απο τα αμπελια, και αρπαξτε για τον εαυτο σασ καθε ενασ τη γυναικα του απο τισ θυγατερεσ τησ σηλω, και πηγαινετε στη γη του βενιαμιν· και οταν οι πατερεσ τουσ η οι αδελφοι τουσ ερθουν σε μασ για να παραπονεθουν, εμεισ θα τουσ πουμε: καντε σ' αυτουσ ελεοσ για χαρη μασ, επειδη δεν πιασαμε στον πολεμο γυναικα για καθε εναν· κι εσεισ, μη δινοντασ σ' αυτουσ κατα τον καιρο τουτο, θα ειστε ενοχοι. ετσι και εκαναν οι γιοι του βενιαμιν, και πηραν γυναικεσ συμφωνα με τον αριθμο τουσ απο εκεινεσ που χορευαν, αρπαζοντασ τεσ· και αναχωρησαν, και γυρισαν στην κληρονομια τουσ, και εχτισαν πολεισ, και κατοικησαν σ' αυτεσ. και οι γιοι ισραηλ αναχωρησαν απο εκει εκεινο τον καιρο, καθε ενασ στη φυλη του και στη συγγενεια του· και βγηκαν απο εκει, καθε ενασ στην κληρονομια του. κατα τισ ημερεσ εκεινεσ δεν υπηρχε βασιλιασ στον ισραηλ· καθε ενασ εκανε το αρεστο στα ματια του.

σαμουαλ α’

1

υπηρχε δε καποιοσ ανθρωποσ απο τη ραμαθαιμ-σοφιμ, απο το βουνο εφραιμ, και το ονομα του ηταν ελκανα, γιοσ του ιεροαμ, γιου του ελιου, γιου του θοου, γιου του σουφ, εφραθαιοσ. και ειχε δυο γυναικεσ· το ονομα τησ μιασ ηταν αννα, και το ονομα τησ δευτερησ, φενιννα· η μεν φενιννα ειχε παιδια, η αννα ομωσ δεν ειχε παιδια. και ο ανθρωποσ αυτοσ ανεβαινε απο την πολη του καθε χρονο, για να προσκυνησει και να προσφερει θυσια στον κυριο των δυναμεων στη σηλω. κι εκει ησαν οι δυο γιοι του ηλει, ο οφνει και ο φινεεσ, ωσ ιερεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εφτασε η ημερα, κατα την οποια ο ελκανα θυσιασε, και εδωσε μεριδεσ στη φενιννα, τη γυναικα του, και σε ολουσ τουσ γιουσ τησ και στισ θυγατερεσ τησ. στην αννα, ομωσ, εδωσε διπλασια μεριδα· επειδη, αγαπουσε την αννα· αλλ' φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε κλεισει τη μητρα τησ. και η αντιζηλοσ τησ την παροξυνε υπερβολικα, ωστε να την κανει να αδημονει, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε κλεισει τη μητρα τησ. και εκανε ετσι καθε χρονο· οσεσ φορεσ ανεβαινε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ετσι την παροξυνε· κι εκεινη εκλαιγε, και δεν ετρωγε. και ο ανδρασ τησ, ο ελκανα, τησ ειπε: αννα, γιατι κλαισ; και γιατι δεν τρωσ; και γιατι ειναι θλιμμενη η καρδια σου; δεν ειμαι εγω σε σενα καλυτεροσ απο δεκα γιουσ; και η αννα σηκωθηκε, αφου εφαγαν στη σηλω, και αφου ηπιαν· και ο ηλει ο ιερεασ 7 καθοταν σε μια καθεδρα, κοντα στον παραστατη τησ πυλησ του ναου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κι αυτη ηταν καταπικραμενη στην ψυχη, και προσευχοταν στον κυριο, κλαιγοντασ υπερβολικα. και ευχηθηκε μια ευχη, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, αν πραγματικα επιβλεψεισ στην ταπεινωση τησ δουλησ σου, και με θυμηθεισ, και δεν ξεχασεισ τη δουλη σου, αλλα δωσεισ στη δουλη σου ενα αρσενικο παιδι, τοτε θα το δωσω στον κυριο για ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του, και ξυραφι δεν θα περασει απο το κεφαλι του. κι ενω αυτη εξακολουθουσε να προσευχεται μπροστα στον κυριο, ο ηλει παρατηρουσε το στομα τησ. αλλα, η αννα, αυτη μιλουσε μεσα στην καρδια τησ· μοναχα τα χειλη τησ κινουνταν, η φωνη τησ ομωσ δεν ακουγοταν· γι' αυτο, ο ηλει νομισε οτι ηταν μεθυσμενη. και ο ηλει τησ ειπε: μεχρι ποτε θα εισαι μεθυσμενη; να αποβαλεισ απο σενα το κρασι. και η αννα αποκριθηκε και ειπε: οχι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, εγω ειμαι γυναικα καταθλιμμενη στην ψυχη· ουτε κρασι ουτε σικερα δεν ηπια, αλλα ξεχυσα την ψυχη μου μπροστα στον κυριο· μη παρεισ τη δουλη σου για αχρεια γυναικα· επειδη, απο το πληθοσ του πονου μου και τησ θλιψησ μου μιλησα μεχρι τωρα. τοτε, ο ηλει αποκριθηκε και ειπε: πηγαινε σε ειρηνη· και ο θεοσ του ισραηλ ασ σου δωσει το αιτημα σου, που του ζητησεσ. κι εκεινη ειπε: ειθε η δουλη σου να βρει χαρη στα ματια σου. τοτε η γυναικα εφυγε στον δρομο τησ, και εφαγε, και το προσωπο τησ δεν ηταν πλεον σκυθρωπο. και το πρωι σηκωθηκαν ενωρισ, και αφου προσκυνησαν μπροστα στον κυριο, γυρισαν, και ηρθαν στο σπιτι τουσ στη ραμαθ. και ο ελκανα γνωρισε τη γυναικα του την αννα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τη θυμηθηκε. και οταν συμπληρωθηκαν οι ημερεσ απο τοτε που η αννα συνελαβε, γεννησε εναν γιο, και αποκαλεσε το ονομα του σαμουαλ, επειδη, ειπε, τον ζητησα απο τον κυριο. και ανεβηκε ο ανθρωποσ ελκανα, και ολη η οικογενεια του, για να προσφερει στον κυριο την ετησια θυσια, και την ευχη του. η αννα, ομωσ, δεν ανεβηκε· επειδη, ειπε στον ανδρα τησ: δεν θα ανεβω μεχρι να απογαλακτιστει το παιδι· και τοτε θα το φερω, για να εμφανιστει μπροστα στον κυριο, και να κατοικει εκει για παντα. και ο ανδρασ τησ ο ελκανα τησ ειπε: κανε ο,τι σου φαινεται καλο· καθησε μεχρι να το απογαλακτισεισ· μοναχα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να εκπληρωσει τον λογο του! και η γυναικα καθησε, και θηλαζε τον γιο τησ, μεχρισ οτου τον απογαλακτισε. και αφου τον απογαλακτισε, τον ανεβασε μαζι τησ, μαζι με τρια μοσχαρια, και ενα εφα αλευρι, και εναν ασκο κρασι, και τον εφερε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στη σηλω· και το παιδι ηταν μικρο. και εσφαξαν το μοσχαρι, και εφεραν το παιδι στον ηλει. και η αννα ειπε: ω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου! ζει η ψυχη σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, εγω ειμαι η γυναικα, που ειχε σταθει εδω κοντα σου, που δεοταν στον κυριο· για το παιδι αυτο δεομουν· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου εδωσε το αιτημα μου, που ειχα ζητησει απ' αυτον· γι' αυτο κι εγω το δανεισα στον κυριο· ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του θα ειναι δανεισμενο στον κυριο. και προσκυνησε εκει τον κυριο.

2

και η αννα προσευχηθηκε, και ειπε: ευφρανθηκε η καρδια μου στον κυριο· υψωθηκε το κερασ μου διαμεσου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. πλατυνθηκε το στομα μου εναντια στουσ εχθρουσ μου· επειδη, ευφρανθηκα στη σωτηρια σου. δεν υπαρχει αγιοσ οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, δεν υπαρχει αλλοσ εκτοσ απο σενα· ουτε υπαρχει βραχοσ οπωσ ο θεοσ μασ. μη καυχαστε, μη μιλατε υπερηφανα· ασ μη βγει απο το στομα σασ κομπασμοσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι θεοσ γνωσεων· και οι πραξεισ σταθμιζονται απ' αυτον. τα τοξα των δυνατων εσπασαν, και οι αδυνατοι περιζωστηκαν με δυναμη. οι χορτασμενοι μισθωσαν τον εαυτο τουσ για ψωμι· και οσοι πεινουσαν σταματησαν. μεχρι που και η στειρα γεννησε επτα, ενω η πολυτεκνη εξασθενησε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θανατωνει και ζωοποιει· κατεβαζει στον αδη και ανεβαζει απο τον αδη. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φτωχιζει, και πλουτιζει· ταπεινωνει και υψωνει. ανεγειρει τον πενητα απο το χωμα, και ανυψωνει τον φτωχο απο την κοπρια, για να τουσ καθισει αναμεσα σε αρχοντεσ, και να τουσ κανει να κληρονομησουν θρονο δοξασ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι οι στυλοι τησ γησ, και επανω σ' αυτουσ εστησε την οικουμενη. θα φυλαττει τα ποδια των οσιων του· οι ασεβεισ, ομωσ, θα απολεστουν μεσα στο σκοταδι· επειδη, ο ανθρωποσ δεν θα υπερισχυσει με δυναμη. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα συντριψει τουσ αντιδικουσ του· θα βροντησει απο τον ουρανο επανω τουσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κρινει τα περατα τησ γησ· και θα δωσει δυναμη στον βασιλια του, και θα υψωσει το κερασ του χρισμενου του. τοτε, ο ελκανα αναχωρησε προσ το σπιτι του στη ραμαθ. και το παιδι υπηρετουσε τον κυριο μπροστα στον ιερεα ηλει. οι γιοι, ομωσ, του ηλει ησαν αχρειοι ανθρωποι· δεν γνωριζαν τον κυριο. και η συνηθεια των ιερεων απεναντι στον λαο ηταν η εξησ: οταν καποιοσ προσφερε θυσια, ερχοταν ο υπηρετησ του ιερεα, ενω το κρεασ ψηνοταν, εχοντασ στο χερι του μια τριδοντη κρεαγρα· και τη βυθιζε στο κακκαβι η στον λεβητα η στη χυτρα η στο χαλκειο· και ο,τι ανεβαζε η κρεαγρα, το επαιρνε ο ιερεασ για τον εαυτο του. ετσι εκαναν σε ολουσ τουσ ισραηλιτεσ που ερχονταν εκει στη σηλω. πριν ακομα καψουν το παχοσ, ερχοταν ο υπηρετησ του ιερεα, και ελεγε στον ανθρωπο που προσφερε τη θυσια: δωσε κρεασ για ψητο στον ιερεα· επειδη, δεν θελει να παρει απο σενα κρεασ βρασμενο, αλλα ωμο. και αν ο ανθρωποσ του ελεγε: ασ καψουν πρωτα το παχοσ, και επειτα, παρε οσο επιθυμει η ψυχη σου· τοτε, του αποκρινοταν: οχι, αλλα τωρα θα δωσεισ· αλλιωσ, θα το παρω με τη βια. γι' αυτο, η αμαρτια των νεων ηταν μπροστα στον κυριο υπερβολικα μεγαλη· επειδη, οι ανθρωποι αποστρεφονταν τη θυσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο σαμουαλ υπηρετουσε μπροστα στον κυριο, ωσ μικρο παιδι, περιζωσμενο με λινο εφοδ. και η μητερα του εκανε σ' αυτον ενα μικρο επανωφορι, και του το εφερνε καθε χρονο, οταν ανεβαινε με τον ανδρα τησ για να προσφερει την ετησια θυσια. και ο ηλει ευλογησε τον ελκανα και τη γυναικα του, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να αποδωσει σε σενα σπερμα απ' αυτη τη γυναικα, αντι για το δανειο που δανεισε στον κυριο! και αναχωρησαν στον τοπο τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επισκεφθηκε την αννα· και συνελαβε, και γεννησε τρεισ γιουσ και δυο θυγατερεσ. και το παιδι, ο σαμουαλ, μεγαλωνε μπροστα στον κυριο. και ο ηλει ηταν πολυ γεροντασ· και ακουσε ολα οσα εκαναν οι γιοι του σε ολοκληρο τον ισραηλ· και οτι κοιμονταν με γυναικεσ που προσερχονταν στην πορτα τησ σκηνησ του μαρτυριου. και τουσ ειπε: γιατι κανετε τετοια πραγματα; επειδη, εγω ακουω κακα πραγματα για σασ απο ολοκληρον αυτο τον λαο· μη, παιδια μου· επειδη, δεν ειναι καλη η φημη, που εγω ακουω· εσεισ κανετε τον λαο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να γινεται παραβατησ· αν ενασ ανθρωποσ αμαρτησει σε ανθρωπο, θα γινεται ικεσια γι' αυτον στον θεο· αλλ' αν καποιοσ αμαρτησει στον κυριο, ποιοσ θα ικετευσει γι' αυτον; εκεινοι, ομωσ, δεν υπακουαν στη φωνη του πατερα τουσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηθελε να τουσ θανατωσει. και το παιδι, ο σαμουαλ, μεγαλωνε, και ηταν αρεστοσ και στον θεο και στουσ ανθρωπουσ. και ενασ ανθρωποσ του θεου ηρθε στον ηλει, και του ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεν αποκαλυφθηκα φανερα στην οικογενεια του πατερα σου, οταν αυτοι ησαν στην αιγυπτο στο παλατι του φαραω; και δεν διαλεξα αυτην απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ στον εαυτο μου για ιερεα, για να κανει προσφορεσ επανω στο θυσιαστηριο μου, και να καιει θυμιαμα, και να φοραει μπροστα μου εφοδ; και δεν εδωσα στην οικογενεια του πατερα σου ολεσ τισ προσφορεσ των γιων ισραηλ, που γινονται με φωτια; γιατι κλοτσατε στη θυσια μου και στην προσφορα μου, που προσταξα να κανουν στο κατοικητηριο μου, και δοξαζεισ τουσ γιουσ σου περισσοτερο απο μενα, ωστε να παχαινετε με το καλυτερο απο ολεσ τισ προσφορεσ του ισραηλ του λαου μου; γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ λεει: ειπα, βεβαια, οτι η οικογενεια σου και η οικογενεια του πατερα σου θα περπατουσαν μπροστα μου μεχρι τον αιωνα· αλλα, τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh λεει: μακρια απο μενα· επειδη, αυτουσ που με δοξαζουν θα τουσ δοξασω, ενω αυτοι που με καταφρονουν θα ατιμαστουν. δεσ, ερχονται ημερεσ, οταν θα κοψω τον βραχιονα σου, και τον βραχιονα τησ οικογενειασ του πατερα σου, ωστε γεροντασ ανθρωποσ δεν θα υπαρχει στην οικογενεια σου. και μεσα στο κατοικητηριο μου θα δεισ εναν αντιπαλο, αναμεσα σε ολα τα αγαθα που δινονται στον ισραηλ· και δεν θα υπαρχει γεροντασ στην οικογενεια σου στον αιωνα. και οποιον απο τουσ δικουσ σου δεν αποκοψω απο το θυσιαστηριο μου, θα υπαρχει για να καταναλωνει τα ματια σου, και να λιωνει την ψυχη σου· και ολοι οι απογονοι τησ οικογενειασ σου θα πεθαινουν σε ανδρικη ηλικια. κι αυτο θα ειναι σημαδι σε σενα, το οποιο θαρθει επανω στουσ δυο γιουσ σου, επανω στον οφνει και τον φινεεσ: και οι δυο θα πεθανουν μεσα σε μια ημερα. και θα σηκωσω για τον εαυτο μου εναν ιερεα πιστο, που θα πραττει συμφωνα με την καρδια μου, και συμφωνα με την ψυχη μου· και θα οικοδομησω σ' αυτον ασφαλεσ σπιτι· και θα περπαταει μπροστα απο τον χρισμενον μου στον αιωνα. και καθενασ, που θα εχει εναπομεινει μεσα στην οικογενεια σου, θα ερχεται προσπεφτοντασ σ' αυτον για λιγο ασημι και για ενα κομματι ψωμι, και θα λεει: διορισε με, παρακαλω, σε καποια απο τισ ιερατικεσ υπηρεσιεσ, για να τρωω λιγο ψωμι.

3

και το παιδι, ο σαμουαλ, υπηρετουσε τον κυριο μπροστα στον ηλει. ο λογοσ, ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν σπανιοσ κατα τισ ημερεσ εκεινεσ· οραση δεν φαινοταν. και σ' εκεινο τον καιρο, οταν ο ηλει ηταν ξαπλωμενοσ στον τοπο του, και τα ματια ησαν αμαυρωμενα, ωστε δεν μπορουσε να βλεπει, και ο σαμουαλ ηταν ξαπλωμενοσ στον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οπου ηταν η κιβωτοσ του θεου, πριν σβησει ο λυχνοσ του θεου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καλεσε τον σαμουαλ· κι εκεινοσ αποκριθηκε: ναμαι, εγω. και ετρεξε στον ηλει, και ειπε: ναμαι, εγω· επειδη, με καλεσεσ. κι εκεινοσ ειπε: δεν σε καλεσα· γυρισε να κοιμηθεισ. και πηγε να κοιμηθει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καλεσε τον σαμουαλ ξανα, για δευτερη φορα, και πηγε στον ηλει, και του ειπε: ναμαι, εγω· επειδη, με καλεσεσ. κι εκεινοσ αποκριθηκε: δεν σε καλεσα, παιδι μου· γυρισε να κοιμηθεισ. και ο σαμουαλ δεν γνωριζε ακομα τον κυριο, και ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν του ειχε ακομα αποκαλυφθει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καλεσε τον σαμουαλ ξανα, για τριτη φορα. και σηκωθηκε, και πηγε στον ηλει, και ειπε: ναμαι, εγω· επειδη, με καλεσεσ. και ο ηλει καταλαβε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καλεσε το παιδι. και ο ηλει ειπε στον σαμουαλ: πηγαινε να κοιμηθεισ· και αν σε κραξει, θα πεισ: μιλησε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, ο δουλοσ σου ακουει. και ο σαμουαλ πηγε και κοιμηθηκε στον τοπο του. και ηρθε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και αφου σταθηκε, καλεσε οπωσ τισ προηγουμενεσ φορεσ: σαμουαλ, σαμουαλ. τοτε ο σαμουαλ αποκριθηκε: μιλησε, επειδη ο δουλοσ σου ακουει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σαμουαλ: δεσ, εγω θα κανω στον ισραηλ ενα πραγμα, ωστε καθενασ που θα το ακουει θα ηχησουν και τα δυο του αυτια· κατα την ημερα εκεινη θα εκτελεσω εναντια στον ηλει ολα οσα μιλησα για την οικογενεια του· θα αρχισω, και θα τα πραγματοποιησω· επειδη, του ανηγγειλα, οτι εγω θα κρινω την οικογενεια του μεχρι τον αιωνα, εξαιτιασ τησ ανομιασ· για τον λογο οτι, ενω γνωρισε οτι οι γιοι του εφερναν καταρα επανω τουσ, δεν τουσ συμμαζεψε· και γι' αυτο, ορκιστηκα εναντια στην οικογενεια του ηλει, οτι η ανομια των γιων του ηλει δεν θα καθαριστει στον αιωνα, ουτε με θυσια ουτε με προσφορα. και ο σαμουαλ κοιμηθηκε μεχρι το πρωι· επειτα, ανοιξε τισ πορτεσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο σαμουαλ φοβοταν να αναγγειλει στον ηλει την οραση. και ο ηλει καλεσε τον σαμουαλ, και ειπε: σαμουαλ, παιδι μου. κι εκεινοσ αποκριθηκε: ναμαι, εγω. και ειπε: ποιοσ ειναι ο λογοσ, που μιληθηκε σε σενα; μη τον κρυψεισ, παρακαλω, απο μενα· ετσι να κανει σε σενα ο θεοσ, και ετσι να προσθεσει, αν κρυψεισ απο μενα καποιο απο ολα τα λογια που μιληθηκαν σε σενα. και ο σαμουαλ του ανηγγειλε ολα τα λογια, και δεν του εκρυψε κανενα. και ο ηλει ειπε: αυτοσ ειναι κυριοσ· ασ κανει το αρεστο στα ματια του. και ο σαμουαλ μεγαλωνε· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι του, και δεν αφηνε κανενα απο τα λογια του να πεφτει στη γη. και ολοκληροσ ο ισραηλ, απο τη δαν μεχρι τη βηρ-σαβεε, γνωρισε οτι ο σαμουαλ ηταν διορισμενοσ στο να ειναι προφητησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξακολουθησε να φανερωνεται στη σηλω· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αποκαλυπτοταν στον σαμουαλ στη σηλω διαμεσου του λογου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

4

και εγινε λογοσ του σαμουαλ σε ολοκληρο τον ισραηλ. και ο ισραηλ βγηκε σε μαχη εναντιον των φιλισταιων, και στρατοπεδευσαν κοντα στο εβεν-εζερ· και οι φιλισταιοι στρατοπεδευσαν στην αφεκ. και οι φιλισταιοι παραταχθηκαν εναντια στον ισραηλ· και οταν η μαχη απλωθηκε, ο ισραηλ χτυπηθηκε μπροστα στουσ φιλισταιουσ· και κατα τη συμπλοκη σκοτωθηκαν στο πεδιο τησ μαχησ μεχρι 4.000 ανδρεσ. και οταν ο λαοσ ηρθε στο στρατοπεδο, οι πρεσβυτεροι του ισραηλ ειπαν: γιατι μασ χτυπησε σημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μπροστα στουσ φιλισταιουσ; ασ παρουμε κοντα μασ απο τη σηλω την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και αφου ερθει αναμεσα μασ θα μασ σωσει απο το χερι των εχθρων μασ. και ο λαοσ εστειλε στη σηλω, και σηκωσαν απο εκει την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, εκεινου που καθεται επανω στα χερουβειμ· και οι δυο οι γιοι του ηλει, ο οφνει και ο φινεεσ, ησαν εκει μαζι με την κιβωτο τησ διαθηκησ του θεου. και οταν η κιβωτοσ τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηρθε στο στρατοπεδο, ολοκληροσ ο ισραηλ αλαλαξε με μεγαλη φωνη, ωστε αντηχησε η γη. και καθωσ οι φιλισταιοι ακουσαν τη φωνη του αλαλαγμου, ειπαν: τι να σημαινει η φωνη αυτου του μεγαλου αλαλαγμου στο στρατοπεδο των εβραιων; και εμαθαν οτι η κιβωτοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηρθε στο στρατοπεδο. και οι φιλισταιοι φοβηθηκαν, λεγοντασ: ο θεοσ ηρθε στο στρατοπεδο. και ειπαν: ουαι σε μασ! επειδη, δεν συνεβηκε τετοιο πραγμα χθεσ και προχθεσ· ουαι σε μασ! ποιοσ θα μασ σωσει απο το χερι αυτων των δυνατων θεων; αυτοι ειναι οι θεοι που χτυπησαν τουσ αιγυπτιουσ με καθε πληγη στην ερημο· ενδυναμωθειτε, φιλισταιοι, και σταθειτε σαν ανδρεσ, ωστε να μη γινετε δουλοι στουσ εβραιουσ, οπωσ αυτοι σταθηκαν δουλοι σε σασ· σταθειτε σαν ανδρεσ, και πολεμηστε τουσ. τοτε, οι φιλισταιοι πολεμησαν· και ο ισραηλ χτυπηθηκε, και καθε ενασ εφυγε στη σκηνη του· και εγινε μια υπερβολικα μεγαλη σφαγη· και απο τον ισραηλ επεσαν 30.000 πεζοι. και η κιβωτοσ του θεου πιαστηκε· και οι δυο γιοι του ηλει, ο οφνει και ο φινεεσ, θανατωθηκαν. και ετρεξε απο τη μαχη καποιοσ ανθρωποσ απο τον βενιαμιν, και ηρθε στη σηλω την ιδια ημερα, εχοντασ τα ιματια του σχισμενα, κι επανω στο κεφαλι του χωμα. και οταν ηρθε, να, ο ηλει καθοταν επανω στην καθεδρα, στο πλαγιο του δρομου, παρατηρωντασ· επειδη, η καρδια του ετρεμε για την κιβωτο του θεου. και οταν ο ανθρωποσ, που ηρθε στην πολη, ανηγγειλε τα πραγματα αυτα, ολοκληρη η πολη αναβοησε. και καθωσ ο ηλει ακουσε τη φωνη τησ βοησ, ειπε: τι σημαινει η φωνη αυτησ τησ βοησ; και ο ανθρωποσ ηρθε με βιασυνη, και ανηγγειλε στον ηλει. ο δε ηλει ηταν 98 χρονων· και τα ματια του ησαν αμαυρωμενα, ωστε δεν μπορουσε να βλεπει. και ο ανθρωποσ ειπε στον ηλει: εγω ειμαι αυτοσ που ηρθα απο τη μαχη, και εγω διεφυγα σημερα απο τη μαχη. και ειπε: τι εγινε παιδι μου; και ο μηνυτησ αποκριθηκε, και ειπε: ο ισραηλ εφυγε απο μπροστα απο τουσ φιλισταιουσ, κι ακομα εγινε μεγαλη σφαγη στον λαο· και επιπλεον, και οι δυο γιοι σου, ο οφνει και ο φινεεσ, πεθαναν· και η κιβωτοσ του θεου πιαστηκε. και καθωσ ανεφερε για την κιβωτο του θεου, ο ηλει επεσε απο την καθεδρα προσ τα πισω, προσ το πλαγιο τησ πυλησ, και συντριφτηκε ο τραχηλοσ του, και πεθανε· επειδη, ηταν γεροντασ ανθρωποσ, και βαρυσ. κι αυτοσ εκρινε τον ισραηλ για 40 χρονια. και η νυφη του, η γυναικα του φινεεσ, που ηταν εγκυοσ, ετοιμη να γεννησει, μολισ ακουσε την αγγελια, οτι πιαστηκε η κιβωτοσ του θεου, και οτι ο πεθεροσ τησ και ο ανδρασ τησ πεθαναν, κυρτωθηκε και γεννησε· επειδη, τησ ηρθαν οι πονοι. και τον καιρο που πεθαινε, οι γυναικεσ που βρισκονταν κοντα τησ, τησ ειπαν: μη φοβασαι· επειδη, γεννησεσ γιο. εκεινη, ομωσ, δεν απαντησε ουτε το εβαλε στην καρδια τησ. και αποκαλεσε το παιδι ιχαβωδ, λεγοντασ: η δοξα εφυγε απο τον ισραηλ· - επειδη η κιβωτοσ του θεου πιαστηκε, και επειδη ο πεθεροσ τησ και ο ανδρασ τησ πεθαναν. και ειπε: η δοξα εφυγε απο τον ισραηλ· επειδη, πιαστηκε η κιβωτοσ του θεου.

5

και οι φιλισταιοι πηραν την κιβωτο του θεου, και την εφεραν απο το εβεν-εζερ στην αζωτο. και οι φιλισταιοι πηραν την κιβωτο του θεου, και την εφεραν στον οικο του δαγων, και την εβαλαν κοντα στον δαγων. και οταν οι αζωτιοι σηκωθηκαν ενωρισ το πρωι την επομενη ημερα, να, ο δαγων ηταν πεσμενοσ με το προσωπο του επανω στη γη, μπροστα στην κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και αφου πηραν τον δαγων, τον εβαλαν στον τοπο του. και την επομενη ημερα, οταν σηκωθηκαν ενωρισ το πρωι, να, ο δαγων ηταν πεσμενοσ με το προσωπο του επανω στη γη μπροστα στην κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και το κεφαλι του δαγων και οι δυο παλαμεσ των χεριων του ησαν αποκομμενεσ επανω στο κατωφλι· μοναχα ο κορμοσ του δαγων εναπεμεινε σ' αυτον. γι' αυτο, οι ιερεισ του δαγων στην αζωτο, και καθενασ που μπαινει μεσα στον οικο του δαγων, δεν πατουν στο κατωφλι του δαγων, μεχρι τη σημερινη ημερα. και το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εγινε βαρυ επανω στουσ αζωτιουσ, και τουσ εξολοθρευσε, και τουσ χτυπησε με αιμορροιδεσ, την αζωτο και τα ορια τησ. και οταν οι ανδρεσ τησ αζωτου ειδαν οτι εγινε ετσι, ειπαν: η κιβωτοσ του θεου του ισραηλ δεν θελει να κατοικει μαζι μασ· επειδη, το χερι του σκληρυνθηκε επανω μασ, κι επανω στον δαγων τον θεο μασ. γι' αυτο, αφου εστειλαν, συγκεντρωσαν κοντα τουσ ολουσ τουσ σατραπεσ των φιλισταιων, και ειπαν: τι θα κανουμε με την κιβωτο του θεου του ισραηλ; κι εκεινοι ειπαν: η κιβωτοσ του θεου του ισραηλ ασ μετακομιστει στη γαθ. και μετακομισαν την κιβωτο του θεου του ισραηλ. και αφου τη μετακομισαν, το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν εναντια στην πολη με υπερβολικα μεγαλον ολεθρο· και χτυπησε τουσ ανδρεσ τησ πολησ, απο μικρον μεχρι μεγαλον, και βγηκαν σ' αυτουσ αιμορροιδεσ. γι' αυτο, εστειλαν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στην ακκαρων. και καθωσ η κιβωτοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηρθε στην ακκαρων, οι ακκαρωνιτεσ αναβοησαν, λεγοντασ: εφεραν σε μασ την κιβωτο του θεου του ισραηλ, για να θανατωσει εμασ και τον λαο μασ. και αφου εστειλαν, συγκεντρωσαν ολουσ τουσ σατραπεσ των φιλισταιων, και ειπαν: διωξτε την κιβωτο του θεου του ισραηλ, και ασ επιστρεψει στον τοπο τησ, για να μη θανατωσει εμασ και τον λαο μασ· επειδη, τρομοσ θανατου ηταν σε ολη την πολη· το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν εκει υπερβολικα βαρυ. και οι ανδρεσ, οσοι δεν πεθαναν, χτυπηθηκαν με αιμορροιδεσ· και η κραυγη τησ πολησ ανεβηκε στον ουρανο.

6

και η κιβωτοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν στη γη των φιλισταιων επτα μηνεσ. και οι φιλισταιοι φωναξαν τουσ ιερεισ και τουσ μαντεισ, λεγοντασ: τι να κανουμε με την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; φανερωστε μασ με ποιον τροπο να τη στειλουμε στον τοπο τησ. κι εκεινοι ειπαν: αν στειλετε την κιβωτο του θεου του ισραηλ, μη τη στειλετε αδειανη· αλλα, με καθε τροπο αποδωστε σ' αυτον προσφορα για ανομια· τοτε, θα γιατρευτειτε, και θα γνωρισετε γιατι το χερι του δεν αποσυρθηκε απο σασ. και ειπαν: ποια ειναι η προσφορα για ανομια, που θα του αποδωσουμε; κι εκεινοι αποκριθηκαν: συμφωνα με τον αριθμο των σατραπων των φιλισταιων, πεντε χρυσεσ αιμορροιδεσ, και πεντε χρυσα ποντικια· επειδη, η ιδια πληγη ηταν σε ολουσ σασ, και στουσ σατραπεσ σασ· γι' αυτο, θα κανετε ομοιωματα των αιμορροιδων σασ, και ομοιωματα των ποντικιων σασ, που φθειρουν τη γη· και θα δωσετε δοξα στον θεο του ισραηλ· ισωσ ελαφρυνει το χερι του απο πανω σασ και πανω απο τουσ θεουσ σασ, και πανω απο τη γη σασ· γιατι, λοιπον, σκληραινετε τισ καρδιεσ σασ, οπωσ οι αιγυπτιοι και ο φαραω σκληρυναν τισ καρδιεσ τουσ; οταν εκανε τεραστια πραγματα αναμεσα τουσ, δεν τουσ αφησαν να πανε, κι αυτοι αναχωρησαν; τωρα, λοιπον, παρτε και ετοιμαστε μια καινουργια αμαξα, και δυο θηλυκα βοδια, που θηλαζουν, στα οποια δεν περασε ζυγοσ, και ζευξτε τα θηλυκα βοδια στην αμαξα, τα μοσχαρια τουσ ομωσ να τα επαναφερετε απο πισω τουσ στο σπιτι. και παρτε την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και βαλτε την επανω στην αμαξα· και τα χρυσα σκευη, που του αποδιδετε προσφορα για ανομια, βαλτε τα σε ενα κιβωτιο, στα πλαγια μερη τησ· και στειλτε την να παει· και κοιταζετε, αν ανεβαινει απο τον δρομο των οριων τησ, που ειναι στη βαιθ-σεμεσ, αυτοσ εκανε σε μασ αυτο το μεγαλο κακο· αν, ομωσ, οχι, τοτε θα γνωρισουμε οτι δεν μασ χτυπησε το χερι του , αλλ' οτι αυτο σταθηκε για μασ ενα τυχαιο συμβαν. και οι ανδρεσ εκαναν ετσι, και αφου πηραν δυο βοδια, που θηλαζαν, τα εζευξαν στην αμαξα, τα δε μοσχαρια τουσ τα απεκλεισαν στο σπιτι. και εβαλαν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επανω στην αμαξα, και το κιβωτιο με τα χρυσα ποντικια και τα ομοιωματα των αιμορροιδων τουσ. και τα βοδια κατευθυνθηκαν στον δρομο, που ειναι στη βαιθ-σεμεσ· τον ιδιο δρομο εξακολουθουσαν, μουγκριζοντασ καθωσ πηγαιναν, και δεν γυριζαν δεξια η αριστερα· και οι σατραπεσ των φιλισταιων πηγαιναν απο πισω τουσ μεχρι τα ορια τησ βαιθ-σεμεσ. και οι βαιθ-σεμιτεσ θεριζαν το σιταρι τουσ, στην κοιλαδα· και καθωσ σηκωσαν τα ματια τουσ, ειδαν την κιβωτο, και βλεποντασ την χαρηκαν υπερβολικα. και η αμαξα μπηκε στο χωραφι του ιηhοσυα του βαιθ-σεμιτη, και σταθηκε εκει, οπου ηταν μια μεγαλη πετρα· και εσχισαν τα ξυλα του αμαξιου, και προσφεραν τα θηλυκα βοδια ολοκαυτωμα στον κυριο. και οι λευιτεσ κατεβασαν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το κιβωτιο που ηταν μαζι τησ, αυτο που περιειχε τα χρυσα σκευη, και τα εβαλαν επανω στη μεγαλη πετρα· και οι ανδρεσ τησ βαιθ-σεμεσ προσφεραν ολοκαυτωματα, και θυσιασαν θυσιεσ στον κυριο την ιδια ημερα. και αφου οι πεντε σατραπεσ των φιλισταιων ειδαν, γυρισαν στην ακκαρων την ιδια ημερα. αυτεσ ησαν οι χρυσεσ αιμορροιδεσ, που οι φιλισταιοι απεδωσαν προσφορα για ανομια στον κυριο: τησ αζωτου μια, τησ γαζασ μια, τησ ασκαλωνασ μια, τησ γαθ μια, τησ ακκαρων μια· και τα χρυσα ποντικια, συμφωνα με τον αριθμο ολων των πολεων των φιλισταιων των πεντε σατραπων, απο περιτειχισμενεσ πολεισ, και απεριτειχιστεσ κωμοπολεισ, μεχρι μαλιστα τη μεγαλη πετρα, αβελ, επανω στην οποια τοποθετησαν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· η οποια διασωζεται μεχρι σημερα στο χωραφι του ιηhοσυα του βαιθ-σεμιτη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh χτυπησε τουσ ανδρεσ τησ βαιθ-σεμεσ, επειδη κοιταξαν μεσα στην κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και χτυπησε 50.070 ανδρεσ απο τον λαο· και ο λαοσ πενθησε, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον χτυπησε με μεγαλη πληγη. και οι ανδρεσ τησ βαιθ-σεμεσ ειπαν: ποιοσ μπορει να σταθει μπροστα στον κυριο, αυτον τον αγιο θεο; και σε ποιον απο μασ θα ανεβει; και εστειλαν μηνυτεσ στουσ κατοικουσ τησ κιριαθ-ιαρειμ, λεγοντασ: οι φιλισταιοι εφεραν πισω την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κατεβειτε, ανεβαστε την σε σασ.

7

και οι ανδρεσ τησ κιριαθ-ιαρειμ ηρθαν, και ανεβασαν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και την εφεραν στο σπιτι του αβιναδαβ, επανω στον λοφο, και καθιερωσαν τον ελεαζαρ, τον γιο του, για να φυλαττει την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και απο την ημερα που η κιβωτοσ τοποθετηθηκε στην κιριαθ-ιαρειμ, περασε πολυσ καιροσ· και εγιναν 20 χρονια· και ολοκληροσ ο οικοσ ισραηλ στεναζε, αναζητωντασ τον κυριο. και ο σαμουαλ ειπε σε ολοκληρο τον οικο ισραηλ, λεγοντασ: αν εσεισ επιστρεφετε με ολοκληρη την καρδια σασ προσ τον κυριο, αποβαλτε απο αναμεσα σασ τουσ ξενουσ θεουσ, και τισ ασταρωθ, και ετοιμαστε τισ καρδιεσ σασ προσ τον κυριο, και λατρευετε μοναχα αυτον· και θα σασ ελευθερωσει απο το χερι των φιλισταιων. τοτε οι γιοι ισραηλ απεβαλαν τουσ βααλειμ και τισ ασταρωθ, και λατρευσαν μοναχα τον κυριο. και ο σαμουαλ ειπε: συγκεντρωστε ολοκληρο τον ισραηλ στη μισπα, και θα προσευχηθω για σασ στον κυριο. και συγκεντρωθηκαν ολοι μαζι στη μισπα, και αντλησαν νερο, και το εχυναν μπροστα στον κυριο, και νηστευσαν εκεινη την ημερα, κι εκει ειπαν: αμαρτησαμε στον κυριο. και ο σαμουαλ εκρινε τουσ γιουσ ισραηλ στη μισπα. και οταν οι φιλισταιοι ακουσαν οτι συγκεντρωθηκαν οι γιοι ισραηλ, στη μισπα, ανεβηκαν οι σατραπεσ των φιλισταιων εναντια στον ισραηλ. και καθωσ οι γιοι ισραηλ ακουσαν, φοβηθηκαν μπροστα απο τουσ φιλισταιουσ. και οι γιοι ισραηλ ειπαν στον σαμουαλ: μη σταματησεισ να βοασ για χαρη μασ στον κυριο τον θεο μασ, για να μασ σωσει απο το χερι των φιλισταιων. και ο σαμουαλ πηρε ενα αρνι, που θηλαζε, και το προσεφερε ολοκληρο ωσ ολοκαυτωμα στον κυριο· και ο σαμουαλ βοησε στον κυριο για χαρη του ισραηλ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον εισακουσε. κι ενω ο σαμουαλ προσφερνε το ολοκαυτωμα, οι φιλισταιοι πλησιασαν για να πολεμησουν εναντια στον ισραηλ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βροντησε με δυνατη φωνη, εκεινη την ημερα, επανω στουσ φιλισταιουσ, και τουσ κατατροπωσε· και χτυπηθηκαν μπροστα στον ισραηλ. και οι ανδρεσ του ισραηλ βγηκαν απο τη μισπα, και καταδιωξαν τουσ φιλισταιουσ, και τουσ χτυπησαν, μεχρι απο κατω απο τη βαιθ-χαρ. τοτε, ο σαμουαλ πηρε μια πετρα, και την εστησε αναμεσα στη μισπα και τη σεν, και αποκαλεσε το ονομα τησ εβεν-εζερ, λεγοντασ: μεχρι τωρα μασ βοηθησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οι φιλισταιοι ταπεινωθηκαν, και δεν ηρθαν πλεον στα ορια του ισραηλ· και το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν εναντια στουσ φιλισταιουσ ολεσ τισ ημερεσ του σαμουαλ. και οι πολεισ, που οι φιλισταιοι ειχαν παρει απο τον ισραηλ, αποδοθηκαν στον ισραηλ, απο την ακκαρων μεχρι τη γαθ· και ο ισραηλ ελευθερωσε τα ορια τουσ απο το χερι των φιλισταιων. και υπηρχε ειρηνη αναμεσα στον ισραηλ και τουσ αμορραιουσ. και ο σαμουαλ εκρινε τον ισραηλ ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του· και πηγαινε καθε χρονο, περιοδευοντασ στη βαιθηλ, και στα γαλγαλα, και στη μισπα, και εκρινε τον ισραηλ σε ολουσ αυτουσ τουσ τοπουσ· και η επιστροφη του ηταν στη ραμα· επειδη, εκει ηταν το σπιτι του, κι εκει εκρινε τον ισραηλ· εκει, ακομα, οικοδομησε θυσιαστηριο στον κυριο.

8

και οταν ο σαμουαλ γερασε, κατεστησε τουσ γιουσ του κριτεσ επανω στον ισραηλ. και το ονομα του πρωτοτοκου γιου του ηταν ιωαλ, το δε ονομα του δευτερου γιου του ηταν αβια· αυτοι ησαν κριτεσ στη βηρ-σαβεε. εντουτοισ, οι γιοι του δεν περπατησαν στουσ δρομουσ του, αλλα ξεκλιναν πισω απο το κερδοσ, και δωροδοκουνταν, και διεστρεφαν την κριση. γι' αυτο, ολοι οι πρεσβυτεροι του ισραηλ, συγκεντρωθηκαν και ηρθαν στον σαμουαλ, στη ραμα, και του ειπαν: δεσ, εσυ γερασεσ, και οι γιοι σου δεν περπατουν στουσ δρομουσ σου· καταστησε, λοιπον, σε μασ εναν βασιλια για να μασ κρινει, οπωσ εχουν ολα τα εθνη. το πραγμα, ομωσ, δεν αρεσε στον σαμουαλ, οτι ειπαν: δωσε μασ εναν βασιλια για να μασ κρινει. και ο σαμουαλ δεηθηκε στον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σαμουαλ: ακουσε τη φωνη του λαου, σε ολα οσα λενε σε σενα· επειδη, δεν απεβαλαν εσενα, αλλ' εμενα απεβαλαν απο το να βασιλευω επανω τουσ· σε ολα τα εργα που επραξαν, απο την ημερα που τουσ ανεβασα απο την αιγυπτο μεχρι αυτη την ημερα, αφου με εγκατελειψαν, και λατρευσαν αλλουσ θεουσ, ετσι κανουν και σε σενα· τωρα, λοιπον, ακουσε τη φωνη τουσ· ομωσ, διαμαρτυρησου σ' αυτουσ ανοιχτα, και δειξ' τουσ τον τροπο του βασιλια, που θα βασιλευσει επανω τουσ. και ο σαμουαλ μιλησε ολα τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον λαο, που ζητουσε απ' αυτον βασιλια· και ειπε: αυτοσ θα ειναι ο τροποσ του βασιλια, που θα βασιλευσει επανω σασ· θα παιρνει τουσ γιουσ σασ, και θα τουσ διοριζει στον εαυτο του, για τισ αμαξεσ του, και για καβαλαρηδεσ του, και για να τρεχουν μπροστα απο τισ αμαξεσ του. και θα διοριζει στον εαυτο του χιλιαρχουσ, και πεντηκονταρχουσ· και για να εργαζονται τη γη του, και για να θεριζουν τον θερισμο του, και για να κατασκευαζουν τα πολεμικα σκευη του και τον εξοπλισμο των αμαξων του. και θα παιρνει τισ θυγατερεσ σασ, για μυροποιουσ, και μαγειρισσεσ, και αρτοποιουσ· και θα παρει τα χωραφια σασ, και τουσ αμπελωνεσ σασ, και τουσ ελαιωνεσ σασ, τουσ καλυτερουσ, και θα τουσ δωσει στουσ δουλουσ του. και θα παιρνει το ενα δεκατο των σπαρτων σασ, και των αμπελωνων σασ, και θα το δινει στουσ ευνουχουσ του, και στουσ δουλουσ του. και θα παιρνει τουσ δουλουσ σασ, και τισ δουλεσ σασ, και τουσ καλυτερουσ νεουσ σασ, και τα γαιδουρια σασ, και θα διοριζει στισ δουλειεσ του. θα δεκατιζει τα ποιμνια σασ· κι εσεισ θα ειστε δουλοι του. και εκεινη την ημερα θα βοατε εξαιτιασ του βασιλια σασ, που εσεισ τον εκλεξατε για τον εαυτο σασ· αλλ' φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εκεινη την ημερα, δεν θα σασ εισακουσει. ο λαοσ, ομωσ, δεν θελησε να υπακουσει στη φωνη του σαμουαλ· και ειπαν: οχι· αλλα βασιλιασ θα υπαρχει επανω μασ· για να ειμαστε κι εμεισ οπωσ ολα τα εθνη· και να μασ κρινει ο βασιλιασ μασ, και να βγαινει μπροστα μασ, και να μαχεται τισ μαχεσ μασ. και ο σαμουαλ ακουσε ολα τα λογια του λαου, και τα ανεφερε στα αυτια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σαμουαλ: ακουσε τη φωνη τουσ, και καταστησε επανω τουσ βασιλια. και ο σαμουαλ ειπε στουσ ανδρεσ του ισραηλ: πηγαινετε ο καθενασ στην πολη του.

9

υπηρχε δε καποιοσ ανδρασ απο τον βενιαμιν, που ονομαζοταν κεισ, γιοσ του αβιηλ, γιου του σερωρ, γιου του βεχωραθ, γιου του αφια, ανδρα βενιαμιτη, ισχυροσ με δυναμη. κι αυτοσ ειχε εναν γιο, εκλεκτο και ωραιο, που ονομαζοταν σαουλ· και δεν υπηρχε ωραιοτεροσ ανθρωποσ απ' αυτον· απο τουσ ωμουσ του κι επανω προεξειχε απο ολοκληρο τον λαο. και τα γαιδουρια του κεισ, του πατερα του σαουλ, χαθηκαν· και ο κεισ ειπε στον σαουλ, τον γιο του: παρε, τωρα, μαζι σου εναν απο τουσ υπηρετεσ, και αφου σηκωθεισ πηγαινε να αναζητησεισ τα γαιδουρια. και περασε μεσα απο το βουνο εφραιμ, και περασε μεσα απο τη γη σαλισα, αλλα δεν τα βρηκαν· και περασαν μεσα απο τη γη σααλειμ, ομωσ δεν ησαν εκει· και περασε μεσα απο τη γη ιεμινι, αλλα δεν τα βρηκαν. οταν, ομωσ, ηρθαν στη γη σουφ, ο σαουλ ειπε στον υπηρετη, που ηταν μαζι του: ελα, και ασ γυρισουμε, μηπωσ ο πατερασ μου, αφηνοντασ τη φροντιδα των γαιδουριων, συλλογιζεται για μασ. κι εκεινοσ του ειπε: δεσ, τωρα, σ' αυτη την πολη υπαρχει ενασ ανθρωποσ του θεου, και ο ανθρωποσ αυτοσ ειναι ενδοξοσ· καθε τι που θα πει γινεται οπωσδηποτε· ασ παμε, λοιπον, εκει· ισωσ μασ φανερωσει τον δρομο μασ, τον οποιο πρεπει να παμε. και ο σαουλ ειπε στον υπηρετη του: αλλα, δεσ, θα παμε, ομωσ τι θα φερουμε στον ανθρωπο; επειδη, το ψωμι τελειωσε απο τα αγγεια μασ· και δωρο να προσφερουμε στον ανθρωπο του θεου δεν υπαρχει· τι εχουμε; και απαντωντασ παλι ο υπηρετησ στον σαουλ, ειπε: δεσ, βρισκεται στο χερι μου ενα τεταρτο σικλου ασημι, που θα δωσω στον ανθρωπο του θεου, και θα μασ φανερωσει τον δρομο μασ. (τον παλιο καιρο, οταν κανεισ πηγαινε να ρωτησει τον θεο, ελεγε ετσι: ελατε, κι ασ παμε μεχρι σ' αυτον που βλεπει· επειδη, ο σημερινοσ προφητησ τον παλιο καιρο αποκαλειτο αυτοσ που βλεπει). τοτε, ο σαουλ ειπε στον υπηρετη του: καλοσ ειναι ο λογοσ σου· ελα, ασ παμε. πηγαν, λοιπον, στην πολη, οπου ηταν ο ανθρωποσ του θεου. κι ενω ανεβαιναν τον ανηφορο τησ πολησ, βρηκαν κοριτσακια που εβγαιναν για να αντλησουν νερο· και ειπαν σ' αυτα: ειναι εδω αυτοσ που βλεπει; κι εκεινα αποκριθηκαν σ' αυτουσ, και ειπαν: ειναι· δεσ, μπροστα σου· κανε, λοιπον, γρηγορα· επειδη σημερα ηρθε στην πολη, για τον λογο οτι σημερα ειναι θυσια του λαου επανω στον ψηλο τοπο· αμεσωσ μολισ μπειτε μεσα στην πολη, θα τον βρειτε, πριν ανεβει για να φαει στον ψηλο τοπο· επειδη, ο λαοσ δεν τρωει μεχρισ οτου ερθει αυτοσ, δεδομενου οτι αυτοσ ευλογει τη θυσια· υστερα απ' αυτα τρωνε οι καλεσμενοι· τωρα, λοιπον, ανεβειτε· επειδη, αυτη περιπου την ωρα θα τον βρειτε. και ανεβηκαν στην πολη· και καθωσ εμπαιναν στην πολη, να, ο σαμουαλ εβγαινε μπροστα τουσ, για να ανεβει στον ψηλο τοπο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, ειχε αποκαλυψει στον σαμουαλ, μια ημερα πριν ερθει ο σαουλ, λεγοντασ: αυριο, αυτη την ωρα περιπου, θα σου στειλω εναν ανθρωπο απο τη γη βενιαμιν, και θα τον χρισεισ αρχοντα επανω στον λαο μου ισραηλ, και θα σωσει τον λαο μου απο το χερι των φιλισταιων· επειδη, επεβλεψα επανω στον λαο μου, για τον λογο οτι, η βοη τουσ ηρθε σε μενα. και οταν ο σαμουαλ ειδε τον σαουλ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: δεσ, ο ανθρωποσ για τον οποιο σου ειχα πει· αυτοσ θα αρχει επανω στον λαο μου. τοτε ο σαουλ πλησιασε στον σαμουαλ στην πυλη, και ειπε: δειξε μου, παρακαλω, που ειναι το σπιτι εκεινου που βλεπει. και αποκριθηκε ο σαμουαλ στον σαουλ: εγω ειμαι εκεινοσ που βλεπει· ανεβα μπροστα απο μενα στον ψηλο τοπο· και θα φατε μαζι μου σημερα, και το πρωι θα σε εξαποστειλω· και θα σου αναγγειλω ολα οσα εχεισ στην καρδια σου· οσο για τα γαιδουρια, που εχεισ χασει ηδη εδω και τρεισ ημερεσ, μη φροντιζεισ γι' αυτα, επειδη βρεθηκαν· και σε ποιον ειναι ολοκληρη η επιθυμια του ισραηλ; δεν ειναι σε σενα, και σε ολοκληρο τον οικο του πατερα σου; και αποκρινομενοσ ο σαουλ ειπε: δεν ειμαι εγω βενιαμιτησ, απο τη μικροτερη απο τισ φυλεσ του ισραηλ; και η οικογενεια μου η πιο μικρη απο ολεσ τισ οικογενειεσ τησ φυλησ του βενιαμιν; γιατι, λοιπον, μιλασ ετσι σε μενα; και ο σαμουαλ πηρε τον σαουλ και τον υπηρετη του, και τουσ εφερε στο οικημα, και τουσ εδωσε την πρωτη θεση αναμεσα στουσ καλεσμενουσ, που ησαν περιπου 30 ανδρεσ. και ο σαμουαλ ειπε στον μαγειρα: φερε το μεριδιο που σου εδωσα, για το οποιο σου ειχα πει: φυλαγε το κοντα σου. και ο μαγειρασ υψωσε την πλατη, και το μεροσ που ηταν επανω σ' αυτη, και τα εβαλε μπροστα στον σαουλ. και ο σαμουαλ ειπε: δεσ αυτο που εναπεμεινε· βαλ' το μπροστα σου, φαε· επειδη, γι' αυτη την ωρα φυλαχθηκε για σενα, οταν ειπα: προσκαλεσα τον λαο. και ο σαουλ εφαγε μαζι με τον σαμουαλ εκεινη την ημερα. και αφου κατεβηκαν απο τον ψηλο τοπο στην πολη, ο σαμουαλ συνομιλησε με τον σαουλ επανω στο δωμα. και σηκωθηκαν ενωρισ· και γυρω στα χαραματα τησ ημερασ, ο σαμουαλ καλεσε τον σαουλ, που ηταν επανω στο δωμα, λεγοντασ: σηκω να σε εξαποστειλω. και σηκωθηκε ο σαουλ, και βγηκαν και οι δυο, αυτοσ και ο σαμουαλ, μεχρισ εξω. και καθωσ κατεβαιναν στο τελοσ τησ πολησ, ο σαμουαλ ειπε στον σαουλ: να προσταξεισ τον υπηρετη σου να περασει μπροστα μασ· (κι εκεινοσ περασε)· εσυ, ομωσ, στασου λιγακι, και θα σου αναγγειλω τον λογο του θεου.

10

τοτε, ο σαμουαλ πηρε τη φιαλη του λαδιου, και εχυσε λαδι επανω στο κεφαλι του, και τον φιλησε, και ειπε: δεν σε εχρισε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αρχοντα επανω στην κληρονομια του; αφου αναχωρησεισ απο μενα σημερα, θα βρεισ δυο ανθρωπουσ κοντα στον ταφο τησ ραχηλ, προσ το συνοριακο σημειο του βενιαμιν στη σελσα· και θα σου πουν: βρεθηκαν τα γαιδουρια, που πηγεσ να ζητησεισ· και να, ο πατερασ σου, αφηνοντασ τη φροντιδα των γαιδουριων, υπερλυπαται για σασ, λεγοντασ: τι να κανω για τον γιο μου; και αφου προχωρησεισ απο εκει, θαρθεισ μεχρι τη βελανιδια του θαβωρ, κι εκει θα σε βρουν τρεισ ανθρωποι, που ανεβαινουν στον θεο στη βαιθηλ, ο ενασ φερνοντασ τρια κατσικια, και ο αλλοσ φερνοντασ τρια ψωμια, και ο αλλοσ φερνοντασ ενα ασκι κρασι· και θα σε χαιρετησουν και θα σου δωσουν δυο ψωμια, τα οποια θα δεχθεισ απο τα χερια τουσ. υστερα απ' αυτα, θα πασ στο βουνο του θεου, οπου ειναι η φρουρα των φιλισταιων· και οταν πασ εκει στην πολη, θα συναντησεισ μια ομαδα απο προφητεσ, που θα κατεβαινουν απο τον ψηλο τοπο, με ψαλτηρι, και τυμπανο, και αυλο, και κιθαρα μπροστα απ' αυτουσ, και θα προφητευουν. και θαρθει επανω σου το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα προφητευσεισ μαζι τουσ, και θα μεταβληθεισ σε αλλον ανθρωπο. και οταν τα σημεια αυτα θαρθουν επανω σου, κανε ο,τι μπορεισ· επειδη, ο θεοσ ειναι μαζι σου. και θα κατεβεισ πριν απο μενα στα γαλγαλα· και δεσ, εγω θα κατεβω σε σενα, για να προσφερω ολοκαυτωματα, να θυσιασω ειρηνικεσ θυσιεσ· περιμενε επτα ημερεσ, μεχρισ οτου ερθω σε σενα, και σου αναγγειλω τι εχεισ να κανεισ. και οταν γυρισε τα νωτα του για να αναχωρησει απο τον σαμουαλ, ο θεοσ του εδωσε μια αλλη καρδια· και ολα εκεινα τα σημαδια συνεβησαν εκεινη την ημερα. και οταν ηρθαν εκει στο βουνο, να, τον συναντησε μια ομαδα προφητων· και ηρθε επανω του το πνευμα του θεου, και προφητευσε αναμεσα τουσ. και καθωσ το ειδαν αυτο εκεινοι που τον γνωριζαν απο πριν, και δεστε, προφητευε μαζι με τουσ προφητεσ, τοτε ο λαοσ ελεγε, καθε ενασ στον διπλανο του: τι ειναι αυτο που εγινε στον γιο του κεισ; και ο σαουλ αναμεσα σε προφητεσ; ενασ, μαλιστα, απ' αυτουσ που ησαν εκει αποκριθηκε, και ειπε: και ποιοσ ειναι ο πατερασ τουσ; γι' αυτο εγινε παροιμια: και ο σαουλ αναμεσα σε προφητεσ; και αφου τελειωσε προφητευοντασ, ηρθε στον ψηλο τοπο. και ο θειοσ του σαουλ ειπε, σ' αυτον και στον υπηρετη του: που πηγατε; και ειπε: να αναζητησουμε τα γαιδουρια· και οταν ειδαμε οτι δεν υπηρχαν, ηρθαμε στον σαμουαλ. και ο θειοσ του σαουλ ειπε: αναγγειλε μου, σε παρακαλω, τι σασ ειπε ο σαμουαλ. και ο σαουλ ειπε στον θειο του: μασ ειπε με σιγουρια οτι τα γαιδουρια βρεθηκαν. τον λογο, ομωσ, για τη βασιλεια, που του ειπε ο σαμουαλ, δεν του τον φανερωσε. και ο σαμουαλ συγκεντρωσε τον λαο στον κυριο στη μισπα· και ειπε στουσ γιουσ ισραηλ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ· εγω ανεβασα τον ισραηλ απο την αιγυπτο, και σασ ελευθερωσα απο το χερι των αιγυπτιων, και απο το χερι ολων των βασιλειων, που σασ κατεθλιβαν· κι εσεισ, αυτη την ημερα, εχετε αποβαλει τον θεο σασ, που σασ εσωσε απο ολα τα κακα σασ, και τισ θλιψεισ σασ, και του ειπατε: οχι, αλλα καταστησε επανω μασ βασιλια. τωρα, λοιπον, να παρουσιαστειτε μπροστα στον κυριο, συμφωνα με τισ φυλεσ σασ, και συμφωνα με τισ χιλιαδεσ σασ. και οταν ο σαμουαλ εκανε να πλησιασουν ολεσ οι φυλεσ του ισραηλ, πιαστηκε η φυλη του βενιαμιν. και αφου εκανε τη φυλη του βενιαμιν να πλησιασει συμφωνα με τισ οικογενειεσ τουσ, πιαστηκε η οικογενεια του ματρει, και πιαστηκε ο σαουλ, ο γιοσ του κεισ· και τον αναζητησαν, και δεν βρεθηκε. γι' αυτο, ζητησαν επιπλεον απο τον κυριο αν ο ανθρωποσ ερχεται ακομα προσ τα εκει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: δεστε, αυτοσ ειναι κρυμμενοσ αναμεσα στην αποσκευη. τοτε, ετρεξαν και τον πηραν απο εκει· και οταν σταθηκε αναμεσα στον λαο, προεξειχε απο ολοκληρο τον λαο, απο τουσ ωμουσ του κι επανω. και ο σαμουαλ ειπε σε ολοκληρο τον λαο: βλεπετε εκεινον, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαλεξε για βασιλια, οτι δεν υπαρχει ομοιοσ του αναμεσα σε ολοκληρο τον λαο; και ολοκληροσ ο λαοσ αλαλαξε, και ειπε: ζητω ο βασιλιασ. και ο σαμουαλ ειπε στον λαο τον τροπο τησ βασιλειασ, και τον εγραψε σε βιβλιο, και το εβαλε μπροστα στον κυριο. και ο σαμουαλ απελυσε ολον τον λαο, καθεναν στο σπιτι του. και ο σαουλ το ιδιο, αναχωρησε στο σπιτι του, στη γαβαα· και πηγε εκει μαζι του ενα ταγμα πολεμιστων, την καρδια των οποιων ειχε προδιαθεσει ο θεοσ. μερικοι, ομωσ, κακοι ανθρωποι ειπαν: πωσ θα μασ σωσει αυτοσ; και τον καταφρονησαν, και δεν του προσφεραν δωρα· εκεινοσ, ομωσ, εκανε τον κουφο.

11

ανεβηκε τοτε ο ναασ ο αμμωνιτησ, και στρατοπεδευσε εναντια στην ιαβεισ-γαλααδ· και ολοι οι ανδρεσ τησ ιαβεισ ειπαν στον ναασ: κανε συνθηκη με μασ, και θα σε δουλευουμε. και ο ναασ ο αμμωνιτησ ειπε σ' αυτουσ: με τουτο θα κανω συνθηκη με σασ, να βγαλω το δεξι ματι ολων σασ, κι αυτο να το βαλω ωσ ονειδοσ επανω σε ολοκληρο τον ισραηλ. και οι πρεσβυτεροι τησ ιαβεισ του ειπαν: δωσε μασ επτα ημερεσ αναβολη, για να στειλουμε μηνυτεσ σε ολα τα ορια του ισραηλ· και τοτε, αν δεν υπαρχει καποιοσ να μασ σωσει, θα βγουμε προσ εσενα. ηρθαν, λοιπον, οι μηνυτεσ στη γαβαα του σαουλ, και ειπαν αυτα τα λογια στα αυτια του λαου· και ολοκληροσ ο λαοσ υψωσαν τη φωνη τουσ, και εκλαψαν. και να, ο σαουλ ερχοταν απο το χωραφι πισω απο το κοπαδι· και ο σαουλ ειπε: τι εχει ο λαοσ και κλαιει; και του διηγηθηκαν τα λογια των ανδρων τησ ιαβεισ. και ηρθε επανω στον σαουλ το πνευμα του θεου, οταν ακουσε εκεινα τα λογια· και αναψε η οργη του υπερβολικα. και πηρε ενα ζευγαρι απο βοδια, και αφου τα κατεκοψε σε κομματια, τα εστειλε προσ ολα τα ορια του ισραηλ, διαμεσου μηνυτων, λεγοντασ: οποιοσ δεν βγει πισω απο τον σαουλ, και πισω απο τον σαμουαλ, ετσι θα γινει στα βοδια του. και ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επεσε επανω στον λαο, και βγηκαν σαν ενασ ανθρωποσ. και οταν τουσ απαριθμησαν στη βεζεκ, ησαν 300.000 οι γιοι ισραηλ, και 30.000 οι ανδρεσ ιηhυδα. και ειπαν στουσ μηνυτεσ που ειχαν ερθει: ετσι θα πειτε στουσ ανδρεσ τησ ιαβεισ-γαλααδ: αυριο, καθωσ θα θερμανει ο ηλιοσ, θα υπαρξει σε σασ σωτηρια. και ηρθαν οι μηνυτεσ, και ανηγγειλαν στουσ ανδρεσ τησ ιαβεισ· και χαρηκαν υπερβολοκα. και οι ανδρεσ τησ ιαβεισ ειπαν: αυριο θα βγουμε προσ εσασ, και θα κανετε σε μασ ο,τι σασ φαινεται καλο. και την επομενη ημερα, ο σαουλ διαιρεσε τον λαο σε τρια σωματα· και μπηκαν στο μεσον του στρατοπεδου, κατα την πρωινη φυλακη, και χτυπησαν τουσ αμμωνιτεσ μεχρισ οτου ζεστανει η ημερα· και οσοι εναπεμειναν διασκορπιστηκαν, ωστε ουτε δυο απ' αυτουσ δεν εμειναν ενωμενοι. και ο λαοσ ειπε στον σαμουαλ: ποιοσ ειναι εκεινοσ που ειπε: ο σαουλ θα βασιλευσει σε μασ; παραδωστε τουσ ανδρεσ, για να τουσ θανατωσουμε. και ο σαουλ ειπε: αυτη την ημερα δεν θα θανατωθει κανενασ· επειδη, σημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε σωτηρια στον ισραηλ. τοτε ο σαμουαλ ειπε στον λαο: ελατε, και ασ παμε στα γαλγαλα, και ασ εγκαινιασουμε εκει τη βασιλεια. και ολοκληροσ ο λαοσ πηγε στα γαλγαλα· κι εκει εκανε τον σαουλ βασιλια μπροστα στον κυριο στα γαλγαλα· κι εκει θυσιασαν ειρηνικεσ θυσιεσ μπροστα στον κυριο· κι εκει ευφρανθηκαν υπερβολικα ο σαουλ και ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ.

12

και ο σαμουαλ ειπε σε ολοκληρο τον ισραηλ: δεστε, υπακουσα στη φωνη σασ, σε ολα οσα μου ειπατε, και κατεστησα επανω σασ βασιλια· και τωρα, δεστε, ο βασιλιασ πηγαινει μπροστα σασ· ενω εγω ειμαι γεροντασ και ασπρομαλλησ· και οι γιοι μου, δεστε, ειναι μαζι σασ· και εγω περπατησα μπροστα σασ απο τα νεανικα μου χρονια, μεχρι αυτη την ημερα· ναμαι, εγω· δωστε μαρτυρια εναντιον μου μπροστα στον κυριο, και μπροστα στον χρισμενο του· τινοσ πηρα το βοδι; η, τινοσ πηρα το γαιδουρι; η, ποιον αδικησα; ποιον καταδυναστευσα; η, απο το χερι τινοσ πηρα δωρα, ωστε μ' αυτα να τυφλωσω τα ματια μου; και θα σασ τα επιστρεψω. κι εκεινοι ειπαν: δεν μασ αδικησεσ ουτε μασ καταδυναστευσεσ ουτε πηρεσ κατι απο το χερι καποιου. και τουσ ειπε: μαρτυρασ σε σασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μαρτυρασ και ο χρισμενοσ του αυτη την ημερα, οτι δεν βρηκατε στο χερι μου τιποτε. και αποκριθηκαν: μαρτυρασ. και ο σαμουαλ ειπε στον λαο: μαρτυρασ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που κατεστησε τον μωυση και τον ααρων, και που ανεβασε τουσ πατερεσ σασ απο τη γη τησ αιγυπτου. τωρα, λοιπον, σταθειτε, και θα συζητησω με σασ μπροστα στον κυριο, για ολεσ τισ δικαιοσυνεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εκανε σε σασ και στουσ πατερεσ σασ. αφου ο ιακωβ ηρθε στην αιγυπτο, και οι πατερεσ σασ βοησαν στον κυριο, τοτε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε τον μωυση και τον ααρων, και εβγαλαν τουσ πατερεσ σασ απο την αιγυπτο, και τουσ κατοικισαν σ' αυτο τον τοπο. ξεχασαν, ομωσ, τον κυριο τον θεο τουσ· γι' αυτο τουσ παρεδωσε στο χερι του σισαρα, αρχηγου του στρατου του ασωρ, και στο χερι των φιλισταιων, και στο χερι του βασιλια του μωαβ, και πολεμησαν εναντιον τουσ. και βοησαν στον κυριο, και ειπαν: αμαρτησαμε, επειδη εγκαταλειψαμε τον κυριο, και λατρευσαμε τουσ βααλειμ και τισ ασταρωθ· αλλα, τωρα, ελευθερωσε μασ απο το χερι των εχθρων μασ, και θα λατρευσουμε εσενα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε τον ιεροβααλ, και τον βεδαν, και τον ιεφθαε, και τον σαμουαλ, και σασ ελευθερωσε απο το χερι των εχθρων σασ απο παντου, και κατοικησατε με ασφαλεια. αλλα, οταν ειδατε οτι ο ναασ, ο βασιλιασ των γιων αμων, ηρθε εναντιον σασ, μου ειπατε: οχι, αλλα βασιλιασ θα βασιλευει επανω μασ· ενω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ ηταν ο βασιλιασ σασ. τωρα, λοιπον, να ο βασιλιασ, που εκλεξατε, τον οποιο ζητησατε! και δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατεστησε βασιλια επανω σασ. αν φοβαστε τον κυριο, και τον λατρευετε, και υπακουτε στη φωνη του, και δεν στασιαζετε εναντια στην προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τοτε κι εσεισ, και ο βασιλιασ, που βασιλευει επανω σασ, θα περπατατε ακολουθωντασ τον κυριο τον θεο σασ· αν, ομωσ, δεν υπακουτε στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αλλα στασιαζετε εναντια στην προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τοτε το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι εναντιον σασ, καθωσ σταθηκε εναντια στουσ πατερεσ σασ. τωρα, λοιπον, παρασταθειτε, και δειτε αυτο το μεγαλο πραγμα, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει μπροστα στα ματια σασ· δεν ειναι σημερα θερισμοσ των σιτηρων; θα επικαλεστω τον κυριο, και θα στειλει βροντεσ και βροχη· για να γνωρισετε και να δειτε οτι το κακο σασ, το οποιο πραξατε μπροστα στον κυριο, ειναι μεγαλο, καθωσ ζητησατε για τον εαυτο σασ βασιλια. τοτε, ο σαμουαλ επικαλεστηκε τον κυριο· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε βροντεσ και βροχη εκεινη την ημερα· και ολοκληροσ ο λαοσ φοβηθηκε υπερβολικα τον κυριο και τον σαμουαλ. και ολοκληροσ ο λαοσ ειπε στον σαμουαλ: δεησου για τουσ δουλουσ σου στον κυριο τον θεο σου, για να μη πεθανουμε· επειδη, σε ολεσ τισ αμαρτιεσ μασ, προσθεσαμε και το κακο, να ζητησουμε για τον εαυτο μασ βασιλια. και ο σαμουαλ ειπε στον λαο: μη φοβαστε· εσεισ πραξατε μεν ολο αυτο το κακο· ομωσ, μη παραδρομησετε απο το να ακολουθειτε τον κυριο, αλλα να λατρευετε τον κυριο με ολη σασ την καρδια· και μη παραδρομησετε· επειδη, τοτε θα πηγαινατε πισω απο τα ματαια, τα οποια δεν μπορουν να ωφελησουν ουτε να ελευθερωσουν, για τον λογο οτι ειναι ματαια· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα εγκαταλειψει τον λαο του, εξαιτιασ του μεγαλου του ονοματοσ, δεδομενου οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευδοκησε να σασ κανει λαον του· σε μενα, ομωσ, μη γενοιτο να αμαρτησω στον κυριο, ωστε να σταματησω απο το να δεομαι για σασ! αλλα, θα σασ διδασκω τον αγαθο και ευθυ δρομο· μονον να φοβαστε τον κυριο, και να τον λατρευετε αληθινα με ολη σασ την καρδια· επειδη, ειδατε ποσα μεγαλεια εκανε για σασ· αλλα, αν εξακολουθειτε να κανετε το κακο, θα απολεστειτε, κι εσεισ και ο βασιλιασ σασ.

13

ο σαουλ ηταν εναν χρονο βασιλιασ· και αφου βασιλευσε δυο χρονια στον ισραηλ, ο σαουλ διαλεξε για τον εαυτο του 3.000 ανδρεσ απο τον ισραηλ· και ησαν μαζι με τον σαουλ 2.000 στη μιχμασ και στο βουνο τησ βαιθηλ, και 1.000 ησαν μαζι με τον ιωναθαν στη γαβαα του βενιαμιν· και το υπολοιπο του λαου, εστειλε καθε εναν στη σκηνη του. και ο ιωναθαν χτυπησε τη φρουρα των φιλισταιων, που ηταν στο βουνο· και οι φιλισταιοι το ακουσαν. και ο σαουλ σαλπισε με τη σαλπιγγα σε ολοκληρη τη γη, λεγοντασ: ασ ακουσουν οι εβραιοι. και ολοκληροσ ο ισραηλ ακουσε να λενε: ο σαουλ χτυπησε τη φρουρα των φιλισταιων, και μαλιστα ο ισραηλ μισειται απο τουσ φιλισταιουσ. και ο λαοσ συγκεντρωθηκε πισω απο τον σαουλ στα γαλγαλα. και οι φιλισταιοι συγκεντρωθηκαν για να πολεμησουν με τον ισραηλ, 30.000 αμαξεσ, και 6.000 καβαλαρηδεσ, και λαοσ σαν την αμμο, που ειναι στην ακρη τησ θαλασσασ, σε πληθοσ· και ανεβηκαν και στρατοπεδευσαν στη μιχμασ, ανατολικα τησ βαιθ-αυεν. οταν οι ανδρεσ του ισραηλ ειδαν οτι ησαν σε αμηχανια, επειδη ο λαοσ μικροψυχουσε, τοτε ο λαοσ κρυβοταν σε σπηλαια, και σε πυκνοφυτα, και σε βραχουσ, και σε οχυρα μερη, και στουσ λακκουσ. και μερικοι απο τουσ εβραιουσ διαβηκαν τον ιορδανη, προσ τη γη γαδ και γαλααδ. και ο ιδιοσ ο σαουλ ηταν ακομα στα γαλγαλα· και ολοκληροσ ο λαοσ ηταν εντρομοσ πισω απ' αυτον. και περιμενε επτα ημερεσ, συμφωνα με τον διορισμενο καιρο απο τον σαμουαλ· αλλα, ο σαμουαλ δεν ερχοταν στα γαλγαλα· και ο λαοσ διασκορπιζοταν απο κοντα του. και ο σαουλ ειπε: φερτε εδω σε μενα το ολοκαυτωμα, και τισ ειρηνικεσ προσφορεσ. και προσφερε το ολοκαυτωμα. και καθωσ τελειωσε να προσφερει το ολοκαυτωμα, να, ηρθε ο σαμουαλ· και ο σαουλ βγηκε σε συναντηση του, για να τον χαιρετησει. και ο σαμουαλ ειπε: τι εκανεσ; και ο σαουλ αποκριθηκε: επειδη, ειδα οτι διασκορπιζοταν απο μενα ο λαοσ, κι εσυ δεν ειχεσ ερθει την καθορισμενη ημερα, και οι φιλισταιοι συγκεντρωνονταν στη μιχμασ, γι' αυτο, ειπα: τωρα οι φιλισταιοι θα κατεβουν εναντιον μου στα γαλγαλα, κι εγω δεν εκανα δεηση στον κυριο· τολμησα, λοιπον, και προσφερα το ολοκαυτωμα. και ο σαμουαλ ειπε στον σαουλ: εσυ επραξεσ με αφροσυνη· δεν φυλαξεσ το προσταγμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, που σε προσταξε· επειδη, τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα στερεωνε τη βασιλεια σου επανω στον ισραηλ για παντα· αλλα, τωρα, η βασιλεια σου δεν θα στηριχθει· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ζητησε για τον εαυτο του εναν ανθρωπο συμφωνα με την καρδια του, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον διορισε να ειναι αρχοντασ επανω στον λαο του, επειδη δεν φυλαξεσ εκεινο που σε προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο σαμουαλ σηκωθηκε, και ανεβηκε απο τα γαλγαλα στη γαβαα του βενιαμιν. και ο σαουλ αριθμησε τον λαο, που βρεθηκε μαζι του, ησαν περιπου 600 ανδρεσ. και ο σαουλ, και ο ιωναθαν ο γιοσ του, και ο λαοσ που βρεθηκε μαζι τουσ, καθονταν στη γαβαα του βενιαμιν· και οι φιλισταιοι ησαν στρατοπεδευμενοι στη μιχμασ. και βγηκαν απο το στρατοπεδο των φιλισταιων λεηλατεσ, σε τρια σωματα· το ενα σωμα στραφηκε στον δρομο οφρα, προσ τη γη σωγαλ· και το αλλο σωμα στραφηκε στον δρομο βαιθ-ωρων· και το αλλο σωμα στραφηκε στον δρομο του συνορου, που βλεπει προσ την κοιλαδα σεβωειμ, προσ την ερημο. και σε ολοκληρη τη γη ισραηλ δεν βρισκοταν σιδηρουργοσ· επειδη, οι φιλισταιοι ειπαν: μηπωσ και κατασκευασουν οι εβραιοι ρομφαιεσ και λογχεσ· και ολοι οι ισραηλιτεσ κατεβαιναν στουσ φιλισταιουσ, για να ακονιζει καθε ενασ το υνι του και το δικελλι του, την αξινα του, και τη σκαπανη του, καθε φορα που θα χαλουσε η κοψη στισ σκαπανεσ, και στα δικελλια τουσ, και στα τρικρανα, και στισ αξινεσ τουσ· και για να κανουν κοφτερα τα βουκεντρα τουσ. γι' αυτο, στην ημερα τησ μαχησ, δεν βρισκοταν ουτε μαχαιρα ουτε λογχη, στο χερι καποιου απο τον λαο, που ηταν κοντα στον σαουλ και στον ιωναθαν· στον σαουλ, ομωσ, και στον γιο του, τον ιωναθαν, βρεθηκαν. και η φρουρα των φιλισταιων βγηκε προσ το περασμα μιχμασ.

14

καποια, μαλιστα, ημερα ο ιωναθαν, ο γιοσ του σαουλ, ειπε στον νεο που βασταζε τα οπλα του: ελα και ασ περασουμε προσ τη φρουρα των φιλισταιων, που ειναι απεναντι. στον πατερα του, ομωσ, δεν το φανερωσε. και ο σαουλ καθοταν στην ακρη του γαβαα, κατω απο τη ροδια, που βρισκοταν στη μιγρων· και ο λαοσ που ηταν μαζι του ηταν μεχρι 600 ανδρεσ· και ο αχια, ο γιοσ του αχιτωβ, αδελφου του ιχαβωδ, γιου του φινεεσ, γιου του ηλει, ιερεασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στη σηλω, ενω φορουσε εφοδ. και ο λαοσ δεν ηξερε οτι ειχε παει ο ιωναθαν. κι αναμεσα στισ διαβασεισ, μεσα απο τισ οποιεσ ζητουσε να περασει ο ιωναθαν προσ τη φρουρα των φιλισταιων, ηταν ενασ αποτομοσ βραχοσ απο το ενα μεροσ, και ενασ αποτομοσ βραχοσ απο το αλλο μεροσ· και το ονομα του ενοσ ηταν βοσεσ, το δε ονομα του αλλου σενε. το μετωπο του ενοσ βραχου ηταν προσ τον βορρα, απεναντι απο τη μιχμασ, και το μετωπο του αλλου ηταν προσ τον νοτο, απεναντι απο τη γαβαα. και ο ιωναθαν ειπε στον νεο που βασταζε τα οπλα του: ελα, και ασ περασουμε προσ τη φρουρα αυτων των απεριτμητων· ισωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ενεργησει για χαρη μασ· επειδη, δεν υπαρχει στον κυριο εμποδιο, να σωσει με πολλουσ η με λιγουσ. και ο οπλοφοροσ του ειπε σ' αυτον: κανε ο,τι ειναι στην καρδια σου· προχωρα· δεσ, εγω ειμαι μαζι σου, συμφωνα με την καρδια σου. τοτε ο ιωναθαν ειπε: δεσ, εμεισ θα περασουμε προσ τουσ ανδρεσ, και θα δειξουμε τον εαυτο μασ σ' αυτουσ· αν μασ πουν ωσ εξησ: σταθειτε μεχρι ναρθουμε σε σασ· -τοτε θα σταθουμε στον τοπο μασ, και δεν θα ανεβουμε προσ αυτουσ· αλλα, αν πουν ωσ εξησ: ανεβειτε προσ εμασ· -τοτε θα ανεβουμε· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ παρεδωσε στο χερι μασ· κι αυτο θα ειναι σε μασ το σημαδι. και οι δυο τουσ εδειξαν, λοιπον, τον εαυτο τουσ στη φρουρα των φιλισταιων· και οι φιλισταιοι ειπαν: δεστε, οι εβραιοι βγαινουν απο τισ τρυπεσ, οπου ειχαν κρυφτει. και οι ανδρεσ τησ φρουρασ μιλησαν στον ιωναθαν και σ' αυτον που βασταζε τα οπλα του, και ειπαν: ανεβειτε σε μασ, και θα σασ φανερωσουμε κατι. και ο ιωναθαν ειπε στον οπλοφορο του: ανεβα πισω απο μενα· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ παρεδωσε στο χερι του ισραηλ. και αναρριχηθηκε ο ιωναθαν με τα χερια του και με τα ποδια του, κι αυτοσ που βασταζε τα οπλα του πισω απ' αυτον· και επεσαν μπροστα στον ιωναθαν· κι αυτοσ που βασταζε τα οπλα του τουσ θανατωνε πισω απ' αυτον. αυτη δε ηταν η πρωτη σφαγη, που εκαναν ο ιωναθαν και ο οπλοφοροσ του, ησαν περιπου 20 ανδρεσ, σε διαστημα γησ μισου στρεμματοσ. και εγινε τρομοσ στο στρατοπεδο, στα χωραφια, και σε ολοκληρο τον λαο· η φρουρα, κι εκεινοι που λεηλατουσαν, κι αυτοι κατατρομαξαν, και συνταραχθηκε η γη· ωστε ηταν σαν τρομοσ θεου. και οι φρουροι του σαουλ στη γαβαα του βενιαμιν ειδαν, και ξαφνου, το πληθοσ διαλυοταν, και σιγα-σιγα διασκορπιζοταν. τοτε, ο σαουλ ειπε στον λαο που ηταν μαζι του: απαριθμηστε τωρα, και δειτε ποιοσ αναχωρησε απο μασ. και οταν απαριθμησαν, να, ο ιωναθαν και ο οπλοφοροσ του δεν ησαν εκει. και ο σαουλ ειπε στον αχια: φερε εδω την κιβωτο του θεου. επειδη, η κιβωτοσ του θεου ηταν τοτε μαζι με τουσ γιουσ ισραηλ. κι ενω ο σαουλ μιλουσε στον ιερεα, ο θορυβοσ στο στρατοπεδο των φιλισταιων προχωρουσε ολο και περισσοτερο και πληθυνοταν· και ο σαουλ ειπε στον ιερεα: τραβηξε πισω το χερι σου. και συγκεντρωθηκαν ο σαουλ και ολοσ ο λαοσ που ηταν μαζι του, και ηρθαν μεχρι τη μαχη· και να, η ρομφαια καθε ανδρα ηταν εναντια στον συντροφο του, μια υπερβολικα μεγαλη σφαγη. και οι εβραιοι, που ησαν οπωσ αλλοτε μαζι με τουσ φιλισταιουσ, που ειχαν ανεβει μαζι τουσ στο στρατοπεδο απο τα γυρω, κι αυτοι ακομα ενωθηκαν μαζι με τουσ ισραηλιτεσ, που ησαν μαζι με τον σαουλ και τον ιωναθαν. και ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ, που κρυβονταν στο βουνο εφραιμ, μολισ ακουσαν οτι οι φιλισταιοι εφευγαν, ετρεξαν κι αυτοι πισω τουσ, σε πολεμο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσωσε τον ισραηλ εκεινη την ημερα· και η μαχη περασε στη βαιθ-αυεν. κοι οι ανδρεσ του ισραηλ απεκαμαν εκεινη την ημερα· επειδη, ο σαουλ ειχε ορκισει τον λαο, λεγοντασ: επικαταρατοσ ο ανθρωποσ, που θα φαει τροφη μεχρι την εσπερα, και εκδικηθω απο τουσ εχθρουσ μου. γι' αυτο, ολοκληροσ ο λαοσ δεν γευθηκε τροφη. και ολοκληρο το πληθοσ ηρθε στο δασοσ, οπου υπηρχε μελι καταγησ. και οταν ο λαοσ μπηκε στο δασοσ, να, το μελι σταλαξε· κανενασ, ομωσ, δεν εφερε το χερι του στο στομα του· επειδη, ο λαοσ φοβηθηκε τον ορκο. ο ιωναθαν, ομωσ, δεν ειχε ακουσει, οταν ο πατερασ του ορκισε τον λαο· γι' αυτο, απλωσε την ακρη τησ ραβδου του, που ειχε στο χερι του, και τη βυθισε στην κηρηθρα, και εβαλε το χερι του στο στομα του, και ζωογονηθηκαν τα ματια του. και ενασ απο τον λαο αποκριθηκε, και ειπε: ο πατερασ σου ορκισε τον λαο με ορκο, λεγοντασ: επικαταρατοσ ο ανθρωποσ που θα φαει σημερα τροφη· γι' αυτο, ο λαοσ ειναι σημερα εξαντλημενοσ. και ο ιωναθαν ειπε: ο πατερασ μου ταραξε τον κοσμο· δεστε, παρακαλω, ποσο ζωογονηθηκαν τα ματια μου, επειδη γευθηκα λιγο απ' αυτο το μελι· ποσο μαλλον, αν ο λαοσ ετρωγε σημερα ελευθερα απο τα λαφυρα των εχθρων του που βρηκε; επειδη, δεν θα γινοταν τωρα πολυ μεγαλυτερη σφαγη αναμεσα στουσ φιλισταιουσ; και εκεινη την ημερα χτυπησαν τουσ φιλισταιουσ απο τη μιχμασ μεχρι την αιαλων· και ο λαοσ ηταν υπερβολικα εξαντλημενοσ. γι' αυτο, ο λαοσ ριχτηκε στα λαφυρα, και πηρε προβατα, και βοδια, και μοσχαρια, και τα εσφαξαν καταγησ· και ο λαοσ τα ετρωγε μαζι με το αιμα. και ανηγγειλαν στον σαουλ, λεγοντασ: δεσ, ο λαοσ αμαρτανει στον κυριο, επειδη τρωνε μαζι με το αιμα. και ειπε: σταθηκατε παραβατεσ· κυλιστε προσ εμενα σημερα μια μεγαλη πετρα. και ο σαουλ ειπε: διασκορπιστειτε αναμεσα στον λαο, και πειτε τουσ: φερτε μου εδω καθε ενασ το βοδι του, και καθε ενασ το προβατο του, και σφαξτε τα εδω, και φατε· και μη αμαρτανετε στον κυριο, τρωγοντασ μαζι με το αιμα. και ολοσ ο λαοσ, καθε ενασ εφερε μαζι του το βοδι του εκεινη τη νυχτα, και το εσφαξαν εκει. και ο σαουλ οικοδομησε ενα θυσιαστηριο στον κυριο· αυτο ηταν το πρωτο θυσιαστηριο, που ο σαουλ οικοδομησε στον κυριο. και ο σαουλ ειπε: ασ κατεβουμε πισω απο τουσ φιλισταιουσ τη νυχτα, και ασ τουσ διαρπαξουμε μεχρι να φεξει η ημερα, και ασ μη αφησουμε απ' αυτουσ ουτε εναν. και ειπαν: κανε καθε τι που σου φαινεται καλο. τοτε, ο ιερεασ ειπε: ασ πλησιασουμε εδω στον θεο. και ο σαουλ ρωτησε τον κυριο: να κατεβω πισω απο τουσ φιλισταιουσ; θα τουσ παραδωσεισ στο χερι του ισραηλ; αλλα, δεν του απαντησε εκεινη την ημερα. και ο σαουλ ειπε: πλησιαστε εδω ολοι οι αρχηγοι του λαου· και μαθετε και δειτε, σε ποιον σταθηκε σημερα αυτη η αμαρτια· επειδη, ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εσωσε τον ισραηλ, οτι και στον ιωναθαν τον γιο μου αν σταθηκε, σιγουρα θα θανατωθει. και δεν βρεθηκε ουτε ενασ αναμεσα σε ολοκληρο τον λαο, που του απαντησε. και ειπε σε ολοκληρο τον ισραηλ: σταθειτε εσεισ απο το ενα μεροσ, κι εγω και ο ιωναθαν ο γιοσ μου θα σταθουμε απο το αλλο μεροσ. και ο λαοσ ειπε στον σαουλ: κανε καθε τι που σου φαινεται καλο. τοτε, ο σαουλ ειπε στον κυριο τον θεο του ισραηλ: δειξε τον αθωο. και πιαστηκε ο ιωναθαν και ο σαουλ· και ο λαοσ απολυθηκε. και ο σαουλ ειπε: ριξτε κληρουσ αναμεσα σε μενα και στον ιωναθαν τον γιο μου. και πιαστηκε ο ιωναθαν. τοτε, ο σαουλ ειπε στον ιωναθαν: φανερωσε μου τι εκανεσ. και ο ιωναθαν του φανερωσε και ειπε: πραγματικα, γευθηκα λιγο μελι με την ακρη τησ ραβδου μου, που ειχα στο χερι μου· να, εγω, πεθαινω. και αποκριθηκε ο σαουλ: ετσι να κανει ο θεοσ, και ετσι να προσθεσει· σιγουρα, θα πεθανεισ, ιωναθαν. και ο λαοσ ειπε στον σαουλ: ο ιωναθαν θα πεθανει, που εκανε τη μεγαλη αυτη σωτηρια στον ισραηλ; μη γενοιτο! ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ουτε μια τριχα δεν θα πεσει απο το κεφαλι του στη γη· επειδη, ενεργησε μαζι με τον θεο αυτη την ημερα. και ο λαοσ λυτρωσε τον ιωναθαν και δεν πεθανε. τοτε, ο σαουλ ανεβηκε απο την καταδιωξη των φιλισταιων· και οι φιλισταιοι πηγαν στον τοπο τουσ. και ο σαουλ πηρε τη βασιλεια επανω στον ισραηλ, και πολεμησε εναντια σε ολουσ τουσ εχθρουσ του ολογυρα· εναντια στον μωαβ, και εναντια στουσ γιουσ του αμμων, και εναντια στον εδωμ, και εναντια στουσ βασιλιαδεσ τησ σωβα, και εναντια στουσ φιλισταιουσ· και εναντια σε ολουσ, οπου και αν στρεφοταν, τουσ κατατροπωνε. συγκροτησε ακομα και δυναμη, και χτυπησε τον αμαληκ, και ελευθερωσε τον ισραηλ απο το χερι εκεινων που τουσ διαρπαζαν. και οι γιοι του σαουλ ησαν ο ιωναθαν, και ο ισουει, και ο μελχι-σουε· και τα ονοματα των δυο θυγατερων του, το ονομα τησ πρωτοτοκησ ηταν μεραβ, και το ονομα τησ νεοτερησ μιχαλ· και το ονομα τησ γυναικασ του σαουλ ηταν αχινοαμ, θυγατερα του αχιμαασ. και το ονομα του αρχιστρατηγου του ηταν αβενηρ, γιοσ του νηρ, θειου του σαουλ. και ο κεισ, ο πατερασ του σαουλ, και ο νηρ, ο πατερασ του αβενηρ, ησαν γιοι του αβιηλ. υπηρχε, μαλιστα, δυνατοσ πολεμοσ εναντια στουσ φιλισταιουσ ολεσ τισ ημερεσ του σαουλ· και καθε φορα που ο σαουλ εβλεπε εναν δυνατο ανδρα η ανδρειο, τον επαιρνε κοντα του.

15

και ο σαμουαλ ειπε στον σαουλ: εμενα εστειλε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να σε χρισω βασιλια επανω στον λαο του, στον ισραηλ· τωρα, λοιπον, ακουσε τη φωνη των λογων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: θα εκδικησω οσα εκανε ο αμαληκ στον ισραηλ, οτι του αντισταθηκε στον δρομο οταν ανεβαιναν απο την αιγυπτο· πηγαινε τωρα και παταξε τον αμαληκ, και εξολοθρευσε καθε τι που εχει, και μη τουσ λυπηθεισ· αλλα, θανατωσε και ανδρα και γυναικα, και παιδι και βρεφοσ που θηλαζει, και βοδι και προβατο, και καμηλα και γαιδουρι. και ο σαουλ καλεσε τον λαο, και τουσ απαριθμησε στην τελαιμ, 200.000 πεζοι, και 10.000 ανδρεσ του ιηhυδα. και ο σαουλ ηρθε μεχρι την πολη του αμαληκ, και εστησε ενεδρα στη φαραγγα. και ο σαουλ ειπε στουσ κεναιουσ: πηγαινετε, αναχωρηστε, κατεβειτε απο μεσα απο τουσ αμαληκιτεσ, για να μη σασ συμπεριλαβω μαζι τουσ· επειδη, εσεισ δειξατε ελεοσ σε ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ, οταν ανεβαιναν απο την αιγυπτο. και αναχωρησαν οι κεναιοι μεσα απο τουσ αμαληκιτεσ. και ο σαουλ παταξε τουσ αμαληκιτεσ απο την αβιλα μεχρι την εισοδο τησ σουρ, που ειναι απεναντι απο την αιγυπτο. και συνελαβε ζωντανο τον αγαγ, τον βασιλια των αμαληκιτων, και ολοκληρο τον λαο τον εξολοθρευσε με μαχαιρα. ομωσ, ο σαουλ, και ο λαοσ, λυπηθηκε τον αγαγ, και τα καλυτερα απο τα προβατα, και τα βοδια, και τα δευτερευοντα, και τα αρνια, και καθε αγαθο, και δεν ηθελαν να τα εξολοθρευσουν· αλλα, καθε τι το ευτελεσ και εξουθενωμενο, εκεινο εξολοθρευσαν. τοτε, εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον σαμουαλ, λεγοντασ: μεταμεληθηκα που εκανα τον σαουλ βασιλια· επειδη, στραφηκε απο πισω μου, και δεν εκτελεσε τα λογια μου. κι αυτο λυπησε τον σαμουαλ, και βοησε στον κυριο ολοκληρη τη νυχτα. και οταν ο σαμουαλ σηκωθηκε ενωρισ για να παει σε συναντηση του σαουλ το πρωι, ανηγγειλαν στον σαμουαλ, λεγοντασ: ο σαουλ ηρθε στον καρμηλο, και να, εστησε στον εαυτο του τροπαιο· επειτα στραφηκε, και διαπερασε, και κατεβηκε στα γαλγαλα. και ο σαμουαλ πηγε στον σαουλ· και ο σαουλ ειπε σ' αυτον: ευλογημενοσ να εισαι απο τον κυριο! εκτελεσα τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο σαμουαλ ειπε: και ποια ειναι αυτη η φωνη των προβατων στα αυτια μου, και η φωνη των βοδιων, που ακουω; και ο σαουλ ειπε: τα εφερα απο τουσ αμαληκιτεσ· επειδη, ο λαοσ λυπηθηκε τα καλυτερα απο τα προβατα, και τα βοδια, για να θυσιασει στον κυριο τον θεο σου· τα υπολοιπα, ομωσ, τα εξολοθρευσαμε. τοτε, ο σαμουαλ ειπε στον σαουλ: αφησε, και θα σου αναγγειλω τι μου ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τη νυχτα. κι εκεινοσ του ειπε: λεγε. και ο σαμουαλ ειπε: ενω εσυ ησουν μικροσ μπροστα στα ματια σου, δεν εγινεσ το κεφαλι των φυλων του ισραηλ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε εχρισε βασιλια επανω στον ισραηλ; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε εστειλε στον δρομο, και ειπε: πηγαινε και εξολοθρευσε εκεινουσ που αμαρτανουν σε μενα, τουσ αμαληκιτεσ, και πολεμησε εναντιον τουσ μεχρισ οτου τουσ εξαφανισεισ· γιατι, λοιπον, δεν υπακουσεσ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αλλα ορμησεσ επανω στα λαφυρα, και επραξεσ το κακο μπροστα στον κυριο; και ο σαουλ ειπε στον σαμουαλ: ναι, υπακουσα στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και πηγα στον δρομο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με απεστειλε, και εφερα τον αγαγ τον βασιλια του αμαληκ, αλλα τουσ αμαληκιτεσ τουσ εξολοθρευσα· ομωσ, ο λαοσ πηρε απο τα λαφυρα, προβατα, και βοδια, τα καλυτερα απο τα απαγορευμενα, για να θυσιασει στον κυριο τον θεο σου στα γαλγαλα. και ο σαμουαλ ειπε: μηπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αρεσκεται στα ολοκαυτωματα και στισ θυσιεσ, οπωσ στο να υπακουμε στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; δεσ, η υποταγη ειναι καλυτερη απο τη θυσια· η υπακοη, παρα το παχοσ των κριαριων· επειδη, η απειθεια ειναι οπωσ το αμαρτημα τησ μαγειασ· και το πεισμα, οπωσ η ασεβεια και η ειδωλολατρεια· επειδη, εσυ απερριψεσ τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γι' αυτο και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε απερριψε απο το να εισαι βασιλιασ. και ο σαουλ ειπε στον σαμουαλ: αμαρτησα· για τον λογο οτι, παρεβηκα το προσταγμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τουσ λογουσ σου, επειδη φοβηθηκα τον λαο, και υπακουσα στη φωνη τουσ· τωρα, λοιπον, παρακαλω, συγχωρεσε το αμαρτημα μου, και επιστρεψε μαζι μου, για να προσκυνησω τον κυριο. και ο σαμουαλ ειπε: δεν θα επιστρεψω μαζι σου· επειδη, απερριψεσ τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε απερριψε απο το να εισαι βασιλιασ επανω στον ισραηλ. και καθωσ ο σαμουαλ στραφηκε για να αναχωρησει, εκεινοσ τον επιασε απο το κρασπεδο του ιματιου του· και ξεσχιστηκε. και ο σαμουαλ του ειπε: ξεσχισε απο σενα σημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τη βασιλεια του ισραηλ, και την εδωσε στον κοντινο σου, τον καλυτερο σου· ουτε θα πει ψεματα ο ισχυροσ του ισραηλ ουτε θα μεταμεληθει· επειδη, αυτοσ δεν ειναι ανθρωποσ, ωστε να μεταμεληθει. κι εκεινοσ ειπε: αμαρτησα· αλλα, τιμησε με τωρα, παρακαλω, μπροστα στουσ πρεσβυτερουσ του λαου μου, και μπροστα στον ισραηλ, και επιστρεψε μαζι μου, για να προσκυνησω τον κυριο τον θεο σου. και ο σαμουαλ επεστρεψε πισω απο τον σαουλ, και προσκυνησε ο σαουλ τον κυριο. τοτε, ο σαμουαλ ειπε: φερτε μου εδω τον αγαγ τον βασιλια των αμαληκιτων. και ο αγαγ ηρθε σ' αυτον με εκδηλη χαρα· επειδη, ο αγαγ ελεγε: σιγουρα, η πικρια του θανατου περασε. και ο σαμουαλ ειπε: καθωσ η ρομφαια σου ατεκνωσε γυναικεσ, ετσι θα ατεκνωθει και η μητερα σου αναμεσα στισ γυναικεσ. και ο σαμουαλ κατεκοψε τον αγαγ μπροστα στον κυριο στα γαλγαλα. τοτε, ο σαμουαλ αναχωρησε στη ραμα· και ο σαουλ ανεβηκε στο σπιτι του, στη γαβαα σαουλ. και ο σαμουαλ δεν ειδε πλεον τον σαουλ μεχρι την ημερα του θανατου του· πενθησε, ομωσ, ο σαμουαλ για τον σαουλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μεταμεληθηκε που εκανε τον σαουλ βασιλια επανω στον ισραηλ.

16

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σαμουαλ: μεχρι ποτε θα πενθεισ εσυ για τον σαουλ, επειδη, εγω τον αποδοκιμασα απο το να βασιλευει επανω στον ισραηλ; γεμισε με λαδι το κερασ σου, και πηγαινε· εγω σε στελνω στον ιεσσαι τον βηθλεεμιτη· επειδη, προβλεψα για τον εαυτο μου εναν βασιλια αναμεσα στουσ γιουσ του. και ο σαμουαλ ειπε: πωσ να παω; επειδη, ο σαουλ θα το ακουσει, και θα με θανατωσει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: παρε μαζι σου μια δαμαλη, και πεσ: ηρθα να θυσιασω στον κυριο. και καλεσε στη θυσια τον ιεσσαι, κι εγω θα σου φανερωσω τι θα κανεισ· και θα χρισεισ σε μενα οποιον σου πω. και ο σαμουαλ εκανε εκεινο που του ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ηρθε στη βηθλεεμ. οι πρεσβυτεροι τησ πολησ, ομωσ, τρομαξαν στη συναντηση του, και ειπαν: ερχεσαι ειρηνικα; και εκεινοσ ειπε: ειρηνικα· ερχομαι για να θυσιασω στον κυριο· αγιαστειτε, και ελατε μαζι μου στη θυσια. και αγιασε τον ιεσσαι και τουσ γιουσ του, και τουσ καλεσε στη θυσια. και ενω εμπαιναν, βλεποντασ τον ελιαβ, ειπε: σιγουρα, μπροστα στον κυριο αυτοσ ειναι ο χρισμενοσ του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σαμουαλ: μη επιβλεψεισ στο προσωπο του η στο υψοσ του αναστηματοσ του, επειδη τον αποδοκιμασα· δεδομενου οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν βλεπει οπωσ βλεπει ο ανθρωποσ· επειδη, ο ανθρωποσ βλεπει το φαινομενο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ομωσ βλεπει την καρδια. τοτε, ο ιεσσαι καλεσε τον αβιναδαβ, και τον περασε μπροστα στον σαμουαλ. και ειπε: ουτε τουτον δεν εκλεξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τοτε ο ιεσσαι περασε τον σαμμα. κι εκεινοσ ειπε: ουτε τουτον δεν εκλεξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο ιεσσαι περασε μπροστα απο τον σαμουαλ επτα απο τουσ γιουσ του. και ο σαμουαλ ειπε στον ιεσσαι: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν εκλεξε αυτουσ. και ο σαμουαλ ειπε στον ιεσσαι: τελειωσαν τα παιδια; κι εκεινοσ ειπε: μενει ακομα ο νεοτεροσ· και δεσ, ποιμαινει τα προβατα. και ο σαμουαλ ειπε στον ιεσσαι: στειλε και φερ' τον· επειδη, δεν θα καθησουμε στο τραπεζι, μεχρισ οτου ερθει εδω. και εστειλε, και τον εφερε. ηταν δε ξανθοσ, και με ωραια ματια, και ομορφοσ στην οψη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: σηκω, και χρισε αυτον· επειδη, αυτοσ ειναι. τοτε, ο σαμουαλ πηρε το κερασ με το λαδι, και τον εχρισε αναμεσα στα αδελφια του· και ηρθε επανω στον δαβιδ το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο εκεινη την ημερα και στο εξησ. και αφου ο σαμουαλ σηκωθηκε, αναχωρησε στη ραμα. και το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αποσυρθηκε απο τον σαουλ, και ενα πονηρο πνευμα απο τον κυριο τον ταραζε. και οι δουλοι του σαουλ ειπαν σ' αυτον: δεσ, τωρα, ενα πονηρο πνευμα απο τον θεο σε ταραζει· ασ προσταξει τωρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ τουσ δουλουσ σου, που ειναι μπροστα σου, να αναζητησουμε εναν ανθρωπο ειδημονα στο να παιζει κιθαρα· και οταν το πονηρο πνευμα απο τον θεο ειναι επανω σου, να παιζει με το χερι του, και θα σου κανει καλο. και ο σαουλ ειπε στουσ δουλουσ του: προβλεψτε σε μενα, λοιπον, εναν ανθρωπο, που να παιζει καλα, και φερτε τον σε μενα. τοτε, ενασ απο τουσ δουλουσ του αποκριθηκε, και ειπε: δεσ, ειδα τον γιο του ιεσσαι του βηθλεεμιτη, ειναι ειδημονασ στο να παιζει, και ανδρειοτατοσ, και ανδρασ πολεμιστησ, και σε λογο συνετοσ, και ωραιοσ ανθρωποσ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι του. και ο σαουλ εστειλε στον ιεσσαι μηνυτεσ, λεγοντασ: στειλε μου τον δαβιδ τον γιο σου, που ειναι μαζι με τα προβατα. και ο ιεσσαι πηρε ενα γαιδουρι φορτωμενο με ψωμια, και ενα ασκι κρασι, και ενα εριφιο απο κατσικια, και τα εστειλε στον σαουλ διαμεσου του γιου του, του δαβιδ. και ο δαβιδ ηρθε στον σαουλ, και σταθηκε μπροστα του· και τον αγαπησε υπερβολικα· και εγινε οπλοφοροσ του. και ο σαουλ εστειλε στον ιεσσαι μηνυτεσ, λεγοντασ: ασ στεκεται, παρακαλω, ο δαβιδ μπροστα μου· επειδη, βρηκε χαρη στα ματια μου. και οταν το πνευμα απο τον θεο ηταν επανω στον σαουλ, ο δαβιδ επαιρνε την κιθαρα, και επαιζε με το χερι του· τοτε, ο σαουλ ανακουφιζοταν, και αναπαυοταν, και το πονηρο πνευμα αποσυροταν απ' αυτον.

17

και οι φιλισταιοι συγκεντρωσαν τα στρατευματα τουσ για πολεμο, και ησαν συγκεντρωμενοι στη σοκχω, που ανηκει στον ιηhυδα, και εκει στρατοπεδευσαν, αναμεσα στη σοκχω και την αζηκα, στην εφεσ-δαμμειμ. και ο σαουλ και οι ανδρεσ του συγκεντρωθηκαν, και στρατοπεδευσαν στην κοιλαδα ηλα, και παραταχθηκαν σε μαχη εναντια στουσ φιλισταιουσ. και οι μεν φιλισταιοι στεκονταν επανω στο βουνο απο την εδω πλευρα, και ο ισραηλ στεκοταν επανω στο βουνο απο την εκει πλευρα· ενω η κοιλαδα ηταν αναμεσα τουσ. και ενασ ανδρασ προμαχητησ βγηκε απο το στρατοπεδο των φιλισταιων, ονομαζομενοσ γολιαθ, απο τη γαθ, υψουσ εξι πηχων και μιασ σπιθαμησ. και ειχε χαλκινη περικεφαλαια επανω στο κεφαλι του, και ηταν ντυμενοσ με αλυσιδωτο θωρακα· και το βαροσ του θωρακα ηταν 5.000 σικλοι χαλκου· και επανω στα σκελη του ειχε κνημιδεσ χαλκινεσ, κι αναμεσα στουσ ωμουσ του ενα χαλκινο δορυ. και το κονταρι του δορατοσ του ηταν σαν το αντι του υφαντη· και η λογχη του δορατοσ του ζυγιζε 600 σικλουσ σιδηρου· και ενασ, κρατωντασ την επιμηκη ασπιδα, προπορευοταν μπροστα του. και οταν σταθηκε, βοησε προσ τισ παραταξεισ του ισραηλ, και τουσ ειπε: γιατι βγαινετε να παραταχθειτε σε μαχη; δεν ειμαι εγω ο φιλισταιοσ, κι εσεισ δουλοι του σαουλ; διαλεξτε για τον εαυτο σασ εναν ανδρα, και ασ κατεβει σε μενα· και αν μεν μπορεσει να πολεμησει μαζι μου, και με θανατωσει, τοτε εμεισ θα γινουμε δουλοι σασ· αλλα, αν εγω υπερισχυσω εναντιον του, και τον θανατωσω, τοτε εσεισ θα ειστε δουλοι μασ, και θα δουλευετε σε μασ. και ο φιλισταιοσ ειπε: εγω εξουθενωσα τισ παραταξεισ του ισραηλ αυτη την ημερα· δωστε μου εναν ανδρα, για να μονομαχησουμε. οταν ακουσε ο σαουλ και ολοκληροσ ο ισραηλ εκεινα τα λογια του φιλισταιου, ταραχτηκαν και φοβηθηκαν υπερβολικα. και ηταν ο δαβιδ, ο γιοσ εκεινου του εφραθαιου, απο τη βηθλεεμ-ιηhυδα, του ονομαζομενου ιεσσαι· και ειχε οκτω γιουσ· και ο ανθρωποσ αυτοσ στισ ημερεσ του σαουλ ειχε την ταξη του γεροντα αναμεσα στουσ ανθρωπουσ. και πηγαν οι τρεισ γιοι του ιεσσαι, οι μεγαλυτεροι, στη μαχη ακολουθωντασ τον σαουλ· και τα ονοματα των τριων γιων του, που πηγαν στη μαχη, ησαν: ο ελιαβ, ο πρωτοτοκοσ, και ο δευτεροσ του, ο αβιναδαβ, και ο τριτοσ ο σαμμα. και ο δαβιδ ηταν ο νεοτεροσ· και οι τρεισ οι μεγαλυτεροι ακολουθουσαν τον σαουλ. και ο δαβιδ αναχωρουσε και επεστρεφε απο τον σαουλ, για να βοσκει τα προβατα του πατερα του στη βηθλεεμ. και ο φιλισταιοσ πλησιαζε πρωι και βραδυ, και στυλωνοταν για 40 ημερεσ. και ο ιεσσαι ειπε στον δαβιδ τον γιο του: παρε, τωρα, για τα αδελφια σου ενα εφα απο τουτο το φρυγανισμενο σιταρι, και τουτα τα δεκα ψωμια, και τρεξε στο στρατοπεδο στα αδελφια σου· και φερε στον χιλιαρχο τουτα τα δεκα νωπα τυρια, και δεσ αν οι αδελφοι σου υγιαινουν, και παρε απ' αυτουσ ενα σημαδι. και ο σαουλ, κι αυτοι, και ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ, ησαν στην κοιλαδα ηλα, σε μαχη με τουσ φιλισταιουσ. και ο δαβιδ σηκωθηκε το πρωι ενωρισ· και αφηνοντασ τα προβατα σε εναν φυλακα, πηρε, και πηγε, οπωσ τον προσταξε ο ιεσσαι· και ηρθε στο περιχαρακωμα, ενω ο στρατοσ εβγαινε σε παραταξη· και αλαλαξαν για μαχη· επειδη, ο ισραηλ και οι φιλισταιοι παραταχθηκαν, στρατοσ απεναντι σε στρατο. και ο δαβιδ, αφηνοντασ απο πανω του τα σκευη στο χερι του σκευοφυλακα, ετρεξε προσ τον στρατο, και ηρθε, και ρωτησε, τα αδελφια του πωσ εχουν. και ενω μιλουσε μαζι τουσ, να, απο τα στρατευματα των φιλισταιων ανεβαινε ο φιλισταιοσ προμαχητησ, αυτοσ απο τη γαθ, το ονομα του ηταν γολιαθ, και μιλησε τα ιδια εκεινα λογια· και ο δαβιδ τα ακουσε. και ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ, καθωσ ειδαν τον ανδρα, εφυγαν απο μπροστα του, και φοβηθηκαν υπερβολικα. και οι ανδρεσ του ισραηλ ελεγαν: ειδατε αυτον τον ανδρα, που ανεβαινει; σιγουρα ανεβηκε για να εξουθενωσει τον ισραηλ· και οποιοσ τον θανατωσει, αυτον θα τον πλουτισει ο βασιλιασ με μεγαλα πλουτη, και θα του δωσει τη θυγατερα του, και την οικογενεια του θα την κανει ελευθερη αναμεσα στον ισραηλ. και ο δαβιδ ειπε στουσ ανδρεσ που στεκονταν κοντα του, λεγοντασ: τι θα γινει στον ανδρα, που θα παταξει αυτον τον φιλισταιο, και θα αφαιρεσει απο τον ισραηλ το ονειδοσ; επειδη, ποιοσ ειναι αυτοσ ο απεριτμητοσ φιλισταιοσ, ωστε να εξουθενωνει τα στρατευματα του ζωντανου θεου; και ο λαοσ του αποκριθηκε συμφωνα μ' αυτο τον λογο: ετσι θα γινει στον ανδρα, που θα τον παταξει. και ο μεγαλυτεροσ αδελφοσ του, ο ελιαβ, ακουσε, καθωσ μιλουσε στουσ ανδρεσ· και ο θυμοσ του ελιαβ αναψε εναντιον του δαβιδ, και ειπε: γιατι κατεβηκεσ εδω; και σε ποιον αφησεσ εκεινα τα λιγα προβατα στην ερημο; εγω ξερω την υπερηφανεια σου, και την πονηρια τησ καρδιασ σου· σιγουρα, για να δεισ τη μαχη κατεβηκεσ. και ο δαβιδ ειπε: τι εκανα τωρα; δεν ειναι αιτια; και στραφηκε απ' αυτον σε εναν αλλον, και μιλησε με τον ιδιο τροπο· και ο λαοσ παλι του απαντησε συμφωνα με τον πρωτο λογο. και οταν ακουστηκαν τα λογια που μιλησε ο δαβιδ, ανηγγειλαν το πραγμα στον σαουλ· και τον παρελαβε. και ο δαβιδ ειπε στον σαουλ: ασ μη ταπεινωνεται η καρδια κανενοσ ανθρωπου εξαιτιασ του· ο δουλοσ σου θα παει και θα πολεμησει με τουτον τον φιλισταιο. και ο σαουλ ειπε στον δαβιδ: δεν μπορεισ να πασ εναντια σ' αυτον τον φιλισταιο για να πολεμησεισ μαζι του· επειδη, εσυ εισαι παιδι, κι αυτοσ ειναι ανδρασ πολεμιστησ απο τη νιοτη του. και ο δαβιδ ειπε στον σαουλ: ο δουλοσ σου εβοσκε τα προβατα του πατερα του, και ηρθε ενα λιονταρι και μια αρκουδα, και αρπαξε ενα προβατο απο το κοπαδι· και βγηκα πισω απ' αυτο, και το παταξα, και το ελευθερωσα απο το στομα του· και καθωσ σηκωθηκε εναντιον μου, το αρπαξα απο τη σιαγονα, και το χτυπησα, και το θανατωσα· ο δουλοσ σου χτυπησε και το λιονταρι και την αρκουδα· και ο φιλισταιοσ αυτοσ, ο απεριτμητοσ, θα ειναι σαν ενα απ'αυτα, επειδη εξουθενωσε τα στρατευματα του ζωντανου θεου. και ο δαβιδ ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh που με ελευθερωσε απο το χερι του λιονταριου, και απο το χερι τησ αρκουδασ, αυτοσ θα με ελευθερωσει και απο το χερι αυτου του φιλισταιου. και ο σαουλ ειπε στον δαβιδ: πηγαινε, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ ειναι μαζι σου. και ο σαουλ οπλισε τον δαβιδ με την πανοπλια του, και εβαλε στο κεφαλι του μια χαλκινη περικεφαλαια· και τον εντυσε με θωρακα. και ο δαβιδ ζωστηκε τη ρομφαια του επανω απο την πανοπλια του, και θελησε να περπατησει· επειδη, δεν ειχε δοκιμασει. και ο δαβιδ ειπε στον σαουλ: δεν μπορω μ' αυτα να περπατησω· επειδη, ποτε δεν εχω δοκιμασει. και τα ξεντυθηκε ο δαβιδ απο πανω του. και πηρε στο χερι του τη ραβδο του, και διαλεξε για τον εαυτο του πεντε ομαλεσ πετρεσ απο τον χειμαρρο, και βαζοντασ τεσ στο ποιμενικο του σακι και στο θυλακιο, και τη σφενδονη του στο χερι του, πλησιαζε στον φιλισταιο. ο δε φιλισταιοσ ερχοταν προχωρωντασ, και πλησιαζε στον δαβιδ· και ο ασπιδοφοροσ ανδρασ μπροστα απ' αυτον. και οταν ο φιλισταιοσ κοιταξε ολογυρα του, και ειδε τον δαβιδ, τον καταφρονησε· επειδη, ηταν παιδι, και ξανθοσ, και ωραιοσ στην οψη. και ο φιλισταιοσ ειπε στον δαβιδ: σκυλοσ ειμαι εγω, ωστε ερχεσαι σε μενα με ραβδουσ; και ο φιλισταιοσ καταραστηκε τον δαβιδ στουσ θεουσ του. και ο φιλισταιοσ ειπε στον δαβιδ: ελα σε μενα και θα παραδωσω τισ σαρκεσ σου στα πουλια του ουρανου, και στα θηρια του χωραφιου. και ο δαβιδ ειπε στον φιλισταιο: εσυ ερχεσαι εναντιον μου με ρομφαια, και δορυ, και ασπιδα· εγω, ομωσ, ερχομαι εναντιον σου στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, του θεου των στρατευματων του ισραηλ, που εσυ εξουθενωσεσ· αυτη την ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε παραδωσει στο χερι μου· και θα σε παταξω, και θα αφαιρεσω απο σενα το κεφαλι σου· και θα παραδωσω τα πτωματα του στρατοπεδου των φιλισταιων αυτη την ημερα στα πουλια του ουρανου, και στα θηρια τησ γησ· για να γνωρισει ολη η γη οτι υπαρχει θεοσ στον ισραηλ· και ολοκληρο αυτο το πληθοσ θα γνωρισει οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν σωζει με ρομφαια και δορυ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η μαχη, κι αυτοσ θα σασ παραδωσει στο χερι μασ. και οταν ο φιλισταιοσ σηκωθηκε, και ερχοταν και πλησιαζε σε συναντηση του δαβιδ, εσπευσε ο δαβιδ, και ετρεξε στη μαχη εναντιον του φιλισταιου. και ο δαβιδ απλωνοντασ το χερι του στο σακι, πηρε απο εκει μια πετρα, και την εκσφενδονισε, και χτυπησε τον φιλισταιο στο μετωπο του, ωστε η πετρα μπηχτηκε στο μετωπο του· και επεσε κατα προσωπο στη γη. και ο δαβιδ υπερισχυσε εναντια στον φιλισταιο με τη σφενδονη και με την πετρα, και χτυπησε τον φιλισταιο, και τον θανατωσε. αλλα, δεν υπηρχε ρομφαια στο χερι του δαβιδ· γι' αυτο, ετρεξε ο δαβιδ, και αφου σταθηκε επανω στον φιλισταιο, πηρε τη ρομφαια του, και την εσυρε απο τη θηκη τησ, και αφου τον θανατωσε, εκοψε μ' αυτη το κεφαλι του. βλεποντασ οι φιλισταιοι, οτι πεθανε ο ισχυροσ τουσ, εφυγαν· τοτε, σηκωθηκαν οι ανδρεσ του ισραηλ και του ιηhυδα, και αλαλαξαν, και καταδιωξαν τουσ φιλισταιουσ, μεχρι την εισοδο τησ κοιλαδασ, και μεχρι τισ πυλεσ τησ ακκαρων. και επεσαν οι τραυματισμενοι απο τουσ φιλισταιουσ στον δρομο τησ σααραειμ, μεχρι τη γαθ, και μεχρι την ακκαρων. και οι γιοι ισραηλ επεστρεψαν απο την καταδιωξη των φιλισταιων, και διαρπαξαν τα στρατοπεδα τουσ. και ο δαβιδ πηρε το κεφαλι του φιλισταιου, και το εφερε στα ιεροσολυμα· την πανοπλια του, ομωσ, την εβαλε στη σκηνη του. και οταν ο σαουλ ειδε τον δαβιδ να βγαινει εναντιον του φιλισταιου, ειπε στον αβενηρ, τον αρχηγο του στρατευματοσ: αβενηρ, τινοσ γιοσ ειναι αυτοσ ο νεοσ; και ο αβενηρ ειπε: ζει η ψυχη σου, βασιλια, δεν ξερω. και ο βασιλιασ ειπε: ρωτησε εσυ, τινοσ γιοσ ειναι αυτοσ ο νεανισκοσ. και καθωσ ο δαβιδ επεστρεψε, αφου παταξε τον φιλισταιο, τον πηρε ο αβενηρ, και τον εφερε μπροστα στον σαουλ· και το κεφαλι του φιλισταιου ηταν στο χερι του. και ο σαουλ του ειπε: τινοσ γιοσ εισαι εσυ, νεε; και ο δαβιδ αποκριθηκε: ο γιοσ του δουλου σου ιεσσαι του βηθλεεμιτη.

18

και καθωσ τελειωσε να μιλαει στον σαουλ, η ψυχη του ιωναθαν συνδεθηκε με την ψυχη του δαβιδ, και ο ιωναθαν τον αγαπησε σαν τη δικη του ψυχη. και ο σαουλ τον παρελαβε εκεινη την ημερα, και δεν τον αφησε πλεον να επιστρεψει στο σπιτι του πατερα του. τοτε, ο ιωναθαν εκανε συνθηκη με τον δαβιδ· επειδη, τον αγαπουσε σαν τη δικη του ψυχη. και ο ιωναθαν αφου ξεντυθηκε το επανωφορι που ειχε επανω του, το εδωσε στον δαβιδ, και τη στολη του, μεχρι και το ξιφοσ του, και το τοξο του, και τη ζωνη του. και ο δαβιδ εβγαινε παντου οπου τον εστελνε ο σαουλ, και φεροταν με συνεση· και ο σαουλ τον εβαλε αρχηγο επανω σε ολουσ τουσ ανδρεσ του πολεμου· και ηταν αρεστοσ στα ματια ολοκληρου του λαου, κι ακομα και στα ματια των δουλων του σαουλ. και καθωσ ερχονταν, ενω ο δαβιδ επεστρεφε απο τη σφαγη του φιλισταιου, εβγαιναν γυναικεσ απο ολεσ τισ πολεισ του ισραηλ, ψαλλοντασ και χορευοντασ, σε συναντηση του βασιλια σαουλ, με τυμπανα, με χαρα, και με κυμβαλα. και αποκρινονταν η μια στην αλλη οι γυναικεσ, που επαιζαν, και ελεγαν: ο σαουλ παταξε τισ χιλιαδεσ του, και ο δαβιδ τισ μυριαδεσ του. και ο σαουλ παροξυνθηκε σε υπερβολικο βαθμο, και φανηκε δυσαρεστοσ στα ματια του αυτοσ ο λογοσ, και ειπε: απεδωσαν στον δαβιδ τισ μυριαδεσ, και σε μενα απεδωσαν τισ χιλιαδεσ· και τι απολειπεται πλεον σ' αυτον παρα η βασιλεια; και ο σαουλ υπεβλεπε τον δαβιδ απο εκεινη την ημερα και στο εξησ. και την επομενη ημερα ηρθε επανω στον σαουλ ενα πονηρο πνευμα απο τον θεο, και προφητευε μεσα στο σπιτι· και ο δαβιδ επαιζε με το χερι του κιθαρα, οπωσ καθε ημερα· και υπηρχε ενα μικρο δορυ στο χερι του σαουλ· και ο σαουλ ερριξε το μικρο δορυ, λεγοντασ: θα χτυπησω τον δαβιδ μεχρι και στον τοιχο. αλλα, ο δαβιδ παρεξεκλινε δυο φορεσ απο μπροστα του. και ο σαουλ φοβηθηκε απο μπροστα απο τον δαβιδ, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι του, ενω απο τον σαουλ ειχε απομακρυνθει. γι' αυτο, ο σαουλ τον απομακρυνε απο κοντα του, και τον εκανε χιλιαρχο· και εβγαινε και εμπαινε μπροστα στον λαο. και ο δαβιδ φεροταν με συνεση σε ολουσ τουσ δρομουσ του· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι του. γι' αυτο ο σαουλ, βλεποντασ οτι φερεται με μεγαλη συνεση, φοβοταν απο μπροστα του. και ολοκληροσ ο ισραηλ και ο ιηhυδασ αγαπουσε τον δαβιδ, επειδη εβγαινε και εμπαινε μπροστα τουσ. και ο σαουλ ειπε στον δαβιδ: δεσ, η μεγαλυτερη θυγατερα μου η μεραβ· αυτην θα σου δωσω για γυναικα· μονον να εισαι σε μενα ανδρειοσ, και να μαχεσαι τισ μαχεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ο σαουλ ειπε: ασ μη ειναι το χερι μου επανω του, αλλα το χερι των φιλισταιων ασ ειναι επανω του. και ο δαβιδ ειπε στον σαουλ: ποιοσ ειμαι εγω; και ποια ειναι η ζωη μου, και η οικογενεια του πατερα μου αναμεσα στον ισραηλ, ωστε να γινω γαμπροσ του βασιλια; αλλα, την εποχη που η μεραβ, η θυγατερα του σαουλ, επροκειτο να δοθει στον δαβιδ, αυτη δοθηκε για γυναικα στον αδριηλ, τον μεολαθιτη. τον δαβιδ, ομωσ, αγαπουσε η μιχαλ, η θυγατερα του σαουλ· και το ανηγγειλαν στον σαουλ· και του αρεσε αυτο το πραγμα. και ο σαουλ ειπε: θα του τη δωσω, για να του γινει παγιδα, και για να ειναι επανω του το χερι των φιλισταιων. γι' αυτο, ο σαουλ ειπε στον δαβιδ: σημερα θα εισαι γαμπροσ μου με τη δευτερη θυγατερα μου. και ο σαουλ προσταξε τουσ δουλουσ του, λεγοντασ: μιληστε κρυφα στον δαβιδ, και πειτε του: δεσ, ο βασιλιασ αρεσκεται σε σενα, και σε αγαπουν ολοι οι δουλοι του· τωρα, λοιπον, γινε γαμπροσ του βασιλια. και οι δουλοι του σαουλ μιλησαν αυτα τα λογια στα αυτια του δαβιδ. και ο δαβιδ ειπε: σασ φαινεται τιποτενιο πραγμα να γινει κανεισ γαμπροσ του βασιλια; αλλ' εγω ειμαι φτωχοσ ανθρωποσ, και τιποτενιοσ. και οι δουλοι του σαουλ ανηγγειλαν σ' αυτον, λεγοντασ: συμφωνα μ' αυτα τα λογια μιλησε ο δαβιδ. και ο σαουλ ειπε: ετσι θα πειτε στον δαβιδ: ο βασιλιασ δεν θελει νυφικα δωρα, αλλα 100 ακροβυστιεσ φιλισταιων, για να εκδικηθει ο βασιλιασ εναντια στουσ εχθρουσ του. ο σαουλ, ομωσ, στοχαζοταν να κανει τον δαβιδ να πεσει με το χερι των φιλισταιων. και οταν οι δουλοι του ανηγγειλαν στον δαβιδ αυτα τα λογια, αρεσε στον δαβιδ να γινει γαμπροσ του βασιλια· ωστε, και πριν συμπληρωθουν οι ημερεσ, ο δαβιδ σηκωθηκε και πηγε, αυτοσ και οι ανδρεσ του, και θανατωσε 200 απο τουσ ανδρεσ των φιλισταιων· και ο δαβιδ εφερε τισ ακροβυστιεσ τουσ, και τισ απεδωσε ολοκληρεσ στον βασιλια, για να γινει γαμπροσ του βασιλια. και ο σαουλ του εδωσε τη μιχαλ τη θυγατερα του για γυναικα. και ο σαουλ ειδε και γνωρισε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι με τον δαβιδ· και η μιχαλ η θυγατερα του σαουλ τον αγαπουσε. και ο σαουλ φοβοταν ακομα περισσοτερο μπροστα απο τον δαβιδ· και ο σαουλ εγινε παντοτινοσ εχθροσ του δαβιδ. και οι αρχοντεσ των φιλισταιων βγηκαν σε πολεμο· και απο την ημερα που βγηκαν, ο δαβιδ φεροταν με μεγαλυτερη συνεση απο ολουσ τουσ δουλουσ του σαουλ· ωστε, το ονομα του τιμηθηκε υπερβολικα.

19

και ο σαουλ ειπε στον ιωναθαν, τον γιο του, και σε ολουσ τουσ δουλουσ του, να θανατωσουν τον δαβιδ. ο ιωναθαν, ομωσ, ο γιοσ του σαουλ, αγαπουσε τον δαβιδ υπερβολικα· και ο ιωναθαν ανηγγειλε στον δαβιδ, λεγοντασ: ο σαουλ, ο πατερασ μου, ζηταει να σε θανατωσει· τωρα, λοιπον, φυλαξου, παρακαλω, μεχρι το πρωι, και μενε σε ενα κρυφο μεροσ, και κρυψου· κι εγω θα βγω και θα σταθω κοντα στον πατερα μου στο χωραφι, οπου θα βρισκεσαι, και θα μιλησω στον πατερα μου για σενα· και θα δω τι ειναι, και θα σου το αναγγειλω. και ο ιωναθαν μιλησε στον σαουλ τον πατερα του ευνοικα για τον δαβιδ και του ειπε: ασ μη αμαρτησει ο βασιλιασ εναντια στον δουλο του, εναντια στον δαβιδ· επειδη, δεν αμαρτησε εναντιον σου, και επειδη τα εργα του σταθηκαν πολυ καλα σε σενα· δεδομενου οτι, ριψοκινδυνεψε τη ζωη του, και θανατωσε τον φιλισταιο, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε μεγαλη σωτηρια σε ολοκληρο τον ισραηλ· ειδεσ και χαρηκεσ· γιατι, λοιπον, θελεισ να αμαρτησεισ εναντια σε αθωο αιμα, θανατωνοντασ τον δαβιδ χωρισ αιτια; και ο σαουλ εδωσε προσοχη στη φωνη του ιωναθαν· και ορκιστηκε ο σαουλ, λεγοντασ: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεν θα θανατωθει. και ο ιωναθαν φωναξε τον δαβιδ, και του ανηγγειλε ολα αυτα τα λογια. και ο ιωναθαν εφερε τον δαβιδ στον σαουλ, και ηταν μπροστα του, οπωσ και αλλοτε. εγινε και παλι πολεμοσ· και ο δαβιδ βγηκε, και πολεμησε με τουσ φιλισταιουσ, και παταξε τουσ φιλισταιουσ με μεγαλη σφαγη· και εφυγαν απο μπροστα του. και το πονηρο πνευμα απο τον κυριο σταθηκε επανω στον σαουλ, ενω καθοταν στο σπιτι του με το μικρο δορυ στο χερι του· και ο δαβιδ επαιζε με το χερι του το οργανο. και ο σαουλ ζητησε να χτυπησει τον δαβιδ με το μικρο δορυ και μεχρι τον τοιχο· ξεκλινε, ομωσ, απο μπροστα απο τον σαουλ, και χτυπησε με το μικρο δορυ τον τοιχο· και ο δαβιδ εφυγε, και διασωθηκε εκεινη τη νυχτα. και ο σαουλ εστειλε μηνυτεσ στο σπιτι του δαβιδ, για να τον παραφυλαξουν, και να τον θανατωσουν το πρωι· η μιχαλ, ομωσ, η γυναικα του, ανηγγειλε στον δαβιδ, λεγοντασ: αν δεν σωσεισ τη ζωη σου αυτη τη νυχτα, αυριο θα θανατωθεισ. και η μιχαλ κατεβασε τον δαβιδ απο το παραθυρο· και αναχωρησε, και εφυγε, και διασωθηκε. τοτε, η μιχαλ παιρνοντασ ενα ομοιωμα, το εβαλε επανω στο κρεβατι, και στο κεφαλι του εβαλε ενα προσκεφαλο απο τριχεσ κατσικιων, και το σκεπασε με ενα φορεμα. και οταν ο σαουλ εστειλε μηνυτεσ για να πιασουν τον δαβιδ, εκεινη ειπε: ειναι αρρωστοσ. ο σαουλ εστειλε ξανα μηνυτεσ για να δουν τον δαβιδ, λεγοντασ: φερτε τον μου επανω στο κρεβατι, για να τον θανατωσω. και οταν οι μηνυτεσ μπηκαν μεσα, να, επανω στο κρεβατι ηταν το ομοιωμα, και ενα προσκεφαλο στο κεφαλι του απο τριχεσ κατσικιων. και ο σαουλ ειπε στη μιχαλ: γιατι με εξαπατησεσ ετσι, και εδιωξεσ τον εχθρο μου, και διασωθηκε; και η μιχαλ απαντησε στον σαουλ: αυτοσ μου ειπε: αφησε με να φυγω· γιατι να σε θανατωσω; και ο δαβιδ εφυγε, και διασωθηκε, και ηρθε στον σαμουαλ στη ραμα, και του ανηγγειλε ολα οσα του ειχε κανει ο σαουλ· και πηγαν, αυτοσ και ο σαμουαλ, και κατοικησαν στη ναυιωθ. και ανηγγειλαν στον σαουλ, και ειπαν: δεσ, ο δαβιδ ειναι στη ναυιωθ, στη ραμα. και ο σαουλ εστειλε μηνυτεσ για να πιασουν τον δαβιδ· και οταν ειδαν τη συγκεντρωση των προφητων να προφητευουν, και τον σαμουαλ να προισταται σ' αυτουσ, ηρθε το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επανω στουσ μηνυτεσ του σαουλ, και προφητευαν κι αυτοι. και οταν αυτο αναγγελθηκε στον σαουλ, εστειλε και αλλουσ μηνυτεσ, κι αυτοι παρομοια προφητευαν. και ο σαουλ ξαναστειλε μηνυτεσ για τριτη φορα, κι αυτοι επισησ προφητευαν. τοτε, πηγε κι αυτοσ στη ραμα, και ηρθε μεχρι το μεγαλο πηγαδι που ειναι στη σοκχω· και ρωτησε λεγοντασ: που ειναι ο σαμουαλ και ο δαβιδ; και ειπαν: δεσ, στη ναυιωθ, στη ραμα. και πηγε εκει στη ναυιωθ, που ηταν στη ραμα· και το πνευμα του θεου ηρθε επανω του και εξακολουθουσε τον δρομο του προφητευοντασ, μεχρισ οτου ηρθε στη ναυιωθ, στη ραμα. και αφου ξεντυθηκε κι αυτοσ τα ιματια του, προφητευε μπροστα στον σαμουαλ με τον ιδιο τροπο, και ηταν καταγησ γυμνοσ ολη εκεινη την ημερα και ολη τη νυχτα. γι' αυτο, λενε: και ο σαουλ αναμεσα σε προφητεσ;

20

και ο δαβιδ εφυγε απο τη ναυιωθ, που ειναι στη ραμα, και ηρθε, και ειπε μπροστα στον ιωναθαν: τι εκανα; ποιο ειναι το αδικημα μου, και ποιο το αμαρτημα μου μπροστα στον πατερα σου, για το οποιο ζηταει την ψυχη μου; κι εκεινοσ του ειπε: μη γενοιτο! εσυ δεν θα πεθανεισ· δεσ, ο πατερασ μου δεν θα κανει τιποτε, ουτε μεγαλο ουτε μικρο, που να μη το φανερωσει σε μενα· και γιατι ο πατερασ μου θα εκρυβε αυτο το πραγμα απο μενα; δεν ειναι ετσι. και ο δαβιδ ορκιστηκε ακομα, και ειπε: ο πατερασ σου, βεβαια, ξερει οτι εγω βρηκα χαρη μπροστα σου· γι' αυτο, λεει: ασ μη το ξερει αυτο ο ιωναθαν, μηπωσ λυπηθει. αλλα, ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ζει η ψυχη σου, δεν ειναι παρα ενα βημα αναμεσα σε μενα και τον θανατο. τοτε ο ιωναθαν ειπε στον δαβιδ: ο,τι επιθυμει η ψυχη σου θα το κανω σε σενα. και ο δαβιδ ειπε στον ιωναθαν: δεσ, αυριο ειναι νεομηνια, κατα την οποια συνηθιζω να καθομαι να συντρωγω με τον βασιλια· αφησε με, λοιπον, να παω για να κρυφτω στο χωραφι μεχρι την εσπερα τησ τριτησ ημερασ· αν ο πατερασ σου κοιταζοντασ ολογυρα με ζητησει, τοτε πεσ: ο δαβιδ ζητησε απο μενα ενθερμα να τρεξει στη βηθλεεμ, την πολη του· επειδη, γινεται εκει ετησια θυσια, απο ολη τη συγγενεια του· αν πει ετσι: καλα· θα ειναι ειρηνη στον δουλο σου· αν, ομωσ, οργιστει πολυ, να ξερεισ οτι το κακο ειναι αποφασισμενο απ' αυτον. θα κανεισ, λοιπον, ελεοσ στον δουλο σου· επειδη, εβαλεσ τον δουλο σου σε συνθηκη κυριου μαζι σου· αν, ομωσ, υπαρχει σε μενα αδικια, θανατωσε με εσυ· και γιατι να με φερεισ μεχρι τον πατερα σου; και ο ιωναθαν ειπε: μη γενοιτο ποτε κατι τετοιο σε σενα! επειδη, αν πραγματικα γνωρισω οτι ειναι αποφασισμενο απο τον πατερα μου το κακο ναρθει επανω σου, σιγουρα θα σου το αναγγειλω. και ο δαβιδ ειπε στον ιωναθαν: ποιοσ θα μου το αναγγειλει αν ο πατερασ σου απαντησει σε σενα με σκληρο τροπο; και ο ιωναθαν ειπε στον δαβιδ: ελα, και ασ βγουμε στο χωραφι. και βγηκαν και οι δυο στο χωραφι. και ο ιωναθαν ειπε στον δαβιδ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε του ισραηλ! οταν καποτε την αυριανη η τη μεθαυριανη ημερα εξιχνιασω τον πατερα μου, και να, ειναι κατι καλο για τον δαβιδ, αν δεν σου στειλω τοτε να το αναγγειλω σε σενα, ετσι να κανει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιωναθαν και ετσι να προσθεσει! αν, ομωσ, ο πατερασ μου αποφασισε το κακο εναντιον σου, θα σου το αναγγειλω, και θα σε εξαποστειλω, και θα πασ με ειρηνη· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ ειναι μαζι σου, καθωσ σταθηκε με τον πατερα μου! και οχι μοναχα οσο ζω θα δειξεισ σε μενα το ελεοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να μη πεθανω, αλλα, και δεν θα αποκοψεισ το ελεοσ σου απο την οικογενεια μου, παντοτινα· οχι, ουτε οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αφανισει τουσ εχθρουσ του δαβιδ, καθε εναν απο το προσωπο τησ γησ. και ο ιωναθαν εκανε συνθηκη με την οικογενεια του δαβιδ, λεγοντασ τελικα: και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να ζητησει λογο απο τουσ εχθρουσ του δαβιδ! και ο ιωναθαν εκανε και τον δαβιδ να ορκιστει στην αγαπη του σ' αυτον· επειδη, τον αγαπουσε οπωσ αγαπουσε τη δικη του ψυχη. και ο ιωναθαν του ειπε: αυριο ειναι νεομηνια· και θα αναζητηθεισ, επειδη η καθεδρα σου θα ειναι αδειανη· και αφου μεινεισ τρεισ ημερεσ, θα κατεβεισ με βιασυνη, και θαρθεισ στον τοπο, οπου κρυφτηκεσ την ημερα τησ πραξησ, και θα καθησεισ κοντα στην πετρα εζηλ· και εγω θα τοξευσω τρια βελη στα πλαγια τησ πετρασ, σαν να τοξευω σε σημαδι· και δεσ, θα αποστειλω τον υπηρετη, λεγοντασ: πηγαινε, βρεσ τα βελη· -αν πω στον υπηρετη, ρητα: δεσ, τα βελη ειναι προσ τα δω απο σενα, παρ' τα· τοτε, ελα, επειδη, ειναι ειρηνη σε σενα, και καμια βλαβη, ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αν, ομωσ, πω στον νεο: δεσ, τα βελη ειναι πιο περα απο σενα· -πηγαινε τον δρομο σου, επειδη σε εξαπεστειλε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· για τον λογο, ομωσ, που μιλησαμε εγω κι εσυ, δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ ειναι μαρτυρασ αναμεσα σε μενα και σε σενα, παντοτινα. ο δαβιδ κρυφτηκε, λοιπον, στο χωραφι· και οταν ηρθε η νεομηνια, ο βασιλιασ καθησε στο τραπεζι για να φαει. και ο βασιλιασ καθησε επανω στην καθεδρα του, οπωσ αλλοτε, επανω σε καθεδρα κοντα στον τοιχο· και ο ιωναθαν σηκωθηκε, και ο αβενηρ καθησε κοντα στον σαουλ, ο τοποσ ομωσ του δαβιδ ηταν αδειανοσ. ο σαουλ, ομωσ, δεν μιλησε καθολου εκεινη την ημερα· επειδη, ειπε στον εαυτο του: κατι θα του συνεβηκε, ωστε να μη ειναι καθαροσ· σιγουρα δεν ειναι καθαροσ. και το πρωι, τη δευτερη του μηνα, ο τοποσ του δαβιδ ηταν αδειανοσ· και ο σαουλ ειπε στον ιωναθαν, τον γιο του: γιατι δεν ηρθε ο γιοσ του ιεσσαι στο τραπεζι, ουτε χθεσ ουτε σημερα; και ο ιωναθαν απαντησε στον σαουλ: ο δαβιδ μου ζητησε ενθερμα να παει μεχρι τη βηθλεεμ, και ειπε: ασ παω, παρακαλω, επειδη η συγγενεια μασ κανει θυσια στην πολη· και ο αδελφοσ μου, αυτοσ μου παρηγγειλε να παραβρεθω· τωρα, λοιπον, αν βρηκα χαρη στα ματια σου, αφησε με, παρακαλω, να παω, και να δω τα αδελφια μου· -γι' αυτο δεν ηρθε στο τραπεζι του βασιλια. τοτε, αναψε η οργη του σαουλ εναντια στον ιωναθαν, και του ειπε: γιε διεφθαρμενησ και αποστατιδασ γυναικασ, δεν ξερω οτι εσυ διαλεξεσ τον γιο του ιεσσαι προσ ντροπη σου, και προσ ντροπη τησ γυμνωσησ τησ μητερασ σου; επειδη, ενοσω ο γιοσ του ιεσσαι ζει επανω στη γη, εσυ δεν θα στερεωθεισ ουτε η βασιλεια σου· τωρα, λοιπον, στειλε, και φερ' τον σε μενα· επειδη, εξαπαντοσ θα πεθανει. και ο ιωναθαν απαντησε στον πατερα του: γιατι να θανατωθει; τι εκανε; και ο σαουλ ερριξε εναντιον του ενα μικρο δορυ, για να τον χτυπησει· τοτε, ο ιωναθαν γνωρισε, οτι ηταν αποφασισμενο απο τον πατερα του να θανατωσει τον δαβιδ. και ο ιωναθαν σηκωθηκε απο το τραπεζι με εξαψη θυμου, και δεν εφαγε τροφη τη δευτερη ημερα του μηνα· για τον λογο οτι, ηταν λυπημενοσ για τον δαβιδ, επειδη τον ειχε καταντροπιασει ο πατερασ του. και το πρωι ο ιωναθαν βγηκε στο χωραφι, τον χρονο που ειχε προσδιοριστει με τον δαβιδ, εχοντασ μαζι του ενα μικρο παιδακι. και ειπε στο παιδακι του: τρεξε, βρεσ τωρα τα βελη, που εγω τοξευω. και καθωσ ετρεχε το παιδακι, τοξευσε το βελοσ περα απ' αυτο. και οταν το παιδακι ηρθε στο μεροσ του βελουσ, που ο ιωναθαν ειχε τοξευσει, φωναξε ο ιωναθαν πισω απο το παιδακι, και ειπε: δεν ειναι το βελοσ περα απο σενα; και ο ιωναθαν φωναξε πισω απο το παιδακι: βιασου, σπευσε, μη σταθεισ. και το παιδακι μαζεψε τα βελη του ιωναθαν, και ηρθε στον κυριο του. το παιδακι, ομωσ, δεν ηξερε τιποτε· μονοσ ο ιωναθαν και ο δαβιδ ηξεραν την υποθεση. και ο ιωναθαν εδωσε τα οπλα στο παιδακι, που ηταν μαζι του, και του ειπε: πηγαινε, φερτ' τα στην πολη. και καθωσ το παιδακι αναχωρησε, σηκωθηκε ο δαβιδ απο το μεσημβρινο μεροσ, και επεσε μπροστα του στη γη, και προσκυνησε τρεισ φορεσ· και φιληθηκαν μεταξυ τουσ, και εκλαψαν και οι δυο· ο δαβιδ, μαλιστα, εκανε μεγαλον κλαυθμο. και ο ιωναθαν ειπε στον δαβιδ: πηγαινε με ειρηνη, καθωσ εμεισ οι δυο ορκιστηκαμε στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ ειναι αναμεσα σε μενα και σε σενα, και αναμεσα στο σπερμα μου και στο σπερμα σου, παντοτινα! και σηκωθηκε και αναχωρησε· ενω ο ιωναθαν μπηκε στην πολη.

21

και ο δαβιδ ηρθε στη νωδ, στον ιερεα αχιμελεχ· και ο αχιμελεχ εξεπλαγη στη συναντηση του δαβιδ, και του ειπε: γιατι εσυ εισαι μονοσ, και δεν ειναι κανενασ μαζι σου; και ο δαβιδ ειπε στον αχιμελεχ, τον ιερεα: ο βασιλιασ προσταξε σε μενα καποια υποθεση, και μου ειπε: ασ μη ξερει κανενασ τιποτε για την υποθεση, για την οποια σε στελνω εγω, ουτε τι σε προσταξα· και διορισα στουσ δουλουσ τον ταδε και τον ταδε τοπο· - τωρα, λοιπον, τι σου ειναι προχειρο; δωσε πεντε ψωμια στο χερι μου η ο,τι βρισκεται. και ο ιερεασ απαντησε στον δαβιδ, και ειπε: δεν εχω προχειρο κανενα κοινο ψωμι, αλλα ειναι αρτοι αγιασμενοι· φυλαχθηκαν οι νεοι καθαροι τουλαχιστον απο γυναικεσ; και ο δαβιδ απαντησε στον ιερεα, και του ειπε: μαλιστα, οι γυναικεσ ειναι μακρια απο μασ αυτεσ τισ τρεισ ημερεσ, απο τοτε που βγηκαμε, και τα σκευη των νεων ειναι καθαρα· κι αυτοσ ο αρτοσ ειναι κοινοσ κατα καποιον τροπο, επειδη μαλιστα σημερα ειναι στα σκευη αλλοσ αγιασμενοσ. ο ιερεασ, λοιπον, του εδωσε τουσ αγιουσ αρτουσ· επειδη, εκει δεν υπηρχε αρτοσ, παρα οι αρτοι τησ προθεσησ, που ειχαν σηκωθει μπροστα απο τον κυριο, για να βαλουν αρτουσ ζεστουσ, την ημερα που εκεινοι σηκωθηκαν. υπηρχε, ομωσ, εκει καποιοσ ανθρωποσ απο τουσ δουλουσ του σαουλ, εκεινη την ημερα, που ηταν κρατουμενοσ μπροστα στον κυριο· και το ονομα του ηταν δωηκ, ο ιδουμαιοσ, επιστατησ των ποιμενων του σαουλ. και ο δαβιδ ειπε στον αχιμελεχ: και δεν εχεισ εδω κανενα προχειρο δορυ η ρομφαια; επειδη, ουτε τη ρομφαια μου ουτε τα οπλα μου πηρα στο χερι μου, επειδη η υποθεση του βασιλια ηταν κατεπειγουσα. και ο ιερεασ ειπε: η ρομφαια του γολιαθ του φιλισταιου, που χτυπησεσ στην κοιλαδα ηλα, δεσ, ειναι περιτυλιγμενη σε υφασμα πισω απο το εφοδ· αν θελεισ να την παρεισ, παρ' την· επειδη, εδω δεν υπαρχει αλλη εκτοσ απο εκεινη. και ο δαβιδ ειπε: δεν υπαρχει καμια, σαν κι αυτη· δωσε μου αυτη. και ο δαβιδ σηκωθηκε, και εφυγε εκεινη την ημερα μπροστα απο τον σαουλ, και πηγε στον αγχουσ, τον βασιλια τησ γαθ. και οι δουλοι του αγχουσ ειπαν σ' αυτον: δεν ειναι αυτοσ ο δαβιδ, ο βασιλιασ του τοπου; δεν ειναι αυτοσ, στον οποιο εψαλλαν αμοιβαια σε χορουσ γυναικεσ, που ελεγαν: ο σαουλ χτυπησε τισ χιλιαδεσ του, και ο δαβιδ τισ μυριαδεσ του; και ο δαβιδ εβαλε αυτα τα λογια στην καρδια του, και φοβηθηκε υπερβολικα απο τον αγχουσ, τον βασιλια τησ γαθ. και αλλαξε τον τροπο μπροστα τουσ, και προσποιηθηκε τον τρελο αναμεσα στα χερια τουσ και εξυνε επανω στισ πορτεσ τησ πυλησ, και αφηνε το σαλιο του να πεφτει κατω στα γενια του. τοτε, ο αγχουσ ειπε στουσ δουλουσ του: να, εσεισ βλεπετε τον ανθρωπο οτι ειναι τρελοσ· γιατι τον φερατε σε μενα; μηπωσ εγω στερουμαι απο τρελουσ, ωστε να τον φερετε για να κανει τον τρελο μπροστα μου; αυτοσ θα εμπαινε μεσα στο σπιτι μου;

22

και ο δαβιδ αναχωρησε απο εκει, και διασωθηκε στο σπηλαιο οδολλαμ· και οταν οι αδελφοι του, και ολοκληρη η οικογενεια του πατερα του, το ακουσαν, κατεβηκαν εκει σ' αυτον. και συγκεντρωθηκαν προσ αυτον, καθενασ που ηταν σε στενοχωρια, και καθε χρεοφειλετησ, και καθε δυσαρεστημενοσ· και εγινε αρχηγοσ επανω σ' αυτουσ· και ησαν μαζι του περιπου 400 ανδρεσ. και ο δαβιδ αναχωρησε απο εκει στη μισπα του μωαβ· και ειπε στον βασιλια του μωαβ: ασ ερθουν, παρακαλω, ο πατερασ μου και η μητερα μου σε σασ, μεχρισ οτου γνωρισω τι θα κανει σε μενα ο θεοσ. και τουσ εφερε μπροστα στον βασιλια του μωαβ· και κατοικησαν μαζι του ολο τον καιρο κατα τον οποιο ο δαβιδ ηταν στο οχυρωμα. και ο γαδ ο προφητησ ειπε στον δαβιδ: μη μενεισ στο οχυρωμα· αναχωρησε, και μπεσ μεσα στη γη του ιηhυδα. τοτε, ο δαβιδ αναχωρησε, και μπηκε στο δασοσ αρεθ. και καθωσ ο σαουλ ακουσε οτι ο δαβιδ φανερωθηκε, και οι ανδρεσ του, και οσοι ησαν μαζι του, (καθοταν μαλιστα ο σαουλ στη γαβαα, κατω απο το δεντρο στη ραμα, εχοντασ το δορυ του στο χερι του, και ολοι οι δουλοι του στεκονταν μπροστα του·) τοτε, ο σαουλ ειπε στουσ δουλουσ του, τουσ παρισταμενουσ μπροστα του: ακουστε, τωρα, βενιαμιτεσ: μηπωσ θα δωσει σε ολουσ σασ ο γιοσ του ιεσσαι χωραφια και αμπελια η και ολουσ σασ θα σασ κανει χιλιαρχουσ και εκατονταρχουσ, ωστε ολοι εσεισ να συνωμοτησετε εναντιον μου, και να μη ειναι κανενασ που να αναγγειλει σε μενα οτι ο γιοσ μου εκανε συνθηκη με τον γιο του ιεσσαι, και να μη υπαρχει κανενασ απο σασ που να ποναει για μενα η να μου αναγγειλει οτι ο γιοσ μου διεγειρε τον δουλο μου εναντιον μου, για να στηνει ενεδρεσ, οπωσ σημερα; και ο δωηκ ο ιδουμαιοσ, που ηταν διορισμενοσ επανω στουσ δουλουσ του σαουλ, αποκριθηκε και ειπε: ειδα τον γιο του ιεσσαι, που ηρθε στη νωβ, στον αχιμελεχ, τον γιο του αχιτωβ· ο οποιοσ ρωτησε γι' αυτον τον κυριο, και του εδωσε τροφεσ, και του εδωσε και τη ρομφαια του γολιαθ του φιλισταιου. τοτε, ο βασιλιασ εστειλε να καλεσουν τον αχιμελεχ, τον γιο του αχιτωβ, τον ιερεα, και ολοκληρη την οικογενεια του πατερα του, τουσ ιερεισ, που ησαν στη νωβ· και ηρθαν ολοι στον βασιλια. και ο σαουλ ειπε: ακουσε τωρα, γιε του αχιτωβ. κι εκεινοσ αποκριθηκε: οριστε εγω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου. και ο σαουλ ειπε σ' αυτον: γιατι συνωμοτησατε εναντιον μου, εσυ και ο γιοσ του ιεσσαι, ωστε να του δωσεισ ψωμι, και ρομφαια, και να ρωτησεισ τον θεο γι' αυτον, ωστε να σηκωθει εναντιον μου, να στηνει ενεδρεσ, οπωσ σημερα; και ο αχιμελεχ αποκριθηκε στον βασιλια, και ειπε: και ποιοσ αναμεσα σε ολουσ τουσ δουλουσ σου ειναι καθωσ ο δαβιδ, πιστοσ, και γαμπροσ του βασιλια, και κινουμενοσ στο προσταγμα σου, και τιμωμενοσ στην οικογενεια σου; σημερα αρχισα να ρωταω γι' αυτον τον θεο; μη γενοιτο! ασ μη βαλει ο βασιλιασ τιποτε επανω στον δουλο του ουτε σε ολη την οικογενεια του πατερα μου· επεδη, ο δουλοσ σου δεν ξερει τιποτε για ολα αυτα, ουτε μικρο ουτε μεγαλο. και ο βασιλιασ ειπε: αχιμελεχ, θα πεθανεισ οπωσδηποτε, εσυ, και ολοκληρη η οικογενεια του πατερα σου. και ο βασιλιασ ειπε στουσ δορυφορουσ του, που στεκονταν ολογυρα του: στραφειτε και θανατωστε τουσ ιερεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, κι αυτοι εχουν το χερι τουσ μαζι με τον δαβιδ, και επειδη γνωρισαν οτι αυτοσ εφευγε, και δεν μου το ανηγγειλαν. οι δουλοι του βασιλια, ομωσ, δεν θελησαν να απλωσουν τα χερια τουσ και να πεσουν επανω στουσ ιερεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο βασιλιασ ειπε στον δωηκ: στρεψε εσυ, και πεσε επανω στουσ ιερεισ. και ο δωηκ ο ιδουμαιοσ στραφηκε και επεσε επανω στουσ ιερεισ, και εκεινη την ημερα θανατωσε 85 ανδρεσ που φορουσαν λινο εφοδ. και χτυπησε τη νωβ, την πολη των ιερεων, με μαχαιρα, ανδρεσ και γυναικεσ, παιδια και βρεφη που θηλαζαν, και βοδια και γαιδουρια, και προβατα, με μαχαιρα. διασωθηκε, ομωσ, ενασ απο τουσ γιουσ του αχιμελεχ, γιου του αχιτωβ, με το ονομα αβιαθαρ, και εφυγε πισω απο τον δαβιδ. και ο αβιαθαρ ανηγγειλε στον δαβιδ, οτι ο σαουλ θανατωσε τουσ ιερεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο δαβιδ ειπε στον αβιαθαρ: ηξερα εκεινη την ημερα, κατα την οποια ο δωηκ ο ιδουμαιοσ ηταν εκει, οτι επροκειτο σιγουρα να το αναγγειλει στον σαουλ· εγω σταθηκα αιτια του θανατου ολων των ανθρωπων τησ οικογενειασ του πατερα σου· μενε μαζι μου, μη φοβασαι· επειδη, αυτοσ που ζηταει τη ζωη μου ζηταει και τη ζωη σου· εσυ, εντουτοισ, θα εισαι μαζι μου σε ασφαλεια.

23

και ανηγγειλαν στον δαβιδ, λεγοντασ: δεσ, οι φιλισταιοι πολεμουν στην κεειλα, και αρπαζουν τα αλωνια. και ο δαβιδ ρωτησε τον κυριο, λεγοντασ: να παω και να χτυπησω αυτουσ τουσ φιλισταιουσ; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον δαβιδ: πηγαινε, και χτυπησε τουσ φιλισταιουσ, και σωσε την κεειλα. και οι ανδρεσ του δαβιδ του ειπαν: δεσ, εμεισ εδω στην ιηhυδαια φοβομαστε· ποσο δε μαλλον, αν παμε στην κεειλα, εναντια στα στρατευματα των φιλισταιων; και ο δαβιδ ξαναρωτησε τον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του απαντησε, και ειπε: σηκω, κατεβα στην κεειλα· επειδη, θα παραδωσω τουσ φιλισταιουσ στο χερι σου. τοτε, ηρθε ο δαβιδ και οι ανδρεσ του στην κεειλα, και πολεμησε με τουσ φιλισταιουσ, και πηρε τα κτηνη τουσ, και τουσ χτυπησε με μεγαλη σφαγη. και ο δαβιδ εσωσε τουσ κατοικουσ τησ κεειλα. και οταν ο αβιαθαρ, ο γιοσ του αχιμελεχ, εφυγε προσ τον δαβιδ στην κεειλα, αυτοσ ειχε κατεβει με εφοδ στο χερι του. και αναγγελθηκε στον σαουλ οτι ο δαβιδ ειχε ερθει στην κεειλα. και ο σαουλ ειπε: ο θεοσ τον παρεδωσε στο χερι μου· επειδη, αποκλειστηκε, μπαινοντασ σε πολη, που εχει πυλεσ και μοχλουσ. και ο σαουλ συγκαλεσε ολοκληρο τον λαο σε πολεμο, για να κατεβει στην κεειλα, να πολιορκησει τον δαβιδ και τουσ ανδρεσ του. και ο δαβιδ εμαθε οτι ο σαουλ μηχανευοταν κακο εναντιον του· και ειπε στον αβιαθαρ, τον ιερεα: φερε εδω το εφοδ. και ο δαβιδ ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε του ισραηλ, ο δουλοσ σου ακουσε με βεβαιοτητα οτι ο σαουλ ζηταει ναρθει στην κεειλα, για να εξολοθρευσει την πολη εξαιτιασ μου· θα με παραδωσουν σ' αυτον οι ανδρεσ τησ κεειλα; θα κατεβει ο σαουλ, καθωσ ο δουλοσ σου ακουσε; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε του ισραηλ, φανερωσε, παρακαλω, στον δουλο σου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: θα κατεβει. ο δαβιδ ειπε ξανα: οι ανδρεσ τησ κεειλα θα παραδωσουν εμενα και τουσ ανδρεσ μου στο χερι του σαουλ; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: θα παραδωσουν. τοτε ο δαβιδ και οι ανδρεσ του, περιπου 600, σηκωθηκαν και βγηκαν εξω απο την κεειλα, και πηγαν οπου μπορουσαν. και αναγγελθηκε στον σαουλ, οτι διασωθηκε ο δαβιδ απο την κεειλα· γι' αυτο, παραιτηθηκε απο το να βγει εξω. και ο δαβιδ καθησε στην ερημο, σε οχυρωμενουσ τοπουσ, και εμενε σε καποιο βουνο στην ερημο ζιφ. και ο σαουλ τον ζητουσε ολεσ τισ ημερεσ· ο θεοσ, ομωσ, δεν τον παρεδωσε στο χερι του. και ο δαβιδ ειδε οτι ο σαουλ βγηκε για να ζηταει τη ζωη του· και ο δαβιδ ηταν στην ερημο ζιφ, μεσα στο δασοσ. τοτε σηκωθηκε ο ιωναθαν, ο γιοσ του σαουλ, και πηγε στον δαβιδ στο δασοσ, και ενισχυσε το χερι του στην εξαρτηση του απο τον θεο. και του ειπε: μη φοβασαι, επειδη δεν θα σε βρει το χερι του σαουλ, του πατερα μου· κι εσυ θα βασιλευσεισ στον ισραηλ, κι εγω θα ειμαι δευτεροσ απο σενα· μαλιστα, και ο σαουλ ο πατερασ μου το ξερει αυτο. και εκαναν και οι δυο τουσ συνθηκη μπροστα στον κυριο· και ο δαβιδ καθοταν μεσα στο δασοσ, και ο ιωναθαν αναχωρησε στο σπιτι του. και ανεβηκαν οι ζιφαιοι στον σαουλ στη γαβαα, λεγοντασ: δεν ειναι κρυμμενοσ σε μασ ο δαβιδ, σε οχυρωματα μεσα στο δασοσ, επανω στο βουνο εχελα, που ειναι προσ τα δεξια του γεσιμων; τωρα, λοιπον, βασιλια, κατεβα, με ολη την επιθυμια τησ ψυχησ σου στο να κατεβεισ· και δικο μασ εργο θα ειναι, να τον παραδωσουμε στο χερι του βασιλια. και ο σαουλ ειπε: ευλογημενοι εσεισ απο τον κυριο, επειδη δειξατε συμπαθεια σε μενα· πηγαινετε, λοιπον, και βεβαιωθειτε με περισσοτερη ακριβεια, και μαθετε και δειτε τον τοπο του, που κρυβεται, ποιοσ τον ειδε εκει· επειδη, μου ειπαν οτι μηχανευεται πανουργιεσ· δειτε, λοιπον, και μαθετε σε ποιον απο τουσ αποκρυφουσ τοπουσ ειναι κρυμμενοσ, και, αφου βεβαιωθειτε, γυριστε σε μενα· και θα παω μαζι σασ· και, αν ειναι σ' αυτη τη γη, σιγουρα θα τον εξιχνιασω αναμεσα σε ολεσ τισ χιλιαδεσ του ιηhυδα. και σηκωθηκαν και πηγαν στη ζιφ πριν απο τον σαουλ· ο δαβιδ, ομωσ, και οι ανδρεσ του ησαν στην ερημο μαων, στην πεδιαδα, προσ τα δεξια του γεσιμων. και πηγε ο σαουλ και οι ανδρεσ του να τον αναζητησουν. κι αυτο αναγγελθηκε στον δαβιδ· γι' αυτο, κατεβηκε στην πετρα, και καθοταν στην ερημο μαων. και οταν ο σαουλ το ακουσε, ετρεξε πισω απο τον δαβιδ, στην ερημο μαων. και ο μεν σαουλ πορευοταν κατα τουτο το μεροσ του βουνου, ο δαβιδ ομωσ και οι ανδρεσ του κατ' εκεινο το μεροσ του βουνου· και ο δαβιδ βιαστηκε να φυγει μπροστα απο τον σαουλ· ομωσ, ο σαουλ και οι ανδρεσ του περικυκλωσαν τον δαβιδ και τουσ ανδρεσ του, για να τουσ πιασουν. ηρθε δε ενασ μηνυτησ στον σαουλ, λεγοντασ: βιασου, και ελα, επειδη οι φιλισταιοι εκαναν επιδρομη στη γη. και ο σαουλ γυρισε πισω απο το να καταδιωκει τον δαβιδ, και πηγε σε συναντηση των φιλισταιων· γι' αυτο, ονομασαν εκεινο τον τοπο, σελα-αμμαλεκωθ. ανεβηκε δε ο δαβιδ απο εκει και καθησε στουσ οχυρωμενουσ τοπουσ τησ εν-γαδδι.

24

και αφου ο σαουλ γυρισε απο το να κυνηγαει πισω απο τουσ φιλισταιουσ, του ανηγγειλαν, λεγοντασ: δεσ, ο δαβιδ ειναι στην ερημο εν-γαδδι. τοτε, ο σαουλ πηρε 3.000 εκλεκτουσ ανδρεσ, απο ολο τον ισραηλ, και πηγε στο να αναζηταει τον δαβιδ και τουσ ανδρεσ του επανω στουσ βραχουσ των αγριων κατσικιων. και ηρθε στισ μανδρεσ των προβατων επανω στον δρομο, οπου ηταν το σπηλαιο· και ο σαουλ μπηκε για να σκεπασει τα ποδια του· και ο δαβιδ και οι ανδρεσ του καθονταν στο εσωτερο μεροσ του σπηλαιου. και οι ανδρεσ του δαβιδ του ειπαν: να, η ημερα, για την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε σε σενα, λεγοντασ: δεσ, εγω θα παραδωσω τον εχθρο σου στο χερι σου, και θα κανεισ σ' αυτον οπωσ σου φανει καλο. τοτε, ο δαβιδ σηκωθηκε, και εκοψε κρυφα το κρασπεδο απο το επανωφορι του σαουλ. και υστερα απ' αυτα, η καρδια του δαβιδ τον χτυπησε, επειδη ειχε κοψει το κρασπεδο του σαουλ. και στουσ ανδρεσ του ειπε: μη γενοιτο σε μενα απο τον κυριο, να κανω αυτο το πραγμα στον κυριο μου, τον χρισμενο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, να βαλω το χερι μου επανω του· επειδη, ειναι χρισμενοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο δαβιδ εμποδισε μ' αυτα τα λογια τουσ ανδρεσ του, και δεν τουσ αφησε να σηκωθουν εναντια στον σαουλ. και αφου σηκωθηκε ο σαουλ απο το σπηλαιο, πηγε στον δρομο του. και υστερα απ' αυτα, αφου ο δαβιδ σηκωθηκε, βγηκε απο το σπηλαιο, και φωναξε δυνατα πισω απο τον σαουλ, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, βασιλια. και οταν κοιταξε πισω του, ο δαβιδ εσκυψε με το προσωπο του στη γη, και τον προσκυνησε. και ο δαβιδ ειπε στον σαουλ: γιατι ακουσ τα λογια ανθρωπων που λενε: δεσ, ο δαβιδ ζηταει το κακο σου; δεσ, αυτη την ημερα ειδαν τα ματια σου με ποιον τροπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε παρεδωσε σημερα στο χερι μου, στο σπηλαιο· και μερικοι ειπαν να σε θανατωσω· ομωσ, το ματι μου σε λυπηθηκε· και ειπα: δεν θα βαλω το χερι μου εναντια στον κυριο μου· επειδη, ειναι χρισμενοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεσ, ακομα, πατερα μου, δεσ μαλιστα το κρασπεδο απο το επανωφορι σου στο χερι μου· επειδη, απο το γεγονοσ οτι εκοψα το κρασπεδο απο το επανωφορι σου και δεν σε θανατωσα, γνωρισε και δεσ οτι δεν υπαρχει κακια ουτε παραβαση στο χερι μου, και δεν αμαρτησα εναντιον σου· εσυ, ομωσ, κυνηγασ τη ζωη μου για να την αφαιρεσεισ. ασ κρινει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναμεσα σε μενα και σε σενα, και ασ με εκδικησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο σενα· το χερι μου, ομωσ, δεν θα ειναι επανω σου· καθωσ η παροιμια των αρχαιων λεει: απο ανομουσ βγαινει ανομια· γι' αυτο, το χερι μου δεν θα ειναι επανω σου. πισω απο ποιον βγηκε ο βασιλιασ του ισραηλ; πισω απο ποιον τρεχεισ εσυ; πισω απο εναν νεκρωμενο σκυλο, πισω απο εναν ψυλλο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λοιπον, ασ ειναι δικαστησ, και ασ κρινει αναμεσα σε μενα και σε σενα· κι ασ δει, κι ασ δικασει τη δικη μου, και ασ με ελευθερωσει απο το χερι σου. και αφου ο δαβιδ τελειωσε μιλωντασ προσ τον σαουλ αυτα τα λογια, ο σαουλ ειπε: η φωνη σου ειναι αυτη, παιδι μου δαβιδ; και ο σαουλ σηκωσε τη φωνη του και εκλαψε. και ειπε στον δαβιδ: εισαι δικαιοτεροσ απο μενα· επειδη, εσυ μου ανταπεδωσεσ καλο, ενω εγω σου ανταπεδωσα κακο. κι εσυ εδειξεσ σημερα με ποση αγαθοτητα μου φερθηκεσ· επειδη, ενω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με απεκλεισε στα χερια σου, εσυ δεν με θανατωσεσ. και, ποιοσ, βρισκοντασ τον εχθρο του, θα τον αφηνε να παει στον δρομο του αβλαβωσ; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λοιπον, να σου ανταποδωσει καλο, για εκεινο που εκανεσ σε μενα σημερα. και τωρα, δεσ, εγω γνωριζω οτι σιγουρα θα βασιλευσεισ, και η βασιλεια του ισραηλ στο χερι σου θα στερεωθει. τωρα, λοιπον, ορκισου σε μενα στον κυριο, οτι δεν θα εξολοθρευσεισ το σπερμα μου υστερα απο μενα, και οτι δεν θα αφανισεισ το ονομα μου απο την οικογενεια του πατερα μου. και ο δαβιδ ορκιστηκε στον σαουλ. και ο σαουλ αναχωρησε στο σπιτι του· και ο δαβιδ και οι ανδρεσ του ανεβηκαν στο οχυρωμα.

25

και ο σαμουαλ πεθανε· και ολοκληροσ ο ισραηλ συγκεντρωθηκαν, και τον εκλαψαν, και τον ενταφιασαν στο σπιτι του στη ραμα. και ο δαβιδ σηκωθηκε, και κατεβηκε στην ερημο φαραν. υπηρχε δε στη μαων ενασ ανθρωποσ, του οποιου τα κτηματα ησαν στον καρμηλο, και ο ανθρωποσ αυτοσ ηταν υπερβολικα πλουσιοσ, και ειχε 3.000 προβατα, και 1.000 γιδεσ· και κουρευε τα προβατα του στον καρμηλο. και το ονομα του ανθρωπου ηταν ναβαλ· το δε ονομα τησ γυναικασ του ηταν αβιγαια· και η μεν γυναικα του ηταν καλη σε συνεση, και ωραια στην οψη· ο ανθρωποσ, ομωσ, αυτοσ ηταν σκληροσ, και κακοσ στισ πραξεισ του· καταγοταν δε απο τη γενεα του χαλεβ. και ο δαβιδ στην ερημο ακουσε, οτι ο ναβαλ κουρευε τα προβατα του. και εστειλε ο δαβιδ δεκα νεουσ, και ειπε ο δαβιδ στουσ νεουσ: ανεβειτε στον καρμηλο, και πηγαινετε στον ναβαλ, και χαιρετηστε τον εξ ονοματοσ μου· και πειτε του: πολυχρονοσ να εισαι! ειρηνη και σε σενα, ειρηνη και στο σπιτι σου, ειρηνη και σε ολα οσα εχεισ! και, τωρα, ακουσα οτι εχεισ κουρευτεσ· δεσ, τουσ ποιμενεσ σου, που ησαν μαζι μασ, δεν τουσ βλαψαμε ουτε χαθηκε σ' αυτουσ κατι, ολο τον καιρο που ησαν στον καρμηλο· ρωτησε τουσ νεουσ σου, και θα σου πουν· ασ βρουν, λοιπον, χαρη στα ματια σου αυτοι οι νεοι· επειδη, σε καλη ημερα ηρθαμε· δωσε, παρακαλουμε, στουσ δουλουσ σου ο,τι ερθει στο χερι σου, και στον γιο σου τον δαβιδ. και καθωσ οι νεοι του δαβιδ ηρθαν, μιλησαν στον ναβαλ, συμφωνα με ολα αυτα τα λογια, στο ονομα του δαβιδ, και σταματησαν. αλλ' ο ναβαλ απαντησε στουσ δουλουσ του δαβιδ, και ειπε: τι ειναι ο δαβιδ; και ποιοσ ειναι ο γιοσ του ιεσσαι; πολλοι δουλοι ειναι σημερα, που αποσκιρτουν καθε ενασ απο τον κυριο του· θα παρω, λοιπον, το ψωμι μου, και το νερο μου, και το σφαχτο μου, που εσφαξα για τουσ κουρευτεσ μου, και θα τα δωσω σε ανθρωπουσ που δεν ξερω απο που ειναι; και οι νεοι του δαβιδ στραφηκαν στον δρομο τουσ, και αναχωρησαν, και καθωσ ηρθαν ανηγγειλαν σ' αυτον ολα αυτα τα λογια. και ο δαβιδ ειπε στουσ ανδρεσ του: ζωστειτε καθε ενασ τη ρομφαια του· και ο δαβιδ παρομοια ζωστηκε τη δικη του ρομφαια· κι ανεβηκαν πισω απο τον δαβιδ περιπου 400 ανδρεσ· 200, ομωσ, εμειναν κοντα στην αποσκευη. ενασ απο τουσ νεουσ, ομωσ, ανηγγειλε στην αβιγαια, τη γυναικα του ναβαλ, λεγοντασ: δεσ, ο δαβιδ εστειλε μηνυτεσ απο την ερημο για να χαιρετησουν τον κυριο μασ, κι εκεινοσ τουσ εδιωξε· οι ανδρεσ, ομωσ, σταθηκαν σε μασ πολυ καλοι, και δεν υποστηκαμε βλαβη ουτε χασαμε κανενα ζωο, οσον καιρο συναναστραφηκαμε μαζι τουσ,οταν ημασταν στα χωραφια· ησαν σαν ενα τειχοσ γυρω μασ, και νυχτα και ημερα, ολο τον καιρο που ημασταν μαζι τουσ βοσκοντασ τα προβατα· τωρα, λοιπον, γνωρισε και δεσ τι θα κανεισ εσυ· επειδη, αποφασιστηκε κακο εναντια στον κυριο μασ, και εναντια σε ολοκληρο το σπιτι του· μια που ειναι ανθρωποσ δυστροποσ, ωστε κανενασ δεν μπορει να του μιλησει. τοτε, η αβιγαια βιαστηκε, και πηρε 200 ψωμια, και δυο αγγεια κρασι, και πεντε ετοιμασμενα προβατα, και πεντε μετρα φρυγανισμενο σιταρι, και 100 δεσμεσ σταφιδεσ, και 200 πιττεσ απο συκα, και τα εβαλε επανω σε γαιδουρια. και ειπε στουσ νεουσ τησ: προπορευεστε μπροστα μου· δεστε, εγω ερχομαι επειτα απο σασ. στον ναβαλ, ομωσ, τον ανδρα τησ, δεν το φανερωσε. και καθωσ αυτη, καθισμενη επανω σε ενα γαιδουρι, κατεβαινε κατω απο τη σκεπη του βουνου, να, ο δαβιδ και οι ανδρεσ του κατεβαιναν προσ αυτην· και τουσ συναντησε. και ο δαβιδ ειχε πει: στ' αληθεια, ματαια φυλαξα ολα οσα αυτοσ ειχε στην ερημο, και δεν χαθηκε τιποτε απο ολα τα αποκτηματα του· και μου ανταπεδωσε κακο αντι για καλο· ετσι να κανει ο θεοσ στουσ εχθρουσ του δαβιδ, και ετσι να προσθεσει, αν μεχρι το πρωι αφησω αρσενικο απο ολα τα πραγματα του. και καθωσ η αβιγαια ειδε τον δαβιδ, βιαστηκε, και κατεβηκε απο το γαιδουρι, και επεσε μπροστα στον δαβιδ μπρουμυτα, και προσκυνησε μεχρι το εδαφοσ. και επεσε στα ποδια του, και ειπε: επανω μου, επανω μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, ασ ειναι αυτη η αδικια· και ασ μιλησει, παρακαλω, η δουλη σου στα αυτια σου, και ακουσε τα λογια τησ δουλησ σου. ασ μη δωσει καμια προσοχη, παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου σε τουτον τον δυστροπο ανθρωπο, τον ναβαλ· επειδη, συμφωνα με το ονομα του, τετοιοσ ειναι· ναβαλ ειναι το ονομα του, και αφροσυνη ειναι μαζι του· εγω, ομωσ, η δουλη σου δεν ειδα τουσ νεουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, που ειχεσ στειλει. τωρα, λοιπον, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και ζει η ψυχη σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βεβαια σε κρατησε απο το να μπεισ σε αιμα, και να εκδικηθεισ με το χερι σου· τωρα, μαλιστα, οι εχθροι σου, κι εκεινοι που ζητουν κακο στον κυριο μου, ασ ειναι οπωσ ο ναβαλ! και, τωρα, αυτη η προσφορα, που η δουλη σου εφερε στον κυριο μου, ασ δοθει στουσ νεουσ που ακολουθουν τον κυριο μου. συγχωρεσε, παρακαλω, το αμαρτημα τησ δουλησ σου· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει στον κυριο μου κατοικια ασφαλη, για τον λογο οτι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου μαχεται τισ μαχεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και σε σενα κακια δεν βρεθηκε ποτε. αν και σηκωθηκε ανθρωποσ που σε καταδιωκει, και ζηταει την ψυχη σου, η ψυχη ομωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου θα ειναι δεμενη στον δεσμο τησ ζωησ κοντα στον κυριο τον θεο σου· τισ δε ψυχεσ των εχθρων σου, αυτεσ θα τισ εκσφενδονισει μεσα απο τη σφενδονη. και οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κανει στον κυριο μου συμφωνα με ολα τα αγαθα που μιλησε για σενα, και σε κανει κυβερνητη επανω στον ισραηλ, δεν θα ειναι αυτο σκανδαλο σε σενα ουτε προσκομμα καρδιασ στον κυριο μου η οτι εχυσεσ αναιτιο αιμα η οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου εκδικησε τον εαυτο του· ομωσ, οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αγαθοποιησει τον κυριο μου, τοτε θυμησου τη δουλη σου. και ο δαβιδ ειπε στην αβιγαια: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, που σε εστειλε αυτη την ημερα σε συνταντηση μου· και ευλογημενη η βουλη σου, και ευλογημενη εσυ, που με φυλαξεσ αυτη την ημερα απο το να μπω σε αιματα, και να εκδικηθω με το χερι μου· επειδη, στ' αληθεια, ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, που με εμποδισε απο το να κακοποιησω, αν δεν εσπευδεσ ναρθεισ σε συναντηση μου, δεν θαμενε στον ναβαλ μεχρι την αυγη αρσενικοσ ανθρωποσ. και ο δαβιδ πηρε απο το χερι τησ τα οσα του εφερε· και τησ ειπε: πηγαινε στο σπιτι σου με ειρηνη· δεσ, εισακουσα τη φωνη σου, και τιμησα το προσωπο σου. και η αβιγαια ηρθε στον ναβαλ· και να, ειχε στο σπιτι του συμποσιο, σαν συμποσιο βασιλια· και η καρδια του ναβαλ ηταν μεσα του ευθυμη, και ηταν υπερβολικα μεθυσμενοσ· γι' αυτο δεν του ανηγγειλε τιποτε, μικρο η μεγαλο, μεχρι την αυγη. το πρωι, ομωσ, αφου ο ναβαλ ειχε ξεμεθυσει, η γυναικα του φανερωσε σ' αυτον αυτα τα πραγματα· και η καρδια του νεκρωθηκε μεσα του, και εγινε σαν πετρα. και υστερα απο δεκα ημερεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh χτυπησε τον ναβαλ, και πεθανε. και οταν ο δαβιδ ακουσε οτι ο ναβαλ πεθανε, ειπε: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εκρινε την κριση μου για τον ονειδισμο μου, που εγινε απο τον ναβαλ, και εμποδισε τον δουλο του απο κακο· και την κακια του ναβαλ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστρεψε επανω στο κεφαλι του! και ο δαβιδ εστειλε και μιλησε στην αβιγαια, για να την παρει ωσ γυναικα στον εαυτο του. και καθωσ οι δουλοι του δαβιδ ηρθαν στην αβιγαια, στον καρμηλο, τησ μιλησαν, λεγοντασ: ο δαβιδ μασ εστειλε σε σενα, για να σε παρει ωσ γυναικα στον εαυτο του. και σηκωθηκε, και προσκυνησε μπρουμυτα μεχρι το εδαφοσ, και ειπε: δεσ, ασ ειναι η δουλη σου υπηρετρια για να πλενει τα ποδια των δουλων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου. και η αβιγαια εσπευσε, και σηκωθηκε, και ανεβηκε σε ενα γαιδουρι, με πεντε κοριτσια τησ, που ακολουθουσαν απο πισω τησ· και πηγε πισω απο τουσ απεσταλμενουσ του δαβιδ, και εγινε γυναικα του. και ο δαβιδ πηρε και την αχινοαμ απο την ιεζραελ· και ησαν και οι δυο γυναικεσ του. ο δε σαουλ ειχε δωσει τη μιχαλ, τη θυγατερα του, τη γυναικα του δαβιδ, στον φαλτι, τον γιο του λαεισ, που ηταν απο τη γαλλειμ.

26

και οι ζιφαιοι ηρθαν στον σαουλ στη γαβαα, λεγοντασ: δεν κρυβεται ο δαβιδ στο βουνο εχελα, απεναντι απο τη γεσιμων; και σηκωθηκε ο σαουλ, και κατεβηκε στην ερημο ζιφ, εχοντασ μαζι του 3.000 εκλεκτουσ ανδρεσ απο τον ισραηλ, για να αναζηταει τον δαβιδ στην ερημο ζιφ. και ο σαουλ στρατοπεδευσε επανω στο βουνο εχελα, που ειναι απεναντι απο τη γεσιμων, κοντα στον δρομο. ο δαβιδ, ομωσ, καθοταν στην ερημο, και ειδε οτι ο σαουλ ερχοταν στην ερημο πισω απ' αυτον. γι' αυτο, ο δαβιδ εστειλε κατασκοπουσ, και εμαθε οτι ο σαουλ ηρθε πραγματικα. και αφου ο δαβιδ σηκωθηκε, ηρθε στον τοπο οπου ειχε στρατοπεδευσει ο σαουλ· και ο δαβιδ παρατηρησε τον τοπο οπου κοιμοταν ο σαουλ, και ο αβενηρ, ο γιοσ του νηρ, ο αρχιστρατηγοσ του· ο δε σαουλ κοιμοταν μεσα στον περιβολο, και ο λαοσ ηταν στρατοπεδευμενοσ ολογυρα του. τοτε, ο δαβιδ μιλησε και ειπε στον αχιμελεχ, τον χετταιο, και στον αβισαι, τον γιο τησ σερουιασ, τον αδελφο του ιωαβ, λεγοντασ: ποιοσ θα κατεβει μαζι μου προσ τον σαουλ στο στρατοπεδο; και ο αβισαι ειπε: εγω θα κατεβω μαζι σου. ηρθε, λοιπον, ο δαβιδ και ο αβισαι στον λαο μεσα στη νυχτα· και να, ο σαουλ κοιμοταν ξαπλωμενοσ μεσα στον περιβολο, και το δορυ του ηταν μπηγμενο στη γη, κοντα στο κεφαλι του· και ο αβενηρ και ο λαοσ κοιμονταν ολογυρα του. και ο αβισαι ειπε στον δαβιδ: ο θεοσ απεκλεισε σημερα τον εχθρο σου στο χερι σου· τωρα, λοιπον, ασ τον χτυπησω με το δορυ μεχρι τη γη, μονομιασ· και δεν θα δευτερωσω επανω του. αλλ' ο δαβιδ ειπε στον αβισαι: μη τον θανατωσεισ· επειδη, ποιοσ βαζοντασ το χερι του επανω στον χρισμενο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι αθωοσ; ο δαβιδ, μαλιστα, ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τον χτυπησει· η, θαρθει η ημερα του, και θα πεθανει· η, θα κατεβει σε πολεμο, και θα θανατωθει· μη γενοιτο σε μενα απο τον κυριο, να βαλω το χερι μου επανω στον χρισμενο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! παρε, ομωσ, τωρα, παρακαλω, το δορυ, που ειναι κοντα στο κεφαλι του, και το δοχειο του νερου, και ασ φυγουμε. πηρε, λοιπον, ο δαβιδ το δορυ και το δοχειο του νερου, κοντα απο το κεφαλι του σαουλ· και αναχωρησε, και κανενασ δεν ειδε, και κανενασ δεν ενοησε, και κανενασ δεν ξυπνησε, επειδη ολοι κοιμονταν, για τον λογο οτι υπνοσ βαθυσ ειχε πεσει επανω τουσ απο τον κυριο. τοτε, ο δαβιδ περασε απεναντι, και σταθηκε επανω στην κορυφη του βουνου απο μακρια· και ηταν μεγαλη αποσταση αναμεσα τουσ. και ο δαβιδ φωναξε δυνατα στον λαο, και στον αβενηρ, τον γιο του νηρ, λεγοντασ: δεν απαντασ, αβενηρ; και ο αβενηρ απαντησε και ειπε: ποιοσ εισαι εσυ, που φωναζεισ δυνατα στον βασιλια; και ο δαβιδ ειπε στον αβενηρ: δεν εισαι εσυ ανδρασ; και ποιοσ ειναι ομοιοσ σου αναμεσα στον ισραηλ; γιατι, λοιπον, δεν προσταυευεισ τον κυριο σου τον βασιλια; επειδη, μπηκε μεσα καποιοσ απο τον λαο για να θανατωσει τον βασιλια τον κυριο σου· δεν ειναι καλο αυτο το πραγμα, που επραξεσ· ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσεισ ειστε αξιοι θανατου, επειδη δεν φυλαξατε τον κυριο σασ, τον χρισμενο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και τωρα, δεστε, που ειναι το δορυ του βασιλια, και το δοχειο του νερου, που ηταν κοντα στο κεφαλι του. και ο σαουλ γνωρισε τη φωνη του δαβιδ, και ειπε: η φωνη σου ειναι, παιδι μου δαβιδ; και ο δαβιδ ειπε: η φωνη μου ειναι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, βασιλια. και ειπε: γιατι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου καταδιωκει ετσι πισω απο τον δουλο του; επειδη, τι εκανα; η, τι κακο ειναι στο χερι μου; τωρα, λοιπον, ασ ακουσει, παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ τα λογια του δουλου του: αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε διεγειρε εναντιον μου, ασ δεχθει θυσια· αλλα, αν γιοι των ανθρωπων, αυτοι ασ ειναι επικαταρατοι μπροστα στον κυριο· επειδη, σημερα με εδιωξαν απο το να κατοικω στην κληρονομια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: πηγαινε, λατρευσε αλλουσ θεουσ· - τωρα, λοιπον, ασ μη πεσει το αιμα μου στη γη μπροστα στον κυριο· επειδη, ο βασιλιασ του ισραηλ βγηκε εξω να ζητησει εναν ψυλλο, οπωσ οταν καποιοσ καταδιωκει μια περδικα στα βουνα. και ο σαουλ ειπε: αμαρτησα· γυρνα πισω, παιδι μου δαβιδ· επειδη, δεν θα σε κακοποποιησω πλεον, για τον λογο οτι η ψυχη μου σταθηκε σημερα πολυτιμη στα ματια σου· δεσ, επραξα με αφροσυνη, και πλανηθηκα υπερβολικα. και ο δαβιδ απαντησε και ειπε: να το δορυ του βασιλια· και ασ περασει καποιοσ απο τουσ νεουσ, και ασ το παρει· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ αποδωσει στον καθε εναν συμφωνα με τη δικαιοσυνη του, και συμφωνα με την πιστη του· επειδη, σημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε παρεδωσε στο χερι μου, εγω ομωσ δεν θελησα να βαλω το χερι μου επανω στον χρισμενο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεσ, λοιπον, οπωσ η ζωη σου σταθηκε σημερα πολυτιμη στα ματια μου, ετσι ασ σταθει πολυτιμη και η ζωη μου στα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ασ με ελευθερωσει απο ολεσ τισ θλιψεισ. τοτε, ο σαουλ ειπε στον δαβιδ: ευλογημενοσ να εισαι, παιδι μου δαβιδ! σιγουρα θα κατορθωσεισ μεγαλα πραγματα, και σιγουρα θα υπερισχυσεισ. και ο μεν δαβιδ αναχωρησε στον δρομο του, ενω ο σαουλ γυρισε πισω στον τοπο του.

27

και ο δαβιδ ειπε μεσα στην καρδια του: σιγουρα μια ημερα θα χαθω απο το χερι του σαουλ· δεν υπαρχει καλυτερο για μενα, παρα να διασωθω γρηγορα στη γη των φιλισταιων· τοτε, ο σαουλ, αφου απελπιστει απο μενα, θα παραιτηθει απο το να με ζηταει πλεον σε ολα τα ορια του ισραηλ· ετσι, θα σωθω απο το χερι του. και ο δαβιδ σηκωθηκε, και διαβηκε, αυτοσ και οι 600 ανδρεσ που ησαν μαζι του, προσ τον αγχουσ, τον γιο του μαωχ, βασιλια τησ γαθ. και ο δαβιδ καθησε μαζι με τον αγχουσ στη γαθ, αυτοσ και οι ανδρεσ του, καθε ενασ μαζι με την οικογενεια του, και ο δαβιδ μαζι με τισ δυο γυναικεσ του, την αχινοαμ την ιεζραελιτισσα, και την αβιγαια την καρμηλιτισσα, τη γυναικα του ναβαλ. και αναγγελθηκε στον σαουλ οτι ο δαβιδ εφυγε στη γαθ· γι' αυτο δεν τον αναζητησε πλεον. και ο δαβιδ ειπε στον αγχουσ: αν βρηκα χαρη στα ματια σου, ασ μου δοθει τοποσ σε καποια απο τισ πολεισ τησ εξοχησ για να καθησω εκει· επειδη, πωσ να καθεται ο δουλοσ σου μαζι σου στη βασιλικη πολη; και ο αγχουσ του εδωσε εκεινη την ημερα τη σικλαγ· γι' αυτο, η σικλαγ εμεινε στουσ βασιλιαδεσ του ιηhυδα μεχρι σημερα. και ο αριθμοσ των ημερων, που ο δαβιδ καθησε στη γη των φιλισταιων, εγινε ενασ χρονοσ και τεσσερισ μηνεσ. ανεβαινε δε ο δαβιδ, και οι ανδρεσ του, και εκαναν εισβολεσ στουσ γεσσουριτεσ, και τουσ γεζραιουσ, και στουσ αμαληκιτεσ· επειδη, αυτοι ησαν απο παλια οι κατοικοι τησ γησ, προσ την εισοδο σουρ, και μεχρι τη γη τησ αιγυπτου. και ο δαβιδ χτυπουσε τη γη, και δεν αφηνε ζωντανον ουτε ανδρα ουτε γυναικα· και επαιρνε προβατα, και βοδια, και γαιδουρια, και καμηλεσ, και ενδυματα· και καθωσ γυριζε ερχοταν στον αγχουσ. και ο αγχουσ ελεγε στον δαβιδ: που κανατε σημερα εισβολη; και ο δαβιδ απαντουσε: προσ το μεσημβρινο μεροσ του ιηhυδα, και προσ το μεσημβρινο των ιεραμεηλιτων, και προσ το μεσημβρινο των κεναιων. και ο δαβιδ δεν αφηνε ουτε ανδρα ουτε γυναικα ζωντανη, για να φερει ειδηση στη γαθ, λεγοντασ: μηπωσ αναγγειλουν εναντιον μασ, λεγοντασ: ετσι κανει ο δαβιδ, και τετοιοσ ειναι ο τροποσ του, καθ' ολεσ τισ ημερεσ, οσεσ ο δαβιδ καθεται στη γη των φιλισταιων. και ο αγχουσ πιστευε τον δαβιδ, λεγοντασ: αυτοσ εκανε τον εαυτο του εξολοκληρου μισητον στον λαο του τον ισραηλ· γι' αυτο, θα ειναι παντοτε δουλοσ σε μενα.

28

και κατα τισ ημερεσ εκεινεσ οι φιλισταιοι συγκεντρωσαν τα στρατευματα τουσ για εκστρατεια, για να πολεμησουν με τον ισραηλ. και ο αγχουσ ειπε στον δαβιδ: να ξερεισ, με σιγουρια, οτι θα βγεισ μαζι μου, στον πολεμο, εσυ και οι ανδρεσ σου. και ο δαβιδ ειπε στον αγχουσ: θα γνωρισεισ με βεβαιοτητα τι θα κανει ο δουλοσ σου. και ο αγχουσ ειπε στον δαβιδ: γι' αυτο, θα σε κανω για παντα αρχισωματοφυλακα μου. πεθανε δε ο σαμουαλ, και ολοκληροσ ο ισραηλ τον θρηνησε, και τον εθαψε στη ραμα, την πολη του. και ο σαουλ εβγαλε απο τον τοπο εκεινουσ που ειχαν πνευμα μαντειασ, και τουσ μαγουσ. συγκεντρωθηκαν, λοιπον, οι φιλισταιοι, και ηρθαν και στρατοπεδευσαν στη σουνημ· και ο σαουλ συγκεντρωσε ολοκληρο τον ισραηλ, και στρατοπεδευσαν στη γελβουε. και οταν ο σαουλ ειδε το στρατοπεδο των φιλισταιων, φοβηθηκε και η καρδια του τρομαξε υπερβολικα. και ο σαουλ ρωτησε τον κυριο· αλλ' φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν του απαντησε, ουτε με ονειρα ουτε με το ουριμ ουτε με προφητεσ. τοτε, ο σαουλ ειπε στουσ δουλουσ του: αναζητηστε για μενα καποια γυναικα, που να εχει πνευμα μαντειασ, για να παω σ' αυτη, και να τη ρωτησω. και οι δουλοι του του ειπαν: δεσ, στην εν-δωρ ειναι μια γυναικα που εχει πνευμα μαντειασ. και ο σαουλ μετασχηματιστηκε, και ντυθηκε αλλα ιματια, και πηγε αυτοσ, και δυο ανδρεσ μαζι του, και ηρθαν στη γυναικα μεσα στη νυχτα· και ειπε: μαντεψε μου, παρακαλω, με το πνευμα τησ μαντειασ, και ανεβασε μου οποιον σου πω. και η γυναικα του ειπε: δεσ, εσυ ξερεισ οσα εκανε ο σαουλ, με ποιον τροπο εξολοθρευσε αυτουσ που ειχαν πνευμα μαντειασ, και τουσ μαγουσ, απο τον τοπο· γιατι, λοιπον, εσυ παγιδευεισ τη ζωη μου, για να με θανατωσουν; και ο σαουλ τησ ορκιστηκε στον κυριο, λεγοντασ: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεν θα σου συμβει κανενα κακο γι' αυτο. τοτε, η γυναικα ειπε: ποιον να σου ανεβασω; και ο σαουλ ειπε; ανεβασε μου τον σαμουαλ. και οταν η γυναικα ειδε τον σαμουαλ, εκραξε με μεγαλη φωνη· και η γυναικα ειπε στον σαουλ, λεγοντασ: γιατι με εξαπατησεσ; κι εσυ εισαι ο σαουλ. και ο βασιλιασ τησ ειπε: μη φοβασαι· τι ειδεσ, λοιπον; και η γυναικα ειπε στον σαουλ: ειδα να ανεβαινουν απο τη γη θεοι. και τησ ειπε: ποια ειναι η μορφη του; κι εκεινη ειπε: ενασ γεροντασ ανεβαινει, και ειναι περιτυλιγμενοσ με επανωφορι. και ο σαουλ γνωρισε οτι ηταν ο σαμουαλ, και εσκυψε με το προσωπο στη γη, και προσκυνησε. και ο σαμουαλ ειπε στον σαουλ: γιατι με παρενοχλησεσ, ωστε να με κανεισ να ανεβω; και ο σαουλ απαντησε: βρισκομαι σε μεγαλη αμηχανια· επειδη, οι φιλισταιοι πολεμουν εναντιον μου, και ο θεοσ απομακρυνθηκε απο μενα, και δεν μου απανταει πια, ουτε με προφητεσ ουτε με ονειρα· γι' αυτο σε καλεσα, για να μου φανερωσεισ τι να κανω. τοτε, ο σαμουαλ ειπε: γιατι, λοιπον, ρωτασ εμενα, αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απομακρυνθηκε απο σενα, και εγινε εχθροσ σου; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βεβαια, εκανε για τον εαυτο του καθωσ σου μιλησε με μενα· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ξεσχισε τη βασιλεια σου απο το χερι σου, και την εδωσε στον κοντινο σου, τον δαβιδ· επειδη, δεν υπακουσεσ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ουτε εκτελεσεσ τον μεγαλο θυμο του εναντια στον αμαληκ, γι' αυτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε σε σενα αυτο το πραγμα τουτη την ημερα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα παραδωσει και τον ισραηλ μαζι με σενα στο χερι των φιλισταιων· και αυριο, εσυ και οι γιοι σου θα βρισκεστε μαζι μου· και θα παραδωσει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh το στρατοπεδο του ισραηλ στο χερι των φιλισταιων. τοτε, ο σαουλ επεσε αμεσωσ ολοκληροσ ξαπλωμενοσ καταγησ· επειδη, κατατρομαξε απο τα λογια του σαμουαλ· και δεν υπηρχε μεσα του δυναμη, επειδη, δεν ειχε φαει ψωμι ολη την ημερα, και ολη τη νυχτα. και η γυναικα ηρθε στον σαουλ, και ειδε οτι ηταν υπερβολικα ταραγμενοσ, και του ειπε: δεσ, η δουλη σου υπακουσε στη φωνη σου, και εβαλα τη ζωη μου στο χερι μου, και υποταχθηκα στα λογια σου, που μου μιλησεσ· τωρα, λοιπον, ακουσε κι εσυ, παρακαλω, στη φωνη τησ δουλησ σου, και ασ βαλω λιγο ψωμι μπροστα σου· και φαε, για να παρεισ δυναμη, επειδη πηγαινεισ σε οδοιπορια. ομωσ, δεν ηθελε, λεγοντασ: δεν θα φαω. οι δουλοι του, ομωσ, μαζι με τη γυναικα, τον βιαζαν, και εισακουσε στη φωνη τουσ· και αφου σηκωθηκε απο τη γη, καθησε επανω στο κρεβατι. και η γυναικα ειχε ενα παχυ δαμαλι στο σπιτι και εσπευσε, και τοσφαξε· και παιρνοντασ αλευρι, ζυμωσε, και εψησε απ' αυτο αζυμα. και εφερε μπροστα στον σαουλ, και μπροστα στουσ δουλουσ του· και εφαγαν. και σηκωθηκαν, και αναχωρησαν εκεινη τη νυχτα.

29

και οι φιλισταιοι συγκεντρωσαν ολα τα στρατευματα τουσ στην αφεκ· και οι ισραηλιτεσ στρατοπεδευσαν κοντα στην πηγη, που ηταν στην ιεζραελ. και οι σατραπεσ των φιλισταιων διαβαιναν κατα εκατονταδεσ και χιλιαδεσ· ο δαβιδ, ομωσ, και οι ανδρεσ του διαβαιναν απο πισω, μαζι με τον αγχουσ. και οι στρατηγοι των φιλισταιων ειπαν: τι θελουν αυτοι οι εβραιοι; και ο αγχουσ ειπε στουσ στρατηγουσ των φιλισταιων: δεν ειναι αυτοσ ο δαβιδ, ο δουλοσ του σαουλ, του βασιλια του ισραηλ, που σταθηκε μαζι μου ολεσ αυτεσ τισ ημερεσ η αυτα τα χρονια; και δεν βρηκα σ' αυτον κανενα σφαλμα, αφοτου κατεφυγε σε μενα μεχρι αυτη την ημερα. και οι στρατηγοι των φιλισταιων αγανακτησαν εναντιον του· και οι στρατηγοι των φιλισταιων του ειπαν: διωξε αυτον τον ανθρωπο, και ασ γυρισει στον τοπο του, που διορισεσ γι' αυτον, και ασ μη κατεβει μαζι μασ στη μαχη, μηπωσ μεσα στη μαχη γινει πολεμιοσ μασ· επειδη, πωσ θα συμφιλιωνοταν αυτοσ με τον κυριο του; οχι με τα κεφαλια αυτων των ανδρων; δεν ειναι αυτοσ ο δαβιδ, για τον οποιο εψαλλαν αμοιβαια με χορουσ, λεγοντασ: ο σαουλ χτυπησε τισ χιλιαδεσ του, και ο δαβιδ τισ μυριαδεσ του; τοτε, ο αγχουσ καλεσε τον δαβιδ, και του ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βεβαια σταθηκεσ ευθυσ, και η εξοδοσ σου και η εισοδοσ σου μαζι μου στο στρατοπεδο υπηρξε αρεστη μπροστα στα ματια μου· επειδη, δεν βρηκα σε σενα κακο, απο την ημερα που ηρθεσ σε μενα μεχρι αυτη την ημερα· αλλ' ομωσ, δεν εισαι αρεστοσ στα ματια των σατραπων· τωρα, λοιπον, γυρνα πισω, και πηγαινε σε ειρηνη, για να μη φερεισ δυσαρεσκεια στουσ σατραπεσ των φιλισταιων. και ο δαβιδ ειπε στον αγχουσ: αλλα, τι εκανα; και τι βρηκεσ στον δουλο σου απο την ημερα που ειμαι μπροστα σου, μεχρι την ημερα αυτη, ωστε να μη παω να πολεμησω εναντια στουσ εχθρουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου του βασιλια; και ο αγχουσ απαντησε στον δαβιδ: ξερω οτι εισαι αρεστοσ στα ματια μου, σαν αγγελοσ θεου· ομωσ, οι σατραπεσ των φιλισταιων ειπαν: δεν θα ανεβει μαζι μασ στη μαχη· - τωρα, λοιπον, σηκω ενωρισ το πρωι, μαζι με τουσ δουλουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου, που ηρθαν μαζι σου· και καθωσ σηκωθειτε ενωρισ το πρωι, αμεσωσ οταν φεξει, αναχωρηστε. και ο δαβιδ σηκωθηκε ενωρισ το πρωι, και οι ανδρεσ του, για να αναχωρησουν, να επιστρεψουν στη γη των φιλισταιων. και οι φιλισταιοι ανεβηκαν στην ιεζραελ.

30

και οταν ο δαβιδ και οι ανδρεσ του, την τριτη ημερα μπηκαν στη σικλαγ, οι αμαληκιτεσ ειχαν κανει εισβολη στο μεσημβρινο μεροσ, και στη σικλαγ, και ειχαν χτυπησει τη σικλαγ, και την ειχαν κατακαψει με φωτια· και ειχαν αιχμαλωτισει τισ γυναικεσ, που ησαν μεσα σ' αυτη, απο μικρον μεχρι μεγαλον· δεν θανατωσαν κανεναν, αλλα τουσ πηραν, και πηγαν στον δρομο τουσ. και ο δαβιδ και οι ανδρεσ του ηρθαν στην πολη, και να, ηταν πυρπολημενη· και οι γυναικεσ τουσ, και οι γιοι τουσ, και οι θυγατερεσ τουσ, αιχμαλωτισμενοι. τοτε, ο δαβιδ, και ο λαοσ που ηταν μαζι του, υψωσε τη φωνη τουσ και εκλαψαν, μεχρισ οτου δεν εμεινε μεσα τουσ δυναμη για να κλαινε. και οι δυο γυναικεσ του δαβιδ αιχμαλωτιστηκαν, η αχινοαμ η ιεζραελιτισσα, και η αβιγαια η γυναικα του ναβαλ του καρμηλιτη. και ο δαβιδ στενοχωρηθηκε υπερβολικα· επειδη, ο λαοσ ελεγε να τον πετροβολησουν, για τον λογο οτι η ψυχη ολοκληρου του λαου ηταν καταπικρη, καθε ενασ για τουσ γιουσ του και για τισ θυγατερεσ του· ο δαβιδ, ομωσ, δυναμωθηκε στον κυριο τον θεο του. και ο δαβιδ ειπε στον αβιαθαρ τον ιερεα, τον γιο του αχιμελεχ: φερε μου εδω, παρακαλω, το εφοδ. και ο αβιαθαρ εφερε το εφοδ στον δαβιδ. και ο δαβιδ ρωτησε τον κυριο, λεγοντασ: να καταδιωξω πισω απ' αυτουσ τουσ ληστεσ; θα τουσ προφτασω; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: να καταδιωξεισ· επειδη, σιγουρα θα τουσ προφτασεισ, και οπωσδηποτε θα ελευθερωσεισ τα παντα. τοτε, ο δαβιδ πηγε, αυτοσ και οι 600 ανδρεσ που ησαν μαζι του, και ηρθαν μεχρι τον χειμαρρο βοσορ, οπου σταθηκαν αυτοι που απεμειναν. και ο δαβιδ, αυτοσ και οι 400 ανδρεσ, καταδιωκαν, επειδη εμειναν πισω 200, που, επειδη απεκαμαν, δεν μπορουσαν να διαβουν τον χειμαρρο βοσορ. και βρηκαν εναν ανθρωπο αιγυπτιο στο χωραφι, και τον εφεραν στον δαβιδ· και του εδωσαν ψωμι, και εφαγε, και τον ποτισαν νερο· και του εδωσαν ενα κομματι πιτα απο συκα, και δυο τσαμπια σταφιδεσ· και εφαγε, και επανηλθε σ' αυτον το πνευμα του· επειδη, δεν ειχε φαει ψωμι ουτε ειχε πιει νερο, τρεισ ημερεσ και τρεισ νυχτεσ. και ο δαβιδ του ειπε: τινοσ εισαι; και απο που εισαι; και ειπε: ειμαι νεοσ αιγυπτιοσ, δουλοσ καποιου αμαληκιτη· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου με αφησε, επειδη αρρωστησα τρεισ ημερεσ τωρα· εμεισ καναμε εισβολη στο μεσημβρινο μεροσ των χερεθαιων, και στα μερη τησ ιηhυδαιασ, και στο μεσημβρινο του χαλεβ· και πυρπολησαμε τη σικλαγ. και ο δαβιδ του ειπε: μπορεισ να με οδηγησεισ κατω σ' αυτουσ τουσ ληστεσ; κι εκεινοσ ειπε: να μου ορκιστεισ στον θεο οτι δεν θα με θανατωσεισ ουτε θα με παραδωσεισ στο χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, και θα σε οδηγησω κατω σ' αυτουσ τουσ ληστεσ. και οταν τον οδηγησε κατω, να, ησαν διασκορπισμενοι επανω στο προσωπο ολοκληρου του τοπου, τρωγοντασ, και πινοντασ, και χορευοντασ, για ολα τα μεγαλα λαφυρα, που πηραν απο τη γη των φιλισταιων, και απο τη γη του ιηhυδα. και ο δαβιδ τουσ χτυπησε, απο την αυγη μεχρι την εσπερα τησ επομενησ ημερασ· και δεν διασωθηκε ουτε ενασ απ' αυτουσ, εκτοσ απο 400 νεουσ, που καθονταν επανω σε καμηλεσ, και εφυγαν. και ο δαβιδ ελευθερωσε οσα αρπαξαν οι αμαληκιτεσ· ο δαβιδ ελευθερωσε και τισ δυο γυναικεσ του. και δεν τουσ ελειψε ουτε μικρο ουτε μεγαλο ουτε γιοι ουτε θυγατερεσ ουτε λαφυρο ουτε τιποτε απο οσα αρπαξαν απ' αυτουσ· ο δαβιδ ξαναπηρε τα παντα. και ο δαβιδ πηρε ολα τα προβατα και τα βοδια, και φερνοντασ τα μπροστα απο τα αλλα κτηνη, ελεγαν: αυτα ειναι τα λαφυρα του δαβιδ. και ο δαβιδ ηρθε στουσ 200 ανδρεσ, που ειχαν αποκαμει, ωστε δεν μπορεσαν να ακολουθησουν τον δαβιδ, γι' αυτο καθησαν στον χειμαρρο βοσορ· και βγηκαν σε συναντηση του δαβιδ, και σε συναντηση του λαου που ηταν μαζι του· και οταν ο δαβιδ πλησιασε στον λαο, τουσ χαιρετησε. και αποκριθηκαν ολοι οι πονηροι και διεστραμμενοι απο τουσ ανδρεσ, που ειχαν παει με τον δαβιδ, και ειπαν: επειδη, αυτοι δεν ηρθαν μαζι μασ, δεν θα τουσ δωσουμε απο τα λαφυρα, που πηραμε, παρα στον καθε εναν τη γυναικα του, και τα παιδια του· και ασ τα παρουν, και ασ φυγουν. ο δαβιδ, ομωσ, ειπε: δεν θα κανετε ετσι, αδελφοι μου, σ' εκεινα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ εδωσε, που μασ φυλαξε, και παρεδωσε στο χερι μασ τουσ ληστεσ, που ειχαν ερθει εναντιον μασ· και ποιοσ θα σασ ακουσει σ' αυτη την υποθεση; αλλα, συμφωνα με τη μεριδα εκεινου που κατεβαινει σε πολεμο, ετσι θα ειναι και η μεριδα εκεινου που καθεται κοντα στην αποσκευη· εξισου θα μοιραζονται. ετσι και εγινε απο την ημερα εκεινη και στο εξησ· και το εκανε αυτο νομο και διαταγμα στον ισραηλ μεχρι τουτη την ημερα. και οταν ο δαβιδ ηρθε στη σικλαγ, εστειλε απο τα λαφυρα στουσ πρεσβυτερουσ του ιηhυδα, τουσ φιλουσ του, λεγοντασ: δεστε, ευλογια σε σασ, απο τα λαφυρα των εχθρων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· - προσ εκεινουσ που ησαν στη βαιθηλ, και προσ εκεινουσ, που ησαν στη ραμωθ τη μεσημβρινη, και προσ εκεινουσ που ησαν στην ιαθειρ, και προσ εκεινουσ που ησαν στην αροηρ, και προσ εκεινουσ που ησαν στη σιφμωθ, και προσ εκεινουσ που ησαν στην εσθεμωα, και προσ εκεινουσ που ησαν στη ραχαλ, και προσ εκεινουσ που ησαν στισ πολεισ των ιεραμεηλιτων, και προσ εκεινουσ που ησαν στισ πολεισ των κεναιων, και προσ εκεινουσ που ησαν στην ορμα, και προσ εκεινουσ που ησαν στη χωρ-ασαν, και προσ εκεινουσ που ησαν στην αθαχ, και προσ εκεινουσ που ησαν στη χεβρων, και προσ ολουσ τουσ τοπουσ, στουσ οποιουσ περιερχοταν ο δαβιδ, αυτοσ και οι ανδρεσ του.

31

και οι φιλισταιοι πολεμουσαν εναντια στον ισραηλ· και οι ανδρεσ του ισραηλ εφυγαν μπροστα απο τουσ φιλισταιουσ, και επεσαν φονευμενοι στο βουνο γελβουε. και οι φιλισταιοι κατεφτασαν τον σαουλ και τουσ γιουσ του· και οι φιλισταιοι χτυπησαν τον ιωναθαν, και τον αβιναδαβ, και τον μελχι-σουε, τουσ γιουσ του σαουλ. και η μαχη βαρυνε επανω στον σαουλ, και τον πετυχαν οι ανδρεσ οι τοξοτεσ· και πληγωθηκε βαρια απο τουσ τοξοτεσ. και ο σαουλ ειπε στον οπλοφορο του: συρε τη ρομφαια σου και διαπερασε με μ' αυτη, για να μη ερθουν αυτοι οι απεριτμητοι, και με διαπερασουν, και με εμπαιξουν. ομωσ, ο οπλοφοροσ του δεν ηθελε, επειδη φοβοταν υπερβολικα. γι' αυτο, ο σαουλ πηρε τη ρομφαια του, και επεσε επανω τησ. και καθωσ ο οπλοφοροσ του ειδε οτι ο σαουλ πεθανε, επεσε κι αυτοσ επανω στη ρομφαια του, και πεθανε μαζι του. ετσι, πεθανε ο σαουλ, και οι τρεισ γιοι του, και ο οπλοφοροσ του, και ολοι οι ανδρεσ του, την ιδια εκεινη ημερα, μαζι. και οι ανδρεσ του ισραηλ, εκεινοι που ησαν περα απο την κοιλαδα, κι εκεινοι που ησαν περα απο τον ιορδανη, βλεποντασ οτι οι ανδρεσ ισραηλ εφυγαν, και οτι ο σαουλ και οι γιοι του πεθαναν, αφησαν τισ πολεισ, και εφυγαν· και αφου ηρθαν οι φιλισταιοι, κατοικησαν σ' αυτεσ. και την επομενη ημερα, οταν οι φιλισταιοι ηρθαν για να γυμνωσουν τουσ φονευμενουσ, βρηκαν τον σαουλ και τουσ τρεισ γιουσ του να εχουν πεσει επανω στο βουνο γελβουε. και απεκοψαν το κεφαλι του, και του εβγαλαν τα οπλα του, και εστειλαν ολογυρα στη γη των φιλισταιων, για να διαδωσουν την αγγελια στον οικο των ειδωλων τουσ, και αναμεσα στον λαο. και εκαναν τα οπλα του αναθημα στον οικο τησ ασταρωθ, και κρεμασαν το σωμα του στο τειχοσ τησ βαιθ-σαν. και οταν οι κατοικοι τησ ιαβεισ-γαλααδ ακουσαν γι' αυτο, το τι εκαναν οι φιλισταιοι στον σαουλ, σηκωθηκαν ολοι οι δυνατοι ανδρεσ, και οδοιπορησαν ολοκληρη τη νυχτα, και πηραν το σωμα του σαουλ και τα σωματα των γιων του απο το τειχοσ τησ βαιθ-σαν, και ηρθαν στην ιαβεισ, και εκει τα εκαψαν· και πηραν τα κοκαλα τουσ, και τα εθαψαν κατω απο το δεντρο στην ιαβεισ, και νηστεψαν επτα ημερεσ.

σαμουαλ β’

1

υστερα δε απο τον θανατο του σαουλ, αφου ο δαβιδ επεστρεψε απο τη σφαγη των αμαληκιτων, ο δαβιδ καθησε δυο ημερεσ στη σικλαγ· και την τριτη ημερα, να, ηρθε ενασ ανθρωποσ απο το στρατοπεδο, που ηταν κοντα στον σαουλ, εχοντασ ξεσχισμενα τα ιματια του, κι επανω στο κεφαλι του χωμα· και καθωσ μπηκε στον δαβιδ, επεσε στη γη, και προσκυνησε. και ο δαβιδ του ειπε: απο που ερχεσαι; κι εκεινοσ ειπε: εγω διασωθηκα απο το στρατοπεδο του ισραηλ. και ο δαβιδ του ειπε: τι συνεβηκε; πεσ μου, παρακαλω. και απαντησε, οτι: ο λαοσ εφυγε απο τη μαχη, και μαλιστα επεσαν πολλοι απο τον λαο, και πεθαναν· πεθαναν μαλιστα και ο σαουλ, και ο γιοσ του ο ιωναθαν. και ο δαβιδ ειπε στον νεο, που του εδινε τισ αγγελιεσ: πωσ ξερεισ οτι πεθανε ο σαουλ, και ο γιοσ του ο ιωναθαν; και ο νεοσ που του εδινε τισ αγγελιεσ του ειπε: βρεθηκα κατα τυχη στο βουνο γελβουε, και να, ο σαουλ ηταν γερμενοσ επανω στο δορατο του, και να, αμαξεσ και καβαλαρηδεσ τον εφταναν· και οταν κοιταξε προσ τα πισω του, με ειδε, και με καλεσε· και απαντησα: να, εγω. και μου ειπε: ποιοσ εισαι; και του απαντησα: ειμαι αμαληκιτησ. μου ειπε ξανα: στασου επανω μου, παρακαλω, και θανατωσε με· γιατι, με κατελαβε σκοτοδινη, επειδη η ζωη μου ειναι ακομα ολοκληρη μεσα μου. σταθηκα, λοιπον, επανω του, και τον θανατωσα· επειδη, ημουν βεβαιοσ οτι δεν μπορουσε να ζησει, αφου ειχε πεσει· και πηρα το διαδημα, που ηταν επανω στο κεφαλι του, και το βραχιολι του, που ηταν στον βραχιονα του, και τα εφερα εδω στον κυριο μου. τοτε ο δαβιδ πιανοντασ τα ιματια του, τα ξεσχισε· και ολοι οι ανδρεσ που ησαν μαζι του. και πενθησαν, και εκλαψαν, και νηστεψαν μεχρι την εσπερα, για τον σαουλ, και για τον ιωναθαν τον γιο του, και για τον λαο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και για τον οικο του ισραηλ, επειδη επεσαν με ρομφαια. και ο δαβιδ ειπε στον νεο, που του εδινε τισ αγγελιεσ: απο που εισαι; και απαντησε: ειμαι γιοσ καποιου παροικου αμαληκιτη. και ο δαβιδ του ειπε: πωσ δεν φοβηθηκεσ να βαλεισ το χερι σου επανω στον χρισμενο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και να τον θανατωσεισ; και ο δαβιδ καλεσε εναν απο τουσ νεουσ, και ειπε: πλησιασε, πεσε επανω του. και τον χτυπησε, και πεθανε. και ο δαβιδ του ειπε: το αιμα σου επανω στο κεφαλι σου, επειδη το στομα σου μαρτυρησε εναντιον σου, λεγοντασ: εγω θανατωσα τον χρισμενο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο δαβιδ θρηνησε τουτο τον θρηνο για τον σαουλ, και για τον ιωναθαν, τον γιο του· και παρηγγειλε να διδαξουν τουσ γιουσ ιηhυδα αυτο το ασμα του τοξου· (δεσ, ειναι γραμμενο στο βιβλιο του ιασηρ). ω, δοξα του ισραηλ, κατακοντισμενη επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ σου! πωσ επεσαν οι δυνατοι! μη αναγγειλετε στη γαθ, μη διακηρυξετε στισ πλατειεσ τησ ασκαλωνασ. μηπωσ και χαρουν οι θυγατερεσ των φιλισταιων, μηπωσ και αγαλλιαστουν οι θυγατερεσ των απεριτμητων· βουνα που ειστε στη γελβουε, ασ μη υπαρχει δροσοσ ουτε βροχη, επανω σε σασ, ουτε χωραφια που δινουν απαρχεσ· επειδη, εκει πεταχτηκε η ασπιδα των ισχυρων, η ασπιδα του σαουλ σαν να μη χριστηκε με λαδι. απο το αιμα των φονευμενων, απο το λιποσ των δυνατων, το τοξο του ιωναθαν δεν στρεφοταν πισω, και η ρομφαια του σαουλ δεν γυριζε αδειανη. ο σαουλ και ο ιωναθαν ησαν οι αγαπημενοι και αξιαγαπητοι, στη ζωη τουσ, και στον θανατο τουσ δεν χωριστηκαν. ησαν ελαφροτεροι απο τουσ αετουσ, δυνατοτεροι απο τα λιονταρια. θυγατερεσ του ισραηλ, κλαψτε για τον σαουλ, αυτον που σασ εντυνε με κοκκινα μαζι με καλλωπισμουσ, που σασ εβαζε χρυσα στολιδια επανω στα ενδυματα σασ. πωσ επεσαν οι δυνατοι μεσα στη μαχη! ιωναθαν, τραυματισμενε επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ! περιλυποσ ειμαι για σενα, αδελφε μου, ιωναθαν· μου σταθηκεσ προσφιλεστατοσ· η αγαπη σου σε μενα ηταν εξαισια· υπερεβαινε την αγαπη των γυναικων. πωσ επεσαν οι δυνατοι, και χαθηκαν τα οπλα του πολεμου!

2

και υστερα απ' αυτα ο δαβιδ ρωτησε τον κυριο, λεγοντασ: να ανεβω σε καποια απο τισ πολεισ του ιηhυδα; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε, ανεβα. και ο δαβιδ ειπε: που να ανεβω; κι εκεινοσ του ειπε: στη χεβρων. ανεβηκε, λοιπον, ο δαβιδ εκει, και οι δυο γυναικεσ του, η αχινοαμ η ιεζραελιτισσα, και η αβιγαια η γυναικα του καρμηλιτη ναβαλ. και τουσ ανδρεσ του, που ησαν μαζι του, ο δαβιδ τουσ ανεβασε, καθε εναν με την οικογενεια του· και κατοικησαν στισ πολεισ τησ χεβρων. και ηρθαν οι ανδρεσ του ιηhυδα, και εχρισαν εκει τον δαβιδ βασιλια για τον οικο ιηhυδα. και ανηγγειλαν στον δαβιδ, λεγοντασ: οι ανδρεσ τησ ιαβεισ-γαλααδ ησαν εκεινοι που εθαψαν τον σαουλ. και ο δαβιδ εστειλε μηνυτεσ στουσ ανδρεσ τησ ιαβεισ-γαλααδ, και τουσ ειπε: ευλογημενοι να ειστε απο τον κυριο, επειδη κανατε αυτο το ελεοσ στον κυριο σασ, στον σαουλ, και τον θαψατε! ειθε, λοιπον, τωρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να κανει σε σασ ελεοσ και αληθεια! ακομα κι εγω θα σασ ανταποδωσω αυτο το καλο, επειδη κανατε αυτο το πραγμα· τωρα, λοιπον, ασ δυναμωθουν τα χερια σασ, και γινεστε ανδρειοι· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ ο σαουλ πεθανε, κι ακομα ο οικοσ ιηhυδα με εχρισε γι' αυτουσ βασιλια. ομωσ, ο αβενηρ, ο γιοσ του νηρ, ο αρχιστρατηγοσ του σαουλ, πηρε τον ισ-βοσθε, τον γιο του σαουλ, και τον περασε στη μαχαναιμ, και τον εκανε βασιλια για τη γαλααδ, και για τουσ ασσουριτεσ, και για τη γη ιεζραελ, και για τον εφραιμ, και για τον βενιαμιν, και για ολοκληρο τον ισραηλ. ο ισ-βοσθε, ο γιοσ του σαουλ, ηταν 40 χρονων οταν εγινε βασιλιασ στον ισραηλ· και βασιλευσε δυο χρονια· ομωσ, ο οικοσ του ιηhυδα ακολουθησε τον δαβιδ. και ο αριθμοσ των ημερων που ο δαβιδ βασιλευσε στη χεβρων, για τον ιηhυδα, ησαν επτα χρονια και εξι μηνεσ. και βγηκε ο αβενηρ, ο γιοσ του νηρ, και οι δουλοι του ισ-βοσθε, γιου του σαουλ, απο τη μαχαναιμ στη γαβαων. και ο ιωαβ, ο γιοσ τησ σερουιασ, και οι δουλοι του δαβιδ, βγηκαν, και συναντηθηκαν κοντα στο υδροστασιο τησ γαβαων· και καθησαν, οι μεν απο το εδω μεροσ του υδροστασιου, οι δε απο το εκει μεροσ του υδροστασιου. και ο αβενηρ ειπε στον ιωαβ: ασ σηκωθουν τωρα οι νεοι, και ασ παιξουν μπροστα μασ. και ειπε ο ιωαβ: ασ σηκωθουν. σηκωθηκαν, λοιπον, οι νεοι και περασαν συμφωνα με τον αριθμο: 12 απο τον βενιαμιν, απο πλευρασ του ισ-βοσθε, γιου του σαουλ, και 12 απο τουσ δουλουσ του δαβιδ. και επιασαν ο καθε ενασ τον διπλανο του απο το κεφαλι, και διαπερασε τη μαχαιρα του στο πλευρο του διπλανου του, και επεσαν μαζι· ωστε, ο τοποσ εκεινοσ ονομαστηκε: χελκαθ-ασουρειμ, που ειναι στη γαβαων. και η μαχη εγινε εκεινη την ημερα σκληροτατη· και ο αβενηρ, και οι ανδρεσ του ισραηλ, νικηθηκαν απο τουσ δουλουσ του δαβιδ. και ησαν εκει οι τρεισ γιοι τησ σερουιασ, ο ιωαβ, και ο αβισαι, και ο ασαηλ· ο δε ασαηλ ηταν ελαφροσ στα ποδια, σαν μια απο τισ δορκαδεσ που ειναι στο χωραφι. και ο ασαηλ καταδιωξε πισω απο τον αβενηρ· και τρεχοντασ, δεν ξεκλινε ουτε δεξια ουτε αριστερα, πισω απο τον αβενηρ. και ο αβενηρ κοιταξε προσ τα πισω του, και ειπε: εσυ εισαι,ασαηλ; κι εκεινοσ απαντησε: εγω. και ο αβενηρ του ειπε: στρεψε εσυ προσ τα δεξια η στα αριστερα, και πιασε καποιον απο τουσ νεουσ, και παρε για τον εαυτο σου την πανοπλια του. ομωσ, ο ασαηλ δεν θελησε να ξεκλινει απο πισω του. και ο αβενηρ ειπε ξανα στον ασαηλ: στρεψε απο πισω μου· γιατι να σε χτυπησω μεχρι τη γη; πωσ θα σηκωσω τοτε το προσωπο μου στον ιωαβ τον αδελφο σου; αλλα, δεν ηθελε να στρεψει· γι' αυτο, ο αβενηρ τον χτυπησε με το πισω μεροσ απο το δορυ του στο πεμπτο πλευρο, και το δορυ βγηκε απο τα οπισθια του, και επεσε εκει, και πεθανε στον ιδιο τοπο· και οσοι ερχονταν στον τοπο, οπου επεσε και πεθανε ο ασαηλ, στεκονταν. ο δε ιωαβ και ο αβισαι καταδιωκαν πισω απο τον αβενηρ· και ο ηλιοσ εδυε, οταν αυτοι ειχαν ερθει μεχρι το βουνο αμμα, που ειναι απεναντι στη για, προσ τον δρομο τησ ερημου γαβαων. και συγκεντρωθηκαν οι γιοι βενιαμιν πισω απο τον αβενηρ, και εγιναν ενα σωμα, και σταθηκαν επανω στην κορυφη καποιου βουνου. τοτε, ο αβενηρ φωναξε προσ τον ιωαβ, και ειπε: θα κατατρωει η ρομφαια ακαταπαυστα; δεν ξερεισ οτι στο τελοσ θα ειναι πικρια; μεχρι ποτε, λοιπον, δεν θα προσταξεισ τον λαο να επιστρεψει απο το να καταδιωκουν τουσ αδελφουσ τουσ; και ο ιωαβ ειπε: ζει ο θεοσ, αν δεν μιλουσεσ, τοτε ο λαοσ θα ανεβαινε σιγουρα το πρωι, καθε ενασ απο την καταδιωξη του αδελφου του. και ο ιωαβ σαλπισε με τη σαλπιγγα· και ολοκληροσ ο λαοσ σταθηκε, και δεν καταδιωκαν πλεον πισω απο τον ισραηλ ουτε μαχονταν πια. και ο αβενηρ και οι ανδρεσ του οδοιπορησαν διαμεσου τησ πεδιαδασ ολη εκεινη τη νυχτα, και διαβηκαν τον ιορδανη, και περασαν μεσα απο ολοκληρη τη βιθρων, και ηρθαν στη μαχαναιμ. και ο ιωαβ γυρισε απο την καταδιωξη του αβενηρ· και οταν συγκεντρωσε ολοκληρο τον λαο, ελειπαν απο τουσ δουλουσ του δαβιδ 19 ανδρεσ και ο ασαηλ. οι δουλοι, ομωσ, του δαβιδ χτυπησαν απο τον βενιαμιν, και απο τουσ ανδρεσ του αβενηρ, 360 ανδρεσ, που πεθαναν. και σηκωσαν τον ασαηλ, και τον εθαψαν στον ταφο του πατερα του, που ειναι στη βηθλεεμ. ο δε ιωαβ και οι ανδρεσ του οδοιπορησαν ολη τη νυχτα, και εφτασαν στη χεβρων περι τα χαραματα.

3

και ο πολεμοσ αναμεσα στην οικογενεια του σαουλ και την οικογενεια του δαβιδ διαρκεσε πολυ. και ο μεν δαβιδ προχωρουσε ενδυναμουμενοσ· ο οικοσ, ομωσ, του σαουλ προχωρουσε εξασθενουμενοσ. και γιοι γεννηθηκαν στον δαβιδ στη χεβρων· και ο μεν πρωτοτοκοσ του ηταν ο αμνων, απο την αχινοαμ την ιεζραελιτισσα· και ο δευτεροσ του, ο χιλεαβ, απο την αβιγαια, τη γυναικα του ναβαλ του καρμηλιτη· και ο τριτοσ, ο αβεσσαλωμ, ο γιοσ τησ μααχα, θυγατερασ του θαλμαι, βασιλια τησ γεσσουρ· και ο τεταρτοσ, ο αδωνιασ, ο γιοσ τησ αγγειθ· και ο πεμπτοσ, ο σεφατιασ, ο γιοσ τησ αβιταλ· και ο εκτοσ, ο ιθρααμ, απο την αιγλα, τη γυναικα του δαβιδ. αυτοι γεννηθηκαν στον δαβιδ στη χεβρων. και ενω εξακολουθουσε ο πολεμοσ αναμεσα στην οικογενεια του σαουλ και στην οικογενεια του δαβιδ, ο αβενηρ υποστηριζε την οικογενεια του σαουλ. και ο σαουλ ειχε μια παλλακη, με το ονομα ρεσφα, θυγατερα του αια· και ο ισ-βοσθε ειπε στον αβενηρ: γιατι μπαινεισ μεσα στην παλλακη του πατερα μου; και ο αβενηρ θυμωσε υπερβολικα για τα λογια του ισ-βοσθε, και ειπε: κεφαλι σκυλου ειμαι εγω, που κανω σημερα ελεοσ στην οικογενεια του πατερα σου, του σαουλ, και στουσ αδελφουσ του, και στουσ φιλουσ του, εναντια στον ιηhυδα, και δεν σε παρεδωσα στο χερι του δαβιδ, ωστε σημερα να με ελεγχεισ για αδικια γι' αυτη τη γυναικα; ετσι να κανει ο θεοσ στον αβενηρ, και ετσι να προσθεσει σ' αυτο, αν, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στον δαβιδ, δεν κανω ετσι σ' αυτον, να μεταβιβασω τη βασιλεια απο την οικογενεια του σαουλ, και να στησω τον θρονο του δαβιδ επανω στον ισραηλ, και επανω στον ιηhυδα, απο τη δαν μεχρι τη βηρ-σαβεε. και δεν μπορουσε πλεον να απαντησει εναν λογο προσ τον αβενηρ, επειδη τον φοβοταν. τοτε, ο αβενηρ εστειλε εκ μερουσ του μηνυτεσ στον δαβιδ, λεγοντασ: τινοσ ειναι η γη; λεγοντασ ακομα: κανε συνθηκη μαζι μου, και δεσ, το χερι μου θα ειναι μαζι σου, ωστε να φερω ολοκληρον τον ισραηλ κατω απο την εξουσια σου. κι εκεινοσ ειπε: καλωσ· εγω θα κανω συνθηκη μαζι σου· πλην, ενα πραγμα εγω ζηταω απο σενα· και ειπε: δεν θα δεισ το προσωπο μου, αν δεν φερεισ μπροστα μου τη μιχαλ, τη θυγατερα του σαουλ, οταν ερθεισ να δεισ το προσωπο μου. και ο δαβιδ εστειλε μηνυτεσ προσ τον ισ-βοσθε, τον γιο του σαουλ, λεγοντασ: δωσε μου πισω τη γυναικα μου τη μιχαλ, που νυμφευθηκα για τον εαυτο μου για 100 ακροβυστιεσ φιλισταιων. και ο ισ-βοσθε εστειλε, και την πηρε απο τον ανδρα τησ, απο τον φαλτιηλ, γιον του λαεισ. και πηγε μαζι τησ ο ανδρασ τησ, πηγαινοντασ και κλαιγοντασ απο πισω τησ, μεχρι τη βαουρειμ. τοτε, ο αβενηρ του ειπε: πηγαινε, γυρισε πισω· και γυρισε. και ο αβενηρ μιλησε με τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ, λεγοντασ: και χθεσ και προχθεσ ζητουσατε τον δαβιδ να βασιλευσει επανω σασ· τωρα, λοιπον, καντε το· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε για τον δαβιδ, λεγοντασ: με το χερι του δουλου μου του δαβιδ θα σωσω τον λαο μου τον ισραηλ απο το χερι των φιλισταιων, και απο το χερι ολων των εχθρων τουσ. και ο αβενηρ μιλησε ακομα στα αυτια του βενιαμιν· και ο αβενηρ πηγε ακομα να μιλησει, και στα αυτια του δαβιδ στη χεβρων, ολα οσα ησαν αρεστα στον ισραηλ, και σε ολοκληρο τον οικο του βενιαμιν. ηρθε, λοιπον, ο αβενηρ στον δαβιδ στη χεβρων, και μαζι του 20 ανδρεσ.και ο δαβιδ εκανε συμποσιο στον αβενηρ και στουσ ανδρεσ που ησαν μαζι του. και ο αβενηρ ειπε στον δαβιδ: θα σηκωθω και θα παω, και θα συγκεντρωσω ολοκληρο τον ισραηλ στον κυριο μου τον βασιλια, για να κανουν μαζι σου συνθηκη, και να βασιλευεισ με ολη την επιθυμια τησ ψυχησ σου. και ο δαβιδ εστειλε τον αβενηρ· και αναχωρησε με ειρηνη. και να, οι δουλοι του δαβιδ και ο ιωαβ ερχονταν απο επιδρομη, και εφεραν μαζι τουσ πολλα λαφυρα· αλλα, ο αβενηρ δεν ηταν με τον δαβιδ στη χεβρων, επειδη τον ειχε αποστειλει και ειχε αναχωρησει με ειρηνη. και οταν ηρθε ο ιωαβ και ολοκληροσ ο στρατοσ του, που ηταν μαζι του, ανηγγειλαν στον ιωαβ, λεγοντασ: ο αβενηρ, ο γιοσ του νηρ ηρθε στον βασιλια, και τον εξαπεστειλε, και αναχωρησε με ειρηνη. τοτε, ο ιωαβ μπηκε μεσα στον βασιλια, και ειπε: τι εκανεσ; δεσ, ο αβενηρ ηρθε σε σενα· γιατι τον εξαπεστειλεσ, και εφυγε; γνωριζεισ τον αβενηρ, τον γιο του νηρ, οτι ηρθε για να σε εξαπατησει, και να μαθει την εξοδο σου και την εισοδο σου, και να μαθει ολα οσα κανεισ εσυ. και καθωσ ο ιωαβ βγηκε απο τον δαβιδ, εστειλε μηνυτεσ πισω απο τον αβενηρ, και τον γυρισε πισω απο το πηγαδι σιρα· ο δαβιδ, ομωσ, δεν ηξερε. και οταν ο αβενηρ γυρισε στη χεβρων, ο ιωαβ τον παραμερισε στα πλαγια τησ πυλησ, για να μιλησει μαζι του μυστικα· και εκει τον χτυπησε κατω απο το πεμπτο πλευρο, και πεθανε, εξαιτιασ του αιματοσ του ασαηλ του αδελφου του. και υστερα απ' αυτα, καθωσ το ακουσε ο δαβιδ, ειπε: εγω ειμαι αθωοσ, και η βασιλεια μου, μπροστα στον κυριο παντοτινα, απο το αιμα του αβενηρ, του γιου του νηρ· ασ μενει επανω στο κεφαλι του ιωαβ, και σε ολοκληρη την οικογενεια του πατερα του· και ασ μη λειψει απο την οικογενεια του ιωαβ γονορροιοσ η λεπροσ η στηριζομενοσ επανω σε βακτηρια η πεφτοντασ με ρομφαια η στερουμενοσ ψωμιου. ετσι θανατωσαν τον αβενηρ ο ιωαβ και ο αβισαι ο αδελφοσ του, επειδη ειχε θανατωσει τον ασαηλ τον αδελφο τουσ στη μαχη στη γαβαων. και ο δαβιδ ειπε στον ιωαβ, και σε ολοκληρο τον λαο που ηταν μαζι του: ξεσχιστε το ιματια σασ, και περιζωστειτε με σακο, και κλαψτε μπροστα στον αβενηρ. και ο βασιλιασ δαβιδ ακολουθουσε το νεκροκραβατο. και εθαψαν τον αβενηρ στη χεβρων· και ο βασιλιασ υψωσε τη φωνη του, και εκλαψε επανω στον ταφο του αβενηρ· και ολοκληροσ ο λαοσ εκλαψε. και ο βασιλιασ θρηνησε για τον αβενηρ, και ειπε: πεθανε ο αβενηρ, οπωσ πεθαινει ενασ αφρονασ; τα χερια σου δεν δεθηκαν ουτε τα ποδια σου μπηκαν σε δεσμα· επεσεσ, οπωσ πεφτει καποιοσ μπροστα στουσ γιουσ τησ αδικιασ. και ολοκληροσ ο λαοσ εκλαψε ξανα γι' αυτον. επειτα, ηρθε ολοκληροσ ο λαοσ για να κανουν τον δαβιδ να φαει ψωμι, ενω ηταν ακομα ημερα· αλλ' ο δαβιδ ορκιστηκε, λεγοντασ: ετσι να κανει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε μενα, και ετσι να προσθεσει, αν γευθω ψωμι η κατι αλλο, πριν δυσει ο ηλιοσ. και το εμαθε ολοκληροσ ο λαοσ, και τουσ αρεσε· καθωσ αρεσε σε ολοκληρο τον λαο ο,τι εκανε ο βασιλιασ. επειδη, ολοκληροσ ο ισραηλ γνωρισαν εκεινη την ημερα, οτι δεν ηταν απο τον βασιλια για να θανατωθει ο αβενηρ, ο γιοσ του νηρ. και ο βασιλιασ ειπε στουσ δουλουσ του: δεν ξερετε οτι ενασ στρατηγοσ, και μεγαλοσ ανθρωποσ, επεσε αυτη την ημερα στον ισραηλ; κι εγω ειμαι σημερα αδυνατοσ, αν και χριστηκα βασιλιασ· κι αυτοι οι ανδρεσ, οι γιοι τησ σερουιασ ειναι παρα πολυ δυνατοι, οσον αφορα εμενα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει ανταποδοση στον εργατη τησ κακιασ, συμφωνα με την κακια του.

4

και οταν ο γιοσ του σαουλ ακουσε οτι ο αβενηρ πεθανε στη χεβρων, νεκρωθηκαν τα χερια του, και ολοι οι ισραηλιτεσ συνταραχτηκαν. ειχε δε ο γιοσ του σαουλ δυο ανδρεσ, που ησαν συστρεμματαρχεσ, το ονομα του ενοσ ηταν βαανα, και το ονομα του αλλου ρηχαβ, γιοι του ριμμων, του βηρωθαιου, απο τουσ γιουσ βενιαμιν· (επειδη, και η βηρωθ θεωρειτο του βενιαμιν· οι δε βηρωθαιοι ειχαν φυγει στη γιτθαιμ, και ησαν εκει, παροικωντασ μεχρι αυτη την ημερα). και ο ιωναθαν, ο γιοσ του σαουλ, ειχε εναν γιο βλαμμενον στα ποδια. ηταν ηλικιασ πεντε χρονων, οταν ηρθαν οι αγγελιεσ απο την ιεζραελ για τον σαουλ και τον ιωναθαν, και η τροφοσ του τον σηκωσε και εφευγε· κι ενω εσπευδε να φυγει, αυτοσ επεσε, και εγινε χωλοσ· το δε ονομα του ηταν μεμφιβοσθε. και πηγαν οι γιοι του ριμμων, του βηρωθαιου, ο ρηχαβ και ο βαανα, και στο καυμα τησ ημερασ μπηκαν μεσα στο σπιτι του ισ-βοσθε, που ηταν ξαπλωμενοσ επανω στο κρεβατι το μεσημερι· και μπηκαν εκει μεχρι το μεσον του σπιτιου, ταχα για να παρουν σιταρι· και τον χτυπησαν κατω απο το πεμπτο πλευρο· και ο ρηχαβ και ο βαανα ο αδελφοσ του διασωθηκαν. επειδη, οταν μπηκαν μεσα στο σπιτι, εκεινοσ ηταν ξαπλωμενοσ επανω στο κρεβατι του κοιτωνα του· και τον χτυπησαν, και τον θανατωσαν, και του εκοψαν το κεφαλι, και παιρνοντασ το κεφαλι του, αναχωρησαν οδοιπορωντασ μεσα απο την πεδιαδα ολη τη νυχτα. και εφεραν το κεφαλι του ισ-βοσθε στον δαβιδ στη χεβρων, και ειπαν στον βασιλια: δεσ, το κεφαλι του ισ-βοσθε, γιου του σαουλ του εχθρου σου, που ζητουσε τη ζωη σου· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε εκδικηση στον κυριο μου τον βασιλια αυτη την ημερα, απο τον σαουλ, και απο το σπερμα του. και ο βασιλιασ δαβιδ απαντησε στον ρηχαβ και στον βαανα, τον αδελφο του, τουσ γιουσ του ριμμων, του βηρωθαιου, και τουσ ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που λυτρωσε την ψυχη μου απο καθε στενοχωρια· εκεινοσ που μου ανηγγειλε, λεγοντασ: δεσ, πεθανε ο σαουλ, και στοχαστηκε τον εαυτο του μηνυτη αγαθησ αγγελιασ, τον επιασα, και τον θανατωσα στη σικλαγ, αντι να τον βραβευσω για την αγγελια του· και ποσο μαλλον ανθρωπουσ πονηρουσ, που φονευσαν εναν δικαιο ανδρα μεσα στο σπιτι του επανω στο κρεβατι του; τωρα, λοιπον, δεν θα εκζητησω το αιμα του απο τα χερια σασ, και δεν θα σασ εξολοθρευσω απο τη γη; και ο δαβιδ διεταξε τουσ νεουσ, και τουσ θανατωσαν, και εκοψαν τα χερια τουσ και τα ποδια τουσ, και τα κρεμασαν επανω στο υδροστασιο στη χεβρων· το κεφαλι, ομωσ, του ισ-βοσθε το πηραν, και το εθαψαν στον ταφο του αβενηρ στη χεβρων.

5

και ολεσ οι φυλεσ του ισραηλ ηρθαν στον δαβιδ στη χεβρων, και του ειπαν, λεγοντασ: δεσ, κοκαλο σου, και σαρκα σου ειμαστε εμεισ· και πριν ακομα, οταν ο σαουλ βασιλευε επανω μασ, εσυ ησουν αυτοσ που εβγαζεσ εξω και εβαζεσ μεσα τον ισραηλ· και σε σενα ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: εσυ θα ποιμανεισ τον λαο μου τον ισραηλ, κι εσυ θα εισαι ηγεμονασ επανω στον ισραηλ. και ηρθαν ολοι οι πρεσβυτεροι του ισραηλ στον βασιλια στη χεβρων· και ο βασιλιασ δαβιδ εκανε συνθηκη μαζι τουσ στη χεβρων μπροστα στον κυριο· και εχρισαν τον δαβιδ βασιλια επανω στον ισραηλ. ο δαβιδ, οταν εγινε βασιλιασ, ηταν 30 χρονων, και βασιλευσε 40 χρονια· και στη χεβρων βασιλευσε επανω στον ιηhυδα επτα χρονια και εξι μηνεσ· και στην ιερουσαλημ βασιλευσε 33 χρονια επανω σε ολοκληρο τον ισραηλ και τον ιηhυδα. και πηγε ο βασιλιασ, και οι ανδρεσ του στην ιερουσαλημ, στουσ ιεβουσαιουσ, που κατοικουσαν τη γη· που μιλησαν στον δαβιδ, λεγοντασ: δεν θα μπεισ εδω μεσα, αν δεν βγαλεισ εξω τουσ τυφλουσ και τουσ χωλουσ· λεγοντασ οτι ο δαβιδ δεν θα μπορουσε να μπει εκει μεσα. ο δαβιδ, ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε το φρουριο σιων· αυτη ειναι η πολη του δαβιδ. και ο δαβιδ ειπε εκεινη την ημερα: οποιοσ φτασει στον οχετο, και χτυπησει τουσ ιεβουσαιουσ, και τουσ χωλουσ και τουσ τυφλουσ, που μισει η ψυχη του δαβιδ, θα ειναι αρχηγοσ. γι' αυτο, λενε: τυφλοσ και χωλοσ δεν θα μπει μεσα στο σπιτι. και ο δαβιδ κατοικησε στο φρουριο, και το ονομασε: η πολη του δαβιδ. και ο δαβιδ εκανε οικοδομεσ ολογυρα απο τη μιλλω και μεσα. και ο δαβιδ προχωρουσε, και μεγαλυνοταν, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων ηταν μαζι του. και ο χειραμ, ο βασιλιασ τησ τυρου, εστειλε πρεσβεισ στον δαβιδ, και κεδρινα ξυλα, και ξυλουργουσ, και χτιστεσ, και οικοδομησαν σπιτι στον δαβιδ. και ο δαβιδ γνωρισε, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον εκανε βασιλια επανω στον ισραηλ, και οτι υψωσε τη βασιλεια του για τον λαο του τον ισραηλ. και ο δαβιδ πηρε ακομα παλλακεσ και γυναικεσ απο την ιερουσαλημ, αφου ηρθε στη χεβρων· και γεννηθηκαν ακομα στον δαβιδ γιοι και θυγατερεσ. και τουτα ειναι τα ονοματα αυτων που γεννηθηκαν στην ιερουσαλημ: ο σαμμουα, και ο σωβαβ, και ο ναθαν, και ο σολομων, και ο ιεβαρ, και ο ελισουα, και νεφεγ, και ο ιαφια, και ο ελισαμα, και ο ελιαδα, και ο ελιφαλετ. και οταν οι φιλισταιοι ακουσαν οτι εχρισαν τον δαβιδ βασιλια επανω στον ισραηλ, ολοι οι φιλισταιοι ανεβηκαν να ζητησουν τον δαβιδ· και ο δαβιδ το ακουσε, και κατεβηκε στο φρουριο. και οι φιλισταιοι ηρθαν, και διαχυθηκαν στην κοιλαδα ραφαειμ. και ο δαβιδ ρωτησε τον κυριο, λεγοντασ: να ανεβω προσ τουσ φιλισταιουσ; θα τουσ παραδωσεισ στο χερι μου; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον δαβιδ: ανεβα· επειδη, σιγουρα θα παραδωσω τουσ φιλισταιουσ στο χερι σου. και ο δαβιδ ηρθε στη βααλ-φερασειμ, κι εκει ο δαβιδ τουσ χτυπησε, και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκοψε στα δυο τουσ εχθρουσ μου μπροστα μου, οπωσ τα νερα χωριζονται στα δυο. γι' αυτο, το ονομα εκεινου του τοπου αποκληθηκε βααλ-φερασειμ. και εκει εγκατελειψαν τα ειδωλα τουσ, και τα σηκωσαν ο δαβιδ και οι ανδρεσ του. και οι φιλισταιοι ανεβηκαν ξανα, και διαχυθηκαν στην κοιλαδα ραφαειμ. και οταν ο δαβιδ ρωτησε τον κυριο, ειπε: μη ανεβεισ· στρεψε απο πισω τουσ, και πεσε επανω τουσ απεναντι απο τισ συκαμινιεσ· και οταν ακουσεισ θορυβο διαβασησ επανω στισ κορυφεσ των συκαμινιων, τοτε θα σπευσεισ· επειδη, τοτε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα βγει μπροστα σου, για να χτυπησει το στρατοπεδο των φιλισταιων. και ο δαβιδ εκανε οπωσ τον προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και χτυπησε τουσ φιλισταιουσ απο τη γαβαα μεχρι την εισοδο γεζερ.

6

και ο δαβιδ συγκεντρωσε ξανα ολουσ τουσ εκλεκτουσ απο τον ισραηλ, 30.000. και ο δαβιδ σηκωθηκε και πηγε, και ολοκληροσ ο λαοσ μαζι του, απο τη βααλε του ιηhυδα, για να ανεβασει απο εκει την κιβωτο του θεου, στην οποια επικαλειται το ονομα, το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο οποιοσ καθεται πιο πανω απ' αυτη, επανω στα χερουβειμ. και εβαλαν την κιβωτο του θεου επανω σε καινουργια αμαξα, και την σηκωσαν απο το σπιτι του αβιναδαβ, που ηταν στο βουνο· και οδηγησαν την καινουργια αμαξα ο ουζα και ο αχιω, οι γιοι του αβιναδαβ. και την σηκωσαν απο το σπιτι του αβιναδαβ, που ηταν στο βουνο, μαζι με την κιβωτο του θεου· και ο αχιω προπορευοταν απο την κιβωτο. και ο δαβιδ και ολοκληροσ ο οικοσ ισραηλ επαιζαν μπροστα στον κυριο, καθε ειδοσ οργανα απο ξυλο ελατου, και κιθαρεσ, και ψαλτηρια, και τυμπανα, και σειστρα, και κυμβαλα. και οταν ηρθαν μεχρι το αλωνι του ναχων, ο ουζα απλωσε το χερι του στην κιβωτο του θεου, και την κρατησε· επειδη, την εσεισαν τα βοδια. και εξαφθηκε ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στον ουζα· και ο θεοσ τον χτυπησε εκει λογω τησ προπετειασ του· και πεθανε εκει διπλα στην κιβωτο του θεου. και ο δαβιδ λυπηθηκε, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε χαλασμο στον ουζα· και αποκαλεσε το ονομα του τοπου φαρεσ-ουζα, μεχρι αυτη την ημερα. και ο δαβιδ φοβηθηκε τον κυριο εκεινη την ημερα, και ειπε: πωσ η κιβωτοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα μπει μεσα σε μενα; και ο δαβιδ δεν θελησε να μετακινησει την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ τον εαυτο του στην πολη δαβιδ, αλλ' ο δαβιδ την εστρεψε στο σπιτι του ωβηδ-εδωμ, του γετθαιου. και η κιβωτοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εμεινε στο σπιτι του ωβηδ-εδωμ του γετθαιου τρεισ μηνεσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευλογησε τον ωβηδ-εδωμ, και ολοκληρη την οικογενεια του. και ανηγγειλαν στον βασιλια δαβιδ, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευλογησε την οικογενεια του ωβηδ-εδωμ, και ολα τα υπαρχοντα του, εξαιτιασ τησ κιβωτου του θεου. τοτε, ο δαβιδ πηγε και ανεβασε την κιβωτο του θεου απο το σπιτι του ωβηδ-εδωμ στην πολη του δαβιδ με ευφροσυνη. και οταν αυτοι που βασταζαν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βαδιζαν εξι βηματα, θυσιαζαν ενα βοδι και ενα σιτευτο. και ο δαβιδ χορευε μπροστα στον κυριο με ολη του τη δυναμη· και ο δαβιδ ηταν περιζωσμενοσ με λινο εφοδ. και ο δαβιδ και ολοκληροσ ο οικοσ ισραηλ ανεβασαν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με αλαλαγμο, και με φωνη σαλπιγγασ. και ενω η κιβωτοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εμπαινε στην πολη δαβιδ, η μιχαλ, η θυγατερα του σαουλ, εσκυψε μεσα απο το παραθυρο, και, βλεποντασ τον βασιλια δαβιδ να πηδαει και να χορευει μπροστα στον κυριο, τον εξουθενωσε στην καρδια τησ. και εφεραν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και την εβαλαν στον τοπο τησ, στο μεσον τησ σκηνησ, που ο δαβιδ ειχε στησει γι' αυτην· και ο δαβιδ προσφερε ολοκαυτωματα και ειρηνικεσ προσφορεσ μπροστα στον κυριο. και αφου ο δαβιδ τελειωσε να προσφερει τα ολοκαυτωματα και τισ ειρηνικεσ προσφορεσ, ευλογησε τον λαο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. και μοιρασε σε ολοκληρο τον λαο, σε ολοκληρο το πληθοσ του ισραηλ, απο ανδρα μεχρι γυναικα, σε καθε εναν ανθρωπο, ενα ψωμακι, και ενα κομματι κρεασ, και μια φιαλη κρασι. τοτε, ολοκληροσ ο λαοσ αναχωρησε, ο καθενασ στο σπιτι του. και ο δαβιδ επεστρεψε να ευλογησει την οικογενεια του. και, η μιχαλ, η θυγατερα του σαουλ, βγαινοντασ σε συναντηση του δαβιδ, ειπε: ποσο ενδοξοσ ηταν σημερα ο βασιλιασ του ισραηλ, που γυμνωθηκε σημερα στα ματια των υπηρετριων των δουλων του, καθωσ αδιαντροπα γυμνωνεται ενασ απο τουσ τιποτενιουσ ανθρωπουσ! και ο δαβιδ ειπε στη μιχαλ: μπροστα στον κυριο, που με διαλεξε πιο πανω απο τον πατερα σου, και πιο πανω απο ολοκληρη την οικογενεια του, ωστε να με κανει ηγεμονα επανω στον λαο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επανω στον ισραηλ, ναι, μπροστα στον κυριο επαιξα· και θα εξευτελιστω ακομα περισσοτερο, και θα ταπεινωθω στα ματια μου· και μαζι με τισ υπηρετριεσ, για τισ οποιεσ μιλησεσ εσυ, μαζι μ' αυτεσ θα δοξαστω. γι' αυτο, η μιχαλ, η θυγατερα του σαουλ, δεν γεννησε παιδι μεχρι την ημερα του θανατου τησ.

7

και αφου ο βασιλιασ καθησε στο σπιτι του, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον ανεπαυσε απο ολουσ τουσ εχθρουσ του, απο παντου, ο βασιλιασ ειπε στον ναθαν τον προφητη: να, εγω τωρα κατοικω σε κεδρινο σπιτι· και η κιβωτοσ του θεου καθεται αναμεσα σε παραπετασματα. και ο ναθαν ειπε στον βασιλια: πηγαινε, κανε καθε τι που ειναι στην καρδια σου· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι σου. και εκεινη τη νυχτα εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ τον ναθαν, λεγοντασ: πηγαινε, και πεσ στον δουλο μου τον δαβιδ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: εσυ θα οικοδομησεισ οικο σε μενα, για να κατοικω; επειδη, δεν κατοικησα σε οικο, απο την ημερα που ανεβασα τουσ γιουσ ισραηλ απο την αιγυπτο, μεχρι αυτη την ημερα, αλλα περιερχομουν μεσα σε σκηνη και παραπετασματα. παντου οπου περπατησα μαζι με ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ, μιλησα ποτε σε καποιον απο τισ φυλεσ του ισραηλ, στον οποιον προσταξα να ποιμαινει τον λαο μου τον ισραηλ, λεγοντασ: γιατι δεν οικοδομησατε κεδρινον οικο σε μενα; τωρα, λοιπον, ετσι θα πεισ στον δουλο μου τον δαβιδ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: εγω σε πηρα απο τη μαντρα, πισω απο τα προβατα, για να εισαι ηγεμονασ επανω στον λαο μου, επανω στον ισραηλ· και ημουν μαζι σου παντου οπου περπατησεσ, και εξολοθρευσα ολουσ τουσ εχθρουσ σου απο μπροστα σου, και σε εκανα ονομαστον, συμφωνα με το ονομα των μεγαλων που βρισκονται επανω στη γη· και θα διορισω εναν τοπο για τον λαο μου τον ισραηλ, και θα τουσ φυτεψω, και θα κατοικουν σε δικο τουσ τοπο, και δεν θα μεταφερονται πλεον· και οι γιοι τησ αδικιασ δεν θα τουσ καταθλιβουν πια, οπωσ αλλοτε, και οπωσ τισ ημερεσ κατα τισ οποιεσ ειχα καταστησει κριτεσ επανω στον λαο μου ισραηλ· και θα σε αναπαυσω απο ολουσ τουσ εχθρουσ σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναγγελλει ακομα σε σενα, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα οικοδομησει σπιτι σε σενα. αφου συμπληρωθουν οι ημερεσ σου, και κοιμηθεισ μαζι με τουσ πατερεσ σου, θα σηκωσω υστερα απο σενα το σπερμα σου, που θα βγει απο τα σπλαχνα σου, και θα στερεωσω τη βασιλεια του. αυτοσ θα οικοδομησει οικον στο ονομα μου· και θα στερεωσω τον θρονο τησ βασιλειασ του μεχρι τον αιωνα· εγω θα ειμαι σ' αυτον πατερασ, κι αυτοσ θα ειναι σε μενα γιοσ· αν διαπραξει ανομια, θα τον σωφρονισω με ραβδο ανδρων, και με μαστιγωσεισ των γιων των ανθρωπων· το ελεοσ μου, ομωσ, δεν θα αφαιρεθει απ' αυτον, οπωσ το αφαιρεσα απο τον σαουλ, που εβγαλα απο μπροστα σου· και η οικογενεια σου και η βασιλεια σου θα στερεωθει μπροστα σου μεχρι τον αιωνα· ο θρονοσ σου θα στερεωθει στον αιωνα. συμφωνα με ολα αυτα τα λογια, και συμφωνα με ολοκληρη αυτη την οραση, ετσι μιλησε ο ναθαν στον δαβιδ. τοτε, ο βασιλιασ δαβιδ μπηκε και καθησε μπροστα στον κυριο, και ειπε: ποιοσ ειμαι εγω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε; και ποια ειναι η οικογενεια μου, ωστε με εφερεσ μεχρισ αυτο; αλλα, κι αυτο ακομα σταθηκε μικρο στα ματια σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε· και μιλησεσ ακομα και για την οικογενεια του δουλου σου για ενα μακρινο μελλον. κι αυτοσ, δεσποτα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ειναι ο τροποσ των ανθρωπων; και τι μπορει ο δαβιδ να πει πλεον σε σενα; επειδη, εσυ, δεσποτα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γνωριζεισ τον δουλο σου. εξαιτιασ του λογου σου, και συμφωνα με την καρδια σου, εκανεσ ολα αυτα τα εγαλεια, για να τα κανεισ γνωστα στον δουλο σου. γι' αυτο, εισαι μεγασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε· επειδη, δεν υπαρχει ομοιοσ σου· ουτε υπαρχει θεοσ εκτοσ απο σενα, συμφωνα με ολα οσα ακουσαμε με τα αυτια μασ. και ποιο αλλο εθνοσ επανω στη γη ειναι οπωσ ο λαοσ σου, οπωσ ο ισραηλ, που ο θεοσ ηρθε να τον εξαγορασει για δικο του λαο, και για να τον κανει ονομαστον, και να ενεργησει για χαρη σασ μεγαλα πραγματα και θαυμαστα, για χαρη τησ γησ σου, μπροστα στον λαο σου, που λυτρωσεσ για τον εαυτο σου απο την αιγυπτο, απο τα εθνη, και απο τουσ θεουσ τουσ; επειδη, στερεωσεσ στον εαυτο σου τον λαο σου ισραηλ, για να ειναι λαοσ σου στον αιωνα· κι εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εγινεσ θεοσ τουσ. και, τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε, τον λογο που μιλησεσ για τον δουλο σου, και για την οικογενεια του, ασ στερεωθει στον αιωνα, και κανε καθωσ μιλησεσ. και ασ μεγαλυνθει το ονομα σου μεχρι τον αιωνα, ωστε να λενε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων ειναι ο θεοσ επανω στον ισραηλ· και η οικογενεια του δουλου σου δαβιδ ασ ειναι μπροστα σου στερεωμενη. επειδη, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, θεε του ισραηλ, αποκαλυψεσ στον δουλο σου, λεγοντασ: θα οικοδομησω σε σενα οικο· γι' αυτο ο δουλοσ σου βρηκε την καρδια του ετοιμη να προσευχηθει σε σενα αυτη την προσευχη. και, τωρα, δεσποτα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσυ εισαι ο θεοσ, και τα λογια σου θα ειναι αληθινα, κι εσυ υποσχεθηκεσ αυτα τα αγαθα στον δουλο σου· τωρα, λοιπον, ευδοκησε να ευλογησεισ την οικογενεια του δουλου σου, για να ειναι μπροστα σου στον αιωνα· επειδη, εσυ, δεσποτα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μιλησεσ· και απο την ευλογια σου ασ ειναι η οικογενεια του δουλου σου ευλογημενη, στον αιωνα.

8

υστερα δε απ' αυτα, ο δαβιδ παταξε τουσ φιλισταιουσ, και τουσ κατατροπωσε· και ο δαβιδ πηρε απο το χερι των φιλισταιων τη μεγεθ-αμμα. παταξε και τουσ μωαβιτεσ, και τουσ μετρησε με σχοινια, αφου τουσ απλωσε καταγησ· και για να θανατωσει, τουσ μετρησε με δυο σχοινια, και για να αφησει ζωντανουσ, με ενα ολοκληρο σχοινι. ετσι, οι μωαβιτεσ εγιναν δουλοι υποτελεισ του δαβιδ. ο δαβιδ παταξε ακομα τον αδαδεζερ, τον γιο του ρεωβ, βασιλια τησ σωβα, ενω πηγαινε να εγκαταστησει την εξουσια του επανω στον ποταμο ευφρατη. και ο δαβιδ πηρε απ' αυτον 1.700 καβαλαρηδεσ, και 20.000 πεζουσ· και ο δαβιδ νευροκοπησε ολα τα αλογα των αμαξων, και απ' αυτεσ διαφυλαξε 100 αμαξεσ. και οταν οι συριοι τησ δαμασκου ηρθαν να βοηθησουν τον αδαδεζερ, τον βασιλια τησ σωβα, ο δαβιδ παταξε απο τουσ συριουσ 22.000 ανδρεσ. και ο δαβιδ εβαλε φρουρεσ στη συρια τησ δαμασκου· και οι συριοι εγιναν δουλοι υποτελεισ του δαβιδ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσωζε τον δαβιδ παντου, οπου πηγαινε. και ο δαβιδ πηρε τισ χρυσεσ ασπιδεσ, που ησαν επανω στουσ δουλουσ του αδαδεζερ, και τισ εφερε στην ιερουσαλημ. και απο τη βεταχ, και απο τη βηρωθαι, πολεισ του αδαδεζερ, ο βασιλιασ δαβιδ πηρε υπερβολικα πολυν χαλκο. και καθωσ ο θοει, ο βασιλιασ τησ αιμαθ, ακουσε οτι ο δαβιδ παταξε ολοκληρη τη δυναμη του αδαδεζερ, ο θοει εστειλε τον ιωραμ, τον γιο του, στον βασιλια δαβιδ, για να τον χαιρετησει, και να τον ευλογησει, οτι καταπολεμησε τον αδαδεζερ, και τον παταξε· επειδη, ο αδαδεζερ ηταν εχθροσ του θοει. και ο ιωραμ εφερε μαζι του ασημενια σκευη, και χρυσα σκευη, και χαλκινα σκευη· και ο βασιλιασ δαβιδ τα αφιερωσε στον κυριο, μαζι με το ασημι και το χρυσαφι, που ειχε αφιερωσει απο ολα τα εθνη, οσα ειχε υποταξει· απο τη συρια, και απο τον μωαβ, και απο τουσ γιουσ αμμων, και απο τουσ φιλισταιουσ, και απο τον αμαληκ, και απο τα λαφυρα του αδαδεζερ, του γιου του ρεωβ, του βασιλια τησ σωβα. και ο δαβιδ απεκτησε ονομα, οταν επεστρεφε, αφου ειχε κατατροπωσει τουσ συριουσ στην κοιλαδα του αλατιου, 18.000. και εβαλε φρουρεσ στην ιδουμαια· σε ολοκληρη την ιδουμαια εβαλε φρουρεσ· και ολοι οι ιδουμαιοι εγιναν δουλοι του δαβιδ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσωζε τον δαβιδ παντου, οπου πηγαινε. και ο δαβιδ βασιλευσε σε ολοκληρο τον ισραηλ· και ο δαβιδ εκανε κριση και δικαιοσυνη σε ολοκληρο τον λαο του. και ο ιωαβ, ο γιοσ τησ σερουιασ, ηταν επικεφαλησ του στρατου· και ο ιωσαφατ, ο γιοσ του αχιλουδ, ηταν υπομνηματογραφοσ· και ο σαδωκ, ο γιοσ του αχιτωβ, και ο αχιμελεχ, ο γιοσ του αβιαθαρ, ησαν ιερεισ· ο δε σεραιασ ηταν γραμματεασ. και ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, ηταν υπευθυνοσ για τουσ χερεθαιουσ και για τουσ φελεθαιουσ· οι δε γιοι του δαβιδ ησαν αυλαρχεσ.

9

και ο δαβιδ ειπε: απομενει καποιοσ ακομα απο την οικογενεια του σαουλ, για να κανω ελεοσ σ' αυτον χαρη του ιωναθαν; υπηρχε δε ενασ δουλοσ απο την οικογενεια του σαουλ, που ονομαζοταν σιβα. και τον καλεσαν προσ τον δαβιδ, και ο βασιλιασ του ειπε: εσυ εισαι ο σιβα; κι εκεινοσ ειπε: ο δουλοσ σου. και ειπε ο βασιλιασ: δεν απομενει καποιοσ ακομα απο την οικογενεια του σαουλ, για να κανω σ' αυτον ελεοσ θεου; και ο σιβα ειπε στον βασιλια: υπαρχει ακομα ενασ γιοσ του ιωναθαν, βλαμμενοσ στα ποδια. και ο βασιλιασ του ειπε: που ειναι αυτοσ; και ο σιβα ειπε στον βασιλια: να, ειναι στο σπιτι του μαχειρ, γιου του αμμιηλ, στη λο-δεβαρ. τοτε, ο βασιλιασ δαβιδ εστειλε, και τον πηρε απο το σπιτι του μαχειρ, γιου του αμμιηλ, απο τη λο-δεβαρ. και οταν ο μεμφιβοσθε, γιοσ του ιωναθαν, γιου του σαουλ, ηρθε στον δαβιδ, επεσε με το προσωπο του στη γη, και προσκυνησε. και ο δαβιδ ειπε: μεμφιβοσθε! κι εκεινοσ ειπε: να, ο δουλοσ σου. και ο δαβιδ του ειπε: μη φοβασαι· επειδη, σιγουρα θα κανω ελεοσ σε σενα, χαρη του ιωναθαν του πατερα σου, και θα σου αποδωσω ολα τα κτηματα του σαουλ του πατερα σου· κι εσυ θα τρωσ ψωμι επανω στο τραπεζι μου για παντα. κι εκεινοσ τον προσκυνησε, και ειπε: ποιοσ ειναι ο δουλοσ σου, ωστε να επιβλεψεισ σε ενα τετοιο πεθαμενο σκυλι που ειμαι εγω; και ο βασιλιασ καλεσε τον σιβα, τον δουλο του σαουλ, και του ειπε: ολα οσα ειχε ο σαουλ και ολοκληρη η οικογενεια του, τα εδωσα στον γιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου· θα καλλιεργεισ, λοιπον, τη γη γι' αυτον, κι εσυ, και οι γιοι σου, και οι δουλοι σου, και θα φερεισ τα εισοδηματα, για να εχει ο γιοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου τροφη για να τρωει· πλην, ο μεμφιβοσθε, ο γιοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου, θα τρωει ψωμι παντοτινα επανω στο τραπεζι μου. και ο σιβα ειχε 15 γιουσ και 20 δουλουσ. και ο σιβα ειπε στον βασιλια: συμφωνα με ολα οσα προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ τον δουλο του, ετσι θα κανει ο δουλοσ σου. και ο μεμφιβοσθε, ειπε ο βασιλιασ, θα τρωει επανω στο τραπεζι μου, σαν ενασ απο τουσ γιουσ του βασιλια. και ο μεμφιβοσθε ειχε εναν μικρον γιο, που ονομαζοταν μιχα. και ολοι οσοι κατοικουσαν στο σπιτι του σιβα ησαν δουλοι του μεμφιβοσθε. και ο μεμφιβοσθε κατοικουσε στην ιερουσαλημ· επειδη, ετρωγε παντοτινα επανω στο τραπεζι του βασιλια· ηταν δε χωλοσ και στα δυο του ποδια.

10

και υστερα απ' αυτα, ο βασιλιασ των γιων αμμων πεθανε, και αντ' αυτου βασιλευσε ο ανουν, ο γιοσ του. και ο δαβιδ ειπε: θα κανω ελεοσ στον ανουν, τον γιο του ναασ, επειδη ο πατερασ του εκανε ελεοσ σε μενα. και ο δαβιδ εστειλε να τον παρηγορησει για τον πατερα του, διαμεσου των δουλων του. και οι δουλοι του δαβιδ ηρθαν στη γη των γιων αμμων. και οι αρχοντεσ των γιων αμμων ειπαν στον ανουν τον κυριο τουσ: νομιζεισ οτι ο δαβιδ τιμωντασ τον πατερα σου εστειλε παρηγορητεσ σε σενα; δεν εστειλε ο δαβιδ τουσ δουλουσ του σε σενα, για να εξερευνησει την πολη, και να την κατασκοπευσει, και να την καταστρεψει; και ο ανουν επιασε τουσ δουλουσ του δαβιδ, και ξυρισε το μισο πηγουνι τουσ, και απεκοψε το μισο απο τα ιματια τουσ, μεχρι τουσ γλουτουσ τουσ, και τουσ εξαπεστειλε. οταν το ανηγγειλαν στον δαβιδ, εστειλε σε συναντηση τουσ, επειδη οι ανδρεσ ησαν υπερβολικα ατιμασμενοι· και ο βασιλιασ ειπε: καθηστε στην ιεριχω μεχρισ οτου αυξηθουν τα πηγουνια σασ, και τοτε γυριστε. και βλεποντασ οι γιοι αμμων οτι ησαν βδελυκτοι στον δαβιδ, οι γιοι αμμων εστειλαν και μισθωσαν απο τουσ συριουσ τησ βαιθ-ρεωβ, και απο τουσ συριουσ τησ σωβα, 20.000 πεζουσ και απο τον βασιλια μααχα 1.000 ανδρεσ, και απο τον ισ-τωβ 12.000 ανδρεσ. και οταν ο δαβιδ τα ακουσε αυτα, εστειλε τον ιωαβ, και ολοκληρο τον στρατο των δυνατων. και οι γιοι αμμων βγηκαν, και παραταχθηκαν σε πολεμο προσ την εισοδο τησ πυλησ· και οι συριοι τησ σωβα, και τησ ρεωβ, και του ισ-τωβ, και του μααχα, ησαν χωριστα στην πεδιαδα. και βλεποντασ ο ιωαβ οτι η μαχη παραταχθηκε εναντιον του απο μπροστα και απο πισω, διαλεξε, απο ολουσ τουσ εκλεκτουσ του ισραηλ, και τουσ παρεταξε εναντιον των συριων· και το υπολοιπο του λαου το εδωσε στο χερι του αδελφου του, του αβισαι, και τουσ παρεταξε εναντια στουσ γιουσ αμμων. και ειπε: αν οι συριοι υπερισχυσουν εναντιον μου, τοτε θα με σωσεισ εσυ· αν, ομωσ, υπερισχυσουν οι γιοι αμμων εναντιον σου, τοτε εγω θαρθω να σε σωσω· γινε ανδρειοσ, και ασ ενδυναμωθουμε υπερ του λαου μασ, και υπερ των πολεων του θεου μασ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ κανει το αρεστο στα ματια του. και ηρθε ο ιωαβ, και ο λαοσ που ηταν μαζι του, σε μαχη εναντια στουσ συριουσ, και εκεινοι εφυγαν απο μπροστα του. και οταν οι γιοι αμμων ειδαν οτι οι συριοι εφυγαν, εφυγαν τοτε κι αυτοι μπροστα απο τον αβισαι, και μπηκαν μεσα στην πολη. και ο ιωαβ γυρισε απο τουσ γιουσ αμμων, και ηρθε στην ιερουσαλημ. βλεποντασ δε οι συριοι, οτι κατατροπωθηκαν μπροστα απο τον ισραηλ, συγκεντρωθηκαν μαζι. και εστειλε ο αδαρεζερ, και εβγαλε τουσ συριουσ που ησαν περα απο τον ποταμο· και ηρθαν στην αιλαμ· και ο σωβακ, ο αρχιστρατηγοσ του αδαρεζερ, προπορευοταν μπροστα τουσ. και οταν αυτο αναγγελθηκε στον δαβιδ, συγκεντρωσε ολοκληρο τον ισραηλ, και περασε τον ιορδανη, και ηρθε στην αιλαμ. και οι συριοι παραταχθηκαν εναντια στον δαβιδ, και πολεμησαν μ' αυτον. και οι συριοι εφυγαν απο μπροστα απο τον ισραηλ· και ο δαβιδ εξολοθρευσε απο τουσ συριουσ 700 αμαξεσ, και 40.000 καβαλαρηδεσ, και τον σωβακ, τον αρχιστρατηγο τουσ, τον παταξε και πεθανε εκει. και βλεποντασ ολοι οι βασιλιαδεσ, οι δουλοι του αδαρεζερ, οτι κατατροπωθηκαν μπροστα απο τον ισραηλ, εκαναν ειρηνη με τον ισραηλ, και εγιναν δουλοι τουσ. και οι συριοι φοβονταν να βοηθησουν πλεον τουσ γιουσ αμμων.

11

και τον επομενο χρονο, κατα την εποχη που εκστρατευουν οι βασιλιαδεσ, ο δαβιδ εστειλε τον ιωαβ, και τουσ δουλουσ του μαζι του, και ολοκληρο τον ισραηλ· και κατεστρεψαν τουσ γιουσ αμμων, και πολιορκησαν τη ραββα. ο δαβιδ, ομωσ, εμεινε στην ιερουσαλημ. και προσ την εσπερα, οταν ο δαβιδ σηκωθηκε απο το κρεβατι του,περπατουσε επανω στην ταρατσα του βασιλικου σπιτιου· και απο την ταρατσα ειδε μια γυναικα να λουζεται· και η γυναικα ηταν υπερβολικα ωραια στην οψη. και ο δαβιδ εστειλε και ερευνησε για τη γυναικα. και καποιοσ ειπε: δεν ειναι αυτη η βηθ-σαβεε, η θυγατερα του ελιαμ, η γυναικα του ουρια του χετταιου; και ο δαβιδ εστειλε μηνυτεσ και την πηρε· και οταν ηρθε σ' αυτον, κοιμηθηκε μαζι τησ, (επειδη, ειχε καθαριστει απο την ακαθαρσια τησ·) και γυρισε στο σπιτι τησ. και η γυναικα συνελαβε· και στελνοντασ μηνυμα στον δαβιδ, ανηγγειλε και ειπε: ειμαι εγκυοσ. και ο δαβιδ εστειλε μηνυμα στον ιωαβ, λεγοντασ: στειλε μου τον ουρια τον χετταιο. και ο ιωαβ εστειλε στον δαβιδ τον ουρια. και οταν ο ουριασ ηρθε σ' αυτον, ο δαβιδ ρωτησε πωσ εχει ο ιωαβ, και πωσ εχει ο λαοσ, και πωσ εχουν τα πραγματα του πολεμου. και ο δαβιδ ειπε στον ουρια: κατεβα στο σπιτι σου, και πλυνε τα ποδια σου. και ο ουριασ βγηκε απο το σπιτι του βασιλια· και πισω του ηρθε μεριδιο απο το τραπεζι του βασιλια. ο ουριασ, ομωσ, κοιμηθηκε διπλα στη θυρα του σπιτιου του βασιλια, μαζι με ολουσ τουσ δουλουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του, και δεν κατεβηκε στο σπιτι του. και οταν ανηγγειλαν στον δαβιδ, λεγοντασ: ο ουριασ δεν κατεβηκε στο σπιτι του, ο δαβιδ ειπε στον ουρια: εσυ δεν ερχεσαι απο οδοιπορια; γιατι δεν κατεβηκεσ στο σπιτι σου; και ο ουριασ ειπε στον δαβιδ: η κιβωτοσ, και ο ισραηλ, και ο ιηhυδασ κατοικουν σε σκηνεσ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο ιωαβ, και οι δουλοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, ειναι στρατοπεδευμενοι επανω στο προσωπο τησ πεδιαδασ· και εγω θα παω στο σπιτι μου, για να φαω, και να πιω, και να κοιμηθω με τη γυναικα μου; ζεισ, και ζει η ψυχη σου, δεν θα κανω αυτο το πραγμα. και ο δαβιδ ειπε στον ουρια: μεινε εδω και σημερα, και αυριο θα σε εξαποστειλω. και εμεινε ο ουριασ στην ιερουσαλημ εκεινη την ημερα, και την επομενη. και ο δαβιδ τον καλεσε, και εφαγε μπροστα του, και ηπιε· και τον μεθυσε· και την εσπερα βγηκε να κοιμηθει επανω στο κρεβατι του μαζι με τουσ δουλουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του, πλην στο σπιτι του δεν κατεβηκε. και το πρωι ο δαβιδ εγραψε μια επιστολη στον ιωαβ, και την εστειλε δια χειροσ του ουρια. και στην επιστολη εγραψε, λεγοντασ: βαλτε τον ουρια απεναντι στη σκληροτερη μαχη· επειτα, συρθειτε απ' αυτον, για να χτυπηθει και να πεθανει. και αφου ο ιωαβ παρατηρησε την πολη, διορισε τον ουρια σε θεση, οπου ηξερε οτι ησαν ανδρεσ δυναμησ. και βγηκαν οι ανδρεσ τησ πολησ, και πολεμησαν με τον ιωαβ· και επεσαν απο τον λαο μερικοι απο τουσ δουλουσ του δαβιδ· θανατωθηκε δε και ο ουριασ ο χετταιοσ. και ο ιωαβ εστειλε και ανηγγειλε στον δαβιδ ολα τα σχετικα για τον πολεμο. και προσταξε τον μηνυτη, λεγοντασ: αφου τελειωσεισ μιλωντασ στον βασιλια ολα τα σχετικα για τον πολεμο, αν αναψει ο θυμοσ του βασιλια, και σου πει: γιατι πλησιασατε την πολη μαχομενοι; δεν ξερετε οτι θα τοξευαν απο το τειχοσ; ποιοσ παταξε τον αβιμελεχ, τον γιο του ιερουβεσεθ; καποια γυναικα δεν ερριξε επανω του ενα κομματι μυλοπετρασ απο το τειχοσ, και πεθανε, στη θαιβαισ; γιατι πλησιασατε στο τειχοσ; τοτε, πεσ: πεθανε και ο δουλοσ σου ο ουριασ, ο χετταιοσ. πηγε, λοιπον, ο μηνυτησ, και καθωσ ηρθε, ανηγγειλε στον δαβιδ ολα εκεινα, για τα οποια τον ειχε στειλει ο ιωαβ. και ειπε ο μηνυτησ στον δαβιδ, οτι υπερισχυσαν εναντιον μασ οι ανδρεσ, και βγηκαν προσ εμασ στην πεδιαδα, και τουσ καταδιωξαμε μεχρι την εισοδο τησ πυλησ· αλλ' οι τοξοτεσ τοξευσαν απο το τειχοσ επανω στουσ δουλουσ σου· και μερικοι απο τουσ δουλουσ του βασιλια πεθαναν, και ο δουλοσ σου ο ουριασ ο χετταιοσ ακομα πεθανε. τοτε ο δαβιδ ειπε στον μηνυτη: ετσι θα πεισ στον ιωαβ: μη σε ανησυχει αυτο το πραγμα· επειδη, η ρομφαια κατατρωει ποτε τον εναν, και ποτε τον αλλον· ενισχυσε τη μαχη σου εναντια στην πολη, και να την καταστρεψεισ· κι εσυ ενθαρρυνε τον. και οταν η γυναικα του ουρια ακουσε, οτι ο ουριασ ο ανδρασ τησ πεθανε,πενθησε για τον ανδρα τησ. και αφου περασε το πενθοσ, ο δαβιδ εστειλε και την πηρε στο σπιτι του· και εγινε γυναικα του, και του γεννησε εναν γιο. το πραγμα, ομωσ, που επραξε ο δαβιδ, φανηκε κακο στα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

12

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε τον ναθαν προσ τον δαβιδ. και ηρθε σ' αυτον, και του ειπε: ησαν 2 ανδρεσ σε καποια πολη, ο ενασ πλουσιοσ και ο αλλοσ φτωχοσ. ο πλουσιοσ ειχε κοπαδια και μαντρεσ απο βοδια υπερβολικα πολλεσ. και ο φτωχοσ δεν ειχε αλλο, παρα μια μικρη αμναδα, που αγορασε και εθρεψε· και μεγαλωσε μαζι του, και μαζι με τα παιδια του· ετρωγε απο το ψωμι του, και επινε απο το ποτηρι του, και κοιμοταν στον κορφο του, και του ηταν σαν θυγατερα. ηρθε δε στον πλουσιο καποιοσ διαβατησ, και λυπηθηκε να παρει απο τα κοπαδια του, και απο τισ μαντρεσ των βοδιων του, για να ετοιμασει στον οδοιπορο, που ειχε ερθει σ' αυτον, και πηρε την αμναδα του φτωχου, και την ετοιμασε για τον ανθρωπο που ειχε ερθει σ' αυτον. και αναψε η οργη του δαβιδ υπερβολικα εναντια στον ανθρωπο· και ειπε στον ναθαν: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αξιοσ θανατου ειναι ο ανθρωποσ, που το εκανε αυτο· και θα πληρωσει την αμναδα στο τετραπλασιο, επειδη επραξε αυτο το πραγμα, και επειδη δεν σπλαχνιστηκε. και ο ναθαν ειπε στον δαβιδ: εσυ εισαι ο ανθρωποσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ: εγω σε εχρισα βασιλια επανω στον ισραηλ, και εγω σε ελευθερωσα απο το χερι του σαουλ· και σου εδωσα τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου, και τισ γυναικεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου στον κορφο σου, και σου εδωσα τον οικο ισραηλ και του ιηhυδα· και αν τουτο ηταν λιγο, θα σου προσθετα παρομοια και παρομοια· γιατι καταφρονησεσ τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ωστε να πραξεισ το κακο στα ματια του; τον ουρια τον χετταιο παταξεσ με ρομφαια, και πηρεσ τη γυναικα του στον εαυτο σου ωσ γυναικα, κι αυτον τον θανατωσεσ με τη ρομφαια των γιων αμμων· τωρα, λοιπον, ρομφαια δεν θα αποσυρθει απο την οικογενεια σου· επειδη, με καταφρονησεσ, και πηρεσ τη γυναικα του ουρια του χετταιου για να ειναι γυναικα σου. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, θα ξεσηκωσω εναντιον σου κακα μεσα απο την οικογενεια σου, και θα παρω τισ γυναικεσ σου μπροστα απο τα ματια σου, και θα τισ δωσω στον πλησιον σου, και θα κοιμηθει με τισ γυναικεσ σου μπροστα σ' αυτον τον ηλιο· επειδη, εσυ επραξεσ κρυφα· εγω, ομωσ, θα κανω αυτο το πραγμα μπροστα απο ολοκληρο τον ισραηλ, και καταντικρυ στον ηλιο. και ο δαβιδ ειπε στον ναθαν: αμαρτησα στον κυριο. και ο ναθαν ειπε στον δαβιδ: και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεβλεψε το αμαρτημα σου· δεν θα πεθανεισ· επειδη, ομωσ, με την πραξη αυτη εδωσεσ μεγαλη αφορμη στουσ εχθρουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να βλασφημουν, γι' αυτο, το παιδι που γεννηθηκε σε σενα θα πεθανει οπωσδηποτε. και ο ναθαν εφυγε για το σπιτι του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παταξε το παιδι, που η γυναικα του ουρια γεννησε στον δαβιδ, και αρρωστησε. και ο δαβιδ ικετευσε τον κυριο υπερ του παιδιου· και ο δαβιδ νηστεψε, και αφου μπηκε μεσα, διανυχτερευσε, ξαπλωμενοσ καταγησ. και σηκωθηκαν οι πρεσβυτεροι του σπιτιου του, και ηρθαν σ' αυτον για να τον σηκωσουν απο τη γη· ομωσ, δεν θελησε, ουτε εφαγε ψωμι μαζι τουσ. και την εβδομη ημερα το παιδι πεθανε. και οι δουλοι του δαβιδ φοβηθηκαν να του αναγγειλουν οτι το παιδι πεθανε· επειδη, ελεγαν: δεστε, ενω το παιδι ζουσε ακομα, του μιλουσαμε, και δεν εισακουγε στη φωνη μασ· ποσο, λοιπον, θα κανει κακο, αν του πουμε οτι το παιδι πεθανε; αλλ' ο δαβιδ βλεποντασ οτι οι δουλοι του ψιθυριζαν αναμεταξυ τουσ, ο δαβιδ καταλαβε οτι το παιδι πεθανε· γι' αυτο, ο δαβιδ ειπε στουσ δουλουσ του: πεθανε το παιδι; κι εκεινοι ειπαν: πεθανε. τοτε, ο δαβιδ σηκωθηκε απο τη γη, και λουστηκε, και αλειφθηκε, και αλλαξε τα ιματια του, και μπηκε μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και προσκυνησε· επειτα, μπηκε μεσα στο σπιτι του· και ζητησε να φαει, και εβαλαν μπροστα του ψωμι, και εφαγε. και οι δουλοι του ειπαν σ' αυτον: τι ειναι τουτο, που εκανεσ; νηστευεσ και εκλαιγεσ για το παιδι, ενω ζουσε· και αφου πεθανε το παιδι, σηκωθηκεσ, και εφαγεσ ψωμι. και ειπε: ενω ακομα ζουσε το παιδι, νηστεψα και εκλαψα, επειδη ειπα: ποιοσ ξερει; ισωσ, ο θεοσ με ελεησει, και ζησει το παιδι· αλλα, τωρα, πεθανε· γιατι να νηστευω; μηπωσ μπορω να το φερω παλι πισω; εγω θα παω προσ αυτο, αυτο ομωσ δεν θα επιστρεψει προσ εμενα. και ο δαβιδ παρηγορησε τη βηθ-σαβεε, τη γυναικα του, και μπηκε μεσα σ' αυτην, και κοιμηθηκε μαζι τησ, και γεννησε γιο, και αποκαλεσε το ονομα του σολομωντα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον αγαπησε. και εστειλε διαμεσου του ναθαν του προφητη, και αποκαλεσε το ονομα του ιεδιδια, για τον κυριο. και ο ιωαβ πολεμησε εναντια στη ραββα των γιων αμμων, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε τη βασιλικη πολη. και ο ιωαβ εστειλε μηνυτεσ στον δαβιδ, και ειπε: πολεμησα εναντια στη ραββα, μαλιστα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσα την πολη των νερων· τωρα, λοιπον, συγκεντρωσε το υπολοιπο του λαου, και στρατοπεδευσε εναντια στην πολη, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε την, για να μη φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσω εγω την πολη και ονομαστει το ονομα μου επανω σ' αυτη. και ο δαβιδ συγκεντρωσε ολοκληρο τον λαο, και πηγε στη ραββα, και πολεμησε εναντιον τησ, και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε· και πηρε το στεφανι του βασιλια τουσ απο το κεφαλι του, το βαροσ του οποιου ηταν ενα ταλαντο χρυσαφι με πολυτιμεσ πετρεσ· και τεθηκε επανω στο κεφαλι του δαβιδ· και εφερε εξω υπερβολικα πολλα λαφυρα τησ πολησ· και τον λαο που ηταν μεσα σ' αυτη τον εβγαλε εξω, και τον εβαλε κατω απο σιδερενια πριονια, και κατω απο σιδερενια τριβολια, και κατω απο σιδερενιουσ πελεκεισ, και τουσ περασε μεσα απο το καμινι των πλινθων. και ετσι εκανε ο δαβιδ σε ολεσ τισ πολεισ των γιων αμμων. τοτε ο δαβιδ επεστρεψε, και ολοκληροσ ο λαοσ, στην ιερουσαλημ.

13

υστερα δε απ' αυτα, ο αβεσσαλωμ ο γιοσ του δαβιδ ειχε μια ωραια αδελφη, με το ονομα θαμαρ, και ο αμνων, ο γιοσ του δαβιδ, την αγαπησε. και ο αμνων επασχε τοσο, ωστε αρρωστησε για την αδελφη του τη θαμαρ· επειδη, ηταν παρθενα, και φαινοταν στον αμνων δυσκολοτατο να κανει κατι σ' αυτη. ειχε δε ο αμνων εναν φιλο, που ονομαζοταν ιωναδαβ, γιοσ του σαμαα, αδελφου του δαβιδ· ο δε ιωναδαβ ηταν ανθρωποσ υπερβολικα πανουργοσ. και του ειπε: γιατι εσυ, γιε του βασιλια, αδυνατιζεισ τοσο καθημερινα; δεν θα το φανερωσεισ σε μενα; και ο αμνων του ειπε: αγαπαω τη θαμαρ, την αδελφη του αβεσσαλωμ, του αδελφου μου. και ο ιωναδαβ του ειπε: πλαγιασε επανω στο κρεβατι σου, και προσποιηhοσυα τον αρρωστο· και οταν ο πατερασ σου ερθει και σε δει, πεσ του: ασ ερθει, παρακαλω, η θαμαρ η αδελφη μου, και ασ μου δωσει να φαω, και ασ ετοιμασει μπροστα μου το φαγητο, για να δω, και να φαω απο το χερι τησ. και ο αμνων πλαγιασε, και προσποιηθηκε τον αρρωστο· και οταν ο βασιλιασ ηρθε να τον δει, ειπε ο αμνων στον βασιλια: ασ ερθει, παρακαλω, η θαμαρ η αδελφη μου, και ασ κανει μπροστα μου δυο τηγανιτεσ, για να φαω απο το χερι τησ. και ο δαβιδ εστειλε στο σπιτι προσ τη θαμαρ, λεγοντασ: πηγαινε τωρα στο σπιτι του αδελφου σου αμνων, και ετοιμασε του φαγητο. και η θαμαρ πηγε στο σπιτι του αδελφου τησ αμνων, που ηταν πλαγιασμενοσ· και πηρε το αλευρι, και ζυμωσε, και εκανε τηγανιτεσ μπροστα του, και εψησε τισ τηγανιτεσ. επειτα, πηρε το τηγανι, και τισ κενωσε μπροστα του· ομωσ, δεν θελησε να φαει. και ο αμνων ειπε: βγαλτε καθε ανθρωπο απο μπροστα μου. και βγηκαν απ' αυτον ολοι. και ειπε ο αμνων στη θαμαρ: φερε το φαγητο μου στον κοιτωνα, για να φαω απο το χερι σου. και η θαμαρ πηρε τισ τηγανιτεσ που εκανε, και τισ εφερε στον κοιτωνα στον αμνων τον αδελφο τησ. και οταν του προσφερε σ' αυτον να φαει, την επιασε, και τησ ειπε: ελα, κοιμησου μαζι μου, αδελφη μου. κι εκεινη του ειπε: μη, αδελφε μου, μη με ταπεινωσεισ· επειδη, τετοιο πραγμα δεν πρεπει να γινει στον ισραηλ· μη κανεισ αυτη την αφροσυνη· κι εγω, πωσ θα εξαλειψω το ονειδοσ μου; αλλα, κι εσυ θα εισαι σαν ενασ απο τουσ αφρονεσ στον ισραηλ· τωρα, λοιπον, παρακαλω, μιλησε στον βασιλια· επειδη, δεν θα με αρνηθει σε σενα. δεν θελησε, ομωσ, να ακουσει στη φωνη τησ· αλλα, ασκωντασ μεγαλυτερη δυναμη απο εκεινη, τη βιασε, και κοιμηθηκε μαζι τησ. τοτε ο αμνων τη μισησε με μισοσ υπερβολικα μεγαλο· ωστε το μισοσ, με το οποιο τη μισησε, ηταν μεγαλυτερο απο την αγαπη, με την οποια την ειχε αγαπησει. και ο αμνων τησ ειπε: σηκω, πηγαινε. κι εκεινη του ειπε: δεν υπαρχει αιτια· αυτο το κακο, το να με αποβαλεισ, ειναι μεγαλυτερο του αλλου, που επραξεσ σε μενα. δεν θελησε, ομωσ, να την εισακουσει. και φωναξε τον νεο, που τον υπηρετουσε, και ειπε: βγαλ' την τωρα εξω απο μενα, και βαλε τον μοχλο στη θυρα πισω τησ. και ηταν ντυμενη με χιτωνα ποικιλοχρωμο, επειδη οι θυγατερεσ του βασιλια, οι παρθενεσ, τετοια επενδυματα ντυνονταν. και ο υπηρετησ του την εβγαλε εξω, και εβαλε τον μοχλο στη θυρα πισω τησ. και παιρνοντασ η θαμαρ σταχτη επανω στο κεφαλι τησ, και σχιζοντασ τον ποικιλοχρωμο χιτωνα, που ειχε επανω τησ, και βαζοντασ τα χερια τησ επανω στο κεφαλι τησ, εφευγε περπατωντασ και κραζοντασ. και ο αβεσσαλωμ ο αδελφοσ τησ ειπε σ' αυτη: μηπωσ ο αμνων ο αδελφοσ σου βρεθηκε μαζι σου; ομωσ, τωρα, σωπασε αδελφη μου· αδελφοσ σου ειναι· μη καταθλιβεισ την καρδια σου γι' αυτο το πραγμα. και η θαμαρ καθοταν σε κατασταση χηρειασ στο σπιτι του αδελφου τησ, του αβεσσαλωμ. και οταν ο βασιλιασ δαβιδ ακουσε ολα αυτα τα πραγματα, θυμωσε υπερβολικα. ο δε αβεσσαλωμ δεν μιλησε με τον αμνων, ουτε καλο ουτε κακο· επειδη, ο αβεσσαλωμ μισουσε τον αμνων, για τον λογο οτι ταπεινωσε την αδελφη του τη θαμαρ. και υστερα απο δυο ολοκληρα χρονια, ο αβεσσαλωμ ειχε κουρευτεσ στη βααλ-ασωρ, που ειναι κοντα στον εφραιμ, και ο αβεσσαλωμ προσκαλεσε ολουσ τουσ γιουσ του βασιλια. και ο αβεσσαλωμ ηρθε στον βασιλια, και ειπε: δεσ, τωρα, ο δουλοσ σου εχει κουρευτεσ· ασ ερθει, παρακαλω, ο βασιλιασ, και οι δουλοι του, μαζι με τον δουλο σου. και ο βασιλιασ ειπε στον αβεσσαλωμ: οχι, γιε μου, ασ μη ερθουμε τωρα ολοι, για να σου ειμαστε βαροσ. και τον βιασε, ομωσ δεν θελησε να παει, αλλα τον ευλογησε. τοτε, ο αβεσσαλωμ ειπε: αν οχι, ασ ερθει τουλαχιστον ο αμνων, ο αδελφοσ μου. και ο βασιλιασ του ειπε: γιατι να ερθει μαζι σου; ομωσ, ο αβεσσαλωμ τον βιασε, ωστε εστειλε μαζι του τον αμνων, και ολουσ τουσ γιουσ του βασιλια. τοτε, ο αβεσσαλωμ προσταξε τουσ υπηρετεσ του, λεγοντασ: δεστε, τωρα, οταν η καρδια του αμνων ευφρανθει απο το κρασι, και σασ πω: παταξτε τον αμνων, τοτε θανατωστε τον· μη φοβαστε· δεν ειμαι εγω που σασ προσταζω; γινεστε ανδρειοι και γινεστε γιοι δυναμησ. και οι υπηρετεσ του αβεσσαλωμ εκαναν στον αμνων, οπωσ τουσ προσταξε ο αβεσσαλωμ. τοτε, αφου σηκωθηκαν ολοι οι γιοι του βασιλια, καθησε καθε ενασ επανω στο μουλαρι του, και εφυγαν. κι ενω αυτοι βρισκονταν στον δρομο, εφτασε η φημη στον δαβιδ, που ελεγε: ο αβεσσαλωμ παταξε ολουσ τουσ γιουσ του βασιλια, και δεν εμεινε απ' αυτουσ ουτε ενασ. τοτε, ο βασιλιασ, αφου σηκωθηκε, ξεσχισε τα ιματια του, και πλαγιασε καταγησ· και ολοι οι δουλοι του, που παραβρισκονταν, ξεσχισαν τα ιματια τουσ. και ο ιωναδαβ, ο γιοσ του σαμαα, αδελφου του δαβιδ, αποκριθηκε και ειπε: ασ μη λεει ο βασιλιασ οτι θανατωθηκαν ολοι οι νεοι, οι γιοι του βασιλια· επειδη, μοναχα ο αμνων πεθανε· δεδομενου οτι, ο αβεσσαλωμ το ειχε αποφασισει, απο την ημερα που ταπεινωσε τη θαμαρ την αδελφη του· τωρα, λοιπον, ασ μη βαλει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ το πραγμα στην καρδια του, λεγοντασ οτι πεθαναν ολοι οι γιοι του βασιλια· επειδη, ο αμνων μοναχα πεθανε. και ο αβεσσαλωμ εφυγε. και ο νεοσ, ο σκοποσ, υψωνοντασ τα ματια του, ειδε, και να, πολυσ λαοσ πορευοταν απο τον δρομο πισω απ' αυτον, προσ την πλαγια του βουνου. και ο ιωναδαβ ειπε στον βασιλια: δεσ, οι γιοι του βασιλια ερχονται· συμφωνα με τον λογο του δουλου σου, ετσι εγινε. και καθωσ τελειωσε μιλωντασ, να, οι γιοι του βασιλια ηρθαν, και υψωσαν τη φωνη τουσ, και εκλαψαν· και ο βασιλιασ ακομα, και ολοι οι δουλοι του, εκλαψαν εναν υπερβολικα μεγαλον κλαυθμο. και ο αβεσσαλωμ εφυγε, και πηγε στον θαλμαι, τον γιο του αμμιουδ, τον βασιλια τησ γεσσουρ· και ο δαβιδ πενθησε για τον γιο του ολεσ τισ ημερεσ. ο αβεσσαλωμ, λοιπον, εφυγε, και πηγε στη γεσσουρ, και ηταν εκει τρια χρονια. και ο βασιλιασ δαβιδ επιποθησε να παει στον αβεσσαλωμ, επειδη ειχε παρηγορηθει για τον θανατο του αμνων.

14

και ο ιωαβ, ο γιοσ τησ σερουιασ γνωρισε, οτι η καρδια του βασιλια ηταν στον αβεσσαλωμ. και ο ιωαβ εστειλε στη θεκουε, και εφερε απο εκει μια σοφη γυναικα, και τησ ειπε: προσποιηhοσυα, παρακαλω, οτι εισαι σε πενθοσ, και ντυσου ιματια πενθιμα, και να μη αλειφθεισ με λαδι, αλλα να εισαι σαν μια γυναικα που πενθει ηδη πολλεσ ημερεσ για καποιον που πεθανε· και πηγαινε στον βασιλια, και να του μιλησεισ συμφωνα με τουτα τα λογια. και ο ιωαβ εβαλε τα λογια στο στομα τησ. και καθωσ η θεκωιτισσα γυναικα μιλουσε στον βασιλια, επεσε μπρουμυτα καταγησ, και προσκυνησε, και ειπε: βασιλια, σωσε. και ο βασιλιασ τησ ειπε: τι εχεισ; κι εκεινη ειπε: γυναικα χηρα ειμαι εγω, αλλοιμονο! και ο ανδρασ μου πεθανε· και η δουλη σου ειχε δυο γιουσ, που λογομαχησαν και οι δυο στο χωραφι, και δεν υπηρχε καποιοσ που να τουσ χωρισει, αλλα ο ενασ παταξε τον αλλον, και τον θανατωσε· και ξαφνου, ολοκληρη η συγγενεια σηκωθηκε εναντια στη δουλη σου, και ειπε: παραδωσε μασ αυτον που παταξε τον αδελφο του, για να τον θανατωσουμε, αντι τησ ζωησ του αδελφου του που τον φονευσε, και να εξολοθρευσουμε ταυτοχρονα και τον κληρονομο· και ετσι θα σβησουν το καρβουνο μου που εμεινε, ωστε να μη αφησουν στον ανδρα μου ονομα ουτε απομειναρι, επανω στο προσωπο τησ γησ. και ο βασιλιασ ειπε στη γυναικα: πηγαινε στο σπιτι σου, και εγω θα διαταξω υπερ του συμφεροντοσ σου. και η γυναικα η θεκωιτισσα ειπε στον βασιλια: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια, επανω μου ασ ειναι η ανομια, και επανω στον οικον του πατερα μου· και ο βασιλιασ και ο θρονοσ του, αθωοι. και ο βασιλιασ ειπε: οποιοσ μιλησει εναντιον σου, φερ' τον σε μενα, και δεν θα σε αγγιξει πλεον. κι εκεινη ειπε: ασ θυμηθει, παρακαλω, ο βασιλιασ τον κυριο τον θεο σου, και ασ μη αφησει τουσ εκδικητεσ του αιματοσ να πληθυνουν τη φθορα, και να απολεσουν τον γιο μου. κι εκεινοσ ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ουτε μια τριχα του γιου σου δεν θα πεσει στη γη. τοτε η γυναικα ειπε: ασ μιλησει, παρακαλω, η δουλη σου, εναν λογο στον κυριο μου τον βασιλια. και ειπε: μιλησε. και η γυναικα ειπε: γιατι στοχαστηκεσ τετοιο πραγμα εναντια στον λαο του θεου; επειδη, ο βασιλιασ το λεει αυτο σαν ενασ ενοχοσ ανθρωποσ, για τον λογο οτι ο βασιλιασ δεν στελνει να επαναφερει τον εξοριστο του. επειδη, αναποφευκτα θα πεθανουμε, και ειμαστε σαν το χυμενο νερο επανω στη γη, που δεν μαζευεται ξανα· και ο θεοσ δεν θελει να χαθει μια ψυχη, αλλ' εφευρισκει μεσα, ωστε ο εξοριστοσ να μη μενει εξωσμενοσ απ' αυτον. τωρα, γι' αυτο ηρθα να μιλησω αυτο τον λογο στον κυριο μου τον βασιλια, επειδη με φοβισε ο λαοσ· και η δουλη σου ειπε: θα μιλησω τωρα στον βασιλια· ισωσ, ο βασιλιασ κανει το αιτημα τησ δουλησ του. επειδη, ο βασιλιασ θα εισακουσει, για να ελευθερωσει τη δουλη του απο το χερι του ανθρωπου που ζηταει να με εξαλειψει, ταυτοχρονα δε και τον γιο μου, απο την κληρονομια του θεου. ειπε, μαλιστα, η δουλη σου: ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου του βασιλια, θα ειναι τωρα παρηγορητικοσ· επειδη, σαν αγγελοσ θεου, ετσι ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ, στο να διακρινει το καλο και το κακο· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα ειναι μαζι σου. τοτε, ο βασιλιασ απαντησε και ειπε στη γυναικα. μη κρυψεισ απο μενα τωρα το πραγμα, που εγω θα σε ρωτησω. και η γυναικα ειπε: ασ μιλησει, παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ. και ειπε ο βασιλιασ: σε ολο αυτο δεν ειναι μαζι σου το χερι του ιωαβ; και η γυναικα απαντησε και ειπε: ζει η ψυχη σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια, κανενα απ' αυτα που ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ δεν ξεκλινε, ουτε δεξια ουτε αριστερα· επειδη, ο δουλοσ σου ο ιωαβ, αυτοσ με προσταξε, κι αυτοσ εβαλε ολα τα λογια αυτα στο στομα τησ δουλησ σου· ο δουλοσ σου ο ιωαβ το εκανε, να περιστρεψω τη μορφη αυτου του πραγματοσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειναι σοφοσ, συμφωνα με τη σοφια αγγελου του θεου, στο να γνωριζει ολα οσα γινονται στη γη. και ο βασιλιασ ειπε στον ιωαβ: δεσ, τωρα, εκανα αυτο το πραγμα· πηγαινε, λοιπον, φερε πισω τον νεο, τον αβεσσαλωμ. και ο ιωαβ επεσε μπρουμυτα στη γη, και προσκυνησε, και ευλογησε τον βασιλια· και ο ιωαβ ειπε: σημερα ο δουλοσ σου γνωριζει οτι βρηκα χαρη στα ματια σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια, επειδη ο βασιλιασ εκανε συμφωνα με τον λογο του δουλου του. τοτε, ο ιωαβ σηκωθηκε και πηγε στη γεσσουρ, και εφερε τον αβεσσαλωμ στην ιερουσαλημ. και ο βασιλιασ ειπε: ασ γυρισει στο σπιτι του, και ασ μη δει το προσωπο μου. ετσι ο αβεσσαλωμ γυρισε στο σπιτι του, και δεν ειδε το προσωπο του βασιλια. και σε ολοκληρο τον ισραηλ δεν υπηρχε ανθρωποσ να θαυμαζεται τοσο για την ωραιοτητα του, οπωσ ο αβεσσαλωμ· απο το πελμα του ποδιου του, μεχρι την κορυφη του, δεν υπηρχε ελαττωμα επανω του· και οσακισ κουρευε το κεφαλι του, (επειδη, στο τελοσ καθε χρονου το κουρευε· για τον λογο οτι τα μαλλια τον βαραιναν, γι' αυτο τα εκοβε·) ζυγιζε τισ τριχεσ του κεφαλιου του, και ησαν 200 σικλοι συμφωνα με το βασιλικο ζυγι. και στον αβεσσαλωμ γεννηθηκαν τρεισ γιοι, και μια θυγατερα, με το ονομα θαμαρ· αυτη ηταν ωραιοτατη γυναικα. και ο αβεσσαλωμ κατοικησε στην ιερουσαλημ δυο ολοκληρα χρονια, και δεν ειδε το προσωπο του βασιλια. γι' αυτο, ο αβεσσαλωμ απεστειλε στον ιωαβ, για να τον στειλει στον βασιλια· ομωσ, δεν θελησε ναρθει σ' αυτον· απεστειλε ξανα για δευτερη φορα, αλλα δεν θελησε ναρθει. τοτε, ειπε στουσ δουλουσ του: κοιταξτε, το χωραφι του ιωαβ ειναι κοντα στο δικο μου, και εχει εκει κριθαρι· πηγαινετε, και κατακαψτε το με φωτια· και οι δουλοι του αβεσσαλωμ κατεκαψαν το χωραφι με φωτια. και σηκωθηκε ο ιωαβ, και ηρθε στον αβεσσαλωμ στο σπιτι, και του ειπε: γιατι οι δουλοι σου κατεκαψαν το χωραφι μου με φωτια; και ο αβεσσαλωμ απαντησε στον ιωαβ: δεσ, απεστειλα σε σενα, λεγοντασ: ελα εδω, για να σε στειλω στον βασιλια να πεισ: γιατι ηρθα απο τη γεσσουρ; θα ηταν καλυτερο για μενα να ημουν ακομα εκει· τωρα, λοιπον, ασ δω το προσωπο του βασιλια· και αν ειναι σε μενα αδικια, ασ με θανατωσει. τοτε, ο ιωαβ ηρθε στον βασιλια, και του τα ανηγγειλε αυτα· και καλεσε τον αβεσσαλωμ, και ηρθε στον βασιλια, και πεφτοντασ μπρουμυτα καταγησ, προσκυνησε μπροστα στον βασιλια· και ο βασιλιασ φιλησε τον αβεσσαλωμ.

15

και υστερα απ' αυτα, ο αβεσσαλωμ ετοιμασε αμαξεσ και αλογα, και 50 ανδρεσ να τρεχουν μπροστα του. και ο αβεσσαλωμ σηκωνοταν πρωι, και στεκοταν στα πλαγια του δρομου τησ πυλησ· και οταν καποιοσ ειχε μια διαφορα και ερχοταν στον βασιλια για να κανει κριση, τοτε ο αβεσσαλωμ τον καλουσε κοντα του και του ελεγε: απο ποια πολη εισαι; κι εκεινοσ απαντουσε: ο δουλοσ σου ειναι απο την ταδε φυλη του ισραηλ. και ο αβεσσαλωμ του ελεγε: δεσ, η υποθεση σου ειναι καλη και σωστη· ομωσ, δεν υπαρχει κανενασ που να σε ακουει απο μερουσ του βασιλια. ελεγε ακομα ο αβεσσαλωμ: ποιοσ να με διοριζε κριτη του τοπου, για να ερχεται σε μενα καθενασ που εχει διαφορα η κριση, και να τον δικαιωνω! και οσεσ φορεσ καποιοσ πλησιαζε για να τον προσκυνησει, απλωνε το χερι του, και τον επιανε, και τον φιλουσε. και ο αβεσσαλωμ εκανε κατ' αυτον τον τροπο σε καθε ισραηλιτη, που ερχοταν για κριση προσ τον βασιλια· και ο αβεσσαλωμ υπεκλεπτε τισ καρδιεσ των ανδρων του ισραηλ. και στο τελοσ των 40 χρονων, ο αβεσσαλωμ ειπε στον βασιλια: ασ παω, παρακαλω, για να εκπληρωσω την ευχη μου, που ειχα ευχηθει στον κυριο, στη χεβρων· επειδη, ο δουλοσ σου ειχε ευχηθει μια ευχη, οταν κατοικουσε στη γεσσουρ στη συρια, λεγοντασ: αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με επιστρεψει πραγματικα στην ιερουσαλημ, τοτε θα προσφερω θυσια στον κυριο. και ο βασιλιασ του ειπε: πηγαινε με ειρηνη. και αφου σηκωθηκε, πηγε στη χεβρων. και ο αβεσσαλωμ εστειλε κατασκοπουσ σε ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ, λεγοντασ: καθωσ θα ακουσετε τη φωνη τησ σαλπιγγασ, θα πειτε: ο αβεσσαλωμ βασιλευσε στη χεβρων. και πηγαν μαζι με τον αβεσσαλωμ 200 ανδρεσ απο την ιερουσαλημ, καλεσμενοι, και πηγαν μεσα στην απλοτητα τουσ, και δεν ηξεραν τιποτε. και ο αβεσσαλωμ προσκαλεσε τον αχιτοφελ τον γιλωναιο, τον συμβουλο του δαβιδ, απο την πολη του, απο τη γιλω, ενω προσφερε τισ θυσιεσ. και η συνωμοσια ηταν δυνατη· και ο λαοσ πληθυνοταν αδιακοπα κοντα στον αβεσσαλωμ. και ηρθε ενασ μηνυτησ στον δαβιδ, λεγοντασ: οι καρδιεσ των ανδρων ισραηλ στραφηκαν πισω απο τον αβεσσαλωμ. και ο δαβιδ ειπε σε ολουσ τουσ δουλουσ του, εκεινουσ που ησαν μαζι του στην ιερουσαλημ: σηκωθειτε, και ασ φυγουμε· επειδη, δεν θα μπορεσουμε να διασωθουμε μπροστα απο τον αβεσσαλωμ· βιαστειτε να αναχωρησουμε, για να μη επιταχυνει και μασ καταφτασει, και σπρωξει το κακο επανω μασ, και παταξει την πολη με μαχαιρα. και οι δουλοι του βασιλια ειπαν στον βασιλια: σε ο,τι διαλεξει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ, να οι δουλοι σου. και βγηκε εξω ο βασιλιασ, και ολοκληρη η οικογενεια του πισω απ' αυτον. και ο βασιλιασ αφησε τισ δεκα γυναικεσ τισ παλλακεσ, για να φυλαττουν το σπιτι. και ο βασιλιασ βγηκε εξω, και απο πισω του ολοκληροσ ο λαοσ, και σταθηκαν σε εναν τοπο, που απειχε μακρια. και ολοι οι δουλοι του πορευονταν κοντα του· και ολοι οι χερεθαιοι, και ολοι οι φελεθαιοι, και ολοι οι γετθαιοι, 600 ανδρεσ, εκεινοι που ηρθαν πισω απ' αυτον απο τη γαθ, προπορευονταν μπροστα απο τον βασιλια. και ο βασιλιασ ειπε στον ιτται τον γετθαιο: γιατι ερχεσαι κι εσυ μαζι μασ; γυρνα πισω, και να κατοικεισ μαζι με τον βασιλια, επειδη εισαι ξενοσ, και μαλιστα εισαι μετοικισμενοσ απο τον τοπο σου· χθεσ ηρθεσ, και σημερα θα σε κανω να περιπλανιεσαι μαζι μασ; κι εγω θα παω οπου μπορεσω· γυρνα πισω, και παρε και τουσ αδελφουσ σου· ελεοσ και αληθεια μαζι σου! και ο ιτται απαντησε στον βασιλια, και ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ, οπου και αν ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ, ειτε σε θανατο ειτε σε ζωη, εκει βεβαια θα ειναι και ο δουλοσ σου. και ο δαβιδ ειπε στον ιτται: ελα, λοιπον, και διαβαινε. και διαβηκε ο ιτται ο γετθαιοσ, και ολοι οι ανδρεσ του, και ολα τα παιδια που ησαν μαζι του. και ολοκληροσ ο τοποσ εκλαιγε με δυνατη φωνη, και ολοκληροσ ο λαοσ διαβαινε· διαβηκε και ο βασιλιασ τον χειμαρρο των κεδρων· και ολοκληροσ ο λαοσ διαβηκε προσ τον δρομο τησ ερημου. και να, ακομα και ο σαδωκ, και ολοι οι λευιτεσ μαζι του, φερνοντασ την κιβωτο τησ διαθηκησ του θεου· και εστησαν την κιβωτο του θεου· και ανεβηκε ο αβιαθαρ, αφου τελειωσε ολοκληροσ ο λαοσ διαβαινοντασ απο την πολη. και ο βασιλιασ ειπε στον σαδωκ: φερε την κιβωτο του θεου πισω στην πολη· αν βρω χαρη στα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα με κανει να επιστρεψω, και να δω αυτην, και το κατοικητηριο του· αλλα, αν πει ωσ εξησ: δεν εχω ευαρεστηση σε σενα, ναμαι εγω, ασ κανει σε μενα ο,τι φανει αρεστο στα ματια του. ο βασιλιασ ειπε ακομα στον σαδωκ τον ιερεα: δεν εισαι εσυ που βλεπεισ; γυρνα πισω στην πολη με ειρηνη, και ο αχιμαασ ο γιοσ σου, και ο ιωναθαν ο γιοσ του αβιαθαρ, οι δυο γιοι σασ μαζι σασ· κοιταξτε, εγω θα μενω στισ πεδιαδεσ τησ ερημου, μεχρισ οτου ερθει ενασ λογοσ απο σασ για να μου αναγγειλει. ο σαδωκ, λοιπον, και ο αβιαθαρ επανεφεραν την κιβωτο του θεου στην ιερουσαλημ, και εμειναν εκει. και ο δαβιδ ανεβαινε διαμεσου τησ αναβασησ των ελαιων, ανεβαινοντασ και κλαιγοντασ, και εχοντασ το κεφαλι του σκεπασμενο, και περπατωντασ ξυπολυτοσ· και ολοκληροσ ο λαοσ, που ηταν μαζι του, καθε ενασ ειχε το κεφαλι του σκεπασμενο, και ανεβαιναν βαδιζοντασ και κλαιγοντασ. και ανηγγειλαν στον δαβιδ, λεγοντασ: ο αχιτοφελ ειναι αναμεσα στουσ συνωμοτεσ μαζι με τον αβεσσαλωμ. και ο δαβιδ ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεομαι σε σενα, διαλυσε τη βουλη του αχιτοφελ. και οταν ο δαβιδ ηρθε στην κορυφη του βουνου, οπου προσκυνησε τον θεο, να, ηρθε σε συναντηση του ο χουσαι ο αρχιτησ, εχοντασ ξεσχισμενον τον χιτωνα του, και χωμα επανω στο κεφαλι του. και ο δαβιδ του ειπε: αν διαβεισ μαζι μου, σιγουρα θα μου εισαι φορτιο· αν, ομωσ, γυρισεισ πισω στην πολη, και πεισ στον αβεσσαλωμ: θα ειμαι δουλοσ σου, βασιλια· οπωσ σταθηκα δουλοσ του πατερα σου μεχρι τωρα, ετσι θα ειμαι τωρα δουλοσ σου· τοτε, μπορεισ να ανατρεψεισ τη βουλη του αχιτοφελ υπερ εμου· και δεν ειναι εκει μαζι σου ο σαδωκ και ο αβιαθαρ, οι ιερεισ; καθε τι, λοιπον, που θα ακουγεσ απο τον οικο του βασιλια, θα το αναγγειλεισ στον σαδωκ και τον αβιαθαρ, τουσ ιερεισ: δεσ, εκει ειναι μαζι τουσ οι δυο γιοι τουσ, ο αχιμαασ, ο γιοσ του σαδωκ, και ο ιωναθαν, ο γιοσ του αβιαθαρ· και διαμεσου αυτων θα μου στελνετε καθε τι που θα ακουσετε. και καθωσ ο φιλοσ του δαβιδ, ο χουσαι, μπηκε μεσα στην πολη, ο αβεσσαλωμ ηρθε στην ιερουσαλημ.

16

και οταν ο δαβιδ περασε λιγο την κορυφη, να, τον συναντησε ο σιβα, ο υπηρετησ του μεμφιβοσθε, με δυο σαμαρωμενα γαιδουρια, εχοντασ επανω τουσ 200 ψωμια, και 100 τσαμπια σταφιδεσ, και 100 αρμαθιεσ καλοκαιρινουσ καρπουσ, και ενα ασκι κρασι. και ο βασιλιασ ειπε στον σιβα: γιατι τα φερνεισ αυτα; και ο σιβα ειπε: τα γαιδουρια ειναι για την οικογενεια του βασιλια, για να καθονται επανω σ' αυτα, και τα ψωμια και οι καλοκαιρινοι καρποι για να τρωνε οι νεοι· και το κρασι, για να πινουν οσοι ατονησουν μεσα στην ερημο. τοτε, ο βασιλιασ ειπε: και που ειναι ο γιοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου; και ο σιβα ειπε στον βασιλια: να, καθεται στην ιερουσαλημ· επειδη, ειπε: σημερα ο οικοσ ισραηλ θα επιστρεψει σε μενα τη βασιλεια του πατερα μου. και ο βασιλιασ ειπε στον σιβα; να, δικα σου ειναι ολα τα υπαρχοντα του μεμφιβοσθε. και ο σιβα ειπε: παρακαλω, με σεβασμο να βρω χαρη στα ματια σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια. και οταν ο βασιλιασ δαβιδ ηρθε μεχρι τη βαουρειμ, να, εβγαινε απο εκει ενασ ανθρωποσ, απο τη συγγενεια τησ οικογενειασ του σαουλ, που λεγοταν σιμει, γιοσ του γηρα· και αφου βγηκε, αρχισε να καταριεται. και ερριχνε πετρεσ επανω στον δαβιδ, και σε ολουσ τουσ δουλουσ του βασιλια του δαβιδ· και ολοκληροσ ο λαοσ και ολοι οι ισχυροι ησαν απο τα δεξια του, και απο τα αριστερα του. και ο σιμει, καθωσ καταριοταν, ελεγε τα εξησ: βγεσ, βγεσ ανδρα αιματων, και ανδρα κακοποιε! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γυρισε εναντιον σου ολα τα αιματα τησ οικογενειασ του σαουλ, αντι του οποιου βασιλευσεσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεδωσε τη βασιλεια σου στο χερι του αβεσσαλωμ, του γιου σου· και δεσ, εσυ πιαστηκεσ μεσα στην κακια σου, επειδη εισαι ανδρασ αιματων. τοτε, ο αβισαι, ο γιοσ τησ σερουιασ, ειπε στον βασιλια: γιατι, αυτοσ ο νεκροσ σκυλοσ, να καταριεται τον κυριο μου τον βασιλια; επιτρεψε, παρακαλω, να περασω, και να κοψω το κεφαλι του. και ο βασιλιασ ειπε: τι ειναι αναμεσα σε μενα και σε σασ γιοι τησ σερουιασ; ασ καταριεται, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: να καταραστεισ τον δαβιδ. ποιοσ, λοιπον, θα πει: γιατι εκανεσ ετσι; και ο δαβιδ ειπε στον αβισαι, και σε ολουσ τουσ δουλουσ του: δεστε, ο γιοσ μου, αυτοσ που βγηκε απο τα σπλαχνα μου, ζηταει τη ζωη μου· ποσο μαλλον τωρα αυτοσ ο βενιαμιτησ; αφηστε τον, και ασ καταριεται, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον προσταξε· ισωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επιβλεψει επανω στη θλιψη μου, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να ανταποδωσει σε μενα αγαθο αυτη την ημερα, αντι τησ καταρασ αυτου του ανθρωπου. και πορευονταν ο δαβιδ και οι ανδρεσ του στον δρομο, και ο σιμει πορευοταν κατα τα πλαγια του βουνου απεναντι του, και, βαδιζοντασ, καταριοταν και ερριχνε πετρεσ εναντιον του, και εκανε σκονη με χωμα. και ηρθε ο βασιλιασ, και ολοκληροσ ο λαοσ, που ηταν μαζι του, εξασθενημενοι, και εκει αναπαυθηκαν. και ο αβεσσαλωμ, και ολοκληροσ ο λαοσ, οι ανδρεσ ισραηλ, ηρθαν στην ιερουσαλημ, και ο αχιτοφελ μαζι του. και οταν ο χουσαι ο αρχιτησ, ο φιλοσ του δαβιδ, ηρθε στον αβεσσαλωμ, ο χουσαι ειπε στον αβεσσαλωμ: ζητω ο βασιλιασ! ζητω ο βασιλιασ! και ο αβεσσαλωμ ειπε στον χουσαι: αυτο ειναι το ελεοσ σου προσ τον φιλο σου; γιατι δεν πηγεσ μαζι με τον φιλο σου; και ο χουσει ειπε στον αβεσσαλωμ: οχι, αλλα εκεινον που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκλεξε, κι αυτοσ ο λαοσ, και ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ, αυτου θα ειμαι, και μαζι του θα κατοικω· και επειτα, ποιον θα υπηρετω εγω; οχι μπροστα στον γιο του; καθωσ υπηρετησα μπροστα στον πατερα σου, ετσι θα ειμαι και μπροστα σου. τοτε, ο αβεσσαλωμ ειπε στον αχιτοφελ: συμβουλευθειτε μεταξυ σασ τι θα κανουμε. και ο αχιτοφελ ειπε στον αβεσσαλωμ: μπεσ μεσα στισ παλλακεσ του πατερα σου, που αφησε για να φυλαττουν το σπιτι· και ολοκληροσ ο ισραηλ θα ακουσει, οτι εγινεσ μισητοσ στον πατερα σου· και θα ενδυναμωθουν τα χερια ολων εκεινων που ειναι μαζι σου. εστησαν, λοιπον, μια σκηνη επανω στην ταρατσα για τον αβεσσαλωμ, και ο αβεσσαλωμ μπηκε στισ παλλακεσ του πατερα του, μπροστα σε ολοκληρο τον ισραηλ. και η συμβουλη του αχιτοφελ, που εδινε εκεινεσ τισ ημερεσ, ηταν σαν καποιοσ να συμβουλευοταν τον θεο· ετσι θεωρειτο καθε συμβουλη του αχιτοφελ, και στον δαβιδ και στον αβεσσαλωμ.

17

και ο αχιτοφελ ειπε στον αβεσσαλωμ: ασ διαλεξω τωρα 12.000 ανδρεσ, και καθωσ σηκωθω, να καταδιωξω πισω απο τον δαβιδ τη νυχτα· και θα πεσω επανω του, καθωσ ειναι αποκαμωμενοσ και εξασθενημενοσ στα χερια, και θα τον κατατρομαξω· και ολοκληροσ ο λαοσ που ειναι μαζι του θα φυγει, και θα παταξω τον βασιλια μοναχο του· και θα σου επιστρεψω ολοκληρο τον λαο· επειδη, ο ανδρασ που ζητασ, ειναι σαν να επεστρεφαν ολοι· και ολοκληροσ ο λαοσ θα ειναι με ειρηνη. και ο λογοσ αρεσε στον αβεσσαλωμ, και σε ολουσ τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ. τοτε, ο αβεσσαλωμ ειπε: καλεσε τωρα και τον χουσαι τον αρχιτη, και ασ ακουσουμε τι λεει κι αυτοσ. και οταν ο χουσαι μπηκε στον αβεσσαλωμ, ο αβεσσαλωμ του ειπε, λεγοντασ: ο αχιτοφελ μιλησε με τουτο τον τροπο· πρεπει να κανουμε συμφωνα με τον λογο του η οχι; μιλησε κι εσυ. και ο χουσαι ειπε στον αβεσσαλωμ: δεν ειναι καλη η συμβουλη που εδωσε αυτη τη φορα ο αχιτοφελ. και ο χουσαι ειπε: εσυ ξερεισ τον πατερα σου και τουσ ανδρεσ του, οτι ειναι δυνατοι, και καταπικραμενοι στην ψυχη, σαν μια αρκουδα που στερηθηκε τα παιδια τησ στην πεδιαδα· και ο πατερασ σου ειναι ανδρασ πολεμιστησ, και δεν θα μεινει τη νυχτα με τον λαο· να, τωρα ειναι κρυμμενοσ σε καποιον λακκο η σε καποιον αλλον τοπο· και αν καποιοι απ' αυτουσ πεσουν στην αρχη, καθενασ που θα το ακουσει θα πει: θραυση εγινε στον λαο, που ακολουθει τον αβεσσαλωμ· τοτε, και ο ανδρειοσ, που η καρδια του ειναι σαν την καρδια του λιονταριου, θα νεκρωθει ολοκληρωτικα· επειδη, ολοκληροσ ο ισραηλ γνωριζει οτι ο πατερασ σου ειναι δυνατοσ· και οι ανδρεσ που ειναι μαζι του ειναι ανδρεσ δυναμησ· για ολα αυτα εγω συμβουλευω να συγκεντρωθει κοντα σου ολοκληροσ ο ισραηλ, απο τη δαν μεχρι τη βηρ-σαβεε, σαν την αμμο, που ειναι κοντα στη θαλασσα κατα το πληθοσ, και να πασ προσωπικα να πολεμησεισ· ετσι θα επιτεθουμε εναντιον του, σε οποιον τοπο βρεθει, θα πεσουμε επανω του, οπωσ η δροσοσ πεφτει επανω στη γη· ωστε απ' αυτον, και απο ολουσ τουσ ανθρωπουσ που ειναι μαζι του, δεν θα μεινει ουτε ενασ· και αν καταφυγει σε καποια πολη, τοτε ολοκληροσ ο ισραηλ θα φερει εναντια στην πολη εκεινη σχοινια, και θα τη συρουμε μεχρι τον χειμαρρο, ωστε να μη μεινει εκει ουτε ενα πετραδακι. και ειπε ο αβεσσαλωμ, και ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ: καλυτερη ειναι η συμβουλη του χουσαι του αρχιτη απο την συμβουλη του αχιτοφελ. (επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διεταξε να διαλυσει την καλη συμβουλη του αχιτοφελ, για να επιφερει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh το κακο επανω στον αβεσσαλωμ). και ο χουσαι ειπε στον σαδωκ και στον αβιαθαρ, τουσ ιερεισ: ετσι κι ετσι συμβουλευσε ο αχιτοφελ τον αβεσσαλωμ και τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ, και ετσι κι ετσι συμβουλευσα εγω· τωρα, λοιπον, στειλτε γρηγορα και αναγγειλατε στον δαβιδ, λεγοντασ: μη μεινεισ αυτη τη νυχτα στισ πεδιαδεσ τησ ερημου, αλλα σπευσε να διαπερασεισ, για να μη καταβροχθιστει ο βασιλιασ, και ολοκληροσ ο λαοσ που ειναι μαζι του. και ο ιωναθαν και ο αχιμαασ στεκονταν κοντα στην εν-ρωγηλ, επειδη δεν τολμουσαν να φανουν οτι εμπαιναν στην πολη· και πηγε μια κοπελιτσα και τουσ ανηγγειλε το πραγμα· κι εκεινοι πηγαν και το ανηγγειλαν στον βασιλια δαβιδ. ενασ νεοσ, ομωσ, βλεποντασ τουσ, το ανηγγειλε στον αβεσσαλωμ· ομωσ, και οι δυο πηγαν γρηγορα, και μπηκαν στο σπιτι καποιου στη βαουρειμ, που ειχε ενα πηγαδι στην αυλη του, και κατεβηκαν εκει. και η γυναικα, παιρνοντασ ενα καλυμμα το απλωσε επανω στο στομιο του πηγαδιου, και εχυσε επανω του κοπανισμενο σιταρι· ωστε, δεν εγινε γνωστο το πραγμα. και καθωσ ηρθαν οι δουλοι του αβεσσαλωμ στο σπιτι, στη γυναικα, ειπαν: που ειναι ο αχιμαασ και ο ιωναθαν; και η γυναικα τουσ ειπε: διαβηκαν το ρυακι του νερου. και αφου τουσ αναζητησαν και δεν τουσ βρηκαν, γυρισαν στην ιερουσαλημ. και οταν εκεινοι αναχωρησαν, ανεβηκαν απο το πηγαδι, και πηγαν και ανηγγειλαν στον βασιλια δαβιδ, και ειπαν στον δαβιδ: σηκωθειτε, και διαπεραστε γρηγορα το νερο· επειδη, ετσι συμβουλευσε εναντιον σασ ο αχιτοφελ. τοτε, ο δαβιδ σηκωθηκε, και ολοκληροσ ο λαοσ που ηταν μαζι του, και διαβηκαν τον ιορδανη· μεχρι το χαραμα τησ ημερασ δεν ελειψε ουτε ενασ απ' αυτουσ, που δεν διαβηκε τον ιορδανη. και ο αχιτοφελ, βλεποντασ οτι δεν εκτελεστηκε η συμβουλη του, σαμαρωσε το γαιδουρι του, και αφου σηκωθηκε, αναχωρησε στο σπιτι του, στην πολη του· και αφου διεταξε τισ υποθεσεισ τησ οικογενειασ του, κρεμαστηκε, και πεθανε, και θαφτηκε στον ταφο του πατερα του. και ο δαβιδ ηρθε στη μαχαναιμ· ο δε αβεσσαλωμ διαβηκε τον ιορδανη, αυτοσ, και ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ μαζι του. και ο αβεσσαλωμ εκανε αρχιστρατηγο τον αμασα, αντι του ιωαβ. (και ο αμασα ηταν γιοσ ανδρα ισραηλιτη, ο οποιοσ ονομαζοταν ιθρα, που ειχε μπει μεσα στην αβιγαια, τη θυγατερα του ναασ, αδελφη τησ σερουιασ, τησ μητερασ του ιωαβ). και ο ισραηλ και ο αβεσσαλωμ στρατοπεδευσαν στη γαλααδ. και οταν ο δαβιδ ηρθε στη μαχαναιμ, ο σωβει, ο γιοσ του ναασ απο τη ραββα, απο τουσ γιουσ αμμων, και ο μαχειρ, ο γιοσ του αμμιηλ απο τη λο-δεβαρ, και ο βαρζελλαι ο γαλααδιτησ απο τη ρωγελλιμ, εφεραν στον δαβιδ και στον λαο, που ηταν μαζι του, κρεβατια, και λεκανεσ, και πηλινα σκευη, και σιταρι, και κριθαρι, και αλευρι, και φρυγανισμενο σιταρι, και κουκια, και φακη, και φρυγανισμενα οσπρια, και μελι, και βουτυρο, και προβατα, και τυρια βοδινα, για να φανε· επειδη, ειπαν: ο λαοσ ειναι πεινασμενοσ, και εξασθενημενοσ, και διψασμενοσ, μεσα στην ερημο.

18

και ο δαβιδ μετρησε τον λαο που ηταν μαζι του, και διορισε χιλιαρχουσ και εκατονταρχουσ. και ο δαβιδ εστειλε τον λαο, ενα τριτο υπο τισ διαταγεσ του ιωαβ, και ενα τριτο υπο τισ διαταγεσ του αβισαι, γιου τησ σερουιασ, του αδελφου του ιωαβ, και ενα τριτο υπο τισ διαταγεσ του ιτται του γετθαιου. και ο βασιλιασ ειπε στον λαο: θα βγω, βεβαια, κι εγω μαζι σασ. ο λαοσ, ομωσ, απαντησε: δεν θα βγεισ· επειδη, αν τραπουμε σε φυγη, δεν τουσ μελει για μασ· ουτε αν πεθανουν οι μισοι απο μασ, δεν τουσ μελει αυτουσ για μασ· επειδη, εσυ τωρα εισαι σαν 10.000 απο μασ· γι' αυτο, ειναι καλυτερο τωρα να εισαι βοηθοσ μασ απο την πολη. και ο βασιλιασ τουσ ειπε: θα κανω ο,τι σασ φαινεται καλο. και ο βασιλιασ σταθηκε στο πλαι τησ πυλησ· και ολοκληροσ ο λαοσ εβγαινε κατα εκατονταδεσ και κατα χιλιαδεσ. και ο βασιλιασ προσταξε στον ιωαβ και στον αβισαι και στον ιτται, λεγοντασ: να μου σωσετε τον νεο, τον αβεσσαλωμ. και το ακουσε ολοκληροσ ο λαοσ, καθωσ ο βασιλιασ προσταζε σε ολουσ τουσ αρχοντεσ υπερ του αβεσσαλωμ. ολοκληροσ, λοιπον, ο λαοσ βγηκε στο πεδιο εναντια στον ισραηλ· και η μαχη εγινε στο δασοσ εφραιμ. και εκει κατατροπωθηκε ο λαοσ ισραηλ απο τουσ δουλουσ του δαβιδ· και εγινε εκει την ημερα εκεινη μεγαλη θραυση, απο 20.000· επειδη, η μαχη εγινε εκει διεσπαρμενη επανω στο προσωπο ολοκληρου του τοπου· και το δασοσ κατεφαγε περισσοτερον λαο, παρα οσον κατεφαγε η μαχαιρα, εκεινη την ημερα. και ο αβεσσαλωμ συναντησε τουσ δουλουσ του δαβιδ. και ο αβεσσαλωμ καθοταν σε ενα μουλαρι, και το μουλαρι μπηκε κατω απο τουσ πυκνουσ κλαδουσ μιασ μεγαλησ βελανιδιασ, και το κεφαλι του πιαστηκε στη βελανιδια, και κρεμαστηκε αναμεσα στον ουρανο και τη γη· ενω το μουλαρι διαπερασε κατω απ' αυτον. βλεποντασ δε καποιοσ ανδρασ, το ανηγγειλε στον ιωαβ, και ειπε: δεσ, ειδα τον αβεσσαλωμ να κρεμεται σε μια βελανιδια. και ο ιωαβ ειπε στον ανδρα, εκεινον που του το ανηγγειλε: και λοιπον, ειδεσ, και γιατι αφου χτυπωντασ τον δεν τον ερριχνεσ εκει στη γη; βεβαια, θα σουδινα 10 σικλουσ ασημι, και μια ζωνη. και ο ανδρασ ειπε στον ιωαβ: και 1.000 σικλοι ασημι αν μου μετριονταν στην παλαμη μου, δεν θα εβαζα το χερι μου επανω στον γιο του βασιλια· επειδη, σε επηκοον ολων μασ, ο βασιλιασ προσταξε σε σενα και στον αβισαι και στον ιτται, λεγοντασ: φυλαχθειτε μη αγγιξει κανενασ τον νεο, τον αβεσσαλωμ· αλλα, και αν επραττα δολια εναντια στη ζωη μου, τιποτε δεν κρυβεται απο τον βασιλια· κι εσυ θα στεκοσουν εναντιοσ. τοτε, ο ιωαβ ειπε: δεν πρεπει να χρονοτριβω μαζι σου. και παιρνοντασ στο χερι του τρια βελη, τα διαπερασε μεσα στην καρδια του αβεσσαλωμ, ενω ακομα ζουσε στο μεσον τησ βελανιδιασ. και αφου τον περικυκλωσαν δεκα νεοι, εκεινοι που βασταζαν τα οπλα του ιωαβ, παταξαν τον αβεσσαλωμ, και τον θανατωσαν. και ο ιωαβ σαλπισε με τη σαλπιγγα, και ο λαοσ γυρισε απο το να καταδιωκει πισω απο τον ισραηλ· επειδη, ο ιωαβ αναχαιτισε τον λαο. και παιρνοντασ τον αβεσσαλωμ, τον ερριξαν σε εναν μεγαλο λακκο μεσα στο δασοσ· και εστησαν επανω του εναν υπερβολικα μεγαλον σωρο απο πετρεσ· και ολοκληροσ ο ισραηλ εφυγε καθε ενασ στη σκηνη του. και οταν ο αβεσσαλωμ ζουσε ακομα, ειχε παρει και ειχε στησει για τον εαυτο του μια στηλη, εκεινη στην κοιλαδα του βασιλια· επειδη, ειχε πει: δεν εχω γιο για να διατηρει τη μνημη του ονοματοσ μου· και αποκαλεσε τη στηλη με το δικο του ονομα· και μεχρι τη σημερινη ημερα αποκαλειται: η στηλη του αβεσσαλωμ. τοτε, ο αχιμαασ, ο γιοσ του σαδωκ, ειπε: ασ τρεξω τωρα, και ασ φερω αγγελιεσ στον βασιλια, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον εκδικασε απο τα χερια των εχθρων του. και ο ιωαβ του ειπε. δεν θα εισαι αγγελιαφοροσ αυτη την ημερα, αλλα σε αλλη ημερα θα φερεισ αγγελιεσ· σ' αυτη την ημερα δεν θα φερεισ αγγελιεσ, επειδη πεθανε ο γιοσ του βασιλια. τοτε, ο ιωαβ ειπε στον χουσει: πηγαινε, αναγγειλε στον βασιλια οσα ειδεσ. και ο χουσει προσκυνησε τον ιωαβ, και ετρεξε. τοτε, ο αχιμαασ ο γιοσ του σαδωκ ειπε ξανα στον ιωαβ: αλλα, ο,τι κι αν ειναι, ασ τρεξω κι εγω, παρακαλω, πισω απο τον χουσει. και ο ιωαβ ειπε: γιατι θελεισ να τρεξεισ, παιδι μου, ενω δεν εχεισ καταλληλεσ αγγελιεσ; αλλα, ο,τι κι αν ειναι, ειπε, ασ τρεξω. τοτε,. του ειπε: τρεχε. και ετρεξε ο αχιμαασ απο τον δρομο τησ πεδιαδασ, και περασε τον χουσει. και ο δαβιδ καθοταν αναμεσα στισ δυο πυλεσ· και ανεβηκε ο σκοποσ στο δωμα τησ πυλησ, επανω στο τειχοσ, και υψωνοντασ τα ματια του, ειδε, και ξαφνου, ενασ ανθρωποσ, που ετρεχε μονοσ. και αναβοησε ο σκοποσ, και το ανηγγειλε στον βασιλια. και ο βασιλιασ ειπε: αν ειναι μονοσ, εχει στο στομα του αγγελιεσ. και ερχοταν προχωρωντασ, και πλησιαζε. και ο σκοποσ ειδε εναν αλλον ανθρωπο να τρεχει· και αναβοησε ο σκοποσ προσ τον θυρωρο, και ειπε: δεσ, ενασ αλλοσ ανθρωποσ, που τρεχει μονοσ. και ο βασιλιασ ειπε: κι αυτοσ αγγελιαφοροσ ειναι. και ο σκοποσ ειπε: το τρεξιμο του πρωτου μου φαινεται σαν το τρεξιμο του αχιμαασ, γιου του σαδωκ. και ο βασιλιασ ειπε: ειναι καλοσ ανθρωποσ αυτοσ, και ερχεται με αγαθεσ αγγελιεσ. και ο αχιμαασ βοησε, και ειπε στον βασιλια: χαιρε, και προσκυνησε τον βασιλια με το προσωπο του μεχρι το εδαφοσ· και ειπε: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, που παρεδωσε τουσ ανθρωπουσ, εκεινουσ που σηκωσαν το χερι τουσ εναντια στον κυριο μου τον βασιλια. και ο βασιλιασ ειπε: υγιαινει ο νεοσ, ο αβεσσαλωμ; και ο αχιμαασ απαντησε: οταν ο ιωαβ εστειλε τον δουλο του βασιλια, κι εμενα τον δουλο σου, ειδα τον μεγαλο θορυβο, ομωσ δεν ηξερα τι ηταν. και ο βασιλιασ ειπε: γυρνα, στασου εκει. και γυρισε, και σταθηκε. και να, ηρθε ο χουσει· και ειπε ο χουσει: αγγελιεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, βασιλια! επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε εκδικασε αυτη την ημερα απο το χερι ολων εκεινων που επαναστατησαν σε σενα. και ο βασιλιασ ειπε στον χουσει: υγιαινει ο νεοσ, ο αβεσσαλωμ; και ο χουσει απαντησε: ειθε οι εχθροι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου του βασιλια, και ολοι εκεινοι που επανασταστουν σε σενα για κακο, να γινουν οπωσ εκεινοσ ο νεοσ! και ο βασιλιασ ταραχτηκε, και ανεβηκε στο υπερωο τησ πυλησ, και εκλαψε· κι ενω βαδιζε, ελεγε ωσ εξησ: γιε μου αβεσσαλωμ, γιε μου, γιε μου αβεσσαλωμ! ειθε να πεθαινα εγω αντι για σενα, αβεσσαλωμ, γιε μου, γιε μου!

19

και αναγγελθηκε στον ιωαβ: δεσ, ο βασιλιασ κλαιει και πενθει για τον αβεσσαλωμ. και εκεινη την ημερα η σωτηρια μεταβληθηκε σε πενθοσ σε ολοκληρο τον λαο· επειδη, ο λαοσ ακουσε να λενε εκεινη την ημερα: ο βασιλιασ ειναι περιλυποσ για τον γιο του. και ο λαοσ, εκεινη την ημερα, εμπαινε κρυφα στην πολη, σαν εναν λαο που κρυβεται ντροπιασμενοσ, οταν στη μαχη τραπει σε φυγη. και ο βασιλιασ σκεπασε το προσωπο του, και ο βασιλιασ βοουσε με μεγαλη φωνη: γιε μου αβεσσαλωμ, αβεσσαλωμ, γιε μου, γιε μου! και μπαινοντασ ο ιωαβ στο σπιτι του βασιλια ειπε: καταντροπιασεσ σημερα τα προσωπα ολων των δουλων σου, που εσωσαν σημερα τη ζωη σου, και τη ζωη των γιων σου και των θυγατερων σου, και τη ζωη των γυναικων σου, και τη ζωη των παλλακων σου· για τον λογο οτι, αγαπασ εκεινουσ που σε μισουν, και μισεισ εκεινουσ που σε αγαπουν· επειδη, σημερα εδειξεσ, οτι δεν ειναι σε σενα τιποτε οι αρχοντεσ σου, και οι δουλοι σου· επειδη, σημερα γνωρισα, οτι αν ζουσε ο αβεσσαλωμ, και ολοι εμεισ σημερα πεθαιναμε, τοτε θα σου ηταν αρεστο· τωρα, λοιπον, σηκω, βγεσ εξω, και μιλησε συμφωνα με την καρδια των δουλων σου· επειδη, ορκιζομαι στονκυριο, αν δεν βγεισ εξω, δεν θα μεινει αυτη τη νυχτα ουτε ενασ μαζι σου· κι αυτο θα ειναι σε σενα χειροτερο, περισσοτερο απο ολα τα κακα, οσα ηρθαν επανω σου απο τη νιοτη σου μεχρι τωρα. τοτε, ο βασιλιασ σηκωθηκε, και καθησε στην πυλη. και ανηγγειλαν σε ολοκληρο τον λαο, λεγοντασ: δεστε, ο βασιλιασ καθεται στην πυλη. και ολοκληροσ ο λαοσ ηρθε μπροστα στον βασιλια· και ο ισραηλ εφυγε καθε ενασ στη σκηνη του. και ολοκληροσ ο λαοσ ηταν σε φιλονικια σε ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ, λεγοντασ: ο βασιλιασ μασ εσωσε απο το χερι των εχθρων μασ· κι αυτοσ μασ ελευθερωσε απο το χερι των φιλισταιων· και τωρα εφυγε απο τον τοπο εξαιτιασ του αβεσσαλωμ· και ο αβεσσαλωμ, τον οποιο χρισαμε βασιλια επανω μασ, πεθανε στη μαχη· τωρα, λοιπον, γιατι δεν μιλατε να φερουμε πισω τον βασιλια; και ο βασιλιασ δαβιδ εστειλε στον σαδωκ και στον αβιαθαρ, τουσ ιερεισ, λεγοντασ: μιληστε στουσ πρεσβυτερουσ του ιηhυδα, λεγοντασ: γιατι ειστε οι τελευταιοι στο να φερετε πισω τον βασιλια στο σπιτι του; (επειδη, τα λογια ολοκληρου του λαου του ισραηλ εφτασαν στον βασιλια στην οικογενεια του·) εσεισ ειστε αδελφοι μου, εσεισ ειστε κοκαλα μου και σαρκα μου· γιατι, λοιπον, ειστε οι τελευταιοι στο να φερετε πισω τον βασιλια; να πειτε, μαλιστα, στον αμασα: δεν εισαι εσυ κοκαλο μου και σαρκα μου; ετσι να κανει σε μενα ο θεοσ, και ετσι να προσθεσει, αν δεν γινεισ αρχιστρατηγοσ παντοτε μπροστα μου αντι του ιωαβ. και εκλινε την καρδια ολων των ανδρων του ιηhυδα σαν εναν ανθρωπο· και εστειλαν στον βασιλια, λεγοντασ: επιστρεψε εσυ, και ολοι οι δουλοι σου. επεστρεψε, λοιπον, ο βασιλιασ, και ηρθε μεχρι τον ιορδανη. και ο ιηhυδασ ηρθε στα γαλγαλα, για να παει σε συναντηση του βασιλια, για να διαπερασει τον βασιλια μεσα απο τον ιορδανη. και ο σιμει, ο γιοσ του γηρα, ο βενιαμιτησ, απο τη βαουρειμ, εσπευσε, και κατεβηκε μαζι με τουσ ανδρεσ του ιηhυδα σε συναντηση του βασιλια δαβιδ. και ησαν μαζι του 1.000 ανδρεσ του βενιαμιν, και ο σιβα ο δουλοσ του σπιτιου του σαουλ, και οι 15 γιοι του, και 20 δουλοι του μαζι του· και διαπερασαν τον ιορδανη μπροστα απο τον βασιλια. και επειτα περασε η βαρκα για να μεταφερει την οικογενεια του βασιλια, και να κανει ο,τι θα του φαινοταν αρεστο. και ο σιμει, ο γιοσ του γηρα, επεσε μπροστα στον βασιλια, ενω περνουσε τον ιορδανη· και ειπε στον βασιλια: ασ μη λογαριασει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου την ανομια σε μενα, και να μη θυμηθεισ την ανομια, που επραξε ο δουλοσ σου την ημερα που εβγαινε απο την ιερουσαλημ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ, ωστε ο βασιλιασ να το βαλει αυτο στην καρδια του· επειδη, ο δουλοσ σου γνωρισε οτι εγω αμαρτησα· και να, εγω ηρθα σημερα πρωτοσ απο ολοκληρη την οικογενεια του ιωσηφ, για να κατεβω σε συναντηση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου του βασιλια. και ο αβισαι, ο γιοσ τησ σερουιασ απαντησε, λεγοντασ: δεν πρεπει ο σιμει να θανατωθει γι' αυτο, επειδη καταραστηκε τον χρισμενο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; αλλ' ο δαβιδ ειπε: τι υπαρχει αναμεσα σε μενα και σε σασ, γιοι τησ σερουιασ, ωστε μου γινεστε σημερα επιβουλοι; πρεπει αυτη την ημερα να θανατωθει ανθρωποσ μεσα στον ισραηλ; επειδη, δεν γνωριζω εγω σημερα οτι ειμαι βασιλιασ επανω στον ισραηλ; και ο βασιλιασ ειπε στον σιμει: δεν θα πεθανεισ. και ο βασιλιασ του ορκιστηκε. και ο μεμφιβοσθε, ο γιοσ του σαουλ, κατεβηκε σε συναντηση του βασιλια· και ουτε τα ποδια του ειχε νιψει ουτε το πηγουνι του ειχε ευπρεπισει ουτε τα ιματια του ειχε πλυνει, απο την ημερα που αναχωρησε ο βασιλιασ μεχρι την ημερα κατα την οποια γυρισε με ειρηνη. και οταν ηρθε στην ιερουσαλημ σε συναντηση του βασιλια, ο βασιλιασ του ειπε: γιατι δεν ηρθεσ μαζι μου, μεμφιβοσθε; κι εκεινοσ απαντησε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια, ο δουλοσ μου με απατησε· επειδη, ο δουλοσ σου ειπε: θα στρωσω για τον εαυτο μου το γαιδουρι, και θα ανεβω επανω του, και θα παω προσ τον βασιλια· επειδη, ο δουλοσ σου ειναι χωλοσ· και συκοφαντησε τον δουλο σου στον κυριο μου τον βασιλια· ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ ειναι σαν αγγελοσ του θεου· κανε, λοιπον, το αρεστο στα ματια σου· επειδη, ολοκληρη η οικογενεια του πατερα μου δεν ηταν παρα αξια θανατου μπροστα στον κυριο μου τον βασιλια· εσυ, ομωσ, κατεταξεσ τον δουλο σου αναμεσα σ' εκεινουσ που ετρωγαν επανω στο τραπεζι σου· και ποιο δικαιο εχω πλεον εγω, και γιατι να παραπονουμαι ακομα προσ τον βασιλια; και ο βασιλιασ του ειπε: γιατι μιλασ ακομα για τα πραγματα σου; εγω ειπα: εσυ και ο σιβα να μοιραστειτε τα χωραφια. και ο μεμφιβοσθε ειπε στον βασιλια: και ολα ασ τα παρει, αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ γυρισε στο σπιτι του με ειρηνη. και ο βαρζελλαι ο γαλααδιτησ κατεβηκε απο τη ρωγελλιμ, και διαβηκε τον ιορδανη μαζι με τον βασιλια, για να τον συμπροπεμψει μεχρι περα απο τον ιορδανη. και ο βαρζελλαι ηταν υπερβολικα γεροντασ, ηλικιασ 80 χρονων· και διετρεφε τον βασιλια, οταν καθοταν στη μαχαναιμ· επειδη, ηταν ανθρωποσ υπερβολικα πλουσιοσ. και ο βασιλιασ ειπε στον βαρζελλαι: διαβα εσυ μαζι μου, και θα σε τρεφω μαζι μου στην ιερουσαλημ. και ο βαρζελλαι ειπε στον βασιλια: ποσεσ ειναι οι ημερεσ των χρονων τησ ζωησ μου, ωστε να ανεβω μαζι με τον βασιλια στην ιερουσαλημ; ειμαι σημερα ηλικιασ 80 χρονων· μπορω να κανω διακριση αναμεσα στο καλο και στο κακο; μπορει ο δουλοσ σου να αισθανθει τι τρωω η τι πινω; μπορω να ακουσω πλεον τη φωνη των τραγουδιστων η των τραγουδιστριων; γιατι, λοιπον, ο δουλοσ σου να ειναι επιπλεον φορτιο στον κυριο μου τον βασιλια; ο δουλοσ σου θα διαβει τον ιορδανη μαζι με τον βασιλια μεχρι ενα μικρο διαστημα· και γιατι να κανει σε μενα ο βασιλιασ αυτη την ανταποδοση; ασ επιστρεψει, παρακαλω, ο δουλοσ σου, για να πεθανω στην πολη μου, και να ταφω κοντα στον ταφο του πατερα μου και τησ μητερασ μου· ομωσ, δεσ, ο δουλοσ σου ο χιμαμ· ασ διαβει μαζι με τον κυριο μου τον βασιλια· και κανε σ' αυτον ο,τι φανει αρεστο στα ματια σου. και ο βασιλιασ ειπε: μαζι μου θα διαβει ο χιμαμ, κι εγω θα κανω σ' αυτον ο,τι φαινεται αρεστο στα ματια σου· και σε σενα θα κανω ο,τι μου ζητησεισ. και ολοκληροσ ο λαοσ διαβηκε τον ιορδανη. και οταν ο βασιλιασ διαβηκε, ο βασιλιασ καταφιλησε τον βαρζελλαι, και τον ευλογησε· κι εκεινοσ επεστρεψε στον τοπο του. τοτε, ο βασιλιασ διαβηκε στα γαλγαλα, και ο χιμαμ διαβηκε μαζι του· και ολοκληροσ ο λαοσ του ιηhυδα, κι ακομα το μισο του λαου του ισραηλ, διαβιβασαν τον βασιλια. και να, ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ ηρθαν στον βασιλια, και ειπαν στον βασιλια: γιατι σε εκλεψαν οι αδελφοι μασ, οι ανδρεσ του ιηhυδα, και διαβιβασαν τον βασιλια και την οικογενεια του, διαμεσου του ιορδανη, και ολουσ τουσ ανδρεσ του δαβιδ μαζι του; και ολοι οι ανδρεσ του ιηhυδα απαντησαν στουσ ανδρεσ του ισραηλ: επειδη, ο βασιλιασ ειναι συγγενησ μασ· και τι θυμωνετε γι' αυτο το πραγμα; μηπωσ φαγαμε κατι απο τον βασιλια; η, μασ εδωσε καποιο δωρο; και οι ανδρεσ του ισραηλ απαντησαν στουσ ανδρεσ του ιηhυδα, και ειπαν: εμεισ εχουμε δεκα μερη στον βασιλια, και μαλιστα εχουμε στον δαβιδ περισσοτερο παρα εσεισ· γιατι, λοιπον, μασ περιφρονειτε; και δεν μιλησαμε εμεισ πρωτοι μεταξυ μασ για την επιστροφη του βασιλια μασ; και τα λογια των ανδρων του ιηhυδα ησαν σκληροτερα απο τα λογια των ανδρων του ισραηλ.

20

συνεπεσε, μαλιστα, να υπαρχει εκει ενασ ανθρωποσ διεστραμμενοσ, που λεγοταν σεβα, γιοσ του βιχρει, βενιαμιτησ· και σαλπισε με τη σαλπιγγα, και ειπε: δεν εχουμε εμεισ μεροσ στον δαβιδ ουτε εχουμε κληρονομια στον γιο του ιεσσαι· ισραηλ, καθενασ στισ σκηνεσ του. και ανεβηκε καθε ανδρασ του ισραηλ, που ηταν πισω απο τον δαβιδ, και ακολουθησε τον σεβα τον γιο του βιχρει· και οι ανδρεσ του ιηhυδα εμειναν προσκολλημενοι στον βασιλια τουσ, απο τον ιορδανη μεχρι την ιερουσαλημ. και ο δαβιδ ηρθε στο σπιτι του στην ιερουσαλημ· και ο βασιλιασ πηρε τισ δεκα γυναικεσ τισ παλλακεσ, που ειχε αφησει για να φυλαττουν το σπιτι, και τισ εβαλε σε σπιτι φυλαξησ, και τισ ετρεφε· ομωσ, δεν μπηκε σ' αυτεσ· και εμειναν αποκλεισμενεσ μεχρι την ημερα του θανατου τουσ, ζωντασ σε χηρεια. και ο βασιλιασ ειπε στον αμασα: συγκεντρωσε μου τουσ ανδρεσ του ιηhυδα μεσα σε τρεισ ημερεσ, και να παραβρεθεισ κι εσυ εδω. και ο αμασα πηγε να συγκεντρωσει τον ιηhυδα· βραδυνε, ομωσ, περισσοτερο απο τον ορισμενον καιρο, που του ειχε διορισει. και ο δαβιδ ειπε στον αβισαι: τωρα, ο σεβα, ο γιοσ του βιχρει, θα μασ κανει μεγαλυτερο κακο απ' ο,τι ο αβεσσαλωμ· παρε εσυ τουσ δουλουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου, και καταδιωξε απο πισω του, για να μη βρει για τον εαυτο του οχυρεσ πολεισ, και διασωθει απο μπροστα μασ. και βγηκαν πισω απ' αυτον οι ανδρεσ του ιωαβ, και οι χερεθαιοι, και οι φελεθαιοι, και ολοι οι δυνατοι· και βγηκαν απο την ιερουσαλημ, για να καταδιωξουν πισω απο τον σεβα, τον γιο του βιχρει. και οταν εφτασαν κοντα στη μεγαλη πετρα, που ειναι στη γαβαων, ηρθε σε συναντηση τουσ ο αμασα. και ο ιωαβ ειχε περιζωσμενο το ιματιο, που ηταν ντυμενοσ, κι επανω σ' αυτο περιζωσμενη μια μαχαιρα, κρεμασμενη στην οσφυ του στη θηκη τησ· και καθωσ αυτοσ βγηκε, επεσε. και ο ιωαβ ειπε στον αμασα: υγιαινεισ, αδελφε μου; και επιασε ο ιωαβ τον αμασα με το δεξι του χερι απο το πηγουνι, για να τον φιλησει. και ο αμασα δεν φυλαχθηκε απο τη μαχαιρα, που ηταν στο χερι του ιωαβ· και ο ιωαβ τον παταξε μ' αυτη, στο πεμπτο πλευρο, και εχυσε τα εντοσθια του καταγησ, και δεν δευτερωσε σ' αυτον· και πεθανε. τοτε, ο ιωαβ και ο αβισαι ο αδελφοσ του καταδιωξαν πισω απο τον σεβα, τον γιο του βιχρει. και ενασ απο τουσ ανθρωπουσ του ιωαβ σταθηκε κοντα στον αμασα, και ειπε: οποιοσ αγαπαει τον ιωαβ, και οποιοσ ειναι του δαβιδ, ασ ακολουθει τον ιωαβ. και ο αμασα βρισκοταν καταγησ αιματοκυλισμενοσ στη μεση του δρομου. και οταν αυτοσ ο ανδρασ ειδε οτι ολοκληροσ ο λαοσ στεκοταν, εσυρε τον αμασα απο τον δρομο στο χωραφι, και ερριξε επανω του ενα ιματιο, καθωσ ειδε οτι καθενασ που ερχοταν σ' αυτον στεκοταν. αφου μετατοπιστηκε απο τον δρομο, ολοκληροσ ο λαοσ περασε πισω απο τον ιωαβ, για να καταδιωξει τον σεβα, τον γιο του βιχρει. κι εκεινοσ περασε μεσα απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ στην αβελ και στη βαιθ-μααχα, με ολουσ τουσ βηριτεσ, που συγκεντρωθηκαν μαζι, και τον ακολουθησαν κι αυτοι. τοτε, ηρθαν και τον πολιορκησαν στην αβελ-βαιθ-μααχα, και υψωσαν ενα προχωμα εναντια στην πολη, στηνοντασ το κοντα στο περιτειχισμα, και ολοκληροσ ο λαοσ, που ηταν μαζι με τον ιωαβ, τρυπησαν το τειχοσ για να το γκρεμισουν. τοτε, μια σοφη γυναικα βοησε απο την πολη: ακουστε, ακουστε· να πειτε, παρακαλω, στον ιωαβ: να πλησιασεισ μεχρισ εδω, και θα μιλησω σε σενα. και οταν την πλησιασε, η γυναικα ειπε: εσυ εισαι ο ιωαβ; κι εκεινοσ απαντησε: εγω. τοτε του ειπε: ακουσε τα λογια τησ δουλησ σου. και απαντησε: ακουω. και ειπε, λεγοντασ: συνηθιζαν να λενε τον παλιο καιρο, λεγοντασ: ασ παμε να ζητησουμε συμβουλη στην αβελ· και ετσι τελειωναν την υποθεση· εγω ειμαι απο τισ ειρηνικεσ και πιστεσ του ισραηλ· εσυ ζητασ να καταστρεψεισ μια πολη, μαλιστα μητροπολη αναμεσα στον ισραηλ· γιατι θελεισ να αφανισεισ την κληρονομια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; και ο ιωαβ απαντωντασ ειπε: μη γενοιτο σε μενα, να αφανισω η να καταστρεψω! το πραγμα δεν ειναι ετσι· αλλα, καποιοσ ανδρασ απο το βουνο εφραιμ, που λεγεται σεβα, γιοσ του βιχρει, σηκωσε το χερι του εναντια στον βασιλια, εναντια στον δαβιδ· να παραδωσεισ μοναχα αυτον, και θα αναχωρησω απο την πολη. και η γυναικα ειπε στον ιωαβ: δεσ, το κεφαλι του θα ριχτει σε σενα απο το τειχοσ. και η γυναικα ηρθε σε ολοκληρο τον λαο μιλωντασ με τη σοφια τησ. και εκοψαν το κεφαλι του σεβα, του γιου του βιχρει, και το ερριξαν στον ιωαβ. τοτε σαλπισε με τη σαλπιγγα, και διασκορπιστηκαν απο την πολη, καθε ενασ στη σκηνη του. και ο ιωαβ γυρισε στην ιερουσαλημ, στον βασιλια. και ο ιωαβ ηταν επικεφαλησ ολοκληρου του στρατου του ισραηλ· και ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, επικεφαλησ των χερεθαιων, και επικεφαλησ των φελεθαιων· και ο αδωραμ ηταν για τουσ φορουσ· και ο ιωσαφατ, ο γιοσ του αχιλουδ, ηταν υπομνηματογραφοσ· και ο σεβα, ηταν γραμματεασ· και ο σαδωκ και ο αβιαθαρ ησαν ιερεισ· κι ακομα, ο ιρασ, απο την ιαειρ, ηταν αυλαρχησ κοντα στον δαβιδ.

21

και εγινε πεινα στισ ημερεσ του δαβιδ για τρια χρονια συνεχωσ· και ο δαβιδ ρωτησε τον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απαντησε: αυτο εγινε εξαιτιασ του σαουλ, και τησ φονικησ οικογενειασ του, επειδη θανατωσε τουσ γαβαωνιτεσ. και ο βασιλιασ καλεσε τουσ γαβαωνιτεσ, και τουσ ειπε· (οι δε γαβαωνιτεσ δεν ησαν απο τουσ γιουσ ισραηλ, αλλα απο τουσ αμορραιουσ, που ειχαν εναπολειφθει· και οι γιοι ισραηλ ειχαν ορκιστει σ' αυτουσ· και ο σαουλ ζητησε να τουσ θανατωσει, απο τον ζηλο του για τουσ γιουσ του ισραηλ και του ιηhυδα). ο δαβιδ ειπε, λοιπον, στουσ γαβαωνιτεσ: τι να κανω σε σασ; και με τι θα κανω εξιλεωση, για να ευλογησετε την κληρονομια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; και οι γαβαωνιτεσ του ειπαν: εμεισ ουτε για ασημι ουτε για χρυσαφι εχουμε να κανουμε με τον σαουλ η με την οικογενεια του· ουτε ζηταμε να θανατωσεισ για χαρη μασ ανθρωπο απο τον ισραηλ. και ειπε: ο,τι πειτε, θα σασ το κανω. και απαντησαν στον βασιλια: του ανθρωπου, που μασ αφανισε, και που μηχανευτηκε να μασ εξολοθρευσει, ωστε να μη υπαρχουμε σε κανενα απο τα ορια του ισραηλ, ασ μασ παραδοθουν επτα ανθρωποι απο τουσ γιουσ του, και θα τουσ κρεμασουμε προσ τον κυριο στη γαβαα του σαουλ, του εκλεκτου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο βασιλιασ ειπε: εγω θα τουσ παραδωσω. τον μεμφιβοσθε, ομωσ, τον γιο του ιωναθαν, γιου του σαουλ, ο βασιλιασ τον λυπηθηκε, εξαιτιασ του ορκου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh που δοθηκε αναμεσα τουσ, αναμεσα στον δαβιδ και στον ιωναθαν, γιου του σαουλ. και ο βασιλιασ πηρε τουσ δυο γιουσ τησ ρεσφα, θυγατερασ του αια, που γεννησε στον σαουλ, τον αρμονει και τον μεμφιβοσθε· και τουσ πεντε γιουσ τησ μιχαλ, θυγατερασ του σαουλ, που γεννησε στον αδριηλ, γιον του βαρζελλαι του μεωλαθιτη· και τουσ παρεδωσε στα χερια των γαβαωνιτων, και τουσ κρεμασαν στον λοφο μπροστα στον κυριο· και επεσαν μαζι και οι επτα, και θανατωθηκαν στισ ημερεσ του θερισμου, στισ πρωτεσ, στην αρχη του θερισμου των κριθαριων. και η ρεσφα, η θυγατερα του αια, πηρε εναν σακο, και τον εστρωσε για τον εαυτο τησ επανω στον βραχο, απο την αρχη του θερισμου μεχρισ οτου εσταξε νερο απο τον ουρανο, και δεν αφηνε ουτε τα πουλια του ουρανου να καθησουν επανω τουσ την ημερα ουτε τα θηρια του χωραφιου τη νυχτα. και αναγγελθηκε στον δαβιδ τι εκανε η ρεσφα, η θυγατερα του αια, η παλλακη του σαουλ. και ο δαβιδ πηγε και πηρε τα κοκαλα του σαουλ, και τα κοκαλα του ιωναθαν, του γιου του, απο τουσ ανδρεσ τησ ιαβεισ-γαλααδ, που τα ειχαν κλεψει απο την πλατεια τησ βαιθ-σαν, οπου τουσ ειχαν κρεμασει οι φιλισταιοι, κατα την ημερα που οι φιλισταιοι ειχαν θανατωσει τον σαουλ στη γελβουε· και ανεβασε απο εκει τα κοκαλα του σαουλ, και τα κοκαλα του ιωναθαν, του γιου του· και συγκεντρωσαν τα κοκαλα των κρεμασθεντων. και εθαψαν τα κοκαλα του σαουλ και του ιωναθαν, του γιου του, στη γη βενιαμιν, στη σηλα, στον ταφο του κεισ, του πατερα του· και εκαναν ολα οσα προσταξε ο βασιλιασ. και υστερα απ' αυτα ο θεοσ εξιλεωθηκε για τη γη. και εγινε παλι πολεμοσ των φιλισταιων με τον ισραηλ· και κατεβηκε ο δαβιδ και οι δουλοι του, και πολεμησαν εναντιον των φιλισταιων, και ο δαβιδ απεκαμε. και ο ισβι-βενωθ, εκεινοσ απο τα παιδια του ραφα, που το βαροσ τησ λογχησ του ηταν 300 σικλοι χαλκου, που ηταν περιζωσμενοσ με μια νεα ρομφαια, σκοπευε να θανατωσει τον δαβιδ. τον βοηθησε, ομωσ, ο αβισαι, ο γιοσ τησ σερουιασ, και παταξε τον φιλισταιο, και τον θανατωσε. τοτε, οι ανδρεσ του δαβιδ του ορκιστηκαν, λεγοντασ: δεν θα βγεισ πλεον μαζι μασ σε πολεμο, για να μη σβησεισ το λυχναρι του ισραηλ. και υστερα απ' αυτα εγινε ξανα πολεμοσ με τουσ φιλισταιουσ στη γωβ, στον οποιο ο σιββεχαι ο χουσαθιτησ θανατωσε τον σαφ, που ηταν απο τα παιδια του ραφα. και εγινε ξανα πολεμοσ στη γωβ με τουσ φιλισταιουσ, και ο ελχαναν, ο γιοσ του ιαρε-ορεγειμ, ο βηθλεεμιτησ, θανατωσε τον αδελφο του γολιαθ του γετθαιου, και το ξυλο τησ λογχησ του ηταν σαν το αντι του υφαντη. εγινε, ακομα, πολεμοσ στη γαθ, και υπηρχε ενασ ανδρασ υπερμεγεθησ, και τα δαχτυλα των χεριων του, και τα δαχτυλα των ποδιων του ησαν εξι και εξι, 24 τον αριθμο· κι αυτοσ ακομα ηταν απο τη γενεα του ραφα. και ονειδισε τον ισραηλ· και ο ιωναθαν, ο γιοσ του σαμαα, αδελφου του δαβιδ, τον παταξε. αυτοι οι τεσσερισ γεννηθηκαν στον ραφα στη γαθ, και επεσαν με το χερι του δαβιδ, και με το χερι των δουλων του.

22

και ο δαβιδ μιλησε στον κυριο τα λογια τουτησ τησ ωδησ, την ημερα κατα την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον ελευθερωσε απο το χερι ολων των εχθρων του, και απο το χερι του σαουλ· και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι πετρα μου, και φρουριο μου, και ελευθερωτησ μου· ο θεοσ ειναι ο βραχοσ μου· σ' αυτον θα ελπιζω· η ασπιδα μου, και το στηριγμα τησ σωτηριασ μου, ο ψηλοσ πυργοσ μου, και το καταφυγιο μου, ο σωτηρασ μου· εσυ με εσωσεσ απο την αδικια. θα επικαλεστω τον αξιυμνητο κυριο, και θα σωθω απο τουσ εχθρουσ μου. οταν με περικυκλωσαν τα κυματα του θανατου, χειμαρροι ανομιασ με κατατρομαξαν. οι πονοι του αδη με περικυκλωσαν, οι παγιδεσ του θανατου με εφτασαν, στη στενοχωρια μου επικαλεστηκα τον κυριο, και αναβοησα στον θεο μου· και ακουσε απο τον ναο του τη φωνη μου, και η κραυγη μου ηρθε στα αυτια του. τοτε, η γη σαλευθηκε και εγινε εντρομη· τα θεμελια του ουρανου ταραχτηκαν και σαλευτηκαν, επειδη οργιστηκε. απο τουσ μυκτηρεσ του ανεβαινε καπνοσ, και απο το στομα του εβγαινε φωτια που κατετρωγε· καρβουνα αναψαν απ' αυτον. και χαμηλωσε τουσ ουρανουσ, και κατεβηκε, και κατω απο τα ποδια του ηταν πυκνο σκοταδι. και ανεβηκε επανω σε χερουβειμ, και πεταξε, και φανηκε επανω σε φτερουγεσ ανεμων. και εβαλε το σκοταδι για σκηνη ολογυρα του, νερα σκοτεινα, πυκνα συννεφα των ανεμων. καρβουνα φωτιασ αναψαν, απο τη λαμψη που ειναι μπροστα του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βροντησε απο τον ουρανο, και ο υψιστοσ εδωσε τη φωνη του. και εστειλε βελη, και τουσ σκορπισε· αστραπεσ, και τουσ συνταραξε. και φανηκαν οι πυθμενεσ τησ θαλασσασ, ανακαλυφθηκαν τα θεμελια τησ οικουμενησ, στην επιτιμηση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο το φυσημα τησ πνοησ των μυκτηρων του. εστειλε απο ψηλα· με πηρε· με τραβηξε απο πολλα νερα. με ελευθερωσε απο τον δυνατο εχθρο μου, και απο εκεινουσ που με μισουσαν, επειδη ησαν πιο δυνατοι απο μενα. με προφτασαν την ημερα τησ θλιψησ μου· αλλ' φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε το αντιστηριγμα μου· και με εβγαλε σε ευρυχωρια· με ελευθερωσε, επειδη ευδοκησε σε μενα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με ανταμειψε συμφωνα με τη δικαιοσυνη μου· μου ανταπεδωσε συμφωνα με την καθαροτητα των χεριων μου. επειδη, φυλαξα τουσ δρομουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν ασεβησα παρεκκλινοντασ απο τον θεο μου. επειδη, ολεσ οι κρισεισ του ησαν μπροστα μου· και απο τα διαταγματα του δεν απομακρυνθηκα. και σταθηκα απεναντι του αμεμπτοσ, και φυλαχτηκα απο την ανομια μου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ανταπεδωσε συμφωνα με τη δικαιοσυνη μου, συμφωνα με την καθαροτητα μου μπροστα στα ματια του. με οσιον, οσιοσ θα εισαι· με ανδρα τελειο, τελειοσ θα εισαι· με καθαρον, καθαροσ θα εισαι· και με διεστραμμενον, διεστραμμενα θα φερθεισ. και θα σωσεισ λαον θλιμμενο· εναντια δε στουσ υπερηφανουσ ειναι τα ματια σου, για να τουσ ταπεινωσεισ. επειδη, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι το λυχναρι μου· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα φωτισει το σκοταδι μου. επειδη, με σενα θα διασπασω στρατευμα· με τον θεο μου θα πηδησω επανω απο τειχοσ. του θεου, ο δρομοσ του ειναι αμωμοσ, ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι δοκιμασμενοσ· ειναι ασπιδα ολων εκεινων που ελπιζουν σ' αυτον. επειδη, ποιοσ θεοσ υπαρχει, εκτοσ απο τον κυριο; και ποιοσ ειναι φρουριο, εκτοσ απο τον θεο μασ; ο θεοσ ειναι το δυνατο οχυρωμα μου· και ο οποιοσ κανει αμωμο τον δρομο μου. κανει τα ποδια μου σαν τα ποδια των ελαφιων, και με στηνει επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ μου. διδασκει τα χερια μου σε πολεμο, και εκανε τον βραχιονα μου χαλκινο τοξο. εδωσεσ δε σε μενα την ασπιδα τησ σωτηριασ σου· και η αγαθοτητα σου με μεγαλυνε. εσυ πλατυνεσ τα βηματα μου, απο κατω μου, και τα ποδια μου δεν κλονιστηκαν. καταδιωξα τουσ εχθρουσ μου, και τουσ αφανισα· και δεν γυρισα πισω, μεχρισ οτου τουσ συντελεσα. και τουσ συντελεσα, και τουσ συντριψα, και δεν μπορεσαν να ανασηκωθουν· και επεσαν κατω απο τα ποδια μου. και με περιζωσεσ δυναμη για πολεμο· συγκυρτωσεσ απο κατω μου εκεινουσ που επαναστατησαν εναντιον μου. και εκανεσ τουσ εχθρουσ μου να στρεψουν σε μενα τα νωτα, και εξολοθρευσα αυτουσ που με μισουσαν. κοιταξαν ολογυρα, αλλα δεν υπηρχε κανενασ που να σωζει· βοησαν στον κυριο, αλλα δεν τουσ εισακουσε. τουσ κονιορτοποιησα σαν τη σκονη τησ γησ· τουσ συντριψα σαν τη λασπη του δρομου, τουσ καταπατησα. και με ελευθερωσεσ απο τισ αντιλογιεσ του λαου μου· με εκανεσ κεφαλη των εθνων· λαοσ που δεν ειχα γνωρισει, με υπηρετησε. ξενοι υποταχθηκαν σε μενα· μολισ ακουσαν, αμεσωσ υπακουσαν σε μενα. ξενοι παρελυσαν, μαλιστα κατατρομαξαν απο τουσ αποκρυφουσ τοπουσ τουσ· ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ευλογημενο το φρουριο μου· και ασ υψωθει ο θεοσ, το φρουριο τησ σωτηριασ μου. ο θεοσ, που κανει εκδικηση για μενα, και υποτασσει τουσ λαουσ κατω απο μενα· και εκεινοσ που με εβγαλε μεσα απο τουσ εχθρουσ μου· ναι, εσυ, με υψωνεισ επανω απο εκεινουσ που επαναστατουν εναντιον μου· με ελευθερωσεσ απο αδικον ανδρα. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα σε υμνω αναμεσα στα εθνη, και θα ψαλλω στο ονομα σου. αυτοσ μεγαλυνει τισ σωτηριεσ του βασιλια του· και κανει ελεοσ στον χρισμενο του, στον δαβιδ και στο σπερμα του, μεχρι τον αιωνα.

23

και αυτα ειναι τα τελευταια λογια του δαβιδ: ο δαβιδ, ο γιοσ του ιεσσαι, ειπε, και ο ανδρασ που ανεβαστηκε ψηλα, ο χρισμενοσ του θεου, και ο γλυκοσ ψαλμωδοσ του ισραηλ, ειπε: το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε μεσα απο μενα, και ο λογοσ του ηρθε επανω στη γλωσσα μου. ο θεοσ του ισραηλ μου ειπε, ο βραχοσ του ισραηλ μιλησε, και ειπε: αυτοσ που εξουσιαζει επανω σε ανθρωπουσ, ασ ειναι δικαιοσ, εξουσιαζοντασ με φοβο θεου· και θα ειναι σαν το φωσ του πρωινου, οταν ανατελλει ο ηλιοσ, ενοσ ανεφελου πρωινου, σαν το χορταρι απο τη γη, σαν απο τη λαμψη εκεινη που βγαινει απο τη βροχη. αν και η οικογενεια μου δεν ειναι τετοια μπροστα στον θεο, ομωσ αιωνια διαθηκη εκανε μαζι μου, διαταγμενη σε ολα τα σημεια, και σιγουρη. γι' αυτο, αυτη ειναι ολοκληρη η σωτηρια μου, και ολοκληρη η επιθυμια· αν και δεν εκανε να βλαστησει. και οι παρανομοι, ολοι αυτοι θα ειναι σαν αγκαθια βγαλμενα εξω, επειδη δεν πιανονται με τα χερια· και οποιοσ τα αγγιξει, πρεπει να ειναι οπλισμενοσ με σιδερο, και με ξυλο λογχησ· και θα κατακαουν με φωτια στον ιδιο τοπο. αυτα ειναι τα ονοματα των ισχυρων, που ειχε ο δαβιδ· ο ιοσεβ-βασεβεθ, ο ταχμονιτησ, πρωτοσ απο τουσ τρεισ· αυτοσ ηταν ο αδινω ο ασωναιοσ, που θανατωσε 800 σε μια μαχη. και υστερα απ' αυτον, ο ελεαζαρ, ο γιοσ του δωδω, γιου του αχωχι, ενασ απο τουσ τρεισ ισχυρουσ μαζι με τον δαβιδ, οταν ονειδισαν τουσ φιλισταιουσ, εκεινουσ που ησαν συγκεντρωμενοι σε μαχη, και οι ανδρεσ ισραηλ τραβηχτηκαν· αυτοσ, αφου σηκωθηκε, παταξε τουσ φιλισταιουσ, μεχρισ οτου το χερι του απεκαμε, και το χερι του κολλησε στη μαχαιρα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε μεγαλη σωτηρια εκεινη την ημερα, και ο λαοσ γυρισε, πισω απ' αυτον, μοναχα για να λαφυραγωγησει. και υστερα απ' αυτον, ο σαμμα, ο γιοσ του αγαι, ο αραριτησ· και οι μεν φιλισταιοι ειχαν συγκεντρωθει σε σωμα, οπου ηταν ενα μεριδιο χωραφιου γεματο απο φακη, και ο λαοσ εφυγε μπροστα απο τουσ φιλισταιουσ· αυτοσ, ομωσ, στηλωθηκε στο μεσον του χωραφιου, και το υπερασπιστηκε, και παταξε τουσ φιλισταιουσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε μεγαλη σωτηρια. κατεβηκαν ακομα τρεισ απο τουσ 30 αρχηγουσ, και ηρθαν στον δαβιδ, σε εποχη θερισμου, στη σπηλια οδολλαμ· και το στρατοπεδο των φιλισταιων στρατοπεδευε στην κοιλαδα ραφαειμ. και ο δαβιδ ηταν τοτε στο οχυρωμα, και η φρουρα των φιλισταιων τοτε ηταν στη βηθλεεμ. και ο δαβιδ επιποθησε νερο και ειπε: ποιοσ να μου εδινε να πιω νερο απο το πηγαδι τησ βηθλεεμ, που ειναι κοντα στην πυλη; και οι τρεισ ισχυροι διεσχισαν το στρατοπεδο των φιλισταιων, και αντλησαν νερο απο το πηγαδι τησ βηθλεεμ, που ειναι στην πυλη, και αφου πηραν το εφεραν στον δαβιδ· δεν θελησε, ομωσ, να πιει, αλλα το εκανε σπονδη στον κυριο· και ειπε: μη γενοιτο σε μενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, να το κανω αυτο! το αιμα των ανδρων που πορευτηκαν με κινδυνο τησ ζωησ τουσ, να το πιω εγω; και δεν θελησε να πιει. αυτα εκαναν οι τρεισ ισχυροι. και ο αβισαι, ο αδελφοσ του ιωαβ, γιοσ τησ σερουιασ, ηταν πρωτοσ απο τουσ τρεισ· κι αυτοσ, σειοντασ τη λογχη του εναντια σε 300, τουσ θανατωσε, και απεκτησε ονομα αναμεσα στουσ τρεισ. αυτοσ δεν σταθηκε ο ενδοξοτεροσ απο τουσ τρεισ; γι' αυτο, εγινε αρχηγοσ τουσ· δεν εφτασε, ομωσ, μεχρι τουσ τρεισ πρωτουσ. και ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, γιοσ δυνατου ανδρα απο την καβσεηλ, που εκανε πολλα ανδραγαθηματα, αυτοσ παταξε τουσ δυο ανδρεσ του μωαβ, που ησαν σαν λιονταρια· αυτοσ, ακομα, κατεβηκε, και παταξε ενα λιονταρι μεσα στον λακκο, σε ημερα με χιονι. ακομα, αυτοσ παταξε τον αιγυπτιο ανδρα, εναν ωραιο ανδρα· και στο χερι του αιγυπτιου υπηρχε μια λογχη· εκεινοσ, ομωσ, κατεβηκε σ' αυτον με μια ραβδο, κι αρπαζοντασ τη λογχη απο το χερι του αιγυπτιου, τον θανατωσε με την ιδια του τη λογχη. αυτα εκανε ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, και απεκτησε ονομα αναμεσα στουσ τρεισ ισχυρουσ. απο τουσ 30 ηταν ο ενδοξοτεροσ· δεν εφτασε, ομωσ, μεχρι τουσ τρεισ πρωτουσ· και ο δαβιδ τον εκανε επικεφαλησ των δορυφορων του. ο ασαηλ, ο αδελφοσ του ιωαβ, ηταν αναμεσα στουσ 30· και ησαν: ο ελχαναν, ο γιοσ του δωδω, απο τη βηθλεεμ· ο σαμμα ο αρωδιτησ· ο ελικα ο αρωδιτησ· ο χελησ ο φαλτιτησ· ο ιρασ, ο γιοσ του ικκησ, ο θεκωιτησ· ο αβιεζερ ο αναθωθιτησ· ο μεβουναι ο χουσαθιτησ· ο σαλμων ο αχωχιτησ· ο μααραι ο νετωφαθιτησ· ο χελεβ, ο γιοσ του βαανα, ο νετωφαθιτησ· ο ιτται, ο γιοσ του ριβαι, απο τη γαβαα, των γιων του βενιαμιν· ο βεναιασ ο πιραθωνιτησ· ο ιδδαι, απο τισ κοιλαδεσ γαασ· ο αβι-αλβων ο αρβαθιτησ· αζμαβεθ ο βαρουμιτησ· ο ελιαβα ο σααλβωνιτησ· ο ιωναθαν, απο τουσ γιουσ ιαασην· ο σαμμα ο αραριτησ· ο αχιαμ, ο γιοσ του σαραρ, ο αραριτησ· ο ελιφελετ, ο γιοσ του αασβαι, γιοσ του μααχαθιτη· ο ελιαμ, ο γιοσ του αχιτοφελ του γιλωναιου· ο εσραι ο καρμηλιτησ· ο φααραι ο αρβιτησ· ο ιγαλ, ο γιοσ του ναθαν, απο τη σωβα· ο βανι ο γαδιτησ· ο σελεκ ο αμμωνιτησ· ο νααραι ο βηρωθαιοσ, ο οπλοφοροσ του ιωαβ, γιου τησ σερουιασ· ο ιρασ ο ιεθριτησ· ο γαρηβ ο ιεθριτησ· ο ουριασ ο χετταιοσ· ολοι ησαν

24

και εξαφθηκε ξανα η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στον ισραηλ, και διεγειρε τον δαβιδ εναντιον τουσ για να πει: πηγαινε, απαριθμησε τον ισραηλ και τον ιηhυδα. και ο βασιλιασ ειπε στον ιωαβ, τον αρχηγο του στρατου, που ηταν μαζι του: περασε μεσα απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ, απο τη δαν μεχρι τη βηρ-σαβεε, και απαριθμησε τον λαο, για να μαθω τον αριθμο του λαου. και ο ιωαβ ειπε στον βασιλια: ειθε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου να προσθεσει στον λαο 100 φορεσ απο ο,τι ειναι, και να δουν τα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου του βασιλια· ομωσ, γιατι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ επιθυμει αυτο το πραγμα; ο λογοσ, ομωσ, του βασιλια υπερισχυσε επανω στον ιωαβ, κι επανω στουσ αρχηγουσ του στρατου· και βγηκε ο ιωαβ, και οι αρχηγοι του στρατου μπροστα απο τον βασιλια, για να απαριθμησουν τον λαο, τον ισραηλ. και περασαν τον ιορδανη, και στρατοπεδευσαν στην αροηρ, στα δεξια τησ πολησ, που ηταν στο μεσον τησ φαραγγασ γαδ, και στην ιαζηρ. επειτα, ηρθαν και στη γαλααδ, και στη γη ταχτιμ-οδσει· και ηρθαν στη δαν-ιααν, και ολογυρα, μεχρι τη σιδωνα· και ηρθαν στο φρουριο τησ τυρου, και σε ολεσ τισ πολεισ των ευαιων και των χαναναιων· και βγηκαν προσ το νοτιο μεροσ του ιηhυδα, στη βηρ-σαβεε. και αφου περιοδευσαν ολοκληρη τη γη, ηρθαν στην ιερουσαλημ, στο τελοσ εννια μηνων και εικοσι ημερων. και ο ιωαβ εδωσε στον βασιλια το συνολο τησ απαριθμησησ του λαου· και ο ισραηλ ησαν 800.000 ανδρεσ δυναμησ που εσερναν ρομφαια· και οι ανδρεσ του ιηhυδα 500.000. και η καρδια του δαβιδ τον χτυπησε, αφου ειχε απαριθμησει τον λαο. και ο δαβιδ ειπε στον κυριο: αμαρτησα υπερβολικα, πραττοντασ αυτο το πραγμα· και, τωρα, σε παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αφαιρεσε την ανομια του δουλου σου, επειδη μωραθηκα υπερβολικα. και οταν ο δαβιδ σηκωθηκε το πρωι, ηρθε ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον γαδ τον προφητη, που ηταν αυτοσ που εβλεπε για τον δαβιδ, λεγοντασ: πηγαινε, και πεσ στον δαβιδ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· τρια πραγματα βαζω εγω μπροστα σε σενα· διαλεξε για τον εαυτο σου ενα απ' αυτα, και θα σου το κανω. ηρθε, λοιπον, ο γαδ στον δαβιδ, και του ανηγγειλε, και του ειπε: θελεισ ναρθουν επανω σου επτα χρονια πεινασ, επανω στη γη σου; η, τρεισ μηνεσ να φευγεισ μπροστα απο τουσ εχθρουσ σου, και να σε καταδιωκουν; η, τρεισ ημερεσ να υπαρχει θανατικο στη γη σου; τωρα, σκεψου, και δεσ ποια απαντηση θα φερω σ' αυτον που με εστειλε. και ο δαβιδ ειπε στον γαδ: απο παντου μου ειναι στενα σε υπερβολικο βαθμο· ασ πεσω, λοιπον, στο χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη ειναι πολλοι οι οικτιρμοι του· σε χερι, ομωσ, ανθρωπου ασ μη πεσω. εστειλε, λοιπον, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θανατικο επανω στον ισραηλ, απο το πρωι μεχρι τον διορισμενο καιρο· και πεθαναν απο τον λαο, απο τη δαν μεχρι τη βηρ-σαβεε, 70.000 ανδρεσ. και οταν ο αγγελοσ απλωσε το χερι του εναντια στην ιερουσαλημ, για να την καταστρεψει, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μεταμεληθηκε για το κακο, και ειπε στον αγγελο που εκανε τη φθορα μεσα στον λαο: αρκει ηδη· αποσυρε το χερι σου. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν κοντα στο αλωνι του ορνα του ιεβουσαιου. και ο δαβιδ μιλησε στον κυριο, οταν ειδε τον αγγελο, εκεινον που θανατωνε τον λαο, και ειπε: να, εγω αμαρτησα, και εγω ανομησα· αυτα, ομωσ, τα προβατα, τι εκαναν; εναντιον μου, λοιπον, ασ ειναι το χερι σου, και εναντιον τησ οικογενειασ του πατερα μου. και ο γαδ ηρθε εκεινη την ημερα στον δαβιδ, και του ειπε: ανεβα, στησε ενα θυσιαστηριο στον κυριο μεσα στο αλωνι του ορνα του ιεβουσαιου. και ο δαβιδ ανεβηκε συμφωνα με τον λογο του γαδ, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει. και ο ορνα σηκωσε το βλεμμα του, και ειδε τον βασιλια και τουσ δουλουσ του να ερχονται σ' αυτον· και ο ορνα βγηκε και προσκυνησε τον βασιλια με το προσωπο του μεχρι το εδαφοσ. και ο ορνα ειπε: γιατι ηρθε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ στον δουλο του; και ο δαβιδ ειπε: για να αγορασω απο σενα το αλωνι, ωστε να οικοδομησω ενα θυσιαστηριο στον κυριο, και να σταματησει η πληγη απο τον λαο. και ο ορνα ειπε στον δαβιδ: ασ παρει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ, και ασ προσφερει σε θυσια ο,τι φαινεται αρεστο στα ματια του· να, τα βοδια για ολοκαυτωμα, και τα αλωνικα εργαλεια και τα εργαλεια των βοδιων για ξυλα. ο ορνα τα εδωσε ολα, σαν βασιλιασ σε βασιλια. και ο ορνα ειπε στον βασιλια: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ειθε να ευαρεστηθει σε σενα! και ο βασιλιασ ειπε στον ορνα: οχι, αλλα θα το αγορασω με αντιπληρωμη, οπωσδηποτε· επειδη, δεν θα προσφερω ολοκαυτωματα στον κυριο τον θεο μου δωρεαν. και ο δαβιδ αγορασε το αλωνι και τα βοδια για 50 σικλουσ ασημι. και ο δαβιδ οικοδομησε εκει θυσιαστηριο στον κυριο, και προσφερε ολοκαυτωματα και ειρηνικεσ προσφορεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξιλεωθηκε προσ τη γη, και η πληγη σταματησε απο τον ισραηλ.

βασιλεων α’

1

και ο βασιλιασ δαβιδ ηταν γεροντασ· προχωρημενοσ στην ηλικια· και τον σκεπαζαν με ιματια, αλλα δεν θερμαινοταν. και οι δουλοι του του ειπαν: ασ αναζητησουν για τον κυριο μου, τον βασιλια, μια νεα, παρθενα, για να στεκεται μπροστα στον βασιλια, και να τον περιποιειται, και να κοιμαται στον κορφο σου, για να θερμαινεται φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ. και αναζητησαν μια ωραια νεα σε ολα τα ορια του ισραηλ· και βρηκαν την αβισαγ τη σουναμιτισσα, και την εφεραν στον βασιλια. και η νεα ηταν υπερβολικα ωραια, και περιποιοταν τον βασιλια, και τον υπηρετουσε· ομωσ, ο βασιλιασ δεν τη γνωρισε. τοτε, ο αδωνιασ, ο γιοσ τησ αγγειθ, υπερηφανευθηκε στον εαυτο του, λεγοντασ: εγω θα βασιλευσω· και ετοιμασε για τον εαυτο του αμαξεσ, και καβαλαρηδεσ, και 50 ανδρεσ που προετρεχαν μπροστα του. και ο πατερασ του δεν τον πικραινε ποτε, λεγοντασ: γιατι εσυ ενεργεισ ετσι; και ηταν υπερβολικα ωραιοσ στην οψη· και η μητερα του τον γεννησε μετα τον αβεσσαλωμ. και συνομιλησε μαζι με τον ιωαβ, τον γιο τησ σερουιασ, και με τον αβιαθαρ τον ιερεα· κι αυτοι, ακολουθωντασ τον αδωνια, τον βοηθουσαν. ο σαδωκ, ομωσ, ο ιερεασ, και ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, και ο προφητησ ναθαν, και ο σιμει, και ο ρει, και οι δυνατοι του δαβιδ, δεν ησαν μαζι με τον αδωνια. και ο αδωνιασ εσφαξε προβατα και βοδια και σιτευτα κοντα στην πετρα του ζωελεθ, που ειναι κοντα στην εν-ρωγηλ, και καλεσε ολουσ τουσ αδελφουσ του, τουσ γιουσ του βασιλια, και ολουσ τουσ ανδρεσ του ιηhυδα, τουσ δουλουσ του βασιλια. τον ναθαν, ομωσ, τον προφητη, και τον βεναια, και τουσ ισχυρουσ, και τον σολομωντα, τον αδελφο του, δεν τουσ καλεσε. και ο ναθαν ειπε στη βηθ-σαβεε, τη μητερα του σολομωντα, λεγοντασ: δεν ακουσεσ οτι βασιλευσε ο αδωνιασ, ο γιοσ τησ αγγειθ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ ο δαβιδ δεν το ξερει; τωρα, λοιπον, ελα, παρακαλω, να σου δωσω μια συμβουλη, για να σωσεισ τη ζωη σου, και τη ζωη του γιου σου, του σολομωντα· πηγαινε, και μπεσ μεσα στον βασιλια δαβιδ, και πεσ του: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια, εσυ δεν ορκιστηκεσ στη δουλη σου, λεγοντασ: σιγουρα, ο σολομωντασ ο γιοσ σου θα βασιλευσει υστερα απο μενα, κι αυτοσ θα καθησει επανω στον θρονο μου; γιατι, λοιπον, βασιλευσε ο αδωνιασ; δεσ, ενω ακομα εσυ θα μιλασ εκει με τον βασιλια, θαρθω κι εγω υστερα απο σενα και θα βεβαιωσω τα λογια σου. και η βηθ-σαβεε μπηκε μεσα στον βασιλια στον κοιτωνα· και ηταν εκει ο βασιλιασ υπερβολικα γεροντασ· και η αβισαγ η σουναμιτισσα υπηρετουσε τον βασιλια. και καθωσ η βηθ-σαβεε εσκυψε, προσκυνησε τον βασιλια. και ο βασιλιασ ειπε: τι εχεισ; κι εκεινη του ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, εσυ ορκιστηκεσ στον κυριο τον θεο σου προσ τη δουλη σου, λεγοντασ: σιγουρα, ο σολομωντασ, ο γιοσ σου, θα βασιλευσει υστερα απο μενα, κι αυτοσ θα καθησει επανω στον θρονο μου· αλλα τωρα, δεσ, βασιλευσε ο αδωνιασ· κι εσυ τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια, δεν το ξερεισ· εσφαξε βοδια, και σιτευτα, και προβατα σε αφθονια, και καλεσε ολουσ τουσ γιουσ του βασιλια, και τον αβιαθαρ τον ιερεα, και τον ιωαβ τον αρχιστρατηγο· τον δουλο σου τον σολομωντα, ομωσ, δεν τον καλεσε· αλλα, σε σενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια, σε σενα προσβλεπουν τα ματια ολοκληρου του ισραηλ, για να τουσ αναγγειλεισ ποιοσ θα καθησει επανω στον θρονο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου του βασιλια υστερα απ' αυτον· ειδεμη, αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ κοιμηθει μαζι με τουσ πατερεσ του, εγω και ο γιοσ μου ο σολομωντασ θα θεωρουμαστε φταιχτεσ. και να, ενω αυτη μιλουσε ακομα με τον βασιλια, ηρθε ο ναθαν ο προφητησ. και ανηγγειλαν στον βασιλια, λεγοντασ: να, ο ναθαν ο προφητησ. και αφου μπηκε μπροστα στον βασιλια, προσκυνησε τον βασιλια με το προσωπο του μεχρι το εδαφοσ. και ο ναθαν ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια, εσυ ειπεσ: θα βασιλευσει ο αδωνιασ υστερα απο μενα, κι αυτοσ θα καθησει επανω στον θρονο μου; επειδη, κατεβηκε σημερα και εσφαξε βοδια, και σιτευτα, και προβατα σε αφθονια, και καλεσε ολουσ τουσ γιουσ του βασιλια, και τουσ στρατηγουσ, και τον αβιαθαρ, τον ιερεα· και δεσ, τρωνε και πινουν μπροστα του, και λενε: ζητω ο βασιλιασ αδωνιασ· εμενα, ομωσ, εμενα τον δουλο σου, και τον σαδωκ τον ιερεα, και τον βεναια, τον γιο του ιωδαε, και τον σολομωντα τον δουλο σου, δεν μασ καλεσε· απο τον κυριο μου τον βασιλια εγινε αυτο το πραγμα, και δεν φανερωσεσ στον δουλο σου ποιοσ θα καθησει επανω στον θρονο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου του βασιλια υστερα απ' αυτον; και ο βασιλιασ δαβιδ απαντησε, και ειπε: καλεστε μου τη βηθ-σαβεε. και μπηκε μεσα μπροστα στον βασιλια, και σταθηκε μπροστα στον βασιλια. και ο βασιλιασ ορκιστηκε, και ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που λυτρωσε την ψυχη μου απο καθε στενοχωρια, σιγουρα, καθωσ ορκιστηκα σε σενα στον κυριο τον θεο του ισραηλ, λεγοντασ, οτι ο σολομωντασ ο γιοσ σου θα βασιλευσει υστερα απο μενα, κι αυτοσ θα καθησει αντι για μενα επανω στον θρονο μου, ετσι θα κανω αυτη την ημερα. τοτε, η βηθ-σαβεε, σκυβοντασ με το προσωπο μεχρι το εδαφοσ, προσκυνησε τον βασιλια, και ειπε: ζητω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ δαβιδ στον αιωνα. και ο βασιλιασ δαβιδ ειπε: καλεστε μου τον σαδωκ τον ιερεα, και τον ναθαν τον προφητη, και τον βεναια, τον γιο του ιωδαε. και ηρθαν μπροστα στον βασιλια. και ο βασιλιασ τουσ ειπε: παρτε μαζι σασ τουσ δουλουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ, και καθιστε τον σολομωντα τον γιο μου επανω στο μουλαρι μου, και κατεβαστε τον στη γιων· και ασ τον χρισουν εκει ωσ βασιλια του ισραηλ ο σαδωκ ο ιερεασ, και ο ναθαν ο προφητησ· και σαλπιστε με τη σαλπιγγα, και πειτε: ζητω ο βασιλιασ σολομωντασ· και, τοτε, θα ανεβειτε πισω απ' αυτον, για ναρθει και να καθησει επανω στον θρονο μου· κι αυτοσ θα βασιλευσει αντι για μενα· κι αυτον προσταξα να ειναι ηγεμονασ επανω στον ισραηλ, κι επανω στον ιηhυδα. και ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, απαντησε στον βασιλια, και ειπε: αμην· ετσι ασ επικυρωσει και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου του βασιλια! και καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε μαζι με τον κυριο μου τον βασιλια, ετσι να ειναι και μαζι με τον σολομωντα, και να μεγαλυνει τον θρονο του περισσοτερο απο τον θρονο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου του βασιλια δαβιδ. τοτε, κατεβηκε ο σαδωκ ο ιερεασ, και ο ναθαν ο προφητησ, και ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, και οι χερεθαιοι, και οι φελεθαιοι, και καθισαν τον σολομωντα επανω στο μουλαρι του βασιλια δαβιδ, και τον εφεραν στη γιων. και ο σαδωκ ο ιερεασ πηρε το κερατο του λαδιου απο τη σκηνη, και εχρισε τον σολομωντα. και σαλπισαν με τη σαλπιγγα· και ολοκληροσ ο λαοσ ειπε: ζητω ο βασιλιασ σολομωντασ. και ολοκληροσ ο λαοσ ανεβηκε πισω απ' αυτον· και ο λαοσ επαιζε φλογερεσ, και ευφραινοταν με μεγαλη ευφροσυνη, και η γη σχιζοταν απο τισ φωνεσ τουσ. και ο αδωνιασ το ακουσε, και ολοι οι προσκαλεσμενοι του, καθωσ τελειωσαν να τρωνε. και οταν ακουσε ο ιωαβ τη φωνη τησ σαλπιγγασ, ειπε: ποια ειναι αυτη η φωνη τησ πολησ που θορυβει; ενω ακομα μιλουσε, να, ηρθε ο ιωναθαν, ο γιοσ του αβιαθαρ, του ιερεα· και ο αδωνιασ του ειπε: μπεσ μεσα· επειδη, εσυ εισαι γενναιοσ ανδρασ, και φερνεισ αγαθεσ αγγελιεσ. και απαντωντασ ο ιωναθαν ειπε στον αδωνια: βεβαια, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ ο βασιλιασ δαβιδ εκανε βασιλια τον σολομωντα· και ο βασιλιασ εστειλε μαζι του τον σαδωκ τον ιερεα, και τον ναθαν τον προφητη, και τον βεναια τον γιον του ιωδαε, και τουσ χερεθαιουσ, και τουσ φελεθαιουσ, και τον καθισαν επανω στο μουλαρι του βασιλια· και ο σαδωκ ο ιερεασ και ο ναθαν ο προφητησ τον εχρισαν βασιλια στη γιων· και ανεβηκαν απο εκει ευφραινομενοι, και αντηχησε η πολη· αυτη ειναι η φωνη, που ακουσατε· και, μαλιστα, ο σολομωντασ καθησε επανω στον θρονο τησ βασιλειασ· κι ακομα, μπηκαν μεσα οι δουλοι του βασιλια να ευχηθουν τον κυριο μασ τον βασιλια δαβιδ, λεγοντασ: ο θεοσ να λαμπρυνει το ονομα του σολομωντα περισσοτερο απο το ονομα σου, και να μεγαλυνει τον θρονο του περισοτερο απο τον θρονο σου· και ο βασιλιασ προσκυνησε επανω στο κρεβατι του· και ο βασιλιασ ειπε ακομα τα εξησ: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, ο οποιοσ μου εδωσε σημερα διαδοχο που καθεται επανω στον θρονο μου, και τα ματια μου το βλεπουν. τοτε, ολοι οι προσκαλεσμενοι, που ησαν μαζι με τον αδωνια, εκπλαγηκαν, και αφου σηκωθηκαν, πηγαν καθε ενασ στον δρομο του. και ο αδωνιασ φοβηθηκε απο το προσωπο του σολομωντα, και αφου σηκωθηκε, πηγε, και πιαστηκε απο τα κερατα του θυσιαστηριου. και ανηγγειλαν στον σολομωντα, λεγοντασ: δεσ, ο αδωνιασ φοβαται τον βασιλια σολομωντα· και να, πιαστηκε απο τα κερατα του θυσιαστηριου, λεγοντασ: ασ μου ορκιστει σημερα ο βασιλιασ σολομωντασ, οτι δεν θα θανατωσει τον δουλο του με ρομφαια. και ο σολομωντασ ειπε: αν σταθει ανδρασ αγαθοσ, ουτε μια απο τισ τριχεσ του δεν θα πεσει επανω στη γη· αν, ομωσ, βρεθει σ' αυτον κακια, θα θανατωθει. και ο βασιλιασ σολομωντασ εστειλε, και τον κατεβασαν απο το θυσιαστηριο· και ηρθε, και προσκυνησε τον βασιλια σολομωντα· και ο σολομωντασ του ειπε: πηγαινε στο σπιτι σου.

2

πλησιασαν, ομωσ, οι ημερεσ του δαβιδ για να πεθανει· και παρηγγειλε στον σολομωντα τον γιο του, λεγοντασ: εγω πηγαινω τον δρομο ολοκληρησ τησ γησ· εσυ, ομωσ, γινε ισχυροσ και εσο ανδρασ· και φυλαττε τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, να περπατασ στουσ δρομουσ του, φυλαττοντασ τα διαταγματα του, και τισ κρισεισ του, και τα μαρτυρια του, καθωσ ειναι γραμμενο στον νομο του μωυση, για να ευημερεισ σε ολα οσα κανεισ, και παντου οπου αν στραφεισ· για να στηριξει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον λογο του, που μιλησε για μενα, λεγοντασ: αν οι γιοι σου προσεχουν στον δρομο τουσ, ωστε να περπατουν μπροστα μου με αληθεια, με ολη την καρδια τουσ και με ολη την ψυχη τουσ, σιγουρα δεν θα λειψει σε σενα ανδρασ πανω απο τον θρονο του ισραηλ. κι εσυ ξερεισ ακομα οσα μου εκανε ο ιωαβ, ο γιοσ τησ σερουιασ, τι εκανε στουσ δυο αρχηγουσ των στρατευματων του ισραηλ, στον αβενηρ, τον γιο του νηρ, και στον αμασα, τον γιο του ιεθερ, που τουσ φονευσε, και εχυσε το αιμα του πολεμου σε καιρο ειρηνησ, και εβαλε το αιμα του πολεμου στη ζωνη του, που ειναι γυρω στην οσφυ του, και στα υποδηματα του, που φοραει στα ποδια του. κανε, λοιπον, συμφωνα με τη σοφια σου, και η πολια του ασ μη κατεβει στον αδη με ειρηνη. ομωσ, στουσ γιουσ του βαρζελλαι του γαλααδιτη κανε ελεοσ, και ασ ειναι απο εκεινουσ που να τρωνε επανω στο τραπεζι σου· επειδη, ετσι με πλησιασαν, οταν εφευγα απο το προσωπο του αδελφου σου του αβεσσαλωμ. και δεσ, μαζι σου ειναι ο σιμει, ο γιοσ του γηρα, ο βενιαμιτησ, απο τη βαουρειμ, που με καταραστηκε με οδυνηρη καταρα την ημερα που πορευομουν στη μαχαναιμ· κατεβηκε, ομωσ, σε συναντηση μου στον ιορδανη, και του ορκιστηκα στον κυριο, λεγοντασ: δεν θα σε θανατωσω με ρομφαια. τωρα, λοιπον, μη τον αθωωσεισ· επειδη, εισαι σοφοσ ανδρασ, και ξερεισ τι πρεπει να κανεισ σ' αυτον, και να κατεβασεισ την πολια του με αιμα, στον αδη. τοτε, κοιμηθηκε ο δαβιδ μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε στην πολη δαβιδ. και οι ημερεσ, που βασιλευσε ο δαβιδ επανω στον ισραηλ, ησαν 40 χρονια· επτα χρονια βασιλευσε στη χεβρων, και 33 χρονια βασιλευσε στην ιερουσαλημ. και ο σολομωντασ καθησε επανω στον θρονο του δαβιδ του πατερα του· και η βασιλεια του στερεωθηκε υπερβολικα. ο δε αδωνιασ, ο γιοσ τησ αγγειθ, ηρθε στη βηθ-σαβεε τη μητερα του σολομωντα. κι εκεινη ειπε: ερχεσαι με ειρηνη; και ειπε: με ειρηνη, επειτα, ειπε: εχω καποιον λογο να σου πω. κι εκεινη ειπε: μιλησε. και ειπε: εσυ ξερεισ οτι σε μενα ανηκε η βασιλεια, και σε μενα ειχε στησει το προσωπο του ολοκληροσ ο ισραηλ, για να βασιλευσω· η βασιλεια, ομωσ, στραφηκε, και εγινε του αδελφου μου· επειδη, απο τον κυριο εγινε σ' αυτον· τωρα, λοιπον, ζητω ενα αιτημα απο σενα· μη μου το αρνηθεισ. κι εκεινη ειπε: μιλησε. και ειπε: πεσ, παρακαλω, στον σολομωντα τον βασιλια, (επειδη, δεν θα σου το αρνηθει), να μου δωσει την αβισαγ τη σουναμιτισσα, για γυναικα. και η βηθ-σαβεε ειπε: καλα· εγω θα μιλησω για σενα στον βασιλια. και η βηθ-σαβεε μπηκε μεσα στον βασιλια, για να του μιλησει για τον αδωνια. και ο βασιλιασ σηκωθηκε σε συναντηση τησ, και την προσκυνησε· επειτα, καθησε στον θρονο του, και τεθηκε θρονοσ στη μητερα του βασιλια· και καθησε στα δεξια του. και ειπε: ενα μικρο αιτημα ζηταω απο σενα· μη μου το αρνηθεισ. και ο βασιλιασ τησ ειπε: ζητησε, μητερα μου· επειδη, δεν θα σου αρνηθω. κι εκεινη ειπε: ασ δοθει η αβισαγ η σουναμιτισσα στον αδελφο σου τον αδωνια για γυναικα. και απαντωντασ ο βασιλιασ ειπε στη μητερα του: και γιατι εσυ ζητασ την αβισαγ τη σουναμιτισσα για τον αδωνια; ζητησε γι' αυτον και τη βασιλεια, (επειδη, ειναι μεγαλυτεροσ μου αδελφοσ)· και γι' αυτον, και για τον αβιαθαρ τον ιερεα, και για τον ιωαβ, τον γιο τησ σερουιασ. και ο βασιλιασ σολομωντασ ορκιστηκε στον κυριο, λεγοντασ: ετσι να κανει σε μενα ο θεοσ, και ετσι να προσθεσει, αν ο αδωνιασ δεν μιλησε αυτο τον λογο εναντια στη ζωη του· και τωρα, ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh που με στερεωσε, και με καθισε επανω στον θρονο του δαβιδ του πατερα μου, και που εκανε σε μενα σπιτι, οπωσ υποσχεθηκε, σημερα ο αδωνιασ θα θανατωθει. και ο βασιλιασ σολομωντασ εστειλε με το χερι του βεναια, τον γιο του ιωδαε, και επεσε επανω του, και πεθανε. και στον αβιαθαρ τον ιερεα ο βασιλιασ ειπε: πηγαινε στην αναθωθ, στα χωραφια σου· επειδη, εισαι αξιοσ θανατου· αλλα, αυτη την ημερα δεν θα σε θανατωσω, επειδη σηκωσεσ την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μπροστα στον δαβιδ τον πατερα μου, και επειδη κακοπαθησεσ σε ολα οσα κακοπαθησε ο πατερασ μου. και ο σολομωντασ απεβαλε τον αβιαθαρ απο το να ειναι ιερεασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· για να εκπληρωθει ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε μιλησει για τον οικο του ηλει στη σηλω. και η φημη ηρθε μεχρι τον ιωαβ· επειδη, ο ιωαβ εκλινε πισω απο τον αδωνια, αν και δεν εκλινε πισω απο τον αβεσσαλωμ. και ο ιωαβ εφυγε στη σκηνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και πιαστηκε απο τα κερατα του θυσιαστηριου. και αναγγελθηκε στον βασιλια σολομωντα, οτι: ο ιωαβ εφυγε στη σκηνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και δεσ, ειναι κοντα στο θυσιαστηριο. τοτε, ο σολομωντασ εστειλε τον βεναια, τον γιο του ιωδαε, λεγοντασ: πηγαινε, πεσε επανω του. και ο βεναιασ ηρθε στη σκηνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και του ειπε: ετσι λεει ο βασιλιασ: βγεσ εξω. κι εκεινοσ ειπε: οχι, αλλ' εδω θα πεθανω. και ο βεναιασ ανεφερε την απαντηση στον βασιλια, λεγοντασ: ετσι μου ειπε ο ιωαβ, και ετσι μου απαντησε. και ο βασιλιασ του ειπε: κανε καθωσ ειπε, και πεσε επανω του, και θαψ' τον· για να εξαλειψεισ απο μενα, και απο το σπιτι του πατερα μου, το αθωο αιμα που εχυσε ο ιωαβ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα στρεψει το αιμα του εναντια στο κεφαλι του, που επεσε επανω σε δυο ανδρεσ δικαιοτερουσ και καλυτερουσ απ' αυτον, και τουσ θανατωσε με ρομφαια, χωρισ να γνωριζει ο πατερασ μου δαβιδ, τον αβενηρ, τον γιο του νηρ, τον αρχιστρατηγο του ισραηλ, και τον αμασα, τον γιο του ιεθερ, τον αρχιστρατηγο του ιηhυδα· και τα αιματα τουσ θα επιστρεψουν εναντια στο κεφαλι του ιωαβ, και εναντια στο κεφαλι του σπερματοσ του στον αιωνα· επανω, ομωσ, στον δαβιδ, και επανω στο σπερμα του, κι επανω στην οικογενεια του, κι επανω στον θρονο του, θα ειναι ειρηνη απο τον κυριο μεχρι τον αιωνα. τοτε, ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, ανεβηκε, και επεσε επανω του, και τον θανατωσε· και θαφτηκε στο σπιτι του στην ερημο. και ο βασιλιασ τοποθετησε στη θεση του, επικεφαλησ του στρατου, τον βεναια, τον γιο του ιωδαε· και ο βασιλιασ τοποθετησε τον σαδωκ τον ιερεα στη θεση του αβιαθαρ. και ο βασιλιασ, αφου εστειλε, καλεσε τον σιμει, και του ειπε: κτισε ενα σπιτι για τον εαυτο σου στην ιερουσαλημ, και να κατοικεισ εκει, και μη βγεισ εξω απο εκει σε κανενα μεροσ· επειδη, κατα την ημερα που θα βγεισ εξω, και περασεισ τον χειμαρρο των κεδρων, να ξερεισ με σιγουρια, οτι οπωσδηποτε θα θανατωθεισ· το αιμα σου θα ειναι επανω στο κεφαλι σου. και ο σιμει ειπε στον βασιλια: καλοσ ειναι ο λογοσ· οπωσ ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ, ετσι θα κανει ο δουλοσ σου. και ο σιμει καθησε στην ιερουσαλημ πολλεσ ημερεσ. και υστερα απο τρια χρονια, δυο απο τουσ δουλουσ του σιμει δραπετευσαν προσ τον αγχουσ, τον γιο του μααχα, τον βασιλια τησ γαθ· και ανηγγειλαν στον σιμει, λεγοντασ: δεσ, οι δουλοι σου ειναι στη γαθ. και ο σιμει σηκωθηκε, και εστρωσε το γαιδουρι του, και πηγε στη γαθ στον αγχουσ, για να ζητησει τουσ δουλουσ του· και ο σιμει πηγε, και εφερε τουσ δουλουσ του απο τη γαθ. και αναγγελθηκε στον σολομωντα, οτι ο σιμει πηγε απο την ιερουσαλημ στη γαθ, και γυρισε. και στελνοντασ ο βασιλιασ καλεσε τον σιμει, και του ειπε: δεν σε ορκισα στον κυριο, και διαμαρτυρηθηκα σε σενα, λεγοντασ: να ξερεισ με σιγουρια, οτι κατα την ημερα που θα βγεισ εξω, και περπατησεισ οπουδηποτε εξω, θα πεθανεισ οπωσδηποτε; κι εσυ μου ειπεσ: καλοσ ο λογοσ, που ακουσα· γιατι, λοιπον, δεν φυλαξεσ τον ορκο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και την προσταγη που σε προσταξα; και ο βασιλιασ ειπε στον σιμει: εσυ ξερεισ ολη την κακια, που η καρδια σου γνωριζει, τι εκανεσ στον δαβιδ τον πατερα μου· γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστρεψε την κακια σου εναντια στο κεφαλι σου· και ο βασιλιασ σολομωντασ θα ειναι ευλογημενοσ, και ο θρονοσ του δαβιδ στερεωμενοσ μπροστα στον κυριο μεχρι τον αιωνα. τοτε, ο βασιλιασ προσταξε τον βεναια, τον γιο του ιωδαε, που καθωσ βγηκε εξω, επεσε επανω του, και πεθανε. και η βασιλεια στερεωθηκε στο χερι του σολομωντα.

3

και ο σολομωντασ εκανε επιγαμια με τον φαραω, τον βασιλια τησ αιγυπτου, και πηρε τη θυγατερα του φαραω· και την εφερε στην πολη του δαβιδ, μεχρισ οτου τελειωσε να κτιζει το σπιτι του, και τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το τειχοσ τησ ιερουσαλημ ολογυρα. ομωσ, ο λαοσ θυσιαζε επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ, επειδη δεν ηταν κτισμενοσ οικοσ στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μεχρι εκεινεσ τισ ημερεσ. και ο σολομωντασ αγαπησε τον κυριο, περπατωντασ στα προσταγματα του δαβιδ του πατερα του· μονον που θυσιαζε και θυμιαζε στουσ ψηλουσ τοπουσ. και ο βασιλιασ πηγε στη γαβαων, για να θυσιασει εκει· επειδη, εκεινοσ ηταν ο μεγαλοσ ψηλοσ τοποσ· ο σολομωντασ προσφερε 1.000 ολοκαυτωματα επανω σ' εκεινο το θυσιαστηριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε στον σολομωντα στη γαβαων την ωρα του υπνου, κατα τη διαρκεια τησ νυχτασ· και ειπε ο θεοσ: ζητησε μου τι να σου δωσω. και ο σολομωντασ ειπε: εσυ εκανεσ μεγαλο ελεοσ στον δουλο σου τον δαβιδ τον πατερα μου, επειδη περπατησε μπροστα σου με αληθεια, και με δικαιοσυνη, και με ευθυτητα καρδιασ μαζι σου· και του διαφυλαξεσ αυτο το μεγαλο ελεοσ, και του εδωσεσ γιο να καθεται επανω στον θρονο του, οπωσ αυτη την ημερα· και τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε μου, εσυ εκανεσ τον δουλο σου βασιλια αντι του δαβιδ του πατερα μου· κι εγω ειμαι μικρο παιδι· δεν ξερω πωσ να μπαινω μεσα και να βγαινω εξω· και ο δουλοσ σου ειναι αναμεσα στον λαο σου, που εκλεξεσ, εναν μεγαλο λαο, που απο το πληθοσ δεν μπορει να απαριθμηθει ουτε να λογαριαστει· δωσε, λοιπον, στον δουλο σου νοημονα καρδια, στο να κρινει τον λαο σου, για να διακρινω αναμεσα στο καλο και στο κακο· επειδη, ποιοσ μπορει να κρινει αυτον τον μεγαλο λαο σου; και ο λογοσ αυτοσ αρεσε στον κυριο, οτι ο σολομωντασ ζητησε αυτο το πραγμα. και ο θεοσ του ειπε: επειδη ζητησεσ αυτο το πραγμα, και δεν ζητησεσ για τον εαυτο σου πολυζωια, και δεν ζητησεσ για τον εαυτο σου πλουτη, και δεν ζητησεσ τη ζωη των εχθρων σου, αλλα ζητησεσ για τον εαυτο σου συνεση για να εννοεισ κριση, δεσ, εκανα συμφωνα με τα λογια σου· να, σου εδωσα μια σοφη και συνετη καρδια, ωστε δεν σταθηκε ομοιοσ σου πριν απο σενα ουτε υστερα απο σενα θα εγερθει ομοιοσ σου· σου εδωσα μαλιστα ακομα και ο,τι δεν ζητησεσ, και πλουτο και δοξα, ωστε αναμεσα στουσ βασιλιαδεσ δεν θα υπαρχει κανενασ ομοιοσ με σενα σε ολεσ τισ ημερεσ σου· και, αν περπατασ στουσ δρομουσ μου, φυλαττοντασ τα διαταγματα μου και τισ εντολεσ μου, καθωσ περπατησε ο δαβιδ ο πατερασ σου, τοτε θα μακρυνω τισ ημερεσ σου. και ο σολομωντασ ξυπνησε· και να, ηταν ονειρο. και ηρθε στην ιερουσαλημ, και σταθηκε μπροστα στην κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και προσφερε ολοκαυτωματα, και εκανε ειρηνικεσ προσφορεσ, και εκανε συμποσιο σε ολουσ τουσ δουλουσ του. τοτε, ηρθαν στον βασιλια δυο γυναικεσ πορνεσ και σταθηκαν μπροστα του. και η μια γυναικα ειπε: ω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου! εγω κι αυτη η γυναικα κατοικουμε στο ιδιο σπιτι, και γεννησα, καθωσ συγκατοικουσα μαζι τησ· και την τριτη ημερα αφου γεννησα εγω, γεννησε κι αυτη η γυναικα· και ημασταν μαζι· δεν υπηρχε ξενοσ μαζι μασ στο σπιτι· μονον εμεισ οι δυο ημασταν στο σπιτι· και τη νυχτα πεθανε ο γιοσ αυτησ τησ γυναικασ, επειδη κοιμηθηκε επανω του· κι αυτη, αφου σηκωθηκε τα μεσανυχτα, πηρε τον γιο μου απο το πλαι μου, ενω η δουλη σου κοιμοταν, και τον εβαλε στον κορφο τησ· ενω τον γιο τησ τον νεκρο τον εβαλε στον κορφο μου· και οταν σηκωθηκα το πρωι, για να θηλασω τον γιο μου, να, ηταν νεκροσ· ομωσ, αφου το πρωι το παρατηρησα, να, δεν ηταν ο γιοσ μου που ειχα γεννησει. και η αλλη γυναικα ειπε: οχι, αλλ' ο ζωντανοσ ειναι ο γιοσ μου, ενω ο νεκροσ ειναι ο γιοσ σου. κι εκεινη ειπε: οχι, αλλ' ο νεκροσ ειναι ο γιοσ σου, ενω ο ζωντανοσ ειναι ο γιοσ μου. ετσι μιλησαν μπροστα στον βασιλια. και ο βασιλιασ ειπε: η μεν μια λεει: αυτοσ ο ζωντανοσ ειναι ο γιοσ μου, ενω ο νεκροσ ειναι ο γιοσ σου· η δε αλλη λεει: οχι, αλλ' ο νεκροσ ειναι ο γιοσ σου, ενω ο ζωντανοσ ειναι ο γιοσ μου. και ο βασιλιασ ειπε: φερτε μου μια μαχαιρα. και εφεραν τη μαχαιρα μπροστα στον βασιλια. και ο βασιλιασ ειπε: χωριστε το ζωντανο παιδι στα δυο, και δωστε το μισο στη μια, και το αλλο μισο στην αλλη. τοτε, η γυναικα τησ οποιασ ηταν ο ζωντανοσ γιοσ, μιλησε στον βασιλια (επειδη, τα σπλαχνα τησ συμπονεσαν για τον γιο τησ,) και ειπε: ω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου! δωσε το ζωντανο παιδι σ' αυτη, και μη το θανατωσεισ με κανεναν τροπο. η αλλη, ομωσ, ειπε: ουτε δικο μου ασ ειναι, ουτε δικο σου· χωριστε το. τοτε, απαντωντασ ο βασιλιασ, ειπε: δωστε το ζωντανο παιδι σ' αυτη, και μη το θανατωσετε με κανεναν τροπο· αυτη ειναι η μητερα του. και ολοκληροσ ο ισραηλ ακουσε για την κριση, που ο βασιλιασ εκρινε, και φοβηθηκαν τον βασιλια· επειδη, ειδαν οτι υπηρχε μεσα του σοφια θεου, για να κανει κριση.

4

και ο βασιλιασ σολομωντασ βασιλευσε σε ολοκληρο τον ισραηλ. και οι αρχοντεσ που ειχε ησαν τουτοι: ο αζαριασ, ο γιοσ του σαδωκ, αυλαρχησ· ο ελιορεφ και ο αχια, οι γιοι του σεισα, γραμματεισ· ο ιωσαφατ, ο γιοσ του αχιλουδ, υπομνηματογραφοσ· και ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, επικεφαλησ του στρατου· και ο σαδωκ και ο αβιαθαρ, ιερεισ· και ο αζαριασ, ο γιοσ του ναθαν, επικεφαλησ των σιταρχων· και ο ζαβουδ, ο γιοσ του ναθαν, πρωτοσ αξιωματικοσ, φιλοσ του βασιλια· και ο αχισαρ, οικονομοσ· και ο αδωνιραμ, ο γιοσ του αβδα, επικεφαλησ τησ φορολογιασ. και ο σολομωντασ ειχε 12 σιταρχεσ σε ολοκληρο τον ισραηλ, και προβλεπαν τισ τροφεσ στον βασιλια, και στο σπιτι του· καθε ενασ εκανε προβλεψη για εναν μηνα τον χρονο. κι αυτα ειναι τα ονοματα τουσ· ο γιοσ του ουρ σιταρχησ στο βουνο εφραιμ· ο γιοσ του δεκερ, στη μακασ, και στη σααλβιμ, και στη βαιθ-σεμεσ, και στην αιλων τησ βαιθ-αναν· ο γιοσ του εσεδ, στην αρουβωθ· υπο τισ διαταγεσ του ηταν η σωχω και ολοκληρη η γη εφερ· ο γιοσ του αβιναδαβ, σε ολοκληρη την ναφαθ-δωρ· αυτοσ ειχε γυναικα την ταφαθ, τη θυγατερα του σολομωντα· ο βαανα, ο γιοσ τησ αχιλουδ, στη θααναχ και στη μεγιδδω, και σε ολοκληρη τη βαιθ-σαν, που ειναι κοντα στη σαρθανα κατω απο την ιεζραελ, απο τη βαιθ-σαν μεχρι την αβελ-μεολα, μεχρι περα απο την ιοκμεαμ· ο γιοσ του γεβερ, στη ραμωθ-γαλααδ· αυτοσ ειχε τισ κωμοπολεισ του ιαειρ, γιου του μανασση, αυτεσ που ειναι στη γαλααδ· αυτοσ ειχε και την επαρχια αργοβ, που ειναι στη βασαν, 60 μεγαλεσ πολεισ με τειχη και χαλκινουσ μοχλουσ· ο αχιναδαβ, ο γιοσ του ιδδω, στη μαχαναιμ· ο αχιμαασ, στη νεφθαλι· κι αυτοσ πηρε για γυναικα τη βασεμαθ, τη θυγατερα του σολομωντα· ο βαανα, ο γιοσ του χουσαι, στην ασηρ και στην αλωθ· ο ιωσαφατ, ο γιοσ του φαρουα, στην ισσαχαρ· ο σιθμει, ο γιοσ του ηλα, στη βενιαμιν· ο γεβερ, ο γιοσ του ουρει, στη γη γαλααδ, στη γη του σηων του βασιλια των αμορραιων, και του ωγ του βασιλια τησ βασαν· και ηταν ο μονοσ σιταρχησ σ' αυτη τη γη. ο ιηhυδασ και ο ισραηλ ησαν πολυαριθμοι, σαν την αμμο που ειναι κοντα στη θαλασσα κατα το πληθοσ, ετρωγαν, και επιναν, και ευθυμουσαν. και ο σολομωντασ εξουσιαζε σε ολα τα βασιλεια, απο τον ποταμο μεχρι τη γη των φιλισταιων, και μεχρι τα ορια τησ αιγυπτου· και εφερναν δωρα, και ησαν δουλοι στον σολομωντα καθ' ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του. και η τροφη του σολομωντα, για μια ημερα, ηταν 30 κοροι σιμιγδαλι, και 60 κοροι αλευρι, 10 βοδια σιτευτα, και 20 βοδια νομαδικα, και 100 προβατα, εκτοσ απο ελαφια, και αγριεσ κατσικεσ, και δορκαδεσ, και θρεμμενα πτηνα. επειδη, εξουσιαζε επανω σε ολοκληρη τη γη, απο το εδω μεροσ του ποταμου, απο τη θαψα μεχρι τη γαζα, επανω σε ολουσ τουσ βασιλιαδεσ απο το εδω μεροσ του ποταμου· και ειχε ειρηνη απο παντου, ολογυρα του. και κατοικουσε ο ιηhυδασ και ο ισραηλ σε ασφαλεια, καθε ενασ κατω απο την αμπελο του και τη συκια του, απο τη δαν μεχρι τη βηρ-σαβεε, ολεσ τισ ημερεσ του σολομωντα. και ο σολομωντασ ειχε 40.000 σταυλουσ αλογων για τισ αμαξεσ του, και 12.000 καβαλαρηδεσ. κι εκεινοι οι σιταρχεσ προμηθευαν τροφεσ για τον βασιλια σολομωντα, και για ολουσ που προσερχονταν στο τραπεζι του βασιλια σολομωντα, καθε ενασ στον μηνα του· και δεν αφηναν να γινεται καμια ελλειψη. εφερναν, ακομα, κριθαρια και αχυρο για τα αλογα και τα μουλαρια, στον τοπο οπου βρισκονταν, καθε ενασ στον διορισμενο καιρο γι' αυτον. και ο θεοσ εδωσε στον σολομωντα σοφια και υπερβολικα πολλη φρονηση, και εκταση πνευματοσ, σαν την αμμο που ειναι στην ακρη τησ θαλασσασ. και η σοφια του σολομωντα ξεπερασε τη σοφια ολων των κατοικων τησ ανατολησ, και ολοκληρη τη σοφια τησ αιγυπτου· επειδη, ηταν σοφοτεροσ απο ολουσ τουσ ανθρωπουσ, περισσοτερο απο τον εθαν τον εζραιτη, και τον αιμαν, και τον χαλκολ, και τον δαρδα, τουσ γιουσ του μαωλ· και η φημη του ηταν σε ολα τα εθνη ολογυρα. και μιλησε 3.000 παροιμιεσ· και οι ωδεσ του ησαν 1.005. και μιλησε για δεντρα, απο τον κεδρο που ειναι στον λιβανο, μεχρι την υσσωπο που εκφυεται επανω στον τοιχο· μιλησε ακομα για τετραποδα, και για πτηνα, και για ερπετα, και για ψαρια. και ερχονταν απο ολουσ τουσ λαουσ για να ακουσουν τη σοφια του σολομωντα, απο ολα τα βασιλεια τησ γησ, οσοι ακουγαν τη σοφια του.

5

και ο χειραμ, ο βασιλιασ τησ τυρου, εστειλε τουσ δουλουσ του στον σολομωντα, οταν ακουσε οτι τον εχρισαν βασιλια αντι για τον πατερα του· επειδη, ο χειραμ αγαπουσε παντοτε τον δαβιδ. και ο σολομωντασ εστειλε στον χειραμ, λεγοντασ: εσυ ξερεισ οτι ο δαβιδ ο πατερασ μου δεν μπορεσε να κτισει οικο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του, εξαιτιασ των πολεμων που τον περικυκλωναν απο παντου, μεχρισ οτου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εβαλε τουσ εχθρουσ του κατω απο τα πελματα των ποδιων του· αλλα, τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μου εδωσε σε μενα αναπαυση απο παντου· δεν υπαρχει ουτε επιβουλοσ ουτε κακο συναντημα· και δεσ, εγω λεω να κτισω εναν οικο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μου, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε μιλησει στον δαβιδ τον πατερα μου, λεγοντασ: ο γιοσ σου, που θα βαλω αντι για σενα επανω στον θρονο σου, αυτοσ θα κτισει τον οικο στο ονομα μου· τωρα, λοιπον, προσταξε να κοψουν για μενα κεδρουσ του λιβανου· και οι δουλοι μου θα ειναι μαζι με τουσ δουλουσ σου· και θα σου δωσω μισθο για τουσ δουλουσ σου, συμφωνα με ολα οσα πεισ· επειδη, εσυ ξερεισ οτι μεταξυ μασ δεν υπαρχει κανενασ τοσο εμπειροσ να κοβει ξυλα, οπωσ οι σιδωνιοι. και καθωσ ο χειραμ ακουσε τα λογια του σολομωντα, χαρηκε υπερβολικα, και ειπε: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σημερα, που εδωσε εναν σοφο γιο στον δαβιδ επανω σ' αυτον τον μεγαλο λαο. και ο χειραμ εστειλε στον σολομωντα, λεγοντασ: ακουσα για οσα μου διαμηνυσεσ· εγω θα κανω ολοκληρο το θελημα σου για κεδρινα ξυλα και για πευκινα ξυλα· οι δουλοι μου θα τα κατεβαζουν απο τον λιβανο στη θαλασσα· και εγω θα κανω να τα φερουν επανω σε σχεδιεσ, διαμεσου τησ θαλασσασ, μεχρι τον τοπο που θα μου διαμηνυσεισ, και να τα λυσουν εκει· κι εσυ θα τα παραλαβεισ· εσυ, ομωσ, θα εκπληρωσεισ το θελημα μου, δινοντασ τροφεσ για το σπιτι μου. εδινε, λοιπον, ο χειραμ στον σολομωντα κεδρινα ξυλα και πευκινα ξυλα, οσα ηθελε. και ο σολομωντασ εδωσε στον χειραμ 20.000 κορουσ σιταριου για τροφη του σπιτιου του, και 20 κορουσ κοπανισμενο λαδι· ετσι εδινε ο σολομωντασ στον χειραμ καθε χρονο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε στον σολομωντα σοφια, καθωσ του ειχε πει· και υπηρχε ειρηνη αναμεσα στον χειραμ και στον σολομωντα· και εκαναν και οι δυο συνθηκη. και ο βασιλιασ σολομωντασ εκανε επιστρατευση ανδρων απο ολοκληρο τον ισραηλ, και η επιστρατευση ηταν για 30.000 ανδρεσ. και τουσ εστελνε στον λιβανο, 10.000 τον μηνα, εναλλακτικα· εναν μηνα ησαν στον λιβανο, και δυο μηνεσ στα σπιτια τουσ· επικεφαλησ τησ επιστρατευσησ των ανδρων ηταν ο αδωνιραμ. και ο σολομωντασ ειχε 70.000 αχθοφορουσ, και 80.000 λιθοτομουσ στο βουνο· εκτοσ απο τουσ επιστατεσ, που ησαν διορισμενοι απο τον σολομωντα, που ησαν για τα εργα, 3.300, οι οποιοι επιστατουσαν επανω στον λαο, ο οποιοσ δουλευε στα εργα. και ο βασιλιασ προσταξε, και μετεφεραν μεγαλεσ πετρεσ, πετρεσ εκλεκτεσ, πετρεσ πελεκητεσ για τα θεμελια του οικου. και πελεκησαν οι κτιστεσ του σολομωντα, και οι κτιστεσ του χειραμ, και οι γιβλιοι, και ετοιμασαν τα ξυλα και τισ πετρεσ, για να κτισουν τον οικο.

6

και στον 480ο χρονο απο την εξοδο των γιων ισραηλ απο την αιγυπτο, τον τεταρτο χρονο τησ βασιλειασ του σολομωντα επανω στον ισραηλ, τον μηνα ζιφ, που ειναι ο δευτεροσ μηνασ, αρχισε να κτιζει τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και του οικου που ο βασιλιασ σολομωντασ εκτισε στον κυριο, το μακροσ του ηταν 60 πηχεσ, και το πλατοσ του 20, και το υψοσ του 30 πηχεσ. και το προναο, που ηταν μπροστα στον ναο του οικου, ειχε μακροσ 20 πηχεσ, συμφωνα με το πλατοσ του οικου· και το πλατοσ ηταν δεκα πηχεσ μπροστα απο τον οικο. και εκανε στον οικο αδιορατα πλαγια παραθυρα. και εκτισε οικηματα κολλητα με τον τοιχο του οικου, ολογυρα, κολλητα με τουσ τοιχουσ του οικου, ολογυρα, και του ναου και του χρηματιστηριου· ετσι εκανε οικηματα ολογυρα. το πλατοσ του κατωτερου οικηματοσ ηταν πεντε πηχεσ, και το πλατοσ του μεσαιου εξι πηχεσ, και το πλατοσ του τριτου επτα πηχεσ· επειδη, απεξω απο τον οικο εκανε στενα υποστηριγματα, ολογυρα, για να μη μπαινουν οι δοκοι στουσ τοιχουσ του οικου. και ενω κτιζοταν ο οικοσ, κτιστηκε με πετρεσ προετοιμασμενεσ πριν μετακομιστουν εκει· ωστε, ουτε σφυρι ουτε πελεκυσ ουτε σιδερενιο εργαλειο, δεν ακουστηκε μεσα στον οικο, καθωσ κτιζοταν. η πορτα των μεσαιων οικηματων ηταν στη δεξια πλευρα του οικου· και μεσα στα οικηματα του μεσαιου ανεβαιναν διαμεσου ελικοειδουσ σκαλασ, και απο το μεσαιο στα τριοροφα. ετσι εκτισε τον οικο, και τον αποτελειωσε· και σκεπασε τον οικο με κοιλωτεσ οροφεσ και κοσμηματα απο κεδρο. και εκτισε τα οικηματα κολλητα σε ολοκληρο τον οικο, πεντε πηχεσ το υψοσ· και συνδεονταν μαζι με τον οικο διαμεσου κεδρινων ξυλων. και ηρθε ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον σολομωντα, λεγοντασ: για τον οικο αυτον, που κτιζεισ, αν περπατασ στα διαταγματα μου, και εκτελεισ τισ κρισεισ μου, και τηρεισ ολεσ τισ εντολεσ μου, περπατωντασ σ' αυτεσ, τοτε θα κανω βεβαιον τον λογο μου μαζι σου, που μιλησα στον δαβιδ τον πατερα σου· και θα κατοικω αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ, και δεν θα εγκαταλειπω τον λαο μου τον ισραηλ. ετσι εκτισε ο σολομωντασ τον οικο, και τον αποτελειωσε. και σανιδωσε τουσ τοιχουσ του οικου απο μεσα με κεδρινεσ σανιδεσ, απο το εδαφοσ του οικου μεχρι τουσ τοιχουσ τησ στεγησ· τουσ σκεπασε με ξυλο απο μεσα· και σκεπασε το εδαφοσ του οικου με πευκινεσ σανιδεσ. σανιδωσε ακομα με κεδρινεσ σανιδεσ 20 πηχεσ στο εσωτερικο του οικου, απο το εδαφοσ μεχρι τουσ τοιχουσ· και το σανιδωσε απο μεσα για να ειναι το χρηματιστηριο, το αγιο των αγιων. και ο οικοσ, δηλαδη ο ναοσ που ηταν μπροστα, ηταν 40 πηχεσ μακροσ. και τα κεδρινα ξυλα του οικου απο μεσα ησαν σκαλισμενα με καλυκεσ, και ανοιγμενα λουλουδια· ολα κεδρινα· πετρα δεν φαινοταν. και ετοιμασε το χρηματιστηριο στο εσωτερικο του οικου, για να βαλει εκει την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και το χρηματιστηριο ειχε στην προσοψη του μακροσ 20 πηχεσ, και πλατοσ 20 πηχεσ, και υψοσ 20 πηχεσ· και το σκεπασε με καθαρο χρυσαφι· ετσι σκεπασε και το θυσιαστηριο με κεδρο. και ο σολομωντασ σκεπασε τον οικο με καθαρο χρυσαφι απο μεσα· και εκανε ενα χωρισμα με χρυσαφενιεσ αλυσιδεσ μπροστα απο το χρηματιστηριο, και το σκεπασε με χρυσαφι. και σκεπασε με χρυσαφι ολοκληρο τον οικο, μεχρισ οτου συντελεσε ολοκληρον τον οικο· ακομα, σκεπασε με χρυσαφι και ολοκληρο το θυσιαστηριο, που ηταν κοντα στο χρηματιστηριο. και απο μεσα απο το χρηματιστηριο εκανε δυο χερουβειμ απο ξυλο ελιασ, δεκα πηχεσ το υψοσ. και η μια φτερουγα του χερουβ ηταν πεντε πηχεσ, και η αλλη φτερουγα του χερουβ πεντε πηχεσ· απο την ακρη τησ μιασ φτερουγασ, μεχρι την ακρη τησ αλλησ φτερουγασ τουσ, ησαν δεκα πηχεσ. και το αλλο χερουβ ηταν δεκα πηχεσ· του ιδιου μετρου και τησ ιδιασ κατασκευησ ησαν και τα δυο χερουβειμ. το υψοσ του ενοσ χερουβ ηταν δεκα πηχεσ, το ιδιο και του αλλου. και εβαλε τα χερουβειμ στο μεσον του εσωτερικοτατου οικου· και τα χερουβειμ ειχαν τισ φτερουγεσ τουσ απλωμενεσ, ωστε η φτερουγα του ενοσ αγγιζε τον ενα τοιχο· και η φτερουγα του αλλου χερουβ αγγιζε τον αλλο τοιχο· και οι φτερουγεσ τουσ αγγιζαν, η μια την αλλη, στο μεσον του οικου. και σκεπασε τα χερουβειμ με χρυσαφι. και ολουσ τουσ τοιχουσ του οικου, ολογυρα, τουσ σκαλισε με γλυπτα σχηματα απο χερουβειμ, και φοινικεσ, και ανοιγμενα λουλουδια, απο μεσα και απεξω. και το εδαφοσ του οικου το σκεπασε με χρυσαφι, απο μεσα και απεξω. και για την εισοδο του χρηματιστηριου εκανε πορτεσ απο ξυλο ελιασ· το ανωφλι και οι παραστατεσ ησαν ενα πενταγωνο. και οι δυο πορτεσ ησαν απο ξυλο ελιασ· και σκαλισε επανω τουσ γλυπτα χερουβειμ και φοινικεσ και ανοιγμενα λουλουδια, και τα σκεπασε με χρυσαφι, απλωνοντασ το χρυσαφι επανω στα χερουβειμ, κι επανω στουσ φοινικεσ. ετσι, εκανε και στην πορτα του ναου παραστατεσ απο ξυλο ελιασ, ενα τετραγωνο. και οι δυο πορτεσ ησαν απο πευκινο ξυλο· τα δυο φυλλα τησ μιασ πορτασ διπλωνονταν, και τα δυο φυλλα τησ αλλησ πορτασ διπλωνονταν. κι επανω τουσ σκαλισε χερουβειμ και φοινικεσ και ανοιγμενα λουλουδια· και τα σκεπασε με χρυσαφι εφαρμοσμενο επανω στην αναγλυφη εργασια. και εκτισε την ενδοτερη αυλη με τρεισ σειρεσ απο πελεκητεσ πετρεσ, και με μια σειρα απο κεδρινουσ δοκουσ. και τον τεταρτο χρονο, τον μηνα ζιφ, μπηκαν τα θεμελια του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και τον 11ο χρονο, τον μηνα βουλ, που ειναι ο ογδοοσ μηνασ, αποτελειωθηκε ο οικοσ σε ολα τα τμηματα του, και σε ολοκληρη την κατασκευη του. ετσι τον εκτισε σε επτα χρονια.

7

και ο σολομωντασ ετισε το σπιτι του σε 13 χρονια, και αποτελειωσε ολοκληρο το σπιτι του. και εκτισε το σπιτι του δασουσ του λιβανου· το μακροσ του ηταν 100 πηχεσ, και το πλατοσ του 50 πηχεσ, και το υψοσ του 30 πηχεσ, επανω σε τεσσερισ σειρεσ απο κεδρινουσ στυλουσ, με δοκαρια κεδρινα επανω στουσ στυλουσ. και σκεπαστηκε με κεδρο απο πανω απο τα δοκαρια, που στηριζονταν επανω σε 45 στυλουσ, 15 στη σειρα. και υπηρχαν παραθυρα σε τρεισ σειρεσ, και ανταποκρινοταν παραθυρο με παραθυρο σε τρεισ σειρεσ. και ολεσ οι πορτεσ και οι παραστατεσ ησαν τετραγωνεσ, με τα παραθυρα· και ανταποκρινοταν παραθυρο με παραθυρο σε τρεισ σειρεσ. και εκανε τη στοα απο στυλουσ· το μακροσ τησ ηταν 50 πηχεσ, και το πλατοσ τησ 30 πηχεσ· και η στοα ηταν μπροστα απο τουσ στυλουσ του οικου, ωστε οι στυλοι και οι δοκοι ησαν απεναντι τουσ. εκανε ακομα μια στοα για τον θρονο, οπου επροκειτο να κρινει, τη στοα τησ κρισησ· και ηταν στρωμενη με κεδρο απο το ενα μεροσ του εδαφουσ μεχρι το αλλο. και το σπιτι του, στο οποιο καθοταν, ειχε μια αλλη αυλη απο μεσα απο τη στοα, που ηταν τησ ιδιασ κατασκευησ. ο σολομωντασ εκανε ακομα ενα σπιτι για τη θυγατερα του φαραω, που ειχε παρει, παρομοιο μ' αυτη τη στοα. ολα αυτα ησαν απο πολυτιμεσ πετρεσ, συμφωνα με τα μετρα που ειχαν οι πριονισμενεσ πετρεσ, πριονισμενεσ με πριονι, απο μεσα κι απεξω, απο το θεμελιο μεχρι το γεισωμα, κι απεξω μεχρι τη μεγαλη αυλη. και το θεμελιο ηταν απο πολυτιμεσ πετρεσ, απο πετρεσ μεγαλεσ, απο πετρεσ δεκα πηχων, και απο πετρεσ οκτω πηχων. και απο πανω ησαν πολυτιμεσ πετρεσ, συμφωνα με το μετρο εκεινων που ησαν πριονισμενεσ πετρεσ, και κεδροι. και η μεγαλη αυλη ολογυρα ηταν απο τρεισ σειρεσ πριονισμενεσ πετρεσ, και απο μια σειρα δοκαρια κεδρινα, οπωσ η εσωτερικη αυλη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και οπωσ η στοα του οικου. και ο βασιλιασ σολομωντασ εστειλε και πηρε τον χειραμ απο την τυρο. αυτοσ ηταν γιοσ μιασ χηρασ γυναικασ απο τη φυλη νεφθαλι, και ο πατερασ του ηταν ανδρασ τυριοσ, χαλκουργοσ· και ηταν γεματοσ απο ικανοτητα τεχνησ, και συνεσησ, και επιστημησ στο να εργαζεται καθε εργο με χαλκο. και ηρθε στον βασιλια σολομωντα, και εκανε ολα τα εργα του. επειδη, εχυσε δυο στυλουσ χαλκινουσ, 18 πηχεσ υψοσ καθε εναν στυλο· μια γραμμη απο 12 πηχεσ περικυκλωνε καθε εναν απ' αυτουσ. και εκανε απο χυτο χαλκο δυο επιθεματα, για να τα βαλει στισ κορυφεσ των στυλων· το υψοσ του ενοσ επιθεματοσ ηταν πεντε πηχεσ, και το υψοσ του αλλου επιθεματοσ ηταν πεντε πηχεσ· και διχτυα πλεκτα εργασμενα αλυσιδωτα, απο συρματα, για τα επιθεματα που ησαν στην κορυφη των στυλων· επτα για το ενα επιθεμα, και επτα για το αλλο επιθεμα. και εκανε τουσ στυλουσ, και δυο σειρεσ απο ροδια ολογυρα επανω στο ενα διχτυ, για να σκεπασει με ροδια τα επιθεματα που ησαν επανω στισ κορυφεσ των στυλων· και εκανε το ιδιο και στο αλλο επιθεμα. και τα επιθεματα, που ησαν επανω στην κορυφη των στυλων στη στοα, ησαν εργασιασ απο κρινουσ τεσσαρων πηχων. και τα επιθεματα που ησαν επανω σε δυο στυλουσ ειχαν ροδια και απο πανω, κοντα στην κοιλια, που ηταν κοντα στο διχτυωτο· και τα ροδια ησαν 200 κατα σειρα, ολογυρα, επανω σε καθε επιθεμα. και εστησε τουσ στυλουσ στη στοα του ναου· και εστησε τον δεξι στυλο, και αποκαλεσε το ονομα του ιαχειν· και εστησε τον αριστερο στυλο, και αποκαλεσε το ονομα του βοασ. κι επανω στην κορυφη των στυλων ηταν εργασια κρινων· ετσι τελειωσε η κατασκευη των στυλων. εκανε, ακομα, τη θαλασσα χυτη, δεκα πηχεσ απο χειλοσ σε χειλοσ, στρογγυλη ολογυρα· και το υψοσ τησ πεντε πηχεσ· και μια γραμμη απο 30 πηχεσ την περιζωνε ολογυρα. και κατω απο το χειλοσ τησ ολογυρα ησαν αναγλυφα, σε σχημα κολοκυθιασ, που την περικυκλωναν, δεκα σε καθε πηχη, που περικυκλωναν ολογυρα τη θαλασσα. οι δυο σειρεσ των αναγλυφων ησαν χυμενεσ μαζι μ' αυτη. και στεκοταν επανω σε 12 βοδια· τρια εβλεπαν προσ βορραν, και τρια εβλεπαν προσ δυσμασ, και τρια εβλεπαν προσ νοτον, και τρια εβλεπαν προσ ανατολασ· και η θαλασσα βασταζοταν επανω σ' αυτα· και ολα τα οπισθια τουσ ησαν προσ τα μεσα· και το παχοσ τησ ηταν μια παλαμη, και το χειλοσ τησ ηταν κατασκευασμενο σαν το χειλοσ ενοσ ποτηριου, σαν ενα λουλουδι κρινου· και χωρουσε 2.000 βαθ. εκανε, ακομα, δεκα χαλκινεσ βασεισ· τεσσερισ πηχεσ το μακροσ τησ μιασ βασησ, και τεσσερισ πηχεσ το πλατοσ τησ, και τρεισ πηχεσ το υψοσ τησ. και η εργασια των βασεων ηταν τετοια· ειχαν συγκλεισματα, και τα συγκλεισματα ησαν μεσα σε μικρεσ κολωνεσ. και επανω στα συγκλεισματα, που ησαν μεσα σε μικρεσ κολωνεσ, ησαν λιονταρια, βοδια, και χερουβειμ· κι επανω στισ μικρεσ κολωνεσ απο πανω ηταν το υποβασταγμα· και αποκατω απο τα λιονταρια και τα βοδια υπηρχαν αναγλυφα κροσσια που κρεμονταν. και καθε βαση ειχε τεσσερισ χαλκινουσ τροχουσ, και χαλκινουσ αξονεσ· και οι τεσσερισ γωνιεσ τησ ειχαν ωμουσ· κατω απο τον λουτηρα υπηρχαν οι χυτοι ωμοι, καθε ενασ απεναντι απο τα κροσσια. και το στομα τησ, απο μεσα απο την κεφαλιδα και απο πανω, ηταν ενασ πηχησ· και το στομα τησ ηταν στρογγυλο, κατασκευασμενο στο υποβασταγμα, ενασ πηχησ και μισοσ· κι ακομα, επανω σ' αυτο το στομα τησ υπηρχαν εγχαραξεισ μαζι με τα συγκλεισματα τουσ, που ησαν τετραγωνα, οχι στρογγυλα. και κατω απο τα συγκλεισματα ησαν τεσσερισ τροχοι· και οι αξονεσ των τροχων ενωνονταν με τη βαση· και το υψοσ καθε τροχου ηταν ενασ πηχησ και μισοσ. και η εργασια των τροχων ηταν σαν την εργασια του τροχου τησ αμαξασ· οι αξονεσ τουσ, και τα ταμπανια τουσ, και τα επισωτρα τουσ, και οι ακτινεσ τουσ, ησαν ολα χυτα. και υπηρχαν τεσσερισ ωμοι στισ τεσσερισ γωνιεσ καθε βασησ· και οι ωμοι αποτελουσαν συνεχεια τησ βασησ. και στην κορυφη τησ βασησ υπηρχε ενα στρογγυλο περιζωμα υψουσ μισου πηχη· και στην κορυφη τησ βασησ τα χειλη τησ και τα συγκλεισματα τησ ησαν απο την ιδια. κι επανω στισ πλακεσ των χειλεων τησ, κι επανω στα συγκλεισματα τησ, χαραξε χερουβειμ, λιονταρια και φοινικεσ, συμφωνα με την αναλογια καθεμιασ, και κροσσια, ολογυρα. μ' αυτο τον τροπο εκανε τισ δεκα βασεισ· ολεσ ειχαν το ιδιο χυσιμο, το ιδιο μετρο, την ιδια χαραξη. εκανε, ακομα, δεκα λουτηρεσ χαλκινουσ· καθε ενασ λουτηρασ χωρουσε 40 βαθ· καθε ενασ λουτηρασ ηταν τεσσερισ πηχεσ· κι επανω σε καθε μια απο τισ δεκα βασεισ υπηρχε ενασ λουτηρασ. και εβαλε τισ βασεισ, πεντε στο δεξι πλαγιο του οικου, και πεντε στο αριστερο πλαγιο του οικου· και εβαλε τη θαλασσα προσ το δεξι πλαγιο του οικου προσ ανατολασ, απεναντι απο το νοτιο μεροσ. και ο χειραμ εκανε λουτηρεσ, και τα φτυαρια και τισ λεκανεσ. ετσι τελειωσε ο χειραμ κανοντασ ολα τα εργα, που εκανε στον βασιλια σολομωντα για τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· τουσ δυο στυλουσ, και τισ σφαιρεσ των επιθεματων, που ησαν στην κορυφη των δυο στυλων· και τα δυο διχτυωτα, για να σκεπαζουν τισ σφαιρεσ των επιθεματων που ησαν στην κορυφη των στυλων· και 400 ροδια για τα δυο διχτυωτα, δυο σειρεσ απο ροδια για καθε ενα διχτυωτο, για να σκεπαζουν τισ δυο σφαιρεσ των επιθεματων που ησαν επανω στουσ στυλουσ· και τισ δεκα βασεισ, και τουσ δεκα λουτηρεσ επανω στισ βασεισ· και τη μια θαλασσα, και τα 12 βοδια κατω απο τη θαλασσα· και τουσ λεβητεσ, και τα φτυαρια, και τισ λεκανεσ· και ολα αυτα τα σκευη, που εκανε ο χειραμ στον βασιλια σολομωντα για τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ησαν απο γυαλιστερο χαλκο. στην πεδιαδα του ιορδανη τα εχυσε αυτα ο βασιλιασ, σε αργιλωδεσ χωμα, αναμεσα στη σοκχωθ και τη σαρθαν. και ο σολομωντασ αφησε αζυγιστα ολα τα σκευη, επειδη ησαν πολλα σε υπερβολικο βαθμο· το βαροσ του χαλκου δεν μπορουσε να υπολογιστει. και ο σολομωντασ εκανε ολα τα σκευη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το χρυσο θυσιαστηριο, και τη χρυση τραπεζα, επανω στην οποια εμπαιναν οι αρτοι τησ προθεσησ, και τισ λυχνιεσ, πεντε απο δεξια, και πεντε απο αριστερα, μπροστα απο το χρηματιστηριο, απο καθαρο χρυσαφι, και τα λουλουδια, και τα λυχναρια, και τισ λαβιδεσ απο χρυσαφι, και τισ φιαλεσ, και τα λυχνοψαλιδα, και τισ λεκανεσ, και τουσ κρατηρεσ, και τα θυμιατηρια απο καθαρο χρυσαφι, και τουσ στροφιγγεσ απο χρυσαφι, για τισ πορτεσ του εσωτατου οικου, του αγιου των αγιων, και για τισ πορτεσ του οικου, του ναου. και συντελεστηκε ολοκληρο το εργο, που ο βασιλιασ σολομωντασ εκανε για τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο σολομωντασ εφερε μεσα τα αφιερωματα του πατερα του, του δαβιδ· το ασημι, και το χρυσαφι, και τα σκευη, και τα εβαλε στουσ θησαυρουσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

8

τοτε ο βασιλιασ σολομωντασ συγκεντρωσε κοντα του στην ιερουσαλημ τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ, και ολουσ τουσ ηγετεσ των φυλων, τουσ αρχηγουσ των οικογενειων των γιων ισραηλ, για να ανεβασουν την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο την πολη του δαβιδ, που ειναι η σιων. και συγκεντρωθηκαν ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ στον βασιλια σολομωντα στη γιορτη κατα τον μηνα εθανειμ, που ειναι ο εβδομοσ μηνασ. και ολοι οι πρεσβυτεροι του ισραηλ ηρθαν, και οι ιερεισ σηκωσαν την κιβωτο. και ανεβασαν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τη σκηνη του μαρτυριου, και ολα τα αγια σκευη που υπηρχαν στη σκηνη· τα ανεβασαν οι ιερεισ και οι λευιτεσ. και ο βασιλιασ σολομωντασ, και ολοκληρη η συναγωγη του ισραηλ, αυτοι που συγκεντρωθηκαν κοντα του, ησαν μαζι του μπροστα στην κιβωτο, θυσιαζοντασ προβατα και βοδια, οσα δεν ηταν δυνατον να λογαριαστουν και να αριθμηθουν εξαιτιασ του μεγαλου αριθμου. και οι ιερεισ εφεραν μεσα την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στον τοπο τησ, στο χρηματιστηριο του οικου, στα αγια των αγιων, κατω απο τισ φτερουγεσ των χερουβειμ. επειδη, τα χερουβειμ ειχαν απλωμενεσ τισ φτερουγεσ επανω στον τοπο τησ κιβωτου, και τα χερουβειμ σκεπαζαν την κιβωτο και τουσ μοχλουσ τησ απο πανω. και προεξειχαν οι μοχλοι, και φαινονταν οι ακρεσ των μοχλων απο τον αγιο τοπο, μπροστα απο το χρηματιστηριο, απεξω ομωσ δεν φαινονταν· και βρισκονται εκει μεχρι σημερα. δεν ησαν μεσα στην κιβωτο παρα οι δυο πετρινεσ πλακεσ, που ειχε βαλει εκει ο μωυσησ στο χωρηβ, οπου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε διαθηκη προσ τουσ γιουσ ισραηλ, οταν βγηκαν απο τη γη τησ αιγυπτου. και καθωσ οι ιερεισ βγηκαν απο το αγιαστηριο, η νεφελη γεμισε τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και οι ιερεισ δεν μπορουσαν να σταθουν για να υπηρετησουν, εξαιτιασ τησ νεφελησ· επειδη, η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γεμισε τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τοτε, ο σολομωντασ μιλησε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε οτι θα κατοικει σε πυκνο σκοταδι· εκτισα σε σενα εναν οικο κατοικησησ, εναν τοπο για να κατοικεισ αιωνια. και ο βασιλιασ, στρεφοντασ το προσωπο του, ευλογησε ολοκληρη τη συναγωγη του ισραηλ· και ολοκληρη η συναγωγη του ισραηλ στεκοταν. και ειπε: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, που με το χερι του εκτελεσε εκεινο που με το στομα του μιλησε στον πατερα μου, τον δαβιδ, λεγοντασ: απο την ημερα που εβγαλα τον λαο μου τον ισραηλ απο την αιγυπτο, απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ δεν διαλεξα καμια πολη για να οικοδομηθει ενασ οικοσ, ωστε να ειναι εκει το ονομα μου· αλλα διαλεξα τον δαβιδ για να ειναι επανω στον λαο μου ισραηλ. και ηρθε στην καρδια του δαβιδ του πατερα μου να κτισει οικο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, ειπε στον δαβιδ τον πατερα μου: επειδη ηρθε στην καρδια σου να κτισεισ οικο στο ονομα μου, καλωσ μεν εκανεσ που το συνελαβεσ στην καρδια σου· ομωσ, εσυ δεν θα κτισεισ τον οικο· αλλα, ο γιοσ σου, που θα βγει απο την οσφυ σου, αυτοσ θα κτισει οικο στο ονομα μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λοιπον, εκπληρωσε τον λογο του, που μιλησε· κι εγω σηκωθηκα αντι του πατερα μου, του δαβιδ, και καθησα επανω στον θρονο του ισραηλ, καθωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε μιλησει, και εκτισα τον οικο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ. και διορισα εκει εναν τοπο για την κιβωτο, στην οποια βρισκεται η διαθηκη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εκανε στουσ πατερεσ μασ, οταν τουσ εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου. και καθωσ ο σολομωντασ σταθηκε μπροστα απο το θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μπροστα σε ολοκληρη τη συναγωγη του ισραηλ, απλωσε τα χερια του προσ τον ουρανο, και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε του ισραηλ, δεν υπαρχει θεοσ ομοιοσ με σενα, επανω στον ουρανο, και κατω στη γη, που να διαφυλαττεισ τη διαθηκη και το ελεοσ στουσ δουλουσ σου εκεινουσ που περπατουν μπροστα σου με ολη την καρδια τουσ· που φυλαξεσ στον δουλο σου τον δαβιδ, τον πατερα μου, οσα μιλησεσ σ' αυτον· και μιλησεσ με το στομα σου, και εκτελεσεσ με το χερι σου, οπωσ αυτη την ημερα. και τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε του ισραηλ, φυλαξε στον δουλο σου τον δαβιδ τον πατερα μου εκεινο που του υποσχεθηκεσ, λεγοντασ: δεν θα λειψει σε σενα ανδρασ απο μπροστα μου, που να καθεται επανω στον θρονο του ισραηλ, μονον αν οι γιοι σου προσεχουν στον δρομο τουσ, για να περπατουν μπροστα μου, καθωσ εσυ περπατησεσ μπροστα μου. τωρα, λοιπον, θεε του ισραηλ, ασ αληθευσει, παρακαλω, ο λογοσ σου, που μιλησεσ στον δουλο σου τον δαβιδ τον πατερα μου. αλλα, στ' αληθεια, θα κατοικησει ο θεοσ επανω στη γη; να, ο ουρανοσ και ο ουρανοσ των ουρανων δεν ειναι ικανοι να σε χωρεσουν· ποσο λιγοτερο αυτοσ ο οικοσ, που εκτισα! παρολα αυτα, επιβλεψε στην προσευχη του δουλου σου, και στη δεηση του, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε μου, ωστε να εισακουσεισ την κραυγη και τη δεηση, που δεεται σημερα ο δουλοσ σου μπροστα σου· για να ειναι τα ματια σου ανοιχτα σ' αυτον τον οικο νυχτα και ημερα, στον τοπο για τον οποιο ειπεσ: το ονομα μου θα ειναι εκει· για να εισακουσ τη δεηση, που ο δουλοσ σου θα δεεται σε τουτο τον τοπο. και να εισακουσ τη δεηση του δουλου σου, και του λαου σου ισραηλ, οταν προσευχονται σε τουτο τον τοπο· και να ακουσ εσυ απο τον τοπο τησ κατοικησησ σου, απο τον ουρανο· και καθωσ ακουσ, να γινεσαι ελεοσ. αν καποιοσ ανθρωποσ αμαρτησει στον διπλανο του, και ζητησει απ' αυτον ορκο για να τον κανει να ορκιστει, και ο ορκοσ ερθει μπροστα στο θυσιαστηριο σου σ' αυτον τον οικο, τοτε, εσυ εισακουσε απο τον ουρανο, και ενεργησε, και κρινε τουσ δουλουσ σου, καταδικαζοντασ μεν τον ανομο, ωστε να στρεψεισ την πραξη του εναντια στο κεφαλι του, και δικαιωνοντασ τον δικαιο, ωστε να αποδωσεισ σ' αυτον συμφωνα με τη δικαιοσυνη του. οταν ο λαοσ σου ισραηλ χτυπηθει μπροστα στον εχθρο, επειδη αμαρτησαν σε σενα, και επιστρεψουν σε σενα, και δοξασουν το ονομα σου, και προσευχηθουν, και δεηθουν μπροστα σου σ' αυτον τον οικο, τοτε, εσυ εισακουσε απο τον ουρανο, και συγχωρεσε την αμαρτια του λαου σου ισραηλ, και φερ' τουσ ξανα στη γη, που εδωσεσ στουσ πατερεσ τουσ. οταν ο ουρανοσ κλειστει, και δεν γινεται βροχη, επειδη αμαρτησαν σε σενα, αν προσευχηθουν σ' αυτον τον τοπο, και δοξασουν το ονομα σου, και επιστρεψουν απο τισ αμαρτιεσ τουσ, αφου τουσ ταπεινωσεισ, τοτε, εσυ εισακουσε απο τον ουρανο, και συγχωρεσε την αμαρτια των δουλων σου, και του λαου σου ισραηλ, αφου τουσ διδαξεισ τον αγαθο δρομο, στον οποιο πρεπει να περπατουν, και δωσε βροχη επανω στη γη σου, την οποια εδωσεσ στον λαο σου για κληρονομια. αν γινει πεινα στη γη, αν γινει θανατικο, ανεμοφθορα, ερυσιβη, ακριδα, βρουχοσ αν γινει, αν ο εχθροσ τουσ πολιορκησει στον τοπο τησ κατοικιασ τουσ, οποιαδηποτε πληγη, οποιαδηποτε νοσοσ γινει, καθε προσευχη, καθε δεηση, που γινεται απο καθε ανθρωπο, απο ολοκληρο τον λαο σου τον ισραηλ, οταν καθε ενασ γνωρισει την πληγη τησ καρδιασ του, και εκτεινει τα χερια του προσ τουτο τον οικο, τοτε, εσυ εισακουσε απο τον ουρανο, τον τοπο τησ κατοικησησ σου, και συγχωρεσε, και ενεργησε, και δωσε στον καθε εναν συμφωνα με ολουσ τουσ δρομουσ του, καθωσ γνωριζεισ την καρδια του, επειδη εσυ, μονοσ εσυ, γνωριζεισ τισ καρδιεσ ολων των γιων των ανθρωπων· για να σε φοβουνται ολεσ τισ ημερεσ οσεσ ζουν επανω στο προσωπο τησ γησ, που εδωσεσ στουσ πατερεσ μασ. και τον ξενον ακομα, που δεν ειναι απο τον λαο σου ισραηλ, αλλα ερχεται απο μακρινη γη για το ονομα σου, επειδη, θα ακουσουν το ονομα σου το μεγαλο, και το χερι σου το κραταιο, και τον βραχιονα σου τον απλωμενο, οταν ερθει και προσευχηθει προσ τουτο τον οικο, εσυ να εισακουσε απο τον ουρανο, απο τον τοπο τησ κατοικησησ σου, και ενεργησε συμφωνα με ολα για οσα ο ξενοσ σε επικαλεστει· για να γνωρισουν ολοι οι λαοι τησ γησ το ονομα σου, για να σε φοβουνται, οπωσ ο λαοσ σου ισραηλ· και να γνωρισουν οτι το ονομα σου ονομαστηκε επανω σε τουτον τον οικο, που εκτισα. οταν ο λαοσ σου βγει σε πολεμο εναντια στουσ εχθρουσ τουσ, οπου τουσ στειλεισ, και προσευχηθουν στον κυριο, προσ την πολη που διαλεξεσ, και τον οικο που εκτισα στο ονομα σου, τοτε, εισακουσε απο τον ουρανο την προσευχη τουσ, και τη δεηση τουσ, και κανε το δικιο τουσ. οταν αμαρτησουν σε σενα, (επειδη, κανενασ ανθρωποσ δεν ειναι αναμαρτητοσ), και οργιστεισ σ' αυτουσ, και τουσ παραδωσεισ στον εχθρο, ωστε οι αιχμαλωτιστεσ να τουσ φερουν αιχμαλωτουσ στη γη του εχθρου, μακρια η κοντα, και ερθουν στον εαυτο τουσ, στη γη, οπου φερθηκαν αιχμαλωτοι, και επιστρεψουν, και δεηθουν σε σενα στη γη εκεινων που τουσ αιχμαλωτισαν, λεγοντασ: αμαρτησαμε, ανομησαμε, αδικησαμε, και επιστρεψουν σε σενα απο ολοκληρη την καρδια τουσ, και απο ολοκληρη την ψυχη τουσ, στη γη εκεινων που τουσ αιχμαλωτισαν, και προσευχηθουν σε σενα, προσ τη γη τουσ, που εδωσεσ στουσ πατερεσ τουσ, την πολη που διαλεξεσ, και τον οικο που εχτισα στο ονομα σου, τοτε, απο τον ουρανο, τον τοπο τησ κατοικησησ σου, εισακουσε την προσευχη τουσ και τη δεηση τουσ, και κανε το δικιο τουσ, και συγχωρεσε στον λαο σου, αυτον που αμαρτησε σε σενα, και συγχωρεσε ολεσ τισ παραβασεισ τουσ, με τισ οποιεσ εγιναν παραβατεσ εναντια σε σενα, και κινηαε σε οικτιρμο τουσ αυτουσ που τουσ αιχμαλωτισαν, ωστε να τουσ λυπηθουν· επειδη, λαοσ σου, και κληρονομια σου ειναι, που τον εβγαλεσ απο την αιγυπτο, απο μεσα απο ενα σιδερενιο χωνευτηρι. ασ ειναι, λοιπον, τα ματια σου ανοιχτα στη δεηση του δουλου σου, και στη δεηση του λαου σου ισραηλ, για να τουσ εισακουσ για οσα σε επικαλεστουν· επειδη, εσυ τουσ ξεχωρισεσ απο ολουσ τουσ λαουσ τησ γησ, για να ειναι κληρονομια σου, καθωσ μιλησεσ διαμεσου του μωυση του δουλου σου, οταν εβγαλεσ τουσ πατερεσ μασ απο την αιγυπτο, δεσποτα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και αφου ο σολομωντασ τελειωσε να κανει ολη την προσευχη και τη δεηση αυτη στον κυριο, σηκωθηκε μπροστα απο το θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οπου ηταν γονατισμενοσ με τα χερια του απλωμενα προσ τον ουρανο. και σταθηκε, και ευλογησε ολοκληρη τη συναξη του ισραηλ με δυνατη φωνη, λεγοντασ: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εδωσε αναπαυση στον λαο του τον ισραηλ, συμφωνα με ολα οσα υποσχεθηκε· δεν επεσε ουτε ενασ απο ολουσ τουσ αγαθουσ λογουσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε διαμεσου του μωυση του δουλου του. ασ γινει, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ να ειναι μαζι μασ, καθωσ ηταν μαζι με τουσ πατερεσ μασ! να μη μασ αφησει ουτε να μασ εγκαταλειψει! για να προσκλινει τισ καρδιεσ μασ στον εαυτο του, ωστε να περπαταμε σε ολουσ τουσ δρομουσ του, και να τηρουμε τισ εντολεσ του, και τα διαταγματα του, και τισ κρισεισ του, που προσταξε στουσ πατερεσ μασ! κι αυτα τα λογια μου, που δεηθηκα μπροστα στον κυριο, να ειναι ημερα και νυχτα κοντα στον κυριο τον θεο μασ, για να κανει το δικιο του δουλου του, και το δικιο του λαου του ισραηλ, συμφωνα με την αναγκη καθε ημερασ· για να γνωρισουν ολοι οι λαοι τησ γησ οτι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ ειναι ο θεοσ, κανενασ αλλοσ! ασ ειναι, λοιπον, η καρδια σασ τελεια προσ τον κυριο τον θεο μασ, για να περπατατε στα διαταγματα του, και να τηρειτε τισ εντολεσ του, οπωσ τουτη την ημερα. και ο βασιλιασ, και ολοκληροσ ο ισραηλ μαζι του, προσφεραν θυσια μπροστα στον κυριο. και ο σολομωντασ θυσιασε τισ ειρηνικεσ θυσιεσ, που προσφερε στον κυριο, 22.000 βοδια, και 120.000 προβατα. ετσι εγκαινιασαν τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο βασιλιασ και ολοι οι γιοι ισραηλ. αυτη την ημερα ο βασιλιασ καθιερωσε το μεσον τησ αυλησ, που ειναι καταντικρυ απο τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, εκει προσφερε τα ολοκαυτωματα, και την προσφορα απο αλφιτα, και το λιποσ των ειρηνικων προσφορων· για τον λογο οτι, το χαλκινο θυσιαστηριο, που ηταν μπροστα στον κυριο, ηταν μικρο ωστε να χωρεσει τα ολοκαυτωματα, και την προσφορα απο αλφιτα, και το λιποσ των ειρηνικων προσφορων. και κατα τον καιρο εκεινο, ο σολομωντασ εκανε τη γιορτη, και ολοκληροσ ο ισραηλ μαζι του, μια μεγαλη συναξη, απο την εισοδο τησ αιμαθ μεχρι τον ποταμο τησ αιγυπτου, μπροστα στον κυριο τον θεο μασ, επτα ημερεσ και επτα ημερεσ, 14 ημερεσ. την ογδοη ημερα απελυσε τον λαο· και ευλογησαν τον βασιλια και αναχωρησαν στισ σκηνεσ τουσ, χαιροντασ, και ευφραινομενοι απο καρδιασ, για ολα τα αγαθα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε προσ τον δαβιδ τον δουλο του, και προσ τον ισραηλ τον λαο του.

9

και αφου ο σολομωντασ τελειωσε να κτιζει τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τον οικο του βασιλια, και ολα οσα ο σολομωντασ επιθυμουσε και ηθελε να κανει, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε στον σολομωντα μια δευτερη φορα, οπωσ ειχε φανει σ' αυτον στη γαβαων. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σ' αυτον: ακουσα την προσευχη σου και τη δεηση σου, που δεηθηκεσ μπροστα μου. αγιασα αυτον τον οικο, που εκτισεσ για να βαλω εκει το ονομα μου στον αιωνα· και τα ματια μου και η καρδια μου θα ειναι εκει για παντα. κι εσυ, αν περπατησεισ μπροστα μου, καθωσ περπατησε ο δαβιδ ο πατερασ σου, με ακεραιοτητα καρδιασ, και με ευθυτητα, ωστε να κανεισ συμφωνα με ολα οσα σε προσταξα, να τηρεισ τα διαταγματα μου και τισ κρισεισ μου, τοτε, θα στερεωσω τον θρονο τησ βασιλειασ σου επανω στον ισραηλ στον αιωνα, οπωσ υποσχεθηκα στον δαβιδ τον πατερα σου, λεγοντασ: δεν θα λειψει σε σενα ανδρασ επανω απο τον θρονο του ισραηλ. αν ποτε στραφειτε απο μενα, εσεισ η τα παιδια σασ, και δεν φυλαξετε τισ εντολεσ μου, και τα διαταγματα μου, που εβαλα μπροστα σασ, αλλα πατε και λατρευσετε αλλουσ θεουσ, και τουσ προσκυνησετε, τοτε θα εκριζωσω τον ισραηλ απο το προσωπο τησ γησ, που τουσ εχω δωσει· κι αυτον τον οικο, που αγιασα για το ονομα μου, θα τον απορριψω απο το προσωπο μου· και ο ισραηλ θα ειναι σε παροιμια και εμπαιγμο, αναμεσα σε ολουσ τουσ λαουσ. για τουτον ομωσ τον οικο, που εγινε ψηλοσ, καθενασ που διαβαινει κοντα του θα μενει εκθαμβοσ, και θα βγαλει συριγμο· και θα λενε: γιατι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε ετσι σ' αυτη τη γη, και σ' αυτον τον οικο; και θα απαντουν: επειδη, εγκατελειψαν τον κυριο τον θεο τουσ, που εβγαλε τουσ πατερεσ τουσ απο τη γη τησ αιγυπτου, και προσκολληθηκαν σε αλλουσ θεουσ, και τουσ προσκυνησαν, και τουσ λατρευσαν, γι' αυτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εφερε επανω τουσ ολοκληρο αυτο το κακο. και στο τελοσ των 20 χρονων, στα οποια ο σολομωντασ εκτισε τουσ δυο οικουσ, τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το σπιτι του βασιλια, (ο χειραμ μαλιστα ειχε βοηθησει τον σολομωντα με κεδρινα ξυλα, και με πευκινα ξυλα, και με χρυσαφι, συμφωνα με ολη την επιθυμια του), τοτε ο βασιλιασ σολομωντασ εδωσε στον χειραμ 20 πολεισ στη γη τησ γαλιλαιασ. και ο χειραμ βγηκε απο την τυρο για να δει τισ πολεισ, που του εδωσε ο σολομωντασ· και δεν του αρεσαν. και ειπε: τι ειναι αυτεσ οι πολεισ, που μου εδωσεσ, αδελφε μου; και τισ αποκαλεσε γη καβουλ, μεχρι αυτη την ημερα. και ο χειραμ εστειλε στον βασιλια 120 ταλαντα χρυσαφι. ετσι ειναι βεβαια ο τροποσ του φορου, που ο βασιλιασ ειχε επιβαλει, για να κτισει τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το δικο του σπιτι, και τη μιλλω, και το περιτειχισμα τησ ιερουσαλημ, και την ασωρ, και τη μεγιδδω, και τη γεζερ. επειδη, ο φαραω, ο βασιλιασ τησ αιγυπτου ειχε ανεβει, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει τη γεζερ, και την ειχε κατακαψει με φωτια, και τουσ χαναναιουσ, που κατοικουσαν στην πολη, ειχε φονευσει, και την ειχε δωσει δωρο στη θυγατερα του, τη γυναικα του σολομωντα. και ο σολομωντασ εκτισε τη γεζερ, και τη βαιθ-ωρων την κατωτερη, και τη βααλαθ, και τη θαδμωρ στην ερημο τησ γησ, και ολεσ τισ πολεισ των αποθηκων, που ο σολομωντασ ειχε και τισ πολεισ των αμαξων, και τισ πολεισ των καβαλαρηδων, και ο,τι ο σολομωντασ επιθυμησε να κτισει στην ιερουσαλημ, και στον λιβανο, και σε ολη τη γη τησ δικησ του επικρατειασ. ολοκληρον, ομωσ, τον λαο που ειχε απομεινει απο τουσ αμορραιουσ, τουσ χετταιουσ, τουσ φερεζαιουσ, τουσ ευαιουσ, και τουσ ιεβουσαιουσ, που δεν ησαν απο τουσ γιουσ ισραηλ, αλλα απο τα παιδια εκεινων που ειχαν εναπομεινει στη γη, που οι γιοι ισραηλ δεν μπορεσαν να εξολοθρευσουν, σ' αυτουσ ο σολομωντασ επεβαλε φορο μεχρι τη σημερινη ημερα. και απο τουσ γιουσ ισραηλ ο σολομωντασ δεν εκανε δουλο κανεναν· επειδη, ησαν ανδρεσ πολεμιστεσ, και υπηρετεσ του, και μεγιστανεσ του, και ταξιαρχοι του, και αρχοντεσ των αμαξων του και των καβαλαρηδων του. και οι αρχηγοι που επιστατουσαν στα εργα του σολομωντα, ησαν 550, κι αυτοι που εξουσιαζαν επανω στον λαο, που δουλευε στα εργα. και η θυγατερα του φαραω ανεβηκε απο την πολη του δαβιδ στο σπιτι τησ, που ο σολομωντασ ειχε κκτισει γι' αυτη· τοτε, εκτισε τη μιλλω. και ο σολομωντασ προσφερνε ολοκαυτωματα και ειρηνικεσ προσφορεσ τρεισ φορεσ τον χρονο επανω στο θυσιαστηριο, που ειχε κτισει στον κυριο, και θυμιαζε επανω σ' αυτο που υπηρχε μπροστα στον κυριο· ετσι τελειωσε τον οικο. και ο βασιλιασ σολομωντασ εκανε εναν στολο στην εσιων-γαβερ, που ειναι κοντα στην αιλωθ, στην ακρη τησ ερυθρασ θαλασσασ, στη γη εδωμ. και ο χειραμ εστειλε στον στολο απο τουσ δουλουσ του εμπειρουσ ναυτεσ τησ θαλασσασ, μαζι με τουσ δουλουσ του σολομωντα. και ηρθαν στο οφειρ, και πηραν απο εκει 420 ταλαντα χρυσαφι, και τα εφεραν στον βασιλια σολομωντα.

10

και η βασιλισσα τησ σεβα, καθωσ ακουσε τη φημη του σολομωντα για το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ηρθε για να τον δοκιμασει με αινιγματα. και ηρθε στην ιερουσαλημ με υπερβολικα μεγαλη συνοδεια, με καμηλεσ φορτωμενεσ αρωματα, και χρυσαφι υπερβολικα πολυ, και πολυτιμεσ πετρεσ· και οταν ηρθε στον σολομωντα, μιλησε μαζι του για ολα οσα ειχε στην καρδια τησ. και ο σολομωντασ εξηγησε σ' αυτην ολα τα ερωτηματα τησ· και δεν σταθηκε τιποτε κρυμμενο απο τον βασιλια, που δεν τησ το εξηγησε. και η βασιλισσα τησ σεβα βλεποντασ τη σοφια του σολομωντα, και το σπιτι που ειχε κτισει, και τα φαγητα του τραπεζιου του, και τον τροπο που καθονταν οι δουλοι του, και τη σταση των υπουργων του, και το ντυσιμο τουσ, και τουσ οινοχοουσ του, και την αναβαση του απο την οποια ανεβαινε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εγινε εκθαμβη. και ειπε στον βασιλια: αληθινοσ ηταν ο λογοσ, που ειχα ακουσει στη γη μου, για τα εργα σου, και για τη σοφια σου· αλλα, δεν πιστευα στα λογια, μεχρισ οτου ηρθα, και τα ματια μου ειδαν· και να, δεν μου ειχε αναγγελθει ουτε το μισο· η σοφια σου και η ευημερια σου υπερβαινουν τη φημη που ακουσα· μακαριοι οι ανδρεσ σου, μακαριοι αυτοι οι δουλοι σου, αυτοι που στεκονται παντοτε μπροστα σου, αυτοι που ακουν τη σοφια σου· ασ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ευλογημενοσ, που ευαρεστηθηκε σε σενα, για να σε βαλει επανω στον θρονο του ισραηλ! επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αγαπησε τον ισραηλ στον αιωνα, γι' αυτο σε εκανε βασιλια, για να κανεισ κριση και δικαιοσυνη. και εδωσε στον βασιλια 120 ταλαντα χρυσαφι, και υπερβολικα πολλα αρωματα, και πετρεσ πολυτιμεσ· δεν ειχε ερθει πλεον τοση αφθονια αρωματων, οπωσ εκεινα που η βασιλισσα τησ σεβα εδωσε στον βασιλια σολομωντα. κι ακομα, ο στολοσ του χειραμ, που εφερε το χρυσαφι απο το οφειρ, εφερε απο το οφειρ και ενα μεγαλο πληθοσ απο ξυλα αλμουγειμ, και πετρεσ πολυτιμεσ. και ο βασιλιασ εκανε αναβασεισ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στο σπιτι του βασιλια, και κιθαρεσ και ψαλτηρια για τουσ μουσικουσ απο ξυλα αλμουγειμ· τετοια ξυλα αλμουγειμ δεν ειχαν ερθει ουτε φανει, μεχρι αυτη την ημερα. και ο βασιλιασ σολομωντασ εδωσε στη βασιλισσα τησ σεβα ολα οσα θελησε, οσα ζητησε, εκτοσ των οσων εδωσε σ' αυτην απο μονοσ του ο βασιλιασ σολομωντασ. και επεστρεψε στη γη τησ, αυτη και οι δουλοι τησ. και το βαροσ του χρυσαφιου, που ερχοταν στον σολομωντα καθε χρονο, ηταν 666 ταλαντα χρυσαφι, εκτοσ απο εκεινο που συγκεντρωναν οι τελωνεσ, και απο τισ πραματειεσ των εμπορων, και απο ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τησ αραβιασ, και απο τουσ σατραπεσ τησ γησ. και ο βασιλιασ σολομωντασ εκανε 200 θυρεουσ απο σφυρηλατημενο χρυσαφι· 600 σικλοι χρυσαφι ξοδευονταν σε καθε εναν θυρεο· και 300 ασπιδεσ απο χρυσαφι σφυρηλατημενο· τρεισ μνεσ χρυσαφι ξοδευονταν σε καθε μια ασπιδα· και ο βασιλιασ τισ εβαλε στο σπιτι του δασουσ του λιβανου. ο βασιλιασ εκανε ακομα εναν μεγαλον ελεφαντινο θρονο, και τον σκεπασε με καθαρο χρυσαφι. ειχε δε ο θρονοσ εξι βαθμιδεσ, και η κορυφη του θρονου ηταν στρογγυλη απο πισω του, και ειχε αγκωνεσ απο το ενα και απο το αλλο μεροσ τησ καθεδρασ, και δυο λιονταρια, που στεκονταν στα πλαγια των αγκωνων. κι επανω στισ εξι βαθμιδεσ, εκει στεκονταν 12 λιονταρια απο την καθε πλευρα. παρομοιο δεν ειχε κατασκευαστει σε κανενα βασιλειο. και ολα τα σκευη του ποτου του βασιλια σολομωντα ησαν απο χρυσαφι, και ολα τα σκευη του σπιτιου του δασουσ του λιβανου ησαν απο καθαρο χρυσαφι· κανενα απο ασημι· το ασημι υπολογιζοταν για τιποτε στισ ημερεσ του σολομωντα. επειδη, ο βασιλιασ ειχε στολο στη θαλασσα τησ θαρσεισ μαζι με τον στολο του χειραμ· μια φορα καθε τρια χρονια ερχοταν ο στολοσ απο τη θαρσεισ, φερνοντασ χρυσαφι και ασημι, δοντια ελεφαντα, και πιθηκουσ, και παγωνια. και ο βασιλιασ σολομωντασ μεγαλυνθηκε περισσοτερο απο ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τησ γησ σε πλουτο και σε σοφια. και ολοκληρη η γη ζητουσε το προσωπο του σολομωντα, για να ακουσουν τη σοφια του, που ο θεοσ ειχε δωσει στην καρδια του. και καθε ενασ απ' αυτουσ εφερναν το δωρο του, σκευη ασημενια, και σκευη χρυσαφενια, και στολεσ, και πανοπλιεσ, και αρωματα, αλογα, και μουλαρια, καθε χρονο. και ο σολομωντασ συγκεντρωσε αμαξεσ και καβαλαρηδεσ· και ειχε 1.400 αμαξεσ, και 12.000 καβαλαρηδεσ, που εβαλε στισ πολεισ των αμαξων, και κοντα στον βασιλια στην ιερουσαλημ. και ο βασιλιασ εκανε στην ιερουσαλημ το ασημι σαν πετρεσ, και εκανε τουσ κεδρουσ οπωσ τισ συκαμινιεσ στην πεδιαδα, εξαιτιασ τησ αφθονιασ. και στον σολομωντα γινοταν εξαγωγη αλογων και λινου νηματοσ απο την αιγυπτο· το μεν νημα επαιρναν οι εμποροι του βασιλια σε ορισμενη τιμη. και καθε μια αμαξα ανεβαινε και εβγαινε απο την αιγυπτο για 600 ασημενιουσ σικλουσ, και καθε ενα αλογο για 150· και γινοταν ετσι για ολουσ τουσ βασιλιαδεσ των χετταιων, και για τουσ βασιλιαδεσ τησ συριασ, η εξαγωγη γινοταν διαμεσου αυτων.

11

και ο βασιλιασ σολομωντασ, εκτοσ απο τη θυγατερα του φαραω, αγαπησε πολλεσ ξενεσ γυναικεσ: μωαβιτισσεσ, αμμωνιτισσεσ, ιδουμαιεσ, σιδωνιεσ, χετταιεσ· και απο τα εθνη, για τα οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πει προσ τουσ γιουσ ισραηλ: δεν θα μπειτε μεσα σ' αυτα ουτε αυτα θα μπουν μεσα σε σασ, μηπωσ και ξεκλινουν τισ καρδιεσ σασ πισω απο τουσ θεουσ τουσ· σ' αυτα ο σολομωντασ προσκολληθηκε με ερωτα. και ειχε 700 γυναικεσ βασιλισσεσ και 300 παλλακεσ· και οι γυναικεσ του ξεκλιναν την καρδια του. επειδη, οταν ο σολομωντασ γερασε, οι γυναικεσ του ξεκλιναν την καρδια του πισω απο αλλουσ θεουσ· και η καρδια του δεν ηταν τελεια με τον κυριο τον θεο του, οπωσ η καρδια του δαβιδ του πατερα του. και ο σολομωντασ πορευτηκε πισω απο την ασταρτη, τη θεα των σιδωνιων, και πισω απο τον μελχωμ, το βδελυγμα των αμμωνιτων. και ο σολομωντασ επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, και δεν πορευτηκε ολοκληρωτικα πισω απο τον κυριο, οπωσ ο πατερασ του, ο δαβιδ. τοτε, ο σολομωντασ εκτισε εναν ψηλο τοπο στον χεμωσ, το βδελυγμα του μωαβ, στο βουνο απεναντι απο την ιερουσαλημ, και στον μολοχ, το βδελυγμα των γιων αμμων. και ετσι εκανε για ολεσ τισ ξενεσ γυναικεσ του, που θυμιαζαν και θυσιαζαν στουσ θεουσ τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh οργιστηκε εναντια στον σολομωντα, επειδη η καρδια του παρεξεκλινε απο τον κυριο τον θεο του ισραηλ, που του ειχε φανερωθει δυο φορεσ, και τον ειχε προσταξει γι' αυτο το πραγμα, να μη παει πισω απο αλλουσ θεουσ· ομωσ, δεν φυλαξε εκεινο, που τον ειχε προσταξει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σολομωντα: επειδη, αυτο το πραγμα βρεθηκε σε σενα, και δεν φυλαξεσ τη διαθηκη μου και τα διαταγματα μου, που ειχα προσταξει σε σενα, θα διασπασω τη βασιλεια σου, οπωσδηποτε, και θα τη δωσω στον δουλο σου· ομωσ, δεν θα το κανω αυτο στισ ημερεσ σου, χαρη του δαβιδ, του πατερα σου· απο το χερι του γιου σου θα τη διασπασω· ομωσ, δεν θα διασπασω ολοκληρη τη βασιλεια σου· μια φυλη θα δωσω στον γιο σου, χαρη του δαβιδ, του δουλου μου, και χαρη τησ ιερουσαλημ, που εχω εκλεξει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σηκωσε εναν αντιπαλο στον σολομωντα, τον αδαδ τον ιδουμαιο· αυτοσ καταγοταν απο το σπερμα των βασιλιαδων τησ ιδουμαιασ. επειδη, οταν ηταν στην ιδουμαια ο δαβιδ, και ο ιωαβ ο αρχιστρατηγοσ ειχε ανεβει να θαψει εκεινουσ που ειχαν θανατωθει, και παταξε καθε αρσενικο στην ιδουμαια, (δεδομενου οτι, ο ιωαβ ειχε καθησει εκει εξι μηνεσ, μαζι με ολοκληρο τον ισραηλ, μεχρισ οτου εξολοθρευσε καθε αρσενικο απο την ιδουμαια), τοτε, ο αδαδ ειχε φυγει, αυτοσ και μαζι του μερικοι ιδουμαιοι απο τουσ δουλουσ του πατερα του, για να πανε στην αιγυπτο· και τοτε ο αδαδ ηταν μικρο παιδι. και σηκωθηκαν απο τη μαδιαμ, και ηρθαν στη φαραν· και πηραν μαζι τουσ ανδρεσ απο τη φαραν, και ηρθαν στην αιγυπτο, στον φαραω, τον βασιλια τησ αιγυπτου· που του εδωσε σπιτι, και διεταξε γι' αυτον τροφεσ, και εδωσε σ' αυτον γη. και ο αδαδ βρηκε μεγαλη χαρη μπροστα στον φαραω, ωστε του εδωσε ωσ γυναικα την αδελφη τησ γυναικασ του, την αδελφη τησ βασιλισσασ ταχπενεσ. και η αδελφη τησ ταχπενεσ γεννησε σ' αυτον τον γενουβαθ, τον γιο του, που η ταχπενεσ απογαλακτισε μεσα στο παλατι του φαραω· και ο γενουβαθ ηταν μεσα στο παλατι του φαραω, αναμεσα στουσ γιουσ του φαραω. και οταν ο αδαδ, στην αιγυπτο, ακουσε οτι κοιμηθηκε ο δαβιδ μαζι με τουσ πατερεσ του, και οτι πεθανε ο ιωαβ ο αρχιστρατηγοσ, ο αδαδ ειπε στον φαραω: στειλε με, για να φυγω στη γη μου. και ο φαραω του ειπε: μα, τι σου λειπει κοντα μου; και δεσ, εσυ ζητασ να φυγεισ στη γη σου; κι απαντησε: τιποτε, αλλα, στειλε με, παρακαλω. και ο θεοσ σηκωσε και αλλον αντιπαλο, τον ρεζων, τον γιο του ελιαδα, που ειχε φυγει απο τον κυριο του τον αδαδεζερ, τον βασιλια τησ σωβα· και αφου συγκεντρωσε κοντα του ανδρεσ, εγινε αρχηγοσ συμμοριασ, οταν ο δαβιδ ειχε παταξει εκεινουσ απο τη σωβα· και πηγαν στη δαμασκο, και κατοικησαν εκει, και βασιλευσαν στη δαμασκο· και ηταν αντιπαλοσ του ισραηλ ολεσ τισ ημερεσ του σολομωντα, εκτοσ απο τα κακα που ειχε κανει ο αδαδ· και επηρεαζε τον ισραηλ, βασιλευοντασ επανω στη συρια. και ο ιεροβοαμ, ο γιοσ του ναβατ, ο εφραθαιοσ απο τη σαρηδα, δουλοσ του σολομωντα, που η μητερα του ονομαζοταν σερουα, μια χηρα γυναικα, κι αυτοσ σηκωσε χερι εναντια στον βασιλια. και ηταν αυτη η αιτια, για την οποια σηκωσε χερι εναντια στον βασιλια· ο σολομωντασ εκτιζε τη μιλλω, και εκλεινε το χαλασμα τησ πολησ του δαβιδ του πατερα του· και ο ανθρωποσ ο ιεροβοαμ ηταν ισχυροσ με δυναμη· και ο σολομωντασ ειδε τον νεο οτι ηταν φιλεργοσ, και τον εκανε επιστατη σε ολα τα φορτια τησ οικογενειασ του ιωσηφ. και κατα τον καιρο εκεινο, οταν ο ιεροβοαμ βγηκε απο την ιερουσαλημ, τον βρηκε καθ' οδον ο προφητησ αχια ο σηλωνιτησ, ντυμενοσ με ενα καινουργιο ιματιο· και οι δυο τουσ ησαν μονοι στην πεδιαδα. και ο αχια επιασε το καινουργιο ιματιο που φορουσε, και το εσχισε σε 12 κομματια· και ειπε στον ιεροβοαμ: παρε για τον εαυτο σου δεκα κομματια· επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: δεσ, θα διασπασω τη βασιλεια απο το χερι του σολομωντα, και θα δωσω σε σενα δεκα φυλεσ· (θα μενει σ' αυτον, ομωσ, μια φυλη, χαρη του δουλου μου, του δαβιδ, και χαρη τησ ιερουσαλημ, που εχω εκλεξει απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ)· επειδη, με εγκατελειψαν, και λατρευσαν την ασταρτη, τη θεα των σιδωνιων, τον χεμωσ, τον θεο των μωαβιτων, και τον μελχωμ, τον θεο των γιων αμμων· δεν περπατησαν στουσ δρομουσ μου, για να κανουν το ευθυ μπροστα μου, και να τηρουν τα διαταγματα μου και τισ κρισεισ μου, οπωσ ο δαβιδ ο πατερασ του· δεν θα παρω, ομωσ, ολοκληρη τη βασιλεια του απο το χερι του, αλλα θα τον διατηρησω ηγεμονα ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του· χαρη του δαβιδ του δουλου μου, που τον εκλεξα, επειδη, τηρουσε τισ εντολεσ μου και τα διαταγματα μου· ομωσ, θα παρω τη βασιλεια απο το χερι του γιου του, και θα τη δωσω σε σενα, τισ δεκα φυλεσ· στον γιο του, ομωσ, θα δωσω μια φυλη, για να εχει ο δουλοσ μου ο δαβιδ ωσ λυχνον μπροστα μου παντοτε στην ιερουσαλημ, στην πολη που εχω εκλεξει για τον εαυτο μου για να βαλω εκει το ονομα μου· και θα σε παρω, και θα βασιλευσεισ συμφωνα με ολα οσα επιθυμει η ψυχη σου, και θα εισαι βασιλιασ στον ισραηλ· και αν εισακουσεισ σε ολα οσα σε προσταζω, και περπατασ στουσ δρομουσ μου, και κανεισ το ευθυ μπροστα μου, φυλαττοντασ τα διαταγματα μου και τισ εντολεσ μου, οπωσ εκανε ο δαβιδ, ο δουλοσ μου, τοτε θα ειμαι μαζι σου, και θα κτισω σε σενα ασφαλεσ σπιτι, οπωσ εκτισα στον δαβιδ, και θα δωσω σε σενα τον ισραηλ· και θα κακουχησω το σπερμα του δαβιδ γι' αυτο, ομωσ οχι για παντα. γι' αυτο, ο σολομωντασ ζητησε να θανατωσει τον ιεροβοαμ. και ο ιεροβοαμ, αφου σηκωθηκε, εφυγε στην αιγυπτο, προσ τον σισακ, τον βασιλια τησ αιγυπτου, και ηταν στην αιγυπτο μεχρισ οτου πεθανε ο σολομωντασ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του σολομωντα, και ολα οσα εκανε, και η σοφια του, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των πραξεων του σολομωντα; και οι ημερεσ οσεσ ο σολομωντασ βασιλευσε στην ιερουσαλημ σε ολοκληρο τον ισραηλ, ησαν 40 χρονια. και ο σολομωντασ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε στην πολη δαβιδ του πατερα του· και αντ' αυτου βασιλευσε ο γιοσ του, ο ροβοαμ.

12

και ο ροβοαμ πηγε στη συχεμ· επειδη, στη συχεμ ερχοταν ολοκληροσ ο ισραηλ για να τον κανει βασιλια. και καθωσ το ακουσε αυτο ο ιεροβοαμ, ο γιοσ του ναβατ, που ηταν ακομα στην αιγυπτο, οπου ειχε φυγει μπροστα απο τον βασιλια σολομωντα, ο ιεροβοαμ εμεινε ακομα στην αιγυπτο· εστειλαν, ομωσ, και τον καλεσαν. τοτε, ο ιεροβοαμ ηρθε και ολοκληρη η συναγωγη του ισραηλ, και μιλησαν στον ροβοαμ, λεγοντασ: ο πατερασ σου σκληρυνε τον ζυγο μασ· τωρα, λοιπον, τη σκληρη δουλεια του πατερα σου, και τον βαρυ ζυγο του, που επεβαλε επανω μασ, ελαφρυνε τον εσυ, και θα σε δουλευουμε. κι εκεινοσ τουσ ειπε: αναχωρηστε μεχρι τρεισ ημερεσ· επειτα, επιστρεψτε σε μενα. και ο λαοσ αναχωρησε. και ο βασιλιασ ροβοαμ συμβουλευτηκε τουσ πρεσβυτερουσ, που παραστεκονταν μπροστα στον σολομωντα, τον πατερα του, ενω ακομα ζουσε, λεγοντασ: τι με συμβουλευετε εσεισ να απαντησω σε τουτο τον λαο; και του μιλησαν, λεγοντασ: αν γινεισ σημερα δουλοσ σε τουτο τον λαο, και τουσ δουλεψεισ, και τουσ απαντησεισ, και τουσ μιλησεισ λογια αγαθα, τοτε θα ειναι για παντα δουλοι σου. ομωσ, απερριψε τη συμβουλη των πρεσβυτερων, που του εδωσαν, και συμβουλευτηκε τουσ νεουσ, που συναναστραφηκαν μαζι του, οι οποιοι παραστεκονταν μπροστα του. και τουσ ειπε: τι με συμβουλευετε εσεισ να απαντησουμε σε τουτο τον λαο, που μιλησε σε μενα, λεγοντασ: ελαφρυνε τον ζυγο, που ο πατερασ σου επεβαλε επανω μασ; και οι νεοι, που συναναστραφηκαν μαζι του, του μιλησαν, λεγοντασ: ετσι θα μιλησεισ σε τουτο τον λαο, που σου μιλησε, λεγοντασ: ο πατερασ σου βαρυνε τον ζυγο μασ, αλλα εσυ ελαφρυνε τον σε μασ· ετσι θα τουσ μιλησεισ: το μικρο μου δαχτυλο θα ειναι παχυτερο απο την οσφυ του πατερα μου· τωρα, λοιπον, ο μεν πατερασ μου σασ επιφορτισε με βαρυ ζυγο, εγω ομωσ θα κανω τον ζυγο σασ βαρυτερον· ο πατερασ μου σασ παιδευσε με μαστιγια, εγω θα σασ παιδευσω με σκορπιουσ. και ο ιεροβοαμ και ολοκληροσ ο λαοσ ηρθε στον ροβοαμ την τριτη ημερα, οπωσ ειχε μιλησει ο βασιλιασ, λεγοντασ: επανελθετε σε μενα την τριτη ημερα. και ο βασιλιασ απαντησε στον λαο σκληρα, και εγκατελειψε τη συμβουλη των πρεσβυτερων, που του ειχαν δωσει· και τουσ μιλησε συμφωνα με τη συμβουλη των νεων, λεγοντασ: ο πατερασ μου βαρυνε τον ζυγο σασ, αλλ' εγω θα κανω τον ζυγο σασ βαρυτερον· ο πατερασ μου σασ παιδευσε με μαστιγια, αλλ' εγω θα σασ παιδευσω με σκορπιουσ. και ο βασιλιασ δεν εισακουσε τον λαο· επειδη, το πραγμα εγινε απο τον κυριο, για να εκτελεσει τον λογο του, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε μιλησει στον ιεροβοαμ, τον γιο του ναβατ, διαμεσου του αχια του σηλωνιτη. και βλεποντασ ολοκληροσ ο λαοσ οτι ο βασιλιασ δεν τουσ εισακουσε, ο λαοσ απαντησε στον βασιλια, λεγοντασ: ποιο μεροσ εχουμε εμεισ με τον δαβιδ; καμια κληρονομια δεν εχουμε με τον γιο του ιεσσαι· στισ σκηνεσ σου, ισραηλ· τωρα, δαβιδ, προβλεψε για τον οικο σου. και ο ισραηλ αναχωρησε στισ σκηνεσ του. και για τουσ γιουσ ισραηλ, εκεινουσ που κατοικουσαν στισ πολεισ του ιηhυδα, ο ροβοαμ βασιλευσε επανω τουσ. και ο βασιλιασ ροβοαμ εστειλε τον αδωραμ, που ηταν για τουσ φορουσ· και ολοκληροσ ο ισραηλ τον λιθοβολησε με πετρεσ, και πεθανε. γι' αυτο, ο βασιλιασ ροβοαμ βιαστηκε να ανεβει στην αμαξα, για να φυγει στην ιερουσαλημ. ετσι αποστατησε ο ισραηλ απο την οικογενεια του δαβιδ μεχρι τη σημερινη ημερα. και καθωσ ολοκληροσ ο οικοσ του ισραηλ ακουσε οτι ο ιεροβοαμ επεστρεψε, εστειλαν και τον καλεσαν στη συναγωγη, και τον εκαναν βασιλια επανω σε ολοκληρο τον ισραηλ· τον οικο του δαβιδ δεν ακολουθησε, παρα η φυλη του ιηhυδα, μονη. και καθωσ ο ροβοαμ ηρθε στην ιερουσαλημ, συγκεντρωσε ολοκληρο τον οικο του ιηhυδα, και τη φυλη του βενιαμιν, 180.000 εκλεκτουσ πολεμιστεσ, για να πολεμησουν εναντια στον οικο του ισραηλ, για να ξαναφερουν τη βασιλεια στον ροβοαμ, τον γιο του σολομωντα. εγινε, ομωσ, λογοσ του θεου στον σεμαια, εναν ανθρωπο του θεου, λεγοντασ: μιλησε στον ροβοαμ, τον γιο του σολομωντα, τον βασιλια του ιηhυδα, και σε ολοκληρο τον οικο του ιηhυδα και του βενιαμιν, και στο υπολοιπο του λαου, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεν θα ανεβειτε ουτε θα πολεμησετε εναντια στουσ αδελφουσ σασ, τουσ γιουσ ισραηλ· επιστρεψτε καθε ενασ στο σπιτι του· επειδη, απο μενα εγινε τουτο το πραγμα. και υπακουσαν στον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και επεστρεψαν να πανε, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τοτε, ο ιεροβοαμ εκτισε τη συχεμ επανω στο βουνο εφραιμ, και κατοικησε σ' αυτη· επειτα, βγηκε απο εκει, και εκτισε τη φανουηλ. και ο ιεροβοαμ ειπε στην καρδια του: τωρα, η βασιλεια θα επιστρεψει στον οικο του δαβιδ· αν αυτοσ ο λαοσ ανεβει για να προσφερει θυσιεσ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στην ιερουσαλημ, τοτε η καρδια αυτου του λαου θα επιστρεψει στον κυριο του, τον ροβοαμ, τον βασιλια του ιηhυδα, και θα με θανατωσουν, και θα επιστρεψουν στον ροβοαμ, τον βασιλια του ιηhυδα. ο βασιλιασ πηρε, λοιπον, αποφαση, και εκανε δυο χρυσα μοσχαρια, και τουσ ειπε: φτανει σε σασ να ανεβαινετε στην ιερουσαλημ· να, οι θεοι σου, ισραηλ, που σε ανεβασαν απο την αιγυπτο. και εβαλε το ενα στη βαιθηλ, και το αλλο το εβαλε στη δαν. και το πραγμα αυτο εγινε αιτια αμαρτιασ· επειδη, ο λαοσ πορευοταν μεχρι τη δαν, για να προσκυναει μπροστα στο ενα. και εκανε οικουσ επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ, και εκανε ιερεισ απο τουσ τελευταιουσ του λαου, που δεν ησαν απο τουσ γιουσ του λευι. και ο ιεροβοαμ εκανε μια γιορτη στον ογδοο μηνα, τη 15η ημερα του μηνα, σαν τη γιορτη του ιηhυδα, και ανεβηκε επανω στο θυσιαστηριο. ετσι εκανε στη βαιθηλ, θυσιαζοντασ στα μοσχαρια που ειχε κανει· και εγκατεστησε στη βαιθηλ τουσ ιερεισ των ψηλων τοπων, που ειχε κανει. και ανεβηκε επανω στο θυσιαστηριο, που ειχε κανει στη βαιθηλ, τη 15η ημερα του ογδοου μηνα, τον μηνα που ειχε εφευρει απο την καρδια του· και εκανε γιορτη στουσ γιουσ του ισραηλ, και ανεβηκε επανω στο θυσιαστηριο, για να θυμιασει.

13

και να, ενασ ανθρωποσ του θεου ηρθε απο τον ιηhυδα στη βαιθηλ με λογον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ο ιεροβοαμ στεκοταν επανω στο θυσιαστηριο, για να θυμιασει. και φωναξε προσ το θυσιαστηριο με λογον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ειπε: θυσιαστηριο, θυσιαστηριο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: να, ενασ γιοσ θα γεννηθει στον οικο του δαβιδ, το ονομα του θα ειναι ιωσιασ, και θα θυσιασει επανω σου τουσ ιερεισ των υψηλων τοπων, που θυμιαζουν σε σενα, κι επανω σε σενα θα καουν κοκαλα ανθρωπων. και εδωσε ενα σημαδι την ιδια ημερα, λεγοντασ: αυτο ειναι το σημαδι, που μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: να, το θυσιαστηριο θα σχιστει στη μεση, και η σταχτη του θα χυθει προσ τα εξω. και οταν ο βασιλιασ ιεροβοαμ ακουσε τον λογο του ανθρωπου του θεου, που φωναξε προσ το θυσιαστηριο, που ηταν στη βαιθηλ, απλωσε το χερι του απο το θυσιαστηριο, λεγοντασ: πιαστε τον. και το χερι του, που απλωσε προσ αυτον, ξεραθηκε, ωστε δεν μπορεσε να το γυρισει στον εαυτο του. και το θυσιαστηριο σχιστηκε στη μεση, και η σταχτη ξεχυθηκε εξω απο το θυσιαστηριο, συμφωνα με το σημαδι που ειχε δωσει ο ανθρωποσ του θεου με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο βασιλιασ απαντησε και ειπε στον ανθρωπο του θεου: δεησου, παρακαλω, στον κυριο τον θεο σου, και προσευχησου για μενα, για να γυρισει το χερι μου σε μενα. και ο ανθρωποσ του θεου δεηθηκε στον κυριο, και το χερι του βασιλια γυρισε σ' αυτον, και αποκατασταθηκε οπωσ και πριν. και ο βασιλιασ ειπε στον ανθρωπο του θεου: μπεσ μεσα μαζι μου στο σπιτι, και παρε τροφη, και θα σου δωσω δωρα. αλλ' ο ανθρωποσ του θεου ειπε στον βασιλια: το μισο απο το σπιτι σου και αν μου δωσεισ, δεν θα μπω μεσα μαζι σου· ουτε θα φαω ψωμι ουτε θα πιω νερο, σε τουτο τον τοπο· επειδη, ετσι μου ειναι προσταγμενο με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: μη φασ ψωμι, και μη πιεισ νερο, και μη επιστρεψεισ απο τον δρομο απο τον οποιο ηρθεσ. και αναχωρησε απο αλλον δρομο, και δεν επεστρεψε απο τον δρομο απο τον οποιο ειχε ερθει στη βαιθηλ. και στη βαιθηλ κατοικουσε καποιοσ γεροντασ προφητησ· και ηρθαν οι γιοι του, και του διηγηθηκαν ολα τα εργα, που ειχε κανει ο ανθρωποσ του θεου εκεινη την ημερα στη βαιθηλ· και διηγηθηκαν στον πατερα τουσ και τα λογια, που μιλησε στον βασιλια. και ο πατερασ τουσ ειπε σ' αυτουσ: απο ποιον δρομο αναχωρησε; και ειχαν δει οι γιοι του απο ποιον δρομο ειχε αναχωρησει ο ανθρωποσ του θεου, αυτοσ που ειχε ερθει απο τον ιηhυδα. και ειπε στουσ γιουσ του. ετοιμαστε μου το γαιδουρι. και του ετοιμασαν το γαιδουρι· και καθησε επανω του, και πηγε πισω απο τον ανθρωπο του θεου, και τον βρηκε να καθεται κατω απο μια βελανιδια· και του ειπε: εσυ εισαι ο ανθρωποσ του θεου, αυτοσ που ηρθε απο τον ιηhυδα; κι εκεινοσ ειπε: εγω. και του ειπε: ελα μαζι μου στο σπιτι, και φαε ψωμι. κι εκεινοσ ειπε: δεν μπορω να επιστρεψω μαζι σου ουτε ναρθω μαζι σου· ουτε να φαω ψωμι ουτε να πιω νερο μαζι σου, σε τουτο τον τοπο· επειδη, μου μιληθηκε απο τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μη φασ ψωμι ουτε να πιεισ νερο εκει ουτε να επιστρεψεισ πηγαινοντασ απο τον δρομο απο τον οποιο ηρθεσ. και του ειπε: κι εγω προφητησ ειμαι, οπωσ εσυ· και ενασ αγγελοσ μου μιλησε με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: επιστρεψε τον μαζι σου στο σπιτι σου, για να φαει ψωμι και να πιει νερο. του ειπε, ομωσ, ψεματα. και γυρισε μαζι του, και εφαγε ψωμι στο σπιτι του, και ηπιε νερο. κι ενω καθονταν στο τραπεζι, ηρθε ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον προφητη, αυτον που τον γυρισε πισω· και φωναξε στον ανθρωπο του θεου, αυτον που ειχε ερθει απο τον ιηhυδα, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: επειδη, παρακουσεσ τη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν τηρησεσ την εντολη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου σε ειχε προσταξει, αλλα, γυρισεσ πισω, και εφαγεσ ψωμι, και ηπιεσ νερο, στον τοπο για τον οποιο σου ειχε πει: μη φασ ψωμι ουτε να πιεισ νερο· το σωμα σου δεν θα μπει μεσα στον ταφο των πατερων σου. και αφου εφαγε ψωμι, και ηπιε, ετοιμασε εκεινοσ το γαιδουρι σ' αυτον, στον προφητη που τον γυρισε πισω. και αναχωρησε· και στον δρομο τον βρηκε ενα λιονταρι, και τον θανατωσε· και το σωμα του ηταν πεταμενο στον δρομο· και το γαιδουρι στεκοταν κοντα του, και το λιονταρι στεκοταν κοντα στο σωμα. και να, ανδρεσ, που διαβαιναν, ειδαν το σωμα πεταμενο στον δρομο, και το λιονταρι να στεκεται κοντα στο σωμα· και καθωσ ηρθαν, το ανηγγειλαν στην πολη, οπου κατοικουσε ο γεροντασ προφητησ. και οταν ο προφητησ, που τον γυρισε πισω απο τον δρομο, το ακουσε, ειπε: αυτοσ ειναι ο ανθρωποσ του θεου, που παρακουσε τη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· γι' αυτο, τον παρεδωσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στο λιονταρι, και τον διασπαραξε, και τον θανατωσε, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλησε σ' αυτον. και μιλησε στουσ γιουσ του, λεγοντασ: στρωστε μου το γαιδουρι. και το εστρωσαν. και πηγε, και βρηκε το σωμα του πεταμενο στον δρομο, και το γαιδουρι, και το λιονταρι να στεκονται κοντα στο σωμα· το λιονταρι δεν εφαγε το σωμα ουτε διασπαραξε το γαιδουρι. και ο προφητησ σηκωσε το σωμα του ανθρωπου του θεου, και το εβαλε επανω στο γαιδουρι του, και τον εφερε πισω· και ο γεροντασ προφητησ ηρθε στην πολη, για να πενθησει και να τον θαψει. και εβαλε το σωμα του στον ταφο του· και πενθησαν γι' αυτον, λεγοντασ: αλλοιμονο! αδελφε μου! κι αφου τον εθαψε, μιλησε στουσ γιουσ του, λεγοντασ: οταν πεθανω, θαψτε κι εμενα στον ταφο, οπου θαφτηκε ο ανθρωποσ του θεου· βαλτε τα κοκαλα μου κοντα στα κοκαλα του· επειδη, θα γινει οπωσδηποτε το πραγμα, που φωναξε με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στο θυσιαστηριο στη βαιθηλ, και εναντια σε ολουσ τουσ ψηλουσ τοπουσ, που ειναι στισ πολεισ τησ σαμαρειασ. μετα το πραγμα αυτο, ο ιεροβοαμ δεν επεστρεψε απο τον κακο δρομο του, αλλα και παλι εκανε ιερεισ των ψηλων τοπων απο τουσ τελευταιουσ του λαου· οποιοσ ηθελε, τον καθιερωνε, και γινοταν ιερεασ των ψηλων τοπων. και το πραγμα αυτο εγινε αιτια αμαρτιασ στον οικο του ιεροβοαμ, ωστε να τον εξολοθρευσει και να τον αφανισει απο το προσωπο τησ γησ.

14

κατ' εκεινο τον καιρο ο αβια, ο γιοσ του ιεροβοαμ, αρρωστησε. και ο ιεροβοαμ ειπε στη γυναικα του: σηκω, παρακαλω, και μετασχηματισου, ωστε να μη γνωρισουν οτι εισαι η γυναικα του ιεροβοαμ, και πηγαινε στη σηλω· δεσ, εκει ειναι ο αχια ο προφητησ, που μου ειχε πει οτι θα βασιλευσω επανω σε τουτο τον λαο· και παρε στο χερι σου δεκα ψωμια, και κολλυρια, και ενα σταμνι μελι, και πηγαινε σ' αυτον· αυτοσ θα σου αναγγειλει τι θα γινει στο παιδι. και η γυναικα του ιεροβοαμ εκανε ετσι· και αφου σηκωθηκε, πηγε στη σηλω, και ηρθε στο σπιτι του αχια. ο αχια, ομωσ, δεν μπορουσε να βλεπει· επειδη, τα ματια του ειχαν αμβλυνθει απο τα γηρατεια του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πει στον αχια: να, η γυναικα του ιεροβοαμ ερχεται για να ζητησει εναν λογο απο σενα για τον γιο τησ, επειδη ειναι αρρωστοσ· ετσι κι ετσι θα τησ μιλησεισ· επειδη, οταν θα μπει μεσα, θα προσποιηθει οτι ειναι αλλη. και καθωσ ο αχια ακουσε τον ηχο των ποδιων τησ, ενω εμπαινε στην πορτα, ειπε: μπεσ μεσα, γυναικα του ιεροβοαμ· γιατι προσποιεισαι οτι εισαι αλλη; εγω, ομωσ, ειμαι σε σενα αποστολοσ σκληρων ειδησεων· πηγαινε, πεσ στον ιεροβοαμ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: επειδη, εγω σε υψωσα μεσα απο τον λαο, και σε εκανα ηγεμονα επανω στον λαο μου ισραηλ, και αφου διεσπασα τη βασιλεια απο τον οικο του δαβιδ, την εδωσα σε σενα, κι εσυ δεν σταθηκεσ καθωσ ο δουλοσ μου, ο δαβιδ, που τηρησε τισ εντολεσ μου, και με ακολουθησε με ολη του την καρδια, στο να κανει μοναχα το ευθυ μπροστα μου, αλλα υπερεβηκεσ στο κακο ολουσ οσουσ σταθηκαν προγενεστεροι σου, επειδη πηγεσ και εκανεσ στον εαυτο σου αλλουσ θεουσ, και ειδωλα χωνευτα, για να με παροργισεισ, και με απερριψεσ πισω απο τη ραχη σου· γι' αυτο, δεσ, θα φερω κακο επανω στην οικογενεια του ιεροβοαμ, και θα εξολοθρευσω απο τον ιεροβοαμ εκεινον που ουρει στον τοιχο, τον δουλο και τον ελευθερο στον ισραηλ, και θα σαρωσω πισω απο την οικογενεια του ιεροβοαμ, καθωσ καποιοσ σαρωνει την κοπρια μεχρισ οτου εκλειψει· οποιοσ απο τον ιεροβοαμ πεθανει στην πολη, τα σκυλια θα τον καταφανε· και οποιοσ πεθανει στο χωραφι, τα πουλια του ουρανου θα τον καταφανε· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε. εσυ, λοιπον, αφου σηκωθεισ, πηγαινε στο σπιτι σου· κι ενω τα ποδια σου θα μπαινουν μεσα στην πολη, το παιδι θα πεθανει· και θα το πενθησει ολοκληροσ ο ισραηλ, και θα το ενταφιασουν· επειδη, απο τον ιεροβοαμ, μοναχα αυτο θαρθει σε ταφο, για τον λογο οτι, σ' αυτο βρεθηκε κατι καλο μπροστα στον κυριο, τον θεο του ισραηλ, στον οικο του ιεροβοαμ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σηκωσει για τον εαυτο του εναν βασιλια επανω στον ισραηλ, που θα εξολοθρευσει τον οικο του ιεροβοαμ εκεινη την ημερα· αλλα, τι; τωρα, μαλιστα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα παταξει τον ισραηλ, ωστε να κινειται σαν καλαμι μεσα στο νερο, και θα ξεριζωσει τον ισραηλ απο τουτη την αγαθη γη, που εδωσε στουσ πατερεσ τουσ, και θα τουσ διασκορπισει περα απο τον ποταμο· επειδη, εκαναν τα αλση τουσ, για να παροργισουν τον κυριο· και θα παραδωσει τον ισραηλ εξαιτιασ των αμαρτιων του ιεροβοαμ, ο οποιοσ αμαρτησε, και ο οποιοσ εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει. και η γυναικα του ιεροβοαμ σηκωθηκε, και αναχωρησε, και ηρθε στη θερσα· και καθωσ αυτη πατησε στο κατωφλι τησ πορτασ του σπιτιου, το παιδι πεθανε· και το εθαψαν· και το πενθησε ολοκληροσ ο ισραηλ, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλησε με τον δουλο του, τον προφητη αχια. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιεροβοαμ, πωσ πολεμησε, και με ποιο τροπο βασιλευσε, να, ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ. και οι ημερεσ, που ο ιεροβοαμ βασιλευσε, ησαν 22 χρονια· και κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και αντ' αυτου βασιλευσε ο ναδαβ, ο γιοσ του. και ο ροβοαμ, ο γιοσ του σολομωντα, βασιλευσε επανω στον ιηhυδα. ο ροβοαμ ηταν 41 χρονων οταν εγινε βασιλιασ, και βασιλευσε 17 χρονια στην ιερουσαλημ, στην πολη που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκλεξε απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ για να βαλει εκει το ονομα του. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν νααμα, η αμμωνιτισσα. και ο ιηhυδασ επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, και τον παροξυναν σε ζηλοτυπια με τισ αμαρτιεσ τουσ, που αμαρτησαν, περισσοτερο απο ολα οσα επραξαν οι πατερεσ τουσ. επειδη, κι αυτοι εκτισαν για τον εαυτο τουσ ψηλουσ τοπουσ, και εκαναν αγαλματα και αλση, επανω σε καθε ψηλο λοφο, και κατω απο καθε πρασινο δεντρο. κι ακομα, υπηρχαν στη γη και σοδομιτεσ· και εκαναν συμφωνα με ολα τα βδελυγματα των εθνων, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδιωξε μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ. και τον πεμπτο χρονο τησ βασιλειασ του ροβοαμ, ανεβηκε ο σισακ, ο βασιλιασ τησ αιγυπτου εναντιον τησ ιερουσαλημ. και πηρε τουσ θησαυρουσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τουσ θησαυρουσ του παλατιου του βασιλια· πηρε τα παντα· πηρε ακομα ολεσ τισ χρυσεσ ασπιδεσ, που ειχε κανει ο σολομωντασ. και αντι γι' αυτεσ, ο βασιλιασ ροβοαμ εκανε χαλκινεσ ασπιδεσ, και τισ παρεδωσε στα χερια των αρχοντων των δορυφορων, που φυλαγαν τη θυρα του παλατιου του βασιλια. και οταν ο βασιλιασ εμπαινε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τισ βασταζαν οι δορυφοροι· επειτα, τισ ξαναφερναν στο οικημα των δορυφορων. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ροβοαμ, και ολα οσα εκανε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και υπηρχε πολεμοσ αναμεσα στον ροβοαμ και τον ιεροβοαμ ολεσ τισ ημερεσ. και ο ροβοαμ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε μαζι με τουσ πατερεσ του στην πολη του δαβιδ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν νααμα, η αμμωνιτισσα. και αντ' αυτου βασιλευσε ο αβιαμ, ο γιοσ του.

15

και ο αβιαμ βασιλευσε επανω στον ιηhυδα, κατα τον 18ο χρονο τησ βασιλειασ του ιεροβοαμ, γιου του ναβατ. τρια χρονια βασιλευσε στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν μααχα, θυγατερα του αβεσσαλωμ. και περπατησε σε ολεσ τισ αμαρτιεσ του πατερα του, που πριν απ' αυτον ειχε πραξει· και η καρδια του δεν ηταν τελεια με τον κυριο τον θεο του, οπωσ η καρδια του δαβιδ του πατερα του. αλλ' ομωσ, χαρη του δαβιδ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του εδωσε σ' αυτον ενα λυχναρι στην ιερουσαλημ, εγειροντασ τον γιο του υστερα απ' αυτον, και στερεωνοντασ την ιερουσαλημ· επειδη, ο δαβιδ εκανε το ευθυ μπροστα στον κυριο, και δεν ξεκλινε ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του, απο ολα οσα τον ειχε προσταξει, εκτοσ τησ υποθεσησ του ουρια του χετταιου. και υπηρχε πολεμοσ αναμεσα στον ροβοαμ και στον ιεροβοαμ ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του αβιαμ, και ολα οσα επραξε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και υπηρχε πολεμοσ αναμεσα στον αβιαμ και στον ιεροβοαμ. και ο αβιαμ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και τον εθαψαν στην πολη του δαβιδ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ασα, ο γιοσ του. και ο ασα βασιλευσε επανω στον ιηhυδα, κατα τον 20ο χρονο του ιεροβοαμ, βασιλια του ισραηλ. και βασιλευσε στην ιερουσαλημ 41 χρονια. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν μααχα, θυγατερα του αβεσσαλωμ. και ο ασα εκανε το ευθυ μπροστα στον κυριο, οπωσ ο δαβιδ ο πατερασ του. και εβγαλε απο τη γη τουσ σοδομιτεσ, και σηκωσε ολα τα ειδωλα, που ειχαν κανει οι πατερεσ του. ακομα δε και τη μητερα του, τη μααχα, κι αυτη την απεβαλε απο το να ειναι βασιλισσα, επειδη εκανε ενα ειδωλο στο αλσοσ· και ο ασα κατεκοψε το ειδωλο τησ, και το εκαψε κοντα στον χειμαρρο των κεδρων. οι ψηλοι τοποι, ομωσ, δεν αφαιρεθηκαν· εντουτοισ, η καρδια του ασα ηταν τελεια με τον κυριο ολεσ τισ ημερεσ του. και εφερε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τα αφιερωματα του πατερα του, και τα δικα του αφιερωματα, ασημι, χρυσαφι, και σκευη. και υπηρχε πολεμοσ αναμεσα στον ασα και στον βαασα, τον βασιλια του ισραηλ, ολεσ τισ ημερεσ τουσ. και ο βαασα, ο βασιλιασ του ισραηλ, ανεβηκε εναντια στον ιηhυδα, και εκτισε τη ραμα, για να μη αφηνει κανεναν να βγαινει εξω ουτε να μπαινει μεσα προσ τον ασα τον βασιλια του ιηhυδα. τοτε, ο ασα πηρε ολο το ασημι και το χρυσαφι, αυτο που ειχε μεινει στουσ θησαυρουσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στουσ θησαυρουσ του παλατιου του βασιλια, και τα παρεδωσε στα χερια των δουλων του· και ο βασιλιασ ασα τουσ εστειλε στον βεν-αδαδ, τον γιο του ταβριμων, γιου του εσιων, βασιλια τησ συριασ, αυτον που κατοικουσε στη δαμασκο, λεγοντασ: ασ γινει συνθηκη αναμεσα σε μενα και σε σενα, οπωσ υπηρχε αναμεσα στον πατερα μου και στον πατερα σου· δεσ, σου εστειλα ενα δωρο απο ασημι και χρυσαφι· πηγαινε, και διαλυσε τη συνθηκη σου που εχεισ με τον βαασα, τον βασιλια του ισραηλ, για να αναχωρησει απο μενα. και ο βεν-αδαδ εισακουσε τον βασιλια ασα, και εστειλε τουσ αρχηγουσ των δυναμεων του εναντια στισ πολεισ του ισραηλ, και παταξε την ιιων, και τη δαν, και την αβελ-βαιθ-μααχα, και ολοκληρη τη χιννερωθ, μαζι με ολοκληρη τη γη νεφθαλι. και οταν ο βαασα το ακουσε, σταματησε να κτιζει τη ραμα, και καθησε στη θερσα. τοτε, ο βασιλιασ ασα συγκαλεσε ολοκληρο τον ιηhυδα, χωρισ καμια εξαιρεση· και σηκωσαν τισ πετρεσ τησ ραμα, και τα ξυλα τησ, με τα οποια ο βαασα εκανε το κτισιμο· και ο βασιλιασ ασα εκτισε μ' αυτα τη γεβα του βενιαμιν, και τη μισπα. και οι υπολοιπεσ απ' ολεσ τισ πραξεισ του ασα, και ολα τα κατορθωματα του, και ολα οσα εκανε, και οι πολεισ που εκτισε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; στον καιρο των γηρατειων του, ομωσ, αρρωστησε στα ποδια του. και ο ασα κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε μαζι με τουσ πατερεσ του στην πολη του δαβιδ του πατερα του· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωσαφατ ο γιοσ του. και βασιλευσε ο ναδαβ, ο γιοσ του ιεροβοαμ, επανω στον ισραηλ, τον δευτερο χρονο του ασα του βασιλια του ιηhυδα, και βασιλευσε επανω στον ισραηλ δυο χρονια. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, και περπατησε στον δρομο του πατερα του, και στην αμαρτια του, με την οποια εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει. και εναντιον του συνωμοτησε ο βαασα, ο γιοσ του αχια, απο την οικογενεια του ισσαχαρ· και ο βαασα τον παταξε στη γιββεθων, που ανηκε στουσ φιλισταιουσ· επειδη, ο ναδαβ και ολοκληροσ ο ισραηλ πολιορκουσαν τη γιββεθων. ο βαασα, λοιπον, τον θανατωσε κατα τον τριτο χρονο του ασα του βασιλια του ιηhυδα, και βασιλευσε αντ' αυτου. και καθωσ βασιλευσε, παταξε ολοκληρη την οικογενεια του ιεροβοαμ· δεν αφησε στον ιεροβοαμ τιποτε ζωντανο, μεχρισ οτου την εξολοθρευσε, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλησε με τον δουλο του, τον αχια τον σηλωνιτη, εξαιτιασ των αμαρτιων του ιεροβοαμ, που αμαρτησε, και με τισ οποιεσ εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει, και για τον παροργισμο με τον οποιο παροργισε τον κυριο τον θεο του ισραηλ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ναδαβ, και ολα οσα επραξε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; και υπηρχε πολεμοσ αναμεσα στον ασα και στον βαασα, τον βασιλια του ισραηλ, ολεσ τισ ημερεσ τουσ. κατα τον τριτο χρονο του ασα του βασιλια του ιηhυδα, ο βαασα, ο γιοσ του αχια, βασιλευσε επανω σε ολοκληρο τον ισραηλ στη θερσα· και βασιλευσε 24 χρονια. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, και περπατησε στον δρομο του ιεροβοαμ, και στην αμαρτια του, με την οποια εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει.

16

και ηρθε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιηου, τον γιο του ανανι, εναντιον του βαασα, λεγοντασ: επειδη, ενω σε υψωσα απο το χωμα, και σε εκανα ηγεμονα επανω στον λαο μου ισραηλ, εσυ περπατησεσ στον δρομο του ιεροβοαμ, και εκανεσ τον λαο μου ισραηλ να αμαρτησει, για να με παροργισεισ με τισ αμαρτιεσ τουσ, δεσ, εγω εξολοθρευω τον βαασα, ολοκληρωτικα, και την οικογενεια του· και θα κανω την οικογενεια σου οπωσ την οικογενεια του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ· οποιοσ απο τον βαασα πεθανει στην πολη, θα τον φανε τα σκυλια· και οποιοσ απ' αυτον πεθανει στα χωραφια, θα τον φανε τα πουλια του ουρανου. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του βαασα, και οσα επραξε, και τα κατορθωματα του, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; και ο βαασα κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε στη θερσα· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ηλα, ο γιοσ του. κι ακομα, διαμεσου του ιηου του προφητη, γιου του ανανι, ηρθε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντιον του βαασα, και εναντια στην οικογενεια του, και εναντια σε ολεσ τισ κακιεσ που επραξε μπροστα στον κυριο, που τον παροργισε με τα εργα των χεριων του, ωστε να γινει οπωσ η οικογενεια του ιεροβοαμ· και επειδη τον θανατωσε. κατα τον 26ο χρονο του ασα, του βασιλια του ιηhυδα, ο ηλα, ο γιοσ του βαασα, βασιλευσε επανω στον ισραηλ, στη θερσα, και βασιλευσε δυο χρονια. αλλα, εναντιον του συνωμοτησε ο δουλοσ του, ο ζιμβρι, ο αρχηγοσ των μισων πολεμικων αμαξων, ενω ηταν στη θαρσεισ, πινοντασ και μεθωντασ μεσα στο σπιτι του αρσα, του οικονομου του παλατιου του στη θερσα. και ο ζιμβρι μπηκε, και τον παταξε, και τον θανατωσε, τον 27ο χρονο του ασα, του βασιλια του ιηhυδα, και βασιλευσε αντ' αυτου. και καθωσ βασιλευσε, αφου καθησε επανω στον θρονο του, παταξε ολοκληρη την οικογενεια του βαασα· δεν αφησε σ' αυτον καποιον που ουρει σε τοιχο, ουτε συγγενεισ του ουτε φιλουσ του. και ο ζιμβρι εξολοθρευσε ολοκληρη την οικογενεια του βαασα, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλησε εναντια στον βαασα διαμεσου του ιηου του προφητη, εξαιτιασ ολων των αμαρτιων του βαασα, και των αμαρτιων του ηλα, του γιου του, που αμαρτησαν, και με τισ οποιεσ εκαναν τον ισραηλ να αμαρτησει, παροργιζοντασ τον θεο του ισραηλ με τισ ματαιοτητεσ τουσ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ηλα, και ολα οσα επραξε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; κατα τον 27ο χρονο του ασα, του βασιλια του ιηhυδα, ο ζιμβρι βασιλευσε επτα ημερεσ στη θερσα. και ο λαοσ ηταν στρατοπεδευμενοσ εναντια στη γιββεθων, που ανηκε στουσ φιλισταιουσ. και οταν ο λαοσ, αυτοσ που ηταν στρατοπεδευμενοσ, ακουσε οτι ελεγαν: ο ζιμβρι συνωμοτησε, και μαλιστα παταξε τον βασιλια, ολοκληροσ ο ισραηλ εκανε τον αμρι, τον αρχηγο του στρατου, βασιλια επανω στον ισραηλ εκεινη την ημερα μεσα στο στρατοπεδο. και ανεβηκε ο αμρι, και μαζι του ολοκληροσ ο ισραηλ, απο τη γιββεθων, και πολιορκησαν τη θερσα. και καθωσ ο ζιμβρι ειδε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυθηκε η πολη, μπηκε μεσα στον πυργισκο του παλατιου του βασιλια, και εκαψε επανω του με φωτια το παλατι του βασιλια, και πεθανε, για τισ αμαρτιεσ του που ειχε αμαρτησει, πραττοντασ πονηρα μπροστα στον κυριο, επειδη περπατησε στον δρομο του ιεροβοαμ, και στισ αμαρτιεσ του, που ειχε πραξει, κανοντασ τον ισραηλ να αμαρτησει. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ζιμβρι, και η συνωμοσια που εκανε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; τοτε, ο λαοσ ισραηλ χωριστηκε σε δυο μερη· το μισο του λαου ακολουθησε τον θιβνι, τον γιο του γιναθ, για να τον κανει βασιλια· και το μισο ακολουθησε τον αμρι. ο λαοσ, ομωσ, που ακολουθησε τον αμρι υπερισχυσε εναντια στον λαο που ακολουθησε τον θιβνι, τον γιο του γιναθ· και ο θιβνι πεθανε, και βασιλευσε ο αμρι. κατα τον 31ο χρονο του ασα, του βασιλια του ιηhυδα, ο αμρι βασιλευσε επανω στον ισραηλ, και βασιλευσε 12 χρονια· εξι χρονια βασιλευσε στη θερσα. και αγορασε το βουνο τησ σαμαρειασ απο τον σεμερ, για δυο ταλαντα ασημι, και εκτισε μια πολη επανω στο βουνο, και αποκαλεσε το ονομα τησ πολησ, που εκτισε, συμφωνα με το ονομα του σεμερ, κυριου του βουνου, σαμαρεια. και ο αμρι επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, και επραξε χειροτερα απο ολουσ οσοι ησαν πριν απ' αυτον· και περπατησε σε ολουσ τουσ δρομουσ του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, και στισ αμαρτιεσ εκεινου, με τισ οποιεσ εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει, παροργιζοντασ τον κυριο τον θεο του ισραηλ με τισ ματαιοτητεσ τουσ. και οι υπολοιπεσ απο τισ πραξεισ του αμρι που επραξε, και τα κατορθωματα του οσα εκανε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; και ο αμρι κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε στη σαμαρεια· και αντ' αυτου βασιλευσε ο αχααβ, ο γιοσ του. και ο αχααβ, ο γιοσ του αμρι, βασιλευσε επανω στον ισραηλ κατα τον 38ο χρονο του ασα του βασιλια του ιηhυδα· και ο αχααβ ο γιοσ του αμρι, βασιλευσε επανω στον ισραηλ στη σαμαρεια, 22 χρονια. και ο αχααβ, ο γιοσ του αμρι, επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, περισσοτερο απο ολουσ οσοι ησαν πριν απ' αυτον. και σαν να ηταν ενα μικρο πραγμα, το να περπαταει στισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, πηρε ακομα για γυναικα την ιεζαβελ, τη θυγατερα του εθβααλ, του βασιλια των σιδωνιων, και πηγε και λατρευσε τον βααλ, και τον προσκυνησε. και ανεγειρε βωμο στον βααλ, μεσα στον οικο του βααλ, που ειχε οικοδομησει στη σαμαρεια. και ο αχααβ εκανε ενα αλσοσ· και για να παροργισει τον κυριο τον θεο του ισραηλ, ο αχααβ επραξε περισσοτερο απο ολουσ τουσ βασιλιαδεσ του ισραηλ, οσοι σταθηκαν πριν απ' αυτον. στισ ημερεσ του, ο χιηλ ο βαιθηλιτησ εκτισε την ιεριχω· εβαλε τα θεμελια τησ επανω στον πρωτοτοκο του, τον αβειρων, και εστησε τισ πυλεσ τησ επανω στον νεοτερο γιο του, τον σεγουβ, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε μιλησει διαμεσου του ιηhοσυα, τον γιο του ναυη.

17

και ο ηλιασ ο θεσβιτησ, αυτοσ απο τουσ κατοικουσ τησ γαλααδ, ειπε στον αχααβ: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, μπροστα στον οποιο στεκομαι, αυτα τα χρονια δεν θα υπαρχει δροσοσ και βροχη, παρα μοναχα με τον λογο του στοματοσ μου. και ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηρθε σ' αυτον, λεγοντασ: αναχωρησε απο εδω, και στρεψε ανατολικα, και κρυψου κοντα στον χειμαρρο χεριθ, που ειναι απεναντι απο τον ιορδανη· και θα πινεισ απο τον χειμαρρο · προσταξα δε τουσ κορακεσ, να σε τρεφουν εκει. και πηγε, και εκανε συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, πηγε και καθησε κοντα στον χειμαρρο χεριθ, που ειναι απεναντι απο τον ιορδανη. και οι κορακεσ του εφερναν ψωμι και κρεασ το πρωι, και ψωμι και κρεασ την εσπερα· και επινε νερο απο τον χειμαρρο. και μετα απο μερικεσ ημερεσ ο χειμαρροσ χεριθ ξεραθηκε, επειδη δεν εγινε βροχη επανω στη γη. και ηρθε σ' αυτον ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: αφου σηκωθεισ, πηγαινε στα σαρεπτα τησ σιδωνασ, και καθησε εκει· δεσ, εχω προσταξει εκει μια χηρα γυναικα να σε τρεφει. και αφου σηκωθηκε, πηγε στα σαρεπτα. και καθωσ ηρθε στην πυλη τησ πολησ, να, ηταν εκει μια χηρα που μαζευε ξυλαρακια· και τησ φωναξε, και ειπε: φερε μου, παρακαλω, σε δοχειο λιγο νερο να πιω. κι ενω πηγε για να φερει, τησ φωναξε, και ειπε: φερε μου, παρακαλω, και ενα κομματι ψωμι στο χερι σου. κι εκεινη ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, δεν εχω ψωμι, αλλα μονον μια χερια αλευρι στο πιθαρι, και λιγο λαδι στο ρωγι· και δεσ , μαζευω δυο ξυλαρακια, για να παω και να το φτιαξω για τον εαυτο μου, και για τον γιο μου, και να το φαμε, και να πεθανουμε. και ο ηλιασ τησ ειπε: μη φοβασαι· πηγαινε, κανε οπωσ ειπεσ· αλλα, απ' αυτο κανε πρωτα σε μενα μια μικρη πιτα, και φερ' την σε μενα, και επειτα κανε για τον εαυτο σου, και για τον γιο σου· επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: το πιθαρι με το αλευρι δεν θα αδειασει ουτε το ρωγι με το λαδι θα ελαττωθει, μεχρι την ημερα κατα την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα δωσει βροχη επανω στο προσωπο τησ γησ. κι εκεινη πηγε, και εκανε συμφωνα με τον λογο του ηλια· και ετρωγε, αυτη, κι αυτοσ, και η οικογενεια τησ, πολλεσ ημερεσ· το πιθαρι με το αλευρι δεν αδειασε ουτε το ρωγι με το λαδι ελαττωθηκε, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλησε διαμεσου του ηλια. και μετα απο τα πραγματα αυτα, αρρωστησε ο γιοσ τησ γυναικασ, τησ κυριασ του σπιτιου· και η αρρωστια του ηταν υπερβολικα δυνατη, μεχρισ οτου δεν εμεινε μεσα του πνοη. και ειπε στον ηλια: τι εχεισ μαζι μου, ανθρωπε του θεου; ηρθεσ σε μενα για να φερεισ σε ενθυμηση τισ ανομιεσ μου, και να θανατωσεισ τον γιο μου; κι εκεινοσ τησ ειπε: δωσε μου τον γιο σου. και τον πηρε απο τον κορφο τησ, και τον ανεβασε στο υπερωο, οπου αυτοσ καθοταν, και τον πλαγιασε επανω στο κρεβατι του. και αναβοησε στον κυριο, και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε μου! εφερεσ κακο κι επανω στη χηρα, κοντα στην οποια παροικω, ωστε να θανατωσεισ τον γιο τησ; και ξαπλωσε τρεισ φορεσ επανω στο παιδακι, και αναβοησε στον κυριο, και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε μου, ασ επανελθει, παρακαλω, στο παιδακι αυτο, η ψυχη μεσα του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εισακουσε τη φωνη του ηλια· και στο παιδακι επανηλθε μεσα του η ψυχη, και ανεζησε. και ο ηλιασ πηρε το παιδακι, και το κατεβασε απο το υπερωο στο σπιτι, και το εδωσε στη μητερα του. και ο ηλιασ ειπε: δεσ, ο γιοσ σου ζει. και η γυναικα ειπε στον ηλια: τωρα γνωριζω απ' αυτο οτι εισαι ανθρωποσ του θεου, και ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στο στομα σου ειναι αληθεια.

18

και υστερα απο πολλεσ ημερεσ, ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηρθε στον ηλια κατα τον τριτο χρονο, λεγοντασ: πηγαινε, και φανερωσου στον αχααβ· και θα δωσω βροχη επανω στο προσωπο τησ γησ. και ο ηλιασ πηγε να φανερωθει στον αχααβ. η πεινα μαλιστα γινοταν βαρια στη σαμαρεια. και ο αχααβ καλεσε τον οβαδια τον οικονομο. (και ο οβαδια φοβοταν υπερβολικα τον κυριο· επειδη, οταν η ιεζαβελ εξολοθρευε τουσ προφητεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο οβαδια ειχε παρει 100 προφητεσ, και τουσ εκρυψε σε σπηλια ανα 50, και τουσ ετρεφε εκει με ψωμι και νερο). και ο αχααβ ειπε στον οβαδια: να περιελθεισ στη γη, σε ολεσ τισ πηγεσ των νερων, και σε ολουσ τουσ χειμαρρουσ· ισωσ βρουμε χορταρι, για να σωσουμε τη ζωη των αλογων και των μουλαριων, και να μη στερηθουμε τα κτηνη. χωρισαν, λοιπον, τη γη για τον εαυτο τουσ, για να τη διαπερασουν· ο μεν αχααβ αναχωρησε απο εναν δρομο, ολομοναχοσ, ο δε οβαδια αναχωρησε απο αλλον δρομο, ολομοναχοσ. και ενω ο οβαδια βρισκοταν καθ' οδον, να, τον συναντησε ο ηλιασ· και εκεινοσ τον γνωρισε, και επεσε μπρουμυτα και ειπε: εσυ εισαι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ηλια; κι εκεινοσ του ειπε: εγω· πηγαινε, πεσ στον κυριο σου: να, ο ηλιασ. κι εκεινοσ ειπε: τι αμαρτησα, ωστε θελεισ να παραδωσεισ τον δουλο σου στο χερι του αχααβ, για να με θανατωσει; ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, δεν υπαρχει εθνοσ η βασιλειο, οπου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου δεν εχει στειλει να σε αναζητουν· και οταν ελεγαν: δεν ειναι, αυτοσ ορκιζε το βασιλειο και το εθνοσ, οτι δεν σε βρηκαν. και τωρα εσυ λεσ: πηγαινε, πεσ στον κυριο σου: να, ο ηλιασ. και καθωσ εγω αναχωρησω απο σενα, το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε φερει οπου δεν ξερω· και οταν παω και αναγγειλω στον αχααβ, και δεν σε βρει, θα με θανατωσει. αλλα, ο δουλοσ σου φοβουμαι τον κυριο απο τη νιοτη μου. δεν αναγγελθηκε στον κυριο μου τι εκανα, οταν η ιεζαβελ θανατωνε τουσ προφητεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με ποιον τροπο ειχα κρυψει 100 ανδρεσ απο τουσ προφητεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε σπηλια ανα 50, και τουσ διεθρεψα με ψωμι και νερο; και τωρα εσυ λεσ: πηγαινε, πεσ στον κυριο σου: να, ο ηλιασ· αλλ' αυτοσ θα με θανατωσει. και ο ηλιασ ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, μπροστα στον οποιο παραστεκομαι οτι, σημερα θα εμφανιστω σ' αυτον. πηγε, λοιπον, ο οβαδια σε συναντηση του αχααβ, και του το ανηγγειλε. και ο αχααβ πηγε σε συναντηση του ηλια. και καθωσ ο αχααβ ειδε τον ηλια, ο αχααβ ειπε σ' αυτον: εσυ εισαι αυτοσ που διαταραζεισ τον ισραηλ; κι εκεινοσ ειπε: δεν διαταραζω εγω τον ισραηλ, αλλ' εσυ, και η οικογενεια του πατερα σου· επειδη, εσεισ εγκαταλειψατε τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και πηγεσ πισω απο τουσ βααλειμ· τωρα, λοιπον, στειλε, συγκεντρωσε μου ολοκληρο τον ισραηλ στο βουνο τον καρμηλο, και τουσ 450 προφητεσ του βααλ, και τουσ 400 προφητεσ των αλσων, που τρωνε στο τραπεζι τησ ιεζαβελ. και ο αχααβ εστειλε σε ολουσ του γιουσ ισραηλ, και συγκεντρωσε τουσ προφητεσ στο βουνο τον καρμηλο. και ο ηλιασ πλησιασε σε ολοκληρο τον λαο, και ειπε: μεχρι ποτε χωλαινετε αναμεσα σε δυο φρονηματα; αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι θεοσ, ακολουθειτε αυτον· αλλ' αν ο βααλ, ακολουθειτε τουτον. και ο λαοσ δεν του απαντησε ουτε εναν λογο. τοτε, ο ηλιασ ειπε στον λαο: εγω μονοσ απεμεινα προφητησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ενω οι προφητεσ του βααλ ειναι 450 ανδρεσ· ασ μασ δωσουν, λοιπον, δυο μοσχαρια· και ασ διαλεξουν για τον εαυτο τουσ το ενα μοσχαρι, και ασ το διαμελισουν, και ασ το βαλουν επανω σε ξυλα, φωτια ομωσ ασ μη βαλουν· κι εγω θα ετοιμασω το αλλο μοσχαρι, και θα το βαλω επανω σε ξυλα, και φωτια δεν θα βαλω· και να επικαλεστειτε το ονομα των θεων σασ, κι εγω θα επικαλεσθω το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ο θεοσ, που θα εισακουσει με φωτια, αυτοσ ασ ειναι ο θεοσ. και απαντωντασ ολοκληροσ ο λαοσ, ειπε: καλοσ ειναι ο λογοσ. και ο ηλιασ ειπε στουσ προφητεσ του βααλ: διαλεξτε για τον εαυτο σασ το ενα μοσχαρι, και ετοιμαστε το πρωτοι· επειδη, ειστε πολλοι· και επικαλεσθειτε το ονομα των θεων σασ, φωτια ομωσ μη βαλετε. και πηραν το μοσχαρι που τουσ δοθηκε, και το ετοιμασαν, και επικαλουνταν το ονομα του βααλ απο το πρωι μεχρι το μεσημερι, λεγοντασ: εισακουσε μασ, βααλ· και δεν υπηρξε φωνη, και δεν υπηρξε ακροαση· και πηδουσαν γυρω απο το θυσιαστηριο, που ειχαν κτισει. και κατα το μεσημερι, ο ηλιασ περιπαιζοντασ τουσ, ελεγε: να τον επικαλειστε με δυνατη φωνη· επειδη, θεοσ ειναι· η εχει συνομιλια η εχει ασχολια η ειναι σε οδοιπορια η ισωσ και να κοιμαται, και θα ξυπνησει. και επικαλουνταν με μεγαλη φωνη, και κατεκοβαν το σωμα τουσ, συμφωνα με τη συνηθεια τουσ, με μαχαιρια και με λογχεσ, μεχρισ οτου ξεχυθηκε επανω τουσ αιμα. και αφου περασε το μεσημερι, κι αυτοι προφητευαν μεχρι την ωρα τησ προσφορασ, και δεν υπηρξε φωνη, και δεν υπηρξε ακροαση, και δεν υπηρξε προσοχη, τοτε, ο ηλιασ ειπε σε ολοκληρο τον λαο: πλησιαστε σε μενα. και ολοκληροσ ο λαοσ πλησιασε σ' αυτον. και επιδιορθωσε το θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το γκρεμισμενο. και ο ηλιασ πηρε 12 πετρεσ, συμφωνα με τον αριθμο των φυλων των γιων του ιακωβ, προσ τον οποιο ειχε ερθει ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: το ονομα σου θα ειναι ισραηλ· και εκτισε τισ πετρεσ σε θυσιαστηριο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και εκανε ενα αυλακι γυρω απο το θυσιαστηριο, που χωρουσε δυο μετρα σπορο. και στοιβαξε τα ξυλα, και διαμελισε το μοσχαρι, και το εβαλε επανω στα ξυλα. και ειπε: γεμιστε τεσσερισ υδριεσ νερο, και χυστε το επανω στο ολοκαυτωμα, κι επανω στα ξυλα. και ειπε: δευτερωστε· και δευτερωσαν. και ειπε: καντε το μια τριτη φορα· και το εκαναν μια τριτη φορα. και το νερο περιετρεχε γυρω απο το θυσιαστηριο· ακομα και το αυλακι γεμισε νερο. και την ωρα τησ προσφορασ, ο ηλιασ ο προφητησ πλησιασε, και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε του αβραhαμ, του ισαακ, και του ισραηλ, ασ γινει σημερα γνωστο, οτι εσυ εισαι ο θεοσ στον ισραηλ, κι εγω δουλοσ σου, και συμφωνα με τον λογο σου εκανα ολα αυτα τα πραγματα· εισακουσε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισακουσε με, για να γνωρισει αυτοσ ο λαοσ οτι εσυ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εισαι ο θεοσ, κι εσυ γυρισεσ την καρδια τουσ πισω. τοτε, επεσε φωτια απο τον κυριο και κατεφαγε το ολοκαυτωμα, και τα ξυλα, και τισ πετρεσ, και το χωμα, και εγλειψε το νερο, αυτο που ηταν στο αυλακι. και οταν ολοκληροσ ο λαοσ το ειδε, επεσαν μπρουμυτα μπροστα τουσ, και ειπαν: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ ειναι ο θεοσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ ειναι ο θεοσ. και ο ηλιασ τουσ ειπε: πιαστε τουσ προφητεσ του βααλ· κανενασ απ' αυτουσ ασ μη διασωθει. και τουσ επιασαν· και ο ηλιασ τουσ κατεβασε στον χειμαρρο κεισων, κι εκει τουσ εσφαξε. και ο ηλιασ ειπε στον αχααβ: ανεβα, φαε και πιεσ· επειδη, υπαρχει φωνη πληθουσ βροχησ. και ο αχααβ ανεβηκε για να φαει και να πιει. και ο ηλιασ ανεβηκε στην κορυφη του καρμηλου, και εσκυψε στη γη, και εβαλε το προσωπο του αναμεσα στα γονατα του, και ειπε στον υπηρετη του: ανεβα, τωρα, κοιταξε προσ τη θαλασσα. κι ανεβηκε, και κοιταξε, και ειπε: δεν ειναι τιποτε. κι εκεινοσ ειπε: πηγαινε παλι, μεχρι επτα φορεσ. και την εβδομη φορα ειπε: δεσ, ενα μικρο συννεφο, σαν παλαμη ανθρωπου, ανεβαινει απο τη θαλασσα. και ειπε: ανεβα, πεσ στον αχααβ: ζευξε την αμαξα σου, και κατεβα, για να μη σε εμποδισει η βροχη. και, εντωμεταξυ, ο ουρανοσ μαυρισε απο τα συννεφα και τον ανεμο, και εγινε μεγαλη βροχη. και ο αχααβ ανεβηκε στην αμαξα του, και πηγε στην ιεζραελ. και το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε επανω στον ηλια, και συνεσφιξε την οσφυ του, και ετρεχε μπροστα απο τον αχααβ μεχρι την εισοδο τησ ιεζραελ.

19

και ο αχααβ ανηγγειλε στην ιεζαβελ ολα οσα εκανε ο ηλιασ, και με ποιον τροπο θανατωσε με ρομφαια ολουσ τουσ προφητεσ. και η ιεζαβελ εστειλε εναν μηνυτη στον ηλια, λεγοντασ: ετσι να κανουν οι θεοι και ετσι να προσθεσουν, αν αυριο αυτη περιπου την ωρα δεν κανω τη ζωη σου σαν τη ζωη ενοσ απο εκεινουσ. και επειδη φοβηθηκε, σηκωθηκε, και αναχωρησε χαρη τησ ζωησ του, και ηρθε στη βηρ-σαβεε, που ειναι στον ιηhυδα, και αφησε εκει τον υπηρετη του. κι αυτοσ πηγε στην ερημο μιασ ημερασ δρομο, και ηρθε και καθησε κατω απο μια αρκευθο· και επιθυμησε μεσα του να πεθανει, και ειπε: αρκει· τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, παρε την ψυχη μου, επειδη δεν ειμαι καλυτεροσ απο τουσ πατερεσ μου. και αφου πλαγιασε, αποκοιμηθηκε κατω απο μια αρκευθο, και ξαφνου, ενασ αγγελοσ τον αγγιξε, και του ειπε: σηκω, φαε. και κοιταξε προσ τα πανω, και να, κοντα στο κεφαλι του υπηρχε ψωμι, ψημενο επανω σε καυτεσ πετρεσ, και δοχειο με νερο. και εφαγε και ηπιε, και ξαναπλαγιασε. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γυρισε για δευτερη φορα, και τον αγγιξε, και ειπε: σηκω, φαε· επειδη, ειναι μεγαλοσ ο δρομοσ για σενα. και αφου σηκωθηκε, εφαγε και ηπιε, και με τη δυναμη εκεινησ τησ τροφησ οδοιπορησε 40 ημερεσ και 40 νυχτεσ, μεχρι το χωρηβ, το βουνο του θεου. και μπηκε εκει σε ενα σπηλαιο, και εκανε ενα καταλυμα· και να, λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηρθε σ' αυτον, και του ειπε: τι κανεισ εδω, ηλια; κι εκεινοσ ειπε: σταθηκα στο επακρον ζηλωτησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, του θεου των δυναμεων· επειδη, οι γιοι ισραηλ εγκατελειψαν τη διαθηκη σου, κατεστρεψαν τα θυσιαστηρια σου, και θανατωσαν τουσ προφητεσ σου με ρομφαια· κι εγω εναπεμεινα μονοσ· και ζητουν τη ζωη μου, για να την αφαιρεσουν. και ειπε: βγεσ εξω, και στασου επανω στο βουνο, μπροστα στον κυριο. και να, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαβαινε, και δυνατοσ ανεμοσ εσχιζε τα βουνα, και εσπαζε τουσ βραχουσ μπροστα απο τον κυριο· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ηταν μεσα στον ανεμο· και υστερα απο τον ανεμο, σεισμοσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ηταν μεσα στον σεισμο· και υστερα απο τον σεισμο, φωτια· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ηταν μεσα στη φωτια· και μετα τη φωτια, ηχοσ λεπτου αερα. και καθωσ ο ηλιασ τον ακουσε, σκεπασε το προσωπο του με τη μηλωτη του, και βγηκε εξω, και σταθηκε στην εισοδο τησ σπηλιασ. και να, ακουστηκε σ' αυτον μια φωνη, που ελεγε: τι κανεισ εδω, ηλια; και ειπε: σταθηκα στο επακρον ζηλωτησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· επειδη, οι γιοι ισραηλ εγκατελειψαν τη διαθηκη σου, κατεστρεψαν τα θυσιαστηρια σου, και θανατωσαν τουσ προφητεσ σου με ρομφαια· και εγω εναπεμεινα μονοσ· και ζητουν τη ζωη μου, για να την αφαιρεσουν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: πηγαινε, γυρνα πισω στον δρομο σου, στην ερημο τησ δαμασκου· και οταν ερθεισ, χρισε τον αζαηλ βασιλια επανω στη συρια· και τον ιηου, τον γιο του νιμσι, θα τον χρισεισ βασιλια επανω στον ισραηλ· και τον ελισσαιε, τον γιο του σαφατ, απο την αβελ-μεολα, θα τον χρισεισ προφητη αντι για σενα· και θα συμβει, ωστε αυτοσ που θα διασωθει απο τη ρομφαια του αζαηλ, θα τον θανατωσει ο ιηου· κι αυτοσ που θα διασωθει απο τη ρομφαια του ιηου, θα τον θανατωσει ο ελισσαιε· αφησα, ομωσ, στον ισραηλ 7.000, ολα τα γονατα οσα δεν εκλιναν στον βααλ, και καθε στομα που δεν τον φιλησε. και αφου αναχωρησε απο εκει, βρηκε τον ελισσαιε, τον γιο του σαφατ, καθωσ οργωνε με 12 ζευγαρια βοδια μπροστα του, ενω αυτοσ ηταν στο 12ο· και ο ηλιασ περασε απο κοντα του, και ερριξε επανω του τη μηλωτη του. κι εκεινοσ αφησε τα βοδια, και ετρεξε πισω απο τον ηλια, και ειπε: ασ φιλησω, παρακαλω, τον πατερα μου και τη μητερα μου, και τοτε θα σε ακολουθησω. και του ειπε: πηγαινε, γυρνα πισω· επειδη, τι σου εκανα; και στραφηκε απο πισω του, και πηρε ενα ζευγαρι βοδια, τα εσφαξε, και εψησε το κρεασ τουσ με τα εργαλεια των βοδιων, και εδωσε στον λαο, και εφαγαν. τοτε, αφου σηκωθηκε, πηγε πισω απο τον ηλια, και τον υπηρετουσε.

20

και ο βεν-αδαδ, ο βασιλιασ τησ συριασ, συγκεντρωσε ολοκληρη τη δυναμη του· (και ησαν μαζι του 32 βασιλιαδεσ, και αλογα, και αμαξεσ)· και ανεβηκε, και πολιορκησε τη σαμαρεια, και την πολεμουσε. και εστειλε μηνυτεσ στον αχααβ, τον βασιλια του ισραηλ, στην πολη, και του ειπε: ετσι λεει ο βεν-αδαδ· το ασημι σου και το χρυσαφι σου ειναι δικο μου· και οι γυναικεσ σου και τα ωραια παιδια σου ειναι δικα μου. και ο βασιλιασ του ισραηλ απαντησε, και ειπε: συμφωνα με τον λογο σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια, δικοσ σου ειμαι εγω, και ολα οσα εχω. και οι μηνυτεσ γυρισαν πισω, και ειπαν: ετσι απανταει ο βεν-αδαδ, λεγοντασ: επειδη, εστειλα σε σενα, λεγοντασ: το ασημι σου, το χρυσαφι σου, και τισ γυναικεσ σου, και τα παιδια σου, θα τα παραδωσεισ σε μενα, αυριο βεβαια γυρω σ' αυτη την ωρα, θα στειλω τουσ δουλουσ μου σε σενα, και θα ερευνησουν το παλατι σου, και τα σπιτια των δουλων σου· και ο,τι ειναι επιθυμητο στα ματια σου, θα το βαλουν στα χερια τουσ, και θα το παρουν. τοτε, ο βασιλιασ του ισραηλ καλεσε ολουσ τουσ πρεσβυτερουσ του τοπου, και ειπε: στοχαστειτε, παρακαλω, και δεστε οτι αυτοσ ζηταει κακια· επειδη, εστειλε σε μενα για τισ γυναικεσ μου, και για τα παιδια μου, και για το ασημι μου, και για το χρυσαφι μου, και δεν του αρνηθηκα τιποτε. και ολοι οι πρεσβυτεροι και ολοκληροσ ο λαοσ ειπαν σ' αυτον: μη υπακουσεισ ουτε να συγκατατεθεισ. ειπε, λοιπον, στουσ μηνυτεσ του βεν-αδαδ: πειτε στον κυριο μου τον βασιλια: ολα οσα διαμηνυσεσ στον δουλο σου αρχικα, θα τα κανω· αυτο, ομωσ, το πραγμα δεν μπορω να το κανω. και οι μηνυτεσ αναχωρησαν, και του εφεραν την απαντηση. και ο βεν-αδαδ ξαναστειλε σ' αυτον μηνυτεσ, λεγοντασ: ετσι να κανουν σε μενα οι θεοι, και ετσι να προσθεσουν, αν το χωμα τησ σαμαρειασ αρκεσει για μια χερια σε ολοκληρο τον λαο, αυτον που με ακολουθει. και ο βασιλιασ του ισραηλ απαντησε και ειπε: πειτε του: οποιοσ περιζωνεται τα οπλα, ασ μη μεγαλαυχει σαν εκεινον που τα βγαζει. και οταν ο βεν-αδαδ ακουσε αυτο τον λογο, ετυχε να πινει, αυτοσ και οι βασιλιαδεσ που ησαν μαζι του στισ σκηνεσ, και ειπε στουσ δουλουσ του: παραταχθειτε. και παραταχθηκαν εναντια στην πολη. και να, ηρθε στον αχααβ, τον βασιλια του ισραηλ, ενασ προφητησ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: βλεπεισ ολοκληρο αυτο το μεγαλο πληθοσ; δεσ, εγω το παραδινω στο χερι σου, σημερα· και θα γνωρισεισ οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο αχααβ ειπε: με ποιον; κι εκεινοσ απαντησε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: με τουσ υπηρετεσ των αρχοντων των επαρχιων. τοτε, ειπε: ποιοσ θα συγκροτησει τη μαχη: κι απαντησε: εσυ. τοτε, αριθμησε τουσ υπηρετεσ των αρχοντων των επαρχιων· και ησαν 232· και υστερα απ' αυτουσ, αριθμησε ολοκληρο τον λαο, ολουσ τουσ γιουσ ισραηλ, 7.000. και βγηκαν το μεσημερι. και ο βεν-αδαδ επινε και μεθουσε στισ σκηνεσ, αυτοσ, και οι βασιλιαδεσ, οι 32 βασιλιαδεσ, οι συμμαχοι του. και βγηκαν πρωτοι οι υπηρετεσ των αρχοντων των επαρχιων· και ο βεν-αδαδ εστειλε να μαθει· και του ανηγγειλαν, λεγοντασ: βγηκαν ανδρεσ απο τη σαμαρεια. κι εκεινοσ ειπε: αν βγηκαν ειρηνικα, πιαστε τουσ ζωντανουσ· και αν βγηκαν για πολεμο, και παλι συλλαβετε τουσ ζωντανουσ. βγηκαν, λοιπον, απο την πολη αυτοι οι υπηρετεσ των αρχοντων των επαρχιων, και ο στρατοσ που τουσ ακολουθουσε. και καθε ενασ χτυπησε τον ανθρωπο του· και οι συριοι εφυγαν· και ο ισραηλ τουσ καταδιωξε· και ο βεν-αδαδ, ο βασιλιασ τησ συριασ, διασωθηκε εφιπποσ μαζι με τουσ καβαλαρηδεσ. και βγηκε ο βασιλιασ του ισραηλ, και χτυπησε τουσ καβαλαρηδεσ και τισ αμαξεσ, και εκανε στουσ συριουσ μεγαλη σφαγη. και ο προφητησ ηρθε στον βασιλια του ισραηλ, και του ειπε: πηγαινε, ενδυναμωσου, και σκεψου, και δεσ τι θα κανεισ· επειδη, στην επιστροφη του χρονου ο βασιλιασ τησ συριασ θα ανεβει εναντιον σου. και οι δουλοι του βασιλια τησ συριασ ειπαν σ' αυτον: ο θεοσ τουσ ειναι θεοσ των βουνων· γι' αυτο υπερισχυσε εναντιον μασ· αν τουσ πολεμησουμε στην πεδιαδα, σιγουρα θα υπερισχυσουμε εναντιον τουσ. κανε, λοιπον, τουτο το πραγμα: βγαλε τουσ βασιλιαδεσ, καθε εναν απο τον τοπο του· και αντι γι' αυτουσ βαλε στρατηγουσ· κι εσυ συγκεντρωσε στον εαυτο σου στρατο, οσον στρατο επεσε, απ' αυτουσ που ησαν μαζι σου, και αλογο αντι για αλογο, και αμαξα αντι για αμαξα· και ασ τουσ πολεμησουμε στην πεδιαδα, και βεβαια θα υπερισχυσουμε εναντιον τουσ. και εισακουσε τη φωνη τουσ, και εκανε ετσι. και στην επιστροφη του χρονου, ο βεν-αδαδ αριθμησε τουσ συριουσ, και ανεβηκε στην αφεκ, για να πολεμησει εναντια στον ισραηλ. και οι γιοι ισραηλ αριθμηθηκαν, και αφου προπαρασκευαστηκαν, πηγαν σε συναντηση τουσ· και οι γιοι ισραηλ στρατοπεδευσαν απεναντι τουσ, σαν δυο μικρα κοπαδια κατσικιων· ενω οι συριοι γεμισαν τη γη. και ηρθε ο ανθρωποσ του θεου, και μιλησε στον βασιλια του ισραηλ, και ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: επειδη, οι συριοι ειπαν: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι θεοσ των βουνων, και οχι θεοσ των κοιλαδων, γι' αυτο θα παραδωσω στο χερι σου ολοκληρο αυτο το μεγαλο πληθοσ, και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ησαν μεταξυ τουσ στρατοπεδευμενοι αντικρυστα επτα ημερεσ. και την εβδομη ημερα συγκροτηθηκε η μαχη· και οι γιοι ισραηλ χτυπησαν τουσ συριουσ 100.000 πεζουσ σε μια ημερα. κι εκεινοι που εναπεμειναν, εφυγαν στην αφεκ, προσ την πολη· και το τειχοσ επεσε επανω σε 27.000 απο τουσ ανδρεσ που ειχαν εναπομεινει. και ο βεν-αδαδ εφυγε, και μπηκε στην πολη, και κρυβοταν απο κοιτωνα σε κοιτωνα. και οι δουλοι του ειπαν σ' αυτον: δεσ, τωρα, ακουσαμε οτι οι βασιλιαδεσ τησ οικογενειασ του ισραηλ ειναι βασιλιαδεσ ελεημονεσ· ασ βαλουμε, λοιπον, σακουσ επανω στη μεση μασ, και σχοινια επανω στα κεφαλια μασ, και ασ βγουμε στον βασιλια του ισραηλ· ισωσ σου χαρισει τη ζωη. περιζωστηκαν, λοιπον, σακουσ, και σχοινια στα κεφαλια τουσ, και ηρθαν στον βασιλια του ισραηλ, και ειπαν: ο δουλοσ σου ο βεν-αδαδ λεει: ασ ζησει η ψυχη μου, παρακαλω. και ειπε: ζει ακομα; αδελφοσ μου ειναι. και οι ανδρεσ το πηραν αυτο για καλον οιωνο, και βιαστηκαν να στερεωσουν αυτο που βγηκε απο το στομα του· και ειπαν: ο αδελφοσ σου ο βεν-αδαδ. και ειπε: πηγαινετε, φερτε τον. και οταν ο βεν-αδαδ ηρθε σ' αυτον, εκεινοσ τον ανεβασε στην αμαξα του. και ο βεν-αδαδ ειπε σ' αυτον: τισ πολεισ, που ειχε παρει ο πατερασ μου απο τον πατερα σου, θα τισ επιστρεψω· και θα στησεισ στη δαμασκο οχυρωματα, οπωσ εστησε ο πατερασ μου στη σαμαρεια. κι εγω, ειπε ο αχααβ, θα σε εξαποστειλω με βαση αυτη τη συνθηκη. ετσι, εκανε μαζι του συνθηκη, και τον εξαπεστειλε. και ενασ ανθρωποσ απο τουσ γιουσ των προφητων ειπε στον κοντινο του με λογον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: χτυπησε με, παρακαλω. αλλ' ο ανθρωποσ δεν θελησε να τον χτυπησει. και του ειπε: επειδη, δεν υπακουσεσ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεσ, καθωσ θα αναχωρησεισ απο μενα, θα σε θανατωσει ενα λιονταρι. και καθωσ αναχωρησε απ' αυτον, τον βρηκε ενα λιονταρι, και τον θανατωσε. βρισκοντασ αργοτερα εναν αλλον ανθρωπο, ειπε: χτυπησε με, παρακαλω. και ο ανθρωποσ τον χτυπησε, και καθωσ τον χτυπησε, τον πληγωσε. τοτε, ο προφητησ αναχωρησε, και σταθηκε επανω στον δρομο για τον βασιλια, μεταμορφωμενοσ με ενα καλυμμα στα ματια του. και καθωσ διαβαινε ο βασιλιασ, αυτοσ αναβοησε προσ τον βασιλια, και ειπε: ο δουλοσ σου βγηκε στο μεσον τησ μαχησ· και να, ενασ ανθρωποσ, αφου στραφηκε κατα μεροσ, εφερε καποιον σε μενα, και ειπε: φυλαγε αυτον τον ανθρωπο· αν ποτε φυγει, τοτε η ζωη σου θα ειναι αντι για τη ζωη του η θα πληρωσεισ ενα ταλαντο ασημι· κι ενω ο δουλοσ σου ασχολειτο εδω κι εκει, αυτοσ εφυγε. και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε σ' αυτον: αυτη ειναι η κριση σου· εσυ ο ιδιοσ την αποφασισεσ. τοτε, εσπευσε, και εβγαλε απο τα ματια του το καλυμμα· και τον γνωρισε ο βασιλιασ του ισραηλ οτι ηταν απο τουσ προφητεσ. και του ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: επειδη, εσυ εξαπεστειλεσ απο το χερι σου εναν ανθρωπο, που εγω ειχα αποφασισει για ολεθρο, γι' αυτο η ζωη σου θα ειναι αντι τησ ζωησ του, και ο λαοσ σου αντι του λαου του. και ο βασιλιασ του ισραηλ εφυγε στο παλατι του σκυθρωποσ και δυσαρεστημενοσ, και ηρθε στη σαμαρεια.

21

και μετα απο τα πραγματα αυτα, ο ναβουθαι, ο ιεζραελιτησ, ειχε εναν αμπελωνα στην ιεζραελ, κοντα στο παλατι του αχααβ, του βασιλια τησ σαμαρειασ. και ο αχααβ μιλησε στον ναβουθαι, λεγοντασ: δωσε μου τον αμπελωνα σου, για να τον εχω για κηπο λαχανων, επειδη ειναι κοντα στο σπιτι μου· και θα σου δωσω αντι γι' αυτον εναν καλυτερο αμπελωνα απ' ο,τι αυτοσ· η, αν σου ειναι αρεστο, θα σου δωσω το αντιτιμο του σε ασημι. και ο ναβουθαι ειπε στον αχααβ: μη γενοιτο σε μενα απο τον θεο, να δωσω την κληρονομια των πατερων μου σε σενα! και ο αχααβ γυρισε στο σπιτι του σκυθρωποσ και δυσαρεστημενοσ, για τον λογο τον οποιο του μιλησε ο ναβουθαι, ο ιεζραελιτησ, λεγοντασ: δεν θα σου δωσω την κληρονομια των πατερων μου. και πλαγιασε επανω στο κρεβατι του, και εστρεψε το προσωπο του, και δεν εφαγε ψωμι. και ηρθε σ' αυτον η ιεζαβελ, η γυναικα του, και του ειπε: γιατι ειναι το πνευμα σου περιλυπο, ωστε δεν τρωσ ψωμι; κι εκεινοσ τησ ειπε: επειδη, μιλησα στον ναβουθαι, τον ιεζραελιτη, και του ειπα: δωσε μου τον αμπελωνα σου με ασημι· η, αν αγαπασ, θα σου δωσω εναν αλλον αμπελωνα αντι γι' αυτον· κι εκεινοσ απαντησε: δεν θα σου δωσω τον αμπελωνα μου. και η ιεζαβελ, η γυναικα του, του ειπε: εσυ βασιλευεισ τωρα επανω στον ισραηλ; σηκω, φαε ψωμι, και ασ ειναι η καρδια σου ευθυμη· εγω θα σου δωσω τον αμπελωνα του ναβουθαι, του ιεζραελιτη. τοτε, εγραψε επιστολεσ στο ονομα του αχααβ, και τισ σφραγισε με τη σφραγιδα του, και εστειλε τισ επιστολεσ στουσ πρεσβυτερουσ, και στουσ αρχοντεσ, εκεινουσ που ησαν στην πολη του, αυτουσ που κατοικουσαν μαζι με τον ναβουθαι. και στισ επιστολεσ εγραφε, λεγοντασ: κηρυξτε νηστεια, και βαλτε τον ναβουθαι να καθησει επικεφαλησ του λαου· και βαλτε να καθονται επεναντι του δυο κακοι ανδρεσ, κι ασ δωσουν μαρτυρια εναντιον του, λεγοντασ: εσυ βλασφημησεσ τον θεο και τον βασιλια· και βγαλτε τον εξω, και πετροβοληστε τον, κι ασ πεθανει. και οι ανδρεσ τησ πολησ του, οι πρεσβυτεροι και οι αρχοντεσ, που κατοικουσαν στην πολη του, εκαναν οπωσ τουσ ειχε διαμηνυσει η ιεζαβελ, συμφωνα με το γραμμενο στισ επιστολεσ, που τουσ ειχε στειλει. κηρυξαν νηστεια, και εβαλαν τον ναβουθαι να καθησει επικεφαλησ του λαου· και μπηκαν δυο ανδρεσ κακοι, και καθησαν απεναντι του· και οι κακοι ανδρεσ εδωσαν μαρτυρια εναντιον του, εναντιον του ναβουθαι, μπροστα στον λαο, λεγοντασ: ο ναβουθαι βλασφημησε τον θεο και τον βασιλια. τοτε, τον εβγαλαν εξω απο την πολη, και τον λιθοβολησαν με πετρεσ, και πεθανε. και εστειλαν στην ιεζαβελ, λεγοντασ: ο ναβουθαι λιθοβοληθηκε, και πεθανε. και καθωσ η ιεζαβελ ακουσε οτι ο ναβουθαι λιθοβοληθηκε και πεθανε, η ιεζαβελ ειπε στον αχααβ: σηκω, κληρονομησε τον αμπελωνα του ναβουθαι, του ιεζραελιτη, που δεν ηθελε να σου τον δωσει με ασημι· επειδη, ο ναβουθαι δεν ζει, αλλα πεθανε. και καθωσ ο αχααβ ακουσε οτι ο ναβουθαι πεθανε, ο αχααβ σηκωθηκε να κατεβει στον αμπελωνα του ναβουθαι του ιεζραελιτη, για να τον κληρονομησει. και ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηρθε στον ηλια τον θεσβιτη, λεγοντασ: σηκω, κατεβα σε συναντηση του αχααβ, του βασιλια του ισραηλ, που κατοικει στη σαμαρεια· δεσ, ειναι στον αμπελωνα του ναβουθαι, οπου κατεβηκε για να τον κληρονομησει· και θα μιλησεισ σ' αυτον, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: φονευσεσ, κι ακομα κληρονομησεσ; θα μιλησεισ ακομα σ' αυτον, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: στον τοπο, οπου τα σκυλια εγλειψαν το αιμα του ναβουθαι, θα γλειψουν τα σκυλια το αιμα σου, ναι, το δικο σου. και ο αχααβ ειπε στον ηλια: με βρηκεσ, εχθρε μου; κι απαντησε: σε βρηκα· επειδη, πουλησεσ τον εαυτο σου στο να κανεισ το πονηρο μπροστα στον κυριο. δεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: εγω θα φερω κακο επανω σου, και θα σαρωσω πισω σου, και θα εξολοθρευσω απο τον αχααβ εκεινον που ουρει προσ τον τοιχο, και τον δουλο και τον ελευθερο αναμεσα στον ισραηλ· και θα κανω την οικογενεια σου οπωσ την οικογενεια του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, και καθωσ την οικογενεια του βαασα, του γιου του αχια, εξαιτιασ του παροργισμου με τον οποιο με παροργισεσ, και εκανεσ τον ισραηλ να αμαρτησει. και για την ιεζαβελ, ακομα, μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: τα σκυλια θα καταφανε την ιεζαβελ κοντα στο περιτειχισμα τησ ιεζραελ· οποιοσ απο τον αχααβ πεθανει στην πολη, τα σκυλια θα τον καταφανε· και οποιοσ πεθανει στο χωραφι, τα πουλια του ουρανου θα τον καταφανε. (πραγματικα, κανενασ δεν σταθηκε ομοιοσ με τον αχααβ, που πουλησε τον εαυτο του στο να πραττει πονηρα μπροστα στον κυριο, οπωσ τον κινουσε η γυναικα του η ιεζαβελ. και επραξε με βδελυρο τροπο σε υπερβολικο βαθμο, ακολουθωντασ τα ειδωλα, συμφωνα με ολα οσα επρατταν οι αμορραιοι, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε εκδιωξει μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ). και καθωσ ο αχααβ ακουσε τα λογια αυτα, εσχισε τα ιματια του, και εβαλε σακο επανω στη σαρκα του, και νηστευσε, και ηταν πλαγιασμενοσ, περιτυλιγμενοσ με σακο, και περπατουσε σκυμμενοσ. και ηρθε ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ηλια τον θεσβιτη, λεγοντασ: ειδεσ πωσ ταπεινωθηκε μπροστα μου ο αχααβ; επειδη ταπεινωθηκε μπροστα μου, δεν θα φερω κακο στισ ημερεσ του· στισ ημερεσ του γιου του θα φερω το κακο επανω στην οικογενεια του.

22

και περασαν τρια χρονια χωρισ πολεμο αναμεσα στη συρια και τον ισραηλ. και κατα τον τριτο χρονο, ο ιωσαφατ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, κατεβηκε προσ τον βασιλια του ισραηλ. και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε στουσ δουλουσ του: ξερετε οτι η ραμωθ-γαλααδ ειναι δικη μασ, κι εμεισ σιωπουμε στο να την παρουμε απο το χερι του βασιλια τησ συριασ; και ειπε στον ιωσαφατ: ερχεσαι μαζι μου για να πολεμησουμε τη ραμωθ-γαλααδ; και ο ιωσαφατ ειπε στον βασιλια του ισραηλ: εγω ειμαι οπωσ κι εσυ, ο λαοσ μου οπωσ ο λαοσ σου, τα αλογα μου οπωσ τα αλογα σου. και ο ιωσαφατ ειπε στον βασιλια του ισραηλ: ρωτησε, παρακαλω, τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σημερα. και ο βασιλιασ του ισραηλ συγκεντρωσε τουσ προφητεσ, περιπου 400 ανδρεσ, και τουσ ειπε: να παω εναντιον τησ ραμωθ-γαλααδ να πολεμησω η να απεχω; κι εκεινοι ειπαν: ανεβα, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα την παραδωσει στο χερι του βασιλια. και ο ιωσαφατ ειπε: δεν υπαρχει εδω ακομα ενασ προφητησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να τον ρωτησουμε; και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε στον ιωσαφατ: υπαρχει ακομα καποιοσ ανθρωποσ, ο μιχαιασ, ο γιοσ του ιεμλα, διαμεσου του οποιου μπορουμε να ρωτησουμε τον κυριο· ομωσ, τον μισω· επειδη, δεν προφητευει καλο για μενα, αλλα κακο. και ο ιωσαφατ ειπε: ασ μη μιλαει ετσι ο βασιλιασ. και ο βασιλιασ του ισραηλ καλεσε εναν ευνουχο, και ειπε: βιασου να φερεισ τον μιχαια, τον γιο του ιεμλα. και ο βασιλιασ του ισραηλ και ο ιωσαφατ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, καθονταν, καθε ενασ στον θρονο του, ντυμενοι με στολεσ, σε εναν ανοιχτο τοπο, προσ την εισοδο τησ πυλησ τησ σαμαρειασ· και ολοι οι προφητεσ προφητευαν μπροστα τουσ. και ο σεδεκιασ, ο γιοσ του χαναανα, ειχε κανει για τον εαυτο του σιδερενια κερατα· και ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: με τουτα θα κερατισεισ τουσ συριουσ, μεχρισ οτου τουσ συντελεσεισ. και ολοι οι προφητεσ προφητευαν με τον ιδιο τροπο, λεγοντασ: ανεβα στη ραμωθ-γαλααδ, και να ευοδωνεσαι· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα την παραδωσει στο χερι του βασιλια. και ο μηνυτησ, που πηγε να καλεσει τον μιχαια, του ειπε, λεγοντασ: δεσ, τωρα, τα λογια των προφητων με ενα στομα φανερωνουν καλο για τον βασιλια· ο λογοσ σου, λοιπον, ασ ειναι οπωσ ο λογοσ ενοσ απο εκεινουσ, και μιλησε το καλο. και ο μιχαιασ ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο,τι μου πει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτο θα μιλησω. ηρθε, λοιπον, στον βασιλια. και ο βασιλιασ ειπε σ' αυτον: μιχαια, να παμε στη ραμωθ-γαλααδ για να πολεμησουμε η να απεχουμε; κι εκεινοσ του απαντησε: να ανεβεισ, και να ευοδωνεσαι· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα την παραδωσει στο χερι του βασιλια. και ο βασιλιασ ειπε σ' αυτον: μεχρι ποσεσ φορεσ θα σε ορκιζω, να μη μου λεσ παρα την αληθεια στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; κι εκεινοσ ειπε: ειδα ολοκληρο τον ισραηλ διασκορπισμενον επανω στα βουνα, σαν προβατα που δεν εχουν ποιμενα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: αυτοι δεν εχουν κυριο, ασ γυρισουν καθε ενασ στο σπιτι του με ειρηνη. και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε στον ιωσαφατ. δεν σου ειπα οτι δεν θα προφητευσει καλο για μενα, αλλα κακο; και ο μιχαιασ ειπε: ακουσε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ειδα τον κυριο να καθεται επανω στον θρονο του, και ολοκληρη τη στρατια του ουρανου να παραστεκεται γυρω απ' αυτον, απο τα δεξια του, και απο τα αριστερα του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: ποιοσ θα απατησει τον αχααβ, ωστε να ανεβει και να πεσει στη ραμωθ-γαλααδ; και ο μεν ενασ ειπε ετσι, ο δε αλλοσ ειπε ετσι. και βγηκε το πνευμα, και σταθηκε μπροστα στον κυριο, και ειπε: εγω θα τον απατησω. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σ' αυτο: με ποιον τροπο; και ειπε: θα βγω, και θα ειμαι πνευμα ψεματοσ στο στομα ολων των προφητων του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: θα απατησεισ, κι ακομα θα κατορθωσεισ· βγεσ, και κανε ετσι. τωρα, λοιπον, δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εβαλε πνευμα ψεματοσ στο στομα ολων αυτων των προφητων σου, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε κακο για σενα. τοτε, ο σεδεκιασ, ο γιοσ του χαναανα, αφου πλησιασε, ραπισε τον μιχαια επανω στο σαγονι, και ειπε: απο ποιον δρομο περασε το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο μενα, για να μιλησει σε σενα; και ο μιχαιασ ειπε: προσεξε, θα δεισ, κατα την ημερα που θα μπαινεισ απο ταμειο σε ταμειο για να κρυφτεισ. και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε: πιαστε τον μιχαια, και ξαναφερτε τον στον αμων, τον αρχοντα τησ πολησ, και στον ιωασ, τον γιο του βασιλια· και πειτε: ετσι λεει ο βασιλιασ: τουτον βαλτε τον στη φυλακη, και τρεφετε τον με ψωμι θλιψησ, και με νερο θλιψησ, μεχρισ οτου γυρισω με ειρηνη. και ο μιχαιασ ειπε: αν πραγματικα γυρισεισ με ειρηνη, τοτε ο θεοσ δεν μιλησε μεσα απο μενα. και ειπε: ακουστε εσεισ, ολοι οι λαοι. και ανεβηκε ο βασιλιασ του ισραηλ, και ο ιωσαφατ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, στη ραμωθ-γαλααδ. και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε στον ιωσαφατ: εγω θα μετασχηματιστω, και θα μπω μεσα στη μαχη· εσυ ντυσου τη στολη σου. και ο βασιλιασ του ισραηλ μετασχηματιστηκε, και μπηκε μεσα στη μαχη. κι ο βασιλιασ τησ συριασ ειχε προσταξει τουσ 32 αμαξαρχεσ του, λεγοντασ: μη πολεματε ουτε μικρον ουτε μεγαλον, αλλα μοναχα τον βασιλια του ισραηλ. και καθωσ οι αμαξαρχεσ ειδαν τον ιωσαφατ, ειπαν τοτε αυτοι: σιγουρα, αυτοσ ειναι ο βασιλιασ του ισραηλ. και περιστραφηκαν για να τον πολεμησουν· αλλ' ο ιωσαφατ αναβοησε. και οι αμαξαρχεσ, βλεποντασ οτι δεν ηταν ο βασιλιασ του ισραηλ, γυρισαν απο την καταδιωξη του. καποιοσ ανθρωποσ, ομωσ, καθωσ τοξευσε ασκοπα, χτυπησε τον βασιλια του ισραηλ αναμεσα στισ αρθρωσεισ του θωρακοσ· κι εκεινοσ ειπε στον ηνιοχο του: στρεψε το χερι σου, και βγαλε με απο το στρατοπεδο· επειδη, πληγωθηκα. και η μαχη μεγαλωσε εκεινη την ημερα· και ο βασιλιασ στεκοταν επανω στην αμαξα απεναντι απο τουσ συριουσ, και προσ την εσπερα πεθανε· και το αιμα του ερρεε απο την πληγη στο κοιλωμα τησ αμαξασ. και γυρω στη δυση του ηλιου εγινε διακηρυξη στο στρατοπεδο, που ελεγε: καθε ενασ ασ παει στην πολη του, και καθε ενασ ασ παει στον τοπο του. και ο βασιλιασ πεθανε, και μεταφερθηκε στη σαμαρεια· και εθαψαν τον βασιλια στη σαμαρεια. και επλυναν την αμαξα στο υδροστασιο στη σαμαρεια· επλυναν ακομα και τα οπλα του· και οι σκυλοι εγλειψαν το αιμα του, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε μιλησει. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του αχααβ, και ολα οσα εκανε, και το ελεφαντινο παλατι, που εκτισε και ολεσ οι πολεισ που εκτισε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; και ο αχααβ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και αντ' αυτου βασιλευσε ο οχοζιασ, ο γιοσ του. και ο ιωσαφατ, ο γιοσ του ασα, βασιλευσε επανω στον ιηhυδα, τον τεταρτο χρονο του αχααβ, βασιλια του ισραηλ. ο ιωσαφατ ηταν ηλικιασ 35 χρονων οταν βασιλευσε· και βασιλευσε 25 χρονια στην ιερουσαλημ· και το ονομα τησ μητερασ του ηταν αζουβα, θυγατερα του σιλει. και περπατησε σε ολουσ τουσ δρομουσ του ασα του πατερα του· δεν ξεκλινε απ' αυτουσ, κανοντασ το ευθυ μπροστα στον κυριο. οι ψηλοι τοποι, ομωσ, δεν αφαιρεθηκαν· ο λαοσ θυσιαζε ακομα, και θυμιαζε, στουσ ψηλουσ τοπουσ. και ο ιωσαφατ ειχε ειρηνη με τον βασιλια του ισραηλ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωσαφατ, και τα κατορθωματα του οσα εκανε, και οι πολεμοι του, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και το υπολοιπο των σοδομιτων, αυτο που εναπεμεινε στισ ημερεσ του ασα του πατερα του, αυτοσ το εξαλειψε απο τη γη. τοτε, δεν υπηρχε βασιλιασ στον εδωμ· ο διοικητησ ηταν βασιλιασ. ο ιωσαφατ εκανε πλοια στη θαρσεισ, για να πλευσουν στο οφειρ για χρυσαφι· ομωσ, δεν πηγαν, επειδη τα πλοια συντριφτηκαν στην εσιων-γαβερ. τοτε, ο οχοζιασ, ο γιοσ του αχααβ ειπε στον ιωσαφατ: ασ πανε οι δουλοι μου με τουσ δουλουσ σου στα πλοια· ο ιωσαφατ, ομωσ, δεν θελησε. και ο ιωσαφατ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε μαζι με τουσ πατερεσ του στην πολη του δαβιδ του πατερα του· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωραμ, ο γιοσ του. ο οχοζιασ, ο γιοσ του αχααβ, βασιλευσε επανω στον ισραηλ στη σαμαρεια τον 17ο χρονο του ιωσαφατ, του βασιλια του ιηhυδα· και βασιλευσε δυο χρονια επανω στον ισραηλ. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, και περπατησε στον δρομο του πατερα του, και στον δρομο τησ μητερασ του, και στον δρομο του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, που εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει· 54 επειδη, λατρευσε τον βααλ, και τον προσκυνησε, και παροργισε τον κυριο τον θεο του ισραηλ, σε ολα οσα επραξε ο πατερασ του.

βασιλεων β’

1

και υστερα απο τον θανατο του αχααβ, ο μωαβ επαναστατησε εναντια στον ισραηλ. και ο οχοζιασ επεσε απο τον δρυινο φραχτη του υπερωου του, που υπηρχε στη σαμαρεια, και αρρωστησε· και εστειλε μηνυτεσ, λεγοντασ τουσ: πηγαινετε, ρωτηστε τον βεελ-ζεβουλ, τον θεο τησ ακκαρων, αν εχω ελπιδεσ να αναλαβω απ' αυτη την αρρωστια. αλλα ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ηλια τον θεσβιτη: σηκω, ανεβα σε συναντηση των μηνυτων του βασιλια τησ σαμαρειασ, και πεσ τουσ: επειδη δεν υπαρχει θεοσ στον ισραηλ, γι' αυτο πηγαινετε να ρωτησετε τον βεελ-ζεβουλ, τον θεο τησ ακκαρων; τωρα, λοιπον, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεν θα κατεβεισ απο το κρεβατι σου, στο οποιο ανεβηκεσ, αλλα οπωσδηποτε θα πεθανεισ. και ο ηλιασ αναχωρησε. και οι μηνυτεσ γυρισαν σ' αυτον· κι εκεινοσ ειπε: γιατι γυρισατε; και του ειπαν: καποιοσ ανθρωποσ ανεβηκε σε συναντηση μασ, και μασ ειπε: πηγαινετε, επιστρεψτε στον βασιλια, που σασ εστειλε, και πειτε του: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: επειδη δεν ειναι θεοσ στον ισραηλ, γι' αυτο στελνεισ να ρωτησεισ τον βεελ-ζεβουλ, τον θεο τησ ακκαρων; δεν θα κατεβεισ, λοιπον, απο το κρεβατι σου, στο οποιο ανεβηκεσ, αλλα οπωσδηποτε θα πεθανεισ. και ειπε σ' αυτουσ: τι ειδουσ ηταν η μορφη του ανθρωπου, που ανεβηκε σε συναντηση σασ, και μιλησε σε σασ αυτα τα λογια; και του απαντησαν: ενασ δασυτριχοσ ανθρωποσ, και περιζωσμενοσ την οσφυ του με μια δερματινη ζωνη. και ειπε: ο ηλιασ ειναι, ο θεσβιτησ. τοτε, ο βασιλιασ εστειλε σ' αυτον εναν πεντηκονταρχο, μαζι με τουσ 50 ανδρεσ του. κι ανεβηκε σ' αυτον· και να, καθοταν επανω στην κορυφη του βουνου. και του ειπε: ανθρωπε του θεου, ο βασιλιασ ειπε, κατεβα. και απαντωντασ ο ηλιασ, ειπε στον πεντηκονταρχο: αν εγω ειμαι ανθρωποσ του θεου, ασ κατεβει φωτια απο τον ουρανο, και ασ καταφαει εσενα και τουσ 50 ανδρεσ σου. και κατεβηκε φωτια απο τον ουρανο, και κατεφαγε αυτον και τουσ 50 ανδρεσ του. και ξαναστειλε σ' αυτον εναν αλλον πεντηκονταρχο, μαζι με τουσ 50 ανδρεσ του. και μιλησε, και του ειπε: ανθρωπε του θεου, ετσι λεει ο βασιλιασ: κατεβα γρηγορα. και απαντωντασ ο ηλιασ τουσ ειπε: αν εγω ειμαι ανθρωποσ του θεου, ασ κατεβει φωτια απο τον ουρανο, και ασ καταφαει εσενα και τουσ 50 ανδρεσ σου. και κατεβηκε φωτια θεου απο τον ουρανο, και κατεφαγε αυτον και τουσ 50 ανδρεσ του. και εστειλε ξανα εναν τριτον πεντηκονταρχο, μαζι με τουσ 50 ανδρεσ του. και καθωσ ο τριτοσ πεντηκονταρχοσ ανεβηκε, ηρθε και γονατισε μπροστα στον ηλια, και τον παρακαλεσε, και του ειπε: ανθρωπε του θεου, παρακαλω, ασ σταθει πολυτιμη στα ματια σου η ζωη μου, και η ζωη αυτων των δουλων σου των 50 ανδρων· να, κατεβηκε φωτια απο τον ουρανο, και κατεκαψε τουσ δυο πρωτουσ πεντηκονταρχουσ, μαζι με τουσ 50 ανδρεσ τουσ· ασ σταθει, λοιπον, πολυτιμη η ζωη μου στα ματια σου. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ηλια: κατεβα μαζι του· μη φοβηθεισ απ' αυτον. και σηκωθηκε, και κατεβηκε μαζι του προσ τον βασιλια. και του ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: επειδη εστειλεσ μηνυτεσ να ρωτησουν τον βεελ-ζεβουλ, τον θεο τησ ακκαρων, σαν να μη υπηρχε θεοσ στον ισραηλ, για να ζητησεισ τον λογο του, γι' αυτο δεν θα κατεβεισ απο το κρεβατι σου, στο οποιο ανεβηκεσ, αλλα οπωσδηποτε θα πεθανεισ. και πεθανε, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλησε ο ηλιασ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωραμ, στον δευτερο χρονο του ιωραμ, του γιου του ιωσαφατ, του βασιλια του ιηhυδα· επειδη, δεν ειχε γιο. και οι υπολοιπεσ απο τισ πραξεισ του οχοζια, οσεσ εκανε, δεν ειναι γραμμενεσ στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ;

2

και οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επροκειτο να ανεβασει τον ηλια στον ουρανο με ανεμοστροβιλο, ο ηλιασ αναχωρησε μαζι με τον ελισσαιε απο τα γαλγαλα. και ο ηλιασ ειπε στον ελισσαιε: καθησε εδω, παρακαλω· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με εστειλε μεχρι τη βαιθηλ. και ο ελισσαιε ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ζει η ψυχη σου, δεν θα σε αφησω. και κατεβηκαν στη βαιθηλ. και οι γιοι των προφητων, αυτοι που ησαν στη βαιθηλ, βγηκαν στον ελισσαιε, και του ειπαν: ξερεισ οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παιρνει σημερα τον κυριο σου απο πανω απο το κεφαλι σου; και ειπε: κι εγω το ξερω· σωπατε. και ο ηλιασ του ειπε: ελισσαιε, καθησε εδω, παρακαλω· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με εστειλε στην ιεριχω. κι εκεινοσ ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ζει η ψυχη σου, δεν θα σε αφησω. και ηρθαν στην ιεριχω. και οι μαθητεσ των προφητων, αυτοι που ησαν στην ιεριχω, ηρθαν στον ελισσαιε, και του ειπαν: ξερεισ οτι σημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παιρνει τον κυριο σου απο πανω απο το κεφαλι σου; και ειπε: κι εγω το ξερω· σωπατε. και ο ηλιασ του ειπε: καθησε εδω, παρακαλω· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με εστειλε στον ιορδανη. κι εκεινοσ ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ζει η ψυχη σου, δεν θα σε αφησω. και πηγαν και οι δυο μαζι. και πηγαν 50 ανδρεσ απο τουσ γιουσ των προφητων, και σταθηκαν απεναντι απο μακρια· κι εκεινοι οι δυο σταθηκαν διπλα στον ιορδανη. και ο ηλιασ πηρε τη μηλωτη του, και τη διπλωσε, και χτυπησε τα νερα, και χωριστηκαν απο εδω και απο εκει, και διαβηκαν και οι δυο διαμεσου ξηρασ. και οταν διαβηκαν, ο ηλιασ ειπε στον ελισσαιε: ζητησε μου τι να σου κανω, πριν αναληφθω απο σενα. και ο ελισσαιε ειπε: διπλασια μεριδα απο το πνευμα σου ασ ειναι, παρακαλω, επανω μου. κι εκεινοσ ειπε: σκληρο πραγμα ζητησεσ· ομωσ, αν με δεισ να αναλαμβανομαι απο σενα, θα γινει σε σενα ετσι· αλλιωσ, δεν θα γινει. κι ενω περπατουσαν, καθωσ ακομα μιλουσαν, να, μια αμαξα φωτιασ, και αλογα φωτιασ, και τουσ διαχωρισαν και τουσ δυο, και ο ηλιασ ανεβηκε με ανεμοστροβιλο στον ουρανο. και ο ελισσαιε εβλεπε, και βοουσε: πατερα μου, πατερα μου, αμαξα του ισραηλ, και ιππικο του! και δεν τον ειδε ξανα· και επιασε τα ιματια του, και τα εσχισε σε δυο κομματια. και αφου σηκωσε τη μηλωτη του ηλια, που ειχε πεσει απο πανω απο εκεινον, επεστρεφε, και σταθηκε στο χειλοσ του ιορδανη. και παιρνοντασ τη μηλωτη του ηλια, που ειχε πεσει πανω απο εκεινον, χτυπησε τα νερα, και ειπε: που ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ηλια; και καθωσ χτυπησε τα νερα, χωριστηκαν απο εδω και απο εκει· και ο ελισσαιε διαβηκε. και βλεποντασ τον οι γιοι των προφητων, αυτοι που ησαν απο απεναντι, ειπαν: το πνευμα του ηλια επαναπαυθηκε επανω στον ελισσαιε. και ηρθαν σε συναντηση του, και τον προσκυνησαν μεχρι το εδαφοσ. και του ειπαν: δεσ, τωρα, 50 δυνατοι ανδρεσ ειναι μαζι με τουσ δουλουσ σου· ασ πανε, παρακαλουμε, και ασ ζητησουν τον κυριο σου, μηπωσ τον σηκωσε το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τον ερριξε επανω σε καποιο βουνο η επανω σε καποια κοιλαδα. και ειπε: μη στειλετε. αλλα, αφου τον βιαζαν τοσο, ωστε ντρεποταν, ειπε: στειλτε. εστειλαν, λοιπον, 50 ανδρεσ, και τον αναζητησαν τρεισ ημερεσ, ομωσ δεν τον βρηκαν. και οταν γυρισαν σ' αυτον, (επειδη εμεινε στην ιεριχω), τουσ ειπε: δεν σασ ειχα πει: μη πηγαινετε; και οι ανδρεσ τησ πολησ ειπαν στον ελισσαιε: δεσ, τωρα, η θεση τησ πολησ αυτησ ειναι καλη, οπωσ βλεπει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου· τα νερα ομωσ ειναι κακα, και η γη ειναι αγονη. και ειπε: φερτε μου μια καινουργια φιαλη, και βαλτε σ' αυτην αλατι. και του εφεραν. και βγηκε στην πηγη των νερων, και ερριξε εκει το αλατι, και ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: θεραπευσα αυτα τα νερα· δεν θα υπαρχει πλεον απ' αυτα θανατοσ η ακαρπια. και γιατρευτηκαν τα νερα μεχρι αυτη την ημερα, συμφωνα με τον λογο του ελισσαιε, που μιλησε. και απο εκει ανεβηκε στη βαιθηλ· κι ενω αυτοσ ανεβαινε στον δρομο, βγηκαν απο την πολη μερικα μικρα παιδια, και τον κοροιδευαν, και του ελεγαν: ανεβαινε, φαλακρε! ανεβαινε, φαλακρε! κι εκεινοσ στραφηκε πισω, και βλεποντασ τα, τα καταραστηκε στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και βγηκαν απο το δασοσ δυο αρκουδεσ, και διασπαραξαν απ' αυτα 42 παιδια. και απο εκει πηγε στο βουνο τον καρμηλο· και απο εκει γυρισε στη σαμαρεια.

3

και ο ιωραμ, ο γιοσ του αχααβ, βασιλευσε επανω στον ισραηλ στη σαμαρεια, τον 18ο χρονο του ιωσαφατ, του βασιλια του ιηhυδα· και βασιλευσε 12 χρονια. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, οχι ομωσ οπωσ ο πατερασ του και η μητερα του· επειδη, σηκωσε το αγαλμα του βααλ, που ειχε κανει ο πατερασ του. ομωσ, ηταν προσκολλημενοσ στισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, που εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει· δεν απομακρυνθηκε απ' αυτεσ. και ο μησα, ο βασιλιασ του μωαβ, ειχε κοπαδια, και εδινε στον βασιλια του ισραηλ 100.000 αρνια, και 100.000 κριαρια μαζι με τα μαλλια τουσ. αλλα, αφου πεθανε ο αχααβ, ο βασιλιασ του μωαβ αποστατησε εναντια στον βασιλια του ισραηλ. και ο βασιλιασ ιωραμ βγηκε κατα τον καιρο εκεινο απο τη σαμαρεια, και αριθμησε ολοκληρο τον ισραηλ. και πηγε και εστειλε στον ιωσαφατ, τον βασιλια του ιηhυδα, λεγοντασ: ο βασιλιασ του μωαβ αποστατησε εναντιον μου· ερχεσαι μαζι μου σε πολεμο εναντιον του μωαβ; και εκεινοσ ειπε: θα ανεβω· εγω ειμαι οπωσ εσυ, ο λαοσ μου οπωσ ο λαοσ σου, τα αλογα μου οπωσ τα αλογα σου. και ειπε: διαμεσου τινοσ δρομου θα ανεβεισ; κι εκεινοσ απαντησε: διαμεσου του δρομου τησ ερημου του εδωμ. και πηγε ο βασιλιασ του ισραηλ, και ο βασιλιασ του ιηhυδα, και ο βασιλιασ του εδωμ· και βαδισαν κυκλικα δρομο επτα ημερων· και δεν υπηρχε νερο για το στρατοπεδο, και για τα κτηνη που τουσ ακολουθουσαν. και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε: ω! βεβαια, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh συγκεντρωσε αυτουσ τουσ τρεισ βασιλιαδεσ, για να τουσ παραδωσει στο χερι του μωαβ! και ο ιωσαφατ ειπε: δεν υπαρχει εδω ενασ προφητησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να ρωτησουμε διαμεσου αυτου τον κυριο; και ενασ απο τουσ δουλουσ του βασιλια του ισραηλ, απαντησε, και ειπε: υπαρχει εδω ο ελισσαιε, ο γιοσ του σαφατ, που εχυνε νερο στα χερια του ηλια. και ο ιωσαφατ ειπε: λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μ' αυτον. και κατεβηκαν σ' αυτον ο βασιλιασ του ισραηλ, και ο ιωσαφατ, και ο βασιλιασ του εδωμ. και ο ελισσαιε ειπε στον βασιλια του ισραηλ: τι υπαρχει αναμεσα σε σενα και μενα; πηγαινε στουσ προφητεσ του πατερα σου, και στουσ προφητεσ τησ μητερασ σου. και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε: μη· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh συγκεντρωσε αυτουσ τουσ τρεισ βασιλιαδεσ, για να τουσ παραδωσει στο χερι του μωαβ. και ο ελισσαιε ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, μπροστα στον οποιο παραστεκομαι· βεβαια, αν δεν σεβομουν το προσωπο του ιωσαφατ, του βασιλια του ιηhυδα, δεν θα επεβλεπα σε σενα ουτε θα σε εβλεπα· τωρα, ομωσ, φερτε μου εναν ψαλτωδο. κι ενω ο ψαλτωδοσ εψαλλε, ηρθε επανω του το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: κανε αυτη την κοιλαδα λακκουσ-λακκουσ· επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεν θα δειτε ανεμο, και δεν θα δειτε βροχη· και η κοιλαδα αυτη θα γεμισει απο νερο, και θα πιειτε, εσεισ, και τα κοπαδια σασ, και τα κτηνη σασ· αλλα, αυτο ειναι μικρο πραγμα στα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· στο χερι σασ θα παραδωσει και τον μωαβ· και θα παταξετε καθε οχυρη πολη, και καθε εκλεκτη πολη, και θα ριξετε κατω καθε καλο δεντρο, και θα φραξετε ολεσ τισ πηγεσ των νερων, και με πετρεσ θα κανετε αχρηστη καθε καλη μεριδα γησ. και το πρωι, καθωσ προσφεροταν η προσφορα, ξαφνου, ηρθαν νερα απο τον δρομο του εδωμ, και η γη γεμισε απο νερα. και οταν ολοι οι μωαβιτεσ ακουσαν οτι ανεβηκαν οι βασιλιαδεσ για να τουσ πολεμησουν, συγκεντρωθηκαν ολοι εκεινοι που περιζωνονται μαχαιρα κι επανω, και σταθηκαν στα συνορα. και σηκωθηκαν το πρωι, και καθωσ ανετειλε ο ηλιοσ επανω στα νερα, οι μωαβιτεσ ειδαν απο απεναντι τα νερα κοκκινα σαν αιμα· και ειπαν: αιμα ειναι αυτο· σιγουρα, οι βασιλιαδεσ πολεμησαν, και χτυπηθηκαν μεταξυ τουσ· τωρα, λοιπον, στα λαφυρα, μωαβ. και οταν ηρθαν στο στρατοπεδο του ισραηλ, σηκωθηκαν οι ισραηλιτεσ και χτυπησαν τουσ μωαβιτεσ, ωστε εφυγαν απο μπροστα τουσ· και χτυπωντασ τουσ μωαβιτεσ, μπηκαν μεσα στη γη τουσ· και κατεστρεψαν τισ πολεισ· και σε καθε καλη μεριδα γησ ερριξαν καθε ενασ την πετρα του, και τη γεμισαν· και εφραξαν ολεσ τισ πηγεσ των νερων, και καθε καλο δεντρο το ερριξαν κατω· ωστε, στην κιρ-αρασεθ εμειναν οι πετρεσ τησ, και οι σφενδονιστεσ, αφου την κυκλωσαν, την παταξαν. και οταν ο βασιλιασ του μωαβ ειδε οτι η μαχη υπερισχυε εναντιον του, πηρε μαζι του 700 ανδρεσ, που φορουσαν ξιφη, για να κοψουν στα δυο τον στρατο, μεχρι τον βασιλια του εδωμ· ομωσ, δεν μπορεσαν. τοτε, πηρε τον πρωτοτοκο γιο του, που επροκειτο να βασιλευσει αντ' αυτου και τον προσφερε ολοκαυτωμα επανω στο τειχοσ. και εγινε μεγαλη αγανακτηση μεσα στον ισραηλ· και αφου αναχωρησαν απ' αυτον, γυρισαν στη γη τουσ.

4

και καποια απο τισ γυναικεσ των γιων των προφητων βοουσε στον ελισσαιε, λεγοντασ: ο δουλοσ σου ο ανδρασ μου πεθανε· κι εσυ γνωριζεισ οτι ο δουλοσ σου φοβοταν τον κυριο· και ο δανειστησ ηρθε να παρει στον εαυτο του για δουλουσ τουσ δυο γιουσ μου. και ο ελισσαιε τησ ειπε: τι να σου κανω; φανερωσε μου τι εχεισ στο σπιτι σου; κι εκεινη ειπε: η δουλη σου δεν εχει στο σπιτι, παρα ενα δοχειο λαδι. και ειπε: πηγαινε, δανεισου απεξω δοχεια, απο ολουσ τουσ γειτονουσ σου, δοχεια αδειανα· δανεισου οχι λιγα· μπεσ επειτα μεσα, και κλεισε την πορτα πισω σου, και πισω απο τουσ γιουσ σου, και χυσε απο το λαδι σε ολα εκεινα τα σκευη, κι εκεινα που γεμιζουν βαζε τα κατα μεροσ. αναχωρησε, λοιπον, απ' αυτον, και εκλεισε την πορτα πισω τησ, και πισω απο τουσ γιουσ τησ· κι εκεινοι πλησιαζαν σ' αυτην τα δοχεια, κι αυτη εχυνε μεσα το λαδι. και αφου γεμισαν τα δοχεια, ειπε στον γιο τησ: φερε μου και αλλο δοχειο. κι εκεινοσ τησ ειπε: δεν υπαρχει αλλο δοχειο. και το λαδι σταματησε. τοτε, ηρθε, και ανηγγειλε στον ανθρωπο του θεου. κι εκεινοσ ειπε: πηγαινε, πουλησε το λαδι, και πληρωσε το χρεοσ σου, και με το υπολοιπο ζησε, εσυ και τα παιδια σου. και καποια ημερα ο ελισσαιε διαβαινε προσ τη σουναμ, οπου ηταν καποια μεγαλη γυναικα, και τον κρατησε για να φαει ψωμι. και οσεσ φορεσ διαβαινε, στρεφοταν εκει για να φαει ψωμι. και η γυναικα ειπε στον ανδρα τησ: δεσ, τωρα, γνωριζω οτι αυτοσ ο ανθρωποσ του θεου ειναι αγιοσ, αυτοσ που παντοτε διαβαινει προσ εμασ· ασ κανουμε, παρακαλω, ενα μικρο υπερωο επανω στον τοιχο· κι ασ βαλουμε εκει ενα κρεβατι, κι ενα τραπεζι, κι ενα καθισμα, κι ενα λυχναρι, για να στρεφεται εκει, οταν ερχεται σε μασ. και καποια ημερα ηρθε εκει, και στραφηκε στο υπερωο, και κοιμηθηκε εκει. και ειπε στον γιεζει τον υπηρετη του: καλεσε αυτη τη σουναμιτισσα. και οταν την καλεσε, σταθηκε μπροστα του. και του ειπε: πεσ τησ τωρα: δεσ, εσυ πηρεσ επανω σου ολεσ αυτεσ τισ φροντιδεσ για μασ· τι να σου κανω; εχεισ να πεισ τιποτε στον βασιλια η στον αρχιστρατηγο; κι εκεινη αποκριθηκε: εγω κατοικω αναμεσα στον λαο μου. και ειπε: τι να τησ κανω, λοιπον; και ο γιεζει απαντησε: πραγματικα, αυτη δεν εχει παιδι, και ο ανδρασ τησ ειναι γεροντασ. και ειπε: καλεσε την. και οταν την καλεσε, σταθηκε στην πορτα. και ειπε: τον ερχομενο χρονο, κατα την εποχη αυτη, θα εχεισ εναν γιο στην αγκαλια σου. κι εκεινη ειπε: μη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, ανθρωπε του θεου, μη πεισ ψεματα στη δουλη σου. και η γυναικα συνελαβε, και γεννησε γιο τον ερχομενο χρονο, κατα την εποχη που τησ ειχε πει ο ελισσαιε. και οταν το παιδι μεγαλωσε, βγηκε καποια ημερα στον πατερα του, στουσ θεριστεσ. και ειπε στον πατερα του: το κεφαλι μου, το κεφαλι μου! κι εκεινοσ ειπε στον δουλο: παρ' το στη μητερα του. και καθωσ το πηρε, το εφερε στη μητερα του, και το καθισε επανω στα γονατα τησ μεχρι το μεσημερι, και πεθανε. και ανεβηκε, και το πλαγιασε επανω στο κρεβατι του ανθρωπου του θεου, και εκλεισε απο πανω του την πορτα, και βγηκε. και καλεσε τον ανδρα τησ, λεγοντασ: στειλε μου, παρακαλω, εναν απο τουσ δουλουσ, και ενα γαιδουρι, για να τρεξω στον ανθρωπο του θεου, και να γυρισω. κι εκεινοσ ειπε: γιατι πηγαινεισ σημερα σ' αυτον; δεν ειναι νεομηνια ουτε σαββατο. κι εκεινη ειπε: ειρηνη. τοτε εστρωσε το γαιδουρι, και ειπε στον δουλο τησ: τραβα, και προχωρα· μη μου σταματησεισ την πορεια, εκτοσ αν σε προσταξω. και πηγε, και ηρθε στον ανθρωπο του θεου, στο βουνο τον καρμηλο. και καθωσ ο ανθρωποσ του θεου την ειδε απο μακρια, ειπε στον γιεζει, τον υπηρετη του: δεσ, η σουναμιτισσα εκεινη! τωρα, λοιπον, τρεξε σε συναντηση τησ· και πεσ τησ: εισαι καλα; ειναι καλα ο ανδρασ σου; ειναι καλα το παιδι; κι εκεινη ειπε: καλα. και οταν ηρθε στον ανθρωπο του θεου στο βουνο, επιασε τα ποδια του· και ο γιεζει πλησιασε να την αποσυρει. ο ανθρωποσ του θεου, ομωσ, ειπε: αφησε την· επειδη, η ψυχη τησ ειναι μεσα τησ καταπικρη· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου το εκρυψε, και δεν μου το φανερωσε. κι εκεινη ειπε: μηπωσ ζητησα γιο απο τον κυριο μου; δεν ειπα: μη με απατασ; τοτε, ειπε στον γιεζει: ζωσε την οσφυ σου, και παρε τη βακτηρια μου στο χερι σου, και πηγαινε· αν συναντησεισ ανθρωπο, μη τον χαιρετησεισ· και αν καποιοσ σε χαιρετησει, μη του απαντησεισ· και βαλε τη βακτηρια μου επανω στο προσωπο του παιδιου. και η μητερα του παιδιου ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ζει η ψυχη σου, δεν θα σε αφησω. και σηκωθηκε, και την ακολουθησε. και ο γιεζει περασε μπροστα τουσ, και εβαλε τη βακτηρια επανω στο προσωπο του παιδιου· ομωσ, καμια φωνη, και καμια ακροαση. γι' αυτο, επεστρεψε σε συναντηση του, και του ανηγγειλε, λεγοντασ: το παιδι δεν ξυπνησε. και οταν ο ελισσαιε μπηκε μεσα στο σπιτι, να, το παιδι ηταν νεκρο, πλαγιασμενο επανω στο κρεβατι του. μπηκε, λοιπον, μεσα και εκλεισε την πορτα πισω απ' αυτουσ τουσ δυο, και προσευχηθηκε στον κυριο. και ανεβηκε, και πλαγιασε επανω στο παιδι, και εβαλε το στομα του επανω στο στομα εκεινου, και τα ματια του επανω στα ματια εκεινου, και τα χερια του επανω στα χερια εκεινου· και ξαπλωσε επανω σ' αυτο και θερμανθηκε η σαρκα του παιδιου. επειτα συρθηκε, και περπατουσε στο οικημα, ποτε εδω και ποτε εκει· και ανεβηκε παλι, και ξαπλωσε επανω του· και το παιδι φτερνιστηκε μεχρι επτα φορεσ, και το παιδι ανοιξε τα ματια του. και φωναξε τον γιεζει, και ειπε: καλεσε αυτη τη σουναμιτισσα. και την καλεσε· και οταν μπηκε μεσα σ' αυτον, ειπε: παρε τον γιο σου. και εκεινη μπηκε μεσα, και επεσε στα ποδια του, και προσκυνησε μεχρι το εδαφοσ, και σηκωσε τον γιο τησ, και βγηκε εξω. και ο ελισσαιε γυρισε στα γαλγαλα· και ηταν πεινα στη γη· και οι γιοι των προφητων καθονταν μπροστα του· και ειπε στον υπηρετη του: στησε το μεγαλο καζανι, και ψησε μαγειρεμα για τουσ γιουσ των προφητων. και καθωσ καποιοσ βγηκε στο χωραφι για να μαζεψει χορτα, βρηκε μια αγριοκολοκυθια, και μαζεψε απ' αυτη αγρια κολοκυθια μεχρισ οτου γεμισε το ιματιο του, και, γυριζοντασ, τα εκοψε στο καζανι του μαγειρεματοσ, επειδη δεν τα γνωριζαν. επειτα, κενωσαν στουσ ανθρωπουσ για να φανε· και καθωσ εφαγαν απο το μαγειρεμα, αναφωνησαν, και ειπαν: ανθρωπε του θεου, μεσα στο καζανι ειναι θανατοσ. και δεν μπορουσαν να φανε. κι εκεινοσ ειπε: φερτε αλευρι. και το ερριξε στο καζανι. επειτα, ειπε: κενωσε στον λαο, για να φανε. και δεν υπηρχε πλεον τιποτε κακο μεσα στο καζανι. και ενασ ανθρωποσ απο τη βααλ-σαλισα ηρθε, και εφερε ψωμι στον ανθρωπο του θεου απο τα πρωτογεννηματα, 20 κριθινα ψωμια, και νωπα σταχυα σιταριου, μεσα στον σακο του. και ειπε: δωσε στον λαο, για να φανε. και ο υπηρετησ του ειπε: τι ειναι αυτο για να το βαλω μπροστα σε 100 ανθρωπουσ; κι εκεινοσ ειπε: δωσε στον λαο, για να φανε· επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· θα φανε και θα αφησουν υπολοιπο. τοτε, εβαλε μπροστα τουσ, και εφαγαν, και αφησαν υπολοιπο, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

5

και ο νεεμαν, ο στρατηγοσ του βασιλια τησ συριασ, ηταν μεγαλοσ μπροστα στον κυριο του, και τον τιμουσαν, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε διαμεσου αυτου σωτηρια στη συρια· και ο ανθρωποσ ηταν δυνατοσ σε ισχυ· ομωσ, ηταν λεπροσ. και οι συριοι βγηκαν κατα ταγματα, και εφεραν μια αιχμαλωτη απο τη γη του ισραηλ, καποια μικρη κορη· και υπηρετουσε τη γυναικα του νεεμαν. και ειπε στην κυρια τησ: ειθε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου να ηταν μπροστα στον προφητη, που ειναι στη σαμαρεια! επειδη, θα τον γιατρευε απο τη λεπρα του. και μπαινοντασ μεσα ο νεεμαν ανηγγειλε στον κυριο του, λεγοντασ: ετσι κι ετσι μιλησε η κορη απο τη γη του ισραηλ. και ο βασιλιασ τησ συριασ ειπε: ελα, πηγαινε, και θα στειλω επιστολη στον βασιλια του ισραηλ. και αναχωρησε, και πηρε στο χερι του δεκα ταλαντα ασημι, και 6.000 χρυσα νομισματα, και δεκα αλλαξιεσ ενδυματων. και εφερε την επιστολη προσ τον βασιλια του ισραηλ, που ελεγε: και, τωρα, καθωσ θαρθει αυτη η επιστολη σε σενα, δεσ, εστειλα σε σενα τον νεεμαν τον δουλο μου, για να τον γιατρεψεισ απο τη λεπρα του. και οταν ο βασιλιασ του ισραηλ διαβασε την επιστολη, ξεσχισε τα ιματια του, και ειπε: θεοσ ειμαι εγω, για να θανατωνω και να ζωοποιω, ωστε αυτοσ μου στελνει να γιατρεψω εναν ανθρωπο απο τη λεπρα του; γνωριστε, λοιπον, παρακαλω, και δειτε οτι αυτοσ ζηταει προφαση εναντιον μου. και καθωσ ο ελισσαιε, ο ανθρωποσ του θεου, ακουσε οτι ο βασιλιασ του ισραηλ ξεσχισε τα ιματια του, εστειλε στον βασιλια, λεγοντασ: γιατι ξεσχισεσ τα ιματια σου; ασ ερθει τωρα σε μενα, και θα γνωρισει οτι υπαρχει προφητησ μεσα στον ισραηλ. τοτε, ηρθε ο νεεμαν μαζι με τα αλογα του και με την αμαξα του, και σταθηκε στη θυρα του σπιτιου του ελισσαιε. και εστειλε σ' αυτον ο ελισσαιε εναν μηνυτη, λεγοντασ: πηγαινε, βουτηξου μεσα στον ιορδανη επτα φορεσ, και θα επανελθει η σαρκα σου σε σενα, και θα καθαριστεισ. ο νεεμαν ομωσ θυμωσε, και αναχωρησε, και ειπε: δεστε, εγω ελεγα: σιγουρα θα βγει εξω σε μενα, και θα σταθει, και θα επικαλεστει το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του, και θα κινησει το χερι του επανω στον τοπο, και θα γιατρεψει τον λεπρο· ο αβανα και ο φαρφαρ, τα ποταμια τησ δαμασκου, δεν ειναι καλυτερα, περισσοτερο απο ολα τα νερα του ισραηλ; δεν μπορουσα να βουτηχτω μεσα σ' αυτα, και να καθαριστω; και αφου στραφηκε, αναχωρησε με θυμο. πλησιασαν, ομωσ, οι δουλοι του, και του μιλησαν, και ειπαν: πατερα μου, αν ο προφητησ σου ελεγε ενα μεγαλο πραγμα, δεν θα το εκανεσ; ποσο μαλλον τωρα, οταν σου λεει: βουτηξου μεσα, και καθαρισου; τοτε, κατεβηκε, και βυθιστηκε επτα φορεσ στον ιορδανη, συμφωνα με τον λογο του ανθρωπου του θεου· και η σαρκα του αποκατασταθηκε σαν τη σαρκα μικρου παιδιου, και καθαριστηκε. και γυρισε στον ανθρωπο του θεου, αυτοσ, και ολοκληρη η συνοδεια του, και ηρθε και σταθηκε μπροστα του· και ειπε: δεσ, τωρα γνωρισα οτι δεν υπαρχει θεοσ σε ολοκληρη τη γη, παρα μοναχα μεσα στον ισραηλ· γι' αυτο, τωρα, δεξου, παρακαλω, ενα δωρο απο τον δουλο σου. κι εκεινοσ ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μπροστα στον οποιον παραστεκομαι, δεν θα δεχθω. κι εκεινοσ τον βιαζε να δεχθει, αλλα δεν εστερξε. και ο νεεμαν ειπε: και αν οχι, ασ δοθει, παρακαλω, στον δουλο σου ενα φορτιο δυο μουλαριων απο τουτο το χωμα, επειδη ο δουλοσ σου δεν θα προσφερει στο εξησ ολοκαυτωμα ουτε θυσια σε αλλουσ θεουσ, παρα μοναχα στον κυριο· για τουτο το πραγμα ασ συγχωρησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον δουλο σου, οτι, οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου μπαινει στον οικο του ριμμων για να προσκυνησει εκει, και στηριζεται επανω στο χερι μου, κι εγω κλινω τον εαυτο μου στον οικο του ριμμων, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ συγχωρησει τον δουλο σου για το πραγμα αυτο! και του ειπε: πηγαινε με ειρηνη. και αναχωρησε απ' αυτον ενα μικρο διαστημα. και ο γιεζει, ο υπηρετησ του ελισσαιε, του ανθρωπου του θεου, ειπε: δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου λυπηθηκε τον νεεμαν, αυτον τον συριο, ωστε να μη παρει απο το χερι του εκεινο που εφερε· εντουτοισ, ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εγω θα τρεξω πισω του, και θα παρω απ' αυτον κατι. και ο γιεζει ετρεξε πισω απο τον νεεμαν. και οταν τον ειδε ο νεεμαν να τρεχει πισω του, πηδηξε απο την αμαξα σε συναντηση του, και ειπε: ειστε καλα; κι εκεινοσ ειπε: καλα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου με εστειλε, λεγοντασ: δεσ, αυτη την ωρα ηρθαν σε μενα, απο το βουνο εφραιμ, δυο νεοι απο τουσ γιουσ των προφητων· δωσ' τουσ, παρακαλω, ενα ταλαντο ασημι, και δυο αλλαξιεσ ενδυματων. και ο νεεμαν ειπε: παρε ευχαριστωσ δυο ταλαντα. και τον βιασε, και εδεσε τα δυο ταλαντα ασημι σε δυο θυλακια, μαζι με δυο αλλαξιεσ ενδυματων· και τα εβαλε σε δυο απο τουσ δουλουσ του, και τα βασταζαν μπροστα του. και οταν ηρθε στην οφηλ, τα πηρε απο τα χερια τουσ, και τα φυλαξε στο σπιτι· και απελυσε τουσ ανδρεσ, και αναχωρησαν. κι αυτοσ μπηκε μεσα, και σταθηκε μπροστα στον κυριο του. και ο ελισσαιε ειπε σ' αυτον: απο που ερχεσαι, γιεζει; κι εκεινοσ ειπε: ο δουλοσ σου δεν πηγε πουθενα. και του ειπε: δεν πηγε η καρδια μου μαζι σου, οταν γυρισε ο ανθρωποσ απο την αμαξα του σε συναντηση σου; ειναι τωρα καιροσ να παρεισ ασημι, και να παρεισ ιματια, και ελαιωνεσ, και αμπελωνεσ, και προβατα, και βοδια, και δουλουσ, και δουλεσ; γι' αυτο, η λεπρα του νεεμαν θα κολληθει σε σενα, και στο σπερμα σου, στον αιωνα. και βγηκε απο μπροστα του γεματοσ λεπρα σαν χιονι.

6

και οι γιοι των προφητων ειπαν στον ελισσαιε: δεσ, τωρα, ο τοποσ, στον οποιο κατοικουμε εμεισ μπροστα σου, ειναι στενοσ για μασ· ασ παμε, παρακαλουμε, μεχρι τον ιορδανη, κι ασ παρουμε απο εκει ο καθενασ μια δοκο, κι ασ κανουμε για τον εαυτο μασ εκει τοπο, για να κατοικουμε εκει. κι εκεινοσ ειπε: πηγαινετε. και ο ενασ ειπε: ευαρεστησου, παρακαλω, ναρθεισ μαζι με τουσ δουλουσ σου. και ειπε: θαρθω. και πηγε μαζι τουσ. και καθωσ ηρθαν στον ιορδανη, εκοβαν τα ξυλα. κι ενω ο ενασ ερριχνε κατω τη δοκο, επεσε το σιδερενιο κομματι στο νερο· και βοησε, και ειπε: ω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! κι αυτο ηταν δανεικο! και ο ανθρωποσ του θεου ειπε: που επεσε; και του εδειξε το μεροσ. τοτε εκοψε μια σχιζα απο ξυλο, και την ερριξε εκει· και το σιδερενιο κομματι επεπλευσε. και ειπε: παρ' το κοντα σου. και αφου απλωσε το χερι του, το πηρε. και ο βασιλιασ τησ συριασ πολεμουσε εναντια στον ισραηλ, και εκανε συμβουλιο με τουσ δουλουσ του, λεγοντασ: σ' εκεινον και σ' εκεινον τον τοπο θα στρατοπεδευσω. και ο ανθρωποσ του θεου εστειλε στον βασιλια του ισραηλ, λεγοντασ: φυλαξου να μη περασεισ απο εκεινο τον τοπο, επειδη εκει στρατοπεδευουν οι συριοι. και ο βασιλιασ του ισραηλ εστειλε στον τοπο, που ειχε πει ο ανθρωποσ του θεου, και παρηγγειλε γι' αυτον· και προφυλαχθηκε απο εκει οχι μια ουτε δυο φορεσ. και η καρδια του βασιλια τησ συριασ ταραχτηκε γι' αυτο το πραγμα· και αφου συγκαλεσε τουσ δουλουσ του, τουσ ειπε: δεν θα μου αναγγειλετε, ποιοσ απο μασ ειναι με το μεροσ του βασιλια του ισραηλ; και ενασ απο τουσ δουλουσ του ειπε: κανενασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια· αλλα ο ελισσαιε, ο προφητησ, αυτοσ που ειναι στον ισραηλ, αναγγελλει στον βασιλια του ισραηλ τα λογια, που μιλασ στο ταμειο του κοιτωνα σου. και ειπε: πηγαινετε, και δειτε που ειναι, για να στειλω να τον συλλαβω. και του ανηγγειλαν λεγοντασ: να, ειναι στη δωθαν. και εστειλε εκει αλογα, και αμαξεσ, και εναν μεγαλο στρατο, που, καθωσ ηρθαν τη νυχτα, περικυκλωσαν την πολη. και οταν το πρωι ο υπηρετησ του ανθρωπου του θεου σηκωθηκε, και βγηκε εξω, ξαφνου, στρατοσ ειχε περικυκλωσει την πολη με αλογα και αμαξεσ. και ο υπηρετησ του ειπε σ' αυτον: ω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! τι θα κανουμε; και εκεινοσ ειπε: μη φοβασαι· επειδη, περισσοτεροι ειναι αυτοι που ειναι μαζι μασ, παρα εκεινοι που ειναι μαζι τουσ. και ο ελισσαιε προσευχηθηκε, και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ανοιξε, παρακαλω, τα ματια του για να δει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανοιξε τα ματια του υπηρετη, και ειδε· και να, το βουνο ηταν γεματο απο αλογα και πυρινεσ αμαξεσ γυρω απο τον ελισσαιε. και οταν κατεβηκαν σ' αυτον οι συριοι, ο ελισσαιε προσευχηθηκε στον κυριο, και ειπε: παταξε, παρακαλω, αυτον τον λαο με αορασια. και τουσ παταξε με αορασια συμφωνα με τον λογο του ελισσαιε. και ο ελισσαιε ειπε σ' αυτουσ: δεν ειναι αυτοσ ο δρομοσ, ουτε αυτη η πολη· ελατε πισω μου, και θα σασ φερω στον ανθρωπο που ζητατε. και τουσ εφερε στη σαμαρεια. και οταν ηρθαν στη σαμαρεια, ο ελισσαιε ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ανοιξε τα ματια τουσ, για να βλεπουν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανοιξε τα ματια τουσ, και ειδαν· και να, ησαν στο μεσον τησ σαμαρειασ. και καθωσ ο βασιλιασ του ισραηλ τουσ ειδε, ειπε στον ελισσαιε: να παταξω, να παταξω, πατερα μου; και εκεινοσ ειπε: μη παταξεισ· θα ειχεσ παταξει εκεινουσ, που ειχεσ αιχμαλωτισει με τη ρομφαια σου και με το τοξο σου; βαλε μπροστα τουσ ψωμι και νερο, κι ασ φανε, κι ασ πιουν, κι ασ φυγουν προσ τον κυριο τουσ. και εβαλε μπροστα τουσ αφθονη τροφη· και αφου εφαγαν και ηπιαν, τουσ εξαπεστειλε, και αναχωρησαν στον κυριο τουσ. και στο εξησ δεν ηρθαν τα ταγματα τησ συριασ στη γη του ισραηλ. και υστερα απ' αυτα, ο βεν-αδαδ ο βασιλιασ τησ συριασ συγκεντρωσε ολοκληρο τον στρατο του, και ανεβηκε, και πολιορκησε τη σαμαρεια. εγινε, ομωσ, μεγαλη πεινα στη σαμαρεια· και να, την πολιορκουσαν, μεχρισ οτου το κεφαλι ενοσ γαιδουριου πουληθηκε για 80 ασημενια νομισματα, και το 1/4 ενοσ καβου κοπριασ περιστεριων, για πεντε ασημενια νομισματα. και καθωσ ο βασιλιασ του ισραηλ διαβαινε επανω στο τειχοσ, μια γυναικα βοησε προσ αυτον, λεγοντασ: σωσε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια. κι εκεινοσ ειπε: αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν σωσει, απο που θα σωσω εγω; μηπωσ απο το αλωνι η απο το πατητηρι; και ο βασιλιασ τησ ειπε: τι εχεισ; κι εκεινη ειπε: αυτη η γυναικα μου ειπε: δωσε τον γιο σου, για να τον φαμε σημερα, και αυριο θα φαμε τον γιο μου· και βρασαμε τον γιο μου, και τον φαγαμε· και την επομενη ημερα τησ ειπα: δωσε τον γιο σου, για να τον φαμε· κι εκεινη εκρυψε τον γιο τησ. και καθωσ ο βασιλιασ ακουσε τα λογια τησ γυναικασ, ξεσχισε τα ιματια του· κι ενω διαβαινε επανω στο τειχοσ, ο λαοσ ειδε, και να, απο μεσα υπηρχε σακοσ επανω στη σαρκα του. και ειπε: ετσι να κανει ο θεοσ, και ετσι να προσθεσει, αν το κεφαλι του ελισσαιε, του γιου του σαφατ, σταθει σημερα επανω του. και ο ελισσαιε καθοταν στο σπιτι του, και οι πρεσβυτεροι καθονταν μαζι του· και ο βασιλιασ εστειλε απο μπροστα του εναν ανδρα· πριν, ομωσ, ερθει σ' αυτον ο μηνυτησ, εκεινοσ ειπε στουσ πρεσβυτερουσ: δεν βλεπετε οτι ο γιοσ του φονευτη εστειλε να αφαιρεσει το κεφαλι μου; προσεξτε, καθωσ θαρθει ο μηνυτησ, κλειστε την πορτα, και εμποδιστε τον προσ την πορτα· η φωνη των ποδιων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του δεν ειναι πισω απ' αυτον; κι ενω μιλουσε μαζι τουσ, να, κατεβηκε σ' αυτον ο μηνυτησ· και ειπε: να, απο τον κυριο ειναι αυτο το κακο· γιατι να ελπισω πλεον στον κυριο;

7

και ο ελισσαιε ειπε: ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: αυριο, αυτη περιπου την ωρα, στην πυλη τησ σαμαρειασ, ενα μετρο σιμιγδαλι θα πουληθει για εναν σικλο, και δυο μετρα κριθαρι για εναν σικλο. και ο αρχοντασ, στο χερι του οποιου στηριζοταν ο βασιλιασ, απαντησε στον ανθρωπο του θεου και ειπε: και αν ακομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε να ανοιξουν παραθυρα στον ουρανο, μπορουσε να γινει αυτο το πραγμα; και εκεινοσ ειπε: προσεξε, θα δεισ με τα ματια σου, ομωσ δεν θα φασ απ' αυτο. υπηρχαν δε στην εισοδο τησ πυλησ τεσσερισ ανδρεσ λεπροι. και ειπαν ο ενασ στον αλλον: γιατι εμεισ καθομαστε εδω μεχρισ οτου πεθανουμε; αν πουμε: να μπουμε στην πολη, η πεινα υπαρχει μεσα στην πολη, και θα πεθανουμε εκει· αν, ομωσ, καθομαστε εδω, παλι θα πεθανουμε· τωρα, λοιπον, ελατε, και ασ πεσουμε στο στρατοπεδο των συριων· αν μασ αφησουν ζωντανουσ, θα ζησουμε· και αν μασ θανατωσουν, θα πεθανουμε. και σηκωθηκαν, οταν σκοτεινιαζε, για να μπουν στο στρατοπεδο των συριων· και οταν ηρθαν μεχρι την ακρη του στρατοπεδου τησ συριασ, να, δεν υπηρχε εκει ουτε ενασ ανθρωποσ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε κανει να ακουστει κροτοσ αμαξων μεσα στο στρατοπεδο των συριων, και κροτοσ αλογων, κροτοσ απο μεγαλον στρατο· και ειπαν αναμεταξυ τουσ: δεστε, ο βασιλιασ του ισραηλ μισθωσε εναντιον μασ τουσ βασιλιαδεσ των χετταιων, και τουσ βασιλιαδεσ των αιγυπτιων, για ναρθουν εναντιον μασ. γι' αυτο, αφου σηκωθηκαν, εφυγαν μεσα στο σκοταδι, και εγκατελειψαν τισ σκηνεσ τουσ, και τα αλογα τουσ, και τα γαιδουρια τουσ, και το στρατοπεδο, οπωσ ηταν, και εφυγαν για να διασωσουν τη ζωη τουσ. και οταν αυτοι οι λεπροι ειχαν ερθει μεχρι την ακρη του στρατοπεδου, μπηκαν μεσα σε μια σκηνη, και εφαγαν και ηπιαν, και αφου πηραν απο εκει ασημι και χρυσαφι και ιματια, πηγαν και τα εκρυψαν· και οταν γυρισαν πισω, μπηκαν μεσα σε μια αλλη σκηνη, και πηραν απο εκει και αλλα, και πηγαν και εκρυψαν κι αυτα. τοτε, ειπαν αναμεταξυ τουσ: εμεισ δεν κανουμε καλα· αυτη η ημερα ειναι ημερα καλων αγγελιων, και αν εμεισ σιωπουμε, και περιμενουμε μεχρι το φωσ τησ αυγησ, καποια συμφορα θα πεσει επανω μασ· ελατε, λοιπον, κι ασ παμε να το αναγγειλουμε στο παλατι του βασιλια. ηρθαν, λοιπον, και βοησαν προσ τουσ θυρωρουσ τησ πολησ· και τουσ ανηγγειλαν, λεγοντασ: ηρθαμε στο στρατοπεδο των συριων, και δεστε, δεν υπηρχε εκει ανθρωποσ ουτε φωνη ανθρωπου, παρα μοναχα αλογα δεμενα, και γαιδουρια δεμενα, και σκηνεσ, οπωσ βρισκονταν. και οι θυρωροι βοησαν και το ανηγγειλαν αυτο μεσα στο παλατι του βασιλια. και αφου σηκωθηκε ο βασιλιασ τη νυχτα, ειπε στουσ δουλουσ του: τωρα, θα σασ φανερωσω τι μασ εκαναν οι συριοι: γνωρισαν οτι ειμαστε πεινασμενοι· και βγηκαν απο το στρατοπεδο, για να κρυφτουν στα χωραφια, λεγοντασ: οταν βγουν απο την πολη, θα τουσ πιασουμε ζωντανουσ, και θα μπουμε μεσα στην πολη. και απαντωντασ ενασ απο τουσ δουλουσ του, ειπε: ασ παρουν, παρακαλω, πεντε απο τα υπολειπομενα αλογα, που απεμειναν στην πολη, (δεσ, αυτα ειναι οπωσ ολοκληρο το πληθοσ του ισραηλ, εκεινο που απεμεινε σ' αυτη· δεσ, ειναι οπωσ ολοκληρο το πληθοσ των ισραηλιτων, που καταναλωθηκαν·) και ασ τα στειλουμε για να δουμε. πηραν, λοιπον, δυο ζευγαρια αλογα· και ο βασιλιασ εστειλε πισω απο το στρατοπεδο των συριων, λεγοντασ: πηγαινετε και δειτε. και πηγαν πισω τουσ μεχρι τον ιορδανη· και να, ολοκληροσ ο δρομοσ ηταν γεματοσ απο ιματια και σκευη, που οι συριοι ειχαν ριξει απο τη βια τουσ. και οι μηνυτεσ, αφου γυρισαν, το ανηγγειλαν στον βασιλια. και ο λαοσ βγηκε και διαρπαξε το στρατοπεδο των συριων. και πουληθηκε ενα μετρο σιμιγδαλι για εναν σικλο, και δυο μετρα κριθαρι για εναν σικλο, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο βασιλιασ εβαλε επιτηρητη στην πυλη τον αρχοντα, στο χερι του οποιου στηριζοταν· και τον καταπατησε ο λαοσ στην πυλη, και πεθανε· οπωσ μιλησε ο ανθρωποσ του θεου, ο οποιοσ μιλησε οταν ο βασιλιασ κατεβηκε σ' αυτον. και καθωσ ο ανθρωποσ του θεου μιλησε στον βασιλια, λεγοντασ: δυο μετρα κριθαρι για εναν σικλο, και ενα μετρο σιμιγδαλι για εναν σικλο θα ειναι αυριο, αυτη περιπου την ωρα, στην πυλη τησ σαμαρειασ, και ο αρχοντασ απαντησε στον ανθρωπο του θεου, και ειπε: και αν τωρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε παραθυρα στον ουρανο, μπορουσε να γινει ενα τετοιο πραγμα; κι εκεινοσ ειπε: να, θα το δεισ με τα ματια σου, αλλα δεν θα φασ απ' αυτο, ετσι και εγινε σ' αυτον· επειδη, ο λαοσ τον καταπατησε στην πυλη, και πεθανε.

8

και ο ελισσαιε μιλησε στη γυναικα, που τησ ειχε αναζωοποιησει τον γιο, λεγοντασ: σηκω, και πηγαινε, εσυ και η οικογενεια σου, και παροικησε οπου αν μπορεσεισ να παροικησεισ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καλεσε πεινα, και μαλιστα θαρθει επανω στη γη επτα χρονια. και αφου η γυναικα σηκωθηκε, εκανε συμφωνα με τον λογο του ανθρωπου του θεου· και πηγε αυτη, και η οικογενεια τησ, και παροικησε στη γη των φιλισταιων επτα χρονια. και μετα το τελοσ των επτα χρονων, γυρισε η γυναικα απο τη γη των φιλισταιων· και βγηκε να βοησει στον βασιλια για το σπιτι τησ, και για τα χωραφια τησ. και ο βασιλιασ μιλησε στον γιεζει, τον υπηρετη του ανθρωπου του θεου, λεγοντασ: διηγησου σε μενα, παρακαλω, ολα τα μεγαλεια που εκανε ο ελισσαιε. κι ενω διηγειτο στον βασιλια πωσ αναζωοποιησε τον νεκρο, να, η γυναικα, που τησ ειχε αναζωοποιησει τον γιο, βοησε στον βασιλια για το σπιτι τησ, και για τα χωραφια τησ. και ο γιεζει ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια, αυτη ειναι η γυναικα, κι αυτοσ ειναι ο γιοσ τησ, που τον αναζωοποιησε ο ελισσαιε. και ο βασιλιασ ρωτησε τη γυναικα, κι αυτη του διηγηθηκε το πραγμα. τοτε, ο βασιλιασ εδωσε σ' αυτη εναν ευνουχο, λεγοντασ: επιστρεψε ολα τα πραγματα τησ, και ολα τα προιοντα των χωραφιων τησ, απο την ημερα που αφησε τη γη μεχρι σημερα. και ο ελισσαιε ηρθε στη δαμασκο. και ο βεν-αδαδ ο βασιλιασ τησ συριασ ηταν αρρωστοσ· και του ανηγγειλαν, λεγοντασ: ο ανθρωποσ του θεου ηρθε μεχρισ εδω. και ο βασιλιασ ειπε στον αζαηλ: παρε στο χερι σου ενα δωρο, και πηγαινε σε συναντηση του ανθρωπου του θεου, και διαμεσου αυτου ρωτησε τον κυριο, λεγοντασ: θα αναρρωσω απ' αυτη την αρρωστια; και ο αζαηλ πηγε σε συναντηση του, παιρνοντασ ενα δωρο στο χερι του, και απο καθε αγαθο τησ δαμασκου, ενα φορτιο απο 40 καμηλεσ· και καθωσ ηρθε, σταθηκε μπροστα του, και ειπε: ο γιοσ σου ο βεν-αδαδ, ο βασιλιασ τησ συριασ, με εστειλε σε σενα, λεγοντασ: θα αναρρωσω απ' αυτη την αρρωστια; και ο ελισσαιε ειπε σ' αυτον: πηγαινε, πεσ του: ναι, θα αναρρωσεισ· ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου εδειξε οτι θα πεθανει οπωσδηποτε. και εστησε ακινητο το προσωπο του, μεχρισ οτου κοκκινισε· και ο ανθρωποσ του θεου εκλαψε. και ο αζαηλ ειπε: γιατι κλαισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου; κι εκεινοσ απαντησε: επειδη, γνωριζω οσα κακα θα κανεισ στουσ γιουσ ισραηλ· θα παραδωσεισ σε φωτια τα οχυρωματα τουσ, και θα φονευσεισ με ρομφαια τουσ νεουσ τουσ, και θα συντριψεισ τα νηπια τουσ, και θα ξεκοιλιασεισ τισ εγκυεσ γυναικεσ. και ο αζαηλ ειπε: αλλα, τι ειναι ο δουλοσ σου, το σκυλι, ωστε να κανει αυτο το μεγαλο πραγμα; και ο ελισσαιε ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου εδειξε, οτι εσυ θα βασιλευσεισ επανω στη συρια. τοτε, αναχωρησε απο τον ελισσαιε, και ηρθε στον κυριο του· και εκεινοσ του ειπε: τι σου ειπε ο ελισσαιε; και απαντησε: μου ειπε: ναι, θα αναρρωσεισ. και την επομενη ημερα πηρε το σκεπασμα, και αφου το βουτηξε σε νερο, το απλωσε επανω στο προσωπο του· και πεθανε· και αντ' αυτου βασιλευσε ο αζαηλ. και στον πεμπτο χρονο του ιωραμ, γιου του αχααβ, βασιλια του ισραηλ, ενω ο ιωσαφατ βασιλευε επανω στον ιηhυδα, βασιλευσε ο ιωραμ, ο γιοσ του ιωσαφατ, του βασιλια του ιηhυδα. ηταν ηλικιασ 32 χρονων, οταν βασιλευσε· και βασιλευσε οκτω χρονια στην ιερουσαλημ. και περπατησε στον δρομο των βασιλιαδων του ισραηλ, οπωσ επραξε η οικογενεια του αχααβ· επειδη, γυναικα του ηταν η θυγατερα του αχααβ· και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, δεν θελησε να εξολοθρευσει τον ιηhυδα, εξαιτιασ του δαβιδ του δουλου του, οπωσ του ειχε πει, οτι θα του δωσει λυχναρι, και στουσ γιουσ του, στον αιωνα. στισ ημερεσ του, ο εδωμ αποστατησε απο την υποταγη του ιηhυδα, και κατεστησαν επανω τουσ βασιλια. γι' αυτο, ο ιωραμ διαβηκε στη σαειρ, και ολεσ οι αμαξεσ μαζι του· και αφου σηκωθηκε μεσα στη νυχτα, χτυπησε τουσ ιδουμαιουσ, που ησαν ολογυρα του, και τουσ αμαξαρχεσ· και ο λαοσ εφυγαν στισ σκηνεσ τουσ. εντουτοισ, ο εδωμ αποστατησε απο την υποταγη του ιηhυδα, μεχρι αυτη την ημερα. τοτε, αυτη την ιδια εποχη αποστατησε και η λιβνα. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωραμ, και ολα οσα επραξε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και ο ιωραμ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε μαζι με τουσ πατερεσ του στην πολη του δαβιδ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο οχοζιασ, ο γιοσ του. και στον 12ο χρονο του ιωραμ, γιου του αχααβ, βασιλια του ισραηλ, βασιλευσε ο οχοζιασ, ο γιοσ του ιωραμ, του βασιλια του ιηhυδα. ο οχοζιασ ηταν ηλικιασ 22 χρονων, οταν βασιλευσε· και βασιλευσε εναν χρονο στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν γοθολια, θυγατερα του αμρι, βασιλια του ισραηλ. και περπατησε στον δρομο τησ οικογενειασ του αχααβ, και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, οπωσ η οικογενεια του αχααβ· επειδη, ηταν γαμπροσ τησ οικογενειασ του αχααβ. και πηγε μαζι με τον ιωραμ, τον γιο του αχααβ, σε πολεμο εναντια στον αζαηλ, τον βασιλια τησ συριασ, στη ραμωθ-γαλααδ· και οι συριοι τραυματισαν τον ιωραμ. και ο βασιλιασ ιωραμ γυρισε στην ιεζραελ, για να γιατρευτει απο τα τραυματα του, που οι συριοι του προξενησαν στη ραμα, οταν πολεμουσε εναντια στον αζαηλ, τον βασιλια τησ συριασ. και ο οχοζιασ, ο γιοσ του ιωραμ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, κατεβηκε για να δει τον ιωραμ στην ιεζραελ, τον γιο του αχααβ, επειδη ηταν αρρωστοσ.

9

και ο ελισσαιε ο προφητησ προσκαλεσε εναν απο τουσ γιουσ των προφητων, και του ειπε: περιζωσε την οσφυ σου, και παρε στο χερι σου αυτη τη φιαλη του λαδιου, και πηγαινε στη ραμωθ-γαλααδ· και οταν μπεισ εκει μεσα, θα δεισ εκει τον ιηου, τον γιο του ιωσαφατ, γιου του νιμσι· και θα μπεισ μεσα, και θα τον σηκωσεισ απο αναμεσα απο τουσ αδελφουσ του, και θα τον βαλεισ στο εσωτερο δωματιο· και παιρνοντασ τη φιαλη του λαδιου, θα επιχεεισ επανω στο κεφαλι του, και θα πεισ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: σε εχρισα βασιλια επανω στον ισραηλ· τοτε, αφου ανοιξεισ την πορτα, φυγε, και μη μεινεισ. και ο νεοσ, ο προφητησ, πηγε στη ραμωθ-γαλααδ. και οταν ηρθε, να, οι αρχοντεσ του στρατοπεδου καθονταν· και ειπε: εχω εναν λογο για σενα, ω, αρχοντα. και ο ιηου ειπε: σε ποιον απο ολουσ εμασ; κι εκεινοσ ειπε: σε σενα, ω, αρχοντα. και αφου σηκωθηκε, μπηκε μεσα στο σπιτι· και ξεχυνε το λαδι επανω στο κεφαλι του, και του ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: σε εχρισα βασιλια επανω στον λαο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επανω στον ισραηλ· και θα παταξεισ την οικογενεια του αχααβ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου, για να εκδικησω τα αιματα των δουλων μου των προφητων, και τα αιματα ολων των δουλων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο το χερι τησ ιεζαβελ· επειδη, ολοκληρη η οικογενεια του αχααβ θα εξολοθρευτει· και θα αφανισω απο τον αχααβ εκεινον που ουρει στον τοιχο, και τον κλεισμενον και τον ελευθερωμενον στον ισραηλ· και θα κανω την οικογενεια του αχααβ οπωσ την οικογενεια του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, και οπωσ την οικογενεια του βαασα, του γιου του αχια· και τα σκυλια θα φανε την ιεζαβελ στο χωραφι τησ ιεζραελ, και δεν θα υπαρξει καποιοσ να τη θαψει. και αφου ανοιξε την πορτα, εφυγε. και ο ιηου βγηκε εξω στουσ δουλουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του· και καποιοσ του ειπε: ειρηνη; γιατι ηρθε σε σενα αυτοσ ο παραφρονασ; κι εκεινοσ ειπε σ' αυτουσ: εσεισ γνωριζετε τον ανθρωπο και τον τροπο των λογων του. και ειπαν: ειναι αναληθεσ· πεσ μασ, παρακαλουμε. κι εκεινοσ ειπε: ετσι κι ετσι μου μιλησε, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: σε εχρισα βασιλια επανω στον ισραηλ. τοτε, εσπευσαν, και παιρνοντασ καθε ενασ το ιματιο του, το εβαλαν κατω απ' αυτον, επανω στην ψηλοτερη βαθμιδα· σαλπισαν με σαλπιγγα, λεγοντασ: βασιλευσε ο ιηου. και ο ιηου, ο γιοσ του ιωσαφατ, γιου του νιμσι, εκανε συνωμοσια εναντια στον ιωραμ. και ο ιωραμ φυλαγοταν στη ραμωθ-γαλααδ, αυτοσ και ολοκληροσ ο ισραηλ, απο το προσωπο του αζαηλ, του βασιλια τησ συριασ. και ο βασιλιασ ιωραμ ειχε επιστρεψει στην ιεζραελ για να γιατρευτει απο τα τραυματα του, που του ειχαν προξενησει οι συριοι, οταν πολεμουσε εναντια στον αζαηλ, τον βασιλια τησ συριασ. και ο ιηου ειπε: αν ειναι και η δικη σασ γνωμη, ασ μη βγει κανενασ φευγοντασ απο την πολη, για να παει να το πει στην ιεζραελ. και ο ιηου, αφου ανεβηκε στο αλογο, πηγε στην ιεζραελ· επειδη, ο ιωραμ ηταν εκει ξαπλωμενοσ. και ο οχοζιασ ο βασιλιασ του ιηhυδα ειχε κατεβει για να δει τον ιωραμ. και ο σκοποσ στεκοταν επανω στον πυργο στην ιεζραελ, και, βλεποντασ τη συνοδεια του ιηου που ερχοταν, ειπε: βλεπω μια συνοδεια. και ο ιωραμ ειπε: παρε εναν καβαλαρη, και στειλε σε συναντηση τουσ· και ασ ρωτησει: ειρηνη; πηγε, λοιπον, ενασ καβαλαρησ αλογου σε συναντηση του, και ειπε: ετσι λεει ο βασιλιασ: ειρηνη; και ο ιηου ειπε: τι σε μελει για ειρηνη; στρεψε πισω μου. και ο σκοποσ ανηγγειλε, λεγοντασ: ο μηνυτησ ηρθε μεχρι αυτουσ, και δεν γυρισε. και εστειλε εναν δευτερο καβαλαρη αλογου· ο οποιοσ, αφου ηρθε μεχρι αυτουσ, ειπε: ετσι λεει ο βασιλιασ: ειρηνη; και ο ιηου απαντησε: τι σε μελει για ειρηνη; στρεψε πισω μου. και ο σκοποσ ανηγγειλε, λεγοντασ: ηρθε μεχρισ αυτουσ, και δεν γυρισε· και η πορεια ειναι σαν την πορεια του ιηου, του γιου του νιμσι· επειδη, οδευει μανιακα. και ο ιωραμ ειπε: ζευξτε. και εζευξαν την αμαξα του. και βγηκαν ο ιωραμ, ο βασιλιασ του ισραηλ, και ο οχοζιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, καθε ενασ στην αμαξα του, και πηγαν σε συναντηση του ιηου, και τον βρηκαν στο χωραφι του ναβουθαι του ιεζραελιτη. και καθωσ ο ιωραμ ειδε τον ιηου, ειπε: ειρηνη, ιηου; κι εκεινοσ απαντησε: τι ειρηνη, ενοσω πληθαινουν οι πορνειεσ τησ ιεζαβελ τησ μητερασ σου, και οι μαγειεσ τησ; και ο ιωραμ εστρεψε τα χερια του, και εφυγε, λεγοντασ στον οχοζια: δολοσ, οχοζια. και πιανοντασ ο ιηου το τοξο του, χτυπησε τον ιωραμ αναμεσα στουσ βραχιονεσ του· και το βελοσ βγηκε διαμεσου τησ καρδιασ του. κι εκεινοσ καμφθηκε μεσα στην αμαξα του. και ο ιηου ειπε στον βιδκαρ, τον στρατηγο του: παρε, και πεταξε τον στη μεριδα του χωραφιου του ναβουθαι του ιεζραελιτη· επειδη, θυμησου, οταν εγω κι εσυ πορευομασταν καβαλα πισω απο τον αχααβ τον πατερα του, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προφερε εναντιον του τουτη την αποφαση: ναι, ειδα χθεσ τα αιματα του ναβουθαι, και τα αιματα των γιων του, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα κανω σε σενα ανταποδοση σ' αυτη τη μεριδα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· -τωρα, λοιπον, σηκωσε τον, και πεταξε τον σ' αυτη τη μεριδα, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο οχοζιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, καθωσ το ειδε, εφυγε απο τον δρομο του σπιτιου του κηπου. και ο ιηου καταδιωξε απο πισω του, και ειπε: χτυπηστε κι αυτον στην αμαξα του. και εκαναν ετσι, προσ την αναβαση τησ γουρ, κοντα στο ιβλεαμ. και εφυγε στη μεγιδδω, και πεθανε εκει. και οι δουλοι του τον εφεραν επανω στην αμαξα στην ιερουσαλημ, και τον εθαψαν στον ταφο του, μαζι με τουσ πατερεσ του, στην πολη του δαβιδ. (και ο οχοζιασ βασιλευσε επανω στον ιηhυδα κατα τον 11ο χρονο του ιωραμ, του γιου του αχααβ). και ο ιηου ηρθε, στην ιεζραελ, και καθωσ το ακουσε η ιεζαβελ, εβαψε τα ματια τησ, και καλλωπισε το κεφαλι τησ, και εσκυψε απο το παραθυρο. και, καθωσ ο ιηου εμπαινε στην πυλη, ειπε: ευτυχησε ο ζιμβρι, που φονευσε τον κυριο του; και εκεινοσ, υψωνοντασ το προσωπο του προσ το παραθυρο, ειπε: ποιοσ ειναι μαζι μου; ποιοσ; και εσκυψαν προσ αυτον δυο τρεισ ευνουχοι. και ειπε: ριξτε την κατω. και την ερριξαν κατω, και απο το αιμα τησ ραντιστηκε προσ τον τοιχο και προσ τα αλογα· και την καταπατησε. και αφου μπηκε μεσα, και εφαγε και ηπιε, ειπε: πηγαινετε να δειτε τωρα αυτη την καταραμενη, και θαψτε την· επειδη, ειναι θυγατερα βασιλια. και πηγαν για να τη θαψουν· ομωσ, δεν βρηκαν σ' αυτη παρα το κρανιο, και τα ποδια, και τισ παλαμεσ των χεριων. και οταν γυρισαν, του το ανηγγειλαν. κι εκεινοσ ειπε: αυτοσ ειναι ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλησε διαμεσου του δουλου του, του ηλια του θεσβιτη, λεγοντασ: στη μεριδα τησ ιεζραελ τα σκυλια θα φανε τισ σαρκεσ τησ ιεζαβελ· και το πτωμα τησ ιεζαβελ θα ειναι σαν κοπρια επανω στο προσωπο του χωραφιου στη μεριδα ιεζραελ, ωστε να μη πουν: αυτη ειναι η ιεζαβελ.

10

και ο αχααβ ειχε στη σαμαρεια 70 γιουσ. και ο ιηου εγραψε επιστολεσ, και τισ εστειλε, στη σαμαρεια, στουσ αρχοντεσ τησ ιεζραελ, στουσ πρεσβυτερουσ, και στουσ παιδοτροφουσ του αχααβ, λεγοντασ: τωρα, καθωσ η επιστολη αυτη φτασει σε σασ, επειδη εχετε τουσ γιουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ, και εχετε τισ αμαξεσ, και τα αλογα, και μια οχυρη πολη, και οπλα, δειτε ποιοσ ειναι ο καλυτεροσ και ο αρεστοτεροσ αναμεσα στουσ γιουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ, και βαλτε τον επανω στον θρονο του πατερα του, και πολεματε υπερ τησ οικογενειασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ. εκεινοι, ομωσ, φοβηθηκαν σε υπερβολικο βαθμο, και ειπαν: δεστε, δυο βασιλιαδεσ δεν σταθηκαν μπροστα του· και πωσ θα σταθουμε εμεισ; και ο επιστατησ του παλατιου, και ο επιστατησ τησ πολησ, και οι πρεσβυτεροι, και οι παιδοτροφοι εστειλαν προσ τον ιηου, λεγοντασ: εμεισ ειμαστε δουλοι σου, και θα κανουμε καθε τι που θα μασ πεισ· δεν θα κανουμε κανεναν βασιλια· κανε ο,τι ειναι αρεστο στα ματια σου. τοτε, εγραψε σ' αυτουσ μια δευτερη επιστολη, λεγοντασ: αν ειστε δικοι μου, και ακουτε τη φωνη μου, παρτε τα κεφαλια των ανθρωπων των γιων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ, κι ελατε σε μενα στην ιεζραελ, αυριο αυτη την ωρα. (οι δε γιοι του βασιλια, 70 ανθρωποι, ησαν μαζι με τουσ μεγαλουσ τησ πολησ, οι οποιοι τουσ ανετρεφαν). και καθωσ η επιστολη εφτασε σ' αυτουσ, παιρνοντασ τουσ γιουσ του βασιλια, εσφαξαν 70 ανθρωπουσ, και εβαλαν τα κεφαλια τουσ σε καλαθια, και του τα εστειλαν στην ιεζραελ. και ηρθε ο μηνυτησ, και του ανηγγειλε, λεγοντασ: εφεραν τα κεφαλια των γιων του βασιλια. και ειπε: βαλτε τα σε δυο σωρουσ, στην εισοδο τησ πυλησ, μεχρι το πρωι. και το πρωι βγηκε, και αφου σταθηκε, ειπε σε ολοκληρο τον λαο: εσεισ ειστε δικαιοι· δεστε, εγω συνωμοτησα εναντια στον κυριο μου, και τον θανατωσα· αλλα, ολουσ αυτουσ ποιοσ τουσ παταξε; μαθετε τωρα, οτι δεν θα πεσει στη γη τιποτε απο τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε εναντια στην οικογενεια του αχααβ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh πραγματοποιησε οσα μιλησε διαμεσου του δουλου του, του ηλια. και ο ιηου παταξε ολουσ οσουσ εναπεμειναν απο την οικογενεια του αχααβ στην ιεζραελ, και ολουσ τουσ μεγαλουσ του, και τουσ οικειουσ του, και τουσ ιερεισ του, ωστε δεν αφησε σ' αυτον υπολοιπο. επειτα, αφου σηκωθηκε, αναχωρησε, και ηρθε στη σαμαρεια. και στον δρομο, ενω ηταν κοντα σε καποια μαντρα ποιμενων, ο ιηου βρηκε τουσ αδελφουσ του οχοζια, του βασιλια του ιηhυδα, και ειπε: ποιοι ειστε; κι εκεινοι ειπαν: ειμαστε οι αδελφοι του οχοζια και κατεβαινουμε να χαιρετησουμε τουσ γιουσ του βασιλια και τουσ γιουσ τησ βασιλισσασ. και ειπε: πιαστε τουσ ζωντανουσ. και τουσ επιασαν ζωντανουσ, και τουσ εσφαξαν κοντα στο πηγαδι τησ μαντρασ, 42 ανθρωπουσ· δεν αφησαν απ' αυτουσ ουτε εναν. και οταν αναχωρησε απο εκει, βρηκε τον ιωναδαβ, τον γιο του ρηχαβ, να ερχεται σε συναντηση του· και τον χαιρετησε, και του ειπε: ειναι η καρδια σου ευθεια, οπωσ η καρδια μου με την καρδια σου; και ο ιωναδαβ απαντησε: ειναι. αν ειναι, δωσε το χερι σου. και του εδωσε το χερι του· και τον ανεβασε κοντα του στην αμαξα. και ειπε: ελα μαζι μου, και δεσ τον ζηλο μου υπερ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και τον εβαλαν να καθησει επανω στην αμαξα του. και οταν ηρθε στη σαμαρεια, παταξε ολουσ οσουσ ειχαν εναπομεινει απο τον αχααβ μεσα στη σαμαρεια, μεχρισ οτου τον αφανισε, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε μιλησει στον ηλια. τοτε, ο ιηου συγκεντρωσε ολοκληρο τον λαο, και τουσ ειπε: ο αχααβ δουλεψε τον βααλ λιγο· ο ιηου θα τον δουλεψει πολυ· τωρα, λοιπον, καλεστε μου ολουσ τουσ προφητεσ του βααλ, ολουσ τουσ λατρευτεσ του, και ολουσ τουσ ιερεισ του· ασ μη λειψει κανενασ· επειδη, εχω μεγαλη θυσια στον βααλ· οποιοσ λειψει, δεν θα ζησει. ομωσ, ο ιηου το επραξε αυτο δολια, με σκοπο να εξολοθρευσει τουσ λατρευτεσ του βααλ. και ο ιηου ειπε: κηρυξτε ενα πανηγυρι για τον βααλ. και κηρυξαν. και ο ιηου εστειλε σε ολοκληρο τον ισραηλ· και ηρθαν ολοι οι λατρευτεσ του βααλ· και δεν εμεινε ουτε ενασ, που δεν ειχε ερθει. και ηρθαν στον οικο του βααλ· και γεμισε ο οικοσ του βααλ, απο το ενα ακρο μεχρι το αλλο. και στον ιματιοφυλακα ειπε: βγαλε ιματια για ολουσ τουσ λατρευτεσ του βααλ. και εβγαλε σ' αυτουσ τα ιματια. και ο ιηου μπηκε μεσα στον οικο του βααλ, και ο ιωναδαβ, ο γιοσ του ρηχαβ· και στουσ λατρευτεσ του βααλ ειπε: ερευνηστε, και δειτε να μη βρισκεται μαζι σασ εδω κανενασ απο τουσ δουλουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αλλα μονον οι λατρευτεσ του βααλ. και οταν μπηκαν μεσα για να προσφερουν θυσιεσ και ολοκαυτωματα, ο ιηου, εξω, διεταξε 80 ανδρεσ, και ειπε: οποιοσ αφησει να διασωθει καποιοσ απ' αυτουσ τουσ ανθρωπουσ, που εγω εφερα στα χερια σασ, η ζωη του θα ειναι αντι τησ ζωησ εκεινου. και καθωσ τελειωσε προσφεροντασ ολοκαυτωμα, ο ιηου ειπε στουσ δορυφορουσ του και στουσ ταγματαρχεσ του: μπειτε μεσα, παταξτε τουσ· ασ μη βγει εξω κανενασ. και τουσ παταξαν οι δορυφοροι και οι ταγματαρχεσ με μαχαιρα, και τουσ ερριξαν εξω· και πηγαν μεχρι την πολη του οικου του βααλ. και εβγαλαν τα ειδωλα του οικου του βααλ, και τα κατεκαψαν. και κατασυντριψαν το ειδωλο του βααλ, και καταγκρεμισαν τον οικο του βααλ, και τον εκαναν κοπρωνα μεχρι αυτη την ημερα. ετσι ο ιηου αφανισε τον βααλ απο τον ισραηλ. εντουτοισ, ο ιηου δεν απομακρυνθηκε απο τισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, που εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει, απο τα χρυσα μοσχαρια που ησαν στη βαιθηλ και στη δαν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ιηου: επειδη επραξεσ καλα, εκτελωντασ το αρεστο στα ματια μου, και εκανεσ στην οικογενεια του αχααβ συμφωνα με οσα ησαν στην καρδια μου, οι γιοι σου θα καθησουν επανω στον θρονο του ισραηλ μεχρι την τεταρτη γενεα. και ο ιηου δεν προσεξε να περπαταει με ολη του την καρδια στον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ· δεν απομακρυνθηκε απο τισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, που εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει. κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αρχισε να κολοβωνει τον ισραηλ· και ο αζαηλ τουσ παταξε σε ολα τα συνορα του ισραηλ· απο τον ιορδανη, προσ ανατολασ του ηλιου, ολοκληρη τη γη γαλααδ, τουσ γαδιτεσ, και τουσ ρουβηνιτεσ, και τουσ μανασσιτεσ, απο την αροηρ, που ειναι επανω στον χειμαρρο αρνων, και τη γαλααδ, και τη βασαν. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιηου, και ολα οσα επραξε, και ολα τα κατορθωματα του, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; και ο ιηου κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του· και τον εθαψαν στη σαμαρεια. και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωαχαζ, ο γιοσ του. και ο καιροσ, κατα τον οποιο ο ιηου βασιλευσε επανω στον ισραηλ στη σαμαρεια ηταν 28 χρονια.

11

η γοθολια, ομωσ, η μητερα του οχοζια, βλεποντασ οτι ο γιοσ τησ πεθανε, σηκωθηκε και αφανισε ολοκληρο το βασιλικο σπερμα. αλλα, η ιωσαβεε, η θυγατερα του βασιλια ιωραμ, η αδελφη του οχοζια, παιρνοντασ τον ιωασ, τον γιο του οχοζια, τον εκλεψε αναμεσα απο τουσ γιουσ του βασιλια, που θανατωνονταν, αυτον και την τροφο του, και τον εβαλε στο ταμειο του κοιτωνα, και τον εκρυψαν μπροστα απο τη γοθολια, και δεν θανατωθηκε. και ηταν μαζι τησ μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καθωσ κρυβοταν εξι χρονια. και η γοθολια βασιλευσε επανω στη γη. και τον εβδομο χρονο ο ιωδαε εστειλε, και παιρνοντασ τουσ εκατονταρχουσ, μαζι με τουσ ταξιαρχουσ και τουσ δορυφορουσ, τουσ εφερε κοντα του στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εκανε μαζι τουσ συνθηκη, και τουσ ορκισε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τουσ εδειξε τον γιο του βασιλια. και τουσ προσταξε, λεγοντασ: αυτο ειναι το πραγμα που θα κανετε· το ενα τριτο απο σασ, αυτοι που μπαινουν μεσα το σαββατο, θα φυλαγετε τη βαρδια του βασιλικου παλατιου· και το αλλο τριτο θα ειναι στην πυλη σουρ· και το υπολοιπο τριτο στην πυλη, που ειναι πισω απο τουσ δορυφορουσ· ετσι θα φυλαγετε τη βαρδια του οικου, για να μη παραβιαστει· και δυο ταγματα απο σασ, ολοι εκεινοι που βγαινουν το σαββατο, θα φυλαγετε τη βαρδια του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γυρω απο τον βασιλια· και θα περικυκλωνετε τον βασιλια ολογυρα, εχοντασ ο καθενασ τα οπλα του στο χερι του· και οποιοσ μπει μεσα στισ ταξεισ, ασ θανατωνεται· και θα ειστε μαζι με τον βασιλια, οταν βγαινει εξω, και οταν μπαινει μεσα. και οι εκατονταρχοι εκαναν συμφωνα με ολα οσα τουσ προσταξε ο ιερεασ ιωδαε· και πηραν καθε ενασ τουσ ανδρεσ του, αυτουσ που εμπαιναν μεσα το σαββατο, μαζι μ' αυτουσ που το σαββατο εβγαιναν εξω, και ηρθαν στον ιωδαε τον ιερεα. και ο ιωδαε ο ιερεασ εδωσε στουσ εκατονταρχουσ τισ λογχεσ και τισ ασπιδεσ του βασιλια δαβιδ, που ησαν μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οι δορυφοροι, εχοντασ καθε ενασ τα οπλα του στο χερι του, παρασταθηκαν γυρω απο τον βασιλια, απο τη δεξια πλευρα του οικου μεχρι την αριστερη, κοντα στο θυσιαστηριο και στον ναο. τοτε, εβγαλε εξω τον γιο του βασιλια, και εβαλε επανω του το διαδημα και το μαρτυριο· και τον εκαναν βασιλια, και τον εχρισαν· και αφου χειροκροτησαν, ειπαν: ζητω ο βασιλιασ! και οταν η γοθολια ακουσε τη φωνη του λαου που ετρεχε μαζι, ηρθε στον λαο στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ειδε, και να, ο βασιλιασ στεκοταν κοντα στον στυλο, συμφωνα με τη συνηθεια, και οι αρχοντεσ και οι σαλπιγκτεσ κοντα στον βασιλια· και ολοκληροσ ο λαοσ τησ γησ εχαιρε, και σαλπιζε με σαλπιγγεσ. και η γοθολια εσχισε τα ιματια τησ, και βοησε: προδοσια, προδοσια! και ο ιωδαε προσταξε τουσ εκατονταρχουσ, τουσ αρχηγουσ του στρατου, και τουσ ειπε: βγαλτε την εξω απο τισ ταξεισ· και οποιοσ την ακολουθησει, θανατωστε τον με ρομφαια. επειδη, ο ιερεασ ειχε πει: ασ μη θανατωθει μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι εβαλαν χερια επανω τησ· και οταν ηρθε στον δρομο, διαμεσου του οποιου τα αλογα ερχονται στο παλατι του βασιλια, θανατωθηκε εκει. και ο ιωδαε εκανε διαθηκη αναμεσα στον κυριο και στον βασιλια και στον λαο, οτι θα ειναι λαοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κι αναμεσα στον βασιλια και τον λαο. και ολοκληροσ ο λαοσ τησ γησ μπηκαν μεσα στον οικο του βααλ, και τον γκρεμισαν· και κατασυντριψαν τα θυσιαστηρια του και τα ειδωλα του ολοτελα, και τον ματθαν, τον ιερεα του βααλ, τον θανατωσαν μπροστα στα θυσιαστηρια. και ο ιερεασ εβαλε επιτηρητη επανω στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και πηρε τουσ εκατονταρχουσ, και τουσ ταξιαρχουσ, και τουσ δορυφορουσ, και ολοκληρο τον λαο τησ γησ· και κατεβασαν τον βασιλια απο τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ηρθαν στο παλατι του βασιλια διαμεσου του δρομου τησ πυλησ των δορυφορων. και καθησε επανω στον θρονο των βασιλιαδων. και ολοκληροσ ο λαοσ τησ γησ ευφρανθηκε, και η πολη ησυχασε· και τη γοθολια τη θανατωσαν με μαχαιρα μεσα στο παλατι του βασιλια. ο ιωασ ηταν επτα χρονων οταν βασιλευσε.

12

στον εβδομο χρονο του ιηου βασιλευσε ο ιωασ· και βασιλευσε 40 χρονια στην ιερουσαλημ· και το ονομα τησ μητερασ του ηταν σιβια, απο τη βηρ-σαβεε. και ο ιωασ εκανε το ευθυ μπροστα στον κυριο, καθ' ολεσ τισ ημερεσ του, κατα τισ οποιεσ τον οδηγουσε ο ιερεασ ιωδαε. οι ψηλοι τοποι, ομωσ, δεν ειχαν αφαιρεθει· ο λαοσ θυσιαζε ακομα και θυμιαζε στουσ ψηλουσ τοπουσ. και ο ιωασ ειπε στουσ ιερεισ: ολο το ασημι των αφιερωματων, αυτο που φερνεται ωσ προσφορα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το ασημι καθε διερχομενου, απ' αυτουσ που αριθμουνται, το ασημι καθενοσ κατα την εκτιμηση του, ολο το ασημι, που θα ερχοταν στην καρδια καποιου για να φερει ωσ προσφορα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οι ιερεισ ασ το παιρνουν για τον εαυτο τουσ, καθε ενασ απο τον γνωστο του· και ασ επισκευαζουν τα χαλασματα του οικου, παντου οπου βρεθει ενα χαλασμα. εντουτοισ, στον 23ο χρονο του βασιλια ιωασ οι ιερεισ δεν ειχαν επισκευασει τα χαλασματα του οικου. γι' αυτο, ο βασιλιασ ιωασ καλεσε τον ιωδαε τον ιερεα, και τουσ ιερεισ, και τουσ ειπε: γιατι δεν επισκευασατε τα χαλασματα του οικου; τωρα, λοιπον, μη παιρνετε πλεον ασημι απο τουσ γνωστουσ σασ, αλλα να το δινετε για τα χαλασματα του οικου. και οι ιερεισ συμφωνησαν να μη παιρνουν ασημι απο τον λαο, και να μη επισκευαζουν τα χαλασματα του οικου. και ο ιερεασ ιωδαε πηρε ενα κιβωτιο, και ανοιξε μια τρυπα επανω στο σκεπασμα του, και το εβαλε κοντα στο θυσιαστηριο, στα δεξια τησ εισοδου του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και οι ιερεισ, αυτοι που φυλαγαν τη θυρα, εβαλαν σ' αυτο ολοκληρο το ασημι, αυτο που φεροταν ωσ προσφορα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οταν εβλεπαν οτι το ασημι, που ηταν μεσα στο κιβωτιο, ηταν πολυ, ο γραμματεασ του βασιλια και ο μεγαλοσ ιερεασ ανεβαιναν, και το εδεναν σε σακια, και μετρουσαν το ασημι, αυτο που βρισκοταν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εδιναν το ασημι, αυτο που ειχε μετρηθει, στα χερια εκεινων που εκαναν το εργο, οι οποιοι ειχαν την επιστασια του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και εκεινοι το ξοδευαν στουσ ξυλουργουσ, και οικοδομουσ, αυτουσ που δουλευαν μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στουσ κτιστεσ, και στουσ λιθοτομουσ, για να αγοραζουν ξυλα και πετρεσ λατομημενεσ, ωστε να επισκευαζουν τα χαλασματα του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και για ολα οσα χρειαζονταν για την επισκευη του οικου. ομωσ, απο το ασημι, αυτο που εφερναν ωσ προσφορα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν κατασκευαστηκαν για τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασημενιεσ φιαλεσ, λυχνοψαλιδα, λεκανεσ, σαλπιγγεσ, κανενα χρυσο σκευοσ η ασημενιο σκευοσ· αλλα το εδιναν στουσ εργατεσ, και μ' αυτο επισκευαζαν τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και λογαριασμο απο ανθρωπουσ δεν ζητουσαν, στουσ οποιουσ εδιναν το ασημι για να μοιραστει στουσ εργατεσ· επειδη, εργαζονταν με πιστοτητα. το ασημι, που ηταν για την ανομια, και το ασημι που ηταν για την αμαρτια, δεν φερνονταν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αυτα ησαν των ιερεων. τοτε, ο αζαηλ, ο βασιλιασ τησ συριασ, ανεβηκε και πολεμησε εναντια στη γαθ, και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε· επειτα, ο αζαηλ εστησε το προσωπο του να ανεβει εναντια τησ ιερουσαλημ. και ο βασιλιασ του ιηhυδα, ο ιωασ, πηρε ολα τα αφιερωματα, οσα ειχαν αφιερωσει ο ιωσαφατ, και ο ιωραμ, και ο οχοζιασ, οι πατερεσ του, οι βασιλιαδεσ του ιηhυδα, και τα δικα του αφιερωματα, και ολο το χρυσαφι, αυτο που βρεθηκε στουσ θησαυρουσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και του παλατιου του βασιλια, και τα εστειλε στον αζαηλ, τον βασιλια τησ συριασ· και αναχωρησε απο την ιερουσαλημ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωασ, και ολα οσα εκανε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και καθωσ οι δουλοι του σηκωθηκαν, εκαναν συνωμοσια, και παταξαν τον ιωασ στο παλατι τησ μιλλω, στην καταβαση σιλλα. επειδη, ο ιωζαχαρ, ο γιοσ του σιμεαθ, και ο ιωζαβαδ, ο γιοσ του σωμηρ, οι δουλοι του, τον παταξαν, και πεθανε· και τον εθαψαν μαζι με τουσ πατερεσ του στην πολη δαβιδ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο αμασιασ, ο γιοσ του.

13

και στον 23ο χρονο του ιωασ, γιου του οχοζια, βασιλια του ιηhυδα, ο ιωαχαζ, ο γιοσ του ιηου, βασιλευσε επανω στον ισραηλ, στη σαμαρεια, 17 χρονια. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, και ακολουθησε τισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, που εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει· δεν απομακρυνθηκε απ' αυτεσ. και εξαφθηκε η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στον ισραηλ, και τουσ παρεδωσε στο χερι του αζαηλ, του βασιλια τησ συριασ, και στο χερι του βεν-αδαδ, του γιου του αζαηλ, καθ' ολεσ τισ ημερεσ. και ο ιωαχαζ δεηθηκε, και τον εισακουσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, ειδε τη θλιψη του ισραηλ, οτι ο βασιλιασ τησ συριασ τουσ κατεθλιβε. (και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε στον ισραηλ σωτηρα, και βγηκαν κατω απο το χερι των συριων· και οι γιοι ισραηλ κατοικησαν στα σκηνωματα τουσ, οπωσ και πριν. ομωσ, δεν απομακρυνθηκαν απο τισ αμαρτιεσ τησ οικογενειασ του ιεροβοαμ, που εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει· περπατησαν σ' αυτεσ· κι ακομα, το αλσοσ στη σαμαρεια παρεμενε). επειδη, στον ιωαχαζ δεν εμεινε λαοσ, παρα 50 καβαλαρηδεσ, και 10 αμαξεσ, και 10.000 πεζοι· επειδη, τουσ κατεστρεψε ο βασιλιασ τησ συριασ, και τουσ εκανε σαν το χωμα που καταπατιεται. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωαχαζ, και ολα οσα εκανε, και τα κατορθωματα του, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; και ο ιωαχαζ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και τον εθαψαν στη σαμαρεια· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωασ, ο γιοσ του. και στον 37ο χρονο του ιωασ, του βασιλια του ιηhυδα, ο ιωασ, ο γιοσ του ιωαχαζ, βασιλευσε επανω στον ισραηλ, στη σαμαρεια, 16 χρονια. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο· δεν απομακρυνθηκε απο ολεσ τισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, που εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει· σ' αυτεσ περπατησε. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωασ, και ολα οσα εκανε, τα κατορθωματα του, πωσ πολεμησε εναντια στον αμασια, τον βασιλια του ιηhυδα, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; και ο ιωασ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του· και αντ' αυτου, στον θρονο του καθησε ο ιεροβοαμ· και ο ιωασ θαφτηκε στη σαμαρεια μαζι με τουσ βασιλιαδεσ του ισραηλ. και ο ελισσαιε αρρωστησε την αρρωστια του απο την οποια και πεθανε. και ο ιωασ, ο βασιλιασ του ισραηλ, κατεβηκε σ' αυτον, και εκλαψε μπροστα του, και ειπε: πατερα μου, πατερα μου, αμαξα του ισραηλ, και ιππικο του! και ο ελισσαιε ειπε σ' αυτον: παρε ενα τοξο και βελη. και πηρε κοντα του ενα τοξο και βελη. και ειπε στον βασιλια του ισραηλ: βαλε το χερι σου επανω στο τοξο. και εβαλε το χερι του· και ο ελισσαιε εβαλε τα χερια του επανω στα χερια του βασιλια. και ειπε: ανοιξε το παραθυρο προσ ανατολασ. και το ανοιξε. και ο ελισσαιε ειπε: τοξευσε. κι εκεινοσ τοξευσε. και ειπε: το βελοσ τησ σωτηριασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το βελοσ τησ σωτηριασ απο τουσ συριουσ! και θα παταξεισ τουσ συριουσ στην αφεκ, μεχρισ οτου τουσ συντελεσεισ. και ειπε: παρε βελη. και πηρε. και ειπε στον βασιλια του ισραηλ: ριξε επανω στη γη. και ερριξε τρεισ φορεσ, και σταματησε. και ο ανθρωποσ του θεου οργιστηκε γι' αυτον, και ειπε: επρεπε να ριξεισ πεντε η εξι φορεσ· τοτε θα χτυπουσεσ τουσ συριουσ μεχρισ οτου τουσ συντελεσεισ· τωρα, ομωσ, θα παταξεισ τουσ συριουσ μονον τρεισ φορεσ. και ο ελισσαιε πεθανε, και τον εθαψαν. και τον επομενο χρονο ταγματα των μωαβιτων εκαναν εισβολη στη γη. κι ενω εθαβαν καποιον ανθρωπο, να, ειδαν ενα ταγμα· και ερριξαν τον ανθρωπο στον ταφο του ελισσαιε· και καθωσ ο ανθρωποσ πηγε και αγγιξε τα κοκαλα του ελισσαιε, ανεζησε, και σταθηκε στα ποδια του. και ο αζαηλ, ο βασιλιασ τησ συριασ, κατεθλιψε τον ισραηλ ολεσ τισ ημερεσ του ιωαχαζ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ ελεησε, και τουσ λυπηθηκε, και επεβλεψε επανω τουσ, εξαιτιασ τησ διαθηκησ του με τον αβραhαμ, τον ισαακ, και τον ιακωβ· και δεν θελησε να τουσ εξολοθρευσει, και δεν τουσ απερριψε απο το προσωπο του, μεχρι τωρα. και ο αζαηλ, ο βασιλιασ τησ συριασ, πεθανε, και αντ' αυτου βασιλευσε ο βεν-αδαδ, ο γιοσ του. και ο ιωασ, ο γιοσ του ιωαχαζ, πηρε ξανα απο το χερι του βεν-αδαδ, του γιου του αζαηλ, τισ πολεισ, που ο αζαηλ ειχε παρει στον πολεμο απο το χερι του ιωαχαζ, του πατερα του. τρεισ φορεσ τον παταξε ο ιωασ, και ξαναπηρε τισ πολεισ του ισραηλ.

14

και κατα τον δευτερο χρονο του ιωασ, του γιου του ιωαχαζ, του βασιλια του ισραηλ, βασιλευσε ο αμασιασ, ο γιοσ του ιωασ, του βασιλια του ιηhυδα. ηταν ηλικιασ 25 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε στην ιερουσαλημ 29 χρονια. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν ιωαδαν απο την ιερουσαλημ. και επραξε το ευθεσ μπροστα στον κυριο, εντουτοισ οχι οπωσ ο πατερασ του ο δαβιδ· εκανε συμφωνα με ολα οσα ειχε πραξει ο ιωασ, ο πατερασ του. ομωσ, οι ψηλοι τοποι δεν ειχαν αφαιρεθει· ο λαοσ θυσιαζε ακομα και θυμιαζε επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ. και καθωσ η βασιλεια δυναμωθηκε στο χερι του, θανατωσε τουσ δουλουσ του, αυτουσ που ειχαν θανατωσει τον βασιλια τον πατερα του. ομωσ, τα παιδια των φονιαδων δεν τα θανατωσε· συμφωνα με το γραμμενο στο βιβλιο του νομου του μωυση, οπου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε, λεγοντασ: οι πατερεσ δεν θα θανατωνονται για τα παιδια ουτε τα παιδια θα θανατωνονται για τουσ πατερεσ, αλλα καθε ενασ θα θανατωνεται για το δικο του αμαρτημα. αυτοσ θανατωσε απο τον εδωμ 10.000 στην κοιλαδα του αλατοσ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε τη σελα με πολεμο, και αποκαλεσε το ονομα τησ ιοκθεηλ μεχρι αυτη την ημερα. τοτε, ο αμασιασ εστειλε μηνυτεσ στον ιωασ, τον γιο του ιωαχαζ, τον γιο του ιηου, τον βασιλια του ισραηλ, λεγοντασ: ελα, να δουμε ο ενασ τον αλλον προσωπικα. και ο ιωασ, ο βασιλιασ του ισραηλ, εστειλε στον αμασια, τον βασιλια του ιηhυδα, λεγοντασ: η αγκαθια, που ειναι στον λιβανο, εστειλε στον κεδρο, που ειναι στον λιβανο, λεγοντασ: δωσε τη θυγατερα σου για γυναικα στον γιο μου· ομωσ, διαβηκε ενα θηριο του χωραφιου, που ηταν στον λιβανο, και καταπατησε την αγκαθια· - πραγματικα, χτυπησεσ τον εδωμ, και η καρδια σου σε υψωσε· να χαιρεσαι τη δοξα σου, καθωσ καθεσαι στο σπιτι σου· γιατι μπλεκεσαι σε κακο, για το οποιο θα επεφτεσ, εσυ, και ο ιηhυδασ μαζι σου; αλλ' ο αμασιασ δεν τον ακουσε. ανεβηκε, λοιπον, ο ιωασ, ο βασιλιασ του ισραηλ, και ειδαν ο ενασ τον αλλον προσωπικα, αυτοσ και ο αμασιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, στη βαιθ-σεμεσ, που ειναι του ιηhυδα. και ο ιηhυδασ χτυπηθηκε μπροστα στον ισραηλ· και καθε ενασ εφυγε στισ σκηνεσ του. και ο ιωασ, ο βασιλιασ του ισραηλ, συνελαβε στη βαιθ-σεμεσ τον αμασια, τον βασιλια του ιηhυδα, τον γιο του ιωασ, γιου του οχοζια· και ερχομενοσ στην ιερουσαλημ, κατεδαφισε το τειχοσ τησ ιερουσαλημ, απο την πυλη του εφραιμ μεχρι την πυλη τησ γωνιασ, 400 πηχεσ. και παιρνοντασ ολο το χρυσαφι και το ασημι, και ολα τα σκευη που βρεθηκαν μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και μεσα στουσ θησαυρουσ του παλατιου του βασιλια, και ανθρωπουσ ωσ ενεχυρα, γυρισε στη σαμαρεια. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωασ οσεσ εκανε, και τα κατορθωματα του, και πωσ πολεμησε με τον αμασια, τον βασιλια του ιηhυδα, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; και ο ιωασ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε στη σαμαρεια μαζι με τουσ βασιλιαδεσ του ισραηλ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιεροβοαμ, ο γιοσ του. και ο αμασιασ, ο γιοσ του ιωασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, εζησε, μετα τον θανατο του ιωασ, γιου του ιωαχαζ, βασιλια του ισραηλ, 15 χρονια. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του αμασια δεν ειναι γραμμενεσ στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και εκαναν εναντιον του συνωμοσια στην ιερουσαλημ, και εφυγε στη λαχεισ· ομωσ, εστειλαν πισω απ' αυτον, στη λαχεισ, και εκει τον θανατωσαν. και τον εφεραν επανω σε αλογα, και θαφτηκε στην ιερουσαλημ μαζι με τουσ πατερεσ του, στην πολη του δαβιδ. και ολοκληροσ ο λαοσ του ιηhυδα πηρε τον αζαρια, που ηταν ηλικιασ 16 χρονων, και τον εκαναν βασιλια αντι του πατερα του, του αμασια. και εκτισε την ελαθ και την επεστρεψε στον ιηhυδα, αφου ο βασιλιασ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του. και κατα τον 15ο χρονο του αμασια, του γιου του ιωασ, του βασιλια του ιηhυδα, ο ιεροβοαμ, ο γιοσ του ιωασ, του βασιλια του ισραηλ, βασιλευσε στη σαμαρεια 41 χρονια. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο· δεν απομακρυνθηκε απο ολεσ τισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, που εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει. αυτοσ αποκατεστησε το συνορο του ισραηλ, απο την εισοδο τησ αιμαθ μεχρι τη θαλασσα τησ πεδιαδασ, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ, που μιλησε διαμεσου του δουλου του του ιωνα, του γιου του αμαθι, του προφητη, που ηταν απο τη γαθ-εφερ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειδε την υπερβολικα πικρη θλιψη του ισραηλ, οτι δεν υπηρχε τιποτε κλεισμενο και τιποτε αφημενο ουτε καποιοσ που θα βοηθουσε τον ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ειπε να εξαλειψει το ονομα του ισραηλ απο κατω απο τον ουρανο, αλλα τουσ εσωσε διαμεσου του ιεροβοαμ, του γιου του ιωασ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιεροβοαμ, και ολα οσα επραξε, και τα κατορθωματα του, πωσ πολεμησε, και πωσ ξαναπηρε στον ισραηλ τη δαμασκο, και την αιμαθ του ιηhυδα, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; και ο ιεροβοαμ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, μαζι με τουσ βασιλιαδεσ του ισραηλ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ζαχαριασ, ο γιοσ του.

15

κατα τον 27ο χρονο του ιεροβοαμ, του βασιλια του ισραηλ, βασιλευσε ο αζαριασ, ο γιοσ του αμασια, του βασιλια του ιηhυδα. οταν βασιλευσε, ηταν ηλικιασ 16 χρονων, και βασιλευσε 52 χρονια στην ιερουσαλημ· και το ονομα τησ μητερασ του ηταν ιεχολια, απο την ιερουσαλημ. και επραξε το ευθυ μπροστα στον κυριο, συμφωνα με ολα οσα ειχε πραξει ο αμασιασ ο πατερασ του. ομωσ, οι ψηλοι τοποι δεν ειχαν αφαιρεθει· ο λαοσ θυσιαζε ακομα και θυμιαζε επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παταξε τον βασιλια, και ηταν λεπροσ μεχρι την ημερα του θανατου του, και κατοικουσε σε ενα αποχωρισμενο σπιτι. και την επιστασια στο σπιτι του ειχε ο ιωθαμ, ο γιοσ του βασιλια, κρινοντασ τον λαο τησ γησ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του αζαρια, και ολα οσα επραξε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και ο αζαριασ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του· και τον εθαψαν μαζι με τουσ πατερεσ του στην πολη του δαβιδ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωθαμ, ο γιοσ του. και στον 38ο χρονο του αζαρια, του βασιλια του ιηhυδα, ο ζαχαριασ, ο γιοσ του ιεροβοαμ, βασιλευσε εξι μηνεσ επανω στον ισραηλ, στη σαμαρεια. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, οπωσ ειχαν πραξει οι πατερεσ του· δεν απομακρυνθηκε απο τισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, που εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει. και συνωμοτησε εναντιον του ο σαλλουμ, ο γιοσ του ιαβεισ, και τον παταξε μπροστα στον λαο, και τον θανατωσε, και βασιλευσε αντ' αυτου. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ζαχαρια, δεστε, ειναι γραμμενεσ στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ. αυτοσ ηταν ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε μιλησει στον ιηου, λεγοντασ: οι γιοι σου θα καθησουν επανω στον θρονο του ισραηλ μεχρι τεταρτησ γενεασ. ετσι και εγινε. ο σαλλουμ, ο γιοσ του ιαβεισ, βασιλευσε, και βασιλευσε στη σαμαρεια, εναν μηνα, στον 39ο χρονο του οζια, του βασιλια του ιηhυδα. και ανεβηκε ο μεναημ, ο γιοσ του γαδει απο τη θερσα, και ηρθε στη σαμαρεια, και χτυπησε στη σαμαρεια τον σαλλουμ, τον γιο του ιαβεισ, και τον θανατωσε, και βασιλευσε αντ' αυτου. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του σαλλουμ, και η συνωμοσια του που ειχε κανει, δεστε, ειναι γραμμενεσ στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ. τοτε, ο μεναημ παταξε τη θαψα, και ολουσ εκεινουσ που ησαν σ' αυτη, και τα συνορα τησ απο τη θερσα· επειδη, δεν του ειχαν ανοιξει, γι' αυτο τη χτυπησε· και διεσχισε την κοιλια ολων των εγκυων γυναικων που υπηρχαν μεσα σ' αυτη. και στον 39ο χρονο του αζαρια, του βασιλια του ιηhυδα, ο μεναημ, ο γιοσ του γαδει, βασιλευσε επανω στον ισραηλ, στη σαμαρεια, 10 χρονια. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο· δεν απομακρυνθηκε σε ολεσ τισ ημερεσ του απο τισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, που ειχε κανει τον ισραηλ να αμαρτησει. τοτε, ηρθε ο φουλ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ εναντια στη γη· και ο μεναημ εδωσε στον φουλ 1.000 ταλαντα ασημι, για να ειναι το χερι του μαζι του, στο να ενισχυσει στο χερι του τη βασιλεια. και ο μεναημ απεσπασε απο τον ισραηλ το ασημι, απο ολουσ τουσ δυνατουσ σε πλουτη, 50 σικλουσ ασημι απο καθε εναν, για να δωσει στον βασιλια τησ ασσυριασ. και ο βασιλιασ τησ ασσυριασ επεστρεψε, και δεν σταθηκε εκει στη γη. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του μεναημ, και ολα οσα εκανε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ; και ο μεναημ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του· και αντ' αυτου βασιλευσε ο φακειασ, ο γιοσ του. και στον 50ο χρονο του αζαρια, του βασιλια του ιηhυδα, ο φακειασ, ο γιοσ του μεναημ, βασιλευσε επανω στον ισραηλ, στη σαμαρεια, δυο χρονια. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο· δεν απομακρυνθηκε απο τισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, του γιου του ναβατ, που ειχε κανει τον ισραηλ να αμαρτησει. και εναντιον του συνωμοτησε ο φεκα, ο γιοσ του ρεμαλια, ο στρατηγοσ του, και τον παταξε στη σαμαρεια, στο παλατι τησ οικογενειασ του βασιλια, μαζι με τον αργοβ και τον αριε, εχοντασ μαζι του και 50 ανδρεσ απο τουσ γαλααδιτεσ· και τον θανατωσε, και βασιλευσε αντ' αυτου. οι υπολοιπεσ πραξεισ του φακεια, και ολα οσα εκανε, δεστε, ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ. στον 52ο χρονο του αζαρια, του βασιλια του ιηhυδα, ο φεκα, ο γιοσ του ρεμαλια, βασιλευσε 20 χρονια επανω στον ισραηλ, στη σαμαρεια. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο· δεν απομακρυνθηκε απο τισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, γιου του ναβατ, που ειχε κανει τον ισραηλ να αμαρτησει. και στισ ημερεσ του φεκα, του βασιλια του ισραηλ, ηρθε ο θεγλαθ-φελασαρ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε την ιιων, και την αβελ-βαιθ-μααχα, και την ιανωχ, και την κεδεσ, και την ασωρ, και τη γαλααδ, και τη γαλιλαια, ολοκληρη τη γη νεφθαλι, και τουσ μετοικησε στην ασσυρια. και ο ωσηε, ο γιοσ του ηλα, εκανε συνωμοσια εναντια στον φεκα, τον γιο του ρεμαλια, και τον παταξε, και τον θανατωσε, και στον 20ο χρονο του ιωθαμ, του γιου του οζια, βασιλευσε αντ' αυτου. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του φεκα, και ολα οσα εκανε, δεστε, ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ισραηλ. και στον δευτερο χρονο του φεκα, γιου του ρεμαλια, του βασιλια του ισραηλ, βασιλευσε ο ιωθαμ, ο γιοσ του οζια, του βασιλια του ιηhυδα. ηταν ηλικιασ 25 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε 16 χρονια στην ιερουσαλημ· και το ονομα τησ μητερασ του ηταν ιερουσα, θυγατερα του σαδωκ. και επραξε το ευθυ μπροστα στον κυριο· επραξε συμφωνα με ολα οσα επραξε ο πατερασ του, ο οζιασ. ομωσ, οι ψηλοι τοποι δεν ειχαν αφαιρεθει· ο λαοσ θυσιαζε ακομα και θυμιαζε επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ. αυτοσ εκτισε την ψηλη πυλη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωθαμ, και ολα οσα εκανε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και στισ ημερεσ εκεινεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αρχισε να στελνει εναντια στον ιηhυδα τον ρεσιν, τον βασιλια τησ συριασ, και τον φεκα, τον γιο του ρεμαλια. και ο ιωθαμ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, στην πολη του δαβιδ του πατερα του· και αντ' αυτου βασιλευσε ο αχαζ, ο γιοσ του.

16

και στον 17ο χρονο του φεκα, του γιου του ρεμαλια, βασιλευσε ο αχαζ, ο γιοσ του ιωθαμ, του βασιλια του ιηhυδα. ηταν ηλικιασ 20 χρονων οταν ο αχαζ βασιλευσε, και βασιλευσε 16 χρονια στην ιερουσαλημ. δεν επραξε, ομωσ, το ευθυ μπροστα στον κυριο τον θεο του, οπωσ ο δαβιδ ο πατερασ του. αλλα, περπατησε στον δρομο των βασιλιαδων του ισραηλ, και μαλιστα περασε τον γιο του μεσα απο τη φωτια, συμφωνα με τα βδελυγματα των εθνων, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε εκδιωξει μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ. και θυσιαζε και θυμιαζε επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ, και επανω στουσ λοφουσ, και κατω απο καθε πρασινο δεντρο. τοτε, ανεβηκαν στην ιερουσαλημ για πολεμο, ο ρεσιν, ο βασιλιασ τησ συριασ, και ο φεκα, ο γιοσ του ρεμαλια, ο βασιλιασ του ισραηλ· και πολιορκησαν τον αχαζ, ομωσ δεν μπορεσαν να νικησουν. κατα τον καιρο εκεινο, ο ρεσιν, ο βασιλιασ τησ συριασ αποκατεστησε την ελαθ κατω απο την εξουσια τησ συριασ, και εδιωξε τουσ ιηhυδαιουσ απο την ελαθ· και καθωσ οι συριοι ηρθαν στην ελαθ, κατοικησαν εκει μεχρι αυτη την ημερα. και ο αχαζ εστειλε μηνυτεσ στον θεγλαθ-φελασαρ, τον βασιλια τησ ασσυριασ, λεγοντασ: εγω ειμαι δουλοσ σου και γιοσ σου· ανεβα, και σωσε με απο το χερι του βασιλια τησ συριασ και του βασιλια του ισραηλ, που σηκωθηκαν εναντιον μου. και ο αχαζ πηρε το ασημι και το χρυσαφι, που βρεθηκε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στουσ θησαυρουσ του παλατιου του βασιλια, και το εστειλε ωσ δωρο στον βασιλια τησ ασσυριασ. και ο βασιλιασ τησ ασσυριασ τον εισακουσε· και ανεβηκε ο βασιλιασ τησ ασσυριασ εναντια στη δαμασκο, και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε, και μετοικησε τουσ κατοικουσ τησ στην κιρ, τον δε ρεσιν, τον θανατωσε. και ο βασιλιασ αχαζ πηγε στη δαμασκο, προσ συναντηση του θεγλαθ-φελασαρ, του βασιλια τησ ασσυριασ, και ειδε το θυσιαστηριο που υπηρχε στη δαμασκο· και ο βασιλιασ αχαζ εστειλε στον ουρια, τον ιερεα, το ομοιωμα του θυσιαστηριου, και τον τυπο του, με υποδειγμα ολοκληρησ τησ εργασιασ του. και ο ουριασ, ο ιερεασ, εκτισε το θυσιαστηριο, συμφωνα με ολα οσα ο βασιλιασ αχαζ εστειλε απο τη δαμασκο. ετσι εκανε ο ουριασ, ο ιερεασ, μεχρισ οτου ερθει ο βασιλιασ αχαζ απο τη δαμασκο. και οταν ο βασιλιασ ηρθε απο τη δαμασκο, ο βασιλιασ ειδε το θυσιαστηριο· και ο βασιλιασ πλησιασε στο θυσιαστηρο, και εκανε προσφορα επανω σ' αυτο. και εκαψε το ολοκαυτωμα του και την προσφορα του απο αλφιτα, και ξεχυνε επανω τη σπονδη του, και ραντισε το αιμα των ειρηνικων του προσφορων, επανω στο θυσιαστηριο. και μετεφερε το χαλκινο θυσιαστηριο, που ηταν μπροστα στον κυριο, μπροστα απο τον οικο, αναμεσα απο το θυσιαστηριο και τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το εβαλε προσ τη βορινη πλευρα του θυσιαστηριου. και ο βασιλιασ αχαζ προσταξε τον ουρια τον ιερεα, λεγοντασ: επανω στο μεγαλο θυσιαστηριο να προσφερεισ το ολοκαυτωμα το πρωινο, και την εσπερινη προσφορα απο αλφιτα, και το ολοκαυτωμα του βασιλια, και την προσφορα του απο αλφιτα, μαζι με το ολοκαυτωμα ολοκληρου του λαου τησ γησ, και την προσφορα τουσ απο αλφιτα, και τισ σπονδεσ τουσ· και ραντισε επανω σ' αυτο ολο το αιμα του ολοκαυτωματοσ, και ολο το αιμα τησ θυσιασ· και το χαλκινο θυσιαστηριο θα ειναι σε μενα για να ρωταω τον κυριο. και ο ουριασ, ο ιερεασ, εκανε συμφωνα με ολα οσα ειχε προσταξει ο βασιλιασ αχαζ. και ο βασιλιασ αχαζ εκοψε τα συγκλεισματα των βασεων, και σηκωσε απο πανω τουσ τον λουτηρα· και κατεβασε τη θαλασσα πανω απο τα χαλκινα βοδια, που ησαν απο κατω τησ, και την εβαλε σε μια πετρινη βαση. και το στεγαστρο του σαββατου, που ειχαν οικοδομησει στον οικο, και την εξωτερικη εισοδο του βασιλια, τη μετατοπισε απο τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εξαιτιασ του βασιλια τησ ασσυριασ. οι υπολοιπεσ πραξεισ του αχαζ, οσεσ επραξε, δεν ειναι γραμμενεσ στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και ο αχαζ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε μαζι με τουσ πατερεσ του στην πολη του δαβιδ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο εζεκιασ, ο γιοσ του.

17

και στον 12ο χρονο του αχαζ, του βασιλια του ιηhυδα, στη σαμαρεια βασιλευσε επανω στον ισραηλ ο ωσηε, ο γιοσ του ηλα, εννια χρονια. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, ομωσ οχι οπωσ οι βασιλιαδεσ του ισραηλ, που ησαν πριν απ' αυτον. εναντιον του ανεβηκε ο σαλμανασαρ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ· και ο ωσηε εγινε δουλοσ του, και του εδινε φορο. και ο βασιλιασ τησ ασσυριασ βρηκε συνωμοσια στον ωσηε· επειδη, ειχε στειλει μηνυτεσ στον σω, τον βασιλια τησ αιγυπτου, και δεν εδωσε φορο στον βασιλια τησ ασσυριασ, οπωσ εκανε καθε χρονο· γι' αυτο, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ τον συνεκλεισε, και τον εδεσε σε φυλακη. και ο βασιλιασ τησ ασσυριασ ανεβηκε διαμεσου ολησ τησ γησ· και ανεβηκε στη σαμαρεια, και την πολιορκησε τρια χρονια. και στον ενατο χρονο του ωσηε, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε τη σαμαρεια, και μετοικισε τον ισραηλ στην ασσυρια, και τον κατοικισε στην αλα, και στην αβωρ, κοντα στον ποταμο γωζαν, και στισ πολεισ των μηδων. κι αυτο εγινε, επειδη οι γιοι του ισραηλ αμαρτησαν στον κυριο τον θεο τουσ, που τουσ ειχε ανεβασει απο τη γη τησ αιγυπτου, κατω απο το χερι του φαραω, του βασιλια τησ αιγυπτου, και σεβαστηκαν αλλουσ θεουσ. και περπατησαν στα νομιμα των εθνων, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε εκδιωξει μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ, και σ' εκεινα των βασιλιαδων του ισραηλ, που ειχαν θεσπισει. και οι γιοι ισραηλ, κρυφα, εκαναν πραγματα που δεν ησαν με ευθυτητα μπροστα στον κυριο τον θεο τουσ, και εκτισαν για τον εαυτο τουσ ψηλουσ τοπουσ σε ολεσ τισ πολεισ τουσ, απο πυργο φυλακων μεχρι πολη οχυρη. και εστησαν για τον εαυτο τουσ αγαλματα και αλση επανω σε καθε ψηλο λοφο, και κατω απο καθε πρασινο δεντρο. και εκει θυμιαζαν επανω σε ολουσ τουσ ψηλουσ τοπουσ, οπωσ και τα εθνη που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε εκδιωξει απο μπροστα τουσ· και εκαναν πραγματα πονηρα για να παροργιζουν τον κυριο· και λατρευσαν τα ειδωλα, για τα οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ ειχε πει: δεν θα κανετε αυτο το πραγμα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαμαρτυρηθηκε εναντιον του ισραηλ, και εναντιον του ιηhυδα, διαμεσου ολων των προφητων, ολων εκεινων που εβλεπαν, λεγοντασ: επιστρεψτε απο τουσ πονηρουσ σασ δρομουσ, και τηρειτε τισ εντολεσ μου, τα διαταγματα μου, συμφωνα με ολο τον νομο, που ειχα προσταξει στουσ πατερεσ σασ, και τον οποιο σασ εστειλα διαμεσου των δουλων μου των προφητων. ομωσ, αυτοι δεν υπακουσαν, αλλα σκληρυναν τον τραχηλο τουσ, οπωσ τον τραχηλο των πατερων τουσ, που δεν πιστεψαν στον κυριο τον θεο τουσ. και απερριψαν τα διαταγματα του, και τη διαθηκη του, που ειχε κανει μαζι με τουσ πατερεσ τουσ, και τισ διαμαρτυριεσ του, που ειχε διαμαρτυρηθει εναντιον τουσ· και πηγαν πισω απο τη ματαιοτητα, και ματαιωθηκαν, και πισω απο τα εθνη που ειναι ολογυρα τουσ, για τα οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ ειχε προσταξει, να μη κανουν οπωσ εκεινα. και εγκατελειψαν ολεσ τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου τουσ, και εκαναν για τον εαυτο τουσ χωνευτα, δυο μοσχαρια, και εκαναν αλση, και προσκυνησαν ολοκληρη τη στρατια του ουρανου, και λατρευσαν τον βααλ. και διαπερνουσαν τουσ γιουσ τουσ και τισ θυγατερεσ τουσ μεσα απο τη φωτια, και μεταχειριζονταν μαντειεσ και οιωνισμουσ, και πουλησαν τον εαυτο τουσ στο να πραττουν πονηρα, μπροστα στον κυριο, για να τον παροργιζουν. γι' αυτα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh οργιστηκε υπερβολικα εναντια στον ισραηλ, και τουσ απεβαλε απο το προσωπο του· δεν εναπεμεινε παρα μονη η φυλη του ιηhυδα. ακομα και ο ιηhυδασ δεν φυλαξε τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του, αλλα περπατησαν στα διαταγματα του ισραηλ, που ειχαν κανει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απεβαλε ολοκληρο το σπερμα του ισραηλ, και τουσ κατεθλιψε, και τουσ παρεδωσε στο χερι αυτων που διαρπαζουν, μεχρισ οτου τουσ απερριψε απο το προσωπο του. επειδη, ο ισραηλ αποσχιστηκε απο την οικογενεια του δαβιδ, και εκαναν βασιλια τον ιεροβοαμ, τον γιο του ναβατ· και ο ιεροβοαμ απεσπασε τον ισραηλ απο το να ακολουθει τον κυριο, και τουσ εκανε να αμαρτησουν, αμαρτια μεγαλη. επειδη, οι γιοι ισραηλ περπατησαν σε ολεσ τισ αμαρτιεσ του ιεροβοαμ, που ειχε πραξει· δεν απομακρυνθηκαν απ' αυτεσ, μεχρισ οτου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απεβαλε τον ισραηλ απο το προσωπο του, οπωσ ειχε μιλησει διαμεσου ολων των δουλων του των προφητων. και ο ισραηλ μετοικιστηκε απο τη γη του στην ασσυρια, μεχρι αυτη την ημερα. και ο βασιλιασ τησ ασσυριασ εφερε ανθρωπουσ απο τη βαβυλωνα, και απο τη χουθα, και απο την αυα, και απο την αιμαθ, και απο τη σεφαρουιμ, και τουσ κατοικισε στισ πολεισ τησ σαμαρειασ αντι για τουσ γιουσ ισραηλ, και κληρονομησαν τη σαμαρεια, και κατοικησαν στισ πολεισ τησ. και στην αρχη τησ κατοικησησ τουσ εκει, δεν φοβηθηκαν τον κυριο· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε λιονταρια αναμεσα τουσ, και θανατωναν απ' αυτουσ. και ειπαν στον βασιλια τησ ασσυριασ, λεγοντασ: τα εθνη που μετοικισεσ στισ πολεισ τησ σαμαρειασ, δεν γνωριζουν τον νομο του θεου τησ γησ· γι' αυτο, εστειλε τα λιονταρια αναμεσα τουσ, και δεσ, τουσ θανατωνουν, επειδη δεν γνωριζουν τον νομο του θεου τησ γησ. τοτε, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ προσταξε, λεγοντασ: φερτε εκει εναν απο τουσ ιερεισ, που μετοικισατε απο εκει· κι ασ πανε, και ασ κατοικησουν εκει· και ασ τουσ διδαξουν τον νομο του θεου τησ γησ. και ενασ απο τουσ ιερεισ, που τουσ μετοικισαν στη σαμαρεια, ηρθε και κατοικησε στη βαιθηλ, και τουσ διδασκε πωσ να φοβουνται τον κυριο. καθε ενα εθνοσ, ομωσ, εκαναν θεουσ για τον εαυτο τουσ, και τουσ εβαλαν στουσ οικουσ των ψηλων τοπων, που οι σαμαρειτεσ ειχαν κανει, καθε ενα εθνοσ στισ πολεισ τουσ, οπου κατοικουσαν. και οι ανδρεσ τησ βαβυλωνασ εκαναν τη σοκχωθ-βενωθ, ενω οι ανδρεσ τησ χουθα εκαναν τη νεργαλ, και οι ανδρεσ τησ αιμαθ εκαναν την ασιμα, και οι αυιτεσ εκαναν τη νιβαζ, και τον ταρτακ, και οι σεφαρουιτεσ εκαιγαν τουσ γιουσ τουσ μεσα στη φωτια στον αδραμμελεχ και αναμμελεχ, που ησαν θεοι των σεφαρουιτων. ετσι φοβονταν τον κυριο· και εκαναν για τον εαυτο τουσ ιερεισ των ψηλων τοπων απο τουσ τελευταιουσ αναμεσα τουσ, που θυσιαζαν γι' αυτουσ μεσα στουσ οικουσ των ψηλων τοπων. φοβονταν μεν τον κυριο, λατρευαν ομωσ τουσ δικουσ τουσ θεουσ, συμφωνα με τον τροπο των εθνων, γι' αυτο μετοικιστηκαν. μεχρι την ημερα αυτη κανουν συμφωνα με τουσ προηγουμενουσ τροπουσ· δεν φοβουνται τον κυριο, και δεν πραττουν συμφωνα με τα διαταγματα τουσ, και συμφωνα με τισ κρισεισ τουσ, και συμφωνα με τον νομο και την εντολη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει στουσ γιουσ ιακωβ, τον οποιο ονομασε ισραηλ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε σ' αυτουσ διαθηκη, και τουσ προσταξε, λεγοντασ: δεν θα φοβηθειτε αλλουσ θεουσ, και δεν θα τουσ προσκυνησετε ουτε θα τουσ λατρευσετε ουτε θα θυσιασετε σ' αυτουσ· αλλα, τον κυριο, που σασ εβγαλε απο τη γη τησ αιγυπτου με μεγαλη δυναμη και με απλωμενον βραχιονα, αυτον θα φοβαστε, κι αυτον θα προσκυνατε, και σ' αυτον θα θυσιαζετε· και τα διαταγματα, και τισ κρισεισ, και τον νομο, και την εντολη, που εγραψε για σασ, θα προσεχετε να εκτελειτε παντοτε· και αλλουσ θεουσ δεν θα φοβηθειτε· και τη διαθηκη που εκανα σε σασ, δεν θα την ξεχασετε· και δεν θα φοβηθειτε αλλουσ θεουσ· αλλα, τον κυριο τον θεο σασ θα φοβαστε· κι αυτοσ θα σασ ελευθερωσει απο το χερι ολων των εχθρων σασ. ομωσ, δεν υπακουσαν, αλλα εκαναν συμφωνα με τουσ προηγουμενουσ τροπουσ τουσ. κι αυτα τα εθνη φοβονταν μεν τον κυριο, λατρευαν ομωσ τα γλυπτα τουσ· και οι γιοι τουσ, και οι γιοι των γιων τουσ, οπωσ εκαναν οι πατερεσ τουσ, ετσι κανουν κι αυτοι μεχρι αυτη την ημερα.

18

και στον τριτο χρονο του ωσηε, γιου του ηλα, του βασιλια του ισραηλ, βασιλευσε ο εζεκιασ, ο γιοσ του αχαζ, του βασιλια του ιηhυδα. οταν βασιλευσε, ηταν ηλικιασ 25 χρονων· και βασιλευσε 29 χρονια στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν αβι, θυγατερα του ζαχαρια. και εκανε το ευθυ μπροστα στον κυριο, συμφωνα με ολα οσα εκανε ο δαβιδ ο πατερασ του. αυτοσ αφαιρεσε τουσ ψηλουσ τοπουσ, και κατεσπασε τα αγαλματα, και κατεκοψε τα αλση και κατασυντριψε το χαλκινο φιδι, που ο μωυσησ ειχε κανει· επειδη, μεχρι τισ ημερεσ εκεινεσ οι γιοι ισραηλ θυμιαζαν σ' αυτο· και το αποκαλεσε νεουσθαν. ειχε ελπισει επανω στον κυριο τον θεο του ισραηλ· και, υστερα απ' αυτον, δεν σταθηκε ομοιοσ του αναμεσα σε ολουσ τουσ βασιλιαδεσ του ιηhυδα, αλλ' ουτε πριν απ' αυτον· επειδη, ειχε προσκολληθει στον κυριο· δεν απομακρυνθηκε απο του να τον ακολουθει, αλλα τηρησε τισ εντολεσ του, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει στον μωυση. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι του· οπου εβγαινε, κατευοδωνοταν· και αποστατησε εναντια στον βασιλια τησ ασσυριασ, και δεν τον δουλεψε. αυτοσ παταξε τουσ φιλισταιουσ, μεχρι τη γαζα και τα συνορα τησ, απο πυργο φυλακων μεχρι οχυρη πολη. και στον τεταρτο χρονο του βασιλια εζεκια, που ηταν ο εβδομοσ χρονοσ του ωσηε, γιου του ηλα, του βασιλια του ισραηλ, ο σαλμανασαρ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ ανεβηκε εναντια στη σαμαρεια, και την πολιορκουσε. και στο τελοσ των τριων χρονων την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν· στον εκτο χρονο του εζεκια, που ειναι ο ενατοσ του ωσηε, του βασιλια του ισραηλ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυθηκε η σαμαρεια. και ο βασιλιασ τησ ασσυριασ μετοικισε τον ισραηλ στην ασσυρια, και τουσ εβαλε στην αλα, και στην αβωρ, κοντα στον ποταμο γωζαν, και στισ πολεισ των μηδων· επειδη, δεν ειχαν υπακουσει στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου τουσ, αλλα παρεβηκαν τη διαθηκη του, ολα οσα ειχε προσταξει ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν ειχαν υπακουσει, ουτε τα εκαναν. και στον 14ο χρονο του βασιλια εζεκια, ανεβηκε ο σενναχειρειμ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ, εναντια σε ολεσ τισ οχυρεσ πολεισ του ιηhυδα, και τισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε. και ο εζεκιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, εστειλε στον βασιλια τησ ασσυριασ στη λαχεισ, λεγοντασ: αμαρτησα· φυγε απο μενα· ο,τι επιβαλεισ επανω μου, θα το βασταξω. και ο βασιλιασ τησ ασσυριασ επεβαλε επανω στον εζεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, 300 ταλαντα ασημι, και 30 ταλαντα χρυσαφι. και ο εζεκιασ του εδωσε ολο το ασημι που βρεθηκε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στουσ θησαυρουσ στο παλατι του βασιλια. κατα τον καιρο εκεινο, ο εζεκιασ απεκοψε τισ θυρεσ του ναου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τουσ στυλουσ που ο εζεκιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, ειχε περισκεπασει με χρυσαφι, και το εδωσε στον βασιλια τησ ασσυριασ. και ο βασιλιασ τησ ασσυριασ εστειλε τον ταρταν, και τον ραβ-σαρεισ, και τον ραβ-σακη, απο τη λαχεισ, στον βασιλια εζεκια, με μεγαλη δυναμη, στην ιερουσαλημ. κι εκεινοι ανεβηκαν και ηρθαν στην ιερουσαλημ. και οταν ανεβηκαν, ηρθαν και σταθηκαν στον υδραγωγο τησ ανω κολυμπηθρασ, που ειναι στον μεγαλο δρομο του χωραφιου του γναφεα. και βοησαν στον βασιλια, και βγηκαν σ' αυτουσ ο ελιακειμ, ο γιοσ του χελκια, του οικονομου, και ο σομνασ, ο γραμματεασ, και ο ιωαχ, ο γιοσ του ασαφ, ο υπομνηματογραφοσ. και ο ραβ-σακησ τουσ ειπε: πειτε τωρα στον εζεκια: ετσι λεει ο μεγαλοσ βασιλιασ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ: ποιο ειναι το θαρροσ αυτο επανω στο οποιο θαρρεισ; εσυ λεσ, (εντουτοισ, ειναι λογια χειλεων): εχω θεληση και δυναμη για πολεμο· αλλ' επανω σε ποιον εχεισ το θαρροσ σου, ωστε αποστατησεσ εναντιον μου; τωρα, δεσ, εσυ εχεισ το θαρροσ επανω στη ραβδο του συντριμμενου εκεινου καλαμου, επανω στην αιγυπτο, επανω στον οποιο αν καποιοσ στηριχθει, θα μπηχτει μεσα στο χερι του, και θα το τρυπησει· τετοιοσ ειναι ο φαραω, ο βασιλιασ τησ αιγυπτου, σε ολουσ οσουσ εχουν το θαρροσ τουσ επανω σ' αυτον. αλλ' αν μου πειτε: εμεισ εχουμε το θαρροσ μασ επανω στον κυριο τον θεο μασ· δεν ειναι αυτοσ, του οποιου ο εζεκιασ αφαιρεσε τουσ ψηλουσ τοπουσ και τα θυσιαστηρια, και ειπε στον ιηhυδα και στην ιερουσαλημ: μπροστα σ' αυτο το θυσιαστηριο θα προσκυνησετε στην ιερουσαλημ; τωρα, λοιπον, δωσε ενεχυρα στον κυριο μου τον βασιλια τησ ασσυριασ, κι εγω θα σου δωσω 2.000 αλογα, αν μπορεισ απο μερουσ σου να δωσεισ γι' αυτα καβαλαρηδεσ. πωσ, λοιπον, θα στρεψεισ πισω το προσωπο ενοσ τοπαρχη απο τουσ ελαχιστουσ των δουλων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, και ελπισεσ επανω στην αιγυπτο για αμαξεσ και για καβαλαρηδεσ; και, τωρα, χωρισ τον κυριο ανεβηκα εγω εναντια σ' αυτον τον τοπο, για να τον καταστρεψω; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: ανεβα εναντια σ' αυτη τη γη, και καταστρεψε την. τοτε, ειπε ο ελιακειμ, ο γιοσ του χελκια, και ο σομνασ, και ο ιωαχ, στον ραβ-σακη: μιλησε, παρακαλω, στουσ δουλουσ σου στη συριακη γλωσσα· επειδη, την καταλαβαινουμε· και μη μασ μιλασ ιηhυδαιστι, σε επηκοον του λαου επανω στο τειχοσ. αλλα, ο ραβ-σακησ τουσ ειπε: μηπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου με εστειλε στον κυριο σου, και σε σενα, για να μιλησω αυτα τα λογια; δεν με εστειλε προσ τουσ ανδρεσ που καθονται επανω στο τειχοσ, για να φανε την κοπρο τουσ, και να πιουν τα ουρα τουσ, μαζι σασ; τοτε, ο ραβ-σακησ σταθηκε, και φωναξε με δυνατη φωνη, ιηhυδαιστι, και μιλησε, λεγοντασ: ακουστε τον λογο του μεγαλου βασιλια, του βασιλια τησ ασσυριασ· ετσι λεει ο βασιλιασ· μη σασ απαταει ο εζεκιασ· επειδη, δεν θα μπορεσει να σασ λυτρωσει απο το χερι του· και μη σασ κανει ο εζεκιασ να εχετε θαρροσ επανω στον κυριο, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σιγουρα θα μασ λυτρωσει, και η πολη αυτη δεν θα παραδοθει στο χερι του βασιλια τησ ασσυριασ. μη ακουτε τον εζεκια· επειδη, ετσι λεει ο βασιλιασ τησ ασσυριασ: καντε μαζι μου συμβιβασμο, και βγειτε εξω προσ εμενα· και φατε καθε ενασ απο την αμπελο του, και καθε ενασ απο τη συκια του, και πιειτε καθε ενασ απο τη δεξαμενη του· εωσ οτου ερθω, και σασ παρω σε γη ομοια με τη γη σασ, γη με σιταρι και κρασι, γη με ψωμι και αμπελωνεσ, γη με λαδι και μελι, για να ζησετε και να μη πεθανετε· και μη ακουτε τον εζεκια, οταν σασ απαταει, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα μασ λυτρωσει. μηπωσ, στ' αληθεια, καποιοσ απο τουσ θεουσ των εθνων λυτρωσε τη γη του απο το χερι του βασιλια τησ ασσυριασ; που ειναι οι θεοι τησ αιμαθ και τησ αρφαδ; που ειναι οι θεοι τησ σεφαρουιμ, τησ ενα, και τησ αυα; μηπωσ λυτρωσαν απο το χερι μου τη σαμαρεια; ποιοι αναμεσα σε ολουσ τουσ θεουσ αυτων των τοπων λυτρωσαν τη γη τουσ απο το χερι μου, ωστε και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να λυτρωσει την ιερουσαλημ απο το χερι μου; και ο λαοσ σιωπουσε, και δεν του απαντησε εναν λογο· επειδη, ο βασιλιασ ειχε προσταξει, λεγοντασ: μη του απαντησετε. τοτε, ο ελιακειμ, ο γιοσ του χελκια, ο οικονομοσ, και ο σομνασ, ο γραμματεασ, και ο ιωαχ, ο γιοσ του ασαφ, ο υπομνηματογραφοσ, ηρθαν στον εζεκια με σχισμενα τα ιματια, και του ανηγγειλαν τα λογια του ραβ-σακη.

19

και οταν το ακουσε ο βασιλιασ εζεκιασ, εσχισε τα ιματια του, και σκεπαστηκε με σακο, και μπηκε μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εστειλε τον ελιακειμ, τον οικονομο, και τον σομνα, τον γραμματεα, και τουσ πρεσβυτερουσ των ιερεων, σκεπασμενουσ με σακουσ, προσ τον προφητη ησαια, τον γιο του αμωσ. και του ειπαν: ετσι λεει ο εζεκιασ: η ημερα αυτη ειναι ημερα θλιψησ, και ονειδισμου, και βλασφημιασ· επειδη, τα παιδια ηρθαν στην ωρα τησ γεννασ, ομωσ δεν υπαρχει δυναμη στην ετοιμογεννη· ειθε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου να ακουσε ολα τα λογια του ραβ-σακη, που εστειλε ο βασιλιασ τησ ασσυριασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του, για να ονειδισει τον ζωντανο θεο, και να βρισει με τα λογια, που ακουσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου· γι' αυτο, υψωσε δεηση για το υπολοιπο που απεμεινε. και ηρθαν στον ησαια οι δουλοι του βασιλια εζεκια. και ο ησαιασ τουσ ειπε: ετσι θα πειτε στον κυριο σασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μη φοβασαι απο τα λογια που ακουσεσ, με τα οποια με ονειδισαν οι δουλοι του βασιλια τησ ασσυριασ· δεσ, εγω θα βαλω μεσα του ενα τετοιο πνευμα, ωστε, καθωσ θα ακουσει θορυβο, θα επιστρεψει στη γη του· και θα τον κανω να πεσει με μαχαιρα στην ιδια του τη γη. ο ραβ-σακησ, λοιπον, γυρισε, και βρηκε τον βασιλια τησ ασσυριασ να πολεμαει εναντια στη λιβνα· επειδη, ακουσε οτι εφυγε απο τη λαχεισ. και οταν ο βασιλιασ ακουσε να λενε για τον θιρακα, τον βασιλια τησ αιθιοπιασ: δεσ, βγηκε να σε πολεμησει, εστειλε παλι πρεσβευτεσ στον εζεκια, λεγοντασ: ετσι θα πειτε στον εζεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, λεγοντασ: ο θεοσ σου, επανω στον οποιο εχεισ το θαρροσ σου, ασ μη σε εξαπαταει, λεγοντασ: η ιερουσαλημ δεν θα παραδοθει στο χερι του βασιλια τησ ασσυριασ· δεσ, εσυ ακουσεσ τι εκαναν οι βασιλιαδεσ τησ ασσυριασ σε ολουσ τουσ τοπουσ, καταστρεφοντασ τουσ· κι εσυ θα λυτρωθεισ; μηπωσ οι θεοι των εθνων λυτρωσαν εκεινουσ που οι πατερεσ μου κατεστρεψαν, την γωζαν, και τη χαρραν, και τη ρεσεφ, και τουσ γιουσ του εδεν, που ησαν στην τελασσαρ; που ειναι ο βασιλιασ τησ αιμαθ, και ο βασιλιασ τησ αρφαδ, και ο βασιλιασ τησ πολησ σεφαρουιμ, τησ ενα, και τησ αυα; και ο εζεκιασ, παιρνοντασ την επιστολη απο το χερι των πρεσβευτων, τη διαβασε· και ο εζεκιασ ανεβηκε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και την ξετυλιξε μπροστα στον κυριο. και προσευχηθηκε ο εζεκιασ μπροστα στον κυριο, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε του ισραηλ, που καθεσαι επανω στα χερουβειμ, εσυ ο ιδιοσ εισαι ο θεοσ, ο μονοσ, ολων των βασιλειων τησ γησ· εσυ εκανεσ τον ουρανο και τη γη· στρεψε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το αυτι σου, και ακουσε· ανοιξε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τα ματια σου, και δεσ· και ακουσε τα λογια του σενναχειρειμ, που εστειλε τουτον να ονειδισει τον ζωντανο θεο· αληθινα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οι βασιλιαδεσ τησ ασσυριασ ερημωσαν τα εθνη, και τουσ τοπουσ τουσ, και ερριξαν τουσ θεουσ τουσ στη φωτια· επειδη, δεν ησαν θεοι, αλλα εργο χεριων ανθρωπων, ξυλα και πετρεσ· γι' αυτο, τουσ κατεστρεψαν· τωρα, λοιπον, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε μασ, σωσε μασ, παρακαλω, απο το χερι του· για να γνωρισουν ολα τα βασιλεια τησ γησ, οτι εσυ εισαι κυριοσ, ο θεοσ, ο μονοσ. τοτε, ο ησαιασ, ο γιοσ του αμωσ, εστειλε στον εζεκια, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: ακουσα οσα προσευχηθηκεσ σε μενα, εναντια στον σενναχειρειμ, τον βασιλια τησ ασσυριασ. αυτοσ ειναι ο λογοσ που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε γι' αυτον: σε καταφρονησε, σε ενεπαιξε, η παρθενα, η θυγατερα τησ σιων· κουνησε πισω σου το κεφαλι η θυγατερα τησ ιερουσαλημ. ποιον ονειδισεσ και βλασφημησεσ; και εναντια σε ποιον υψωσεσ φωνη, σηκωσεσ ψηλα τα ματια σου; εναντια στον αγιο του ισραηλ. τον κυριο ονειδισεσ διαμεσου των πρεσβευτων σου, και ειπεσ: «με το πληθοσ των αμαξων μου ανεβηκα εγω στο υψοσ των βουνων, στα πλαγια του λιβανου· και θα κοψω τουσ ψηλουσ κεδρουσ του, τα εκλεκτα ελατια του· και θα μπω μεσα στα τελευταια οικηματα του, στο δασοσ του καρμηλου του· εγω εσκαψα, και ηπια ξενα νερα· και με το ιχνοσ των ποδιων μου ξερανα ολουσ τουσ ποταμουσ των πολιορκουμενων». μηπωσ δεν ακουσεσ οτι εγω το εκανα αυτο απο παλια, και το σχεδιασα απο τισ αρχαιεσ ημερεσ; και, τωρα, το εκτελεσα, ωστε εσυ να εισαι για να καταστρεφεισ οχυρωμενεσ πολεισ σε σωρουσ ερειπιων. γι' αυτο, οι κατοικοι τουσ ησαν μικρησ δυναμησ, τρομαξαν και ντροπιαστηκαν· ησαν σαν το χορταρι του χωραφιου, σαν τη χλοη, και σαν το χορταρι των ταρατσων, και σαν το σιταρι που καιγεται πριν καλαμωσει. ομωσ, εγω γνωριζω την κατοικια σου, και την εξοδο σου, και την εισοδο σου, και τη λυσσα σου εναντιον μου. επειδη, η λυσσα σου εναντιον μου, και η αλαζονεια σου, ανεβηκαν στα αυτια μου, γι' αυτο θα βαλω τον κρικο μου στα ρουθουνια σου, και το χαλιναρι μου στα χειλη σου, και θα σε γυρισω πισω διαμεσου του δρομου απο τον οποιο ηρθεσ. και τουτο θα ειναι το σημειο σε σενα: αυτο τον χρονο θα φατε ο,τι ειναι αυτοφυεσ· και τον δευτερο χρονο ο,τι φυτρωνει απο το ιδιο· και τον τριτο χρονο, σπειρετε, και θεριστε, και φυτεψτε αμπελωνεσ, και φατε τον καρπο τουσ. και το υπολοιπο απο τον οικο του ιηhυδα, αυτο που διασωθηκε, θα ξαναριζωσει απο κατω, και θα δωσει επανω καρπουσ. επειδη, απο την ιερουσαλημ θα βγει το υπολοιπο, και απο το βουνο σιων αυτο που διασωθηκε· ο ζηλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θα το εκτελεσει αυτο. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τον βασιλια τησ ασσυριασ: δεν θα μπει σ' αυτη την πολη ουτε θα τοξευσει εκει καποιο βελοσ ουτε θα προβαλει εναντιον τησ ασπιδα ουτε θα υψωσει προχωμα εναντιον τησ. διαμεσου του δρομου απο τον οποιο ηρθε, διαμεσου αυτου θα επιστρεψει, και στην πολη αυτη δεν θα μπει μεσα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, εγω θα υπερασπιστω αυτη την πολη, ωστε να τη σωσω, για χαρη μου, και για χαρη του δουλου μου του δαβιδ. και τη νυχτα εκεινη βγηκε ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και παταξε στο στρατοπεδο των ασσυριων 185.000· και οταν σηκωθηκαν το πρωι, δεστε, ησαν ολοι νεκρα σωματα. και ο σενναχειρειμ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ, σηκωθηκε και εφυγε, και γυρισε, και κατοικησε στη νινευη. κι ενω προσκυνουσε στον οικο του θεου του, του νισρωκ, ο αδραμμελεχ και ο σαρασαρ, οι γιοι του, τον παταξαν με μαχαιρα· κι αυτοι εφυγαν στη γη τησ αρμενιασ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο γιοσ του ο εσαραδδων.

20

κατα τισ ημερεσ εκεινεσ ο εζεκιασ αρρωστησε σε θανατο· και ο ησαιασ ο προφητησ, ο γιοσ του αμωσ, ηρθε σ' αυτον, και του ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: διαταξε για τον οικο σου, επειδη πεθαινεισ, και δεν θα ζησεισ. τοτε, εστρεψε το προσωπο του προσ τον τοιχο, και προσευχηθηκε στον κυριο, λεγοντασ: παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θυμησου τωρα, πωσ περπατησα μπροστα σου με αληθεια, και με τελεια καρδια, και επραξα μπροστα σου το αρεστο. και ο εζεκιασ εκλαψε μεγαλον κλαυθμο. και πριν ο ησαιασ βγει στη μεσαια αυλη, εγινε σ' αυτον λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γυρνα πισω, και πεσ στον εζεκια, τον ηγεμονα του λαου μου: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του δαβιδ, του πατερα σου: ακουσα την προσευχη σου, ειδα τα δακρυα σου· δεσ, εγω θα σε γιατρεψω· την τριτη ημερα θα ανεβεισ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα προσθεσω στισ ημερεσ σου 15 χρονια· και θα ελευθερωσω εσενα κι αυτη την πολη απο τα χερια του βασιλια τησ ασσυριασ· και θα υπερασπιστω αυτη την πολη, για χαρη μου, και για χαρη του δουλου μου του δαβιδ. και ο ησαιασ ειπε: παρτε μια παλαθη απο συκα. και πηραν, και την εβαλαν επανω στο ελκοσ, και ανερρωσε στην υγεια του. και ο εζεκιασ ειπε στον ησαια: ποιο ειναι το σημαδι οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα με γιατρεψει, και οτι θα ανεβω στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh την τριτη ημερα; και ο ησαιασ ειπε: αυτο θα ειναι σε σενα το σημαδι απο τον κυριο, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει το πραγμα που μιλησε: να προχωρησει η σκια δεκα βαθμουσ η να στραφει πισω δεκα βαθμουσ; και ο εζεκιασ απαντησε: ελαφρο πραγμα ειναι να κατεβει η σκια δεκα βαθμουσ· οχι, αλλα ασ στραφει η σκια προσ τα πισω δεκα βαθμουσ. και ο ησαιασ ο προφητησ βοησε στον κυριο, και εστρεψε τη σκια προσ τα πισω δεκα βαθμουσ, με τουσ βαθμουσ που κατεβηκε επανω στουσ βαθμουσ του ηλιακου ωρολογιου του αχαζ. κατα τον καιρο εκεινο, ο βερωδαχ-βαλαδαν, ο γιοσ του βαλαδαν, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, εστειλε επιστολεσ και ενα δωρο στον εζεκια· επειδη, ειχε ακουσει οτι ο εζεκιασ αρρωστησε. και ο εζεκιασ τουσ δεχθηκε σε ακροαση, και τουσ εδειξε ολο το σπιτι των πολυτιμων πραγματων του, το ασημι, και το χρυσαφι, και τα αρωματα, και τα πολυτιμα μυρα, και ολοκληρη την οπλοθηκη του, και καθε τι που βρισκοταν στουσ θησαυρουσ του· δεν υπηρχε τιποτε μεσα στο παλατι του ουτε κατω απο την εξουσια του, που ο εζεκιασ δεν τουσ το εδειξε. και ο ησαιασ ο προφητησ ηρθε στον βασιλια εζεκια, και του ειπε: τι λενε αυτοι οι ανθρωποι; και απο που ηρθαν σε σενα; και ο εζεκιασ ειπε: ερχονται απο μια μακρυνη γη, απο τη βαβυλωνα. κι εκεινοσ ειπε: τι ειδαν μεσα στο παλατι σου; και ο εζεκιασ απαντησε: ειδαν καθε τι που υπαρχει μεσα στο παλατι μου· δεν υπαρχει τιποτε στουσ θησαυρουσ μου, που δεν τουσ το εδειξα. τοτε, ο ησαιασ ειπε στον εζεκια: ακουσε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, ερχονται ημερεσ, κατα τισ οποιεσ οτιδηποτε υπαρχει μεσα στο παλατι σου, και οτιδηποτε οι πατερεσ σου αποταμιευσαν μεχρι αυτη την ημερα, θα μετακομιστει στη βαβυλωνα· δεν θα μεινει τιποτε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και απο τουσ γιουσ σου, που θα βγουν απο σενα, τουσ οποιουσ θα γεννησεισ, θα παρουν· και θα γινουν ευνουχοι στο παλατι του βασιλια τησ βαβυλωνασ. τοτε, ο εζεκιασ ειπε στον ησαια: καλοσ ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλησεσ. ειπε ακομα: δεν θα υπαρχει ειρηνη και ασφαλεια στισ ημερεσ μου; και οι υπολοιπεσ πραξεισ του εζεκια, και ολα τα κατορθωματα του, και με ποιον τροπο εκανε το υδροστασιο, και το υδραγωγειο, και εφερε το νερο στην πολη, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και ο εζεκιασ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του· και αντ' αυτου βασιλευσε ο μανασσησ, ο γιοσ του.

21

ο μανασσησ ηταν ηλικιασ 12 χρονων, οταν βασιλευσε· και βασιλευσε 55 χρονια στην ιερουσαλημ· και το ονομα τησ μητερασ του ηταν εφσιβα. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, συμφωνα με τα βδελυγματα των εθνων, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε εκδιωξει μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ. και ξανακτισε τουσ ψηλουσ τοπουσ, που ο πατερασ του ο εζεκιασ ειχε καταστρεψει· και ξανατοποθετησε θυσιαστηρια στον βααλ, και εκανε ενα αλσοσ, οπωσ ειχε κανει ο αχααβ, ο βασιλιασ του ισραηλ· και προσκυνησε ολοκληρη τη στρατια του ουρανου και τα λατρευσε. και εκτισε θυσιαστηρια στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για τον οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πει: στην ιερουσαλημ θα βαλω το ονομα μου. και εκτισε θυσιαστηρια σε ολοκληρη τη στρατια του ουρανου, μεσα στισ δυο αυλεσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και διαπερασε μεσα απο τη φωτια τον γιο του, και προμαντευε καιρουσ, και εκανε οιωνισμουσ, και συστησε ανταποκριτεσ δαιμονιων, και επαοιδουσ· επραξε πολυ πονηρα μπροστα στον κυριο, για να τον παροργισει. και το γλυπτο του αλσουσ, που ειχε κανει, το εστησε μεσα στον οικο, για τον οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πει στον δαβιδ, και στον σολομωντα τον γιο του: μεσα σ' αυτον τον οικο, και στην ιερουσαλημ, που διαλεξα απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ, θα βαλω το ονομα μου στον αιωνα· και δεν θα μετακινησω το ποδι του ισραηλ απο τη γη, που εδωσα στουσ πατερεσ τουσ· αν μονον προσεξουν να κανουν συμφωνα με ολα οσα τουσ προσταξα, και συμφωνα με ολοκληρο τον νομο, που ο δουλοσ μου ο μωυσησ τουσ ειχε προσταξει. ομωσ, δεν υπακουσαν· και τουσ πλανησε ο μανασσησ, ωστε να κανουν πονηροτερα απο τα εθνη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε αφανισει μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε διαμεσου των δουλων του των προφητων, λεγοντασ: επειδη, ο μανασσησ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, επραξε αυτα τα βδελυγματα, πονηροτερα απο ολα οσα ειχαν πραξει οι αμορραιοι, που ησαν πριν απ' αυτον, και εκανε ακομα τον ιηhυδα να αμαρτησει διαμεσου των ειδωλων του, γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ: δεσ, εγω φερνω κακο επανω στην ιερουσαλημ, και επανω στον ιηhυδα, ωστε καθενασ που θα ακουσει γι' αυτο, θα ηχησουν και τα δυο του αυτια· και θα απλωσω επανω στην ιερουσαλημ το σχοινι τησ σαμαρειασ, και τη σταθμη τησ οικογενειασ του αχααβ· και θα σφουγγισω την ιερουσαλημ, οπωσ καποιοσ σφουγγιζει μια κουπα, και αφου τη σφουγγισει, την αναποδογυριζει· και θα εγκαταλειψω το υπολοιπο τησ κληρονομιασ μου, και θα τουσ παραδωσω στο χερι των εχθρων τουσ· και θα ειναι σε διαρπαγη και λεηλασια σε ολουσ τουσ εχθρουσ τουσ· επειδη, επραξαν πονηρα μπροστα μου, και με παροργισαν, απο την ημερα που οι πατερεσ τουσ βγηκαν εξω απο τη γη τησ αιγυπτου, μεχρι αυτη την ημερα. κι ακομα, ο μανασσησ εχυσε αθωο αιμα, υπερβολικα πολυ, μεχρισ οτου γεμισε την ιερουσαλημ απο το ενα ακρο μεχρι το αλλο ακρο· εκτοσ απο την αμαρτια του, με την οποια εκανε τον ιηhυδα να αμαρτησει, πραττοντασ πονηρα μπροστα στον κυριο. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του μανασση, και ολα οσα εκανε, και η αμαρτια του που αμαρτησε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και ο μανασσησ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και ταφηκε στον κηπο του παλατιου του, στον κηπο του ουζα· και αντ' αυτου βασιλευσε ο αμων, ο γιοσ του. ο αμων ηταν 22 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε δυο χρονια στην ιερουσαλημ· και το ονομα τησ μητερασ του ηταν μεσουλλεμεθ, θυγατερα του αρουσ απο την ιοτεβα. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, οπωσ επραξε ο μανασσησ ο πατερασ του. και περπατησε σε ολουσ τουσ δρομουσ, στουσ οποιουσ περπατησε ο πατερασ του· και λατρευσε τα ειδωλα, που λατρευσε ο πατερασ του, και τα προσκυνησε. και εγκατελειψε τον κυριο τον θεο των πατερων του, και δεν περπατησε στον δρομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οι δουλοι του αμων συνωμοτησαν εναντιον του· και θανατωσαν τον βασιλια μεσα στο παλατι του. και ο λαοσ τησ γησ θανατωσε ολουσ εκεινουσ που συνωμοτησαν εναντια στον βασιλια αμων· και ο λαοσ τησ γησ εκανε αντ' αυτου βασιλια τον ιωσια, τον γιο του βασιλια. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του αμων, οσεσ εκανε, δεν ειναι γραμμενεσ στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και τον εθαψαν στον ταφο του, στον κηπο του ουζα· και αντ' αυτου βασιλευσε ο γιοσ του, ο ιωσιασ.

22

ο ιωσιασ ηταν ηλικιασ οκτω χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε στην ιερουσαλημ 31 χρονια· και το ονομα τησ μητερασ του ηταν ιεδιδα, θυγατερα του αδαια, απο τη βοσκαθ. και επραξε το ευθυ μπροστα στον κυριο, και περπατησε σε ολουσ τουσ δρομουσ του πατερα του, του δαβιδ, και δεν ξεκλινε δεξια η αριστερα. και στον 18ο χρονο του βασιλια ιωσια, ο βασιλιασ εστειλε τον σαφαν, τον γιο του αζαλια, γιου του μεσουλλαμ, τον γραμματεα, στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: ανεβα στον χελκια, τον μεγαλο ιερεα, και πεσ του να μετρησει το ασημι, που μπηκε μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το οποιο συγκεντρωσαν απο τον λαο εκεινοι που φυλαττουν τη θυρα· και ασ το παραδωσουν στο χερι εκεινων που εκτελουν τα εργα, αυτων που επιστατουν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κι εκεινοι ασ το δωσουν στουσ εργαζομενουσ τα εργα, που γινονται μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να επισκευασουν τα χαλασματα του οικου, στουσ ξυλουργουσ, και τουσ οικοδομουσ, και τουσ τοιχοποιουσ, και για να αγορασουν ξυλα, και πελεκητεσ πετρεσ, για να επισκευασουν τον οικο. ομωσ, δεν γινοταν μαζι τουσ κανενασ λογαριασμοσ για το ασημι που δινοταν στα χερια τουσ, επειδη εργαζονταν με πιστοτητα. και ο χελκιασ, ο μεγαλοσ ιερεασ, ειπε στον σαφαν, τον γραμματεα: βρηκα το βιβλιο του νομου μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο χελκιασ εδωσε το βιβλιο στον σαφαν, και το διαβασε. και ηρθε ο σαφαν, ο γραμματεασ, προσ τον βασιλια, και ανεφερε εναν λογο στον βασιλια, και ειπε: οι δουλοι σου συγκεντρωσαν το ασημι αυτο που βρεθηκε στον οικο, και το παρεδωσαν στο χερι εκεινων που εκτελουν τα εργα, αυτων που επιστατουν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο σαφαν ο γραμματεασ ανηγγειλε στον βασιλια, λεγοντασ: ο χελκιασ, ο ιερεασ, μου εδωσε ενα βιβλιο. και ο σαφαν το διαβασε μπροστα στον βασιλια. και καθωσ ο βασιλιασ ακουσε τα λογια του βιβλιου του νομου, εσχισε τα ιματια του. και ο βασιλιασ προσταξε τον χελκια, τον ιερεα, και τον αχικαμ, τον γιο του σαφαν, και τον αχβωρ, τον γιο του μιχαια, και τον σαφαν τον γραμματεα, και τον ασαια, τον δουλο του βασιλια, λεγοντασ: πηγαινετε, ρωτηστε τον κυριο για μενα, και για τον λαο, και για ολοκληρον τον ιηhυδα, για τα λογια αυτου του βιβλιου, που βρεθηκε· επειδη, ειναι μεγαλη η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh που αναψε εναντιον μασ, επειδη, οι πατερεσ μασ δεν υπακουσαν στα λογια αυτου του βιβλιου, ωστε να κανουν συμφωνα με τα γραμμενα για μασ. τοτε, ο χελκιασ ο ιερεασ, και ο αχικαμ, και ο αχβωρ, και ο σαφαν, και ο ασαιασ, πηγαν στην ολδα, την προφητισσα, τη γυναικα του σαλλουμ, γιου του τικβα, γιου του αρασ, του ιματιοφυλακα· (κι αυτη κατοικουσε στην ιερουσαλημ, προσ το μισνε)· και μιλησαν μαζι τησ. και τουσ ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: πειτε στον ανθρωπο που σασ εστειλε σε μενα: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, εγω φερνω κακα επανω σ' αυτον τον τοπο, κι επανω στουσ κατοικουσ του, ολα τα λογια του βιβλιου, που ο βασιλιασ του ιηhυδα διαβασε· επειδη, με εγκατελειψαν, και θυμιασαν σε αλλουσ θεουσ, για να με παροργισουν με ολα τα εργα των χεριων τουσ· γι' αυτο, θα εκχυθει ο θυμοσ μου επανω σ' αυτον τον τοπο, και δεν θα σβησει. ομωσ, στον βασιλια του ιηhυδα, που σασ εστειλε να ρωτησετε τον κυριο, ετσι θα του πειτε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: για τα λογια που ακουσεσ, επειδη απαλυνθηκε η καρδια σου, και ταπεινωθηκεσ μπροστα στον κυριο, οταν ακουσεσ οσα μιλησα εναντιον αυτου του τοπου, και εναντιον των κατοικων του, οτι θα γινουν ερημωση και καταρα, και εσχισεσ τα ιματια σου, και εκλαψεσ μπροστα μου· γι' αυτο κι εγω εισακουσα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεσ, λοιπον, εγω θα σε συναξω στουσ πατερεσ σου, και θα συναχθεισ στον ταφο σου με ειρηνη· και τα ματια σου δεν θα δουν ολα τα κακα, που εγω θα φερω επανω σ' αυτον τον τοπο. και εφεραν την απαντηση στον βασιλια.

23

και ο βασιλιασ εστειλε, και συγκεντρωσε κοντα του ολουσ τουσ πρεσβυτερουσ του ιηhυδα και τησ ιερουσαλημ. και ο βασιλιασ ανεβηκε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ολοι οι ανδρεσ του ιηhυδα, και ολοι οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ μαζι του, και οι ιερεισ, και οι προφητεσ, και ολοκληροσ ο λαοσ, απο μικρον μεχρι μεγαλον· και σε επηκοον τουσ διαβασε ολα τα λογια του βιβλιου τησ διαθηκησ, που βρεθηκε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και καθωσ ο βασιλιασ σταθηκε κοντα στον στυλο, εκανε συνθηκη μπροστα στον κυριο, να περπαταει ακολουθωντασ τον κυριο, και να τηρει τισ εντολεσ του, και τα μαρτυρια του, και τα διαταγματα του, με ολη την καρδια και με ολη την ψυχη, ωστε να εκτελει τα λογια αυτησ τησ διαθηκησ, που ειναι γραμμενα μεσα σ' αυτο το βιβλιο. και ολοκληροσ ο λαοσ σταθηκε στη συνθηκη. και ο βασιλιασ προσταξε τον χελκια, τον μεγαλο ιερεα, και τουσ ιερεισ τησ δευτερησ ταξησ, και τουσ φυλακεσ τησ πυλησ, να βγαλουν απο τον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ολα τα σκευη, που ειχαν κατασκευαστει για τον βααλ, και για το αλσοσ, και για ολοκληρη τη στρατια του ουρανου· και τα εκαψε εξω απο την ιερουσαλημ, μεσα στα χωραφια του χειμαρρου των κεδρων, και τη σταχτη τουσ τη μετακομισαν στη βαιθηλ. και καταργησε τουσ ειδωλολατρεσ ιερεισ, που οι βασιλιαδεσ του ιηhυδα ειχαν διορισει να θυμιαζουν στουσ ψηλουσ τοπουσ, στισ πολεισ του ιηhυδα, και στα γυρω τησ ιερουσαλημ· και εκεινουσ που θυμιαζαν στον βααλ, στον ηλιο, και στο φεγγαρι, και στα ζωδια, και σε ολοκληρη τη στρατια του ουρανου. και εβγαλε εξω απο τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh το αλσοσ, εξω απο την ιερουσαλημ, στον χειμαρρο των κεδρων, και το κατεκαψε στον χειμαρρο των κεδρων, και το κονιορτοποιησε, και τη σκονη του την ερριξε επανω στα μνηματα των γιων του πληθουσ. και καταγκρεμισε τα σπιτια των σοδομιτων, που ησαν μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οπου οι γυναικεσ υφαιναν παραπετασματα για το αλσοσ. και εφερε ολουσ τουσ ιερεισ απο τισ πολεισ του ιηhυδα, και βεβηλωσε τουσ ψηλουσ τοπουσ, στουσ οποιουσ θυμιαζαν οι ιερεισ, απο τη γεβα μεχρι τη βηρ-σαβεε, και καταγκρεμισε τουσ ψηλουσ τοπουσ των πυλων, που ησαν στην εισοδο τησ πυλησ του ιηhοσυα, του αρχοντα τησ πολησ, αυτη που ηταν απο τα αριστερα τησ πυλησ τησ πολησ. ομωσ, οι ιερεισ των ψηλων τοπων δεν ανεβηκαν στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στην ιερουσαλημ, αλλα ετρωγαν αζυμα αναμεσα στουσ αδελφουσ τουσ. και βεβηλωσε τον τοφεθ, που ηταν στη φαραγγα των γιων του εννομ, ωστε να μη μπορει κανενασ να διαπερασει τον γιο του, η τη θυγατερα του, μεσα απο τη φωτια στον μολοχ. και αφαιρεσε τα αλογα, που οι βασιλιαδεσ του ιηhυδα ειχαν στησει στον ηλιο, προσ την εισοδο του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κοντα στο οικημα του ευνουχου ναθαν-μελεχ, που ηταν στη φαρουρειμ, και κατεκαψε με φωτια τισ αμαξεσ του ηλιου. και τα θυσιαστηρια, που ησαν επανω στην ταρατσα του υπερωου του αχαζ, που ειχαν κανει οι βασιλιαδεσ του ιηhυδα, και τα θυσιαστηρια που ειχε κανει ο μανασσησ μεσα στισ δυο αυλεσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο βασιλιασ τα κατεστρεψε και τα καταγκρεμισε απο εκει, και ερριξε τη σκονη τουσ στον χειμαρρο των κεδρων. και τουσ ψηλουσ τοπουσ, που ησαν προσ την κατευθυνση τησ ιερουσαλημ, προσ τα δεξια του βουνου τησ διαφθορασ, τουσ οποιουσ ο σολομωντασ, ο βασιλιασ του ισραηλ, ειχε οικοδομησει για την ασταρτη, το βδελυγμα των σιδωνιων, και για τον χεμωσ, το βδελυγμα των μωαβιτων, και για τον μελχωμ, το βδελυγμα των γιων αμμων, ο βασιλιασ τουσ βεβηλωσε. και συντριψε τα αγαλματα, και κατεκοψε τα αλση, και γεμισε τουσ τοπουσ τουσ απο κοκαλα ανθρωπων. και το θυσιαστηριο, που ηταν στη βαιθηλ, και τον ψηλο τοπο που ειχε κανει ο ιεροβοαμ, ο γιοσ του ναβατ, ο οποιοσ εκανε τον ισραηλ να αμαρτησει, και εκεινο το θυσιαστηριο και τον ψηλο τοπο, τα χαλασε εντελωσ, και κατεκαψε τον ψηλο τοπο, και τον κονιορτοποιησε, και κατεκαψε το αλσοσ. και οταν ο ιωσιασ στραφηκε, και ειδε τουσ ταφουσ, που ησαν εκει στο βουνο, εστειλε και πηρε τα κοκαλα απο τουσ ταφουσ, και τα κατεκαψε επανω στο θυσιαστηριο, και το βεβηλωσε, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ο ανθρωποσ του θεου ειχε κηρυξει, αυτοσ που ειχε μιλησει αυτα τα λογια. τοτε, ειπε: τι μνημειο ειναι εκεινο που βλεπω; και οι ανδρεσ τησ πολησ του ειπαν: ειναι ο ταφοσ του ανθρωπου του θεου, που ειχε ερθει απο τον ιηhυδα, και κηρυξε αυτα τα πραγματα, που εσυ εκανεσ εναντια στο θυσιαστηριο τησ βαιθηλ. και ειπε: αφηστε τον· κανενασ ασ μη κουνησει τα κοκαλα του. και διεσωσαν τα κοκαλα του, μαζι με τα κοκαλα του προφητη, που ειχε ερθει απο τη σαμαρεια. κι ακομα, ολουσ τουσ οικουσ των ψηλων τοπων, που ησαν στισ πολεισ τησ σαμαρειασ, που ειχαν κανει οι βασιλιαδεσ του ισραηλ για να εξοργισουν τον κυριο, ο ιωσιασ τουσ αφαιρεσε, και εκανε σ' αυτουσ συμφωνα με ολα τα εργα που ειχε κανει στη βαιθηλ. και θυσιασε επανω στα θυσιαστηρια ολουσ τουσ ιερεισ των ψηλων τοπων που ησαν εκει, και επανω τουσ κατεκαψε τα κοκαλα των ανθρωπων, και επεστρεψε στην ιερουσαλημ. τοτε, ο βασιλιασ προσταξε σε ολοκληρο τον λαο, λεγοντασ: καντε το πασχα στον κυριο τον θεο σασ, συμφωνα με το γραμμενο σ' αυτο το βιβλιο τησ διαθηκησ. βεβαια, δεν ειχε γινει τετοιο πασχα απο τισ ημερεσ των κριτων, που εκριναν τον ισραηλ ουτε σε ολεσ τισ ημερεσ των βασιλιαδων του ισραηλ, και των βασιλιαδων του ιηhυδα, τετοιο που εγινε στον κυριο στην ιερουσαλημ αυτο το πασχα, κατα τον 18ο χρονο του βασιλια ιωσια. ο ιωσιασ αφαιρεσε ακομα και τουσ ανταποκριτεσ των δαιμονιων, και τουσ μαντεισ, και τα ξοανα, και τα ειδωλα, και ολα τα βδελυγματα που φαινονταν στη γη του ιηhυδα και στην ιερουσαλημ, για να εκτελεσει τα λογια του νομου που ησαν γραμμενα στο βιβλιο, το οποιο ο χελκιασ, ο ιερεασ, ειχε βρει μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και, πριν απ' αυτον, βασιλιασ ομοιοσ του δεν υπηρξε, που επεστρεψε στον κυριο με ολη του την καρδια, και με ολη του την ψυχη, και με ολη του τη δυναμη, συμφωνα με ολοκληρο τον νομο του μωυση· ουτε υστερα απ' αυτον σηκωθηκε ομοιοσ του. εντουτοισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν στραφηκε απο τον θυμο τησ μεγαλησ του οργησ, με τον οποιο εξαφθηκε η οργη του εναντια στον ιηhυδα, εξαιτιασ ολων των παροργισμων, με τουσ οποιουσ ο μανασσησ τον ειχε εξοργισει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: και τον ιηhυδα θα βγαλω απο μπροστα μου, οπωσ εβγαλα τον ισραηλ, και θα απορριψω αυτη την πολη, την ιερουσαλημ, που ειχα διαλεξει, και τον οικο, για τον οποιο ειχα πει: εκει θα ειναι το ονομα μου. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωσια, και ολα οσα εκανε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και στισ ημερεσ του ανεβηκε ο φαραω-νεχαω, ο βασιλιασ τησ αιγυπτου, εναντια στον βασιλια τησ ασσυριασ στον ποταμο ευφρατη. και ο βασιλιασ ιωσιασ πηγε σε συναντηση του· κι εκεινοσ, καθωσ τον ειδε, τον θανατωσε στη μεγιδδω. και οι δουλοι του εβαλαν τον νεκρο επανω σε αμαξα απο τη μεγιδδω, και τον εφεραν στην ιερουσαλημ, και τον εθαψαν στον ταφο του. και ο λαοσ τησ γησ πηρε τον ιωαχαζ, τον γιο του ιωσια, και τον εχρισαν, και τον εκαναν βασιλια αντι του πατερα του. ο ιωαχαζ ηταν ηλικιασ 23 χρονων, οταν βασιλευσε· και βασιλευσε τρεισ μηνεσ στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν αμουταλ, θυγατερα του ιερεμια απο τη λιβνα. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, συμφωνα με ολα οσα επραξαν οι πατερεσ του. και ο φαραω-νεχαω τον φυλακισε στη ριβλα, στη γη τησ αιμαθ, για να μη βασιλευει στην ιερουσαλημ· και καταδικασε τη γη σε προστιμο 100 ταλαντων απο ασημι, και ενοσ ταλαντου απο χρυσαφι. και ο φαραω-νεχαω εκανε βασιλια τον ελιακειμ, τον γιο του ιωσια, αντι του ιωσια του πατερα του, και αλλαξε το ονομα του σε ιωακειμ· και πηρε τον ιωαχαζ και τον εφερε στην αιγυπτο, και πεθανε εκει. και ο ιωακειμ εδωσε στον φαραω το ασημι και το χρυσαφι· και φορολογησε τη γη, για να δωσει το ασημι, συμφωνα με την προσταγη του φαραω· ο λαοσ τησ γησ συνεισεφερε το ασημι και το χρυσαφι, καθε ενασ συμφωνα με την εκτιμηση του, για να δωσει στον φαραω-νεχαω. ο ιωακειμ ηταν ηλικιασ 25 χρονων, οταν βασιλευσε· και βασιλευσε 11 χρονια στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν ζεβουδα, θυγατερα του φεδαια απο τη ρουμα. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, συμφωνα με ολα οσα ειχαν πραξει οι πατερεσ του.

24

στισ ημερεσ του ανεβηκε ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, ο ναβουχοδονοσορασ, και ο ιωακειμ εγινε δουλοσ του για τρια χρονια· επειτα στραφηκε, και αποστατησε εναντιον του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε εναντιον του τα ταγματα των χαλδαιων, και τα ταγματα των συριων, και τα ταγματα των μωαβιτων, και τα ταγματα των γιων αμμων, και τουσ εστειλε εναντια στον ιηhυδα, για να τον καταστρεψουν· συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλησε διαμεσου των δουλων του, των προφητων. πραγματικα, συμφωνα με την προσταγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εγινε αυτο στον ιηhυδα για να τον βγαλει απο μπροστα του, εξαιτιασ των αμαρτιων του μανασση, συμφωνα με ολα οσα ειχε πραξει· κι ακομα, για το αθωο αιμα που ειχε χυσει, (επειδη, γεμισε την ιερουσαλημ απο αθωο αιμα)· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θελησε να τον συγχωρεσει. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωακειμ, και ολα οσα επραξε, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων του ιηhυδα; και ο ιωακειμ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωαχειν, ο γιοσ του. και ο βασιλιασ τησ αιγυπτου δεν βγηκε πλεον απο τη γη του· επειδη, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ πηρε, απο τον ποταμο τησ αιγυπτου μεχρι τον ποταμο ευφρατη, ολα οσα ησαν του βασιλια τησ αιγυπτου. ο ιωαχειν ηταν ηλικιασ 18 χρονων, οταν βασιλευσε· και βασιλευσε στην ιερουσαλημ τρεισ μηνεσ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν νεουσθα, θυγατερα του ελναθαν απο την ιερουσαλημ. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, συμφωνα με ολα οσα επραξε ο πατερασ του. κατα τον καιρο εκεινο ανεβηκαν οι δουλοι του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, εναντιον τησ ιερουσαλημ, και πολιορκησαν την πολη. και ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, ηρθε εναντια στην πολη, και οι δουλοι του την πολιορκουσαν. και βγηκε ο ιωαχειν, ο βασιλιασ του ιηhυδα, προσ τον βασιλια τησ βαβυλωνασ, αυτοσ, και η μητερα του, και οι δουλοι του, και οι αρχοντεσ του, και οι ευνουχοι του· και ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ τον συνελαβε, τον ογδοο χρονο τησ βασιλειασ του. και εβγαλε απο εκει ολουσ τουσ θησαυρουσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τουσ θησαυρουσ του παλατιου του βασιλια, και κατεκοψε ολα τα χρυσα σκευη, που ο σολομωντασ, ο βασιλιασ του ισραηλ, ειχε κανει μεσα στον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh οπωσ ειχε μιλησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και μετοικισε ολοκληρη την ιερουσαλημ, και ολουσ τουσ αρχοντεσ, και ολουσ τουσ δυνατουσ πολεμιστεσ, 10.000 αιχμαλωτουσ, και ολουσ τουσ ξυλουργουσ και σιδηρουργουσ· δεν απεμεινε παρα το φτωχοτερο μεροσ του λαου τησ γησ. και μετοικισε τον ιωαχειν στη βαβυλωνα· και τη μητερα του βασιλια, και τισ γυναικεσ του βασιλια, και τουσ ευνουχουσ του, και τουσ δυνατουσ τησ γησ, τουσ εφερε αιχμαλωτουσ απο την ιερουσαλημ στη βαβυλωνα· και ολουσ τουσ πολεμιστεσ, 7.000, και τουσ ξυλουργουσ και τουσ σιδηρουργουσ, 1.000, ολουσ τουσ δυνατουσ και επιτηδειουσ σε πολεμο· και ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ τουσ μετοικισε στη βαβυλωνα. και ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ εκανε, αντ' αυτου, βασιλια τον ματθανια, τον αδελφο του πατερα του, και αλλαξε το ονομα του σε σεδεκια. ο σεδεκιασ ηταν ηλικιασ 21 χρονων, οταν βασιλευσε· και βασιλευσε 11 χρονια στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν αμουταλ, θυγατερα του ιερεμια απο τη λιβνα. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, συμφωνα με ολα οσα ειχε πραξει ο ιωακειμ· επειδη, εξαιτιασ οργησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στην ιερουσαλημ και στον ιηhυδα, μεχρισ οτου τουσ απερριψε απο μπροστα του, εγινε να αποστατησει ο σεδεκιασ εναντια στον βασιλια τησ βαβυλωνασ.

25

και στον ενατο χρονο τησ βασιλειασ του, τον 10ο μηνα, τη δεκατη ημερα του μηνα, ηρθε ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, αυτοσ, αι ολοκληροσ ο στρατοσ του, εναντια στην ιερουσαλημ, και στρατοπεδευσε εναντιον τησ· και οικοδομησε περιτειχισματα εναντιον τησ, ολογυρα. και η πολη πολιορκειτο, μεχρι τον 11ο χρονο του βασιλια σεδεκια. και την ενατη ημερα του τεταρτου μηνα, η πεινα υπερισχυσε στην πολη, και δεν υπηρχε ψωμι για τον λαο του τοπου. και η πολη εκπορθηθηκε, και ολοι οι ανδρεσ του πολεμου εφυγαν τη νυχτα, διαμεσου του δρομου τησ πυλησ, που ηταν αναμεσα στα δυο τειχη, η οποια ηταν κοντα στον βασιλικο κηπο· (και οι χαλδαιοι ησαν κοντα στην πολη, ολογυρα)· και ο βασιλιασ πηγε προσ τον δρομο τησ πεδιαδασ. και ο στρατοσ των χαλδαιων καταδιωξε πισω απο τον βασιλια, και τον εφτασαν στισ πεδιαδεσ τησ ιεριχω· και ολοκληροσ ο στρατοσ του διασκορπιστηκε απο κοντα του. και συνελαβαν τον βασιλια, και τον εφεραν στον βασιλια τησ βαβυλωνασ, στη ριβλα· και προφεραν καταδικη εναντιον του. και εσφαξαν τουσ γιουσ του σεδεκια μπροστα στα ματια του, και εβγαλαν τα ματια του σεδεκια, και αφου τον εδεσαν με δυο χαλκινεσ αλυσιδεσ, τον εφεραν στη βαβυλωνα. και στον πεμπτο μηνα, την εβδομη ημερα του μηνα, του 19ου χρονου τησ βασιλειασ του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, ηρθε στην ιερουσαλημ ο νεβουζαραδαν, ο αρχισωματοφυλακασ, ο δουλοσ του βασιλια τησ βαβυλωνασ· και κατεκαψε τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το παλατι του βασιλια, και ολα τα σπιτια τησ ιερουσαλημ, και καθε μεγαλο σπιτι το κατεκαψε με φωτια. και ολοκληροσ ο στρατοσ των χαλδαιων, που ηταν μαζι με τον αρχισωματοφυλακα, καταγκρεμισε τα τειχη τησ ιερουσαλημ, ολογυρα. και το υπολοιπο του λαου, που ειχε απομεινει στην πολη, κι εκεινουσ που εφυγαν, οι οποιοι ειχαν καταφυγει στον βασιλια τησ βαβυλωνασ, και εκεινο το τμημα που εναπεμεινε απο το πληθοσ, ο νεβουζαραδαν, ο αρχισωματοφυλακασ, το μετοικισε. απο τουσ φτωχουσ τησ γησ, ομωσ, ο αρχισωματοφυλακασ αφησε, για αμπελουργουσ και γεωργουσ. και τουσ χαλκινουσ στυλουσ, που ησαν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τισ βασεισ, και τη χαλκινη θαλασσα, που ηταν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οι χαλδαιοι την κατεκοψαν, και μετακομισαν τον χαλκο τουσ στη βαβυλωνα. και πηραν τα καζανια, και τα φτυαρια, και τα λυχνοψαλιδα, και τα θυμιατηρια, και ολα τα χαλκινα σκευη, με τα οποια γινοταν η υπηρεσια. ακομα, ο αρχισωματοφυλακασ πηρε και τα πυροδοχεια, και τισ φιαλεσ, ο,τι ηταν χρυσο, και ο,τι ηταν ασημενιο· τουσ δυο στυλουσ, τη μια θαλασσα, και τισ βασεισ που ο σολομωντασ ειχε κανει για τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ο χαλκοσ ολων αυτων των σκευων ηταν αζυγιστοσ. το υψοσ του ενοσ στυλου ηταν 18 πηχεσ, και το κιονοκρανο που ηταν επανω του, το χαλκινο· και το υψοσ του κιονοκρανου ηταν τρεισ πηχεσ· και το διχτυωτο, και τα ροδια επανω στο κιονοκρανο, ολογυρα, ολα ησαν χαλκινα· τα ιδια ειχε και ο δευτεροσ στυλοσ, μαζι με το διχτυωτο. και ο αρχισωματοφυλακασ πηρε τον σεραια, τον πρωτο ιερεα, και τον σοφονια, τον δευτερο ιερεα, και τουσ τρεισ θυρωρουσ· και απο την πολη πηρε εναν ευνουχο, που ηταν επιστατησ στουσ ανδρεσ των πολεμιστων, και πεντε ανδρεσ απο τουσ παρισταμενουσ μπροστα στον βασιλια, που ειχαν βρεθει στην πολη, και τον γραμματεα, τον αρχοντα των στρατευματων, που εκανε τη στρατολογια του λαου τησ γησ, και 60 ανδρεσ απο τον λαο τησ γησ, που ειχαν βρεθει στην πολη. και αφου ο νεβουζαραδαν, ο αρχισωματοφυλακασ, τουσ πηρε, τουσ εφερε στον βασιλια τησ βαβυλωνασ, στη ριβλα. και ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ τουσ παταξε, και τουσ θανατωσε, στη ριβλα, στη γη αιμαθ. ετσι μετοικιστηκε ο ιηhυδασ απο τη γη του. και για τον λαο που ειχε εναπομεινει στη γη ιηhυδα, τουσ οποιουσ ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, ο ναβουχοδονοσορασ, ειχε αφησει, κατεστησε επανω τουσ τον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ, γιου του σαφαν. και καθωσ ολοι οι αρχοντεσ των στρατευματων, αυτοι και οι ανδρεσ τουσ, ακουσαν οτι ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ κατεστησε τον γεδαλια, ηρθαν στον γεδαλια στη μισπα, και ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, και ο ιωαναν, ο γιοσ του καρηα, και ο σεραιασ, ο γιοσ του τανουμεθ, ο νετωφαθιτησ, και ιααζανιασ, γιοσ καποιου μααχαθιτη, αυτοι και οι ανδρεσ τουσ. και ο γεδαλιασ ορκιστηκε σ' αυτουσ, και στουσ ανδρεσ τουσ, και τουσ ειπε: μη φοβαστε να ειστε δουλοι των χαλδαιων· κατοικηστε στη γη, και δουλευετε τον βασιλια τησ βαβυλωνασ· και θα ειναι σε σασ καλο. και στον εβδομο μηνα, ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, γιου του ελισαμα, απο το βασιλικο σπερμα, ηρθε, εχοντασ μαζι του δεκα ανδρεσ, και παταξαν τον γεδαλια, ωστε πεθανε, και τουσ ιηhυδαιουσ και τουσ χαλδαιουσ, εκεινουσ που ησαν μαζι του στη μισπα. και σηκωθηκε ολοκληροσ ο λαοσ, απο μικρον μεχρι μεγαλον, και οι αρχοντεσ των στρατευματων, και ηρθαν στην αιγυπτο· επειδη, φοβηθηκαν απο το προσωπο των χαλδαιων. και στον 37ο χρονο τησ μετοικεσιασ του ιωαχειν, του βασιλια του ιηhυδα, τον 12ο μηνα, την 27η ημερα του μηνα, ο ευειλ-μερωδαχ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, κατα τον χρονο που βασιλευσε, υψωσε απο τη φυλακη το κεφαλι του ιωαχειν, του βασιλια του ιηhυδα· και μιλησε μαζι του με ευμενεια, και εβαλε τον θρονο του επανω απο τον θρονο των βασιλιαδων, που ησαν μαζι του στη βαβυλωνα· και αλλαξε τα ιματια τησ φυλακησ του· και ετρωγε ψωμι παντοτε μαζι του ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του· και το σιτηρεσιο του ηταν παντοτινο σιτηρεσιο, που δινοταν σ' αυτον απο τον βασιλια, καθημερινη χορηγια ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του.

ισυαιηhο

1

η οραση του ησα.ι.α, γιου του αμωσ, που ειδε για τον ιηhυδα και την ιερουσαλημ, στισ ημερεσ του οζια, του ιωαθαμ, του αχαζ, και του εζεκια, βασιλιαδων του ιηhυδα. ακουστε, ουρανοι, και ακροασου γη· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε. γιουσ εθρεψα και υψωσα, αυτοι, ομωσ, αποστατησαν απο μενα. το βοδι γνωριζει το αφεντικο του, και το γαιδουρι τη φατνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του· ο ισραηλ, ομωσ, δεν γνωριζει, ο λαοσ μου δεν εννοει. αλλοιμονο, εθνοσ αμαρτωλο, λαε φορτωμενε ανομια, σπερμα κακοποιων, γιοι διεφθαρμενοι· εγκατελειψαν τον κυριο, καταφρονησαν τον αγιο του ισραηλ, στραφηκαν προσ τα πισω. γιατι, ενω περνατε απο παιδεια, θα επιπροσθετετε στασιασμο; ολοκληρο το κεφαλι ειναι αρρωστο, και ολη η καρδια εξαντλημενη· απο το πελμα του ποδιου μεχρι το κεφαλι δεν υπαρχει σ' αυτον ακεραιοτητα, αλλα τραυματα, και μελανιεσ, και σαπια ελκη· δεν πιεστηκαν ουτε δεθηκαν ουτε μαλακωθηκαν με αλοιφη· η γη σασ ειναι ερημη, οι πολεισ σασ πυροκαμενεσ· τη γη σασ, την κατατρωνε μπροστα σασ ξενοι· και ειναι ερημη, σαν πορθημενη απο αλλοφυλουσ· και η θυγατερα σιων εγκαταλειμμενη σαν καλυβα μεσα σε αμπελωνα, σαν οπωροφυλακιο σε κηπο αγγουριων· σαν πολη που πολιορκειται. αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων δεν αφηνε σε μασ ενα μικρο υπολοιπο, σαν τα σοδομα θα ειχαμε γινει, και με τα γομορρα θα ειχαμε εξομοιωθει. ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αρχοντεσ των σοδομων· ακροαστειτε τον νομο του θεου μασ, λαε των γομορρων. ποια αναγκη εχω απο την πληθωρα των θυσιων σασ; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ειμαι χορτατοσ απο ολοκαυτωματα κριαριων, και απο το παχοσ των σιτευτων· και δεν αρεσκομαι σε αιμα ταυρων η αρνιων η τραγων. οταν ερχεστε να εμφανιστειτε μπροστα μου, ποιοσ το ζητησε αυτο απο τα χερια σασ, να πατατε τισ αυλεσ μου; μη φερνετε πλεον ματαιεσ προσφορεσ· το θυμιαμα ειναι σε μενα βδελυγμα· τισ νεομηνιεσ σασ και τα σαββατα, το συγκαλεσμα των συναξεων, δεν μπορω να υποφερω, ανομια και πανηγυρικη συναξη. τισ νεομηνιεσ σασ και τισ διαταγμενεσ γιορτεσ σασ μισει η ψυχη μου· ειναι φορτιο σε μενα· βαρεθηκα να υποφερω. και οταν απλωνετε τα χερια σασ, θα κρυβω απο σασ τα ματια μου· ναι, οταν πληθαινετε δεησεισ, δεν θα εισακουω· τα χερια σασ ειναι γεματα απο αιματα. λουστειτε, καθαριστειτε· αποβαλετε την κακια των πραξεων σασ μπροστα απο τα ματια μου· σταματηστε πραττοντασ το κακο, μαθετε να πραττετε το καλο· εκζητηστε κριση, καντε ευθυτητα στον καταδυναστευμενο, να κρινετε τον ορφανο, προστατευστε τη δικη τησ χηρασ. ελατε τωρα, και ασ διαδικαστουμε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αν οι αμαρτιεσ σασ ειναι σαν το πορφυρουν, θα γινουν ασπρεσ σαν χιονι· αν ειναι ερυθρεσ σαν κοκκινο, θα γινουν σαν ασπρο μαλλι. αν θελετε, και υπακουσετε, θα φατε τα αγαθα τησ γησ· αν, ομωσ, δεν θελετε, και αποστατησετε, θα καταφαγωθειτε απο μαχαιρα· επειδη, το στομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε. πωσ η πιστη πολη εγινε πορνη! ηταν γεματη απο κρισεισ· η δικαιοσυνη κατοικουσε μεσα σ' αυτη· αλλα, τωρα, φονιαδεσ. το ασημι σου εγινε σκουρια· το κρασι σου ανακατευτηκε με νερο. οι αρχοντεσ σου ειναι απειθεισ, και συντροφοι με τουσ κλεφτεσ· ολοι αγαπουν δωρα, και κυνηγουν αντιπληρωμεσ· δεν κρινουν τον ορφανο ουτε ερχεται σ' αυτουσ η δικη τησ χηρασ. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh λεει, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο ισχυροσ του ισραηλ: ω! θα χορτασω επανω στουσ εναντιουσ μου, και θα εκδικηθω εναντια στουσ εχθρουσ μου· θα στρεψω το χερι μου επανω σου, και θα αποκαθαρισω τη σκουρια σου, και θα αφαιρεσω ολο σου τον κασσιτερο. και θα αποκαταστησω τουσ κριτεσ σου οπωσ και πριν, και τουσ συμβουλουσ σου οπωσ και αρχικα· επειτα απ' αυτα, θα ονομαστεισ: η πολη τησ δικαιοσυνησ. η πιστη πολη. η σιων θα εξαγοραστει με κριση, κι εκεινοι, που επεστρεψαν σ' αυτη, με δικαιοσυνη. και οι παρανομοι και οι αμαρτωλοι μαζι θα καταστραφουν, κι αυτοι που εγκατελειψαν τον κυριο, θα καταναλωθουν. επειδη, θα καταντροπιαστειτε για τα αλση που επιθυμησατε, και θα ντραπειτε για τουσ κηπουσ που διαλεξατε. επειδη, θα γινετε σαν βελανιδια, που τα φυλλα τησ μαραινονται, και σαν κηποσ, που δεν εχει νερο. και ο δυνατοσ θα ειναι σαν καλαμι απο στουπι, και το εργο του σαν σπινθηρασ, και θα καουν και τα δυο μαζι, και δεν θα υπαρχει εκεινοσ που να τα σβηνει.

2

ο λογοσ, που με οραμα εγινε στον ησα.ι.α, τον γιο του αμωσ, για τον ιηhυδα και την ιερουσαλημ. στισ εσχατεσ ημερεσ, το βουνο του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα στηριχθει επανω στην κορυφη των βουνων, και θα υψωθει υπερανω των βουνων· και ολα τα εθνη θα συρρεουν σ' αυτο, και πολλοι λαοι, θα πανε, και θα πουν: ελατε, και ασ ανεβουμε στο βουνο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στον οικο του θεου του ιακωβ· και θα μασ διδαξει τουσ δρομουσ του, και θα περπατησουμε στα μονοπατια του. επειδη, απο τη σιων θα βγει νομοσ, και λογοσ κυριου απο την ιερουσαλημ. και θα κρινει αναμεσα στα εθνη, και θα ελεγξει πολλουσ λαουσ· και θα σφυρηλατησουν τισ μαχαιρεσ τουσ σε υνια, και τισ λογχεσ τουσ σε δρεπανια· δεν θα σηκωσουν μαχαιρα, εθνοσ εναντια σε εθνοσ, ουτε θα μαθουν πλεον τον πολεμο. οικοσ του ιακωβ, ελατε, και ασ περπατησουμε στο φωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. βεβαια, εσυ εγκατελειψεσ τον λαο σου, τον οικο του ιακωβ, επειδη γεμισαν απο την ανατολη, και εγιναν μαντεισ, οπωσ οι φιλισταιοι, και ενωθηκαν μαζι με τα παιδια των αλλοφυλων. και η γη τουσ γεμισε απο ασημι και χρυσαφι, και δεν υπαρχει τελοσ στουσ θησαυρουσ τουσ· η γη τουσ γεμισε και απο αλογα, και δεν υπαρχει τελοσ στισ αμαξεσ τουσ. και η γη τουσ γεμισε απο ειδωλα· λατρευσαν το κατασκευασμα των χεριων τουσ, εκεινο που εκαναν τα δαχτυλα τουσ· και ο κοινοσ ανθρωποσ υπεκυψε, και ο μεγαλοσ ταπεινωθηκε· και δεν θα τουσ συγχωρησεισ. μπεσ μεσα στον βραχο, και κρυψου στο χωμα, εξαιτιασ του φοβου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εξαιτιασ τησ δοξασ τησ μεγαλειοτητασ του. τα υπερηφανα ματια του ανθρωπου θα ταπεινωθουν, και η επαρση των ανθρωπων θα υποκυψει· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μονοσ, θα υψωθει κατα την ημερα εκεινη. επειδη, η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θαρθει επανω σε καθε αλαζονα και υπερηφανο, κι επανω σε καθε υψωμενον· και θα ταπεινωθει· κι επανω σε ολουσ τουσ κεδρουσ του λιβανου, τουσ ψηλουσ και υπερηφανουσ, κι επανω σε ολεσ τισ βελανιδιεσ τησ βασαν, κι επανω σε ολα τα ψηλα βουνα, κι επανω σε καθε ψηλον πυργο, κι επανω σε καθε περιφραγμενο τειχοσ, κι επανω σε ολα τα πλοια τησ θαρσεισ, κι επανω σε ολα τα ηδονικα θεαματα. και το υψοσ του ανθρωπου θα υποκυψει, και η υπερηφανεια των ανθρωπων θα ταπεινωθει· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μονοσ, θα υψωθει κατα την ημερα εκεινη. και τα ειδωλα θα καταστραφουν ολοκληρωτικα. κι αυτοι θα μπουν μεσα στα σπηλαια των βραχων, και στισ τρυπεσ τησ γησ, εξαιτιασ του φοβου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εξαιτιασ τησ δοξασ τησ μεγαλειοτητασ του, οταν σηκωθει για να κλονισει τη γη. κατα την ημερα εκεινη, ο ανθρωποσ θα ριξει στουσ τυφλοποντικεσ και στισ νυχτεριδεσ τα ασημενια του ειδωλα, και τα χρυσα του ειδωλα, που ειχε κανει για τον εαυτο του για να τα προσκυναει· για να μπουν στισ σχισμεσ των βραχων, και στισ πετρινεσ σπηλιεσ, εξαιτιασ του φοβου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εξαιτιασ τησ δοξασ τησ μεγαλειοτητασ του, οταν σηκωθει για να κλονισει τη γη. παραιτηθειτε απο ανθρωπο, που η πνοη του ειναι στουσ μυκτηρεσ του· επειδη, σε τι ειναι αξιοσ λογου;

3

επειδη, δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, θα αφαιρεσει απο την ιερουσαλημ και απο τον ιηhυδα, καθε υποστηριγμα και βοηθεια, ολοκληρο το υποστηριγμα του ψωμιου, και ολοκληρο το υποστηριγμα του νερου, καθε ισχυρον, και πολεμιστη, κριτη, και προφητη, και συνετον, και πρεσβυτερο, πεντηκονταρχο, και εντιμον, και συμβουλο, και σοφον τεχνιτη, και συνετον γοητευτη. και θα δωσει παιδαρια για αρχοντεσ τουσ, και νηπια θα εξουσιαζουν επανω τουσ. και ο λαοσ θα καταδυναστευεται, ανθρωποσ απο ανθρωπο, και καθε ενασ απο τον πλησιον του· το παιδι θα φερεται αλαζονικα προσ τον γεροντα, και ο ποταποσ προσ τον εντιμο. αν καποιοσ πιασει τον αδελφο του, απο το σπιτι του πατερα του, λεγοντασ: εχεισ ιματιο, γινε αρχηγοσ μασ, κι αυτοσ ο αφανισμοσ ασ ειναι κατω απο το χερι σου· κατα την ημερα εκεινη, θα ορκιστει, λεγοντασ: δεν θα γινω θεραπευτησ· επειδη, στο σπιτι μου δεν υπαρχει ουτε ψωμι ουτε ιματιο· μη με κανετε αρχηγο του λαου· επειδη, η ιερουσαλημ αφανιστηκε, και ο ιηhυδασ επεσε, για τον λογο οτι, η γλωσσα τουσ και τα εργα τουσ ειναι εναντια στον κυριο, για να παροξυνουν τα ματια τησ δοξασ του. η οψη του προσωπου τουσ μαρτυρει εναντιον τουσ· και κηρυττουν την αμαρτια τουσ, οπωσ τα σοδομα· δεν την κρυβουν. αλλοιμονο στην ψυχη τουσ! επειδη, ανταπεδωσαν κακα στον εαυτο τουσ. πειτε στον δικαιο, οτι σ' αυτον θα υπαρχει καλο· επειδη, θα φαει τον καρπο των εργων του. αλλοιμονο στον ανομο! σ' αυτον θα υπαρχει κακο· επειδη, θα του γινει η ανταποδοση των χεριων του. τον λαο μου, τον καταδυναστευουν παιδαρια, και γυναικεσ εξουσιαζουν επανω του. λαε μου, οι οδηγοι σου σε κανουν να πλανιεσαι, και καταστρεφουν τον δρομο των βηματων σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σηκωνεται για να δικασει, και στεκεται για να κρινει τουσ λαουσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα μπει σε κριση με τουσ πρεσβυτερουσ του λαου του, και με τουσ αρχοντεσ του· επειδη, εσεισ εχετε καταφαει τον αμπελωνα· οι αρπαγεσ απο τον φτωχο ειναι μεσα στα σπιτια σασ. γιατι καταδυναστευετε τον λαο μου, και καταθλιβετε τα προσωπα των φτωχων; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh λεει: επειδη, οι θυγατερεσ τησ σιων υπερηφανευθηκαν, και περπατουν με υψωμενον τραχηλο, και με ασεμνα ματια, περπατωντασ τρυφηλα, και τριζοντασ με τα ποδια τουσ, γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα φαλακρωσει την κορυφη του κεφαλιου των θυγατερων τησ σιων, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ξεσκεπασει τη ντροπη τουσ. κατα την ημερα εκεινη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα αφαιρεσει τη δοξα των στολισμων που τριζουν, και τα περιπλεγματα, και τουσ μηνισκουσ, τα περιδεραια, και τα βραχιολια, και τισ καλυπτρεσ, τα διχτυωτα επιθεματα του κεφαλιου, και τισ περισκελιδεσ, και τα κεφαλοδεσμα, και τισ μυροθηκεσ, και τα σκουλαρικια, τα δαχτυλιδια, και τουσ χαλκαδεσ τησ μυτησ, και τισ ποικιλεσ στολεσ, και τα επανωφορια, και τα περικαλυμματα, και τισ τσαντεσ, τουσ καθρεφτεσ, και τα λεπτα λινα, και τισ μιτρεσ, και τα ελαφρα καλοκαιρινα ενδυματα. και αντι τησ γλυκιασ ευωδιασ, θα ειναι δυσωδια· και αντι για ζωνη, σχοινι· και αντι για ωραια κομμωση, φαλακρωμα· και αντι για επιστομαχιο ενδυμα, περιζωμα απο σακι· ηλιοκαμα, αντι για ωραιοτητα. οι ανδρεσ σου θα πεσουν με μαχαιρα, και η δυναμη σου σε πολεμο. και οι πυλεσ τησ θα στεναξουν και θα πενθησουν· κι αυτη θα κειτεται ερημωμενη επανω στο εδαφοσ.

4

και κατα την ημερα εκεινη, επτα γυναικεσ θα πιασουν εναν ανδρα, λεγοντασ: θα τρωμε το ψωμι μασ, θα ντυνομαστε τα ιματια μασ· μονον ασ αναφερεται το ονομα σου επανω μασ, για να αφαιρεσεισ τη ντροπη μασ. κατα την ημερα εκεινη, ο κλαδοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι ωραιοσ και ενδοξοσ, και ο καρποσ τησ γησ εξαιρετοσ και ευφροσυνοσ σ' εκεινουσ που θα εχουν διασωθει απο τον ισραηλ· και ο υπολοιποσ στη σιων, κι αυτοσ που εναπεμεινε στην ιερουσαλημ, θα ονομαστει αγιοσ, ολοι οι γραμμενοι αναμεσα στουσ ζωντανουσ στην ιερουσαλημ, οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ξεπλυνει την ακαθαρσια των θυγατερων τησ σιων, και θα καθαρισει το αιμα τησ ιερουσαλημ απο μεσα τησ, με πνευμα κρισησ, και με πνευμα καυσησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα δημιουργησει επανω σε καθε τοπο του βουνου σιων, κι επανω στισ συναξεισ τησ, συννεφο και καπνο την ημερα, ενω τη νυχτα λαμπροτητα φλογερησ φωτιασ· επειδη, σε καθε δοξα θα υπαρχει υπερασπιση, και θα υπαρχει σκηνη, για να επισκιαζει την ημερα απο καυμα, και για να ειναι καταφυγιο και σκεπη απο ανεμοζαλη και απο βροχη.

5

τωρα θα ψαλω στον αγαπημενο μου ενα τραγουδι του αγαπητου μου για τον αμπελωνα του. ο αγαπημενοσ μου ειχε εναν αμπελωνα επανω σε παχυτατο λοφο. και τον εφραξε ολογυρα, και συγκεντρωσε απ' αυτον τισ πετρεσ, και τον φυτεψε με τα πλεον εκλεκτα κληματα, και εκτισε στο μεσον του εναν πυργο, κι ακομα κατασκευασε μεσα σ' αυτον ενα πατητηρι· και περιμενε να κανει σταφυλια, αλλα εκανε αγριοσταφυλα. και τωρα, κατοικοι τησ ιερουσαλημ, και ανδρεσ του ιηhυδα, κρινετε, παρακαλω, αναμεσα σε μενα και στον αμπελωνα μου. τι ηταν δυνατον να κανω ακομα στον αμπελωνα μου, και δεν του το εκανα σ' αυτον; γιατι, λοιπον, ενω περιμενα να κανει σταφυλια, εκανε αγριοσταφυλα; τωρα, λοιπον, θα σασ αναγγειλω τι θα κανω εγω στον αμπελωνα μου· θα αφαιρεσω τον φραγμο του, και θα καταφαγωθει· θα χαλασω τον τοιχο του, και θα καταπατηθει· και θα τον κανω ερημο· δεν θα κλαδευτει ουτε θα σκαφτει, αλλ' εκει θα βλαστησουν τριβολια και αγκαθια· θα προσταξω ακομα τα συννεφα να μη βρεξουν επανω του βροχη. αλλα, ο αμπελωνασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων ειναι ο οικοσ ισραηλ, και οι ανδρεσ του ιηhυδα, το αγαπητο του φυτο· και περιμενε κριση, εντουτοισ, δεστε, καταδυναστευση· δικαιοσυνη, εντουτοισ, δεστε, κραυγη. ουαι σ' εκεινουσ, που ενωνουν σπιτι με σπιτι, και συνδεουν χωραφι με χωραφι, μεχρισ οτου μη μεινει τοποσ, ωστε να κατοικουν μονοι τουσ στο μεσον τησ γησ! στα αυτια μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ειπε: βεβαια, πολλα σπιτια θα μεινουν ερημωμενα, μεγαλα και καλα, χωρισ κατοικουσ· ναι, δεκα στρεμματα αμπελωνα θα δωσουν ενα βαθ, και ο σποροσ ενοσ χομορ θα δωσει ενα εφα. ουαι σ' εκεινουσ που, καθωσ σηκωνονται το πρωι, αναζητουν σικερα· οι οποιοι εξακολουθουν μεχρι το βραδυ, μεχρισ οτου τουσ αναψει το κρασι! και η κιθαρα και η λυρα, το τυμπανο και ο αυλοσ, και το κρασι, ειναι στα συμποσια τουσ· αλλα, δεν παρατηρουν το εργο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν θωρουν την ενεργεια των χεριων του. γι' αυτο, ο λαοσ μου φερθηκε σε αιχμαλωσια, επειδη δεν εχει επιγνωση· και οι εντιμοι απ' αυτουσ λιμοκτονουν, και το πληθοσ τουσ καταξεραθηκε απο διψα. γι' αυτα ο αδησ πλατυνε τον εαυτο του, και ανοιξε υπερμετρα το στομα του· και η δοξα τουσ, και το πληθοσ τουσ, και ο θορυβοσ τουσ, κι αυτοι που εντρυφουν, θα κατεβουν σ' αυτον. και ο κοινοσ ανθρωποσ θα υποκυψει, και ο δυνατοσ θα ταπεινωθει, και τα ματια των ψηλων θα χαμηλωσουν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θα υψωθει σε κριση, και ο αγιοσ θεοσ θα αγιαστει σε δικαιοσυνη. τοτε, τα αρνια θα βοσκηθουν συμφωνα με τη συνηθεια τουσ, και οι ξενοι θα φανε τουσ ερημουσ τοπουσ με τα παχια. ουαι σ' εκεινουσ που σερνουν την ανομια με σχοινια ματαιοτητασ, και την αμαρτια σαν με λουρια αμαξασ· αυτοι που λενε: ασ σπευσει, ασ επιταχυνει το εργο του, για να δουμε· και η βουλη του αγιου του ισραηλ ασ πλησιασει κι ασ ερθει, για να μαθουμε! ουαι σ' εκεινουσ που λενε το κακο καλο, και το καλο κακο· αυτοι που βαζουν το σκοταδι για φωσ, και το φωσ για σκοταδι· αυτοι που βαζουν το πικρο για γλυκο, και το γλυκο για πικρο! ουαι σε οσουσ ειναι σοφοι στα ματια τουσ, και φρονιμοι στον εαυτο τουσ! ουαι σε οσουσ ειναι δυνατοι για να πινουν κρασι, και ισχυροι στο να ανακατευουν σικερα· οι οποιοι δικαιωνουν τον παρανομο για δωρα, και το δικιο του δικαιου το αφαιρουν απ' αυτον! γι' αυτο, οπωσ η γλωσσα τησ φωτιασ κατατρωει το καλαμι, και το αχυρο αφανιζεται στη φλογα, ετσι και η ριζα τουσ θα γινει σαν σαπιλα, και το ανθοσ τουσ θα ανεβει σαν σκονη· επειδη, απερριψαν τον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, και καταφρονησαν τον λογο του αγιου του ισραηλ. γι' αυτο, ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναψε εναντια στον λαο του, και απλωνοντασ το χερι του εναντιον τουσ, τουσ παταξε· και τα βουνα ετρεμαν, και τα πτωματα τουσ εγιναν σαν κοπρια στο μεσον των δρομων. σε ολα αυτα ο θυμοσ του δεν αποστραφηκε, αλλα το χερι του ειναι ακομα απλωμενο. και θα υψωσει ενα σημειο στα εθνη, απο μακρια, και θα συριξει προσ αυτα απο την ακρη τησ γησ· και δεστε, θαρθουν γρηγορα, με βιασυνη· κανενασ αναμεσα τουσ δεν θα αποκαμει ουτε θα προσκρουσει· κανενασ δεν θα νυσταξει ουτε θα κοιμηθει· ουτε η ζωνη τησ οσφυοσ τουσ θα λυθει ουτε το λουρι των υποδηματων τουσ θα κοπει· τα βελη των οποιων ειναι οξεα, και ολα τα τοξα τουσ τεντωμενα· τα νυχια των αλογων τουσ θα νομιστουν σαν σπινθηροβολα πετρα, και οι τροχοι των αμαξων τουσ σαν ανεμοστροβιλοσ· οι βρυχηθμοι τουσ θα ειναι σαν λιονταριου· θα βρυχαζουν σαν σκυμνοι λιονταριου· ναι, θα βρυχαζουν, και θα αρπαξουν μαζι το θηραμα, και θα φυγουν· και δεν θα υπαρχει κανενασ που να ελευθερωνει. και οταν κατα την ημερα εκεινη βοησουν εναντιον τουσ σαν βοη θαλασσασ, θα κοιταξουν στη γη, και δεστε, σκοταδι, λυπη, και το φωσ σκοτιστηκε στον ουρανο τησ.

6

κατα τον χρονο που πεθανε ο βασιλιασ οζιασ, ειδα τον κυριο να καθεται επανω σε εναν θρονο ψηλο και υπερυψωμενο, και το κρασπεδο του γεμισε τον ναο. απο πανω του στεκονταν σεραφειμ, που το καθε ενα ειχε εξι φτερουγια· με τα δυο σκεπαζε το προσωπο του, και με τα αλλα δυο σκεπαζε τα ποδια του, και με τα υπολοιπα δυο πετουσε. και το ενα εκραζε προσ το αλλο, και ελεγε: αγιοσ, αγιοσ, αγιοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· ολοκληρη η γη ειναι πληρησ απο τη δοξα του. και οι παραστατεσ τησ θυρασ σεισθηκαν απο τη φωνη εκεινου που εκραζε, και ο οικοσ γεμισε απο καπνο. τοτε, ειπα: ω, ταλαιπωροσ εγω! επειδη, χαθηκα· για τον λογο οτι, ειμαι ανθρωποσ με ακαθαρτα χειλη, και κατοικω αναμεσα σε λαο με ακαθαρτα χειλη· επειδη, τα ματια μου ειδαν τον βασιλια, τον κυριο των δυναμεων. τοτε, πεταξε προσ εμενα ενα απο τα σεραφειμ, εχοντασ στο χερι του ενα καρβουνο φωτιασ, που πηρε με τη λαβιδα απο το θυσιαστηριο. και το αγγιξε στο στομα μου, και ειπε: δεσ, αυτο αγγιξε τα χειλη σου· και η ανομια σου εξαλειφθηκε, και η αμαρτια σου καθαριστηκε. και ακουσα τη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ελεγε: ποιον θα αποστειλω, και ποιοσ θα παει για μασ; τοτε, ειπα: ναμαι, εγω, αποστειλε με. και ειπε: πηγαινε, και πεσ σ' αυτο τον λαο: με την ακοη θα ακουσετε, και δεν θα εννοησετε· και βλεποντασ θα δειτε, και δεν θα καταλαβετε· η καρδια αυτου του λαου παχυνε, και τα αυτια τουσ εγιναν βαρια, και εκλεισαν τα ματια τουσ, για να μη βλεπουν με τα ματια τουσ, και ακουν με τα αυτια τουσ, και καταλαβουν με την καρδια τουσ, και επιστρεψουν και θεραπευθουν. τοτε, ειπα: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μεχρι ποτε; κι απαντησε: μεχρισ οτου ερημωθουν οι πολεισ, ωστε να μη υπαρχει κατοικοσ, και τα σπιτια, ωστε να μη υπαρχει ανθρωποσ, και η γη να ερημωθει ολοκληρωτικα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απομακρυνει τουσ ανθρωπουσ, και γινει μεγαλη εγκαταλειψη, στο μεσον τησ γησ. εντουτοισ, θα μεινει σ' αυτη ακομα ενα δεκατο, κι αυτο παλι θα καταφαγωθει· οπωσ η τερεβινθοσ και η βελανιδια, που ο κορμοσ μενει σ' αυτα οταν κοβονται, ετσι το αγιο σπερμα θα ειναι ο κορμοσ τησ.

7

και στισ ημερεσ του αχαζ, γιου του ιωαθαμ, γιου του οζια, βασιλια του ιηhυδα, ο ρεσιν, ο βασιλιασ τησ συριασ, και ο φεκα, ο γιοσ του ρεμαλια, ο βασιλιασ του ισραηλ, ανεβηκαν στην ιερουσαλημ για να την πολεμησουν· αλλα, δεν μπορεσαν να την πολιορκησουν. και ανηγγειλαν στον οικο του δαβιδ, λεγοντασ: η συρια συμφωνησε μαζι με τον εφραιμ. και η καρδια του αχαζ, και η καρδια του λαου του κλονιστηκε, οπωσ τα δεντρα του δασουσ κλονιζονται απο τον αερα. τοτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ησαια: βγεσ τωρα εξω σε συναντηση του αχαζ, εσυ και ο σεαρ-ιασουβ, ο γιοσ σου, στην ακρη του υδραγωγου τησ ανω κολυμβητικησ λιμνησ, προσ τον μεγαλο δρομο του χωραφιου του γναφεα· και πεσ του: προσεχε να μενεισ ησυχοσ· να μη φοβηθεισ ουτε να μικροψυχησεισ απο τισ δυο ουρεσ αυτων των δαυλων που καπνιζουν, για τον αγριο θυμο του ρεσιν και τησ συριασ, και του γιου του ρεμαλια. επειδη, η συρια, ο εφραιμ, και ο γιοσ του ρεμαλια, βουλευθηκαν κακη βουλη εναντιον σου, λεγοντασ: ασ ανεβουμε εναντιον του ιηhυδα, και ασ τον στενοχωρησουμε, και ασ τον μοιραστουμε στον εαυτο μασ, και ασ βαλουμε εναν βασιλια αναμεσα του, τον γιο του ταβεηλ· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αυτο δεν θα σταθει ουτε θα γινει. επειδη, το κεφαλι τησ συριασ ειναι η δαμασκοσ, και το κεφαλι τησ δαμασκου ο ρεσιν· και σε 65 χρονια ο εφραιμ θα συντριφτει, ωστε να μη ειναι λαοσ. και το κεφαλι του εφραιμ ειναι η σαμαρεια, και το κεφαλι τησ σαμαρειασ ο γιοσ του ρεμαλια. αν δεν πιστευετε, σιγουρα δεν θα στερεωθειτε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε ακομα στον αχαζ, λεγοντασ: ζητησε ενα σημαδι απο τον κυριο τον θεο σου· ζητησε το ειτε στο βαθοσ ειτε στο υψοσ ανω. ο αχαζ, ομωσ, ειπε: δεν θα ζητησω ουτε θα πειραξω τον κυριο. και ο ησαιασ ειπε: μικρο πραγμα ειναι για σασ να βαρυνετε ανθρωπουσ, και θα βαρυνετε ακομα και τον θεο μου; γι' αυτο, ο ιδιοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σασ δωσει ενα σημαδι· δεστε, η παρθενοσ θα συλλαβει και θα γεννησει γιο, και το ονομα του θα αποκληθει εμμανουηλ. θα φαει βουτυρο και μελι, μεχρισ οτου μαθει να απορριπτει το κακο, και να διαλεγει το αγαθο. επειδη, πριν το παιδι μαθει να απορριπτει το κακο, και να διαλεγει το αγαθο, η γη, που αποστρεφεσαι, θα εγκαταλειφθει απο τουσ δυο βασιλιαδεσ τησ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα φερει επανω σου, και επανω στον λαο σου, και επανω στην οικογενεια του πατερα σου, ημερεσ, που δεν ειχαν ερθει αφοτου χωριστηκε ο εφραιμ απο τον ιηhυδα, διαμεσου του βασιλια τησ ασσυριασ. και κατα την ημερα εκεινη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα συριξει στισ μυγεσ, που βρισκονται στουσ εσχατουσ ποταμουσ τησ αιγυπτου, και στισ μελισσεσ, που ειναι στη γη τησ ασσυριασ· και θαρθουν, και ολεσ θα αναπαυθουν επανω στισ ερημωμενεσ κοιλαδεσ, και στισ τρυπεσ των βραχων, κι επανω σε καθε βατο, κι επανω σε καθε ωραιο δεντρο. και κατα την ιδια ημερα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ξυρισει με το ξυραφι, που ειναι μισθωμενο απο την περα πλευρα του ποταμου, μαζι με τον βασιλια τησ ασσυριασ, το κεφαλι, και τισ τριχεσ των ποδιων· θα αφαιρεσει ακομα και το πηγουνι. και κατα την ημερα εκεινη, ενασ ανθρωποσ που θα τρεφει μια δαμαλη και δυο προβατα, απο την αφθονια του γαλακτοσ που θα δινουν, θα τρωει βουτυρο· επειδη, θα τρωει βουτυρο και μελι καθενασ που εναπεμεινε στο μεσον τησ γησ. και κατα την ημερα εκεινη, καθε τοποσ, στον οποιο υπηρχαν 1.000 αμπελοι 1.000 ασημενιων νομισματων, θα ειναι για τριβολια και αγκαθια. με βελη και με τοξα θαρθουν εκει· επειδη, ολοκληρη η γη θα γινει τριβολια και αγκαθια. και καθε βουνο γεωργημενο με δικελλι, οπου δεν εχει ερθει φοβοσ απο τριβολια και αγκαθια, θα ειναι για να στελνονται εκει βοδια, και για να καταπατιεται απο προβατα.

8

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: παρε για τον εαυτο σου εναν μεγαλο τομο, και γραψε μεσα σ' αυτον με γραφιδα ανθρωπου για τον μαχερ-σαλαλ-χασ-βαζ. και πηρα κοντα μου πιστουσ μαρτυρεσ, τον ουρια τον ιερεα, και τον ζαχαρια, τον γιο του ιεβερεχια. και ηρθα στην προφητισσα, που συνελαβε, και γεννησε γιο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: να αποκαλεσεισ το ονομα του, μαχερ-σαλαλ-χασ-βαζ· επειδη, πριν το παιδι μαθει να προφερει: πατερα μου, και μητερα μου, τα πλουτη τησ δαμασκου, και τα λαφυρα τησ σαμαρειασ θα διαρπαχθουν, μπροστα στον βασιλια τησ ασσυριασ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου μιλησε ακομα, λεγοντασ: επειδη, ο λαοσ αυτοσ απεβαλε τα νερα του σιλωαμ, που ερρεαν ησυχα, και χαιρεται στον ρεσιν και στον γιο του ρεμαλια, γι' αυτο, δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανεβαζει εναντιον τουσ τα νερα του ποταμου, τα δυνατα και τα πολλα, τον βασιλια τησ ασσυριασ, και ολοκληρη τη δοξα του· και θα υπερβει ολα τα αυλακια του, και θα πλημμυρισει ολεσ τισ οχθεσ του· και θα περασει διαμεσου του ιηhυδα, θα πλημμυρισει, και θα ξεχειλισει, θα φτασει μεχρι τον λαιμο· και το απλωμα των πτερυγων του, θα γεμισει το πλατοσ τησ γησ σου, εμμανουηλ. ενωθειτε, λαοι, και θα κατακοπειτε· και ακροαστειτε, ολοι εσεισ που ειστε στα εσχατα τησ γησ· ζωστειτε, και θα κατακοπειτε· ζωστειτε και θα κατακοπειτε. βουλευθειτε βουλη, και θα ματαιωθει· μιληστε εναν λογο, και δεν θα σταθει· δεδομενου οτι, μαζι μασ ειναι ο θεοσ. επειδη, ετσι μου μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με ισχυρο χερι, και με διδαξε να μη περπαταω στον δρομο αυτου του λαου, λεγοντασ: μη πειτε: συνωμοσια, για καθε τι που αυτοσ ο λαοσ θα πει: συνωμοσια· και τον φοβο του, μη φοβηθειτε ουτε να τρομαξετε. τον κυριο των δυναμεων, αυτον αγιαστε· κι αυτοσ ασ ειναι ο φοβοσ σασ, κι αυτοσ ασ ειναι ο τρομοσ σασ. και θα ειναι για αγιαστηριο· θα ειναι, ομωσ, για πετρα προσκομματοσ και για βραχο πτωσησ στουσ δυο οικουσ ισραηλ· για παγιδα και για βροχουσ στουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ. και πολλοι θα προσκοψουν επανω σ' αυτα, και θα πεσουν, και θα συντριφτουν, και θα παγιδευτουν, και θα πιαστουν. δεσε τη μαρτυρια, σφραγισε τον νομο αναμεσα στουσ μαθητεσ μου. εγω, ομωσ, θα περιμεινω τον κυριο, που κρυβει το προσωπο του απο τον οικο ιακωβ, κι επανω σ' αυτον θα εχω την πεποιθηση μου. δεστε, εγω και τα παιδια, που μου εδωσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για σημεια και για τεραστια πραγματα στον ισραηλ απο τον κυριο των δυναμεων, που κατοικει στο οροσ σιων. και οταν σασ πουν: ρωτηστε εκεινουσ που εχουν πνευμα μαντειασ, και τουσ νεκρομαντεισ, αυτουσ που μορμυριζουν και ψιθυριζουν, να αποκριθειτε: ο λαοσ δεν θα ρωτησει τον θεο του; θα προστρεξει στουσ νεκρουσ για τουσ ζωντανουσ; στον νομο και στη μαρτυρια· αν δεν μιλουν συμφωνα μ' αυτο τον λογο, σιγουρα δεν υπαρχει φωσ μεσα τουσ. και θα περασουν μεσα απ' αυτη τη γη σκληρα καταπονημενοι, και υποφεροντασ απο πεινα· και οταν πεινασουν, θα αγανακτουν, και θα κακολογουν τον βασιλια τουσ και τον θεο τουσ, και θα σηκωσουν τα ματια προσ τα επανω. επειτα, θα κοιταξουν στη γη, και δεστε, ταραχη και σκοταδι, θαμπωμα αγωνιασ· και θα εκβληθουν εξω στο σκοταδι.

9

δεν θα ειναι, ομωσ, τετοιο θαμπωμα στη θλιμμενη γη· στουσ προηγουμενουσ καιρουσ εξουθενησε τη γη ζαβουλων, και τη γη νεφθαλειμ· ενω στουσ κατοπινουσ εκανε ενδοξα τα μερη προσ τον δρομο τησ θαλασσασ, περα απο τον ιορδανη, τη γαλιλαια των εθνων. ο λαοσ, που περπατουσε μεσα σε σκοταδι, ειδε ενα μεγαλο φωσ· σ' αυτουσ που καθονταν σε γη σκιασ θανατου, φωσ ελαμψε επανω τουσ. πολλαπλασιασεσ το εθνοσ, του αυξησεσ τη χαρα· χαιρονται μπροστα σου σαν τη χαρα του θερισμου, οπωσ αγαλλονται αυτοι που διαμοιραζονται τα λαφυρα. επειδη, εσυ συντριψεσ τον ζυγο του φορτιου του, και τη ραβδο του ωμου του, και τη μαστιγα εκεινου που τον καταδυναστευε, οπωσ στην ημερα του μαδιαμ. επειδη, καθε περικνημιδα πολεμιστη που μαχεται με θορυβο, και καθε στολη κυλισμενη σε αιματα θα ειναι για καυση και υλικο φωτιασ. επειδη, παιδι γεννηθηκε σε μασ, γιοσ δοθηκε σε μασ· και η εξουσια θα ειναι επανω στον ωμο του· και το ονομα του θα αποκληθει: θαυμαστοσ, συμβουλοσ, ισχυροσ θεοσ, πατερασ του μελλοντα αιωνα, αρχοντασ ειρηνησ. στην αυξηση τησ εξουσιασ του και τησ ειρηνησ δεν θα υπαρχει τελοσ, επανω στον θρονο του δαβιδ, κι επανω στη βασιλεια του, για να τη διαταξει, και να τη στερεωσει, με κριση και δικαιοσυνη, απο τωρα και μεχρι τον αιωνα. ο ζηλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θα το εκτελεσει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε λογο εναντια στον ιακωβ, και επεσε επανω στον ισραηλ. και ολοκληροσ ο λαοσ θα το γνωρισει, ο εφραιμ και ο κατοικοσ τησ σαμαρειασ, που λενε υπερηφανα και με επαρση καρδιασ: οι πλιθεσ επεσαν, εμεισ ομωσ θα κτισουμε με πελεκητεσ πετρεσ· οι συκομουριεσ κοπηκαν, εμεισ ομωσ θα τισ αλλαξουμε με κεδρουσ. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σηκωσει τουσ εχθρουσ του ρεσιν εναντιον του, και θα συνενωσει τουσ πολεμιουσ του· τουσ συριουσ απο μπροστα, και τουσ φιλισταιουσ απο πισω· και θα καταφανε τον ισραηλ με ανοιχτο στομα. σε ολα αυτα ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν αποστραφηκε, αλλα το χερι του ειναι ακομα απλωμενο. εντουτοισ, ο λαοσ δεν επιστρεφει σ' εκεινον που τον παταξε ουτε ζητουν τον κυριο των δυναμεων. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα αποκοψει απο τον ισραηλ κεφαλι και ουρα, κλαδι και σπαρτο, σε μια ημερα. ο πρεσβυτεροσ και ο εντιμοσ, αυτοσ ειναι το κεφαλι, και ο προφητησ που διδασκει ψεματα, αυτοσ ειναι η ουρα. επειδη, αυτοι που μακαριζουν αυτον τον λαο, τον πλανουν· κι αυτοι που μακαριζονται απ' αυτουσ, αφανιζονται. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα ευφρανθει στουσ νεανισκουσ τουσ ουτε θα ελεησει τουσ ορφανουσ και τισ χηρεσ τουσ· επειδη, ολοι ειναι υποκριτεσ και κακοποιοι, και καθε στομα μιλαει με ασεβεια. σε ολα αυτα ο θυμοσ του δεν αποστραφηκε, αλλα το χερι του ειναι ακομα απλωμενο. επειδη, η ανομια αφανιζει οπωσ η φωτια, που κατατρωει τα τριβολια και τα αγκαθια, κι αυτο που αναβει φλογα στα πυκνοτατα του δασουσ· κι αυτα θα ανεβουν σε στηλη καπνου που περιτυλιγεται. απο τον θυμο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων η γη σκοτιστηκε, και ο λαοσ θα ειναι σαν υλικο φωτιασ· ανθρωποσ δεν θα ελεησει τον αδελφο του. και θα αρπαξει στα δεξια, ομωσ θα πεινασει· και θα φαει στα αριστερα, ομωσ δεν θα χορτασει· καθε ανθρωποσ θα φαει τη σαρκα του βραχιονα του· ο μανασσησ τον εφραιμ, και ο εφραιμ τον μανασση· αυτοι μαλιστα θα ειναι μαζι εναντιον του ιηhυδα. σε ολα αυτα, ο θυμοσ του δεν αποστραφηκε, αλλα το χερι του ειναι ακομα απλωμενο.

10

αλλοιμονο σ' αυτουσ που ψηφιζουν ψηφισματα αδικα, και στουσ γραμματεισ που γραφουν καταδυναστευση· για να στερησουν αυτον που εχει αναγκη απο την κριση, και για να αρπαξουν το δικιο των φτωχων του λαου μου, για να γινουν οι χηρεσ λαφυρο τουσ, και να γυμνωσουν τουσ ορφανουσ! και τι θα κανετε κατα την ημερα τησ επισκεψησ, και κατα τον ολεθρο που θαρθει απο μακρια; σε ποιον θα προστρεξετε για βοηθεια; και που θα αφησετε τη δοξα σασ, παρα στο οτι θα υποκυψουν στα δεσμα, και θα πεσουν απο κατω απο τουσ φονευμενουσ; και σε ολα αυτα ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν αποστραφηκε, αλλα το χερι του ειναι ακομα απλωμενο. ουαι στον ασσυριο, τη ραβδο του θυμου μου, αν και η μαστιγα στο χερι του ειναι η οργη μου! θα τον στειλω εναντια σε ενα υποκριτικο εθνοσ, και θα του δωσω προσταγη εναντιον του λαου του θυμου μου, για να λαφυραγωγησει λαφυρα, και να λεηλατησει λεηλασια, και να τουσ καταπατησει σαν τη λασπη των δρομων. εντουτοισ, αυτοσ δεν καταλαβαινει ετσι, και η καρδια του δεν σκεφτεται ετσι· αλλα, στην καρδια του σκεφτεται τουτο, να καταστρεψει και να εξολοθρευσει εθνη, οχι λιγα. επειδη, λεει: «οι αρχοντεσ μου δεν ειναι ολοι βασιλιαδεσ; δεν ειναι η χαλανη σαν τη χαρχεμισ; δεν ειναι η αιμαθ σαν την αρφαδ; δεν ειναι η σαμαρεια σαν τη δαμασκο; οπωσ το χερι μου κατακρατησε τα βασιλεια των ειδωλων, που τα γλυπτα τουσ ειχαν περισσοτερη ισχυ παρα εκεινα τησ ιερουσαλημ και τησ σαμαρειασ, δεν θα κανω οπωσ εκανα στη σαμαρεια και στα ειδωλα τησ, ετσι και στην ιερουσαλημ και στα ειδωλα τησ;». γι' αυτο, αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκτελεσει ολοκληρο το εργο του επανω στο βουνο σιων κι επανω στην ιερουσαλημ, θα παιδευσω, λεει, τον καρπο τησ υψωμενησ καρδιασ του βασιλια τησ ασσυριασ, και την αλαζονεια των ψηλων ματιων του. επειδη, λεει: «με τη δυναμη του χεριου μου το εκανα, και με τη σοφια μου, επειδη ειμαι συνετοσ· και μετακινησα τα ορια των λαων, και διαρπαξα τουσ θησαυρουσ τουσ, και καθαιρεσα, ωσ ισχυροσ, αυτουσ που καθονται σε υψοσ· και το χερι μου βρηκε, σαν σε φωλια, τα πλουτη των λαων· και καθωσ καποιοσ μαζευει αφημενα αυγα, ετσι συγκεντρωσα εγω ολοκληρη τη γη· και κανενασ δεν κουνησε φτερουγα η ανοιξε στομα η ψιθυρισε». θα μπορουσε να καυχηθει η αξινα εναντια σ' αυτον που κοβει μ' αυτη; θα μπορουσε να κομπασει το πριονι εναντια σ' αυτον που το κινει; σαν να μπορουσε να κινηθει η ραβδοσ εναντια σ' αυτουσ που την υψωνουν· σαν να μπορουσε το μπαστουνι να υψωσει τον εαυτο του σαν να μη ειναι ξυλο. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, θα αποστειλει στουσ παχεισ του ισχνοτητα· και κατω απο τη δοξα του θα αναψει καυση, σαν μια καυση φωτιασ. και το φωσ του ισραηλ θα γινει φωτια, και ο δικοσ του αγιοσ φλογα· και θα καψει και θα καταφαει τα αγκαθια του και τα τριβολια του σε μια ημερα· και θα αφανισει τη δοξα του δασουσ του, και του καρποφορου χωραφιου του, απο ψυχη μεχρι σαρκα· και θα ειναι οπωσ οταν ενασ σημαιοφοροσ λειποψυχει. και το υπολοιπο των δεντρων του δασουσ του θα ειναι ευαριθμο, ωστε ενα παιδι να τα καταγραψει. και κατα την ημερα εκεινη, το υπολοιπο του ισραηλ, και οι διασωσμενοι του οικου ιακωβ, δεν θα επιστηριζονται πια σ' αυτον που τουσ παταξε, αλλα θα επιστηριζονται στον κυριο, τον αγιο του ισραηλ, με αληθεια. το υπολοιπο θα επιστρεψει, το υπολοιπο του ιακωβ, προσ τον ισχυρο θεο. επειδη, αν και ο λαοσ σου, ο ισραηλ, ειναι σαν την αμμο τησ θαλασσασ, απ' αυτουσ ενα υπολοιπο θα επιστρεψει· η καταναλωση που αποφασιστηκε θα συντελεστει με δικαιοσυνη. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των δυναμεων, θα κανει καταναλωση, βεβαια προσδιορισμενη, στο μεσον ολοκληρησ τησ γησ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των δυναμεων: λαε μου, ο οποιοσ κατοικεισ στη σιων, μη φοβηθεισ απο τον ασσυριο· θα σε παταξει με ραβδο, και θα σηκωσει τη βακτηρια του εναντιον σου συμφωνα με τον τροπο τησ αιγυπτου· επειδη, ακομα λιγο, και η οργη θα σταματησει· και ο θυμοσ μου θα ειναι σε ολεθρο εκεινων. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θα σηκωσει επανω του μαστιγα, συμφωνα με την πληγη του μαδιαμ στον βραχο ωρηβ· και καθωσ η ραβδοσ του υψωθηκε επανω στη θαλασσα, ετσι θα την υψωσει, συμφωνα με τον τροπο τησ αιγυπτου. και κατα την ημερα εκεινη, το φορτιο του θα αφαιρεθει απο τον ωμο σου, και ο ζυγοσ του απο τον τραχηλο σου, και ο ζυγοσ θα συντριφτει εξαιτιασ του χρισματοσ. αυτοσ ηρθε στην αιαθ, περασε στη μιγρων· στη μιχμασ θα βαλει τα σκευη του· διαβηκαν το περασμα· κατελυσαν στη γεβα· η ραμα τρομαξε· η γαβαα του σαουλ εφυγε. υψωσε τη φωνη σου, θυγατερα τησ γαλλειμ· φτωχη αναθωθ, καν' την να ακουστει στη λαισα. η μαδμηνα μετατοπιστηκε· οι κατοικοι τησ γεβειμ εφυγαν μαζι. και κατα την ημερα εκεινη θα μεινει στη νωβ, θα σεισει το χερι του εναντια στο βουνο τησ θυγατερασ τησ σιων, εναντια στον λοφο τησ ιερουσαλημ. δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, θα κοψει τα κλαδια με τρομερο κροτο· και οι υψωμενοι θα συντριφτουν, και οι υπερηφανοι θα ταπεινωθουν. και θα κοψει με σιδερο τα πυκνα του δασουσ, και ο λιβανοσ θα πεσει διαμεσου ενοσ ισχυρου.

11

και θα βγει ραβδοσ απο τον κορμο του ιεσσαι, και κλαδοσ θα ανεβει απο τισ ριζεσ του· και το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα αναπαυθει επανω του, πνευμα σοφιασ και συνεσησ, πνευμα βουλησ και δυναμησ, πνευμα γνωσησ και φοβου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα τον κανει οξυδερκη στον φοβο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ωστε δεν θα κρινει συμφωνα με τη θεωρια των ματιων του ουτε θα ελεγχει συμφωνα με την ακροαση των αυτιων του· αλλα, θα κρινει τουσ φτωχουσ με δικαιοσυνη, και θα υπερασπιζεται τουσ ταπεινουσ τησ γησ με ευθυτητα· και θα παταξει τη γη με τη ραβδο του στοματοσ του, και με την πνοη των χειλεων του θα θανατωνει τον ασεβη. και η ζωνη τησ οσφυοσ του θα ειναι δικαιοσυνη, και η ζωνη των πλευρων του πιστη. και ο λυκοσ θα συγκατοικει μαζι με το αρνι, και η λεοπαρδαλη θα αναπαυεται μαζι με το κατσικακι· και το μοσχαρι και το λιονταρακι και τα σιτευτα μαζι, και ενα μικρο παιδι θα τα οδηγει. και η δαμαλη και η αρκουδα θα βοσκουν μαζι, τα παιδια τουσ θα αναπαυονται μαζι, και το λιονταρι θα τρωει αχυρο, οπωσ το βοδι. και το παιδι που θηλαζει θα παιζει στην τρυπα τησ εχιδνασ, και το απογαλακτισμενο παιδι θα βαλει το χερι του στη φωλια τησ οχιασ. δεν θα κακοποιουν ουτε θα φθειρουν σε ολο το αγιο μου βουνο· επειδη, η γη θα ειναι πληρησ τησ γνωσησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οπωσ τα νερα σκεπαζουν τη θαλασσα. και κατα την ημερα εκεινη, προσ τη ριζα του ιεσσαι, η οποια θα στεκεται σημαια των λαων, σ' αυτον θα προστρεξουν τα εθνη, και η αναπαυση του θα ειναι δοξα. και κατα την ημερα εκεινη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα βαλει το χερι του παλι, μια δευτερη φορα, για να αναλαβει το υπολοιπο του λαου του, που θα μεινει, απο την ασσυρια, και απο την αιγυπτο, και απο την παθρωσ, και απο την αιθιοπια, και απο το ελαμ, και απο τη σενααρ, και απο την αιμαθ, και απο τα νησια τησ θαλασσασ. και θα υψωσει σημαια στα εθνη, και θα συγκεντρωσει τουσ απορριμμενουσ του ισραηλ, και θα συναθροισει τουσ διασκορπισμενουσ του ιηhυδα απο τισ τεσσερισ γωνιεσ τησ γησ. και ο φθονοσ του εφραιμ θα αφαιρεθει, κι αυτοι που εχθρευονται τον ιηhυδα θα αποκοπουν· ο εφραιμ δεν θα φθονει τον ιηhυδα, και ο ιηhυδασ δεν θα θλιβει τον εφραιμ. αλλα, θα ορμησουν εναντιον των οριων των φιλισταιων προσ τη δυση· θα λεηλατησουν και τουσ γιουσ τησ ανατολησ, ολουσ μαζι· θα βαλουν το χερι τουσ επανω στον εδωμ και τον μωαβ· και οι γιοι του αμμων θα υποταχθουν σ' αυτουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα καταξερανει τη γλωσσα τησ αιγυπτιακησ θαλασσασ· και με τον βιαιο αυτον ανεμο θα σεισει το χερι του επανω στον ποταμο, και θα τον παταξει σε επτα ρευματα, και θα κανει να διαβαινουν με υποδηματα. και θα ειναι ενασ πλατυσ δρομοσ στο υπολοιπο του λαου του, το οποιο θα μεινει, απο την ασσυρια· οπωσ ηταν στον ισραηλ, κατα την ημερα που ανεβηκε απο την αιγυπτο.

12

και κατα την ημερα εκεινη θα πεισ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα σε δοξολογησω· επειδη, αν και οργιστηκεσ εναντιον μου, ο θυμοσ σου στραφηκε, και με παρηγορησεσ. δεστε, ο θεοσ ειναι η σωτηρια μου· θα εχω θαρροσ, και δεν θα φοβαμαι· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ ειναι η δυναμη μου, και το τραγουδι· και σταθηκε η σωτηρια μου. και θα αντλησετε νερο με ευφροσυνη απο τισ πηγεσ τησ σωτηριασ. και κατα την ημερα εκεινη θα πειτε: δοξολογειτε τον κυριο, επικαλειστε το ονομα του, καντε γνωστα τα εργα του στα εθνη, να θυμαστε οτι υψωθηκε το ονομα του. να ψαλλετε στον κυριο· επειδη εκανε ενδοξα πραγματα· ειναι γνωστο σε ολη τη γη. αγαλλου και ευφραινου, κατοικε τησ σιων· επειδη, ο αγιοσ του ισραηλ ειναι μεγασ αναμεσα σου.

13

η οραση εναντια στη βαβυλωνα, που ειδε ο ησα.ι.ασ, ο γιοσ του αμωσ. σηκωστε σημαια επανω στο ψηλο βουνο, υψωστε προσ αυτουσ τη φωνη, κινηστε το χερι για να μπουν μεσα στισ πυλεσ των αρχοντων. εγω προσταξα τουσ διορισμενουσ μου, μαλιστα φωναξα τουσ δυνατουσ μου, για να εκτελεσουν τον θυμο μου, αυτουσ που χαιρουν στη δοξα μου. φωνη πληθουσ επανω στα βουνα σαν μεγαλου λαου· θορυβωδησ φωνη των συγκεντρωμενων βασιλειων των εθνων· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων επισκεπτεται τον στρατο τησ μαχησ. ερχονται απο μακρινη γη, απο τα περατα του ουρανου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και τα οπλα τησ αγανακτησησ του, για να αφανισουν ολοκληρη τη γη. ολολυζετε, επειδη η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh πλησιασε· θαρθει σαν ολεθροσ απο τον παντοδυναμο. γι' αυτο, ολα τα χερια θα παραλυσουν, και καθε καρδια ανθρωπου θα διαλυθει. και θα τρομαξουν· πονοι και θλιψεισ θα τουσ καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν· θα ειναι μεσα σε πονο, σαν αυτη που γενναει· θα μεινουν εκστατικοι ο ενασ προσ τον αλλον· τα προσωπα τουσ θα ειναι φλογισμενα. δεστε, η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ερχεται, σκληρη, και γεματη απο θυμο και φλογερη οργη, για να κανει τη γη ερημη, και θα εξαλειψει απ' αυτη τουσ αμαρτωλουσ τησ. επειδη, τα αστερια του ουρανου και οι αστερισμοι του δεν θα δωσουν το φωσ τουσ· ο ηλιοσ θα σκοτεινιασει στην ανατολη του, και το φεγγαρι δεν θα εκπεμψει το φωσ του. και θα παιδευσω τον κοσμο για την κακια του, και τουσ ασεβεισ για την ανομια τουσ· και θα σταματησω τον κομπασμο των υπερηφανων, και θα ταπεινωσω την υψηλοφροσυνη των φοβερων. θα κανω εναν ανθρωπο περισσοτερο πολυτιμον απο καθαρο χρυσαφι· μαλιστα, εναν ανθρωπο περισσοτερο απο το χρυσαφι του οφειρ. γι' αυτο, θα ταραξω τουσ ουρανουσ, και η γη θα σειστει απο τον τοπο τησ, στον θυμο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, και κατα την ημερα τησ φλογερησ οργησ του. και θα ειναι σαν ζαρκαδακι που το κυνηγουν, και σαν εγκαταλειμμενο προβατο· καθε ενασ θα στρεφεται στον λαο του, και καθε ενασ θα φευγει στον τοπο του. καθε ενασ που εχει βρεθει, θα διαπεραστει· και ολοι οι συγκεντρωμενοι θα πεσουν με μαχαιρα. και τα παιδια τουσ θα τα συντριψουν μπροστα τουσ· τα σπιτια τουσ θα τα λεηλατησουν, και τισ γυναικεσ τουσ θα τισ βιασουν. δεστε, θα ξεσηκωσω τουσ μηδουσ εναντιον τουσ, οι οποιοι δεν θα σκεφθουν το ασημι· και στο χρυσαφι δεν θα ευχαριστηθουν σ' αυτο· αλλα τα τοξα τουσ θα συντριψουν τουσ νεανισκουσ· και δεν θα ελεησουν τον καρπο τησ κοιλιασ· το ματι τουσ δεν θα λυπηθει παιδια. και η βαβυλωνα, η δοξα των βασιλειων, το ενδοξο καυχημα των χαλδαιων, θα ειναι οπωσ οταν ο θεοσ ειχε καταστρεψει τα σοδομα και τα γομορρα· ουδεποτε θα κατοικηθει ουτε θα κατασκηνωθει απο γενεα σε γενεα· ουτε αραβεσ θα στησουν τισ σκηνεσ τουσ εκει ουτε ποιμενεσ θα αναπαυονται εκει· αλλα, εκει θα αναπαυονται θηρια· και τα σπιτια τουσ θα ειναι γεματα απο ζωα που ολολυζουν· και στρουθοκαμηλοι θα κατοικουν εκει, και σατυροι θα χορευουν εκει· και οι αιλουροι θα φωναζουν μεσα στα ερημωμενα σπιτια τουσ, και τσακαλια στα παλατια τησ απολαυσησ τουσ· και ο καιροσ τησ πλησιαζει ναρθει, και οι ημερεσ τησ δεν θα μακρυνουν.

14

επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ελεησει τον ιακωβ, θα εκλεξει ακομα και τον ισραηλ, και θα τουσ εγκαταστησει στη γη τουσ· και οι ξενοι θα ενωθουν μαζι τουσ, και θα προσκολληθουν στον οικο του ιακωβ. και οι λαοι θα τουσ παρουν και θα τουσ φερουν στον τοπο τουσ· και ο οικοσ του ισραηλ θα τουσ κληρονομησει στη γη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για δουλουσ και δουλεσ· και θα ειναι δικοι τουσ αιχμαλωτοι εκεινοι που τουσ ειχαν αιχμαλωτισει, και θα γινουν κυριοι εκεινων που τουσ ειχαν καταθλιψει. και κατα την ημερα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε αναπαυσει απο τη θλιψη σου, και απο τον φοβο σου, και απο τη σκληρη σου δουλεια, στην οποια ησουν καταδουλωμενοσ, θα μεταχειριστεισ αυτη την παροιμια εναντια στον βασιλια τησ βαβυλωνασ, λεγοντασ: πωσ παυθηκε ο καταδυναστησ! πωσ παυθηκε η φορολογοσ του χρυσαφιου! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh συντριψε τη ραβδο των ασεβων, το σκηπτρο των δυναστων. αυτοσ που με θυμο χτυπαει τον λαο με ακαταπαυστο χτυπημα, αυτοσ που με οργη δεσποζει επανω στα εθνη, καταδιωκεται, και δεν υπαρχει κανενασ που να εμποδιζει. ολη η γη αναπαυεται, ησυχαζει· εκφωνουν τραγουδια αγαλλιασησ. χαιρουν σε σενα και τα ελατια, οι κεδροι του λιβανου, που λενε: αφοτου εσυ κοιμηθηκεσ, δεντροκοποσ δεν ανεβηκε εναντιον μασ. ο αδησ απο κατω κινηθηκε για σενα, για να συναντησει τον ερχομο σου· για σενα ξεσηκωσε τουσ νεκρουσ, ολουσ τουσ ηγεμονεσ τησ γησ· σηκωσε απο τουσ θρονουσ τουσ ολουσ τουσ βασιλιαδεσ των εθνων. ολοι αυτοι θα αποκριθουν και θα σου πουν: κι εσυ εγινεσ αδυνατοσ οπωσ κι εμεισ; εγινεσ ομοιοσ με μασ; ο κομπασμοσ σου φερθηκε κατω στον ταφο, και ο θορυβοσ των μουσικων σου οργανων· το σκουληκι ειναι στρωμενο απο κατω σου, και τα σκουληκια σε σκεπαζουν· πωσ επεσεσ απο τον ουρανο, εωσφορε, γιε τησ αυγησ! συντριφτηκεσ καταγησ, εσυ που καταπατουσεσ τα εθνη! εσυ ελεγεσ στην καρδια σου: «θα ανεβω στον ουρανο, θα υψωσω τον θρονο μου πιο πανω απο τα αστερια του θεου· και θα καθησω επανω στο βουνο τησ συναξησ, προσ τα μερη του βορρα· θα ανεβω επανω στα υψη των συννεφων· θα ειμαι ομοιοσ με τον υψιστο». ομωσ, θα κατεβεισ στον αδη, στα βαθη του λακκου. αυτοι που σε βλεπουν, θα ατενισουν σε σενα, θα σε παρατηρουν, λεγοντασ: «αυτοσ ειναι ο ανθρωποσ, που εκανε τη γη να τρεμει, που εσειε τα βασιλεια; αυτοσ που ερημωνε την οικουμενη, και κατεστρεφε τισ πολεισ τησ; αυτοσ που δεν απελυε τουσ φυλακισμενουσ του στα σπιτια τουσ;». ολοι οι βασιλιαδεσ των εθνων, ολοι αναπαυονται σε δοξα, καθε ενασ στο παλατι του· εσυ, ομωσ, απορριφθηκεσ απο τον ταφο σου σαν αηδιαστικο κλαδι, σαν ιματιο ανθρωπων τρυπημενων, φονευμενων με μαχαιρα, που κατεβαινουν στισ πετρεσ του λακκου· σαν πτωμα που καταπατιεται. δεν θα ενωθεισ μαζι τουσ σε ενταφιασμο, επειδη αφανισεσ τη γη σου, φονευσεσ τον λαο σου· το σπερμα των κακοποιων ουδεποτε θα ονομαστει. ετοιμαστε σφαγη στα παιδια του εξαιτιασ τησ ανομιασ των πατερων τουσ, για να μη σηκωθουν και κληρονομησουν τη γη, και γεμισουν το προσωπο τησ οικουμενησ απο πολεισ. επειδη, θα σηκωθω εναντιον τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· και θα εξαλειψω απο τη βαβυλωνα το ονομα, και το υπολοιπο, και γιο, και εγγονο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα την κανω κληρονομια αχινων, και λιμνεσ νερων· και θα τη σαρωσω με το σαρωτρο τησ απωλειασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων ορκιστηκε, λεγοντασ: οπωσ θελησα, ετσι θα γινει, εξαπαντοσ· και οπωσ αποφασισα, ετσι θα μεινει, να συντριψω τον ασσυριο στη γη μου, και να τον καταπατησω επανω στα βουνα μου· τοτε, ο ζυγοσ του θα σηκωθει απ' αυτουσ, και το φορτιο του θα αφαιρεθει απο τουσ ωμουσ τουσ. αυτη ειναι η βουλη, που ειναι αποφασισμενη εναντια σε ολοκληρη τη γη· κι αυτο ειναι το χερι το απλωμενο επανω σε ολα τα εθνη. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων αποφασισε, και ποιοσ θα το αναιρεσει; και το χερι του απλωθηκε, και ποιοσ θα το αποστρεψει; κατα τον χρονο που πεθανε ο βασιλιασ αχαζ, εγινε τουτη η οραση: μη χαιρε, ολοκληρη η παλαιστινη, επειδη συντριφτηκε η ραβδοσ εκεινου που σε παταξε· για τον λογο οτι, απο τη ριζα του φιδιου θα βγει εχιδνα, και ο καρποσ τησ θα ειναι ενα φλογερο φιδι που πεταει. και οι πρωτοτοκοι του φτωχου θα τραφουν, κι αυτοι που εχουν αναγκη θα αναπαυονται με ασφαλεια· και θα θανατωσω τη ριζα σου με πεινα, και θα φονευσω το υπολοιπο σου. ολολυζε, ω πυλη, βοα, ω πολη· χαθηκεσ, ω παλαιστινη ολοκληρη· επειδη, ερχεται καπνοσ απο τον βορρα, και ουτε ενασ δεν θα λειψει απο την εκστρατευση του, στουσ καθορισμενουσ καιρουσ. και ποια αποκριση θα δοθει στουσ πρεσβευτεσ των εθνων; οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεμελιωσε τη σιων, και σ' αυτην θα ελπιζουν οι φτωχοι του λαου του.

15

η οραση εναντια στον μωαβ. επειδη, η αρ του μωαβ πορθηθηκε τη νυχτα, και αφανιστηκε· επειδη, η κιρ του μωαβ πορθηθηκε τη νυχτα, και αφανιστηκε· ανεβηκε στο σπιτι, και στη δαιβων, τουσ ψηλουσ τοπουσ, για να κλαψει· ο μωαβ θα ολολυξει για τη νεβω, και για τη μεδεβα· ολα τα κεφαλια θα φαλακρωθουν, καθε γενι θα ξυριστει. στουσ δρομουσ τουσ θα ειναι περιζωσμενοι με σακουσ· επανω στισ ταρατσεσ τουσ, και στισ πλατειεσ τουσ ολοι θα ολολυξουν με μεγαλον κλαυθμο· και η εσεβων θα βοα, και η ελεαλη· η βοη τουσ θα ακουστει μεχρι την ιασσα· γι' αυτο, οι οπλοφοροι ανδρεσ του μωαβ θα ολολυξουν· η ψυχη τουσ θα ολολυξει γι' αυτουσ. η καρδια μου θα αναβοησει για τον μωαβ· οι φυγαδεσ του θα τρεξουν μεχρι τη σηγωρ, σαν τριετησ δαμαλη· επειδη, θα ανεβουν κλαιγοντασ απο την αναβαση τησ λουειθ· επειδη, στον δρομο τησ οροναιμ θα υψωσουν φωνη εξολοθρεμου· επειδη, τα νερα τησ νιμρειμ θα εκλειψουν· επειδη, το χορταρι ξεραθηκε, η χλοη εξελιπε, δεν υπαρχει τιποτε χλωρο. γι' αυτο, η αφθονια που συναξαν, και εκεινο που αποταμιευσαν, θα φερθει στην κοιλαδα με τισ ιτιεσ. επειδη, η φωνη εφτασε ολογυρα στα ορια του μωαβ· ο ολολυγμοσ τησ μεχρι την εγλαιμ, και ο ολολυγμοσ τησ στη βηρ-αιλειμ. επειδη, τα νερα τησ δειμων θα γεμισουν απο αιμα· επειδη, ακομα θα επιφερω δεινα επανω στη δειμων, λιονταρια εναντια σ' εκεινον που διασωθηκε απο τον μωαβ, και εναντια στα υπολοιπα του τοπου.

16

στειλτε το αρνι στον αρχοντα τησ γησ απο τη σελα μεσα στην ερημο, προσ το βουνο τησ θυγατερασ τησ σιων. επειδη, σαν το πουλι που πλανιεται, διωγμενο απο τη φωλια του, ετσι οι θυγατερεσ του μωαβ θα ειναι στισ διαβασεισ του αρνων. παιρνε αποφασεισ, εκτελεσε το δικιο· στο μεσον τησ ημερασ κανε τη σκια σου σαν νυχτα· κρυψε αυτουσ που διωκονται· μη φανερωσεισ αυτον που περιπλανιεται. οι διωγμενοι μου ασ παροικησουν κοντα σου, ω μωαβ· γινε σ' αυτουσ σκεπη απο το προσωπο του πορθητη· επειδη, ο αρπαχτησ τελειωσε, ο πορθητησ σταματησε, οι καταδυναστεσ εξολοθρευθηκαν απο τη γη. και ο θρονοσ θα στηθει με ελεοσ, κι επανω σ' αυτον θα καθησει με αληθεια, στη σκηνη του δαβιδ, αυτοσ που κρινει, και αναζηταει κριση, και σπευδει για δικαιοσυνη. ακουσαμε την υπερηφανεια του μωαβ, ειναι αρκετα υπερηφανοσ· την υψηλοφροσυνη του, και την αλαζονεια του, και τη μανια του· τα ψεματα του θα ματαιωθουν. γι' αυτο, ο μωαβ θα ολολυξει· ολοι θα ολολυξουν για τον μωαβ· θα θρηνολογησετε για τα θεμελια τησ κιρ-αρεσεθ· χτυπηθηκαν, βεβαια. επειδη, οι πεδιαδεσ τησ εσεβων ειναι ατονισμενεσ, και η αμπελοσ τησ σιβμα· οι κυριοι των εθνων κατασυντριψαν τα καλυτερα φυτα τησ, που εφταναν μεχρι την ιαζηρ, και περιπλανιονταν διαμεσου τησ ερημου· τα κλαδια τησ ησαν απλωμενα, διαβαιναν τη θαλασσα. γι' αυτο, με κλαυθμο τησ ιαζηρ θα κλαψω την αμπελο τησ σιβμα· θα σε βρεξω με τα δακρυα μου, εσεβων, και ελεαλη· επειδη, επανω στουσ καλοκαιρινουσ καρπουσ σου, κι επανω στον θερισμο σου, επεπεσε αλαλαγμοσ. και αφαιρεθηκε η ευφροσυνη και η αγαλλιαση απο την καρποφορο πεδιαδα· και στουσ αμπελωνεσ σου δεν θα υπαρχουν πλεον τραγουδια ουτε φωνεσ αγαλλιασησ· οι πατητεσ σε πατητηρια δεν θα πατουν το κρασι στα πατητηρια· εγω κατεπαυσα τον αλαλαγμο του τρυγητου. γι' αυτο, τα εντοσθια μου θα ηχησουν, σαν κιθαρα, για τον μωαβ, και τα εσωτερικα μου για την κιρ-αρεσ. και ο μωαβ, οταν φανει οτι απεκαμε επανω στουσ βωμουσ του, θα μπει μεσα στο αγιαστηριο του για να προσευχηθει· ομωσ, δεν θα πετυχει. αυτοσ ειναι ο λογοσ, που εκτοτε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε για τον μωαβ. τωρα, ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε, λεγοντασ: σε τρια χρονια, οπωσ ειναι τα χρονια του μισθωτου, η δοξα του μωαβ θα καταφρονηθει, με ολο το μεγαλο πληθοσ του· και το υπολοιπο θα ειναι παρα πολυ λιγο και αδυνατο.

17

η οραση εναντια στη δαμασκο. δεστε, η δαμασκοσ εχει παυσει να ειναι πολη, και θα ειναι ενασ σωροσ απο ερειπια. οι πολεισ τησ αροηρ εγκαταλειφθηκαν· θα ειναι για τα κοπαδια, που θα αναπαυονται εκει, και δεν θα υπαρχει αυτοσ που εκφοβιζει. και απο τον εφραιμ θα εκλειψει η βοηθεια, και το βασιλειο απο τη δαμασκο, και το υπολοιπο τησ συριασ θα γινει οπωσ η δοξα των γιων του ισραηλ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. και κατα την ημερα εκεινη, η δοξα του ιακωβ θα μικρυνει, και το παχοσ τησ σαρκασ του θα γινει ισχνο. και θα ειναι, οπωσ οταν ο θεριστησ μαζευει το σιταρι, και θεριζει τα σταχυα με τον βραχιονα του· και θα ειναι, οπωσ εκεινοσ που μαζευει τα σταχυα στην κοιλαδα ραφαειμ. θα μεινουν, ομωσ, μεσα σ' αυτη ρωγεσ, οπωσ στον τιναγμο τησ ελιασ, δυο τρεισ ελιεσ επανω στην κορυφη των ψηλοτερων κλαδων, τεσσερισ πεντε επανω στουσ μακρυτερουσ απο τουσ καρποφορουσ κλαδουσ τησ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ. κατα την ημερα εκεινη, ο ανθρωποσ θα ανασηκωσει τα ματια του προσ τον δημιουργο του, και τα ματια του θα ενατενισουν προσ τον αγιο του ισραηλ. και δεν θα ανασηκωσει τα ματια του προσ τουσ βωμουσ, το εργο των χεριων του, ουτε θα σεβαστουν εκεινο που εκαναν τα δαχτυλα του ουτε τα αλση ουτε τα ειδωλα. κατα την ημερα εκεινη, οι οχυρεσ πολεισ του θα ειναι σαν ενα εγκαταλειμμενο κλαδι, και ενα ακροτατο κλωναρι, που αφησαν εξαιτιασ των γιων ισραηλ· και θα ειναι ερημωση. επειδη, λησμονησεσ τον θεο τησ σωτηριασ σου, και δεν θυμηθηκεσ τον βραχο τησ δυναμησ σου, γι' αυτο θα φυτεψεισ αρεστα φυτα, και θα κανεισ το φυτεμα με ξενα βλαστηματα· την ημερα θα κανεισ το φυτο σου να αυξηθει, και το πρωι θα κανεισ τον σπορο σου να ανθισει· ομωσ, το καλοκαιρι θα διαρπαχθει, στην ημερα του πονου και τησ απελπισμενησ θλιψησ. ουαι στο πληθοσ πολλων λαων, που κανουν ταραχη, σαν την ταραχη των θαλασσων· και στον θορυβο των εθνων, που θορυβουν, σαν τον θορυβο πολλων νερων. τα εθνη θα θορυβησουν, σαν τον θορυβο πολλων νερων· ο θεοσ, ομωσ, θα τα ελεγξει, και θα φυγουν μακρυα, και θα εκδιωχθουν, σαν το αχυρο των βουνων μπροστα στον ανεμο, και σαν σκονη μπροστα στον ανεμοστροβιλο. προσ την εσπερα, δεστε, ταραχη· και πριν απο την αυγη δεν υπαρχει. αυτη ειναι η μεριδα εκεινων που μασ λεηλατουν, και ο κληροσ αυτων που μασ διαρπαζουν.

18

ουαι! ω, γη, που σκιαζεισ με τισ φτερουγεσ σου, που εισαι περα απο τουσ ποταμουσ τησ αιθιοπιασ, εσυ που στελνεισ πρεσβευτεσ διαμεσου τησ θαλασσασ, και με σπαρτινα πλοια επανω στα νερα. ταχυδρομοι αγγελιαφοροι, πηγαινετε σε ενα διαρπαγμενο και κατασπαραγμενο εθνοσ, σε εναν λαο τρομερο, απο την αρχη του μεχρι σημερα, ενα εθνοσ μετρημενο και καταπατημενο, του οποιου τη γη διαρπαξαν οι ποταμοι! ολοι οι κατοικοι του κοσμου, κι αυτοι που κατοικουν επανω στη γη, βλεπετε, οταν υψωθει σημαια επανω στα βουνα· και ακουστε, οταν εκπεμφθει φωνη σαλπιγγασ. επειδη, ετσι μου ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: θα ησυχασω, και θα επιβλεψω στο κατοικητηριο μου, σαν καυσωνασ, λαμπροτεροσ απο το φωσ, σαν συννεφο δροσιασ στον καυσωνα του καλοκαιριου. επειδη, πριν απο το καλοκαιρι, οταν το βλαστημα γινει τελειο, και η αγουριδα ωριμασει απο το ανθοσ, θα κοψει τουσ βλαστουσ με κλαδευτηρια, και αφου αποκοψει τισ κληματιδεσ, θα αφαιρεσει. θα εγκαταλειφθουν μαζι για τα ορνεα των βουνων, και για τα θηρια τησ γησ· και τα ορνεα θα περασουν το καλοκαιρι επανω τουσ, και ολα τα θηρια τησ γησ θα παραχειμασουν επανω τουσ. και κατα τον καιρο εκεινο, θα φερθει ενα δωρο στον κυριο των δυναμεων απο τον διαρπαγμενο και κατασπαραγμενο λαο, και απο εναν τρομερο λαο απο την αρχη του μεχρι σημερα, ενοσ εθνουσ μετρημενου και καταπατημενου, του οποιου τη γη διαρπαξαν οι ποταμοι, στον τοπο του ονοματοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, το βουνο σιων.

19

η οραση εναντια στην αιγυπτο. δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επιβαινει επανω σε ευκινητη νεφελη, και θα επιπεσει επανω στην αιγυπτο· και τα ειδωλα τησ αιγυπτου θα σειστουν απο το προσωπο του, και η καρδια τησ αιγυπτου θα διαλυθει στο μεσον τησ. και θα σηκωσει αιγυπτιουσ εναντια σε αιγυπτιουσ, και θα πολεμησουν καθε ενασ εναντια στον αδελφο του, και καθε ενασ εναντια στον πλησιον του· μια πολη εναντια στην αλλη, βασιλεια εναντια σε βασιλεια. και το πνευμα τησ αιγυπτου θα εκλειψει, στο μεσον τησ· και θα ανατρεψω τη βουλη τησ· και θα ρωτησουν τα ειδωλα, και τουσ μαγουσ, και τουσ εγγαστριμυθουσ, και τουσ μαντεισ. και θα παραδωσω τουσ αιγυπτιουσ σε χερι σκληρων κυριων· και ενασ αγριοσ βασιλιασ θα τουσ εξουσιαζει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. και τα νερα απο τισ θαλασσεσ θα εκλειψουν, και ο ποταμοσ θα αφανιστει και θα καταξεραθει. και οι ποταμοι θα στερεψουν· τα περιφραγμενα ρυακια θα αδειασουν και θα καταξεραθουν· η καλαμια και το σπαρτο θα μαραθουν· τα λειβαδια κοντα στα ρυακια, επανω στα στομια των ρυακιων, και καθε τι το σπαρμενο κοντα στα ρυακια, θα ξεραθει, θα απορριφθει, και θα αφανιστει. και οι ψαραδεσ θα στεναξουν, και ολοι οσοι ριχνουν αγκιστρι στα ρυακια, θα θρηνησουν, κι αυτοι που βαζουν διχτυα επανω στα νερα, θα νεκρωθουν. και οσοι εργαζονται σε λεπτο λιναρι, και οσοι πλεκουν διχτυα, θα ταραχθουν. και οι στυλοι τησ θα συντριφτουν, και ολοι οσοι κερδιζουν απο ιχθυοτροφεια. βεβαια, οι αρχοντεσ τησ τανησ ειναι μωροι, η βουλη των σοφων συμβουλων του φαραω εγινε ασυνετη· πωσ καθε ενασ απο σασ λετε στον φαραω: εγω ειμαι γιοσ σοφων, γιοσ αρχαιων βασιλιαδων; που, που ειναι οι σοφοι σου; και ασ πουν τωρα σε σενα, και ασ καταλαβουν τι βουλευθηκε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων εναντια στην αιγυπτο. οι αρχοντεσ τησ τανησ μωραθηκαν, οι αρχοντεσ τησ μεμφησ πλανηθηκαν· και οι αρχοντεσ των φυλων τησ πλανησαν την αιγυπτο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μοιρασε αναμεσα τησ πνευμα παραφροσυνησ· και πλανησαν την αιγυπτο σε ολα τα εργα τησ, οπωσ εκεινοσ που μεθαει, πλανιεται μεσα στον εμετο του. και δεν θα υπαρξει εργο για την αιγυπτο, που το κεφαλι η η ουρα, το κλαδι η ο σπαρτοσ, να μπορει να κανει. κατα την ημερα εκεινη οι αιγυπτιοι θα ειναι σαν γυναικεσ, και θα τρομαξουν και θα φοβηθουν απο το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων που σειεται, το οποιο σειει επανω τουσ. και η γη του ιηhυδα θα ειναι φρικη στουσ αιγυπτιουσ· καθενασ που τη θυμαται, θα φριττει, εξαιτιασ τησ βουλησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, την οποια αποφασισε εναντιον τουσ. κατα την ημερα εκεινη θα υπαρχουν πεντε πολεισ στη γη τησ αιγυπτου, που θα μιλουν τη γλωσσα τησ χανααν, και θα ορκιζονται στον κυριο των δυναμεων· η μια θα ονομαζεται: η πολη αχερεσ. κατα την ημερα εκεινη, στο μεσον τησ γησ τησ αιγυπτου θα υπαρχει θυσιαστηριο στον κυριο, και μια στηλη κατα το οριο τησ στον κυριο. και θα υπαρχει στη γη τησ αιγυπτου για σημειο και για μαρτυρια στον κυριο των δυναμεων· επειδη, θα βοουν προσ τον κυριο εξαιτιασ εκεινων που θα τουσ καταθλιβουν, και θα τουσ στειλει σωτηρα, και μεγαλον, και θα τουσ σωσει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα γνωριστει στουσ αιγυπτιουσ· και οι αιγυπτιοι θα γνωρισουν τον κυριο κατα την ημερα εκεινη, και θα προσφερουν θυσια και προσφορα· και θα ευχηθουν μια ευχη στον κυριο, και θα την εκπληρωσουν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα χτυπησει την αιγυπτο· θα τη χτυπησει και θα τη θεραπευσει· και θα επιστραφουν στον κυριο· και θα παρακληθει απ' αυτουσ, και θα τουσ γιατρεψει. κατα την ημερα εκεινη θα υπαρχει ενασ μεγαλοσ δρομοσ απο την αιγυπτο προσ την ασσυρια, και οι ασσυριοι θαρθουν στην αιγυπτο, και οι αιγυπτιοι στην ασσυρια, και οι αιγυπτιοι μαζι με τουσ ασσυριουσ θα δουλεψουν στον κυριο. κατα την ημερα εκεινη, ο ισραηλ θα ειναι ο τριτοσ μαζι με τον αιγυπτιο και μαζι με τον ασσυριο· θα ειναι ευλογια στο μεσον τησ γησ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θα τουσ ευλογησει, λεγοντασ: ευλογημενη η αιγυπτοσ ο λαοσ μου, και η ασσυρια το εργο των χεριων μου, και ο ισραηλ η κληρονομια μου.

20

και κατα το ετοσ, κατα το οποιο ο ταρταν ηρθε στην αζωτο, οταν τον εστειλε ο σαργων, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ, και πολεμησε εναντια στην αζωτο και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε, κατα τον ιδιο καιρο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον ησαια, τον γιο του αμωσ, λεγοντασ: πηγαινε και λυσε τον σακο απο την οσφυ σου, και βγαλε τα σανταλια σου απο τα ποδια σου. και εκανε ετσι, περπατωντασ γυμνοσ και ανυποδητοσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: οπωσ ο δουλοσ μου ο ησαιασ περπατουσε γυμνοσ και ανυποδητοσ τρια χρονια, για σημειο και τεραστιο εναντια στην αιγυπτο, και εναντια στην αιθιοπια, ετσι ο βασιλιασ τησ ασσυριασ θα απαγαγει δεσμιουσ τουσ αιγυπτιουσ, και αιχμαλωτουσ τουσ αιθιοπεσ, νεουσ και γεροντεσ, γυμνουσ και ανυποδητουσ, μαλιστα με γυμνα τα οπισθια τουσ, προσ εντροπη τησ αιγυπτου. και θα τρομαξουν και θα ντραπουν για την αιθιοπια, το θαρροσ τουσ· και για την αιγυπτο, το καυχημα τουσ. και οι κατοικοι αυτου του τοπου, εκεινη την ημερα, θα λενε: κοιταξτε, τετοιο ειναι το καταφυγιο μασ, στο οποιο καταφευγουμε για βοηθεια, για να ελευθερωθουμε απο τον βασιλια τησ ασσυριασ· και πωσ θα σωθουμε εμεισ;

21

η οραση εναντια στην ερημο τησ θαλασσασ. οπωσ οι διαβαινοντεσ ανεμοστροβιλοι του μεσημεριου, ετσι ερχεται απο την ερημο, απο μια γη τρομερη. ενα σκληρο οραμα φανερωθηκε σε μενα· εκεινοσ που καταδυναστευει, καταδυναστευει, κι εκεινοσ που πορθει, πορθει. ανεβα, ελαμ· πολιορκησε, μηδια· σταματησα ολεσ τισ καταδυναστειεσ τησ. γι' αυτο, η οσφυσ μου ειναι γεματη απο οδυνη· πονοι με φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν, οπωσ οι πονοι εκεινησ που γενναει· κυρτωθηκα στο ακουσμα του· συνταραχθηκα στη θεα του. η καρδια μου κλονιζεται· τρομοσ με εξεπληξε· η νυχτα τησ ευφροσυνησ μου μεταβληθηκε μεσα μου σε φρικη. ετοιμαζεται το τραπεζι· φυλαττουν σκοπια, τρωνε, πινουν· σηκωθειτε στραταρχεσ, ετοιμαστε ασπιδεσ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε τα εξησ: πηγαινε, στησε εναν παρατηρητη, για να αναγγελλει ο,τι βλεπει. και ειδε δυο καβαλαρηδεσ αλογων, εναν καβαλαρη γαιδουριου, και εναν καβαλαρη καμηλασ· και προσεξε με επιμελεια, με πολλη προσοχη. και φωναξε σαν λιονταρι: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, ασταματητα στεκομαι στη σκοπια την ημερα, και φυλαττω ολεσ τισ νυχτεσ· και να, ερχονται εδω δυο καβαλαρηδεσ ανδρεσ, καβαλαρηδεσ αλογων. και απαντησε και ειπε: επεσε, επεσε η βαβυλωνα, και ολεσ οι γλυπτεσ εικονεσ των θεων τησ συντριφτηκαν καταγησ. αλωνισμα μου, και σιταρι του αλωνιου μου, σασ φανερωσα εκεινο που ακουσα απο τον κυριο των δυναμεων, τον θεο του ισραηλ. η οραση εναντια στη δουμα. σε μενα φωναζει απο τη σηειρ: φρουρε, τι εχεισ να πεισ για τη νυχτα; φρουρε, τι εχεισ να πεισ για τη νυχτα; ο φρουροσ ειπε: το πρωι ηρθε, ακομα και η νυχτα· αν θελετε να ρωτησετε, ρωτατε· επιστρεψτε, και ερθετε. η οραση εναντια στην αραβια. στο δασοσ τησ αραβιασ θα διανυχτερευσετε, συνοδειεσ των δαιδανιτων. φερτε νερο σε συναντηση εκεινου που διψαει, κατοικοι τησ γησ τησ θαιμαν· προυπαντατε με ψωμια εκεινον που φευγει. επειδη, φευγουν μπροστα απο τα ξιφη, μπροστα απο το γυμνωμενο ξιφοσ, και μπροστα απο το τεντωμενο τοξο, και μπροστα απο την ορμη του πολεμου. επειδη, ετσι μου ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μεσα σε εναν χρονο, οπωσ ειναι τα χρονια του μισθωτου, θα εκλειψει ολοκληρη η δοξα τησ κηδαρ· και το υπολοιπο του αριθμου των δυνατων τοξοτων απο τουσ γιουσ του κηδαρ θα ελαττωθουν· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ, μιλησε.

22

η οραση εναντια στην κοιλαδα του οραματοσ. τι σου εγινε τωρα, οτι εσυ, ολοκληρη, ανεβηκεσ επανω στισ ταρατσεσ; εσυ, που ησουν γεματη βοη, μια πολη θορυβου, μια πολη ευθυμιασ· οι φονευμενοι σου δεν φονευθηκαν με μαχαιρα ουτε πεθαναν στη μαχη. ολοι οι αρχοντεσ σου εφυγαν μαζι· φευγοντασ απο το τοξο, δεσμευθηκαν ολοι οσοι βρισκονταν μεσα σε σενα· αυτοι που κατεφυγαν απο μακρια, δεσμευθηκαν μαζι. γι' αυτο, ειπα: αποσυρθειτε απο μενα· θα κλαψω πικρα· μη αγωνιζεστε να με παρηγορησετε εξαιτιασ τησ διαρπαγησ τησ θυγατερασ του λαου μου. επειδη, ειναι ημερα ταραχησ, και καταπατησησ, και αμηχανιασ στην κοιλαδα του οραματοσ, απο τον κυριο τον θεο των δυναμεων· ημερα καταστροφησ των τειχων· και η κραυγη θα φτασει στα βουνα. και ο ελαμ πηρε τη φαρετρα με αμαξεσ ανδρων και καβαλαρηδεσ, και ο κιρ ξεσκεπασε την ασπιδα. και οι εκλεκτεσ κοιλαδεσ σου γεμισαν με αμαξεσ, και οι καβαλαρηδεσ παραταχθηκαν στην πυλη. και σηκωθηκε το καλυμμα του ιηhυδα· και κατα την ημερα εκεινη εστρεψεσ τα ματια σου στην οπλοθηκη του σπιτιου του δασουσ. και ειδατε οτι οι χαλαστρεσ τησ πολησ του δαβιδ ειναι πολλεσ, και συγκεντρωσατε τα νερα του κατω υδροστασιου. και απαριθμησατε τα σπιτια τησ ιερουσαλημ, και για να οχυρωσετε το τειχοσ χαλασατε τα σπιτια. επιπλεον αυτων, κανατε εναν λακκο αναμεσα στα δυο τειχη για το νερο του παλιου υδροστασιου· αλλα, δεν στρεψατε τα ματια σασ προσ τον δημιουργο ολων αυτων ουτε κοιταξατε προσ εκεινον που τα εκτισε απο παλια. και κατα την ημερα εκεινη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων σασ καλεσε σε κλαυθμο, και σε πενθοσ, και σε ξυρισμα, και σε ζωσιμο σακου· αλλα, δεστε, χαρα και ευθυμια· σφαζουν βοδια, και θυσιαζουν προβατα, τρωνε κρεατα και πινουν κρασι, λεγοντασ: ασ φαμε και ασ πιουμε· επειδη, αυριο θα πεθανουμε. και αποκαλυφθηκε στα αυτια μου απο τον κυριο των δυναμεων: βεβαια, αυτη η ανομια σασ δεν θα καθαριστει μεχρι να πεθανετε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των δυναμεων: πηγαινε, μπεσ μεσα σ' αυτον τον θησαυροφυλακα, στον σομνα, τον επιστατη του οικου, και πεσ του: τι εχεισ εδω; κι εδω ποιον εχεισ, ωστε να κατασκευασεισ εδω ενα μνημειο για τον εαυτο σου; κατασκευαζει τον ταφο του ψηλα, και κοβει ενα σπιτι μεσα σε πετρα για τον εαυτο του. δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε βγαλει με βιαιη εξωση, και θα σε περισκεπασει με ντροπη. σιγουρα θα σε στριφογυρισει, και θα σε τιναξει βιαια σαν μια σφαιρα σε εναν ευρυχωρο τοπο· εκει θα πεθανεισ, κι εκει θα ειναι οι αμαξεσ τησ δοξασ σου, ω ντροπη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου. και θα σε εξωσω απο τη σταση σου, και θα σε γκρεμισω απο το αξιωμα σου. και κατα την ημερα εκεινη θα καλεσω τον δουλο μου τον ελιακειμ, τον γιο του χελκια· και θα τον ντυσω με τη στολη σου, θα τον περιζωσω με τη ζωνη σου, και την εξουσια σου θα τη δωσω στο χερι του, και θα ειναι πατερασ στουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, και στον οικο του ιηhυδα. και θα βαλω επανω στον ωμο του το κλειδι του οικου του δαβιδ· και θα ανοιγει, και κανενασ δεν θα κλεινει· και θα κλεινει, και κανενασ δεν θα ανοιγει. και θα τον στηριξω σαν πασσαλο σε στερεο τοπο, και θα ειναι σαν θρονοσ δοξασ τησ οικογενειασ του πατερα του. και απ' αυτον θα κρεμασουν ολοκληρη τη δοξα τησ οικογενειασ του πατερα του, τα εγγονια και τουσ απογονουσ, ολα τα σκευη τα μικρα, απο τα σκευη των ποτηριων μεχρι και ολα τα σκευη των φιαλων. κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, το στηριγμενο καρφι στον στερεο τοπο θα κινηθει, και θα βγει και θα πεσει, και το φορτιο που θα ειναι επανω του θα γκρεμιστει· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε.

23

η οραση εναντια στην τυρο. ολολυζετε, ω πλοια τησ θαρσεισ· επειδη, εξολοθρευτηκε, ωστε να μη υπαρχει σπιτι ουτε εισοδοσ· τουσ αναγγελθηκε αυτο απο τη γη των κητιαιων. σιωπηστε, ω κατοικοι του νησιου· εσυ, το οποιο γεμισαν οι εμποροι τησ σιδωνασ, αυτοι που διαβαινουν επανω στη θαλασσα. και το εισοδημα τησ ειναι ο σποροσ του σιωρ, το καλοκαιρι του ποταμου, που φερνονται μεσα απο πολλα νερα· κι αυτη εγινε το εμποριο των εθνων. να ντροπιαστεισ, σιδωνα· επειδη, η θαλασσα, το οχυρωμα τησ θαλασσασ, μιλησε, λεγοντασ: δεν κοιλοπονω ουτε γενναω ουτε ανατρεφω νεουσ ουτε μεγαλωνω παρθενεσ. οταν ακουστει στην αιγυπτο, θα λυπηθουν ακουγοντασ για την τυρο. περαστε στη θαρσεισ· ολολυξτε, κατοικοι του νησιου. αυτη ειναι η ευθυμη πολη σασ, τησ οποιασ η αρχαιοτητα ειναι απο τισ παλιεσ ημερεσ; τα ποδια τησ θα τη φερουν μακρια για να παροικησει. ποιοσ το βουλευθηκε αυτο εναντια στην τυρο, αυτη που διαμοιραζει στεμματα, τησ οποιασ οι εμποροι ειναι ηγεμονεσ, τησ οποιασ οι πραγματευτεσ ειναι οι ενδοξοι τησ γησ; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων το βουλευθηκε αυτο, για να καταντροπιασει την υπερηφανεια καθε δοξασ, για να εξευτελισει καθε ενδοξον τησ γησ. διαπερνα τη γη σου σαν ποταμι, ω θυγατερα τησ θαρσεισ· δεν υπαρχει πλεον δυναμη. απλωσε το χερι του επανω στη θαλασσα, εσεισε βασιλεια· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε προσταγη εναντια στη χανααν, για να καταστρεψουν τα οχυρωματα τησ. και ειπε: δεν θα αγαλλεσαι πλεον, ω παρθενα θλιμμενη, θυγατερα τησ σιδωνασ· σηκω, περνα προσ τουσ κητιαιουσ· ουτε εκει θα εχεισ αναπαυση. δεστε, η γη των χαλδαιων· αυτοσ ο λαοσ δεν υπηρχε· ο ασσυριοσ τον θεμελιωσε, γι' αυτουσ που κατοικουν στην ερημο· σηκωσαν τουσ πυργουσ τησ, υψωσαν τα παλατια τησ· και την εκαναν ερειπια. ολολυζετε, ω πλοια τησ θαρσεισ· επειδη, το οχυρωμα σασ ερημωθηκε. και κατα την ημερα εκεινη, η τυροσ θα λησμονηθει για 70 χρονια, συμφωνα με τισ ημερεσ ενοσ βασιλια· υστερα, ομωσ, απο τα 70 χρονια θα ειναι μεσα στην τυρο σαν τραγουδι τησ πορνησ. παρε μια κιθαρα, γυρνα ολογυρα την πολη, ω ξεχασμενη πορνη, παιζε γλυκα, τραγουδα πολλα τραγουδια, για να σε θυμηθουν. και υστερα απο τα 70 χρονια, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα επισκεφθει την τυρο· κι αυτη θα επιστρεψει στο μισθωμα τησ, και θα παραδινεται σε πορνεια με ολα τα βασιλεια του κοσμου επανω στο προσωπο τησ γησ. και το εμποριο τησ και το μισθωμα τησ θα αφιερωθει στον κυριο· δεν θα θησαυριστει ουτε θα ταμιευτει· επειδη, το εμποριο τησ θα ειναι για εκεινουσ που κατοικουν μπροστα στον κυριο· για να τρωνε σε χορτασμο, και να εχουν εκλεκτα ενδυματα.

24

δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αδειαζει τη γη, και την ερημωνει, και την ανατρεπει, και διασκορπιζει τουσ κατοικουσ τησ. και θα ειναι, σαν τον λαο, ετσι και ο ιερεασ· σαν τον υπηρετη, ετσι και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του· σαν την υπηρετρια, ετσι και η κυρια τησ· σαν τον αγοραστη, ετσι και ο πωλητησ· σαν τον δανειστη, ετσι και εκεινοσ που δανειζεται· σαν αυτον που παιρνει τοκο, ετσι κι εκεινοσ που πληρωνει σ' αυτον τοκο. η γη θα αδειασει ολοκληρωτικα, και θα απογυμνωθει ολοκληρωτικα· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε αυτον τον λογο. η γη πενθει, μαραινεται, ο κοσμοσ ατονει, μαραινεται, οι ψηλοι απο τουσ λαουσ τησ γησ ειναι ατονισμενοι. και η γη μολυνθηκε κατω απο τουσ κατοικουσ τησ· επειδη, παρεβηκαν τουσ νομουσ, αλλαξαν το διαταγμα, αθετησαν αιωνια διαθηκη. γι' αυτο, η καταρα κατεφαγε τη γη, κι αυτοι που κατοικουσαν σ' αυτη ερημωθηκαν· γι' αυτο, οι κατοικοι τησ γησ κατακαηκαν, και εμειναν λιγοι ανθρωποι. το νεο κρασι πενθει, η αμπελοσ ειναι σε ατονια, ολοι αυτοι που ευφραινονται στην καρδια στεναζουν. η ευφροσυνη των τυμπανων σταματαει· ο θορυβοσ αυτων που ευθυμουν τελειωνει· σταματαει η ευφροσυνη τησ κιθαρασ. δεν θα πινουν κρασι μαζι με τραγουδια· το σικερα θα ειναι πικρο σ' αυτουσ που το πινουν. η πολη τησ ερημωσησ αφανιστηκε· καθε σπιτι κλειστηκε, ωστε κανενασ να μη μπει μεσα. υπαρχει κραυγη στουσ δρομουσ για το κρασι· καθε ευθυμια περασε· η χαρα του τοπου εφυγε. στην πολη εμεινε ερημια, και η πυλη χτυπηθηκε απο αφανισμο. οταν γινει ετσι στο μεσον τησ γησ αναμεσα στουσ λαουσ, θα ειναι σαν τιναγμοσ ελιασ, σαν το σταφυλολογημα, αφου σταματησει ο τρυγητοσ. αυτοι θα υψωσουν τη φωνη τουσ, θα ψαλλουν εξαιτιασ τησ μεγαλειοτητασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα μιλουν μεγαλοφωνα απο τη θαλασσα. γι' αυτο, δοξαστε τον κυριο στισ κοιλαδεσ, το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ στα νησια τησ θαλασσασ. ακουσαμε τραγουδια απο την ακρη τησ γησ: δοξα στον δικαιο. αλλα, εγω ειπα: ταλαιπωρια μου, ταλαιπωρια μου! αλλοιμονο σε μενα! οι απιστοι επραξαν απιστα· ναι, οι απιστοι επραξαν πολυ απιστα. φοβοσ, και λακκοσ, και παγιδα ειναι επανω σε σενα, κατοικε τησ γησ. κι αυτοσ που φευγει απο τον ηχο του φοβου, θα πεσει στον λακκο· κι αυτοσ που ανεβαινει μεσα απο τον λακκο, θα πιαστει στην παγιδα· επειδη, οι θυριδεσ απο πανω ειναι ανοιχτεσ, και τα θεμελια τησ γησ σειονται. η γη κατασυντριφτηκε, η γη διαλυθηκε ολοκληρωτικα, η γη κινηθηκε υπερβολικα. η γη θα κλονιστει εδω και εκει, σαν τον μεθυσμενο, και θα μετακινηθει σαν καλυβα· και η ανομια τησ θα βαρυνει επανω τησ· και θα πεσει, και δεν θα σηκωθει πλεον. και κατα την ημερα εκεινη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα παιδεψει τον στρατο των υψηλων μεσα στο υψοσ, και τουσ βασιλιαδεσ τησ γησ επανω στη γη. και θα συγκεντρωθουν οπωσ συγκεντρωνονται οι αιχμαλωτοι στον λακκο, και θα κλειστουν στη φυλακη, και υστερα απο πολλεσ ημερεσ θα τουσ γινει επισκεψη. τοτε, το φεγγαρι θα ντραπει, και ο ηλιοσ θα αισχυνθει, οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων βασιλευσει στο βουνο σιων και στην ιερουσαλημ, και θα δοξαστει μπροστα στουσ πρεσβυτερουσ του.

25

φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσυ εισαι ο θεοσ μου· θα σε υψωνω, θα υμνω το ονομα σου· επειδη, εκανεσ θαυμαστα πραγματα· οι βουλεσ σου απ' την αρχη ειναι πιστη και αληθεια. επειδη, εσυ μια πολη την εκανεσ εναν σωρο, μια οχυρωμενη πολη, ενα ερειπιο· τα οχυρωματα των αλλογενων, ωστε να μη ειναι πολη· ποτε δεν θα ανοικοδομηθουν. γι' αυτο, ο ισχυροσ λαοσ θα σε δοξασει, η πολη των τρομερων εθνων θα σε φοβηθει. επειδη, σταθηκεσ δυναμη στον φτωχο, δυναμη του ενδεη στη στενοχωρια του, καταφυγιο εναντια στην ανεμοζαλη, σκια εναντια στον καυσωνα, οταν το φυσημα των τρομερων προσβαλει σαν ανεμοζαλη εναντια σε τοιχο. θα καταπαυσεισ τον θορυβο των αλλογενων, σαν τον καυσωνα σε εναν ξερο τοπο, τον καυσωνα διαμεσου τησ σκιασ του νεφουσ· ο θριαμβοσ των τρομερων θα ταπεινωθει. κι επανω σε τουτο το βουνο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θα κανει σε ολουσ τουσ λαουσ ευωχια απο παχια, ευωχια απο κρασια στον τρυγο τουσ, απο παχια γεματα μυελο, απο καθαρισμενα κρασια επανω στον τρυγητο. και στο βουνο τουτο θα αφανισει το προσωπο του περικαλυμματοσ εκεινου που περισκεπαζει ολουσ τουσ λαουσ, και το καλυμμα, αυτο που σκεπαζει ολα τα εθνη. θα καταπιει τον θανατο με νικη· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ θα σφουγγισει τα δακρυα απο ολα τα προσωπα· και θα εξαλειψει το ονειδοσ αυτου του λαου απο ολοκληρη τη γη· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε. και κατα την ημερα εκεινη θα πουν: να, αυτοσ ειναι ο θεοσ μασ· τον περιμειναμε, και θα μασ σωσει· αυτοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· τον περιμειναμε· θα χαρουμε και θα ευφρανθουμε στη σωτηρια του. επειδη, σ' αυτο το βουνο, θα αναπαυθει το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ο μωαβ θα καταπατηθει απο κατω του, οπωσ καταπατιεται το αχυρο για τον κοπρωνα. και θα απλωσει τα χερια του αναμεσα τουσ, οπωσ απλωνει τα χερια του ο κολυμβητησ για να κολυμπησει· και θα ταπεινωσει την υπερηφανεια τουσ μαζι με τισ πανουργιεσ των χεριων τουσ. και τα ψηλα οχυρωματα των τειχων σου θα ταπεινωθουν, θα γκρεμιστουν, θα κατεδαφιστουν, μεχρι το εδαφοσ.

26

κατα την ημερα εκεινη στη γη του ιηhυδα θα ψαλει τουτο το τραγουδι: εχουμε μια οχυρη πολη· ο θεοσ θα βαλει σωτηρια αντι για τειχη και περιτειχισματα. πυλεσ, ανοιξτε, και θα μπει το δικαιο εθνοσ, αυτο που φυλαττει την αληθεια. θα φυλαξεισ σε τελεια ειρηνη το πνευμα που επιστηριζεται επανω σε σενα, επειδη, σε σενα εχει το θαρροσ του. εχετε το θαρροσ σασ στον κυριο, παντοτε· επειδη, στον κυριο τον θεο υπαρχει αιωνια δυναμη. επειδη, ταπεινωνει αυτουσ που κατοικουν ψηλα· γκρεμιζει την ψηλη πολη· την γκρεμιζει μεχρισ εδαφουσ· την καταβαλλει μεχρι το χωμα. το ποδι θα την καταπατησει, τα ποδια του φτωχου, τα βηματα του ενδεη. ο δρομοσ του δικαιου ειναι ευθυτητα· εσυ, ευθυτατε, σταθμιζεισ τον δρομο του δικαιου. ναι, στον δρομο των κρισεων σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε περιμειναμε· ο ποθοσ τησ ψυχησ μασ ειναι στο ονομα σου, και στην ενθυμηση σου. με την ψυχη μου σε ποθησα τη νυχτα· ναι, με το πνευμα μου μεσα μου σε εκζητησα το πρωι· επειδη, οταν οι κρισεισ σου ειναι στη γη, οι κατοικοι του κοσμου θα μαθουν δικαιοσυνη. και αν ακομα ο ασεβησ ελεηθει, δεν θα μαθει δικαιοσυνη· στη γη τησ ευθυτητασ θα πραξει αδικα, και δεν θα κοιταξει στη μεγαλειοτητα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. το χερι σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, υψωνεται, αυτοι, ομωσ, δεν θα δουν· θα δουν, παντωσ, και θα καταντροπιαστουν· ο ζηλοσ, που ειναι υπερ του λαου σου, μαλιστα η φωτια, που ειναι εναντια στουσ εχθρουσ σου, θα τουσ καταφαει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα δωσεισ σε μασ ειρηνη· επειδη, εσυ εκανεσ και ολα μασ τα εργα για μασ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ μασ, αλλοι κυριοι, εκτοσ απο σενα, εξουσιασαν επανω μασ· αλλα, τωρα, μονον με σενα θα αναφερουμε το ονομα σου. πεθαναν, δεν θα αναζησουν· επαυσαν να ζουν, δεν θα αναστηθουν· γι' αυτο, επισκεφθηκεσ και τουσ εξολοθρευσεσ, και εξαλειψεσ ολοκληρη την αναμνηση τουσ. πληθυνεσ το εθνοσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πληθυνεσ το εθνοσ· δοξαστηκεσ· το μακρυνεσ σε ολα τα εσχατα τησ γησ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στη θλιψη προστρεξαν σε σενα· ξεχυσαν στεναγμο, οταν η παιδεια σου ηταν επανω τουσ. οπωσ η εγκυοσ γυναικα, οταν πλησιασει στη γεννα, κοιλοπονει, φωναζοντασ μεσα στουσ πονουσ τησ, ετσι γιναμε μπροστα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. συλλαβαμε, κοιλοπονησαμε, ομωσ σαν να γεννησαμε ανεμο· δεν κατορθωσαμε καμια απελευθερωση στη γη· ουτε επεσαν οι κατοικοι του κοσμου. οι νεκροι σου θα ζησουν, μαζι με το νεκρο μου σωμα θα αναστηθουν· σηκωθειτε και ψαλλετε, εσεισ που κατοικειτε στο χωμα· επειδη, η δροσοσ σου ειναι σαν τη δροσο των χορτων, και η γη θα ξεπεταξει τουσ νεκρουσ. ελα, λαε μου, μπεσ μεσα στα ταμεια σου, και κλεισε τισ θυρεσ σου απο πισω σου· κρυψου για λιγο καιρο, μεχρισ οτου περασει η οργη. επειδη, δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βγαινει απο τον τοπο του για να παιδευσει τουσ κατοικουσ τησ γησ εξαιτιασ τησ ανομιασ τουσ· η δε γη θα ξεσκεπασει τα αιματα τησ, και δεν θα σκεπασει πλεον τουσ φονευμενουσ τησ.

27

κατα την ημερα εκεινη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα παιδευσει, με τη μαχαιρα του, τη σκληρη, τη μεγαλη και τη δυνατη, τον λευιαθαν, το φιδι που λοξοβατει, ναι, τον λευιαθαν, το σκολιο φιδι· και θα φονευσει τον δρακοντα που ειναι στη θαλασσα. κατα την ημερα εκεινη ψαλλετε σ' αυτη: αγαπητη αμπελοσ· εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τη φυλαττω· σε καθε στιγμη θα την ποτιζω· για να μη τη βλαψει κανενασ, νυχτα και ημερα θα τη φυλαττω· οργη δεν υπαρχει μεσα μου· ποιοσ θα αντετασσε εναντια σε μενα τριβολια και αγκαθια στη μαχη; θα περνουσα απο μεσα τουσ, θα τα κατεκαιγα μαζι· η, ασ πιαστει απο τη δυναμη μου, για να κανει μαζι μου ειρηνη· και θα κανει μαζι μου ειρηνη. στο ερχομενο θα ριζωσει τον ιακωβ· ο ισραηλ θα ανθισει και θα βλαστησει, και θα γεμισει το προσωπο τησ οικουμενησ απο καρπουσ. μηπωσ τον παταξε, οπωσ παταξε αυτουσ που τον ειχαν παταξει; η, θανατωθηκε συμφωνα με τον θανατο εκεινων που θανατωθηκαν απ' αυτον; θα δωσεισ μαχη μαζι τησ με μετρο, οταν την αποβαλεισ· προσδιοριζει με αναλογια τον σφοδρο του ανεμο κατα την ημερα του ανατολικου ανεμου. γι' αυτο, με τουτο θα καθαριστει η ανομια του ιακωβ· κι αυτο θα ειναι ολοκληροσ ο καρποσ, για να εξαλειφθει η αμαρτια του, οταν σπασει ολοκληρωτικα ολεσ τισ πετρεσ των βωμων σαν λεπτη σκονη ασβεστησ, και τα αλση και τα ειδωλα δεν θα μενουν πλεον ορθια. επειδη, η οχυρωμενη πολη θα ερημωθει, η κατοικια θα παρατηθει και εγκαταλειφθει σαν ερημη· εκει θα βοσκηθει το μοσχαρι, κι εκει θα αναπαυθει, και θα καταφαει τα κλαδια τησ. οταν τα κλαδια τησ ξεραθουν, θα αποκοπουν· θαρθουν οι γυναικεσ, και θα τα κατακαψουν· επειδη, ειναι λαοσ ασυνετοσ· γι' αυτο, αυτοσ που τον δημιουργησε, δεν θα τον λυπηθει, κι αυτοσ που τον επλασε, δεν θα τον ελεησει. και κατα την ημερα εκεινη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκτιναξει απο τη διωρυγα του ποταμου μεχρι το ρευμα τησ αιγυπτου, κι εσεισ θα συναχθειτε ενασ ενασ χωριστα, εσεισ οι γιοι ισραηλ. και κατα την ημερα εκεινη θα σαλπιχτει μεγαλη σαλπιγγα, και θαρθουν αυτοι που καταφθειρονταν στη γη τησ ασσυριασ, και οι αποδιωγμενοι στη γη τησ αιγυπτου, και θα λατρευσουν επανω στο αγιο βουνο στην ιερουσαλημ.

28

ουαι στο στεφανι τησ υπερηφανειασ των μεθυσων του εφραιμ, των οποιων η ενδοξη ωραιοτητα ειναι ανθοσ που μαραινεται· οι οποιοι καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυονται απο το κρασι επανω στισ κορυφεσ των παχεων κοιλαδων! να, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εχει εναν ισχυρο και δυνατο, που σαν θορυβοσ απο χαλαζι, σαν καταστρεπτικοσ ανεμοστροβιλοσ, σαν κατακλυσμοσ δυνατων νερων, που πλημμυριζουν, θα καταρριψει τα παντα στη γη, με το χερι του. το στεφανι τησ υπερηφανειασ των μεθυσων του εφραιμ θα καταπατηθει κατω απο τα ποδια. και το ανθοσ τησ ενδοξησ ωραιοτητασ τουσ, που ειναι στην κορυφη τησ παχιασ κοιλαδασ, καθωσ μαραινεται, θα γινει σαν τον πρωιμο καρπο του καλοκαιριου· τον οποιο, εκεινοσ που θα τον δει, καθωσ τον παρει στο χερι του, τον καταπινει. κατα την ημερα εκεινη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θα ειναι στεφανι δοξασ, και διαδημα ωραιοτητασ στο υπολοιπο του λαου του, και πνευμα κρισησ σ' εκεινον που καθεται για κριση, και δυναμη σ' αυτουσ που απωθουν τον πολεμο μεχρι των πυλων. πλην, κι αυτοι πλανηθηκαν απο κρασι, και παραδρομησαν απο σικερα· ο ιερεασ και ο προφητησ πλανηθηκαν απο σικερα, τουσ καταπιε το κρασι, παραδρομησαν απο σικερα· πλανιουνται κατα την οραση, προσκοπτουν κατα την κριση. επειδη, ολα τα τραπεζια ειναι γεματα απο εμετο και ακαθαρσια, κανενασ τοποσ δεν μενει καθαροσ. ποιοσ θα διδαξει τη σοφια; και ποιον θα κανει να καταλαβει τη διδασκαλια; αυτοι ειναι σαν απογαλακτισμενα βρεφη, αποσπασμενα απο τουσ μαστουσ. επειδη, με διδασκαλια επανω σε διδασκαλια, με διδασκαλια επανω σε διδασκαλια, με στιχο επανω σε στιχο, στιχο επανω σε στιχο, λιγο εδω, λιγο εκει, επειδη, με ψελλιζοντα χειλη, και με αλλη γλωσσα, θα μιλαει σ' αυτον τον λαο· στον οποιο ειπε: αυτη ειναι η αναπαυση, με την οποια μπορειτε να αναπαυσετε τον κουρασμενο, κι αυτη ειναι η ανεση· αλλ' αυτοι δεν θελησαν να ακουσουν. και ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τουσ ειναι διδασκαλια επανω σε διδασκαλια, διδασκαλια επανω σε διδασκαλια, στιχοσ επανω σε στιχο, στιχοσ επανω σε στιχο, λιγο εδω, λιγο εκει· για να περπατησουν, και να προσκοψουν προσ τα πισω, και να συντριφτουν, και να παγιδευτουν, και να πιαστουν. γι' αυτο, ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ανθρωποι χλευαστεσ, οι οποιοι οδηγειτε αυτον τον λαο, που ειναι στην ιερουσαλημ. επειδη, ειπατε: εμεισ καναμε συνθηκη με τον θανατο, και συμφωνησαμε με τον αδη· οταν η μαστιγα διαβαινει πλημμυριζοντασ, δεν θαρθει σε μασ· δεδομενου οτι, καταφυγιο μασ καναμε το ψεμα, και θα κρυφτουμε κατω απο την ψευτια· γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεστε, βαζω ενα θεμελιο στη σιων, μια πετρα, μια εκλεκτη πετρα, μια πολυτιμη ακρογωνιαια πετρα, ενα σιγουρο θεμελιο· εκεινοσ που πιστευει σ' αυτον, δεν θα ντροπιαστει. και θα βαλω την κριση στον κανονα, και τη δικαιοσυνη στη σταθμη· και το χαλαζι θα εξαφανισει το καταφυγιο τησ ψευτιασ, και τα νερα θα πλημμυρισουν τον κρυψωνα. και η συνθηκη σασ με τον θανατο θα ακυρωθει, και η συμφωνια σασ με τον αδη δεν θα σταθει· οταν διαβαινει η μαστιγα που πλημμυριζει, τοτε θα καταπατηθειτε απ' αυτη. αμεσωσ μολισ διαβει, θα σασ πιασει· επειδη, καθε πρωι θα διαβαινει, ημερα και νυχτα· και μοναχα να ακουσει καποιοσ τη βοη, θα ειναι φρικη. επειδη, το κρεβατι ειναι μικροτερο, παρα το να μπορει κανεισ να ξαπλωσει· και το σκεπασμα στενοτερο, παρα ωστε να μπορει να περιτυλιχθει. επειδη, θα σηκωθει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σαν στο βουνο φερασειμ, θα θυμωσει σαν στην κοιλαδα του γαβαων, για να ενεργησει το εργο του, το παραδοξο εργο του, και να εκτελεσει την πραξη του, την εξαισια πραξη του. τωρα, λοιπον, μη ειστε χλευαστεσ, για να μη γινουν δυνατοτερα τα δεσμα σασ· επειδη, εγω ακουσα απο τον κυριο τον θεο των δυναμεων συντελεια και αποφαση επανω σε ολοκληρη τη γη. ακροαστειτε, και ακουστε τη φωνη μου· προσεξτε, και ακουστε τον λογο μου. εκεινοσ που αροτριαζει μηπωσ αροτριαζει ολοκληρη την ημερα για να σπειρει, διανοιγοντασ και βωλοκοπωντασ τον αγρο του; αφου εξομαλισει την επιφανεια του, δεν διασκορπιζει τον αρακα, και διασπειρει το κυμινο, και βαζει το σιταρι στο καλυτερο μεροσ, και το κριθαρι στον διορισμενο τοπο του, και τη βριζα στο μεροσ τησ, αυτο που του ανηκει; επειδη, ο θεοσ του τον μαθαινει να διακρινει, και τον διδασκει. επειδη, ο αρακασ δεν αλωνιζεται με αλωνιστικο οργανο ουτε τροχοσ αμαξασ περιστρεφεται επανω στο κυμινο· αλλ' ο αρακασ χτυπιεται με ραβδο, και το κυμινο με μαγκουρα. το σιταρι, ομωσ, για το ψωμι κατασυντριβεται· αλλα, δεν θα το αλωνιζει για παντα ουτε θα το συντριψει με τον τροχο τησ αμαξασ του ουτε θα το λεπτυνει με τα νυχια των αλογων του. κι αυτο βγηκε απο τον κυριο των δυναμεων, που ειναι θαυμαστοσ σε βουλη, μεγαλοσ σε συνεση.

29

ουαι στην αριηλ, την αριηλ, την πολη οπου κατοικησε ο δαβιδ· προσθεστε χρονια επανω σε χρονια· ασ σφαζουν γιορταστικεσ θυσιεσ. εγω, ομωσ, θα στενοχωρησω την αριηλ, και εκει θα ειναι βαροσ και θλιψη· και σε μενα θα ειναι σαν αριηλ. και θα στρατοπεδευσω εναντιον σου ολογυρα, και θα στησω εναντιον σου πολιορκια με χαρακωμα, και θα ανεγειρω εναντιον σου φρουρια. και θα ριχτεισ κατω, θα μιλασ απο το εδαφοσ, και η λαλια σου θα ειναι ταπεινη απο το χωμα, και η φωνη σου απο το εδαφοσ θα ειναι σαν του εγγαστριμυθου, και η λαλια σου θα ψιθυριζει απο το χωμα. και το πληθοσ των εχθρων σου θα ειναι σαν σκονη, και το πληθοσ των φοβερων σαν αχυρο, που περιφερεται απο τον ανεμο· ναι, αυτο θα γινει ξαφνικα, σε μια στιγμη. θα γινει σε σενα επισκεψη απο τον κυριο των δυναμεων, μαζι με βροντη, και μαζι με σεισμο, και δυνατη φωνη, μαζι με ανεμοζαλη, και ανεμοστροβιλο, και φλογα φωτιασ που κατατρωει. και το πληθοσ ολων των εθνων, που πολεμουν εναντια στην αριηλ, ολοι βεβαια που μαχονται εναντια σ' αυτη και στα οχυρωματα τησ, κι αυτοι που τη στενοχωρουν, θα ειναι σαν ονειρο απο νυχτερινο οραμα. καθωσ μαλιστα ονειρευεται αυτοσ που πειναει, οτι, να, τρωει· ομωσ, σηκωνεται, και η ψυχη του ειναι αδειανη· η, καθωσ ονειρευεται αυτοσ που διψαει, οτι, να, πινει· ομωσ, σηκωνεται, και δεσ, ειναι εξαντλημενοσ, και η ψυχη του διψαει· ετσι θα ειναι τα πληθη ολων των εθνων, που πολεμουν εναντια στο βουνο σιων. σταθειτε, και θαυμαστε· αναβοηστε, και ανακραξτε· αυτοι μεθουν, αλλ' οχι απο κρασι· παραφερονται, αλλ' οχι απο σικερα. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ξεχυσε επανω σασ πνευμα απο βαθυ υπνο, και εκλεισε τα ματια σασ· περισκεπασε τουσ προφητεσ και τουσ αρχοντεσ σασ, αυτουσ που βλεπουν ορασεισ. και καθε οραση θα ειναι σε σασ σαν τα λογια ενοσ σφραγισμενου βιβλιου, που θα το εδιναν σε καποιον που ξερει να διαβαζει, λεγοντασ: διαβασε το, παρακαλω· και εκεινοσ λεει: δεν μπορω, επειδη ειναι σφραγισμενο· και δινουν το βιβλιο σ' εκεινον που δεν ξερει να διαβαζει, και λενε: διαβασε το, παρακαλω· και εκεινοσ λεει: δεν ξερω να διαβαζω. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh λεει: επειδη ο λαοσ αυτοσ με πλησιαζει με το στομα του, και με τιμαει με τα χειλη του, αλλ' η καρδια του απεχει μακρια απο μενα, και με σεβονται, διδασκοντασ διδασκαλιεσ, ενταλματα ανθρωπων· γι' αυτο, δεστε, θα προσθεσω να κανω ενα θαυμαστο εργο αναμεσα σε τουτο τον λαο, ενα εργο θαυμαστο και εξαισιο· επειδη, η σοφια των σοφων του θα χαθει, και η συνεση των συνετων του θα κρυφτει. ουαι σ' εκεινουσ που σκαβουν βαθια για να κρυψουν τη βουλη τουσ απο τον κυριο, και των οποιων τα εργα ειναι μεσα στο σκοταδι, και λενε: ποιοσ μασ βλεπει; και ποιοσ μασ ξερει; ω, διεστραμμενοι, ο κεραμεασ θα νομιστει σαν πηλοσ; το πλασμα θα πει γι' αυτον που το επλασε: δεν με επλασε αυτοσ; η, το δημιουργημα θα πει γι' αυτον που το δημιουργησε: αυτοσ δεν ειχε νοηση; δεν θα ειναι ακομα πολυ λιγοσ καιροσ, και ο λιβανοσ θα μεταβληθει σε καρποφορα πεδιαδα, και η καρποφορα πεδιαδα θα θεωρηθει σαν δασοσ; και κατα την ημερα εκεινη, οι κουφοι θα ακουσουν τα λογια του βιβλιου, και τα ματια των τυφλων θα δουν, αφου ελευθερωθουν απο το σκοταδι και απο την ομιχλη. και οι πραοι θα επαυξησουν τη χαρα τουσ για τον κυριο, και οι φτωχοι των ανθρωπων θα ευφρανθουν για τον αγιο του ισραηλ. επειδη, ο τρομεροσ δεν υπαρχει, και ο χλευαστησ εξολοθρευθηκε, και ολοι οσοι παραφυλαττουν την ανομια, εξαλειφθηκαν· οι οποιοι κανουν τον ανθρωπο φταιχτη για εναν λογο, και στηνουν παγιδα σ' αυτον που ελεγχει στην πυλη, και διαστρεφουν το δικιο με ψεμα. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ που λυτρωσε τον αβραhαμ, λεει για τον οικο του ιακωβ τα εξησ: ο ιακωβ δεν θα ντροπιαστει πλεον, και το προσωπο του δεν θα ωχριασει πλεον. οταν, ομωσ, δει τα παιδια του, το εργο των χεριων μου, αναμεσα του, θα αγιασουν το ονομα μου, και θα αγιασουν τον αγιο του ιακωβ, και θα φοβουνται τον θεο του ισραηλ. και εκεινοι που πλανιουνται κατα το πνευμα, θαρθουν σε συνεση, και αυτοι που γογγυζουν, θα μαθουν διδασκαλια.

30

ουαι στα παιδια που αποστατησαν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τα οποια παιρνουν αποφαση, ομωσ οχι απο μενα· και που κανουν συνθηκεσ, ομωσ οχι διαμεσου του πνευματοσ μου, για να προσθεσουν αμαρτια σε αμαρτια· τα οποια πηγαινουν για να κατεβουν στην αιγυπτο, και δεν ρωτουν το στομα μου, για να ενδυναμωθουν με τη δυναμη του φαραω, και να εμπιστευθουν στη σκια τησ αιγυπτου! και η δυναμη του φαραω θα ειναι ντροπη σασ, και η πεποιθηση σασ επανω στη σκια τησ αιγυπτου, ονειδοσ. επειδη, οι αρχηγοι του σταθηκαν στην τανη, και οι πρεσβευτεσ του ηρθαν στη χανεσ. ολοι ντροπιαστηκαν για εναν λαο που δεν μπορεσε να τουσ ωφελησει, ουτε να σταθει βοηθεια η οφελοσ, αλλα ντροπη, και μαλιστα ονειδοσ. η οραση εναντια στα ζωα του νοτου: μεσα στη γη τησ θλιψησ και τησ στενοχωριασ, οπου βρισκονται το δυνατο λιονταρι, και το γερασμενο λιονταρι, η εχιδνα και το φλογερο φτερωτο φιδι, εκει θα φερουν τα πλουτη τουσ επανω σε ωμουσ μικρων γαιδουριων, και τουσ θησαυρουσ τουσ επανω στο κυρτωμα των καμηλων, σε εναν λαο που δεν θα τουσ ωφελησει. επειδη, οι αιγυπτιοι ματαια και ανωφελωσ θα βοηθησουν· γι' αυτο, βοησα για τουτο: η δυναμη τουσ ειναι να καθονται ησυχοι. πηγαινε, γραψε μπροστα τουσ επανω σε πινακιδιο, και σημειωσε το σε βιβλιο, για να διατηρειται στον μελλοντα καιρο, μεχρι τον αιωνα· οτι ο λαοσ αυτοσ ειναι απειθησ, ειναι γιοι αναληθεισ, που δεν θελουν να ακουσουν τον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· οι οποιοι λενε προσ τουσ βλεποντεσ: μη βλεπετε· και στουσ προφητεσ: μη προφητευετε σε μασ τα σωστα, μιλατε μασ κολακευτικα, προφητευετε απατηλα· αποσυρθειτε απο τον δρομο, ξεκλινετε απο το μονοπατι, σηκωστε απο μπροστα μασ τον αγιο του ισραηλ. γι' αυτο, ετσι λεει ο αγιοσ του ισραηλ: επειδη, καταφρονειτε αυτο τον λογο, και ελπιζετε στην απατη και στην πονηρια, και επιστηριζεστε σ' αυτα· γι' αυτο, αυτη η ανομια θα ειναι σε σασ σαν ετοιμορροπο χαλασμα, σαν κοιλια σε εναν ψηλο τοιχο, που ο συντριμμοσ του ερχεται ξαφνικα, σε μια στιγμη. και θα το συντριψει σαν συντριμμα απο πηλινο αγγειο, που κατασυντριβεται ανελεητα, ωστε να μη βρισκεται αναμεσα στα θραυσματα του ενα πηλινο κομματι, για να παρει καποιοσ φωτια απο την εστια η να παρει νερο απο τον λακκο. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, ο αγιοσ του ισραηλ: στην επιστροφη και αναπαυση θα σωθειτε· στην ησυχια και πεποιθηση θα ειναι η δυναμη σασ· αλλα, δεν θελησατε· και ειπατε: οχι· αλλα, θα φευγουμε εφιπποι· γι' αυτο, θα φευγετε· και: θα ιππευσουμε επανω σε ταχυποδα· γι' αυτο, αυτοι που σασ καταδιωκουν θα ειναι ταχυποδεσ. θα φευγετε 1.000 στην απειλη ενοσ, και ολοι στην απειλη πεντε, μεχρισ οτου μεινετε σαν στυλοσ επανω στην κορυφη βουνου, και σαν σημαια επανω σε λοφο. και ετσι θα προσμεινει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για να σασ ελεησει, και ετσι θα υψωθει για να σασ λυπηθει· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι θεοσ κρισησ· μακαριοι ολοι αυτοι που τον προσμενουν. επειδη, ο λαοσ θα κατοικησει στη σιων στην ιερουσαλημ· δεν θα κλαψεισ πια· σιγουρα, θα σε ελεησει στη φωνη τησ κραυγησ σου· οταν την ακουσει, θα σου απαντησει. και αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ δινει ψωμι θλιψησ, και νερο στενοχωριασ, οι δασκαλοι σου, ομωσ, δεν θα αφαιρεθουν πλεον, αλλα τα ματια σου θα βλεπουν τουσ δασκαλουσ σου· και τα αυτια σου θα ακουν απο πισω σου εναν λογο, που θα λεει: αυτοσ ειναι ο δρομοσ, περπατατε επανω σ' αυτον· οταν στρεφεστε προσ τα δεξια, και οταν στρεφεστε προσ τα αριστερα. και ωσ μολυσμενα, θα αποστραφειτε το σκεπασμα των ασημενιων γλυπτων σασ, και τον στολισμο των χρυσων χωνευτων σασ· θα τα απορριψεισ σαν ενα ακαθαρτο ρακοσ· θα πεισ σ' αυτα: φευγετε απο εδω. τοτε, θα δωσει βροχη για τον σπορο σου, που θα εσπερνεσ στο χωραφι· και ψωμι του γεννηματοσ τησ γησ, που θα ειναι παχυ και αφθονο· κατα την ημερα εκεινη τα κτηνη σου θα βοσκονται σε ευρυχωρα βοσκοτοπια. και τα βοδια, και τα νεαρα γαιδουρια σου, που εργαζονται τη γη, θα τρωνε καθαρο αχυρο λικμισμενο με το φτυαρι και το ανεμιστηρι. και θα ειναι επανω σε καθε ψηλο βουνο, κι επανω σε καθε ψηλο λοφο, ποταμια και ρευματα νερων, κατα την ημερα τησ μεγαλησ σφαγησ, οταν καταπεφτουν οι πυργοι. και το φωσ του φεγγαριου θα ειναι σαν το φωσ του ηλιου, και το φωσ του ηλιου θα ειναι επταπλασιο, σαν το φωσ επτα ημερων, κατα την ημερα κατα την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επιδενει το συντριμμα του λαου του, και θεραπευει την πληγη του τραυματισμου τουσ. δεστε, το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ερχεται απο μακρια· ο θυμοσ του ειναι φλογεροσ, και το φορτιο του βαρυ· τα χειλη του ειναι γεματα αγανακτηση, και η γλωσσα του σαν φωτια που κατατρωει· και η πνοη του σαν ρευμα που πλημμυριζει, που φτανει μεχρι το μεσον του τραχηλου, για να κοσκινισει τα εθνη στο κοσκινο τησ ματαιωσησ· και θα ειναι χαλινοσ στισ σιαγονεσ των λαων, που θα τουσ κανει να περιπλανιουνται. σε σασ θα υπαρχει τραγουδι, οπωσ τη νυχτα μιασ γιορτησ που πανηγυριζεται· και ευφροσυνη καρδιασ, οπωσ οταν πανε με φλογερεσ για ναρθουν στο βουνο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στον ισχυρο του ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει να ακουστει η δοξα τησ φωνησ του, και θα δειξει το κατεβασμα του βραχιονα του, μαζι με την αγανακτηση απο τον θυμο, και τη φλογα τησ φωτιασ που κατατρωει, τουσ εκτιναγμουσ, και την ανεμοζαλη, και τισ πετρεσ του χαλαζιου. επειδη, ο ασσυριοσ, με τη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα καταβληθει· θα χτυπηθει με ραβδο. και απ' οπου διαβει η διορισμενη ραβδοσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα καταφερει επανω του, θα ειναι τυμπανα και κιθαρεσ· και με τρομερουσ πολεμουσ θα πολεμησει εναντιον τουσ. επειδη, ο τοφεθ ειναι παρασκευασμενοσ προ καιρου· ναι, ετοιμασμενοσ για τον βασιλια· αυτοσ τον εκανε βαθυ και πλατυ· ο τοποσ καυσησ του ειναι φωτια και πολλα ξυλα· η πνοη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σαν ρευμα απο θειαφι, θα την αναψει.

31

ουαι σε οσουσ κατεβαινουν στην αιγυπτο για βοηθεια, και επιστηριζονται σε αλογα, και εχουν το θαρροσ τουσ σε αμαξεσ, επειδη ειναι πολυαριθμεσ· και σε καβαλαρηδεσ, επειδη ειναι πολυ δυνατοι· και δεν αποβλεπουν στον αγιο του ισραηλ, και δεν εκζητουν τον κυριο. ομωσ, αυτοσ ειναι σοφοσ, και θα επιφερει κακα, και δεν θα ανακαλεσει τα λογια του, αλλα θα σηκωθει εναντια στισ οικογενειεσ των κακοποιων, και εναντια στη βοηθεια εκεινων που εργαζονται την ανομια. οι αιγυπτιοι, ομωσ, ειναι ανθρωποι, και οχι θεοσ· και τα αλογα τουσ σαρκεσ, και οχι πνευμα. οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απλωσει το χερι του, κι εκεινοσ που βοηθαει θα προσκοψει, κι εκεινοσ που βοηθιεται θα πεσει, και ολοι μαζι θα απολεστουν. επειδη, ετσι μιλησε σε μενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: οπωσ το λιονταρι και ο σκυμνοσ του λιονταριου που βρυχαζει για το θηραμα του, αν και συγκεντρωθηκε εναντιον του ενα πληθοσ απο βοσκουσ, δεν φοβαται στη φωνη τουσ ουτε συστελλεται στον θορυβο τουσ· ετσι και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θα κατεβει για να πολεμησει υπερ του βουνου τησ σιων, και υπερ των λοφων τησ. σαν πουλια που πετουν προσ τα νεοσσα, ετσι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, θα υπερασπιστει την ιερουσαλημ, υπερασπιζοντασ και ελευθερωνοντασ την, διαβαινοντασ και σωζοντασ την. επιστραφειτε προσ εκεινον, απο τον οποιο οι γιοι ισραηλ αποστατησαν ολοκληρωτικα. επειδη, κατα την ημερα εκεινη καθε ανθρωποσ θα ριξει τα ασημενια του ειδωλα και τα χρυσα του ειδωλα, που τα χερια σασ ειχαν κατασκευασει σε σασ για αμαρτια. τοτε, ο ασσυριοσ θα πεσει με μαχαιρα, οχι απο ανδρα· και θα τον καταφαει μαχαιρα, οχι απο ανθρωπο· και θα φευγει μπροστα απο τη μαχαιρα, και οι νεοι του θα ειναι για φορο. και απο τον φοβο θα παρατρεξει το οχυρωμα του, και οι αρχηγοι του θα κατατρομαξουν στη σημαια, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που η φωτια του ειναι μεσα στη σιων και το καμινι του στην ιερουσαλημ.

32

δεστε, ενασ βασιλιασ θα βασιλευσει με δικαιοσυνη, και αρχοντεσ θα κυβερνουν με κριση. και ο ανθρωποσ θα ειναι σαν σκεπη απο τον ανεμο, και σαν καταφυγιο απο την τρικυμια· σαν ποταμοι νερου μεσα σε ξερη γη, σαν σκια μεγαλου βραχου σε γη που διψαει. και τα ματια εκεινων που βλεπουν δεν θα ειναι σκοτισμενα, και τα αυτια εκεινων που ακουν θα ειναι προσεκτικα. και η καρδια των παρατολμων θα καταλαβει σοφια, και η γλωσσα εκεινων που τραυλιζουν θα επιταχυνει να μιλαει καθαρα. ο αχρειοσ δεν θα ονομαζεται πια ελευθεριοσ, και ο φιλαργυροσ δεν θα λεγεται μεγαλοπρεπησ. επειδη, ο αχρειοσ θα μιλαει αχρεια, και η καρδια του θα εργαζεται ανομια, για να εκτελει πονηρια, και να προφερει πλανη εναντια στον κυριο, ωστε να στερει την ψυχη εκεινου που πειναει, και να εμποδιζει την ποση σ' εκεινον που διψαει. και τα οπλα του φιλαργυρου ειναι αδικα· αυτοσ βουλευεται πονηριεσ για να αφανισει τον φτωχο με λογια αναληθη, ακομα και οταν ο ενδεησ μιλαει δικαια. ο ελευθεριοσ, ομωσ, βουλευεται ελευθερια, κι αυτοσ θα στηριζεται σε ελευθερια. σηκωθειτε, ω ευπορεσ γυναικεσ· ακουστε τη φωνη μου, αμεριμνεσ θυγατερεσ· ακροαστειτε τα λογια μου· ημερεσ και χρονια θα ειστε ταραγμενεσ, εσεισ οι αμεριμνεσ· επειδη, θα χαθει ο τρυγητοσ, δεν θαρθει η συγκομιδη· τρεμετε, οι ευπορεσ· ταραχθειτε, οι αμεριμνεσ· ξεντυθειτε και ξεγυμνωθειτε, και περιζωστε τισ οσφυεσ με σακια. θα χτυπησουν τα στηθια εξαιτιασ των ηδονικων χωραφιων, εξαιτιασ των καρποφορων αμπελωνων. αγκαθια και τριβολια θα βλαστησουν επανω στη γη του λαου μου· ακομα κι επανω σε ολα τα σπιτια τησ χαρασ μεσα στην ευφραινομενη πολη. επειδη, τα παλατια θα εγκαταλειφθουν· το πληθοσ τησ πολησ θα ερημωθει· τα φρουρια και οι πυργοι θα γινουν σπηλιεσ μεχρι τον αιωνα, ευχαριστηση αγριων γαιδουριων, βοσκη κοπαδιων· μεχρισ οτου το πνευμα ξεχυθει επανω μασ εξ υψουσ, και η ερημοσ γινει καρποφορα πεδιαδα, ενω η καρποφορα πεδιαδα θεωρηθει σαν δασοσ. τοτε, στην ερημο θα κατασκηνωσει κριση, και στην καρποφορα πεδιαδα θα κατοικησει δικαιοσυνη. και το εργο τησ δικαιοσυνησ θα ειναι ειρηνη· και το αποτελεσμα τησ δικαιοσυνησ, ησυχια και ασφαλεια στον αιωνα. και ο λαοσ μου θα κατοικει σε ειρηνικη κατοικια, και ασφαλη οικηματα, και ησυχουσ τοπουσ ευποριασ, και θα πεφτει χαλαζι που κατασυντριβει το δασοσ, και η πολη θα ανατραπει με ολεθρο. μακαριοι εσεισ που σπερνετε κοντα σε καθε νερο, εσεισ που στελνετε εκει τα ποδια του βοδιου και του γαιδουριου.

33

ουαι σε σενα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυεισ, και δεν φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυτηκεσ· και καταδυναστευεισ, και δεν καταδυναστευτηκεσ· οταν σταματησεισ να φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυεισ, θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυτεισ· οταν τελειωσεισ να καταδυναστευεισ, θα καταδυναστευτεισ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ελεησε μασ· σε προσμενουμε· να εισαι ο βραχιονασ τουσ τα πρωινα, και σωτηρια μασ σε καιρο θλιψησ. απο τη φωνη του θορυβου εφυγαν οι λαοι· απο την ανυψωση σου διασκορπιστηκαν τα εθνη. και τα λαφυρα σασ θα συναχθουν, οπωσ μαζευουν οι βρουχοι· θα πηδησουν επανω του, οπωσ πηδαει εδω κι εκει η ακριδα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh υψωθηκε· επειδη, κατοικει στα υψηλα· γεμισε τη σιων απο κριση και δικαιοσυνη. σοφια, ομωσ, και επιστημη θα ειναι η στερεωση των καιρων σου, και η σωτηρια δυναμη· ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ ειναι ο θησαυροσ του. να, οι ανδρειοι τουσ θα βοησουν απεξω, και οι πρεσβευτεσ τησ ειρηνησ θα κλαψουν πικρα. οι δρομοι ερημωθηκαν, οι οδοιποροι επαυσαν· διελυσε τη συνθηκη, απεβαλε τισ πολεισ, δεν σκεφτεται ανθρωπο. η γη πενθει, μαραινεται· ο λιβανοσ ντρεπεται, κατακοβεται· ο σαρων μοιαζει με ερημο· και η βασαν και ο καρμηλοσ κατατιναχτηκαν. τωρα, θα σηκωθω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· τωρα, θα υψωθω, τωρα, θα μεγαλυνθω. χνουδι θα πιασετε, και αχυρο θα γεννησετε· η πνοη σασ θα σασ καταφαει σαν φωτια. και οι λαοι θα ειναι σαν καυσεισ ασβεστησ· σαν κομμενα αγκαθια θα καουν σε φωτια. οσοι ειστε μακρια, ακουστε τι εκανα· κι εσεισ που ειστε κοντα, γνωριστε τη δυναμη μου. οι αμαρτωλοι που ειναι στη σιων θα τρομαξουν· τρομοσ θα καταλαβει τουσ υποκριτεσ, ωστε θα λενε: ποιοσ απο αναμεσα μασ θα κατοικησει μαζι με τη φωτια που κατατρωει; ποιοσ απο αναμεσα μασ θα κατοικησει μαζι με τισ αιωνιεσ καυσεισ; αυτοσ που περπαταει με δικαιοσυνη, κι αυτοσ που μιλαει με ευθυτητα· αυτοσ που καταφρονει το κερδοσ των καταδυναστευσεων, αυτοσ που σειει τα χερια του απο δωροληψιεσ, αυτοσ που βουλωνει τα αυτια του για να μη ακουει για αιμα, κι αυτοσ που κλεινει τα ματια του για να μη δει το κακο· αυτοσ θα κατοικησει στα υψηλα· οι τοποι τησ υπερασπισησ του θα ειναι τα οχυρωματα των βραχων· ψωμι θα του δοθει· το νερο του θα ειναι βεβαιο. τα ματια σου θα δουν τον βασιλια στην ωραιοτητα του· θα δουν τη μακρινη γη. η καρδια σου θα μελεταει τον τρομο που παρηλθε, φωναζοντασ: που ειναι ο γραμματεασ; που ειναι ο συζητητησ; που ειναι ο λογιστησ των πυργων; δεν θα δεισ εναν αγριο λαο, εναν λαο με βαθια φωνη, ωστε να μη διακρινεισ· με τραυλιζουσα γλωσσα, ωστε να μη καταλαβαινεισ. κοιταξε ψηλα στη σιων, την πολη των γιορτων μασ· τα ματια σου θα δουν την ιερουσαλημ ησυχη κατοικια, σκηνη που δεν θα την κατεβασουν· οι πασσαλοι τησ δεν θα μετακινηθουν στον αιωνα, και κανενα απο τα σχοινια τησ δεν θα κοπει. αλλ' εκει, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ δοξασ θα ειναι σε μασ τοποσ απο πλατια ποταμια και ρευματα· εκει δεν θα μπει πλοιο με κουπια ουτε θα περασει απο εκει καποιο μεγαλοπρεπεσ πλοιο. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ο κριτησ μασ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ο νομοθετησ μασ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ο βασιλιασ μασ· αυτοσ θα μασ σωσει. τα σχοινια σου εγιναν πλαδαρα· δεν μπορουν να στερεωσουν το καταρτι τουσ, δεν μπορουν να απλωσουν τα πανια· τοτε, λεια απο μεγαλα λαφυρα θα διαμοιραστει· οι χωλοι θα διαρπαξουν τη λεια· και ο κατοικοσ δεν θα λεει: ατονησα· ο λαοσ, που κατοικει σ' αυτη, θα λαβει αφεση ανομιασ.

34

πλησιαστε, ω εθνη, για να ακουσετε· και προσεξτε, ω λαοι· ασ ακουσει η γη, και το πληρωμα τησ· η οικουμενη, και ολα οσα γεννιουνται σ' αυτη. επειδη, ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι εναντια σε ολα τα εθνη, και η φλογερη οργη του εναντια σε ολα τα στρατευματα τουσ· τα κατεστρεψε ολοκληρωτικα· τα παρεδωσε σε σφαγη. και οι φονευμενοι τουσ θα ριχτουν εξω, και η δυσωδια τουσ θα ανεβει απο τα πτωματα τουσ· και τα βουνα θα διαλυθουν απο το αιμα τουσ. και ολοκληρη η στρατια του ουρανου θα λιωσει, και οι ουρανοι θα περιτυλιχθουν σαν βιβλιο, και ολοκληρη η στρατια τουσ θα πεσει, οπωσ πεφτει το φυλλο απο την αμπελο, και οπωσ πεφτουν τα φυλλα απο τη συκια. επειδη, η μαχαιρα μου στον ουρανο μεθυσε· να, επανω στην ιδουμαια, κι επανω στον λαο τησ καταστροφησ μου θα κατεβει για κριση. η μαχαιρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι γεματη απο αιμα· παχυνε με το παχοσ, με το αιμα των αρνιων και των τραγων, με το παχοσ των νεφρων των κριαριων· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εχει θυσια στη βοσορρα, και μεγαλη σφαγη στη γη τησ ιδουμαιασ. και οι μονοκεροι θα κατεβουν μαζι τουσ, και τα μοσχαρια μαζι με τουσ ταυρουσ· και η γη τουσ θα μεθυσει απο αιμα, και το χωμα τουσ θα παχυνει απο παχοσ. επειδη, ειναι ημερα εκδικησησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, χρονια ανταποδοσεων για την κριση τησ σιων. και τα ρευματα τησ θα μεταβληθουν σε πισσα, και το χωμα τησ σε θειαφι, και η γη τησ θα γινει πισσα που καιγεται· νυχτα και ημερα δεν θα σβησει· ο καπνοσ τησ θα ανεβαινει ακαταπαυστα· απο γενεα σε γενεα θα μενει ερημωμενη· και δεν θα υπαρχει αυτοσ που διαβαινει μεσα απ' αυτη σε αιωνα του αιωνα. αλλ' ο πελεκανοσ και ο σκαντζοχοιροσ θα την κληρονομησουν· και η κουκουβαγια και ο κορακασ θα κατοικουν σ' αυτη· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα απλωσει επανω τησ σχοινι ερημωσησ, και σταθμη γκρεμισματοσ. θα καλεσουν τουσ μεγιστανεσ τησ στη βασιλεια, αλλα κανενασ δεν θα ειναι εκει· και ολοι οι αρχοντεσ τησ θαρθουν στο μηδεν. και τα αγκαθια θα βλαστησουν στα παλατια τησ, τσουκνιδεσ και βατοι στα οχυρωματα τησ· και θα ειναι κατοικια τσακαλιων, αυλη στρουθοκαμηλων. και οι λυκοι θα συναντιουνται εκει με τισ αγριογατεσ· και ο σατυροσ θα φωναζει στον συντροφο του· ο κουκοσ θα αναπαυεται ακομα εκει, βρισκοντασ για τον εαυτο του τοπο αναπαυσησ. εκει θα κανει φωλια ο νυχτοκορακασ, και θα γενναει, και θα επωαζει, και θα μαζευει τουσ νεοσσουσ κατω απο τη σκια του· εκει θα μαζευονται και οι γυπεσ, καθενασ με τον συντροφο του. αναζητηστε μεσα στο βιβλιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και διαβαστε· κανενα απ' αυτα δεν θα λειψει, κανενα δεν θα ειναι χωρισ τον συντροφο του· επειδη, το ιδιο το στομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε, και το ιδιο το πνευμα του τα συγκεντρωσε αυτα. κι αυτοσ ερριξε τον κληρο του γι' αυτα, και το χερι του διαμοιρασε σ' αυτα με σταθμη εκεινη τη γη· θα την κληρονομησουν στον αιωνα· θα κατοικουν σ' αυτη απο γενεα σε γενεα.

35

η ερημοσ και η ανυδρη γη θα ευφρανθουν γι' αυτα, και η ερημια θα αγαλλιαστει, και θα ανθισει σαν ροδο. θα ανθισει αφθονα, και μαλιστα θα αγαλλιαστει χαιροντασ και αλαλαζοντασ· η δοξα του λιβανου θα δοθει σ' αυτη, η τιμη του καρμηλου και του σαρων· οι τοποι αυτοι θα δουν τη δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τη μεγαλοσυνη του θεου μασ. ενισχυστε τα εξασθενημενα χερια· και στερεωστε τα παραλυμενα γονατα. πειτε στουσ φοβισμενουσ στην καρδια: γινετε ισχυροι, μη φοβαστε· δεστε, ο θεοσ σασ θαρθει με εκδικηση, ο θεοσ με ανταποδοση· αυτοσ θαρθει, και θα σασ σωσει. τοτε, τα ματια των τυφλων θα ανοιχτουν, και τα αυτια των κουφων θα ακουσουν. τοτε, ο χωλοσ θα πηδαει σαν ελαφινα, και η γλωσσα του μογιλαλου θα ψαλλει· επειδη, στην ερημο θα αναβλυσουν νερα, και στην ερημια ρευματα. και η ξερη γη θα γινει λιμνη, και η γη που διψαει θα γινει πηγεσ νερου· στην κατοικια των τσακαλιων, οπου κειτονταν, θα ειναι χλοη μαζι με καλαμια και σπαρτα. και εκει θα υπαρχει λεωφοροσ, και δρομοσ, και θα ονομαστει: αγιοσ δρομοσ· και ο ακαθαρτοσ δεν θα περασει απ' αυτον, αλλα θα ειναι γι' αυτουσ· αυτοσ που περπαταει και οι μωροι δεν θα πλανιουνται. λιονταρι δεν θα ειναι εκει, και αρπαχτικο θηριο δεν θα ανεβει εκει· δεν θα βρεθει εκει· αλλα, οι λυτρωμενοι θα περπατουν εκει. και οι λυτρωμενοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα επιστρεψουν, και θαρθουν στη σιων με αλαλαγμο· και αιωνια ευφροσυνη θα ειναι επανω στο κεφαλι τουσ· θα απολαυσουν αγαλλιαση και ευφροσυνη· ενω η λυπη και ο στεναγμοσ θα φυγουν.

36

κατα τον 14ο χρονο του βασιλια εζεκια, ανεβηκε ο σενναχειρειμ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ, εναντια σε ολεσ τισ οχυρεσ πολεισ του ιηhυδα, και τισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε. και ο βασιλιασ τησ ασσυριασ εστειλε τον ραβ-σακη απο τη λαχεισ στην ιερουσαλημ, στον βασιλια εζεκια, με μεγαλη δυναμη. και σταθηκε στον υδραγωγο τησ ανω κολυμβητικησ λιμνησ, στον μεγαλο δρομο του χωραφιου του γναφεα. τοτε, βγηκαν προσ αυτον ο ελιακειμ, ο γιοσ του χελκια, ο οικονομοσ, και ο σομνασ ο γραμματεασ, και ο ιωαχ, ο γιοσ του ασαφ, ο υπομνηματογραφοσ. και ο ραβ-σακησ ειπε σ' αυτουσ: να πειτε τωρα στον εζεκια: ετσι λεει ο μεγαλοσ βασιλιασ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ: ποιο ειναι το θαρροσ, επανω στο οποιο θαρρεισ; λεσ, (ομωσ, ειναι λογια χειλεων): εχω θεληση και δυναμη για πολεμο. αλλ' επανω σε ποιον εχεισ το θαρροσ, ωστε αποστατησεσ εναντιον μου; δεσ, εχεισ το θαρροσ επανω στη ραβδο εκεινου του συντριμμενου καλαμιου, επανω στην αιγυπτο· επανω στο οποιο αν καποιοσ στηριχθει, θα μπηχτει στο χερι του, και θα το τρυπησει· τετοιοσ ειναι ο φαραω, ο βασιλιασ τησ αιγυπτου, σε ολουσ εκεινουσ που εχουν το θαρροσ επανω σ' αυτον. αλλα, αν μου πεισ: επανω στον κυριο τον θεο μασ εχουμε το θαρροσ, δεν ειναι αυτοσ, που ο εζεκιασ αφαιρεσε τουσ ψηλουσ τοπουσ του, και τα θυσιαστηρια, και ειπε στον ιηhυδα και στην ιερουσαλημ: μπροστα σ' αυτο το θυσιαστηριο θα προσκυνησετε; τωρα, λοιπον, δωσε ενεχυρα στον κυριο μου τον βασιλια τησ ασσυριασ, κι εγω θα σου δωσω 2.000 αλογα, αν μπορεισ απο μερουσ σου να δωσεισ καβαλαρηδεσ επανω τουσ. πωσ, λοιπον, θα στρεψεισ προσ τα πισω το προσωπο ενοσ τοπαρχη απο τουσ ελαχιστουσ των δουλων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, και ελπισεσ επανω στην αιγυπτο για αμαξεσ και καβαλαρηδεσ; και τωρα, χωρισ τον κυριο ανεβηκα εγω εναντια σ' αυτον τον τοπο, για να τον καταστρεψω; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σε μενα: ανεβα εναντια σ' αυτη τη γη, και καταστρεψε την. τοτε, ειπε ο ελιακειμ, και ο σομνασ, και ο ιωαχ, στον ραβ-σακη: μιλησε στουσ δουλουσ σου, παρακαλω, στη συριακη γλωσσα· επειδη, την καταλαβαινουμε· και μη μασ μιλασ στην ιηhυδαικη, σε επηκοον του λαου, που ειναι επανω στο τειχοσ. αλλα ο ραβ-σακησ ειπε: μηπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου με εστειλε στον κυριο σου, και σε σενα, για να μιλησω αυτα τα λογια; δεν με εστειλε προσ τουσ ανδρεσ, που καθονται επανω στο τειχοσ, για να φανε την κοπρο τουσ, και να πιουν τα ουρα τουσ μαζι με σασ. τοτε, ο ραβ-σακησ σταθηκε και φωναξε στην ιηhυδαικη, με δυνατη φωνη, και ειπε: ακουστε τα λογια του μεγαλου βασιλια, του βασιλια τησ ασσυριασ· ετσι λεει ο βασιλιασ: μη σασ απαταει ο εζεκιασ· επειδη, δεν θα μπορεσει να σασ λυτρωσει. και μη σασ κανει ο εζεκιασ να εχετε το θαρροσ σασ επανω στον κυριο, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βεβαια, θα μασ λυτρωσει· η πολη αυτη δεν θα παραδοθει στο χερι του βασιλια τησ ασσυριασ. μη ακουτε τον εζεκια· επειδη, ετσι λεει ο βασιλιασ τησ ασσυριασ: καντε συμβιβασμο μαζι μου, και βγειτε προσ εμενα· και φατε καθε ενασ απο την αμπελο του, και καθε ενασ απο τη συκια του, και πιειτε καθε ενασ απο τα νερα τησ δεξαμενησ του· μεχρισ οτου ερθω και σασ παρω σε μια γη ομοια με τη γη σασ, γη με σιταρι και κρασι, γη με ψωμι και αμπελωνεσ. μη σασ απαταει ο εζεκιασ, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα μασ λυτρωσει. μηπωσ, καποιοσ απο τουσ θεουσ των εθνων λυτρωσε τη γη του απο το χερι του βασιλια τησ ασσυριασ; που ειναι οι θεοι τησ αιμαθ και τησ αρφαδ; που ειναι οι θεοι τησ σεφαρουιμ; μηπωσ λυτρωσαν απο το χερι μου τη σαμαρεια; ποιοι, αναμεσα σε ολουσ τουσ θεουσ αυτων των τοπων, λυτρωσαν τη γη τουσ απο το χερι μου, ωστε και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να λυτρωσει απο το χερι μου την ιερουσαλημ; κι εκεινοι σιωπουσαν, και δεν του αποκριθηκαν ουτε εναν λογο· επειδη, ο βασιλιασ τουσ ειχε προσταξει, λεγοντασ: μη του απαντησετε. τοτε, ο ελιακειμ, ο γιοσ του χελκια, ο οικονομοσ, και ο σομνασ ο γραμματεασ, και ο ιωαχ, ο γιοσ του ασαφ, ο υπομνηματογραφοσ, ηρθαν στον εζεκια με ξεσχισμενα τα ιματια, και του ανηγγειλαν τα λογια του ραβ-σακη.

37

και οταν ο βασιλιασ εζεκιασ το ακουσε, ξεσχισε τα ιματια του, και σκεπαστηκε με σακο, και μπηκε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εστειλε, σκεπασμενουσ με σακουσ, τον ελιακειμ τον οικονομο, και τον σομνα τον γραμματεα, και τουσ πρεσβυτερουσ των ιερεων, προσ τον προφητη ησαια, τον γιο του αμωσ· και του ειπαν: ετσι λεει ο εζεκιασ: αυτη η ημερα ειναι ημερα θλιψησ, και ονειδισμου, και βλασφημιασ· επειδη, τα παιδια ηρθαν στην ακμη τησ γεννασ, ομωσ δεν υπαρχει δυναμη σ' αυτη που γενναει· ειθε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου να ακουσε τα λογια του ραβ-σακη, που ο βασιλιασ τησ ασσυριασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του, τον εστειλε για να ονειδισει τον ζωντανο θεο, και να εξυβρισει, με τα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ακουσε· γι' αυτο, υψωσε δεηση υπερ του σωζομενου υπολοιπου. και ηρθαν στον ησαια οι δουλοι του βασιλια εζεκια. και ο ησαιασ ειπε σ' αυτουσ: ετσι θα πειτε στον κυριο σασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μη φοβασαι απο τα λογια που ακουσεσ, με τα οποια οι δουλοι του βασιλια τησ ασσυριασ με ονειδισαν· δεσ, εγω θα του βαλω ενα τετοιο πνευμα, ωστε, αφου ακουσει θορυβο, θα επιστρεψει στη γη του· και θα τον κανω να πεσει με μαχαιρα μεσα στη γη του. ο ραβ-σακησ, λοιπον, επεστρεψε, και βρηκε τον βασιλια τησ ασσυριασ να πολεμαει εναντια στη λιβνα· επειδη, ακουσε οτι ειχε φυγει απο τη λαχεισ. και ο βασιλιασ ακουσε να λενε για τον θιρακα, τον βασιλια τησ αιθιοπιασ: βγηκε να σε πολεμησει. και οταν το ακουσε, εστειλε πρεσβευτεσ στον εζεκια, λεγοντασ: ετσι θα πειτε στον εζεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, λεγοντασ: ο θεοσ σου, επανω στον οποιο εχεισ το θαρροσ σου, ασ μη σε απαταει, λεγοντασ: η ιερουσαλημ δεν θα παραδοθει στο χερι του βασιλια τησ ασσυριασ. δεσ, εσυ ακουσεσ τι εκαναν οι βασιλιαδεσ τησ ασσυριασ σε ολουσ τουσ τοπουσ, καταστρεφοντασ τουσ· και θα λυτρωθεισ εσυ; μηπωσ οι θεοι των εθνων λυτρωσαν εκεινουσ, που οι πατερεσ μου κατεστρεψαν, τη γωζαν, και τη χαρραν, και τη ρεσεφ, και τουσ γιουσ του εδεν, που ειναι στην τελασσαρ; που ειναι ο βασιλιασ τησ αιμαθ, και ο βασιλιασ τησ αρφαδ, και ο βασιλιασ τησ πολησ σεφαρουιμ, ενα, και αυα; και παιρνοντασ ο εζεκιασ την επιστολη απο το χερι των πρεσβευτων, τη διαβασε· και ο εζεκιασ ανεβηκε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και την ξετυλιξε μπροστα στον κυριο. και ο εζεκιασ προσευχηθηκε στον κυριο, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, θεε του ισραηλ, εσυ που καθεσαι επανω στα χερουβειμ, εσυ ο ιδιοσ εισαι ο θεοσ, ο μονοσ, ολων των βασιλειων τησ γησ· εσυ εκανεσ τον ουρανο και τη γη. στρεψε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το αυτι σου, και ακουσε· ανοιξε τα ματια σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεσ· και ακουσε ολα τα λογια του σενναχειρειμ, που εστειλε αυτον για να ονειδισει τον ζωντανο θεο. αληθινα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οι βασιλιαδεσ τησ ασσυριασ ερημωσαν ολα τα εθνη, και τουσ τοπουσ τουσ, και ερριξαν τουσ θεουσ τουσ στη φωτια· επειδη, δεν ησαν θεοι, αλλα εργο χεριων ανθρωπου, ξυλα και πετρεσ· γι' αυτο, τουσ κατεστρεψαν. τωρα, λοιπον, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε μασ, σωσε μασ απο το χερι του· ωστε, ολα τα βασιλεια τησ γησ να γνωρισουν οτι, εσυ εισαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο μονοσ. τοτε, ο ησαιασ, ο γιοσ του αμωσ, εστειλε στον εζεκια, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ: ακουσα οσα προσευχηθηκεσ σε μενα εναντια στον σενναχειρειμ, τον βασιλια τησ ασσυριασ. αυτοσ ειναι ο λογοσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε γι' αυτον: σε καταφρονησε, σε επαιξε, η παρθενα, η θυγατερα τησ σιων· κουνησε πισω σου κεφαλι, η θυγατερα τησ ιερουσαλημ. ποιον ονειδισεσ και βλασφημησεσ; εναντια σε ποιον υψωσεσ τη φωνη, και σηκωσεσ ψηλα τα ματια σου; εναντια στον αγιο του ισραηλ. τον κυριο ονειδισεσ διαμεσου των δουλων σου, και ειπεσ: «με το πληθοσ των αμαξων μου εγω ανεβηκα στο υψοσ των βουνων, στα πλευρα του λιβανου· και θα κοψω τουσ ψηλουσ κεδρουσ του, τα εκλεκτα ελατια του· και θα μπω στο υψοσ των ακρων του, στο δασοσ του καρμηλου του· εγω ανεσκαψα, και ηπια νερα· και με το ιχνοσ των ποδιων μου ξερανα ολα τα ποταμια των πολιορκουμενων». μηπωσ δεν ακουσεσ οτι εγω το εκανα αυτο απο παλια, και το αποφασισα απο τισ αρχαιεσ ημερεσ; τωρα, ομωσ, το εκτελεσα, ωστε να εισαι για να καταστρεφεισ οχυρωμενεσ πολεισ σε σωρουσ ερειπιων· γι' αυτο, οι κατοικοι τουσ ησαν μικρησ δυναμησ, τρομαξαν και καταντροπιαστηκαν· ησαν σαν το χορταρι του χωραφιου, και σαν τη χλοη, σαν το χορταρι των ταρατσων, και σαν το σιταρι που καιγεται πριν καλαμωσει. ομωσ, εγω ξερω την κατοικια σου, και την εξοδο σου, και την εισοδο σου, και τη λυσσα σου, που εχεισ εναντιον μου. επειδη, η λυσσα σου εναντιον μου, και η αλαζονεια σου ανεβηκαν στα αυτια μου, γι' αυτο, θα βαλω τον κρικο μου στα ρουθουνια σου, και τον χαλινο μου στα χειλη σου, και θα σε γυρισω πισω απο τον δρομο διαμεσου του οποιου ηρθεσ. και τουτο θα ειναι σε σενα το σημαδι: αυτη τη χρονια θα φατε ο,τι ειναι αυτοφυεσ· και τη δευτερη χρονια, ο,τι εκφυεται απο το ιδιο· ενω την τριτη χρονια, να σπειρετε, και να θερισετε, και να φυτεψετε αμπελωνεσ, και να φατε τον καρπο τουσ. και το υπολοιπο απο τον οικο του ιηhυδα, που διασωθηκε, θα ριζωσει και παλι απο κατω, και θα δωσει επανω καρπουσ. επειδη, απο την ιερουσαλημ θα βγει το υπολοιπο, και απο το βουνο σιων, αυτο που διασωθηκε· ο ζηλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θα το εκτελεσει. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τον βασιλια τησ ασσυριασ: δεν θα μπει μεσα σ' αυτη την πολη ουτε θα τοξευσει εκει βελοσ ουτε θα προβαλει εναντιον τησ ασπιδεσ ουτε θα υψωσει εναντιον τησ προχωμα· απο τον δρομο διαμεσου του οποιου ηρθε, απ' αυτον θα γυρισει, και σ' αυτη την πολη μεσα δεν θα μπει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, θα υπερασπιστω αυτη την πολη, ωστε να τη σωσω, για χαρη μου, και για χαρη του δουλου μου του δαβιδ. τοτε, ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βγηκε, και χτυπησε στο στρατοπεδο των ασσυριων 185.000· και οταν σηκωθηκαν το πρωι, να, ολοι ησαν νεκρα σωματα. και σηκωθηκε και εφυγε, και επεστρεψε ο σενναχειρειμ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ, και κατοικησε στη νινευη. κι ενω προσκυνουσε στον οικο του νισρωκ, του θεου του, ο αδραμμελεχ και ο σαρασαρ, οι γιοι του, τον χτυπησαν με μαχαιρα, κι αυτοι εφυγαν στη γη τησ αρμενιασ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο εσαραδδων, ο γιοσ του.

38

κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, ο εζεκιασ αρρωστησε μεχρι θανατου· και ηρθε ο ησαιασ ο προφητησ, ο γιοσ του αμωσ, και του ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· βαλε σε ταξη ο,τι αφορα την οικογενεια σου· επειδη, πεθαινεισ, και δεν θα ζησεισ. τοτε, ο εζεκιασ εστρεψε το προσωπο του προσ τον τοιχο, και προσευχηθηκε στον κυριο, και ειπε: παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θυμησου τωρα, πωσ περπατησα μπροστα σου με αληθεια, και με τελεια καρδια, και επραξα μπροστα σου το αρεστο. και ο εζεκιασ εκλαψε μεγαλον κλαυθμο. τοτε, εγινε λογοσ κυριου στον ησαια, λεγοντασ: πηγαινε, και πεσ στον εζεκια: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του δαβιδ του πατερα σου: ακουσα την προσευχη σου, ειδα τα δακρυα σου· δεσ, θα προσθεσω στισ ημερεσ σου 15 χρονια· και θα ελευθερωσω εσενα κι αυτη την πολη απο το χερι του βασιλια τησ ασσυριασ, και θα υπερασπιστω αυτη την πολη· και τουτο θα ειναι σε σενα το σημειο απο τον κυριο, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει αυτο το πραγμα, που μιλησε· δεσ, θα στρεψω δεκα βαθμουσ προσ τα πισω τη σκια των βαθμων, που κατεβηκε στο ηλιακο ημερολογιο του αχαζ. και στραφηκε ο ηλιοσ δεκα βαθμουσ απο τουσ οποιουσ ειχε κατεβει. αυτα ειναι που γραφτηκαν απο τον εζεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, οταν αρρωστησε, και ανερρωσε απο την αρρωστια του: εγω ειπα: στο μεσημερι των ημερων μου, θα παω στισ πυλεσ του ταφου· στερηθηκα το υπολοιπο των χρονων μου. ειπα: δεν θα δω ξανα τον κυριο, τον κυριο σε γη ζωντανων ανθρωπων· δεν θα ξαναδω ανθρωπο μαζι με τουσ κατοικουσ του κοσμου. η ζωη μου εφυγε, και μετατοπιστηκε απο μενα σαν σκηνη βοσκου· κοπηκε η ζωη μου σαν απο εναν υφαντη· θα με κοψει απο το στημονι· απο το πρωι μεχρι την εσπερα θα με τελειωσεισ. στοχαζομουν μεχρι το πρωι, θα σπασει ολα τα κοκαλα μου σαν λιονταρι· απο το πρωι μεχρι την εσπερα θα με τελειωσεισ. σαν γερανοσ, σαν χελιδονι, ετσι ψελλιζα· οδυρομουν σαν τρυγονι· τα ματια μου απεκαναν ατενιζοντασ προσ τα επανω. καταθλιβομαι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ανακουφισε με. τι να πω; αυτοσ και ειπε σε μενα, και εκτελεσε· θα περναω ολα τα χρονια μου μεσα στην πικρια τησ ψυχησ μου. εντουτοισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οι ανθρωποι ζουν, και σε ολα αυτα υπαρχει η ζωη του πνευματοσ μου· εσυ, βεβαια, με θεραπευεισ, και με αναζωοποιεισ. δεσ, αντι για ειρηνη, ηρθε επανω μου μεγαλη πικρια· αλλα, εσυ, για αγαπη τησ ψυχησ μου, τη λυτρωσεσ απο τον λακκο τησ φθορασ· επειδη, ερριξεσ πισω απο τα νωτα σου ολεσ μου τισ αμαρτιεσ. επειδη, ο ταφοσ δεν θα σε υμνησει· ο θανατοσ δεν θα σε δοξολογησει· αυτοι που κατεβαινουν στον λακκο δεν θα ελπιζουν στην αληθεια σου. αυτοσ που ζει, αυτοσ που ζει, αυτοσ θα σε υμνει, οπωσ εγω αυτη την ημερα· ο πατερασ θα γνωστοποιησει στα παιδια την αληθεια σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηρθε για να με σωσει· γι'αυτο θα ψαλλουμε το τραγουδι μου επανω σε εγχορδα οργανα ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ μασ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ο ησαιασ ειχε πει: ασ παρουν μια παλαθη απο συκα, και ασ τη βαλουν σαν εμπλαστρο επανω στο ελκοσ, και θα γιατρευτει. και ο εζεκιασ ειχε πει: τι ειναι το σημειο οτι εγω θα ανεβω στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh;

39

κατα τον καιρο εκεινο, ο μερωδαχ-βαλαδαν, ο γιοσ του βαλαδαν, βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, εστειλε στον εζεκια επιστολεσ και δωρα, οταν ακουσε οτι αρρωστησε, και ανερρωσε. και ο εζεκιασ χαρηκε γι' αυτα, και τουσ εδειξε τον οικο των πολυτιμων πραγματων του, το ασημι, και το χρυσαφι, και τα αρωματα, και τα πολυτιμα μυρα, και ολοκληρη την οπλοθηκη του, και καθε τι που βρισκοταν μεσα στουσ θησαυρουσ του· δεν υπηρχε τιποτε μεσα στο παλατι του ουτε κατω απο ολοκληρη την εξουσια του, που ο εζεκιασ δεν το εδειξε σ' αυτουσ. και ο ησαιασ ο προφητησ ηρθε στον βασιλια εζεκια, και του ειπε: τι λενε οι ανθρωποι αυτοι, και απο που ηρθαν σε σενα; και ο εζεκιασ ειπε: ερχονται σε μενα απο μια μακρινη γη, απο τη βαβυλωνα. και εκεινοσ ειπε: τι ειδαν στο παλατι σου; και ο εζεκιασ απαντησε: ειδαν το καθε τι που ειναι μεσα στο παλατι μου· δεν υπαρχει τιποτε στουσ θησαυρουσ μου, που δεν τουσ το εδειξα. τοτε, ο ησαιασ ειπε στον εζεκια: ακουσε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: δεσ, ερχονται ημερεσ, κατα τισ οποιεσ το καθε τι που ειναι μεσα στο παλατι σου, και ο,τι εναποταμιευσαν οι πατερεσ σου μεχρι αυτη την ημερα, θα μετακομιστει στη βαβυλωνα· δεν θα μεινει τιποτε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· θα παρουν και απο τουσ γιουσ σου, που θα βγουν απο σενα, τουσ οποιουσ θα γεννησεισ· και θα γινουν ευνουχοι στο παλατι του βασιλια τησ βαβυλωνασ. τοτε, ο εζεκιασ ειπε στον ησαια: καλοσ ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλησεσ. ειπε ακομα: επειδη, θα υπαρχει ειρηνη και ασφαλεια στισ ημερεσ μου.

40

παρηγορειτε, παρηγορειτε τον λαο μου, λεει ο θεοσ σασ. μιληστε παρηγορητικα προσ την ιερουσαλημ, και φωναξτε προσ αυτην οτι, ο καιροσ τησ ταπεινωσησ τησ ολοκληρωθηκε, οτι η ανομια τησ συγχωρηθηκε· επειδη, πηρε απο το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διπλασιο για ολεσ τισ αμαρτιεσ τησ. μια φωνη καποιου που βοα μεσα στην ερημο: ετοιμαστε τον δρομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· καντε ισια τα μονοπατια του θεου μασ στην ερημο. καθε φαραγγα θα υψωθει, και καθε βουνο και λοφοσ θα ταπεινωθει· και τα στρεβλα θα γινουν ισια· και οι τραχεισ τοποι, ομαλοι· και η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα φανερωθει, και καθε σαρκα ταυτοχρονα θα δει· επειδη, το στομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε. μια φωνη, που λεει: φωναξε· και ειπε: τι να φωναξω; καθε σαρκα ειναι χορταρι, και καθε δοξα τησ σαν ανθοσ του χωραφιου. το χορταρι ξεραθηκε, το ανθοσ μαραθηκε· επειδη, επνευσε επανω του το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· χορταρι στ' αληθεια ειναι ο λαοσ. το χορταρι ξεραθηκε, το ανθοσ μαραθηκε· ο λογοσ, ομωσ, του θεου μασ μενει στον αιωνα. εσυ, που φερνεισ στη σιων αγαθεσ αγγελιεσ, ανεβα στο ψηλο βουνο· εσυ, που φερνεισ αγαθεσ αγγελιεσ στην ιερουσαλημ, υψωσε δυνατα τη φωνη σου· υψωσε· μη φοβηθεισ· πεσ στισ πολεισ του ιηhυδα: δεστε, ο θεοσ σασ! δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ θαρθει με δυναμη, και ο βραχιονασ του θα εξουσιαζει γι' αυτον· δεστε, ο μισθοσ του ειναι μαζι του, και η αμοιβη του μπροστα του. θα βοσκησει το κοπαδι του σαν βοσκοσ· θα μαζεψει τα αρνια με τον βραχιονα του, και θα τα βασταξει στον κολπο του· και θα οδηγει αυτα που θηλαζουν. ποιοσ μετρησε τα νερα στο κοιλωμα του χεριου του, και σταθμισε τουσ ουρανουσ με τη σπιθαμη, και συμπεριελαβε με μετρο το χωμα τησ γησ, και ζυγισε με στατηρα τα βουνα και με πλαστιγγα τουσ λοφουσ; ποιοσ σταθμισε το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh η εγινε συμβουλοσ του, και τον διδαξε; με ποιον εκανε συμβουλιο, ποιοσ τον εκανε συνετον, και του διδαξε τον δρομο τησ κρισησ, και του παρεδωσε επιστημη, και του εδειξε τον δρομο τησ συνεσησ; δεστε, τα εθνη ειναι σαν σταγονα απο καδο, και θεωρουνται σαν τη λεπτη σκονη τησ πλαστιγγασ· δεστε, μετατοπιζει τα νησια σαν σκονη. και ο λιβανοσ δεν ειναι ικανοσ για καυση ουτε τα ζωα του ικανα για ολοκαυτωμα. ολα τα εθνη, μπροστα του, ειναι σαν το μηδεν· θεωρουνται γι' αυτον λιγοτερο απο το μηδεν και τη ματαιοτητα. με ποιον, λοιπον, θα εξομοιωσετε τον θεο; η, τι ομοιωμα θα προσαρμοσετε σ' αυτον; ο τεχνιτησ χωνευει μια γλυπτη εικονα, και ο χρυσοχοοσ απλωνει επανω τησ χρυσαφι, και χυνει ασημενιεσ αλυσιδεσ. ο φτωχοσ, κανοντασ προσφορα, διαλεγει ασηπτο ξυλο· και αναζηταει για τον εαυτο του εναν επιδεξιο τεχνιτη, για να κατασκευασει μια γλυπτη εικονα, που δεν σαλευει. δεν γνωρισατε; δεν ακουσατε; δεν σασ αναγγελθηκε απο την αρχη; δεν εννοησατε απο την εποχη τησ δημιουργιασ τησ γησ; αυτοσ ειναι που καθεται επανω στον γυρο τησ γησ, και οι κατοικοι τησ ειναι σαν ακριδεσ· αυτοσ απλωνει τουσ ουρανουσ σαν παραπετασμα, και τουσ απλωνει σαν σκηνη για κατοικηση· αυτοσ φερνει τουσ ηγεμονεσ στο μηδεν, και κανει τουσ κριτεσ τησ γησ σαν ματαιοτητα. αλλ' ουτε θα φυτευτουν· και ουτε θα σπαρουν· αλλ' ουτε θα ριζωθει μεσα στη γη το στελεχοσ τουσ· μονον να πνευσει επανω τουσ, κι αμεσωσ θα ξεραθουν, και ο ανεμοστροβιλοσ θα τουσ αρπαξει σαν αχυρο. με ποιον, λοιπον, θα με εξομοιωσετε, και θα εξισωθω; λεει ο αγιοσ. σηκωστε ψηλα τα ματια σασ, και δειτε, ποιοσ τα δημιουργησε αυτα; αυτοσ που βγαζει το στρατευμα τουσ κατα αριθμο· αυτοσ που καλει ολα αυτα με το ονομα τουσ στη μεγαλειοτητα τησ δυναμησ του, επειδη, ειναι ισχυροσ σε εξουσια· δεν του λειπει τιποτε. γιατι λεσ, ιακωβ, και γιατι μιλασ, ισραηλ: ο δρομοσ μου ειναι κρυμμενοσ απο τον κυριο, και η κριση μου παραμελειται απο τον θεο μου; δεν γνωρισεσ; δεν ακουσεσ, οτι ο αιωνιοσ θεοσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο δημιουργοσ των ακρων τησ γησ, δεν ατονει, και δεν αποκαμει; η φρονηση του δεν εξιχνιαζεται. δινει ισχυ στουσ εξασθενημενουσ, και αυξανει τη δυναμη στουσ αδυνατουσ. οι νεοι, ομωσ, θα ατονησουν και θα αποκαμουν, και οι εκλεκτοι νεοι θα εξασθενησουν ολοκληρωτικα· αλλ' αυτοι που προσμενουν τον κυριο θα ανανεωσουν τη δυναμη τουσ· θα ανεβουν με φτερουγεσ σαν αετοι· θα τρεξουν, και δεν θα αποκαμουν· θα περπατησουν, και δεν θα ατονησουν.

41

σιωπατε μπροστα μου, ω νησια· και οι λαοι ασ ανανεωσουν δυναμη· ασ πλησιασουν, και τοτε ασ μιλησουν· ασ προσελθουμε μαζι σε κριση. ποιοσ σηκωσε τον δικαιο απο την ανατολη, τον προσκαλεσε κατα ποδασ του, του παρεδωσε τα εθνη, και τον εκανε κυριο επανω στουσ βασιλιαδεσ; ποιοσ τουσ παρεδωσε στη μαχαιρα του σαν χωμα, και στο τοξο του σαν αχυρο που σπρωχνεται απο τον ανεμο; τουσ καταδιωξε, και περασε απο μεσα με ασφαλεια, απο τον δρομο, που δεν ειχε περπατησει με τα ποδια του. ποιοσ ενεργησε και το εκανε, καλωντασ τισ γενεεσ εξαρχησ; εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο πρωτοσ, κι αυτοσ που ειμαι με τουσ εσχατουσ· εγω, ο ιδιοσ. τα νησια ειδαν, και φοβηθηκαν· τα περατα τησ γησ τρομαξαν, πλησιασαν, και ηρθαν. βοηθησαν καθε ενασ τον πλησιον του· και ειπε στον αδελφο του: να εισαι ισχυροσ. και ο ξυλουργοσ ενισχυε τον χρυσοχοο, κι αυτοσ που λεπτυνε με το σφυρι, αυτον που σφυροκοπουσε επανω στο αμονι, λεγοντασ: ειναι καλο για τη συγκολληση· και το στερεωνει με καρφια, για να μη κινειται. αλλ' εσυ, ισραηλ, δουλε μου, ιακωβ, εκλεκτε μου, το σπερμα του αβραhαμ του αγαπητου μου, εσυ, τον οποιο πηρα απο τα ακρα τησ γησ, και σε καλεσα απο τισ εσχατιεσ τησ, και σου ειπα: εσυ εισαι ο δουλοσ μου· εγω σε εκλεξα, και δεν θα σε απορριψω· μη φοβασαι· επειδη, εγω ειμαι μαζι σου· μη τρομαζεισ· επειδη, εγω ειμαι ο θεοσ σου· σε ενισχυσα· μαλιστα, σε βοηθησα· μαλιστα, σε υπερασπιστηκα με το δεξι χερι τησ δικαιοσυνησ μου. δεσ, ολοι οι οργισμενοι εναντιον σου θα καταισχυνθουν και θα ντραπουν· θα ειναι σαν ενα τιποτε· και οι αντιδικοι σου θα αφανιστουν. θα τουσ αναζητησεισ, και δεν θα τουσ βρεισ, τουσ εναντιουμενουσ σε σενα· αυτοι που πολεμουν εναντιον σου θα γινουν ενα τιποτε, και σαν εξουθενωμα. επειδη, εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ειμαι που κραταω το δεξι σου χερι, λεγοντασ σου: μη φοβασαι· εγω θα σε βοηθησω. μη φοβασαι, ω σκουληκι ιακωβ, ω θνητοι του ισραηλ· εγω θα σε βοηθαω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και λυτρωτησ σου ειναι ο αγιοσ του ισραηλ. να, εγω θα σε κανω νεο κοφτερο αλωνιστηρι οργανο οδοντωτο· θα αλωνισεισ τα βουνα, και θα τα λεπτυνεισ, και θα κανεισ τουσ λοφουσ σαν λεπτο αχυρο. θα τα ανεμισεισ, και ο ανεμοσ θα τα σηκωσει, και ο ανεμοστροβιλοσ θα τα διασκορπισει· εσυ, ομωσ, θα ευφρανθεισ στον κυριο, και θα δοξαστεισ στον αγιο του ισραηλ. οταν οι φτωχοι και οι ενδεεισ ζητησουν νερο, και δεν υπαρχει, και η γλωσσα τουσ θα ξεραινεται απο τη διψα, εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τουσ εισακουσω, ο θεοσ του ισραηλ δεν θα τουσ εγκαταλειψω. θα ανοιξω ποταμια σε ψηλουσ τοπουσ, και πηγεσ στο μεσον των κοιλαδων· θα κανω την ερημο λιμνεσ νερων, και την ξερη γη πηγεσ νερων. μεσα στην ερημο θα φυτεψω τον κεδρο, το δεντρο τησ ακακιασ, και τη μυρτια, και το ελιοδεντρο· μεσα στην ακατοικητη γη θα βαλω μαζι το ελατο, το πευκο, και τον πυξο· για να δουν, και να γνωρισουν, και να στοχαστουν, και να εννοησουν ταυτοχρονα, οτι το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh το εκανε, και ο αγιοσ του ισραηλ το δημιουργησε. παραστηστε τη δικη σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· διατυπωστε τα δυνατα σασ επιχειρηματα, λεει ο βασιλιασ του ιακωβ. ασ πλησιασουν και ασ μασ δειξουν τι θα συμβει· ασ αναγγειλουν τα προγενεστερα, τι ησαν, για να τα στοχαστουμε, και να γνωρισουμε τα εσχατα τουσ· η, ασ μασ αναγγειλουν τα μελλοντικα γεγονοτα. αναγγειλατε αυτα που θα συμβουν στο μετεπειτα διαστημα, για να γνωρισουμε οτι ειστε θεοι· ακομα, καντε καλο η καντε κακο, για να θαυμασουμε, και να δουμε ταυτοχρονα. δεστε, εσεισ ειστε λιγοτερο και απο το μηδεν, και το εργο σασ χειροτερο και απο το μηδεν· οποιοσ σασ εκλεγει, ειναι βδελυγμα. σηκωσα εναν απο τον βορρα, και θαρθει· απο την ανατολη του ηλιου θα επικαλειται το ονομα μου· και θα πατησει επανω στουσ ηγεμονεσ σαν επανω σε πηλο, και οπωσ ο κεραμεασ καταπαταει τον αργιλο. ποιοσ τα ανηγγειλε αυτα εξαρχησ, για να γνωρισουμε; και προ του καιρου τουσ, για να πουμε: αυτοσ ειναι ο δικαιοσ; αλλα, κανενασ δεν υπαρχει που να αναγγελλει· αλλα, κανενασ δεν υπαρχει που να διακηρυττει· αλλα, κανενασ δεν υπαρχει που να ακουει τα λογια σασ. εγω ο πρωτοσ θα πω προσ τη σιων: δεσ, δεσ αυτα· και θα δωσω στην ιερουσαλημ αυτον που ευαγγελιζεται. επειδη, κοιταξα, και δεν υπηρχε κανενασ, ναι, αναμεσα τουσ, αλλα δεν υπηρχε συμβουλοσ, που να μπορει να απαντησει εναν λογο, οταν τουσ ρωτησα. δεστε, ολοι ειναι ματαιοτητα, τα εργα τουσ ειναι ενα μηδεν· τα χωνευτα τουσ ανεμοσ και ματαιοτητα.

42

δεστε, ο δουλοσ μου, που υποστηριξα· ο εκλεκτοσ μου, στον οποιο η ψυχη μου ευαρεστηθηκε· εβαλα επανω του το πνευμα μου· θα εξαγγειλει κριση στα εθνη. δεν θα φωναξει ουτε θα ανακραξει ουτε θα κανει τη φωνη του να ακουστει στουσ δρομουσ. καλαμι σπασμενο δεν θα το συντριψει, και λιναρι που καπνιζει δεν θα το σβησει· θα εκφερει κριση με αληθεια. δεν θα υποχωρησει ουτε θα μικροψυχησει, μεχρισ οτου βαλει κριση επανω στη γη· και τα νησια θα προσμενουν τον νομο του. ετσι λεει ο θεοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ που δημιουργησε τουσ ουρανουσ, και τουσ απλωσε· αυτοσ που στερεωσε τη γη, και οσα γεννιουνται απ' αυτη· αυτοσ που εδωσε πνοη στον λαο, που ειναι επανω σ' αυτη, και πνευμα σ' αυτουσ που περπατουν επανω σ' αυτη. εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε καλεσα με δικαιοσυνη, και θα κραταω το χερι σου, και θα σε διαφυλαττω, και θα σε κανω διαθηκη του λαου, φωσ των εθνων· για να ανοιξεισ τα ματια των τυφλων, και να βγαλεισ τουσ δεσμιουσ απο τα δεσμα, αυτουσ που καθονται μεσα σε σκοταδι απο το σπιτι τησ φυλακησ. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αυτο ειναι το ονομα μου· και δεν θα δωσω τη δοξα μου σε αλλον ουτε την αινεση μου στα γλυπτα. δεστε, ηρθαν τα εξαρχησ· και εγω αναγγελλω νεα πραγματα· πριν αναφυτρωσουν, σασ μιλαω γι' αυτα. ψαλλετε στον κυριο ενα νεο τραγουδι, τη δοξα του απο τα ακρα τησ γησ, εσεισ που κατεβαινετε στη θαλασσα, και ολα οσα υπαρχουν μεσα σ' αυτη· τα νησια, και οσοι κατοικουν σ' αυτα. η ερημοσ και οι πολεισ τησ, ασ υψωσουν φωνη, οι κωμοπολεισ που τισ κατοικει ο κηδαρ· ασ ψαλλουν οι κατοικοι τησ σελα, ασ αλαλαζουν απο τισ κορυφεσ των βουνων. ασ δωσουν δοξα στον κυριο, και ασ αναγγειλουν την αινεση του στα νησια. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα βγει ωσ ισχυροσ· θα διεγειρει ζηλο ωσ πολεμιστησ· θα φωναξει, μαλιστα θα βρυχησει, θα υπερισχυσει εναντια στουσ πολεμιουσ του. απο πολυ καιρο σιωπησα· θα μεινω ησυχοσ; θα κρατησω τον εαυτο μου; τωρα θα φωναξω, σαν αυτη που γενναει· θα καταστρεψω και θα καταπιω μαζι. θα ερημωσω βουνα και λοφουσ, και θα καταξερανω καθε χορταρι τουσ· και θα κανω τουσ ποταμουσ νησια, και θα ξερανω τισ λιμνεσ. και θα φερω τουσ τυφλουσ απο δρομο που δεν ηξεραν, θα τουσ οδηγησω σε μονοπατια που δεν γνωριζαν· θα κανω μπροστα τουσ το σκοταδι φωσ, και τα στρεβλα ισια. αυτα τα πραγματα θα τουσ κανω, και δεν θα τουσ εγκαταλειψω. στραφηκαν προσ τα πισω, καταντροπιαστηκαν αυτοι που εχουν το θαρροσ τουσ στα γλυπτα, αυτοι που λενε στα χωνευτα: εσεισ ειστε οι θεοι μασ. ακουστε, ω κουφοι· κι ανοιξτε τα ματια σασ, ω τυφλοι, για να δειτε. ποιοσ ειναι τυφλοσ, παρα ο δουλοσ μου; η, κουφοσ, παρα ο μηνυτησ μου, που εγω εστειλα; ποιοσ ειναι τυφλοσ, παρα ο τελειοσ; και ποιοσ ειναι τυφλοσ, παρα ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; βλεπεισ πολλα, αλλα δεν παρατηρεισ· ανοιγεισ τα αυτια, αλλα δεν ακουσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδειξε σ' αυτον ευνοια ενεκα τησ δικαιοσυνησ του· θα μεγαλυνει τον νομο του, και θα τον καταστησει εντιμο. ομωσ, αυτοσ ειναι λαοσ διαρπαγμενοσ και γυμνωμενοσ· ολοι ειναι παγιδευμενοι σε σπηλαια, και κρυμμενοι στισ φυλακεσ· ειναι λαφυρο, και δεν υπαρχει αυτοσ που να λυτρωνει· διαρπαγμα, και κανενασ που να λεει: επιστρεψε το. ποιοσ απο σασ θα δωσει σ' αυτο ακροαση; θα προσεξει και θα ακουσει στο διαστημα μετα απ' αυτα; ποιοσ παρεδωσε τον ιακωβ σε διαρπαγη, και τον ισραηλ σε λεηλατητεσ; οχι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ στον οποιο αμαρτησαμε; επειδη, δεν θελησαν να περπατησουν στουσ δρομουσ του ουτε υπακουσαν στον νομο του. γι' αυτο, ξεχυσε επανω σ' αυτον τη σφοδροτητα τησ οργησ του, και την ορμη του πολεμου· και τον εβαλε σε φλογεσ απο παντου, αλλ' αυτοσ δεν καταλαβε· και τον εκαψε, αλλ' αυτοσ δεν το εβαλε στην καρδια του.

43

και τωρα, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο δημιουργοσ σου, ιακωβ, και ο πλαστησ σου, ισραηλ· μη φοβασαι· επειδη, εγω σε λυτρωσα, σε καλεσα με το ονομα σου· δικοσ μου εισαι. οταν διαβαινεισ μεσα απο τα νερα, θα ειμαι μαζι σου· και οταν περνασ μεσα απο τα ποταμια, δεν θα πλημμυριζουν επανω σου· οταν περπατασ μεσα απο τη φωτια, δεν θα καεισ ουτε θα εξαφθει φλογα επανω σου. επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, ο αγιοσ του ισραηλ, ο σωτηρασ σου· για αντιλυτρο σου εδωσα την αιγυπτο· την αιθιοπια και τη σεβα, αντι για σενα. αφοτου σταθηκεσ πολυτιμοσ στα ματια μου, δοξαστηκεσ, και εγω σε αγαπησα· και θα δωσω πολλουσ ανθρωπουσ αντι για σενα, και λαουσ αντι για το κεφαλι σου. μη φοβασαι· επειδη, εγω ειμαι μαζι σου· απο την ανατολη θα φερω το σπερμα σου, και απο τη δυση θα σε συναξω· θα πω στον βορρα: δωσε· και προσ τον νοτο: μη εμποδισεισ· φερε τουσ γιουσ μου απο μακρια, και τισ θυγατερεσ μου απο τα ακρα τησ γησ, ολουσ οσουσ ονομαζονται με το ονομα μου· επειδη, τουσ δημιουργησα για τη δοξα μου· τουσ επλασα και τουσ εκανα. βγαλε τον τυφλο λαο, παρολο που εχει ματια, και τον κουφο, παρολο που εχει αυτια. ασ συγκεντρωθουν ολα τα εθνη, και ασ συγκεντρωθουν ολοι οι λαοι· ποιοσ αναμεσα τουσ το ανηγγειλε, και μασ εδειξε τα προγενεστερα; ασ φερουν τουσ μαρτυρεσ τουσ, και ασ δικαιωθουν· η, ασ ακουσουν, και ασ πουν: αυτο ειναι αληθινο. εσεισ ειστε μαρτυρεσ μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ο δουλοσ μου, που εκλεξα, για να μαθετε και να πιστεψετε σε μενα, και να εννοησετε οτι εγω ο ιδιοσ ειμαι· πριν απο μενα αλλοσ θεοσ δεν υπηρξε ουτε υστερα απο μενα θα υπαρχει. εγω, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και εκτοσ απο μενα αλλοσ σωτηρασ δεν υπαρχει. εγω ανηγγειλα, και εσωσα, και εδειξα· και δεν σταθηκε σε σασ ξενοσ θεοσ· κι εσεισ ειστε μαρτυρεσ μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εγω ο θεοσ. και πριν γινει η ημερα, εγω ημουν ο ιδιοσ· και δεν υπαρχει αυτοσ που λυτρωνει απο το χερι μου· θα κανω, και ποιοσ μπορει να το εμποδισει; ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο λυτρωτησ σασ, ο αγιοσ του ισραηλ: για σασ εστειλα στη βαβυλωνα, και κατεβαλα ολουσ τουσ φυγαδεσ τησ, και τουσ χαλδαιουσ, αυτουσ που καυχωνταν στα πλοια. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο αγιοσ σασ, ο ποιητησ του ισραηλ, ο βασιλιασ σασ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εκανε δρομο στη θαλασσα, και μονοπατια στα δυνατα νερα· που εβγαλε αμαξεσ, και αλογα, στρατο, και ρωμαλεουσ· ολα ξαπλωθηκαν κατω μαζι, δεν σηκωθηκαν· αφανιστηκαν, εσβησαν σαν στουπι. μη θυμαστε τα προγενεστερα, και μη συλλογιζεστε τα παλια. δεστε, εγω θα κανω ενα νεο πραγμα· τωρα θα ανατειλει· δεν θα το γνωρισετε; θα κανω, σιγουρα, εναν δρομο μεσα στην ερημο, ποταμουσ μεσα στην ανυδρη γη. τα θηρια του χωραφιου θα με δοξασουν, τα τσακαλια, και οι στρουθοκαμηλοι· επειδη, δινω νερα στην ερημο, ποταμουσ στην ανυδρη γη, για να ποτισω τον λαο μου, τον εκλεκτο μου. ο λαοσ, που επλασα για τον εαυτο μου, θα διηγειται την αινεση μου. αλλ' εσυ, ιακωβ, δεν με επικαλεστηκεσ· αλλ' εσυ, ισραηλ, βαρεθηκεσ μαζι μου. δεν μου προσφερεσ τα αρνια των ολοκαυτωματων σου ουτε με τιμησεσ με τισ θυσιεσ σου. εγω δεν σε δουλωσα με προσφορεσ ουτε σε βαρυνα με θυμιαμα· δεν αγορασεσ με ασημι αρωματικο καλαμι για μενα, ουτε με γεμισεσ απο το παχοσ των θυσιων σου· αλλα, με δουλωσεσ με τισ αμαρτιεσ σου, με επιβαρυνεσ με τισ ανομιεσ σου. εγω, εγω ειμαι, ο οποιοσ εξαλειφω τισ παραβασεισ σου για χαρη μου, και δεν θα θυμηθω τισ αμαρτιεσ σου. θυμησε μου· ασ κριθουμε μαζι· λεγε εσυ για να δικαιωθεισ. ο προπατορασ σου αμαρτησε, και οι δασκαλοι σου ανομησαν σε μενα. γι' αυτο, θα κανω τουσ αρχοντεσ του αγιαστηριου βεβηλουσ, και θα παραδωσω τον ιακωβ σε καταρα, και τον ισραηλ σε ονειδισμουσ.

44

αλλα, τωρα, ακου, δουλε μου ιακωβ, και ισραηλ, τον οποιο εκλεξα· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που σε εκανε, και σε επλασε απο την κοιλια, και θα σε βοηθησει· μη φοβασαι, δουλε μου ιακωβ, κι εσυ ιεσουρουν, τον οποιο εκλεξα. επειδη, θα ξεχυνω νερο επανω σ' αυτον που διψαει, και ποταμουσ επανω στην ξηρα· θα ξεχυνω το πνευμα μου επανω στο σπερμα σου, και την ευλογια μου επανω στουσ εγγονουσ σου· και θα βλαστησουν σαν αναμεσα σε χορταρι, σαν ιτιεσ κοντα στα ρυακια των νερων. ο μεν ενασ θα λεει: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ενω ο αλλοσ θα ονομαζεται με το ονομα του ιακωβ· και αλλοσ θα υπογραφεται με το χερι του στον κυριο, και θα επονομαζεται με το ονομα του ισραηλ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο βασιλιασ του ισραηλ, και ο λυτρωτησ του, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: εγω ειμαι ο πρωτοσ, και εγω ο εσχατοσ· και εκτοσ απο μενα θεοσ δεν υπαρχει. και ποιοσ ειναι, οπωσ εγω, θα κραξει και θα αναγγειλει, και θα διαταξει σε μενα, αφου συστησα τον παλιο λαο; και τα επερχομενα και τα μελλοντα, ασ τουσ τα αναγγειλουν. μη φοβαστε ουτε να τρομαζετε· εκτοτε δεν σε εκανα να ακουσεισ, και το ανηγγειλα; εσεισ, μαλιστα, ειστε μαρτυρεσ μου· υπαρχει εκτοσ απο μενα θεοσ; βεβαια, δεν υπαρχει βραχοσ· δεν γνωριζω κανεναν. οσοι κατασκευαζουν ειδωλα, ειναι ολοι ματαιοτητα· και τα πολυαγαπημενα τουσ ειδωλα δεν ωφελουν· κι αυτοι ειναι μαρτυρεσ γι' αυτα οτι δεν βλεπουν ουτε καταλαβαινουν, για να καταντροπιαστουν. ποιοσ επλασε θεο η εχυσε ειδωλο, που δεν ωφελει σε τιποτε; δεστε, ολοι οι συντροφοι του θα ντροπιαστουν· και οι τεχνιτεσ, αυτοι ειναι απο ανθρωπουσ· ασ συγκεντρωθουν ολοι μαζι· ασ παρασταθουν· θα φοβηθουν, θα ντραπουν ολοι μαζι. ο χαλκουργοσ κοβει σιδερο, και εργαζεται στα καρβουνα, και το μορφωνει με τα σφυρια, και το κατασκευαζει με τη δυναμη των βραχιονων του· μαλιστα, πειναει, και η δυναμη του αποκαμει· νερο δεν πινει, και ατονει. ο ξυλουργοσ απλωνει τον κανονα, το σημειωνει με σταθμη, το εξομαλυνει με ροκανια, και το σημειωνει με τον διαβητη, και το κανει συμφωνα με την ανθρωπινη μορφη, συμφωνα με την ανθρωπινη ωραιοτητα, για να κατοικει στο σπιτι. κοβει κεδρουσ για τον εαυτο του, και παιρνει το κυπαρισσι και τη βελανιδια, που διαλεγει για τον εαυτο του αναμεσα στα δεντρα του δασουσ· φυτευει ενα πευκο, και η βροχη το αυξανει. και θα ειναι στον ανθρωπο χρησιμο για καψιμο· και απ' αυτο παιρνει και ζεσταινεται· ακομα, το καιει, και ψηνει ψωμι· επιπλεον, το κανει θεο, και το προσκυναει· το κανει ειδωλο, και γονατιζει μπροστα του. απ' αυτο, το μισο το καιει σε φωτια, και με το αλλο μισο τρωει το κρεασ· ψηνει το ψητο, και χορταινει· και ζεσταινεται, λεγοντασ: ω! ζεστασθηκα, ειδα τη φωτια· κι αυτο που απεμεινε το κανει θεο, το γλυπτο του· γονατιζει μπροστα του, και το προσκυναει, και προσευχεται σ' αυτο, και λεει: λυτρωσε με, επειδη εισαι ο θεοσ μου. δεν καταλαβαινουν ουτε εχουν νοηση· επειδη, εκλεισε τα ματια τουσ για να μη βλεπουν, και τισ καρδιεσ τουσ για να μη καταλαβαινουν. και κανενασ δεν σκεφτεται στην καρδια του ουτε υπαρχει μεσα του γνωση ουτε νοηση, ωστε να πει: «απ' αυτο, το μισο το εκαψα σε φωτια· ακομα, εψησα ψωμι επανω στα καρβουνα του· εψησα κρεασ, και εφαγα· υστερα, το υπολοιπο του θα το κανω βδελυγμα; θα προσκυνησω εναν κορμο δεντρου;». βοσκεται απο σταχτη· η απατημενη καρδια του τον αποπλανησε, για να μη μπορει να ελευθερωσει την ψυχη του ουτε να πει: αυτο, που ειναι στα δεξια μου, δεν ειναι ψεμα; θυμησου αυτα, ιακωβ και ισραηλ· επειδη, εισαι δουλοσ μου· εγω σε επλασα· δουλοσ μου εισαι· ισραηλ, δεν θα λησμονηθεισ απο μενα. εξαλειψα τισ παραβασεισ σου, σαν πυκνη ομιχλη, και τισ αμαρτιεσ σου, σαν συννεφο· γυρνα σε μενα· επειδη, εγω σε λυτρωσα. ψαλλετε, ουρανοι· επειδη, αυτο το εκανε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αλαλαξτε, οσα ειστε κατω απο τη γη· βγαλτε φωνη αγαλλιασησ, βουνα, δαση, και ολα τα δεντρα που ειναι σ' αυτα· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh λυτρωσε τον ιακωβ, και δοξαστηκε στον ισραηλ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο οποιοσ σε λυτρωσε, και σε επλασε απο την κοιλια: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που δημιουργησα τα παντα· ο μονοσ που απλωσα τουσ ουρανουσ, που στερεωσα τη γη απο μονοσ μου· που ματαιωνω τα σημαδια των ψευδολογων, και κανω τουσ μαντεισ παραφρονεσ· που ανατρεπω τουσ σοφουσ, και μωραινω την επιστημη τουσ· που στερεωνω τον λογο του δουλου μου και εκπληρωνω τη βουλη των μηνυτων μου· που λεω στην ιερουσαλημ: θα κατοικηθεισ· και στισ πολεισ του ιηhυδα: θα ξαναχτιστειτε, και θα ανορθωσω τα ερειπια του· που λεω στην αβυσσο: γινε ξηρα, και θα ξερανω τουσ ποταμουσ σου· που λεω στον κυρο: αυτοσ ειναι ο ποιμενασ μου, και θα εκπληρωσει ολα τα θεληματα μου· και λεω στην ιερουσαλημ: θα ξανακτιστεισ· και στον ναο: θα μπουν τα θεμελια σου.

45

ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ τον χρισμενο του, τον κυρο, του οποιου κρατησα το δεξι χερι, για να υποταξω μπροστα του τα εθνη· και θα λυσω την οσφυ των βασιλιαδων, για να ανοιξω μπροστα του τα διθυρα· και οι πυλεσ δεν θα κλειστουν. εγω θα παω μπροστα σου, και θα εξομαλυνω τουσ στρεβλουσ δρομουσ· θα συντριψω τισ χαλκινεσ θυρεσ, και θα κοψω τουσ σιδερενιουσ μοχλουσ. και θα σου δωσω θησαυρουσ που φυλασσονται σε σκοταδι και πλουτη, που ειναι κρυμμενα σε αποκρυφα μερη· για να γνωρισεισ οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που σε καλω κατ' ονομα, ο θεοσ του ισραηλ. για τον ιακωβ τον δουλο μου και τον ισραηλ τον εκλεκτο μου, σε καλεσα μαλιστα με το ονομα σου, σε επονομασα, αν και δεν με γνωρισεσ. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν υπαρχει αλλοσ· θεοσ εκτοσ απο μενα δεν υπαρχει· εγω σε περιζωσα, αν και δεν με γνωρισεσ, για να γνωρισουν απο ανατολων του ηλιου μεχρι δυσμων οτι, εκτοσ απο μενα δεν υπαρχει κανενασ· εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν υπαρχει αλλοσ· αυτοσ που κατασκευασε το φωσ, και εφτιαξε το σκοταδι· αυτοσ που κανει ειρηνη, και κτιζει κακο· εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τα κανω ολα αυτα. ουρανοι, σταλαξτε δροσο απο πανω, και τα συννεφα ασ ρανουν δικαιοσυνη· ασ ανοιξει η γη, και ασ γεννησει σωτηρια, και ασ βλαστησει μαζι δικαιοσυνη· εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh το εκανα αυτο. αλλοιμονο σ' αυτον που αντιμαχεται στον ποιητη του! ασ αντιμαχεται το οστρακο προσ τα οστρακα τησ γησ· ο πηλοσ θα πει σ' αυτον που τον πλαθει: τι κανεισ; η, το εργο σου: αυτοσ δεν εχει χερια; αλλοιμονο σ' αυτον που λεει στον πατερα: τι γεννασ; η, στη γυναικα: τι κοιλοπονασ; ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο αγιοσ του ισραηλ, και ο πλαστησ του: ρωτατε με για τα μελλοντα, για τουσ γιουσ μου, και προσταξτε με για το εργο των χεριων μου. εγω εκτισα τη γη, και δημιουργησα τον ανθρωπο επανω σ' αυτη· εγω με τα χερια μου απλωσα τουσ ουρανουσ, και εδωσα διαταγεσ σε ολοκληρη τη στρατια τουσ. εγω σηκωσα εκεινον σε δικαιοσυνη, και θα διευθυνω ολουσ τουσ δρομουσ του· αυτοσ θα οικοδομησει την πολη μου, και θα επιστρεψει τουσ αιχμαλωτουσ μου, οχι με λυτρο ουτε με δωρα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ο κοποσ τησ αιγυπτου, και το εμποριο τησ αιθιοπιασ, και των σαβαιων, ανδρων μεγαλοσωμων, θα περασουν σε σενα, και θα ειναι δικοι σου· θα ακολουθουν πισω σου· θα περασουν με αλυσιδεσ, και θα σε προσκυνησουν, θα σε ικετευσουν, λεγοντασ: βεβαια, ο θεοσ ειναι αναμεσα σου, και δεν υπαρχει κανενασ αλλοσ θεοσ. πραγματικα, εσυ εισαι θεοσ που κρυβεσαι, θεε του ισραηλ, ο σωτηρασ. ολοι αυτοι θα αισχυνθουν και θα ντραπουν· οι εργατεσ των ειδωλων θα φυγουν με ντροπη, ολοι μαζι. ο ισραηλ, ομωσ, θα σωθει διαμεσου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με αιωνια σωτηρια· δεν θα αισχυνθειτε ουτε θα ντραπειτε αιωνια. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ που δημιουργησε τουσ ουρανουσ· αυτοσ ο θεοσ που επλασε τη γη και την εφτιαξε· ο οποιοσ τη στερεωσε, την εκτισε οχι ματαια, αλλα την επλασε για να κατοικειται. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν υπαρχει αλλοσ. δεν μιλησα στα κρυφα, ουτε σε σκοτεινον τοπο τησ γησ· δεν ειπα στο σπερμα του ιακωβ: ζητηστε με ματαια· εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλαω δικαιοσυνη, που αναγγελλω ευθυτητα. συγκεντρωθειτε και ερθετε· πλησιαστε μαζι, οσοι απο τα εθνη εχουν σωθει· δεν εχουν νοηση, οσοι σηκωνουν το γλυπτο ξυλο τουσ, και προσευχονται σε θεο που δεν μπορει να σωσει. αναγγειλατε, και φερτε τουσ κοντα· μαλιστα, ασ συμβουλευθουν μαζι· ποιοσ το ανηγγειλε εξαρχησ; ποιοσ το φανερωσε απο εκεινο τον καιρο; οχι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; και εκτοσ απο μενα, δεν υπαρχει αλλοσ θεοσ· θεοσ δικαιοσ και σωτηρασ· εκτοσ απο μενα δεν υπαρχει. ριξτε το βλεμμα σασ σε μενα, και σωθειτε, ολα τα περατα τησ γησ· επειδη, εγω ειμαι ο θεοσ, και δεν υπαρχει αλλοσ. ορκιστηκα στον εαυτο μου· ο λογοσ βγηκε απο το στομα μου με δικαιοσυνη, και δεν θα επιστρεψει, οτι: καθε γονατο θα λυγισει σε μενα, καθε γλωσσα θα ορκιζεται σε μενα. βεβαια, θα πουν για μενα: στον κυριο ειναι η δικαιοσυνη και η δυναμη· σ' αυτον θα προσελθουν, και θα ντροπιαστουν ολοι εκεινοι που οργιζονται εναντιον του. στον κυριο θα δικαιωθει και θα δοξαστει ολοκληρο το σπερμα του ισραηλ.

46

ολοκληρωτικα λυγισε ο βηλ, εσκυψε ο νεβω· τα ειδωλα τουσ τοποθετηθηκαν επανω σε ζωα, και κτηνη· οι αμαξεσ σασ ησαν φορτωμενεσ με κοπιαστικο φορτιο. σκυβουν, λυγιζουν μαζι· δεν μπορουν να σωσουν το φορτιο, αλλα κι αυτα φερνονται σε αιχμαλωσια. ακουστε με, ω οικοσ ιακωβ, και ολοκληρο το υπολοιπο του οικου ισραηλ, που σασ σηκωσα απο την κοιλια τησ μητερασ σασ, σασ βασταξα απο τη μητρα· και μεχρι τα γηρατεια σασ εγω ο ιδιοσ ειμαι· και μεχρι τισ ασπρεσ τριχεσ των μαλλιων σασ εγω θα σασ βασταξω· εγω σασ εκανα, και εγω θα σασ σηκωσω· ναι, εγω θα σασ βασταξω και θα σασ σωσω. με ποιον θα με εξομοιωσετε και θα με εξισωσετε και θα με συγκρινετε, και θα ειμαστε ομοιοι; χυνουν χρυσαφι απο το βαλαντιο, και ζυγιζουν ασημι με τον στατηρα, και μισθωνουν εναν χρυσοχοο, και το κατασκευαζουν σε θεο· επειτα προσπεφτουν, και προσκυνουν· τον σηκωνουν επανω στον ωμο· τον φερνουν, και τον βαζουν στον τοπο του, και στεκεται· απο τον τοπο του δεν θα μετακινηθει· επιπλεον, βοουν σ' αυτον, αλλα δεν μπορει να απαντησει ουτε να τουσ σωσει απο τη συμφορα τουσ. θυμηθειτε το, και φανειτε ανθρωποι· ανακαλεστε το στον νου σασ, αποστατεσ. θυμηθειτε τα προγενεστερα, τα εξαρχησ· επειδη, εγω ειμαι ο θεοσ, και δεν υπαρχει αλλοσ· εγω ειμαι ο θεοσ, και κανενασ δεν ειναι ομοιοσ με μενα· ο οποιοσ εξαρχησ αναγγελλω το τελοσ, και απο πρωτυτερα αυτα που ακομη δεν συνεβησαν, λεγοντασ: η βουλη μου θα σταθει, και θα εκτελεσω ολοκληρο το θελημα μου· ο οποιοσ κραζω στο αρπακτικο πουλι απο ανατολασ, τον ανδρα τησ θελησησ μου απο γη μακρινη· ναι, μιλησα, και θα κανω να γινει· βουλευθηκα, και θα το εκτελεσω. ακουστε με, σκληροκαρδοι, εσεισ που ειστε μακρυα απο τη δικαιοσυνη μου. εφερα κοντα τη δικαιοσυνη μου· δεν θα ειναι μακρια, και η σωτηρια μου δεν θα βραδυνει· και θα δωσω στη σιων σωτηρια στον ισραηλ, τη δοξα μου.

47

κατεβα και καθησε επανω στο χωμα, παρθενα θυγατερα τησ βαβυλωνασ· καθησε καταγησ· θρονοσ δεν υπαρχει πλεον, θυγατερα των χαλδαιων· επειδη, δεν θα ονομαστεισ στο εξησ απαλη και τρυφερη. πιασε τον χειρομυλο, και αλεθε αλευρι· ξεσκεπασε τουσ πλοκαμουσ σου, γυμνωσε τα ποδια, ξεσκεπασε τισ κνημεσ, περασε τουσ ποταμουσ. η γυμνωση σου θα ξεσκεπαστει· ναι, η ντροπη σου θα φανει· θα παρω εκδικηση, και δεν θα λυπηθω ανθρωπο. του λυτρωτη μασ το ονομα ειναι: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο αγιοσ του ισραηλ. καθησε σιωπωντασ, και μπεσ μεσα στο σκοταδι, θυγατερα των χαλδαιων· επειδη, δεν θα ονομαζεσαι πλεον: η κυρια των βασιλειων. οργιστηκα εναντια στον λαο μου, μολυνα την κληρονομια μου, και τουσ παρεδωσα στο χερι σου· ομωσ, εσυ δεν εδειξεσ σ' αυτουσ ελεοσ· βαρυνεσ υπερβολικα τον ζυγο σου επανω στον γεροντα. και ειπεσ: θα ειμαι κυρια παντοτινα· ωστε, αυτα δεν τα εβαλεσ στην καρδια σου, ουτε θυμηθηκεσ τα τελευταια τουσ. τωρα, λοιπον, ακουσε τουτο, εσυ που εισαι παραδομενη στισ απολαυσεισ, κατοικεισ αμεριμνα, λεσ στην καρδια σου: εγω ειμαι, και εκτοσ απο μενα καμια αλλη· δεν θα καθησω χηρα, και δεν θα γνωρισω ατεκνωση. τα δυο αυτα θαρθουν σιγουρα επανω σου, ξαφνικα, σε μια ημερα: ατεκνωση και χηρεια· θαρθουν επανω σου ολοκληρωτικα, εξαιτιασ του πληθουσ των μαγειων σου, εξαιτιασ τησ μεγαλησ αφθονιασ των γοητειων σου· επειδη, απεκτησεσ θαρροσ λογω τησ πονηριασ σου, και ειπεσ: δεν με βλεπει κανενασ. η σοφια σου και η επιστημη σου σε αποπλανησαν· και ειπεσ στην καρδια σου: εγω ειμαι, και εκτοσ απο μενα καμια αλλη. γι' αυτο, θαρθει επανω σου κακο, χωρισ να ξερεισ απο που γεννιεται· και συμφορα θα πεσει εναντιον σου, χωρισ να μπορεισ να την αποστρεψεισ· θαρθει και ολεθροσ επανω σου ξαφνικα, χωρισ να ξερεισ. στασου, τωρα, με τισ γοητειεσ σου, και με το πληθοσ των μαγειων σου, στισ οποιεσ αγωνιστηκεσ απο τη νιοτη σου· αν μπορεισ να ωφεληθεισ, αν μπορεισ να υπερισχυσεισ. απεκαμεσ στο πληθοσ των βουλων σου. ασ σηκωθουν, τωρα, οι ουρανοσκοποι, οι αστρολογοι, οι προγνωστικοι μηνολογοι, κι ασ σε σωσουν απο οσα επερχονται επανω σου. δεσ, θα ειναι σαν αχυρο· φωτια θα τουσ κατακαψει· δεν θα μπορεσουν να σωσουν τον εαυτο τουσ απο τη δυναμη τησ φλογασ· δεν θα μεινει καρβουνο για να ζεσταθει καποιοσ, ουτε φωτια για να καθησει μπροστα του. τετοιοι θα ειναι σε σενα εκεινοι, μαζι με τουσ οποιουσ κοπιασεσ απο τη νιοτη σου, οι εμποροι σου· θα φυγουν περιπλανωμενοι καθε ενασ στο μεροσ του· κανενασ δεν θα σε σωσει.

48

ακουστε τουτο, οικοσ ιακωβ· εσεισ που κληθηκατε με το ονομα του ισραηλ, και βγηκατε απο την πηγη του ιηhυδα· που ορκιζεστε στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και αναφερετε τον θεο του ισραηλ, ομωσ, οχι με αληθεια ουτε με δικαιοσυνη. επειδη, παιρνουν το ονομα τουσ απο την αγια πολη, και στηριζονται επανω στον θεο του ισραηλ· το ονομα του ειναι: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. εκτοτε, ανηγγειλα τα εξαρχησ· και βγηκαν απο το στομα μου· και τα διακηρυξα· τα εκανα αυτα ξαφνικα, και εγιναν. επειδη, γνωριζω οτι εισαι σκληροσ, και ο τραχηλοσ σου ειναι σιδερενιο νευρο, και το μετωπο σου χαλκινο. εκτοτε, μαλιστα, ανηγγειλα σε σενα τουτο, πριν γινει το διακηρυξα σε σενα, για να μη πεισ: το ειδωλο μου τα εκανε· και το γλυπτο μου, και το χυτο μου, τα προσταξε. ακουσεσ· δεσ ολα αυτα· και δεν θα ομολογησετε; απο τωρα διακηρυττω σε σενα νεα, μαλιστα τελειωσ κρυμμενα, και τα οποια εσυ δεν ηξερεσ. τωρα εγιναν, και οχι απο παλια, και ουτε ειχεσ ακουσει γι' αυτα πριν απο τουτη την ημερα, για να πεισ: δεσ, εγω τα ηξερα. ουτε ακουσεσ ουτε ηξερεσ ουτε εξαρχησ ειχαν ανοιχτει τα αυτια σου· επειδη, βεβαια, ηξερα οτι θα φεροσουν απιστα, και ειχεσ ονομαστει παραβατησ απο την κοιλια τησ μητερασ σου. εξαιτιασ του ονοματοσ μου, θα μακρυνω τον θυμο μου, και εξαιτιασ του επαινου μου, θα συγκρατηθω σε σενα, ωστε να μη σε εξολοθρευσω. να, σε καθαρισα, οχι ομωσ σαν ασημι· σε εκανα εκλεκτο στο χωνευτηρι τησ θλιψησ. εξαιτιασ μου, εξαιτιασ μου, θα το κανω· επειδη, πωσ θα μολυνοταν το ονομα μου; ναι, δεν θα δωσω τη δοξα μου σε αλλον. ακουσε με, ιακωβ, και ισραηλ, τον οποιο εγω καλεσα· εγω ειμαι ο ιδιοσ· εγω ειμαι ο πρωτοσ και ο εσχατοσ. και το χερι μου θεμελιωσε τη γη και το δεξι μου χερι μετρησε τουσ ουρανουσ με σπιθαμη· οταν τουσ καλω, παραστεκονται μαζι. ολοι εσεισ, συγκεντρωθειτε, και ακουστε· ποιοσ απ' αυτουσ τα ανηγγειλε αυτα; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον αγαπησε· γι' αυτο, θα εκπληρωσει το θελημα του επανω στη βαβυλωνα, και ο βραχιονασ του θα ειναι εναντια στουσ χαλδαιουσ. εγω, εγω μιλησα· ναι, τον καλεσα· τον εφερα, και εγω θα ευοδωσω τον δρομο του. πλησιαστε σε μενα, ακουστε αυτο· εξαρχησ δεν μιλησα σε κρυφο τοπο· αφοτου εγινε αυτο, εγω ημουν εκει· και τωρα με απεστειλε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, και το πνευμα του. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο λυτρωτησ σου, ο αγιοσ του ισραηλ: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, που σε διδασκω για την ωφελεια σου, σε οδηγω διαμεσου του δρομου απο τον οποιο επρεπε να πασ. ειθε να ακουγεσ τα προσταγματα μου! τοτε, η ειρηνη σου θα ηταν σαν ποταμοσ, και η δικαιοσυνη σου σαν κυματα θαλασσασ· και το σπερμα σου θα ηταν σαν την αμμο, και τα εγγονια τησ κοιλιασ σου σαν τισ πετρεσ τησ· το ονομα του δεν θα αποκοβοταν ουτε θα εξαλειφοταν απο μπροστα μου. βγειτε εξω απο τη βαβυλωνα, φευγετε απο τουσ χαλδαιουσ, με φωνη αλαλαγμου αναγγειλατε, διακηρυξτε τουτο, φωναξτε το μεχρι εσχατου τησ γησ, να πειτε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh λυτρωσε τον δουλο του τον ιακωβ. και δεν διψασαν, οταν τουσ οδηγουσε διαμεσου τησ ερημου· εκανε γι' αυτουσ να ρευσουν νερα απο την πετρα· και εσχισε την πετρα, και τα νερα ερρευσαν. ειρηνη δεν υπαρχει στουσ ασεβεισ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

49

ακουστε με, τα νησια· και προσεξτε, οι μακρινοι λαοι. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με καλεσε απο την κοιλια τησ μητερασ μου· απο τα σπλαχνα τησ μητερασ μου ανεφερε το ονομα μου. και εκανε το στομα μου σαν οξεια μαχαιρα· με εκρυψε κατω απο τη σκια του χεριου του, και με εκανε σαν εκλεκτο βελοσ, και με εκρυψε στη φαρετρα του, και μου ειπε: εσυ εισαι ο δουλοσ μου, ισραηλ, στον οποιο θα δοξαστω. και εγω ειπα: κοπιασα ματαια· για το τιποτε και ματαια αναλωσα τη δυναμη μου· η κριση μου, ομωσ, ειναι μαζι με τον κυριο, και το εργο μου μαζι με τον θεο μου. τωρα, λοιπον, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ που με επλασε για δουλον του απο την κοιλια τησ μητερασ μου για να επαναφερω σ' αυτον τον ιακωβ, και για να συγκεντρωθει σ' αυτον ο ισραηλ, και θα δοξαστω στα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ο θεοσ μου θα ειναι η δυναμη μου· και ειπε: ειναι μικρο πραγμα να εισαι δουλοσ μου για να ανορθωσεισ τισ φυλεσ του ιακωβ, και να επαναφερεισ το υπολοιπο του ισραηλ· επιπλεον, θα σε δωσω φωσ στα εθνη, για να εισαι η σωτηρια μου μεχρισ εσχατου τησ γησ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο λυτρωτησ του ισραηλ, ο αγιοσ του, προσ εκεινον τον οποιο ο ανθρωποσ καταφρονει, προσ εκεινον που το εθνοσ αηδιαζει, προσ τον δουλο των εξουσιαστων: βασιλιαδεσ θα σε δουν και θα σηκωθουν, ηγεμονεσ και θα σε προσκυνησουν, ενεκα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειναι πιστοσ, του αγιου του ισραηλ, που σε εκλεξε. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: σε καιρο δεκτο σε εισακουσα, και σε ημερα σωτηριασ σε βοηθησα· και θα σε διαφυλαξω, και θα σε δωσω για διαθηκη των λαων, για να ανορθωσεισ τη γη, να κληροδοτησεισ ερημωμενεσ κληρονομιεσ· λεγοντασ στουσ δεσμιουσ: βγειτε 'εξω· σ' αυτουσ που ειναι στο σκοταδι: φανερωθειτε. θα βοσκηθουν κοντα στουσ δρομουσ, και οι βοσκεσ τουσ θα ειναι σε ολουσ τουσ ψηλουσ τοπουσ. δεν θα πεινασουν ουτε θα διψασουν· δεν θα τουσ προσβαλει ουτε ο καυσωνασ ουτε ο ηλιοσ· επειδη, αυτοσ που τουσ ελεει, θα τουσ οδηγησει, και θα τουσ φερει διαμεσου πηγων με νερα. και ολα τα βουνα μου θα τα κανω δρομουσ, και τα μονοπατια μου θα υψωθουν. δεστε, αυτοι θαρθουν απο μακρια· και δεστε, αυτοι απο βορρα και απο νοτο, κι αυτοι απο τη γη του σινειμ. ευφραινεστε, ουρανοι· και αγαλλου, γη· τα βουνα, αλαλαξτε· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρηγορησε τον λαο του, και ελεησε τουσ θλιμμενουσ του. αλλα, η σιων ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με εγκατελειψε, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου με λησμονησε. μπορει η γυναικα να λησμονησει το βρεφοσ τησ που θηλαζει, ωστε να μη ελεησει το παιδι τησ κοιλιασ τησ; αλλα, κι αν αυτεσ λησμονησουν, εγω ομωσ δεν θα σε λησμονησω. δεσ, σε εχω ζωγραφισει επανω στισ παλαμεσ μου· τα τειχη σου ειναι παντοτε μπροστα μου. τα παιδια σου θαρθουν με βιασυνη· αυτοι, ομωσ, που σε καταστρεφουν και σε ερημωνουν, θα βγουν εξω απο σενα. υψωσε τα ματια σου ολογυρα, και δεσ· ολοι αυτοι συγκεντρωνονται μαζι, ερχονται σε σενα. ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οτι ολουσ αυτουσ θα τουσ ντυθεισ εσυ σαν κοσμημα, και θα τουσ στολιστεισ σαν νυφη. επειδη, οι αφανισμενοι σου και οι ερημωμενοι σου τοποι, και η καταφθαρμενη γη σου, θα ειναι μαλιστα παρα πολυ στενοι για τουσ κατοικουσ σου· και εκεινοι, που σε κατετρωγαν, θα κρατηθουν μακρια απο σενα. τα παιδια που θα αποκτησεισ υστερα απο την ατεκνια σου, θα πουν επιπλεον στα αυτια σου: ειναι στενοσ ο τοποσ για μενα· κανε μου εναν τοπο για να κατοικησω. τοτε, θα πεισ στην καρδια σου: ποιοσ τα γεννησε αυτα σε μενα, ενω εγω ημουν ατεκνωμενη, και ερημη, αιχμαλωτη, και μεταφερομενη; κι αυτα, ποιοσ τα εθρεψε; δεστε, εγω ειχα εγκαταλειφθει μονη· αυτα, που ησαν; ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, θα υψωσω το χερι μου προσ τα εθνη, και θα στησω τη σημαια μου προσ τουσ λαουσ, και θα φερουν τουσ γιουσ σου κρατωντασ τουσ στην αγκαλια, και οι θυγατερεσ σου θα φερθουν επανω σε ωμουσ· και οι βασιλιαδεσ θα ειναι οι παιδοτροφοι σου, και οι βασιλισσεσ τουσ οι τροφοι σου· θα σε προσκυνησουν με το προσωπο προσ τη γη, και θα γλειφουν το χωμα των ποδιων σου· και θα γνωρισεισ οτι, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και οτι εκεινοι που με προσμενουν, δεν θα ντροπιαστουν. μπορει να αφαιρεθει το λαφυρο απο τον ισχυρο η να ελευθερωθουν εκεινοι που δικαια αιχμαλωτιστηκαν; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, λεει: και οι αιχμαλωτοι του ισχυρου θα αφαιρεθουν, και το λαφυρο του τρομερου θα αποσπαστει· επειδη, εγω θα δωσω τη μαχη απεναντι σ' αυτουσ που μαχονται εναντιον σου, και εγω θα σωσω τα παιδια σου. ενω, αυτουσ που σε καταθλιβουν, θα κανω να φανε τισ ιδιεσ τουσ τισ σαρκεσ· και θα μεθυσουν με το ιδιο τουσ το αιμα, σαν με νεο κρασι· και καθε σαρκα θα γνωρισει, οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειμαι ο σωτηρασ σου, και ο λυτρωτησ σου, ο ισχυροσ του ιακωβ.

50

ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: που ειναι το εγγραφο του διαζυγιου τησ μητερασ σασ, με το οποιο την απεβαλα; η, ποιοσ ειναι απο τουσ δανειστεσ μου στον οποιο σασ πουλησα; δεστε, για τισ ανομιεσ σασ πουληθηκατε, και για τισ παραβασεισ σασ αποβληθηκε η μητερα σασ. γιατι, οταν ηρθα, δεν υπηρχε κανενασ; και οταν καλεσα, δεν υπηρχε εκεινοσ που απανταει; μικρυνε κατα τιποτε το χερι μου, ωστε να μη μπορει να λυτρωσει; η, δεν εχω δυναμη να ελευθερωσω; δεστε, εγω, με την επιτιμηση μου, ξερανα τη θαλασσα, εκανα ερημο τουσ ποταμουσ· τα ψαρια τουσ ξεραθηκαν απο ελλειψη νερου, και πεθαναν απο τη διψα. εγω ντυνω ολογυρα τουσ ουρανουσ με σκοταδι, και για το περικαλυμμα τουσ βαζω εναν σακο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μου εδωσε γλωσσα οπωσ των διδαγμενων, για να ξερω πωσ να μιλησω εναν λογο προσ τον κουρασμενο σε καταλληλο καιρο· διεγειρει απο πρωι σε πρωι, διεγειρει το αυτι μου για να ακουω, οπωσ οι διδαγμενοι. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ ανοιξε σε μενα ενα αυτι, και εγω δεν απειθησα ουτε στραφηκα προσ τα πισω. εδωσα τον νωτο μου σ' αυτουσ που μαστιγωνουν, και τισ σιαγονεσ μου σ' αυτουσ που μαδουν· δεν εκρυψα το προσωπο μου απο βρισιεσ και φτυσιματα. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ θα με βοηθησει· γι' αυτο, δεν ντραπηκα· γι' αυτο, εβαλα το προσωπο μου σαν σκληρη πετρα, και ξερω οτι δεν θα ντροπιαστω. αυτοσ που με δικαιωνει, ειναι κοντα· ποιοσ θα κριθει μαζι μου; ασ παρασταθουμε μαζι· ποια ειναι η αντιδικοσ μου; ασ με πλησιασει. δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ θα με βοηθησει· ποιοσ θα με καταδικασει; δεστε, ολοι αυτοι θα παλιωσουν σαν ιματιο· το σκουληκι θα τουσ καταφαει. ποιοσ ειναι αναμεταξυ σασ που φοβαται τον κυριο, που υπακουει στη φωνη του δουλου του; αυτοσ, και αν περπαταει μεσα σε σκοταδι, και δεν εχει φωσ, ασ εχει θαρροσ στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ασ επιστηριζεται στον θεο του. δεστε, ολοι εσεισ, που αναβετε φωτια, και ειστε περικυκλωμενοι με σπινθηρεσ, περπατατε μεσα στο φωσ τησ φωτιασ σασ, και διαμεσου των σπινθηρων που αναψατε. αυτο εγινε σε σασ απο το χερι μου, θα κειτεστε μεσα σε λυπη.

51

ακουστε με, εσεισ που ακολουθειτε τη δικαιοσυνη, που ζητατε τον κυριο· κοιταξτε στον βραχο, απο τον οποιο λατομηθηκατε, και στο στομιο του λακκου, απο τον οποιο ανορυχθηκατε. κοιταξτε στον αβραhαμ τον πατερα σασ, και στη σαρρα, που σασ γεννησε· επειδη, τον καλεσα οταν ηταν ενασ, και τον ευλογησα, και τον πληθυνα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λοιπον, θα παρηγορησει τη σιων· αυτοσ θα παρηγορησει ολουσ τουσ ερημωμενουσ τοπουσ τησ· και θα κανει την ερημο τησ σαν την εδεμ, και την ερημια τησ σαν παραδεισο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ευφροσυνη και αγαλλιαση θα βρισκεται μεσα σ' αυτη, δοξολογια, και φωνη αινεσησ. ακουσε με, λαε μου· και δωσε ακροαση σε μενα, εθνοσ μου· επειδη, απο μενα θα βγει νομοσ, και θα στησω την κριση μου για φωσ των λαων. η δικαιοσυνη μου πλησιαζει· η σωτηρια μου βγηκε, και οι βραχιονεσ μου θα κρινουν τουσ λαουσ· τα νησια θα προσμενουν εμενα, και θα ελπιζουν επανω στον βραχιονα μου. υψωστε τα ματια σασ στουσ ουρανουσ, και κοιταξτε κατω στη γη· επειδη, οι ουρανοι θα διαλυθουν σαν καπνοσ, και η γη θα παλιωσει σαν ιματιο, και οσοι κατοικουν σ' αυτη, θα πεθανουν εξισου· αλλα, η σωτηρια μου θα ειναι στον αιωνα, και η δικαιοσυνη μου δεν θα εκλειψει. ακουστε με, εσεισ που γνωριζετε δικαιοσυνη· λαε, στην καρδια του οποιου ειναι ο νομοσ μου· μη φοβαστε τον ονειδισμο των ανθρωπων, ουτε να ταραζεστε στισ υβρεισ τουσ. επειδη, σαν ιματιο θα τουσ καταφαει το σκουληκι, και σαν μαλλι θα τουσ καταφαει ο σκοροσ· η δικαιοσυνη μου, ομωσ, θα μενει στον αιωνα, και η σωτηρια μου σε γενεεσ γενεων. σηκω επανω, σηκω επανω, ντυσου δυναμη, ω, βραχιονα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! σηκω επανω οπωσ στισ αρχαιεσ ημερεσ, στισ παλιεσ γενεεσ! δεν εισαι εσυ, που παταξεσ τη ρααβ, και τραυματισεσ τον δρακοντα; δεν εισαι εσυ, που ξερανεσ τη θαλασσα, τα νερα τησ μεγαλησ αβυσσου; που δημιουργησεσ τα βαθη τησ θαλασσασ δρομον διαβασησ των λυτρωμενων; και οι λυτρωμενοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα επιστρεψουν, και θαρθουν στη σιων με αλαλαγμο· και αιωνια ευφροσυνη θα ειναι επανω στο κεφαλι τουσ· θα απολαυσουν αγαλλιαση και ευφροσυνη· η λυπη και ο στεναγμοσ θα φυγουν. εγω, εγω ειμαι που σασ παρηγορω. εσυ ποιοσ εισαι, και φοβασαι απο θνητον ανθρωπο, και απο γιον ανθρωπου, που θα γινει σαν το χορταρι· και λησμονησεσ τον κυριο τον δημιουργο σου, αυτον που απλωσε τουσ ουρανουσ, και θεμελιωσε τη γη· και φοβοσουν παντοτε, καθημερινα, την οργη εκεινου που σε κατεθλιβε, σαν να ηταν ετοιμοσ να καταστρεψει; και που ειναι τωρα η οργη εκεινου που κατεθλιβε; ο αιχμαλωτισμενοσ σπευδει να λυθει, και να μη πεθανει στον λακκο ουτε να στερηθει το ψωμι του· επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, αυτοσ που ταραζει τη θαλασσα, και τα κυματα τησ ηχουν· το ονομα του ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. και εβαλα τα λογια μου στο στομα σου, και σε σκεπασα με τη σκια του χεριου μου, για να στερεωσω τουσ ουρανουσ, και να θεμελιωσω τη γη· και για να πω στη σιων: εισαι λαοσ μου. σηκω επανω, σηκω επανω, αναστησου, ιερουσαλημ, που ηπιεσ απο το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh το ποτηρι του θυμου του· ηπιεσ, αδειασεσ ακομα και αυτη τη λασπη του κρασιου του ποτηριου τησ ζαλησ. απο ολουσ τουσ γιουσ που γεννησε, δεν υπαρχει εκεινοσ που να την οδηγει· απο ολουσ τουσ γιουσ που εθρεψε, δεν υπαρχει εκεινοσ που να την πιανει απο το χερι. αυτα τα δυο ηρθαν επανω σου· ποιοσ θα σε συλλυπηθει; ερημωση και καταστροφη, και πεινα και μαχαιρα· με τι να σε παρηγορησω; οι γιοι σου νεκρωθηκαν ολοσχερωσ· κειτονται στην ακρη ολων των δρομων, σαν αγριοσ ταυροσ μεσα σε διχτυα· ειναι γεματοι απο τον θυμο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο την επιτιμηση του θεου σου. γι' αυτο, ακου τωρα τουτο, θλιμμενη, και μεθυσμενη, ομωσ, οχι απο κρασι· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ο θεοσ σου, που μαχεται υπερ του λαου του: δεσ, πηρα απο τα χερια σου το ποτηρι τησ ζαλησ, τη λασπη του κρασιου απο το ποτηρι του θυμου μου· του λοιπου δεν θα το ξαναπιεισ· και θα το βαλω στο χερι εκεινων που σε καταθλιβουν, που ειπαν στην ψυχη σου: σκυψε, για να περασουμε· κι εσυ εβαλεσ το σωμα σου σαν γη, και σαν δρομο σ' εκεινουσ που διαβαιναν.

52

σηκω επανω, σηκω επανω, ντυσου τη δυναμη σου, σιων· ντυσου τα ιματια τησ μεγαλοπρεπειασ σου, ιερουσαλημ, αγια πολη· επειδη, του λοιπου ο απεριτμητοσ και ο ακαθαρτοσ δεν θα μπει ξανα μεσα σε σενα · ξετιναξε απο πανω σου το χωμα· σηκω, καθησε, ιερουσαλημ· λυσε τα δεσμα απο τον τραχηλο σου, αιχμαλωτη θυγατερα τησ σιων. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: πουληθηκατε για το μηδεν, και θα λυτρωθειτε χωρισ ασημι. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: ο λαοσ μου κατεβηκε πρωτυτερα στην αιγυπτο για να παροικησει εκει, και οι ασσυριοι τουσ κατεθλιψαν χωρισ αιτια. τωρα, λοιπον, τι εχω να κανω εδω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη ο λαοσ μου παρθηκε αιχμαλωτοσ για το τιποτε; αυτοι που εξουσιαζουν επανω του, τον κανουν να ολολυζει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και βλασφημειται το ονομα μου παντοτε, καθημερινα. γι' αυτο, ο λαοσ μου θα γνωρισει το ονομα μου· γι' αυτο, κατα την ημερα εκεινη, θα γνωρισει οτι εγω ειμαι αυτοσ που μιλαει· προσεξε, εγω. ποσο ωραια ειναι επανω στα βουνα τα ποδια εκεινου που ευαγγελιζεται, εκεινου που κηρυττει ειρηνη! εκεινου που ευαγγελιζεται αγαθα, εκεινου που κηρυττει σωτηρια, εκεινου που λεει στη σιων: ο θεοσ σου βασιλευει! οι φυλακεσ σου θα υψωσουν φωνη· μεσα στισ φωνεσ θα αλαλαζουν μαζι· επειδη, θα δουν ματι προσ ματι, οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανορθωσει τη σιων. αλαλαξτε, ευφρανθειτε μαζι, ερημωμενοι τοποι τησ ιερουσαλημ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρηγορησε τον λαο του, λυτρωσε την ιερουσαλημ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γυμνωσε τον αγιο βραχιονα του μπροστα σε ολα τα εθνη· και ολα τα περατα τησ γησ θα δουν τη σωτηρια του θεου μασ. συρθειτε, συρθειτε, βγειτε εξω απο εκει, μη αγγιξετε ακαθαρτον· απο μεσα απ' αυτη βγειτε εξω· καθαριστειτε εσεισ που βασταζετε τα σκευη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, δεν θα βγειτε εξω με βια ουτε θα οδοιπορησετε σε κατασταση φυγησ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα παει μπροστα σασ, και ο θεοσ του ισραηλ θα ειναι η οπισθοφυλακη σασ. δεστε, ο δουλοσ μου θα ευοδωθει· θα υψωθει, και θα δοξαστει, και θα ανεβει υπερβολικα ψηλα. οπωσ πολλοι εμειναν εκστατικοι επανω σου, τοσο το προσωπο του ηταν αδοξο, περισσοτερο απο καθε ανθρωπο, και η μορφη του περισσοτερο απο τουσ γιουσ των ανθρωπων! ετσι θα ραντισει πολλα εθνη· οι βασιλιαδεσ θα φραξουν το στομα τουσ εξαιτιασ του· επειδη, θα δουν εκεινο που δεν ειχε λαληθει σ' αυτουσ· και θα καταλαβουν εκεινο, που δεν ειχαν ακουσει.

53

ποιοσ πιστεψε στο κηρυγμα μασ; και ο βραχιονασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε ποιον αποκαλυφθηκε; επειδη, ανεβηκε μπροστα του σαν τρυφερο φυτο, και σαν ριζα απο ξερη γη· δεν εχει ειδοσ ουτε καλλοσ· και τον ειδαμε, και δεν ειχε ωραιοτητα, ωστε να τον επιθυμουμε. καταφρονημενοσ και απορριμμενοσ απο τουσ ανθρωπουσ· ανθρωποσ θλιψεων και δοκιμοσ ασθενειασ· και σαν ανθρωποσ απο τον οποιο καποιοσ αποστρεφει το προσωπο, καταφρονηθηκε, και τον θεωρησαμε σαν ενα τιποτα. αυτοσ, στην πραγματικοτητα, βασταξε τισ ασθενειεσ μασ, και επιφορτιστηκε τισ θλιψεισ μασ· ενω, εμεισ τον θεωρησαμε τραυματισμενον, πληγωμενον απο τον θεο, και ταλαιπωρημενον. αυτοσ, ομωσ, τραυματιστηκε για τισ παραβασεισ μασ· ταλαιπωρηθηκε για τισ ανομιεσ μασ· η τιμωρια, που εφερε τη δικη μασ ειρηνη, ηταν επανω σ' αυτον· και διαμεσου των πληγων του γιατρευτηκαμε εμεισ. ολοι εμεισ πλανηθηκαμε σαν προβατα· στραφηκαμε καθε ενασ στον δικο του δρομο· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, εβαλε επανω σ' αυτον την ανομια ολων μασ. αυτοσ ηταν καταθλιμμενοσ και βασανισμενοσ, αλλα δεν ανοιξε το στομα του· φερθηκε σαν αρνι σε σφαγη, και σαν αφωνο προβατο μπροστα σ' εκεινον που το κουρευει, ετσι δεν ανοιξε το στομα του. απο καταθλιψη και κριση αναρπαχτηκε· τη γενια του, ομωσ, ποιοσ θα τη διηγηθει; επειδη, αποκοπηκε απο τη γη των ζωντανων ανθρωπων· για τισ παραβασεισ του λαου μου τραυματιστηκε. και ο ταφοσ του διοριστηκε μαζι με τουσ κακουργουσ· εντουτοισ, στον θανατο του σταθηκε μαζι με τον πλουσιο· επειδη, δεν επραξε ανομια ουτε βρεθηκε δολοσ στο στομα του. αλλα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θελησε να τον βασανισει· τον ταλαιπωρησε. αφου, ομωσ, δωσεισ την ψυχη του προσφορα περι αμαρτιασ, θα δει εγγονια, θα μακρυνει τισ ημερεσ του, και το θελημα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ευοδωθει στο χερι του. θα δει τουσ καρπουσ του πονου τησ ψυχησ του, και θα χορτασει· ο δικαιοσ δουλοσ μου θα δικαιωσει πολλουσ διαμεσου τησ επιγνωσησ του· επειδη, αυτοσ θα σηκωσει τισ ανομιεσ τουσ. γι' αυτο, θα του δωσω μεριδα μαζι με τουσ μεγαλουσ, και θα μοιραστει για λαφυρο τουσ ισχυρουσ, επειδη παρεδωσε σε θανατο την ψυχη του, και μαζι με ανομουσ λογαριαστηκε, κι αυτοσ βασταξε τισ αμαρτιεσ πολλων, και υπερ των ανομων θα μεσιτευσει.

54

να ευφρανθεισ, ω στειρα, εσυ που δεν γεννασ· αναβοησε με αγαλλιαση, και να χαιρεσαι υπερβολικα, εσυ που δεν κοιλοπονασ· επειδη, περισσοτερα ειναι τα παιδια τησ ερημωμενησ, παρα τα παιδια εκεινησ που εχει τον ανδρα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. πλατυνε τον τοπο τησ σκηνησ σου, και ασ εκτεινουν τα παραπετασματα των κατοικιων σου· μη λυπηθεισ· μακρυνε τα σχοινια σου, και στερεωσε τουσ πασσαλουσ σου. επειδη, θα απλωθεισ στα δεξια και στα αριστερα· και το σπερμα σου θα κληρονομησει τα εθνη, και θα κανει να κατοικηθουν οι ερημωμενεσ πολεισ. μη φοβασαι, επειδη, δεν θα καταισχυνθεισ· μη ντρεπεσαι, επειδη δεν θα ντροπιαστεισ· για τον λογο οτι, θα λησμονησεισ τη ντροπη τησ νιοτησ σου, και δεν θα θυμηθεισ πλεον το ονειδοσ τησ χηρειασ σου. επειδη, ο ανδρασ σου ειναι ο ποιητησ σου· το ονομα του ειναι: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· και ο λυτρωτησ σου ειναι ο αγιοσ του ισραηλ· αυτοσ θα ονομαστει: ο θεοσ ολοκληρησ τησ γησ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε καλεσε ωσ γυναικα εγκαταλειμμενη και θλιμμενη κατα το πνευμα, και γυναικα νιοτησ που αποβληθηκε, λεει ο θεοσ σου. σε εγκατελειψα για λιγο καιρο· ομωσ, με μεγαλο ελεοσ θα σε περισυλλεξω. μεσα σε μικρο θυμο εκρυψα απο σενα το προσωπο μου, για μια στιγμη· ομωσ, με αιωνιο ελεοσ θα σε ελεησω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο λυτρωτησ σου. δεδομενου οτι, αυτο ειναι σε μενα σαν τα νερα του νωε· επειδη, οπωσ ορκιστηκα οτι τα νερα του νωε δεν θαρθουν πλεον επανω στη γη, ετσι ορκιστηκα οτι δεν θα ειμαι πλεον σε θυμο εναντιον σου ουτε θα σε ελεγξω. επειδη, τα βουνα θα μετατοπιστουν, και οι λοφοι θα μετακινηθουν· ομωσ, το ελεοσ μου δεν θα εκλειψει απο σενα, ουτε η διαθηκη τησ ειρηνησ μου θα μετακινηθει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ που σε ελεει. ω, θλιμμενη, ταραγμενη, απαρηγορητη, δεσ, εγω θα στρωσω τισ πετρεσ σου απο πορφυρενια μαρμαρα, και θα βαλω τα θεμελια σου απο σαπφειρουσ. και θα κανω τισ επαλξεισ σου απο αχατη, και τισ πυλεσ σου απο ανθρακεσ, και ολοκληρο τον περιβολο σου απο εκλεκτεσ πετρεσ. μαλιστα, ολοι οι γιοι σου θα ειναι διδακτοι απο τον κυριο, και η ειρηνη των γιων σου θα ειναι μεγαλη. θα στερεωθεισ με δικαιοσυνη· θα εισαι μακρια απο την καταδυναστεια, επειδη δεν θα φοβασαι· και απο τον τρομο, επειδη δεν θα σε πλησιασει. δεσ, σιγουρα θα συγκεντρωθουν μαζι εναντιον σου, παντωσ οχι απο μενα. οσοι συγκεντρωθουν μαζι εναντιον σου, θα πεσουν απο σενα. δεσ, εγω εκανα τον χαλκουργο, που φυσαει τα καρβουνα στη φωτια, και βγαζει το εργαλειο για το εργο του· εγω εκανα και τον πορθητη για να καταστρεφει. κανενα οπλο, που κατασκευαστηκε εναντιον σου δεν θα ευοδωθει· και καθε γλωσσα, που επροκειτο να κινηθει εναντιον σου, θα τη νικησεισ στην κριση. αυτη ειναι η κληρονομια των δουλων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και η δικαιοσυνη τουσ ειναι απο μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

55

ω, ολοι εσεισ που διψατε, ελατε στα νερα· και οσοι που δεν εχετε ασημι, ελατε, αγοραστε, και φατε· ναι, ελατε, αγοραστε κρασι και γαλα, χωρισ ασημι και χωρισ τιμη. γιατι ξοδευετε χρηματα οχι για ψωμι; και τον κοπο σασ οχι για χορτασμο; ακουσετε με, με προσοχη, και θα φατε αγαθα, και η ψυχη σασ θα ευφρανθει στο παχοσ. στρεψτε το αυτι σασ, κι ελατε προσ εμενα, ακουστε, και η ψυχη σασ θα ζησει· και θα κανω σε σασ αιωνια διαθηκη, τα ελεη τα πιστα του δαβιδ. δεσ, τον εδωσα ωσ μαρτυρια στουσ λαουσ, αρχοντα και προσταζοντα στουσ λαουσ. δεσ, θα καλεσεισ ενα εθνοσ που δεν το γνωριζεσ· και εθνη, που δεν σε γνωριζαν, θα προστρεξουν σε σενα, για τον κυριο τον θεο σου, και για τον αγιο του ισραηλ· επειδη, σε δοξασε. ζητατε τον κυριο, ενοσω μπορει να βρεθει· επικαλειστε αυτον, ενοσω ειναι κοντα. ο ασεβησ ασ εγκαταλειπει τον δρομο του, και ο αδικοσ τισ βουλεσ του· κι ασ επιστρεψει στον κυριο, και θα τον ελεησει· και στον θεο μασ, για τον λογο οτι αυτοσ θα συγχωρησει αφθονα. επειδη, οι βουλεσ μου δεν ειναι βουλεσ σασ ουτε οι δρομοι σασ οι δικοι μου δρομοι, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αλλ' οσο ψηλοι ειναι οι ουρανοι απο τη γη, ετσι και οι δρομοι μου ειναι ψηλοτεροι απο τουσ δρομουσ σασ, και οι βουλεσ μου απο τισ δικεσ σασ βουλεσ. επειδη, οπωσ κατεβαινει η βροχη και το χιονι απο τον ουρανο, και δεν γυριζει εκει, αλλα ποτιζει τη γη, και την κανει να εκφυει και να βλασταινει, για να δωσει σπορο σ' αυτον που σπερνει, και ψωμι σ' αυτον που τρωει, ετσι θα ειναι και ο λογοσ μου, που βγαινει απο το στομα μου· δεν θα γυρισει σε μενα αδειανοσ, αλλα θα εκτελεσει το θελημα μου, και θα ευοδωθει σε ο,τι τον αποστελλω. επειδη, θα βγειτε εξω με χαρα, και θα οδηγηθειτε με ειρηνη· τα βουνα και οι λοφοι θα αντηχησουν μπροστα σασ απο αγαλλιαση, και ολα τα δεντρα του χωραφιου θα χειροκροτησουν. αντι τησ αγκαθιασ θα ανεβει κυπαρισσι, αντι τησ τσουκνιδασ θα ανεβει μυρσινη· κι αυτο θα ειναι στον κυριο για ονομα, για αιωνιο σημειο, που δεν θα εκλειψει.

56

ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: φυλαττε κριση, και πραττετε δικαιοσυνη· επειδη, πλησιαζει ναρθει η σωτηρια μου, και να αποκαλυφθει η δικαιοσυνη μου. μακαριοσ ο ανθρωποσ που το κανει αυτο, και ο γιοσ του ανθρωπου ο οποιοσ το κραταει· οποιοσ τηρει το σαββατο, ωστε να μη το βεβηλωσει, και κραταει το χερι του, ωστε να μη πραξει κανενα κακο. και ο γιοσ του αλλογενη, αυτοσ, που προστιθεται στον κυριο, ασ μη πει, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα με χωρισει απο τον λαο του ολοκληρωτικα· ουτε ο ευνουχοσ ασ λεει: δεσ, εγω ειμαι δεντρο ξερο. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: στουσ ευνουχουσ, οσοι τηρουν τα σαββατα μου, και διαλεγουν εκεινα που μου αρεσουν, και κρατουν τη διαθηκη μου, σ' αυτουσ, μαλιστα, θα δωσω μεσα στον οικο μου, και μεσα στα τειχη μου, τοπο και ονομα καλυτερο απο τουσ γιουσ και τισ θυγατερεσ· σ' αυτουσ θα δωσω αιωνιο ονομα, που δεν θα εκλειψει. και για τουσ γιουσ του αλλογενη, που θα προστιθενταν στον κυριο, για να δουλευουν σ' αυτον, και να αγαπουν το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να ειναι δουλοι του· οσοι τηρουν το σαββατο, ωστε να μη το βεβηλωσουν, και κρατουν τη διαθηκη μου· θα φερω κι αυτουσ στο αγιο βουνο μου, και θα τουσ ευφρανω στον οικο τησ προσευχησ μου· τα ολοκαυτωματα τουσ και οι θυσιεσ τουσ θα ειναι δεκτεσ επανω στο θυσιαστηριο μου· επειδη, ο οικοσ μου θα ονομαζεται: οικοσ προσευχησ για ολουσ τουσ λαουσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, αυτοσ που συγκεντρωνει τουσ διασκορπισμενουσ του ισραηλ: θα συγκεντρωσω ακομα σ' αυτον και αλλουσ, εκτοσ απο τουσ συγκεντωμενουσ του. ελατε, φατε, ολα τα ζωα του χωραφιου, ολα τα θηρια του δασουσ. ενω οι φυλακεσ του ειναι τυφλοι· ολοι τουσ ειναι χωρισ νοηση· ολοι ειναι αλαλα σκυλια, που δεν μπορουν να γαυγισουν· που κοιμουνται, κειτονται, αγαπουν νυσταγμο· ναι, σκυλια αδηφαγα, που δεν γνωριζουν χορτασμο· και βοσκοι, που δεν γνωριζουν συνεση· ολοι ειναι στραμμενοι προσ τον δρομο τουσ, καθε ενασ στο μεροσ του, για το κερδοσ τουσ. ελατε, λενε, θα φερω κρασι, και θα μεθυσουμε με σικερα· και αυριο θα ειναι σαν αυτη την ημερα, πολυ πιο αφθονη.

57

ο δικαιοσ πεθαινει, και κανενασ δεν το βαζει αυτο στην καρδια του· και οι ανδρεσ του ελεουσ συλλεγονται, χωρισ κανενασ να το καταλαβαινει, οτι ο δικαιοσ συλλεγεται μπροστα απο την κακια. θα μπει μεσα σε ειρηνη· αυτοι που περπατουνστην ευθυτητα τουσ, θα αναπαυθουν στα κρεβατια τουσ. κι εσεισ,οι γιοι τησ μαγισσασ, σπερμα μοιχου και πορνησ, πλησιαστε εδω. εναντια σε ποιον ζειτε μεσα σε απολαυσεισ; εναντια σε ποιον πλατυνατε τοστομα, ανοιξατε τη γλωσσα; δεν ειστε παιδια ανομιασ, σπερμαψευτιασ, που με τα ειδωλα φλογιζεστε κατω απο καθε πρασινοδεντρο, σφαζοντασ τα παιδια μεσα στισ φαραγγεσ, κατω απο τουσ γκρεμουσ των βραχων; η μεριδα σου ειναι αναμεσα στα χαλικια των χειμαρρων· αυτα, αυτα ειναι η κληρονομια σου· και σ' αυτα ξεχυσεσ σπονδεσ, προσφερεσ προσφορα απο αλφιτα· θα ευαρεστηθω σ'αυτα; επανω σ' ενα ψηλο και μετεωρο βουνο εβαλεσ το κρεβατι σου· και ανεβηκεσ εκει για να προσφερεισ θυσια. και πισω απο τισ θυρεσ και τουσ παραστατεσ εστησεσ την υπομνηση σου για προσφορα· επειδη, ξεσκεπασεσ τον εαυτο σου, αποστατωντασ απο μενα, και ανεβηκεσ· πλατυνεσ το κρεβατι σου, και συμφωνησεσ μαζι μ' εκεινουσ· αγαπησεσ το κρεβατι τουσ, διαλεξεσ τουσ τοπουσ· πηγεσ μαλιστα στον βασιλια με χρισματα, και αυξησεσ τα αρωματα σου, και εστειλεσ τουσ πρεσβευτεσ σου μακρια, και ταπεινωσεσ τον εαυτο σου μεχρι τον αδη. κοπιασεσ στο μακροσ του δρομου σου· και δεν ειπεσ: ματαια κοπιαζω· βρηκεσ τροπο ζωησ με το δικο σου χερι· γι' αυτο δεν απεκαμεσ. και ποιον πτοηθηκεσ η φοβηθηκεσ, ωστε να πεισ ψεματα, και να μη με θυμηθεισ, ουτε να το βαλεισ αυτο στην καρδια σου; δεν ειναι, επειδη εγω σιωπησα, και μαλιστα προ πολλου, γι'αυτο εσυ δεν με φοβηθηκεσ; εγω θα αναγγειλω τη δικαιοσυνη σου, και τα εργα σου· ομωσ, δεν θα σε ωφελησουν. οταν αναβοησεισ, ασ σε ελευθερωσουν οι συγκεντρωμενοι σου· αλλα, ο ανεμοσ θα αρπαξει ολουσ αυτουσ· η ματαιοτητα θα τουσ παρει· αυτοσ, ομωσ, που ελπιζει σε μενα, θα κληρονομησει τη γη, και θα αποκτησει το αγιο βουνο μου. και θα πω: υψωστε, υψωστε, ετοιμαστε τον δρομο, βγαλτε το προσκομμα απο τον δρομο του λαου μου. επειδη, ετσι λεει ο υψιστοσ και ο υπερτατοσ, αυτοσ που κατοικει την αιωνιοτητα, του οποιου το ονομα ειναι: ο αγιοσ: εγω κατοικω στα υψηλα, και σε αγιο τοπο· και μαζι με του συντριμμενου την καρδια, και του ταπεινου το πνευμα, για να ζωοποιω το πνευμα των ταπεινων, και να ζωοποιω την καρδια των συντριμμενων. επειδη, δεν θα αντιμαχομαι αιωνια ουτε θα ειμαι παντοτε οργισμενοσ· δεδομενου οτι, τοτε, θα εξελειπαν απο μπροστα μου το πνευμα και οι ψυχεσ που εκανα. ειχα οργιστει εξαιτιασ τησ ανομιασ τησ αισχροκερδειασ του, και τον παταξα· εκρυψα το προσωπο μου, και οργιστηκα· αυτοσ, ομωσ, ακολουθησε με πεισμα τον δρομο τησ καρδιασ του. ειδα τουσ δρομουσ του, και θα τον γιατρεψω· και θα τον οδηγησω, και θα δωσω σ' αυτον ξανα παρηγοριεσ, και στουσ θλιμμενουσ του. εγω δημιουργω τον καρπο των χειλεων: ειρηνη, ειρηνη σ' αυτον που ειναι μακρια και σ' αυτον που ειναι κοντα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα τον γιατρεψω. οι ασεβεισ, ομωσ, ειναι σαν την ταραγμενη θαλασσα, οταν δεν μπορει να ησυχασει· και τα κυματα τησ ριχνουν εξω καταπατημα και πηλο. ειρηνη δεν υπαρχει στουσ ασεβεισ, λεει ο θεοσ μου.

58

αναβοησε δυνατα, μη λυπηθεισ· υψωσε τη φωνη σου σαν σαλπιγγα, και αναγγειλε στον λαο μου τισ ανομιεσ τουσ, και στον οικο ιακωβ τισ αμαρτιεσ τουσ. με ζητουν, ομωσ, καθημερινα, και επιθυμουν να μαθαινουν τουσ δρομουσ μου, σαν εθνοσ που εκανε δικαιοσυνη, και δεν εγκατελειψε την κριση του θεου του· ζητουν απο μενα κρισεισ δικαιοσυνησ· επιθυμουν να πλησιαζουν τον θεο. γιατι νηστεψαμε, λενε, και δεν ειδεσ; ταλαιπωρησαμε την ψυχη μασ, και δεν γνωρισεσ; δεστε, κατα την ημερα τησ νηστειασ σασ βρισκετε ηδονη, και καταθλιβετε ολουσ τουσ μισθωτουσ σασ. δεστε, νηστευετε για δικεσ και φιλονικιεσ, και γρονθοκοπατε με ασεβεια· για να ακουστει απο πανω η φωνη σασ, μη νηστευετε οπωσ αυτη την ημερα. τετοια ειναι η νηστεια που εγω διαλεξα; να ταλαιπωρει ο ανθρωποσ την ψυχη του μια ημερα; να γερνει το κεφαλι του σαν σπαρτο, και να στρωνει απο κατω σακο και σταχτη για τον εαυτο του; νηστεια θα το ονομασεισ αυτο και ημερα δεκτη στον κυριο; η νηστεια που εγω διαλεξα, δεν ειναι τουτη; το να λυνεισ τουσ δεσμουσ τησ κακιασ, το να διαλυεισ βαρια φορτια, και το να αφηνεισ ελευθερουσ τουσ καταδυναστευμενουσ, και το να συντριβεισ καθε ζυγο; δεν ειναι το να μοιραζεισ το ψωμι σου σ' αυτον που πειναει, και να βαζεισ μεσα στο σπιτι σου τουσ αστεγουσ φτωχουσ; οταν βλεπεισ τον γυμνο, να τον ντυνεισ, και να μη κρυβεισ τον εαυτο σου απο τη σαρκα σου; τοτε, το φωσ σου θα εκλαμψει σαν την αυγη, και η υγεια σου γρηγορα θα βλαστησει· και η δικαιοσυνη σου θα προπορευεται μπροστα σου· η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι η οπισθοφυλακη σου. τοτε, θα κραζεισ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα απανταει· θα φωναζεισ, και εκεινοσ θα λεει: δεσ, ναμαι, εγω. αν βγαλεισ απο αναμεσα σου τον ζυγο, την αναταση του δαχτυλου, και τα ματαια λογια· και ανοιγεισ την ψυχη σου σ' εκεινον που πειναει, και ευχαριστεισ τη θλιμμενη ψυχη· τοτε, το φωσ σου θα ανατελλει μεσα στο σκοταδι, και το σκοταδι σου θα ειναι σαν μεσημερι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε οδηγει παντοτε, και θα χορταινει την ψυχη σου μεσα σε ανομβριεσ, και θα παχυνει τα κοκαλα σου· και θα εισαι σαν κηποσ που ποτιζεται, και σαν πηγη νερου, που τα νερα τησ δεν στερευουν. κι αυτοι που ειναι απο σενα, θα οικοδομησουν τισ παλιεσ ερημωσεισ· θα ανεγειρεισ τα θεμελια πολλων γενεων· και θα ονομαστεισ: ο επιδιορθωτησ των χαλασματων, ο ανορθωτησ των δρομων για την κατοικηση. αν αποστρεψεισ το ποδι σου απο το σαββατο, απο το να κανεισ τα θεληματα σου μεσα στην αγια ημερα μου, και ονομαζεισ το σαββατο απολαυση, αγια ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αξιοτιμητη, και το τιμασ, χωρισ να ακολουθεισ τουσ δρομουσ σου ουτε να βρισκεισ σ' αυτο το θελημα σου ουτε να μιλασ τα δικα σου λογια, τοτε, θα εντρυφασ στον κυριο· και εγω θα σε κανω να ιππευσεισ επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ τησ γησ, και θα σε θρεψω με την κληρονομια του πατερα σου ιακωβ· επειδη, το στομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε.

59

δεστε, το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν μικρυνε, ωστε να μη μπορει να σωσει· ουτε βαρυνε το αυτι του, ωστε να μη μπορει να ακουσει· αλλα, οι ανομιεσ σασ εβαλαν χωρισματα αναμεσα σε σασ και στον θεο σασ, και οι αμαρτιεσ σασ εκρυψαν το προσωπο του απο σασ, για να μη ακουει. επειδη, τα χερια σασ ειναι μολυσμενα απο αιμα, και τα δαχτυλα σασ απο ανομια· τα χειλη σασ μιλησαν ψεματα· η γλωσσα σασ μελετησε κακια. κανενασ δεν ζηταει δικαιοσυνη ουτε κρινει με αληθεια· εχουν το θαρροσ τουσ επανω στη ματαιοτητα, και μιλανε ψεματα· συλλαμβανουν κακια, και γεννουν ανομια. επωαζουν αυγα οχιασ, και υφαινουν ιστο αραχνησ· οποιοσ φαει απο τα αυγα τουσ, πεθαινει· και αν κανενα σπασει, βγαινει οχια. τα πανια τουσ δεν θα χρησιμευσουν για ενδυματα ουτε θα ντυθουν απο τα εργα τουσ· τα εργα τουσ ειναι εργα ανομιασ, και το εργο τησ βιασ ειναι στα χερια τουσ. τα ποδια τουσ τρεχουν προσ το κακο, και σπευδουν να χυσουν αθωο αιμα· οι συλλογισμοι τουσ ειναι συλλογισμοι ανομιασ· ερημωση και καταστροφη ειναι στουσ δρομουσ τουσ. τον δρομο τησ ειρηνησ δεν τον γνωριζουν· και δεν υπαρχει κριση στα βηματα τουσ· αυτοι διεστρεψαν για τον εαυτο τουσ τουσ δρομουσ τουσ· καθενασ που περπαταει σ' αυτουσ, δεν γνωριζει ειρηνη. γι' αυτο, η κριση ειναι μακρια απο μασ, και η δικαιοσυνη δεν μασ φτανει· προσμενουμε φωσ, και να, σκοταδι· λαμψη, και να, περπατουμε μεσα σε πυκνο σκοταδι. ψηλαφουμε τον τοιχο σαν τουσ τυφλουσ, και ψηλαφουμε σαν να μη εχουμε ματια· μεσ' το μεσημερι σκονταφτουμε σαν μεσα σε νυχτα· ειμαστε αναμεσα στα αγαθα σαν νεκροι. ολοι ουρλιαζουμε σαν αρκουδεσ, και στεναζουμε σαν τρυγονεσ· προσμενουμε κριση, αλλα δεν υπαρχει· σωτηρια, ομωσ, ειναι μακρια απο μασ. επειδη, οι παραβασεισ μασ πληθυναν μπροστα σου, και οι αμαρτιεσ μασ ειναι μαρτυρεσ εναντιον μασ· επειδη, μαζι μασ ειναι οι παραβασεισ μασ· και τισ ανομιεσ μασ, εμεισ τισ γνωριζουμε· παραβηκαμε και ψευστηκαμε προσ τον κυριο, και απομακρυνθηκαμε απο το να ακολουθουμε τον θεο μασ· μιλησαμε αδικα και στασιαστικα· συλλαβαμε και προφεραμε απο την καρδια μασ λογια ψευτιασ. και η κριση στραφηκε πισω, και η δικαιοσυνη στεκεται μακρια· επειδη, η αληθεια επεσε στον δρομο, και η ευθυτητα δεν μπορει να εισχωρησει. ναι, εξελιπε η αληθεια· κι αυτοσ που ξεκλινει απο το κακο, γινεται θηραμα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειδε, και δυσαρεστηθηκε οτι δεν υπηρχε κριση· και ειδε οτι δεν υπηρχε ανθρωποσ, και θαυμασε οτι δεν υπηρχε εκεινοσ που μεσιτευει· γι' αυτο, ο βραχιονασ του ενεργησε σ' αυτον σωτηρια· και η δικαιοσυνη του, αυτη τον βασταξε. και ντυθηκε δικαιοσυνη σαν θωρακα, και εβαλε την περικεφαλαια τησ σωτηριασ ολογυρα επανω στο κεφαλι του· και φορεσε τα ενδυματα τησ εκδικησησ σαν ιματιο, και ντυθηκε ολογυρα τον ζηλο σαν επανωφορι. συμφωνα με τα εργα τουσ, ετσι θα ανταποδωσει οργη στουσ εναντιουσ του, ανταποδοση στουσ εχθρουσ του· θα κανει ανταποδοση και στα νησια. και θα φοβηθουν το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο δυσμασ, και τη δοξα του απο ανατολασ ηλιου· οταν ο εχθροσ θα επελθει σαν ποταμοσ, το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα υψωσει εναντιον του σημαια. και ο λυτρωτησ θαρθει στη σιων, και προσ οσουσ, απο τον ιακωβ, επιστρεφουν απο την παραβαση, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. απο μενα, ομωσ, αυτη ειναι η διαθηκη μου σ' αυτουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· το πνευμα μου, που ειναι επανω σου, και τα λογια μου, που εβαλα στο στομα σου, δεν θα λειψουν απο το στομα σου, ουτε απο το στομα του σπερματοσ σου ουτε απο το στομα του σπερματοσ του σπερματοσ σου, απο τωρα και μεχρι τον αιωνα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

60

σηκω, φωτιζου· επειδη, το φωσ σου ηρθε, και η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανετειλε επανω σου. επειδη, δεσ, σκοταδι θα σκεπασει τη γη, και παχυ σκοταδι τα εθνη· επανω, ομωσ, σε σενα θα ανατειλει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και η δοξα του θα φανερωθει επανω σου. και τα εθνη θαρθουν στο φωσ σου, και οι βασιλιαδεσ στη λαμψη τησ ανατολησ σου. υψωσε τα ματια σου ολογυρα, και δεσ· ολοι αυτοι συγκεντρωνονται, ερχονται σε σενα· οι γιοι σου θαρθουν απο μακρια, και οι θυγατερεσ σου θα τραφουν στα πλευρα σου. τοτε, θα δεισ, και θα χαρεισ, και η καρδια σου θα εκπλαγει και θα πλατυνθει· επειδη, η αφθονια τησ θαλασσασ θα στραφει σε σενα· οι δυναμεισ των εθνων θαρθουν σε σενα. πληθοσ απο καμηλεσ θα σε σκεπασει, οι δρομαδεσ καμηλεσ του μαδιαμ και του γεφα· ολοι εκεινοι απο τη σεβα θαρθουν· χρυσαφι και λιβανι θα φερουν· και θα ευαγγελιζονται τουσ επαινουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ολα τα προβατα του κηδαρ θα συναχθουν σε σενα· τα κριαρια του νεβαιωθ θα ειναι σε δικη σου χρηση· θα προσφερθουν ευπροσδεκτα επανω στο θυσιαστηριο μου, και εγω θα δοξασω τον οικο τησ δοξασ μου. ποιοι ειναι αυτοι που πετουν σαν συννεφα, και σαν περιστερια στισ θυριδεσ τουσ; τα νησια, βεβαια, θα προσμεινουν εμενα, και πρωτα απ' ολα τα πλοια τησ θαρσεισ, για να φερουν τουσ γιουσ σου απο μακρια, το ασημι τουσ και το χρυσαφι τουσ μαζι τουσ, για το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, και για τον αγιο του ισραηλ, επειδη σε δοξασε. και οι γιοι των αλλογενων θα ανοικοδομησουν τα τειχη σου, και οι βασιλιαδεσ τουσ θα σε υπηρετησουν· επειδη, σε παταξα μεσα στην οργη μου, ομωσ χαρη τησ ευνοιασ μου σε ελεησα. και οι πυλεσ σου θα ειναι παντοτε ανοιχτεσ· δεν θα κλειστουν, ημερα και νυχτα, για να οδηγουν μεσα σε σενα τισ δυναμεισ των εθνων, και να φερνονται μεσα οι βασιλιαδεσ τουσ. επειδη, το εθνοσ και η βασιλεια, που δεν θα σε δουλευαν, θα αφανιστουν· ναι, τα εθνη εκεινα θα ερημωθουν, ολοκληρωτικα. η δοξα του λιβανου θαρθει σε σενα, το ελατο, το πευκο, και ο πυξοσ μαζι, για να στολισουν τον τοπο του αγιαστηριου μου· και θα δοξασω τον τοπο των ποδιων μου. και τα παιδια εκεινων που σε λυπησαν, θαρθουν σε σενα με υποκλιση· και ολοι οσοι σε καταφρονησαν, θα προσκυνησουν τα πελματα των ποδιων σου· και θα σε ονομαζουν: η πολη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, η σιων του αγιου του ισραηλ. αντι το οτι εγκαταλειφθηκεσ και μισηθηκεσ, ωστε κανενασ δεν διαβαινε απο μεσα σου, θα σε κανω αιωνιο αγαλλιαμα, ευφροσυνη σε γενεεσ γενεων. και θα θηλασεισ το γαλα των εθνων, και θα θηλασεισ τουσ μαστουσ των βασιλιαδων· και θα γνωρισεισ οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειμαι ο σωτηρασ σου και ο λυτρωτησ σου, ο ισχυροσ του ιακωβ. αντι για χαλκο θα φερω χρυσαφι, και αντι για σιδερο θα φερω ασημι, και αντι για ξυλο, χαλκο, και αντι για πετρεσ, σιδερο· και θα καταστησω τουσ αρχηγουσ σου ειρηνη, και τουσ επιστατεσ σου δικαιοσυνη. δεν θα ακουγεται πλεον βια μεσα στη γη σου, ερημωση, και καταστροφη στα ορια σου· αλλα, θα ονομαζεισ τα τειχη σου σωτηρια, και τισ πυλεσ σου αινεση. δεν θα υπαρχει πλεον σε σενα ο ηλιοσ ωσ φωσ τησ ημερασ ουτε το φεγγαρι θα σε φωτιζει με τη λαμψη του· αλλ' φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι σε σενα αιωνιο φωσ, και ο θεοσ σου η δοξα σου. ο ηλιοσ σου δεν θα δυει πλεον, ουτε το φεγγαρι σου θα λειψει· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι το αιωνιο φωσ σου, και οι ημερεσ του πενθουσ σου θα τελειωσουν. και ο λαοσ σου, θα ειναι ολοι δικαιοι· θα κληρονομησουν τη γη για παντα, ο κλαδοσ του φυτεματοσ μου, το εργο των χεριων μου, για να δοξαζομαι. το ελαχιστο θα γινει χιλια· και το λιγοστο, ισχυρο εθνοσ· εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα το επιταχυνω στον καιρο του.

61

πνευμα κυριου του θεου ειναι επανω μου· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με εχρισε για να ευαγγελιζομαι στουσ φτωχουσ· με απεστειλε για να γιατρεψω τουσ συντριμμενουσ στην καρδια, να κηρυξω ελευθερια στουσ αιχμαλωτουσ, και ανοιγμα δεσμωτηριου στουσ δεσμιουσ· για να κηρυξω χρονον ευπροσδεκτο στον κυριο, και ημερα εκδικησησ του θεου μασ· για να παρηγορησω ολουσ αυτουσ που πενθουν· για να καθορισω σ' αυτουσ που πενθουν στη σιων, να τουσ δωσω ωραιοτητα, αντι για σταχτη, λαδι ευφροσυνησ, αντι για πενθοσ, στολη αινεσησ, αντι του πνευματοσ τησ αποθαρρυνσησ· για να ονομαζονται δεντρα δικαιοσυνησ, φυτεμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για δικη του δοξα. και θα ανοικοδομησουν τισ παλιεσ ερημωσεισ, θα ανεγειρουν τα αρχαια ερειπια, και θα ανακαινισουν τισ ερημεσ πολεισ, αυτεσ που ησαν ερημωμενεσ απο γενεεσ γενεων. και οι αλλογενεισ θα στεκονται και θα βοσκουν τα κοπαδια σασ, και οι γιοι των αλλογενων θα ειναι οι γεωργοι σασ, και οι αμπελουργοι σασ. εσεισ, ομωσ, θα ονομαζεστε ιερεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· θα σασ λενε λειτουργουσ του θεου μασ· θα τρωτε τα αγαθα των εθνων, και θα καυχαστε στη δοξα τουσ. αντι τησ αισχυνησ σασ, θα εχετε διπλασια· και αντι τησ ντροπησ, θα εχουν αγαλλιαση μεσα στην κληρονομια τουσ· γι' αυτο, μεσα στη γη τουσ θα κληρονομησουν το διπλο· σ' αυτουσ θα ειναι αιωνια ευφροσυνη. επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που αγαπαω δικαιοσυνη· μισω αρπαγη και αδικια· και θα ανταποδωσω πιστα το εργο τουσ, και θα κανω σ' αυτουσ αιωνια διαθηκη. και το σπερμα τουσ θα αποκτησει φημη αναμεσα στα εθνη, και οι απογονοι τουσ αναμεσα στουσ λαουσ· καθενασ που τουσ βλεπει, θα τουσ γνωριζει, οτι ειναι σπερμα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευλογησε. θα ευφρανθω τα μεγιστα στον κυριο· η ψυχη μου θα αγαλλιαστει στον θεο μου· επειδη, με εντυσε με ιματιο σωτηριασ, μου φορεσε επενδυμα δικαιοσυνησ, σαν νυμφιο ευπρεπισμενον με μιτρα, και σαν νυφη στολισμενη με τα πολυτιμα καλλωπισματα τησ. επειδη, οπωσ η γη αναδινει το βλαστημα τησ, και οπωσ ο κηποσ εκφυει οσα σπερνονται σ' αυτον, ετσι και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ θα κανει τη δικαιοσυνη και την αινεση να βλαστησουν μπροστα σε ολα τα εθνη.

62

δεν θα σιωπησω για τη σιων, και δεν θα ησυχασω για την ιερουσαλημ, μεχρισ οτου η δικαιοσυνη τησ βγει σαν λαμψη, και η σωτηρια τησ σαν λαμπαδα που καιγεται. και τα εθνη θα δουν τη δικαιοσυνη σου, και ολοι οι βασιλιαδεσ τη δοξα σου· και θα ονομαστεισ με νεο ονομα, που θα το ονομασει το στομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα εισαι στεφανι δοξασ στο χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και βασιλικο διαδημα στην παλαμη του θεου σου. δεν θα ονομαστεισ πλεον: εγκαταλειμμενη· ουτε η γη σου θα ονομαστει πλεον: ερημωμενη· αλλα, θα ονομαστεισ: η ευδοκια μου μεσα σ' αυτη· και η γη σου: η νυμφευμενη· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευδοκησε επανω σε σενα, και η γη σου θα ειναι νυμφευμενη. επειδη, οπωσ ο νεοσ νυμφευεται με παρθενα, ετσι και οι γιοι σου θα συνοικουν μαζι σου· και οπωσ ο νυμφιοσ ευφραινεται στη νυφη, ετσι και ο θεοσ σου θα ευφρανθει σε σενα. επανω στα τειχη σου, ιερουσαλημ, κατεστησα φυλακεσ, που ποτε δεν θα σιωπουν, ουτε ημερα ουτε νυχτα· οσοι ανακαλειτε τον κυριο, μη φυλαττετε σιωπη. και μη δινετε σ' αυτον αναπαυση, μεχρισ οτου συστησει, και μεχρισ οτου κανει την ιερουσαλημ αινεση επανω στη γη. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στο δεξι του χερι και στον βραχιονα τησ δυναμησ του: δεν θα δωσω πλεον το σιταρι σου τροφη στουσ εχθρουσ σου· και οι γιοι του αλλογενη δεν θα πινουν το κρασι σου, για το οποιο μοχθησεσ· αλλ' αυτοι που θεριζουν, θα το τρωνε, και θα αινουν τον κυριο· κι αυτοι που τρυγουν, θα το πινουν στισ αυλεσ τησ αγιοτητασ μου. περαστε, περαστε διαμεσου των πυλων· ετοιμαστε τον δρομο του λαου· επισκευαστε, επισκευαστε τον δρομο· πεταξτε εξω τισ πετρεσ· υψωστε σημαια προσ τουσ λαουσ. δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διακηρυξε μεχρι τα ακρα τησ γησ: πειτε στη θυγατερα σιων: δεσ, ο σωτηρασ σου ερχεται· δεστε, ο μισθοσ του ειναι μαζι του, και το εργο του μπροστα του. και θα τουσ ονομασουν: ο αγιοσ λαοσ, ο λυτρωμενοσ λαοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κι εσυ θα ονομαστεισ: επιζητουμενη πολη, οχι εγκαταλειμμενη.

63

ποιοσ ειναι αυτοσ, αυτοσ που ερχεται απο τον εδωμ, με ιματια ερυθρα απο τη βοσορρα; αυτοσ ο ενδοξοσ στη στολη του, αυτοσ που περπαταει στη μεγαλειοτητα τησ δυναμησ του; εγω, που μιλαω με δικαιοσυνη, που ειμαι ισχυροσ στο να σωζω. γιατι ειναι κοκκινη η στολη σου, και τα ιματια σου ομοια με ανθρωπο που παταει σε ληνο; μονοσ πατησα τον ληνο, και κανενασ απο τουσ λαουσ δεν ηταν μαζι μου· και τουσ καταπατησα μεσα στον θυμο μου, και τουσ ποδοπατησα μεσα στην οργη μου· και το αιμα τουσ ραντιστηκε επανω στα ιματια μου, και μολυνα ολοκληρη τη στολη μου. επειδη, η ημερα τησ εκδικησησ ηταν μεσα στην καρδια μου, και εφτασε η χρονια των λυτρωμενων μου. και κοιταξα ολογυρα και δεν υπηρχε καποιοσ να βοηθαει· και θαυμασα οτι δεν υπηρχε καποιοσ να υποστηριζει· γι' αυτο, ο βραχιονασ μου ενεργησε σε μενα σωτηρια· και ο θυμοσ μου, αυτοσ με υποστηριξε. και καταπατησα τουσ λαουσ μεσα στην οργη μου, και τουσ μεθυσα απο τον θυμο μου, και κατεβασα το αιμα τουσ στη γη. θα αναφερω τουσ οικτιρμουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τισ αινεσεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συμφωνα με ολα οσα εκανε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε μασ, και τη μεγαλη αγαθοτητα προσ τον οικο ισραηλ, που εδειξε σ' αυτουσ, συμφωνα με τουσ οικτιρμουσ του, και συμφωνα με το πληθοσ του ελεουσ του. επειδη, ειπε: βεβαια, αυτοι ειναι λαοσ μου, παιδια που δεν θα ψευστουν· και υπηρξε ο σωτηρασ τουσ. σε ολεσ τισ θλιψεισ τουσ θλιβοταν, και ο αγγελοσ τησ παρουσιασ του τουσ εσωσε· στην αγαπη του και στην ευσπλαχνια του αυτοσ τουσ λυτρωσε· και τουσ σηκωσε, και τουσ βασταξε, ολεσ τισ ημερεσ του αιωνα. αυτοι, ομωσ, απειθησαν, και λυπησαν το αγιο πνευμα του· γι' αυτο, στραφηκε ωστε να γινει εχθροσ τουσ, τουσ πολεμησε ο ιδιοσ. τοτε, θυμηθηκε τισ αρχαιεσ ημερεσ, τον μωυση, τον λαο του, λεγοντασ: που ειναι αυτοσ που τουσ ανεβασε απο τη θαλασσα, μαζι με τον ποιμενα του ποιμνιου του; που ειναι αυτοσ που εβαλε το πνευμα του το αγιο αναμεσα τουσ; αυτοσ που τουσ οδηγησε με το δεξι χερι του μωυση, με τον ενδοξο βραχιονα του, αυτοσ που μπροστα τουσ εσχισε στα δυο τα νερα, για να κανει για τον εαυτο του αιωνιο ονομα; αυτοσ που τουσ οδηγησε μεσα απο την αβυσσο, σαν αλογο μεσα απο την ερημο, χωρισ να προσκοψουν; το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ ανεπαυσε, σαν κτηνοσ που κατεβαινει στην κοιλαδα· ετσι οδηγησεσ τον λαο σου, για να κανεισ για τον εαυτο σου ενδοξο ονομα. επιβλεψε απο τον ουρανο, και δεσ απο την κατοικια τησ αγιοτητασ σου και τησ δοξασ σου· που ειναι ο ζηλοσ σου και η δυναμη σου, το πληθοσ του ελεουσ σου και των οικτιρμων σου; αποκλειστηκαν σε μενα; εσυ, βεβαια, εισαι ο πατερασ μασ, αν και ο αβραhαμ δεν μασ ξερει, και ο ισραηλ δεν μασ γνωριζει· εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι ο πατερασ μασ· λυτρωτησ μασ ειναι το ονομα σου απο τον αιωνα. γιατι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μασ αφησεσ να αποπλανιομαστε απο τουσ δρομουσ σου, και να σκληρυνουμε την καρδια μασ, ωστε να μη σε φοβομαστε; επιστρεψε χαρη των δουλων σου, χαρη των φυλων τησ κληρονομιασ σου. καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν τον αγιο λαο σου, σαν ελαχιστο πραγμα· αυτοι που ησαν εναντιον μασ καταπατησαν το αγιαστηριο σου. γιναμε σαν και εκεινουσ, επανω στουσ οποιουσ ποτε δεν δεσποσεσ, ουτε επικληθηκε το ονομα σου επανω τουσ.

64

ειθε να εσχιζεσ τουσ ουρανουσ, να κατεβαινεσ, να διαλυονταν τα βουνα στην παρουσια σου, σαν φωτια που καιει θαμνουσ, σαν φωτια που κανει το νερο να κοχλαζει, για να γινει το ονομα σου γνωστο στουσ εναντιουσ σου, να πιασει τρομοσ τα εθνη στην παρουσια σου! οταν εκανεσ πραγματα τρομερα, που δεν προσμεναμε, κατεβηκεσ, και τα βουνα διαλυθηκαν στην παρουσια σου. επειδη, οι ανθρωποι δεν εμαθαν εξαρχησ, τα αυτια τουσ δεν ακουσαν, τα ματια τουσ δεν ειδαν θεο αλλον εκτοσ απο σενα, που να εκανε τετοια πραγματα σ' αυτουσ που τον επικαλουνται. ερχεσαι σε συναντηση εκεινου που ευφραινεται και εργαζεται δικαιοσυνη, εκεινων που σε θυμουνται στουσ δρομουσ σου· δεσ, οργιστηκεσ, επειδη εμεισ αμαρτησαμε· αν μεναμε μεσα σ' αυτουσ, θα σωζομασταν; ολοι, πραγματικα, γιναμε σαν ενα ακαθαρτο πραγμα, και ολη η δικαιοσυνη μασ ειναι σαν ενα ρυπαρο ιματιο· γι' αυτο, ολοι πεσαμε σαν το φυλλο, και οι ανομιεσ μασ μασ αρπαξαν οπωσ ο ανεμοσ. και δεν υπαρχει εκεινοσ που επικαλειται το ονομα σου, αυτοσ που σηκωνεται για να πιαστει απο σενα· επειδη, εκρυψεσ το προσωπο σου απο μασ, και μασ αφανισεσ, διαμεσου των ανομιων μασ. αλλα, τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσυ εισαι ο πατερασ μασ· εμεισ ειμαστε ο πηλοσ, κι εσυ ο πλαστησ μασ· και ολοι ειμαστε το εργο των χεριων σου. μη οργιζεσαι υπερβολικα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ουτε να θυμασαι παντοτε την ανομια· και, τωρα, επιβλεψε, παρακαλουμε· ολοι ειμαστε λαοσ σου. οι αγιεσ πολεισ σου εγιναν ερημοι, η σιων εγινε ερημη, η ιερουσαλημ ερημωμενη. ο αγιοσ μασ και ο ωραιοσ μασ οικοσ, μεσα στον οποιο σε δοξολογουσαν οι πατερεσ μασ, κατακαηκε με φωτια· και ολα τα αγαπητα σε μασ αφανιστηκαν. θα συγκρατησεισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τον εαυτο σου σ' αυτα; θα σιωπησεισ, και θα μασ θλιψεισ μεχρι μεγαλου βαθμου;

65

ζητηθηκα απο εκεινουσ που δεν ρωτουσαν για μενα· βρεθηκα απο εκεινουσ που δεν με ζητουσαν· ειπα: ναμαι εγω, ναμαι εγω, σε εθνοσ που δεν αποκαλειτο με το ονομα μου. ολη την ημερα απλωσα τα χερια μου σε λαο απειθη, που περπαταει σε δρομο οχι καλο, πισω απο τα διαβουλια τουσ· λαο που παντοτε με παροξυνει, μπροστα στο προσωπο μου· που θυσιαζει σε κηπουσ, και θυμιαζει επανω σε πλιθεσ· που μενει μεσα στα μνηματα, και διανυχτερευει μεσα σε αποκρυφουσ τοπουσ· που τρωει κρεασ χοιρινο, και μεσα στα σκευη του εχει ζωμο ακαθαρτων πραγματων· που λεει: μακρια απο μενα, μη με αγγιξεισ· επειδη, ειμαι αγιοτεροσ απο σενα. αυτοι ειναι καπνοσ στουσ μυκτηρεσ μου, φωτια που καιγεται ολη την ημερα. δεστε, ειναι γραμμενο μπροστα μου: δεν θα σιωπησω, αλλα θα ανταποδωσω, ναι, θα ανταποδωσω στουσ κολπουσ τουσ, τισ ανομιεσ σασ, και μαζι τισ ανομιεσ των πατερων σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοι που θυμιασαν επανω στα βουνα, και με βλασφημησαν επανω στουσ λοφουσ· γι' αυτο, θα αντιπληρωσω στον κορφο τουσ τα απαρχησ εργα τουσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: οπωσ οταν βρισκεται γλευκοσ μεσα στο σταφυλι, λενε: μη το χαλασεισ, επειδη μεσα του ειναι ευλογια· ετσι θα κανω, χαρη των δουλων μου, για να μη εξολοθρευσω ολουσ. και θα βγαλω σπερμα απο τον ιακωβ, και κληρονομον των βουνων μου απο τον ιηhυδα· και οι εκλεκτοι μου θα τα κληρονομησουν, και οι δουλοι μου θα κατοικησουν εκει. και ο σαρων θα ειναι μαντρα των ποιμνιων, και η κοιλαδα του αχωρ τοποσ για αναπαυση σε αγελεσ βοδιων, για τον λαο μου, που με ζηταει. εσασ, ομωσ, που εγκαταλειπετε τον κυριο, που ξεχνατε το αγιο βουνο μου, που ετοιμαζετε τραπεζι στον γαδη, και που κανετε σπονδη στον μενη, θα σασ αριθμησω για τη μαχαιρα, και ολοι θα σκυψετε στη σφαγη· επειδη, καλουσα, και δεν απαντουσατε· μιλουσα, και δεν ακουγατε· αλλα κανατε μπροστα μου το κακο, και διαλεγατε εκεινο που δεν ηταν αρεστο σε μενα. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ: δεστε, οι δουλοι μου θα φανε, εσεισ ομωσ θα πεινασετε· δεστε, οι δουλοι μου θα πιουν, εσεισ ομωσ θα διψασετε· δεστε, οι δουλοι μου θα ευφρανθουν, εσεισ ομωσ θα ντροπιαστειτε· δεστε, οι δουλοι μου θα αλαλαζουν με ευθυμια, εσεισ ομωσ θα βοατε με πονο καρδιασ, και θα ολολυζετε απο καταθλιψη πνευματοσ. και θα αφησετε το ονομα σασ στουσ εκλεκτουσ μου για καταρα· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ θα σε θανατωσει, και με αλλο ονομα θα ονομασει τουσ δουλουσ του, για να μακαριζει τον εαυτο του στον θεο τησ αληθειασ, αυτοσ που μακαριζει τον εαυτο του επανω στη γη· και να ορκιζεται στον θεο τησ αληθειασ, αυτοσ που ορκιζεται επανω στη γη· επειδη, οι προηγουμενεσ θλιψεισ λησμονηθηκαν, και επειδη κρυφτηκαν απο τα ματια μου. επειδη, δεστε, κτιζω καινουργιουσ ουρανουσ, και καινουργια γη· και δεν θα υπαρχει μνημη των προηγουμενων ουτε θαρθουν στον νου. αλλα, ευφραινεστε και χαιρεστε παντοτε σ' εκεινο που κτιζω· επειδη, δεστε, κτιζω την ιερουσαλημ αγαλλιαμα, και τον λαο τησ ευφροσυνη. και θα αγαλλομαι στην ιερουσαλημ, και θα ευφραινομαι στον λαο μου· και δεν θα ακουστει μεσα σ' αυτη πλεον φωνη κλαυθμου, και φωνη κραυγησ. δεν θα υπαρχει εκει πλεον ολιγοημερο βρεφοσ, και γεροντασ που δεν συμπληρωσε τισ ημερεσ του· επειδη, το παιδι θα πεθαινει 100 χρονων· ενω ο αμαρτωλοσ 100 χρονων θα ειναι επικαταρατοσ. και θα οικοδομησουν σπιτια, και θα κατοικησουν· και θα φυτεψουν αμπελωνεσ, και θα φανε τον καρπο τουσ. δεν θα κτισουν αυτοι, και αλλοσ να κατοικησει· δεν θα φυτεψουν αυτοι, και αλλοσ να φαει· επειδη, οι ημερεσ του λαου μου ειναι οπωσ οι ημερεσ του δεντρου, και στουσ εκλεκτουσ μου, το εργο των χεριων τουσ θα παλαιωθει. δεν θα κοπιαζουν ματαια ουτε θα τεκνοποιουν για καταστροφη· επειδη, ειναι σπερμα των ευλογημενων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και οι εγγονοι τουσ μαζι τουσ. και πριν αυτοι κραξουν, εγω θα αποκρινομαι· και ενω αυτοι μιλουν, εγω θα ακουω. ο λυκοσ και το αρνι θα βοσκουν μαζι· και το λιονταρι θα τρωει αχυρο, οπωσ το βοδι· το ψωμι, ομωσ, του φιδιου θα ειναι το χωμα· σε ολοκληρο το αγιο βουνο μου δεν θα κανουν ζημια ουτε φθορα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

66

ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ο ουρανοσ ειναι ο θρονοσ μου, και η γη το υποποδιο των ποδιων μου· ποιοσ ειναι ο οικοσ, που θα οικοδομουσατε για μενα; και ποιοσ ειναι ο τοποσ τησ αναπαυσησ μου; επειδη, ολα αυτα τα εκανε το χερι μου, και εγιναν ολα αυτα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· σε ποιον, λοιπον, θα επιβλεψω; στον φτωχο, και συντριμμενον στο πνευμα, κι εκεινον που τρεμει στον λογο μου. οποιοσ, ομωσ, σφαζει βοδι, ειναι σαν εκεινον που φονευει ανθρωπο· οποιοσ θυσιαζει αρνι, ειναι σαν εκεινον που κοβει τον λαιμο σκυλου· οποιοσ προσφερει προσφορα απο αλφιτα, ειναι σαν εκεινον που προσφερει χοιρινο αιμα· οποιοσ θυμιαζει, ειναι σαν εκεινον που ευλογει ενα ειδωλο. ναι, αυτοι διαλεξαν τουσ δρομουσ τουσ, και η ψυχη τουσ ευχαριστιεται στα βδελυγματα τουσ. κι εγω, λοιπον, θα διαλεξω τα ολεθρια σ' αυτουσ, και θα φερω επανω τουσ οσα φοβουνται· επειδη, καλουσα, και κανενασ δεν απαντουσε· μιλουσα, και δεν ακουγαν· αλλα, μπροστα μου εκαναν το κακο, και διαλεγαν εκεινο που δεν ηταν αρεστο σε μενα. ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσεισ που τρεμετε στον λογο του: οι αδελφοι σασ, που σασ μισουν και σασ αποβαλλουν εξαιτιασ του ονοματοσ μου, ειπαν: ασ δοξαστει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ομωσ, αυτοσ θα φανει για δικη σασ χαρα, εκεινοι ομωσ θα καταντροπιαστουν. φωνη κραυγησ ερχεται απο την πολη, φωνη απο τον ναο, φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που κανει ανταποδοση στουσ εχθρουσ του. πριν κοιλοπονησει, γεννησε· πριν ερθουν οι πονοι τησ, ελευθερωθηκε και γεννησε αρσενικο. ποιοσ ακουσε τετοιο πραγμα; ποιοσ ειδε τετοια; θα γεννουσε η γη μεσα σε μια ημερα; η, ενα εθνοσ θα γεννιοταν μονομιασ; αλλ' η σιων μολισ κοιλοπονησε, γεννησε τα παιδια τησ. εγω, που φερνω στη γεννα, δεν θα εκανα να γεννησει; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· εγω, που κανω να γεννουν, θα εκλεινα τη μητρα; λεει ο θεοσ σου. ευφρανθειτε μαζι με την ιερουσαλημ, και αγαλλεστε μαζι τησ, ολοι οσοι την αγαπατε· χαρειτε χαρα μαζι τησ, ολοι οσοι πενθειτε γι' αυτη· για να θηλασετε, και να χορτασετε απο τουσ μαστουσ των παρηγοριων τησ· για να θηλασετε πληρωσ, και να εντρυφησετε στην αφθονια τησ δοξασ τησ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, θα στρεψω προσ αυτην την ειρηνη σαν ποταμο, και τη δοξα των εθνων σαν χειμαρρο που πλημμυριζει· τοτε, θα θηλασετε, θα βασταχτειτε επανω στα πλευρα, και θα κολακευτειτε επανω στα γονατα τησ. σαν παιδι, που το παρηγορει η μητερα του, ετσι θα σασ παρηγορησω εγω· και θα παρηγορηθειτε στην ιερουσαλημ. και θα δειτε, και η καρδια σασ θα ευφρανθει, και τα κοκαλα σασ θα ανθισουν σαν χορταρι· και το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα γνωριστει στουσ δουλουσ του, η οργη του, ομωσ, στουσ εχθρουσ του. επειδη, δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θαρθει με φωτια, και οι αμαξεσ του θα ειναι σαν ανεμοστροβιλοσ, για να αποδωσει την οργη του με ορμη, και την επιτιμηση του με φλογεσ φωτιασ. επειδη, με φωτια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και με τη μαχαιρα του θα κριθει καθε σαρκα, και οι φονευμενοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι πολλοι. αυτοι που αγιαζονται κι αυτοι που καθαριζονται στουσ κηπουσ, ο ενασ υστερα απο τον αλλον, απροκαλυπτα, τρωγοντασ χοιρινο κρεασ, και τα βδελυγματα, και το ποντικι, αυτοι θα καταναλωθουν μαζι, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, εγω γνωριζω τα εργα τουσ και τουσ συλλογισμουσ τουσ· και ερχομαι να συγκεντρωσω ολα τα εθνη και τισ γλωσσεσ· και θαρθουν, και θα δουν τη δοξα μου. και θα στησω αναμεσα τουσ ενα σημειο· και τουσ σωσμενουσ απο αναμεσα τουσ θα στειλω στα εθνη, προσ τη θαρσεισ, τη φουλ, και τη λουδ, που τραβουν τοξο, προσ τη θουβαλ, και την ιαυαν, προσ τα μακρινα νησια, που δεν εχουν ακουσει τη φημη μου ουτε εχουν δει τη δοξα μου· και θα κηρυξουν τη δοξα μου αναμεσα στα εθνη. και θα φερουν ολουσ τουσ αδελφουσ σασ απο ολα τα εθνη προσφορα στον κυριο, επανω σε αλογα, κι επανω σε αμαξεσ, κι επανω σε φορεια, κι επανω σε μουλαρια, κι επανω σε γρηγορα ζωα, προσ το αγιο βουνο μου, την ιερουσαλημ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καθωσ τα παιδια του ισραηλ φερνουν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh την προσφορα απο αλφιτα σε καθαρο σκευοσ. κι ακομα, θα παρω απο αυτουσ ιερεισ και λευιτεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, οπωσ οι καινουργιοι ουρανοι και η καινουργια γη, που εγω θα κανω, θα διαμενουν μπροστα μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ετσι θα διαμενει το σπερμα σασ και το ονομα σασ. και απο ενα νεο φεγγαρι μεχρι το αλλο, και απο ενα σαββατο μεχρι το αλλο, καθε σαρκα θα ερχεται και θα προσκυναει μπροστα μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα βγουν και θα δουν τα νεκρα σωματα των ανθρωπων, που σταθηκαν παραβατεσ εναντιον μου· επειδη, το σκουληκι τουσ δεν θα τελευτησει, και η φωτια τουσ δεν θα σβησει· και θα ειναι αηδια σε καθε σαρκα.

ιερεμιηhο

1

τα λογια του ιερεμια, γιου του χελκια, απο τουσ ιερεισ, που ησαν στην αναθωθ, στη γη του βενιαμιν· προσ τον οποιο εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στισ ημερεσ του ιωσια, γιου του αμων, βασιλια του ιηhυδα, κατα τον 13ο χρονο τησ βασιλειασ του. εγινε και στισ ημερεσ του ιωακειμ, γιου του ιωσια, του βασιλια του ιηhυδα, μεχρι το τελοσ του 11ου χρονου του σεδεκια, γιου του ιωσια, βασιλια του ιηhυδα, μεχρι την αιχμαλωσια τησ ιερουσαλημ, κατα τον πεμπτο μηνα. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: πριν σε μορφωσω στην κοιλια, σε γνωρισα· και πριν βγεισ απο τη μητρα σε αγιασα· σε κατεστησα προφητη στα εθνη. κι εγω ειπα: ω! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε! δεσ, δεν ξερω να μιλησω· επειδη, ειμαι παιδι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: μη λεσ: ειμαι παιδι· επειδη, θα πασ σε ολουσ, στουσ οποιουσ θα σε αποστειλω· και θα πεισ ολα οσα σε προσταξω. μη φοβηθεισ απο το προσωπο τουσ· επειδη, εγω ειμαι μαζι σου για να σε ελευθερωνω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απλωσε το χερι του, και αγγιξε το στομα μου· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: δεσ, εβαλα τα λογια μου στο στομα σου. δεσ, σημερα σε κατεστησα επανω στα εθνη, και επανω στισ βασιλειεσ, για να ξεριζωνεισ, και να κατασκαβεισ, και να καταστρεφεισ, και να κατεδαφιζεισ, να ανοικοδομεισ, και να καταφυτευεισ. λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εγινε ακομα σε μενα, λεγοντασ: τι βλεπεισ εσυ, ιερεμια; και ειπα: βλεπω μια αμυγδαλενια βακτηρια. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: καλα ειδεσ· επειδη, εγω θα επιταχυνω να εκπληρωσω τον λογο μου. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε μενα για δευτερη φορα, λεγοντασ: τι βλεπεισ εσυ; και ειπα: βλεπω ενα καζανι να βραζει· και το προσωπο του ειναι προσ βορραν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: απο βορρα θα εκχυθει το κακο επανω σε ολουσ τουσ κατοικουσ τησ γησ. επειδη, δεσ, εγω θα καλεσω ολεσ τισ οικογενειεσ των βασιλιαδων του βορρα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θαρθουν, και θα βαλουν καθε ενασ τον θρονο του στην εισοδο των πυλων τησ ιερουσαλημ, και εναντια σε ολα τα τειχη τησ ολογυρα, και εναντια σε ολεσ τισ πολεισ του ιηhυδα. και θα προφερω τισ κρισεισ μου εναντιον τουσ, για ολη την κακια τουσ· επειδη, με εγκατελειψαν, και θυμιασαν σε ξενουσ θεουσ, και προσκυνησαν τα εργα των χεριων τουσ. εσυ, λοιπον, περιζωσε την οσφυ σου, και σηκω, και πεσ τουσ ολα οσα εγω θα σε προσταξω· μη φοβηθεισ απο το προσωπο τουσ, μηπωσ και σε αφησω να πεσεισ σε αμηχανια μπροστα τουσ. επειδη, δεσ, εγω σε εβαλα σημερα σαν οχυρη πολη, και σαν σιδερενια στηλη, και σαν χαλκινα τειχη εναντια σε ολοκληρη τη γη, εναντια στουσ βασιλιαδεσ του ιηhυδα, εναντια στουσ αρχοντεσ του, εναντια στουσ ιερεισ του, και εναντια στον λαο τησ γησ· και θα σε πολεμησουν, ομωσ δεν θα υπερισχυσουν εναντιον σου· επειδη, εγω ειμαι μαζι σου για να σε ελευθερωνω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

2

και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε μενα, λεγοντασ: πηγαινε και βοησε στα αυτια τησ ιερουσαλημ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: θυμαμαι για σενα την ευμενεια μου, που σου εδειξα στη νεοτητα σου, την αγαπη τησ νυμφευσησ σου, οταν με ακολουθουσεσ στην ερημο, σε ασπαρτη γη· ο ισραηλ ηταν αγιοσ στον κυριο, απαρχη των γεννηματων του· ολοι εκεινοι που τον κατετρωγαν ησαν ενοχοι· κακο ηρθε επανω τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ω οικοσ του ιακωβ, και ολεσ οι συγγενειεσ του οικου του ισραηλ· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ποια αδικια βρηκαν σε μενα οι πατερεσ σασ, ωστε απομακρυνθηκαν απο μενα, και περπατησαν πισω απο τη ματαιοτητα, και εγιναν ματαιοι; και δεν ειπαν: που ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αυτοσ που μασ ανεβασε απο τη γη τησ αιγυπτου, που μασ οδηγησε μεσα απο την ερημο, μεσα απο τοπο ερημιασ και χασματων, μεσα απο τοπο ανυδριασ και σκιασ θανατου, μεσα απο τοπο που ανθρωποσ δεν περασε, και οπου ανθρωποσ δεν κατοικησε; και σασ εφερα μεσα σε καρποφορο τοπο, για να τρωτε τουσ καρπουσ του και τα αγαθα του· αφου ομωσ μπηκατε μεσα, μολυνατε τη γη μου, και κανατε την κληρονομια μου βδελυγμα. οι ιερεισ δεν ειπαν: που ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; κι εκεινοι που κρατουσαν τον νομο δεν με γνωρισαν· και οι ποιμενεσ γινονταν παραβατεσ εναντιον μου, και οι προφητεσ προφητευαν διαμεσου του βααλ, και περπατουσαν πισω απο πραγματα ανωφελη. γι' αυτο, θα κριθω ακομα με σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και με τουσ γιουσ των γιων σασ θα κριθω. επειδη, διαβειτε στα νησια των κητιαιων, και δειτε· και στειλτε στην κηδαρ, και παρατηρηστε με επιμελεια, και δειτε αν σταθηκε ενα τετοιο πραγμα. αλλαξε ποτε εθνοσ θεουσ, αν κι αυτοι δεν ειναι θεοι; ομωσ, ο λαοσ μου αλλαξε τη δοξα του με πραγμα ανωφελεσ. εκπλαγειτε ουρανοι, για το πραγμα αυτο, και φριξτε, συνταραχθειτε υπερβολικα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, δυο κακα επραξε ο λαοσ μου· εγκατελειψαν εμενα, την πηγη των ζωντανων νερων, και εσκαψαν για τον εαυτο τουσ λακκουσ, λακκουσ συντριμμενουσ, που δεν μπορουν να κρατησουν νερο. μηπωσ ο ισραηλ ειναι δουλοσ; η, δουλοσ που γεννηθηκε στο σπιτι; γιατι εγινε λαφυρο; τα λιονταρακια βρυχησαν εναντιον του, εβγαλαν τη φωνη τουσ, και εκαναν ερημη τη γη του· οι πολεισ του κατακαηκαν, και εμειναν ακατοικητεσ. επιπλεον, οι γιοι τησ νωφ και τησ ταφνησ συντριψαν την κορυφη σου. δεν το εκανεσ εσυ αυτο στον εαυτο σου, επειδη εγκατελειψεσ τον κυριο τον θεο σου, οταν σε οδηγουσε στον δρομο; και τωρα τι εχεισ να κανεισ στον δρομο τησ αιγυπτου, για να πιεισ τα νερα σιωρ; η, τι εχεισ να κανεισ στον δρομο τησ ασσυριασ, για να πιεισ τα νερα του ποταμου; η ασεβεια σου θα σε παιδευσει, και οι παραβασεισ σου θα σε ελεγξουν· γνωρισε, λοιπον, και δεσ, οτι ειναι κακο και πικρο, το οτι εγκατελειψεσ τον κυριο τον θεο σου, και ο φοβοσ μου δεν υπαρχει μεσα σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων. επειδη, πριν πολυ καιρο συντριψα τον ζυγο σου, εσπασα τα δεσμα σου, κι εσυ ειπεσ: δεν θα σταθω πλεον παραβατησ· ενω επανω σε καθε ψηλο τοπο, και κατω απο καθε πρασινο δεντρο, περιπλανηθηκεσ εκπορνευοντασ. κι εγω σε φυτεψα εκλεκτη αμπελο, σπερμα ολοκληρωτικα αληθινο· πωσ μεταβληθηκεσ, λοιπον, σε παρεφθαρμενο κλημα αμπελου, ξενησ σε μενα; γι' αυτο, και αν πλυθεισ με νιτρο, και πληθυνεισ για τον εαυτο σου την καθαρτικη αλοιφη, η ανομια σου μενει μπροστα μου σημειωμενη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. πωσ μπορεισ να πεισ: δεν μολυνθηκα, δεν πηγα πισω απο τουσ βααλειμ; κοιταξε τον δρομο σου στη φαραγγα, γνωρισε τι επραξεσ· εισαι γρηγορη δρομαδα που τρεχει μεσα στουσ δρομουσ τησ· αγριο γαιδουρι, συνηθισμενο στην ερημο, που αναπνεει τον αερα συμφωνα με την επιθυμια τησ καρδιασ του· την ορμη του, ποιοσ μπορει να την επιστρεψει σ' αυτο; ολοι εκεινοι που το ζητουν δεν θα κοπιασουν· στον μηνα του θα το βρουν. κρατησε το ποδι σου απο το να περπατησεισ ανυποδητοσ, και τον λαρυγγα σου απο διψα· αλλα, εσυ ειπεσ: εισ ματην, οχι· επειδη, αγαπησα ξενουσ, και θα παω πισω απ' αυτουσ. οπωσ ο κλεφτησ ντρεπεται οταν βρεθει, ετσι θα ντροπιαστει ο οικοσ ισραηλ, αυτοι, οι βασιλιαδεσ τουσ, οι αρχοντεσ τουσ, και οι ιερεισ τουσ, και οι προφητεσ τουσ· που λενε προσ το ξυλο: εισαι πατερασ μου· και προσ την πετρα: εσυ με γεννησεσ· επειδη, εστρεψαν σε μενα τα νωτα, και οχι το προσωπο· στον καιρο τησ συμφορασ τουσ, ομωσ, θα πουν: σηκω, και σωσε μασ. αλλα, που ειναι οι θεοι σου, που εκανεσ για τον εαυτο σου; ασ σηκωθουν, αν μπορουν να σε σωσουν στον καιρο τησ συμφορασ σου· επειδη, συμφωνα με τον αριθμο των πολεων σου ησαν και οι θεοι σου, ω ιηhυδα. γιατι θα θελατε να κριθειτε μαζι μου; εσεισ ολοι ειστε παραβατεσ σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ματαια παταξα τα παιδια σασ· δεν δεχθηκαν διορθωση· η μαχαιρα σασ κατεφαγε τουσ προφητεσ σασ, σαν λιονταρι που εξολοθρευε. ω γενεα, δεστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· σταθηκα ερημοσ στον ισραηλ, γη σκοταδιου; γιατι λεει ο λαοσ μου: εμεισ ειμαστε κυριοι· δεν θαρθουμε πλεον σε σενα; μπορει η κορη να λησμονησει τουσ στολισμουσ τησ, η νυφη τον καλλωπισμο τησ; κι ομωσ, ο λαοσ μου με λησμονησε αναριθμητεσ ημερεσ. γιατι καλλωπιζεισ τον δρομο σου για να ζητασ εραστεσ; με τροπο ωστε, και διδαξεσ τουσ δρομουσ σου στισ κακεσ γυναικεσ. ακομα και στα κρασπεδα σου βρεθηκαν αιματα ψυχων φτωχων αθωων· δεν τα βρηκα αυτα σκαβοντασ, αλλ' επανω σε ολα αυτα. και ομωσ, λεσ: επειδη ειμαι αθωοσ, σιγουρα ο θυμοσ του θα αποστραφει απο μενα. δεσ, εγω θα κριθω μαζι σου, επειδη λεσ: δεν αμαρτησα. γιατι περιπλανιεσαι τοσο για να αλλαξεισ τον δρομο σου; θα καταντροπιαστεισ και απο την αιγυπτο, οπωσ καταντροπιαστηκεσ απο την ασσυρια. ναι, θα βγεισ απο εδω εξω με τα χερια σου επανω στο κεφαλι σου· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απεβαλε τισ ελπιδεσ σου, και δεν θα ευημερησεισ σ' αυτεσ.

3

λενε: αν καποιοσ αποβαλει τη γυναικα του, και αναχωρησει απ' αυτον, και γινει αλλου ανδρα, θα γυρισει εκεινοσ ξανα σ' αυτη; εκεινη η γη δεν θα μολυνθει ολοκληρωτικα; εσυ μεν πορνευσεσ με πολλουσ εραστεσ· ομωσ, γυρνα ξανα σ' εμενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. σηκωσε τα ματια σου προσ τουσ ψηλουσ τοπουσ, και δεσ που δεν ασελγησεσ. στουσ δρομουσ καθησεσ γι' αυτουσ, σαν τον αραβα στην ερημο, και μολυνεσ τη γη με τισ πορνειεσ σου, και με την κακια σου. γι' αυτο οι βροχεσ κρατηθηκαν, και δεν εγινε οψιμη βροχη· κι εσυ ειχεσ το μετωπο τησ πορνησ, απεβαλεσ καθε ντροπη. απο τωρα, δεν θα κραζεισ σε μενα: πατερα μου, εσυ εισαι ο οδηγοσ τησ νιοτησ μου; θα διατηρει την οργη του για παντα; θα τη φυλαττει μεχρι τελουσ; δεσ, μιλησεσ και επραξεσ τα κακα, οσο μπορεσεσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε ακομα, στισ ημερεσ του βασιλια ιωσια: ειδεσ εκεινα, που επραξε η αποστατρια, ο ισραηλ; πηγε σε καθε ψηλο βουνο, και κατω απο καθε πρασινο δεντρο, κι εκει πορνευσε. και αφου επραξε ολα αυτα, ειπα: επιστρεψε σε μενα· και δεν επεστρεψε. και ο ιηhυδασ, η απιστη αδελφη τησ, το ειδε. και ειδα οτι, ενω εγω την ειχα αποπεμψει (επειδη, ο ισραηλ, η αποστατρια, μοιχευσε) και τησ εδωσα το γραμμα του διαζυγιου τησ, ο ιηhυδασ, η απιστη αδελφη τησ, δεν φοβηθηκε, αλλα πηγε και πορνευσε κι αυτη. και με τη διαφημιση τησ πορνειασ τησ μολυνε τον τοπο, και μοιχευσε μαζι με τισ πετρεσ και μαζι με τα ξυλα. και σε ολα αυτα ο ιηhυδασ, η απιστη αδελφη τησ, δεν γυρισε σε μενα με ολη τησ την καρδια, αλλα με τροπο ψευτικο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: ο ισραηλ, η αποστατρια, δικαιωσε τον εαυτο τησ περισσοτερο απο τον ιηhυδα, την απιστη. πηγαινε και διακηρυξε αυτα τα λογια προσ τον βορρα, και πεσ: γυρνα, ισραηλ, η αποστατρια, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν θα κανω να πεσει η οργη μου επανω σασ· επειδη, ειμαι ελεημονασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεν θα φυλαττω την οργη για παντα. μονον, γνωρισε την ανομια σου, οτι αμαρτησεσ στον κυριο τον θεο σου, και διαιρεσεσ τουσ δρομουσ σου στουσ ξενουσ κατω απο καθε πρασινο δεντρο, και δεν υπακουσατε στη φωνη μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επιστρεψτε, γιοι αποστατεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αν και εγω σασ αποστραφηκα· και θα σασ παρω εναν απο πολη, και δυο απο συγγενειεσ, και θα σασ φερω μεσα στη σιων· και θα σασ δωσω ποιμενεσ συμφωνα με την καρδια μου, και θα σασ ποιμανουν με γνωση και συνεση. και οταν πληθυνθειτε, και αυξηθειτε επανω στη γη, κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεν θα προφερουν πλεον: η κιβωτοσ τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ουτε θα ανεβει στην καρδια τουσ· ουτε θα τη θυμηθουν· ουτε θα επισκεφθουν· ουτε θα κατασκευαστει πλεον. κατα τον καιρο εκεινο, θα ονομασουν την ιερουσαλημ θρονον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ολα τα εθνη θα συγκεντρωθουν σ' αυτη, στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, προσ την ιερουσαλημ· και δεν θα περπατησουν πλεον πισω απο την ορεξη τησ πονηρησ καρδιασ τουσ. κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, ο οικοσ του ιηhυδα θα περπατησει μαζι με τον οικο ισραηλ, και θαρθουν μαζι απο τη γη του βορρα, στη γη που κληροδοτησα στουσ πατερεσ σασ. εγω, ομωσ, ειπα: πωσ θα σε καταταξω αναμεσα στα παιδια, και θα σου δωσω επιθυμητη γη, ενδοξη κληρονομια των δυναμεων των εθνων; και ειπα: εσυ θα με κραξεισ: πατερα μου· και δεν θα αποστρεψεισ απο πισω μου. βεβαια, οπωσ η γυναικα αθετει στον ανδρα τησ, ετσι αθετησατε σε μενα, ω οικοσ ισραηλ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. φωνη ακουστηκε επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ, κλαυθμοσ και δεησεισ των γιων ισραηλ· επειδη, διεστρεψαν τον δρομο τουσ, λησμονησαν τον κυριο τον θεο τουσ. επιστρεψτε, γιοι αποστατεσ, και θα γιατρεψω τισ αποστασιεσ σασ. να, εμεισ ερχομαστε σε σενα· επειδη, εσυ εισαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ. πραγματικα, ματαια ελπιζεται σωτηρια απο τουσ λοφουσ, και απο το πληθοσ των βουνων· μονον στον κυριο τον θεο μασ, ειναι η σωτηρια του ισραηλ. επειδη, η ντροπη κατεφαγε τουσ κοπουσ των πατερων μασ, απο τη νιοτη μασ· τα κοπαδια τουσ και τισ αγελεσ τουσ, τουσ γιουσ τουσ και τισ θυγατερεσ τουσ. μεσα στη ντροπη μασ βρισκομαστε ξαπλωμενοι, και η ατιμια μασ μασ σκεπαζει· επειδη, αμαρτησαμε στον κυριο τον θεο μασ, εμεισ και οι πατερεσ μασ, απο τη νιοτη μασ μεχρι αυτη την ημερα, και δεν υπακουσαμε στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ.

4

αν επιστρεψεισ, ισραηλ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επιστρεψε σε μενα· και αν βγαλεισ τα βδελυγματα σου απο μπροστα μου, τοτε δεν θα μετατοπιστεισ. και θα ορκιστεισ, λεγοντασ: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με αληθεια, με κριση, με δικαιοσυνη· και τα εθνη θα ευλογουνται σ' αυτον, και σ' αυτον θα δοξαστουν. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στουσ ανδρεσ του ιηhυδα, και στην ιερουσαλημ: αροτριαστε τα χωραφια σασ που παρεμειναν χερσα, και μη σπειρετε αναμεσα σε αγκαθια. περιτμηθειτε στον κυριο, και αφαιρεστε τισ ακροβυστιεσ τησ καρδιασ σασ, ανδρεσ του ιηhυδα και κατοικοι τησ ιερουσαλημ, μηπωσ και βγει ο θυμοσ μου σαν φωτια, κι αναψει, και δεν υπαρξει κανενασ που θα τη σβησει, ενεκα τησ κακιασ των πραξεων σασ. αναγγειλατε στον ιηhυδα, και κηρυξτε στην ιερουσαλημ· και πειτε, και ηχηστε σαλπιγγα στη γη· βοηστε, συγκεντρωθειτε, και πειτε: συγκεντρωθειτε, κι ασ μπουμε στισ οχυρωμενεσ πολεισ. υψωστε σημαια προσ τη σιων, συρθειτε, μη σταθειτε, επειδη, εγω θα φερω κακο απο βορρα, και μεγαλον συντριμμο. το λιονταρι ανεβηκε απο το δασοσ του, και ο εξολοθρευτησ των εθνων σηκωθηκε· και βγηκε απο τον τοπο του για να ερημωσει τη γη σου· οι πολεισ σου θα καταστραφουν, ωστε κανενασ δεν θα υπαρχει που να κατοικει. γι' αυτο, περιζωστειτε σακουσ, θρηνηστε και ολολυξτε· επειδη, ο φλογεροσ θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεν στραφηκε απο μασ. και κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, η καρδια του βασιλια θα χαθει, και η καρδια των αρχοντων· και οι ιερεισ θα εκθαμπωθουν, και οι προφητεσ θα εκπλαγουν. τοτε, ειπα: ω! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε! απατωντασ, λοιπον, απατησεσ αυτο τον λαο, και την ιερουσαλημ, λεγοντασ: θα εχετε ειρηνη· ενω η μαχαιρα εφτασε μεχρι την ψυχη. κατα τον καιρο εκεινο, θα πουν σ' αυτο τον λαο, και στην ιερουσαλημ: καυστικοσ ανεμοσ των ψηλων τοπων τησ ερημου φυσαει προσ τη θυγατερα του λαου μου, οχι για να ανεμισει ουτε για να καθαρισει· ανεμοσ ισχυροτεροσ απ' αυτουσ θαρθει για μενα· και εγω, θα φερω τωρα κρισεισ σ' αυτουσ. δεστε, θα ανεβει σαν συννεφο, και οι αμαξεσ του θα ειναι σαν ανεμοστροβιλοσ. τα αλογα του ειναι ελαφροτερα απο τουσ αετουσ. αλλοιμονο σε μασ! επειδη, χαθηκαμε. ιερουσαλημ, ξεπλυνε την καρδια σου απο κακια, για να σωθεισ· μεχρι ποτε θα κατοικουν μεσα σε σενα οι ματαιοι συλλογισμοι σου; επειδη, μια φωνη αναγγελλει απο τον δαν, και κηρυττει θλιψη απο το βουνο του εφραιμ. θυμιστε στα εθνη τουτο· δεστε, διακηρυξτε εναντια στην ιερουσαλημ οτι, ερχονται πολιορκητεσ απο μακρινη γη, και στελνουν τη φωνη τουσ εναντια στισ πολεισ του ιηhυδα. παραταχθηκαν σαν φυλακεσ του χωραφιου εναντιον τησ, ολογυρα· επειδη, αποστατησε εναντιον μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. οι δρομοι σου και τα επιτηδευματα σου τα προξενησαν αυτα σε σενα· η κακια σου αυτη, μαλιστα, σταθηκε πικρη, ναι, εφτασε μεχρι την καρδια σου. τα εντοσθια μου, τα εντοσθια μου! ποναω στα βαθη τησ καρδιασ μου. η καρδια μου θορυβειται μεσα μου· δεν μπορω να σιωπησω, επειδη, ψυχη μου, ακουσεσ ηχον σαλπιγγασ, αλαλαγμον πολεμου. συντριμμοσ επι συντριμμον διακηρυττεται· επειδη, ολοκληρη η γη ερημωνεται. ξαφνικα, οι σκηνεσ μου ερημωθηκαν, και τα παραπετασματα μου σε μια στιγμη. μεχρι ποτε θα βλεπω τη σημαια, θα ακουω τον ηχο τησ σαλπιγγασ; επειδη, ο λαοσ μου ειναι αφρονασ· δεν με γνωρισαν· ειναι γιοι αφρονεσ, και δεν εχουν συνεση· ειναι σοφοι στο να κακοποιουν, αλλα να αγαθοποιουν δεν ξερουν. κοιταξα επανω στη γη, και δεστε, ειναι αμορφη και ερημη· και στουσ ουρανουσ, και δεν υπηρχε το φωσ τουσ. ειδα τα βουνα, και προσεξτε, ετρεμαν, και ολοι οι λοφοι κατασειονταν. ειδα, και προσεξτε, δεν υπηρχε ανθρωποσ, και ολα τα πουλια του ουρανου ειχαν φυγει. ειδα, και προσεξτε, ο καρμηλοσ ηταν ερημοσ, και ολεσ οι πολεισ του κατεδαφισμενεσ μπροστα απο τον κυριο, απο τον φλογερο θυμο του. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ολοκληρη η γη θα ειναι ερημη· συντελεια, ομωσ, δεν θα κανω. γι' αυτο, η γη θα πενθησει, και οι ουρανοι απο πανω θα συσκοτιστουν· επειδη, μιλησα εγω, αποφασισα και δεν θα μετανοησω, ουτε θα επιστρεψω απ' αυτο. ολοκληρη η πολη θα φυγει απο τον θορυβο των καβαλαρηδων και των τοξοτων· θαρθουν στα δαση, και θα ανεβουν στουσ βραχουσ· καθε πολη θα εγκαταλειφθει, και δεν θα υπαρχει ανθρωποσ που θα κατοικει σ' αυτεσ. κι εσυ αφανισμενη, τι θα κανεισ; και αν ντυθεισ κοκκινο, και αν στολιστεισ με χρυσουσ στολισμουσ, και μεγαλωσεισ τα ματια σου με στιμμι, ματαια θα καλλωπιστεισ· οι εραστεσ σου θα σε καταφρονησουν, θα ζητουν τη ζωη σου. επειδη, ακουσα φωνη σαν καποια που κοιλοποναει, στεναγμον, σαν καποια που πρωτογενναει, φωνη τησ θυγατερασ σιων, που θρηνολογει τον εαυτο τησ, απλωνει τα χερια τησ, λεγοντασ: αλλοιμονο τωρα σε μενα! επειδη, η ψυχη μου λειποθυμει εξαιτιασ των φονευτων.

5

περιελθετε στουσ δρομουσ τησ ιερουσαλημ, και δειτε τωρα, και μαθετε, και ζητηστε στισ πλατειεσ τησ, αν μπορειτε να βρειτε εναν ανθρωπο, αν υπαρχει καποιοσ που να κανει κριση, που να ζηταει αληθεια· και θα συγχωρησω σ' αυτη. κι αν λενε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στην πραγματικοτητα ορκιζονται ψευτικα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τα ματια σου δεν επιβλεπουν επανω στην αληθεια; τουσ μαστιγωσεσ, και δεν πονεσαν· τουσ καταναλωσεσ, και δεν θελησαν να δεχθουν διορθωση· σκληρυναν τα προσωπα τουσ περισσοτερο απο τον βραχο· δεν θελησαν να επιστρεψουν. τοτε, εγω ειπα: αυτοι βεβαια ειναι φτωχοι· ειναι αφρονεσ· επειδη, δεν γνωριζουν τον δρομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, την κριση του θεου τουσ· θα παω στουσ μεγαλουσ, και θα τουσ μιλησω· επειδη, αυτοι γνωρισαν τον δρομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, την κριση του θεου τουσ· αλλα, κι αυτοι ολοι μαζι συντριψαν τον ζυγο, εκοψαν τα δεσμα. γι' αυτο, λιονταρι απο το δασοσ θα τουσ φονευσει, λυκοσ τησ ερημου θα τουσ εξολοθρευσει, παρδαλη θα κατασκοπευσει επανω στισ πολεισ τουσ· καθενασ ο οποιοσ θα βγει απο εκει εξω, θα κατασπαραχθει· επειδη, πληθυναν οι παραβασεισ τουσ, αυξηθηκαν οι αποστασιεσ τουσ. πωσ να σε συγχωρησω γι' αυτο; οι γιοι σου με εγκατελειψαν, και ορκιζονταν στουσ μη θεουσ· αφου τουσ χορτασα, τοτε μοιχευαν, και συγκεντρωνονταν σε σπιτι πορνησ. ησαν σαν τα χορτασμενα αλογα το πρωι· καθε ενασ χρεμετιζε πισω απο τη γυναικα του κοντινου του. δεν θα κανω επισκεψη γι' αυτα; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και η ψυχη μου δεν θα εκδικηθει εναντια σε τετοιο εθνοσ; ανεβειτε επανω στα τειχη τησ, και γκρεμιζετε· ομωσ, μη κανετε συντελεια· αφαιρεστε τισ επαλξεισ τησ· επειδη, δεν ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ο οικοσ του ισραηλ, και ο οικοσ του ιηhυδα φερθηκαν πολυ απιστα σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αρνηθηκαν τον κυριο, και ειπαν: δεν ειναι αυτοσ· και δεν θαρθει επανω μασ κακο· ουτε θα δουμε μαχαιρα η πεινα· και οι προφητεσ ειναι ανεμοσ, και ο λογοσ δεν υπαρχει μεσα τουσ· ετσι θα γινει σ' αυτουσ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των δυναμεων: επειδη μιλατε αυτο τον λογο, προσεξτε, εγω θα κανω τα λογια μου στο στομα σου φωτια, κι αυτο τον λαο ξυλα, και θα τουσ καταφαει. δεστε, εγω θα φερω επανω σασ ενα εθνοσ απο μακρυα, ω οικοσ ισραηλ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ειναι ισχυρο εθνοσ, ειναι αρχαιο εθνοσ, ενα εθνοσ του οποιου δεν γνωριζεισ τη γλωσσα ουτε καταλαβαινεισ τι λενε. η φαρετρα τουσ ειναι σαν ανοιγμενοσ ταφοσ· ειναι ολοι ισχυροι. και θα κατατρωνε τον θερισμο σου, και το ψωμι σου, που θα ετρωγαν οι γιοι σου και οι θυγατερεσ σου· θα κατατρωνε τα κοπαδια σου, και τισ αγελεσ σου· θα κατατρωνε τουσ αμπελωνεσ σου, και τισ συκιεσ σου· θα εξολοθρευσουν με ρομφαια τισ οχυρεσ πολεισ σου, στισ οποιεσ εσυ ελπιζεσ. και ομωσ, κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεν θα κανω σε σασ συντελεια. και οταν πειτε: γιατι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ εκανε σε μασ ολα αυτα; τοτε, θα τουσ πεισ: οπωσ με εγκαταλειψατε, και δουλεψατε ξενουσ θεουσ στη γη σασ, ετσι θα δουλεψετε ξενουσ θεουσ σε γη οχι δικη σασ. αναγγειλατε τουτο στον οικο του ιακωβ, και κηρυξτε το στον ιηhυδα, λεγοντασ: ακουστε, τωρα, τουτο, λαε μωρε και ασυνετε· που εχετε ματια, αλλα δεν βλεπετε· εχετε αυτια, αλλα δεν ακουτε· δεν φοβαστε εμενα; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεν θα τρεμετε μπροστα μου, που σασ εβαλα την αμμο ωσ οριο τησ θαλασσασ συμφωνα με αιωνιο προσταγμα, και δεν θα το υπερβει· και τα κυματα τησ συνταραζονται, ομωσ δεν θα υπερισχυσουν· και ηχουν, ομωσ δεν θα το υπερβουν; αυτοσ ο λαοσ, ομωσ, εχει στασιαστικη και απειθη καρδια· αποστατησαν και εφυγαν. και δεν ειπαν στην καρδια τουσ: ασ φοβηθουμε τωρα τον κυριο, τον θεο μασ, που δινει βροχη πρωιμη και οψιμη στον καιρο τησ· φυλαττει για μασ τισ διορισμενεσ εβδομαδεσ του θερισμου. οι ανομιεσ σασ τα απεστρεψαν αυτα, και οι αμαρτιεσ σασ εμποδισαν απο σασ το αγαθο. επειδη, βρεθηκαν μεσα στον λαο μου ασεβεισ· εστησαν ενεδρα, οπωσ εκεινοσ που στηνει βροχια· βαζουν παγιδα, συλλαμβανουν ανθρωπουσ. οπωσ το κλουβι ειναι γεματο με πουλια, ετσι και τα σπιτια τουσ ειναι γεματα με δολο· γι' αυτο μεγαλυνθηκαν, και πλουτησαν. παχυναν, γυαλιζουν· υπερεβηκαν μαλιστα τισ πραξεισ των ασεβων· δεν κρινουν την κριση, την κριση του ορφανου, και ευημερουν· και δεν κρινουν το δικιο των φτωχων. δεν θα κανω γι' αυτα επισκεψη; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· η ψυχη μου δεν θα εκδικηθει εναντια σε ενα τετοιο εθνοσ; εκπληξη και φρικη εγιναν στη γη. οι προφητεσ προφητευουν με ψεμα, και οι ιερεισ δεσποζουν διαμεσου αυτων· και ο λαοσ μου αγαπαει με τετοιον τροπο· και τι θα κανετε στο διαστημα υστερα απ' αυτα;

6

γιοι βενιαμιν, φυγετε με βιασυνη μεσα απο την ιερουσαλημ, και ηχηστε σαλπιγγα στη θεκουε, και υψωστε σημαδι απο φωτια στη βαιθ-ακκερεμ· επειδη, κακο ξεπροβαλλει απο τον βορρα, και μεγαλοσ συντριμμοσ. παρομοιωσα τη θυγατερα σιων με ευχαρη και τρυφερη γυναικα. οι βοσκοι και τα κοπαδια τουσ θαρθουν σ' αυτη· θα στησουν σκηνεσ εναντιον τησ, ολογυρα· καθενασ θα ποιμαινει στον τοπο του. ετοιμαστε πολεμο εναντιον τησ· σηκωθειτε, και ασ ανεβουμε το μεσημερι. αλλοιμονο σ' εμασ! επειδη, γερνει η ημερα, επειδη απλωνονται οι σκιεσ τησ εσπερασ. σηκωθειτε, και ασ ανεβουμε μεσα στη νυχτα, και ασ καταστρεψουμε τα παλατια τησ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: κατακοψτε δεντρα, και υψωστε περιχαρακωματα εναντιον τησ ιερουσαλημ· αυτη ειναι η πολη, επανω στην οποια πρεπει να γινει επισκεψη· ειναι ολοκληρη καταδυναστεια στο μεσον τησ. οπωσ η πηγη αναβλυζει τα νερα τησ, ετσι αυτη αναβλυζει την κακια τησ· βια και αρπαγη ακουγονται μεσα σ' αυτη· μπροστα μου ειναι ακαταπαυστα πονοσ και πληγεσ. σωφρονισου, ιερουσαλημ, μηπωσ και αποσυρθει η ψυχη μου απο σενα· μηπωσ και σε κανω ερημη, ακατοικητη γη. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: θα σταφυλολογησουν ολοκληρωτικα τα υπολοιπα του ισραηλ σαν μια αμπελο· επιστρεψε το χερι σου στα καλαθια, σαν τον τρυγητη. σε ποιον θα μιλησω, και θα διαμαρτυρηθω, για να ακουσουν; δεσ, το αυτι τουσ ειναι απεριτμητο, και δεν μπορουν να ακουσουν· δεσ, ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι σ' αυτουσ ονειδοσ· δεν ευχαριστιουνται σ' αυτον. γι' αυτο, ειμαι γεματοσ απο θυμο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· απεκαμα συγκρατωντασ τον εαυτο μου· θα τον εκχεω επανω στα νηπια απεξω, κι επανω στη συγκεντρωση των νεων, μαζι· επειδη, και ο ανδρασ θα πιαστει μαζι με τη γυναικα, και ο ηλικιωμενοσ μ' εκεινον που ειναι πληρησ ημερων. και τα σπιτια τουσ θα περασουν σε αλλουσ, τα χωραφια και οι γυναικεσ, μαζι· επειδη, θα απλωσω το χερι μου επανω στουσ κατοικουσ τησ γησ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: επειδη, απο τον μικρο τουσ μεχρι τον μεγαλο τουσ, καθε ενασ δοθηκε στην πλεονεξια· και απο προφητη μεχρι ιερεα καθε ενασ πραττει το ψεμμα. και γιατρεψαν το συντριμμα τησ θυγατερασ του λαου μου με επιπολαιο τροπο, λεγοντασ: ειρηνη, ειρηνη· και δεν υπαρχει ειρηνη. μηπωσ ντραπηκαν, οταν επραξαν βδελυγμα; μαλιστα, δεν ντραπηκαν με κανεναν τροπο ουτε κοκκινισαν· γι' αυτο, θα πεσουν αναμεσα σ' εκεινουσ που πεφτουν· οταν τουσ επισκεφθω, θα απολεστουν, ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: σταθειτε επανω στουσ δρομουσ, και δειτε, και ρωτηστε για τα αιωνια μονοπατια, που ειναι ο αγαθοσ δρομοσ, και περπατατε σ' αυτον, και θα βρειτε αναπαυση στισ ψυχεσ σασ. αυτοι, ομωσ, ειπαν: δεν θα περπατησουμε σ' αυτον. και εβαλα σκοπουσ επανω σασ, λεγοντασ: ακουστε τον ηχο τησ σαλπιγγασ. αλλα, ειπαν: δεν θα ακουσουμε. γι' αυτο, ακουστε, εθνη, κι εσυ, συναγωγη, γνωρισε τι ειναι μεταξυ τουσ! ακου, γη· να, εγω θα φερω κακο επανω σ' αυτο τον λαο, τον καρπο των συλλογισμων τουσ· επειδη, δεν προσεξαν στα λογια μου, και στον νομο μου, αλλα τον απερριψαν. τι με αφορα το λιβανι που προερχεται απο τη σεβα, και η ευωδιαστη κανελλα απο μακρυνη γη; τα ολοκαυτωματα σασ δεν ειναι δεκτα ουτε οι θυσιεσ σασ ειναι ευαρεστεσ σε μενα. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, εγω θα βαλω προσκομματα σ' αυτο τον λαο, και οι πατερεσ και οι γιοι θα προσκοψουν επανω σ' αυτα, ο γειτονασ και ο φιλοσ του θα απολεσθουν. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, λαοσ ερχεται απο τη γη του βορρα, και μεγαλο εθνοσ θα σηκωθει απο τα ακρα τησ γησ. θα κρατουν τοξο και λογχη· ειναι σκληροι, και ανηλεοι· η φωνη τουσ ηχει σαν τη θαλασσα· και επιβαινουν επανω σε αλογα, παραταγμενα σαν ανδρεσ σε πολεμο εναντιον σου, θυγατερα σιων. ακουσαμε τη φημη τουσ· τα χερια μασ παρελυσαν· μασ κατελαβε στενοχωρια, ωδινεσ, σαν εκεινη που γενναει. μη βγειτε στο χωραφι, και στον δρομο μη περπατατε· επειδη, η ρομφαια του εχθρου ειναι τρομοσ απο παντου. θυγατερα του λαου μου, περιζωσου σακο, και κυλισου μεσα σε σταχτη. κανε στον εαυτο σου πενθοσ, οπωσ σε γιον μονογενη· θρηνησε πικρα· επειδη, ο εξολοθρευτησ θαρθει ξαφνικα επανω μασ. σε εβαλα σκοπια, φρουριο αναμεσα στον λαο μου, για να γνωρισεισ και να εξερευνησεισ τον δρομο τουσ. ολοι ειναι ολοκληρωτικα απειθεισ, περπατουν κακολογωντασ· ειναι χαλκοσ και σιδηροσ· ολοι ειναι διεφθαρμενοι. το φυσητηρι καηκε· το μολυβι καταναλωθηκε απο τη φωτια· ο χωνευτησ διαλυει ματαια· επειδη, οι κακοι δεν χωριστηκαν. θα τουσ ονομασουν ασημι αποδοκιμασμενο, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ αποδοκιμασε.

7

ο λογοσ που εγινε στον ιερεμια απο τον κυριο, λεγοντασ: στασου στην πυλη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και κηρυξε εκει τουτο τον λογο, και πεσ: ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ολοι οσοι ανηκετε στον ιηhυδα, που μπαινετε μεσα διαμεσου αυτων των πυλων για να προσκυνειτε τον κυριο. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: διορθωστε τουσ δρομουσ σασ και τισ πραξεισ σασ, και θα σασ στερεωσω σ' αυτο τον τοπο. μη εχετε πεποιθηση σε αναληθη λογια, λεγοντασ: ο ναοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο ναοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο ναοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αυτοσ. επειδη, αν αληθινα διορθωσετε τουσ δρομουσ σασ και τισ πραξεισ σασ· αν, εντελωσ, εκτελεσετε κριση αναμεσα σε ανθρωπο και στον κοντινο του· αν δεν καταδυναστευετε τον ξενο, τον ορφανο και τη χηρα, και δεν χυνετε αθωο αιμα σ' αυτο τον τοπο ουτε περπατατε πισω απο ξενουσ θεουσ για δικη σασ φθορα· τοτε, θα σασ κανω να κατοικειτε σ' αυτο τον τοπο, μεσα στη γη που εδωσα στουσ πατερεσ σασ, απο αιωνα σε αιωνα. να, εσεισ ειχατε την πεποιθηση σε λογια αναληθη, απο τα οποια δεν θα ωφεληθειτε. κλεβετε, φονευετε, και μοιχευετε, και ορκιζεστε αναληθωσ, και θυμιαζετε στον βααλ, και περπατατε πισω απο αλλουσ θεουσ, που δεν γνωριζετε· επειτα, ερχεστε και στεκεστε μπροστα μου σ' αυτο τον οικο, επανω στον οποιο αποκληθηκε το ονομα μου, και λετε: ελευθερωθηκαμε, για να κανετε ολα αυτα τα βδελυγματα; σπηλαιο ληστων εγινε μπροστα σασ αυτοσ ο οικοσ, επανω στον οποιο αποκληθηκε το ονομα μου; να, εγω ο ιδιοσ τα ειδα αυτα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αλλα, πηγαινετε τωρα στον τοπο μου, που ειναι στη σηλω, οπου ειχα βαλει το ονομα μου, αρχικα, και δειτε τι εκανα σ' αυτον εξαιτιασ τησ κακιασ του λαου μου ισραηλ. και τωρα, επειδη πραξατε ολα αυτα τα εργα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και σασ μιλησα, σηκωνομενοσ το πρωι και μιλωντασ, και δεν ακουσατε· και σασ εκραξα, και δεν απαντησατε· γι' αυτο, στον οικο, επανω στον οποιο αποκληθηκε το ονομα μου, στον οποιο εσεισ εχετε το θαρροσ, και στον τοπο, που εδωσα σε σασ και στουσ πατερεσ σασ, θα κανω οπωσ εκανα στη σηλω· και θα σασ απορριψω απο το προσωπο μου, οπωσ απερριψα ολουσ τουσ αδελφουσ σασ, ολοκληρο το σπερμα του εφραιμ. γι' αυτο, εσυ μη προσευχεσαι υπερ αυτου του λαου, και μη υψωνεισ φωνη η δεηση υπερ αυτων ουτε να μεσιτευεισ σε μενα· επειδη, δεν θα σε εισακουσω. δεν βλεπεισ τι κανουν αυτοι μεσα στισ πολεισ του ιηhυδα, και στουσ δρομουσ τησ ιερουσαλημ; οι γιοι μαζευουν ξυλα, και οι πατερεσ αναβουν τη φωτια, και οι γυναικεσ ζυμωνουν το ζυμαρι, για να κανουν πλακουντεσ στη βασιλισσα του ουρανου, και να κανουν σπονδεσ σε αλλουσ θεουσ, για να με παροξυνουν. μηπωσ εμενα παροξυνουν; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· οχι τον εαυτο τουσ για καταντροπιασμα του προσωπου τουσ; γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ: να, η οργη μου και ο θυμοσ μου εκχεονται επανω σ' αυτο τον τοπο, επανω σε ανθρωπο, κι επανω σε κτηνοσ, κι επανω στα δεντρα του χωραφιου, κι επανω στον καρπο τησ γησ· και θα αναψει και δεν θα σβησει. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: προσθεστε τα ολοκαυτωματα σασ στισ θυσιεσ σασ, και να φατε κρεασ. επειδη, δεν μιλησα στουσ πατερεσ σασ ουτε τουσ εδωσα εντολεσ, κατα την ημερα που τουσ εβγαλα εξω απο τη γη τησ αιγυπτου, για ολοκαυτωματα και θυσιεσ· αλλα, τουσ προσταξα αυτο τον λογο, λεγοντασ: ακουστε τη φωνη μου, και θα ειμαι θεοσ σασ, κι εσεισ θα ειστε λαοσ μου· και περπατατε σε ολουσ τουσ δρομουσ, που διορισα σε σασ, για να ευημερειτε· ομωσ, δεν ακουσαν ουτε εστρεψαν το αυτι τουσ, αλλα περπατησαν στισ βουλεσ τουσ, στισ ορεξεισ τησ πονηρησ τουσ καρδιασ, και πηγαν προσ τα πισω, και οχι προσ τα εμπροσ. απο την ημερα που οι πατερεσ σασ βγηκαν απο τη γη τησ αιγυπτου, μεχρι τη σημερινη ημερα, σασ εστειλα ολουσ τουσ δουλουσ μου τουσ προφητεσ καθε ημερα σηκωνομενοσ το πρωι και στελνοντασ· ομωσ, δεν με υπακουσαν ουτε εστρεψαν το αυτι τουσ, αλλα σκληρυναν τον τραχηλο τουσ· επραξαν χειροτερα απο τουσ πατερεσ τουσ. γι' αυτο, θα τουσ μιλησεισ ολα αυτα τα λογια, και δεν θα σε ακουσουν· και θα φωναξεισ προσ αυτουσ, αλλα δεν θα σου απαντησουν. θα τουσ πεισ, ομωσ: αυτο ειναι το εθνοσ που δεν ακουει τη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ουτε δεχεται διαπαιδαγωγηση· η αληθεια επαψε να υπαρχει, και χαθηκε απο το στομα τουσ. κουρεψε το κεφαλι σου, ιερουσαλημ και πεταξε τισ τριχεσ, και αναλαβε θρηνο επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απερριψε και εγκατελειψε αυτη τη γενεα, εναντια στην οποια οργιστηκε. επειδη, οι γιοι του ιηhυδα επραξαν μπροστα μου πονηρα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· εβαλαν τα βδελυγματα τουσ μεσα στον οικο, επανω στον οποιο αποκληθηκε το ονομα μου, για να τον μολυνουν. και οικοδομησαν τουσ ψηλουσ τοπουσ του τοφεθ, ο οποιοσ ειναι στη φαραγγα του γιου του εννομ, για να καινε τουσ γιουσ τουσ, και τισ θυγατερεσ τουσ σε φωτια· το οποιο δεν προσταξα ουτε ανεβηκε στην καρδια μου. γι' αυτο, να, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κατα τισ οποιεσ δεν θα ονομαζεται πλεον τοφεθ ουτε φαραγγα του γιου του εννομ, αλλα: η φαραγγα τησ σφαγησ· επειδη, θα θαβουν στον τοφεθ, μεχρι να μη υπαρχει τοποσ. και τα πτωματα αυτου του λαου θα ειναι τροφη στα πουλια του ουρανου, και στα θηρια τησ γησ· και δεν θα υπαρχει καποιοσ που να τα εκφοβιζει. και απο τισ πολεισ του ιηhυδα, και απο τουσ δρομουσ τησ ιερουσαλημ, θα σταματησω τη φωνη τησ χαρασ και τη φωνη τησ ευφροσυνησ, τη φωνη του νυμφιου, και τη φωνη τησ νυφησ· επειδη, η γη θα γινει ερημοσ.

8

κατα τον καιρο εκεινο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα πεταξουν τα κοκαλα των βασιλιαδων του ιηhυδα, και τα κοκαλα των αρχοντων του, και τα κοκαλα των ιερεων, και τα κοκαλα των προφητων, και τα κοκαλα των κατοικων τησ ιερουσαλημ, εξω απο τουσ ταφουσ τουσ· και θα τα απλωσουν απεναντι στον ηλιο και στο φεγγαρι, κι απεναντι σε ολοκληρη τη στρατια του ουρανου, τα οποια αγαπησαν, και τα οποια λατρευσαν, και πισω απο τα οποια περπατησαν, και τα οποια εκζητησαν, και τα οποια προσκυνησαν· δεν θα μαζευτουν ουτε θα ταφουν· θα ειναι για κοπρια επανω στην επιφανεια τησ γησ. και ο θανατοσ θα ειναι προτιμοτεροσ παρα η ζωη σε ολοκληρο το υπολοιπο εκεινων που εναπεμειναν απο εκεινη την πονηρη γενεα, οσοι θα εμεναν σε ολουσ τουσ τοπουσ, οπου θα τουσ ειχα εξωσει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. και θα τουσ πεισ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: αν καποιοσ πεσει, δεν σηκωνεται; αν καποιοσ ξεκλινει, δεν θα επιστρεψει; γιατι αυτοσ ο λαοσ τησ ιερουσαλημ στραφηκε με παντοτινη στροφη; προσηλωνονται στην απατη, αρνουνται να επιστρεψουν. ακροαστηκα, και ακουσα, αλλα, δεν μιλησαν με ευθυτητα· δεν υπαρχει κανενασ που να μετανοει απο την κακια του, λεγοντασ: τι εκανα; καθε ενασ στραφηκε στον δρομο του, σαν το αλογο που ορμαει στη μαχη. κι αυτοσ ο πελαργοσ στον ουρανο γνωριζει τουσ διορισμενουσ καιρουσ του· και το τρυγονι, και ο γερανοσ, και το χελιδονι φυλαττουν τον καιρο του ερχομου τουσ· ο λαοσ μου, ομωσ, δεν γνωριζει την κριση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. πωσ λετε: ειμαστε σοφοι, και ο νομοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι μασ; δεστε, σιγουρα, ματαια εγινε αυτο· το καλαμι των γραμματεων ειναι αναληθεσ. οι σοφοι καταντροπιαστηκαν, πτοηθηκαν, και συνεληφθηκαν· επειδη, απερριψαν τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ποια σοφια υπαρχει μεσα τουσ; γι' αυτο, θα δωσω τισ γυναικεσ τουσ σε αλλουσ, τα χωραφια τουσ σ' εκεινουσ που θα τουσ κληρονομησουν· επειδη, καθε ενασ, απο μικρον μεχρι μεγαλον δοθηκε σε πλεονεξια· απο προφητη μεχρι ιερεα, καθε ενασ πραττει το ψεμα. επειδη, γιατρεψαν το συντριμμα τησ θυγατερασ του λαου μου με επιπολαιο τροπο, λεγοντασ: ειρηνη, ειρηνη· αλλα, δεν υπαρχει ειρηνη. μηπωσ ντραπηκαν οτι επραξαν βδελυγμα; μαλιστα, καθολου δεν ντραπηκαν ουτε κοκκινισαν· γι' αυτο, θα πεσουν αναμεσα σ' εκεινουσ που πεφτουν· στον καιρο τησ επισκεψησ τουσ θα απολεστουν, ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. εξαπαντοσ θα τουσ αναλωσω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεν θα ειναι σταφυλια στην αμπελο ουτε συκα στη συκια, και το φυλλο θα μαραθει· και τα αγαθα, που τουσ εδωσα, θα φυγουν απ' αυτουσ. γιατι καθομαστε; συγκεντρωθειτε, ασ μπουμε μεσα στισ οχυρεσ πολεισ, και ασ μεινουμε εκει ολοκληρωτικα σιωπηλοι· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ μασ κρατησε σε τελεια σιωπη, και μασ ποτισε νερο χολησ, μια που αμαρτησαμε στον κυριο. προσμειναμε ειρηνη, ομωσ κανενα αγαθο· καιρο θεραπειασ, ομωσ, δεστε, ταραχη. το φρυαγμα των αλογων του ακουστηκε απο τη δαν· σειστηκε ολοκληρη η γη απο τον ηχο του χρεμετισμου των ρωμαλεων αλογων του· επειδη, ηρθαν και κατεφαγαν τη γη, και το πληρωμα τησ· την πολη, κι αυτουσ που κατοικουν σ' αυτη· επειδη, δεστε, εγω σασ στελνω φιδια, οχιεσ, που δεν θα γοητευονται, αλλα θα σασ δαγκωνουν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. θελησα να παρηγορηθω απο τη λυπη, η καρδια μου, ομωσ, ειναι μεσα μου παραλυμενη. δεστε, φωνη κραυγησ τησ θυγατερασ του λαου μου, απο μακρινη γη. δεν ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στη σιων; ο βασιλιασ τησ δεν ειναι μεσα σ' αυτη; γιατι με παροργισαν με τα γλυπτα τουσ, με ξενεσ ματαιοτητεσ; περασε ο θερισμοσ, τελειωσε το καλοκαιρι, κι εμεισ δεν σωθηκαμε. για το συντριμμα τησ θυγατερασ του λαου μου πληγωθηκα· ειμαι σε πενθοσ· με κατελαβε εκπληξη. δεν υπαρχει βαλσαμο στη γαλααδ; δεν υπαρχει εκει γιατροσ; γιατι, λοιπον, η θυγατερα του λαου μου δεν ανελαβε την υγεια τησ;

9

ειθε να ηταν το κεφαλι μου νερα, και τα ματια μου πηγη απο δακρυα, για να κλαιω ημερα και νυχτα για τουσ φονευμενουσ τησ θυγατερασ του λαου μου! ειθε να ειχα καταλυμα οδοιπορων στην ερημο, για να εγκαταλειψω τον λαο μου, και να φυγω απ' αυτουσ! επειδη, ολοι ειναι μοιχοι, ενα αθροισμα απιστων. τεντωσαν και τη γλωσσα τουσ σαν τοξο ψεματοσ· και εγιναν ισχυροι στη γη, οχι υπερ τησ αληθειασ· επειδη, προχωρουν απο κακια σε κακια, και δεν γνωριζουν εμενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. φυλαγεστε καθε ενασ απο τον πλησιον του, και μη εχετε πεποιθηση σε κανεναν αδελφο· επειδη, καθε αδελφοσ θα υποσκελιζει παντοτε, και καθε πλησιον θα περπαταει με δολιοτητα. και καθε ενασ θα απαταει τον πλησιον του, και δεν θα μιλουν την αληθεια· διδαξαν τη γλωσσα τουσ να μιλαει ψεματα, αποκανουν πραττοντασ ανομια. η κατοικια σου ειναι αναμεσα σε δολιοτητα· μεσα στη δολιοτητα αρνουνται να με γνωρισουν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: δεστε, θα τουσ βαλω σε χωνευτηρι, και θα τουσ δοκιμασω· επειδη, πωσ θα κανω για χαρη τησ θυγατερασ του λαου μου; η γλωσσα τουσ ειναι βελοσ που εξακοντιζεται· μιλαει δολια· καθε ενασ μιλαει με το στομα του ειρηνικα προσ τον πλησιον του, ομωσ στην καρδια του στηνει εναντιον του ενεδρα. δεν θα τουσ επισκεφθω γι' αυτα; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· η ψυχη μου δεν θα εκδικηθει εναντια σε ενα τετοιο εθνοσ; για τα βουνα θα αναλαβω κλαυθμο και θρηνο, και για τισ βοσκεσ τησ ερημου οδυρμο, επειδη αφανιστηκαν, ωστε δεν υπαρχει ανθρωποσ που να διαβαινει ουτε ακουγεται φωνη ποιμνιου· απο το πουλι του ουρανου μεχρι το κτηνοσ, εφυγαν, απηλθαν. και θα καταστησω την ιερουσαλημ σε σωρουσ, κατοικια τσακαλιων· και θα κανω τισ πολεισ του ιηhυδα ερημωση, ωστε να μη υπαρχει αυτοσ που κατοικει. ποιοσ ειναι ο ανθρωποσ ο σοφοσ που μπορει να το εννοησει; και στον οποιο το στομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε για να το αναγγειλει, για ποιον λογο χαθηκε η γη, αφανιστηκε σαν ερημοσ, ωστε να μη υπαρχει αυτοσ που διαβαινει; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: επειδη εγκατελειψαν τον νομο μου, που ειχα βαλει μπροστα τουσ, και δεν υπακουσαν στη φωνη μου, και δεν περπατησαν σ' αυτον· αλλα, περπατησαν πισω απο την ορεξη τησ καρδιασ τουσ, και πισω απο τουσ βααλειμ, που οι πατερεσ τουσ τουσ διδαξαν· γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: δεστε, εγω θα τουσ θρεψω με αψινθι, αυτο τον λαο, και θα τουσ ποτισω νερο χολησ· και θα τουσ διασκορπισω στα εθνη, που αυτοι και οι πατερεσ τουσ δεν ειχαν γνωρισει· και θα στειλω απο πισω τουσ τη μαχαιρα, μεχρισ οτου τουσ αναλωσω. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: συλλογιστειτε, και καλεστε ναρθουν οι γυναικεσ που θρηνουν· και στειλτε ναρθουν οι σοφεσ γυναικεσ· και ασ σπευσουν, και ασ αναλαβουν οδυρμο για σασ, και ασ κατεβασουν τα ματια μασ δακρυα, και τα βλεφαρα μασ ασ ρευσουν νερα. επειδη, ακουστηκε φωνη θρηνου απο τη σιων: πωσ χαθηκαμε! καταντροπιαστηκαμε υπερβολικα, επειδη εγκαταλειψαμε τη γη, επειδη οι κατοικιεσ μασ μασ πεταξαν εξω. ακουστε, λοιπον, γυναικεσ, τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το αυτι σασ ασ δεχθει τον λογο του στοματοσ του, και διδαξτε τισ θυγατερεσ σασ οδυρμο, και καθε μια την κοντινη τησ θρηνο. επειδη, θανατοσ ανεβηκε μεσα απο τισ θυριδεσ μασ, μπηκε στα παλατια μασ, για να εξολοθρευσει τα νηπια απο τουσ δρομουσ, τουσ νεουσ απο τισ πλατειεσ. πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: και τα πτωματα των ανθρωπων θα ριχτουν σαν κοπρια επανω στην επιφανεια του χωραφιου, και σαν χειροβολο πισω απο τον θεριστη, και δεν θα υπαρχει αυτοσ που μαζευει. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ασ μη καυχαται ο σοφοσ στη σοφια του, και ασ μη καυχαται ο δυνατοσ στη δυναμη του, ασ μη καυχαται ο πλουσιοσ στον πλουτο του· αλλ' εκεινοσ που καυχαται, ασ καυχαται σε τουτο: οτι εννοει και γνωριζει εμενα, οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που κανω ελεοσ, κριση, και δικαιοσυνη επανω στη γη· επειδη, σ' αυτα ευαρεστουμαι, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα κανω επισκεψη επανω σε ολουσ τουσ περιτμημενουσ μαζι με τουσ απεριτμητουσ· επανω στην αιγυπτο, κι επανω στον ιηhυδα, κι επανω στον εδωμ, κι επανω στουσ γιουσ αμμων, κι επανω στον μωαβ, κι επανω σε ολουσ αυτουσ που κουρευουν την κωμη ολογυρα, αυτουσ που κατοικουν στην ερημο· επειδη, ολα τα εθνη ειναι απεριτμητα, και ολοκληροσ ο οικοσ ισραηλ ειναι απεριτμητοσ στην καρδια.

10

ακουστε τον λογο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλαει σε σασ, ω οικοσ ισραηλ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μη μαθαινετε τον δρομο των εθνων, και στα σημεια του ουρανου μη φοβαστε, επειδη τα εθνη τα φοβουνται. δεδομενου οτι, τα νομιμα των λαων ειναι ματαια· επειδη, κοβουν ξυλο απο το δασοσ, εργασια χεριων ενοσ μαραγκου με τον πελεκυ. το καλλωπιζουν με ασημι και με χρυσαφι· το στερεωνουν με καρφια και με σφυρια, για να μη κινειται. ειναι ορθια σαν τον φοινικα, αλλα δεν μιλουν· εχουν αναγκη να βασταζονται, επειδη δεν μπορουν να περπατησουν. μη τα φοβαστε· επειδη, δεν μπορουν να κακοποιουν ουτε ειναι δυνατον σ' αυτα να αγαθοποιηhοσυα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεν υπαρχει ομοιοσ με σενα· εισαι μεγασ, και το ονομα σου ειναι μεγα σε δυναμη. ποιοσ δεν θα σε φοβοταν, βασιλια των εθνων; επειδη, σε σενα ανηκει τουτο· για τον λογο οτι, αναμεσα σε ολουσ τουσ σοφουσ των εθνων, και σε ολα τα βασιλεια τουσ, ομοιοσ με σενα δεν υπαρχει. αλλα, ειναι ολοκληρωτικα κτηνωδεισ και αφρονεσ· το ξυλο ειναι διδασκαλια ματαιοτητων. ασημι, χυμενο σε πλακεσ, φερθηκε απο τη θαρσεισ, και χρυσαφι απο την ουφαζ, εργασια τεχνιτη, και χεριων χρυσοχοου· βαθυγαλαζο, και πορφυρουν ειναι το ενδυμα τουσ· εργασια σοφων ολα αυτα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, ειναι αληθινοσ θεοσ, ειναι ζωντανοσ θεοσ, και αιωνιοσ βασιλιασ· στην οργη του η γη θα σειστει, και τα εθνη δεν θα αντεξουν στην αγανακτηση του. ετσι θα τουσ πειτε: οι θεοι, που δεν εκαναν τον ουρανο και τη γη, θα αφανιστουν απο τη γη, και απο κατω απ' αυτον τον ουρανο. αυτοσ δημιουργησε τη γη με τη δυναμη του, και στερεωσε την οικουμενη με τη σοφια του, και απλωσε τουσ ουρανουσ με τη συνεση του. οταν εκπεμπει τη φωνη του, συγκεντρωνεται πληθοσ απο νερα στουσ ουρανουσ, και σηκωνει συννεφα απο τα ακρα τησ γησ· κανει αστραπεσ για βροχη, και βγαζει ανεμο απο τουσ θησαυρουσ του. καθε ανθρωποσ μωραθηκε απο τη γνωση του· καθε χωνευτησ καταντροπιαστηκε απο τα γλυπτα· επειδη, το χωνευτο του ειναι ψεμα, και πνοη δεν υπαρχει μεσα σ' αυτο. αυτα ειναι ματαιοτητα, εργασια πλανησ· στον καιρο τησ επισκεψησ τουσ θα χαθουν. η μεριδα του ιακωβ δεν ειναι οπωσ αυτα· επειδη, αυτοσ ειναι που δημιουργησε τα παντα· και ο ισραηλ ειναι η ραβδοσ τησ κληρονομιασ του· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων ειναι το ονομα του. συγκεντρωσε την περιουσια σου απο τη γη, εσυ, η οποια κατοικεισ σε οχυρωμα. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, εγω θα εκσφενδονισω τουσ κατοικουσ τησ γησ αυτη τη φορα, και θα τουσ στενοχωρησω, ωστε αυτο να το βρουν. αλλοιμονο σε μενα για τη θραυση μου! η πληγη μου ειναι οδυνηρη· εγω, ομωσ, ειπα: τουτο, πραγματικα, ειναι πονοσ μου, και πρεπει να τον υποφερω. η σκηνη μου ερημωθηκε, και ολα τα σχοινια μου κατακοπηκαν· οι γιοι μου χωριστηκαν απο μενα, και δεν υπαρχουν· δεν υπαρχει πλεον αυτοσ που απλωνει την σκηνη μου, και που σηκωνει τα παραπετασματα μου. επειδη, οι βοσκοι μωραθηκαν, και δεν ζητησαν τον κυριο, γι' αυτο δεν θα ευοδωθουν, και ολα τα κοπαδια τουσ θα διασκορπιστουν. δεστε, θορυβοσ ερχεται, και συγκινηση μεγαλη απο τη γη του βορρα, για να κανει τισ πολεισ του ιηhυδα ερημωση, κατοικια τσακαλιων. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γνωριζω οτι ο δρομοσ του ανθρωπου δεν εξαρταται απ' αυτον· του ανθρωπου που περπαταει δεν ειναι το να κατευθυνει τα διαβηματα του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, διαπαιδαγωγησε με, ομωσ με κριση· οχι μεσα στον θυμο σου, για να μη με συντελεσεισ. ξεχυνε τον θυμο σου επανω στα εθνη, εκεινα που δεν σε γνωριζουν, κι επανω σε γενεεσ, που δεν επικαλουνται το ονομα σου. επειδη, κατεφαγαν τον ιακωβ, και τον καταναλωσαν, και τον κατεφθειραν, και ερημωσαν την κατοικια του.

11

ο λογοσ, που εγινε στον ιερεμια απο τον κυριο, λεγοντασ: ακουστε τα λογια αυτησ τησ διαθηκησ, και μιληστε στουσ ανδρεσ του ιηhυδα, και στουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ· και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: επικαταρατοσ ο ανθρωποσ, που δεν υπακουει στα λογια αυτησ τησ διαθηκησ, την οποια προσταξα στουσ πατερεσ σασ, κατα την ημερα που τουσ εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου, απο το σιδερενιο καμινι, λεγοντασ: ακουστε τη φωνη μου, και πραττετε αυτα, και ολα οσα σασ προσταξα· και θα ειστε λαοσ μου, κι εγω θα ειμαι θεοσ σασ· για να εκπληρωσω τον ορκο, που ορκιστηκα στουσ πατερεσ σασ, να τουσ δωσω μια γη, που να ρεει γαλα και μελι, οπωσ αυτη την ημερα. τοτε απαντησα, και ειπα: αμην, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: διακηρυξε ολα αυτα τα λογια στισ πολεισ του ιηhυδα, και στουσ δρομουσ τησ ιερουσαλημ, λεγοντασ: ακουστε τα λογια αυτησ τησ διαθηκησ, και πραττετε αυτα. επειδη, διαμαρτυρηθηκα ρητα στουσ πατερεσ σασ, κατα την ημερα που τουσ ανεβασα απο τη γη τησ αιγυπτου μεχρι σημερα, σηκωνομενοσ το πρωι και διαμαρτυρομενοσ, λεγοντασ: ακουστε τη φωνη μου. αλλα, δεν ακουσαν, και δεν εστρεψαν το αυτι τουσ, αλλα περπατησαν καθε ενασ στισ ορεξεισ τησ πονηρησ τουσ καρδιασ· γι' αυτο, θα φερω επανω τουσ ολα τα λογια αυτησ τησ διαθηκησ, που ειχα προσταξει να πραττουν, αλλα δεν επραξαν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: βρεθηκε συνωμοσια αναμεσα στουσ ανδρεσ του ιηhυδα, κι αναμεσα στουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ. γυρισαν στισ αδικιεσ των προπατορων τουσ, οι οποιοι δεν θελησαν να ακουσουν τα λογια μου· κι αυτοι πηγαν πισω απο αλλουσ θεουσ, για να τουσ λατρευσουν· ο οικοσ του ισραηλ και ο οικοσ του ιηhυδα αθετησαν τη διαθηκη μου, που ειχα κανει στουσ πατερεσ τουσ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, θα φερω επανω τουσ κακο, απο το οποιο δεν θα μπορουν να βγουν· και θα βοησουν σε μενα, αλλα δεν θα τουσ εισακουσω. τοτε, οι πολεισ του ιηhυδα, και οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ θα πανε, και θα βοησουν στουσ θεουσ στουσ οποιουσ θυμιαζουν· ομωσ, δεν θα τουσ σωσουν κατα κανεναν τροπο σε καιρο τησ ταλαιπωριασ τουσ. επειδη, συμφωνα με τον αριθμο των πολεων σου ησαν οι θεοι σου, ιηhυδα· και συμφωνα με τον αριθμο των δρομων τησ ιερουσαλημ ειχατε ανεγειρει βωμουσ στα αισχρα, βωμουσ για να θυμιαζετε στον βααλ. γι' αυτο, εσυ μη προσευχεσαι υπερ αυτου του λαου, και μη υψωνεισ φωνη η δεηση υπερ αυτων· επειδη, εγω δεν θα σε εισακουσω, οταν κραζουν σε μενα σε καιρο τησ ταλαιπωριασ τουσ. τι εχει να κανει η αγαπημενη μου στον οικο μου, αφου επραξε ασελγεια με πολλουσ, και το αγιο κρεασ εχει αφαιρεθει απο σενα; οταν πραττεισ το κακο, τοτε ευφραινεσαι. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αποκαλεσε το ονομα σου: ελιοδεντρο αειθαλεσ, ωραιο, καλλικαρπο· μαζι με ηχο μεγαλου θορυβου εξαφθηκε φωτια επανω του, και τα κλαδια του εσπασαν μαζι. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, που σε φυτεψε, προφερε εναντιον σου κακο, εξαιτιασ τησ κακιασ του οικου ισραηλ και του οικου ιηhυδα, που επραξαν εναντια στον εαυτο τουσ, ωστε να με παροργισουν θυμιαζοντασ στον βααλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου εδωσε γνωση, και γνωρισα· τοτε, μου εδειξεσ τισ πραξεισ τουσ. εγω, ομωσ, ημουν σαν ακακο αρνι, που εφερναν σε σφαγη· και δεν ειχα καταλαβει οτι ειχαν συσκεφθει για βουλεσ εναντιον μου, λεγοντασ: ασ καταστρεψουμε το δεντρο μαζι με τον καρπο του, και ασ τον αποκοψουμε απο τη γη των ζωντανων ανθρωπων, ωστε το ονομα του να μη αναφερθει πλεον. αλλα, ω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, που κρινεισ δικαια, που δοκιμαζεισ τουσ νεφρουσ και την καρδια, ασ δω την εκδικηση σου επανω σ' αυτουσ! επειδη, σε σενα φανερωσα τη δικη μου. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τουσ ανδρεσ τησ αναθωθ, που ζητουν τη ζωη σου, λεγοντασ: μη προφητευεισ στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να μη πεθανεισ κατω απο τα χερια μασ· γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: δεσ, θα τουσ επισκεφθω· οι νεοι θα πεθανουν απο μαχαιρα· οι γιοι τουσ και οι θυγατερεσ τουσ θα πεθανουν απο πεινα· και απ' αυτουσ δεν θα μεινει υπολοιπο· επειδη, επανω στουσ ανδρεσ τησ αναθωθ θα φερω κακο, κατα τη χρονια τησ επισκεψησ τουσ.

12

φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι δικαιοσ, οταν αντιμαχομαι μαζι σου· ομωσ, ασ συζητησω μαζι σου για τισ κρισεισ σου. γιατι ευοδωνεται ο δρομοσ των ασεβων; γιατι ευημερουν ολοι οσοι φερονται απιστα; τουσ φυτεψεσ, μαλιστα ριζωθηκαν· αυξανουν, μαλιστα καρποφορουν. εσυ εισαι κοντα στο στομα τουσ, και μακρια απο τα νεφρα τουσ. αλλ' εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με γνωριζεισ· με ειδεσ και δοκιμασεσ την καρδια μου μπροστα σου. συρε τουσ σαν προβατα για σφαγη, και ετοιμασε τουσ για την ημερα τησ σφαγησ. μεχρι ποτε θα πενθει η γη, και θα ξεραινεται το χορταρι καθε χωραφιου, εξαιτιασ τησ κακιασ αυτων που κατοικουν σ' αυτη; αφανιστηκαν τα κτηνη και τα πουλια· επειδη, ειπαν: δεν θα δει τα εσχατα μασ. αν τρεξεισ μαζι με τουσ πεζουσ, και σε κανουν να ατονησεισ, τοτε πωσ θα αντιπαραταχθεισ προσ τα αλογα; και αν απεκανεσ στη γη τησ ειρηνησ, στην οποια ελπιζεσ, τοτε πωσ θα κανεισ στο φρυαγμα του ιορδανη; επειδη, και οι αδελφοι σου και η οικογενεια του πατερα σου, κι αυτοι φερθηκαν απιστα σε σενα· ναι, αυτοι βοησαν πισω σου μεγαλοφωνα· μη τουσ πιστεψεισ, κι αν ακομα μιλησουν καλα σε σενα. εγκατελειψα τον οικο μου, αφησα την κληρονομια μου, εδωσα την αγαπημενη τησ ψυχησ μου στα χερια των εχθρων τησ. η κληρονομια μου εγινε σε μενα σαν λιονταρι μεσα σε δρυμο· υψωσε τη φωνη τησ εναντιον μου· γι' αυτο, τη μισησα. η κληρονομια μου ειναι σε μενα αρπακτικο ορνεο, τα ορνεα ολογυρα ειναι εναντιον τησ· ελατε, συγκεντρωθειτε, ολα τα θηρια του χωραφιου, ελατε να την καταφατε. πολλοι ποιμενεσ διεφθειραν τον αμπελωνα μου, καταπατησαν τη μεριδα μου, εκαναν την επιθυμητη μεριδα μου αβατη ερημο. την παρεδωσαν σε ερημωση· και αφου ερημωθηκε, πενθει μπροστα μου· ολοκληρη η γη ερημωθηκε, επειδη δεν υπαρχει εκεινοσ που φροντιζει. σε ολεσ τισ ψηλεσ θεσεισ τησ ερημου ηρθαν οι λεηλατεσ· επειδη, η μαχαιρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα καταφαει απ' ακρου μεχρισ ακρου τησ γησ· σε καμια σαρκα δεν θα υπαρχει ειρηνη. εσπειραν σιταρι, αλλα θα θερισουν αγκαθια· κοπιασαν, αλλα δεν θα ωφεληθουν· και θα ντροπιαστειτε για τα προιοντα σασ απο τον φλογερο θυμο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντιον ολων των κακων γειτονων μου, που αγγιζουν την κληρονομια, που κληροδοτησα στον λαο μου τον ισραηλ: δεσ, θα τουσ αποσπασω απο τη γη τουσ, και θα αποσπασω τον οικο του ιηhυδα απο αναμεσα τουσ. και αφου τουσ αποσπασω, θα επιστρεψω, και θα τουσ ελεησω, και καθε εναν θα τον επαναφερω στην κληρονομια του, και καθε εναν στη γη του. και αν μαθουν καλα τουσ δρομουσ του λαου μου, να ορκιζονται στο ονομα μου: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καθωσ ειχαν διδαξει τον λαο μου να ορκιζεται στον βααλ, τοτε θα οικοδομηθουν αναμεσα στον λαο μου. αλλα, αν δεν υπακουσουν, θα αποσπασω ολοκληρωτικα και θα εξολοθρευσω εκεινο το εθνοσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

13

ετσι μου ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: πηγαινε, και αποκτησε για τον εαυτο σου μια ζωνη λινη, και βαλ' την ολογυρα στην οσφυ σου, και σε νερο μη τη βαλεισ. απεκτησα, λοιπον, τη ζωνη, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και την εβαλα ολογυρα στην οσφυ μου. και μου εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για μια δευτερη φορα, λεγοντασ: παρε τη ζωνη που απεκτησεσ, που ειναι επανω στην οσφυ σου, και αφου σηκωθεισ, πηγαινε στον ευφρατη, και κρυψ' την εκει στην τρυπα του βραχου. πηγα, λοιπον, και την εκρυψα κοντα στον ευφρατη, οπωσ με ειχε προσταξει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και υστερα απο πολλεσ ημερεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: αφου σηκωθεισ, πηγαινε στον ευφρατη, και παρε απο εκει τη ζωνη, που σε ειχα προσταξει να κρυψεισ εκει. και πηγα στον ευφρατη, και εσκαψα, και πηρα τη ζωνη απο τον τοπο οπου την ειχα κρυψει· και τι βλεπω, η ζωνη ηταν φθαρμενη, δεν ηταν χρησιμη για τιποτε. τοτε, εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μ' αυτο τον τροπο θα φθειρω την υπερηφανεια του ιηhυδα, και τη μεγαλη υπερηφανεια τησ ιερουσαλημ. αυτοσ ο κακοσ λαοσ, που αρνουνται να υπακουσουν στα λογια μου, και περπατουν στισ ορεξεισ τησ καρδιασ τουσ, και πηγαινουν πισω απο αλλουσ θεουσ, για να τουσ λατρευουν, και να τουσ προσκυνουν, θα ειναι εξαπαντοσ σαν αυτη τη ζωνη, που δεν ειναι σε τιποτε χρησιμη. επειδη, οπωσ η ζωνη προσκολλαται στην οσφυ του ανθρωπου, ετσι προσκολλησα στον εαυτο μου ολοκληρο τον οικο ισραηλ, και ολοκληρο τον οικο ιηhυδα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· για να ειναι σε μενα λαοσ, και ονομα, και καυχημα, και δοξα· αλλα, δεν υπακουσαν. γι' αυτο, θα τουσ μιλησεισ τουτο τον λογο: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ: καθε ασκοσ θα γεμισει απο κρασι· κι αυτοι θα σου πουν: μηπωσ, πραγματικα, δεν γνωριζουμε οτι καθε ασκοσ θα γεμισει απο κρασι; τοτε, θα τουσ πεισ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, θα γεμισω ολουσ τουσ κατοικουσ αυτησ τησ γησ, και τουσ βασιλιαδεσ που καθονται επανω στον θρονο του δαβιδ, και τουσ ιερεισ, και τουσ προφητεσ, και ολουσ τουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, απο μεθοκοπημα. και θα τουσ συντριψω, τον εναν με τον αλλον, και τουσ πατερεσ και τουσ γιουσ μαζι, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεν θα σπλαχνισθω ουτε θα λυπηθω ουτε θα ελεησω, αλλα θα τουσ εξολοθρευσω. ακουστε, και ακροαστειτε· να μη υπερηφανευεστε· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε. δωστε δοξα στον κυριο τον θεο σασ, πριν φερει σκοταδι, και πριν τα ποδια σασ προσκοψουν επανω στα σκοτεινα βουνα, κι ενω προσμενετε φωσ, το μετατρεψει σε σκια θανατου, και το κανει πυκνο σκοταδι. αλλα, αν δεν το ακουσετε, η ψυχη μου θα κλαψει κρυφα για την υπερηφανεια σασ· και το ματι μου θα κλαψει πικρα, και θα κατεβασει δακρυα· επειδη, το ποιμνιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φερνεται σε αιχμαλωσια. πειτε στον βασιλια και στη βασιλισσα: ταπεινωθειτε, καθηστε· επειδη, θα κατεβασουν απο τα κεφαλια σασ το στεφανι τησ δοξασ σασ. οι πολεισ του νοτου θα κλειστουν, και δεν θα υπαρχει εκεινοσ που τισ ανοιγει· ολοκληροσ ο ιηhυδασ θα φερθει σε αιχμαλωσια, θα φερθει ολοκληρωτικα αιχμαλωτοσ. υψωστε τα ματια σασ, και κοιταξτε αυτουσ που ερχονται απο τον βορρα· που ειναι το ποιμνιο, που σου ειχε δοθει, τα ωραια σου προβατα; τι θα πεισ οταν σε επισκεφθει; επειδη, εσυ τουσ διδαξεσ να αρχουν επανω σου σαν ηγεμονεσ· δεν θα σε πιασουν πονοι, σαν τη γυναικα που γενναει; και αν πεισ στην καρδια σου: γιατι μου συνεβησαν αυτα; εξαιτιασ του πληθουσ τησ ανομιασ σου σηκωθηκαν τα κρασπεδα σου, και γυμνωθηκαν οι φτερνεσ σου. μπορει ο αιθιοπασ να αλλαξει το δερμα του η η λεοπαρδαλη τα ποικιλματα τησ; τοτε, μπορειτε κι εσεισ να κανετε καλο, οι οποιοι εχετε μαθει το κακο. γι' αυτο, θα τουσ σκορπισω σαν αχυρο που φερνεται απο τον ανεμο τησ ερημου. αυτοσ ειναι απο μενα ο κληροσ σου, το μετρημενο μεριδιο σε σενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, με λησμονησεσ, και ελπισεσ στο ψεμα. γι' αυτο, και εγω θα σηκωσω τα κρασπεδα σου επανω στο προσωπο σου και θα φανει η ντροπη σου. ειδα τισ μοιχειεσ σου, και τουσ χρεμετισμουσ σου, την αισχροτητα τησ πορνειασ σου, τα βδελυγματα σου επανω στουσ λοφουσ, επανω στισ πεδιαδεσ. ουαι σε σενα, ιερουσαλημ! δεν θα καθαριστεισ; μεχρι ποτε ακομα;

14

ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εγινε στον ιερεμια για την ανομβρια. ο ιηhυδασ πενθει, και οι πυλεσ του ειναι περιλυπεσ· κειτονται καταγησ, μαυροφορεμενεσ· κι ανεβηκε η κραυγη τησ ιερουσαλημ. και οι μεγιστανεσ τησ εστειλαν τουσ νεουσ τουσ για νερο· ηρθαν στα πηγαδια, νερο δεν βρηκαν· γυρισαν με τα δοχεια τουσ αδειανα· αισχυνθηκαν, και ντραπηκαν, και σκεπασαν τα κεφαλια τουσ. επειδη, η γη σχιστηκε, επειδη δεν υπηρχε βροχη επανω στη γη, οι γεωργοι ντροπιαστηκαν, σκεπασαν τα κεφαλια τουσ. και η ελαφινα ακομα, που ειχε γεννησει στην πεδιαδα, εγκατελειψε το παιδι τησ, επειδη δεν υπηρχε χορταρι. και τα αγρια γαιδουρια σταθηκαν επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ, ρουφουσαν αερα σαν τσακαλια· τα ματια τουσ μαραθηκαν, επειδη δεν υπηρχε χορταρι. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αν και οι ανομιεσ μασ καταμαρτυρουν εναντιον μασ, κανε, ομωσ, για το ονομα σου. επειδη, οι αποστασιεσ μασ πληθυναν· αμαρτησαμε σε σενα. ελπιδα του ισραηλ, σωτηρασ του σε καιρο θλιψησ, γιατι θα ησουν σαν παροικοσ στη γη, και σαν οδοιποροσ, στρεφοντασ σε καταλυμα για μια νυχτα; γιατι θα ησουν σαν ενασ εκστατικοσ ανθρωποσ, σαν ενασ ισχυροσ που δεν μπορει να σωσει; αλλ' εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι αναμεσα μασ, και το ονομα σου αποκληθηκε επανω μασ· μη μασ εγκαταλειπεισ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σ' αυτο τον λαο: επειδη αγαπησαν να πλανιουνται, και δεν κρατησαν τα ποδια τουσ, γι' αυτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ευδοκησε σ' αυτουσ· τωρα θα θυμηθει την ανομια τουσ, και θα επισκεφθει τισ αμαρτιεσ τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: μη προσευχεσαι υπερ αυτου του λαου για καλο. και αν νηστεψουν, δεν θα εισακουσω την κραυγη τουσ· και αν προσφερουν ολοκαυτωματα και προσφορα, δεν θα ευδοκησω σ' αυτα· αλλα, θα τουσ καταναλωσω με μαχαιρα, και με πεινα, και με μεταδοτικη αρρωστια. και ειπα: ω! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε! δεσ, οι προφητεσ λενε σ' αυτουσ: δεν θα δειτε μαχαιρα ουτε θα υπαρχει πεινα σε σασ, αλλα θα σασ δωσω σιγουρη ειρηνη σ' αυτο τον τοπο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: οι προφητεσ προφητευουν αναληθη πραγματα στο ονομα μου· δεν τουσ εστειλα εγω ουτε τουσ προσταξα ουτε μιλησα σ' αυτουσ· αυτοι προφητευουν σε σασ αναληθη οραση, και μαντεια, και ματαιοτητα, και τη δολιοτητα τησ καρδιασ τουσ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τουσ προφητεσ, που προφητευουν στο ονομα μου, ενω δεν τουσ εστειλα εγω, αλλα αυτοι λενε: μαχαιρα και πεινα δεν θα υπαρχει σ' αυτο τον τοπο. με μαχαιρα και με πεινα θα συντελεστουν εκεινοι οι προφητεσ· ενω, ο λαοσ, στουσ οποιουσ αυτοι προφητευουν, θα ειναι πεταμενοι στουσ δρομουσ τησ ιερουσαλημ απο πεινα και μαχαιρα· και δεν θα υπαρχει εκεινοσ που θα τουσ θαβει, τισ γυναικεσ τουσ, και τουσ γιουσ τουσ, και τισ θυγατερεσ τουσ· και θα ξεχυνω επανω τουσ την κακια τουσ. γι' αυτο, θα τουσ πεισ τουτο τον λογο: ασ χυσουν τα ματια μου δακρυα, νυχτα και ημερα, και ασ μη σταματησουν· επειδη, η παρθενα, η θυγατερα του λαου μου, συντριφτηκε με μεγαλο συντριμμα, με υπερβολικα οδυνηρη πληγη. αν βγω στην πεδιαδα, τοτε δεστε, οι φονευμενοι με μαχαιρα· και αν μπω στην πολη, τοτε δεστε, οι νεκρωμενοι απο την πεινα! και ο προφητησ, ακομα και ο ιερεασ εμπορευονται επανω στη γη, και δεν αισθανονται. απερριψεσ ολοκληρωτικα τον ιηhυδα; αποστραφηκε η ψυχη σου τη σιων; γιατι μασ παταξεσ, και δεν υπαρχει σε μασ θεραπεια; προσμεναμε ειρηνη, αλλα κανενα αγαθο· και τον καιρο τησ θεραπειασ, και δεσ, ταραχη! γνωριζουμε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, την ασεβεια μασ, την ανομια των πατερων μασ· οτι αμαρτησαμε σε σενα. μη μασ αποστραφεισ, χαρη του ονοματοσ σου· μη ατιμασεισ τον θρονο τησ δοξασ σου· θυμησου, μη ακυρωσεισ τη διαθηκη σου, που εκανεσ σε μασ. υπαρχει αναμεσα στισ ματαιοτητεσ των εθνων καποιοσ που να δινει βροχη; η, οι ουρανοι δινουν ραγδαιεσ βροχεσ; δεν εισαι εσυ ο ιδιοσ ο δοτηρασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε μασ; γι' αυτο, θα σε προσμενουμε· επειδη, εσυ εκανεσ ολα αυτα.

15

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σε μενα: και αν ο μωυσησ και ο σαμουαλ στεκονταν μπροστα μου, η ψυχη μου δεν θα ηταν υπερ αυτου του λαου· αποδιωξε τουσ απο μπροστα μου, και ασ βγουν εξω. και αν σου πουν: που εξω να βγουμε; τοτε, θα τουσ πεισ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: οσοι ειναι για τον θανατο, σε θανατο· και οσοι για τημ μαχαιρα, σε μαχαιρα· και οσοι για την πεινα, σε πεινα· και οσοι για την αιχμαλωσια, σε αιχμαλωσια. και θα επιφερω επανω τουσ τεσσερα ειδη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· τη μαχαιρα για σφαγη, και τα σκυλια για σπαραγμο, και τα πουλια του ουρανου, και τα θηρια τησ γησ, για να καταφανε, και να αφανισουν. και θα τουσ παραδωσω σε διασπορα σε ολα τα βασιλεια τησ γησ· εξαιτιασ του μανασση, γιου του εζεκια, βασιλια του ιηhυδα, για οσα επραξε στην ιερουσαλημ. επειδη, ποιοσ θα σε οικτειρει, ιερουσαλημ; η, ποιοσ θα σε συλλυπηθει; η, ποιοσ θα στραφει για να σε ρωτησει: πωσ εχεισ; εσυ με εγκατελειψεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πηγεσ προσ τα πισω· γι' αυτο, θα απλωσω το χερι μου εναντιον σου, και θα σε αφανισω· απεκαμα να ελεω. και θα τουσ λιχνισω με το λιχνιστηρι στισ πυλεσ τησ γησ· θα τουσ ατεκνωσω, θα αφανισω τον λαο μου, επειδη δεν επιστρεφουν απο τουσ δρομουσ τουσ. οι χηρεσ τουσ πληθυναν μπροστα μου περισσοτερο απο την αμμο τησ θαλασσασ· εφερα επανω τουσ, επανω στισ μητερεσ των νεων, λεηλατη το μεσημερι, εφερα επανω τουσ ξαφνικα ταραχεσ και τρομουσ. εκεινη, που γεννησε επτα, απεκαμε, παρεδωσε το πνευμα· ο ηλιοσ τησ εδυσε, ενω ακομα ηταν ημερα· καταντροπιαστηκε, και ταραχτηκε· και το υπολοιπο τουσ θα το παραδωσω στη μαχαιρα μπροστα στουσ εχθρουσ τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αλλοιμονο σε μενα, μητερα μου, επειδη μου γεννησεσ ανδρα εριδασ, και ανδρα φιλονικιασ μαζι με ολοκληρη τη γη! ουτε τοκισα ουτε με τοκισαν· και ομωσ, καθε ενασ απ' αυτουσ με καταριεται. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh λεει: σιγουρα, το υπολοιπο σου θα ειναι καλο· σιγουρα, θα μεσιτευσω για σενα προσ τον εχθρο σε καιρο συμφορασ, και σε καιρο θλιψησ. το σιδερο θα συντριψει το σιδερο του βορρα, και τον χαλκο; τα υπαρχοντα σου και τουσ θησαυρουσ σου θα τα παραδωσω σε λεηλασια, χωρισ ανταλλαγμα, κι αυτο για ολεσ τισ αμαρτιεσ σου και σε ολα τα ορια σου. και θα σε περασω, μαζι με τουσ εχθρουσ σου, σε εναν τοπο, που δεν γνωριζεισ· επειδη, στον θυμο μου αναψε φωτια, που θα καψει εναντιον σασ. εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γνωριζεισ· θυμησου με, επισκεψου με, και κανε την εκδικηση μου απο εκεινουσ που με καταδιωκουν. μη με αρπαξεισ στη μακροθυμια σου· γνωρισε οτι για σενα υπεφερα ονειδισμο. οπωσ βρεθηκαν τα λογια σου, τα κατεφαγα· και ο λογοσ σου ηταν μεσα μου χαρα και αγαλλιαση τησ καρδιασ μου. επειδη, το ονομα σου αποκληθηκε επανω μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε των δυναμεων. δεν καθησα σε συνεδριο χλευαστων και ευφρανθηκα μαζι τουσ· καθησα μονοσ εξαιτιασ του χεριου σου· επειδη, εσυ με γεμισεσ απο αδημονια. γιατι ο πονοσ μου ειναι παντοτινοσ, και η πληγη μου ανιατη, χωρισ να θελει να γιατρευτει; θα εισαι σε μενα ολοκληρωτικα σαν ψευτησ, και σαν τα απατηλα νερα; γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: αν επιστρεψεισ, τοτε θα σε αποκαταστησω παλι, και θα στεκεσαι μπροστα μου· και αν αποχωρισεισ το τιμιο απο το αχρειο, θα εισαι σαν το στομα μου· αυτοι ασ γυρισουν σε σενα· αλλ' εσυ μη γυρισεισ σ' αυτουσ. και θα σε κανω σ' αυτο τον λαο ισχυρο χαλκινο τειχοσ· και θα σε πολεμησουν, ομωσ δεν θα υπερισχυσουν εναντιον σου· επειδη, εγω ειμαι μαζι σου για να σε σωζω, και να σε ελευθερωνω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα σε ελευθερωσω απο το χερι των πονηρων, και θα σε λυτρωσω απο το χερι εκεινων που καταδυναστευουν.

16

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: μη παρεισ γυναικα για τον εαυτο σου ουτε να γινουν σε σενα γιοι ουτε θυγατερεσ, σ' αυτο τον τοπο. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τουσ γιουσ και τισ θυγατερεσ που γεννιουνται σ' αυτο τον τοπο, και για τισ μητερεσ τουσ, που τουσ γεννησαν, και για τουσ πατερεσ τουσ, που τουσ τεκνοποιησαν σ' αυτη τη γη: θα πεθανουν με οδυνηρον θανατο· δεν θα κλαυτουν ουτε θα ταφουν· θα ειναι για κοπρια επανω στην επιφανεια τησ γησ· και θα αφανιστουν απο μαχαιρα, και απο πεινα· και τα πτωματα τουσ θα ειναι τροφη στα πουλια του ουρανου, και στα θηρια τησ γησ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μη μπεισ μεσα σε σπιτι πενθουσ, και μη πασ να πενθησεισ ουτε μαζι να τουσ κλαψεισ· επειδη, αφαιρεσα την ειρηνη μου απο τουτο τον λαο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το ελεοσ, και τουσ οικτιρμουσ. και θα πεθανουν μεγαλοι και μικροι σ' αυτη τη γη· δεν θα ταφουν ουτε θα τουσ κλαψουν ουτε θα κανουν εντομεσ στα σωματα τουσ ουτε θα ξυριστουν γι' αυτουσ· ουτε θα μοιρασουν ψωμι στο πενθοσ για παρηγορια τουσ λογω του πεθαμενου· ουτε θα τουσ ποτισουν το ποτηρι τησ παρηγοριασ για τον πατερα τουσ η για τη μητερα τουσ. και δεν θα μπεισ μεσα σε σπιτι συμποσιου, για να καθησεισ μαζι τουσ για να φασ και να πιεισ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: δεστε, εγω, μπροστα στα ματια σασ, και στισ ημερεσ σασ, θα σταματησω απ' αυτο τον τοπο τη φωνη τησ χαρασ, και τη φωνη τησ ευφροσυνησ, τη φωνη του νυμφιου, και τη φωνη τησ νυφησ. και οταν αναγγειλεισ σ' αυτο τον λαο ολα αυτα τα λογια, και σου πουν: γιατι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προφερε ολο αυτο το μεγαλο κακο εναντιον μασ; και ποια ειναι η ανομια μασ; και ποια ειναι η αμαρτια μασ, την οποια αμαρτησαμε στον κυριο τον θεο μασ; τοτε, θα τουσ πεισ: επειδη, με εγκατελειψαν οι πατερεσ σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και πηγαν πισω απο αλλουσ θεουσ, και τουσ λατρευσαν, και τουσ προσκυνησαν, και εγκατελειψαν εμενα, και τον νομο μου δεν φυλαξαν· και επειδη, εσεισ πραξατε χειροτερα και απο τουσ πατερεσ σασ· και δεστε, περπατατε καθε ενασ πισω απο την ορεξη τησ δικησ του πονηρησ καρδιασ, ωστε να μη υπακουτε σε μενα· γι' αυτο, θα σασ απορριψω απ' αυτη τη γη, στη γη που δεν γνωρισατε, εσεισ και οι πατερεσ σασ· κι εκει θα λατρευσετε αλλουσ θεουσ ημερα και νυχτα· επειδη, δεν θα κανω σε σασ ελεοσ. γι' αυτο, δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν θα πουν πια: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ανεβασε τουσ γιουσ ισραηλ απο τη γη τησ αιγυπτου· αλλα: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ανεβασε τουσ γιουσ ισραηλ απο τη γη του βορρα, και απο ολουσ τουσ τοπουσ, οπου τουσ ειχε διωξει· και θα τουσ επαναφερω παλι στη γη τουσ, που ειχα δωσει στουσ πατερεσ τουσ. δεστε, θα στειλω πολλουσ ψαραδεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα τουσ ψαρεψουν· και υστερα απ' αυτα, θα στειλω πολλουσ κυνηγουσ, και θα τουσ κυνηγησουν απο καθε βουνο, και απο καθε λοφο, και απο τισ σχισμεσ των βραχων. επειδη, τα ματια μου ειναι επανω σε ολουσ τουσ δρομουσ τουσ· δεν ειναι κρυμμενοι απο το προσωπο μου ουτε η ανομια τουσ ειναι κρυμμενη μπροστα απο τα ματια μου. και πρωτα, θα ανταποδωσω διπλασια την ανομια τουσ, και την αμαρτια τουσ· επειδη, μολυναν τη γη μου με τα πτωματα των βδελυγματων τουσ, και γεμισαν την κληρονομια μου απο τα μολυσματα τουσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δυναμη μου, και φρουριο μου, και καταφυγη μου σε ημερα θλιψησ, τα εθνη θαρθουν σε σενα απο τα περατα τησ γησ, και θα πουν: βεβαια, οι πατερεσ μασ κληρονομησαν ψεμα, ματαιοτητα, και τα ανωφελη. θα κανει ο ανθρωποσ θεουσ για τον εαυτο του, τουσ θεουσ, που δεν υπαρχουν; γι' αυτο, δεσ, θα τουσ κανω αυτη τη φορα να γνωρισουν, θα τουσ κανω να γνωρισουν το χερι μου και τη δυναμη μου· και θα γνωρισουν οτι το ονομα μου ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

17

η αμαρτια του ιηhυδα ειναι γραμμενη με σιδερενια γραφιδα, με αδαμαντινο νυχι· χαραχτηκε επανω στην πλακα τησ καρδιασ τουσ, και επανω στα κερατα των θυσιαστηριων σασ· ωστε, οι γιοι τουσ θυμουνται τα θυσιαστηρια τουσ, και τα αλση τουσ, μαζι με τα πρασινα δεντρα επανω στουσ ψηλουσ λοφουσ. ω, βουνο μου στην πεδιαδα, θα δωσω την περιουσια σου και ολουσ τουσ θησαυρουσ σου σε διαρπαγη, και τουσ ψηλουσ σου τοπουσ σε ολα τα ορια σου, λογω τησ αμαρτιασ. και εσυ, μαλιστα εσυ η ιδια, θα αποβληθεισ απο την κληρονομια σου, που σου εδωσα· και θα σε καταδουλωσω στουσ εχθρουσ σου, σε γη που δεν γνωρισεσ· επειδη, αναψατε φωτια στον θυμο μου, η οποια θα καιγεται στον αιωνα. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: επικαταρατοσ ο ανθρωποσ, που ελπιζει σε ανθρωπο, και κανει τη σαρκα βραχιονα του, και του οποιου η καρδια απομακρυνεται απο τον κυριο. επειδη, θα ειναι σαν την αγριομυρικη στην ερημο, και δεν θα δει οταν ερθει το αγαθο· αλλα θα κατοικει σε ξερουσ τοπουσ ερημιασ, σε γη αλμυρη και ακατοικητη. ευλογημενοσ ο ανθρωποσ που ελπιζει στον κυριο, και του οποιου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η ελπιδα. επειδη, θα ειναι σαν δεντρο φυτεμενο κοντα στα νερα, που απλωνει τισ ριζεσ του κοντα στον ποταμο, και δεν θα δει οταν ερχεται το καυμα, αλλα το φυλλο του θα θαλλει· και δεν θα μεριμνησει στη χρονια τησ ανομβριασ ουτε θα παυσει απο το να κανει καρπο. η καρδια ειναι απατηλη περισσοτερο απ' ολα, και υπερβολικα διεφθαρμενη· ποιοσ μπορει να τη γνωρισει; εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξεταζω την καρδια, δοκιμαζω τα νεφρα, για να δωσω στον καθε εναν συμφωνα με τουσ δρομουσ του, συμφωνα με τον καρπο των εργων του. οπωσ η περδικα που κλωσσαει, και δεν εκκολαπτει νεοσσουσ, ετσι κι αυτοσ που αποκταει πλουτη με αδικο τροπο, θα τα αφησει στο μεσον των ημερων του, και στα εσχατα του θα ειναι αφρονασ. θρονοσ δοξασ υψωμενοσ εξαρχησ ειναι ο τοποσ του αγιαστηριου μασ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, η ελπιδα του ισραηλ, ολοι οσοι σε εγκαταλειπουν θα καταντροπιαστουν, και οι αποστατεσ απο μενα θα γραφουν στη γη· επειδη, εγκατελειψαν τον κυριο, την πηγη των ζωντανων νερων. γιατρεψε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα γιατρευτω· σωσε με, και θα σωθω· επειδη, εσυ εισαι το καυχημα μου· δεσ, αυτοι λενε σε μενα: που ειναι ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; ασ ερθει, τωρα. αλλ' εγω, δεν αποσυρθηκα απο το να σε ακολουθω σαν ποιμενασ· ουτε επιθυμησα την ημερα τησ θλιψησ· εσυ το ξερεισ αυτο· αυτα που βγηκαν απο τα χειλη μου ησαν μπροστα σου. μη γινεισ σε μενα τρομοσ· εσυ εισαι η ελπιδα μου σε ημερα συμφορασ. ασ ντροπιαστουν ολοτελα αυτοι που με καταδιωκουν, εγω, ομωσ, ασ μη ντροπιαστω· ασ τρομαξουν εκεινοι, εγω ομωσ ασ μη τρομαξω· φερε επανω τουσ ημερα συμφορασ, και συντριψε τουσ με διπλο συντριμμα. ετσι μου ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: πηγαινε και στασου στην πυλη των γιων του λαου σου, απο την οποια μπαινουν οι βασιλιαδεσ του ιηhυδα, και απο την οποια βγαινουν, και σε ολεσ τισ πυλεσ τησ ιερουσαλημ· και πεσ τουσ: ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βασιλιαδεσ του ιηhυδα, και ολοκληροσ ο ιηhυδασ, και ολοι οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ, που μπαινετε απ' αυτεσ τισ πυλεσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: προσεχετε τουσ εαυτουσ σασ, και μη βασταζετε φορτιο την ημερα του σαββατου ουτε να το περνατε μεσα απο τισ πυλεσ τησ ιερουσαλημ· ουτε να βγαζετε φορτιο εξω απο τα σπιτια σασ την ημερα του σαββατου, και μη κανετε καμια εργασια· αλλα αγιαζετε την ημερα του σαββατου, οπωσ ειχα προσταξει στουσ πατερεσ σασ· δεν ειχαν, ομωσ, υπακουσει ουτε ειχαν στρεψει το αυτι τουσ, αλλα σκληρυναν τον τραχηλο τουσ για να μη ακουσουν, και για να μη δεχθουν νουθεσια. αλλα, αν υπακουσετε σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ωστε να μη βαζετε φορτιο μεσα απο τισ πυλεσ αυτησ τησ πολησ την ημερα του σαββατου, αλλα να αγιαζετε την ημερα του σαββατου, μη κανοντασ μεσα σ' αυτη την ημερα καμια εργασια· τοτε, θα μπουν μεσα απο τισ πυλεσ αυτησ τησ πολησ βασιλιαδεσ και αρχοντεσ, που θα καθονται επανω στον θρονο του δαβιδ, καβαλα σε αμαξεσ και αλογα, αυτοι, και οι αρχοντεσ τουσ, οι ανδρεσ του ιηhυδα, και οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ· κι αυτη η πολη θα κατοικειται στον αιωνα. και θαρθουν απο τισ πολεισ του ιηhυδα, και απο τα μερη ολογυρα απο την ιερουσαλημ, και απο τη γη του βενιαμιν, και απο την πεδινη χωρα, και απο τα βουνα, και απο τον νοτο, φερνοντασ ολοκαυτωματα, και θυσιεσ, και προσφορεσ απο αλφιτα, και λιβανο, φερνοντασ ακομα και ευχαριστηριεσ προσφορεσ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αλλα, αν δεν με υπακουσετε, ωστε να αγιαζετε την ημερα του σαββατου, και να μη βασταζετε φορτιο και το βαζετε μεσα απο τισ πυλεσ τησ ιερουσαλημ την ημερα του σαββατου, τοτε θα αναψω φωτια στισ πυλεσ τησ, και θα καταφαει τα παλατια τησ ιερουσαλημ, και δεν θα σβησει.

18

ο λογοσ, που εγινε στον ιερεμια απο τον κυριο, λεγοντασ: σηκω, και κατεβα στο σπιτι του κεραμεα, και εκει θα σε κανω να ακουσεισ τα λογια μου. τοτε, κατεβηκα στο σπιτι του κεραμεα· και δεστε, εργαζοταν ενα εργο επανω στουσ τροχουσ. και το αγγειο, που εκανε απο πηλο, χαλασε στο χερι του κεραμεα· και το ιδιο το εκανε ξανα ενα αλλο αγγειο, οπωσ αρεσε στον κεραμεα να κανει. τοτε, μου εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: ω, οικοσ ισραηλ, δεν μπορω να κανω σε σασ, οπωσ αυτοσ ο κεραμεασ; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεστε, οπωσ ο πηλοσ στο χερι του κεραμεα, ετσι κι εσεισ, οικοσ ισραηλ, ειστε στο χερι μου. κατα τη στιγμη, που θα μιλουσα εναντια σε εθνοσ η εναντια σε βασιλεια, για να ξεριζωσω και να κατασκαψω, και να καταστρεψω, αν το εθνοσ εκεινο, εναντια στο οποιο μιλησα, επιστρεψει απο την κακια του, θα μετανοησω απο το κακο που ειχα σκεφθει να κανω σ' αυτο. και κατα τη στιγμη, που θα μιλουσα για ενα εθνοσ η για μια βασιλεια, να οικοδομησω, και να φυτεψω, αν κανει κακο μπροστα μου, ωστε να μη υπακουει στη φωνη μου, τοτε θα μετανοησω για το καλο, με το οποιο ειχα πει να το αγαθοποιησω. και, τωρα, πεσ στουσ ανδρεσ του ιηhυδα, και στουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, εγω ετοιμαζω κακο εναντιον σασ· και εχω στη σκεψη μου μια αποφαση εναντιον σασ· επιστρεψτε, λοιπον, καθε ενασ απο τον πονηρο του δρομο, και διορθωστε τουσ δρομουσ σασ και τισ πραξεισ σασ. κι εκεινοι ειπαν: ματαια, επειδη θα περπαταμε πισω απο τουσ συλλογισμουσ μασ, καθε ενασ θα πραττουμε συμφωνα με τισ ορεξεισ τησ πονηρησ καρδιασ του. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ρωτηστε τωρα αναμεσα στα εθνη, ποιοσ ακουσε τετοια πραγματα; η παρθενα του ισραηλ εκανε πραγματα φρικτα σε υπερβολικο βαθμο. θα αφησει καποιοσ τον χιονωδη λιβανο για τον βραχο τησ πεδιαδασ; η, θα εγκαταλειψουν τα δροσερα πηγαζοντα νερα για εκεινα που ερχονται απο μακρια; αλλα, ο λαοσ μου με λησμονησε, θυμιασε στη ματαιοτητα, και προσκοψαν στουσ δρομουσ τουσ, στα αιωνια μονοπατια, για να περπατουν σε μονοπατια ενοσ δρομου οχι εξομαλισμενου· για να κανουν τη γη τουσ ερημωση, και αιωνιον χλευασμο· καθε ενασ που διαβαινει απ' αυτη, θα μενει εκθαμβοσ, και θα κουναει το κεφαλι του. θα τουσ διασκορπισω μπροστα στον εχθρο, σαν καυστικοσ ανεμοσ· θα τουσ δειξω νωτα, και οχι προσωπο, κατα την ημερα τησ συμφορασ τουσ. τοτε, ειπαν: ελατε κι ασ συμβουλευτουμε αποφασεισ εναντια στον ιερεμια· επειδη, νομοσ δεν θα χαθει απο ιερεα ουτε βουλη απο σοφο ουτε λογοσ απο προφητη· ελατε κι ασ τον παταξουμε με τη γλωσσα, και ασ μη προσεξουμε σε κανενα απο τα λογια του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, προσεξε σε μενα, και ακουσε τη φωνη, αυτων που διαφιλονικουν μαζι μου. θα ανταποδοθει κακο αντι για καλο; επειδη, εσκαψαν λακκο για την ψυχη μου. θυμησου οτι σταθηκα μπροστα σου για να μιλησω αγαθα υπερ αυτων, για να αποστρεψω τον θυμο σου απ' αυτουσ. γι' αυτο, παραδωσε τουσ γιουσ τουσ στην πεινα, και δωσ' τουσ σε χερι μαχαιρασ· και οι γυναικεσ τουσ ασ γινουν ατεκνεσ και χηρεσ. και οι ανδρεσ τουσ ασ θανατωθουν· οι νεανισκοι τουσ ασ πεσουν με μαχαιρα στη μαχη. ασ ακουστει κραυγη απο τα σπιτια τουσ, οταν φερεισ ξαφνικα λεηλατεσ εναντιον τουσ. επειδη, εσκαψαν λακκο για να με πιασουν, και εκρυψαν παγιδεσ για τα ποδια μου. ενω, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γνωριζεισ ολοκληρη τη βουλη τουσ εναντιον μου στο να με θανατωσουν. μη συγχωρησεισ την ανομια τουσ, και μη εξαλειψεισ την αμαρτια τουσ απο μπροστα σου· αλλα, ασ καταστραφουν μπροστα σου· ενεργησε εναντιον τουσ κατα τον καιρο του θυμου σου.

19

ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: πηγαινε και αποκτησε μια πηλινη σταμνα απο κεραμεα, και φερε μερικουσ απο τουσ πρεσβυτερουσ του λαου, και απο τουσ πρεσβυτερουσ των ιερεων· και βγεσ στη φαραγγα του γιου του εννομ, που ειναι κοντα στην εισοδο τησ ανατολικησ πυλησ, και διακηρυξε εκει τα λογια, που θα μιλησω σε σενα. και πεσ: ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βασιλιαδεσ του ιηhυδα, και κατοικοι τησ ιερουσαλημ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: δεστε, θα φερω κακα εναντια σ' αυτο τον τοπο, τα οποια καθενασ που θα τα ακουει, θα βουιξουν τα αυτια του. επειδη, με εγκατελειψαν, και βεβηλωσαν αυτο τον τοπο, και θυμιασαν μεσα σ' αυτον σε αλλουσ θεουσ, που δεν γνωρισαν, αυτοι και οι πατερεσ τουσ, και οι βασιλιαδεσ του ιηhυδα, και γεμισαν αυτο τον τοπο απο αιμα αθωων. και οικοδομησαν τουσ ψηλουσ τοπουσ του βααλ, για να καινε τουσ γιουσ τουσ μεσα σε φωτια, ολοκαυτωματα προσ τον βααλ· το οποιο δεν ειχα προσταξει ουτε ειχα μιλησει ουτε ειχε ανεβει στην καρδια μου. γι' αυτο, δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κι αυτοσ ο τοποσ δεν θα αποκαλειται πλεον τοφεθ ουτε φαραγγα του γιου του εννομ, αλλα φαραγγα τησ σφαγησ. και θα ματαιωσω τη βουλη του ιηhυδα και τησ ιερουσαλημ σ' αυτο τον τοπο· και θα τουσ κανω να πεσουν με μαχαιρα μπροστα στουσ εχθρουσ τουσ, και με τα χερια εκεινων που ζητουν τη ζωη τουσ· ενω τα πτωματα τουσ θα τα δωσω για φαγωμα στα πουλια του ουρανου, και στα θηρια τησ γησ. και θα κανω αυτη την πολη ερημωση, και συριγμο· καθενασ που διαβαινει απ' αυτη, θα μενει εκθαμβοσ, και θα συριξει για ολεσ τισ πληγεσ τησ. και θα τουσ κανω να φανε τη σαρκα των γιων τουσ, και τη σαρκα των θυγατερων τουσ, και καθε ενασ θα φαει τη σαρκα του φιλου του, στην πολιορκια και στη στενοχωρια με την οποια οι εχθροι τουσ, κι εκεινοι που ζητουν τη ζωη τουσ, θα τουσ στενοχωρησουν. τοτε, θα συντριψεισ τη σταμνα μπροστα στουσ ανδρεσ που βγηκαν μαζι σου· και θα τουσ πεισ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: ετσι θα συντριψω αυτο τον λαο κι αυτη την πολη, καθωσ καποιοσ συντριβει το αγγειο του κεραμεα, που πλεον δεν μπορει να διορθωθει· και θα τουσ θαβουν στην τοφεθ, μεχρισ οτου να μη υπαρχει τοποσ για ταφη. ετσι θα κανω σ' αυτο τον τοπο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στουσ κατοικουσ του, και θα κανω αυτη την πολη σαν την τοφεθ· και τα σπιτια τησ ιερουσαλημ, και τα παλατια των βασιλιαδων του ιηhυδα, θα μολυνθουν, οπωσ ο τοποσ τησ τοφεθ· μαζι με ολα τα σπιτια, επανω στισ ταρατσεσ των οποιων θυμιασαν σε ολοκληρη τη στρατια του ουρανου, και εκαναν σπονδεσ σε αλλουσ θεουσ. τοτε, ο ιερεμιασ ηρθε απο την τοφεθ, οπου τον ειχε στειλει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για να προφητευσει· και αφου σταθηκε στην αυλη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ειπε σε ολοκληρο τον λαο: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: δεστε, θα φερω επανω σ' αυτη την πολη, κι επανω στισ κωμοπολεισ τησ, ολα τα κακα οσα μιλησα εναντιον τησ· επειδη, σκληρυναν τον τραχηλο τουσ, ωστε να μη ακουσουν τα λογια μου.

20

και ο πασχωρ, ο γιοσ του ιμμηρ, ο ιερεασ, που ηταν και προισταμενοσ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ακουσε τον ιερεμια να προφητευει αυτα τα λογια. και ο πασχωρ χτυπησε τον ιερεμια τον προφητη, και τον εβαλε στο δεσμωτηριο, αυτο που ηταν στην ανω πυλη του βενιαμιν, αυτο που ηταν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και την επομενη ημερα, ο πασχωρ εβγαλε απο το δεσμωτηριο τον ιερεμια. και ο ιερεμιασ του ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν αποκαλεσε το ονομα σου πασχωρ, αλλα μαγορ-μισσαβιβ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, θα σε κανω τρομο στον εαυτο σου, και σε ολουσ τουσ φιλουσ σου· και θα πεσουν με τη μαχαιρα των εχθρων τουσ, και τα ματια σου θα το δουν· και θα δωσω ολοκληρο τον ιηhυδα στο χερι του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα τουσ φερει αιχμαλωτουσ στη βαβυλωνα, και θα τουσ παταξει με μαχαιρα. και θα δωσω ολοκληρη τη δυναμη αυτησ τησ πολησ, και ολουσ τουσ κοπουσ τησ, και ολα τα πολυτιμα τησ, και ολουσ τουσ θησαυρουσ των βασιλιαδων του ιηhυδα θα τουσ δωσω στο χερι των εχθρων τουσ, και θα τουσ λεηλατησουν, και θα τουσ παρουν, και θα τουσ φερουν στη βαβυλωνα. κι εσυ, πασχωρ, και ολοι αυτοι που κατοικουν στο σπιτι σου, θα πατε σε αιχμαλωσια· και θαρθεισ στη βαβυλωνα, και εκει θα πεθανεισ, και εκει θα ταφεισ, εσυ, και ολοι οι φιλοι σου, στουσ οποιουσ προφητευσεσ με αναληθεια. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με δελεασεσ, και δελεαστηκα· υπηρξεσ ισχυροτεροσ εναντιον μου, και υπερισχυσεσ· εγινα χλευασμοσ ολη την ημερα· ολοι με εμπαιζουν. επειδη, αφου ανοιξα το στομα, βοω, φωναζω βια και αρπαγη· γι' αυτο, ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εγινε σε μενα για ονειδισμο και για χλευασμο ολη την ημερα. και ειπα: δεν θα αναφερω γι' αυτο ουτε θα μιλησω πλεον στο ονομα του. ομωσ, ο λογοσ του ηταν στην καρδια μου σαν φωτια που εκαιγε, περικλεισμενη μεσα στα κοκαλα μου, και απεκαμα να χαλινωνω τον εαυτο μου, και δεν μπορουσα πλεον. επειδη, ακουσα υβρη απο πολλουσ· τρομοσ απο παντου: κατηγορηστε, λενε, και θα τον κατηγορησουμε. ολοι οσοι ζουσαν ειρηνικα μαζι μου παραφυλαγαν την προσκρουση μου, λεγοντασ: ισωσ δελεαστει, και θα υπερισχυσουμε εναντιον του, και θα εκδικηθουμε εναντιον του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, ειναι μαζι μου σαν ισχυροσ πολεμιστησ· γι' αυτο, οι διωκτεσ μου θα προσκοψουν και δεν θα υπερισχυσουν. θα καταντροπιαστουν υπερβολικα· επειδη, δεν καταλαβαν· η αιωνια ντροπη τουσ δεν θα λησμονηθει. αλλα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, που δοκιμαζεισ τον δικαιο, που βλεπεισ τουσ νεφρουσ και την καρδια, ασ δω την εκδικηση σου επανω τουσ· επειδη, σε σενα φανερωσα την κριση μου. ψαλλετε στον κυριο, αινειτε τον κυριο· επειδη, ελευθερωσε την ψυχη του φτωχου απο το χερι των πονηρευομενων. επικαταρατη η ημερα, κατα την οποια γεννηθηκα· η ημερα κατα την οποια η μητερα μου με γεννησε, ασ μη ειναι ευλογημενη. επικαταρατοσ ο ανθρωποσ, που εφερε τα καλα νεα στον πατερα μου, λεγοντασ: γεννηθηκε σε σενα αρσενικο παιδι, ευφραινοντασ τον υπερβολικα. και ο ανθρωποσ εκεινοσ ασ ειναι σαν τισ πολεισ, που κατεστρεψε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν μεταμεληθηκε· και ασ ακουσει κραυγη το πρωι, και αλαλαγμο το μεσημερι. γιατι δεν θανατωθηκα απο τη μητρα; η, η μητερα μου δεν εγινε για μενα ταφοσ, και η μητρα τησ δεν με βασταξε σε αιωνια συλληψη; γιατι βγηκα απο τη μητρα, για να βλεπω μοχθο και λυπη, και οι ημερεσ μου να τελειωσουν με ντροπη;

21

ο λογοσ, που εγινε στον ιερεμια, απο τον κυριο, οταν ο βασιλιασ σεδεκιασ εστειλε σ' αυτον τον πασχωρ, τον γιο του μελχια, και τον σοφονια, τον γιο του μαασια, τον ιερεα, λεγοντασ: ρωτησε, παρακαλω, τον κυριο για μασ· επειδη, ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, ξεσηκωσε πολεμο εναντιον μασ· ισωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ενεργησει σε μασ συμφωνα με ολα τα θαυμασια του, ωστε να φυγει απο μασ. τοτε, ο ιερεμιασ τουσ ειπε: ετσι θα πειτε στον σεδεκια: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ: δεσ, εγω στρεφω προσ τα πισω τα οπλα του πολεμου, που ειναι στα χερια σασ, με τα οποια εσεισ πολεματε εναντια στον βασιλια τησ βαβυλωνασ, και των χαλδαιων, που σασ πολιορκουν εξω απο τα τειχη· και θα τουσ συγκεντρωσω στο μεσον αυτησ τησ πολησ. και εγω θα πολεμησω εναντιον σασ, με απλωμενο χερι, και με κραταιον βραχιονα, και με θυμο, και με αγανακτηση, και με μεγαλη οργη. και θα παταξω τουσ κατοικουσ αυτησ τησ πολησ, και ανθρωπο και κτηνοσ· απο μεγαλη μεταδοτικη αρρωστια θα πεθανουν. και υστερα απ' αυτα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα παραδωσω τον σεδεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, και τουσ δουλουσ του, και τον λαο, κι αυτουσ που εναπεμειναν σ' αυτη την πολη απο τη μεταδοτικη αρρωστια, απο τη μαχαιρα, και απο την πεινα, στο χερι του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και στο χερι των εχθρων τουσ, και στο χερι εκεινων που ζητουν την ψυχη τουσ· κι αυτοσ θα τουσ παταξει με μαχαιρα· δεν θα τουσ λυπηθει ουτε θα δειξει σ' αυτουσ οικτο ουτε θα τουσ σπλαχνιστει. και σ' αυτο τον λαο θα πεισ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, εβαλα μπροστα σασ τον δρομο τησ ζωησ, και τον δρομο του θανατου. οποιοσ καθεται σ' αυτη την πολη, θα πεθανει απο μαχαιρα, και απο πεινα, και απο μεταδοτικη αρρωστια· οποιοσ, ομωσ, βγει και προχωρησει προσ τουσ χαλδαιουσ, που σασ πολιορκουν, θα ζησει, και η ζωη του θα ειναι σσ' αυτον σαν λαφυρο. επειδη, εστησα το προσωπο μου εναντια σ' αυτη την πολη για κακο, και οχι για καλο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· θα παραδοθει στο χερι του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα την κατακαψει με φωτια. για τον οικο, ομωσ, του βασιλια του ιηhυδα, πεσ: ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ω, οικοσ του δαβιδ, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: κρινετε κριση το πρωι, και ελευθερωνετε τον γυμνωμενο απο το χερι του δυναστη, μηπωσ η οργη μου βγει σαν φωτια, κι αναψει, και δεν θα υπαρχει αυτοσ που τη σβηνει, εξαιτιασ τησ κακιασ των εργων σασ. δεσ, εγω ειμαι εναντια σε σενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σ' αυτη που καθεται μεσα στην κοιλαδα, και στον βραχο τησ πεδιαδασ, εναντια σε σασ που λετε: ποιοσ θα κατεβει εναντιον μασ; η, ποιοσ θα μπει μεσα στα σπιτια μασ; και θα σασ τιμωρησω, συμφωνα με τον καρπο των εργων σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα αναψω φωτια στο δασοσ τησ, και θα καταφαει ολα οσα ειναι ολογυρα τησ.

22

ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: κσατεβα στο παλατι του βασιλια του ιηhυδα, και μιλησε εκει αυτο τον λογο, και πεσ: ακουσε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βασιλια του ιηhυδα, που καθεσαι επανω στον θρονο του δαβιδ, εσυ, και οι δουλοι σου, και ο λαοσ σου, εκεινοι που μπαινουν μεσα απ' αυτεσ τισ πυλεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: καντε κριση και δικαιοσυνη, και ελευθερωνετε τον γυμνωμενο απο το χερι του δυναστη· και μη αδικειτε ουτε να καταδυναστευετε τον ξενο, τον ορφανο, και τη χηρα, και μη χυνετε αθωο αιμα σ' αυτο τον τοπο. επειδη, αν πραγματικα κανετε αυτο τον λογο, τοτε θα μπουν μεσα απο τισ πυλεσ αυτου του παλατιου βασιλιαδεσ, που θα καθονται επανω στον θρονο του δαβιδ, καβαλα επανω σε αμαξεσ και αλογα, αυτοι και οι δουλοι τουσ, και ο λαοσ τουσ. αλλα, αν δεν ακουσετε τα λογια αυτα, ορκιζομαι στον εαυτο μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οτι ο οικοσ αυτοσ θα κατασταθει ερημοσ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ το παλατι του βασιλια του ιηhυδα: εσυ εισαι σε μενα γαλααδ, και κορυφη του λιβανου· αλλα, θα σε κανω ερημια, πολεισ ακατοικητεσ. και θα ετοιμασω εναντιον σου εξολοθρευτεσ, καθε εναν με τα οπλα του· και θα κατακοψουν τουσ εκλεκτουσ κεδρουσ σου, και θα τουσ ριξουν στη φωτια. και πολλα εθνη θα διαβουν μεσα απ' αυτη την πολη, και θα πουν, καθε ενασ στον πλησιον του: γιατι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε ετσι σ' αυτη τη μεγαλη πολη; και θα απαντησουν: επειδη, εγκατελειψαν τη διαθηκη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου τουσ, και προσκυνησαν αλλουσ θεουσ, και τουσ λατρευσαν. μη κλαιτε αυτον που πεθανε, και μη τον θρηνειτε· κλαψτε πικρα αυτον που βγαινει εξω, επειδη δεν θα γυρισει πλεον και δει τη γη τησ γεννησησ του. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τον σαλλουμ, τον γιο του ιωσια, τον βασιλια του ιηhυδα, που βασιλευει αντι για τον ιωσια, τον πατερα του, που βγηκε απ' αυτο τον τοπο: δεν θα γυρισει πλεον εκει· αλλα, θα πεθανει στον τοπο, οπου τον εφεραν αιχμαλωτο, και δεν θα δει πλεον αυτη τη γη. ουαι σ' αυτον που οικοδομει το σπιτι του οχι με δικαιοσυνη, και τα υπερωα του οχι με ευθυτητα· αυτον που μεταχειριζεται την εργασια του πλησιον του χωρισ μισθο, και δεν του αποδιδει τον μισθο του κοπου του· αυτον που λεει: θα οικοδομησω στον εαυτο μου ενα μεγαλο σπιτι, και ευρυχωρα υπερωα· και ανοιγει για τον εαυτο του παραθυρα, και τα στεγαζει με κεδρο, και τα χρωματιζει με μινιο. θα βασιλευεισ, επειδη κλεινεισ τον εαυτο σου μεσα σε κεδρο; ο πατερασ σου δεν ετρωγε και επινε, και ευημερουσε, επειδη εκανε κριση και δικαιοσυνη; εκρινε την κριση του φτωχου και του πενητα, και τοτε ευημερουσε· δεν ηταν αυτο να με γνωριζει; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αλλα, τα ματια σου και η καρδια σου δεν ειναι παρα στην πλεονεξια σου, και στο να εκχεεισ αθωο αιμα, και στη δυναστεια, και στη βια, για να κανεισ αυτα. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τον ιωακειμ, τον γιο του ιωσια, τον βασιλια του ιηhυδα: δεν θα τον κλαψουν, λεγοντασ: αλλοιμονο, αδελφε μου! η, αλλοιμονο, αδελφη! δεν θα τον κλαψουν, λεγοντασ: αλλοιμονο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! η, αλλοιμονο, δοξα! θα ταφει την ταφη ενοσ γαιδουριου, σερνομενοσ, και ριχνομενοσ περα απο τισ πυλεσ τησ ιερουσαλημ. ανεβα στον λιβανο, και βοησε, και υψωσε τη φωνη σου προσ τη βασαν, και βοησε απο την αβαριμ· επειδη, αφανιστηκαν ολοι οι εραστεσ σου. σου μιλησα στην ευημερια σου· αλλα, ειπεσ: δεν θα ακουσω. αυτοσ ηταν ο τροποσ σου απο τη νιοτη σου, οτι δεν υπακουσεσ στη φωνη μου. ο ανεμοσ θα βοσκησει ολοκληρωτικα ολουσ τουσ ποιμενεσ σου, και οι εραστεσ σου θα πανε σε αιχμαλωσια· τοτε, ναι, θα αισχυνθεισ και θα ντραπεισ για ολεσ τισ ασεβειεσ σου. εσυ, που κατοικεισ στον λιβανο, που κανεισ τη φωλια σου στουσ κεδρουσ, ποσο αξιοθρηνητοσ θα εισαι, οταν ερθουν επανω σου λυπεσ, ωδινεσ σαν εκεινη που γενναει! ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και αν ο χονιασ, ο γιοσ του ιωακειμ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, θα γινοταν σφραγιδα στο δεξι μου χερι, και απο εκει θα σε αποσπουσα· και θα σε παραδωσω στο χερι εκεινων που ζητουν την ψυχη σου, και στο χερι εκεινων που φοβασαι το προσωπο τουσ, ναι, στο χερι του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και στο χερι των χαλδαιων. και θα απορριψω εσενα, και τη μητερα σου, που σε γεννησε, σε ξενη γη, οπου δεν γεννηθηκατε· και εκει θα πεθανετε. στη γη, ομωσ, στην οποια επιθυμει η ψυχη τουσ να επιστρεψουν, εκει δεν θα επιστρεψουν. ο ανθρωποσ αυτοσ, ο χονιασ, εγινε ειδωλο καταφρονημενο και συντριμμενο; σκευοσ, στο οποιο δεν υπαρχει χαρη; γιατι αποβληθηκαν, αυτοσ και το σπερμα του, και ριχτηκαν στον τοπο, που δεν γνωριζουν; ω γη, γη, γη, ακου τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: γραψτε αυτον τον ανθρωπο ατεκνον, ανθρωπον, που δεν θα ευοδωθει στισ ημερεσ του· επειδη, δεν θα ευοδωθει απο το σπερμα του ανθρωποσ που να καθεται επανω στον θρονο του δαβιδ, και να εξουσιαζει πλεον επανω στον ιηhυδα.

23

αλλοιμονο στουσ ποιμενεσ, αυτουσ που φθειρουν και διασκορπιζουν τα προβατα τησ βοσκησ μου! λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ, εναντια στουσ ποιμενεσ, που ποιμαινουν τον λαο μου: εσεισ διασκορπισατε τα προβατα μου, και τα αποδιωξατε, και δεν τα επισκεφθηκατε· δεστε, εγω θα επισκεφθω επανω σε σασ την κακια των εργων σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εγω θα συγκεντρωσω το υπολοιπο των προβατων μου απο ολουσ τουσ τοπουσ οπου τα εδιωξα, και θα τα επαναφερω παλι στισ βοσκεσ τουσ, και θα καρποφορησουν και θα πληθυνουν· και θα καταστησω επανω τουσ ποιμενεσ, και θα τα ποιμαινουν· και δεν θα φοβηθουν πλεον ουτε θα τρομαξουν ουτε θα εκλειψουν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα ανεγειρω στον δαβιδ εναν δικαιο βλαστο, και βασιλιασ θα βασιλευσει, και θα ευημερησει, και θα εκτελεσει κριση και δικαιοσυνη επανω στη γη. και στισ ημερεσ του, ο ιηhυδασ θα σωθει, και ο ισραηλ θα κατοικησει με ασφαλεια· και τουτο ειναι το ονομα του, με το οποιο θα ονομαστει: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh η δικαιοσυνη μασ. γι' αυτο, δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν θα πουν πλεον: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ανεβασε τουσ γιουσ ισραηλ απο τη γη τησ αιγυπτου· αλλα: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ανεβασε και εφερε το σπερμα του οικου ισραηλ απο τη γη του βορρα, και απο ολουσ τουσ τοπουσ οπου τουσ ειχα διωξει· και θα κατοικησουν στη γη τουσ. εξαιτιασ των προφητων, η καρδια μου συντριβεται μεσα μου· ολα τα κοκαλα μου σαλευονται· ειμαι σαν ανθρωποσ που μεθαει, και σαν ανθρωποσ που ειναι επηρεασμενοσ απο κρασι, εξαιτιασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εξαιτιασ των λογων τησ αγιοτητασ του. επειδη, η γη ειναι γεματη απο μοιχουσ· επειδη, εξαιτιασ του ορκου η γη πενθει· ξεραθηκαν οι βοσκεσ τησ ερημου, και ο δρομοσ τουσ εγινε πονηροσ, και η δυναμη τουσ αδικη. επειδη, και ο προφητησ και ο ιερεασ μολυνθηκαν· ναι, στον οικο μου βρηκα τισ ασεβειεσ τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. γι' αυτο, ο δρομοσ τουσ θα ειναι σ' αυτουσ σαν γλιστρημα μεσα στο σκοταδι· και θα τουσ σπρωξουν, και θα πεσουν μεσα σ' αυτον· επειδη, θα φερω επανω τουσ κακο, στον χρονο τησ επισκεψησ τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ειδα μεν αφροσυνη στουσ προφητεσ τησ σαμαρειασ· προφητευσαν διαμεσου του βααλ, και πλανουσαν τον λαο μου τον ισραηλ· αλλα, στουσ προφητεσ τησ ιερουσαλημ ειδα φρικη· μοιχευουν, και περπατουν μεσα σε ψεμα και ενισχυουν τα χερια των κακουργων, ωστε κανενασ δεν επιστρεφει απο την κακια του· ολοι αυτοι ειναι σε μενα σαν τα σοδομα, και οι κατοικοι τησ σαν τα γομορρα. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων εναντια στουσ προφητεσ: δεστε, εγω θα τουσ δωσω αψινθι για ψωμι, και θα τουσ ποτισω νερο χολησ· επειδη, απο τουσ προφητεσ τησ ιερουσαλημ βγηκε μολυσμοσ σε ολοκληρο τον τοπο. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: μη ακουτε τα λογια των προφητων, αυτων που προφητευουν σε σασ· αυτοι σασ κανουν ματαιουσ· μιλουν ορασεισ απο την καρδια τουσ, οχι απο το στομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. λενε παντοτε σ' αυτουσ που με καταφρονουν: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: ειρηνη θα ειναι σε σασ· λενε σε καθε εναν που περπαταει συμφωνα με τισ ορεξεισ τησ καρδιασ του: δεν θαρθει επανω σασ κακο· επειδη, ποιοσ παρασταθηκε στη βουλη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ειδε, και ακουσε τον λογο του; ποιοσ προσεξε στον λογο του, και ακουσε; δεστε, ανεμοστροβιλοσ βγηκε απο τον κυριο με ορμη· και ορμητικοσ ανεμοστροβιλοσ θα εξορμησει εναντια στο κεφαλι των ασεβων. ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα αποστραφει μεχρισ οτου εκτελεσει, και μεχρισ οτου πραγματοποιησει τουσ στοχασμουσ τησ καρδιασ του· και στισ εσχατεσ ημερεσ θα το καταλαβετε αυτο εντελωσ. δεν εστειλα αυτουσ τουσ προφητεσ, κι αυτοι ετρεξαν· δεν μιλησα σ' αυτουσ, κι αυτοι προφητευσαν· αλλα, αν θα παραστεκονταν στη βουλη μου, τοτε θα εκαναν τον λαο μου να ακουσει τα λογια μου, και θα τουσ απεστρεφαν απο τον πονηρο τουσ δρομο, και απο την κακια των εργων τουσ. θεοσ που βρισκομαι κοντα σασ ειμαι εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και οχι θεοσ που βρισκομαι μακρια σασ; μπορει καποιοσ να κρυφτει σε κρυφουσ τοπουσ, και εγω να μη τον δω; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεν γεμιζω εγω τον ουρανο και τη γη; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ακουσα τι λενε οι προφητεσ, που προφητευουν ψεμα στο ονομα μου, λεγοντασ: ειδα ονειρο, ειδα ονειρο. μεχρι ποτε θα ειναι αυτο στην καρδια των προφητων, που προφητευουν ψεμα; ναι, προφητευουν τισ απατεσ τησ καρδιασ τουσ· οι οποιοι στοχαζονται να κανουν τον λαο μου να ξεχασει το ονομα μου, με τα ονειρα τουσ, που διηγουνται καθε ενασ στον πλησιον του, οπωσ οι πατερεσ τουσ ξεχασαν το ονομα μου χαρη του βααλ. ο προφητησ, στον οποιο υπαρχει ενα ονειρο, ασ διηγηθει το ονειρο· και εκεινοσ στον οποιο υπαρχει ο λογοσ μου, ασ μιλησει τον λογο μου με αληθεια. τι ειναι το αχυρο απεναντι στο σιταρι; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεν ειναι ο λογοσ μου σαν φωτια; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και σαν σφυρι που κατασυντριβει τον βραχο; γι' αυτο, δεστε, εγω ειμαι εναντια στουσ προφητεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που κλεβουν τα λογια μου, καθε ενασ απο τον πλησιον του. δεστε, εγω ειμαι εναντια στουσ προφητεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που κινουν τισ γλωσσεσ τουσ, και λενε: αυτοσ λεει. δεστε, εγω ειμαι εναντια σ' αυτουσ που προφητευουν ψευτικα ονειρα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που τα διηγουνται, και πλανουν τον λαο μου με τα ψεματα τουσ, και με την αφροσυνη τουσ· ενω, δεν τουσ εστειλα εγω ουτε τουσ προσταξα· γι' αυτο, καθολου δεν θα ωφελησουν αυτο τον λαο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και αν αυτοσ ο λαοσ η ο προφητησ η ο ιερεασ, σε ρωτησουν, λεγοντασ: ποιο ειναι το φορτιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; τοτε, θα τουσ πεισ: τι ειναι το φορτιο; σιγουρα θα σασ εγκαταλειψω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και τον προφητη, και τον ιερεα, και τον λαο, που θα πει: το φορτιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εγω θα επισκεφθω με κριση εκεινον τον ανθρωπο και την οικογενεια του. ετσι θα πειτε, καθε ενασ στον πλησιον του, και καθε ενασ στον αδελφο του: τι απαντησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; και: τι μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; και δεν θα αναφερετε στο εξησ το φορτιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεδομενου οτι, το φορτιο θα ειναι σε καθε εναν ο λογοσ του· επειδη, διαστρεψατε τα λογια του ζωντανου θεου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, του θεου μασ. ετσι θα πεισ στον προφητη: τι σου απαντησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; και: τι μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; αλλα, επειδη λετε: το φορτιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γι' αυτο ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: επειδη, λετε αυτο τον λογο: το φορτιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ενω εγω απεστειλα προσ εσασ, λεγοντασ: δεν θα λετε: το φορτιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· γι' αυτο, δεστε, εγω θα σασ ξεχασω ολοκληρωτικα, και θα σασ απορριψω απο το προσωπο μου, και την πολη που εδωσα σε σασ και στουσ πατερεσ σασ. και θα φερω επανω σασ αιωνιο ονειδοσ, και αιωνια ντροπη, που δεν θα ξεχαστει.

24

φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδειξε σε μενα, και να, δυο καλαθια με συκα, που κειτονταν μπροστα στον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αφου ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, ειχε αιχμαλωτισει τον ιεχονια, τον γιο του ιωακειμ, τον βασιλια του ιηhυδα, και τουσ αρχοντεσ του ιηhυδα, και τουσ ξυλουργουσ, και τουσ χαλκουργουσ, απο την ιερουσαλημ, και τουσ ειχε φερει στη βαβυλωνα. το ενα καλαθι ειχε συκα αριστησ ποιοτητασ, σαν τα πρωιμα συκα· ενω, το αλλο καλαθι ειχε συκα κακιστησ ποιοτητασ, που εξαιτιασ τησ αχρειοτητασ δεν τρωγονταν. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: τι βλεπεισ ιερεμια; και ειπα: συκα· τα συκα τα καλα ειναι αριστησ ποιοτητασ, ενω τα συκα τα κακα ειναι κακιστησ ποιοτητασ, ωστε, εξαιτιασ τησ αχρειοτητασ, δεν τρωγονται. εγινε παλι σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: οπωσ αυτα τα καλα συκα, ετσι θα επιμεληθω αυτουσ που αιχμαλωτιστηκαν απο τον ιηhυδα, που τουσ εστειλα απο τουτο τον τοπο στη γη των χαλδαιων, για καλο. επειδη, θα στηριξω επανω τουσ τα ματια μου για καλο, και θα τουσ αποκαταστησω σ' αυτη τη γη· και θα τουσ κτισω, και δεν θα τουσ καταγκρεμισω, και θα τουσ φυτεψω, και δεν θα τουσ ξεριζωσω. και θα τουσ δωσω καρδια για να με γνωριζουν, οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα ειναι λαοσ μου, και εγω θα ειμαι θεοσ τουσ· επειδη, θα επιστρεψουν σε μενα με ολη τουσ την καρδια. και οπωσ τα κακα συκα, που εξαιτιασ τησ αχρειοτητασ τουσ δεν τρωγονται, ετσι βεβαια λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μ' αυτο τον τροπο θα παραδωσω τον σεδεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, και τουσ μεγιστανεσ του, και το υπολοιπο τησ ιερουσαλημ, που εναπεμεινε σ' αυτη τη γη, κι αυτουσ που κατοικουν στη γη τησ αιγυπτου· και θα τουσ παραδωσω σε διασπορα σε ολα τα βασιλεια τησ γησ για κακο, σε ονειδοσ και σε παροιμια, σε λοιδορια, και σε καταρα, σε ολουσ τουσ τοπουσ που θα τουσ διωξω. και θα τουσ στειλω τη μαχαιρα, την πεινα, και τη μεταδοτικη αρρωστια, μεχρισ οτου αφανιστουν επανω απο τη γη, που εδωσα σ' αυτουσ και στουσ πατερεσ τουσ.

25

ο λογοσ που εγινε στον ιερεμια για ολοκληρο τον λαο του ιηhυδα, στον τεταρτο χρονο του ιωακειμ, γιου του ιωσια, βασιλια του ιηhυδα, που ηταν ο πρωτοσ χρονοσ του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ· τον οποιο ο προφητησ ιερεμιασ μιλησε σε ολοκληρο τον λαο του ιηhυδα, και σε ολουσ τουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, λεγοντασ: απο τον 13ο χρονο του ιωσια, γιου του αμμων, βασιλια του ιηhυδα, μεχρι αυτη την ημερα, που ειναι ο 23οσ χρονοσ, ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εγινε σε μενα, και σασ μιλησα, σηκωνομενοσ το πρωι και μιλωντασ· και δεν ακουσατε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ εστειλε ολουσ τουσ δουλουσ του τουσ προφητεσ, σηκωνομενοσ το πρωι και αποστελλοντασ· και δεν ακουσατε ουτε στρεψατε το αυτι σασ για να ακροαστειτε. οι οποιοι ειπαν: «στραφειτε, τωρα, καθε ενασ απο τον πονηρο του δρομο, και απο την κακια των εργων σασ, και κατοικηστε επανω στη γη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε σε σασ και στουσ πατερεσ σασ στον αιωνα του αιωνα· και μη πηγαινετε πισω απο αλλουσ θεουσ, για να τουσ λατρευετε και να τουσ προσκυνατε, και μη με παροργιζετε με τα εργα των χεριων σασ· και δεν θα σασ κανω κακο». αλλα, δεν με ακουσατε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· για να με παροργισετε με τα εργα των χεριων σασ για το κακο σασ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: επειδη, δεν ακουσατε τα λογια μου: δεστε, εγω θα στειλω και θα παρω ολεσ τισ οικογενειεσ του βορρα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τον ναβουχοδονοσορα, τον βασιλια τησ βαβυλωνασ, τον δουλο μου, και θα τουσ φερω εναντια σ' αυτη τη γη, και εναντια στουσ κατοικουσ τησ, και εναντια σε ολα τα εθνη ολογυρα, και θα τουσ εξολοθρευσω, και θα τουσ καταστησω εκπληξη, και αιωνιεσ ερημωσεισ. και θα αφαιρεσω απ' αυτουσ τη φωνη τησ χαρασ και τη φωνη τησ ευφροσυνησ, τη φωνη του νυμφιου και τη φωνη τησ νυφησ, τον ηχο απο τισ μυλοπετρεσ και το φωσ του λυχναριου. και ολοκληρη αυτη η γη θα ειναι σε ερημωση, και θαμβοσ· κι αυτα τα εθνη θα γινουν δουλοι στον βασιλια τησ βαβυλωνασ για 70 χρονια. και οταν συμπληρωθουν τα 70 χρονια, θα ανταποδωσω επανω στον βασιλια τησ βαβυλωνασ, κι επανω στο εθνοσ εκεινο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, την ανομια τουσ, κι επανω στη γη των χαλδαιων, και θα την κανω αιωνια ερημωση. και θα φερω επανω σ' εκεινη τη γη ολα τα λογια μου, που μιλησα εναντιον τησ, καθε τι το γραμμενο σε τουτο το βιβλιο, που ο ιερεμιασ προφητευσε εναντια σε ολα τα εθνη. επειδη, πολλα εθνη και μεγαλοι βασιλιαδεσ θα καταδουλωσουν κι αυτουσ· και θα ανταποδωσω σ' αυτουσ συμφωνα με τισ πραξεισ τουσ, και συμφωνα με τα εργα των χεριων τουσ. επειδη, ετσι λεει σε μενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: παρε αυτο το ποτηρι με το κρασι του θυμου μου απο το χερι μου, και απ' αυτο ποτισε ολα τα εθνη, προσ τα οποια εγω σε στελνω· και θα πιουν, και θα ταραχτουν και θα παραφρονησουν, εξαιτιασ τησ μαχαιρασ, που εγω θα στειλω αναμεσα τουσ. τοτε, πηρα το ποτηρι απο το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ποτισα ολα τα εθνη, προσ τα οποια με εστειλε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· την ιερουσαλημ, και τισ πολεισ του ιηhυδα, και τουσ βασιλιαδεσ του, και τουσ μεγιστανεσ του, για να τουσ καταστησω ερημωση, θαμβοσ, συριγμο, και καταρα, οπωσ αυτη την ημερα· τον φαραω, τον βασιλια τησ αιγυπτου, και τουσ δουλουσ του, και τουσ μεγιστανεσ του, και ολοκληρο τον λαο του· και ολοκληρο τον συμμικτο λαο, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τησ γησ ουζ, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τησ γησ των φιλισταιων, και την ασκαλωνα, και τη γαζα, και την ακκαρων, και το υπολοιπο τησ αζωτου, τον εδωμ, και τον μωαβ, και τουσ γιουσ αμμων, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τησ τυρου, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τησ σιδωνασ, και τουσ βασιλιαδεσ των νησιων, που ειναι περα απο τη θαλασσα, τη δαιδαν, και τη θαιμα, και τη βουζ, και ολουσ αυτουσ που κοβουν ολογυρα τα μαλλια τουσ, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τησ αραβιασ, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ των συμμικτων λαων, που κατοικουν στην ερημο, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τησ ζιμβρι, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τησ ελαμ, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ των μηδων, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ του βορρα, εκεινουσ που ειναι μακρια, και εκεινουσ που ειναι κοντα, τον εναν υστερα απο τον αλλον, και ολα τα βασιλεια τησ οικουμενησ, που ειναι επανω στο προσωπο τησ γησ· και ο βασιλιασ τησ σησαχ θα πιει μαζι υστερα απ' αυτουσ. γι' αυτο, πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: πιειτε, και μεθυστε, και καντε εμετο, και να πεσετε, και να μη σηκωθειτε, εξαιτιασ τησ μαχαιρασ, που εγω θα στειλω αναμεσα σασ. και αν δεν θελουν να παρουν το ποτηρι απο το χερι σου για να πιουν, τοτε θα τουσ πεισ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: θα πιειτε, οπωσδηποτε. επειδη, δεστε, ενω εγω αρχιζω να φερνω κακο επανω στην πολη στην οποια αποκληθηκε το ονομα μου, θα μεινετε λοιπον εσεισ ατιμωρητοι; δεν θα μεινετε ατιμωρητοι· επειδη, εγω θα καλεσω τη μαχαιρα εναντια σε ολουσ τουσ κατοικουσ τησ γησ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. γι' αυτο, εσυ προφητευσε εναντιον τουσ ολα αυτα τα λογια, και πεσ τουσ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα βρυχησει απο ψηλα, και θα εκπεμψει τη φωνη του απο το κατοικητηριο τησ αγιοτητασ του· θα βρυχησει δυνατα επανω στην κατοικια του· θα βοησει, σαν αυτουσ που πατανε τον ληνο, εναντια σε ολουσ τουσ κατοικουσ τησ γησ. θορυβοσ θα φτασει μεχρι τα περατα τησ γησ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εχει κριση μαζι με τα εθνη· αυτοσ διαδικαζεται με καθε σαρκα· θα παραδωσει τουσ ασεβεισ σε μαχαιρα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: δεστε, θα βγει κακο απο εθνοσ σε εθνοσ, και μεγαλοσ ανεμοστροβιλοσ θα σηκωθει απο τα ακρα τησ γησ. και κατα την ημερα εκεινη, θα κειτονται θανατωμενοι απο τον κυριο, απο το ενα ακρο μεχρι το αλλο ακρο τησ γησ· δεν θα θρηνολογουν ουτε θα συγκεντρωθουν ουτε θα ταφουν· θα ειναι για κοπρια επανω στην επιφανεια τησ γησ. ολολυξτε, ποιμενεσ, και αναβοηστε· και κυλιστειτε στο χωμα, οι εγκριτοι του ποιμνιου· επειδη, συμπληρωθηκαν οι ημερεσ σασ για τη σφαγη, και για τον διασκορπισμο σασ· και θα πεσετε σαν εκλεκτο σκευοσ. και η διαφυγη θα λειψει απο τουσ ποιμενεσ, και η σωτηρια απο τουσ εγκριτουσ του ποιμνιου. φωνη κραυγησ των ποιμενων, και ολολυγμοσ των εγκριτων του ποιμνιου· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αφανισε τη βοσκη τουσ. και οι ειρηνικεσ κατοικιεσ κατεδαφιστηκαν, εξαιτιασ τησ φλογερησ οργησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. εγκατελειψε το κατοικητηριο του, σαν το λιονταρι· επειδη, η γη τουσ εγινε ερημη, εξαιτιασ τησ αγριοτητασ εκεινου που καταδυναστευει, και εξαιτιασ του θυμου τησ οργησ του.

26

στην αρχη τησ βασιλειασ του ιωακειμ, γιου του ιωσια, βασιλια του ιηhυδα, εγινε αυτοσ ο λογοσ απο τον κυριο, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: στασου στην αυλη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και μιλησε προσ ολεσ τισ πολεισ του ιηhυδα, που ερχονται για να προσκυνησουν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ολα αυτα τα λογια, που σε προσταξα να μιλησεισ σ' αυτουσ· εναν λογο μη αφαιρεσεισ· ισωσ θα ακουσουν, και επιστρεψει καθε ενασ απο τον πονηρο του δρομο, και μετανοησω για το κακο, που σκεπτομαι να κανω σ' αυτουσ εξαιτιασ τησ κακιασ των εργων τουσ. και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: αν δεν με ακουσετε, ωστε να περπατατε στον νομο μου, που εβαλα μπροστα σασ, για να υπακουτε στα λογια των δουλων μου των προφητων, που εστειλα σε σασ, σηκωνομενοσ το πρωι και αποστελλοντασ, ομωσ εσεισ δεν ακουσατε, τοτε, θα κανω αυτο τον οικο σαν τη σηλω, και θα κανω αυτη την πολη καταρα σε ολα τα εθνη τησ γησ. και οι ιερεισ, και οι προφητεσ, και ολοκληροσ ο λαοσ ακουσαν τον ιερεμια να μιλαει αυτα τα λογια στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και αφου ο ιερεμιασ σταματησε να μιλαει ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον ειχε προσταξει για να μιλησει σε ολοκληρο τον λαο, οι ιερεισ, και οι προφητεσ, και ολοκληροσ ο λαοσ τον επιασαν, λεγοντασ: θα θανατωθεισ, οπωσδηποτε· γιατι προφητευσεσ στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: αυτοσ ο οικοσ θα ειναι σαν τη σηλω, κι αυτη η πολη θα ερημωθει, ωστε να μη υπαρχει καποιοσ που να κατοικει; και ολοκληροσ ο λαοσ συγκεντρωθηκε εναντια στον ιερεμια στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οταν οι αρχοντεσ του ιηhυδα ακουσαν αυτα τα πραγματα, ανεβηκαν απο τον οικο του βασιλια, στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και καθησαν στην εισοδο τησ νεασ πυλησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τοτε, οι ιερεισ και οι προφητεσ μιλησαν στουσ αρχοντεσ και σε ολοκληρο τον λαο, λεγοντασ: κριση θανατου ανηκει σ' αυτο τον ανθρωπο, επειδη προφητευσε εναντια σ' αυτη την πολη, οπωσ ακουσατε με τα αυτια σασ. και ο ιερεμιασ μιλησε σε ολουσ τουσ αρχοντεσ και σε ολοκληρο τον λαο, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με εστειλε για να προφητευσω εναντια σ' αυτο τον οικο, και εναντια σ' αυτη την πολη, ολα αυτα τα λογια που ακουσατε. γι' αυτο, τωρα, διορθωστε τουσ δρομουσ σασ και τισ πραξεισ σασ, και υπακουστε στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα μετανοησει για το κακο, που μιλησε εναντιον σασ. και εγω, δεστε, ειμαι στα χερια σασ· καντε σε μενα οπωσ ειναι καλο και οπωσ ειναι αρεστο στα ματια σασ. ομωσ, να ξερετε με βεβαιοτητα, οτι αν με θανατωσετε, θα φερετε αθωο αιμα επανω σασ, κι επανω σ' αυτη την πολη, κι επανω στουσ κατοικουσ τησ· επειδη, στ' αληθεια, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με απεστειλε σε σασ, για να μιλησω στα αυτια σασ ολα αυτα τα λογια. τοτε, οι αρχοντεσ και ολοκληροσ ο λαοσ ειπαν στουσ ιερεισ και στουσ προφητεσ: δεν υπαρχει κριση θανατου σ' αυτο τον ανθρωπο· επειδη, μασ μιλησε στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ. τοτε, σηκωθηκαν μερικοι απο τουσ πρεσβυτερουσ του τοπου, και μιλησαν σε ολοκληρη τη συναξη του λαου, λεγοντασ: ο μιχαιασ ο μωρασθιτησ προφητευσε στισ ημερεσ του εζεκια, του βασιλια του ιηhυδα, και μιλησε σε ολοκληρο τον λαο του ιηhυδα, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: η σιων θα αροτριαστει σαν χωραφι, και η ιερουσαλημ θα γινει σωροι απο πετρεσ, και το βουνο του οικου σαν ψηλοι τοποι δρυμου. μηπωσ ο εζεκιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, και ολοκληροσ ο ιηhυδασ τον θανατωσαν; δεν φοβηθηκε τον κυριο, και παρακαλεσε το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μετανοησε για το κακο, που ειχε μιλησει εναντιον τουσ; εμεισ, λοιπον, θα προξενουσαμε μεγαλο κακο εναντια στισ ψυχεσ μασ. κι ακομα, υπηρξε ενασ ανθρωποσ που προφητευε στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο ουριασ, ο γιοσ του σεμαια, απο την κιριαθ-ιαρειμ, και προφητευσε εναντια σ' αυτη την πολη, και εναντια σ' αυτη τη γη, συμφωνα με ολα τα λογια του ιερεμια· και οταν ακουσε ο βασιλιασ ιωακειμ, και ολοι οι δυνατοι του, και ολοι οι αρχοντεσ, τα λογια του, ο βασιλιασ ζητουσε να τον θανατωσει· και οταν το ακουσε ο ουριασ, φοβηθηκε και εφυγε, και πηγε στην αιγυπτο· και ο βασιλιασ ιωακειμ εστειλε ανδρεσ στην αιγυπτο, τον ελναθαν, τον γιο του αχβωρ, και μαζι του ανδρεσ στην αιγυπτο· και εβγαλαν τον ουρια απο την αιγυπτο, και τον εφεραν στον βασιλια ιωακειμ, και τον παταξε με μαχαιρα, και ερριξε το πτωμα του στουσ ταφουσ του λαου. ομωσ, το χερι του αχικαμ, του γιου του σαφαν, ηταν μαζι με τον ιερεμια, για να μη τον παραδωσουν στο χερια του λαου, ωστε να τον θανατωσουν.

27

στην αρχη τησ βασιλειασ του ιωακειμ, γιου του ιωσια, βασιλια του ιηhυδα, εγινε αυτοσ ο λογοσ στον ιερεμια απο τον κυριο, λεγοντασ: ετσι λεει σε μενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: κανε για τον εαυτο σου δεσμα, και ζυγουσ, και βαλ' τα επανω στον τραχηλο σου· και στειλ' τα στον βασιλια του εδωμ, και στον βασιλια του μωαβ, και στον βασιλια των γιων αμμων, και στον βασιλια τησ τυρου, και στον βασιλια τησ σιδωνασ, διαμεσου των μηνυτων που ερχονται στην ιερουσαλημ προσ τον βασιλια του ιηhυδα, τον σεδεκια· και προσταξε τουσ να πουν στουσ κυριουσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: ετσι θα πειτε στουσ κυριουσ σασ: εγω εκανα τη γη, τον ανθρωπο, και τα ζωα που ειναι επανω στο προσωπο τησ γησ, με τη μεγαλη μου δυναμη, και με τον απλωμενον βραχιονα μου· και την εδωσα σε οποιον ευδοκησα. και, τωρα, εγω εδωσα ολουσ αυτουσ τουσ τοπουσ στο χερι του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, του δουλου μου· κι αυτα τα θηρια του χωραφιου τα εδωσα σ' αυτον, για να τον υπηρετησουν. και ολα τα εθνη θα δουλεψουν σ' αυτον, και στον γιο του, και στον γιο του γιου του, μεχρισ οτου ερθει ο καιροσ τησ γησ, κι αυτου του ιδιου· και πολλα εθνη και μεγαλοι βασιλιαδεσ θα τον καταδουλωσουν. και το εθνοσ και το βασιλειο, που δεν θα δουλεψει σ' αυτον, τον ναβουχοδονοσορα, τον βασιλια τησ βαβυλωνασ, και που δεν θα βαλει τον τραχηλο του κατω απο τον ζυγο του βασιλια τησ βαβυλωνασ, εκεινο το εθνοσ θα το τιμωρησω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με μαχαιρα, και με πεινα, και με μεταδοτικη αρρωστια, μεχρισ οτου το εξολοθρευσω με το χερι εκεινου. κι εσεισ, μη ακουτε τουσ προφητεσ σασ ουτε τουσ μαντεισ σασ ουτε τουσ ενυπνιαστεσ σασ ουτε τουσ οιωνοσκοπουσ σασ ουτε τουσ μαγουσ σασ, που μιλουν σε σασ, λεγοντασ: δεν θα δουλεψετε στον βασιλια τησ βαβυλωνασ· επειδη, αυτοι προφητευουν σε σασ ψεμα, για να σασ απομακρυνουν απο τη γη σασ· και για να σασ διωξω, και να χαθειτε. και το εθνοσ, που θα βαλει τον τραχηλο του κατω απο τον ζυγο του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα δουλεψει σ' αυτον, εκεινο θα το αφησω να μενει στη γη του, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα την εργαζεται, και θα κατοικει σ' αυτη. μιλησα και στον σεδεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, συμφωνα με ολα αυτα τα λογια, λεγοντασ: φερτε τουσ τραχηλουσ σασ κατω απο τον ζυγο του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και δουλεψτε σ' αυτον και στον λαο του, και θα ζησετε. γιατι θελετε να πεθανετε, εσυ και ο λαοσ σου, με μαχαιρα, με πεινα, και με μεταδοτικη αρρωστια, οπωσ μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στο εθνοσ, που δεν θα δουλεψει στον βασιλια τησ βαβυλωνασ; γι' αυτο, μη ακουτε τα λογια των προφητων, που σασ μιλουν, λεγοντασ: δεν θα δουλεψετε στον βασιλια τησ βαβυλωνασ· επειδη, αυτοι προφητευουν σε σασ ψεμα. επειδη, εγω δεν τουσ εστειλα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κι αυτοι προφητευουν με ψεματα στο ονομα μου· για να σασ διωξω, και να χαθειτε, εσεισ, και οι προφητεσ, που προφητευουν σε σασ. μιλησα και στουσ ιερεισ, και σε ολοκληρο αυτο τον λαο, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μη ακουτε τα λογια των προφητων σασ, που προφητευουν σε σασ, λεγοντασ: δεστε, τα σκευη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα επανελθουν σε λιγο απο τη βαβυλωνα· επειδη, αυτοι προφητευουν σε σασ ψεμα. μη τουσ ακουτε· δουλεψτε στον βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα ζησετε· γιατι να ερημωθει αυτη η πολη; και αν αυτοι ειναι προφητεσ, και αν ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι τουσ, ασ παρακαλεσουν τωρα τον κυριο των δυναμεων, ωστε τα σκευη που εχουν εναπομεινει στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στο παλατι του βασιλια του ιηhυδα, και στην ιερουσαλημ, να μη πανε στη βαβυλωνα. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων για τουσ στυλουσ, και για τη θαλασσα, και για τισ βασεισ, και για τα υπολοιπα σκευη, που εναπεμειναν σ' αυτη την πολη· τα οποια ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, δεν πηρε, οταν εφερε αιχμαλωτο απο την ιερουσαλημ στη βαβυλωνα τον ιεχονια, τον γιο του ιωακειμ, τον βασιλια του ιηhυδα, και ολουσ τουσ αρχοντεσ του ιηhυδα και τησ ιερουσαλημ· μαλιστα, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ, για τα σκευη, που εναπεμειναν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στο παλατι του βασιλια του ιηhυδα και στην ιερουσαλημ· αυτα θα μετακομιστουν στη βαβυλωνα, και θα ειναι εκει μεχρι την ημερα κατα την οποια θα τα επισκεφθω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· τοτε θα τα επαναφερω, και θα τα αποκαταστησω σ' αυτο τον τοπο.

28

και κατα τον ιδιο χρονο, στην αρχη τησ βασιλειασ του σεδεκια, βασιλια του ιηhυδα, στον τεταρτο χρονο, στον πεμπτο μηνα, ο ανανιασ, ο γιοσ του αζωρ, ο προφητησ, που ηταν απο τη γαβαων, μου μιλησε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μπροστα στουσ ιερεισ και σε ολοκληρο τον λαο, λεγοντασ: ετσι ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ, λεγοντασ: συντριψα τον ζυγο του βασιλια τησ βαβυλωνασ. μεσα στο διαστημα δυο ολοκληρων χρονων θα επαναφερω σ' αυτο τον τοπο ολα τα σκευη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που, απο τουτο τον τοπο πηρε ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, και τα εφερε στη βαβυλωνα· και σε τουτο τον τοπο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα επαναφερω τον ιεχονια, τον γιο του ιωακειμ, τον βασιλια του ιηhυδα, και ολουσ τουσ αιχμαλωτουσ του ιηhυδα, που φερθηκαν στη βαβυλωνα· επειδη, θα συντριψω τον ζυγο του βασιλια τησ βαβυλωνασ. και ο προφητησ ιερεμιασ μιλησε στον προφητη ανανια, μπροστα στουσ ιερεισ, και μπροστα σε ολοκληρο τον λαο, που παραστεκοταν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ο προφητησ ιερεμιασ ειπε: αμην· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να κανει ετσι! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να εκπληρωσει τουσ λογουσ σου, που εσυ προφητευσεσ, να επαναφερει απο τη βαβυλωνα σε τουτο τον τοπο τα σκευη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και καθε τι που αιχμαλωτιστηκε! ομωσ, ακουσε τωρα τουτο τον λογο, που εγω μιλαω στα αυτια σου, και στα αυτια ολοκληρου του λαου: οι προφητεσ, που σταθηκαν πριν απο μενα, και πριν απο σενα, απο παλια, προφητευσαν και εναντια σε πολλουσ τοπουσ, και εναντια σε μεγαλουσ βασιλιαδεσ, για πολεμο, και για κακα, και για μεταδοτικη αρρωστια· ο προφητησ, που προφητευει για ειρηνη, οταν εκπληρωθει ο λογοσ του προφητη, τοτε θα γνωριστει ο προφητησ, οτι αληθινα τον απεστειλε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τοτε, ο ανανιασ ο προφητησ πηρε τον ζυγο απο τον τραχηλο του προφητη ιερεμια, και τον εσπασε. και ο ανανιασ μιλησε μπροστα σε ολοκληρο τον λαο, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: συμφωνα μ' αυτο τον τροπο θα συντριψω τον ζυγο του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, απο τον τραχηλο ολων των εθνων, στο διαστημα δυο ολοκληρων χρονων. και ο ιερεμιασ πηγε στον δρομο του. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια, αφου ο προφητησ ανανιασ ειχε συντριψει τον ζυγο απο τον τραχηλο του προφητη ιερεμια, λεγοντασ: πηγαινε και πεσ στον ανανια, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: εσυ συντριψεσ τουσ ξυλινουσ ζυγουσ· αλλα, αντι γι' αυτουσ θα κανεισ σιδερενιουσ ζυγουσ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: σιδερενιον ζυγο εβαλα επανω στον τραχηλο αυτων των εθνων, για να δουλεψουν στον ναβουχοδονοσορα, τον βασιλια τησ βαβυλωνασ· και σ' αυτον θα δουλεψουν· κι αυτα τα θηρια του χωραφιου τα εδωσα σ' αυτον. τοτε, ο προφητησ ιερεμιασ ειπε στον προφητη ανανια: ακουσε, τωρα, ανανια: δεν σε εστειλε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αλλ' εσυ κανεισ αυτο τον λαο να ελπιζει στο ψεμα. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: εγω θα σε απορριψω απο το προσωπο τησ γησ· μεσα σ' αυτη τη χρονια θα πεθανεισ, επειδη μιλησεσ στασιασμο εναντια στον κυριο. και ο ανανιασ πεθανε μεσα σ' εκεινη τη χρονια, τον εβδομο μηνα.

29

και αυτα ειναι τα λογια τησ επιστολησ, που ο προφητησ ιερεμιασ εστειλε απο την ιερουσαλημ στουσ υπολοιπουσ πρεσβυτερουσ τησ αιχμαλωσιασ, και στουσ ιερεισ, και στουσ προφητεσ, και σε ολοκληρο τον λαο, που ο ναβουχοδονοσορασ εφερε αιχμαλωτο απο την ιερουσαλημ στη βαβυλωνα, (αφου ο ιεχονιασ, ο βασιλιασ, και η βασιλισσα, και οι ευνουχοι, οι αρχοντεσ του ιηhυδα και τησ ιερουσαλημ, και οι ξυλουργοι, και οι χαλκουργοι, βγηκαν απο την ιερουσαλημ), κατω απο την επιτηρηση του ελασα, γιου του σαφαν, και του γεμαρια, γιου του χελκια, που ο σεδεκιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, εστειλε στη βαβυλωνα, στον ναβουχοδονοσορα, στον βασιλια τησ βαβυλωνασ· λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ, σε ολουσ εκεινουσ που φερθηκαν αιχμαλωτοι, που εγω εκανα να φερθουν αιχμαλωτοι απο την ιερουσαλημ στη βαβυλωνα: κτιστε σπιτια, και κατοικηστε· και φυτεψτε κηπουσ και φατε τον καρπο τουσ· παρτε γυναικεσ, και γεννηστε γιουσ και θυγατερεσ· και παρτε γυναικεσ για τουσ γιουσ σασ, και δωστε τισ θυγατερεσ σασ σε ανδρεσ, και ασ γεννησουν γιουσ και θυγατερεσ, και αυξηθειτε εκει, και μη λιγοστεψετε· και ζητηστε την ειρηνη τησ πολησ, οπου εγω σασ εκανα να φερθειτε αιχμαλωτοι, και προσευχεστε γι' αυτη στον κυριο· επειδη, μεσα στη δικη τησ ειρηνη θα εχετε ειρηνη. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: ασ μη σασ απατουν οι προφητεσ σασ, οι οποιοι βρισκονται αναμεσα σασ, και οι μαντεισ σασ, και μη ακουτε τα ονειρα σασ, που εσεισ ονειρευεστε· επειδη, προφητευουν σε σασ με ψεματα στο ονομα μου· εγω δεν τουσ απεστειλα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οτι: αφου συμπληρωθουν 70 χρονια στη βαβυλωνα, θα σασ επισκεφθω, και θα εκτελεσω σε σασ τον αγαθο μου λογο, να σασ επαναφερω σε τουτο τον τοπο. επειδη, εγω γνωριζω τισ βουλεσ που βουλευομαι για σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βουλεσ ειρηνησ, και οχι κακου, για να σασ δωσω το προσδοκωμενο τελοσ. τοτε, θα κραξετε σε μενα, και θα πατε να προσευχηθειτε σε μενα, και θα σασ εισακουσω. και θα με ζητησετε, και θα με βρειτε, οταν με ζητησετε με ολη σασ την καρδια. και θα βρεθω απο σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα αποστρεψω την αιχμαλωσια σασ, και θα σασ συγκεντρωσω απο ολα τα εθνη, και απο ολουσ τουσ τοπουσ οπου σασ ειχα διωξει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα σασ επαναφερω στον τοπο απ' οπου σασ ειχα κανει να φερθειτε αιχμαλωτοι. επειδη, ειπατε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σηκωσε σε μασ προφητεσ στη βαβυλωνα, γνωριστε οτι ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τον βασιλια που καθεται επανω στον θρονο του δαβιδ, και για ολοκληρο τον λαο, που κατοικει μεσα σ' αυτη την πολη, και για τουσ αδελφουσ σασ που δεν ειχαν βγει μαζι σασ σε αιχμαλωσια· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: δεστε, θα αποστειλω επανω τουσ τη μαχαιρα, την πεινα, και τη μεταδοτικη αρρωστια, και θα τουσ κανω σαν τα αχρεια συκα, που εξαιτιασ τησ αχρειοτητασ δεν τρωγονται. και θα τουσ καταδιωξω με μαχαιρα, με πεινα, και με μεταδοτικη αρρωστια· και θα τουσ παραδωσω σε διασπορα σε ολα τα βασιλεια τησ γησ, ωστε να ειναι καταρα, και θαμβοσ, και συριγμοσ, και ονειδοσ, σε ολα τα εθνη οπου τουσ ειχα διωξει· επειδη, δεν ακουσαν τα λογια μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που τουσ εστειλα, με τουσ δουλουσ μου τουσ προφητεσ, σηκωνομενοσ πρωι και αποστελλοντασ· και δεν υπακουσατε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ακουστε, λοιπον, τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ολοι εσεισ που αιχμαλωτιστηκατε, τουσ οποιουσ εστειλα απο την ιερουσαλημ στη βαβυλωνα. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ, για τον αχααβ, τον γιο του κωλαια, και για τον σεδεκια, τον γιο του μαασια, που προφητευουν σε σασ ψεματα στο ονομα μου: δεστε, θα τουσ παραδωσω στο χερι του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα τουσ παταξει μπροστα σασ. και απ' αυτουσ θα παρουν καταρα σε ολουσ τουσ αιχμαλωτουσ του ιηhυδα, που ειναι στη βαβυλωνα, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να σε κανει σαν τον σεδεκια, και σαν τον αχααβ, που ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ εψησε μεσα σε φωτια· επειδη, επραξαν αφροσυνη στον ισραηλ, και μοιχευαν τισ γυναικεσ των πλησιον τουσ, και μιλουσαν αναληθη λογια στο ονομα μου, που δεν ειχα προσταξει σ' αυτουσ· και εγω ξερω, και ειμαι μαρτυρασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και στον σεμαια, τον νεαιλαμιτη, θα μιλησεισ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ, λεγοντασ: επειδη, εσυ εστειλεσ επιστολεσ στο ονομα σου σε ολοκληρο τον λαο, που ειναι στην ιερουσαλημ, και στον σοφονια, τον γιο του μαασια, τον ιερεα, και σε ολουσ τουσ ιερεισ, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε εκανε ιερεα αντι για τον ιερεα ιωδαε, για να ειστε επιστατεσ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επανω σε καθε ανθρωπο, που μαινεται και προφητευει, για να τον βαλεισ σε φυλακη, και σε δεσμα· τωρα, λοιπον, γιατι δεν ελεγξεσ τον ιερεμια, αυτον απο την αναθωθ, που προφητευει σε σασ; επειδη, αυτοσ, γι' αυτο εστειλε σε σασ στη βαβυλωνα, λεγοντασ: η αιχμαλωσια αυτη ειναι μακρινη· κτιστε σπιτια, και κατοικηστε· φυτεψτε κηπουσ, και φατε τον καρπο τουσ. και ο ιερεασ σοφονιασ διαβασε αυτη την επιστολη σε επηκοο του προφητη ιερεμια. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια, λεγοντασ: στειλε σε ολουσ τουσ αιχμαλωτουσ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τον σεμαια, τον νεαιλαμιτη: επειδη, ο σεμαιασ προφητευσε σε σασ, και εγω δεν τον απεστειλα, και σασ εκανε να ελπιζετε σε ψεμα, γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, θα επισκεφθω τον σεμαια, τον νεαιλαμιτη, και το σπερμα του· αυτοσ δεν θα εχει ανθρωπο, που να κατοικει αναμεσα σ' αυτο τον λαο· ουτε θα δει το καλο, που εγω θα κανω στον λαο μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, μιλησε στασιασμο εναντια στον κυριο.

30

ο λογοσ, που εγινε στον ιερεμια απο τον κυριο, λεγοντασ: ετσι ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ, λεγοντασ: γραψε για τον εαυτο σου σε βιβλιο ολα τα λογια που εχω μιλησει σε σενα· επειδη, προσεξε, ερχονται ημερεσ, λεγει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα επιστρεψω την αιχμαλωσια του λαου μου του ισραηλ και του ιηhυδα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα τουσ επιστρεψω στη γη, που εδωσα στουσ πατερεσ τουσ, και θα την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν. κι αυτα ειναι τα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε για τον ισραηλ και για τον ιηhυδα. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ακουσαμε τρομερη φωνη, φοβον και οχι ειρηνη. ρωτηστε, τωρα, και δεστε, αν αρσενικο γενναει· επειδη, βλεπω καθε εναν ανδρα με τα χερια του επανω στη μεση του, σαν γυναικα που γενναει, και ολα τα προσωπα μεταστραφηκαν σε ωχρο χρωμα; αλλοιμονο! επειδη, μεγαλη ειναι εκεινη η ημερα· ομοια μ' αυτη δεν υπηρξε, και ειναι ο καιροσ τησ στενοχωριασ του ιακωβ· ομωσ, θα σωθει απ' αυτη. και κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, θα συντριψω τον ζυγο του απο τον τραχηλο σου, και θα διασπασω τα δεσμα σου, και ξενοι δεν θα τον καταδουλωσουν πλεον· αλλα, θα δουλευουν στον κυριο τον θεο τουσ, και τον δαβιδ τον βασιλια τουσ, που θα σηκωσω σ' αυτουσ. κι εσυ, μη φοβασαι, δουλε μου ιακωβ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ουτε να δειλιασεισ, ισραηλ· επειδη, δεσ, εγω θα σε σωσω απο τον μακρινο τοπο, και το σπερμα σου απο τη γη τησ αιχμαλωσιασ τουσ· και ο ιακωβ θα επιστρεψει, και θα ησυχασει και θα αναπαυθει, και δεν θα υπαρχει αυτοσ που εκφοβιζει. επειδη, εγω ειμαι μαζι σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να σε σωσω· και αν κανω συντελεια ολων των εθνων οπου σε διασκορπισα, σε σενα ομωσ δεν θα κανω συντελεια, αλλα θα σε διαπαιδαγωγησω με κριση, και δεν θα σε αθωωσω καθολου. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: το συντριμμα σου ειναι ανιατο, η πληγη σου οδυνηρη. δεν υπαρχει αυτοσ που να κρινει την κριση σου, ωστε να ανορθωθεισ· δεν υπαρχουν για σενα θεραπευτικα φαρμακα. ολοι οι αγαπητοι σου σε λησμονησαν· δεν σε ζητουν· επειδη, σε πληγωσα με πληγην εχθρου, με σκληρη τιμωρια, εξαιτιασ του πληθουσ των ανομιων σου· οι αμαρτιεσ σου πληθυναν. γιατι βοασ για το συντριμμα σου; ο πονοσ σου ειναι ανιατοσ εξαιτιασ του πληθουσ των ανομιων σου· οι αμαρτιεσ σου πληθυναν· αυτοσ ειναι ο λογοσ που εκανα αυτα σε σενα. γι' αυτο, και ολοι αυτοι που σε κατατρωνε, θα καταφαγωθουν· και ολοι οι εναντιοι σου, ολοι μαζι θα πανε σε αιχμαλωσια· κι αυτοι που σε λαφυραγωγουν, θα γινουν λαφυρο, και ολουσ αυτουσ που σε διαρπαζουν, θα τουσ δωσω σε διαρπαγη. επειδη, θα αποκαταστησω σε σενα την υγεια, και θα σε γιατρεψω απο τισ πληγεσ σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, αυτοι σε ονομασαν απορριμμενη, λεγοντασ: αυτη ειναι η σιων· δεν υπαρχει αυτοσ που την αναζηταει. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, εγω θα επιστρεψω απο την αιχμαλωσια τισ σκηνεσ του ιακωβ, και θα λυπηθω τισ κατοικιεσ του· και η πολη θα ανοικοδομηθει επανω στα ερειπια τησ, και ο ναοσ θα αποκατασταθει συμφωνα με τη διαταξη του. και απ' αυτουσ θα βγαινει ευχαριστια και φωνη αγαλλομενων ανθρωπων· και θα τουσ πολλαπλασιασω, και δεν θα λιγοστεψουν· και θα τουσ δοξασω, και δεν θα μικρυνουν. και τα παιδια τουσ θα ειναι οπωσ πρωτα, και η συναγωγη τουσ θα στερεωθει μπροστα μου, και θα τιμωρησω ολουσ εκεινουσ που τουσ καταθλιβουν. και ο αρχοντασ τουσ θα ειναι απ' αυτουσ, και ο εξουσιαστησ τουσ θα βγαινει απο αναμεσα τουσ· και θα τον κανω να πλησιαζει, και θα πλησιαζει σε μενα· επειδη, ποιοσ ειναι αυτοσ, που εγγυαται την καρδια του για να πλησιαζει σε μενα; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα ειστε λαοσ μου, κι εγω θα ειμαι θεοσ σασ. δεστε, ανεμοστροβιλοσ βγηκε με ορμη απο τον κυριο, ανεμοστροβιλοσ που αφανιζει· θα εξορμησει επανω στο κεφαλι των ασεβων. ο φλογεροσ θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα επιστρεψει μεχρισ οτου εκτελεσει, και μεχρισ οτου εκπληρωσει τισ βουλεσ τησ καρδιασ του· στισ εσχατεσ ημερεσ θα το καταλαβετε.

31

κατα τον ιδιο καιρο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα ειμαι ο θεοσ ολων των οικογενειων του ισραηλ, κι αυτοι θα ειναι λαοσ μου. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ο λαοσ, που εναπεμεινε απο τη μαχαιρα, βρηκε χαρη στην ερημο· ο ισραηλ πηγε να βρει αναπαυση. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε σε μενα απο παλια, λεγοντασ: ναι, σε αγαπησα με αιωνια αγαπη· γι' αυτο σε ελκυσα με ελεοσ. θα σε οικοδομησω παλι, και θα οικοδομηθεισ, παρθενα του ισραηλ· θα ευπρεπιστεισ ξανα με τα τυμπανα σου, και θα βγαινεισ στουσ χορουσ των αγαλλομενων. θα φυτεψεισ ξανα αμπελωνεσ επανω στα βουνα τησ σαμαρειασ· οι φυτευτεσ θα φυτεψουν, και θα τρωνε τον καρπο. επειδη, θα υπαρχει ημερα, κατα την οποια οι φυλακεσ επανω στο βουνο εφραιμ θα φωναζουν: σηκωθειτε, και ασ ανεβουμε στη σιων προσ τον κυριο τον θεο μασ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ψαλλετε με αγαλλιαση για τον ιακωβ· αλαλαξτε για το κεφαλι των εθνων· κηρυξτε, αινεστε, και πειτε: σωσε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τον λαο σου, το υπολοιπο του ισραηλ. δεστε, εγω θα τουσ φερω απο τη γη του βορρα, και θα τουσ συγκεντρωσω απο τα εσχατα τησ γησ, και μαζι τουσ τον τυφλο, και τον χωλο, την εγκυο, και, μαζι, εκεινη που γενναει· μεγαλο συναθροισμα θα επιστρεψει εδω. θαρθουν με κλαυθμο, και θα τουσ επαναφερω με δεησεισ· θα τουσ οδηγησω κοντα σε ποταμουσ νερων απο ισιον δρομο, στον οποιο δεν θα προσκοψουν· επειδη, ειμαι πατερασ στον ισραηλ, και ο εφραιμ ειναι ο πρωτοτοκοσ μου. ακουστε, εθνη, τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και αναγγειλατε στα νησια που ειναι μακρια, και πειτε: αυτοσ που διασκορπισε τον ισραηλ, θα τον συγκεντρωσει, και θα τον φυλαξει, οπωσ ο ποιμενασ το ποιμνιο του. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξαγορασε τον ιακωβ, και τον λυτρωσε απο το χερι του δυνατοτερου του. και θαρθουν και θα ψαλλουν επανω στο υψοσ τησ σιων, και θα συρρευσουν στα αγαθα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε σιταρι, και σε κρασι, και σε λαδι, και στα γεννηματα των προβατων, και των βοδιων, και η ψυχη τουσ θα ειναι σαν παραδεισοσ που ολογυρα ποτιζεται· και πλεον δεν θα λυπηθουν, ολοκληρωτικα. τοτε, θα χαρει η παρθενα στον χορο, και οι νεοι και οι γεροντεσ, ταυτοχρονα· και θα μετατρεψω το πενθοσ τουσ σε χαρα, και θα τουσ παρηγορησω, και θα τουσ ευφρανω, υστερα απο τη θλιψη τουσ. και θα χορτασω την ψυχη των ιερεων απο παχοσ, και ο λαοσ μου θα χορτασει απο τα αγαθα μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: φωνη ακουστηκε στη ραμα, θρηνοσ, κλαυθμοσ, οδυρμοσ· η ραχηλ, που κλαιει τα παιδια τησ, δεν ηθελε να παρηγορηθει για τα παιδια τησ, επειδη δεν υπαρχουν. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: παψε τη φωνη σου απο κλαυθμο, και τα ματια σου απο δακρυα· επειδη, το εργο σου θα ανταμειφθει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα επιστρεψουν απο τη γη του εχθρου. και υπαρχει ελπιδα στα εσχατα σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τα παιδια σου θα επιστρεψουν στα ορια τουσ. ακουσα, πραγματικα, τον εφραιμ μεσα σε οδυρμουσ να λεει: «με παιδαγωγησεσ, και παιδαγωγηθηκα σαν αδαμαστο μοσχαρι· επιστρεψε με, και θα επιστρεψω· επειδη, εσυ εισαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μου· βεβαια, αφου επεστρεψα, μετανοησα· και αφου διδαχθηκα, χτυπησα επανω στον μηρο μου· ντροπιαστηκα, και μαλιστα κοκκινισα, επειδη βασταξα το ονειδοσ τησ νιοτησ μου». ο εφραιμ ειναι σε μενα γιοσ αγαπητοσ; παιδι φιλτατο; επειδη, αφου μιλησα εναντιον του, παντα τον θυμαμαι· γι' αυτο, τα σπλαχνα μου ηχουν γι' αυτον· σιγουρα θα τον σπλαχνιστω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. στησε σημαδια του δρομου, κανε στον εαυτο σου ψηλουσ σωρουσ· προσηλωσε την καρδια σου στη λεωφορο, στον δρομο απο τον οποιο πηγεσ· γυρνα παρθενα του ισραηλ, γυρνα σ' αυτεσ τισ πολεισ σου. μεχρι ποτε θα περιφερεσαι, θυγατερα αποστατρια; επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε ενα νεο πραγμα στη γη: γυναικα θα περικυκλωσει ανδρα. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: ακομα θα λενε αυτο τον λογο στη γη του ιηhυδα, και στισ πολεισ του, οταν επιστρεψω την αιχμαλωσια τουσ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να σε ευλογησει, κατοικια δικαιοσυνησ, βουνο αγιοτητασ! και θα κατοικησουν μεσα σ' αυτη ο ιηhυδασ, και ολεσ οι πολεισ του μαζι, οι γεωργοι, και αυτοι που βγαινουν με τα κοπαδια· επειδη, χορτασα την παραλυμενη ψυχη, και γεμισα καθε θλιμμενη ψυχη. γι' αυτο, ξυπνησα, και κοιταξα· και ο υπνοσ μου σταθηκε σε μενα γλυκοσ. δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα σπειρω τον οικο ισραηλ και τον οικο ιηhυδα με σπερμα ανθρωπου, και με σπερμα κτηνουσ. και καθωσ αγρυπνουσα επανω τουσ για να ξεριζωνω, και να κατασκαβω, και να κατεδαφιζω, και να καταστρεφω, και να καταθλιβω, ετσι θα αγρυπνησω επανω τουσ, για να οικοδομω, και να φυτευω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κατα τισ ημερεσ εκεινεσ δεν θα λενε πλεον: οι πατερεσ εφαγαν αγουριδα, και τα δοντια των παιδιων μουδιασαν· αλλα, καθε ενασ θα πεθαινει για την ανομια του· καθε ανθρωποσ, που θα φαει την αγουριδα, τα δοντια του ιδιου θα μουδιασουν. δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα κανω στον οικο ισραηλ, και στον οικο ιηhυδα, μια νεα διαθηκη· οχι συμφωνα με τη διαθηκη, που εκανα στουσ πατερεσ τουσ, κατα την ημερα που τουσ επιασα απο το χερι για να τουσ βγαλω απο την αιγυπτο· επειδη, αυτοι παρεβηκαν τη διαθηκη μου, και εγω τουσ αποστραφηκα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αλλ' αυτη θα ειναι η διαθηκη, που θα κανω στον οικο ισραηλ: υστερα απο τισ ημερεσ εκεινεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα βαλω τον νομο μου στα ενδομυχα τουσ, και θα τον γραψω στισ καρδιεσ τουσ· και θα ειμαι θεοσ τουσ, κι αυτοι θα ειναι λαοσ μου. και δεν θα διδασκουν πλεον καθε ενασ τον κοντινο του, και καθε ενασ τον αδελφο του, λεγοντασ: γνωριστε τον κυριο· επειδη, ολοι αυτοι θα με γνωριζουν, απο τον πιο μικρο αναμεσα τουσ μεχρι τον πιο μεγαλο αναμεσα τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, θα συγχωρησω την ανομια τουσ, και δεν θα θυμαμαι πλεον την αμαρτια τουσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ που εδωσε τον ηλιο για φωσ τησ ημερασ, τισ διαταξεισ του φεγγαριου και των αστρων για φωσ τησ νυχτασ, αυτοσ που ταραζει τη θαλασσα και βοουν τα κυματα τησ· το ονομα του ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. αν αυτεσ οι διαταξεισ εκλειψουν απο μπροστα μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τοτε και το σπερμα του ισραηλ θα παψει απο το να ειναι μπροστα μου εθνοσ, ολεσ τισ ημερεσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: αν ο ουρανοσ επανω μπορει να μετρηθει, και τα θεμελια τησ γησ κατω να εξιχνιαστουν, τοτε και εγω θα απορριψω ολοκληρο το σπερμα του ισραηλ για ολα οσα επραξαν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και η πολη θα οικοδομηθει στον κυριο απο τον πυργο του ανανεηλ μεχρι την πυλη τησ γωνιασ. κι ακομα, θα βγει σχοινι καταμετρησησ απεναντι τησ επανω στον λοφο γαρηβ, και θα περιελθει μεχρι τη γοαθ. και ολοκληρη η κοιλαδα των πτωματων και τησ σταχτησ, και ολα τα χωραφια μεχρι τον χειμαρρο των κεδρων, μεχρι τη γωνια τησ πυλησ των αλογων, προσ ανατολασ, θα ειναι αγιοι στον κυριο· δεν θα ξεριζωθει πλεον ουτε θα καταστραφει στον αιωνα.

32

ο λογοσ, που εγινε στον ιερεμια απο τον κυριο, στον δεκατο χρονο του σεδεκια, του βασιλια του ιηhυδα, που ηταν ο 18οσ χρονοσ του ναβουχοδονοσορα. και, τοτε, ο στρατοσ του βασιλια τησ βαβυλωνασ πολιορκουσε την ιερουσαλημ· και ο ιερεμιασ ο προφητησ ηταν κλεισμενοσ στην αυλη τησ φυλακησ, που ηταν στο παλατι του βασιλια του ιηhυδα. επειδη, ο σεδεκιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, τον ειχε κλεισει, λεγοντασ: γιατι εσυ προφητευεισ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, εγω θα παραδωσω αυτη την πολη στο χερι του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει· και ο σεδεκιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, δεν θα ξεφυγει απο το χερι των χαλδαιων, αλλα, σιγουρα, θα παραδοθει στο χερι του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα μιλησει μαζι του στομα με στομα, και τα ματια του θα δουν τα ματια του· και θα φερει τον σεδεκια στη βαβυλωνα, και θα ειναι εκει, μεχρισ οτου τον επισκεφθω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και αν πολεμησετε τουσ χαλδαιουσ, δεν θα ευδοκιμησετε. και ο ιερεμιασ ειπε: εγινε σε μενα λογοσ απο τον κυριο, λεγοντασ: δεσ, ο αναμεηλ, ο γιοσ του σαλλουμ, του θειου σου, θαρθει σε σενα, λεγοντασ: αγορασε για τον εαυτο σου το χωραφι μου, που ειναι στην αναθωθ· επειδη, το δικαιωμα τησ εξαγορασ για να το αγορασεισ ανηκει σε σενα. και ο αναμεηλ, ο γιοσ του θειου μου, ηρθε σε μενα, στην αυλη τησ φυλακησ, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και μου ειπε: αγορασε, παρακαλω, το χωραφι μου, που ειναι στην αναθωθ, αυτο στη γη βενιαμιν· επειδη, σε σενα ανηκει το δικαιωμα τησ κληρονομιασ, και σε σενα η εξαγορα· αγορασε το για τον εαυτο σου. τοτε, γνωρισα, οτι αυτοσ ηταν ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και αγορασα απο τον αναμεηλ, τον γιο του θειου μου, το χωραφι που ειναι στην αναθωθ, και του ζυγισα τα χρηματα, 17 σικλουσ ασημι. και εγραψα το συμφωνητικο, και το σφραγισα, και εβαλα μαρτυρεσ, και ζυγισα τα χρηματα στην πλαστιγγα. και πηρα το συμφωνητικο τησ αγορασ, το σφραγισμενο, συμφωνα με τον νομο και τη συνηθεια, και το ανοιχτο αντιγραφο· και εδωσα το συμφωνητικο τησ αγορασ στον βαρουχ, τον γιο του νηρια, γιου του μαασια, μπροστα στον αναμεηλ, γιου του θειου μου, και μπροστα στουσ μαρτυρεσ, που υπεγραψαν το συμφωνητικο τησ αγορασ, μπροστα σε ολουσ τουσ ιηhυδαιουσ που καθονταν στην αυλη τησ φυλακησ. και προσταξα τον βαρουχ μπροστα τουσ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: παρε αυτα τα συμφωνητικα, αυτο το συμφωνητικο τησ αγορασ, και το σφραγισμενο, κι αυτο το συμφωνητικο το ανοιχτο· και να τα βαλεισ σε ενα πηλινο σκευοσ, για να μενουν για πολλεσ ημερεσ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: σπιτια, και χωραφια, και αμπελοι θα αποκτηθουν ξανα σ' αυτη τη γη. και αφου εδωσα το συμφωνητικο τησ αγορασ στον βαρουχ, τον γιο του νηρια, προσευχηθηκα στον κυριο, λεγοντασ: ω! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε! δεσ, εσυ εκανεσ τον ουρανο και τη γη με τη δυναμη σου τη μεγαλη, και με τον βραχιονα σου τον απλωμενο· δεν υπαρχει κανενα πραγμα δυσκολο σε σενα. κανεισ ελεοσ σε χιλιαδεσ, και ανταποδιδεισ την ανομια των πατερων στον κορφο των παιδιων τουσ υστερα απ' αυτουσ· ο θεοσ ο μεγαλοσ, ο ισχυροσ, το ονομα του ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, μεγαλοσ σε βουλη, και δυνατοσ σε εργα· επειδη, τα ματια σου ειναι ανοιγμενα επανω σε ολουσ τουσ δρομουσ των γιων των ανθρωπων, για να δωσεισ στον καθε εναν συμφωνα με τουσ δρομουσ του, και συμφωνα με τον καρπο των εργων του· εσυ που εκανεσ σημεια και τερατα στη γη τησ αιγυπτου, γνωστα μεχρι αυτη την ημερα, και μεσα στον ισραηλ και μεσα στουσ ανθρωπουσ· και εκανεσ για τον εαυτο σου ονομα, μεχρι αυτη την ημερα· και εβγαλεσ τον λαο σου τον ισραηλ απο τη γη τησ αιγυπτου με σημεια, και με τερατα, και με ισχυρο χερι, και με βραχιονα απλωμενον, και με μεγαλον τρομο· και τουσ εδωσεσ αυτη τη γη, που ειχεσ ορκιστει στουσ πατερεσ τουσ να τουσ δωσεισ, γη που ρεει γαλα και μελι· και μπηκαν, και την κληρονομησαν· αλλα, δεν υπακουσαν στη φωνη σου ουτε περπατησαν στον νομο σου· δεν εκαναν τιποτε απο ολα οσα τουσ ειχεσ προσταξει για να κανουν· γι' αυτο, εφερεσ επανω τουσ ολο αυτο το κακο. δεσ, τα χαρακωματα εφτασαν στην πολη, για να την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν· και η πολη δοθηκε στο χερι των χαλδαιων, αυτων που πολεμουν εναντιον τησ, εξαιτιασ τησ μαχαιρασ, και τησ πεινασ, και τησ μεταδοτικησ αρρωστιασ· και ο,τι μιλησεσ εγινε· και προσεξε, βλεπεισ· κι εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε, μου ειπεσ: αγορασε με ασημι το χωραφι για τον εαυτο σου· και βαλε μαρτυρεσ· ενω η πολη δοθηκε στο χερι των χαλδαιων. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια, λεγοντασ: δεσ, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ καθε σαρκασ· υπαρχει καποιο πραγμα δυσκολο σε μενα; γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, θα παραδωσω αυτη την πολη στο χερι των χαλδαιων, και στο χερι του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει· και οι χαλδαιοι, που πολεμουν εναντια σ' αυτη την πολη, θαρθουν, και θα βαλουν φωτια σ' αυτη την πολη, και θα την κατακαψουν, και τα σπιτια, επανω στισ ταρατσεσ των οποιων θυσιαζαν στον βααλ, και εκαναν σπονδεσ σε αλλουσ θεουσ, για να με παροργισουν. επειδη, οι γιοι ισραηλ και οι γιοι ιηhυδα μονον κακο επραξαν μπροστα μου απο τη νιοτη τουσ· επειδη, οι γιοι ισραηλ δεν εκαναν τιποτε αλλο, παρα να με παροργιζουν με τα εργα των χεριων τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, αυτη η πολη σταθηκε σε μενα ερεθισμοσ τησ οργησ μου και του θυμου μου, απο την ημερα που την οικοδομησαν, μεχρι αυτη την ημερα, για να την απορριψω απο μπροστα μου, εξαιτιασ ολησ τησ κακιασ των γιων ισραηλ και των γιων ιηhυδα, που εκαναν για να με παροργισουν, αυτοι, οι βασιλιαδεσ τουσ, οι αρχοντεσ τουσ, οι ιερεισ τουσ, και οι προφητεσ τουσ, και οι ανδρεσ του ιηhυδα, και οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ. και εστρεψαν σε μενα τα νωτα, και οχι το προσωπο· και τουσ διδασκα σηκωνομενοσ το πρωι και διδασκοντασ, ομωσ δεν ακουσαν, ωστε να παρουν παιδεια· και εβαλαν τα βδελυγματα τουσ στον οικο, επανω στον οποιο ονομαστηκε το ονομα μου, για να τον μολυνουν. και εκτισαν τουσ ψηλουσ τοπουσ του βααλ, που ησαν στη φαραγγα του γιου του εννομ, για να περασουν τουσ γιουσ τουσ και τισ θυγατερεσ τουσ μεσα απο τη φωτια στον μολοχ· πραγμα που δεν τουσ ειχα προσταξει ουτε ειχε ανεβει στην καρδια μου, για να πραξουν αυτο το βδελυγμα, ωστε να κανουν τον ιηhυδα να αμαρτανει. και τωρα, γι' αυτα τα πραγματα, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ, γι' αυτη την πολη, για την οποια εσεισ λετε: θα παραδοθει στο χερι του βασιλια τησ βαβυλωνασ, με μαχαιρα, και με πεινα, και με μεταδοτικη αρρωστια· δεστε, θα τουσ συγκεντρωσω απο ολουσ τουσ τοπουσ, οπου τουσ ειχα διωξει στην οργη μου, και στον θυμο μου, και στη μεγαλη μου αγανακτηση· και θα τουσ ξαναφερω σ' αυτο τον τοπο, και θα τουσ κατοικισω με ασφαλεια· και θα ειναι λαοσ μου, και εγω θα ειμαι θεοσ τουσ· και θα τουσ δωσω μια καρδια και εναν δρομο, για να με φοβουνται ολεσ τισ ημερεσ, για το καλο τουσ, και των παιδιων τουσ υστερα απ' αυτουσ· και θα τουσ κανω μια αιωνια διαθηκη, οτι δεν θα αποστρεψω απο πισω τουσ, για να τουσ αγαθοποιω· και θα δωσω τον φοβο μου στισ καρδιεσ τουσ, για να μη αποστατησουν απο μενα· και θα ευφραινομαι σ' αυτουσ στο να τουσ αγαθοποιω, και θα τουσ φυτεψω σ' αυτη τη γη με αληθεια, με ολη μου την καρδια, και με ολη μου την ψυχη. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: οπωσ εφερα επανω σ' αυτο τον λαο ολα αυτα τα μεγαλα κακα, ετσι θα φερω επανω τουσ ολα τα αγαθα, που εγω μιλησα γι' αυτουσ. και θα αποκτηθουν χωραφια σ' αυτη τη γη, για την οποια εσεισ λετε: ειναι ερημη, χωρισ ανθρωπο η κτηνοσ· παραδοθηκε στο χερι των χαλδαιων. θα αγοραζουν χωραφια με ασημι, και θα υπογραφουν συμφωνητικα, και θα τα σφραγιζουν, και θα βαζουν μαρτυρεσ, στη γη του βενιαμιν, και στουσ τοπουσ γυρω απο την ιερουσαλημ, και στισ πολεισ του ιηhυδα, και στισ πολεισ τησ ορεινησ περιοχησ, και στισ πολεισ τησ πεδινησ περιοχησ, και στισ πολεισ του νοτου· επειδη, θα επιστρεψω την αιχμαλωσια τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

33

και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια για δευτερη φορα, ενω αυτοσ ηταν ακομα κλεισμενοσ στην αυλη τησ φυλακησ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εκτισε τη γη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh που την επλασε για να την στερεωσει· το ονομα του ειναι κυριοσ· κραξε σε μενα, και θα σου απαντησω, και θα σου δειξω μεγαλα και αποκρυφα πραγματα, που δεν γνωριζεισ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, για τα σπιτια αυτησ τησ πολησ, και για τα παλατια των βασιλιαδων του ιηhυδα, που θα καταστραφουν απο χαρακωματα και απο μαχαιρα, αυτων που ερχονται για να πολεμησουν εναντια στουσ χαλδαιουσ, και για να τα γεμισουν με τα πτωματα των ανθρωπων, που εγω θα παταξω, στην οργη μου και στον θυμο μου, και για ολεσ τισ κακιεσ για τισ οποιεσ εκρυψα το προσωπο μου απ' αυτη την πολη· δεσ, εγω θα φερω σ' αυτη υγεια και γιατρεια, και θα τουσ γιατρεψω, και θα τουσ κανω να δουν αφθονια ειρηνησ και αληθειασ. και θα επιστρεψω την αιχμαλωσια του ιηhυδα και την αιχμαλωσια του ισραηλ, και θα τουσ οικοδομησω οπωσ προηγουμενα· και θα τουσ καθαρισω απο ολοκληρη την ανομια τουσ, με την οποια αμαρτησαν σε μενα· και θα συγχωρησω ολεσ τισ ανομιεσ τουσ, με τισ οποιεσ αμαρτησαν σε μενα, και με τισ οποιεσ αποστατησαν απο μενα. και η πολη αυτη θα ειναι σε μενα ονομα ευφροσυνησ, αινεση και δοξα, μπροστα σε ολα τα εθνη τησ γησ, που θα ακουσουν ολα αυτα τα αγαθα, που εγω κανω σ' αυτουσ· και θα εκπλαγουν και θα τρομαξουν για ολα τα αγαθα, και για ολη την ειρηνη, που θα κανω σ' αυτη. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: σ' αυτο τον τοπο, για τον οποιο εσεισ λετε: ειναι ερημοσ, χωρισ ανθρωπο και χωρισ κτηνοσ, στισ πολεισ του ιηhυδα και στισ πλατειεσ τησ ιερουσαλημ, που ειναι ερημοι, χωρισ ανθρωπο και χωρισ κατοικο, και χωρισ κτηνοσ, θα ακουστει ξανα η φωνη τησ χαρασ, και η φωνη τησ ευφροσυνησ, η φωνη του νυμφιου, και η φωνη τησ νυφησ, η φωνη αυτων που λενε: «αινειτε τον κυριο των δυναμεων, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αγαθοσ, επειδη το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα»· και εκεινων που προσφερουν ευχαριστηριεσ προσφορεσ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, θα επιστρεψω την αιχμαλωσια τησ γησ, οπωσ προηγουμενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: παλι σ' αυτο τον τοπο, που ειναι ερημοσ, χωρισ ανθρωπο και χωρισ κτηνοσ, και σε ολεσ τισ πολεισ του, θα υπαρχουν μαντρεσ ποιμενων για να αναπαυουν τα ποιμνια. στισ πολεισ τησ ορεινησ περιοχησ, στισ πολεισ τησ πεδινησ περιοχησ, και στισ πολεισ του νοτου, και στη γη του βενιαμιν, και στουσ τοπουσ γυρω απο την ιερουσαλημ, και στισ πολεισ του ιηhυδα, θα περασουν ξανα τα κοπαδια κατω απο το χερι εκεινου που τα μετραει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα εκτελεσω τον αγαθο εκεινον λογο, που ειχα μιλησει για τον οικο ισραηλ, και για τον οικο ιηhυδα. κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, και κατα τον καιρο εκεινο, θα κανω να αναβλαστησει στον δαβιδ βλαστοσ δικαιοσυνησ· και θα εκτελεσει κριση και δικαιοσυνη στη γη. κατα τισ ημερεσ εκεινεσ ο ιηhυδασ θα σωθει, και η ιερουσαλημ θα κατοικησει με ασφαλεια· κι αυτο ειναι το ονομα με το οποιο θα ονομαστει: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, η δικαιοσυνη μασ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεν θα λειψει ανθρωποσ απο τον δαβιδ, που να καθεται επανω στον θρονο του οικου ισραηλ· ουτε απο τουσ ιερεισ των λευιτων θα λειψει ανθρωποσ μπροστα μου για να προσφερει ολοκαυτωματα, και να καιει προσφορεσ απο αλφιτα, και να κανει θυσιεσ ολεσ τισ ημερεσ. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: αν ειναι δυνατον να διαλυσετε τη διαθηκη μου τησ ημερασ και τη διαθηκη μου τησ νυχτασ, ωστε να μη υπαρχει πλεον ημερα και νυχτα στον καιρο τουσ, τοτε θα μπορεσει να διαλυθει και η διαθηκη μου, που εγινε προσ τον δαβιδ τον δουλο μου, ωστε να μη εχει γιο για να βασιλευει επανω στον θρονο του, κι εκεινη που εγινε στουσ λευιτεσ τουσ ιερεισ, τουσ λειτουργουσ μου. οπωσ η στρατια του ουρανου δεν μπορει να απαριθμηθει ουτε η αμμοσ τησ θαλασσασ να μετρηθει, ετσι θα πληθυνω το σπερμα του δαβιδ του δουλου μου, και τουσ λευιτεσ που υπηρετουν σε μενα. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια, λεγοντασ: δεν ειδεσ τι μιλησε αυτοσ ο λαοσ, λεγοντασ: τισ δυο οικογενειεσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαλεξε, τισ απερριψε; ετσι καταφρονησαν αυτοι τον λαο μου, ωστε δεν λογαριαζεται πλεον σ' αυτουσ ωσ εθνοσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: αν δεν ειχα κανει τη διαθηκη μου τησ ημερασ και τησ νυχτασ, και αν δεν ειχα διαταξει τουσ νομουσ του ουρανου και τησ γησ, τοτε, θα απορριψω το σπερμα του ιακωβ, και του δαβιδ του δουλου μου, ωστε να μη λαβω απο το σπερμα του κυβερνητεσ επανω στο σπερμα του αβραhαμ, του ισαακ, και του ιακωβ· επειδη, θα επιστρεψω την αιχμαλωσια τουσ, και θα τουσ λυπηθω.

34

ο λογοσ που εγινε στον ιερεμια απο τον κυριο, οταν ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, και ολη η δυναμη του, και ολα τα βασιλεια τησ γησ, που ησαν κατω απο το χερι του, και ολοι οι λαοι, πολεμουσαν εναντια στην ιερουσαλημ, και εναντια σε ολεσ τισ πολεισ τησ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ: πηγαινε και μιλησε στον σεδεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, και πεσ του: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, θα παραδωσω αυτη την πολη στο χερι του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα την κατακαψει με φωτια· κι εσυ δεν θα ξεφυγεισ απο το χερι του, αλλα θα πιαστεισ οπωσδηποτε, και θα παραδοθεισ στο χερι του· και τα ματια σου θα δουν τα ματια του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και το στομα του θα μιλησει στο στομα σου, και θα πασ στη βαβυλωνα. ομωσ, ακουσε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σεδεκια, βασιλια του ιηhυδα· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για σενα: δεν θα πεθανεισ με μαχαιρα· με ειρηνη θα πεθανεισ· και συμφωνα με τισ καυσεισ, που εγιναν στουσ πατερεσ σου, τουσ προγενεστερουσ βασιλιαδεσ, που υπηρξαν πριν απο σενα, ετσι θα κανουν καυσεισ σε σενα· και θα σε κλαψουν, λεγοντασ: αλλοιμονο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! επειδη, εγω μιλησα τον λογο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο προφητησ ιερεμιασ μιλησε στον σεδεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, ολα αυτα τα λογια στην ιερουσαλημ· και ο στρατοσ του βασιλια τησ βαβυλωνασ πολεμουσε εναντια στην ιερουσαλημ, και εναντια σε ολεσ τισ πολεισ του ιηhυδα, που ειχαν εναπομεινει, εναντια στη λαχεισ, και εναντια στην αζηκα· επειδη, αυτεσ ειχαν εναπολειφθει μεταξυ των πολεων του ιηhυδα, πολεισ οχυρωμενεσ. ο λογοσ, που εγινε στον ιερεμια απο τον κυριο, αφου ο βασιλιασ σεδεκιασ εκανε συνθηκη με ολοκληρο τον λαο που ηταν στην ιερουσαλημ, για να κηρυξει αφεση σ' αυτουσ· ωστε να διωξει ελευθερουσ, καθε ενασ τον δουλο του, και καθε ενασ τη δουλη του, εβραιο η εβραια, για να μη εχει κανενασ ωσ δουλο εναν αδελφο του ιηhυδαιο· και το ακουσαν ολοι οι αρχοντεσ, και ολοκληροσ ο λαοσ, αυτοι που μπηκαν στη συνθηκη, στο να διωξουν ωσ ελευθερουσ, καθε ενασ τον δουλο του, και καθε ενασ τη δουλη του, ωστε να μη τουσ εχουν πλεον δουλουσ· υπακουσαν, λοιπον, και τουσ εδιωξαν· υστερα ομωσ απ' αυτα, τουσ δουλουσ και τισ δουλεσ, που τουσ ειχαν διωξει ελευθερουσ, τουσ εκαναν να επιστρεψουν, και τουσ καθυπεταξαν να ειναι δουλοι και δουλεσ· και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια, απο τον κυριο, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ: εγω εκανα διαθηκη στουσ πατερεσ σασ, κατα την ημερα που τουσ εβγαλα απο τη γη τησ αιγυπτου, απο οικο δουλειασ, λεγοντασ: στο τελοσ των επτα χρονων να διωξετε καθε ενασ τον αδελφο του τον εβραιο, που πουληθηκε σε σενα, και σε υπηρετησε εξι χρονια· τοτε θα τον διωξεισ ελευθερον απο σενα· οι πατερεσ σου, ομωσ, δεν με ακουσαν ουτε εστρεψαν το αυτι τουσ. και εσεισ τωρα ειχατε επιστρεψει και κανει το ευθυ μπροστα μου, κηρυττοντασ καθε ενασ αφεση στον πλησιον του· και ειχατε κανει συνθηκη μπροστα μου, στον οικο επανω στον οποιο αποκληθηκε το ονομα μου· αλλα, επιστρεψατε, και μολυνατε το ονομα μου, και κανατε καθε ενασ τον δουλο του, και καθε ενασ τη δουλη του, να επιστρεψουν, τουσ οποιουσ ειχατε διωξει ωσ ελευθερουσ συμφωνα με τη θεληση τουσ, και τουσ καθυποταξατε για να ειναι σε σασ δουλοι και δουλεσ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: εσεισ δεν με ακουσατε, να κηρυξετε αφεση καθε ενασ στον αδελφο του, και καθε ενασ στον πλησιον του· δεστε, λοιπον, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εγω κηρυττω αφεση εναντιον σασ στη μαχαιρα, στη μεταδοτικη αρρωστια, και στην πεινα· και θα σασ παραδωσω σε διασπορα σε ολα τα βασιλεια τησ γησ. και θα παραδωσω τουσ ανθρωπουσ, αυτουσ που αθετησαν τη διαθηκη μου, που δεν εκτελεσαν τα λογια τησ διαθηκησ, που ειχαν κανει μπροστα μου, οταν εσχισαν το μοσχαρι στα δυο, και περασαν αναμεσα στα τμηματα του, τουσ αρχοντεσ του ιηhυδα, και τουσ αρχοντεσ τησ ιερουσαλημ, τουσ ευνουχουσ, και τουσ ιερεισ, και ολοκληρο τον λαο του τοπου, που περασαν αναμεσα απο τα τμηματα του μοσχαριου· και θα τουσ παραδωσω στο χερι των εχθρων τουσ, και στο χερι εκεινων που ζητουν την ψυχη τουσ· και τα πτωματα τουσ θα ειναι για τροφη στα πουλια του ουρανου, και στα θηρια τησ γησ. και τον σεδεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, και τουσ αρχοντεσ του, θα τουσ παραδωσω στο χερι των εχθρων τουσ, και στο χερι εκεινων που ζητουν την ψυχη τουσ, και στο χερι του στρατου του βασιλια τησ βαβυλωνασ, που αναχωρησαν απο σασ. δεστε, θα τουσ προσταξω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα τουσ επαναφερω σ' αυτη την πολη· και θα πολεμησουν εναντιον τησ, και θα την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν και θα την κατακαψουν με φωτια· και θα κανω τισ πολεισ του ιηhυδα ερημωση, ωστε να μη υπαρχει εκεινοσ που κατοικει.

35

ο λογοσ που εγινε απο τον κυριο στον ιερεμια, στισ ημερεσ του ιωακειμ, γιου του ιωσια, του βασιλια του ιηhυδα, λεγοντασ: πηγαινε στην οικογενεια των ρηχαβιτων, και μιλησε τουσ, και φερ' τουσ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε ενα απο τα δωματια, και ποτισε τουσ κρασι. τοτε, πηρα τον ιααζανια, τον γιο του ιερεμια, γιου του χαβασινια, και τουσ αδελφουσ του, και ολουσ τουσ γιουσ του, και ολοκληρη την οικογενεια των ρηχαβιτων, και τουσ εφερα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στο δωματιο των γιων του αναν, γιου του ιγδαλια, ανθρωπου του θεου, το οποιο ηταν κοντα στο δωματιο των αρχοντων, που ηταν επανω στο δωματιο του μαασια, γιου του σαλλουμ, του φυλακα τησ αυλησ· και εβαλα μπροστα στουσ γιουσ τησ οικογενειασ των ρηχαβιτων δοχεια γεματα κρασι, και ποτηρια, και τουσ ειπα: πιεστε κρασι. και ειπαν: δεν θα πιουμε κρασι· επειδη, ο ιωναδαβ, ο γιοσ του ρηχαβ, ο πατερασ μασ, προσταξε σε μασ, λεγοντασ: δεν θα πιειτε κρασι, εσεισ, και οι γιοι σασ στον αιωνα· ουτε σπιτι θα χτισετε ουτε σπορο θα σπειρετε ουτε αμπελωνα θα φυτεψετε ουτε θα εχετε· αλλα θα κατοικειτε σε σκηνεσ ολεσ τισ ημερεσ σασ, για να ζησετε πολλεσ ημερεσ επανω στη γη, στην οποια παροικειτε. και υπακουσαμε στη φωνη του ιωναδαβ, του γιου του ρηχαβ, του πατερα μασ, συμφωνα με ολα οσα μασ προσταξε, να μη πιουμε κρασι ολεσ τισ ημερεσ μασ, εμεισ, οι γυναικεσ μασ, οι γιοι μασ, και οι θυγατερεσ μασ· ουτε να κτισουμε σπιτια για να κατοικουμε, και δεν ειχαμε αμπελωνα η χωραφι η σπορο· αλλα κατοικησαμε σε σκηνεσ, και υπακουσαμε, και πραξαμε συμφωνα με ολα οσα μασ προσταξε ο ιωναδαβ ο πατερασ μασ· οταν, ομωσ, ανεβηκε στον τοπο ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, ειπαμε: ελατε, ασ παμε στην ιερουσαλημ, εξαιτιασ του στρατου των χαλδαιων, και εξαιτιασ του στρατου των συριων· και κατοικουμε στην ιερουσαλημ. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: πηγαινε, και πεσ στουσ ανθρωπουσ του ιηhυδα, και στουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ: δεν θα παρετε παιδεια για να ακουτε τα λογια μου; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τα λογια μεν του ιωναδαβ, του γιου του ρηχαβ, που προσταξε στουσ γιουσ του να μη πινουν κρασι, εκτελεστηκαν· και μεχρι αυτη την ημερα δεν πινουν κρασι, επειδη υπακουσαν στην προσταγη του πατερα τουσ· και εγω σασ μιλησα, σηκωνομενοσ το πρωι, και μιλωντασ· ομωσ, δεν με ακουσατε. και εστειλα σε σασ ολουσ τουσ δουλουσ μου τουσ προφητεσ, σηκωνομενοσ το πρωι και αποστελλοντασ, λεγοντασ: επιστρεψτε επιτελουσ καθε ενασ απο τον πονηρο του δρομο, και διορθωστε τισ πραξεισ σασ, και μη πατε πισω απο αλλουσ θεουσ για να τουσ λατρευετε, και θα κατοικησετε στη γη, που εδωσα σε σασ και στουσ πατερεσ σασ· αλλα δεν στρεψατε το αυτι σασ, και δεν με ακουσατε. επειδη, οι γιοι του ιωναδαβ, γιου του ρηχαβ εκτελεσαν την προσταγη του πατερα τουσ, που προσταξε σ' αυτουσ, και ο λαοσ αυτοσ δεν με ακουσε, γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: δεστε, θα φερω επανω στον ιηhυδα, κι επανω σε ολουσ τουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, ολα τα κακα που μιλησα εναντιον τουσ· επειδη, τουσ μιλησα, και δεν ακουσαν· και εκραξα σ' αυτουσ, και δεν αποκριθηκαν. και ο ιερεμιασ ειπε στην οικογενεια των ρηχαβιτων: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: επειδη, υπακουσατε στην προσταγη του ιωναδαβ, του πατερα σασ, και φυλαξατε ολεσ τισ εντολεσ του, και κανατε συμφωνα με ολα οσα σασ ειχε προσταξει, γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: δεν θα λειψει ανθρωποσ απο τον ιωναδαβ, τον γιο του ρηχαβ, που να στεκεται μπροστα μου στον αιωνα.

36

και στον τεταρτο χρονο του ιωακειμ, γιου του ιωσια, βασιλια του ιηhυδα, εγινε ο λογοσ αυτοσ στον ιερεμια απο τον κυριο, λεγοντασ: παρε για τον εαυτο σου εναν τομο βιβλιου, και γραψε μεσα σ' αυτον ολα τα λογια που μιλησα σε σενα εναντια στον ισραηλ, και εναντια στον ιηhυδα, και εναντια σε ολα τα εθνη, απο την ημερα που μιλησα σε σενα, απο τισ ημερεσ του ιωσια, μεχρι σ' αυτη την ημερα· ισωσ, ο οικοσ του ιηhυδα να ακουσει ολα τα κακα, που εγω σκεφτομαι να κανω σ' αυτουσ, ωστε να επιστρεψουν καθε ενασ απο τον πονηρο του δρομο, και να συγχωρησω την ανομια τουσ και την αμαρτια τουσ. και ο ιερεμιασ καλεσε τον βαρουχ, τον γιο του νηρια· και ο βαρουχ εγραψε απο το στομα του ιερεμια ολα τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που του μιλησε, επανω σε εναν τομο βιβλιου. και ο ιερεμιασ προσταξε τον βαρουχ, λεγοντασ: εγω ειμαι υπο φυλαξη· δεν μπορω να μπω μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· γι' αυτο, μπεσ μεσα εσυ, και διαβασε στον τομο που εγραψεσ απο το στομα μου, τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στα αυτια του λαου, μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε ημερα νηστειασ· κι ακομα, θα τα διαβασεισ στα αυτια ολοκληρου του ιηhυδα, οσοι ερχονται απο τισ πολεισ τουσ· ισωσ, η δεηση τουσ φτασει μπροστα στον κυριο, και επιστρεψουν καθε ενασ απο τον πονηρο του δρομο· επειδη, ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μεγαλοσ και η οργη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε εναντια σ' αυτο τον λαο. και ο βαρουχ, ο γιοσ του νηρια, εκανε συμφωνα με ολα οσα τον προσταξε ο προφητησ ιερεμιασ, αφου διαβασε στο βιβλιο τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και στον πεμπτο χρονο του ιωακειμ, γιου του ιωσια, βασιλια του ιηhυδα, στον ενατο μηνα, κηρυξαν νηστεια μπροστα στον κυριο ολοκληροσ ο λαοσ στην ιερουσαλημ, και ολοκληροσ ο λαοσ που ερχοταν απο τισ πολεισ του ιηhυδα στην ιερουσαλημ. και ο βαρουχ διαβασε στο βιβλιο τα λογια του ιερεμια μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μεσα στο δωματιο του γεμαρια, του γιου του σαφαν, του γραμματεα, στην ανω αυλη, στην εισοδο τησ νεασ πυλησ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στα αυτια ολοκληρου του λαου. και ο μιχαιασ, ο γιοσ του γεμαρια, γιου του σαφαν, ακουσε ολα τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο το βιβλιο, και κατεβηκε στο παλατι του βασιλια, στο δωματιο του γραμματεα· και να, ολοι οι αρχοντεσ καθονταν εκει, ο ελισαμα, ο γραμματεασ, ο δελαιασ, ο γιοσ του σεμαια, και ο ελναθαν, ο γιοσ του αχβωρ, και ο γεμαριασ, ο γιοσ του σαφαν, και ο σεδεκιασ, ο γιοσ του ανανια, και ολοι οι αρχοντεσ. και ο μιχαιασ τουσ ανηγγειλε ολα τα λογια που ακουσε, οταν ο βαρουχ διαβασε το βιβλιο στα αυτια του λαου. και ολοι οι αρχοντεσ εστειλαν στον βαρουχ, τον ιουδει, τον γιο του νεθανια, γιου του σελεμια, γιου του χουσει, λεγοντασ: τον τομο, που διαβασεσ στα αυτια του λαου, παρ' τον στο χερι σου, και ελα. και πηρε ο βαρουχ, ο γιοσ του νηρια, τον τομο στο χερι του, και ηρθε σ' αυτουσ. και του ειπαν: καθησε τωρα, και διαβασε τον στα αυτια μασ· και τον διαβασε ο βαρουχ στα αυτια τουσ. και καθωσ ακουσαν ολα τα λογια, εκπλαγηκαν αναμεταξυ τουσ, και ειπαν στον βαρουχ: σιγουρα, θα αναγγειλουμε στον βασιλια ολα αυτα τα λογια. και ρωτησαν τον βαρουχ, λεγοντασ: πεσ μασ τωρα: πωσ εγραψεσ ολα αυτα τα λογια απο το στομα του; και ο βαρουχ τουσ ειπε: απο το στομα του προφερε σε μενα ολα αυτα τα λογια, και εγω εγραφα με μελανη μεσα στο βιβλιο. και οι αρχοντεσ ειπαν στον βαρουχ: πηγαινε, κρυψου, εσυ, και ο ιερεμιασ· και ανθρωποσ ασ μη ξερει που ειστε. και μπηκαν μεσα στον βασιλια στην αυλη· αφησαν, ομωσ, τον τομο στο δωματιο του ελισαμα, του γραμματεα, και ανηγγειλαν στα αυτια του βασιλια ολα τα λογια. και εστειλε ο βασιλιασ τον ιουδει να παρει τον τομο· και τον πηρε απο το δωματιο του ελισαμα του γραμματεα. και τον διαβασε ο ιουδει στα αυτια του βασιλια, και στα αυτια ολων των αρχοντων, που παραστεκονταν στον βασιλια. και ο βασιλιασ καθοταν στο χειμερινο παλατι, στον ενατο μηνα, και μπροστα του υπηρχε μια εστια που εκαιγε. και καθωσ ο ιουδει διαβαζε τρεισ και τεσσερισ σελιδεσ, εκεινοσ το εκοβε με το μαχαιρακι του γραμματεα, και το ερριχνε στη φωτια που ηταν στην εστια, μεχρισ οτου καταναλωθηκε ολοκληροσ ο τομοσ μεσα στη φωτια, που ηταν επανω στην εστια. και δεν τρομαξαν ουτε εσχισαν τα ιματια τουσ, ο βασιλιασ και ολοι οι δουλοι του, αυτοι που ακουσαν ολα αυτα τα λογια. κι ενω μαλιστα ο ελναθαν, και ο δελαιασ, και ο γεμαριασ, μεσιτευαν στον βασιλια να μη καψει τον τομο, δεν τουσ ακουσε. και ο βασιλιασ προσταξε τον ιεραμεηλ, τον γιο του αμμελεχ, και τον σεραια, τον γιο του αζριηλ, και τον σελεμια, τον γιο του αβδιηλ, να πιασουν τον βαρουχ, τον γραμματεα, και τον προφητη ιερεμια· ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ ειχε κρυψει. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια, αφου ο βασιλιασ κατεκαψε τον τομο, και τα λογια που ειχε γραψει ο βαρουχ απο το στομα του ιερεμια, λεγοντασ: παρε παλι για τον εαυτο σου εναν αλλο τομο, και γραψε επανω σ' αυτον ολα τα προηγουμενα λογια, που ησαν μεσα στον πρωτο τομο, που κατεκαψε ο ιωακειμ, ο βασιλιασ του ιηhυδα· και στον ιωακειμ, τον βασιλια του ιηhυδα, θα πεισ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: εσυ κατεκαψεσ αυτο τον τομο, λεγοντασ: γιατι εγραψεσ μεσα σ' αυτον, λεγοντασ: ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ θαρθει οπωσδηποτε, και θα εξολοθρευσει αυτη τη γη, και θα κανει να εκλειψει απ' αυτη ανθρωποσ και κτηνοσ; γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τον ιωακειμ, τον βασιλια του ιηhυδα: δεν θα εχει καποιον που να καθεται επανω στον θρονο του δαβιδ· και το πτωμα του θα πεταχτει την ημερα στο καυμα, και τη νυχτα στον παγετο· και θα τον τιμωρησω, και το σπερμα του, και τουσ δουλουσ του, λογω τησ ανομιασ τουσ· και θα φερω επανω τουσ, και επανω στουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, κι επανω στουσ ανθρωπουσ του ιηhυδα, ολα τα κακα που μιλησα σ' αυτουσ, και δεν ακουσαν. και ο ιερεμιασ πηρε εναν αλλο τομο, και τον εδωσε στον βαρουχ, τον γιο του νηρια, τον γραμματεα, και εγραψε μεσα σ' αυτον, απο το στομα του ιερεμια, ολα τα λογια του βιβλιου, που ο ιωακειμ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, ειχε κατακαψει σε φωτια· κι ακομα, προστεθηκαν σ' αυτουσ πολλα παρομοια λογια.

37

και βασιλευσε ο βασιλιασ σεδεκιασ, ο γιοσ του ιωσια, αντι του χονια, γιου του ιωακειμ, που ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, κατεστησε βασιλια στη γη του ιηhυδα. και δεν ακουσε, αυτοσ, και οι δουλοι του, και ο λαοσ του τοπου, τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε μιλησει διαμεσου του προφητη ιερεμια. και ο βασιλιασ σεδεκιασ εστειλε τον ιεουχαλ, τον γιο του σελεμια, και τον σοφονια, τον γιο του μαασια, τον ιερεα, προσ τον προφητη ιερεμια, λεγοντασ: δεησου, παρακαλω, για μασ στον κυριο τον θεο μασ. και ο ιερεμιασ εμπαινε και εβγαινε αναμεσα στον λαο· και δεν τον ειχαν βαλει σε φυλακη. και βγηκε ο στρατοσ του φαραω εξω απο την αιγυπτο· και οταν οι χαλδαιοι, που πολιορκουσαν την ιερουσαλημ, ακουσαν τη φημη τουσ, αναχωρησαν απο την ιερουσαλημ. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον προφητη ιερεμια, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ: ετσι θα πειτε στον βασιλια του ιηhυδα, που σασ εστειλε σε μενα για να με ρωτησετε: δεστε, ο στρατοσ του φαραω, που βγηκε εξω σε βοηθεια σασ, θα επιστρεψει στη γη του, την αιγυπτο· και οι χαλδαιοι θα ξαναγυρισουν, και θα πολεμησουν εναντια σ' αυτη την πολη, και θα την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν, και θα την κατακαψουν με φωτια. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μη πλανιεστε, λεγοντασ: οι χαλδαιοι θα φυγουν απο μασ οπωσδηποτε· δεδομενου οτι, δεν θα φυγουν. επειδη, και αν ακομα παταξετε ολοκληρο τον στρατο των χαλδαιων, που σασ πολεμαει, και εναπομεινουν μερικοι πληγωμενοι αναμεσα τουσ, αυτοι θα σηκωθουν καθε ενασ απο τη σκηνη του, και θα κατακαψει αυτη την πολη με φωτια. και οταν ο στρατοσ των χαλδαιων εφυγε απο την ιερουσαλημ εξαιτιασ του φοβου του στρατου του φαραω, τοτε ο ιερεμιασ βγηκε εξω απο την ιερουσαλημ, για να παει στη γη του βενιαμιν, ωστε να ξεφυγει απο εκει αναμεσα στον λαο. και οταν αυτοσ ηρθε στην πυλη του βενιαμιν, βρισκοταν εκει ο αρχηγοσ τησ φρουρασ, το ονομα του οποιου ηταν ιρειασ, γιοσ του σελεμια, γιου του ανανια· και επιασε τον ιερεμια τον προφητη, λεγοντασ: εσυ προσφευγεισ στουσ χαλδαιουσ. και ο ιερεμιασ ειπε: ψεμα ειναι· εγω δεν προσφευγω στουσ χαλδαιουσ. ομωσ, δεν τον ακουσε· και ο ιρειασ επιασε τον ιερεμια, και τον εφερε στουσ αρχοντεσ. και οι αρχοντεσ οργιστηκαν εναντια στον ιερεμια, και τον χτυπησαν, και τον φυλακισαν στο σπιτι του ιωναθαν, του γραμματεα· επειδη, το ειχαν κανει δεσμωτηριο. οταν δε ο ιερεμιασ μπηκε μεσα στον λακκο και στισ κρυπτεσ, και ο ιερεμιασ καθησε εκει πολλεσ ημερεσ, τοτε, ο βασιλιασ σεδεκιασ εστειλε και τον πηρε, και τον ρωτησε κρυφα στο σπιτι του, και ειπε: υπαρχει λογοσ απο τον κυριο; και ο ιερεμιασ ειπε: υπαρχει· και ειπε: θα παραδοθεισ στο χερι του βασιλια τησ βαβυλωνασ. και ο ιερεμιασ ειπε στον βασιλια σεδεκια: τι αμαρτησα σε σενα η στουσ δουλουσ σου η σε τουτο τον λαο, και με βαλατε στο δεσμωτηριο; και που ειναι οι προφητεσ σασ, αυτοι που προφητευσαν σε σασ, λεγοντασ: ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ δεν θαρθει εναντιον σασ και εναντια σ' αυτη τη γη; γι' αυτο, ακουσε τωρα, παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, βασιλια· ασ γινει δεκτη, παρακαλω, η δεηση μου μπροστα σου· και μη με επαναφερεισ στο σπιτι του ιωναθαν, του γραμματεα, για να μη πεθανω εκει. τοτε, ο βασιλιασ σεδεκιασ προσταξε, και φυλαγαν τον ιερεμια στην αυλη τησ φυλακησ, και του εδιναν καθε ημερα λιγο ψωμι απο τα αρτοπωλεια, μεχρισ οτου τελειωσε ολο το ψωμι τησ πολησ. και ο ιερεμιασ εμεινε στην αυλη τησ φυλακησ.

38

και ο σεφατιασ, ο γιοσ του ματθαν, και ο γεδαλιασ, ο γιοσ του πασχωρ, και ο ιουχαλ, ο γιοσ του σελεμια, και ο πασχωρ, ο γιοσ του μαλχια, ακουσαν τα λογια που ο ιερεμιασ μιλησε σε ολοκληρο τον λαο, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: οποιοσ καθεται σ' αυτη την πολη, θα πεθανει απο μαχαιρα, απο πεινα, και απο μεταδοτικη αρρωστια· οποιοσ, ομωσ, βγει εξω προσ τουσ χαλδαιουσ, θα ζησει· και η ζωη του θα ειναι σ' αυτον σαν λαφυρο, και θα ζησει· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: αυτη η πολη θα παραδοθει οπωσδηποτε στο χερι του στρατου του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει. και οι αρχοντεσ ειπαν στον βασιλια: ασ θανατωθει, παρακαλουμε, αυτοσ ο ανθρωποσ· επειδη, ετσι παραλυει τα χερια των πολεμιστων ανδρων, που εναπεμειναν σ' αυτη την πολη, και τα χερια ολοκληρου του λαου, λεγοντασ σ' αυτουσ τετοια λογια· επειδη, αυτοσ ο ανθρωποσ δεν ζηταει το καλο αυτου του λαου, αλλα το κακο. και ο βασιλιασ σεδεκιασ ειπε: δεστε, ειναι στο χερι σασ· επειδη, ο βασιλιασ δεν μπορει να κανει τιποτε εναντιον σασ. και πηραν τον ιερεμια, και τον ερριξαν στον λακκο του μαλχια, γιου του αμμελεχ, που ηταν στην αυλη τησ φυλακησ· και κατεβασαν τον ιερεμια με σχοινια· και μεσα στον λακκο δεν υπηρχε νερο, αλλα λασπη, και ο ιερεμιασ χωθηκε μεσα στη λασπη. και οταν ο αβδε-μελεχ, ο αιθιοπασ, ενασ απο τουσ ευνουχουσ, που ηταν μεσα στο παλατι του βασιλια ακουσε οτι εβαλαν τον ιερεμια στον λακκο, ενω ο βασιλιασ καθοταν στην πυλη του βενιαμιν, βγηκε ο αβδε-μελεχ απο το παλατι του βασιλια, και μιλησε στον βασιλια, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, βασιλια, αυτοι οι ανθρωποι επραξαν κακα σε οσα εκαναν στον προφητη ιερεμια, που τον ερριξαν στον λακκο· αυτοσ, ομωσ, θα πεθαινε απο την πεινα στον τοπο οπου ειναι· επειδη, δεν υπαρχει πλεον ψωμι στην πολη. και ο βασιλιασ προσταξε τον αβδε-μελεχ, τον αιθιοπα, λεγοντασ: παρε απο εδω 30 ανθρωπουσ μαζι σου, και ανεβασε τον προφητη ιερεμια απο τον λακκο, πριν πεθανει. και ο αβδε-μελεχ πηρε μαζι του τουσ ανθρωπουσ, και μπηκε στο παλατι του βασιλια κατω απο το θησαυροφυλακιο, και απο εκει πηρε παλια ρακη, και παλια σαπια αποφορια, και τα κατεβασε με σχοινια στον λακκο, στον ιερεμια. και ο αβδε-μελεχ, ο αιθιοπασ, ειπε στον ιερεμια: βαλε τωρα τα παλια ρακη και τα σαπια αποφορια κατω απο τισ μασχαλεσ σου, κατω απο τα σχοινια. και ο ιερεμιασ εκανε ετσι. και εσυραν τον ιερεμια με τα σχοινια, και τον ανεβασαν απο τον λακκο· και εμεινε ο ιερεμιασ στην αυλη τησ φυλακησ. και ο βασιλιασ σεδεκιασ εστειλε, και εφερε τον προφητη ιερεμια κοντα του, στην τριτη εισοδο, που ειναι στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ο βασιλιασ ειπε στον ιερεμια: θελω να σε ρωτησω ενα πραγμα· μη κρυψεισ απο μενα τιποτε. και ο ιερεμιασ ειπε στον σεδεκια: αν σου το φανερωσω, στ' αληθεια, δεν θα με θανατωσεισ; και αν σε συμβουλευσω, δεν θα με ακουσεισ. και ο σεδεκιασ ορκιστηκε στον ιερεμια κρυφα, λεγοντασ: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ που εκανε σε μασ αυτη την ψυχη, δεν θα σε θανατωσω ουτε θα σε δωσω στο χερι αυτων των ανθρωπων που ζητουν την ψυχη σου. και ο ιερεμιασ ειπε στον σεδεκια: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: αν πραγματικα βγεισ εξω προσ τουσ αρχοντεσ του βασιλια τησ βαβυλωνασ, τοτε η ψυχη σου θα ζησει, κι αυτη η πολη δεν θα κατακαει με φωτια· και εσυ θα ζησεισ, και η οικογενεια σου· αλλα, αν δεν βγεισ εξω προσ τουσ αρχοντεσ του βασιλια τησ βαβυλωνασ, τοτε αυτη η πολη θα παραδοθει στο χερι των χαλδαιων, και θα την κατακαψουν με φωτια, και εσυ δεν θα ξεφυγεισ απο το χερι τουσ. και ο βασιλιασ σεδεκιασ ειπε στον ιερεμια: εγω φοβαμαι τουσ ιηhυδαιουσ, που κατεφυγαν στουσ χαλδαιουσ, μηπωσ με παραδωσουν στο χερι τουσ, και με εμπαιξουν. και ο ιερεμιασ ειπε: δεν θα σε παραδωσουν. υπακουσε, παρακαλω, στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εγω μιλαω σε σενα· και θα ειναι καλο σε σενα, και θα ζησει η ψυχη σου. αν, ομωσ, εσυ δεν βγεισ εξω, αυτοσ ειναι ο λογοσ που μου εδειξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: και δεσ, ολεσ οι γυναικεσ που εναπεμειναν στο παλατι του βασιλια του ιηhυδα, θα οδηγηθουν στουσ αρχοντεσ του βασιλια τησ βαβυλωνασ, κι αυτεσ θα λενε: οι ειρηνικοι σου ανδρεσ σε δελεασαν, και υπερισχυσαν εναντιον σου· τα ποδια σου βυθιστηκαν στη λασπη, και αυτοι συρθηκαν πισω· και ολεσ οι γυναικεσ σου και τα παιδια σου θα οδηγηθουν προσ τουσ χαλδαιουσ· και εσυ δεν θα ξεφυγεισ απο 0το χερι τουσ, αλλα θα πιαστεισ απο το χερι του βασιλια τησ βαβυλωνασ· και θα κανεισ αυτη την πολη να κατακαει με φωτια. και ο σεδεκιασ ειπε στον ιερεμια: ασ μη μαθει κανενασ γι' αυτα τα λογια, και δεν θα πεθανεισ. και αν οι αρχοντεσ ακουσουν οτι μιλησα μαζι σου, και ερθουν σε σενα, και σου πουν: αναγγειλε σε μασ τωρα τι μιλησεσ στον βασιλια, μη το κρυψεισ απο μασ, και δεν θα σε θανατωσουμε· και τι μιλησε σε σενα ο βασιλιασ· τοτε, θα τουσ πεισ: εγω υπεβαλα την παρακληση μου μπροστα στον βασιλια, για να μη με ξαναγυρισει στο σπιτι του ιωναθαν, ωστε να πεθανω εκει. και ηρθαν ολοι οι αρχοντεσ στον ιερεμια, και τον ρωτησαν· και τουσ ανηγγειλε συμφωνα με ολα τα λογια εκεινα που τον ειχε προσταξει ο βασιλιασ. κι αυτοι σταματησαν να μιλουν μαζι του, επειδη το πραγμα δεν ειχε ακουστει. και ο ιερεμιασ εμεινε στην αυλη τησ φυλακησ, μεχρι την ημερα κατα την οποια η ιερουσαλημ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυτηκε· και ηταν εκει, οταν η ιερουσαλημ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυτηκε.

39

κατα τον ενατο χρονο του σεδεκια, του βασιλια του ιηhυδα, τον δεκατο μηνα, ηρθε ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, και ολοκληροσ ο στρατοσ του, εναντια στην ιερουσαλημ, και την πολιορκουσαν. και κατα τον 11ο χρονο του σεδεκια, τον τεταρτο μηνα, την ενατη ημερα του μηνα, η πολη φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυτηκε. και ολοι οι αρχοντεσ του βασιλια τησ βαβυλωνασ μπηκαν μεσα, και καθησαν στη μεσαια πυλη, ο νεργαλ-σαρεσερ, ο σαμγαρ-νεβω, ο σαρσεχειμ, ο ραβ-σαρεισ, ο νεργαλ-σαρεσερ, ο ραβ-μαγ, και ολοι οι υπολοιποι αρχοντεσ του βασιλια τησ βαβυλωνασ. και καθωσ τουσ ειδε ο σεδεκιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, και ολοι οι ανδρεσ του πολεμου, εφυγαν, και βγηκαν τη νυχτα απο την πολη, μεσα απο τον δρομο του κηπου του βασιλια, μεσα απο την πυλη των δυο τειχων· και βγηκε απο τον δρομο τησ πεδιαδασ. και ο στρατοσ των χαλδαιων καταδιωξε απο πισω τουσ, και εφτασαν τον σεδεκια στισ πεδιαδεσ τησ ιεριχω· και τον συνελαβαν, και τον εφεραν στον ναβουχοδονοσορα, τον βασιλια τησ βαβυλωνασ, στη ριβλα, στη γη τησ αιμαθ, και προφερε εναντιον του καταδικη. και ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ εσφαξε μπροστα του τουσ γιουσ του σεδεκια στη ριβλα· και ολουσ τουσ αρχοντεσ του ιηhυδα εσφαξε ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ. και τυφλωσε τα δυο ματια του σεδεκια, και τον εδεσε με δυο χαλκινεσ αλυσιδεσ, για να τον φερει στη βαβυλωνα. και οι χαλδαιοι κατεκαψαν με φωτια το παλατι του βασιλια, και τα σπιτια του λαου, και κατεδαφισαν τα τειχη τησ ιερουσαλημ. και το υπολοιπο του λαου, αυτο που εναπεμεινε στην πολη, και εκεινουσ που εφυγαν και προσεφυγαν σ' αυτον, και το υπολοιπο του λαου, που ειχε εναπομεινει, το εφερε αιχμαλωτο στη βαβυλωνα ο νεβουζαραδαν, ο αρχισωματοφυλακασ. και απο τον λαο, τουσ φτωχουσ, που δεν ειχαν τιποτε, ο αρχισωματοφυλακασ νεβουζαραδαν αφησε στη γη του ιηhυδα, και τουσ εδωσε αμπελωνεσ και χωραφια κατα τον καιρο εκεινο. και ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, εδωσε διαταγη στον νεβουζαραδαν, τον αρχισωματοφυλακα, για τον ιερεμια, λεγοντασ: να τον παρεισ, και να τον επιμεληθεισ, και μη του κανεισ κακο· αλλ' οπωσ σου μιλησει, ετσι να κανεισ σ' αυτον. και ο αρχισωματοφυλακασ νεβουζαραδαν εστειλε, και ο νεβουσαζβαν, ο ραβ-σαρεισ, και ο νεργαλ-σαρεσερ, ο ραβ-μαγ, και ολοι οι αρχοντεσ του βασιλια τησ βαβυλωνασ, εστειλαν και πηραν τον ιερεμια απο την αυλη τησ φυλακησ, και τον παρεδωσαν στον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ, γιου του σαφαν, για να τον φερει στο σπιτι του· και κατοικησε αναμεσα στον λαο. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια, ενω ηταν κλεισμενοσ στην αυλη τησ φυλακησ, λεγοντασ: πηγαινε και μιλησε στον αβδε-μελεχ, τον αιθιοπα, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: δεσ, εγω θα φερω τα λογια μου εναντια σ' αυτη την πολη για κακο, και οχι για καλο· και θα εκτελεστουν μπροστα σου εκεινη την ημερα. ομωσ, θα σε σωσω κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και δεν θα παραδοθεισ στο χερι των ανθρωπων, των οποιων το προσωπο εσυ φοβασαι· επειδη, θα σε σωσω οπωσδηποτε, και δεν θα πεσεισ με μαχαιρα, αλλ' η ζωη σου θα ειναι σε σενα σαν λαφυρο, επειδη στηριχθηκεσ με εμπιστοσυνη σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

40

ο λογοσ που εγινε στον ιερεμια απο τον κυριο, αφου ο νεβουζαραδαν, ο αρχισωματοφυλακασ, τον εστειλε απο τη ραμα, οταν τον ειχε παρει δεμενον με χειροδεσμα αναμεσα σε ολουσ εκεινουσ που μετοικιστηκαν απο την ιερουσαλημ και τον ιηhυδα, που φερνονταν αιχμαλωτοι στη βαβυλωνα. και ο αρχισωματοφυλακασ επιασε τον ιερεμια, και του ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου μιλησε αυτα τα κακα γι' αυτο τον τοπο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τα επεφερε, και εκανε οπωσ ειχε πει· επειδη, αμαρτησατε στον κυριο, και δεν υπακουσατε στη φωνη του, γι' αυτο εγινε σε σασ αυτο το πραγμα. και τωρα, δεσ, σε ελυσα σημερα απο τα χειροδεσμα, αυτα που ησαν επανω στα χερια σου· αν σου φαινεται καλο ναρθεισ μαζι μου στη βαβυλωνα, ελα· και εγω θα σε περιποιηθω· αλλα, αν σου φαινεται κακο ναρθεισ μαζι μου στη βαβυλωνα, μεινε εδω· δεσ, ολοκληροσ ο τοποσ ειναι μπροστα σου· οπου σου φαινεται καλο και αρεστο να πασ, εκει πηγαινε. και επειδη δεν στρεφοταν, του ειπε: γυρνα, λοιπον, στον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ, γιου του σαφαν, που ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ εβαλε κυβερνητη επανω στισ πολεισ του ιηhυδα, και κατοικησε μαζι του αναμεσα στον λαο· η, πηγαινε οπου σου φαινεται αρεστο να πασ. και ο αρχισωματοφυλακασ του εδωσε ζωοτροφεσ και δωρα, και τον εξαπεστειλε. και ο ιερεμιασ πηγε στον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ, στη μισπα, και κατοικησε μαζι του, αναμεσα στον λαο που ειχε εναπομεινει στη γη. και οταν ολοι οι αρχηγοι των στρατευματων, που ησαν στο χωραφι, αυτοι και οι ανδρεσ τουσ, ακουσαν οτι ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ εκανε κυβερνητη επανω στη γη τον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ, και οτι του εμπιστευθηκε ανδρεσ, και γυναικεσ, και παιδια, και απο τουσ φτωχουσ τησ γησ, απ' αυτουσ που δεν ειχαν μετοικιστει στη βαβυλωνα, ηρθαν στον γεδαλια στη μισπα, και ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, και ο ιωαναν και ο ιωναθαν, οι γιοι του καρηα, και ο σεραιασ, ο γιοσ του τανουμεθ, και οι γιοι του ιωφη, του νετωφαθιτη, και ο ιεζανιασ, ο γιοσ καποιου μααχαθιτη, αυτοι και οι ανδρεσ τουσ. και ο γεδαλιασ, ο γιοσ του αχικαμ, γιου του σαφαν, ορκιστηκε σ' αυτουσ, και στουσ ανδρεσ τουσ, λεγοντασ: μη φοβαστε να ειστε δουλοι των χαλδαιων· κατοικηστε στη γη, και δουλευετε στον βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα ειναι σε σασ καλο. και εγω, δεστε, θα κατοικησω στη μισπα, για να παρισταμαι μπροστα στουσ χαλδαιουσ, που θαρθουν σε μασ· κι εσεισ συγκεντρωστε κρασι, και οπωρικα, και λαδι, και βαλετε τα στα δοχεια σασ, και κατοικηστε στισ πολεισ σασ, τισ οποιεσ κρατατε. το ιδιο ολοι οι ιηhυδαιοι, που βρισκονται στον μωαβ, κι αυτοι που ειναι αναμεσα στουσ γιουσ του αμμων, και εκεινοι στον εδωμ, και εκεινοι που βρισκονται σε ολουσ τουσ τοπουσ, οταν ακουσαν οτι ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ αφησε υπολοιπο στον ιηhυδα, και οτι εβαλε κυβερνητη τον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ, γιου του σαφαν, τοτε, επεστρεψαν ολοι οι ιηhυδαιοι απο ολουσ τουσ τοπουσ οπου ησαν διασπαρμενοι, και ηρθαν στη γη του ιηhυδα, στον γεδαλια στη μισπα, και συγκεντρωσαν κρασι και οπωρικα υπερβολικα πολλα. και ο ιωαναν, ο γιοσ του καρηα, και ολοι οι αρχηγοι των στρατευματων που ησαν στο χωραφι, ηρθαν στον γεδαλια στη μισπα. και του ειπαν: στ' αληθεια, ξερεισ οτι ο βααλεισ, ο βασιλιασ των γιων αμμων εστειλε τον ισμαηλ, τον γιο του νεθανια, για να σε φονευσει; αλλ' ο γεδαλιασ, ο γιοσ του αχικαμ, δεν τουσ πιστεψε. τοτε, ο ιωαναν, ο γιοσ του καρηα, μιλησε κρυφα στον γεδαλια στη μισπα, λεγοντασ: ασ παω τωρα, και ασ παταξω τον ισμαηλ, τον γιο του νεθανια, και δεν θα το μαθει κανενασ· γιατι να σε φονευσει, και ετσι ολοι οι ιηhυδαιοι, που ειναι συγκεντρωμενοι γυρω σου, να διασκορπιστουν, και να χαθει το υπολοιπο του ιηhυδα; ο γεδαλιασ, ομωσ, ο γιοσ του αχικαμ, ειπε στον ιωαναν, τον γιο του καρηα: μη κανεισ αυτο το πραγμα· επειδη, λεσ αναληθη λογια για τον ισμαηλ.

41

και κατα τον εβδομο μηνα, ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, γιου του ελισαμα, απο το βασιλικο σπερμα, και απο τουσ αρχοντεσ του βασιλια, και μαζι του δεκα ανδρεσ, ηρθαν στον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ, στη μισπα· και εκει εφαγαν μαζι ψωμι στη μισπα. και σηκωθηκε ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, και οι δεκα ανδρεσ που ησαν μαζι του, και χτυπησαν με ρομφαια τον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ, γιου του σαφαν, και τον θανατωσαν, αυτον που ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ ειχε κανει κυβερνητη επανω στη γη. και ολουσ τουσ ιηhυδαιουσ, που ησαν μαζι του, μαζι με τον γεδαλια στη μισπα, και τουσ χαλδαιουσ, που βρεθηκαν εκει, ανδρεσ πολεμιστεσ, ο ισμαηλ τουσ παταξε. και τη δευτερη ημερα, αφου θανατωσε τον γεδαλια, και δεν το ειχε μαθει κανενασ, τοτε, μερικοι απο τη συχεμ, απο τη σηλω, και απο τη σαμαρεια, 80 ανδρεσ, με ξυρισμενα τα πηγουνια τουσ, και σχισμενα τα ιματια, και με εντομεσ στο σωμα, ερχονταν μαζι με προσφορα και λιβανι στο χερι τουσ, για να φερουν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, βγηκε εξω απο τη μισπα, σε συναντηση τουσ, κλαιγοντασ καθωσ πορευοταν· και οταν τουσ συναντησε, τουσ ειπε: μπειτε μεσα στον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ. και οταν ηρθαν στο μεσον τησ πολησ, ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, τουσ εσφαξε, και τουσ ερριξε στο μεσον του λακκου, αυτοσ και οι ανδρεσ που ησαν μαζι του. βρεθηκαν, ομωσ, δεκα ανδρεσ αναμεσα τουσ, και ειπαν στον ισμαηλ: να μη μασ θανατωσεισ· επειδη, εχουμε στο χωραφι θησαυρουσ, σιταρι, και κριθαρι, και λαδι, και μελι. ετσι, συγκρατηθηκε, και δεν τουσ θανατωσε αναμεσα στουσ αδελφουσ τουσ. και ο λακκοσ, στον οποιο ο ισμαηλ ερριξε ολα τα πτωματα των ανδρων, που ειχε παταξει εξαιτιασ του γεδαλια, ηταν εκεινοσ που ειχε κανει ο βασιλιασ ασα, απο τον φοβο του βαασα, του βασιλια του ισραηλ· αυτον, ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, τον γεμισε με τουσ θανατωθεντεσ. και ο ισμαηλ αιχμαλωτισε ολοκληρο το υπολοιπο του λαου, που ηταν στη μισπα, τισ θυγατερεσ του βασιλια, και ολοκληρο τον λαο που εναπεμεινε στη μισπα, που ο νεβουζαραδαν, ο αρχισωματοφυλακασ, ειχε εμπιστευθει στον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ· και ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, τα αιχμαλωτισε, και αναχωρησε για να περασει στουσ γιουσ αμμων. και οταν ακουσε ο ιωαναν, ο γιοσ του καρηα, και ολοι οι αρχηγοι των στρατευματων, που ησαν μαζι του, ολα τα κακα που εκανε ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, πηραν ολουσ τουσ ανδρεσ, και πηγαν να πολεμησουν με τον ισμαηλ, τον γιο του νεθανια, και τον βρηκαν κοντα στα πολλα νερα, που ειναι στη γαβαων. και καθωσ ολοκληροσ ο λαοσ, που ηταν μαζι με τον ισμαηλ, ειδε τον ιωαναν, τον γιο του καρηα, και ολουσ τουσ αρχηγουσ των στρατευματων, που ησαν μαζι του, χαρηκαν. και στραφηκαν ολοκληροσ ο λαοσ, που ο ισμαηλ ειχε αιχμαλωτισει απο τη μισπα, και γυρισαν και πηγαν μαζι με τον ιωαναν, τον γιο του καρηα. αλλα, ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, ξεφυγε απο τον ιωαναν μαζι με οκτω ανδρεσ, και πηγε στουσ γιουσ αμμων. και πηρε ο ιωαναν, ο γιοσ του καρηα, και ολοι οι αρχηγοι των στρατευματων που ησαν μαζι του, ολοκληρο το υπολοιπο του λαου, που ελευθερωσε απο τον ισμαηλ, τον γιο του νεθανια, απο τη μισπα, αφου ειχε παταξει τον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ, τουσ δυνατουσ ανδρεσ του πολεμου, και τισ γυναικεσ, και τα παιδια, και τουσ ευνουχουσ, που αιχμαλωτισε απο τη γαβαων, και πηγαν και κατοικησαν στην κατοικια του χιμαμ, που ειναι κοντα στη βηθλεεμ, για να πανε να μπουν μεσα στην αιγυπτο, εξαιτιασ των χαλδαιων· επειδη, φοβηθηκαν απ' αυτουσ, για τον λογο οτι ο ισμαηλ, ο γιοσ του νεθανια, ειχε παταξει τον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ, που ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ ειχε κανει κυβερνητη επανω στη γη.

42

και ηρθαν ολοι οι αρχηχοι των στρατευματων, και ο ιωαναν, ο γιοσ του καρηα, και ο ιεζανιασ, ο γιοσ του ωσαια, και ολοκληροσ ο λαοσ, απο μικρον μεχρι μεγαλον, και ειπαν στον προφητη ιερεμια: ασ γινει, παρακαλουμε, δεκτη η δεηση μασ μπροστα σου, και δεησου για μασ στον κυριο τον θεο σου, για ολουσ αυτουσ που εναπεμειναν· επειδη, μειναμε λιγοι απο πολλουσ, οπωσ μασ βλεπουν τα ματια σου· για να μασ φανερωσει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου τον δρομο στον οποιο πρεπει να περπατησουμε, και το πραγμα που πρεπει να κανουμε. και ο προφητησ ιερεμιασ ειπε σ' αυτουσ: ακουσα· δεστε, θα δεηθω στον κυριο τον θεο μασ, συμφωνα με τα λογια σασ· και οποιονδηποτε λογο απαντησει για σασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα σασ τον αναγγειλω· δεν θα κρυψω τιποτε. κι αυτοι ειπαν στον ιερεμια: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ ειναι αληθινοσ και πιστοσ μαρτυρασ αναμεσα μασ, οτι σιγουρα θα κανουμε συμφωνα με ολα τα λογια, με τα οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου θα σε αποστειλει σε μασ· ειτε καλο και ειτε κακο, θα υπακουσουμε στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ, στον οποιο εμεισ σε στελνουμε, για να μασ γινει καλο, οταν υπακουσουμε στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ. υστερα απο δεκα ημερεσ, εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια. και καλεσε τον ιωαναν, τον γιο του καρηα, και ολουσ τουσ αρχηγουσ των στρατευματων, που ησαν μαζι του, και ολοκληρο τον λαο, απο μικρον μεχρι μεγαλον, και τουσ ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ, προσ τον οποιο με στειλατε, για να υποβαλω τη δεηση σασ μπροστα του· αν εξακολουθειτε να κατοικειτε σ' αυτη τη γη, τοτε θα σασ οικοδομησω, και δεν θα σασ καταγκρεμισω, και θα σασ φυτεψω, και δεν θα σασ ξεριζωσω· επειδη, μετανοησα για το κακο που εκανα σε σασ. μη φοβηθειτε απο τον βασιλια τησ βαβυλωνασ, απο τον οποιο τωρα φοβαστε· μη φοβηθειτε απ' αυτον, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, εγω ειμαι μαζι σασ, για να σασ σωσω, και να σασ ελευθερωσω απο το χερι του. και θα σασ δωσω οικτιρμουσ, για να σασ λυπηθει, και να σασ επαναφερει στη γη σασ. αλλ' αν εσεισ λετε: δεν θα κατοικησουμε σ' αυτη τη γη, μη υπακουοντασ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ, λεγοντασ: οχι· αλλα, θα μπουμε μεσα στη γη τησ αιγυπτου, οπου δεν θα βλεπουμε πολεμο, και δεν θα ακουμε ηχο σαλπιγγασ, και δεν θα πεινασουμε απο ψωμι, και θα κατοικησουμε εκει· γι' αυτο, ακουστε τωρα τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσεισ οι υπολοιποι του ιηhυδα: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: αν εσεισ προσηλωσετε το προσωπο σασ, στο να μπειτε μεσα στην αιγυπτο, και πατε να παροικησετε εκει, τοτε, η μαχαιρα, που εσεισ φοβαστε, θα σασ φτασει εκει στη γη τησ αιγυπτου· και η πεινα, απο την οποια εσεισ τρομαζετε θα ειναι προσκολλημενη πισω σασ εκει στην αιγυπτο, εκει θα πεθανετε· και ολοι οι ανδρεσ, που ειχαν προσηλωσει το προσωπο τουσ να πανε στην αιγυπτο για να παροικησουν εκει, θα πεθανουν απο μαχαιρα, απο πεινα, και απο μεταδοτικη αρρωστια· και κανενασ απ' αυτουσ δεν θα μεινει η θα ξεφυγει απο το κακο, που εγω θα φερω επανω τουσ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: οπωσ ο θυμοσ μου και η οργη μου ξεχυθηκαν επανω στουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, ετσι η οργη μου θα ξεχυθει επανω σασ, οταν μπειτε μεσα στην αιγυπτο· και θα ειστε για βδελυγμα, και για θαμβοσ, και για καταρα, και για ονειδοσ· και δεν θα δειτε πλεον αυτο τον τοπο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε για σασ: ω, υπολοιποι του ιηhυδα, μη πατε στην αιγυπτο· γνωριστε καλα οτι σημερα διαμαρτυρηθηκα εναντιον σασ. επειδη, εσεισ εργαστηκατε με δολο στισ ψυχεσ σασ, οταν με στειλατε προσ τον κυριο τον θεο σασ, λεγοντασ: δεησου για μασ στον κυριο τον θεο μασ· και συμφωνα με ολα οσα μιλησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ, ετσι να αναγγειλεισ σε μασ, και θα το κανουμε. και σασ το ανηγγειλα σημερα· και δεν υπακουσατε στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ ουτε σε ολα για τα οποια με εστειλε σε σασ. τωρα, λοιπον, να ξερετε σιγουρα, οτι θα πεθανετε απο μαχαιρα, απο πεινα, και απο μεταδοτικη αρρωστια, στον τοπο οπου επιθυμειτε να πατε για να παροικησετε εκει.

43

και οταν ο ιερεμιασ σταματησε να μιλαει προσ ολοκληρο τον λαο ολα τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου τουσ, για τουσ οποιουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ τον εστειλε σ' αυτουσ, ολα αυτα τα λογια, τοτε, μιλησε ο αζαριασ, ο γιοσ του ωσαια, και ο ιωαναν, ο γιοσ του καρηα, και ολοι οι υπερηφανοι ανδρεσ, λεγοντασ στον ιερεμια: λεσ ψεματα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ δεν σε εστειλε να πεισ: μη πατε στην αιγυπτο για να παροικησετε εκει· αλλα, σε διεγειρει ο βαρουχ, ο γιοσ του νηρια, εναντιον μασ, για να μασ παραδωσεισ στο χερι των χαλδαιων, να μασ θανατωσουν, και να μασ φερουν αιχμαλωτουσ στη βαβυλωνα. και ο ιωαναν, ο γιοσ του καρηα, και ολοι οι αρχηγοι των στρατευματων, και ολοκληροσ ο λαοσ, δεν υπακουσαν στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να κατοικησουν στη γη του ιηhυδα· αλλα, ο ιωαναν, ο γιοσ του καρηα, και ολοι οι αρχηγοι των στρατευματων, πηραν ολουσ τουσ υπολοιπουσ του ιηhυδα, που ειχαν επιστρεψει απο ολα τα εθνη, οπου ειχαν διασπαρει, για να κατοικησουν στη γη του ιηhυδα, τουσ ανδρεσ, και τισ γυναικεσ, και τα παιδια, και τισ θυγατερεσ του βασιλια, και καθε ανθρωπο, που ο αρχισωματοφυλακασ νεβουζαραδαν ειχε αφησει μαζι με τον γεδαλια, τον γιο του αχικαμ, γιου του σαφαν, και τον προφητη ιερεμια, και τον βαρουχ, τον γιο του νηρια· και μπηκαν μεσα στη γη τησ αιγυπτου· επειδη, δεν υπακουσαν στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ηρθαν μεχρι την ταφνησ. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιερεμια στην ταφνησ, λεγοντασ: παρε στο χερι σου μεγαλεσ πετρεσ, και να τισ κρυψεισ, μπροστα στα ματια των ανδρων των ιηhυδαιων, μεσα σε αργιλο, στο καμινι απο κεραμιδια, που ειναι στην εισοδο του παλατιου του φαραω στην ταφνησ· και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ· δεστε, θα στειλω και θα παρω τον ναβουχοδονοσορα, τον βασιλια τησ βαβυλωνασ, τον δουλο μου, και θα βαλω τον θρονο του επανω απο τισ πετρεσ αυτεσ, που εκρυψα· και θα απλωσει τη βασιλικη του σκηνη επανω τουσ. και θαρθει και θα παταξει τη γη τησ αιγυπτου, και θα παραδωσει τουσ μεν για θανατο, σε θανατο· τουσ δε αλλουσ για αιχμαλωσια, σε αιχμαλωσια, αυτουσ δε που ειναι για ρομφαια, σε ρομφαια. και θα αναψω φωτια στουσ οικουσ των θεων τησ αιγυπτου· και θα κατακαψει τουσ μεν, ενω τουσ αλλουσ θα τουσ φερει σε αιχμαλωσια· και θα ντυθει τη γη τησ αιγυπτου, οπωσ ο ποιμενασ ντυνεται το ιματιο του· και θα βγει απο εκει εξω με ειρηνη. και θα συντριψει τα ειδωλα του οικου του ηλιου, που ειναι στην αιγυπτο· και θα κατακαψω με φωτια τουσ οικουσ των θεων των αιγυπτιων.

44

ο λογοσ, που εγινε στον ιερεμια, για ολουσ τουσ ιηhυδαιουσ, που κατοικουσαν στη γη τησ αιγυπτου, αυτων που κατοικουσαν στη μιγδωλ, και στην ταφνησ, και στη νωφ, και στη γη παθρωσ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: εσεισ ειδατε ολα τα κακα, που εφερα επανω στην ιερουσαλημ, και επανω σε ολεσ τισ πολεισ του ιηhυδα· και δεστε, αυτεσ ειναι σημερα ερημεσ, και δεν υπαρχει καποιοσ να κατοικει σ' αυτεσ, εξαιτιασ τησ κακιασ τουσ, που επραξαν για να με παροργισουν, πηγαινοντασ να θυμιαζουν, και να λατρευουν αλλουσ θεουσ, που αυτοι δεν ειχαν γνωρισει ουτε εσεισ ουτε οι πατερεσ σασ. και εστειλα σε σασ ολουσ τουσ δουλουσ μου τουσ προφητεσ, σηκωνομενοσ το πρωι και αποστελλοντασ, λεγοντασ: μη πραττετε αυτο το βδελυρο πραγμα, που εγω μισω. αλλα, δεν ακουσαν ουτε εστρεψαν το αυτι τουσ για να επιστρεψουν απο την κακια τουσ, ωστε να μη θυμιαζουν σε αλλουσ θεουσ. γι' αυτο, ξεχυθηκε η οργη μου και ο θυμοσ μου, και αναψε στισ πολεισ του ιηhυδα, και στισ πλατειεσ τησ ιερουσαλημ· και εγιναν ερημεσ, αβατεσ, μεχρι αυτη την ημερα. και τωρα, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: γιατι εσεισ πραττετε το μεγαλο αυτο κακο εναντια στισ ψυχεσ σασ, ωστε να αφανισετε απο σασ, ανδρα και γυναικα, νηπιο και θηλαζον, αναμεσα απο τον ιηhυδα, για να μη μεινει σε σασ υπολοιπο· παροργιζοντασ εμενα με τα εργα των χεριων σασ, θυμιαζοντασ σε αλλουσ θεουσ στη γη τησ αιγυπτου, οπου ηρθατε να παροικησετε εκει, ωστε να αφανισετε τον εαυτο σασ, και να γινετε καταρα και ονειδοσ αναμεσα σε ολα τα εθνη τησ γησ; μηπωσ λησμονησατε τισ κακιεσ των πατερων σασ, και τισ κακιεσ των βασιλιαδων του ιηhυδα, και τισ κακιεσ αυτων των γυναικων, και τισ κακιεσ σασ, και τισ κακιεσ των γυναικων σασ, που επραξαν στη γη του ιηhυδα, και στισ πλατειεσ τησ ιερουσαλημ; δεν ταπεινωθηκαν μεχρι αυτη την ημερα ουτε φοβηθηκαν ουτε περπατησαν στον νομο μου, και στα διαταγματα μου, που ειχα βαλει μπροστα σασ, και μπροστα στουσ πατερεσ σασ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: δεστε, εγω θα στησω το προσωπο μου εναντιον σασ για κακο, και για να εξολοθρευσω ολοκληρο τον ιηhυδα. και θα παρω τουσ υπολοιπουσ του ιηhυδα, που εστησαν το προσωπο τουσ για να πανε στη γη τησ αιγυπτου, ωστε να παροικησουν εκει, και ολοι θα καταναλωθουν μεσα στη γη τησ αιγυπτου· θα πεσουν απο μαχαιρα, θα καταναλωθουν απο πεινα, απο μικρον μεχρι μεγαλον, θα πεθανουν απο μαχαιρα και απο πεινα· και θα ειναι για βδελυγμα, για θαμβοσ, και για καταρα, και για ονειδοσ. επειδη, θα επισκεφθω αυτουσ που κατοικουν επανω στη γη τησ αιγυπτου, οπωσ επισκεφθηκα την ιερουσαλημ, με μαχαιρα, με πεινα, και με μεταδοτικη αρρωστια. και κανενασ απο τουσ υπολοιπουσ του ιηhυδα, που απηλθαν στη γη τησ αιγυπτου για να παροικησουν εκει, θα ξεφυγει η θα διασωθει, για να επιστρεψει στη γη του ιηhυδα, στην οποια αυτοι εχουν προσηλωμενη την ψυχη τουσ, για να επιστρεψουν να κατοικησουν εκει· επειδη, δεν θα επιστρεψουν, παρα μονον οι διασωσμενοι. και ολοι οι ανδρεσ, αυτοι που γνωριζουν οτι οι γυναικεσ τουσ θυμιαζαν σε αλλουσ θεουσ, ολεσ οι γυναικεσ που παραστεκονταν, μια μεγαλη συγκεντρωση, και ολοκληροσ ο λαοσ, αυτοι που κατοικουσαν στη γη τησ αιγυπτου, στην παθρωσ, απαντησαν προσ τον ιερεμια, λεγοντασ: για τον λογο, που μασ μιλησεσ στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεν θα σε ακουσουμε· αλλα, θα κανουμε οπωσδηποτε καθε πραγμα που βγαινει απο το στομα μασ, για να θυμιαζουμε στη βασιλισσα του ουρανου, και να κανουμε σ' αυτην σπονδεσ, οπωσ καναμε εμεισ και οι πατερεσ μασ, οι βασιλιαδεσ μασ, και οι αρχοντεσ μασ, μεσα στισ πολεισ του ιηhυδα, και μεσα στισ πλατειεσ τησ ιερουσαλημ· και χορταιναμε ψωμι, και περνουσαμε καλα, και κακο δεν βλεπαμε. αλλα, απο τοτε που σταματησαμε να θυμιαζουμε στη βασιλισσα του ουρανου, και να κανουμε σ' αυτην σπονδεσ, στερηθηκαμε τα παντα, και καταναλωθηκαμε με μαχαιρα και με πεινα. και οταν εμεισ θυμιαζαμε στη βασιλισσα του ουρανου, και καναμε σ' αυτην σπονδεσ, μηπωσ χωρισ τουσ ανδρεσ μασ καναμε εμεισ σ' αυτην γλυκισματα για να την προσκυναμε, και καναμε σ' αυτην σπονδεσ; και ο ιερεμιασ ειπε σε ολοκληρο τον λαο, στουσ ανδρεσ και στισ γυναικεσ, και σε ολοκληρο τον λαο, που του απαντησαν μ' αυτο τον τροπο, λεγοντασ: μηπωσ το θυμιαμα που θυμιαζατε στισ πολεισ του ιηhυδα, και στισ πλατειεσ τησ ιερουσαλημ, εσεισ και οι πατερεσ σασ, οι βασιλιαδεσ σασ και οι αρχοντεσ σασ, και ο λαοσ του τοπου, δεν το θυμηθηκε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και δεν ανεβηκε στην καρδια του; ωστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν μπορεσε πλεον να υποφερει, εξαιτιασ τησ κακιασ των εργων σασ, εξαιτιασ των βδελυγματων, που κανατε· γι' αυτο, η γη σασ εγινε ερημωση, και θαμβοσ, και καταρα, χωρισ κατοικο, μεχρι αυτη την ημερα. επειδη, θυμιαζατε, και επειδη αμαρτανατε στον κυριο, και δεν υπακουσατε στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ουτε περπατησατε στον νομο του, και στα διαταγματα του, και στα μαρτυρια του, γι' αυτο συνεβηκε σε σασ αυτο το κακο, μεχρι αυτη την ημερα. και ο ιερεμιασ ειπε σε ολοκληρο τον λαο, και σε ολεσ τισ γυναικεσ: ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ολοκληροσ ο ιηhυδασ, που βρισκεται στη γη τησ αιγυπτου· ετσι μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ, λεγοντασ: εσεισ και οι γυναικεσ σασ, και μιλησατε με το στομα σασ, και εκτελεσατε με τα χερια σασ, λεγοντασ: θα εκπληρωσουμε οπωσδηποτε τισ ευχεσ μασ, που ευχηθηκαμε, να θυμιαζουμε στη βασιλισσα του ουρανου, και να κανουμε σ' αυτη σπονδεσ· οπωσδηποτε, λοιπον, θα εκπληρωσετε τισ ευχεσ σασ, και εξαπαντοσ θα εκτελεσετε τισ ευχεσ σασ. γι' αυτο, ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ολοκληροσ ο ιηhυδασ, που κατοικειτε στη γη τησ αιγυπτου· δεστε, ορκιστηκα στο μεγαλο μου ονομα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οτι το ονομα μου δεν θα ονομαστει πλεον στο στομα κανενοσ ανδρα του ιηhυδα, σε ολοκληρη τη γη τησ αιγυπτου, ωστε να λεει: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. δεστε, θα αγρυπνω επανω τουσ για κακο, και οχι για καλο· και ολοι οι ανδρεσ του ιηhυδα, που ειναι στη γη τησ αιγυπτου, θα καταναλωθουν απο μαχαιρα, και απο πεινα, μεχρισ οτου εκλειψουν. ενω, οι διασωσμενοι απο τη μαχαιρα, λιγοι σε αριθμο, θα επιστρεψουν απο την αιγυπτο στη γη του ιηhυδα· και ολοι οι υπολοιποι του ιηhυδα, που ειχαν φυγει στη γη τησ αιγυπτου για να παροικησουν εκει, θα γνωρισουν τινοσ ο λογοσ θα εκπληρωθει, ο δικοσ μου η ο δικοσ τουσ. και τουτο θα ειναι το σημαδι σε σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οτι εγω θα σασ τιμωρησω σ' αυτο τον τοπο, για να γνωρισετε οτι τα λογια μου θα εκπληρωθουν εναντιον σασ για κακο, οπωσδηποτε· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, εγω θα παραδωσω τον φαραω-ουαφρη, τον βασιλια τησ αιγυπτου, στο χερι των εχθρων του, και στο χερι εκεινων που ζητουν την ψυχη του, οπωσ παρεδωσα τον σεδεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, στο χερι του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, του εχθρου του, και ο οποιοσ ζητουσε την ψυχη του.

45

ο λογοσ που μιλησε ο προφητησ ιερεμιασ προσ τον βαρουχ, τον γιο του νηρια, οταν εγραψε αυτα τα λογια σε βιβλιο απο το στομα του ιερεμια, στον τεταρτο χρονο του ιωακειμ, γιου του ιωσια, βασιλια του ιηhυδα, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ, για σενα, βαρουχ: ειπεσ: αλλοιμονο, τωρα, σε μενα! επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσθεσε πονο στη θλιψη μου· απεκαμα στον στεναγμο μου, και δεν βρισκω αναπαυση. θα του πεισ ωσ εξησ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, εκεινο που οικοδομησα, εγω θα το κατεδαφισω· και εκεινο που φυτεψα, εγω θα το εκριζωσω, και ολοκληρη αυτη τη γη. κι εσυ ζητασ μεγαλα για τον εαυτο σου; μη ζητασ· επειδη, δεσ, εγω θα φερω κακα επανω σε καθε σαρκα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αλλα τη ζωη σου θα τη δωσω σε σενα σαν λαφυρο, σε ολουσ τουσ τοπουσ οπου πηγαινεισ.

46

ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εγινε στον προφητη ιερεμια, εναντια στα εθνη. εναντια στην αιγυπτο, εναντια στη δυναμη του φαραω-νεχαω, βασιλια τησ αιγυπτου, που ηταν κοντα στον ποταμο ευφρατη, στη χαρκεμισ, που την παταξε ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, στον τεταρτο χρονο του ιωακειμ, γιου του ιωσια, του βασιλια του ιηhυδα. αναλαβετε ασπιδα και επιμηκη ασπιδα, και ελατε σε πολεμο. ζεψτε τα αλογα και ανεβειτε, καβαλαρηδεσ, και παρασταθειτε με περικεφαλαιεσ· γυαλιστε τισ λογχεσ, ντυθειτε τουσ θωρακεσ. γιατι τουσ ειδα φοβισμενουσ, να τρεπονται προσ τα πισω; ενω οι ισχυροι τουσ συντριφτηκαν, και εφυγαν με βιασυνη, χωρισ να βλεπουν προσ τα πισω· τρομοσ απο παντου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ο γρηγοροσ ασ μη ξεφυγει, και ο ισχυροσ ασ μη διασωθει· θα προσκοψουν, και θα πεσουν προσ τον βορρα, κοντα στον ποταμο ευφρατη. ποιοσ ειναι αυτοσ, που ανεβαινει σαν πλημμυρα, που τα νερα του περιστρεφονται σαν ποταμια; ανεβαινει η αιγυπτοσ σαν πλημμυρα, και τα νερα τησ περιστρεφονται σαν ποταμια· και λεει: θα ανεβω· και θα σκεπασω τη γη· θα αφανισω την πολη, κι αυτουσ που κατοικουν μεσα σ' αυτη. ανεβαινετε, αλογα, και να ειστε μανιωδεισ, αμαξεσ· και ασ βγουν οι ισχυροι, οι αιθιοπεσ, και οι λιβυοι, που κρατουν την ασπιδα, και οι λυδοι, που κρατουν και τεντωνουν τοξο. επειδη, αυτη η ημερα ειναι στον κυριο τον θεο των δυναμεων, ημερα εκδικησησ, για να εκδικηθει τουσ εχθρουσ του· και η μαχαιρα θα τουσ καταφαει, και θα χορτασει και θα μεθυσει απο το αιμα τουσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων εχει θυσια στη γη του βορρα, κοντα στον ποταμο ευφρατη. ανεβα στη γαλααδ, και παρε βαλσαμο, παρθενα, θυγατερα τησ αιγυπτου· ματαια θα πληθαινεισ τα γιατρικα· θεραπεια δεν υπαρχει για σενα. τα εθνη ακουσαν τη ντροπη σου, και η κραυγη σου γεμισε τη γη· επειδη, ο ισχυροσ προσεκρουσε εναντια στον ισχυρο, και οι δυο επεσαν εκει μαζι. ο λογοσ που μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον προφητη ιερεμια, για την ελευση του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, για να παταξει τη γη τησ αιγυπτου. αναγγειλατε στην αιγυπτο, και κηρυξτε στη μιγδωλ, και κηρυξτε στη νωφ και στην ταφνησ· πειτε: παραστασου, και ετοιμασου· επειδη, η μαχαιρα κατεφαγε αυτουσ που ειναι γυρω σου. γιατι οι ανδρειοι σου στρωθηκαν καταγησ; δεν στεκονται, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ απεσπρωξε. πληθυνε αυτουσ που προσκρουουν, μαλιστα ο ενασ επεφτε επανω στον αλλον· και ελεγαν: σηκω, και ασ επιστρεψουμε στον λαο μασ, και στη γη τησ γεννησησ μασ, μπροστα απο την εξολοθρευτικη μαχαιρα. εκει βοησαν, ο φαραω, ο βασιλιασ τησ αιγυπτου, χαθηκε, περασε τον διορισμενο καιρο. ζω εγω, λεει ο βασιλιασ, του οποιου το ονομα ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: οπωσ το θαβωρ ειναι αναμεσα στα βουνα, και οπωσ ο καρμηλοσ κοντα στη θαλασσα, ετσι θαρθει εκεινοσ, οπωσδηποτε. θυγατερα, που κατοικεισ στην αιγυπτο, προετοιμασου για αιχμαλωσια· επειδη, η νωφ θα αφανιστει και θα ερημωθει, ωστε να μη υπαρχει εκεινοσ που κατοικει. η αιγυπτοσ ειναι σαν ωραιοτατο δαμαλι, ομωσ ερχεται ο ολεθροσ· ερχεται απο τον βορρα. και αυτοι οι μισθωτοι τησ ειναι στο μεσον τησ, σαν παχια βοδια· επειδη, και αυτοι στραφηκαν, εφυγαν μαζι· δεν σταθηκαν, για τον λογο οτι, η ημερα τησ συμφορασ τουσ ηρθε επανω τουσ, ο καιροσ τησ επισκεψησ τουσ. η φωνη τησ θα βγει σαν του φιδιου· επειδη, θα κινηθουν με δυναμη, και θαρθουν επανω τησ με πελεκεισ, σαν ξυλοκοποι. θα κατακοψουν το δασοσ τησ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αν και ειναι αμετρητο· επειδη, κατα το πληθοσ, ειναι περισσοτεροι απο την ακριδα, και αναριθμητοι. η θυγατερα τησ αιγυπτου θα καταντροπιαστει· θα παραδοθει στο χερι του λαου του βορρα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ, λεει: δεστε, θα τιμωρησω το πληθοσ τησ νω, και τον φαραω, και την αιγυπτο, και τουσ θεουσ τησ, και τουσ βασιλιαδεσ τησ, τον φαραω τον ιδιο, κι αυτουσ που εχουν το θαρροσ τουσ επανω σ' αυτον· και θα τουσ παραδωσω στο χερι εκεινων που ζητουν την ψυχη τουσ, και στο χερι του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και στο χερι των δουλων του· και υστερα απ' αυτα, θα κατοικηθει, οπωσ στισ προγενεστερεσ ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. εσυ, ομωσ, δουλε μου ιακωβ, μη φοβηθεισ ουτε να δειλιασεισ, ισραηλ· επειδη, δεσ, θα σε σωσω απο τον μακρινο τοπο, και το σπερμα σου απο τη γη τησ αιχμαλωσιασ τουσ· και ο ιακωβ θα επιστρεψει, και θα ησυχασει και θα αναπαυθει, και δεν θα υπαρχει εκεινοσ που εκφοβιζει. μη φοβηθεισ εσυ, δουλε μου ιακωβ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, εγω ειμαι μαζι σου· επειδη, και αν ακομα κανω συντελεια ολων των εθνων οπου σε εχω εξωσει, σε σενα, ομωσ, δεν θα κανω συντελεια, αλλα θα σε παιδαγωγησω με κριση, και δεν θα σε αθωωσω ολοκληρωτικα.

47

ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εγινε στον προφητη ιερεμια, εναντια στουσ φιλισταιουσ, πριν ο φαραω παταξει τη γαζα. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, νερα ανεβαινουν απο τον βορρα, και θα ειναι χειμαρροσ που πλημμυριζει, και θα πλημμυρισουν τη γη, και το πληρωμα τησ, την πολη κι αυτουσ που κατοικουν μεσα σ' αυτη· τοτε, οι ανθρωποι θα αναβοησουν, και ολοι οι κατοικοι τησ γησ θα ολολυξουν. απο τον κροτο των πατηματων των οπλων των ρωμαλαιων του αλογων, απο τον σεισμο των αμαξων του, απο τον ηχο των τροχων του, οι πατερεσ δεν θα στραφουν προσ τα παιδια, εξαιτιασ τησ ατονιασ των χεριων, εξαιτιασ τησ επερχομενησ ημερασ για να αφανισει ολουσ τουσ φιλισταιουσ, και να αποκοψει απο την τυρο και απο τη σιδωνα καθε βοηθο που εναπεμεινε· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα αφανισει τουσ φιλισταιουσ, το υπολοιπο του νησιου καφθορ. φαλακρωμα ηρθε επανω στη γαζα· η ασκαλωνα χαθηκε μαζι με το υπολοιπο τησ κοιλαδασ τουσ. μεχρι ποτε θα κανεισ εντομεσ στον εαυτο σου; ω, μαχαιρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μεχρι ποτε δεν θα ησυχασεισ; μπεσ μεσα στη θηκη σου, αναπαυσου, και ησυχασε. πωσ να ησυχασεισ; επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ εδωσε παραγγελια εναντια στην ασκαλωνα, και εναντια στην παραθαλασσια περιοχη· εκει τη διορισε.

48

εναντια στον μωαβ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: αλλοιμονο στη νεβω! επειδη, χαθηκε· η κιριαθαιμ καταντροπιαστηκε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυθηκε· η μισγαβ καταντροπιαστηκε, και τρομαξε. δεν θα υπαρχει πλεον καυχημα στον μωαβ· στην εσεβων βουλευθηκαν εναντιον τησ κακο· ελατε, και ασ την εξαλειψουμε απο το να ειναι εθνοσ· κι εσυ, μαδμεν, θα κατεδαφιστεισ· μαχαιρα θα σε καταδιωξει. φωνη κραυγησ απο το οροναιμ, λεηλασια και μεγαλο συντριμμα. ο μωαβ συντριφτηκε· τα παιδια του εβγαλαν κραυγη. επειδη, στην αναβαση τησ λουειθ θα υψωθει κλαμα επανω στο κλαμα, για τον λογο οτι στην καταβαση του οροναιμ οι εχθροι ακουσαν κραυγη συντριμματοσ. φυγετε, σωστε τη ζωη σασ, και γινεστε σαν αγριομυρικη στην ερημο. επειδη, μια που ελπισεσ επανω στα οχυρωματα σου και επανω στουσ θησαυρουσ σου, θα πιαστεισ κι εσυ ο ιδιοσ· και ο χεμωσ θα βγει σε αιχμαλωσια, οι ιερεισ του, και οι αρχοντεσ του μαζι. και ο εξολοθρευτησ θαρθει σε καθε πολη, και δεν θα ξεφυγει καμια πολη· ακομα και η κοιλαδα θα χαθει, και η πεδινη περιοχη θα αφανιστει, οπωσ ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δωστε φτερουγεσ στον μωαβ, για να πεταξει και να ξεφυγει· επειδη, οι πολεισ του θα ερημωθουν, χωρισ να υπαρχει μεσα σ' αυτεσ εκεινοσ που κατοικει. επικαταρατοσ αυτοσ που πραττει το εργο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με τροπο αμελη· επικαταρατοσ κι αυτοσ που αποσυρει τη μαχαιρα του απο αιμα. ο μωαβ σταθηκε αταραχοσ απο τη νιοτη του, και αναπαυοταν επανω στον τρυγητο του, και δεν αδειασε απο δοχειο σε δοχειο ουτε πηγε σε αιχμαλωσια· γι' αυτο, η γευση του εμεινε σ' αυτον, και η μυρουδια του δεν αλλαξε. γι' αυτο, δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα στειλω εναντιον του μετατοπιστεσ, και θα τον μετατοπισουν· και θα αδειασουν τα δοχεια του, και θα συντριψουν τα πιθαρια του. και ο μωαβ θα ντροπιαστει για τον χεμωσ, οπωσ ο οικοσ ισραηλ ντροπιαστηκε για τη βαιθηλ, την ελπιδα τουσ. πωσ λετε: εμεισ ειμαστε ισχυροι, και ανδρεσ δυνατοι για πολεμο; ο μωαβ λεηλατηθηκε, και οι πολεισ του πυρποληθηκαν, και οι εκλεκτοι νεοι του κατεβηκαν σε σφαγη, λεει ο βασιλιασ, που το ονομα του ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. η συμφορα του μωαβ πλησιαζει ναρθει, και η θλιψη του σπευδει υπερβολικα. ολοι οσοι ειστε ολογυρα του, θρηνηστε τον· και ολοι οσοι γνωριζετε το ονομα του, πειτε: πωσ συντριφτηκε η δυνατη ραβδοσ, η ενδοξη βακτηρια! θυγατερα, εσυ που κατοικεισ στη δαιβων, κατεβα απο τη δοξα, και καθησε σε ανυδρη γη· επειδη, ο λεηλατησ του μωαβ ανεβαινει εναντιον σου, και θα αφανισει τα οχυρωματα σου. εσυ που κατοικεισ στην αροηρ, στασου κοντα στον δρομο, και παρατηρησε· ρωτησε αυτον που φευγει, κι αυτην που διασωζεται, και πεσ: τι εγινε; ο μωαβ καταντροπιαστηκε· επειδη, συντριφτηκε· ολολυξε και βοησε· αναγγειλατε στην αρνων, οτι ο μωαβ λεηλατηθηκε, και η κριση ηρθε επανω στην πεδινη γη, επανω στην ωλων, και επανω στην ιαασα, και επανω στη μηφααθ, και επανω στη δαιβων, και επανω στη νεβω, και επανω στη βαιθ-δεβλαθαιμ, και επανω στην κιριαθαιμ, και επανω στη βαιθ-γαμουλ, και επανω στη βαιθ-μεων, και επανω στην κεριωθ, και επανω στη βοσορρα, και επανω σε ολεσ τισ πολεισ τησ γησ του μωαβ, αυτεσ που ειναι μακρια κι αυτεσ που ειναι κοντα. το κερασ του μωαβ κομματιαστηκε μαζι, και ο βραχιονασ του συντριφτηκε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. μεθυστε τον· επειδη, μεγαλυνθηκε εναντια στον κυριο· και ο μωαβ θα κυλιστει στον εμετο του, και θα ειναι κι αυτοσ για γελιο. επειδη, μηπωσ ο ισραηλ δεν σταθηκε για γελιο σε σενα; μηπωσ βρεθηκε αναμεσα σε κλεφτεσ; επειδη, οσεσ φορεσ μιλασ γι' αυτον, σκιρτασ απο χαρα. κατοικοι του μωαβ, εγκαταλειψτε τισ πολεισ, και κατοικηστε σε πετρινουσ τοπουσ, και γινεστε σαν περιστερι που φωλιαζει στα πλαγια του στοματοσ του σπηλαιου. ακουσαμε την υπερηφανεια του μωαβ, του υπερβολικα υπερηφανου· την υψηλοφροσυνη του, και την αλαζονεια του, και την υπερηφανεια του, και την επαρση τησ καρδιασ του. εγω γνωριζω τη μανια του, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ομωσ, οχι ετσι· τα ψεματα του δεν θα τελεσφορησουν. γι' αυτο, θα ολολυξω για τον μωαβ, και θα αναβοησω για ολοκληρο τον μωαβ· θα θρηνολογησουν για τουσ ανδρεσ τησ κιρ-ερεσ. αμπελε τησ σιβμα, θα κλαψω για σενα περισσοτερο απο τον κλαυθμο τησ ιαζηρ· τα κληματα σου διαπερασαν τη θαλασσα, εφτασαν μεχρι τη θαλασσα τησ ιαζηρ· ο λεηλατησ επεπεσε επανω στον θερισμο σου, και επανω στον τρυγητο σου. και χαρα και αγαλλιαση εξαλειφθηκε απο την καρποφορο πεδιαδα, και απο τη γη του μωαβ· και αφαιρεσα το κρασι απο τουσ ληνουσ· κανενασ δεν θα ληνοπατησει αλαλαζοντασ· αλαλαγμοσ δεν θα ακουστει. εξαιτιασ τησ κραυγησ τησ εσεβων, που εφτασε μεχρι την ελεαλη και μεχρι την ιαασ, αυτοι εδωσαν τη φωνη τουσ απο τη σηγωρ μεχρι το οροναιμ, σαν τριετεσ δαμαλι· επειδη, και τα νερα του νιμρειμ θα εκλειψουν. και θα παυσω στον μωαβ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εκεινον που προσφερει ολοκαυτωμα επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ, κι αυτον που θυμιαζει στουσ θεουσ του. γι' αυτο, η καρδια μου θα βογγηξει με θρηνο για τον μωαβ σαν αυλοσ, και η καρδια μου θα βογγηξει με θρηνο σαν αυλοσ για τουσ ανδρεσ τησ κιρ-ερεσ· επειδη, τα αγαθα, που αποκτηθηκαν σ' αυτη, χαθηκαν. επειδη, καθε κεφαλι θα ειναι φαλακρο, και καθε πηγουνι ξυρισμενο· επανω σε ολα τα χερια θα υπαρχουν εντομεσ, κι επανω στην οσφυ, σακοσ. επανω σε ολεσ τισ ταρατσεσ του μωαβ, κι επανω σε ολεσ τισ πλατειεσ του θα υπαρχει θρηνοσ· επειδη, συντριψα τον μωαβ σαν σκευοσ, στο οποιο δεν υπαρχει χαρη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ολολυξτε, λεγοντασ: πωσ συντριφτηκε! πωσ ο μωαβ εστρεψε τα νωτα του με καταισχυνη! ετσι ο μωαβ θα ειναι περιγελοσ και φρικη σε ολουσ οσουσ ειναι ολογυρα του. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεστε, θα πεταξει, σαν αετοσ, και θα απλωσει τισ φτερουγεσ του, επανω στον μωαβ. η κεριωθ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυθηκε, και τα οχυρωματα πιαστηκαν, και οι καρδιεσ των ισχυρων του μωαβ, κατα την ημερα εκεινη, θα ειναι σαν την καρδια γυναικασ που κοιλοποναει. και ο μωαβ θα εξαλειφθει απο το να ειναι λαοσ, επειδη μεγαλυνθηκε εναντια στον κυριο. φοβοσ, και λακκοσ, και παγιδα θα ειναι επανω σου, κατοικε του μωαβ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. εκεινοσ που ξεφυγε απο τον φοβο, θα πεσει στον λακκο· κι εκεινοσ που ανεβηκε απο τον λακκο, θα πιαστει στην παγιδα· επειδη, θα φερω εναντια σ' αυτον, εναντια στον μωαβ, τον χρονο τησ επισκεψησ τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αυτοι που εφυγαν, σταθηκαν εξασθενημενοι κατω απο τη σκια τησ εσεβων· ομωσ, θα βγει φωτια απο την εσεβων, και φλογα μεσα απο τη σηων, και θα καταφαει το οριο του μωαβ, και την ακροπολη αυτων των πολεμιστων που θορυβουν. αλλοιμονο σε σενα, μωαβ! ο λαοσ του χεμωσ χαθηκε· επειδη, οι γιοι σου πιαστηκαν αιχμαλωτοι, και οι θυγατερεσ σου αιχμαλωτοι. εγω, ομωσ, στισ εσχατεσ ημερεσ, θα επιστρεψω την αιχμαλωσια του μωαβ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. μεχρισ εδω η κριση του μωαβ.

49

για τουσ γιουσ αμμων. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μηπωσ δεν εχει γιουσ ο ισραηλ; δεν εχει κληρονομο; γιατι ο μαλχομ κληρονομησε τη γαδ, και ο λαοσ του κατοικει στισ πολεισ εκεινου; γι' αυτο, δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα κανω να ακουστει στη ραββα των γιων αμμων θορυβοσ πολεμου· και θα ειναι σωροσ ερειπιων, και οι κωμοπολεισ τουσ θα κατακαουν με φωτια· τοτε, ο ισραηλ θα κληρονομησει αυτουσ που τον κληρονομησαν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ολολυξε, εσεβων, επειδη η γαι λεηλατηθηκε· βοηστε, οι κωμοπολεισ τησ ραββα, περιζωστειτε σακουσ· θρηνηστε και τρεξτε ολογυρα μεσα απο τουσ φραγμουσ· επειδη, ο μαλχομ θα παει σε αιχμαλωσια, οι ιερεισ του και οι αρχοντεσ του μαζι. γιατι καυχασαι στισ κοιλαδεσ; η κοιλαδα σου διερρευσε, θυγατερα αποστατρια, που ελπιζεσ στουσ θησαυρουσ σου, λεγοντασ: ποιοσ θαρθει εναντιον μου; δεσ, εγω φερνω φοβο εναντιον σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, απο ολουσ τουσ περιοικουσ σου· και θα διασκορπιστειτε καθε ενασ κατευθειαν μπροστα του· και δεν θα υπαρχει εκεινοσ που θα συναξει αυτον που πλανιεται. και υστερα απ' αυτα θα επιστρεψω την αιχμαλωσια των γιων αμμων, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. για τον εδωμ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: δεν υπαρχει πλεον σοφια στη θαιμαν; χαθηκε η βουλη απο τουσ συνετουσ; εφυγε η σοφια τουσ; φυγετε, στραφειτε, καντε βαθεισ τοπουσ για κατοικια, κατοικοι τησ δαιδαν· επειδη, θα φερω επανω του τον ολεθρο του ησαυ, τον καιρο τησ επισκεψησ του. αν ερχονταν σε σενα τρυγητεσ, δεν θα αφηναν επανωσταφυλα; αν ερχονταν κλεφτεσ κατα τη νυχτα, θα αρπαζαν εκεινο που τουσ αρκουσε. εγω, ομωσ, γυμνωσα τον ησαυ, αποκαλυψα τουσ κρυψωνεσ του, και δεν θα μπορεσει να κρυφτει· λεηλατηθηκε το σπερμα του, και οι αδελφοι του, και οι γειτονεσ του· κι αυτοσ δεν υπαρχει. αφησε τα ορφανα σου· εγω θα τα ζωογονησω· και οι χηρεσ σου ασ ελπιζουν σε μενα. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, εκεινοι στουσ οποιουσ δεν ταιριαζε να πιουν απο το ποτηρι, πραγματικα ηπιαν· και εσυ θα μεινεισ ολοκληρωτικα ατιμωρητοσ; δεν θα μεινεισ ατιμωρητοσ, αλλα θα πιεισ, οπωσδηποτε. επειδη, ορκιστηκα στον εαυτο μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οτι η βοσορρα θα ειναι σε θαμβοσ, σε ονειδοσ, σε ερημωση, και σε καταρα· και ολεσ οι πολεισ τησ θα ειναι ερημεσ στον αιωνα. ακουσα αγγελια απο τον κυριο, και μηνυτησ σταλθηκε στα εθνη, λεγοντασ: συγκεντρωθειτε, και ελατε εναντιον τησ, και σηκωθειτε σε πολεμο. επειδη, δεσ, θα σε κανω μικρον αναμεσα στα εθνη, ευκαταφρονητον αναμεσα στουσ ανθρωπουσ. η τρομεροτητα σου σε απατησε, και η υπερηφανεια τησ καρδιασ σου, εσυ που κατοικεισ στα κοιλωματα των γκρεμων, εσυ που κατεχεισ το υψοσ των βουνων· και αν υψωσεισ τη φωλια σου σαν τον αετο, και απο εκει θα σε κατεβασω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο εδωμ θα ειναι θαμβοσ· καθενασ που διαβαινει μεσα απ' αυτον θα μεινει εκθαμβοσ, και θα συριξει, για ολεσ τισ πληγεσ του. οπωσ καταστραφηκαν τα σοδομα και τα γομορρα και τα πλησιοχωρα τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ετσι δεν θα κατοικησει εκει ανθρωποσ ουτε γιοσ ανθρωπου θα παροικησει εκει. δεστε, θα ανεβει σαν λιονταρι απο το φρυαγμα του ιορδανη εναντια στην κατοικια του δυνατου· εγω, ομωσ, θα τον διωξω απ' αυτη γρηγορα· και οποιοσ ειναι ο εκλεκτοσ μου, αυτον θα τοποθετησω επανω σ' αυτη· επειδη, ποιοσ ειναι ομοιοσ με μενα; και ποιοσ θα αντισταθει σε μενα; και ποιοσ ειναι ο ποιμενασ εκεινοσ, που θα σταθει εναντια στο προσωπο μου; γι' αυτο, ακουστε τη βουλη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που βουλευθηκε εναντια στον εδωμ, και τουσ λογισμουσ του, που εκανε εναντια στουσ κατοικουσ τησ θαιμαν: τα ελαχιστα του ποιμνιου θα τουσ παρασυρουν, οπωσδηποτε· η κατοικια τουσ θα ερημωθει μαζι τουσ, εξαπαντοσ. απο τον ηχο τησ αλωσησ τουσ σειστηκε η γη· ο ηχοσ τησ φωνησ τησ ακουστηκε στην ερυθρα θαλασσα. δεστε, θα ανεβει και θα πεταξει σαν αετοσ, και θα απλωσει τισ φτερουγεσ του εναντια στη βοσορρα· και κατα την ημερα εκεινη, η καρδια των ισχυρων του εδωμ θα ειναι σαν την καρδια μιασ γυναικασ που κοιλοποναει. για τη δαμασκο. καταντροπιαστηκε η αιμαθ και η αρφαδ· επειδη, ακουσαν κακη αγγελια· η καρδια τουσ διαλυθηκε· στη θαλασσα υπαρχει ταραχη· δεν μπορει να ησυχασει. η δαμασκοσ παρελυσε, στραφηκε σε φυγη, και την κατελαβε τρομοσ· αγωνια και πονοι την φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν, σαν εκεινη που γενναει. πωσ δεν εναπεμεινε η ενδοξη πολη, η πολη τησ ευφροσυνησ μου! γι' αυτο, οι νεοι τησ θα πεσουν στισ πλατειεσ τησ, και ολοι οι πολεμιστεσ ανδρεσ θα απολεστουν κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. και θα αναψω φωτια στα τειχη τησ δαμασκου, και θα καταφαει τα παλατια του βεν-αδαδ. για την κηδαρ, και για τα βασιλεια τησ ασωρ, που παταξε ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: σηκωθειτε, ανεβειτε στην κηδαρ, και λεηλατηστε τουσ γιουσ τησ ανατολησ. θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν τισ σκηνεσ τουσ, και τα κοπαδια τουσ· θα παρουν για τον εαυτο τουσ τα παραπετασματα τουσ, και ολοκληρη την αποσκευη τουσ, και τισ καμηλεσ τουσ· και θα βοησουν προσ αυτουσ: τρομοσ απο παντου. φυγετε, πηγαινετε μακρια, να κανετε βαθεισ τοπουσ για κατοικια, κατοικοι τησ ασωρ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, βουλευθηκε εναντιον σασ βουλη, και συλλογιστηκε εναντιον σασ λογισμουσ. σηκωθειτε, ανεβειτε στο ησυχο εθνοσ, που κατοικει με ασφαλεια, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αυτοι δεν εχουν πυλεσ ουτε μοχλουσ, αλλα κατοικουν μονοι· και οι καμηλεσ τουσ θα ειναι λεηλασια, και το πληθοσ των κτηνων τουσ λαφυρο· και θα τουσ διασκορπισω σε ολουσ τουσ ανεμουσ, προσ εκεινουσ που κατοικουν στα απωτατα μερη· και θα φερω επανω τουσ τον ολεθρο τουσ απο ολα τα περατα τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και η ασωρ θα ειναι κατοικια τσακαλιων, ερημη παντοτινα· εκει δεν θα κατοικει ανθρωποσ, και γιοσ ανθρωπου δεν θα παροικει σ' αυτη. ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εγινε στον προφητη ιερεμια εναντια στην ελαμ, στην αρχη τησ βασιλειασ του σεδεκια, του βασιλια του ιηhυδα, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: δεστε, θα συντριψω το τοξο τησ ελαμ, την αρχη τησ δυναμησ τουσ. και θα φερω εναντια στην ελαμ τουσ τεσσερισ ανεμουσ απο τα τεσσερα ακρα του ουρανου, και θα τουσ διασκορπισω σε ολουσ αυτουσ τουσ ανεμουσ· και δεν θα υπαρχει εθνοσ, οπου δεν θαρθουν οι διωγμενοι τησ ελαμ. επειδη, θα κατατρομαξω την ελαμ μπροστα στουσ εχθρουσ τουσ, και μπροστα σ' εκεινουσ που ζητουν την ψυχη τουσ· και θα επιφερω επανω τουσ κακο, τον θυμο τησ οργησ μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα στειλω πισω τουσ τη μαχαιρα, μεχρισ οτου τουσ αναλωσω. και θα στησω τον θρονο μου στην ελαμ, και απο εκει θα εξολοθρευσω βασιλια και μεγιστανεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ομωσ, στισ εσχατεσ ημερεσ θα επιστρεψω την αιχμαλωσια τησ ελαμ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

50

ο λογοσ που μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στη βαβυλωνα, εναντια στη γη των χαλδαιων, διαμεσου του προφητη ιερεμια. αναγγειλατε στα εθνη, και κηρυξτε, και υψωστε σημαια· κηρυξτε, μη κρυψετε· πειτε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυθηκε η βαβυλωνα, καταντροπιαστηκε ο βηλ, συντριφθηκε ο μερωδαχ· καταντροπιαστηκαν τα ειδωλα τησ, συντριφθηκαν τα βδελυγματα τησ. επειδη, απο βορρα ανεβαινει εθνοσ εναντιον τησ, που θα κανει τη γη τησ ερημη, και δεν θα υπαρχει εκεινοσ που κατοικει σ' αυτη· απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ θα μετατοπιστουν, θα φυγουν. κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, και κατα τον καιρο εκεινο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θαρθουν οι γιοι ισραηλ, αυτοι και οι γιοι του ιηhυδα μαζι, βαδιζοντασ και κλαιγοντασ· θα πανε και θα ζητησουν τον κυριο τον θεο τουσ. θα ρωτησουν για τον δρομο τησ σιων με τα προσωπα τουσ προσ τα εκει, λεγοντασ: ελατε, και ασ ενωθουμε με τον κυριο, σε αιωνια διαθηκη, που δεν θα λησμονηθει. ο λαοσ μου εγινε προβατα χαμενα· οι ποιμενεσ τουσ τουσ εστρεψαν αλλου, τουσ περιπλανησαν στα βουνα· πηγαν απο βουνο σε λοφο, λησμονησαν τισ μαντρεσ τουσ. ολοι αυτοι που τουσ εβρισκαν, τουσ κατετρωγαν· και οι εχθροι τουσ ειπαν: δεν φταιμε, επειδη αμαρτησαν στον κυριο, την κατοικια τησ δικαιοσυνησ· ναι, στον κυριο, την ελπιδα των πατερων τουσ. φυγετε μεσα απο τη βαβυλωνα, και βγειτε εξω απο τη γη των χαλδαιων, και γινετε σαν κριαρια μπροστα στα κοπαδια. επειδη, δεστε, εγω θα σηκωσω, και θα ανεβασω εναντια στη βαβυλωνα συναξη μεγαλων εθνων απο τη γη του βορρα, και θα παραταχθουν εναντιον τησ· απο εκει θα αλωθει· τα βελη τουσ θα ειναι σαν εμπειρου, ισχυρου ανδρα· δεν θα επιστρεψουν αδειανα. και η χαλδαια θα ειναι λαφυρο· ολοι αυτοι που τη λεηλατουν, θα χορτασουν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ευφραινοσασταν και καυχιοσασταν, φθορεισ τησ κληρονομιασ μου, επειδη, σκιρτουσατε σαν δαμαλι επανω σε χορταρι, και χρεμετιζατε σαν ρωμαλαια αλογα, η μητερα σασ καταντροπιαστηκε υπερβολικα· εκεινη που σασ γεννησε, ντραπηκε· δεστε, αυτη θα ειναι η τελευταια των εθνων, ερημη, ξερη γη και αβατη. εξαιτιασ τησ οργησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα κατοικηθει, αλλα θα ερημωθει ολοκληρη· καθενασ που διαβαινει διαμεσου τησ βαβυλωνασ, θα γινει εκθαμβοσ, και θα συριξει για ολεσ τισ πληγεσ τησ. παραταχθειτε εναντια στη βαβυλωνα, ολογυρα· ολοι οσοι τεντωνετε τοξο, να τοξευσετε εναντιον τησ, μη λυπαστε τα βελη· επειδη, αμαρτησε στον κυριο. αλαλαξτε εναντιον τησ, ολογυρα· παρεδωσε τον εαυτο τησ· επεσαν τα θεμελια τησ, κατεδαφιστηκαν τα τειχη τησ· επειδη, αυτο ειναι η εκδικηση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· εκδικηθειτε την· οπωσ αυτη εκανε, να κανετε σ' αυτη. αποκοψτε απο τη βαβυλωνα αυτον που σπερνει, κι αυτον που κραταει δρεπανι στην εποχη του θερισμου· μπροστα απο την εξολοθρευτικη μαχαιρα θα επιστρεψουν καθε ενασ στον λαο του, και θα φυγει καθε ενασ στη γη του. ο ισραηλ ειναι ενα προβατο, που πλανιεται· λιονταρια το κυνηγησαν· πρωτοσ τον κατεφαγε ο βασιλιασ τησ ασσυριασ· και υστερα αυτοσ ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, κατασυντριψε τα κοκαλα του. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: δεστε, εγω θα τιμωρησω τον βασιλια τησ βαβυλωνασ, και τη γη του, οπωσ τιμωρησα τον βασιλια τησ ασσυριασ. και θα αποκαταστησω τον ισραηλ στην κατοικια του, και θα εχει για βοσκη τον καρμηλο και τη βασαν, και η ψυχη του θα χορτασει επανω στο βουνο εφραιμ και γαλααδ. κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, και κατα τον καιρο εκεινο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα ζητηθει η ανομια του ισραηλ, και δεν θα υπαρχει· και οι αμαρτιεσ του ιηhυδα, και δεν θα βρεθουν· επειδη, θα συγχωρησω οσουσ αφησω υπολοιπο. ανεβα εναντια στη γη των καταδυναστων, εναντια σ αυτη, κι εναντια στουσ κατοικουσ τησ φεκωδ· αφανισε και εξολοθρευσε πισω απ' αυτουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και κανε συμφωνα με ολα οσα σε προσταξα. φωνη πολεμου στη γη, και μεγαλο συντριμμα. πωσ συνθλαστηκε και συντριφτηκε το σφυρι ολοκληρησ τησ γησ! πωσ η βαβυλωνα εγινε σε θαμβοσ αναμεσα στα εθνη! εστησα παγιδα για σενα, μαλιστα, και πιαστηκεσ, βαβυλωνα, κι εσυ δεν γνωρισεσ· βρεθηκεσ, μαλιστα και σε συνελαβαν, επειδη αντισταθηκεσ στον κυριο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανοιξε την οπλοθηκη του, και εβγαλε τα οπλα τησ οργησ του· επειδη, αυτο το εργο εχει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των δυναμεων μεσα στη γη των χαλδαιων. ελατε εναντιον τησ απο τα περατα τησ γησ· ανοιξτε τισ αποθηκεσ τησ· να την κανετε σαν σωρουσ, και εξολοθρευστε την· ασ μη μεινει υπολοιπο απ' αυτη. σφαξτε ολα τα μοσχαρια τησ· ασ κατεβουν σε σφαγη· αλλοιμονο σ' αυτουσ! επειδη, ηρθε η ημερα τουσ, ο καιροσ τησ επισκεψησ τουσ. φωνη εκεινων που φευγουν και διασωζονται απο τη γη τησ βαβυλωνασ, για να αναγγειλει στη σιων την εκδικηση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ, την εκδικηση του ναου του. συγκαλεστε τουσ τοξοτεσ εναντια στη βαβυλωνα· ολοι οσοι τεντωνετε τοξο, στρατοπεδευστε εναντιον τησ, ολογυρα· ασ μη διασωθει απ' αυτη κανενασ· ανταποδωστε τησ συμφωνα με το εργο τησ· καντε σ' αυτη, συμφωνα με οσα εκανε· επειδη, υπερηφανευθηκε εναντια στον κυριο, εναντια στον αγιο του ισραηλ. γι' αυτο, οι νεοι τησ θα πεσουν στισ πλατειεσ τησ, και ολοι οι πολεμιστεσ ανδρεσ τησ θα απολεστουν κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεσ, εγω ειμαι εναντιον σου, ω υπερηφανη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων· επειδη, ηρθε η ημερα σου, ο καιροσ τησ επισκεψησ σου. και ο υπερηφανοσ θα προσκοψει και θα πεσει, και δεν θα υπαρχει αυτοσ που θα τον σηκωσει· και θα αναψω φωτια στισ πολεισ του, και θα καταφαει ολα οσα ειναι ολογυρα του. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: οι γιοι ισραηλ και οι γιοι ιηhυδα καταδυναστευθηκαν μαζι· και ολοι εκεινοι που τουσ αιχμαλωτισαν, τουσ κατακρατησαν· αρνηθηκαν να τουσ αφησουν ελευθερουσ. ομωσ, ο λυτρωτησ τουσ ειναι ισχυροσ· κυριοσ των δυναμεων ειναι το ονομα του· θα δικασει τη δικη τουσ οπωσδηποτε, για να αναπαυσει τη γη, και να ταραξει τουσ κατοικουσ τησ βαβυλωνασ. μαχαιρα εναντια στουσ χαλδαιουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εναντια στουσ κατοικουσ τησ βαβυλωνασ, και εναντια στουσ μεγιστανεσ τησ, και εναντια στουσ σοφουσ τησ. μαχαιρα εναντια στουσ ψευδοπροφητεσ, και θα παραφρονησουν· μαχαιρα εναντια στουσ ισχυρουσ τησ, και θα τρομαξουν. μαχαιρα εναντια στα αλογα τουσ, και εναντια στισ αμαξεσ τουσ, και εναντια σε ολοκληρο τον συμμικτο λαο, που ειναι αναμεσα τησ, και θα ειναι σαν γυναικεσ· μαχαιρα εναντια στουσ θησαυρουσ τησ, και θα διαρπαχθουν. ξηρασια επανω στα νερα τησ, και θα ξεραθουν· επειδη, ειναι η γη των γλυπτων, και μωραθηκαν στα ειδωλα τουσ. γι' αυτο, θηρια και τσακαλια θα κατοικησουν εκει, και στρουθοκαμηλοι θα κατοικησουν μεσα σ' αυτη· και δεν θα κατοικηθει πλεον στον αιωνα· και κανενασ δεν θα κατασκηνωσει σ' αυτη, σε γενεα και γενεα. και καθωσ ο θεοσ κατεστρεψε τα σοδομα και τα γομορρα, και τα πλησιοχωρα τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ετσι δεν θα κατοικησει εκει ανθρωποσ ουτε γιοσ ανθρωπου θα παροικησει σ' αυτη. δεστε, λαοσ θαρθει απο τον βορρα, και εθνοσ μεγαλο· και θα σηκωθουν πολλοι βασιλιαδεσ απο τα εσχατα τησ γησ. θα κρατουν τοξο και λογχη· ειναι σκληροι και ασπλαχνοι· η φωνη τουσ ηχει σαν θαλασσα, και ειναι καβαλα σε αλογα, παραταγμενοι σαν ανδρεσ σε πολεμο, εναντιον σου, θυγατερα τησ βαβυλωνασ. ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ ακουσε τη φημη τουσ, και τα χερια του παρελυσαν· στενοχωρια τον επιασε, ωδινεσ σαν εκεινη που γενναει. δεστε, θα ανεβει σαν λιονταρι απο το φρυαγμα του ιορδανη εναντια στην κατοικια του δυνατου· εγω, ομωσ, θα τουσ διωξω γρηγορα απ' αυτη· και οποιοσ ειναι ο εκλεκτοσ μου, αυτον θα τοποθετησω επανω σ' αυτη· επειδη, ποιοσ ειναι ομοιοσ με μενα; και ποιοσ θα αντισταθει σε μενα; και ποιοσ ειναι ο ποιμενασ εκεινοσ, που θα σταθει μπροστα στο προσωπο μου; γι' αυτο, ακουστε τη βουλη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που βουλευθηκε εναντια στη βαβυλωνα, και τουσ λογισμουσ του, που εκανε εναντια στη γη των χαλδαιων· τα ελαχιστα του κοπαδιου θα τουσ παρασυρουν, οπωσδηποτε· η κατοικια τουσ θα ερημωθει μαζι τουσ, οπωσδηποτε. απο τον ηχο τησ αλωσησ τησ βαβυλωνασ σειστηκε η γη, και η κραυγη ακουστηκε μεσα στα εθνη.

51

ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, εγω σηκωνω ανεμο φθοροποιον εναντια στη βαβυλωνα, και εναντια στουσ κατοικουσ τησ, που υψωσαν την καρδια τουσ εναντιον μου. και θα στειλω λιχνιστεσ εναντια στη βαβυλωνα, και θα τη λιχνισουν, και θα αδειασουν τη γη τησ· επειδη, κατα την ημερα τησ συμφορασ, απο ολογυρα, θα ειναι εναντιον τησ. τοξοτησ εναντια σε τοξοτη ασ τεντωσει το τοξο του, και σ' εκεινον που εχει πεποιθηση στον θωρακα του· και μη λυπαστε τουσ νεουσ τησ· εξολοθρευστε ολοκληρο το στρατευμα τησ. και οι τραυματιεσ θα πεσουν στη γη των χαλδαιων, και οι κατακεντημενοι απο τοξα στουσ δρομουσ τησ. επειδη, ο ισραηλ δεν εγκαταλειφθηκε ουτε ο ιηhυδασ, απο τον θεο του, απο τον κυριο των δυναμεων, αν και η γη τουσ γεμισε απο ανομια εναντια στον αγιο του ισραηλ. φυγετε απο μεσα απο τη βαβυλωνα, και καθε ενασ διασωστε την ψυχη του· μη απολεστειτε μεσα στην ανομια τησ· επειδη, ειναι καιροσ εκδικησησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ ανταποδιδει σ' αυτην ανταποδομα. η βαβυλωνα σταθηκε χρυσο ποτηρι στο χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μεθουσε ολοκληρη τη γη· απο το κρασι τησ ηπιαν τα εθνη· γι' αυτο, τα εθνη παραφρονησαν. η βαβυλωνα επεσε ξαφνικα, και συντριφτηκε· ολολυζετε γι' αυτη· παρτε βαλσαμο για τον πονο τησ, ισωσ γιατρευτει. μεταχειριστηκαμε γιατρικα για τη βαβυλωνα, αλλα δεν γιατρευτηκε· εγκαταλειψτε την, και ασ φυγουμε καθε ενασ στη γη του· επειδη, η κριση τησ εφτασε στον ουρανο, και υψωθηκε μεχρι το στερεωμα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανερωσε τη δικαιοσυνη μασ· ελατε, και ασ διηγηθουμε στη σιων το εργο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ. στιλβωστε τα βελη· πυκνωστε τισ ασπιδεσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σηκωσε το πνευμα των βασιλιαδων των μηδων· επειδη, ο σκοποσ του ειναι εναντια στη βαβυλωνα για να την εξολοθρευσει· επειδη, η εκδικηση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι εκδικηση του ναου του. υψωστε μια σημαια επανω στα τειχη τησ βαβυλωνασ, ενδυναμωστε τη φρουρα, στηστε βαρδιεσ φυλαξησ, ετοιμαστε ενεδρεσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και βουλευθηκε και θα εκτελεσει εκεινο που μιλησε εναντια στουσ κατοικουσ τησ βαβυλωνασ. ω, εσυ που κατοικεισ επανω σε πολλα νερα, που εισαι γεματη απο θησαυρουσ, ηρθε το τελοσ σου, το τερμα τησ πλεονεξιασ σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων ορκιστηκε στον εαυτο του, λεγοντασ: θα σε γεμισω απο ανθρωπουσ, οπωσδηποτε, σαν απο ακριδεσ· και θα εκπεμψουν εναντιον σου αλαλαγμο. αυτοσ δημιουργησε τη γη με τη δυναμη του, στερεωσε την οικουμενη με τη σοφια του, και απλωσε τουσ ουρανουσ με τη συνεση του. οταν εκπεμπει τη φωνη του, πληθοσ απο νερα συγκεντρωνεται στον ουρανο, και φερνει συννεφα απο τα ακρα τησ γησ· κανει αστραπεσ για βροχη, και βγαζει ανεμο απο τουσ θησαυρουσ του. καθε ανθρωποσ μωραθηκε απο τη γνωση του· καθε χωνευτησ καταντροπιαστηκε απο τα γλυπτα· επειδη, το χωνευτο του ειναι ψεμα, και δεν υπαρχει μεσα του πνοη. αυτα ειναι ματαιοτητα, εργο πλανησ· κατα τον καιρο τησ επισκεψησ τουσ θα απολεστουν. η μεριδα του ιακωβ δεν ειναι οπωσ αυτα· επειδη, αυτοσ ειναι που επλασε τα παντα· και ο ισραηλ ειναι η ραβδοσ τησ κληρονομιασ του· κυριοσ των δυναμεων ειναι το ονομα του. εσυ ησουν ο πελεκυσ μου, οπλα του πολεμου· και με σενα συντριψα εθνη, και με σενα εξολοθρευσα βασιλεια· και με σενα συντριψα το αλογο και τον καβαλαρη του· και με σενα συντριψα την αμαξα και τον καβαλαρη τησ· και με σενα συντριψα ανδρα και γυναικα· και με σενα συντριψα γεροντα και νεο· και με σενα συντριψα νεανισκο και παρθενα· και με σενα συντριψα τον ποιμενα και το ποιμνιο του· και με σενα συντριψα τον γεωργο και το ζευγαρι του· και με σενα συντριψα στρατηγουσ και αρχοντεσ. και θα ανταποδωσω επανω στη βαβυλωνα κι επανω στουσ κατοικουσ τησ χαλδαιασ, ολη την κακια τουσ, που επραξαν στη σιων, μπροστα σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεσ, εγω ειμαι εναντιον σου, φθοροποιο βουνο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που φθειρεισ ολοκληρη τη γη· και θα απλωσω το χερι μου επανω σου, και θα σε κατακυλισω απο τουσ βραχουσ, και θα σε κανω βουνο καμενο απο φωτια. και δεν θα παρουν απο σενα πετρα για γωνια ουτε πετρα για θεμελια· αλλα, θα εισαι αιωνια ερημωση, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. υψωστε μια σημαια επανω στη γη, σαλπιστε σαλπιγγα μεσα στα εθνη, ετοιμαστε εθνη εναντιον τησ, παραγγειλατε εναντιον τησ, στα βασιλεια του αραρατ, του μιννι, και του ασχεναζ· βαλτε αρχηγουσ επανω τησ· ανεβαστε αλογα σαν ορθοτριχεσ ακριδεσ. ετοιμαστε εναντιον τησ εθνη, τουσ βασιλιαδεσ των μηδων, τουσ στρατηγουσ τησ, και ολουσ τουσ αρχοντεσ τησ, και ολοκληρη τη γη τησ επικρατειασ τησ. και η γη θα σειστει και θα στεναξει· επειδη, η βουλη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκτελεστει εναντια στη βαβυλωνα, για να κανει τη γη τησ βαβυλωνασ ερημη, χωρισ κατοικο. οι ισχυροι τησ βαβυλωνασ σταματησαν να πολεμουν, εμειναν στα οχυρωματα· η δυναμη τουσ ατονησε· εγιναν σαν γυναικεσ· εκαψαν τισ κατοικιεσ τησ· συντριφτηκαν οι μοχλοι τησ. ταχυδρομοσ θα τρεξει σε συναντηση αλλου ταχυδρομου, και μηνυτησ σε συναντηση αλλου μηνυτη, για να αναγγειλουν προσ τον βασιλια τησ βαβυλωνασ, οτι η πολη του αλωθηκε απο τισ ακρεσ τησ· και οτι πιαστηκαν οι διαβασεισ, και κατεκαψαν με φωτια τουσ καλαμωνεσ, και οι ανδρεσ του πολεμου κατατρομαξαν. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ: η θυγατερα τησ βαβυλωνασ ειναι σαν αλωνι, ειναι καιροσ να καταπατηθει· ακομα λιγο, και θαρθει ο καιροσ του θερισμου τησ. «ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, με κατεφαγε, με συντριψε, με εκανε ενα αχρηστο αγγειο, με καταπιε σαν δρακοσ, γεμισε την κοιλια του απο τισ λιχουδιεσ μου, με εξωσε. η αδικια προσ εμενα και τη σαρκα μου ασ ερθει επανω στη βαβυλωνα», θα πει αυτη που κατοικει στη σιων· «και το αιμα μου, επανω στουσ κατοικουσ τησ χαλδαιασ», θα πει η ιερουσαλημ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, εγω θα δικασω τη δικη σου, και θα εκδικησω την εκδικηση σου· και θα κανω τη θαλασσα τησ ξηρα, και θα ξερανω την πηγη τησ. και η βαβυλωνα θα ειναι σε σωρουσ, κατοικητηριο απο τσακαλια, θαμβοσ και συριγμοσ, χωρισ κατοικο. θα βρυχαζουν μαζι σαν λιονταρια· θα ωρυονται σαν σκυμνοι λιονταριων. θα τουσ κανω να θερμανθουν στα συμποσια τουσ, και θα τουσ μεθυσω, για να ευθυμησουν, και να κοιμηθουν αιωνιον υπνο, και να μη ξυπνησουν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα τουσ κατεβασω σαν αρνια σε σφαγη, σαν κριαρια μαζι με τραγουσ. πωσ αλωθηκε η σησαχ! και θηρευτηκε το καυχημα ολοκληρησ τησ γησ! πωσ η βαβυλωνα εγινε θαμβοσ μεσα στα εθνη! η θαλασσα ανεβηκε εναντια στη βαβυλωνα· κατασκεπαστηκε απο το πληθοσ των κυματων τησ. οι πολεισ τησ εγιναν θαμβοσ, ανυδρη γη, και αβατη γη, μεσα στην οποια δεν κατοικει κανενασ ανθρωποσ ουτε γιοσ ανθρωπου περναει απο μεσα τησ. και θα τιμωρησω τον βηλ στη βαβυλωνα, και θα βγαλω απο το στομα του οσα εχει καταπιει· και τα εθνη δεν θα συγκεντρωθουν πλεον σ' αυτον, και αυτο το τειχοσ τησ βαβυλωνασ θα πεσει. λαε μου, απο το μεσον τησ βγειτε εξω, και σωστε καθε ενασ την ψυχη του απο την οργη του θυμου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· μηπωσ και χαλαρωθει η καρδια σασ, και φοβηθειτε απο την αγγελια, που θα ακουστει στη γη· θαρθει μαλιστα η αγγελια τη μια χρονια, και υστερα απ' αυτο η αγγελια την αλλη χρονια, και καταδυναστεια στη γη, εξουσιαστησ εναντια σε εξουσιαστη. γι' αυτο, δεστε, ερχονται ημερεσ, και θα κανω εκδικηση εναντια στα γλυπτα τησ βαβυλωνασ· και ολοκληρη η γη τησ θα καταντροπιαστει, και ολοι οι τραυματισμενοι τησ θα πεσουν στο μεσον τησ. τοτε, οι ουρανοι και η γη, και ολα οσα βρισκονται σ' αυτα, θα αλαλαξουν εναντια στη βαβυλωνα· επειδη, οι εξολοθρευτεσ θαρθουν εναντιον τησ απο βορρα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. οπωσ η βαβυλωνα εκανε τουσ τραυματισμενουσ του ισραηλ να πεσουν, ετσι θα πεσουν και οι τραυματισμενοι ολοκληρησ τησ γησ στη βαβυλωνα. εσεισ που διαφυγατε τη μαχαιρα, πηγαινετε, μη στεκεστε· θυμηθειτε απο μακρυα τον κυριο, και η ιερουσαλημ ασ ανεβει επανω στην καρδια σασ. καταντροπιαστηκαμε, επειδη ακουσαμε ονειδισμο· ντροπη κατασκεπασε το προσωπο μασ· επειδη, ξενοι μπηκαν στο αγιαστηριο του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. γι' αυτο, δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα κανω εκδικηση επανω στα γλυπτα τησ· και σε ολοκληρη τη γη τησ, οι τραυματισμενοι θα οδυρονται. και αν η βαβυλωνα ανεβει μεχρι τον ουρανο, και αν οχυρωσει το υψοσ τησ δυναμησ τησ, θαρθουν απο μενα εξολοθρευτεσ εναντιον τησ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. φωνη κραυγησ ερχεται απο τη βαβυλωνα, και μεγαλοσ συντριμμοσ απο τη γη των χαλδαιων· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξολοθρευσε τη βαβυλωνα, και αφανισε απ' αυτη τη μεγαλη φωνη· ενω τα κυματα εκεινων ηχουν· ο θορυβοσ τησ φωνησ τουσ ακουγεται σαν μεσα απο πολλα νερα· επειδη, ο εξολοθρευτησ ηρθε εναντιον τησ, εναντια στη βαβυλωνα, και οι δυνατοι τησ πιαστηκαν, τα τοξα τουσ συντριφτηκαν· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των ανταποδοσεων θα κανει ανταποδοση, οπωσδηποτε. και θα μεθυσω τουσ ηγεμονεσ τησ, και τουσ σοφουσ τησ, τουσ στρατηγουσ τησ, και τουσ αρχοντεσ τησ, και τουσ δυνατουσ τησ· και θα κοιμηθουν αιωνιον υπνο, και δεν θα ξυπνησουν, λεει ο βασιλιασ, που το ονομα του ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: τα πλατια τειχη τησ βαβυλωνασ θα κατασκαφτουν ολοκληρωτικα, και οι ψηλεσ πυλεσ τησ θα κατακαουν με φωτια· και οσα κοπιασαν οι λαοι, θα ειναι εισ ματην, και οσα μοχθησαν τα εθνη, θα ειναι για τη φωτια. ο λογοσ, που ο προφητησ ιερεμιασ προσταξε στον σεραια, τον γιο του νηρια, γιου του μαασια, οταν πορευοταν στη βαβυλωνα μαζι με τον σεδεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, κατα τον τεταρτο χρονο τησ βασιλειασ του· και ο σεραιασ ηταν αρχηγοσ των κοιτωνων. και ο ιερεμιασ εγραψε μεσα σε βιβλιο ολα τα κακα, που επροκειτο ναρθουν επανω στη βαβυλωνα, ολα αυτα τα γραμμενα λογια εναντια στη βαβυλωνα. και ο ιερεμιασ ειπε στον σεραια: οταν ερθεισ στη βαβυλωνα, και δεισ, και διαβασεισ ολα αυτα τα λογια, τοτε θα πεισ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσυ μιλησεσ εναντια σ' αυτο τον τοπο, για να τον εξολοθρευσεισ, ωστε να μη υπαρχει εκεινοσ που κατοικει σ' αυτον, απο ανθρωπον μεχρι κτηνοσ, αλλα να ειναι αιωνια ερημωση. και αφου τελειωσεισ διαβαζοντασ αυτο το βιβλιο, θα δεσεισ επανω σ' αυτο μια πετρα, και θα το ριξεισ στο μεσον του ευφρατη· και θα πεισ: ετσι θα βυθιστει η βαβυλωνα, και δεν θα σηκωθει απο τα κακα, που εγω θα φερω επανω τησ· και οι βαβυλωνιοι θα εξασθενησουν. μεχρισ εδω ειναι τα λογια του ιερεμια.

52

ο σεδεκιασ, οταν βασιλευσε, ηταν ηλικιασ 21 χρονων, και βασιλευσε 11 χρονια στην ιερουσαλημ· και το ονομα τησ μητερασ του ηταν αμουταλ, θυγατερα του ιερεμια απο τη λιβνα. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, συμφωνα με ολα οσα ειχε πραξει ο ιωακειμ. επειδη, απο τον θυμο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εγινε εναντια στην ιερουσαλημ και τον ιηhυδα, μεχρισ οτου τουσ απερριψε απο μπροστα του, ο σεδεκιασ αποστατησε εναντια στον βασιλια τησ βαβυλωνασ. και κατα τον ενατο χρονο τησ βασιλειασ του, τον δεκατο μηνα, τη δεκατη ημερα του μηνα, ηρθε ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, αυτοσ και ολοκληροσ ο στρατοσ του, εναντια στην ιερουσαλημ, και στρατοπεδευσαν εναντιον τησ, και οικοδομησαν περιτειχισμα εναντιον τησ, ολογυρα. και η πολη ηταν σε πολιορκια μεχρι τον 11ο χρονο του βασιλια σεδεκια. κατα τον τεταρτο μηνα, την ενατη ημερα του μηνα, η πεινα δυναμωσε στην πολη, και δεν υπηρχε ψωμι για τον λαο του τοπου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυθηκε η πολη, και εφυγαν ολοι οι ανδρεσ του πολεμου, και βγηκαν απο την πολη τη νυχτα, διαμεσου του δρομου τησ πυλησ, που ηταν αναμεσα στα δυο τειχη, η οποια βρισκοταν κοντα στον βασιλικο κηπο· και οι χαλδαιοι ησαν κοντα στην πολη, ολογυρα· και πηγαν προσ τον δρομο τησ πεδιαδασ. και ο στρατοσ των χαλδαιων καταδιωξε πισω απο τον βασιλια, και εφτασαν τον σεδεκια στισ πεδιαδεσ τησ ιεριχω· και ολοκληροσ ο στρατοσ του διασκορπιστηκε απο κοντα του. και συνελαβαν τον βασιλια, και τον ανεβασαν προσ τον βασιλια τησ βαβυλωνασ στη ριβλα, στη γη τησ αιμαθ, και προφερε εναντιον του καταδικη. και ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ εσφαξε τουσ γιουσ του σεδεκια μπροστα στα ματια του· εσφαξε ακομα και ολουσ τουσ αρχοντεσ του ιηhυδα στη ριβλα. και τυφλωσε τα ματια του σεδεκια, και τον εδεσε με δυο χαλκινεσ αλυσιδεσ· και ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ τον εφερε στη βαβυλωνα, και τον εβαλε στον οικο τησ φυλακησ μεχρι την ημερα του θανατου του. και κατα τον πεμπτο μηνα, τη δεκατη ημερα του μηνα, του 19ου χρονου του ναβουχοδονοσορα, βασιλια τησ βαβυλωνασ, ηρθε στην ιερουσαλημ ο νεβουζαραδαν, ο αρχισωματοφυλακασ, που παραστεκοταν μπροστα στον βασιλια τησ βαβυλωνασ, και κατεκαψε τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το παλατι του βασιλια, και ολα τα σπιτια τησ ιερουσαλημ, και καθε μεγαλη κατοικια κατεκαψε με φωτια. και ολοκληροσ ο στρατοσ των χαλδαιων, που ηταν μαζι με τον αρχισωματοφυλακα, καταγκρεμισαν ολα τα τειχη τησ ιερουσαλημ, ολογυρα. και απο τουσ φτωχουσ του λαου, και το υπολοιπο του λαου, που ειχε εναπομεινει στην πολη, και εκεινουσ που ειχαν φυγει και ειχαν προσφυγει στον βασιλια τησ βαβυλωνασ, και εκεινοι που ειχαν εναπομεινει απο το πληθοσ, ο αρχισωματοφυλακασ νεβουζαραδαν τουσ μετοικισε. απο τουσ φτωχουσ τησ γησ, ομωσ, ο αρχισωματοφυλακασ νεβουζαραδαν αφησε για αμπελουργουσ και για γεωργουσ. και τουσ χαλκινουσ στυλουσ, που ησαν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τισ βασεισ, και τη χαλκινη θαλασσα, που ηταν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οι χαλδαιοι κατεκοψαν, και μετακομισαν ολοκληρο τον χαλκο τουσ στη βαβυλωνα. πηραν μαλιστα και τουσ λεβητεσ, και τα φτυαρια, και τα λυχνοψαλιδα, και τισ λεκανεσ, και τα θυμιατηρια, και ολα τα χαλκινα σκευη, με τα οποια εκαναν υπηρεσια. ακομα, ο αρχισωματοφυλακασ πηρε και τουσ κρατηρεσ, και τα πυροδοχεια, και τισ λεκανεσ, και τουσ λεβητεσ, και τισ λυχνιεσ, και τα θυμιατηρια, και τισ φιαλεσ· οσα ησαν χρυσα, και οσα ασημενια· τουσ δυο στυλουσ, τη μια θαλασσα, και τα 12 χαλκινα μοσχαρια, που ησαν αντι για βασεισ, που ειχε κανει ο βασιλιασ σολομωντασ για τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ο χαλκοσ ολων αυτων των σκευων ηταν αζυγιστοσ. για τουσ στυλουσ, ομωσ, το υψοσ του ενοσ στυλου ηταν 18 πηχεσ, και μια ζωνη απο 12 πηχεσ τον περικυκλωνε· και το παχοσ του απο τεσσερα δαχτυλα· ηταν κουφιοσ. και το κιονοκρανο, που ηταν επανω του ηταν χαλκινο· και το υψοσ του ενοσ κιονοκρανου ηταν πεντε πηχεσ, και το διχτυωτο, και τα ροδια επανω στο κιονοκρανο ολογυρα, ολα ησαν χαλκινα· τα ιδια ειχε και ο δευτεροσ στυλοσ μαζι με τα ροδια. και ησαν 96 ροδια που κρεμονταν· ολα τα ροδια, που ησαν επανω στο διχτυωτο, ολογυρα, ησαν 100. και ο αρχισωματοφυλακασ πηρε τον σεραια, τον πρωτο ιερεα, και τον σοφονια, τον δευτερο ιερεα, και τουσ τρεισ θυρωρουσ· και απο την πολη πηρε εναν ευνουχο, που ηταν επιστατησ επανω στουσ ανδρεσ των πολεμιστων· και επτα ανδρεσ απ' αυτουσ που παραστεκονταν μπροστα στον βασιλια, αυτουσ που βρεθηκαν στην πολη· και τον γραμματεα, τον αρχοντα των στρατευματων, που εκανε τη στρατολογια του λαου τησ γησ· και 60 ανδρεσ απο τον λαο τησ γησ, που βρεθηκαν μεσα στην πολη. και ο αρχισωματοφυλακασ νεβουζαραδαν, αφου τουσ πηρε, τουσ εφερε στον βασιλια τησ βαβυλωνασ στη ριβλα. και ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ τουσ παταξε, και τουσ θανατωσε στη ριβλα, στη γη τησ αιμαθ. ετσι μετοικιστηκε ο ιηhυδασ απο τη γη του. αυτοσ ειναι ο λαοσ, τον οποιο ο ναβουχοδονοσορασ μετοικισε· στον εβδομο χρονο, 3.023 ιηhυδαιουσ· και στον 18ο χρονο του ναβουχοδονοσορα, αυτοσ μετοικισε απο την ιερουσαλημ 832 ψυχεσ· στον 23ο χρονο του ναβουχοδονοσορα, ο νεβουζαραδαν, ο αρχισωματοφυλακασ, μετοικισε απο τουσ ιηhυδαιουσ 745 ψυχεσ· ολεσ οι ψυχεσ ησαν: 4.600. και στον 37ο χρονο τησ μετοικεσιασ του ιωακειμ, του βασιλια του ιηhυδα, τον 12ο μηνα, την 25η ημερα του μηνα, ο ευειλ-μερωδαχ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, κατα τον χρονο που βασιλευσε, ανυψωσε το κεφαλι του ιωακειμ, του βασιλια του ιηhυδα, και τον εβγαλε απο τον οικο τησ φυλακησ, και μιλησε μαζι του με ευμενεια, και εβαλε τον θρονο του επανω απο τον θρονο των βασιλιαδων, που ησαν μαζι του στη βαβυλωνα. και αλλαξε τα ιματια τησ φυλακησ του· και ετρωγε ψωμι παντοτε μαζι του, ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του. και το σιτηρεσιο του ηταν παντοτινο σιτηρεσιο, που δινοταν σ' αυτον απο τον βασιλια τησ βαβυλωνασ, ημερησια χορηγια μεχρι την ημερα του θανατου του, ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ του.

ιεζεκιαλ

1

στον 30ο χρονο, στον τεταρτο μηνα, την πεμπτη ημερα του μηνα, ενωβρισκομουν αναμεσα στουσ αιχμαλωτουσ, κοντα στον ποταμο χεβαρ, ανοιξαν οι ουρανοι, και ειδα οραματα του θεου. την πεμπτη ημερα του μηνα αυτου του χρονου, του πεμπτου χρονου τησ αιχμαλωσιασ του βασιλια ιωαχειν, εγινε ξεκαθαρα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιεζεκιαλ, τον γιο του βουζει, τον ιερεα, στη γη των χαλδαιων, κοντα στον ποταμο χεβαρ, και εκει το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε επανω του. και ειδα, και ξαφνου, ενασ ανεμοστροβιλοσ ερχοταν απο τον βορρα, ενα μεγαλο συννεφο, και φωτια περιστρεφομενη· και ολογυρα του μια λαμψη, κι απο μεσα απ' αυτο φαινοταν σαν οψη ηλεκτρου, μεσα απο τη φωτια. και μεσα απ' αυτο φαινοταν ενα ομοιωμα τεσσαρων ζωων. και η θεα τουσ ηταν η εξησ: ειχαν ομοιωμα ανθρωπου. και καθε ενα ειχε τεσσερα προσωπα, και καθε ενα ειχε τεσσερισ φτερουγεσ. και τα ποδια τουσ ησαν ποδια ορθια· και το πελμα του ποδιου τουσ ηταν ομοιο με πελμα ποδιου μοσχαριου· και σπινθηροβολουσαν σαν οψη χαλκου γυαλισμενου. και ειχαν χερια ανθρωπου απο κατω απο τισ φτερουγεσ τουσ, στα τεσσερα μερη τουσ· και τα τεσσερα ειχαν τα προσωπα τουσ και τισ φτερουγεσ τουσ. οι φτερουγεσ τουσ εφαπτονταν η μια μαζι με την αλλη· δεν στρεφονταν καθωσ βαδιζαν· πορευονταν κατευθειαν εμπροσ απο το προσωπο τουσ καθε ενα. για το ομοιωμα, ομωσ, του προσωπου τουσ, τα τεσσερα ειχαν προσωπο ανθρωπου, και προσωπο λιονταριου προσ το δεξι μεροσ· και τα τεσσερα ειχαν προσωπο βοδιου κατα το αριστερο μεροσ· ειχαν και τα τεσσερα προσωπο αετου. και τα προσωπα τουσ, και οι φτερουγεσ τουσ ησαν διαιρεμενεσ προσ τα ανω· δυο απο το καθενα εφαπτονταν η μια μαζι με την αλλη, και δυο σκεπαζαν τα σωματα τουσ. και πορευονταν το καθε ενα κατευθειαν εμπροσ απο το προσωπο τουσ· οπου φεροταν το πνευμα, εκει βαδιζαν· ενω βαδιζαν, δεν στρεφονταν. και για το ομοιωμα των ζωων, η θεα τουσ ηταν σαν ανθρακεσ φωτιασ που εκαιγαν, σαν θεα δαυλων· αυτο στρεφοταν εδω κι εκει αναμεσα στα ζωα· και η φωτια ηταν λαμπερη, και αστραπη εβγαινε απο τη φωτια. και τα ζωα ετρεχαν και γυριζαν, σαν τη θεα τησ αστραπησ. και καθωσ ειδα τα ζωα, ξαφνου, ενασ τροχοσ επανω στη γη, κοντα στα ζωα στα τεσσερα προσωπα τουσ. η θεα των τροχων, και η εργασια τουσ, ησαν σαν οψη βηρυλλου· και οι τεσσερισ ειχαν το ιδιο ομοιωμα· και η θεα τουσ, και η εργασια τουσ, ησαν ωσαν να ηταν τροχοσ μεσα σε αλλον τροχο. οταν βαδιζαν, κινουνταν προσ τα τεσσερα τουσ πλαγια· δεν στρεφονταν ενω βαδιζαν. και οι κυκλοι τουσ ησαν τοσο ψηλοι, ωστε προξενουσαν φοβο· και οι κυκλοι τουσ ησαν γεματοι απο ματια ολογυρα απ' αυτα τα τεσσερα. και οταν τα ζωα πορευονταν, κοντα τουσ πορευονταν και οι τροχοι· και οταν τα ζωα υψωνονταν απο τη γη, υψωνονταν και οι τροχοι. οπου ηταν να παει το πνευμα, εκει πορευονταν· εκει ηταν να παει το πνευμα· και οι τροχοι υψωνονταν απεναντι τουσ· επειδη, το πνευμα των ζωων ηταν μεσα στουσ τροχουσ. οταν εκεινα πορευονταν, πορευονταν κι αυτοι· και οταν εκεινα στεκονταν, στεκονταν κι αυτοι· και οταν εκεινα υψωνονταν απο τη γη, υψωνονταν και οι τροχοι απεναντι τουσ· επειδη, το πνευμα των ζωων βρισκοταν μεσα στουσ τροχουσ. και το ομοιωμα του στερεωματοσ, που ηταν πιο ψηλα απο το κεφαλι των ζωων, ηταν σαν οψη φοβερου κρυσταλλου, απλωμενο πανω απο τα κεφαλια τουσ. και απο κατω απο το στερεωμα υπηρχαν απλωμενεσ οι φτερουγεσ τουσ, η μια προσ την αλλη· το καθε ενα ειχε δυο, με τισ οποιεσ σκεπαζαν τα σωματα τουσ. κι οταν πορευονταν, ακουγα τον ηχο απο τισ φτερουγεσ τουσ, σαν ηχο πολλων νερων, σαν φωνη του παντοδυναμου, και τη φωνη τησ λαλιασ σαν φωνη στρατοπεδου· οταν στεκονταν, κατεβαζαν τισ φτερουγεσ τουσ. και γινοταν φωνη πανω απο το στερεωμα, που ηταν πιο ψηλα απο το κεφαλι τουσ· οταν στεκονταν, κατεβαζαν τισ φτερουγεσ τουσ. και απο πιο ψηλα απο το στερεωμα, που ηταν πιο ψηλα απο το κεφαλι τουσ, φαινοταν ενα ομοιωμα θρονου, σαν θεα πετρασ σαπφειρου· και επανω στο ομοιωμα του θρονου ηταν ενα ομοιωμα σαν θεα ανθρωπου, που καθοταν επανω σ' αυτον απο πανω. και ειδα σαν οψη ηλεκτρου, σαν θεα φωτιασ μεσα του, ολογυρα, απο τη θεα τησ οσφυοσ του, κι επανω· και απο τη θεα τησ οσφυοσ του, και κατω, ειδα σαν θεα φωτιασ, και ειχε ολογυρα λαμψη. οπωσ η θεα του τοξου, που γινεται στο συννεφο κατα την ημερα τησ βροχησ, ετσι ηταν η θεα του ομοιωματοσ τησ λαμψησ, ολογυρα. αυτη ηταν η θεα του ομοιωματοσ τησ δοξασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οταν το ειδα, επεσα επανω στο προσωπο μου, και ακουσα τη φωνη εκεινου που μιλουσε.

2

και μου ειπε: γιε ανθρωπου, στασου στα ποδια σου. και θα σου μιλησω. και καθωσ μου μιλησε, μπηκε μεσα μου το πνευμα, και με εστησε στα ποδια μου, και ακουσα αυτον που μου μιλουσε. και μου ειπε: γιε ανθρωπου, εγω σε εξαποστελλω προσ τουσ γιουσ ισραηλ, σε αποστατικα εθνη, που αποστατησαν απο μενα· αυτοι και οι πατερεσ τουσ σταθηκαν εναντιον μου παραβατεσ μεχρι τουτη τη σημερινη ημερα· και ειναι γιοι σκληροπροσωποι και σκληροκαρδοι. εγω σε στελνω σ' αυτουσ· και θα τουσ πεισ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και ειτε ακουσουν ειτε απειθησουν, επειδη ειναι οικοσ αποστατησ, θα γνωρισουν ομωσ οτι σταθηκε αναμεσα τουσ προφητησ. κι εσυ, γιε ανθρωπου, μη φοβηθεισ απ' αυτουσ, και μη δειλιασεισ απο τα λογια τουσ, επειδη μαζι σου ειναι αγκαθια και σκολοπεσ, και κατοικεισ αναμεσα σε σκορπιουσ· μη φοβηθεισ απο τα λογια τουσ, και μη τρομαξεισ απο το προσωπο τουσ, επειδη οικοσ αποστατησ. και θα μιλησεισ σ' αυτουσ τα λογια μου, ειτε ακουσουν ειτε απειθησουν· επειδη, ειναι αποστατεσ. εσυ, ομωσ, γιε ανθρωπου, ακου αυτο που σου μιλαω εγω· να μη γινεισ αποστατησ, οπωσ ο αποστατησ οικοσ· ανοιξε το στομα σου, και φαε τουτο, που εγω δινω σε σενα. και ειδα, και ξαφνου, ενα χερι απλωμενο προσ εμενα, και προσεξα, σ' αυτο ηταν ενασ τομοσ βιβλιου. και τον ξετυλιξε μπροστα μου· και ηταν γραμμενοσ απο μεσα κι απεξω· και σ' αυτον ησαν γραμμενοι κλαυθμοι, και θρηνωδιεσ, και ουαι.

3

και μου ειπε: γιε ανθρωπου, φαε τουτο, που βρισκεισ· φαε τουτο τον τομο, και πηγαινε να μιλησεισ στον οικο ισραηλ. και ανοιξα το στομα μου, και μου εδωσε να φαω εκεινο τον τομο. και μου ειπε: γιε ανθρωπου, ασ φαει η κοιλια σου, και ασ γεμισουν τα εντοσθια σου απο τουτο τον τομο, που σου δινω εγω. και εφαγα, και εγινε στο στομα μου σαν μελι, απο τη γλυκυτητα. και μου ειπε: γιε ανθρωπου, πηγαινε, μπεσ μεσα στον οικο του ισραηλ, και μιλησε σ' αυτουσ τα λογια μου. επειδη, δεν στελνεσαι σε λαον βαθυχειλο και βαρυγλωσσο, αλλα στον οικο ισραηλ· οχι προσ πολλουσ λαουσ βαθυχειλουσ και βαρυγλωσσουσ, που δεν καταλαβαινεισ τα λογια τουσ. και σε τετοιουσ αν σε εστελνα, αυτοι θα σε ακουγαν. ο οικοσ, ομωσ, ισραηλ δεν θελει να σε ακουσει, για τον λογο οτι, δεν θελουν να ακουσουν εμενα· επειδη, ολοκληροσ ο οικοσ ισραηλ ειναι σκληρομετωποσ και σκληροκαρδοσ. δεσ, εκανα το προσωπο σου δυνατο εναντια στα προσωπα τουσ, και το μετωπο σου δυνατο εναντια στα μετωπα τουσ. εκανα το προσωπο σου σαν διαμαντι, σκληροτερο απο χαλικι· μη τουσ φοβηθεισ, και μη τρομαξεισ απο το προσωπο τουσ, επειδη ειναι οικοσ αποστατησ. και μου ειπε: γιε ανθρωπου, ολα τα λογια μου, που εγω θα μιλησω σε σενα, παρ' τα στην καρδια σου, και ακουσε τα με τα αυτια σου. και πηγαινε, μπεσ μεσα σ' αυτουσ που αιχμαλωτιστηκαν, στουσ γιουσ του λαου σου, και μιλησε τουσ, και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· ειτε ακουσουν ειτε απειθησουν. και το πνευμα με σηκωσε, και απο πισω μου ακουσα μια φωνη μεγαλησ συγκινησησ, που ελεγαν: ευλογημενη η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο τον τοπο του. και ακουσα τον ηχο απο τισ φτερουγεσ των ζωων, που εφαπτονταν η μια μαζι με την αλλη, και τον ηχο των τροχων απεναντι τουσ, και μια φωνη μεγαλησ συγκινησησ. και το πνευμα με υψωσε, και με πηρε, και πηγα με πικρια και με αγανακτηση του πνευματοσ μου· ομωσ, το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν επανω μου κραταιο. και ηρθα σ' αυτουσ, που ειχαν μετοικιστει στο τελαβιβ, αυτουσ που κατοικουσαν κοντα στον ποταμο χεβαρ, και καθησα οπου καθονταν και εκεινοι, και παρεμεινα εκει αναμεσα τουσ επτα ημερεσ εκστατικοσ. και μετα τισ επτα ημερεσ, εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, σε εκανα φυλακα επανω στον οικο ισραηλ· ακουσε, λοιπον, τον λογο απο το στομα μου, και να τουσ νουθετησεισ απο μενα. οταν λεω στον ανομο: οπωσδηποτε θα θανατωθεισ, κι εσυ δεν τον νουθετησεισ, και δεν μιλησεισ για να αποτρεψεισ τον ανομο απο τον ανομο δρομο του, ωστε να σωσεισ τη ζωη του, εκεινοσ μεν ο ανομοσ θα πεθανει στην ανομια του· απο το χερι σου, ομωσ, θα ζητησω το αιμα του. αλλα, αν εσυ νουθετησεισ μεν τον ανομο, αυτοσ ομωσ δεν επιστρεφει απο την ανομια του, και απο τον ανομο δρομο του, εκεινοσ μεν θα πεθανει στην ανομια του· εσυ, ομωσ, ελευθερωσεσ την ψυχη σου. παλι, αν ο δικαιοσ εκτραπει απο τη δικαιοσυνη του, και πραξει ανομια, και εγω βαλω προσκομμα μπροστα του, εκεινοσ θα πεθανει· επειδη, δεν του εδωσεσ νουθεσια, θα πεθανει μεσα στην αμαρτια του, και η δικαιοσυνη του, που εκανε, δεν θαρθει σε ενθυμηση· ομωσ, απο το χερι σου θα ζητησω το αιμα του. αν, ομωσ, εσυ νουθετησεισ τον δικαιο για να μη αμαρτησει, κι αυτοσ δεν αμαρτησει, ο δικαιοσ βεβαια θα ζησει, επειδη νουθετηθηκε· κι εσυ ελευθερωσεσ την ψυχη σου. και εκει σταθηκε επανω μου το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και μου ειπε: σηκω, βγεσ εξω στην πεδιαδα, και εκει θα σου μιλησω. και σηκωθηκα, και βγηκα εξω στην πεδιαδα· και ξαφνου, η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στεκοταν εκει, σαν τη δοξα που ειχα δει κοντα στον ποταμο χεβαρ· και επεσα επανω στο προσωπο μου. και μπηκε μεσα μου το πνευμα, και με εστησε ορθιον στα ποδια μου, και μου μιλησε, και μου ειπε: πηγαινε, κλεισου μεσα στο σπιτι σου. επειδη, οσο για σενα, γιε ανθρωπου, δεσ, θα βαλουν επανω σου δεσμα, και θα σε δεσουν μ' αυτα, και δεν θα βγεισ εξω, στο μεσον τουσ. και θα κολλησω τη γλωσσα σου στον λαρυγγα σου, και θα γινεισ αλαλοσ· και δεν θα εισαι σ' αυτουσ ανδρασ που ελεγχει, επειδη ειναι οικοσ αποστατησ. ομωσ, οταν σου μιλησω, θα ανοιξω το στομα σου, και θα τουσ πεισ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: εκεινοσ που ακουει, ασ ακουει· και εκεινοσ που απειθει, ασ απειθει· επειδη, ειναι οικοσ αποστατησ.

4

κι εσυ, γιε ανθρωπου, παρε για τον εαυτο σου ενα κεραμιδι, και βαλ' το μπροστα σου, και σχεδιασε επανω του μια πολη, την ιερουσαλημ· και στησε μια πολιορκια εναντιον τησ, και κτισε εναντιον τησ προμαχωνεσ, και σηκωσε εναντιον τησ προχωματα, βαλε ακομα ενα στρατοπεδο εναντιον τησ, και στησε εναντιον τησ, ολογυρα, πολεμικα κριαρια. και παρε για τον εαυτο σου μια σιδερενια πλακα, και βαλ' την σαν σιδερενιον τοιχο αναμεσα σε σενα και την πολη, και στηριξε το προσωπο σου εναντιον τησ, και θα πολιορκηθει, και θα βαλεισ μια πολιορκια εναντιον τησ. αυτο θα ειναι σημαδι στον οικο ισραηλ. κι εσυ πλαγιασε επανω στο αριστερο σου πλευρο, και βαλε την ανομια του οικου ισραηλ επανω του· συμφωνα με τον αριθμο των ημερων, κατα τισ οποιεσ θα πλαγιασεισ επανω του, θα βασταξεισ την ανομια τουσ. επειδη, εγω εβαλα επανω σου τα χρονια τησ ανομιασ τουσ συμφωνα με τον αριθμο των ημερων, 390 ημερεσ· και θα βασταξεισ την ανομια του οικου ισραηλ. και αφου τισ τελειωσεισ, πλαγιασε ξανα επανω στο δεξι σου πλευρο, και θα βασταξεισ την ανομια του οικου ιηhυδα 40 ημερεσ· σου προσδιορισα καθε μια ημερα αντι για εναν χρονο. και θα στηριξεισ το προσωπο σου προσ την πολιορκια τησ ιερουσαλημ, και ο βραχιονασ σου θα ειναι γυμνοσ, και θα προφητευσεισ εναντιον τησ. και, δεσ, θα βαλω επανω σου δεσμα, και δεν θα στραφεισ απο το ενα πλευρο στο αλλο, μεχρισ οτου τελειωσεισ τισ ημερεσ τησ πολιορκιασ σου. κι εσυ παρε για τον εαυτο σου σιταρι, και κριθαρι, κουκια, και φακη, και κεχρι, και αρακα, και βαλ' τα σε ενα δοχειο, και κανε απ' αυτα ψωμια για τον εαυτο σου, συμφωνα με τον αριθμο των ημερων, κατα τισ οποιεσ θα πλαγιασεισ επανω στο πλευρο σου, 390 ημερεσ, και θα τρωσ απ' αυτα. και το φαγητο σου, που θα τρωσ απ' αυτα, θα ειναι με ζυγι, 20 σικλουσ την ημερα· απο καιρο μεχρι καιρο θα τρωσ απ' αυτα. και θα πινεισ νερο με μετρο, το ενα εκτο του ιν· θα πινεισ απο καιρο μεχρι καιρο. και θα τα τρωσ σαν κριθινεσ σταχτοπιτεσ, και θα τα ψηνεισ μπροστα στα ματια τουσ με κοπρανα που βγαινουν απο ανθρωπο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: ετσι μολυσμενο θα φανε οι γιοι ισραηλ το ψωμι τουσ αναμεσα στα εθνη, οπου θα τουσ διασκορπισω. κι εγω ειπα: α! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε! δεσ, η ψυχη μου δεν μολυνθηκε· επειδη, απο τη νιοτη μου μεχρι τωρα δεν εφαγα θνησιμαιο η θηριαλωτο· ουτε ποτε μπηκε στο στομα μου βδελυκτο κρεασ. και μου ειπε: δεσ, σου εδωσα κοπρο βοδιου αντι για ανθρωπινα κοπρανα, και μ' αυτη θα ψησεισ το ψωμι σου. και μου ειπε: γιε ανθρωπου, δεσ, εγω θα συντριψω το υποστηριγμα του ψωμιου στην ιερουσαλημ· και θα τρωνε ψωμι με ζυγι, και με στενοχωρια· και θα πινουν νερο με μετρο, και με αγωνια· για να καταντησουν σε ελλειψη ψωμιου και νερου· και θα εκπλησσονται ο ενασ προσ τον αλλον, και θα αναλωθουν εξαιτιασ των ανομιων τουσ.

5

κι εσυ, γιε ανθρωπου, παρε για τον εαυτο σου μια κοφτερη μαχαιρα· παρε για τον εαυτο σου ενα ξυραφι κουρεα, και θα το περασεισ επανω στο κεφαλι σου, κι επανω στο πηγουνι σου· επειτα, παρε για τον εαυτο σου πλαστιγγεσ με ζυγια, και διαιρεσε τα. το ενα τριτο θα τα καψεισ με φωτια στο μεσον τησ πολησ, ενω συμπληρωνονται οι ημερεσ τησ πολιορκιασ· και θα παρεισ το αλλο τριτο, και θα τα κατακοψεισ ολογυρα τησ με μαχαιρα· και το τελευταιο τριτο θα τα διασκορπισεισ στον αερα· και εγω θα γυμνωσω τη μαχαιρα πισω απ' αυτουσ. και απ' αυτα θα παρεισ καποια λιγα ακομα, και θα τα δεσεισ στα κρασπεδα σου. επειτα, παρε ακομα απ' αυτα, και ριξ' τα στο μεσον τησ φωτιασ, και κατακαψε τα με φωτια· απο εκει θα βγει φωτια σε ολοκληρο τον οικο ισραηλ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αυτη ειναι η ιερουσαλημ· εγω την εβαλα στη μεση των εθνων και των τοπων ολογυρα τησ. αυτη, ομωσ, αλλαξε τισ κρισεισ μου σε ανομια, χειροτερα απο τα εθνη, και τα διαταγματα μου, χειροτερα απο τουσ τοπουσ, που ειναι ολογυρα τησ· επειδη, απερριψαν τισ κρισεισ μου και τα διαταγματα μου· δεν περπατησαν σ' αυτα. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, εσεισ υπερβηκατε τα εθνη, που ειναι ολογυρα σασ, και δεν περπατησατε στα διαταγματα μου, και δεν εκτελεσατε τισ κρισεισ μου, αλλα δεν πραξατε ουτε και συμφωνα με τισ κρισεισ των εθνων, που ειναι ολογυρα σασ, γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, και εγω ειμαι εναντιον σου, και θα εκτελεσω κρισεισ αναμεσα σου μπροστα στα εθνη. και θα κανω σε σενα εκεινο που δεν εκανα ουτε και θα κανω ποτε παρομοιο του, για ολα τα βδελυγματα σου. γι' αυτο, οι πατερεσ θα φανε τα παιδια τουσ αναμεσα σου, και τα παιδια θα φανε τουσ πατερεσ τουσ· και θα εκτελεσω σε σενα κρισεισ· μαλιστα, ολοκληρο το υπολοιπο σου θα το διασκορπισω σε καθε ανεμο. γι' αυτο, ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· οπωσδηποτε, επειδη εσυ μολυνεσ τα αγια μου, με ολεσ τισ μιαρεσ πραξεισ σου, και με ολα τα βδελυγματα σου, και εγω, λοιπον, θα σε συντριψω· και το ματι μου δεν θα λυπηθει, και εγω δεν θα σε ελεησω. το ενα τριτο σου θα πεθανει απο μεταδοτικη αρρωστια, και θα αναλωθουν αναμεσα σου απο πεινα· και το αλλο τριτο θα πεσει ολογυρα σου απο ρομφαια· και το τελευταιο τριτο θα το διασκορπισω σε καθε ανεμο, και θα γυμνωσω μαχαιρα πισω απ' αυτουσ. και θα συντελεστει ο θυμοσ μου, και θα αναπαυσω την οργη μου επανω τουσ, και θα ευχαριστηθω· και θα γνωρισουν οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησα μεσα στον ζηλο μου, οταν συντελεσω εναντιον τουσ την οργη μου. και θα σε κανω ερημη, και ονειδοσ αναμεσα στα εθνη ολογυρα σου, μπροστα σε καθεναν που διαβαινει. και θα εισαι ονειδοσ και παιχνιδι, διδασκαλια και θαμβοσ, στα εθνη που ειναι ολογυρα σου, οταν εκτελεσω κρισεισ σε σενα με θυμο, και με οργη, και με επιτιμησεισ οργησ· εγω μιλησα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. οταν θα στειλω επανω τουσ τα κακα βελη τησ πεινασ, τα εξολοθρευτικα, που θα στειλω για να σασ εξολοθρευσω, θα επαυξησω ακομα την πεινα σε σασ, και θα συντριψω σε σασ το υποστηριγμα του ψωμιου. και θα στειλω επανω σασ πεινα και κακα θηρια, και θα απορφανιστειτε· και θα περασει απο σενα μεταδοτικη αρρωστια και αιμα· και θα φερω επανω σου ρομφαια· εγω μιλησα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

6

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, στηριξε το προσωπο σου προσ τα βουνα του ισραηλ, και προφητευσε εναντιον τουσ, και πεσ: βουνα του ισραηλ, ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ προσ τα βουνα και προσ τουσ λοφουσ, και προσ τα ρυακια, και προσ τισ κοιλαδεσ: δεστε, εγω, εγω θα φερω επανω σασ ρομφαια, και θα καταστρεψω τουσ ψηλουσ τοπουσ σασ. και τα θυσιαστηρια σασ θα αφανιστουν, και τα ειδωλα σασ θα συντριφτουν· και τουσ τραυματισμενουσ σασ θα καταβαλω μπροστα στα ξοανα σασ. και θα στρωσω τα πτωματα των γιων ισραηλ μπροστα στα ξοανα τουσ· και θα διασκορπισω τα κοκαλα σασ γυρω απο τα θυσιαστηρια σασ. σε ολοκληρη την κατοικηση σασ θα ερημωθουν οι πολεισ σασ, και οι ψηλοι τοποι θα αφανιστουν, ωστε τα θυσιαστηρια σασ να ερημωθουν και να αφανιστουν, και τα ξοανα σασ να συντριφτουν και να εκλειψουν, και τα ειδωλα σασ να πεσουν κατακομμενα, και τα εργα σασ να εξαλειφθουν. και οι τραυματισμενοι θα πεσουν αναμεσα σασ, και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ομωσ, θα αφησω ενα υπολοιπο, για να εχετε μερικουσ, που να εχουν ξεφυγει τη μαχαιρα αναμεσα στα εθνη, οταν διασκορπιστειτε στουσ τοπουσ. και οσοι απο σασ ξεφυγουν, θα με θυμουνται αναμεσα στα εθνη, οπου θα φερθουν αιχμαλωτοι, οταν θα φερω σε συντριβη την πορνικη τουσ καρδια, που ξεκλινε απο μενα, και τα ματια τουσ, που εκπορνευουν πισω απο τα ξοανα τουσ· και θα αποστρεφονται τον εαυτο τουσ για οσεσ κακιεσ επραξαν σε ολα τα βδελυγματα τουσ. και θα γνωρισουν οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν μιλησα ματαια, οτι επροκειτο να κανω σ' αυτουσ αυτα τα κακα. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: χτυπα με κροτο το χερι σου, και χτυπα με το ποδι σου, και πεσ: αλλοιμονο, για ολα τα κακα βδελυγματα του οικου ισραηλ! επειδη, θα πεσουν απο μαχαιρα, απο πεινα, και απο μεταδοτικη αρρωστια. αυτοσ που ειναι μακρια, θα πεθανει απο μεταδοτικη αρρωστια· κι αυτοσ που ειναι κοντα, θα πεσει απο μαχαιρα· ενω αυτοσ που εναπεμεινε, κι αυτοσ που πολιορκειται, θα πεθανει απο πεινα· ετσι θα συντελεσω την οργη μου επανω τουσ. και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν οι τραυματιεσ τουσ θα κειτονται αναμεσα στα ξοανα τουσ, γυρω απο τα θυσιαστηρια τουσ, επανω σε καθε ψηλον λοφο, επανω σε ολεσ τισ κορυφεσ των βουνων, και απο κατω απο καθε πρασινο δεντρο, και απο κατω απο καθε πυκνοφυλλη βελανιδια, τον τοπο οπου προσφεραν οσμη ευωδιασ σε ολα τα ξοανα τουσ. και θα απλωσω το χερι μου επανω τουσ, και θα κανω ερημη τη γη, ερημοτερη μαλιστα απο ο,τι η ερημοσ διβλαθα, σε ολεσ τουσ τισ κατοικησεισ· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

7

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: κι εσυ, γιε ανθρωπου, ακουσε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ προσ τη γη του ισραηλ: τελοσ, ηρθε το τελοσ, επανω στα τεσσερα ακρα τησ γησ. το τελοσ ηρθε επανω σου τωρα, και θα στειλω εναντιον σου την οργη μου, και θα σε κρινω συμφωνα με τουσ δρομουσ σου, και θα ανταποδωσω επανω σου ολα τα βδελυγματα σου. και το ματι μου δεν θα σε λυπηθει, και δεν θα ελεησω· αλλα θα ανταποδωσω επανω σου τουσ δρομουσ σου, και τα βδελυγματα σου θα ειναι αναμεσα σου· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: κακο, ενα κακο, δεσ, ερχεται· ηρθε το τελοσ, ηρθε το τελοσ, σηκωθηκε εναντιον σου· δεσ, εφτασε, το πρωι ηρθε επανω σου, κατοικε τησ γησ· ηρθε ο καιροσ, πλησιασε η ημερα τησ καταστροφησ, και οχι η αγαλλιαση των βουνων. τωρα αμεσωσ θα ξεχυνω την οργη μου επανω σου, και θα κανω συντελεια του θυμου μου επανω σου· θα σε κρινω συμφωνα με τουσ δρομουσ σου, και θα ανταποδωσω επανω σου ολα τα βδελυγματα σου. και το ματι μου δεν θα λυπηθει, και δεν θα ελεησω· θα ανταποδωσω συμφωνα με τουσ δρομουσ σου, και θα ειναι τα βδελυγματα σου αναμεσα σου· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που πατασσει. δεστε, η ημερα, δεστε, ηρθε· το πρωι φανηκε· η ραβδοσ ανθισε· η υπερηφανεια βλαστησε. η βια αυξηθηκε σε ραβδο ανομιασ· κανενασ απ' αυτουσ δεν θα μεινει ουτε απο το πληθοσ τουσ ουτε απ' αυτουσ που θορυβουν· και δεν θα υπαρχει αυτοσ που πενθει γι' αυτουσ. ο καιροσ ηρθε, η ημερα πλησιασε· αυτοσ που αγοραζει, ασ μη χαιρεται, κι αυτοσ που πουλαει, ασ μη θρηνει· επειδη, υπαρχει οργη επανω σε ολο το πληθοσ τησ. επειδη, ο πωλητησ δεν θα επιστρεψει σ' αυτο που πουληθηκε, αν και βρισκεται ακομα αναμεσα στουσ ζωντανουσ· επειδη, η οραση, αυτη για ολοκληρο το πληθοσ τουσ, δεν θα στρεψει προσ τα πισω· και κανενασ δεν θα στερεωσει τον εαυτο του, του οποιου η ζωη ειναι μεσα στην ανομια του. σαλπισαν με σαλπιγγα, και τα παντα ετοιμαστηκαν· ομωσ, κανενασ δεν πηγαινει για πολεμο· επειδη, η οργη μου ειναι εναντια σε ολο το πληθοσ τησ. η μαχαιρα ειναι απεξω, και η μεταδοτικη αρρωστια και η πεινα απο μεσα· αυτοσ που ειναι στο χωραφι, θα πεθανει απο μαχαιρα· εκεινον, ομωσ, στην πολη, θα τον καταφανε η πεινα και η μεταδοτικη αρρωστια. και οσοι απ' αυτουσ ξεφυγουν, θα διασωθουν, και θα ειναι επανω στα βουνα σαν τα περιστερια των κοιλαδων, ολοι αυτοι θρηνωντασ, καθε ενασ για τισ ανομιεσ του. ολα τα χερια θα παραλυσουν, και ολα τα γονατα θα ρευσουν σαν νερο. και θα περιζωστουν σακο, και φρικη θα τουσ σκεπασει· και ντροπη θα ειναι επανω στα προσωπα, και φαλακρωμα επανω σε ολα τα κεφαλια τουσ. θα ριξουν το ασημι τουσ στουσ δρομουσ, και το χρυσαφι τουσ θα ειναι σαν ακαθαρσια· το ασημι τουσ και το χρυσαφι τουσ δεν θα μπορεσουν να τουσ λυτρωσουν κατα την ημερα τησ οργησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεν θα χορτασουν τισ ψυχεσ τουσ, και δεν θα γεμισουν τισ κοιλιεσ τουσ· για τον λογο οτι, εγινε το προσκομμα τησ ανομιασ τουσ. επειδη, τη δοξα του στολισμου τουσ, τη μεταχειριστηκαν σε υπερηφανεια, και απ' αυτη εκαναν τισ εικονεσ των βδελυγματων τουσ, τα μισητα τουσ· γι' αυτο, εγω την καθιστω σ' αυτουσ ακαθαρσια. και θα την παραδωσω για διαρπαγη στα χερια ξενων, και για λαφυρο στουσ ασεβεισ τησ γησ· και θα τη βεβηλωσουν. και θα αποστρεψω το προσωπο μου απ' αυτουσ, και θα βεβηλωσουν το αδυτο μου· και οι λεηλατεσ θα μπουν σ' αυτο, και θα το βεβηλωσουν. κανε μια αλυσιδα, επειδη η γη ειναι γεματη απο κριση αιματων, και η πολη γεματη απο καταδυναστεια. γι' αυτο, θα φερω τουσ χειροτερουσ απο τα εθνη, και θα κληρονομησουν τα σπιτια τουσ· και θα καταβαλω την υπερηφανεια των ισχυρων· και τα αγια τουσ θα βεβηλωθουν. ερχεται ολεθροσ· και θα ζητησουν ειρηνη, και δεν θα υπαρχει. θα ερχεται συμφορα επανω σε συμφορα, και θα φτανει αγγελια επανω σε αγγελια· τοτε, θα ζητησουν οραση απο προφητη· και θα χαθει ο νομοσ απο τον ιερεα, και η βουλη απο τουσ πρεσβυτερουσ. ο βασιλιασ θα πενθησει, και ο αρχοντασ θα ντυθει αφανισμο, και τα χερια του λαου τησ γησ θα παραλυσουν· θα κανω συμφωνα με τουσ δρομουσ τουσ, και συμφωνα με τισ κρισεισ τουσ θα τουσ κρινω· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

8

και κατα τον εκτο χρονο, τον εκτο μηνα, την πεμπτη ημερα του μηνα, ενω εγω καθομουν στο σπιτι μου, και οι πρεσβυτεροι του ιηhυδα καθονταν μπροστα μου, το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου επεσε επανω μου, εκει. και ειδα, και να, ενα ομοιωμα σαν θεα φωτιασ· απο τη θεα τησ οσφυοσ του και κατω, φωτια· και απο την οσφυ του κι επανω, σαν θεα λαμψησ, σαν οψη απο ηλεκτρο. και ενα ομοιωμα χεριου απλωσε, και με επιασε απο τα μαλλια του κεφαλιου μου, και με υψωσε το πνευμα αναμεσα στη γη και τον ουρανο, και με εφερε με οραματα θεου στην ιερουσαλημ, στη θυρα τησ εσωτερικησ πυλησ, αυτησ που εβλεπε προσ βορραν, οπου στεκοταν το ειδωλο τησ ζηλοτυπιασ, που παροξυνει σε ζηλοτυπια. και να, η δοξα του θεου του ισραηλ ηταν εκει, συμφωνα με το οραμα που ειχα δει στην πεδιαδα. και μου ειπε: γιε ανθρωπου, υψωσε τωρα τα ματια σου προσ τον δρομο του βορρα. και υψωσα τα ματια μου προσ τον δρομο, που ειναι προσ βορραν, και να, προσ το βορειο μεροσ, στην πυλη του θυσιαστηριου, ηταν αυτο το ειδωλο τησ ζηλοτυπιασ προσ την εισοδο. τοτε, μου ειπε: γιε ανθρωπου, βλεπεισ εσυ τι κανουν αυτοι; τα μεγαλα βδελυγματα, που κανει εδω ο οικοσ ισραηλ, για να απομακρυνθω απο τα αγια μου; ομωσ, στρεψε ακομα, θα δεισ μεγαλυτερα βδελυγματα. και με εφερε στην πυλη τησ αυλησ· και ειδα, και ξαφνου, μια τρυπα στον τοιχο. και μου ειπε: γιε ανθρωπου, σκαψε τωρα στον τοιχο· και εσκαψα στον τοιχο, και ξαφνου, μια θυρα. και μου ειπε: μπεσ μεσα, και δεσ τα πονηρα βδελυγματα, που αυτοι κανουν εδω. και μπηκα μεσα, και ειδα· και να, υπηρχε καθε ομοιωμα απο ερπετα, και βδελυκτα ζωα, και ολα τα ειδωλα του οικου ισραηλ, ζωγραφισμενα επανω στον τοιχο, γυρω-γυρω. και μπροστα τουσ στεκονταν 70 ανδρεσ απο τουσ πρεσβυτερουσ του οικου ισραηλ· και στο μεσον τουσ στεκοταν ο ιααζανιασ, ο γιοσ του σαφαν· και καθενασ κρατουσε στο χερι του το δικο του θυμιατηριο· και ανεβαινε πυκνο νεφοσ απο θυμιαμα. και μου ειπε: γιε ανθρωπου, ειδεσ τι κανουν μεσα στο σκοταδι οι πρεσβυτεροι του οικου ισραηλ, καθε ενασ στο κρυφο του οικημα των εικονων του; επειδη, ειπαν: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν μασ βλεπει· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εγκατελειψε τη γη. και μου ειπε: στρεψε ακομα· θα δεισ μεγαλυτερα βδελυγματα, που αυτοι κανουν. και με εφερε στα προθυρα τησ πυλησ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειναι προσ βορραν, και να, εκει καθονταν γυναικεσ που θρηνουσαν τον θαμμουζ. και μου ειπε: ειδεσ, γιε ανθρωπου; στρεψε ακομα· θα δεισ μεγαλυτερα βδελυγματα απ' αυτα. και με εφερε μεσα στην εσωτερικη αυλη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και να, στη θυρα του ναου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αναμεσα στη στοα και στο θυσιαστηριο, περιπου 25 ανδρεσ, με τισ πλατεσ τουσ προσ τον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τα προσωπα τουσ προσ τα ανατολικα· και προσκυνουσαν τον ηλιο προσ τα ανατολικα. και μου ειπε: ειδεσ, γιε ανθρωπου; ειναι μικρο αυτο στον οικο του ιηhυδα, να κανουν τα βδελυγματα, που αυτοι κανουν εδω; ωστε γεμισαν τη γη απο καταδυναστεια, και ξεκλιναν για να με παροργισουν· και να, βαζουν ενα κλαδι στα ρουθουνια τουσ. κι εγω, λοιπον, θα φερθω με οργη· το ματι μου δεν θα λυπηθει ουτε θα ελεησει· και οταν κραξουν στα αυτια μου με δυνατη φωνη, δεν θα τουσ εισακουσω.

9

και εκραξε στα αυτια μου με δυνατη φωνη, λεγοντασ: ασ πλησιασουν οι ταγμενοι εναντια στην πολη, καθε ενασ εχοντασ το οπλο του τησ εξολοθρευσησ στο χερι του. και ξαφνου, εξι ανδρεσ ερχονταν απο τον δρομο τησ ψηλοτερησ πυλησ, αυτησ που εβλεπε προσ βορραν, καθε ενασ εχοντασ στο χερι του οπλο κατασυντριμμου· και στο κεντρο τουσ ενασ ανθρωποσ ντυμενοσ λινα, με καλαμαρι γραμματεα στην οσφυ του· και αφου μπηκαν μεσα, σταθηκαν κοντα στο χαλκινο θυσιαστηριο. και η δοξα του θεου του ισραηλ ανεβηκε επανω απο τα χερουβειμ, επανω απο τα οποια ηταν, στο κατωφλι του οικου· και φωναξε προσ τον ανδρα, που ηταν ντυμενοσ τα λινα, αυτον που ειχε στην οσφυ του το καλαμαρι του γραμματεα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: περασε μεσα απο την πολη, μεσα απο την ιερουσαλημ, και κανε ενα σημαδι επανω στα μετωπα των ανδρων, αυτων που στεναζουν και βοουν για ολα τα βδελυγματα που γινονται αναμεσα τησ. και στουσ αλλουσ ειπε, ενω εγω ακουγα: περαστε πισω απ' αυτον μεσα απο την πολη, και παταξτε· το ματι σασ ασ μη λυπηθει, και μη ελεησετε· γεροντεσ, νεουσ, και παρθενεσ, και νηπια, και γυναικεσ, φονευστε μεχρι εξαλειψησ· σε οποιον ανθρωπο, ομωσ, επανω στον οποιο ειναι το σημαδι, μη πλησιασετε· και αρχιστε απο το θυσιαστηριο μου. και αρχισαν απο τουσ ανδρεσ των πρεσβυτερων, που ησαν μπροστα στον οικο. και τουσ ειπε: μολυνετε τον οικο, και γεμιστε τισ αυλεσ απο τραυματιεσ· βγειτε εξω. και βγηκαν εξω, και παταξαν μεσα στην πολη. κι ενω αυτοι συνεχιζαν να τουσ πατασσουν, εγω που εναπεμεινα επεσα επανω στο προσωπο μου, και αναβοησα, και ειπα: αλλοιμονο! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε! εσυ εξαλειφεισ ολοκληρο το υπολοιπο του ισραηλ, εκχεοντασ την οργη σου επανω στην ιερουσαλημ; και μου ειπε: η ανομια του οικου του ισραηλ και του ιηhυδα υπερπληθυνε σε υπερβολικο βαθμο, και η γη ειναι γεματη απο αιματα, και η πολη ειναι γεματη απο διαφθορα· επειδη, λενε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εγκατελειψε τη γη, και: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν βλεπει. κι εγω, λοιπον, το ματι μου δεν θα λυπηθει, και δεν θα ελεησω· επανω στο κεφαλι τουσ θα ανταποδωσω τουσ δρομουσ τουσ. και ξαφνου, ο ανδρασ, που ηταν ντυμενοσ τα λινα, αυτοσ που ειχε στην οσφυ του το καλαμαρι, εφερε απαντηση, λεγοντασ: εκανα οπωσ με προσταξεσ.

10

επειτα, ειδα, και ξαφνου, επανω στο στερεωμα, που ειναι απο πανω απο το κεφαλι των χερουβειμ, φαινοταν απο πανω τουσ σαν πετρα σαπφειρου, συμφωνα με τη θεα του ομοιωματοσ του θρονου. και μιλησε στον ανδρα, που ηταν ντυμενοσ τα λινα, και ειπε: μπεσ μεσα, αναμεσα στουσ τροχουσ, κατω απο τα χερουβειμ, και γεμισε το χερι σου με καρβουνα φωτιασ απο μεσα απο τα χερουβειμ και διασκορπισε τα επανω στην πολη. και μπηκε μπροστα μου. και τα χερουβειμ στεκονταν στα δεξια του οικου, οταν εμπαινε ο ανδρασ· και η νεφελη γεμισε την εσωτερικη αυλη. και η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh υψωθηκε απο πανω απο τα χερουβειμ προσ το κατωφλι του οικου· και η νεφελη γεμισε τον οικο, και η αυλη γεμισε απο τη λαμψη τησ δοξασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο ηχοσ, απο τισ φτερουγεσ των χερουβειμ, ακουγοταν μεχρι την εξωτερικη αυλη, σαν φωνη του παντοδυναμου θεου, οταν μιλαει. και οταν προσταξε τον ανδρα, που ηταν ντυμενοσ τα λινα, λεγοντασ: παρε φωτια απο το μεσον των τροχων, απο το μεσον των χερουβειμ, τοτε μπηκε μεσα, και σταθηκε κοντα στουσ τροχουσ. και ενα χερουβ απλωσε το χερι του μεσα απο τα χερουβειμ, προσ τη φωτια που ηταν στο μεσον των χερουβειμ, και πηρε απ' αυτη, και την εβαλε στα χερια εκεινου που ηταν ντυμενοσ τα λινα· και εκεινοσ την πηρε,και βγηκε εξω. και φαινοταν ενα ομοιωμα χεριου ανθρωπου στα χερουβειμ, κατω απο τισ φτερουγεσ τουσ. και ειδα, και ξαφνου, τεσσερισ τροχοι κοντα στα χερουβειμ, ενασ τροχοσ κοντα σε ενα χερουβ, και ενασ τροχοσ κοντα σε αλλο χερουβ· και η θεα των τροχων ηταν σαν οψη απο πετρα βηρυλλου. και για τη θεα τουσ, και οι τεσσερισ τροχοι ειχαν το ιδιο ομοιωμα, σαν να ηταν τροχοσ στο μεσον αλλου τροχου. ενω βαδιζαν, πορευονταν προσ τα τεσσερα τουσ πλαγια· δεν εστρεφαν καθωσ βαδιζαν, αλλα σε οποιον τοπο κατευθυνοταν ο πρωτοσ, οι αλλοιτον ακολουθουσαν· ενω βαδιζαν, δεν εστρεφαν. και το σωμα ολων τουσ, και τα νωτα τουσ, και τα χερια τουσ, και οι φτερουγεσ τουσ, και οι τροχοι, οι τεσσερισ τροχοι τουσ, ησαν ολογυρα γεματοι απο ματια. για δε τουσ τροχουσ, αυτοι αποκαλουνταν, ενω εγω το ακουγα, γαλγαλ. και καθε ενα ειχε τεσσερα προσωπα· το προσωπο του ενοσ, ηταν προσωπο χερουβ· και το προσωπο του δευτερου, προσωπο ανθρωπου· και του τριτου, προσωπο λιονταριου· και του τεταρτου, προσωπο αετου. και τα χερουβειμ υψωθηκαν· αυτο ειναι το ζωο, που ειχα δει κοντα στον ποταμο χεβαρ. και οταν τα χερουβειμ πορευονταν, πορευονταν κοντα τουσ και οι τροχοι· και οταν τα χερουβειμ σηκωναν τισ φτερουγεσ τουσ για να ανυψωθουν απο τη γη, και αυτοι οι τροχοι δεν ξεκλιναν απο κοντα τουσ. και οταν στεκονταν, στεκονταν και εκεινοι· και οταν ανυψωνονταν, ανυψωνονταν μαζι τουσ και εκεινοι· επειδη, το πνευμα των ζωων ηταν μεσα σ' αυτουσ. και η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βγηκε απο το κατωφλι του οικου, και σταθηκε επανω στα χερουβειμ. και τα χερουβειμ υψωσαν τισ φτερουγεσ τουσ, και ανυψωθηκαν απο τη γη μπροστα μου· οταν βγηκαν, ησαν και οι τροχοι κοντα τουσ· και σταθηκαν στη θυρα τησ ανατολικησ πυλησ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και η δοξα του θεου του ισραηλ ηταν επανω τουσ, απο πανω. αυτο ειναι το ζωο που ειχα δει απο κατω απο τον θεο του ισραηλ κοντα στον ποταμο χεβαρ· και γνωρισα οτι ησαν χερουβειμ. καθε ενα ειχε απο τεσσερα προσωπα, και καθε ενα ειχε τεσσερισ φτερουγεσ, και ομοιωμα χεριων ανθρωπου κατω απο τισ φτερουγεσ τουσ. και τα προσωπα τουσ ησαν συμφωνα με το ομοιωμα, τα ιδια προσωπα, που ειχα δει κοντα στον ποταμο χεβαρ, η θεα τουσ, κι αυτα· και πορευονταν καθε ενα κατευθειαν μπροστα απο το προσωπο του.

11

και το πνευμα με σηκωσε, και με εφερε στην ανατολικη πυλη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτη που εβλεπε στα ανατολικα· και να, στη θυρα τησ πυλησ ησαν 25 ανδρεσ, κι αναμεσα τουσ ειδα τον ιααζανια, τον γιο του αζωρ, και τον φελατια, τον γιο του βεναια, που ησαν αρχοντεσ του λαου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: γιε ανθρωπου, αυτοι ειναι οι ανδρεσ, που συλλογιζονται αδικια, και που συμβουλευουν κακη συμβουλη σ' αυτη την πολη· αυτοι που λενε: δεν υπαρχει πλησιον· ασ χτισουμε σπιτια· αυτη η πολη ειναι ο λεβητασ κι εμεισ το κρεασ. γι' αυτο, προφητευσε εναντιον τουσ, προφητευσε, γιε ανθρωπου. και πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επεσε επανω μου, και μου ειπε: μιλησε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· συμφωνα μ' αυτο τον τροπο εχετε μιλησει, οικοσ ισραηλ· επειδη, τισ σκεψεισ του πνευματοσ σασ, εγω τισ ξερω. εχετε πληθυνει τουσ φονευμενουσ σασ μεσα σ' αυτη την πολη, και εχετε γεμισει τουσ δρομουσ τησ απο φονευμενουσ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: οι φονευμενοι σασ, που βαλατε στο μεσον τησ, αυτοι ειναι το κρεασ, και αυτη η πολη ο λεβητασ· εσασ, ομωσ, μεσα απ' αυτη εξω θα σασ βγαλω. φοβηθηκατε τη μαχαιρα· αλλα, μαχαιρα θα φερω επανω σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και μεσα απ' αυτη εξω θα σασ βγαλω, και θα σασ παραδωσω σε χερια αλλοφυλων· και θα εκτελεσω επανω σασ κρισεισ. θα πεσετε με ρομφαια· θα σασ κρινω στα ορια του ισραηλ· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αυτη η πολη δεν θα ειναι σε σασ ο λεβητασ ουτε εσεισ θα ειστε στο μεσον τησ το κρεασ· θα σασ κρινω στα ορια του ισραηλ· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, δεν περπατησατε στα διαταγματα μου ουτε εκτελεσατε τισ κρισεισ μου, αλλα πραξατε συμφωνα με τισ κρισεισ των εθνων, που ειναι ολογυρα σασ. και ενω εγω προφητευα, ο φελατιασ, ο γιοσ του βεναια πεθανε. τοτε, επεσα επανω στο προσωπο μου, και αναβοησα με δυνατη φωνη, και ειπα: αλλοιμονο! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε! συντελεια θελεισ να κανεισ εσυ στο υπολοιπο του ισραηλ; και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, οι αδελφοι σου, οι αδελφοι σου, οι ανδρεσ τησ συγγενειασ σου, και ολοκληροσ ο οικοσ ισραηλ, ειναι εκεινοι στουσ οποιουσ αυτοι που κατοικουν στην ιερουσαλημ ειπαν: απομακρυνθειτε απο τον κυριο· αυτη η γη μασ δοθηκε για κληρονομια. γι' αυτο, πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αν και τουσ απερριψα μακρυα αναμεσα στα εθνη, αν και τουσ διασκορπισα στουσ τοπουσ, θα ειμαι ομωσ σ' αυτουσ σαν μικρο αγιαστηριο, στουσ τοπουσ οπου πηγαινουν. γι' αυτο, πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: και θα σασ συγκεντρωσω απο τουσ λαουσ, και θα σασ συγκεντρωσω απο τουσ τοπουσ οπου ειστε διασκορπισμενοι, και θα σασ δωσω τη γη ισραηλ. και αφου ερθουν εκει, θα σηκωσουν απ' αυτη ολα τα βδελυγματα τησ, και ολα τα μιαρα τησ. και θα τουσ δωσω καρδια μια, και πνευμα νεο θα βαλω μεσα σασ· και αφου αποσπασω την πετρινη καρδια απο τη σαρκα τουσ, θα τουσ δωσω σαρκινη καρδια, για να περπατουν στα διαταγματα μου, και να φυλαττουν τισ κρισεισ μου, και να τισ εκτελουν· και θα ειναι λαοσ μου, και εγω θα ειμαι θεοσ τουσ. αλλα, εκεινων, που η καρδια περπαταει συμφωνα με την επιθυμια των βδελυγματων τουσ και των μιαρων τουσ, θα τουσ ανταποδωσω τουσ δρομουσ τουσ εναντια στο κεφαλι τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. τοτε, τα χερουβειμ υψωσαν τισ φτερουγεσ τουσ, και οι τροχοι τουσ ανεβαιναν κοντα τουσ· και η δοξα του θεου του ισραηλ ηταν επανω τουσ, απο πανω. και η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανεβηκε μεσα απο την πολη, και σταθηκε επανω στο βουνο, αυτο που ειναι προσ τα ανατολικα τησ πολησ. και το πνευμα με ανελαβε, και διαμεσου οραματοσ, με εφερε με το πνευμα του θεου στη γη των χαλδαιων, στουσ αιχμαλωτουσ. τοτε, το οραμα, που ειχα δει, εφυγε απο μενα. και μιλησα στουσ αιχμαλωτουσ ολα τα πραγματα, οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε δειξει σε μενα.

12

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, εσυ κατοικεισ αναμεσα σε οικον αποστατη, που εχουν ματια για να βλεπουν, αλλα δεν βλεπουν· αυτια για να ακουν, αλλα δεν ακουν· επειδη, ειναι οικοσ αποστατησ. γι' αυτο, εσυ, γιε ανθρωπου, ετοιμασε για τον εαυτο σου μια αποσκευη μετοικεσιασ, και να μετοικιστεισ την ημερα μπροστα τουσ· και θα μετοικιστεισ απο τον τοπο σου σε εναν αλλο τοπο μπροστα τουσ· ισωσ προσεξουν, αν και ειναι οικοσ αποστατησ. και θα φερεισ εξω την αποσκευη σου την ημερα μπροστα τουσ, σαν αποσκευη μετοικεσιασ· και εσυ θα βγεισ εξω την εσπερα μπροστα τουσ, σαν εκεινουσ που εξερχονται για μετοικεσια. μπροστα τουσ κανε ενα ανοιγμα στον τοιχο, και φερ' την εξω διαμεσου αυτου. μπροστα τουσ θα τη σηκωσεισ επανω στουσ ωμουσ, και θα τη βγαλεισ εξω, ενω ειναι σκοτεινα· θα σκεπασεισ το προσωπο σου, και δεν θα δεισ τη γη· επειδη, σε εδωσα ωσ σημειο στον οικο ισραηλ. και εκανα οπωσ προσταχθηκα· εφερα εξω την αποσκευη μου την ημερα, σαν αποσκευη μετοικεσιασ, και την εσπερα εκανα για τον εαυτο μου ενα ανοιγμα στον τοιχο με το χερι· την εφερα εξω, ενω ηταν σκοταδι, μπροστα τουσ τη σηκωσα επανω στουσ ωμουσ. και το πρωι εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, ο οικοσ ισραηλ, ο αποστατησ οικοσ, δεν σου ειπε: τι κανεισ εσυ; πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αυτο το φορτιο αφορα τον αρχοντα, που ειναι στην ιερουσαλημ, και ολοκληρο τον οικο ισραηλ, που ειναι αναμεσα τουσ. πεσ τουσ: εγω ειμαι το σημειον σασ· οπωσ εκανα εγω, ετσι θα γινει σ' αυτουσ· σε μετοικεσια, και σε αιχμαλωσια θα πανε. και ο αρχοντασ, που ειναι αναμεσα τουσ θα φορτωθει επανω στουσ ωμουσ, ενω ειναι σκοταδι, και θα βγαλει εξω την οικοσκευη· θα ανοιξουν τον τοιχο για να τη βγαλουν εξω διαμεσου αυτου· θα σκεπασει το προσωπο του, για να μη δει τη γη με τα ματια του. θα απλωσω, ομωσ, το διχτυ μου επανω του, και θα πιαστει στα βροχια μου· και θα τον φερω στη βαβυλωνα, τη γη των χαλδαιων· αλλα, δεν θα τη δει, και θα πεθανει εκει. και θα διασπειρω σε καθε ανεμο ολουσ οσουσ ειναι γυρω του για να τον βοηθουν, και ολεσ τισ δυναμεισ του· και θα γυμνωσω μαχαιρα πισω απ' αυτουσ. και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν τουσ διασκορπισω αναμεσα στα εθνη, και τουσ διασπειρω στουσ τοπουσ. ομωσ, θα αφησω καποιουσ λιγουσ απ' αυτουσ απο τη ρομφαια, απο την πεινα, και απο τη μεταδοτικη αρρωστια, για να διηγουνται ολα τα βδελυγματα τουσ αναμεσα στα εθνη, οπου πηγαινουν· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, φαε το ψωμι σου με τρομο, και πιεσ το νερο σου με φρικη και αγωνια. και πεσ στον λαο τησ γησ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ για τουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, και για τη γη του ισραηλ: θα φανε το ψωμι τουσ με αγωνια, και θα πιουν το νερο τουσ με εκσταση· επειδη, η γη τησ θα ερημωθει απο το πληρωμα τησ, εξαιτιασ τησ ανομιασ ολων αυτων που κατοικουν σ' αυτη· και οι πολεισ που κατοικουνται, θα ερημωθουν, και η γη θα αφανιστει· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, ποια ειναι η παροιμια, που εχετε στη γη ισραηλ, λεγοντασ: οι ημερεσ μακραινουν, και ολη η οραση χαθηκε; γι' αυτο, πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: θα κανω αυτη την παροιμια να σταματησει, και στο εξησ δεν θα χρησιμοποιουν αυτη την παροιμια στον ισραηλ· αλλα, πεσ τουσ: πλησιαζουν οι ημερεσ, και η εκπληρωση καθε ορασησ· επειδη, δεν θα ειναι πλεον καμια οραση αναληθησ ουτε κολακευτικη προρρηση, μεσα στον ισραηλ. επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· εγω θα μιλησω, και ο λογοσ που θα μιλησω, θα εκτελεστει· δεν θα μακρυνει πλεον· επειδη, στισ ημερεσ σασ, ω οικοσ αποστατησ, θα μιλησω εναν λογο, και θα τον εκτελεσω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, δεσ, ο οικοσ ισραηλ λενε: η οραση, που αυτοσ βλεπει, αναφερεται σε πολλεσ ημερεσ, και προφητευει για μακρινουσ χρονουσ. γι' αυτο, πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: κανενα απο τα λογια μου δεν θα μακρυνει πλεον, αλλα ο λογοσ που μιλησα θα εκτελεστει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ.

13

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, προφητευσε εναντια στουσ προφητεσ του ισραηλ που προφητευουν, και πεσ σ' αυτουσ που προφητευουν απο τη δικη τουσ καρδια: ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αλλοιμονο στουσ μωρουσ προφητεσ, που περπατουν πισω απο το πνευμα τουσ, και δεν εχουν δει καμια οραση! ισραηλ, οι προφητεσ σου ειναι σαν τισ αλεπουδεσ στισ ερημουσ. δεν εχετε ανεβει στισ χαλαστρεσ ουτε εχετε ανεγειρει περιφραγματα υπερ του οικου ισραηλ, για να σταθει στη μαχη, την ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ειδαν ματαιοτητεσ και αναληθεισ μαντειεσ, που λενε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh λεει: ενω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν τουσ εχει αποστειλει· και εκαναν τουσ ανθρωπουσ να ελπιζουν οτι ο λογοσ τουσ θα εκπληρωνοταν. δεν ειδατε ματαιεσ ορασεισ, και μιλησατε αναληθεισ μαντειεσ, και λετε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε, ενω εγω δεν μιλησα; γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, μιλησατε ματαιοτητεσ, και ειδατε ψεματα, γι' αυτο, δεστε, εγω ειμαι εναντιον σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και το χερι μου θα ειναι εναντια στουσ προφητεσ, αυτουσ που βλεπουν ματαιοτητεσ, και που μαντευουν ψεματα· δεν θα ειναι στη βουλη του λαου μου, και στην καταγραφη του οικου ισραηλ δεν θα καταγραφουν ουτε θα μπουν μεσα στη γη του ισραηλ· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. επειδη, ναι, επειδη πλανησαν τον λαο μου, λεγοντασ: ειρηνη· και δεν υπαρχει ειρηνη· και ο ενασ εκτιζε τοιχο, και δεσ, οι αλλοι τον περιαλειφαν με αμαλαχτο πηλο· πεσ σ' αυτουσ, που αλειφουν με αμαλαχτο πηλο, οτι θα πεσει· θα γινει βροχη που κατακλυζει· κι εσεισ, πετρεσ απο χαλαζι, θα πεσετε επανω του, και θυελλωδησ ανεμοσ θα τον σχισει. δεστε, οταν πεσει ο τοιχοσ, δεν θα σασ πουν: που ειναι η αλοιφη με την οποια τον αλειψατε; γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: οπωσδηποτε θα τον σχισω μεσα στην οργη μου με θυελλωδη ανεμο· και στον θυμο μου θα γινει βροχη που κατακλυζει, και μεσα στην οργη μου πετρεσ απο φοβερο χαλαζι, για να τον καταστρεψουν. και θα ανατρεψω τον τοιχο, που αλειψατε με αμαλαχτο πηλο, και θα τον κατεδαφισω, και θα αποκαλυφθουν τα θεμελια του, και θα πεσει, κι εσεισ θα απολεστειτε μαζι μεσα σ' αυτον· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα συντελεσω τον θυμο μου εναντια στον τοιχο, και εναντια σ' αυτουσ που τον αλειψαν με αμαλαχτο πηλο, και θα σασ πω: ο τοιχοσ δεν υπαρχει ουτε αυτοι που τον ειχαν αλειψει, οι προφητεσ του ισραηλ, αυτοι που προφητευουν για την ιερουσαλημ, και βλεπουν γι' αυτην οραματα ειρηνησ, και δεν υπαρχει ειρηνη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. κι εσυ, γιε ανθρωπου, στηριξε το προσωπο σου εναντια στισ θυγατερεσ του λαου σου, αυτεσ που προφητευουν απο τη δικη τουσ καρδια· και προφητευσε εναντιον τουσ, και πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αλλοιμονο σ' εκεινεσ που ραβουν μαζι προσκεφαλα για καθε αγκωνα χεριου, και κανουν καλυπτρεσ επανω στο κεφαλι καθε ηλικιασ, για να δελεαζουν ψυχεσ! δελεαζετε τισ ψυχεσ του λαου μου, και θα σωσετε τισ δικεσ σασ ψυχεσ; και θα με βεβηλωνετε αναμεσα στον λαο μου για μια δραξια κριθαρι, και για μερικα κομματια ψωμι, ωστε να θανατωνετε ψυχεσ, που δεν επρεπε να πεθανουν, και να σωζετε ψυχεσ, που δεν επρεπε να ζουν, λεγοντασ ψεματα προσ τον λαο μου, ο οποιοσ ακουει ψεματα; γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεστε, εγω ειμαι εναντια στα προσκεφαλα σασ, με τα οποια δελεαζετε τισ ψυχεσ, για να πετουν προσ εσασ, και θα τα ξεσχισω απο τουσ βραχιονεσ σασ, και θα αφησω τισ ψυχεσ να φυγουν, τισ ψυχεσ που εσεισ δελεαζετε για να πετουν προσ εσασ. και θα ξεσχισω τισ καλυπτρεσ σασ, και θα ελευθερωσω τον λαο μου απο το χερι σασ, και δεν θα ειναι πλεον στο χερι σασ, για να δελεαζονται· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, με τα ψεματα θλιψατε την καρδια του δικαιου, που εγω δεν λυπησα· και ενισχυσατε τα χερια του κακουργου, ωστε να μη επιστρεψει απο τον πονηρο του δρομο, για να σωσω τη ζωη του· γι' αυτο, δεν θα δειτε πλεον ματαιοτητα, και δεν θα μαντεψετε μαντειεσ· και θα ελευθερωσω τον λαο μου απο το χερι σασ· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

14

και ηρθαν σε μενα μερικοι απο τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ, και καθησαν μπροστα μου. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, οι ανδρεσ αυτοι ανεβασαν τα ειδωλα τουσ στην καρδια τουσ, και πηραν το προσκομμα τησ ανομιασ τουσ μπροστα στο προσωπο τουσ· θα αναζητιομουν πραγματικα απ' αυτουσ; γι' αυτο, μιλησε τουσ, και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: σε καθε ανθρωπο απο τον οικο ισραηλ, οποιοσ ανεβασει τα ειδωλα του στην καρδια του, και βαλει το προσκομμα τησ ανομιασ του μπροστα στο προσωπο του, και ερθει στον προφητη, εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα του απαντησω, καθωσ ερχεται, συμφωνα με το πληθοσ των ειδωλων του· για να πιασω τον οικο ισραηλ απο την καρδια τουσ, επειδη ολοι απαλλοτριωθηκαν απο μενα διαμεσου των ειδωλων τουσ. γι' αυτο, πεσ στον οικο ισραηλ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: μετανοηστε, και επιστρεψτε απο τα ειδωλα σασ, και αποστρεψτε τα προσωπα σασ απο ολα τα βδελυγματα σασ. επειδη, σε καθε ανθρωπο απο τον οικο ισραηλ, και απο τουσ ξενουσ που παροικουν στον ισραηλ, οποιοσ απαλλοτριωθει απο μενα, και ανεβασει τα ειδωλα του στην καρδια του, και βαλει το προσκομμα τησ ανομιασ του μπροστα στο προσωπο του, και ερθει στον προφητη για να τον ρωτησει για μενα, εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα του απαντησω για μενα· και θα στησω το προσωπο μου εναντια στον ανθρωπο εκεινον, και θα τον κανω σημειον και παροιμια, και θα τον αποκοψω μεσα απο τον λαο μου· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και αν πλανηθει ο προφητησ και μιλησει εναν λογο, εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh πλανησα εκεινον τον προφητη· και θα απλωσω το χερι μου επανω του, και θα τον εξολοθρευσω μεσα απο τον λαο μου ισραηλ. και θα παρουν την ποινη τησ ανομιασ τουσ· η ποινη του προφητη θα ειναι σαν την ποινη εκεινου που ρωταει· για να μη αποπλανιεται πλεον ο οικοσ ισραηλ απο μενα, και να μη μολυνονται πλεον με ολεσ τισ παραβασεισ τουσ, αλλα να ειναι λαοσ μου, και εγω να ειμαι θεοσ τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, οταν καποια γη αμαρτησει σε μενα με βαρια παραβαση, τοτε θα απλωσω το χερι μου επανω τησ, και θα συντριψω το υποστηριγμα του ψωμιου τησ, και θα στειλω εναντιον τησ πεινα, και θα αποκοψω απ' αυτη ανθρωπον και κτηνοσ· και αν αυτοι οι τρεισ ανδρεσ: ο νωε, ο δανιαλ, και ο ιωβ, ησαν μεσα σ' αυτη, αυτοι μονοι θα εσωζαν τισ ψυχεσ τουσ εξαιτιασ τησ δικαιοσυνησ τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και αν θα εφερνα εναντια στη γη κακα θηρια, και την εφθειραν, ωστε να αφανιστει, ωστε να μη μπορει καποιοσ να περασει διαμεσου αυτησ εξαιτιασ των θηριων, και αν οι τρεισ αυτοι ανδρεσ βρισκονταν μεσα σ' αυτη, ζω εγω λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, δεν θα εσωζαν ουτε γιουσ ουτε θυγατερεσ· αυτοι μονοι θα σωζονταν, και η γη θα αφανιζοταν. η, και αν εφερνα ρομφαια επανω σ' εκεινη τη γη, και ελεγα: ρομφαια, περασε μεσα απο τη γη, ωστε να αποκοψω απ' αυτη ανθρωπον και κτηνοσ, και αν αυτοι οι τρεισ ανδρεσ βρισκονταν μεσα σ' αυτη, ζω εγω λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, δεν θα εσωζαν γιουσ και θυγατερεσ, αλλ' αυτοι μονοι θα σωζονταν. η, αν εφερνα θανατικο επανω σ' εκεινη τη γη· και ξεχυνα την οργη μου επανω τησ με αιμα, ωστε να αποκοψω απ' αυτη ανθρωπον και κτηνοσ, και βρισκονταν μεσα σ' αυτη ο νωε, ο δανιαλ, και ο ιωβ, ζω εγω λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, δεν θα εσωζαν ουτε γιο ουτε θυγατερα· αυτοι μονοι θα εσωζαν τισ ψυχεσ τουσ εξαιτιασ τησ δικαιοσυνησ τουσ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: ποσο μαλλον, λοιπον, οταν στειλω τισ τεσσερισ δεινεσ κρισεισ μου επανω στην ιερουσαλημ: τη ρομφαια, και την πεινα, και τα κακα θηρια, και το θανατικο, ωστε να αποκοψω απ' αυτη ανθρωπον και κτηνοσ; ομωσ, δεστε, θα μενουν σ' αυτη μερικα λειψανα, καποιοι διασωσμενοι, γιοι και θυγατερεσ· δεστε, αυτοι θα βγουν εξω προσ εσασ, και θα δειτε τουσ δρομουσ τουσ και τισ πραξεισ τουσ· και θα παρηγορηθειτε για τα κακα που εφερα επανω στην ιερουσαλημ, για ολα οσα εφερα επανω τησ. κι αυτοι θα σασ παρηγορησουν, οταν δειτε τουσ δρομουσ τουσ και τισ πραξεισ τουσ· και θα γνωρισετε οτι εγω δεν εκανα χωρισ αιτια ολα οσα εκανα μεσα σ' αυτη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ.

15

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, τι θα ηταν το ξυλο τησ αμπελου απεναντι σε καθε αλλο ξυλο, τα κληματα απεναντι σε ο,τι ειναι μεσα στα ξυλα του δρυμου; θα επαιρναν απ' αυτη ξυλο για να μεταχειριστουν σε εργασια; η, θα επαιρναν απ' αυτη εναν πασσαλο, για να κρεμασουν σ' αυτον καποιο σκευοσ; δεσ, ριχνεται στη φωτια για να καταναλωθει· η φωτια κατατρωει και τισ δυο ακρεσ τουσ, αλλα και το μεσαιο του μεροσ κατακαιγεται· θα ειναι χρησιμο σε εργασια; δεσ, οταν ηταν ακεραιο, δεν χρησιμευε σε εργασια· ποσο λιγοτερο θα ειναι χρησιμο για εργασια, αφου το κατεφαγε η φωτια, και καηκε; γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: οπωσ ειναι το ξυλο τησ αμπελου μεσα στα ξυλα του δρυμου, που το παρεδωσα στη φωτια για να καταναλωθει, ετσι θα παραδωσω αυτουσ που κατοικουν την ιερουσαλημ. και θα στησω το προσωπο μου εναντιον τουσ· θα βγουν εξω απο τη φωτια, και η φωτια θα τουσ καταφαει· και οταν στησω το προσωπο μου εναντιον τουσ, θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα παραδωσω τη γη σε αφανισμο, επειδη εγιναν παραβατεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ.

16

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, κανε την ιερουσαλημ να γνωρισει τα βδελυγματα τησ, και πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ προσ την ιερουσαλημ: η ριζα σου και η γεννηση σου ειναι απο τη γη των χαναναιων· ο πατερασ σου ηταν αμορραιοσ, και η μητερα σου χετταια. και στη γεννηση σου, κατα την ημερα που γεννηθηκεσ, δεν ειχε κοπει ο αφαλοσ σου, και με νερο δεν ειχεσ λουστει, για να καθαριστεισ· και με αλατι δεν ειχεσ αλατιστει· και με σπαργανα δεν ειχεσ σπαργανωθει. το ματι δεν σε λυπηθηκε, για να σου κανει κατι απ' αυτα, ωστε να σε σπλαχνιστει· αλλ' ησουν απορριμμενη στο προσωπο τησ πεδιαδασ, μεσα στην αποστροφη τησ ψυχησ σου, κατα την ημερα που γεννηθηκεσ. και οταν διαβηκα απο κοντα σου, και σε ειδα να κυλιεσαι μεσα στο αιμα σου, ειπα, καθωσ βρισκοσουν μεσα στο αιμα σου: ζησε· ναι, σου ειπα καθωσ βρισκοσουν μεσα στο αιμα σου: ζησε. και σε εκανα μυριοπλασιον, σαν το χορταρι του χωραφιου, και αυξηθηκεσ, και μεγαλυνθηκεσ, και εφτασεσ στο επακρον τησ ωραιοτητασ· μορφωθηκαν οι μαστοι σου, και ξαναβλαστησαν οι τριχεσ σου· ησουν, ομωσ, γυμνη, και ασκεπαστη. και οταν διαβηκα κοντα σου, και σε ειδα, να, η ηλικια σου ηταν ηλικια ερωτα· και απλωνοντασ το κρασπεδο μου επανω σου, σκεπασα την ασχημοσυνη σου· και σου ορκιστηκα, και μπηκα σε συνθηκη μαζι σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, και εγινεσ δικη μου. και σε ελουσα με νερο, και ξεπλυνα το αιμα σου απο σενα, και σε εχρισα με λαδι. και σε εντυσα με κεντητα ενδυματα, και σου φορεσα σανταλια υακινθινα, και σε περιεζωσα με βυσσο, και σου φορεσα μεταξωτα. και σε στολισα με στολιδια, και εβαλα στα χερια σου βραχιολια, και ενα περιδεραιο επανω στον τραχηλο σου. και εβαλα στουσ μυκτηρεσ σου ερρινα, και σκουλαρικια στα αυτια σου, και στεφανι δοξασ επανω στο κεφαλι σου. και στολιστηκεσ με χρυσαφι και ασημι· και τα ιματια σου ησαν απο βυσσο, και μεταξι, και κεντητα· και ετρωγεσ σιμιγδαλι, και μελι, και λαδι· και εγινεσ ωραια σε υπερβολικο βαθμο, και ευημερησεσ μεχρι βασιλειασ. και βγηκε η φημη σου αναμεσα στα εθνη λογω του καλλουσ σου· επειδη, ηταν τελειο απο τον στολισμο μου, που εβαλα επανω σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. ομωσ, εσυ ξεθαρρευτηκεσ στο καλλοσ σου, και πορνευσεσ για τη φημη σου, και ξεχυσεσ την πορνεια σου σε καθε διαβατη, καθωσ εγινεσ δικη του. και πηρεσ απο τα ιματια σου, και στολισεσ τουσ ψηλουσ τοπουσ με ποικιλα χρωματα, και πορνευσεσ επανω τουσ· τετοια δεν εγιναν, ουτε θα γινουν. και πηρεσ τα σκευη τησ λαμπροτητασ σου, αυτα απο το χρυσαφι μου, κι αυτα απο το ασημι μου, που σου ειχα δωσει, και εκανεσ για τον εαυτο σου αρσενικεσ εικονεσ, και πορνευσεσ μ' αυτεσ· και πηρεσ τα κεντητα σου ιματια· και τισ σκεπασεσ· και εβαλεσ μπροστα τουσ το λαδι μου και το θυμιαμα μου. και το ψωμι μου, που σου ειχα δωσει, το σιμιγδαλι, και το λαδι, και το μελι, με τα οποια σε ετρεφα, εβαλεσ κι αυτα μπροστα τουσ σε οσμη ευωδιασ· ετσι εγινε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και πηρεσ τουσ γιουσ σου και τισ θυγατερεσ σου, που γεννησεσ σε μενα, κι αυτα τα θυσιασεσ σ' αυτεσ, για να αναλωθουν μεσα στη φωτια· ενα μικρο εργο των πορνειων σου ηταν αυτο, οτι εσφαξεσ τα παιδια μου, και τα παρεδωσεσ για να τα περασουν μεσα απο τη φωτια προσ τιμην τουσ; και σε ολα τα βδελυγματα σου και τισ πορνειεσ σου δεν θυμηθηκεσ τισ ημερεσ τησ νιοτησ σου, οταν ησουν γυμνη και ασκεπαστη, κυλισμενη μεσα στο αιμα σου. και υστερα απο ολεσ τισ κακιεσ σου: (αλλοιμονο, αλλοιμονο σε σενα! λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ), εκτισεσ και για τον εαυτο σου ενα πορνικο οικημα, και εκανεσ για τον εαυτο σου πορνοστασιο σε καθε πλατεια. σε καθε αρχη δρομου εκτισεσ το πορνοστασιο σου, και εκανεσ το καλλοσ σου βδελυκτο, και ανοιξεσ τα ποδια σου σε καθε διαβατη, και πληθυνεσ την πορνεια σου. και πορνευσεσ με τουσ αιγυπτιουσ, τουσ πλησιοχωρουσ σου, τουσ μεγαλοσαρκουσ· και πολλαπλασιασεσ την πορνεια σου, για να με παροργισεισ. δεσ, λοιπον, απλωσα το χερι μου επανω σου, και αφαιρεσα τα νομιμα δικαιωματα σου, και σε παρεδωσα στη θεληση εκεινων, που σε μισουσαν, των θυγατερων των φιλισταιων, που ντρεπονται για τον δρομο σου τον αισχρο. και πορνευσεσ με τουσ ασσυριουσ, επειδη ησουν απληστη· ναι, πορνευσεσ μ' αυτουσ, κι ακομα δεν χορτασεσ. και πολλαπλασιασεσ την πορνεια σου στη γη χανααν μεχρι τουσ χαλδαιουσ· και ουτε ετσι χορτασεσ. ποσο διαφθαρηκε η καρδια σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, επειδη πραττεισ ολα αυτα, εργα τησ πιο αδιαντροπησ πορνησ! επειδη, εκτισεσ το πορνικο σου οικημα στην αρχη καθε δρομου, και εκανεσ το πορνοστασιο σου σε καθε πλατεια· και δεν σταθηκεσ σαν πορνη, επειδη καταφρονησεσ ακομα και τον μισθο· αλλα, σαν μοιχαλιδα, αντι του ανδρα τησ, να δεχεται ξενουσ. σε ολεσ τισ πορνεσ δινουν μισθωμα· εσυ, ομωσ, δινεισ τουσ μισθουσ σου σε ολουσ τουσ εραστεσ σου, και τουσ διαφθειρεισ, για να μπαινουν μεσα σε σενα απο παντου στην πορνεια σου. και γινεται σε σενα το αντιθετο των αλλων γυναικων στισ πορνειεσ σου· δεδομενου οτι, δεν σε ακολουθει κανενασ για να πραξει πορνεια· επειδη, εσυ δινεισ μισθο, και σε σενα μισθοσ δεν δινεται, σ' αυτο γινεται σε σενα το αντιθετο. γι' αυτο, ω πορνη, ακουσε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. επειδη, ξεχυσεσ τον χαλκο σου, και η γυμνωση σου ξεσκεπαστηκε μεσα στισ πορνειεσ σου προσ τουσ εραστεσ σου, και προσ ολα τα ειδωλα των βδελυγματων σου, και για το αιμα των παιδιων σου, που προσφερεσ σ' αυτα· γι' αυτο, δεσ, εγω συγκεντρωνω ολουσ τουσ εραστεσ σου με τουσ οποιουσ ασελγησεσ σε υπερβολικο βαθμο, και ολουσ οσουσ αγαπησεσ, μαζι με ολουσ εκεινουσ που μισηθηκαν απο σενα· και θα τουσ συγκεντρωσω εναντιον σου απο παντου, και θα ξεσκεπασω σ' αυτουσ την ασχημοσυνη σου, και θα δουν ολοκληρη τη γυμνωση σου. και θα σε κρινω, συμφωνα με την κριση των μοιχαλιδων, κι αυτων που χυνουν αιμα· και με οργη και ζηλοτυπια θα σε παραδωσω σε αιμα. και θα σε παραδωσω στο χερι τουσ· και θα κατασκαψουν το πορνικο σου οικημα, και θα κατεδαφισουν τουσ ψηλουσ τοπουσ σου· ακομα, θα σε γδυσουν απο τα ιματια σου, και θα αφαιρεσουν τουσ στολισμουσ τησ λαμπροτητασ σου, και θα σε αφησουν γυμνη και ασκεπαστη. και θα φερουν σε σενα οχλουσ, που θα σε λιθοβολησουν με πετρεσ, και θα σε διαπερασουν με τα ξιφη τουσ. και θα κατακαψουν με φωτια τα σπιτια σου, και θα εκτελεσουν κρισεισ επανω σου μπροστα σε πολλεσ γυναικεσ· και θα σε κανω να παυσεισ απο την πορνεια, και του λοιπου δεν θα δινεισ μισθο. και θα αναπαυσω τον θυμο μου επανω σου, και η ζηλοτυπια μου θα σηκωθει απο σενα, και θα ησυχασω, και δεν θα οργιστω πλεον. επειδη, δεν θυμηθηκεσ τισ ημερεσ τησ νιοτησ σου, αλλα με παροξυνεσ σε ολα αυτα, γι' αυτο, δεσ, και εγω θα ανταποδωσω τουσ δρομουσ σου επανω στο κεφαλι σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· και δεν θα κανεισ συμφωνα μ' αυτη την ασεβεια σε ολα τα βδελυγματα σου. δεσ, καθενασ που χρησιμοποιει παροιμιεσ, θα χρησιμοποιει παροιμιεσ εναντιον σου, λεγοντασ: συμφωνα με τη μητερα, και η θυγατερα τησ. εσυ εισαι η θυγατερα τησ μητερασ σου, αυτησ που απεβαλε τον ανδρα τησ και τα παιδια τησ· και εισαι η αδελφη των αδελφων σου, που απεβαλαν τουσ ανδρεσ τουσ και τα παιδια τουσ· η μητερα σασ ηταν χετταια, και ο πατερασ σασ αμορραιοσ. και η μεγαλυτερη αδελφη σου ειναι η σαμαρεια, αυτη και οι θυγατερεσ τησ, που κατοικουν στα αριστερα σου· και η νεοτερη αδελφη σου, που κατοικει στα δεξια σου, τα σοδομα, και οι θυγατερεσ τησ. εσυ, ομωσ, δεν περπατησεσ συμφωνα με τουσ δρομουσ τουσ, και δεν επραξεσ συμφωνα με τα βδελυγματα τουσ· αλλα, σαν να ηταν αυτο πολυ μικρο, υπερεβηκεσ τη διαφθορα τουσ σε ολουσ τουσ δρομουσ σου. ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, η αδελφη σου, τα σοδομα, αυτη και οι θυγατερεσ τησ, δεν επραξε οπωσ επραξεσ εσυ και οι θυγατερεσ σου. δεσ, αυτη ηταν η ανομια τησ αδελφησ σου, των σοδομων, υπερηφανεια, περισσεια απο ψωμι, και αφθονια τρυφηλοτητασ, τησ ιδιασ και των θυγατερων τησ· ομωσ, τον φτωχο κι αυτον που ειχε αναγκη δεν τον βοηθουσε· και υψωνονταν, και επρατταν βδελυρα πραγματα μπροστα μου· γι' αυτο, καθωσ τα ειδα αυτα, τισ αφανισα. και η σαμαρεια δεν αμαρτησε ουτε στο μισο απο τα αμαρτηματα σου· αλλ' εσυ πληθυνεσ τα βδελυγματα σου, περισσοτερο, απο εκεινεσ, και δικαιωσεσ τισ αδελφεσ σου, με ολα τα βδελυγματα σου, που επραξεσ. εσυ, λοιπον, που εκρινεσ τισ αδελφεσ σου, βασταζεσ τωρα την καταισχυνη σου· ενεκα των αμαρτηματων σου, με τα οποια εγινεσ βδελυροτερη απο εκεινεσ, εκεινεσ ειναι δικαιοτερεσ απο σενα· γι' αυτο, να ντραπεισ κι εσυ, και βασταζε τη ντροπη σου, επειδη δικαιωσεσ τισ αδελφεσ σου. οταν φερω πισω τουσ αιχμαλωτουσ τουσ, τουσ αιχμαλωτουσ των σοδομων και των θυγατερων τησ, και τουσ αιχμαλωτουσ τησ σαμαρειασ και των θυγατερων τησ, τοτε θα επιστρεψω και τουσ αιχμαλωτουσ τησ αιχμαλωσιασ σου αναμεσα τουσ· για να βασταζεισ την ατιμια σου, και να ντρεπεσαι για ολα οσα επραξεσ, και να εισαι σ' αυτεσ παρηγορια. οταν η αδελφη σου, τα σοδομα, και οι θυγατερεσ τησ επιστρεψουν στην προηγουμενη τουσ κατασταση, και η σαμαρεια και οι θυγατερεσ τησ επιστρεψουν στην προηγουμενη τουσ κατασταση, τοτε θα επιστρεψεισ, εσυ και οι θυγατερεσ σου, στην προηγουμενη σασ κατασταση. επειδη, η αδελφη σου, τα σοδομα, δεν αναφερθηκε απο το στομα σου, κατα τισ ημερεσ τησ υπερηφανειασ σου, πριν ανακαλυφθει η κακια σου, οπωσ ανακαλυφθηκε κατα τον καιρο που εγινε σε σενα το ονειδοσ απο τισ θυγατερεσ τησ συριασ, και ολων που ησαν ολογυρα τησ, των θυγατερων των φιλισταιων, που σε λεηλατησαν απο παντου. εσυ βασταξεσ την ασεβεια σου και τα βδελυγματα σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: εγω θα κανω σε σενα, οπωσ εσυ εκανεσ, που καταφρονησεσ τον ορκο, παραβαινοντασ τη διαθηκη. αλλ' ομωσ, θα θυμηθω τη διαθηκη μου, αυτη που εγινε σε σενα κατα τισ ημερεσ τησ νιοτησ σου, και θα στησω σε σενα αιωνια διαθηκη. τοτε, θα θυμηθεισ τουσ δρομουσ σου, και θα ντραπεισ, οταν δεχθεισ τισ αδελφεσ σου, τισ μεγαλυτερεσ σου και τισ νεοτερεσ σου· και θα τισ δωσω σε σενα για θυγατερεσ, οχι ομωσ συμφωνα με τη διαθηκη σου. και εγω θα στησω σε σενα τη διαθηκη μου, και θα γνωρισεισ οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· για να θυμηθεισ, και να ντραπεισ, και να μη ανοιξεισ πλεον το στομα σου απο τη ντροπη σου, οταν εξιλεωθω προσ εσενα για ολα οσα επραξεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο εοσ.

17

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, προβαλε ενα αινιγμα, και χρησιμοποιησε μια παροιμια προσ τον οικο ισραηλ· και πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: ο μεγαλοσ αετοσ, ο μεγαλοπτερυγασ, ο μακρυσ σε εκταση, που ειναι γεματοσ απο ποικιλοχρωμα φτερα, ηρθε στον λιβανο, και πηρε το ψηλοτερο κλαδι του κεδρου· απεκοψε τα ακρα των τρυφερων κλαδιων του, και τα εφερε σε εμπορικη γη· τα εβαλε σε πολη εμπορων. και πηρε απο το σπερμα τησ γησ, και το εβαλε σε σποριμο πεδιο· το εφερε κοντα σε πολλα νερα· το εβαλε σαν ιτια. και βλαστησε, και εγινε πλατια αμπελοσ, χαμηλη στο αναστημα, τησ οποιασ τα κληματα στρεφονταν προσ αυτον, και οι ριζεσ τησ ησαν απο κατω του· και εγινε αμπελοσ, και εκανε κληματα, και εβγαλε βλαστουσ. υπηρχε και αλλοσ μεγαλοσ αετοσ, μεγαλοπτερυγασ και με πολλα φτερα· και δεσ, αυτη η αμπελοσ απλωσε τισ ριζεσ τησ προσ αυτον, και απλωσε τα κλαδια τησ προσ αυτον, για να την ποτισει, μεσω των αυλακιων τησ φυτευσησ τησ. ηταν φυτεμενη σε καλη γη, κοντα σε πολλα νερα, για να κανει βλαστουσ, και να φερει καρπο, ωστε να γινει εξαιρετη αμπελοσ. πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: θα ευοδωθει; δεν θα αποσπασει αυτοσ τισ ριζεσ τησ, και θα κοψει τον καρπο τησ, ωστε να ξεραθει; θα ξεραθει σε ολα τα φυλλα του βλαστηματοσ τησ, μαλιστα χωρισ μεγαλη δυναμη η πολυ λαο, και θα την αποσπασει απο τισ ριζεσ τησ. ναι, δεσ, ενω φυτευτηκε, θα ευοδωθει; δεν θα ξηραθει ολοκληρωτικα, οπωσ οταν την αγγιξει ο ανατολικοσ ανεμοσ; θα ξηραθει μεσα στα αυλακια οπου βλαστησε. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: πεσ τωρα στον αποστατη οικο: δεν καταλαβαινετε τι υποδηλωνουν αυτα; πεσ: δεστε, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ ηρθε στην ιερουσαλημ, και πηρε τον βασιλια τησ, και τουσ αρχοντεσ τησ, και τουσ εφερε μαζι του στη βαβυλωνα· και πηρε απο το βασιλικο σπερμα, και εκανε μαζι του συνθηκη, και τον εκανε να ορκιστει· πηρε και τουσ δυνατουσ του τοπου, για να ταπεινωθει το βασιλειο, ωστε να μη ανορθωθει, για να φυλαττει τη συνθηκη του, ωστε να τη στηριζει. ομωσ, αποστατησε απ' αυτον, αποστελλοντασ πρεσβευτεσ του στην αιγυπτο, για να του δωσουν αλογα, και πολυ λαο. θα ευοδωθει; θα διασωθει αυτοσ που πραττει αυτα; η, παραβαινοντασ τη συνθηκη, θα διασωθει; ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, βεβαια στον τοπο του βασιλια, που βασιλευε σ' αυτον, του οποιου τον ορκο καταφρονησε, και του οποιου παρεβηκε τη συνθηκη, μαζι του θα πεθανει στο μεσον τησ βαβυλωνασ. και δεν θα κανει γι' αυτον τιποτε στον πολεμο, ο φαραω, με τον δυνατο στρατο του, και με το μεγαλο πληθοσ, υψωνοντασ προχωματα, και οικοδομωντασ προμαχωνεσ, για να απολεσει πολλεσ ψυχεσ. επειδη, καταφρονησε τον ορκο, παραβαινοντασ τη συνθηκη· και δεστε, επειδη, οταν εδωσε το χερι του, επραξε ολα αυτα, δεν θα διασωθει. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: ζω εγω, τον ορκο μου βεβαια που καταφρονησε, και τη συνθηκη μου που παρεβηκε, θα τα ανταποδωσω εναντια στο κεφαλι του. και θα απλωσω το διχτυ μου επανω του, και θα πιαστει στα βροχια μου· και θα τον φερω στη βαβυλωνα, κι εκει θα κριθω μαζι του για την ανομια του, που ανομησε σε μενα. και ολοι οι φυγαδεσ του, με ολα τα ταγματα του, θα πεσουν με μαχαιρα, και εκεινοι που εναπεμειναν, θα διασκορπιστουν σε καθε ανεμο· και θα γνωρισετε οτι εγω μιλησα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: εγω θα παρω απο το ψηλοτερο κλαδι του ψηλου κεδρου, και θα το φυτεψω· εγω θα κοψω απο την κορυφη των νεων κλωναριων του ενα τρυφερο κλωναρι, και θα το φυτεψω σε ψηλο και εξοχο βουνο· επανω στο ψηλο βουνο του ισραηλ θα το φυτεψω· και θα βγαλει κλαδια, και θα καρποφορησει, και θα γινει μεγαλοσ κεδροσ· και απο κατω του θα κατασκηνωσουν καθε ορνεο και καθε πουλι· θα κατασκηνωσουν κατω απο τη σκια των κλαδιων του. και ολα τα δεντρα του χωραφιου θα γνωρισουν, οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ταπεινωσα το ψηλο δεντρο, υψωσα το ταπεινο δεντρο, και καταξερανα το χλωρο δεντρο, και εκανα το ξερο δεντρο να αναβλαστησει. εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μιλησα και εκτελεσα.

18

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: τι εννοειτε εσεισ, που χρησιμοποιειτε αυτη την παροιμια για τη γη του ισραηλ, λεγοντασ: οι πατερεσ εφαγαν αγουριδα, και μουδιασαν τα δοντια των παιδιων; ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, δεν θα χρησιμοποιησετε πλεον αυτη την παροιμια στον ισραηλ. δεστε, ολεσ οι ψυχεσ ειναι δικεσ μου· οπωσ η ψυχη του πατερα, ετσι και η ψυχη του γιου, ειναι δικη μου· η ψυχη που αμαρτησε, αυτη θα πεθανει. οποιοσ, ομωσ, ειναι δικαιοσ, και πραττει κριση και δικαιοσυνη, δεν τρωει επανω στα βουνα, και δεν σηκωνει τα ματια του προσ τα ειδωλα του οικου ισραηλ, και δεν μολυνει τη γυναικα του πλησιον του, και δεν πλησιαζει γυναικα, που ειναι στην ακαθαρσια τησ, και δεν καταδυναστευει ανθρωπο, επιστρεφει στον χρεοφειλετη το ενεχυρο του, δεν αρπαζει βιαια, δινει το ψωμι του σ' αυτον που πειναει, και σκεπαζει τον φτωχο με ιματιο, δεν δινει με τοκο και δεν παιρνει προσθηκη, αποστρεφει το χερι του απο αδικια, κανει δικαιη κριση αναμεσα απο ανθρωπο και ανθρωπο, περπαταει στα διαταγματα μου, και φυλαττει τισ κρισεισ μου, για να πραττει αληθεια· αυτοσ ειναι δικαιοσ· σιγουρα θα ζησει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. αν, ομωσ, γεννησει γιο κλεφτη, που χυνει αιμα, και πραττει κατι απ' αυτα, και οποιοσ δεν κανει ολα αυτα, αλλα τρωει επανω στα βουνα, και μολυνει τη γυναικα του πλησιον του, καταδυναστευει τον φτωχο, κι αυτον που εχει αναγκη, αρπαζει βιαια, δεν επιστρεφει το ενεχυρο, και σηκωνει τα ματια του προσ τα ειδωλα, και πραττει βδελυγματα, δινει με τοκο, και παιρνει προσθηκη, αυτοσ θα ζησει; δεν θα ζησει· επραξε ολα αυτα τα βδελυγματα· θα θανατωθει οπωσδηποτε· το αιμα του θα ειναι επανω του. και αν γεννησει γιο, που, βλεποντασ ολα τα αμαρτηματα του πατερα του, τα οποια επραξε, προσεχει και δεν πραττει τετοια, δεν τρωει επανω στα βουνα, και δεν σηκωνει τα ματια του προσ τα ειδωλα του οικου ισραηλ, και δεν μολυνει τη γυναικα του πλησιον του, και δεν καταδυναστευει ανθρωπο, δεν κατακραταει το ενεχυρο, και δεν αρπαζει βιαια, δινει το ψωμι του σ' αυτον που πειναει, και σκεπαζει τον γυμνο με ιματιο, αποστρεφει το χερι του απο τον φτωχο, τοκο και προσθηκη δεν παιρνει, εκτελει τισ κρισεισ μου, περπαταει στα διαταγματα μου· αυτοσ δεν θα θανατωθει για την ανομια του πατερα του· θα ζησει οπωσδηποτε. ο πατερασ του, επειδη καταδυναστευσε σκληρα, αρπαξε βιαια τον αδελφο του, και επραξε αναμεσα στον λαο του ο,τι δεν ειναι καλο, να, αυτοσ θα πεθανει μεσα στην ανομια του. εσεισ, ομωσ, λετε: γιατι; ο γιοσ δεν πρεπει να βασταει την ανομια του πατερα του; αφου ο γιοσ εκανε κριση και δικαιοσυνη, και φυλαξε ολα τα διαταγματα μου και τα εκτελεσε, θα ζησει οπωσδηποτε. η ψυχη, αυτη που αμαρτανει, αυτη θα πεθανει· ο γιοσ δεν θα βασταξει την ανομια του πατερα, και ο πατερασ δεν θα βασταξει την ανομια του γιου· η δικαιοσυνη του δικαιου θα ειναι επανω του, και η ανομια του ανομου θα ειναι επανω του. αλλα, αν ο ανομοσ επιστρεψει απο ολεσ τισ αμαρτιεσ του που επραξε, και φυλαξει ολα τα διαταγματα μου, και πραξει κριση και δικαιοσυνη, θα ζησει οπωσδηποτε, δεν θα πεθανει· ολεσ οι ανομιεσ του, που επραξε, δεν θα του μνημονευθουν· με τη δικαιοσυνη του που επραξε θα ζησει. μηπωσ εγω θελω πραγματικα τον θανατο του ανομου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, και οχι να επιστρεψει απο τουσ δρομουσ του και να ζησει; οταν, ομωσ, ο δικαιοσ επιστρεψει απο τη δικαιοσυνη του, και πραξει αδικια, και πραξει συμφωνα με ολα τα βδελυγματα που πραττει ο ανομοσ, τοτε θα ζησει; ολοκληρη η δικαιοσυνη του που εκανε δεν θα μνημονευθει· στην ανομια του που ανομησε, και στην αμαρτια του που αμαρτησε, σ' αυτεσ θα πεθανει. εσεισ, ομωσ, λετε: ο δρομοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ειναι ευθυσ. ακουστε τωρα, οικοσ ισραηλ: ο δρομοσ μου δεν ειναι ευθυσ; οχι οι δρομοι σασ διεστραμμενοι; οταν επιστρεψει ο δικαιοσ απο τη δικαιοσυνη του, και πραξει αδικια, και πεθανει μεσα σ' αυτη, εξαιτιασ τησ αδικιασ του που επραξε θα πεθανει· και οταν ο ανομοσ επιστρεψει απο την ανομια του, που επραξε, και πραξει κριση και δικαιοσυνη, αυτοσ θα φυλαξει ζωντανη την ψυχη του· επειδη, συλλογιστηκε, και επεστρεψε απο ολεσ τισ ανομιεσ του, που επραξε, θα ζησει οπωσδηποτε, δεν θα πεθανει. αλλ' ο οικοσ ισραηλ λεει: ο δρομοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ειναι ευθυσ. οικοσ ισραηλ, οι δρομοι μου δεν ειναι ευθεισ; οχι οι δρομοι σασ διεστραμμενοι; γι' αυτο, οικοσ ισραηλ, θα σασ κρινω, καθε εναν συμφωνα με τουσ δρομουσ του, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. μετανοηστε, και επιστρεψτε απο ολεσ τισ ανομιεσ σασ· και δεν θα ειναι σε σασ η ανομια για απωλεια. απορριψτε απο σασ ολεσ τισ ανομιεσ σασ, που ανομησατε σε μενα, και καντε για τον εαυτο σασ νεα καρδια και νεο πνευμα· γιατι να πεθανετε, οικοσ ισραηλ; επειδη, εγω δεν θελω τον θανατο αυτου που πεθαινει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· γι' αυτο, επιστρεψτε, και ζηστε.

19

κι εσυ, αναλαβε θρηνον για τουσ ηγεμονεσ του ισραηλ, και πεσ: τι ειναι η μητερα σου; λεαινα· κειτεται αναμεσα σε λιονταρια, εθρεψε τα βρεφη τησ αναμεσα σε λιονταρακια. και ανεθρεψε ενα απο τα βρεφη τησ, και εγινε λιονταρακι, και εμαθε να αρπαζει το θηραμα· ετρωγε ανθρωπουσ. και τα εθνη ακουσαν γι' αυτο· πιαστηκε μεσα στον λακκο τουσ, και το εφεραν με αλυσιδεσ στη γη τησ αιγυπτου. και βλεποντασ οτι ματαιωθηκε η ελπιδα τησ και χαθηκε, πηρε ενα αλλο απο τα βρεφη τησ, και το εκανε λιονταρακι. και καθωσ ζουσε αναμεσα σε λιονταρια, εγινε λιονταρακι, και εμαθε να αρπαζει θηραμα· ετρωγε ανθρωπουσ. και γνωρισε τα παλατια τουσ, και ερημωνε τισ πολεισ τουσ· και η γη ηταν αφανισμενη, και το πληρωμα τησ, απο τον ηχο του μουγκρισματοσ του. και τα εθνη παραταχθηκαν εναντιον του, ολογυρα, απο τισ επαρχιεσ, και απλωσαν τα βροχια τουσ εναντιον του, και πιαστηκε στον λακκο τουσ. και το εβαλαν με αλυσιδεσ μεσα σε κλουβι, και το εφεραν στον βασιλια τησ βαβυλωνασ· το εβαλαν μεσα σε φυλακη, για να μη ακουστει πλεον η φωνη του επανω στα βουνα του ισραηλ. η μητερα σου, συμφωνα με την ομοιωση σου, ηταν σαν αμπελοσ φυτεμενη κοντα σε νερα· εγινε καρποφορα, και γεματη κλαδια, εξαιτιασ των πολλων νερων. και εγιναν σ' αυτη δυνατεσ ραβδοι για σκηπτρα εκεινων που κυριαρχουν· και ο κορμοσ τησ υψωθηκε αναμεσα στα πυκνα κλαδια, και εγινε περιβλεπτη κατα το υψοσ τησ αναμεσα στο πληθοσ των βλαστων τησ. αποσπαστηκε, ομωσ, με θυμο, ριχτηκε καταγησ, και ανατολικοσ ανεμοσ καταξερανε τον καρπο τησ· τισ ισχυρεσ ραβδουσ τησ εσπασαν μαζι και ξεραθηκαν· φωτια τισ κατεφαγε. και τωρα ειναι φυτεμενη σε ερημη, σε ξερη και ανυδρη γη. και βγηκε φωτια απο καποια ραβδο απο τα κλαδια τησ, και κατεφαγε τον καρπο τησ, ωστε δεν υπηρχε πλεον σ' αυτην ραβδοσ ισχυρη για σκηπτρο ηγεμονιασ. αυτοσ ειναι ο θρηνοσ, και θα ειναι σε θρηνο.

20

και κατα τον εβδομο χρονο, τον πεμπτο μηνα, τη δεκατη ημερα του μηνα ηρθαν μερικοι απο τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ για να ρωτησουν τον κυριο, και καθησαν μπροστα μου. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, μιλησε στουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ, και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: ηρθατε να με ρωτησετε; ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, δεν θα ερωτηθω απο σασ. θα τουσ κρινεισ; γιε ανθρωπου, θα κρινεισ; δειξε σ' αυτουσ τα βδελυγματα των πατερων τουσ· και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. κατα την ημερα που εκλεξα τον ισραηλ, και υψωσα το χερι μου προσ το σπερμα του οικου ιακωβ, και γνωριστηκα σ' αυτουσ στην αιγυπτο, και υψωσα σ' αυτουσ το χερι μου, λεγοντασ: εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, κατα την ημερα εκεινη υψωσα το χερι μου σ' αυτουσ οτι θα τουσ βγαλω εξω απο την αιγυπτο σε γη που προβλεψα γι' αυτουσ, γη που ρεει γαλα και μελι, που ειναι η δοξα ολων των χωρων. και τουσ ειπα: απορριψτε καθε ενασ τα βδελυγματα των ματιων του, και μη μολυνεστε με τα ειδωλα τησ αιγυπτου· εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. αυτοι, ομωσ, αποστατησαν απο μενα, και δεν θελησαν να με ακουσουν· δεν απερριψαν καθε ενασ τα βδελυγματα των ματιων του, και δεν εγκατελειψαν τα ειδωλα τησ αιγυπτου. τοτε, ειπα να ξεχυνω επανω τουσ τον θυμο μου, για να φερω σε περασ την οργη μου εναντιον τουσ, στο μεσον τησ γησ τησ αιγυπτου. ομωσ, εξαιτιασ του ονοματοσ μου, για να μη βεβηλωθει μπροστα στα εθνη αναμεσα στα οποια ησαν, και μπροστα στουσ οποιουσ γνωριστηκα σ' αυτουσ, εκανα αυτο, για να τουσ βγαλω εξω απο τη γη τησ αιγυπτου. και τουσ εβγαλα εξω απο τη γη τησ αιγυπτου, και τουσ εφερα στην ερημο· και εδωσα σ' αυτουσ τα διαταγματα μου, και εκανα γνωστεσ σ' αυτουσ τισ κρισεισ μου, τισ οποιεσ οταν ο ανθρωποσ τισ κανει, θα ζησει διαμεσου αυτων. κι ακομα, εδωσα σ' αυτουσ τα σαββατα μου, για να ειναι ωσ σημειον αναμεσα σ' αυτουσ και σε μενα, ωστε να γνωριζουν οτι, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh που τουσ αγιαζω. αλλ' ο οικοσ ισραηλ αποστατησε απο μενα μεσα στην ερημο· στα διαταγματα μου δεν περπατησαν, και απερριψαν τισ κρισεισ μου, τισ οποιεσ ο ανθρωποσ οταν τισ πραττει, θα ζησει διαμεσου αυτων· και βεβηλωσαν υπερβολικα τα σαββατα μου· τοτε, ειπα να ξεχυνω τον θυμο μου επανω τουσ μεσα στην ερημο, για να τουσ εξολοθρευσω. ομωσ, το εκανα αυτο ενεκα του ονοματοσ μου, για να μη βεβηλωθει μπροστα στα εθνη, μπροστα απο τα οποια τουσ εβγαλα. κι ακομα, εγω υψωσα σ' αυτουσ το χερι μου μεσα στην ερημο, οτι δεν θα τουσ φερω στη γη, που τουσ εδωσα, γη που ρεει γαλα και μελι, που ειναι η δοξα ολων των χωρων· επειδη, απερριψαν τισ κρισεισ μου, και δεν περπατησαν στα διαταγματα μου, και βεβηλωσαν τα σαββατα μου· επειδη, οι καρδιεσ τουσ πορευονταν πισω απο τα ειδωλα τουσ. και το ματι μου λυπηθηκε γι' αυτουσ, ωστε να μη τουσ εξαλειψω, και δεν τουσ συντελεσα μεσα στην ερημο. αλλα, ειπα στα παιδια τουσ μεσα στην ερημο: μη περπατατε στα διαταγματα των πατερων σασ, και μη τηρειτε τισ κρισεισ τουσ, και μη μολυνεστε με τα ειδωλα τουσ· εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ· περπατατε στα διαταγματα μου, και τηρειτε τισ κρισεισ μου, και να τισ εκτελειτε· και αγιαζετε τα σαββατα μου· και ασ ειναι ωσ σημειο αναμεσα σε μενα και σε σασ, ωστε να γνωριζετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ. τα παιδια, ομωσ, αποστατησαν απο μενα· δεν περπατησαν στα διαταγματα τισ οποιεσ, και δεν τηρησαν τισ κρισεισ μου, ωστε να τισ εκτελουν, που οταν ο ανθρωποσ τισ πραττει θα ζησει διαμεσου αυτων· βεβηλωσαν τα σαββατα μου· τοτε, ειπα να ξεχυνω τον θυμο μου επανω τουσ, για να συντελεσω την οργη μου εναντιον τουσ μεσα στην ερημο. και απεστρεψα το χερι μου, και το εκανα αυτο ενεκα του ονοματοσ μου, για να μη βεβηλωθει μπροστα στα εθνη, μπροστα απο τα οποια τουσ εβγαλα. ακομα, εγω υψωσα το χερι μου εναντιον τουσ μεσα στην ερημο, οτι θα τουσ διασκορπιζα αναμεσα στα εθνη, και θα τουσ διεσπερνα στουσ τοπουσ· επειδη, δεν εκτελεσαν τισ κρισεισ μου, και απερριψαν τα διαταγματα μου, και βεβηλωσαν τα σαββατα μου, και τα ματια τουσ ησαν πισω απο τα ειδωλα των πατερων τουσ. γι' αυτο, και εγω τουσ εδωσα διαταγματα οχι καλα, και κρισεισ διαμεσου των οποιων δεν θα ζουσαν· και τουσ μολυνα στισ προσφορεσ τουσ, στο οτι διαβιβαζαν μεσα απο τη φωτια καθε ενα που διανοιγει μητρα, για να τουσ ερημωσω, ωστε να γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. γι' αυτο, γιε ανθρωπου, μιλησε στον οικο ισραηλ, και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: ακομα, με τουτο τον τροπο με εβρισαν οι πατερεσ σασ, κανοντασ εναντιον μου παραβαση. επειδη, αφου τουσ εφερα στη γη, για την οποια υψωσα το χερι μου οτι θα τη δωσω σ' αυτουσ, τοτε κοιταξαν προσ καθε ψηλο λοφο, και καθε σκιερο δεντρο, και εκει προσφεραν τισ θυσιεσ τουσ, και εστηναν εκει τισ παροργιστικεσ προσφορεσ τουσ· και εβαλαν εκει οσμη ευωδιασ τουσ, και εκαναν εκει τισ σπονδεσ τουσ. και τουσ ειπα: τι σημαινει ο ψηλοσ τοποσ, στον οποιο εσεισ πηγαινετε; και το ονομα του αποκληθηκε βαμα, μεχρι σημερα. γι' αυτο, πεσ στον οικο ισραηλ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, ενω εσεισ μολυνεστε στον δρομο των πατερων σασ, και εκπορνευετε πισω απο τα βδελυγματα τουσ, και μολυνεστε με ολα τα ειδωλα σασ μεχρι σημερα, προσφεροντασ τα δωρα σασ, διαβιβαζοντασ τουσ γιουσ σασ μεσα απο τη φωτια, και εγω θα ερωτηθω απο σασ, οικοσ ισραηλ; ζω εγω λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, δεν θα ερωτηθω απο σασ. και εκεινο που σκεπτεστε, δεν θα γινει με κανεναν τροπο· επειδη, λετε: θα ειμαστε σαν τα εθνη, σαν τισ οικογενειεσ των τοπων, στο να λατρευουμε ξυλα και πετρεσ. ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, με κραταιο χερι, και απλωμενον βραχιονα, και με θυμο, που ξεχυνεται, θα βασιλευω οπωσδηποτε επανω σασ. και θα σασ βγαλω απο τουσ λαουσ, και θα σασ συγκεντρωσω απο τουσ τοπουσ, οπου ειστε διασκορπισμενοι, με χερι κραταιο, και με βραχιονα απλωμενον, και με θυμο που ξεχυνεται. και θα σασ φερω στην ερημο των λαων, και εκει θα κριθω με σασ προσωπο με προσωπο· καθωσ κριθηκα με τουσ πατερεσ σασ μεσα στην ερημο τησ γησ τησ αιγυπτου, ετσι θα σασ κρινω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και θα σασ περασω απο τη ραβδο, και θα σασ φερω στουσ δεσμουσ τησ διαθηκησ. και θα αποκαθαρισω απο μεσα σασ τουσ αποστατεσ, κι αυτουσ που ασεβησαν σε μενα· θα τουσ βγαλω εξω απο τη γη τησ παροικιασ τουσ, και δεν θα μπουν μεσα στη γη του ισραηλ· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εσεισ, οικοσ ισραηλ, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: πηγαινετε, λατρευετε καθε ενασ τα ειδωλα του, και στο εξησ, αν δεν θελετε να με ακουτε· και μη βεβηλωνετε πλεον το αγιο ονομα μου με τα δωρα σασ, και με τα ειδωλα σασ. επειδη, επανω στο αγιο βουνο μου, επανω στο ψηλο βουνο του ισραηλ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, εκει ολοκληροσ ο ισραηλ, ολοι αυτοι που ειναι μεσα στη γη θα με λατρευσουν· εκει θα τουσ δεχθω, και εκει θα ζητησω τισ προσφορεσ σασ, και τισ απαρχεσ των δωρων σασ, με ολα τα αγια σασ. θα σασ δεχθω με οσμη ευωδιασ, οταν θα σασ βγαλω απο τουσ λαουσ, και σασ συγκεντρωσω απο τουσ τοπουσ οπου διασκορπιστηκατε· και θα αγιαστω σε σασ μπροστα στα εθνη. και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν σασ φερω στη γη ισραηλ, στη γη για την οποια υψωσα το χερι μου οτι θα τη δωσω στουσ πατερεσ σασ. κι εκει θα θυμηθειτε τουσ δρομουσ σασ, και ολα τα εργα σασ στα οποια μολυνθηκατε· και θα αποστραφειτε οι ιδιοι τον εαυτο σασ μπροστα στα ματια σασ, για ολα τα κακα σασ, οσα πραξατε. και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν ετσι κανω σε σασ ενεκα του ονοματοσ μου, οχι συμφωνα με τουσ πονηρουσ δρομουσ σασ ουτε συμφωνα με τα διεφθαρμενα εργα σασ, οικοσ ισραηλ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, να στηριξε το προσωπο σου προσ τα μεσημβρινα και σταλαξε εναν λογο προσ το μεσημβρινο μεροσ, και προφητευσε εναντια στο δασοσ τησ μεσημβρινησ πεδιαδασ· και πεσ προσ το μεσημβρινο δασοσ: ακουσε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, εγω θα αναψω φωτια αναμεσα σου, και θα καταφαει αναμεσα σου καθε χλωρο δεντρο και καθε ξερο δεντρο· η φλογα που εξαφθηκε δεν θα σβησει, και καθε προσωπο, απο τη μεσημβρια μεχρι τον βορρα, θα καει μεσα σ' αυτη. και καθε σαρκα θα δει, οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh το εκαψα· δεν θα σβησει. κι εγω ειπα: αλλοιμονο! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε! αυτοι λενε για μενα: αυτοσ δεν λεει παροιμιεσ;

21

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, στηριξε το προσωπο σου προσ την ιερουσαλημ, και σταλαξε εναν λογο προσ τουσ αγιουσ τοπουσ, και προφητευσε εναντια στη γη του ισραηλ, και πεσ προσ τη γη ισραηλ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεσ, εγω ειμαι εναντιον σου, και θα συρω τη μαχαιρα μου απο τη θηκη τησ, και θα αποκοψω απο σενα τον δικαιο και τον ασεβη. και επειδη θα αποκοψω απο σενα τον δικαιο και τον ασεβη, γι' αυτο θα βγει η μαχαιρα μου απο τη θηκη τησ εναντια σε καθε σαρκα, απο τον νοτο μεχρι τον βορρα· και θα γνωρισουν, καθε σαρκα, οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσυρα τη μαχαιρα μου απο τη θηκη τησ· δεν θα επιστρεψει πλεον. γι' αυτο, εσυ, γιε ανθρωπου, στεναξε μαζι με συντριμμο τησ οσφυοσ σου· και με πικρια στεναξε μπροστα τουσ. και οταν σου πουν: γιατι στεναζεισ εσυ; θα απαντησεισ: για την αγγελια, οτι ερχεται· και καθε καρδια θα λιωσει, και ολα τα χερια θα παραλυσουν, και καθε πνευμα θα λιποθυμησει, και ολα τα γονατα θα ρευσουν σαν νερο· δεστε, ερχεται, και θα γινει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, προφητευσε, και πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. πεσ: ρομφαια, ρομφαια ακονιζεται, και μαλιστα στιλβωνεται· ακονιζεται για να κανει σφαγη· στιλβωνεται, για να αστραφτει. μπορουμε, λοιπον, να ειμαστε ευθυμοι; αυτη ειναι η ραβδοσ του γιου μου, που καταφρονει καθε ξυλο. και την εδωσε να στιλβωθει, για να κρατιεται στο χερι· αυτη η ρομφαια ειναι ακονισμενη και στιλβωμενη, για να δοθει στο χερι του σφαγεα. βοησε και ολολυξε, γιε ανθρωπου· επειδη, αυτη ειναι εναντια στον λαο μου, ειναι εναντια σε ολουσ τουσ αρχοντεσ του ισραηλ· τρομοσ θα πεσει επανω στον λαο μου εξαιτιασ τησ ρομφαιασ· γι' αυτο χτυπα επανω στον μηρο σου. επειδη, ειναι εξεταση· και τι; βεβαια, και η ραβδοσ που καταφρονει δεν θα υπαρχει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. γι' αυτο, εσυ, γιε ανθρωπου, προφητευσε, και χτυπα με κροτο χερι επανω σε χερι, και η ρομφαια ασ διπλασιαστει, ασ τριπλασιαστει η ρομφαια των τραυματισμενων· αυτη ειναι η ρομφαια των μεγαλων τραυματιων, που θα διαπερασει μεχρι μεσα στα ενδομυχα τουσ. εφερα επανω τουσ το κοψιμο τησ ρομφαιασ, επανω σε ολεσ τισ πυλεσ τουσ, για να λιωσει καθε καρδια, και να πληθυνει ο ολεθροσ. αλλοιμονο! ετοιμαστηκε για να γυαλιζει, ακονιστηκε για σφαγη. σφιξου, ρομφαια, να επιτεθεισ δεξια, αριστερα, οπου στραφει το προσωπο σου. και εγω, ακομα, θα χτυπησω με κροτο το χερι μου επανω στο χερι μου, και θα αναπαυσω τον θυμο μου· εγω μιλησα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: κι εσυ, γιε ανθρωπου, διορισε για τον εαυτο σου δυο δρομουσ, για να περασει η ρομφαια του βασιλια τησ βαβυλωνασ· και οι δυο θα βγαινουν απο την ιδια γη· και κανε τοπο, και να τον κανεισ στην αρχη του δρομου τησ πολησ. διορισε δρομο για να περασει η ρομφαια στη ραββα των γιων αμμων, και στην ιηhυδαια προσ την ιερουσαλημ, την οχυρωμενη. επειδη, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ σταθηκε στο διστρατο, στην αρχη των δυο δρομων, για να ρωτησει τουσ μαντεισ· ανακατεψε τα βελη τησ μαντειασ, ρωτησε τα γλυπτα, παρατηρησε το συκωτι. προσ τα δεξια του εγινε ο χρησμοσ για την ιερουσαλημ, για να στησει τα κριαρια, για να ανοιξει το στομα για σφαγη, να υψωσει τη φωνη με αλαλαγμο, να στησει κριαρια εναντια στισ πυλεσ, να κανει προχωματα, να οικοδομησει προμαχωνεσ. ομωσ, αυτο θα ειναι σ' αυτουσ σαν ματαιη μαντεια, στα ματια εκεινων, που εκαναν προσ αυτουσ ορκουσ· αυτοσ, ομωσ, θα τουσ θυμισει την ανομια τουσ, για να πιαστουν. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, κανατε ναρθει σε ενθυμηση η ανομια σασ, οταν οι παραβασεισ σασ ανακαλυφθηκαν, ωστε να φανερωθουν τα αμαρτηματα σασ σε ολεσ τισ πραξεισ σασ· επειδη, ηρθατε σε ενθυμηση, θα σασ πιασουν με τα χερια. κι εσυ, βεβηλε, ασεβη, ηγεμονα του ισραηλ, για τον οποιο ηρθε η ημερα, οταν η ανομια εφτασε στο τελοσ, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: σηκωσε το διαδημα, και αφαιρεσε το στεμμα· αυτο δεν θα ειναι τετοιο· ο ταπεινοσ θα υψωθει, και ο υψηλοσ θα ταπεινωθει. θα το ανατρεψω, θα το ανατρεψω, θα το ανατρεψω, και δεν θα υπαρχει, μεχρισ οτου ερθει εκεινοσ στον οποιο ανηκει· και θα το δωσω σ' αυτον. κι εσυ, γιε ανθρωπου, προφητευσε, και πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, για τουσ γιουσ αμμων, και για τον ονειδισμο τουσ· και πεσ: η ρομφαια, η ρομφαια ειναι γυμνωμενη, στιλβωμενη για τη σφαγη, για να εξολοθρευσει, λαμποντασ, ενω βλεπουν ματαιεσ ορασεισ για σενα, ενω μαντευουν για σενα ψεμα, για να σε βαλουν επανω στον τραχηλο των τραυματισμενων, των ασεβων, για τουσ οποιουσ ηρθε η ημερα, οταν η ανομια τουσ εφτασε στο τελοσ. επιστρεψε την στη θηκη τησ. θα σε κρινω στον τοπο οπου κτιστηκεσ, στη γη τησ γεννησησ σου. και θα ξεχυνω την οργη μου επανω σου· μεσα στη φωτια τησ οργησ μου θα φυσηξω επανω σου· και θα σε παραδωσω στα χερια αγριων ανδρων, που χαλκευουν ολεθρο. θα γινεισ τροφη φωτιασ· το αιμα σου θα ειναι στο μεσον τησ γησ σου· δεν θα υπαρχει πλεον αναμνηση για σενα· εγω μιλησα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

22

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: κι εσυ, γιε ανθρωπου, θα κρινεισ, θα κρινεισ την πολη των αιματων; και θα παραστησεισ σ' αυτην ολα τα βδελυγματα τησ; πεσ, λοιπον: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. ω, πολη, που στο μεσον τησ χυνει αιματα, για ναρθει ο καιροσ τησ, και που κατασκευαζει ειδωλα εναντιον του εαυτου τησ, για να μολυνεται! εγινεσ ενοχη μεσα στο αιμα σου, που ξεχυσεσ, και μολυνθηκεσ μεσα στα ειδωλα σου, που κατασκευασεσ· και εκανεσ να πλησιασουν οι ημερεσ σου, και ηρθεσ μεχρι τα χρονια σου· γι' αυτο, σε εκανα ονειδοσ στα εθνη, και παιχνιδι σε ολουσ τουσ τοπουσ. οι κοντινοι, και οι μακρινοι απο σενα θα σε εμπαιξουν, μολυσμενη ωσ προσ το ονομα, μεγαλη ωσ προσ τισ συμφορεσ. δεσ, οι αρχοντεσ του ισραηλ ησαν μεσα σε σενα, για να χυνουν αιμα, ο καθενασ συμφωνα με τη δυναμη του. μεσα σε σενα καταφρονουσαν πατερα και μητερα· μεσα σε σενα συμπεριφερονταν απατηλα προσ τον ξενο· μεσα σε σενα καταδυναστευαν τον ορφανο και τη χηρα. καταφρονησεσ τα αγια μου, και βεβηλωσεσ τα σαββατα μου. μεσα σε σενα ησαν ανδρεσ συκοφαντεσ για να χυνουν αιμα· και μεσα σε σενα ετρωγαν επανω στα βουνα· μεσα σε σενα πραττουν ανοσιουργιεσ. μεσα σε σενα ξεσκεπασαν την ασχημοσυνη του πατερα· μεσα σε σενα ταπεινωσαν την αποχωρισμενη μεσα στην ακαθαρσια τησ. και ο μεν ενασ επραξε βδελυρη πραξη με τη γυναικα του πλησιον του· ο δε αλλοσ μολυνε ανοσια τη νυφη του· και ο αλλοσ μεσα σε σενα ταπεινωσε την αδελφη του, τη θυγατερα του πατερα του. μεσα σε σενα επαιρναν δωρα για να εκχεουν αιμα· πηρεσ τοκο και προσθηκη, και αισχροκερδησεσ απο τουσ πλησιον σου με απατη, και με λησμονησεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. δεσ, γι' αυτο χτυπησα τα χερια μου με κροτο στην αισχροκερδεια σου, που επραξεσ, και στο αιμα, που ηταν αναμεσα σου. θα αντεξει η καρδια σου; η, θα εχουν δυναμη τα χερια σου, στισ ημερεσ κατα τισ οποιεσ εγω θα ενεργησω εναντιον σου; εγω μιλησα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα εκτελεσω. και θα σε διασκορπισω μεσα στα εθνη, και θα σε διασπειρω στουσ τοπουσ, και θα εξαλειψω απο σενα την ακαθαρσια σου. και θα βεβηλωθεισ απο μονη σου μπροστα στα εθνη· και θα γνωρισεισ οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, ο οικοσ ισραηλ εγινε σε μενα σαν σκουρια· ολοι ειναι χαλκοσ, και κασσιτεροσ, και σιδερο, και μολυβι, στο μεσον του χωνευτηριου· ειναι σκουριεσ απο ασημι. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, ολοι εσεισ γινατε σκουρια, δεστε, γι' αυτο θα σασ συγκεντρωσω στο μεσον τησ ιερουσαλημ· οπωσ συγκεντρωνουν στο μεσον του χωνευτηριου το ασημι, και τον χαλκο, και το σιδερο, και το μολυβι, και τον κασσιτερο, για να φυσηξουν επανω τουσ φωτια, ωστε να τα διαλυσουν, ετσι μεσα στον θυμο μου και μεσα στην οργη μου θα σασ συγκεντρωσω, και θα σασ βαλω εκει, και θα σασ διαλυσω. θα σασ συγκεντρωσω οπωσδηποτε, και μεσα στη φωτια τησ οργησ μου θα φυσηξω επανω σασ, και θα διαλυθειτε στο μεσον τησ φωτιασ. οπωσ διαλυεται το ασημι στο μεσον του χωνευτηριου, ετσι θα διαλυθειτε στο μεσον τησ φωτιασ τησ οργησ. και θα γνωρισετε οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ξεχυνα επανω σασ την οργη μου. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, πεσ σ' αυτην: εσυ εισαι η γη, που δεν καθαριστηκε, και δεν εγινε βροχη επανω τησ κατα την ημερα τησ οργησ. στο μεσον τησ υπαρχει συνωμοσια των προφητων τησ· σαν λιονταρια που ωρυονται, που αρπαζουν το θηραμα, κατατρωνε ψυχεσ· πηραν θησαυρουσ και πολυτιμα πραγματα· πληθυναν τισ χηρεσ τησ αναμεσα τησ. οι ιερεισ τησ αθετησαν τον νομο μου, και βεβηλωσαν τα αγια μου· αναμεσα σε αγιο και βεβηλο δεν εκαναν διαφοροποιηση, και αναμεσα σε ακαθαρτο και καθαρο δεν εκαναν διακριση, και εκρυβαν τα ματια τουσ απο τα σαββατα μου, και με βεβηλωναν αναμεσα τουσ. οι αρχοντεσ τησ ειναι στο μεσον τησ, σαν λυκοι που αρπαζουν το θηραμα, για να ξεχυνουν αιμα, για να αφανιζουν ψυχεσ, για να αισχροκερδησουν αισχροκερδεια. και οι προφητεσ τησ τουσ περιαλειφαν με αμαλαχτο πηλο, βλεποντασ ματαιεσ ορασεισ, και μαντευοντασ σ' αυτουσ ψεματα, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· ενω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ειχε μιλησει. ο λαοσ τησ γησ μεταχειριζοταν απατη, και εκανε αρπαγεσ, και καταδυναστευε τον φτωχο και τον ενδεη, και απατουσε τον ξενο χωρισ κριση. και ζητησα αναμεσα τουσ εναν ανδρα, που να ανεγειρει το περιφραγμα, και να σταθει στη χαλαστρα μπροστα μου υπερ τησ γησ, για να μη την εξολοθρευσω· και δεν βρηκα. γι' αυτο, ξεχυνα την οργη μου επανω τουσ· τουσ καταναλωσα μεσα στη φωτια τησ οργησ μου· ανταπεδωσα τουσ δρομουσ τουσ επανω στα κεφαλια τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ.

23

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, υπηρχαν δυο γυναικεσ, θυγατερεσ τησ ιδιασ μητερασ· και εκπορνευθηκαν στην αιγυπτο· εκπορνευθηκαν στη νιοτη τουσ· εκει πιεστηκαν τα στηθη τουσ, και εκει συνθλιφτηκαν οι παρθενικοι μαστοι τουσ. και τα ονοματα τουσ ησαν: οολα, η μεγαλυτερη, και οολιβα, η αδελφη τησ· κι αυτεσ εγιναν δικεσ μου, και γεννησαν γιουσ και θυγατερεσ. ησαν, λοιπον, τα ονοματα τουσ, σαμαρεια η οολα, και ιερουσαλημ η οολιβα. και η οολα εκπορνευθηκε, ενω ηταν δικη μου, και παραφρονησε για τουσ εραστεσ τησ, τουσ ασσυριουσ, τουσ γειτονεσ τησ, ντυμενουσ γαλαζια, ταξιαρχουσ και αρχοντεσ, ολοι τουσ ποθητοι νεοι, καβαλαρηδεσ, που καβαλικευαν επανω σε αλογα. και επραξε μαζι τουσ τισ πορνειεσ, που ησαν οι εκλεκτοι των ασσυριων, και με ολουσ εκεινουσ με τουσ οποιουσ παραφρονησε· μολυνοταν σε ολα τα ειδωλα τουσ. και δεν αφησε την πορνεια τησ, που ειχε απο την αιγυπτο· επειδη, κοιμονταν μαζι τησ στη νεοτητα τησ, κι αυτοι πιεζαν τα παρθενικα στηθη τησ, και ξεχυναν επανω τησ την πορνεια τουσ. γι' αυτο, την παρεδωσα στα χερια των εραστων τησ, στα χερια των ασσυριων, για τουσ οποιουσ ειχε παραφρονησει. αυτοι ανακαλυψαν τη ντροπη τησ· πηραν τουσ γιουσ τησ και τισ θυγατερεσ τησ, και φονευσαν την ιδια με ρομφαια· και εγινε περιβοητη αναμεσα στισ γυναικεσ, και εκτελεσαν επανω τησ την κριση. και οταν η αδελφη τησ, η οολιβα, το ειδε αυτο, διαφθαρηκε στην παραφροσυνη τησ περισσοτερο απο εκεινη, και στισ πορνειεσ τησ περισσοτερο απο τισ πορνειεσ τησ αδελφησ τησ· παραφρονησε για τουσ ασσυριουσ, τουσ γειτονεσ τησ, ταξιαρχουσ και αρχοντεσ, ντυμενουσ με πολυτελη ενδυματα, καβαλαρηδεσ που καβαλικευαν επανω σε αλογα, ολοι τουσ ποθητοι νεοι. και ειδα οτι μολυνθηκε· εχοντασ και οι δυο εναν δρομο. μαλιστα, προσθεσε στισ πορνειεσ τησ· επειδη, οταν ειδε ανδρεσ ζωγραφισμενουσ επανω στον τοιχο, εικονεσ χαλδαιων, που ησαν ζωγραφισμενοι με κοκκινοχωμα, περιζωσμενουσ με ζωνεσ επανω στισ οσφυεσ τουσ, φορωντασ βαμμενεσ τιαρεσ επανω στα κεφαλια τουσ, εχοντασ ολοι τουσ οψη αρχοντων, ομοιοι με τουσ βαβυλωνιουσ τησ γησ των χαλδαιων, μεσα στην οποια γεννηθηκαν· και καθωσ τουσ ειδε με τα ματια τησ, παραφρονησε γι' αυτουσ, και εστειλε γι' αυτουσ πρεσβευτεσ στη χαλδαια. και ηρθαν σ' αυτην οι βαβυλωνιοι, στην κοιτη του ερωτα, και τη μολυναν με την πορνεια τουσ, και μολυνθηκε μαζι τουσ, και η ψυχη τησ αποξενωθηκε απ' αυτουσ. και αποκαλυψε τισ πορνειεσ τησ, και ξεσκεπασε τη ντροπη τησ· τοτε, η ψυχη μου αποξενωθηκε απ' αυτη, οπωσ η ψυχη μου ειχε αποξενωθει απο την αδελφη τησ. επειδη, πληθυνε τισ πορνειεσ τησ, ανακαλωντασ σε αναμνηση τισ ημερεσ τησ νιοτησ τησ, οταν πορνευε στη γη τησ αιγυπτου. και παραφρονησε για τουσ εραστεσ τησ, που η σαρκα τουσ ειναι σαρκα γαιδουριων, και η ρευση τουσ ρευση αλογων. και θυμηθηκεσ την ακολασια τησ νιοτησ σου, οταν πιεζονταν τα στηθη σου απο τουσ αιγυπτιουσ, για τουσ μαστουσ τησ νιοτησ σου. γι' αυτο, οολιβα, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, εγω θα σηκωσω τουσ εραστεσ σου εναντιον σου, απο τουσ οποιουσ αποξενωθηκε η ψυχη σου, και θα τουσ φερω εναντιον σου απο παντου· τουσ βαβυλωνιουσ, και ολουσ τουσ χαλδαιουσ, τον φεκωδ, και τον σωε, και τον κωε, ολουσ τουσ ασσυριουσ μαζι τουσ· που ολοι τουσ ειναι ποθητοι νεοι, ταξιαρχοι, και ηγεμονεσ, στραταρχεσ και ονομαστοι, ολοι καβαλικευοντασ επανω σε αλογα. και ολοι θαρθουν εναντιον σου, μαζι με αρματα, μαζι με αμαξεσ και τροχουσ, και μαζι με πληθοσ λαων, και θα βαλουν ολογυρα, εναντιον σου, θυρεουσ και ασπιδεσ και περικεφαλαιεσ· και θα βαλω μπροστα τουσ κριση, και θα σε κρινουν συμφωνα με τισ κρισεισ τουσ. και θα στησω τον ζηλο μου εναντιον σου, και θα σου φερθουν με οργη· θα κοψουν τη μυτη σου και τα αυτια σου· και το υπολοιπο σου θα πεσει με μαχαιρα· αυτοι θα παρουν τουσ γιουσ σου και τισ θυγατερεσ σου· και το υπολοιπο σου θα καταφαγωθει απο φωτια, ακομα, θα ξεντυσουν απο σενα τα ιματια σου, και θα αφαιρεσουν τα στολιδια τησ λαμπροτητασ σου. και θα σταματησω απο σενα την ακολασια σου, και την πορνεια σου, που ειχεσ απο τη γη τησ αιγυπτου· και δεν θα σηκωσεισ τα ματια σου σ' αυτουσ, και δεν θα θυμηθεισ πλεον την αιγυπτο. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, θα σε παραδωσω στο χερι εκεινων που μισεισ, στο χερι εκεινων απο τουσ οποιουσ αποξενωθηκε η ψυχη σου. και θα σου φερθουν με μισοσ, και θα παρουν ολουσ τουσ κοπουσ σου, και θα σε εγκαταλειψουν γυμνη και ασκεπαστη· και η ντροπη τησ πορνειασ σου θα αποκαλυφθει, και ακολασια σου και οι πορνειεσ σου. αυτα θα κανω σε σενα, επειδη πορνευσεσ πισω απο τα εθνη, επειδη μολυνθηκεσ μεσα στα ειδωλα τουσ, περπατησεσ στον δρομο τησ αδελφησ σου· γι' αυτο, θα δωσω στο χερι σου το ποτηρι τησ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: θα πιεισ το ποτηρι τησ αδελφησ σου, το βαθυ και πλατυ· θα εισαι αντικειμενο γελιου και παιχνιδιου· αυτο το ποτηρι χωραει πολυ. θα γεμισεισ απο μεθη και θλιψη, με το ποτηρι τησ εκπληξησ και του αφανισμου, με το ποτηρι τησ αδελφησ σου, τησ σαμαρειασ. και θα το πιεισ, και θα το στραγγισεισ, και θα συντριψεισ τα οστρακα του, και θα διασπαραξεισ τα στηθη σου· επειδη, εγω μιλησα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, με λησμονησεσ, και με απερριψεσ πισω απο τα νωτα σου, βασταξε, λοιπον, την ακολασια σου και τισ πορνειεσ σου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σε μενα: γιε ανθρωπου, θα κρινεισ την οολα, και την οολιβα; αναγγειλε, λοιπον, σ' αυτεσ τα βδελυγματα τουσ· οτι μοιχευονταν, και στα χερια τουσ ειναι αιμα, και μοιχευονταν με τα ειδωλα τουσ, κι ακομα, για χαρη τουσ, διαπερνουσαν μεσα απο τη φωτια τα παιδια τουσ, που γεννησαν σε μενα, για καταναλωση. ακομα, επραξαν σε μενα και τουτο· μολυναν τα αγια μου μεσα στην ιδια ημερα, και βεβηλωσαν τα σαββατα μου. επειδη, οταν εσφαξαν τα παιδια τουσ στα ειδωλα τουσ, τοτε εμπαιναν την ιδια ημερα στα αγια μου, για να τα βεβηλωνουν· και, δεσ, ετσι επρατταν στο μεσον του οικου μου. και πεσ, ακομα, οτι εσεισ στειλατε σε ανδρεσ, για ναρθουν απο μακρια, στουσ οποιουσ σταλθηκε πρεσβευτησ, και δεσ, ηρθαν, για τουσ οποιουσ λουστηκεσ, εβαψεσ τα ματια σου, και στολιστηκεσ με στολιδια. και καθησεσ επανω σε μεγαλοπρεπεσ κρεβατι, και μπροστα του ηταν τραπεζι ετοιμασμενο, επανω στο οποιο εβαλεσ το θυμιαμα μου και το λαδι μου. και μεσα σ' αυτη ησαν φωνεσ πληθουσ που αγαλλοταν· και μαζι με τουσ ανδρεσ του οχλου φερνονταν μεσα σαβαιοι απο την ερημο, φορωντασ βραχιολια επανω στα χερια τουσ, και ωραια στεφανια επανω στα κεφαλια τουσ. τοτε, ειπα σ' αυτη, που γερασε μεσα σε μοιχειεσ: τωρα κανουν πορνειεσ μαζι τησ, και αυτη μαζι με εκεινουσ; και αυτοι εμπαιναν μεσα σ' αυτη, οπωσ μπαινουν μεσα σε μια πορνη γυναικα· ετσι εμπαιναν μεσα προσ την οολα, και προσ την οολιβα, τισ ακολαστεσ γυναικεσ. γι' αυτο, ανδρεσ δικαιοι, αυτοι θα τισ κρινουν, συμφωνα με την κριση των μοιχαλιδων, και συμφωνα με την κριση αυτων των γυναικων που χυνουν αιμα· επειδη, ειναι μοιχαλιδεσ, και στα χερια τουσ υπαρχει αιμα. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: θα ανεβασω εναντιον τουσ ενα πληθοσ, και θα τισ παραδωσω σε ταραχη και διαρπαγη. και το πληθοσ θα τισ λιθοβολησει με πετρεσ, και θα τισ κατακοψουν με τα ξιφη τουσ· θα φονευσουν τουσ γιουσ τουσ και τισ θυγατερεσ τουσ, και θα κατακαψουν τα σπιτια τουσ με φωτια. ετσι θα σταματησω την ακολασια επανω στη γη, για να μαθουν ολεσ οι γυναικεσ να μη πραττουν συμφωνα με τισ ακολασιεσ σασ. και θα ανταποδωσουν επανω σασ τισ ακολασιεσ σασ, και θα βασταξετε τισ αμαρτιεσ των ειδωλων σασ· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ.

24

και κατα τον ενατο χρονο, τον δεκατο μηνα, τη δεκατη ημερα του μηνα, εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, γραψε για τον εαυτο σου το ονομα τησ ημερασ, αυτησ τησ ιδιασ ημερασ· επειδη, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ παραταχθηκε εναντια στην ιερουσαλημ κατα την ιδια αυτη ημερα. και προφερε μια παραβολη προσ τον αποστατη οικο, και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. στησε τον λεβητα, στησε, κι ακομα χυσε σ' αυτον νερο· συγκεντρωσε σ' αυτον τα τμηματα του, καθε καλο τμημα, τον μηρο, και τον ωμο· γεμισε τον απο τα εκλεκτα κοκαλα. παρε απο τα εκλεκτα του κοπαδιου, κι ακομα στοιβαξε τα κοκαλα απο κατω του· να τα βρασεισ καλα, και ασ ψηθουν κι αυτα τα κοκαλα του μεσα σ' αυτον. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αλλοιμονο στην πολη των αιματων, στον λεβητα, που η σκουρια του ειναι μεσα του, και του οποιου η σκουρια δεν βγηκε απ' αυτον! βγαλε με σειρα τα τμηματα τησ· κληροσ ασ μη πεσει επανω τησ. επειδη, το αιμα τησ ειναι στο μεσον τησ· το εξεθεσε επανω σε λειοπετρα· δεν το εχυσε επανω στη γη, ωστε να σκεπαστει με χωμα, για να κανω να ανεβει θυμοσ σε εκτελεση εκδικησησ, θα εκθεσω το αιμα τησ επανω σε λειοπετρα, για να μη σκεπαστει. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αλλοιμονο στην πολη των αιματων! και εγω θα μεγαλωσω τη φωτια. επισωρευσε τα ξυλα, αναψε τη φωτια, καταναλωσε τα κρεατα, και διαλυσε τα, ασ καουν και τα κοκαλα. τοτε, να τον στησεισ αδειανον επανω στα καρβουνα, για να πυρωθει ο χαλκοσ του, και να καει, και να λιωσει μεσα του η ακαθαρσια του, να καναταλωθει η σκουρια του. ματαια δοκιμαστηκε με κοπουσ, και η μεγαλη τησ σκουρια δεν βγηκε απ' αυτη, η σκουρια τησ μεσα στη φωτια. μεσα στην ακαθαρσια σου υπαρχει μιαροτητα· επειδη, εγω σε καθαρισα, και δεν καθαριστηκεσ, δεν θα καθαριστεισ πλεον απο την ακαθαρσια σου, μεχρισ οτου αναπαυσω επανω σου τον θυμο μου. εγω μιλησα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· θα γινει, και θα το εκτελεσω· δεν θα στραφω πισω, και δεν θα λυπηθω, και δεν θα μεταμεληθω· συμφωνα με τουσ δρομουσ σου, και συμφωνα με τισ πραξεισ σου, θα σε κρινουν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, δεσ, εγω θα αφαιρεσω απο σενα, με μια πληγη, το επιθυμημα των ματιων σου· και μη πενθησεισ, και μη κλαψεισ, και ασ μη τρεξουν τα δακρυα σου· συγκρατησου απο στεναγμουσ, μη κανεισ πενθοσ νεκρων, δεσε την τιαρα σου επανω στο κεφαλι σου, και βαλε στα ποδια σου τα υποδηματα σου, και μη σκεπασεισ τα χειλη σου, και μη φασ ψωμι ανδρων. και μιλησα στον λαο το πρωι, και την εσπερα πεθανε η γυναικα μου· και εκανα το πρωι καθωσ προσταχθηκα. και ο λαοσ μου ειπε: δεν θα μασ αναγγειλεισ τι σημαινουν σε μασ αυτα που κανεισ; και τουσ απαντησα: εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: πεσ στον οικο ισραηλ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. δεστε, θα βεβηλωσω τα αγια μου, το καυχημα τησ δυναμησ σασ, τα επιθυμητα των ματιων σασ, και τα περιποθητα των ψυχων σασ· και οι γιοι σασ και οι θυγατερεσ σασ, οσουσ αφησατε, θα πεσουν με ρομφαια. και θα κανετε οπωσ εκανα και εγω· δεν θα σκεπασετε τα χειλη σασ, και ψωμι ανδρων δεν θα φατε. και οι τιαρεσ σασ θα ειναι επανω στα κεφαλια σασ, και τα υποδηματα σασ στα ποδια σασ· δεν θα πενθησετε ουτε θα κλαψετε· αλλα, θα λιωσετε για τισ ανομιεσ σασ, και θα στεναξει ο ενασ στον αλλον. και ο ιεζεκιαλ θα ειναι σε σασ ωσ σημειο· συμφωνα με ολα οσα αυτοσ εκανε, θα κανετε· οταν θαρθει αυτο, τοτε θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και για σενα, γιε ανθρωπου, κατα την ημερα εκεινη, οταν αφαιρεσω απ' αυτουσ την ισχυ τουσ, τη χαρα τησ δοξασ τουσ, τα επιθυμηματα των ματιων τουσ, και το θαρροσ των ψυχων τουσ, τουσ γιουσ τουσ και τισ θυγατερεσ τουσ, κατα την ημερα εκεινη, αυτοσ που θα διασωθει, δεν θαρθει σε σενα, για να τα αναγγειλει στα αυτια σου; κατα την ημερα εκεινη το στομα σου θα ανοιξει προσ εκεινον που διασωθηκε, και θα μιλησεισ, και δεν θα εισαι πλεον αλαλοσ· και θα εισαι σ' αυτουσ ωσ σημειο· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

25

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, στηριξε το προσωπο σου εναντια στουσ γιουσ αμμων, και προφητευσε εναντιον τουσ· και πεσ στουσ γιουσ αμμων: ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. επειδη, εναντια στα αγια μου λεσ: μπραβο, επειη βεβηλωθηκαν, και στη γη του ισραηλ, επειδη αφανιστηκε, και στον οικο του ιηhυδα, επειδη πηγαν σε αιχμαλωσια, γι' αυτο, δεσ, θα σε παραδωσω για κληρονομια στουσ γιουσ τησ ανατολησ, και θα βαλουν τισ δικεσ τουσ επαυλεισ μεσα σε σενα, και θα κανουν τισ κατασκηνωσεισ τουσ σε σενα· αυτοι θα φανε τουσ καρπουσ σου, κι αυτοι θα πιουν το γαλα σου. και τη ραββα θα την κανω σταυλο για καμηλεσ, και τη γη των γιων αμμων μαντρα προβατων· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, απο χαρα χτυπησεσ τα χερια σου, και χτυπησεσ με το ποδι, και με ολη την περιφρονηση τησ καρδιασ σου χαρηκεσ εναντια στη γη ισραηλ, γι' αυτο, δεσ, θα απλωσω το χερι μου επανω σου, και θα σε παραδωσω σε διαρπαγη των εθνων, και θα σε αποκοψω απο τουσ λαουσ, και θα σε εξαφανισω απο τουσ τοπουσ· θα σε εξολοθρευσω· και θα γνωρισεισ οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, ο μωαβ και ο σηειρ λενε: δεστε, ο οικοσ ιηhυδα ειναι οπωσ ολα τα εθνη· γι' αυτο, δεστε, θα ανοιξω το πλευρο του μωαβ απο τισ πολεισ, απο τισ πολεισ τουσ, απο τα ακρα του, τη δοξα τησ γησ, τη βαιθ-ιεσιμωθ, τη βααλ-μεων, και την κιριαθαιμ, στουσ γιουσ τησ ανατολησ, εναντια στουσ γιουσ αμμων, και θα την παραδωσω για κληρονομια, για να μη αναφερονται οι γιοι αμμων αναμεσα στα εθνη. και θα εκτελεσω κρισεισ εναντια στον μωαβ· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη ο εδωμ επραξε εκδικητικα στον οικο ιηhυδα, και εβρισε βαρια, και εκδικηθηκε εναντιον τουσ, γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: θα απλωσω, λοιπον, το χερι μου εναντια στον εδωμ, και θα αποκοψω απ' αυτον ανθρωπον και κτηνοσ, και θα τον εξαφανισω απο τη θαιμαν, και θα πεσουν με ρομφαια μεχρι τη δαιδαν. και θα ενεργησω την εκδικηση μου επανω στον εδωμ με το χερι του λαου μου, του ισραηλ· και θα κανουν στον εδωμ συμφωνα με τον θυμο μου, και συμφωνα με την οργη μου· και θα γνωρισουν την εκδικηση μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, οι φιλισταιοι φερθηκαν εκδικητικα, και εκαναν εκδικηση, περιφρονωντασ απο ψυχησ, ωστε να φερουν ολεθρο για παλιο μισοσ, γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεστε, εγω θα απλωσω το χερι μου εναντια στουσ φιλισταιουσ, και θα αποκοψω τουσ χερεθαιουσ, και θα αφανισω το υπολοιπο των λιμανιων τησ θαλασσασ· και θα κανω μεγαλη εκδικηση επανω τουσ με ελεγχουσ θυμου· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν εκτελεσω την εκδικηση μου επανω τουσ.

26

και κατα τον 11ο χρονο, την πρωτη ημερα του μηνα, εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου. επειδη, η τυροσ ειπε εναντια στην ιερουσαλημ: μπραβο! συντριφτηκε η πολη των λαων· στραφηκε σε μενα· εγω θα γεμιστω, επειδη ερημωθηκε· γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, εγω ειμαι εναντιον σου, τυροσ, και θα σηκωσω εναντιον σου πολλα εθνη, οπωσ η θαλασσα σηκωνει τα κυματα τησ. και θα καταστρεψουν τα τειχη τησ τυρου, και θα κατεδαφισουν τουσ πυργουσ τησ· και θα ξυσω το χωμα τησ, και θα την κανω σαν λεια πετρα, θα ειναι για να απλωνουν διχτυα στο μεσον τησ θαλασσασ· επειδη, εγω μιλησα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· και θα γινει διαρπαγη των εθνων. και οι κωμοπολεισ τησ, που ειναι στην πεδιαδα, θα εξολοθρευτουν με μαχαιρα· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, θα φερω εναντια στην τυρο τον ναβουχοδονοσορα, τον βασιλια τησ βαβυλωνασ, βασιλια βασιλιαδων, απο τον βορρα, με αλογα και με αρματα, και με καβαλαρηδεσ, και συναξη, και πολυ λαο. αυτοσ θα εξολοθρευσει με μαχαιρα τισ κωμοπολεισ σου στην πεδιαδα· και θα σηκωσει προμαχωνεσ εναντιον σου, και θα κανει προχωματα εναντιον σου, και θα υψωσει εναντιον σου ασπιδεσ. και θα στησει τισ πολεμικεσ του μηχανεσ επανω στα τειχη σου, και με τουσ πελεκεισ του θα γκρεμισει τουσ πυργουσ σου. απο το πληθοσ των αλογων του η σκονη τουσ θα σε σκεπασει· τα τειχη σου θα σειστουν απο τον ηχο των καβαλαρηδων, των τροχων, και των αμαξων, οταν μπαινουν μεσα στισ πυλεσ σου, οπωσ μπαινουν μεσα σε πολη που φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυεται. με τισ οπλεσ των αλογων του θα καταπατησει ολουσ τουσ δρομουσ σου· θα θανατωσει με μαχαιρα τον λαο σου, και οι ισχυροι φρουροι σου θα ριχτουν στη γη. και θα διαρπαξουν τα πλουτη σου, και θα λαφυραγωγησουν τα εμπορευματα σου· και θα γκρεμισουν τα τειχη σου, και θα γκρεμισουν τα ωραια σπιτια σου· και στο μεσον των νερων θα ριξουν τισ πετρεσ σου, και τα ξυλα σου, και το χωμα σου. και θα σταματησω τον θορυβο των τραγουδιων σου, και η φωνη απο τισ κιθαρεσ σου δεν θα ακουστει πλεον· και θα σε κανω σαν λεια πετρα· θα εισαι για να απλωνουν διχτυα· δεν θα κτιστεισ ξανα· επειδη, εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ προσ την τυρο: δεν θα σειστουν τα νησια στον ηχο τησ πτωσησ σου, οταν οι τραυματιεσ σου στεναζουν, οταν η σφαγη γινεται στο μεσον σου; τοτε, ολοι οι ηγεμονεσ τησ θαλασσασ θα κατεβουν απο τουσ θρονουσ τουσ, και θα βγαλουν τισ χλαμυδεσ τουσ, και θα ξεντυθουν τα κεντητα τουσ ιματια· και θα ντυθουν τρομο· θα καθησουν καταγησ, και θα τρεμουν ανα πασαν στιγμη, και θα εκπληττονται για σενα. και αφου αναλαβουν θρηνο για σενα, θα σου λενε: πωσ καταστραφηκεσ, εσυ που ησουν κατοικημενη απο θαλασσοπορουσ, η περιφημη πολη, που ησουν ισχυρη στη θαλασσα, εσυ και οι κατοικοι σου, που σκορπουσαν τον τρομο τουσ σε ολουσ εκεινουσ που κατοικουσαν σ' αυτη! τωρα, τα νησια θα τρεμουν κατα την ημερα τησ πτωσησ σου, ναι, τα νησια που ειναι στη θαλασσα θα ταραχτουν στην αφανεια σου. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: οταν σε κανω ερημωμενη πολη, οπωσ τισ πολεισ που δεν κατοικουνται, οταν φερω επανω σου την αβυσσο, και σε σκεπασουν τα πολλα νερα· οταν σε κατεβασω μαζι με εκεινουσ που κατεβαινουν στον λακκο, σε λαον αιωνιο, και σε βαλω στα κατωτατα μερη τησ γησ, σε ερημουσ τοπουσ απο τον αιωνα, μαζι με εκεινουσ που κατεβαινουν στον λακκο, για να μη κατοικηθεισ· και οταν αποκαταστησω δοξα μεσα στη γη των ζωντανων ανθρωπων, θα σε καταστησω τρομον, και δεν θα υπαρχεισ· και θα ζητηθεισ, και δεν θα βρεθεισ πλεον στον αιωνα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ.

27

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: κι εσυ, γιε ανθρωπου, αναλαβε θρηνο για την τυρο, και πεσ στην τυρο, που κειτεται στην εισοδο τησ θαλασσασ, εμπορευεται με τουσ λαουσ σε πολλα νησια: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: τυροσ, εσυ ειπεσ: εγω ειμαι τελεια σε ωραιοτητα. τα συνορα σου ειναι στην καρδια των θαλασσων, οι οικοδομοι σου εκαναν την ωραιοτητα σου τελεια. εκτισαν ολα τα πλευρα των πλοιων σου απο ελατα τησ σενειρ· πηραν κεδρουσ απο τον λιβανο για να σου κανουν καταρτια. απο τισ βελανιδιεσ τησ βασαν εκαναν τα κουπια σου· εκαναν τα καθισματα σου απο ελεφαντα, με πυξο, απο τα νησια των κητιαιων. για πανια απλωνεσ στον εαυτο σου λεπτο λινο, κεντητο, απο την αιγυπτο· το επισκηνωμα σου ηταν γαλαζιο και πορφυρουν απο τα νησια ελεισα. οι κατοικοι τησ σιδωνασ και τησ αρβαδ ησαν οι κωπηλατεσ σου· οι σοφοι σου, τυροσ, αυτοι που ησαν σε σενα, αυτοι ησαν οι κυβερνητεσ των πλοιων σου. οι πρεσβυτεροι τησ γεβαλ και οι σοφοι τησ ησαν σε σενα οι επισκευαστεσ των χαλασματων σου· ολα τα πλοια τησ θαλασσασ και οι ναυτεσ τουσ ησαν σε σενα, για να εμπορευονται το εμποριο σου. περσεσ, και λυδοι, και λιβυοι, ησαν στα στρατευματα σου οι πολεμιστεσ σου ανδρεσ· κρεμουσαν επανω σου ασπιδεσ και περικεφαλαιεσ· αυτοι εδειχναν τη μεγαλοπρεπεια σου. οι ανδρεσ τησ αρβαδ, μαζι με τον στρατο σου, ησαν ολογυρα επανω στα τειχη σου, και οι γαμμαδιτεσ επανω στουσ πυργουσ σου· κρεμουσαν τισ ασπιδεσ τουσ επανω στα τειχη σου ολογυρα· αυτοι συμπληρωναν την ωραιοτητα σου. η θαρσεισ εμπορευοταν μαζι σου σε πληθοσ καθε πλουτου· με ασημι, σιδερο, κασσιτερο, και μολυβι εμπορευονταν μεσα στισ αγορεσ σου. ο ιαυαν, ο θουβαλ, και ο μεσεχ, ησαν οι εμποροι σου· στην αγορα σου εμπορευονταν ψυχεσ ανθρωπων, και χαλκινα σκευη. και απο τον οικο θωγαρμα εμπορευονταν στισ αγορεσ σου αλογα και καβαλαρηδεσ και μουλαρια. οι ανδρεσ τησ δαιδαν ησαν εμποροι σου· το εμποριο πολλων νησιων ηταν στο χερι σου· εφερναν σε σενα δοντια απο ελεφαντεσ και εβενο για ανταλλαγη. η συρια εμπορευοταν μαζι σου εξαιτιασ του πληθουσ των εργασιων σου· εδινε σμαραγδι στισ αγορεσ σου, πορφυρα, και κεντητα, και βυσσο, και κοραλλι, και αχατη. ο ιηhυδασ και η γη ισραηλ ησαν εμποροι σου· εδιναν στην αγορα σου σιταρι του μιννιθ, και στακτη, και μελι, και λαδι, και βαλσαμο. η δαμασκοσ εμπορευοταν μαζι σου στο πληθοσ των εργασιων σου, στο πληθοσ καθε πλουτου· στο κρασι τησ χελβων, και στα ασπρα μαλλια. και ο δαν και ο ιαυαν και ο μωσελ εδιναν στισ αγορεσ σου κατεργασμενο σιδερο, κασια, και αρωματικο καλαμι· αυτα ησαν αναμεσα στισ πραματειεσ σου. η δαιδαν εμπορευοταν μαζι σου σε πολυτιμα υφασματα για αμαξεσ. η αραβια, και ολοι οι αρχοντεσ τησ κηδαρ, ησαν εμποροι σου, εμπορευομενοι μαζι σου σε αρνια, και κριαρια και τραγουσ. οι εμποροι τησ σαβα και τησ ρααμα ησαν εμποροι σου, δινοντασ στισ αγορεσ σου καθε εξαιρετο αρωμα, και καθε πολυτιμη πετρα, και χρυσαφι. η χαρραν, και η χαναα, και η εδεν, οι εμποροι τησ σαβα, ο ασσουρ, και ο χιλμαδ, εμπορευονταν μαζι σου. αυτοι ησαν οι εμποροι σου σε καθε ειδοσ, σε γαλαζια ενδυματα και κεντητα, και σε κιβωτια πλουσιων στολισματων, δεμενα με σχοινια, και κατασκευασμενα απο κεδρο, αναμεσα στισ αλλεσ σου πραματειεσ. τα πλοια τησ θαρσεισ υπερειχαν στο εμποριο σου, και ησουν πληρησ, και σταθηκεσ ενδοξοτατη στην καρδια των θαλασσων. οι κωπηλατεσ σου σε εφερναν σε πολλα νερα· ο ανατολικοσ ανεμοσ, ομωσ, σε συντριψε στην καρδια των θαλασσων. τα πλουτη σου, και οι αγορεσ σου, το εμποριο σου, οι ναυτεσ σου, και οι κυβερνητεσ σου, οι επισκευαστεσ των πλοιων σου, και οι εμπορευομενοι το εμποριο σου, και ολοι οι πολεμιστεσ ανδρεσ σου, που βρισκονται σε σενα, και ολοκληρο το συναγμα σου, που βρισκεται αναμεσα σου, θα πεσουν στην καρδια των θαλασσων, την ημερα τησ πτωσησ σου. τα προαστια θα σειστουν στον ηχο τησ κραυγησ των κυβερνητων σου. και ολοι οι κωπηλατεσ, οι ναυτεσ, ολοι οι κυβερνητεσ τησ θαλασσασ, θα κατεβουν απο τα πλοια τουσ, θα σταθουν επανω στη γη. και θα κραυγασουν με τη φωνη τουσ επανω σου, και θα βοησουν πικρα, και θα ριξουν χωμα στα κεφαλια τουσ, και θα κατακυλιστουν μεσα στη σταχτη. και θα φαλακρωθουν ολοκληρωτικα για σενα, και θα περιζωστουν με σακο, και για σενα θα κλαψουν με πικρια ψυχησ, θρηνωντασ πικρα. και μεσα στον οδυρμο τουσ θα αναλαβουν για σενα θρηνο, και θα θρηνησουν, λεγοντασ για σενα: ποια εγινε οπωσ η τυροσ, οπωσ αυτη που καταστραφηκε στο μεσον τησ θαλασσασ; οταν οι πραματειεσ σου εβγαιναν απο τισ θαλασσεσ, χορταινεσ πολλουσ λαουσ. με το πληθοσ του πλουτου σου και του εμποριου σου πλουτιζεσ τουσ βασιλιαδεσ τησ γησ. τωρα, συντριφτηκεσ μεσα στισ θαλασσεσ, στο βαθοσ των νερων. το εμποριο σου και ολοκληρο το συναγμα σου επεσαν στο μεσον σου. ολοι οι κατοικοι των νησιων θα εκπλαγουν για σενα, και οι βασιλιαδεσ τουσ θα κατατρομαξουν, θα ωχριασουν τα προσωπα τουσ. οι εμποροι αναμεσα στα εθνη θα συριξουν επανω σου. θα εισαι φρικη, και δεν θα υπαρξεισ μεχρι τον αιωνα.

28

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, πεσ στον ηγεμονα τησ τυρου: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη υψωθηκε η καρδια σου, και ειπεσ: εγω ειμαι θεοσ, καθομαι επανω στην καθεδρα του θεου, στην καρδια των θαλασσων· ενω εισαι ανθρωποσ, και οχι θεοσ· και εκανεσ την καρδια σου σαν καρδια θεου· δεσ, εσυ εισαι σοφοτεροσ απο τον δανιαλ· κανενα μυστηριο δεν ειναι κρυμμενο απο σενα· με τη σοφια σου και με τη συνεση σου εκανεσ δυναμη για τον εαυτο σου, και στουσ θησαυρουσ σου απεκτησεσ χρυσαφι και ασημι· με τη μεγαλη σου σοφια αυξησεσ τα πλουτη σου διαμεσου του εμποριου, και η καρδια σου υψωθηκε εξαιτιασ τησ δυναμησ σου· γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, εκανεσ την καρδια σου σαν καρδια θεου: δεσ, γι' αυτο θα φερω ξενουσ εναντιον σου, τουσ τρομεροτερουσ απο τα εθνη· και θα βγαλουν τα ξιφη τουσ εναντια στην ωραιοτητα τησ σοφιασ σου, και θα μολυνουν τη λαμπροτητα σου. θα σε κατεβασουν στον λακκο, και θα πεθανεισ με τον θανατο εκεινων, που θα φονευθουν στην καρδια των θαλασσων. θα λεσ ακομα μπροστα σ' αυτον που σε φονευει: εγω ειμαι θεοσ, ενω εισαι ανθρωποσ, και οχι θεοσ, στα χερια εκεινου ο οποιοσ σε φονευει; θα θανατωθεισ με θανατο απεριτμητων με το χερι των ξενων· επειδη, εγω μιλησα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, αναλαβε θρηνον εναντια στον βασιλια τησ τυρου, και πεσ του: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: εσυ επισφραγισεσ τα παντα, εισαι γεματοσ σοφια, και τελειοσ σε ωραιοτητα. σταθηκεσ στην εδεμ, στον παραδεισο του θεου· ησουν περισκεπασμενοσ απο καθε πολυτιμη πετρα, απο σαρδιο, τοπαζιο, και διαμαντι, βηρυλλιο, ονυχα, και ιασπη, σαπφειρο, σμαραγδο και ανθρακα, και χρυσαφι· η υπηρεσια των τυμπανων σου και των αυλων σου ηταν ετοιμασμενη για σενα, κατα την ημερα που κτιστηκεσ. ησουν χρισμενο χερουβ, για να επισκιαζεισ· και εγω σε εστησα· ησουν στο αγιο βουνο του θεου· περπατουσεσ αναμεσα σε πυρινεσ πετρεσ. ησουν τελειοσ στουσ δρομουσ σου, απο την ημερα που κτιστηκεσ, μεχρισ οτου βρεθηκε μεσα σε σενα αδικια. απο το πληθοσ του εμποριου σου γεμισαν το εσωτερικο σου απο ανομια, και αμαρτησεσ· γι' αυτο, θα σε απορριψω απο το βουνο του θεου ωσ βεβηλον· και θα σε οδηγησω μεσα απο τισ πυρινεσ πετρεσ σε απωλεια, χερουβ που επισκιαζεισ. η καρδια σου υψωθηκε, εξαιτιασ τησ ωραιοτητασ σου· εφθειρεσ τη σοφια σου, εξαιτιασ τησ λαμπροτητασ σου· θα σε ριξω καταγησ· θα σε εκθεσω μπροστα στουσ βασιλιαδεσ, για να βλεπουν σε σενα. βεβηλωσεσ τα ιερα σου εξαιτιασ του πληθουσ των αμαρτιων σου, εξαιτιασ των αδικιων του εμποριου σου· γι' αυτο, θα βγαλω φωτια απο αναμεσα σου, η οποια θα σε καταφαει· και θα σε κανω σταχτη επανω στη γη, μπροστα σε ολουσ εκεινουσ, που σε βλεπουν. ολοι εκεινοι που σε γνωριζουν αναμεσα στουσ λαουσ, θα εκπλαγουν για σενα· θα εισαι φρικη, και δεν θα υπαρξεισ μεχρι τον αιωνα. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, στηριξε το προσωπο σου εναντια στη σιδωνα, και προφητευσε εναντιον τησ, και πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, εγω ειμαι εναντιον σου, σιδωνα· και θα δοξαστω στο μεσον σου· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν εκτελεσω σ' αυτη κρισεισ, και αγιαστω μεσα σ' αυτη. επειδη, εγω θα στειλω σ' αυτη θανατικο, και αιμα στουσ δρομουσ τησ· και οι τραυματισμενοι τησ θα πεσουν στο μεσον τησ με μαχαιρα, που θαρθει επανω τησ απο ολογυρα· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και δεν θα ειναι πλεον στον οικο ισραηλ σκολοπασ πικριασ, και αγκαθι οδυνησ απο ολουσ οσοι ειναι γυρω τουσ, που τουσ καταφρονουν· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: οταν συγκεντρωσω τον οικο ισραηλ απο τουσ λαουσ, αναμεσα στουσ οποιουσ ειναι διασκορπισμενοι, και αγιαστω σ' αυτουσ μπροστα στα εθνη, τοτε θα κατοικησουν στη γη τουσ, που ειχα δωσει στον δουλο μου ιακωβ. και θα κατοικησουν μεσα σ' αυτη με ασφαλεια, και θα κτισουν σπιτια, και θα φυτεψουν αμπελωνεσ· ναι, θα κατοικησουν με ασφαλεια, οταν εκτελεσω κρισεισ επανω σε ολουσ εκεινουσ που τουσ καταφρονησαν, ολογυρα τουσ· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ.

29

και κατα τον δεκατο χρονο, τον δεκατο μηνα, τη 12η ημερα του μηνα, εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, να στηριξεισ το προσωπο σου εναντια στον φαραω, τον βασιλια τησ αιγυπτου, και προφητευσε εναντιον του, και εναντια σε ολοκληρη την αιγυπτο· μιλησε, και πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. δεσ, εγω ειμαι εναντιον σου, φαραω, βασιλια τησ αιγυπτου, μεγαλε δρακοντα, που κειτεσαι αναμεσα στουσ ποταμουσ του· ο οποιοσ ειπεσ: ο ποταμοσ μου ειναι δικοσ μου, κι εγω τον εκανα για τον εαυτο μου. και θα βαλω στα σαγονια σου αγκιστρια και θα κολλησω τα ψαρια του ποταμου σου επανω στα λεπια σου. και θα σε ανασυρω απο το μεσον των ποταμων σου· και ολα τα ψαρια των ποταμων σου θα κολλησουν στα λεπια σου. και θα σε πεταξω μεσα στην ερημο, εσενα και ολα τα ψαρια των ποταμων σου· θα πεσεισ επανω στο προσωπο τησ πεδιαδασ· δεν θα συναχθεισ ουτε θα μετακινηθεισ· σε παρεδωσα στα θηρια τησ γησ, και στα πουλια του ουρανου για φαγωμα· και ολοι οσοι κατοικουν στην αιγυπτο, θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, σταθηκαν στον ισραηλ σαν ραβδοσ απο καλαμι. οταν σε επιασαν με το χερι, συντριφτηκεσ, και τρυπησεσ ολοκληρο τον ωμο τουσ· και οταν στηριχτηκαν σε σενα, εσπασεσ, και κυρτωσεσ ολεσ τισ οσφυεσ τουσ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, θα φερω ρομφαια επανω σου, και θα αποκοψω απο σενα ανθρωπο και κτηνοσ. και η γη τησ αιγυπτου θα ειναι θαμβοσ και ερημια· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, ειπε: ο ποταμοσ μου ειναι δικοσ μου, και εγω τον εκανα. γι' αυτο, δεσ, εγω ειμαι εναντιον σου, και εναντιον των ποταμων σου· και θα κανω τη γη τησ αιγυπτου εξ ολοκληρου ερημια και θαμβοσ, απο τη μιγδωλ μεχρι τη συηνη, και μεχρι τα ορια τησ αιθιοπιασ. ποδι ανθρωπου δεν θα περασει μεσα απ' αυτη ουτε ποδι κτηνουσ θα περασει μεσα απ' αυτη ουτε θα κατοικηθει για 40 χρονια. και θα κανω τη γη τησ αιγυπτου θαμβοσ, αναμεσα στουσ ερημωμενουσ τοπουσ, και οι πολεισ τησ αναμεσα στισ ερημωμενεσ πολεισ θα ειναι θαμβοσ για 40 χρονια· και θα διασπειρω τουσ αιγυπτιουσ αναμεσα στα εθνη, και θα τουσ διασκορπισω στουσ τοπουσ. ομωσ, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: στο τελοσ των 40 χρονων θα συγκεντρωσω τουσ αιγυπτιουσ απο τουσ λαουσ, οπου ησαν διασκορπισμενοι· και θα ξαναφερω τουσ αιχμαλωτουσ τησ αιγυπτου, και θα τουσ επαναφερω στη γη παθρωσ, στη γη τησ καταγωγησ τουσ· και θα ειναι εκει ενα ποταπο βασιλειο. θα ειναι το ποταποτερο απο ολα τα βασιλεια· και δεν θα υψωθει ξανα επανω στα εθνη· επειδη, θα τουσ ελαττωσω, για να μη δεσποζουν επανω στα εθνη. και δεν θα ειναι πλεον το θαρροσ του οικου ισραηλ, υπενθυμιζοντασ την ανομια τουσ, αποβλεποντασ πισω τουσ· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και στον 27ο χρονο, στον πρωτο μηνα, την πρωτη ημερα του μηνα, εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, εβαλε σε εργασια τον στρατο του με σκληρη δουλεια εναντια στην τυρο· καθε κεφαλι φαλακρωθηκε, και καθε ωμοσ ξεγδαρθηκε· ομωσ, μισθο δεν πηρε για την τυρο, ουτε αυτοσ ουτε ο στρατοσ του, για τη δουλεια την οποια δουλεψε εναντιον τησ· γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, εγω δινω τη γη τησ αιγυπτου στον ναβουχοδονοσορα, τον βασιλια τησ βαβυλωνασ· και θα σηκωσει το πληθοσ τησ, και θα λεηλατησει τη λεηλασια τησ, και θα λαφυραγωγησει τα λαφυρα τησ· κι αυτο θα ειναι ο μισθοσ στον στρατο του. του εδωσα τη γη τησ αιγυπτου, για τον κοπο του, με τον οποιο δουλεψε εναντιον τησ, επειδη αγωνιστηκαν για μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. κατα την ημερα εκεινη θα κανω να βλαστησει το κερασ του οικου ισραηλ, και θα σε κανω να ανοιξεισ το στομα σου αναμεσα τουσ· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

30

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, προφητευσε και πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: ολολυζετε: αλλοιμονο! για την ημερα! επειδη, κοντα ειναι η ημερα, ναι, η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι κοντα, ημερα νεφελωδησ· θα ειναι ο καιροσ των εθνων. και η μαχαιρα θαρθει επανω στην αιγυπτο, και μεγαλοσ τρομοσ θαρθει επανω στην αιθιοπια, οταν οι τραυματισμενοι θα πεσουν μεσα στην αιγυπτο, και θα παρουν το πληθοσ τησ, και θα καταστρεψουν τα θεμελια τησ. αιθιοπεσ και λιβυοι, και λυδοι, και ολοι οι συμμικτοι λαοι, και ο χουβ, και οι λαοι τησ συμμαχησ γησ, θα πεσουν μαζι τησ με μαχαιρα. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: θα πεσουν αυτοι που υποστηριζουν την αιγυπτο· και η υπερηφανεια τησ δυναμησ τησ θα καταβληθει· απο τη μιγδωλ μεχρι τη συηνη θα πεσουν μεσα σ' αυτη με μαχαιρα λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και θα αφανιστουν στο μεσον των αφανισμενων τοπων, και οι πολεισ τησ θα ειναι στο μεσον των ερημωμενων πολεων. και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν θα βαλω φωτια στην αιγυπτο, και θα συντριφτουν ολοι αυτοι που τη βοηθουν. κατα την ημερα εκεινη θα βγουν απο μενα μηνυτεσ μεσα σε πλοια, για να εκπληξουν τουσ αμεριμνουσ αιθιοπεσ· και θαρθει επανω τουσ μεγαλοσ τρομοσ, οπωσ και κατα την ημερα τησ αιγυπτου· επειδη, να, ερχεται. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: και θα απολεσω το πληθοσ τησ αιγυπτου, διαμεσου του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ. αυτοσ και ο λαοσ του μαζι του, οι τρομεροτεροι απο τα εθνη, θα φερθουν για να αφανισουν τη γη· και θα βγαλουν τισ ρομφαιεσ τουσ εναντια στην αιγυπτο, και θα γεμισουν τη γη απο τραυματισμενουσ. και θα ξερανω τουσ ποταμουσ, και θα παραδωσω τη γη στα χερια κακων ανθρωπων· και θα αφανισω τη γη, και το πληρωμα τησ, διαμεσου των ξενων· εγω μιλησα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: και θα καταστρεψω τα ξοανα, και θα εξαλειψω τα ειδωλα απο τη νωφ· και δεν θα υπαρχει πλεον αρχοντασ απο τη γη τησ αιγυπτου· και θα βαλω φοβο στη γη τησ αιγυπτου. και θα αφανισω την παθρωσ, και θα βαλω φωτια στην τανη, και θα εκτελεσω κρισεισ μεσα στη νω. και θα ξεχυσω τον θυμο μου επανω στη σιν, τη δυναμη τησ αιγυπτου· και θα αποκοψω το πληθοσ τησ νω. και θα βαλω φωτια στην αιγυπτο· η σιν θα παρει μεγαλον τρομο, και η νω θα διασπαραχθει, και η νωφ θα ειναι καθημερινα σε αγωνια. οι νεανισκοι τησ αβην, και τησ πι-βεσεθ θα πεσουν με μαχαιρα· κι αυτεσ θα πανε σε αιχμαλωσια. και στην ταφνησ η ημερα θα σκοτιστει, οταν θα συντριψω εκει τα σκηπτρα τησ αιγυπτου· και η επαρση τησ δυναμησ τησ μεσα σ' αυτη θα σταματησει· αυτη, μαλιστα, συννεφο θα τη σκεπασει, και οι θυγατερεσ τησ θα πανε σε αιχμαλωσια. και θα εκτελεσω κρισεισ επανω στην αιγυπτο· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και στον 11ο χρονο, τον πρωτο μηνα, την εβδομη ημερα του μηνα, εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, συντριψα τον βραχιονα του φαραω, του βασιλια τησ αιγυπτου· και δεσ, δεν θα επιδεθει για θεραπεια, ωστε να τον περιτυλιξουν με επιδεσματα για να του δοθει δυναμη να κραταει μαχαιρα. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, εγω ειμαι εναντιον του φαραω, του βασιλια τησ αιγυπτου, και θα σπασω τουσ βραχιονεσ του, τον δυνατο μαζι και τον συντριμμενο· και θα κανω να πεσει απο το χερι του η μαχαιρα. και θα διασπειρω τουσ αιγυπτιουσ αναμεσα στα εθνη, και θα τουσ διασκορπισω στουσ τοπουσ. και θα ενισχυσω τουσ βραχιονεσ του βασιλια τησ βαβυλωνασ, και θα δωσω τη ρομφαια μου στο χερι του· ενω θα συντριψω τουσ βραχιονεσ του φαραω, και θα στεναξει μπροστα του με στεναγμουσ τραυματισμενου. τουσ βραχιονεσ, ομωσ, του βασιλια τησ βαβυλωνασ θα τουσ ενισχυσω· ενω οι βραχιονεσ του φαραω θα πεσουν· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν δωσω τη ρομφαια μου στο χερι του βασιλια τησ βαβυλωνασ· και θα την απλωσει στη γη τησ αιγυπτου. και θα διασπειρω τουσ αιγυπτιουσ αναμεσα στα εθνη, και θα τουσ διασκορπισω στουσ τοπουσ· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

31

και κατα τον 11ο χρονο, τον τριτο μηνα, την πρωτη ημερα του μηνα, εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, πεσ στον φαραω, τον βασιλια τησ αιγυπτου, και στο πληθοσ του: με ποιον ομοιωθηκεσ μεσα στη μεγαλειοτητα σου; δεσ, ο ασσυριοσ ηταν κεδροσ στον λιβανο με ωραια κλαδια, και πυκνη σκια, και ψηλοσ στο μεγεθοσ· και η κορυφη του ηταν αναμεσα σε πυκνα κλαδια. τα νερα τον αυξησαν, η αβυσσοσ τον υψωσε με τουσ ποταμουσ τησ, που ερρεαν ολογυρα απο τα φυτα του, και εστελνε τα ρυακια τησ σε ολα τα δεντρα του χωραφιου. γι' αυτο, το υψοσ του ανεβηκε πιο πανω απο ολα τα δεντρα του χωραφιου και τα κλωναρια του πληθυναν, και τα κλαδια του απλωθηκαν εξαιτιασ του πληθουσ των νερων, ενω βλασταινε. ολα τα πουλια του ουρανου φωλιαζαν στα κλωναρια του· και ολα τα ζωα του χωραφιου γεννουσαν κατω απο τα κλαδια του· και κατω απο τη σκια του κατοικουσαν ολα τα μεγαλα εθνη. ηταν, λοιπον, ωραιοσ κατα το μεγεθοσ του, και κατα την εκταση των κλαδιων του· επειδη, οι ριζεσ του ησαν κοντα σε πολλα νερα. οι κεδροι μεσα στον παραδεισο του θεου δεν μπορουσαν να τον κρυψουν· τα ελατα δεν εξισωνονταν με τα κλωναρια του, και οι καστανιεσ δεν εξισωνονταν με τα κλαδια του· κανενα δεντρο μεσα στον παραδεισο του θεου δεν του εμοιαζε ωσ προσ την ωραιοτητα του. τον εκανα ωραιον ωσ προσ το πληθοσ των κλαδιων του, ωστε ολα τα δεντρα τησ εδεμ, που ησαν στον παραδεισο του θεου, τον ζηλευαν. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, υψωσεσ ψηλα τον εαυτο σου, και επειδη σηκωσε την κορυφη του αναμεσα στα πυκνα κλωναρια, και η καρδια του υψωθηκε στο υψοσ του, γι' αυτο, τον παρεδωσα στο χερι του δυναστη των εθνων, ο οποιοσ θα του φερθει ανταξια· τον απεβαλα εξαιτιασ τησ ασεβειασ του. και ξενοι, οι τρομεροτεροι απο τα εθνη, τον εκοψαν, τον εγκατελειψαν· τα κλαδια του επεσαν επανω στα βουνα και σε ολεσ τισ φαραγγεσ, και τα κλωναρια του συντριφτηκαν απο ολα τα ποταμια τησ γησ· και ολοι οι λαοι τησ γησ κατεβηκαν απο τη σκια του, και τον εγκατελειψαν. επανω στο πτωμα του θα καθονται ολα τα πουλια του ουρανου, κι επανω στα κλαδια του θα ειναι ολα τα ζωα του χωραφιου· για να μη υψωθει στο υψοσ του κανενα απο τα δεντρα των νερων, ουτε να σηκωσουν την κορυφη τουσ αναμεσα στα πυκνα κλαδια· και απο ολα οσα πινουν νερο, κανενα απ' αυτα να μη στεκεται στο υψοσ του· επειδη, ολα παραδοθηκαν στον θανατο, στα κατωτατα μερη τησ γησ, αναμεσα στουσ γιουσ των ανθρωπων, μαζι μ' αυτουσ που κατεβαινουν στον λακκο. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: κατα την ημερα που κατεβηκε στον αδη, εκανα να γινει πενθοσ· σκεπασα την αβυσσο γι' αυτον, και εμποδισα τα ποταμια τησ, και τα μεγαλα νερα κρατηθηκαν· και εκανα να πενθησει γι' αυτον ο λιβανοσ, και μαραθηκαν γι' αυτον ολα τα δεντρα του χωραφιου. εκανα να σειστουν τα εθνη στον ηχο τησ πτωσησ του, οταν τον κατεβασα στον αδη μαζι μ' αυτουσ που κατεβαινουν στον λακκο· και ολα τα δεντρα τησ εδεμ, τα εκλεκτα και τα καλα του λιβανου, ολα αυτα που πινουν νερο, παρηγορηθηκαν στα κατωτατα τησ γησ. ακομα κι αυτοι κατεβηκαν στον αδη μαζι του, προσ τουσ θανατωμενουσ με μαχαιρα· και οσοι ησαν ο βραχιονασ του, αυτοι που κατοικουσαν κατω απο τη σκια του αναμεσα στα εθνη. με ποιον εξομοιωθηκεσ ετσι μεσα στη δοξα και τη μεγαλειοτητα αναμεσα στα δεντρα τησ εδεμ; θα σε κατεβασουν, ομωσ, μαζι με τα δεντρα τησ εδεμ στα κατωτατα τησ γησ· θα κειτεσαι αναμεσα στουσ απεριτμητουσ, μαζι με τουσ θανατουμενουσ με μαχαιρα. αυτοσ ειναι ο φαραω, και ολοκληρο το πληθοσ του, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ.

32

και κατα τον 12ο χρονο, τον 12ο μηνα, την πρωτη ημερα του μηνα, εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, αναλαβε θρηνο για τον φαραω, τον βασιλια τησ αιγυπτου, και πεσ του: εξομοιωθηκεσ με σκυμνον λιονταριου αναμεσα στα εθνη, και εισαι σαν δρακοντασ στισ θαλασσεσ· και εφορμησεσ στουσ ποταμουσ σου, και ταραζεσ τα νερα με τα ποδια σου, και καταπατουσεσ τουσ ποταμουσ τουσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: γι' αυτο, θα απλωσω επανω σου το διχτυ μου με συγκεντρωση πολλων λαων, και θα σε ανασυρουν στη σαγηνη μου. και θα σε εγκαταλειψω στη γη, και θα σε ριξω στο προσωπο τησ πεδιαδασ, και θα κανω να καθησουν επανω σου ολα τα πουλια του ουρανου, και θα χορτασουν απο σενα τα θηρια ολοκληρησ τησ γησ. και θα εκθεσω τισ σαρκεσ σου επανω στα βουνα, και θα γεμισω τισ κοιλαδεσ απο τουσ σωρουσ του πτωματοσ σου. και τη γη, οπου πλεεισ, θα την ποτισω με το αιμα σου, μεχρι τα βουνα· και οι ποταμοι θα γεμισουν απο σενα. και οταν σε σβησω, θα σκεπασω ολογυρα τον ουρανο, και θα σκοτεινιασω τα αστερια του· θα σκεπασω ολογυρα τον ηλιο με συννεφο, και το φεγγαρι δεν θα φεγγει στο φωσ του. θα σκοτεινιασω επανω σου ολουσ τουσ λαμπερουσ φωστηρεσ του ουρανου, και θα βαλω σκοταδι επανω στη γη σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και θα κανω να φριξει η καρδια πολλων λαων, οταν φερω τον συντριμμο σου αναμεσα στα εθνη, σε τοπουσ που δεν γνωρισεσ. και θα κανω πολλουσ λαουσ να εκπλαγουν για σενα, και οι βασιλιαδεσ τουσ θα φριξουν για σενα υπερβολικα, οταν σεισω μπροστα τουσ τη ρομφαια μου· και θα τρεμουν σε καθε στιγμη, καθε ενασ για τη ζωη του, κατα την ημερα τησ πτωσησ σου. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: η ρομφαια του βασιλια τησ βαβυλωνασ θαρθει επανω σου. με μαχαιρεσ ισχυρων θα καταβαλω το πληθοσ σου· ολοι αυτοι ειναι οι τρομεροτεροι απο τα εθνη· και θα πορθησουν την επαρση τησ αιγυπτου, και ολοκληρο το πληθοσ τησ θα καταστραφει. και θα εξαφανισω ολα τα κτηνη τησ κοντα απο πολλα νερα· και ποδι ανθρωπου δεν θα τα ταραξει πλεον, και πελμα κτηνουσ δεν θα τα ταραξει. τοτε, θα κανω να ησυχασουν τα νερα τουσ, και θα κανω τουσ ποταμουσ τουσ να ρεουν σαν λαδι, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. οταν κανω τη γη τησ αιγυπτου θαμβοσ, και η γη ερημωθει απο το πληρωμα τησ, οταν παταξω ολουσ αυτουσ που κατοικουν σ' αυτη, τοτε θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αυτοσ ειναι ο θρηνοσ, με τον οποιο θα τη θρηνησουν· θα τη θρηνησουν οι θυγατερεσ των εθνων· θα θρηνησουν για την αιγυπτο, και για ολοκληρο το πληθοσ τησ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και κατα τον 12ο χρονο, τη 15η ημερα του μηνα, εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, θρηνησε για το πληθοσ τησ αιγυπτου, και κατεβασε τουσ, αυτη και τισ θυγατερεσ των ισχυρων εθνων, στα κατωτατα μερη τησ γησ, μαζι μ' αυτουσ που κατεβαινουν στον λακκο. απο ποια εισαι ωραιοτερη; κατεβα, μεινε χαμηλα μαζι με τουσ απεριτμητουσ. θα πεσουν αναμεσα απο τουσ θανατουμενουσ με μαχαιρα· αυτη παραδοθηκε στη μαχαιρα· συρτε την, και ολα τα πληθη τησ. οι ισχυροτεροι αναμεσα στουσ δυνατουσ θα του μιλησουν απο μεσα απο τον αδη, μαζι μ' αυτουσ που τον βοηθουν· κατεβηκαν, κειτονται απεριτμητοι, θανατωμενοι με μαχαιρα. εκει ειναι ο ασσουρ, και ολοκληρο το αθροισμα του· οι ταφοι του ειναι ολογυρα του· ολοι αυτοι ειναι θανατωμενοι, εχουν πεσει με μαχαιρα. επειδη, οι ταφοι του ειναι τοποθετημενοι στα βαθη του λακκου, και το συναγμα του ολογυρα απο τον ταφο του. ολοι αυτοι ειναι θανατωμενοι, εχουν πεσει με μαχαιρα, που σκορπουσαν τρομο στη γη των ζωντανων ανθρωπων. εκει ειναι ο ελαμ, και ολοκληρο το πληθοσ του ολογυρα απο τον ταφο του. ολοι αυτοι ειναι θανατωμενοι, εχουν πεσει με μαχαιρα, κατεβηκαν απεριτμητοι στα κατωτατα μερη τησ γησ, οι οποιοι σκορπουσαν τον τρομο τουσ στη γη των ζωντανων ανθρωπων· και πηραν την ντροπη τουσ μαζι μ' αυτουσ που κατεβαινουν στον λακκο. του εβαλαν κρεβατι μαζι με ολο το πληθοσ του αναμεσα στουσ θανατωμενουσ· οι ταφοι του ειναι ολογυρα του· ολοι αυτοι ειναι απεριτμητοι, θανατωμενοι με μαχαιρα, αν και ο τρομοσ τουσ σκορπιστηκε στη γη των ζωντανων ανθρωπων· και πηραν τη ντροπη τουσ, μαζι μ' αυτουσ που κατεβαινουν στον λακκο· τοποθετηθηκε αναμεσα στουσ θανατωμενουσ. εκει ειναι ο μεσεχ, ο θουβαλ, και ολοκληρο το πληθοσ του· οι ταφοι του ειναι ολογυρα του· ολοι αυτοι ειναι απεριτμητοι, θανατωμενοι με μαχαιρα, αν και σκορπουσαν τον τρομο τουσ στη γη των ζωντανων ανθρωπων. ομωσ, δεν κειτονται μαζι μ' εκεινουσ τουσ ισχυρουσ, απο τουσ απεριτμητουσ, που επεσαν, που κατεβηκαν στον αδη μαζι με τα πολεμικα τουσ οπλα· και εβαλαν τισ μαχαιρεσ τουσ κατω απο τα κεφαλια τουσ· αλλα, οι ανομιεσ τουσ θα ειναι επανω στα κοκαλα τουσ, αν και ησαν τρομοσ των ισχυρων μεσα στη γη των ζωντανων ανθρωπων. ναι, εσυ θα συντριφτεισ αναμεσα στουσ απεριτμητουσ, και θα κειτεσαι μαζι με τουσ θανατωμενουσ με μαχαιρα. εκει ειναι ο εδωμ, οι βασιλιαδεσ του, και ολοι οι ηγεμονεσ του, που με τη δυναμη τουσ τεθηκαν μαζι με τουσ θανατωμενουσ με μαχαιρα· αυτοι θα κειτονται μαζι με τουσ απεριτμητουσ, και μ' αυτουσ που κατεβαινουν στον λακκο. εκει ειναι οι ηγεμονεσ του βορρα, ολοι αυτοι, και ολοι οι σιδωνιοι, που κατεβηκαν μαζι με τουσ θανατωμενουσ, μεσα στον τρομο τουσ, καταντροπιασμενοι μεσα στη δυναμη τουσ· και κειτονται απεριτμητοι μαζι με τουσ θανατωμενουσ με μαχαιρα, και πηραν τη ντροπη τουσ μαζι μ' αυτουσ που κατεβαινουν στον λακκο. ο φαραω θα τουσ δει και θα παρηγορηθει· για ολοκληρο το πληθοσ του, ο φαραω και ολοκληροσ ο στρατοσ του, οι θανατωμενοι με μαχαιρα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. επειδη, εδωσα τον τρομο μου στη γη των ζωντανων ανθρωπων· και θα κειτεται αναμεσα στουσ απεριτμητουσ, μαζι με τουσ θανατωμενουσ με μαχαιρα, ο φαραω και ολοκληρο το πληθοσ του, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ.

33

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, μιλησε στουσ γιουσ του λαου σου, και πεσ τουσ: οταν θα φερω ρομφαια επανω σε καποια γη, και ο λαοσ παρει καποιον ανθρωπο απο αναμεσα του, και τον βαλουν ωσ φυλακα στον εαυτο τουσ, κι αυτοσ, βλεποντασ τη ρομφαια, που ερχεται επανω στη γη, σαλπισει με σαλπιγγα, και σημανει στον λαο, τοτε, οποιοσ ακουσει τη φωνη τησ σαλπιγγασ, και δεν φυλαχθει, αν η ρομφαια καθωσ ερθει τον αρπαξει, το αιμα του θα ειναι επανω στο κεφαλι του. ακουσε τη φωνη τησ σαλπιγγασ, και δεν φυλαχθηκε· το αιμα του θα ειναι επανω του. οποιοσ, ομωσ, φυλαχθει, θα διασωσει τη ζωη του. αλλα, αν ο φυλακασ, βλεποντασ τη ρομφαια να ερχεται, δεν σαλπισει με τη σαλπιγγα, και ο λαοσ δεν φυλαχθει, και οταν ερθει η ρομφαια αρπαξει καποιον απ' αυτουσ, αυτοσ μεν αρπαχτηκε εξαιτιασ τησ ανομιασ του, ομωσ το αιμα του θα το ζητησω απο το χερι του φυλακα. κι εσυ, γιε ανθρωπου, εγω σε εβαλα φυλακα επανω στον οικο ισραηλ· ακουσε, λοιπον, εναν λογο απο το στομα μου, και νουθετησε τουσ απο μενα. οταν λεω στον ανομο: ανομε, θα θανατωθεισ οπωσδηποτε· κι εσυ δεν μιλησεισ για να αποτρεψεισ τον ανομο απο τον δρομο του, εκεινοσ μεν ο ανομοσ θα πεθανει στην ανομια του, ομωσ απο το χερι σου θα ζητησω το αιμα του. αλλα, αν εσυ αποτρεπεισ τον ανομο απο τον δρομο του για να επιστρεψει απ' αυτον, και δεν επιστρεψει απο τον δρομο του, εκεινοσ μεν θα πεθανει μεσα στην ανομια του, εσυ ομωσ ελευθερωσεσ την ψυχη σου. γι' αυτο, εσυ, γιε ανθρωπου, πεσ στον οικο ισραηλ: ετσι μιλησατε εσεισ, λεγοντασ: αν οι παραβασεισ μασ και οι αμαρτιεσ μασ ειναι επανω μασ, και εμεισ ημασταν χαμενοι γι' αυτεσ, πωσ θα ζησουμε; πεσ τουσ: ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, δεν θελω τον θανατο του αμαρτωλου, αλλα να επιστρεψει ο ασεβησ απο τον δρομο του, και να ζει· επιστρεψτε, επιστρεψτε απο τουσ πονηρουσ σασ δρομουσ· γιατι να πεθανετε, οικοσ ισραηλ; γι' αυτο, εσυ, γιε ανθρωπου, πεσ στουσ γιουσ του λαου σου: η δικαιοσυνη του δικαιου δεν θα τον ελευθερωσει κατα την ημερα τησ παραβασησ του· και ο ασεβησ δεν θα πεσει για την ασεβεια του, κατα την ημερα που θα επιστρεψει απο την ασεβεια του· και ο δικαιοσ δεν θα μπορεσει να ζησει για τη δικαιοσυνη του, κατα την ημερα που θα αμαρτησει. οταν πω στον δικαιο οτι οπωσδηποτε θα ζησει, κι αυτοσ εχοντασ θαρροσστη δικαιοσυνη του πραξει αδικια, ολοκληρη η δικαιοσυνη του δεν θα μνημονευθει· και στην αδικια που επραξε, θα πεθανει μεσα σ' αυτη. και οταν λεω στον ασεβη: θα πεθανεισ οπωσδηποτε· κι εκεινοσ, αφου επιστρεψει απο την αμαρτια του, πραξει κριση και δικαιοσυνη, ο ασεβησ αποδωσει το ενεχυρο, επιστρεψει το διαρπαγμενο, περπαταει στα διαταγματα τησ ζωησ, μη πραττοντασ αδικια, θα ζησει οπωσδηποτε, δεν θα πεθανει· ολεσ οι αμαρτιεσ του, που αμαρτησε, δεν θα μνημονευθουν σ' αυτον πλεον· εκανε κριση και δικαιοσυνη· θα ζησει οπωσδηποτε. οι γιοι του λαου σου, ομωσ, λενε: ο δρομοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ειναι ευθυσ. αλλα, ο δρομοσ αυτων των ιδιων δεν ειναι ευθυσ. οταν ο δικαιοσ επιστρεψει απο τη δικαιοσυνη του, και πραξει αδικια, γι' αυτο μαλιστα θα πεθανει. και οταν ο ανομοσ επιστρεψει απο την ανομια του, και πραξει κριση και δικαιοσυνη, αυτοσ, για τουτο, θα ζησει. εσεισ, ομωσ, λετε: ο δρομοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ειναι ευθυσ. οικοσ ισραηλ, θα σασ κρινω καθε εναν συμφωνα με τουσ δρομουσ του. και στον 12ο χρονο τησ αιχμαλωσιασ μασ, τον δεκατο μηνα, την πεμπτη ημερα του μηνα, ηρθε σε μενα καποιοσ διασωσμενοσ απο την ιερουσαλημ, λεγοντασ: η πολη αλωθηκε. και το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε επανω μου πριν ερθει ο διασωσμενοσ, και ανοιξε το στομα μου, μεχρισ οτου ηρθε σε μενα το πρωι· και αφου ειχα ανοιξει το στομα μου, δεν σιωπησα πλεον. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, αυτοι που κατοικουν εκεινεσ τισ ερημωσεισ στη γη του ισραηλ, μιλουν, λεγοντασ: ενασ ηταν ο αβραhαμ, και κληρονομησε τη γη· εμεισ, ομωσ, ειμαστε πολλοι· σε μασ δοθηκε η γη για κληρονομια. γι' αυτο, πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: εσεισ τρωτε κρεασ μεσα σε αιμα, και σηκωνετε τα ματια σασ στα ειδωλα σασ, και χυνετε αιμα· και θα κληρονομησετε τη γη; εσεισ στηριζεστε στη ρομφαια σασ, εργαζεστε βδελυγματα, και μολυνετε ο καθε ενασ τη γυναικα του πλησιον του· και θα κληρονομησετε τη γη; ετσι να πεισ σ' αυτουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: ζω εγω, αυτοι που ειναι στισ ερημωσεισ, οπωσδηποτε θα πεσουν με μαχαιρα· κι αυτον που ειναι στο προσωπο τησ πεδιαδασ, θα τον παραδωσω στα θηρια για να τον καταφανε· κι αυτοι που ειναι στα φρουρια και στα σπηλαια, θα πεθανουν απο θανατικο. επειδη, θα παραδωσω τη γη σε ολεθρο και ερημωση, και η επαρση τησ δυναμησ τησ θα καταβληθει, και τα βουνα του ισραηλ θα ερημωθουν, ωστε να μη υπαρχει καποιοσ που να διαβαινει. και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν παραδωσω τη γη σε ολεθρο και ερημωση, εξαιτιασ ολων των βδελυγματων τουσ, που επραξαν. κι εσυ, γιε ανθρωπου, οι γιοι του λαου σου μιλουν εναντιον σου κοντα στα τειχη και στισ θυρεσ των σπιτιων, και μιλουν ο ενασ στον αλλον, καθε ενασ στον αδελφο του, λεγοντασ: ελατε, λοιπον, κι ακουστε ποιοσ ειναι ο λογοσ που βγαινει απο τον κυριο. και ερχονται σε σενα, καθωσ συγκεντρωνεται ο λαοσ, και ο λαοσ μου καθεται μπροστα σου, και ακουνε τα λογια σου, αλλα δεν τα πραττουν· επειδη, με το στομα τουσ δειχνουν πολλη αγαπη, η καρδια τουσ, ομωσ, πηγαινει πισω απο την αισχροκερδεια τουσ. και δεσ, εσυ εισαι σ' αυτουσ σαν ερωτικο τραγουδι ανθρωπου με γλυκια φωνη, και ο οποιοσ παιζει καλα τα οργανα· επειδη, ακουν τα λογια σου, αλλα δεν τα πραττουν. ομωσ, οταν αυτο ερθει, (και προσεξε, ερχεται), τοτε θα γνωρισουν, οτι σταθηκε αναμεσα τουσ προφητησ.

34

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, προφητευσε εναντια στουσ ποιμενεσ του ισραηλ· προφητευσε και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ στουσ ποιμενεσ: αλλοιμονο στουσ ποιμενεσ του ισραηλ, που βοσκουν τον εαυτο τουσ! οι ποιμενεσ δεν βοσκουν τα ποιμνια; εσεισ, ομωσ τρωτε το παχοσ, και ντυνεστε το μαλλι, σφαζετε τα παχια· δεν βοσκετε τα ποιμνια. δεν ενισχυσατε το ασθενικο, και δεν γιατρεψατε αυτο που δεν ειναι καλα, και δεν κανατε επιδεσμα στο συντριμμενο, και δεν επαναφερατε το πλανεμενο, και δεν ζητησατε το χαμενο· αλλα, με βια και με σκληροτητα δεσποζατε επανω σ' αυτα. και διασκορπιστηκαν, επειδη δεν υπηρχε ποιμενασ· και εγιναν καταβρωμα σε ολα τα θηρια του χωραφιου, και διασκορπιστηκαν. τα προβατα μου περιπλανιονταν επανω σε καθε βουνο, και επανω σε καθε ψηλο λοφο· και επανω σε ολο το προσωπο τησ γησ, τα προβατα μου ησαν διασκορπισμενα· και δεν υπηρχε εκεινοσ που ερευναει ουτε εκεινοσ που αναζηταει. γι' αυτο, ακουστε, ποιμενεσ, τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· οπωσδηποτε, επειδη τα προβατα μου εγιναν λαφυρο, και τα προβατα μου εγιναν καταβρωμα ολων των θηριων του χωραφιου απο ελλειψη ποιμενα, και οι ποιμενεσ μου δεν ζητησαν τα προβατα μου, αλλα οι ποιμενεσ βοσκησαν τον εαυτο τουσ και δεν βοσκησαν τα προβατα μου, γι' αυτο, ποιμενεσ, ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεστε, εγω ειμαι εναντια στουσ ποιμενεσ· και θα ζητησω τα προβατα μου απο το χερι τουσ, και θα τουσ σταματησω απο το να ποιμαινουν τα προβατα· και στο εξησ οι ποιμενεσ δεν θα βοσκουν τον εαυτο τουσ· επειδη, θα ελευθερωσω απο το στομα τουσ τα προβατα μου, και δεν θα ειναι σ' αυτουσ καταβρωμα. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεστε, εγω, εγω θελω και θα αναζητησω τα προβατα μου, και θα τα επισκεφθω. οπωσ ο ποιμενασ επισκεπτεται το ποιμνιο του, κατα την ημερα που βρισκεται αναμεσα στα διασκορπισμενα προβατα του, ετσι θα επισκεφθω τα προβατα μου, και θα τα ελευθερωσω απο ολουσ τουσ τοπουσ, οπου ησαν διασκορπισμενα, σε συννεφιασμενη και σκοτεινη ημερα. και θα τα βγαλω απο τουσ λαουσ, και θα τα συγκεντρωσω απο τουσ τοπουσ, και θα τα φερω στη γη τουσ, και θα τα βοσκησω επανω στα βουνα του ισραηλ, κοντα στα ποταμια, και σε ολα τα κατοικουμενα μερη τησ γησ. θα τα βοσκησω σε αγαθη βοσκη, και η μαντρα τουσ θα ειναι επανω στα ψηλα βουνα του ισραηλ· εκει θα αναπαυονται σε καλη μαντρα, και θα βοσκονται σε παχια βοσκη, επανω στα βουνα του ισραηλ. εγω θα βοσκησω τα προβατα μου, και εγω θα τα αναπαυσω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. θα αναζητησω το χαμενο, και θα επαναφερω το πλανεμενο, και θα επιδεσω το συντριμμενο, και θα ενισχυσω το ασθενικο· ομωσ, θα καταστρεψω το παχυ και το δυνατο· με δικαιοσυνη θα τα βοσκησω. και για σασ, ποιμνιο μου, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεστε, εγω θα κρινω αναμεσα σε προβατο και προβατο, αναμεσα σε κριαρια και τραγουσ. ειναι μικρο σε σασ, οτι βοσκησατε την καλη βοσκη και το υπολοιπο τησ βοσκησ σασ το καταπατουσατε με τα ποδια σασ; και οτι πινατε καθαρο νερο, ενω το υπολοιπο το ταραζατε με τα ποδια σασ; και τα προβατα μου εβοσκαν το καταπατημενο με τα ποδια σασ, και επιναν το ταραγμενο με τα ποδια σασ νερο. γι' αυτο, ετσι λεει σ' αυτα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεστε, εγω, εγω θα κρινω αναμεσα στο παχυ προβατο, και αναμεσα στο ισχνο προβατο. επειδη, απωθειτε με πλευρα και με ωμουσ, και κερατιζετε με τα κερατα σασ ολα τα ασθενικα, μεχρισ οτου τα διασκορπισατε προσ τα εξω, γι' αυτο, θα σωσω τα προβατα μου, και στο εξησ δεν θα ειναι λαφυρο· και θα κρινω αναμεσα σε προβατο και προβατο. και θα βαλω επανω σ' αυτα ποιμενα, και θα τα ποιμαινει, τον δουλο μου τον δαβιδ· αυτοσ θα τα ποιμαινει, κι αυτοσ θα ειναι ποιμενασ τουσ. κι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειμαι θεοσ τουσ, και ο δουλοσ μου ο δαβιδ αρχοντασ αναμεσα τουσ· εγω μιλησα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα κανω σ' αυτα διαθηκη ειρηνησ· και θα αφανισω απο τη γη τα πονηρα θηρια· και θα κατοικησουν στην ερημο με ασφαλεια, και θα κοιμουνται στουσ δρυμουσ. και θα τα κανω ευλογια, και εκεινα που ειναι γυρω απο το βουνο μου· και θα κατεβασω τη βροχη στον καιρο τησ· βροχη ευλογιασ θα ειναι. και τα δεντρα του χωραφιου θα αποδιδουν τον καρπο τουσ, και η γη θα δινει το προιον τησ, και θα ειναι ασφαλεισ στη γη τουσ· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν συντριψω τα δεσμα του ζυγου τουσ, και θα τουσ ελευθερωσω απο το χερι εκεινων που τουσ καταδουλωσαν. και στο εξησ δεν θα ειναι λαφυρο στα εθνη, και τα θηρια τησ γησ δεν θα τουσ κατατρωνε· αλλα, θα κατοικουν με ασφαλεια, και δεν θα υπαρχει εκεινοσ που εκφοβιζει· και θα σηκωσω σ' αυτουσ ενα ονομαστο φυτο, και στο εξησ δεν θα φθειρονται απο πεινα στη γη, και δεν θα φερουν πλεον την υβρη των εθνων. και θα γνωρισουν οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ ειμαι μαζι τουσ, κι αυτοι, ο οικοσ ισραηλ, λαοσ μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. κι εσεισ, προβατα μου, τα προβατα τησ βοσκησ μου, εσεισ ειστε ανθρωποι, και εγω ο θεοσ σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

35

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, στηριξε το προσωπο σου εναντια στο βουνο σηειρ, και προφητευσε εναντιον του· και πεσ του: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, βουνο σηειρ, εγω ειμαι εναντιον σου· και θα απλωσω το χερι μου εναντιον σου, και θα σε παραδωσω σε ολεθρο και ερημωση. θα αφανισω τισ πολεισ σου, και εσυ θα εισαι ερημωση, και θα γνωρισεισ οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη φυλαξεσ παλιο μισοσ, και παρεδωσεσ τουσ γιουσ ισραηλ σε χερι ρομφαιασ κατα τον καιρο τησ θλιψησ τουσ, οταν η ανομια τουσ εφτασε στο επακρο, γι' αυτο, ζω εγω λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, θα σε παραδωσω σε αιμα, και αιμα θα σε καταδιωκει· επειδη, δεν μισησεσ το αιμα, αιμα λοιπον θα σε καταδιωκει· και θα παραδωσω σε ολοκληρωτικη ερημωση το βουνο σηειρ, και απ' αυτο θα εξαλειψω αυτον που διαβαινει κι αυτον που επιστρεφει. και θα γεμισω τα βουνα του απο τουσ θανατωμενουσ του στα βουνα σου, και στα φαραγγια σου, και σε ολουσ τουσ ποταμουσ σου, θα πεσουν οι θανατωμενοι με μαχαιρα. θα σε κανω αιωνια ερημια, και οι πολεισ σου δεν θα κατοικηθουν· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ειπεσ: τα δυο αυτα εθνη και οι δυο αυτοι τοποι θα ειναι δικοι μου, και θα τα κληρονομησουμε εμεισ, παρολο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε εκει, γι' αυτο, ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, θα κανω συμφωνα με τον θυμο σου, και συμφωνα με τον φθονο σου, που εκτελεσεσ, εξαιτιασ του μισουσ σου προσ αυτουσ, και θα γνωριστω σ' αυτουσ οταν σε κρινω. και θα γνωρισεισ οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ακουσα ολεσ τισ βλασφημιεσ σου, που προφερεσ εναντια στα βουνα του ισραηλ, λεγοντασ: αυτα ερημωθηκαν, δοθηκαν σε μασ για τροφη. και με το στομα σασ κομπασατε εναντιον μου, και πληθυνατε τα λογια σασ εναντιον μου· εγω ακουσα. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: οταν ευφραινεται ολοκληρη η γη, θα σε καταστησω ερημο. οπωσ ευφρανθηκεσ επανω στην κληρονομια του ισραηλ, επειδη αφανιστηκε, ετσι θα κανω σε σενα· θα ερημωθεισ, βουνο σηειρ, και ολοκληροσ ο εδωμ, αυτοσ ολοκληροσ· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

36

και εσυ, γιε ανθρωπου, προφητευσε εναντια στα βουνα του ισραηλ, και πεσ: βουνα του ισραηλ, ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, ο εχθροσ ειπε εναντιον σασ: ευγε! οι αιωνιοι ψηλοι τοποι εγιναν δικη μασ κληρονομια, γι' αυτο, προφητευσε και πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη ερημωσαν, και σασ καταπιαν ολογυρα, για να γινετε κληρονομια στο υπολοιπο των εθνων, και να γινετε μιλημα γλωσσασ, και ονειδοσ των λαων· γι' αυτο, βουνα του ισραηλ, ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ προσ τα βουνα, και προσ τουσ λοφουσ, προσ τουσ χειμαρρουσ, και προσ τα φαραγγια, και προσ τουσ ερημωμενουσ και αφανισμενουσ τοπουσ, και προσ τισ εγκαταλειμμενεσ πολεισ, που εγιναν λαφυρο και εμπαιγμοσ στο υπολοιπο, που ειναι γυρω απο τα εθνη· γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: μιλησα οπωσδηποτε μεσα στη φωτια του ζηλου μου εναντια στο υπολοιπο των εθνων, και εναντια σε καθε εναν στον εδωμ, που εκαναν τη γη μου κληρονομια στον εαυτο τουσ με χαρα ολοκληρησ τησ καρδιασ τουσ, και σε περιφρονηση ψυχησ, για να την εκθεσουν σε λαφυρο. γι' αυτο, προφητευσε εναντια στη γη ισραηλ, και πεσ προσ τα βουνα, και προσ τουσ λοφουσ, προσ τουσ χειμαρρουσ, και προσ τα φαραγγια: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεστε, εγω μιλησα μεσα στον ζηλο μου, και μεσα στον θυμο μου, επειδη βασταξατε την υβρη των εθνων· γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: εγω υψωσα το χερι μου· τα εθνη, που ειναι γυρω σασ, θα βασταξουν εξαπαντοσ τη ντροπη τουσ. κι εσεισ, βουνα του ισραηλ, θα βλαστησετε τα κλαδια σασ, και θα δωσετε τον καρπο σασ στον λαο μου ισραηλ· δεδομενου οτι, πλησιαζουν ναρθουν. επειδη, δεστε, εγω κοιταζω επανω σασ, και θα στραφω σε σασ, και θα αροτριαστειτε και θα σπαρθειτε. και απο σασ θα πληθυνω ανθρωπουσ, ολοκληρο τον οικο ισραηλ, αυτον ολοκληρον· και οι πολεισ θα κατοικηθουν, και οι ερημωσεισ θα οικοδομηθουν. και απο σασ θα πληθυνω ανθρωπουσ και κτηνη, και θα αυξηθουν και θα καρποφορησουν· και θα σασ κατοικισω οπωσ ησασταν πρωτυτερα, και θα σασ αγαθοποιησω περισσοτερο απο ο,τι στισ αρχεσ σασ· και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα κανω να περπατουν επανω σασ ανθρωποι, ο λαοσ μου ισραηλ· και θα σασ κληρονομησουν, και θα ειστε δικη τουσ κληρονομια, και του λοιπου δεν θα τουσ ατεκνωσετε πλεον. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: επειδη, σασ ειπα: εσυ εισαι γη που κατατρωσ ανθρωπουσ, και που ατεκνωνεισ τουσ λαουσ σου, γι' αυτο, στο εξησ δεν θα κατατρωσ ανθρωπουσ ουτε θα ατεκνωσεισ πλεον τουσ λαουσ σου, λεειφωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και δεν θα κανω πλεον να ακουστει μεσα σε σενα καποια υβρη των εθνων, και δεν θα φερεισ στο εξησ τον ονειδισμο των λαων, και δεν θα κανεισ πλεον τουσ λαουσ σου να ατεκνωθουν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, οταν ο οικοσ ισραηλ κατοικησαν στη γη τουσ, τη μολυναν με τον δρομο τουσ και με τισ πραξεισ τουσ, ο δρομοσ τουσ ηταν μπροστα μου σαν αποχωρισμενη ακαθαρσια. γι' αυτο, ξεχυσα τον θυμο μου επανω τουσ, εξαιτιασ του αιματοσ που εχυσαν επανω στη γη, και εξαιτιασ των ειδωλων τουσ, με τα οποια τη μολυναν· και τουσ διεσπειρα αναμεσα στα εθνη, και ησαν διασκορπισμενοι στουσ τοπουσ συμφωνα με τουσ δρομουσ τουσ, και συμφωνα με τα εργα τουσ, τουσ εκρινα. και οταν μπηκαν τα εθνη, οπου ηρθαν, βεβηλωσαν το αγιο ονομα μου, ενω λεγοταν γι' αυτουσ: αυτοι ειναι ο λαοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και βγηκαν απο τη γη του. σπλαχνιστηκα, ομωσ, ενεκα του αγιου μου ονοματοσ, που ο οικοσ ισραηλ βεβηλωσε αναμεσα στα εθνη στα οποια ηρθαν. γι' αυτο, πεσ στον οικο ισραηλ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: εγω δεν το κανω αυτο για σασ, οικοσ ισραηλ, αλλα για το αγιο ονομα μου, που βεβηλωσατε αναμεσα στα εθνη, στα οποια ηρθατε. και θα αγιασω το μεγαλο μου ονομα, που βεβηλωθηκε αναμεσα στα εθνη, το οποιο βεβηλωσατε αναμεσα τουσ· και τα εθνη θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, οταν αγιαστω σε σασ μπροστα στα ματια τουσ. επειδη, θα σασ παρω απο μεσα απο τα εθνη, και θα σασ συγκεντρωσω απο ολουσ τουσ τοπουσ, και θα σασ φερω στη γη σασ. και θα ρανω επανω σασ καθαρο νερο, και θα καθαριστειτε· απο ολεσ τισ ακαθαρσιεσ σασ, και απο ολα τα ειδωλα σασ, θα σασ καθαρισω. και θα σασ δωσω καρδια νεα· και θα βαλω μεσα σασ πνευμα νεο, και, αφου θα εχω αποσπασει την πετρινη καρδια απο τη σαρκα σασ, θα σασ δωσω καρδια σαρκινη. και θα βαλω μεσα σασ το πνευμα μου, και θα σασ κανω να περπατατε στα διαταγματα μου, και να τηρειτε τισ κρισεισ μου, και να τισ εκτελειτε. και θα κατοικησετε στη γη, που εδωσα στουσ πατερεσ σασ· και θα ειστε λαοσ μου, και εγω θα ειμαι θεοσ σασ. και θα σασ σωσω απο ολεσ τισ ακαθαρσιεσ σασ, και θα ανακαλεσω το σιταρι, και θα το πληθυνω και δεν θα ξαναφερω πλεον σε σασ πεινα. και θα πληθυνω τον καρπο των δεντρων, και τα γεννηματα του χωραφιου, για να μη παρετε πλεον ονειδισμο πεινασ αναμεσα στα εθνη. και θα θυμηθειτε τουσ πονηρουσ σασ δρομουσ, και τα εργα σασ τα οχι αγαθα, και θα αποστραφειτε οι ιδιοι τον εαυτο σασ μπροστα στα ματια σασ, για τισ ανομιεσ σασ, και για τα βδελυγματα σασ. εγω δεν κανω αυτα εξαιτιασ σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, ασ ειναι αυτο γνωστο σε σασ· αισχυνθειτε και ντραπειτε για τουσ δρομουσ σασ, οικοσ ισραηλ! ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: κατα την ημερα, που θα σασ καθαρισω απο ολεσ τισ ανομιεσ σασ, θα κανω ακομα να κατοικηθουν οι πολεισ, και θα οικοδομηθουν οι ερημωσεισ. και η αφανισμενη γη θα γεωργηθει, αντι να κειτεται αφανισμενη μπροστα σε καθεναν που διαβαινει. και θα λενε: αυτη η γη, που ηταν αφανισμενη, εγινε σαν παραδεισοσ τησ εδεμ· και οι ερημωμενεσ πολεισ, και αφανισμενεσ, και κατεδαφισμενεσ, οχυρωθηκαν, κατοικηθηκαν. και τα εθνη, που ειχαν εναπομεινει ολογυρα σασ, θα γνωρισουν οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh οικοδομησα τα κατεδαφισμενα, και φυτεψα τα αφανισμενα· εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησα, και εγω θα εκτελεσω. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: και τουτο θα ζητηθει εκ μερουσ μου, απο τον οικο ισραηλ, να κανω σ' αυτουσ, να τουσ πληθυνω με ανθρωπουσ σαν ποιμνιο απο προβατα. σαν το αγιο ποιμνιο, σαν το ποιμνιο τησ ιερουσαλημ, μεσα στισ επισημεσ γιορτεσ τησ, ετσι οι ερημωμενεσ πολεισ θα γεμισουν απο ποιμνια ανθρωπων· και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

37

το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε επανω μου· και με εβγαλε εξω διαμεσου του πνευματοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και με εβαλε στο μεσον μιασ πεδιαδασ, κι αυτη ηταν γεματη απο κοκαλα. και με εκανε να περασω κοντα τουσ, γυρω-γυρω· και να, ησαν πολλα σε υπερβολικο βαθμο επανω στο προσωπο τησ πεδιαδασ· και να, ησαν καταξερα. και ειπε σε μενα: γιε ανθρωπου, μπορουν αυτα τα κοκαλα να αναζησουν; και ειπα: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε, εσυ ξερεισ. και μου ειπε: προφητευσε προσ αυτα τα κοκαλα, και πεσ τουσ: τα κοκαλα τα ξερα, ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ προσ αυτα τα κοκαλα: δεστε, εγω θα βαλω μεσα σε σασ πνευμα, και θα αναζησετε· και θα βαλω επανω σασ νευρα, και θα βαλω επανω σασ σαρκα, και θα σασ περισκεπασω με δερμα, και θα βαλω σε σασ πνευμα, και θα αναζησετε, και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και προφητευσα, καθωσ προσταχθηκα· και, καθωσ προφητευσα, εγινε ηχοσ, και ξαφνου, ενασ σεισμοσ, και τα κοκαλα συγκεντρωθηκαν μαζι, το ενα κοκαλο μαζι με το αλλο κοκαλο. και ειδα, και ξαφνου, αναφυησαν επανω τουσ νευρα και σαρκεσ, και δερμα απο επανω τα περισκεπασε· ομωσ, πνευμα δεν ηταν μεσα τουσ. και ειπε σε μενα: προφητευσε προσ το πνευμα, προφητευσε, γιε ανθρωπου, και να πεισ προσ το πνευμα: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: ελα, πνευμα, απο τουσ τεσσερισ ανεμουσ, και φυσηξε προσ αυτουσ τουσ φονευμενουσ, και ασ αναζησουν. και προφητευσα, οπωσ προσταχθηκα· και το πνευμα μπηκε μεσα σ' αυτουσ, και ανεζησαν, και σταθηκαν στα ποδια τουσ, ενα στρατευμα μεγα, σε υπερβολικα μεγαλον βαθμο. και μου ειπε: γιε ανθρωπου, αυτα τα κοκαλα ειναι ολοκληροσ ο οικοσ ισραηλ· δεσ, αυτοι λενε: τα κοκαλα μασ ξεραθηκαν, και η ελπιδα μασ χαθηκε· εμεισ αφανιστηκαμε. γι' αυτο, προφητευσε, και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. δεσ, λαε μου, εγω ανοιγω τουσ ταφουσ σασ, και θα σασ ανεβασω απο τουσ ταφουσ σασ, θα σασ φερω στη γη του ισραηλ. και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν, λαε μου, ανοιξω τουσ ταφουσ σασ, και σασ ανεβασω απο τουσ ταφουσ σασ. και θα σασ δωσω το πνευμα μου, και θα αναζησετε, και θα σασ τοποθετησω στη γη σασ· και θα γνωρισετε, οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησα και εκτελεσα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: κι εσυ, γιε ανθρωπου, παρε για τον εαυτο σου μια ραβδο, και γραψε επανω σ' αυτη, για τον ιηhυδα, και για τουσ γιουσ ισραηλ, των συνακολουθων του· παρε και μια αλλη ραβδο, και γραψε επανω σ' αυτη, για τον ιωσηφ, η ραβδοσ του εφραιμ, και ολοκληρου του οικου ισραηλ, των συνακολουθων του. και συνδεσε τεσ στον εαυτο σου μια προσ μια, σε μια ραβδο, και θα γινουν στο χερι σου μια. και οταν οι γιοι του λαου σου πουν σε σενα, λεγοντασ: δεν θα μασ αναγγειλεισ τι σημαινουν σε σενα αυτα; πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. δεστε, εγω θα παρω τη ραβδο του ιωσηφ, που ειναι στο χερι του εφραιμ, και των φυλων του ισραηλ, των συνακολουθων του, και θα βαλω αυτεσ μαζι μ' αυτη, τη ραβδο του ιηhυδα, και θα τισ κανω μια ραβδο, και θα ειναι στο χερι μου μια. και οι ραβδοι, επανω στισ οποιεσ εγραψεσ, θα ειναι στο χερι σου, μπροστα τουσ. και πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. δεστε, εγω θα παρω τουσ γιουσ ισραηλ απο το μεσον των εθνων οπου πηγαν, και θα τουσ συγκεντρωσω απο παντου, και θα τουσ φερω στη γη τουσ. και θα τουσ κανω εθνοσ μεσα στη γη, επανω στα βουνα του ισραηλ· και βασιλιασ θα ειναι επανω σε ολουσ αυτουσ και δεν θα ειναι πλεον δυο εθνη, και δεν θα ειναι στο εξησ χωρισμενοι σε δυο βασιλεια· και δεν θα μολυνονται πλεον μεσα στα ειδωλα τουσ ουτε μεσα στα βδελυγματα τουσ ουτε μεσα σε ολεσ τισ παραβασεισ τουσ· αλλα, θα τουσ σωσω απο ολεσ τισ κατοικησεισ τουσ, στισ οποιεσ αμαρτησαν, και θα τουσ καθαρισω· και θα ειναι λαοσ μου, και εγω θα ειμαι θεοσ τουσ. και ο δαβιδ ο δουλοσ μου θα ειναι βασιλιασ επανω τουσ· και θα ειναι επανω σε ολουσ αυτουσ ενασ ποιμενασ· και θα περπατουν στισ κρισεισ μου, και θα φυλαττουν τα διαταγματα μου, και θα τα εκτελουν. και θα κατοικουν στη γη, που ειχα δωσει στον δουλο μου τον ιακωβ, οπου ειχαν κατοικησει οι πατερεσ σασ· και μεσα σ' αυτη θα κατοικουν αυτοι και τα παιδια τουσ, και τα παιδια των παιδιων τουσ, μεχρι τον αιωνα· και ο δαβιδ, ο δουλοσ μου, θα ειναι αρχοντασ τουσ μεχρι τον αιωνα. και θα κανω προσ αυτουσ διαθηκη ειρηνησ· αυτη θα ειναι διαθηκη αιωνια προσ αυτουσ· και θα τουσ στηριξω, και θα τουσ πληθυνω, και θα βαλω το αγιαστηριο μου αναμεσα τουσ στον αιωνα. και η σκηνη μου θα ειναι αναμεσα τουσ· και θα ειμαι θεοσ τουσ, κι αυτοι θα ειναι λαοσ μου. και τα εθνη θα γνωρισουν οτι εγω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειμαι αυτοσ που αγιαζει τον ισραηλ, οταν το αγιαστηριο μου θα ειναι αναμεσα τουσ στον αιωνα.

38

και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: γιε ανθρωπου, στηριξε το προσωπο σου εναντια στον γωγ, τη γη του μαγωγ, του ηγεμονα τησ ρωσ, μεσεχ και θουβαλ, και προφητευσε εναντιον του, και πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, εγω ειμαι εναντιον σου, γωγ, ηγεμονα τησ ρωσ, μεσεχ και θουβαλ· και θα σε περιστρεψω, και θα βαλω αγκιστρια στα σαγονια σου, και θα σε βγαλω εξω, και ολοκληρη τη δυναμη σου, αλογα και καβαλαρηδεσ, ολουσ αυτουσ εντελωσ οπλισμενουσ, ενα μεγαλο συναγμα μαζι με θυρεουσ και ασπιδεσ, ολουσ αυτουσ που μεταχειριζονται μαχαιρεσ· περσεσ, αιθιοπεσ, και λιβυουσ μαζι τουσ· ολουσ αυτουσ μαζι με ασπιδεσ και περικεφαλαιεσ· τον γομερ, και ολα τα ταγματα του· τον οικο θωγαρμα απο τα εσχατα του βορρα, και ολα τα ταγματα του· και μαζι σου πολλουσ λαουσ. ετοιμασου, και ετοιμασε τον εαυτο σου, εσυ, και ολοκληρο το συναγμα σου, που συγκεντρωθηκε σε σενα, και να εισαι σ' αυτουσ φυλακασ· υστερα απο πολλεσ ημερεσ θα γινει σε σενα επισκεψη· στουσ εσχατουσ χρονουσ θαρθεισ στη γη, που ελευθερωθηκε απο τη μαχαιρα, και συγκεντρωθηκε απο πολλουσ λαουσ, εναντια στα βουνα του ισραηλ, που εγιναν για παντα ερημα· αυτοσ, ομωσ, μεταφερθηκε απο μεσα απο τουσ λαουσ, και ολοι θα κατοικησουν με ασφαλεια. και θα ανεβεισ και θαρθεισ σαν ανεμοζαλη· θα εισαι σαν συννεφο, για να σκεπασεισ τη γη, εσυ, και ολα τα ταγματα σου, και μαζι σου πολυσ λαοσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: και κατα την ημερα εκεινη θα ανεβουν πραγματα στην καρδια σου, και θα σκεφθεισ πονηρεσ βουλεσ· και θα πεισ: θα ανεβω σε γη ατειχιστων πολεων· θαρθω σε ανθρωπουσ που ησυχαζουν, που κατοικουν με ασφαλεια, ολουσ αυτουσ που κατοικουν ατειχιστεσ πολεισ, και που δεν εχουν μοχλουσ και πυλεσ· για να λεηλατησεισ λεηλασια, και να λαφυραγωγησεισ λαφυρο, για να ξαναφερεισ το χερι σου εναντια σε ερημωσεισ που κατοικιστηκαν, και εναντια σε λαο συγκεντρωμενον απο τα εθνη, που απεκτησε κτηνη και αγαθα, που κατοικει στο μεσον τησ γησ. η σεβα, και η δαιδαν, και οι εμποροι τησ θαρσεισ, μαζι με ολουσ τουσ σκυμνουσ τησ, θα σου πουν: ηρθεσ να λεηλατησεισ λεηλασια; συγκεντρωσεσ το πληθοσ σου για να λαφυραγωγησεισ λαφυρο; για να αρπαξεισ ασημι και χρυσαφι, για να παρεισ κτηνη και αγαθα, για να κανεισ μεγαλη λεια; γι' αυτο, γιε ανθρωπου, προφητευσε και πεσ στον γωγ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: κατα την ημερα εκεινη, οταν ο λαοσ μου ισραηλ θα κατοικει με ασφαλεια, εσυ δεν θα το μαθεισ αυτο; και θαρθεισ απο τον τοπο σου, απο τα εσχατα του βορρα, εσυ, και μαζι σου πολλοι λαοι, ολοι καβαλαρηδεσ αλογων, ενα μεγαλο πληθοσ, και πολλη δυναμη· και θα ανεβεισ εναντια στον λαο μου ισραηλ σαν συννεφο, για να σκεπασεισ τη γη· αυτο θα ειναι στισ εσχατεσ ημερεσ· και θα σε φερω εναντια στη γη μου, για να με γνωρισουν τα εθνη, οταν αγιαστω σε σενα, γωγ, μπροστα τουσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: εσυ εισαι εκεινοσ, για τον οποιο μιλησα στισ αρχαιεσ ημερεσ, με τουσ δουλουσ μου τουσ προφητεσ του ισραηλ, που προφητευσαν κατα τισ ημερεσ εκεινεσ μεσα σε πολλα χρονια, οτι επροκειτο να σε φερω εναντιον τουσ; αλλα, κατα την ημερα εκεινη, κατα την ημερα που ο γωγ θαρθει εναντια στη γη του ισραηλ, η οργη μου θα ανεβει επανω στο προσωπο μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. επειδη, μιλησα μεσα στον ζηλο μου, μεσα στη φωτια τησ οργησ μου: κατα την ημερα εκεινη θα υπαρξει,οπωσδηποτε, ενασ μεγαλοσ σεισμοσ στη γη του ισραηλ· και τα ψαρια τησ θαλασσασ, και τα πουλια του ουρανου, και τα θηρια του χωραφιου, και ολα τα ερπετα, που ερπουν επανω στη γη, και ολοι οι ανθρωποι, που ειναι επανω στο προσωπο τησ γησ, θα σειστουν απο την παρουσια μου· και τα βουνα θα ανατραπουν, και οι πυργοι θα πεσουν, και καθε τειχοσ θα κατεδαφιστει. και θα καλεσω εναντιον του μαχαιρα, εναντια σε ολα τα βουνα μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· η μαχαιρα καθε ανθρωπου θα ειναι εναντια στον αδελφο του. και θαρθω μαζι του σε κριση με μεταδοτικη αρρωστια και με αιμα· και θα βρεξω επανω του, και επανω στα ταγματα του, και επανω στον πολυ λαο, που θα ειναι μαζι του, βροχη κατακλυσμου, και πετρεσ απο χαλαζι, φωτια και θειαφι. και θα μεγαλυνθω και θα αγιαστω· και θα γνωριστω μπροστα σε πολλα εθνη, και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

39

κι εσυ, γιε ανθρωπου, προφητευσε εναντια στον γωγ, και πεσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: δεσ, εγω ειμαι εναντιον σου, γωγ, ηγεμονα τησ ρωσ, μεσεχ, και θουβαλ· και θα σε περιστρεψω, και θα σε περιπλανησω, και θα σε ανεβασω απο τα εσχατα του βορρα, και θα σε φερω επανω στα βουνα του ισραηλ· και θα εκτιναξω το τοξο σου απο το αριστερο σου χερι, και θα κανω τα βελη σου να ξεπεσουν απο το δεξι σου χερι. θα πεσεισ επανω στα βουνα του ισραηλ, εσυ, και ολα τα ταγματα σου, και οι λαοι που ειναι μαζι σου· θα σε δωσω για καταβρωμα στα φτερωτα ορνεα καθε ειδουσ, και στα θηρια του χωραφιου· θα πεσεισ επανω στο προσωπο του χωραφιου, επειδη, εγω μιλησα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και θα στειλω φωτια επανω στον μαγωγ, και αναμεσα σ' αυτουσ που κατοικουν με ασφαλεια τα νησια και θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα κανω γνωστο το αγιο ονομα μου αναμεσα στον λαο μου ισραηλ· και δεν θα αφησω πλεον να βεβηλωθει το αγιο μου ονομα· και τα εθνη θα γνωρισουν, οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο αγιοσ μεσα στον ισραηλ. δεστε, ηρθε, και εγινε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· αυτη ειναι η ημερα για την οποια ειχα μιλησει. κι αυτοι που κατοικουν τισ πολεισ του ισραηλ θα βγουν εξω, και θα βαλουν στη φωτια και θα καψουν τα οπλα, και τισ ασπιδεσ και τουσ θυρεουσ, τα τοξα και τα βελη, και τα ακοντια και τισ λογχεσ· και μ' αυτα θα καινε φωτια για επτα χρονια· και δεν θα παρουν ξυλα απο το χωραφι ουτε θα κοψουν απο τουσ δρυμουσ· επειδη, θα καινε φωτια απο τα οπλα· και θα λεηλατησουν αυτουσ που τουσ λεηλατησαν, και θα λαφυραγωγησουν αυτουσ που τουσ λαφυραγωγησαν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και κατα την ημερα εκεινη θα δωσω στον γωγ τοπο για ταφη εκει στον ισραηλ, το φαραγγι των διαβατων, ανατολικα απο τη θαλασσα· κι αυτη θα κλεινει τον δρομο εκεινων που διαβαινουν· κι εκει θα χωσουν τον γωγ, και ολοκληρο το πληθοσ του· και θα το ονομασουν: το φαραγγι του αμμων-γωγ. και ο οικοσ ισραηλ θα τουσ χωνει για επτα μηνεσ, για να καθαρισουν τη γη. και ολοκληροσ ο λαοσ τησ γησ θα τουσ χωνει· και θα ειναι σ' αυτουσ η ημερα ονομαστη, κατα την οποια δοξαστηκα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και θα διαχωρισουν ανδρεσ, που, καθωσ θα περιερχονται ακαταπαυστα τη γη, θα θαβουν, με τη βοηθεια των διαβατων, αυτουσ που εναπεμειναν επανω στο προσωπο τησ γησ, για να την καθαρισουν· μετα το τελοσ των επτα μηνων θα κανουν ακριβη αναζητηση. και απο τουσ διαβατεσ, που διαβαινουν τη γη, οταν καποιοσ δει ενα κοκαλο ανθρωπου, τοτε θα στηνει ενα σημειο κοντα του, μεχρισ οτου οι ενταφιαστεσ το θαψουν στο φαραγγι αμμων-γωγ. και το ονομα, μαλιστα, τησ πολησ θα ειναι αμμωνα: ετσι θα καθαρισουν τη γη. κι εσυ, γιε ανθρωπου, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: πεσ προσ τα ορνια καθε ειδουσ, και προσ ολα τα θηρια του χωραφιου: συγκεντρωθειτε, και ελατε· συγκεντρωθειτε απο παντου στη θυσια μου, που εγω θυσιασα για σασ, μια μεγαλη θυσια επανω στα βουνα του ισραηλ, για να φατε σαρκα, και να πιειτε αιμα. θα φατε τη σαρκα των ισχυρων, και θα πιειτε το αιμα των αρχοντων τησ γησ, των κριαριων, των αρνιων, και των τραγων, και των μοσχαριων, ολων των σιτευτων τησ βασαν· και θα φατε παχοσ σε χορτασμο, και θα πιειτε αιμα για μεθη, απο τη θυσια μου, που θυσιασα για σασ· και θα χορτασετε επανω στο τραπεζι μου απο αλογα και καβαλαρηδεσ, απο ισχυρουσ, και απο καθε ανδρα πολεμιστη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και θα βαλω τη δοξα μου αναμεσα στα εθνη, και ολα τα εθνη θα δουν την κριση μου, που εκτελεσα και το χερι μου που εβαλα επανω σ' αυτα. και ο οικοσ ισραηλ θα γνωρισει οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ, απο την ημερα αυτη και στο εξησ. και τα εθνη θα γνωρισουν οτι ο οικοσ ισραηλ αιχμαλωτιστηκε για την ανομια τουσ· επειδη, σταθηκαν σε μενα παραβατεσ, γι' αυτο εκρυψα απ' αυτουσ το προσωπο μου, και τουσ παρεδωσα στο χερι των εχθρων τουσ· και ολοι επεσαν με μαχαιρα. συμφωνα με τισ ακαθαρσιεσ τουσ, και συμφωνα με τισ παραβασεισ τουσ, εκανα σ' αυτουσ, και εκρυψα απ' αυτουσ το προσωπο μου. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: τωρα, θα επιστρεψω την αιχμαλωσια του ιακωβ, και θα ελεησω ολοκληρο τον οικο ισραηλ, και θα ειμαι ζηλοτυποσ για το αγιο ονομα μου, και θα βασταξουν τη ντροπη τουσ, και ολεσ τισ παραβασεισ τουσ, με τισ οποιεσ εγιναν σε μενα παραβατεσ, οταν κατοικουσαν στη γη τουσ με ασφαλεια, και δεν υπηρχε εκεινοσ που να εκφοβιζει. οταν τουσ επαναφερω απο τουσ λαουσ, και τουσ συγκεντρωσω απο τουσ τοπουσ των εχθρων τουσ, και αγιαστω σ' αυτουσ μπροστα σε πολλα εθνη, τοτε θα γνωρισουν οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ, οταν, αφου τουσ κανω να φερθουν σε αιχμαλωσια αναμεσα στα εθνη, τουσ συγκεντρωσω στη γη τουσ, και δεν θα αφησω υπολοιπο απ' αυτουσ εκει· και δεν θα κρυψω πλεον απ' αυτουσ το προσωπο μου· επειδη, ξεχυσα το πνευμα μου επανω στον οικο ισραηλ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ.

40

κατα τον 25ο χρονο τησ αιχμαλωσιασ μασ, στην αρχη του χρονου, τη δεκατη ημερα του μηνα, τον 14ο χρονο μετα την αλωση τησ πολησ, κατα την ιδια ημερα, σταθηκε επανω μου το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και με εφερε εκει. με εφερε με οραματα στη γη ισραηλ, και με εβαλε επανω σε ενα πολυ ψηλο βουνο, επανω στο οποιο, προσ τα ανατολικα, ηταν σαν μια οικοδομη πολησ. και με εφερε εκει, και ξαφνου, ενασ ανθρωποσ, που η θεα του ηταν σαν θεα χαλκου, και στο χερι του ειχε ενα λινο νημα, και ενα καλαμενιο μετρο· στεκοταν δε αυτοσ στην πυλη. και ο ανθρωποσ μου ειπε: γιε ανθρωπου, δεσ με τα ματια σου, και ακουσε με τα αυτια σου, και βαλε την καρδια σου επανω σε ολα οσα εγω θα σου δειξω· επειδη, μπηκεσ εδω μεσα για να σου τα δειξω· αναγγειλε ολα οσα βλεπεισ στον οικο ισραηλ. και ξαφνου, ενασ περιβολοσ εξω απο τον οικο, ολογυρα, και στο χερι του ανθρωπου ενα καλαμενιο μετρο απο εξι πηχεσ και μια παλαμη, και μετρησε το πλατοσ του οικοδομηματοσ ενα καλαμι και το υψοσ ενα καλαμι. τοτε, ηρθε προσ την πυλη, που βλεπει προσ τα ανατολικα, και ανεβηκε τα σκαλοπατια τησ, και μετρησε το κατωφλι τησ πυλησ, πλατοσ ενοσ καλαμιου· και το ανωφλι, πλατοσ ενοσ καλαμιου. και καθε οικημα ειχε μακροσ ενα καλαμι και πλατοσ ενα καλαμι· και αναμεσα στα οικηματα ησαν πεντε πηχεσ· και το κατωφλι τησ πυλησ, κοντα στη στοα, που ηταν προσ την πυλη, την απο μεσα, ηταν ενα καλαμι. τοτε, μετρησε τη στοα τησ πυλησ, την απο μεσα, και ηταν ενα καλαμι. επειτα, μετρησε τη στοα τησ πυλησ, οκτω πηχεσ· και τα μετωπα τησ, δυο πηχεσ· και η στοα τησ πυλησ ηταν απο μεσα. και τα οικηματα τησ πυλησ προσ τα ανατολικα ησαν τρια απο το εδω μεροσ, και τρια απο το εκει μεροσ· και τα τρια του ιδιου μετρου, και τα μετωπα ειχαν το ιδιο μετρο, απο το ενα και απο το αλλο μεροσ. και μετρησε το πλατοσ τησ εισοδου τησ πυλησ, δεκα πηχεσ· και το μακροσ τησ πυλησ, 13 πηχεσ. και μπροστα απο τα οικηματα ηταν ενα διαστημα ενοσ πηχη απο εδω, και ενα διαστημα ενοσ πηχη απο εκει· και τα οικηματα ησαν εξι πηχεσ απο εδω, και εξι πηχεσ απο εκει. επειτα, μετρησε την πυλη απο τη στεγη του ενοσ οικηματοσ μεχρι τη στεγη του αλλου· το πλατοσ ηταν 25 πηχεσ, και θυρα απεναντι σε θυρα. και εκανε τα μετωπα 60 πηχεσ, μεχρι το μετωπο τησ αυλησ γυρω-γυρω απο τον πυλωνα. και απο το μπροστινο μεροσ τησ πυλησ τησ εισοδου, μεχρι το μπροστινο μεροσ τησ στοασ τησ εσωτερικησ πυλησ, ησαν 50 πηχεσ. και υπηρχαν αδιορατα παραθυρα στα οικηματα και στα μετωπα τουσ απο μεσα απο την πυλη γυρω-γυρω· το ιδιο και στισ στοεσ· υπηρχαν παραθυρα και απο μεσα γυρω-γυρω· και επανω σε καθε μετωπο φοινικεσ. και με εφερε στην εξωτερικη αυλη· και να, υπηρχαν θαλαμοι, και λιθοστρωτο κατασκευασμενο στην αυλη γυρω-γυρω· επανω στο λιθοστρωτο 30 θαλαμοι. και το λιθοστρωτο, που ηταν στα πλαγια των πυλων, συμφωνα με το μακροσ των πυλων, ηταν το κατωτερο λιθοστρωτο. και μετρησε το πλατοσ, απο το προσωπο τησ κατωτερησ πυλησ μεχρι το προσωπο τησ εσωτερικησ αυλησ απεξω, 100 πηχεσ προσ τα ανατολικα και προσ τα βορεια. και μετρησε την πυλη τησ εξωτερικησ αυλησ, που βλεπει προσ τον βορρα, το μακροσ τησ, και το πλατοσ τησ. και τα οικηματα τησ ησαν τρια απο το εδω μεροσ, και τρια απο το εκει μεροσ· και τα μετωπα τησ και τα τοξα τησ ησαν συμφωνα με το μετρο τησ πρωτησ πυλησ· το μακροσ τησ 50 πηχεσ, και το πλατοσ τησ 25 πηχεσ. και τα παραθυρα τουσ, και τα τοξα τουσ, και οι φοινικεσ τουσ ησαν συμφωνα με το μετρο τησ πυλησ, που βλεπει ανατολικα και ανεβαιναν σ' αυτη με επτα σκαλοπατια· και τα τοξα τησ ησαν μπροστα τουσ. και η πυλη τησ εσωτερικησ αυλησ ηταν απεναντι απο την πυλη που ειναι προσ τα βορεια, και προσ τα ανατολικα· και μετρησε, απο πυλη σε πυλη, 100 πηχεσ. και με εφερε νοτια, και ξαφνου, μια πυλη που εβλεπε νοτια· και μετρησε τα μετωπα τησ και τα τοξα τησ, συμφωνα με τα ιδια μετρα. και υπηρχαν σ' αυτη και στα τοξα τησ παραθυρα γυρω-γυρω, οπωσ εκεινα τα παραθυρα· το μακροσ 50 πηχεσ, και το πλατοσ 25 πηχεσ. και η αναβαση τησ ηταν επτα σκαλοπατια, και τα τοξα τησ ησαν απο μπροστα τουσ· και ειχε φοινικεσ, εναν απο εδω, και εναν απο εκει, επανω στα μετωπα τησ. και η πυλη ηταν στην εσωτερικη αυλη νοτια· και μετρησε απο πυλη σε πυλη, νοτια, 100 πηχεσ. και με εφερε στην εσωτερικη αυλη μεσα απο τη νοτια πυλη και μετρησε τη νοτια πυλη συμφωνα με τα ιδια μετρα. και τα οικηματα τησ, και τα μετωπα τησ, και τα τοξα τησ, συμφωνα με τα ιδια μετρα και υπηρχαν παραθυρα σ' αυτη και στα τοξα τησ, γυρω-γυρω· το μακροσ 50 πηχεσ, και το πλατοσ 25 πηχεσ. και τα τοξα γυρω-γυρω ησαν 25 πηχεσ το μακροσ, και πεντε πηχεσ το πλατοσ. και τα τοξα τησ ησαν προσ την εξωτερικη αυλη· και επανω στα μετωπα τησ ησαν φοινικεσ· και η αναβαση τησ ειχε οκτω σκαλοπατια. και με εφερε στην εσωτερικη πυλη προσ τα ανατολικα· και μετρησε την πυλη συμφωνα με τα ιδια μετρα. και τα οικηματα τησ, και τα μετωπα τησ, και τα τοξα τησ, ησαν συμφωνα με τα ιδια μετρα· και υπηρχαν παραθυρα σ' αυτη και στα τοξα τησ, γυρω-γυρω· το μακροσ ηταν 50 πηχεσ, και το πλατοσ 25 πηχεσ. και τα τοξα τησ ησαν προσ την εξωτερικη αυλη· και επανω στα μετωπα τησ ησαν φοινικεσ, απο εδω και απο εκει· και η αναβαση τησ ειχε οκτω σκαλοπατια. και με εφερε στη βορεια πυλη, και τη μετρησε συμφωνα με τα ιδια μετρα· τα οικηματα τησ, τα μετωπα τησ, και τα τοξα τησ, και τα παραθυρα τησ ησαν γυρω-γυρω· το μακροσ ηταν 50 πηχεσ, και το πλατοσ 25 πηχεσ. και τα μετωπα τησ ησαν προσ την εξωτερικη αυλη· και υπηρχαν φοινικεσ επανω στα μετωπα τησ, απο εδω και απο εκει· η αναβαση τησ ειχε οκτω σκαλοπατια. και οι θαλαμοι και οι εισοδοι τησ ησαν κοντα στα μετωπα τουσ, οπου επλεναν το ολοκαυτωμα. και στη στοα τησ πυλησ ησαν δυο τραπεζια απο εδω, και δυο τραπεζια απο εκει για να σφαζουν επανω σ' αυτα το ολοκαυτωμα, και την προσφορα περι αμαρτιασ, και την προσφορα περι ανομιασ. και στο πλαγιο εξω, καθωσ καποιοσ ανεβαινε προσ την εισοδο τησ βορινησ πυλησ, ησαν δυο τραπεζια· και στο αλλο πλαγιο, που ηταν προσ τη στοα τησ πυλησ, ησαν δυο τραπεζια. απο εδω ησαν τεσσερα τραπεζια, και τεσσερα τραπεζια απο εκει, διπλα απο τα πλαγια τησ πυλησ· οκτω τραπεζια επανω στα οποια εσφαζαν τα θυματα. και τα τεσσερα τραπεζια του ολοκαυτωματοσ ησαν απο πελεκητη πετρα, το μακροσ ενασ πηχησ και μισοσ, και το πλατοσ ενασ πηχησ και μισοσ, και το υψοσ ενασ πηχησ· και επανω σ' αυτα εβαζαν τα εργαλεια, με τα οποια εσφαζαν το ολοκαυτωμα και τη θυσια. και απο μεσα υπηρχαν αγκιστρια, το πλατοσ μιασ παλαμησ, στερεωμενα γυρω-γυρω· και επανω στα τραπεζια εβαζαν το κρεασ των προσφορων. κι απεξω απο την εσωτερικη πυλη ησαν οι θαλαμοι των μουσικων, στην εσωτερικη αυλη, που ηταν στα πλαγια τησ βορινησ πυλησ· και τα προσωπα τουσ ησαν προσ νοτον· ενα προσ το πλαγιο τησ ανατολικησ πυλησ, που εβλεπε προσ βορραν. και μου ειπε: αυτοσ ο θαλαμοσ, που βλεπει νοτια, ειναι για τουσ ιερεισ, που φυλαττουν τη βαρδια του οικου· ενω ο θαλαμοσ που βλεπει βορεια ειναι για τουσ ιερεισ, που φυλαττουν τη βαρδια του θυσιαστηριου· αυτοι ειναι οι γιοι του σαδωκ, αναμεσα στουσ γιουσ του λευι, που ερχονται στον κυριο, για να τον υπηρετουν. και μετρησε την αυλη, μακροσ 100 πηχεσ, και πλατοσ 100 πηχεσ, σε τετραγωνο σχημα· και το θυσιαστηριο ηταν μπροστα στον οικο. και με εφερε στη στοα του οικου, και μετρησε καθε ενα μετωπο τησ στοασ, πεντε πηχεσ απο εδω, και πεντε πηχεσ απο εκει· και το πλατοσ τησ πυλησ τρεισ πηχεσ απο εδω, και τρεισ πηχεσ απο εκει. το μακροσ τησ στοασ ηταν 20 πηχεσ, και το πλατοσ 11 πηχεσ· και με εφερε απο τα σκαλοπατια, απο τα οποια ανεβαιναν σ' αυτη· και ησαν στυλοι κοντα στα μετωπα, ενασ απο εδω και ενασ απο εκει.

41

επειτα, με εφερε στον ναο, και μετρησε τα μετωπα, εξι πηχεσ το πλατοσ απο εδω, και εξι πηχεσ το πλατοσ απο εκει, ηταν το πλατοσ τησ σκηνησ. και το πλατοσ τησ εισοδου ηταν δεκα πηχεσ· και τα πλαγια τησ θυρασ πεντε πηχεσ απο εδω, και πεντε πηχεσ απο εκει· και μετρησε το μακροσ του, 40 πηχεσ, και το πλατοσ 20 πηχεσ. και μπηκε στο εσωτερικο, και μετρησε το μετωπο τησ θυρασ, δυο πηχεσ, και τη θυρα, εξι πηχεσ, και το πλατοσ τησ θυρασ, επτα πηχεσ. επειτα, μετρησε το μακροσ του, 20 πηχεσ, και το πλατοσ 20 πηχεσ, μπροστα απο τον ναο· και μου ειπε: αυτο ειναι το αγιο των αγιων. και μετρησε τον τοιχο του οικου, εξι πηχεσ· και το πλατοσ καθενοσ απο τα οικηματα στα πλαγια, τεσσερισ πηχεσ, γυρω-γυρω απο τον οικο ολογυρα. και τα πλαγια οικηματα ησαν ανα τρια, οικημα επανω σε οικημα, και 30 κατα ταξη· και εισχωρουσαν μεσα στον τοιχο του ναου, που ηταν χτισμενοσ, γυρω-γυρω, για τα πλαινα οικηματα, για να κρατιουνται στερεα, χωρισ ομωσ να επιστηριζονται επανω στον τοιχο του οικου. και ο οικοσ πλαταινε, και υπηρχε ελικοειδησ σκαλα, που ανεβαινε στα πλαινα οικηματα· επειδη, η ελικοειδησ σκαλα του οικου ανεβαινε προσ τα ανω, γυρω-γυρω απο τον οικο· γι' αυτο, ο οικοσ γινοταν πλατυτεροσ προσ τα ανω, και ετσι αυξανε απο το κατωτατο πατωμα μεχρι το ανωτατο, διαμεσου των μεσαιων. και ειδα το υψοσ του οικου, γυρω-γυρω· τα θεμελια των πλαινων οικηματων ησαν ενα ολοκληρο καλαμι απο εξι πηχεσ διαστημα. το πλατοσ του τοιχου για τα πλαινα οικηματα απεξω ηταν πεντε πηχεσ· και το κενο που εναπεμεινε ηταν ο τοποσ των πλαινων οικηματων απο μεσα. και αναμεσα στουσ θαλαμουσ ηταν διαστημα απο 20 πηχεσ, γυρω-γυρω, ολογυρα στον οικο. και οι θυρεσ των πλαινων οικηματων ησαν προσ το μεροσ που ειχε εναπομεινει, μια θυρα προσ τον βορρα, και μια θυρα προσ τον νοτο· και το πλατοσ του μερουσ που ειχε εναπολειφθει, ηταν πεντε πηχεσ, γυρω-γυρω. και η οικοδομη, που ηταν κατα προσωπο του αποχωρισμενου μερουσ, προσ το δυτικο πλαγιο, ειχε πλατοσ 70 πηχεσ· και ο τοιχοσ τησ οικοδομησ, το πλατοσ ηταν πεντε πηχεσ, γυρω-γυρω· και το μακροσ 90 πηχεσ. και μετρησε τον οικο, το μακροσ ηταν 100 πηχεσ· και το αποχωρισμενο μεροσ, και την οικοδομη, και τουσ τοιχουσ τησ, το μακροσ ηταν 100 πηχεσ· και το πλατοσ τησ προσοψησ του οικου, και του αποχωρισμενου μερουσ προσ τα ανατολικα, ηταν 100 πηχεσ. και μετρησε το μακροσ τησ οικοδομησ, που ηταν κατα προσωπο του αποχωρισμενου μερουσ απο πισω απ' αυτο, και τισ στοεσ τουσ απο εδω και απο κει, 100 πηχεσ, και τον εσωτερικο ναο, και τα προθυρα τησ αυλησ· τουσ παραστατεσ τησ θυρασ, και τα αδιορατα παραθυρα, και τισ στοεσ ολογυρα κατα τα τρια πατωματα τουσ, κατα προσωπο τησ θυρασ, στρωμενα με ξυλο, γυρω-γυρω· και το εδαφοσ, μεχρι τα παραθυρα, και τα παραθυρα ησαν σκεπασμενα· μεχρι επανω απο τη θυρα, και μεχρι τον εσωτερικο οικο, και απεξω, και διαμεσου ολοκληρου του τοιχου, γυρω-γυρω, απεξω και απο μεσα, συμφωνα με τα μετρα. και ηταν χαραγμενο με χερουβειμ και με φοινικεσ, ωστε αναμεσα σε χερουβ και χερουβ ηταν ενασ φοινικασ· και καθε χερουβ ειχε δυο προσωπα· και προσωπο ανθρωπου προσ τον φοινικα απο εδω, και προσωπο λιονταριου προσ τον φοινικα απο εκει· ετσι ηταν χαραγμενο σε ολο τον οικο, γυρω-γυρω. απο το εδαφοσ μεχρι απο πανω απο τη θυρα ησαν χαραγμενα χερουβειμ και φοινικεσ, και στον τοιχο του ναου. οι παραστατεσ του ναου ησαν τετραγωνοι, και το προσωπο του αγιαστηριου· η θεα του ενοσ ηταν οπωσ η θεα του αλλου. το ξυλινο θυσιαστηριο ειχε υψοσ τρεισ πηχεσ και το μηκοσ του δυο πηχεσ· και τα κερατα του, και το μακροσ του, και οι τοιχοι του ησαν απο ξυλο· και μου ειπε: αυτο ειναι το τραπεζι, που βρισκεται μπροστα στον κυριο. και ο ναοσ, και το αγιαστηριο ειχαν δυο θυρωματα. και τα θυρωματα ειχαν καθε ενα δυο φυλλα, δυο φυλλα που στρεφονταν· δυο στο ενα θυρωμα και δυο φυλλα στο αλλο. και ησαν χαραγμενα επανω τουσ, επανω στα θυρωματα του ναου, χερουβειμ και φοινικεσ, οπωσ ησαν χαραγμενα επανω στουσ τοιχουσ· και τα δοκαρια ησαν ξυλινα επανω στο προσωπο τησ στοασ απεξω. και υπηρχαν αδιορατα παραθυρα, και φοινικεσ απο εδω και απο εκει, στα πλαγια τησ στοασ, και επανω στα πλαινα οικηματα του οικου, και ξυλινα δοκαρια.

42

και με εβγαλε στην εξωτερικη αυλη, κατα τον δρομο προσ τον βορρα· και με εφερε στον θαλαμο, που ειναι απεναντι απο το χωρισμενο μεροσ, και κατα προσωπο τησ οικοδομησ, προσ τον βορρα. κατα προσωπο του μακρουσ, που ηταν 100 πηχεσ, ηταν η βορινη θυρα, και το πλατοσ 50 πηχεσ. απεναντι στουσ 20 πηχεσ, που ησαν για την εσωτερικη αυλη, και απεναντι απο το λιθοστρωτο, που ειναι για την εξωτερικη αυλη, ηταν μια στοα απεναντι σε μια τριπλη στοα. και κατα προσωπο των θαλαμων υπηρχε διαδρομοσ απο δεκα πηχεσ πλατοσ, και προσ τα μεσα ηταν δρομοσ απο μια πηχη· και οι θυρεσ τουσ ησαν προσ τον βορρα. και οι ανωτατοι θαλαμοι ησαν στενοτεροι, επειδη οι στοεσ τησ οικοδομησ κατω και οι μεσαιεσ εξειχαν περισσοτερο απο εκεινουσ. επειδη, αυτοι ησαν σε τρια πατωματα, δεν ειχαν ομωσ στυλουσ, οπωσ οι στυλοι των αυλων· γι' αυτο, η οικοδομη στενευε περισσοτερο προσ το κατωτατο και το μεσαιο απο τη γη. και ο τοιχοσ, που ηταν απεξω, απεναντι απο τουσ θαλαμουσ, προσ την εξωτερικη αυλη, προσ το προσωπο των θαλαμων, ειχε μακροσ 50 πηχεσ, επειδη, το μακροσ των θαλαμων, που ησαν στην εξωτερικη αυλη, ηταν 50 πηχεσ· και προσεξα, κατα προσωπο του ναου ησαν 100 πηχεσ. και απο κατω απ' αυτουσ τουσ θαλαμουσ υπηρχε η εισοδοσ προσ τα ανατολικα, οπωσ πηγαινει καποιοσ σ' αυτουσ απο την εξωτερικη αυλη. οι θαλαμοι ησαν στο παχοσ του τοιχου τησ αυλησ προσ τα ανατολικα, κατα προσωπο του αποχωρισμενου μερουσ, και κατα προσωπο τησ οικοδομησ. και ο δρομοσ, που ηταν κατα προσωπο τουσ ηταν συμφωνα με τη θεα των θαλαμων, που ησαν προσ τον βορρα· ειχαν ιδιο μακροσ με εκεινουσ, ιδιο πλατοσ με εκεινουσ· και ολοι οι εξοδοι τουσ ησαν και συμφωνα με τισ διαταξεισ εκεινων και συμφωνα με τισ θυρεσ εκεινων. και συμφωνα με τισ θυρεσ των θαλαμων, που ησαν προσ τον νοτο, υπηρχε μια θυρα στην αρχη του δρομου, του δρομου κατευθειαν απεναντι του τοιχου προσ τα ανατολικα, καθωσ κανεισ μπαινει μεσα σ' αυτα. και μου ειπε: οι βορειοι θαλαμοι, και οι νοτιοι θαλαμοι, αυτοι που ειναι κατα προσωπο του αποχωρισμενου μερουσ, αυτοι ειναι αγιοι θαλαμοι, οπου οι ιερεισ, που πλησιαζουν στον κυριο, θα τρωνε τα αγιοτατα· εκει θα βαζουν τα αγιοτατα, και την προσφορα απο τα αλφιτα, και την προσφορα περι αμαρτιασ, και την προσφορα περι ανομιασ· επειδη, ο τοποσ ειναι αγιοσ. οταν μπαινουν εκει οι ιερεισ, δεν θα βγαινουν απο τον αγιο τοπο στην εξωτερικη αυλη, αλλ' εκει θα αποθετουν τα ενδυματα τουσ με τα οποια υπηρετουν· επειδη, ειναι αγια· και θα ντυνονται αλλα ενδυματα, και τοτε θα πλησιαζουν σε ο,τι ειναι του λαου. και αφου τελειωσε τα μετρα του εσωτερικου οικου, με εβγαλε εξω προσ την πυλη, που βλεπει προσ τα ανατολικα, και τον μετρησε γυρω-γυρω. μετρησε την ανατολικη πλευρα με το καλαμενιο μετρο, 500 καλαμια, με το καλαμενιο μετρο ολογυρα. μετρησε τη βορινη πλευρα, 500 καλαμια, με το καλαμενιο μετρο ολογυρα. μετρησε τη νοτια πλευρα, 500 καλαμια, με το καλαμενιο μετρο. επειτα, στραφηκε προσ τη δυτικη πλευρα, και μετρησε 500 καλαμια, με το καλαμενιο μετρο. τον μετρησε κατα τισ τεσσερισ πλευρεσ· ειχε τοιχο, γυρω-γυρω, το μακροσ 500 καλαμια, και το πλατοσ 500 καλαμια, για να κανει χωρισμα αναμεσα στον αγιο και τον βεβηλο τοπο.

43

και με εφερε στην πυλη, την πυλη που βλεπει προσ τα ανατολικα. και ξαφνου, η δοξα του θεου του ισραηλ ερχοταν απο τον δρομο τησ ανατολησ· και η φωνη του ηταν σαν φωνη πολλων νερων· και η γη ελαμπε απο τη δοξα του. και η θεα που ειδα, ηταν ωσ προσ τη θεα, συμφωνα με τη θεα που ειχα δει, οταν ηρθα να χαλασω την πολη· και οι θεεσ ησαν συμφωνα με τη θεα που ειχα δει κοντα στον ποταμο χεβαρ· και επεσα κατα προσωπο μου. και η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μπηκε μεσα στον οικο απο τον δρομο τησ πυλησ, που βλεπει προσ τα ανατολικα. και το πνευμα με σηκωσε, και με εφερε στην εσωτερικη αυλη· και ξαφνου, ο οικοσ ηταν γεματοσ απο τη δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ακουσα φωνη καποιου που μιλουσε σε μενα απο τον οικο· και ο ανθρωποσ στεκοταν κοντα μου. και μου ειπε: γιε ανθρωπου, τον τοπο του θρονου μου, και τον τοπο του πελματοσ των ποδιων μου, οπου θα κατοικω μεσα στον οικο ισραηλ στον αιωνα, και το αγιο μου ονομα, ο οικοσ ισραηλ δεν θα βεβηλωσει πλεον, ουτε αυτοι ουτε οι βασιλιαδεσ τουσ, με τισ πορνειεσ τουσ, ουτε με τα πτωματα των βασιλιαδων τουσ ουτε με τουσ ψηλουσ τουσ τοπουσ. βαζοντασ τα κατωφλια τουσ κοντα στα κατωφλια μου, και τουσ παραστατεσ τουσ κοντα στουσ παραστατεσ μου, ωστε δεν ηταν παρα ο τοιχοσ αναμεσα σε μενα και σ' αυτουσ, βεβηλωναν ετσι το αγιο μου ονομα, με τα βδελυγματα τουσ που επρατταν· γι' αυτο, τουσ αναλωσα μεσα στον θυμο μου. τωρα, ασ απομακρυνουν απο μενα τισ πορνειεσ τουσ, και τα πτωματα των βασιλιαδων τουσ, και θα κατοικω αναμεσα τουσ στον αιωνα. εσυ, γιε ανθρωπου, δειξε αυτον τον οικο στον οικο ισραηλ, για να ντραπουν για τισ ανομιεσ τουσ· και ασ μετρησουν το σχεδιο. και αν ντραπουν για ολα οσα επραξαν, δειξ' τουσ τη μορφη του οικου, και τη διαταξη του, και τισ εξοδουσ του, και τισ εισοδουσ του, και ολοκληρη τη μορφη του, και ολεσ τισ διαταξεισ του, και ολοκληρη τη μορφη του, και ολοκληρο τον νομο του· και περιγραψε τον μπροστα τουσ, για να φυλαξουν ολοκληρη τη μορφη του, και ολεσ τισ διαταξεισ του, και να τισ εκτελουν. αυτοσ ειναι ο νομοσ του οικου: επανω στην κορυφη του βουνου, ολοκληρο το οριο, γυρω-γυρω, θα ειναι αγιοτατο. δεσ, αυτοσ ειναι ο νομοσ του οικου. κι αυτα ειναι τα μετρα του θυσιαστηριου σε πηχεσ: ο πηχησ ειναι ενασ κοινοσ πηχησ και μια παλαμη· το μεν κοιλωμα του θα ειναι ενασ πηχησ, και το πλατοσ ενασ πηχησ· και το γεισωμα του στα χειλη του, ολογυρα, μια σπιθαμη· κι αυτο θα ειναι το ανωτερο μεροσ του θυσιαστηριου. και απο το κοιλωμα, που ειναι προσ τη γη, μεχρι την κατωτερη προεξοχη, θα ειναι δυο πηχεσ, και το πλατοσ ενασ πηχησ· και απο το χειλοσ τησ μικροτερησ μεχρι το χειλοσ τησ μεγαλυτερησ, τεσσερισ πηχεσ, και το πλατοσ ενασ πηχησ. και το θυσιαστηριο θα εχει υψοσ τεσσερισ πηχεσ· και απο το θυσιαστηριο κι επανω θα υπαρχουν τεσσερα κερατα. και το θυσιαστηριο θα εχει μακροσ 12 πηχεσ και πλατοσ 12, τετραγωνο στισ τεσσερισ πλευρεσ του. και το χειλοσ του θα ειναι 14 πηχεσ το μακροσ και 14 πηχεσ το πλατοσ στισ τεσσερισ πλευρεσ του· και το γεισωμα, ολογυρα του, μισοσ πηχησ· και το κοιλωμα του ολογυρα ενασ πηχησ· και τα σκαλοπατια του θα βλεπουν προσ τα ανατολικα. και μου ειπε: γιε ανθρωπου, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αυτεσ ειναι οι διαταξεισ του θυσιαστηριου κατα την ημερα, που θα το κατασκευασουν, για να προσφερουν επανω σ' αυτο ολοκαυτωμα, και να ραντιζουν επανω του αιμα. και θα δωσεισ στουσ ιερεισ τουσ λευιτεσ, που ειναι το σπερμα του σαδωκ, που με πλησιαζουν για να υπηρετουν σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, ενα μοσχαρι βοδιου για προσφορα περι αμαρτιασ. και θα παρεισ απο το αιμα του, και θα βαλεισ επανω στα τεσσερα κερατα του, και επανω στισ τεσσερισ γωνιεσ του χειλουσ, και επανω στο γεισωμα, ολογυρα· και θα το καθαρισεισ και θα κανεισ γι' αυτο εξιλεωση. και θα παρεισ το μοσχαρι, που ειναι για την προσφορα περι αμαρτιασ και θα το καψουν στον διορισμενο τοπο του οικου, εξω απο το αγιαστηριο. και τη δευτερη ημερα θα προσφερεισ εναν τραγο απο κατσικεσ, αμωμον, για προσφορα περι αμαρτιασ· και θα καθαρισουν το θυσιαστηριο, οπωσ καθαρισαν με το μοσχαρι. αφου τελειωσεισ καθαριζοντασ το, θα προσφερεισ ενα μοσχαρι βοδιου αμωμο, και ενα κριαρι απο το ποιμνιο αμωμο. και θα τα προσφερεισ μπροστα στον κυριο, και οι ιερεισ θα ριξουν επανω τουσ αλατι, και θα τα ολοκαυτωσουν ωσ ολοκαυτωμα στον κυριο. επτα ημερεσ θα ετοιμαζεισ εναν τραγο καθε ημερα για προσφορα περι αμαρτιασ· και θα ετοιμαζουν ενα μοσχαρι βοδιου, και ενα κριαρι απο το ποιμνιο, αμωμα. θα κανουν εξιλεωση επτα ημερεσ για το θυσιαστηριο, και θα το καθαριζουν· κι αυτοι θα καθιερωθουν. και αφου συμπληρωθουν οι ημερεσ, απο την ογδοη ημερα και στο εξησ, οι ιερεισ θα προσφερουν τα ολοκαυτωματα σασ επανω στο θυσιαστηριο, και τισ ειρηνικεσ προσφορεσ σασ· και εγω θα σασ δεχθω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ.

44

και με επεστρεψε προσ τον δρομο τησ εξωτερικησ πυλησ του αγιαστηριου, που εβλεπε προσ τα ανατολικα· κι αυτη ηταν κλεισμενη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: η πυλη αυτη θα ειναι κλεισμενη, δεν θα ανοιχτει, και ανθρωποσ δεν θα περασει απ' αυτη· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ μπηκε απ' αυτη, γι' αυτο θα ειναι κλεισμενη. αυτη θα ειναι για τον αρχοντα· ο αρχοντασ, αυτοσ θα καθησει μεσα σ' αυτη, για να φαει ψωμι μπροστα στον κυριο· θα μπει απο τον δρομο τησ στοασ αυτησ τησ πυλησ, και απο τον ιδιο δρομο θα βγει. και με εφερε προσ τον δρομο τησ βορινησ πυλησ, απεναντι απο τον οικο· και ειδα, και να, ο οικοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν γεματοσ απο τη δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και επεσα επανω στο προσωπο μου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σε μενα: γιε ανθρωπου, προσεξε με την καρδια σου, και δεσ με τα ματια σου, και ακουσε με τα αυτια σου ολα οσα εγω μιλαω σε σενα, για ολεσ τισ διαταξεισ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και για ολουσ τουσ νομουσ του· και παρατηρησε καλα την εισοδο του οικου, μαζι με ολεσ τισ εξοδουσ του αγιαστηριου. και θα πεισ στουσ απειθεισ, στον οικο ισραηλ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: οικοσ ισραηλ, αρκεστειτε σε ολα τα βδελυγματα σασ, επειδη, φερατε μεσα αλλογενεισ, απεριτμητουσ στην καρδια, απεριτμητουσ στη σαρκα, για να ειναι στο αγιαστηριο μου, να το βεβηλωνουν, τον οικο μου, οταν προσφερετε το ψωμι μου, το παχοσ και το αιμα, ενω παραβαινουν τη διαθηκη μου εξαιτιασ ολων των βδελυγματων σασ. και εσεισ δεν φυλαξατε τη βαρδια των αγιων μου, αλλα βαλατε επανω στο αγιαστηριο μου φυλακεσ τησ βαρδιασ μου, αντι για σασ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: κανενασ αλλογενησ, απεριτμητοσ στην καρδια, και απεριτμητοσ στη σαρκα, δεν θα μπαινει μεσα στο αγιαστηριο μου, απο ολουσ τουσ αλλογενεισ αναμεσα στον οικο ισραηλ· αλλα, οι λευιτεσ, που αποστατησαν απο μενα, οταν ο ισραηλ βρισκοταν σε αποπλανηση, καθωσ αποπλανηθηκαν απο μενα πηγαινοντασ πισω απο τα ειδωλα τουσ, και θα βασταξουν την ανομια τουσ. και θα ειναι υπηρετεσ στο αγιαστηριο μου, επιστατωντασ στισ πυλεσ του οικου, και φυλαττοντασ τον οικο· αυτοι θα σφαζουν, στον λαο, τα ολοκαυτωματα και τισ θυσιεσ, κι αυτοι θα στεκονται μπροστα τουσ για να τουσ υπηρετουν. επειδη, τουσ υπηρετουσαν μπροστα στα ειδωλα τουσ, και ησαν προσκομμα ανομιασ στον οικο ισραηλ· γι' αυτο, εγω υψωσα το χερι μου εναντιον τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, και θα βασταξουν την ανομια τουσ. και δεν θα με πλησιαζουν για να ιερατευουν σε μενα, και δεν θα πλησιαζουν σε κανενα απο τα αγια μου, και στα αγια των αγιων· αλλα, θα βασταζουν τη ντροπη τουσ, και τα βδελυγματα τουσ, που επραξαν. και θα τουσ κανω φυλακεσ τησ βαρδιασ του οικου, για ολη την υπηρεσια του, και για ολα οσα θα γινονται μεσα σ' αυτον. οι δε ιερεισ και οι λευιτεσ, οι γιοι του σαδωκ, αυτοι που φυλαξαν τη βαρδια του αγιαστηριου μου, οταν οι γιοι ισραηλ αποπλανιονταν απο μενα, αυτοι θα με πλησιαζουν για να υπηρετουν σε μενα, και θα στεκονται μπροστα μου για να μου προσφερουν το παχοσ και το αιμα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· αυτοι θα μπαινουν μεσα στο αγιαστηριο μου, κι αυτοι θα πλησιαζουν στο τραπεζι μου, για να με υπηρετουν, και θα φυλαττουν τη βαρδια μου. και οταν μπαινουν μεσα στισ πυλεσ τησ εσωτερικησ αυλησ, θα ντυνονται ιματια λινα· και δεν θα ειναι επανω τουσ μαλλι, ενω υπηρετουν στισ πυλεσ τησ εσωτερικησ αυλησ, και στο εσωτερικο. θα εχουν λινεσ τιαρεσ επανω στα κεφαλια τουσ, και λινεσ περισκελιδεσ στισ οσφυεσ τουσ· δεν θα περιζωνονται τιποτε που να προξενει ιδρωτα. και οταν βγαινουν στην εξωτερικη αυλη, στην αυλη την εξωτερικη προσ τον λαο, θα ξεντυνονται τα ενδυματα τουσ, με τα οποια υπηρετουσαν, και θα τα βαζουν στουσ αγιουσ θαλαμουσ, και θα ντυνονται αλλα ενδυματα· και δεν θα αγιαζουν τον λαο με τα ενδυματα τουσ. και δεν θα ξυριζουν τα κεφαλια τουσ, και δεν θα αφηνουν τα μαλλια τουσ να μεγαλωνουν, μονον θα κουρευουν τα κεφαλια τουσ. και κρασι δεν θα πινει κανενασ ιερεασ, οταν μπαινει μεσα στην εσωτερικη αυλη. και δεν θα παιρνουν για γυναικα στον εαυτο τουσ χηρα η αποδιωγμενη· αλλα, θα παιρνουν παρθενα απο τον οικο ισραηλ η χηρα ιερεα, που χηρευει. και θα διδασκουν τον λαο μου τη διαφορα αναμεσα σε αγιο και βεβηλο, και θα τουσ κανουν να διακρινουν αναμεσα σε ακαθαρτο και καθαρο. και στισ αμφισβητησεισ, αυτοι θα στεκονται για να κρινουν· θα τισ κρινουν συμφωνα με τισ κρισεισ μου· και θα φυλαττουν τα νομιμα μου και τα διαταγματα μου σε ολεσ τισ γιορτεσ μου· και θα αγιαζουν τα σαββατα μου. και δεν θα μπαινουν μεσα σε νεκρον ανθρωπο για να μολυνθουν· παρα μονον για πατερα η για μητερα η για γιο η για θυγατερα η για αδελφο η για αδελφη, που δεν εχει παντρευτει, γι' αυτουσ θα μολυνονται. και αφου ο μολυσμενοσ καθαριστει, θα απαριθμουν σ' αυτον επτα ημερεσ. και κατα την ημερα που μπαινει μεσα στο αγιαστηριο, στην εσωτερικη αυλη, για να υπηρετησει στο αγιαστηριο, θα προσφερει την προσφορα του περι αμαρτιασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. κι αυτο θα ειναι σ' αυτουσ για κληρονομια· εγω ειμαι η κληρονομια τουσ· και ιδιοκτησια δεν θα τουσ δινετε μεσα στον ισραηλ· εγω ειμαι η ιδιοκτησια τουσ. θα τρωνε την προσφορα απο αλφιτα, και την προσφορα περι αμαρτιασ, και την προσφορα περι ανομιασ· και καθε αφιερωμα αναμεσα στον ισραηλ θα ειναι δικα τουσ. και ολεσ οι απαρχεσ ολων των πρωτογεννηματων, και καθε προσφορα που υψωνεται απο ολα, απο καθε ειδοσ απο τισ προσφορεσ σασ, που υψωνονται, θα ειναι των ιερεων· και θα δινετε την απαρχη τησ ζυμησ σασ στον ιερεα, για να επαναπαυεται ευλογια επανω στο σπιτι σασ. οι ιερεισ δεν θα τρωνε τιποτε θνησιμαιο η θηριαλωτο, ειτε πουλι ειτε κτηνοσ.

45

και οταν κληρωνετε τη γη για κληρονομια, θα ξεχωρισετε μια μεριδα στον κυριο, μια αγια μεριδα απο τη γη· το μακροσ θα ειναι μακροσ 25.000 καλαμια, και το πλατοσ 10.000· αυτο θα ειναι αγιο σε ολα τα ορια του, ολογυρα. απ' αυτο, θα ειναι για το αγιαστηριο 500 ωσ προσ το μακροσ, με 500 ωσ προσ το πλατοσ, τετραγωνο, ολογυρα· και 50 πηχεσ, ολογυρα, για τα προαστια του. συμφωνα, λοιπον, μ' αυτο το μετρο θα μετρησεισ μακροσ 25.000, και πλατοσ 10.000· και μεσα σ' αυτο θα ειναι το αγιαστηριο, το αγιο των αγιων. αυτο θα ειναι απο τη γη, αγια μεριδα για τουσ ιερεισ, που υπηρετουν στο αγιαστηριο, αυτουσ που πλησιαζουν για να υπηρετουν στον κυριο· και θα ειναι γι' αυτουσ τοποσ για σπιτια, και αγιοσ τοποσ για το αγιαστηριο. και 25.000 μακροσ, και 10.000 πλατοσ, θα εχουν οι λευιτεσ για τον εαυτο τουσ, οι υπηρετεσ του οικου, για ιδιοκτησια μαζι με 20 θαλαμουσ. και θα δωσετε για ιδιοκτησια τησ πολησ 5.000 πλατοσ, και 25.000 μακροσ, κοντα στην αγια μεριδα· αυτο θα ειναι για ολοκληρο τον οικο ισραηλ. και για τον αρχοντα θα υπαρχει μεριδα, απο εδω και απο εκει απο την αγια μεριδα, και την ιδιοκτησια τησ πολησ, μπροστα απο την αγια μεριδα, και μπροστα απο την ιδιοκτησια τησ πολησ, απο το δυτικο προσ δυσμασ, και απο το ανατολικο προσ ανατολασ· και το μακροσ θα ειναι κοντα σε καθε μια απο τισ μεριδεσ, απο το δυτικο οριο προσ το ανατολικο οριο. σε γη θα ειναι γι' αυτον η ιδιοκτησια, μεσα στον ισραηλ· και οι αρχοντεσ μου δεν θα καταθλιβουν πλεον τον λαο μου· και θα δωσουν το υπολοιπο τησ γησ στον οικο ισραηλ, συμφωνα με τισ φυλεσ τουσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αρκει σε σασ, αρχοντεσ του ισραηλ· απομακρυνετε τη βια και την αρπαγη, και καντε κριση και δικαιοσυνη· σηκωστε τισ καταδυναστειεσ σασ απο τον λαο μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. δικαιη πλαστιγγα θα εχετε, και δικαιο εφα, και δικαιο βαθ. το εφα και το βαθ θα ειναι του ιδιου μετρου, ωστε το βαθ να περιλαμβανει το ενα δεκατο του χομορ, και το εφα το ενα δεκατο του χομορ· το μετρο του θα ειναι συμφωνα με το χομορ. και ο σικλοσ θα ειναι 20 γερα· 20 σικλοι, 25 σικλοι, 15 σικλοι, θα ειναι η μνα σασ. η προσφορα που υψωνεται, που θα προσφερετε, ειναι η εξησ: το ενα εκτο του εφα απο ενα χομορ σιταριου· και θα δινετε το ενα εκτο του εφα απο ενα χομορ κριθαριου. και για το διαταγμα του λαδιου, απο ενα βαθ λαδιου, θα προσφερετε το ενα δεκατο του βαθ για ενα κορ, που ειναι ενα χομορ απο δεκα βαθ· επειδη, δεκα βαθ ειναι ενα χομορ. και απο το κοπαδι ενα προβατο απο τα 200, απο τισ παχιεσ βοσκεσ του ισραηλ, για προσφορα απο αλφιτα, και για ολοκαυτωμα, και για ειρηνικεσ προσφορεσ, για να κανει εξιλεωση γι' αυτουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. ολοκληροσ ο λαοσ τησ γησ θα δινει στον αρχοντα μεσα στον ισραηλ αυτη την προσφορα που υψωνεται. και στον αρχοντα ανηκει να δινει τα ολοκαυτωματα, και τισ προσφορεσ απο αλφιτα, και τισ σπονδεσ, στισ γιορτεσ, και στισ νεομηνιεσ, και στα σαββατα, σε ολεσ τισ πανηγυρεισ του οικου ισραηλ· αυτοσ θα ετοιμαζει την προσφορα περι αμαρτιασ, και την προσφορα απο αλφιτα, και το ολοκαυτωμα, και τισ ειρηνικεσ προσφορεσ, για να κανει εξιλεωση για τον οικο ισραηλ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: κατα τον πρωτο μηνα, την πρωτη ημερα του μηνα, θα παιρνεισ ενα μοσχαρι βοδιου αμωμο, και θα καθαριζεισ το αγιαστηριο· και ο ιερεασ θα παιρνει απο το αιμα τησ προσφορασ περι αμαρτιασ, και θα βαζει επανω στουσ παραστατεσ του οικου, και επανω στισ τεσσερισ γωνιεσ του χειλουσ του θυσιαστηριου, και επανω στουσ παραστατεσ τησ πυλησ τησ εσωτερικησ αυλησ. και ετσι θα κανεισ την εβδομη ημερα του μηνα για καθε εναν, που αμαρτανει απο αγνοια, και για τον απλο· ετσι θα κανετε εξιλεωση για τον οικο. κατα τον πρωτο μηνα, τη 14η ημερα του μηνα, θα ειναι σε σασ το πασχα, γιορτη επτα ημερων· θα τρωτε αζυμα. και κατα την ημερα εκεινη ο αρχοντασ θα ετοιμαζει για τον εαυτο του, και για ολοκληρο τον λαο τησ γησ, ενα μοσχαρι για προσφορα περι αμαρτιασ. και κατα τισ επτα ημερεσ τησ γιορτησ θα κανει ολοκαυτωμα στον κυριο, επτα μοσχαρια, και επτα κριαρια αμωμα καθε ημερα κατα τισ επτα ημερεσ· και εναν τραγο απο κατσικεσ καθε ημερα για προσφορα περι αμαρτιασ. και θα ετοιμαζει προσφορα απο αλφιτα ενα εφα για το μοσχαρι, και ενα εφα για το κριαρι, και ενα ιν λαδιου στο εφα. κατα τον εβδομο μηνα, την 15η ημερα του μηνα, θα κανει κατα τη γιορτη συμφωνα μ' αυτα επτα ημερεσ, συμφωνα με την προσφορα περι αμαρτιασ, συμφωνα με τα ολοκαυτωματα, και συμφωνα με την προσφορα απο αλφιτα, και συμφωνα με το λαδι.

46

ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: η πυλη τησ εσωτερικησ αυλησ, που βλεπει προσ τα ανατολικα, θα ειναι κλεισμενη τισ εξι εργασιμεσ ημερεσ· και την ημερα του σαββατου θα ανοιγεται, και την ημερα τησ νεομηνιασ θα ανοιγεται. και ο αρχοντασ θα μπει μεσα απο τον δρομο τησ στοασ τησ πυλησ, που ειναι απεξω, και θα στεκεται κοντα στον παραστατη τησ πυλησ, και οι ιερεισ θα ετοιμαζουν το ολοκαυτωμα του, και τισ ειρηνικεσ προσφορεσ του, κι αυτοσ θα προσκυνησει στο κατωφλι τησ πυλησ· τοτε, θα βγει εξω· η πυλη, ομωσ, δεν θα κλεισει μεχρι την εσπερα. παρομοια, ο λαοσ τησ γησ θα προσκυναει στην εισοδο αυτησ τησ πυλησ μπροστα στον κυριο, κατα τα σαββατα και κατα τισ νεομηνιεσ. το δε ολοκαυτωμα, που ο αρχοντασ θα προσφερει στον κυριο την ημερα του σαββατου, θα ειναι εξι αμωμα αρνια, και ενα αμωμο κριαρι. και η προσφορα απο αλφιτα θα ειναι ενα εφα για ενα κριαρι· η δε προσφορα απο αλφιτα για τα αρνια, οσο εχει προαιρεση να δωσει· και ενα ιν λαδι για ενα εφα. και την ημερα τησ νεομηνιασ θα ειναι ενα μοσχαρι βοδιου αμωμο, και εξι αρνια, και ενα κριαρι· θα ειναι αμωμα. και θα ετοιμαζει προσφορα απο αλφιτα, ενα εφα για το μοσχαρι, και ενα εφα για το κριαρι· και για τα αρνια, οσο ειναι ικανο το χερι του· και ενα ιν λαδι για ενα εφα. και οταν μπαινει μεσα ο αρχοντασ, θα μπαινει μεσα απο τον δρομο τησ στοασ αυτησ τησ πυλησ, και θα βγαινει εξω απο τον δρομο τησ ιδιασ. οταν, ομωσ, ο λαοσ τησ γησ ερχεται μπροστα στον κυριο κατα τισ επισημεσ γιορτεσ, αυτοσ που μπαινει μεσα για να προσκυνησει απο τον δρομο τησ βορινησ πυλησ, θα βγαινει εξω απο τον δρομο τησ νοτιασ πυλησ· και εκεινοσ που μπαινει μεσα απο τον δρομο τησ νοτιασ πυλησ, θα βγαινει εξω απο τον δρομο τησ βορινησ πυλησ· δεν θα επιστρεφει απο τον δρομο τησ πυλησ απο τον οποιο μπηκε μεσα, αλλα θα βγαινει εξω απο τον απεναντι. και ο αρχοντασ θα μπαινει μεσα αναμεσα σ' αυτουσ που μπαινουν μεσα· και ενω αυτοι θα βγαινουν εξω, θα βγαινει εξω. και στισ γιορτεσ και τα πανηγυρια η προσφορα απο αλφιτα θα ειναι ενα εφα για το μοσχαρι, και ενα εφα για το κριαρι· ενω για τα αρνια θα δωσει οσο εχει προαιρεση· και ενα ιν για ενα εφα. και οταν ο αρχοντασ ετοιμαζει ενα αυτοπροαιρετο ολοκαυτωμα η αυτοπροαιρετεσ ειρηνικεσ προσφορεσ στον κυριο, τοτε θα του ανοιγουν την πυλη, που βλεπει προσ τα ανατολικα, και θα ετοιμαζει το ολοκαυτωμα του και τισ ειρηνικεσ προσφορεσ του, που κανει κατα την ημερα του σαββατου· τοτε, θα βγαινει εξω, και μετα την εξοδο του θα κλεινουν την πυλη. και θα ετοιμαζεισ καθημερινα ολοκαυτωμα στον κυριο απο ενα χρονιαρικο αμωμο αρνι· θα το ετοιμαζεισ καθε πρωινο. και θα ετοιμαζεισ γι' αυτο προσφορα απο αλφιτα καθε πρωινο, το ενα εκτο του εφα, και λαδι το ενα τριτο του ιν, για να το ανακατευεισ με σιμιγδαλι· προσφορα απο αλφιτα στον κυριο παντοτινα, συμφωνα με αιωνιο προσταγμα. και θα ετοιμαζουν το αρνι, και την προσφορα απο αλφιτα, και το λαδι, καθε πρωινο, ολοκαυτωμα παντοτινο. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αν ο αρχοντασ δωσει δωρο σε καποιον απο τουσ γιουσ του, αυτο θα ειναι κληρονομια του· ειναι των γιων του· θα ειναι ιδιοκτησια τουσ μεσα σε κληρονομια. αλλα, αν δωσει δωρο απο την κληρονομια του σε καποιον απο τουσ δουλουσ του, τοτε θα ειναι δικο του μεχρι τον χρονο τησ αφεσησ· υστερα απ' αυτο, θα επιστρεφει στον αρχοντα· επειδη, η κληρονομια του ειναι των γιων του· δικη τουσ θα ειναι. και ο αρχοντασ δεν θα παιρνει απο την κληρονομια του λαου, βγαζοντασ τουσ εξω απο την ιδιοκτησια τουσ με καταδυναστεια· απο την ιδιοκτησια του θα κληροδοτησει τουσ γιουσ του, για να μη διασκορπιζεται ο λαοσ μου· καθε ενασ απο την ιδιοκτησια του. επειτα, με εφερε διαμεσου τησ εισοδου, που ειναι στα πλαγια τησ πυλησ, προσ τουσ αγιουσ θαλαμουσ των ιερεων, που βλεπουν προσ τον βορρα· και να, εκει υπηρχε ενασ τοποσ στο εσωτερικο προσ τα δυτικα. και μου ειπε: αυτοσ ειναι ο τοποσ, που οι ιερεισ θα βραζουν την προσφορα περι ανομιασ, και την προσφορα περι αμαρτιασ, οπου θα ψηνουν την προσφορα απο αλφιτα, για να μη τα φερνουν εξω, στην εξωτερικη αυλη, για να αγιασουν τον λαο. και με εβγαλε εξω στην εξωτερικη αυλη, και με περιεφερε στισ τεσσερισ γωνιεσ τησ αυλησ· και να, υπηρχε μια αυλη σε καθε γωνια τησ αυλησ. στισ τεσσερισ γωνιεσ τησ αυλησ υπηρχαν ενωμενεσ αυλεσ, απο 40 πηχεσ το μακροσ, και απο 30 πηχεσ το πλατοσ· οι τεσσερισ αυτεσ γωνιεσ ησαν του ιδιου μετρου. και υπηρχε ολογυρα τουσ μια σειρα απο οικοδομεσ, ολογυρα απ' αυτεσ τισ τεσσερισ· και υπηρχαν μαγειρεια κατασκευασμενα απο κατω απο τισ σειρεσ, ολογυρα. και μου ειπε: αυτα ειναι τα οικηματα των μαγειρων, οπου οι υπηρετεσ του οικου θα βραζουν τισ θυσιεσ του λαου.

47

και με επεστρεψε στη θυρα του οικου· και ξαφνου, νερα, που εβγαιναν κατω απο το κατωφλι του οικου προσ τα ανατολικα· επειδη, το μετωπο του οικου ηταν προσ τα ανατολικα, και τα νερα κατεβαιναν απο κατω απο το δεξι πλαγιο του οικου, προσ το νοτιο μεροσ του θυσιαστηριου. και με εβγαλε εξω διαμεσου του δρομου τησ πυλησ, που ειναι προσ βορραν, και με εφερε ολογυρα, διαμεσου του δρομου, που ειναι απεξω προσ την εξωτερικη πυλη, διαμεσου του δρομου, που βλεπει προσ τα ανατολικα· και ξαφνου, τα νερα ερρεαν απο το δεξι πλαγιο. και ο ανθρωποσ, που ειχε το μετρο στο χερι του, αφου βγηκε εξω προσ τα ανατολικα, μετρησε 1.000 πηχεσ, και με διαπερασε μεσα απο τα νερα· τα νερα ησαν μεχρι τουσ αστραγαλουσ. και μετρησε 1.000, και με διαπερασε μεσα απο τα νερα· τα νερα ησαν μεχρι τα γονατα. παλι μετρησε 1.000, και με διαπερασε· τα νερα ησαν μεχρι την οσφυ. επειτα, μετρησε 1.000· και ηταν ποταμοσ, τον οποιο δεν μπορουσα να διαβω· επειδη, τα νερα ησαν υψωμενα, νερα για κολυμπι, ποταμοσ αδιαβατοσ. και μου ειπε: ειδεσ, γιε ανθρωπου; τοτε, με εφερε, και με επεστρεψε στην οχθη του ποταμου. και οταν επεστρεψα, ξαφνου, στην οχθη του ποταμου υπηρχαν δεντρα πολλα, σε υπερβολικο βαθμο, και απο εδωκαι απο εκει. και μου ειπε: αυτα τα νερα βγαινουν προσ την ανατολικη γη, και κατεβαινουν προσ την πεδινη, και μπαινουν μεσα στη θαλασσα· και οταν εκχυθουν στη θαλασσα, τα νερα τησ θα γιατρευτουν. και καθε εμψυχο που ερπει, σε οσα μερη ερθουν αυτοι οι ποταμοι, θα ζει· και θα υπαρχει εκει ενα υπερβολικα μεγαλο πληθοσ απο ψαρια, δεδομενου οτι, ερχονται εκει αυτα τα νερα· επειδη, θα γιατρευτουν· και οπου ερχεται ο ποταμοσ, ολα θα ζουν. και θα στεκονται σ' αυτην οι ψαραδεσ απο την εν-γαδδι μεχρι την εν-εγλαιμ· εκει θα απλωνουν τα διχτυα· τα ψαρια τουσ θα ειναι συμφωνα με τα ειδη τουσ, οπωσ τα ψαρια τησ μεγαλησ θαλασσασ, υπερβολικα πολλα. οι ελωδεισ τοποι τησ, ομωσ, και οι βαλτωδεισ δεν θα γιατρευτουν· θα ειναι διορισμενοι για αλατι. και κοντα στον ποταμο, επανω στην οχθη του, απο εδω και απο εκει, θα μεγαλωνουν δεντρα καθε ειδουσ, για τροφη, που τα φυλλα τουσ δεν θα μαραινονται, και ο καρποσ τουσ δεν θα εκλειψει· νεοσ καρποσ θα γεννιεται σε καθε εναν μηνα, επειδη, τα νερα του βγαινουν απο το αγιαστηριο· και ο καρποσ τουσ θα ειναι για τροφη, και το φυλλο τουσ για γιατρεια. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: αυτα θα ειναι τα ορια, με τα οποια θα κληρονομησετε τη γη, συμφωνα με τισ 12 φυλεσ του ισραηλ· ο ιωσηφ θα εχει 2 μεριδεσ. και εσεισ θα την κληρονομησετε, καθε ενασ οπωσ ο αδελφοσ του· για την οποια υψωσα το χερι μου οτι θα τη δωσω στουσ πατερεσ σασ· κι αυτη η γη θα κληρωθει σε σασ για κληρονομια. και τουτο θα ειναι το οριο τησ γησ προσ το βορινο πλαγιο, απο τη μεγαλη θαλασσα, προσ τον δρομο τησ εθλων, οπωσ καποιοσ πηγαινει προσ τη σεδαδ, την αιμαθ, τη βηρωθα, τη σιβραιμ, που ειναι αναμεσα στο οριο τησ δαμασκου και στο οριο τησ αιμαθ, ασαρ-αττιχων, που ειναι κοντα στα ορια τησ αυραν. και το οριο απο τη θαλασσα θα ειναι η ασαρ-εναν, το οριο τησ δαμασκου, και το βορινο, που ειναι προσ βορραν· και το οριο τησ αιμαθ. και τουτο ειναι το βορινο πλευρο. και θα μετρησετε το ανατολικο πλευρο απο την αυραν, και απο τη δαμασκο, και απο τη γαλααδ, και απο τη γη του ισραηλ προσ τον ιορδανη, απο το οριο που ειναι προσ την ανατολικη θαλασσα. κι αυτο ειναι η ανατολικη πλευρα. και η μεσημβρινη πλευρα προσ τον νοτο, απο τη θαμαρ μεχρι τα νερα τησ μεριβα καδησ, κατα την εκταση του χειμαρρου, μεχρι τη μεγαλη θαλασσα. και τουτο ειναι η νοτια πλευρα προσ το μεσημβρινο. και η δυτικη πλευρα θα ειναι η μεγαλη θαλασσα απο το οριο, μεχρισ οτου ερθει καποιοσ απεναντι απο την αιμαθ. αυτο ειναι η δυτικη πλευρα. ετσι θα διαιρεσετε αυτη τη γη αναμεσα σασ συμφωνα με τισ φυλεσ του ισραηλ. και θα την κληρωσετε στον εαυτο σασ για κληρονομια, μαζι με τουσ ξενουσ, που παροικουν αναμεσα σασ, οσοι γεννησουν γιουσ αναμεσα σασ· και θα ειναι σε σασ ωσ αυτοχθονεσ αναμεσα στουσ γιουσ ισραηλ· και θα εχουν κληρονομια μαζι σασ, αναμεσα στισ φυλεσ του ισραηλ. και σε οποια φυλη παροικει ο ξενοσ, εκει θα του δωσετε την κληρονομια του, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ.

48

αυτα ειναι τα ονοματα των φυλων: απο το βορινο ακρο, κατα τον δρομο τησ εθλων, καθωσ πηγαινει καποιοσ στην αιμαθ, την ασαρ-εναν, το οριο τησ δαμασκου προσ τον βορρα, προσ το μεροσ τησ αιμαθ· κι αυτα ειναι: η ανατολικη του πλευρα, και η δυτικη· του δαν, ενα μεριδιο. και κοντα στο οριο του δαν, απο την ανατολικη πλευρα μεχρι τη δυτικη πλευρα, του ασηρ, ενα. και κοντα στο οριο του ασηρ, απο την ανατολικη πλευρα μεχρι τη δυτικη πευρα, του νεφθαλι, ενα. και κοντα στο οριο του νεφθαλι, απο την ανατολικη μεχρι τη δυτικη πλευρα, του μανασση, ενα. και κοντα στο οριο του μανασση, απο την ανατολικη μεχρι τη δυτικη πλευρα, του εφραιμ, ενα. και κοντα στο οριο του εφραιμ, απο την ανατολικη μεχρι τη δυτικη πλευρα, του ρουβην, ενα. και κοντα στο οριο του ρουβην, απο την ανατολικη μεχρι τη δυτικη πλευρα, του ιηhυδα, ενα. και κοντα στο οριο του ιηhυδα, απο την ανατολικη πλευρα μεχρι τη δυτικη πλευρα θα ειναι το μεριδιο, που θα αφιερωσετε απο 25.000 καλαμια σε πλατοσ, και κατα μακροσ οπωσ ενα απο τα αλλα μεριδια, απο την ανατολικη πλευρα μεχρι τη δυτικη· και το αγιαστηριο θα ειναι στο μεσον του. η μεριδα, που θα αφιερωσετε στον κυριο, θα ειναι απο 25.000 κατα μακροσ, και 10.000 κατα πλατοσ. και γι' αυτουσ, τουσ ιερεισ, αυτη θα ειναι αγια μεριδα, προσ τα βορεια 25.000 κατα μακροσ, και προσ τα δυτικα 10.000 κατα πλατοσ, και προσ τα ανατολικα 10.000 κατα πλατοσ, και προσ τα νοτια 25.000 κατα μακροσ· και το αγιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι στο μεσον του. αυτη θα ειναι για τουσ ιερεισ, που καθιερωθηκαν απο τουσ γιουσ του σαδωκ, που φυλαξαν τη βαρδια μου, που δεν αποπλανηθηκαν στην αποπλανηση των γιων ισραηλ, οπωσ αποπλανηθηκαν οι λευιτεσ. κι αυτη η μεριδα τησ γησ, που αφιερωθηκε· θα ειναι σ' αυτουσ αγιοτατη, κοντα στο οριο των λευιτων. και κοντα στο οριο των ιερεων, οι λευιτεσ θα εχουν 25.000 κατα μακροσ, και 10.000 κατα πλατοσ· ολο το μακροσ θα ειναι25.000, και το πλατοσ 10.000. και απ' αυτο δεν θα πουλησουν ουτε θα αλλαξουν ουτε θα απαλλοτριωσουν τα πρωτογεννηματα τησ γησ· επειδη, ειναι αγιο στον κυριο. και οι 5.000, που περισσευουν στο πλατοσ απεναντι στισ 25.000, θα ειναι βεβηλοσ τοποσ για την πολη, για κατοικηση, και για προαστια· και η πολη θα ειναι στο κεντρο του. κι αυτα θα ειναι τα μετρα τησ: η βορινη πλευρα 4.500, και η μεσημβρινη πλευρα 4.500, και κατα την ανατολικη πλευρα 4.500, και τη δυτικη πλευρα 4.500. και τα προαστια τησ πολησ θα ειναι προσ τον βορρα 250, και προσ τον νοτο 250, και προσ την ανατολη 250, και προσ τη δυση 250. και το υπολοιπο κατα μακροσ, που συνορευει με την αγια μεριδα, 10.000 προσ τα ανατολικα, και 10.000 προσ τα δυτικα· και θα συνορευει με την αγια μεριδα· και τα γεννηματα του θα ειναι για τροφη εκεινων που υπηρετουν την πολη. κι αυτοι που υπηρετουν την πολη θα την υπηρετουν απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ. ολοκληρο το αφιερωμα θα ειναι 25.000 με 25.000· τετραγωνη θα αφιερωσετε την αγια μεριδα, μαζι με την ιδιοκτησια τησ πολησ. και το υπολοιπο θα ειναι για τον αρχοντα, απο εδω και απο εκει, απο την αγια μεριδα, και την ιδιοκτησια τησ πολησ, απεναντι στισ 25.000 του αφιερωματοσ προσ το ανατολικο οριο, και προσ τη δυση απεναντι απο τισ 25.000 προσ το δυτικο οριο, κοντα στισ μεριδεσ του αρχοντα. ετσι θα ειναι η αγια μεριδα· και το αγιαστηριο του οικου στο μεσον του. και απο την ιδιοκτησια των λευιτων, και απο την ιδιοκτησια τησ πολησ, που ειναι στο μεσον εκεινου που ανηκει στον αρχοντα, αναμεσα στο οριο του ιηhυδα, και στο οριο του βενιαμιν, αυτο θα ειναι του αρχοντα. και για το υπολοιπο των φυλων, απο την ανατολικη πλευρα μεχρι τη δυτικη πλευρα, του βενιαμιν, ενα μεριδιο. και κοντα στο οριο του βενιαμιν, απο την ανατολικη πλευρα μεχρι τη δυτικη πλευρα, του συμεων, ενα. και κοντα στο οριο του συμεων, απο την ανατολικη πλευρα μεχρι τη δυτικη πλευρα, του ισσαχαρ, ενα. και κοντα στο οριο του ισσαχαρ, απο την ανατολικη πλευρα μεχρι τη δυτικη πλευρα, του ζαβουλων, ενα. και κοντα στο οριο του ζαβουλων, απο την ανατολικη πλευρα μεχρι τη δυτικη πλευρα, του γαδ, ενα. και κοντα στο οριο του γαδ, κατα τη μεσημβρινη πλευρα προσ τον νοτο, το οριο θα ειναι απο τη θαμαρ μεχρι τα νερα τησ μεριβα καδησ, προσ τον χειμαρρο μεχρι τη μεγαλη θαλασσα. αυτη ειναι η γη, που θα κληρωσετε στισ φυλεσ του ισραηλ για κληρονομια, κι αυτεσ ειναι οι μεριδεσ τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. κι αυτη ειναι η εκταση τησ πολησ, που ειναι προσ τον βορρα, 4.500 μετρα. και οι πυλεσ τησ πολησ θα ειναι συμφωνα με τα ονοματα των φυλων του ισραηλ: τρεισ πυλεσ προσ τον βορρα· η πυλη του ρουβην μια, η πυλη του ιηhυδα μια, η πυλη του λευι μια. και κατα το ανατολικο μεροσ, 4.500 μετρα· και τρεισ πυλεσ· και η πυλη του ιωσηφ μια, η πυλη του βενιαμιν μια, η πυλη του δαν μια. και κατα τη μεσημβρινη πλευρα, 4.500 μετρα· και τρεισ πυλεσ· η πυλη του συμεων μια, η πυλη του ισσαχαρ μια, η πυλη του ζαβουλων μια. κατα τη δυτικη πλευρα, 4.500 μετρα· οι πυλεσ τουσ τρεισ· η πυλη του γαδ μια, η πυλη του ασηρ μια, η πυλη του νεφθαλι μια. η περιφερεια ηταν 18.000 μετρα. και το ονομα τησ πολησ απο εκεινη την ημερα θα ειναι: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι εκει.

ωσηε

1

ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εγινε προσ τον ωσηε, τον γιο του βεηρι, κατα τισ ημερεσ του οζια, του ιωαθαμ, του αχαζ, και του εζεκια, βασιλιαδων του ιηhυδα, και κατα τισ ημερεσ του ιεροβοαμ, γιου του ιωασ, βασιλια του ισραηλ. η αρχη του λογου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαμεσου του ωσηε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον ωσηε: πηγαινε, παρε για τον εαυτο σου μια γυναικα πορνειασ, και παιδια πορνειασ· επειδη, η γη καταπορνευσε, και ξεκλινε απο το να ακολουθει τον κυριο. και πηγε και πηρε τη γομερ, τη θυγατερα του δεβηλαιμ· και συνελαβε, και γεννησε σ' αυτον εναν γιο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: αποκαλεσε το ονομα του ιεζραελ· επειδη, ακομα λιγο, και θα εκδικησω το αιμα του ιεζραελ επανω στον οικο του ιηου, και θα καταπαυσω τη βασιλεια του οικου ισραηλ. και κατα την ημερα εκεινη θα συντριψω το τοξο του ισραηλ στην κοιλαδα του ιεζραελ. και συνελαβε ακομα, και γεννησε μια θυγατερα. και του ειπε: αποκαλεσε το ονομα τησ λο-ρουχαμμα· επειδη, δεν θα ελεησω πλεον τον οικο ισραηλ, αλλα θα τουσ σηκωσω ολοκληρωτικα. ομωσ, τον οικο ιηhυδα θα τον ελεησω, και θα τουσ σωσω διαμεσου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου τουσ, και δεν θα τουσ σωσω με τοξο ουτε με ρομφαια ουτε με πολεμο, με αλογα ουτε με καβαλαρηδεσ. και αφου απογαλακτισε την λο-ρουχαμμα, συνελαβε και γεννησε εναν γιο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: αποκαλεσε το ονομα του λο-αμμι· επειδη, δεν ειστε λαοσ μου, και εγω δεν θα ειμαι δικοσ σασ. ομωσ, ο αριθμοσ των γιων ισραηλ θα ειναι σαν την αμμο τησ θαλασσασ, που δεν μπορει να μετρηθει ουτε να απαριθμηθει· και στον τοπο οπου ειπωθηκε σ' αυτουσ: δεν ειστε λαοσ μου, εκει θα ειπωθει σ' αυτουσ: γιοι του ζωντανου θεου. τοτε, θα συγκεντρωθουν μαζι οι γιοι ιηhυδα, και οι γιοι ισραηλ, και θα κανουν για τον εαυτο τουσ εναν αρχηγο, και θα ανεβουν απο τη γη· επειδη, η ημερα του ιεζραελ θα ειναι μεγαλη.

2

πειτε στουσ αδελφουσ σασ: αμμι· και στισ αδελφεσ σασ: ρουχαμμα. κριθειτε με τη μητερα σασ, κριθειτε· επειδη, αυτη δεν ειναι γυναικα μου, και εγω δεν ειμαι ανδρασ τησ· ασ αφαιρεσει, λοιπον, τισ πορνειεσ τησ απο μπροστα τησ, και τισ μοιχειεσ τησ αναμεσα απο τουσ μαστουσ τησ· μηπωσ και, αφου την ξεντυσω, την ξεγυμνωσω, και την αποκαταστησω, οπωσ κατα την ημερα τησ γεννησησ τησ, και τη θεσω σαν ερημο, και την κανω σαν ανυδρη γη, και τη θανατωσω με διψα. και δεν θα ελεησω τα παιδια τησ· για τον λογο οτι, ειναι παιδια απο πορνεια. επειδη, η μητερα τουσ πορνευσε· αυτη που τα συνελαβε επραξε ντροπη· δεδομενου οτι, ειπε: θα παω πισω απο τουσ εραστεσ μου, που μου δινουν το ψωμι μου και το νερο μου, το μαλλι μου και το λιναρι μου, το λαδι μου και τα ποτα μου. γι' αυτο, δεσ, εγω θα φραξω τον δρομο σου με αγκαθια, και θα οικοδομησω εναν φραγμο, για να μη βρει τουσ δρομουσ τησ. και θα τρεξει πισω απο τουσ εραστεσ τησ, και δεν θα τουσ φτασει· θα τουσ αναζητησει, και δεν θα τουσ βρει· τοτε, θα πει: θα παω, και θα επιστρεψω στον πρωτο μου ανδρα· επειδη, τοτε ηταν σε μενα καλυτερα, παρα τωρα. κι αυτη δεν γνωριζε οτι εγω τησ ειχα δωσει το σιταρι, και το κρασι, και το λαδι, και ειχα πληθυνει σ' αυτη το ασημι, και το χρυσαφι, με τα οποια κατασκευασαν τον βααλ. γι' αυτο, θα επιστρεψω, και θα παρω το σιταρι μου στον καιρο του, και το κρασι μου στον διορισμενο καιρο του, και θα αφαιρεσω το μαλλι μου, και το λιναρι μου, που ειχε για να σκεπαζει τη γυμνια τησ. και τωρα, θα αποκαλυψω την ακαθαρσια τησ μπροστα στουσ εραστεσ τησ, και κανενασ δεν θα τη λυτρωσει απο το χερι μου. και θα καταπαυσω καθε ευφροσυνη τησ, τισ γιορτεσ τησ, τισ νεομηνιεσ τησ, και τα σαββατα τησ, και ολα τα πανηγυρια τησ. και θα αφανισω τισ αμπελουσ τησ, και τισ συκιεσ τησ, για τισ οποιεσ ειπε: αυτα ειναι μισθωματα μου, που μου εδωσαν οι εραστεσ μου· και θα τισ κανω δασοσ, και τα θηρια του χωραφιου θα τισ κατατρωνε. και θα επισκεφθω εναντιον τησ τισ ημερεσ των βααλειμ, κατα τισ οποιεσ θυμιαζε σ' αυτουσ, και στολιζοταν με τα σκουλαρικια τησ και τα περιδεραια τησ, και πορευοταν πισω απο τουσ εραστεσ τησ, εμενα ομωσ με λησμονησε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. γι' αυτο, δεσ, εγω θα την προσελκυσω και θα τη συρω στην ερημο, και θα μιλησω συμφωνα με την καρδια τησ. και απο εκει θα τησ δωσω τουσ αμπελωνεσ τησ, και την κοιλαδα του αχωρ για θυρα ελπιδασ· και εκει θα ψαλλει, οπωσ κατα τισ ημερεσ τησ νιοτησ τησ, και οπωσ κατα την ημερα τησ αναβασησ τησ απο την αιγυπτο. και κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα με αποκαλεσεισ: ο ανδρασ μου· και δεν θα με αποκαλεσεισ πλεον: ο βααλ μου· επειδη, θα αφαιρεσω τα ονοματα των βααλειμ απο το στομα τησ, και δεν θα αναφερονται πλεον τα ονοματα τουσ. και κατα την ημερα εκεινη θα κανω διαθηκη υπερ αυτων προσ τα θηρια του χωραφιου, και προσ τα πουλια του ουρανου, και τα ερπετα τησ γησ· και τοξο, και ρομφαια, και πολεμο θα συντριψω απο τη γη, και θα τουσ κατοικισω με ασφαλεια. και θα σε μνηστευθω στον εαυτο μου στον αιωνα· και θα σε μνηστευθω στον εαυτο μου με δικαιοσυνη, και με κριση, και με ελεοσ, και με οικτιρμουσ· και θα σε μνηστευθω στον εαυτο μου με πιστη· και θα γνωρισεισ τον κυριο. και κατα την ημερα εκεινη, θα απαντησω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα απαντησω στουσ ουρανουσ, κι αυτοι θα απαντησουν στη γη· και η γη θα απαντησει προσ το σιταρι, και το κρασι, και το λαδι· κι αυτα θα απαντησουν προσ τον ιεζραελ. και θα τη σπειρω για τον εαυτο μου επανω στη γη· και θα ελεησω την οχι ελεημενη· και θα πω προσ τον οχι λαο μου: εισαι λαοσ μου· κι αυτοι θα πουν: εισαι θεοσ μου.

3

και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: πηγαινε, ακομα, αγαπησε μια γυναικα, που, παρολο οτι αγαπιεται απο τον φιλο τησ, ειναι μοιχαλιδα, συμφωνα με την αγαπη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ τουσ γιουσ ισραηλ, οι οποιοι ομωσ κοιταζουν σε ξενουσ θεουσ, και αγαπουν μια φιαλη κρασι. και τη μισθωσα στον εαυτο μου για 15 αργυρια, και ενα χομορ κριθαρι, και μισο χομορ κριθαρι. και τησ ειπα: καθησε για μενα πολλεσ ημερεσ· δεν θα πορνευσεισ, και δεν θα εισαι για αλλον· και εγω το ιδιο, θα ειμαι για σενα. επειδη, οι γιοι ισραηλ θα καθησουν πολλεσ ημερεσ χωρισ βασιλια, και χωρισ αρχοντα, και χωρισ θυσια, και χωρισ στηλη, και χωρισ εφοδ και θεραφειμ. και υστερα απ' αυτα οι γιοι του ισραηλ θα επιστρεψουν, και θα ζητησουν τον κυριο τον θεο τουσ, και τον δαβιδ τον βασιλια τουσ· και θα φοβουνται τον κυριο και την αγαθοτητα του στισ εσχατεσ ημερεσ.

4

ακουστε τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γιοι ισραηλ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εχει κριση με τουσ κατοικουσ τησ γησ, επειδη δεν υπαρχει αληθεια ουτε ελεοσ ουτε γνωση του θεου επανω στη γη. επιορκια, και ψεμα, και φονοσ, και κλοπη, και μοιχεια πλημμυρισαν, και αιματα αγγιζουν επανω σε αιματα. γι' αυτο, η γη θα πενθησει, και καθε ενασ που κατοικει σ' αυτη θα λιποψυχησει, μαζι με τα θηρια του χωραφιου, και μαζι με τα πουλια του ουρανου· ακομα και τα ψαρια τησ θαλασσασ θα εκλειψουν. ομωσ, ασ μη αντιλεγει κανενασ ουτε ασ ελεγχει τον αλλον· επειδη, ο λαοσ σου ειναι οπωσ αυτοι που αντιλεγουν στον ιερεα. γι' αυτο, θα γλιστρησεισ την ημερα, και μαζι σου θα γλιστρησει και ο προφητησ τη νυχτα, και θα αφανισω τη μητερα σου. ο λαοσ μου αφανιστηκε για ελλειψη γνωσησ· επειδη, εσυ απερριψεσ τη γνωση, και εγω απερριψα εσενα, απο το να ιερατευεισ σε μενα· επειδη, λησμονησεσ τον νομο του θεου σου, και εγω θα λησμονησω τα παιδια σου. οπωσ πληθυναν, ετσι αμαρτησαν σε μενα· θα μεταβαλω τη δοξα τουσ σε ατιμια. τρωνε τισ αμαρτιεσ του λαου μου, και εχουν την ψυχη τουσ προσηλωμενη στην ανομια τουσ. γι' αυτο, θα ειναι: οπωσ ο λαοσ, ετσι και ο ιερεασ· και επανω τουσ θα επισκεφθω τουσ δρομουσ τουσ, και θα τουσ ανταποδωσω τισ πραξεισ τουσ. επειδη, θα τρωνε, και δεν θα χορταινουν· θα πορνευουν, και δεν θα πληθυνονται· για τον λογο οτι, εγκατελειψαν στο να λατρευουν τον κυριο. πορνεια, και κρασι, και μεθη αφαιρουν την καρδια. ο λαοσ μου ρωταει τα ξυλα του, και του απανταει το ραβδι του· επειδη, τουσ πλανησε το πνευμα τησ πορνειασ, και πορνευσαν ξεκλινοντασ απο τον θεο τουσ. θυσιαζουν επανω στισ κορυφεσ των βουνων, και θυμιαζουν επανω στουσ λοφουσ, κατω απο τισ βελανιδιεσ, και τισ λευκεσ, και τισ τερεβινθουσ, επειδη η σκια τουσ ειναι καλη· γι' αυτο, οι θυγατερεσ σασ θα πορνευσουν, και οι νυφεσ σασ θα μοιχευσουν. δεν θα τιμωρησω τισ θυγατερεσ σασ οταν πορνευσουν ουτε τισ νυφεσ σασ οταν μοιχευσουν· επειδη, αυτοι αποχωριζονται μαζι με πορνεσ, και θυσιαζουν μαζι με τουσ ασελγεισ· γι' αυτο, ο ασυνετοσ λαοσ θα καταγκρεμιστει. αν εσυ, ισραηλ, πορνευεισ, τουλαχιστον ασ μη ανομησει ο ιηhυδασ· μη πηγαινετε, λοιπον, στα γαλγαλα ουτε να ανεβαινετε στη βαιθ-αυεν ουτε να ορκιζεστε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ο ισραηλ αποσκιρτησε σαν δαμαλι που αποσκιρταει· τωρα, θα τουσ ποιμανει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σαν αρνια σε πλατυ τοπο. ο εφραιμ προσκολληθηκε στα ειδωλα· αφηστε τον. το ποτο τουσ ξινισε· δοθηκαν ολοκληρωτικα στην πορνεια· οι υπερασπιστεσ τησ (ω, τι ντροπη!) αγαπουν το: δωστε. ο ανεμοσ θα τη σφιξει μαζι μεσα στισ φτερουγεσ του, και θα καταντροπιαστουν για τισ θυσιεσ τουσ.

5

ακουστε τουτο, ιερεισ, και προσεξτε, οικοσ ισραηλ, και δωστε ακροαση, το παλατι του βασιλια· για τον λογο οτι, προσ εσασ ειναι η κριση· επειδη, σταθηκατε παγιδα στη μισπα, και απλωμενο διχτυ στο θαβωρ. κι εκεινοι που αγρευουν, εκαναν βαθια σφαγη· εγω, ομωσ, ολουσ αυτουσ θα τουσ παιδευσω. εγω γνωρισα τον εφραιμ, και ο ισραηλ δεν ειναι κρυμμενοσ απο μενα· επειδη, τωρα πορνευεισ, εφραιμ, και ο ισραηλ μιανθηκε. οι πραξεισ τουσ δεν τουσ αφηνουν να επιστρεψουν στον θεο τουσ· επειδη, το πνευμα τησ πορνειασ ειναι αναμεσα τουσ, και δεν γνωρισαν τον κυριο. και η υπερηφανεια του ισραηλ μαρτυρει μπροστα του· γι' αυτο, ο ισραηλ και ο εφραιμ θα πεσουν μεσα στην ανομια τουσ· και ο ιηhυδασ, ακομα, θα πεσει μαζι τουσ. μαζι με τα κοπαδια τουσ και μαζι με τισ αγελεσ τουσ θα πανε για να ζητησουν τον κυριο· αλλα, δεν θα τον βρουν· απομακρυνθηκε απ' αυτουσ. φερθηκαν απιστα προσ τον κυριο· επειδη, γεννησαν ξενα παιδια· τωρα, μαλιστα, ενασ μηνασ θα καταφαει αυτουσ και τισ κληρονομιεσ τουσ. σαλπιστε με κερατινη στη γαβαα, και με σαλπιγγα στη ραμα· ηχηστε δυνατα στη βαιθ-αυεν· απο πισω σου, βενιαμιν. ο εφραιμ θα ειναι ερημωμενοσ την ημερα του ελεγχου· αναμεσα στισ φυλεσ του ισραηλ γνωστοποιησα αυτο που σιγουρα θα γινει· οι αρχοντεσ του ιηhυδα εγιναν σαν αυτουσ που μετατοπιζουν ορια· θα ξεχυσω την οργη μου επανω τουσ σαν νερα. καταδυναστευτηκε ο εφραιμ, συντριφτηκε μεσα στην κριση, επειδη πηγε θεληματικα υστερα απο προσταγμα· γι' αυτο, εγω θα ειμαι στον εφραιμ σαν σαρακι, και στον οικο ιηhυδα σαν σκουληκι. και ο εφραιμ ειδε τη νοσο του, και ο ιηhυδασ το ελκοσ του, και ο εφραιμ πηγε στον ασσυριο και εστειλε προσ τον βασιλια ιαρειβ· αυτοσ, ομωσ, δεν μπορεσε να σασ γιατρεψει ουτε να σασ απαλλαξει απο το ελκοσ σασ. επειδη, εγω θα ειμαι στον εφραιμ σαν λιονταρι, και στον οικο ιηhυδα σαν σκυμνοσ λιονταριου· εγω, εγω θα διασπαραξω, και θα αναχωρησω· θα παρω, και δεν θα υπαρχει καποιοσ για να ελευθερωσει. θα παω, θα επιστρεψω στον τοπο μου, μεχρισ οτου γνωρισουν το εγκλημα τουσ, και ζητησουν το προσωπο μου· μεσα στη θλιψη τουσ θαρθουν σε μενα απο τα χαραματα τησ ημερασ.

6

ελατε, και ασ επιστρεψουμε στον κυριο· επειδη, αυτοσ διασπαραξε, και θα γιατρεψει· παταξε, και θα περιδεσει την πληγη μασ. θα μασ αναζωοποιησει υστερα απο δυο ημερεσ· κατα την τριτη ημερα θα μασ αναστησει, και θα ζουμε μπροστα του. τοτε, θα γνωρισουμε και θα εξακολουθουμε να γνωριζουμε τον κυριο· η εξοδοσ του ειναι προδιαταγμενη σαν την αυγη· και θαρθει σε μασ σαν δυνατη βροχη, σαν βροχη οψιμη και πρωιμη επανω στη γη. τι να κανω σε σενα, εφραιμ; τι να κανω σε σενα, ιηhυδα; επειδη, η καλοσυνη σασ ειναι σαν πρωινο συννεφο, και σαν δροσοσ τησ αυγησ, που παρερχεται. γι' αυτο, τουσ κατεκοψα διαμεσου των προφητων· τουσ φονευσα με τα λογια του στοματοσ μου· και οι κρισεισ σου θα βγουν εξω σαν φωσ. επειδη, ελεοσ θελω, και οχι θυσια· και επιγνωση θεου περισσοτερο, παρα ολοκαυτωματα. αυτοι, ομωσ, οπωσ ο αδαμ, παρεβηκαν τη διαθηκη· σε τουτο φερθηκαν σε μενα απιστα. η γαλααδ ειναι πολη εργαζομενων ανομια, που ενεδρευει για αιμα. και σαν στιφη απο ληστεσ που παραμονευουν ανθρωπο, ετσι ο συλλογοσ των ιερεων φονευουν μεσα στον δρομο μεχρι τη συχεμ· επειδη, επραξαν αισχρα. στον οικο ισραηλ ειδα φρικη· εκει ειναι η πορνεια του εφραιμ· ο ισραηλ μολυνθηκε. και για σενα, ιηhυδα, διοριστηκε θερισμοσ, οταν εγω επιστρεφω την αιχμαλωσια του λαου μου.

7

ενω γιατρευα τον ισραηλ, αποκαλυφθηκε τοτε η ανομια του εφραιμ, και η κακια τησ σαμαρειασ· επειδη, επραξαν ψεμα· και ο κλεφτησ μπαινει, και ο ληστησ γυμνωνει απεξω. κι αυτοι δεν λενε στην καρδια τουσ, οτι θυμαμαι ολη την ανομια τουσ· τωρα, τουσ περικυκλωσαν οι πραξεισ τουσ· εγιναν μπροστα στο προσωπο μου. στην κακια τουσ ευφραναν τον βασιλια, και στα ψεματα τουσ τουσ αρχοντεσ. ολοι ειναι μοιχοι, οπωσ ο κλιβανοσ, που πυρωνεται απο τον αρτοποιο· ο οποιοσ, αφου ζυμωσει το φυραμα, σταματαει απο να τον θερμαινει, μεχρισ οτου γινει η ζυμωση. κατα την ημερα του βασιλια μασ, οι αρχοντεσ ασθενησαν απο τη φλογωση του κρασιου, κι αυτοσ απλωσε το χερι του προσ τουσ αχρειουσ. επειδη, απασχολουν την καρδια τουσ, η οποια φλεγεται σαν κλιβανοσ, στισ ενεδρεσ τουσ· ο αρτοποιοσ τουσ κοιμαται ολοκληρη τη νυχτα· και την αυγη, αυτη καιει σαν φωτια που βγαζει φλογεσ. ολοι αυτοι θερμανθηκαν σαν κλιβανοσ, και κατεφαγαν τουσ κριτεσ τουσ· ολοι οι βασιλιαδεσ τουσ επεσαν· δεν υπαρχει αναμεσα τουσ αυτοσ που να με επικαλειται. ο εφραιμ, αυτοσ ανακατευτηκε μαζι με τουσ λαουσ· ο εφραιμ ειναι σαν σταχτοψωμο, που δεν γυριστηκε. ξενοι κατεφαγαν τη δυναμη του, κι αυτοσ δεν το γνωριζει. και η υπερηφανεια του ισραηλ μαρτυρει μπροστα του· και δεν επιστρεφουν προσ τον κυριο τον θεο τουσ, ουτε τον ζητουν, για ολα αυτα. και ο εφραιμ ειναι σαν περιστερι που δελεαζεται, το οποιο δεν εχει συνεση· επικαλουνται την αιγυπτο, πηγαινουν στην ασσυρια. οταν πανε, θα απλωσω επανω τουσ το διχτυ μου· θα τουσ κατεβασω οπωσ τα πουλια του ουρανου· θα τουσ διαπαιδαγωγησω, οπωσ κηρυχτηκε στη συναγωγη τουσ. αλλοιμονο σ' αυτουσ! επειδη, αποσκιρτησαν απο μενα· ολεθροσ σ' αυτουσ! επειδη, ασεβησαν σε μενα· ενω εγω τουσ εξαγορασα, αυτοι μιλησαν ψεματα εναντιον μου. και δεν με επικαλεστηκαν στην καρδια τουσ, αλλα ολολυζαν επανω στα κρεβατια τουσ· βασανιζονται για σιταρι και κρασι, και στασιαζουν εναντιον μου. και εγω τουσ διαπαιδαγωγησα, ενω ενισχυσα τουσ βραχιονεσ τουσ, αυτοι ομωσ συλλογιζονταν πονηρα εναντιον μου. επιστρεφουν, οχι στον υψιστο· εγιναν σαν στρεβλο τοξο· οι αρχοντεσ τουσ θα πεσουν με ρομφαια, εξαιτιασ τησ αυθαδειασ τησ γλωσσασ τουσ· αυτο θα ειναι το ονειδοσ τουσ μεσα στη γη τησ αιγυπτου.

8

σαλπισε με το στομα σου τα εξησ: θα ορμησεισ σαν αετοσ εναντια στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη παρεβηκαν τη διαθηκη μου, και ασεβησαν στον νομο μου. ο ισραηλ θα κραζει σε μενα, θεε μου, σε γνωριζουμε. ο ισραηλ απερριψε το αγαθο· ο εχθροσ θα τον καταδιωξει. αυτοι εκαναν βασιλιαδεσ, ομωσ οχι απο μενα· εκαναν αρχοντεσ, ομωσ χωρισ να εχω ειδηση· απο το ασημι τουσ και απο το χρυσαφι τουσ εκαναν για τον εαυτο τουσ ειδωλα, για να εξολοθρευτουν. το μοσχαρι σου τουσ απερριψε, σαμαρεια· ο θυμοσ μου αναψε εναντιον τουσ· μεχρι ποτε δεν θα μπορεσουν να καθαριστουν; κι αυτο, βεβαια, εγινε απο τον ισραηλ· ο τεχνιτησ το εκανε· επομενωσ, αυτο δεν ειναι θεοσ· το μοσχαρι, λοιπον, τησ σαμαρειασ θα γινει συντριμμια. επειδη, εσπειραν ανεμο, γι' αυτο θα θερισουν ανεμοστροβιλο· δεν εχει καλαμι· το βλασταρι δεν θα δωσει αλευρι· και αν δωσει, ξενοι θα το καταπιουν. τον ισραηλ τον καταπιαν· τωρα, εγιναν αναμεσα στα εθνη σαν σκευοσ στο οποιο δεν υπαρχει χαρη. επειδη, απο μονοι τουσ ανεβηκαν στουσ ασσυριουσ, σαν αγριο γαιδουρι που απο μονο του μοναζει· ο εφραιμ μισθωσε εραστεσ. ομωσ, αν και μισθωσαν εραστεσ αναμεσα στα εθνη, τωρα θα τουσ συγκεντρωσω· και υστερα απο λιγο θα λυπηθουν εξαιτιασ του φορτιου του βασιλια των αρχοντων. επειδη, ο εφραιμ πληθυνε τα θυσιαστηρια για να αμαρτανει, θα γινουν σ' αυτον θυσιαστηρια στο να αμαρτανει. εγραψα σ' αυτον τα μεγαλεια του νομου μου· ομωσ, λογαριαστηκαν σαν ενα ξενο πραγμα. με τισ θυσιεσ, που προσφερουν σε μενα, θυσιαζουν κρεασ, και τρωνε· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν τισ δεχεται· τωρα, θα θυμηθω την ανομια τουσ, και θα επισκεφθω τισ αμαρτιεσ τουσ· αυτοι θα επιστρεψουν στην αιγυπτο. επειδη, ο ισραηλ λησμονησε τον δημιουργο του, και κτιζει ναουσ· και ο ιηhυδασ πληθυνε οχυρωμενεσ πολεισ· αλλα, θα στειλω φωτια επανω στισ πολεισ του, και θα καταφαει τα παλατια τουσ.

9

μη χαιρεσαι, ισραηλ, ουτε να ευφραινεσαι, οπωσ οι λαοι· επειδη, πορνευσεσ ξεκλινοντασ απο τον θεο σου· αγαπησεσ μισθωματα σε καθε αλωνι σιταριου. το αλωνι και ο ληνοσ δεν θα τουσ θρεψουν, και το κρασι θα λειψει απ' αυτουσ. δεν θα κατοικησουν στη γη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ο εφραιμ, ομωσ, θα επιστρεψει στην αιγυπτο, και θα φανε ακαθαρτα στην ασσυρια· σπονδεσ κρασιου δεν θα προσφερουν στον κυριο ουτε θα ειναι σ' αυτον αρεστοι· οι θυσιεσ τουσ θα ειναι σ' αυτουσ σαν το ψωμι εκεινων που πενθουν· ολοι οσοι τισ τρωνε, θα μολυνθουν· επειδη, δικο τουσ ψωμι υπερ τησ ψυχησ τουσ δεν θα μπει μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τι θα κανετε σε ημερα πανηγυρησ, και σε ημερα γιορτησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; επειδη, δεστε, εφυγαν για την ταλαιπωρια· η αιγυπτοσ θα τουσ συγκεντρωσει, η μεμφιδα θα τουσ θαψει· τα επιθυμητα τουσ με ασημι, θα τα κληρονομησουν οι τσουκνιδεσ· αγκαθια θα ειναι στισ σκηνεσ τουσ. ηρθαν οι ημερεσ τησ επισκεψησ, ηρθαν οι ημερεσ τησ ανταποδοσησ· ο ισραηλ θα το γνωρισει· ο προφητησ ειναι αφρονασ, ο πνευματεμφοροσ ανθρωποσ μαινομενοσ, εξαιτιασ του πληθουσ τησ ανομιασ σου, και του μεγαλου μισουσ εναντιον σου. ο φρουροσ του εφραιμ ηταν αυτοσ μαζι με τον θεο μου, και ο προφητησ εγινε παγιδα ενοσ παγιδευτη πουλιων σε ολουσ τουσ δρομουσ του, και μισοσ στον οικο του θεου του. διαφθαρηκαν βαθια, οπωσ στισ ημερεσ τησ γαβαα· γι' αυτο, θα θυμηθει την ανομια τουσ, θα επισκεφθει τισ αμαρτιεσ τουσ. βρηκα τον ισραηλ σαν σταφυλι στην ερημο· ειδα τουσ πατερεσ σασ σαν τα πρωτογεννηματα τησ συκιασ, στην αρχη τησ· αυτοι, ομωσ, πηγαν στον βεελ-φεγωρ, και αφιερωθηκαν στη ντροπη· και εγιναν βδελυκτοι, οπωσ το αντικειμενο τησ αγαπησ τουσ. και για τον εφραιμ, σαν πουλι η δοξα τουσ θα πεταξει, απο τη γεννα, και απο τη μητρα, και απο τη συλληψη· αλλα, και αν εκθρεψουν τα παιδια τουσ, θα τουσ ατεκνωσω, ωστε να μη μεινει ανθρωποσ, επειδη αλλοιμονο ακομα σ' αυτουσ, οταν αποσυρθω απ' αυτουσ. ο εφραιμ μου φαινοταν σαν την τυρο, φυτεμενοσ σε τοπο ευχαριστο· ομωσ, ο εφραιμ θα βγαλει τα παιδια του για τον φονια. δωσε σ' αυτουσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· τι θα δωσεισ; δωσε σ' αυτουσ μητρα που αποβαλλει, και ξερουσ μαστουσ. ολη η κακια τουσ ειναι στα γαλγαλα· επειδη, εκει τουσ μισησα· εξαιτιασ τησ κακιασ των πραξεων τουσ θα τουσ εξωσω απο τον οικο μου· δεν θα τουσ αγαπω πλεον· ολοι οι αρχοντεσ τουσ ειναι αποστατεσ. ο εφραιμ παταχτηκε· η ριζα τουσ ξεραθηκε. καρπο δεν θα κανουν· ακομα κι αν γεννησουν, θα θανατωσω τα επιθυμητα τησ μητρασ τουσ. ο θεοσ μου θα τουσ απορριψει, επειδη δεν τον ακουσαν· και θα ειναι πλανωμενοι αναμεσα στα εθνη.

10

ο ισραηλ ειναι μια αμπελοσ με ωραια κληματα· καρποφορησε αφθονα· συμφωνα με το πληθοσ των καρπων του πληθυνε τα θυσιαστηρια· συμφωνα με την αγαθοτητα τησ γησ του λαμπρυνε τα αγαλματα. η καρδια τουσ ειναι μοιρασμενη· τωρα, θα τιμωρηθουν· αυτοσ θα κατασκαψει τα θυσιαστηρια τουσ, θα φθειρει τα αγαλματα τουσ. επειδη, τωρα θα πουν: εμεισ δεν εχουμε βασιλια, επειδη δεν φοβηθηκαμε τον κυριο· και ο βασιλιασ τι θα μασ εκανε; μιλησαν λογια, κανοντασ ορκουσ με ψευτικο τροπο, ενω εκαναν συνθηκη· γι' αυτο, η καταδικη θα εκβλαστησει σαν το κωνειο στα αυλακια του χωραφιου. οι κατοικοι τησ σαμαρειασ θα κατατρομαξουν για το μοσχαρι τησ βαιθ-αυεν· επειδη, ο λαοσ του θα πενθησει γι' αυτο, και οι ειδωλοθυτεσ του, που χαιρονται σ' αυτο, για τη δοξα του, επειδη μετοικιστηκε απ' αυτο. ακομα, αυτοσ θα φερθει στην ασσυρια, ωσ δωρο στον βασιλια ιαρειβ· ντροπη θα καταλαβει τον εφραιμ, και ο ισραηλ θα ντραπει για τη βουλη του. η σαμαρεια αφανιζεται, και ο βασιλιασ τησ, σαν αφροσ επανω στην επιφανεια του νερου. και οι βωμοι τησ αυεν, η αμαρτια του ισραηλ, θα καταστραφουν· αγκαθια και τριβολια θα βλαστησουν επανω στα θυσιαστηρια τουσ· και θα πουν στα βουνα: σκεπαστε μασ· και στουσ λοφουσ: πεστε επανω μασ. ισραηλ, αμαρτησεσ απο τισ ημερεσ τησ γαβαα· εκει σταθηκαν· η μαχη στη γαβαα εναντια στουσ γιουσ τησ ανομιασ δεν εφτασε σ' αυτουσ. συμφωνα με τη βουλη μου, βεβαια, θα τουσ περασω απο παιδεια· και οι λαοι θα συγκεντρωθουν εναντιον τουσ, οταν φερνονται σε αιχμαλωσια για τισ δυο ανομιεσ τουσ. ο εφραιμ ειναι μεν διδαγμενο δαμαλι, που του αρεσει να αλωνιζει· ομωσ, εγω θα περασω ζυγο επανω στον ωραιο λαιμο του· θα υποζευξω τον εφραιμ· ο ιηhυδασ θα αροτριαζει, ο ιακωβ θα βωλοκοπαει για τον εαυτο του. σπειρετε για τον εαυτο σασ με δικαιοσυνη, θεριστε με ελεοσ· ανοιξτε την αφημενη γη σασ· επειδη, ειναι καιροσ εκζητηστε τον κυριο, μεχρισ οτου ερθει να σταλαξει επανω σασ δικαιοσυνη. εχετε αροτριασει ασεβεια, θερισατε ανομια, φαγατε καρπο ψεματοσ· επειδη, ελπισεσ στον δρομο σου, στο πληθοσ των ισχυρων σου. γι' αυτο, απωλεια θα σηκωθει αναμεσα στουσ λαουσ σου, και ολα τα φρουρια σου θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυθουν, οπωσ ο σαλμαν φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε τη βαιθ-αρβελ κατα την ημερα τησ μαχησ· η μητερα κατασυντριφτηκε επανω στα παιδια. ετσι θα κανει σε σασ η βαιθηλ, ενεκα τησ εσχατησ ανομιασ σασ· πρωι θα αφανιστει ολοκληρωτικα ο βασιλιασ του ισραηλ.

11

οταν ο ισραηλ ηταν νηπιο, τοτε εγω τον αγαπησα, και απο την αιγυπτο καλεσα τον γιο μου. οσο τουσ καλουσαν, τοσο αυτοι αναχωρουσαν απο μπροστα τουσ· θυσιαζαν στουσ βααλειμ, και θυμιαζαν στα γλυπτα. εγω διδαξα ακομα τον εφραιμ να περπαταει, πιανοντασ τον απο τουσ βραχιονεσ· αλλα, δεν γνωριζαν οτι τουσ γιατρευα. τουσ εσυρα με σχοινια ανθρωπου, με δεσμουσ αγαπησ· και ημουν σ' αυτουσ σαν εκεινουσ που αφαιρουν τον ζυγο πανω απο τα σαγονια τουσ, και εβαλα μπροστα τουσ τροφη. δεν θα επιστρεψει στη γη τησ αιγυπτου, αλλα ο ασσυριοσ θα ειναι βασιλιασ του, επειδη δεν θελησαν να επιστραφουν. και η ρομφαια θα πεσει επανω στισ πολεισ του, και θα αναλωσει τουσ ισχυρουσ του, και θα καταφαει, εξαιτιασ των συλλογισμων τουσ. και ο λαοσ μου ειναι προσκολλημενοσ στην αποστασια που γινεται εναντιον μου· αν και κληθηκαν προσ τον υψιστο, κανενασ ομωσ δεν τον υψωσε. πωσ θα σε παραδωσω, εφραιμ; πωσ θα σε εγκαταλειψω, ισραηλ; πωσ θα σε κανω σαν την αδαμα; πωσ θα σε βαλω σαν τη σεβωειμ; η καρδια μου μεταστραφηκε μεσα μου, τα σπλαχνα μου συγκινηθηκαν. δεν θα εκτελεσω την εξαψη του θυμου μου, δεν θα επιστρεψω για εξολοθρεμο του εφραιμ· επειδη, εγω ειμαι θεοσ, και οχι ανθρωποσ, αγιοσ αναμεσα σου· και δεν θα μπω μεσα με θυμο. θα περπατουν πισω απο τον κυριο· θα βρυχαζει σαν λιονταρι· οταν αυτοσ βρυχησει, τοτε θα σπευσουν εκστατικα τα παιδια απο τη δυση· θα σπευσουν εκστατικα σαν πουλι απο την αιγυπτο, και σαν περιστερι απο τη γη τησ ασσυριασ· και θα τουσ αποκαταστησω στα σπιτια τουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ο εφρα.ι.μ με περικυκλωσε με ψεματα, και ο οικοσ ισραηλ με απατη· ο ιηhυδασ, ομωσ, εχει ακομα εξουσια μαζι με τον θεο του, και ειναι πιστοσ μαζι με τουσ αγιουσ.

12

ο εφραιμ βοσκεται με ανεμο, και κυνηγαει τον ανατολικο ανεμο· καθημερινα πληθαινει ψεματα και ολεθρο· κανουν, μαλιστα, συνθηκη με τουσ ασσυριουσ, και φερνουν λαδι απο την αιγυπτο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εχει ακομα κριση εναντια στον ιηhυδα, και θα επισκεφθει τον ιακωβ συμφωνα με τουσ δρομουσ του· συμφωνα με τισ πραξεισ του θα του ανταποδωσει. στην κοιλια επιασε τη φτερνα του αδελφου του, και στην ανδρικη του ηλικια ενισχυσε προσ τον θεο. ναι, ενισχυσε με αγγελο, και υπερισχυσε· εκλαψε, και δεηθηκε σ' αυτον· τον βρηκε στη βαιθηλ, και εκει μιλησε σε μασ· ναι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η αναμνηση του. γι' αυτο, εσυ επιστρεψε στον θεο σου· φυλαγε ελεοσ και κριση, και ελπιζε για παντα στον θεο σου. ο εφραιμ ειναι εμποροσ· ζυγια απατησ ειναι στο χερι του· του αρεσει να αδικει. και ο εφραιμ ειπε: βεβαια, εγω πλουτησα, απεκτησα για τον εαυτο μου υπαρχοντα· σε ολουσ τουσ κοπουσ μου δεν θα βρεθει σε μενα ανομια, που να λογαριαζεται αμαρτια. εγω, ομωσ, ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ απο τη γη τησ αιγυπτου, θα σε κατοικισω ξανα σε σκηνεσ, οπωσ τισ ημερεσ τησ επισημησ γιορτησ. μιλησα ακομα διαμεσου προφητων, και πληθυνα εγω ορασεισ, και παρουσιασα παρομοιωσεισ διαμεσου των προφητων. υπηρξε ταχα ανομια στη γαλααδ; στα γαλγαλα μαλιστα σταθηκαν ματαιοτητα· θυσιαζουν ταυρουσ· και τα θυσιαστηρια τουσ ειναι σαν σωροι στα αυλακια των χωραφιων. και ο ιακωβ εφυγε στη γη τησ συριασ, και ο ισραηλ δουλεψε για γυναικα, και για γυναικα φυλαξε προβατα. και με προφητη ανεβασε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον ισραηλ απο την αιγυπτο, και με προφητη διαφυλαχτηκε. ο εφραιμ τον παροξυνε πικροτατα· γι' αυτο θα ξεχυσει το αιμα του επανω του, και τον ονειδισμο του, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του, θα τον επιστρεψει επανω σ' αυτον.

13

οταν ο εφραιμ μιλουσε με τρομο, αυτοσ υψωθηκε στον ισραηλ· και οταν αμαρτησε σχετικα με τον βααλ, τοτε πεθανε. και τωρα αμαρτανουν περισσοτερο και περισσοτερο, και εκαναν για τον εαυτο τουσ χωνευτα απο το ασημι τουσ, ειδωλα συμφωνα με τη φαντασια τουσ, ολα αυτα ειναι εργο τεχνιτων· αυτοι λενε γι' αυτα: οι ανθρωποι που θυσιαζουν ασ φιλησουν τα μοσχαρια. γι' αυτο, θα ειναι σαν πρωινο συννεφο, και σαν δροσοσ τησ αυγησ, που φευγει, σαν λεπτο αχυρο, που το φυσαει ο ανεμοσ απο το αλωνι, και σαν καπνοσ απο την καπνοδοχο. ομωσ, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου απο τη γη τησ αιγυπτου· και αλλον θεο, εκτοσ απο μενα, δεν θα γνωρισεισ· επειδη, δεν υπαρχει αλλοσ σωτηρασ εκτοσ απο μενα. εγω σε γνωρισα μεσα στην ερημο, σε ανυδρη γη. συμφωνα με τισ βοσκεσ τουσ, ετσι χορτασαν· χορτασαν, και υψωθηκε η καρδια τουσ· γι' αυτο με λησμονησαν. γι' αυτο, θα ειμαι σ' αυτουσ σαν λιονταρι· σαν παρδαλη θα τουσ παραμονευω στον δρομο. θα τουσ συναντησω σαν αρκουδα, που στερηθηκε τα παιδια τησ, και θα διασπαραξω το περιφραγμα τησ καρδιασ τουσ, και θα τουσ καταφαω εκει σαν λιονταρι· αγριο θηριο θα τουσ κατασπαραξει. απολεστηκεσ, ισραηλ· ομωσ, σε μενα ειναι η βοηθεια σου. που ειναι ο βασιλιασ σου; που; ασ σε σωσει τωρα σε ολεσ σου τισ πολεισ· και που ειναι οι κριτεσ σου, για τουσ οποιουσ ειχεσ πει: δωσε μου βασιλια και αρχοντεσ; σου εδωσα βασιλια μεσα στον θυμο μου, και τον αφαιρεσα μεσα στην οργη μου. η ανομια του εφραιμ ειναι δεμενη ολογυρα· η αμαρτια του αποταμιευμενη. πονοι σαν εκεινη που γενναει θαρθουν επανω του· ειναι γιοσ ασυνετοσ· επειδη, δεν ειναι καιροσ να στεκεται στο ανοιγμα τησ μητρασ. θα τουσ ελευθερωσω απο το χερι του αδη· θα τουσ σωσω απο τον θανατο. θανατε, που ειναι ο ολεθροσ σου; αδη, που ειναι η φθορα σου; η μεταμελεια θα κρυβεται απο τα ματια μου. αν κι αυτοσ σταθηκε καρποφοροσ αναμεσα στουσ αδελφουσ του, ομωσ θαρθει ανατολικοσ ανεμοσ, ο ανεμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ανεβει απο την ερημο, και οι βρυσεσ του θα εκλειψουν, και θα καταξεραθει η πηγη του· αυτοσ θα αρπαξει τον θησαυρο ολων των επιθυμητων σκευων του. η σαμαρεια θα αφανιστει· επειδη, αποστατησε απο τον θεο τησ· θα πεσουν με ρομφαια· τα νηπια τουσ που θηλαζουν, θα συντριφτουν, και οσεσ ειναι εγκυοι, θα διασχιστουν.

14

ισραηλ, επιστρεψε στον κυριο τον θεο σου, επειδη με την ανομια σου επεσεσ. παρτε μαζι σασ λογια, και να επιστρεψετε στον κυριο· πειτε σ' αυτον: «αφαιρεσε ολη την ανομια μασ, και δεξου μασ με ευμενεια, και θα αποδωσουμε τον καρπο των χειλεων μασ· ο ασσουρ δεν θα μασ σωσει· δεν θα ανεβουμε επανω σε αλογα· και δεν θα πουμε πλεον στο εργο των χεριων μασ: ειστε θεοι μασ· επειδη, σε σενα θα ελεηθει ο ορφανοσ». θα γιατρεψω την αποστασια τουσ, θα τουσ αγαπησω εγκαρδια. επειδη, ο θυμοσ μου αποστραφηκε απ' αυτον. θα ειμαι σαν δροσοσ στον ισραηλ· θα ανθισει σαν κρινο, και θα εκτεινω τισ ριζεσ του σαν δεντρο του λιβανου. τα κλαδια του θα απλωθουν, και η δοξα του θα ειναι σαν τησ ελιασ, και η μυρουδια του σαν τον λιβανο. θα επιστρεψουν και θα καθησουν κατω απο τη σκια του· θα αναζησουν σαν σιταρι, και θα ανθισουν σαν αμπελοσ· η μνημη του θα ειναι σαν κρασι του λιβανου. ο εφραιμ θα πει: τι εχω να κανω πλεον με τα ειδωλα; εγω ακουσα, και θα τον διαφυλαξω· εγω ειμαι σ' αυτον σαν ευθαλεσ ελατο· απο μενα θα προελθει ο καρποσ σου. ποιοσ ειναι σοφοσ, και θα τα καταλαβει αυτα; συνετοσ, και θα τα γνωρισει; επειδη, ευθεισ ειναι οι δρομοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και οι δικαιοι θα περπατουν μεσα σ' αυτουσ· ενω, οι παραβατεσ θα πεσουν μεσα σ' αυτουσ.

ιωηλ

1

ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εγινε στον ιωαλ, τον γιο του φαθουηλ. ακουστε τουτο, οι πρεσβυτεροι· και δωστε ακροαση, ολοι εσεισ που κατοικειτε τη γη· εγινε αυτο στισ ημερεσ σασ η στισ ημερεσ των πατερων σασ; διηγηθειτε γι' αυτο στα παιδια σασ, και τα παιδια σασ στα δικα τουσ παιδια, και τα παιδια τουσ προσ την αλλη γενεα. ο,τι αφησε η καμπια, το κατεφαγε η ακριδα· και ο,τι αφησε η ακριδα, το κατεφαγε ο βρουχοσ· και ο,τι αφησε ο βρουχοσ, το κατεφαγε η ερυσιβη. συνελθετε, οι μεθυσοι, και κλαψτε· και ολολυξτε, ολοι οι κρασοποτεσ, για το νεο κρασι· δεδομενου οτι, αφαιρεθηκε απο το στομα σασ. επειδη, εθνοσ ανεβηκε εναντια στη γη μου, ισχυρο και αναριθμητο, που τα δοντια του ειναι δοντια λιονταριου, και εχει μυλοδοντεσ σκυμνου. εβαλε την αμπελο μου σε αφανισμο, και τισ συκιεσ μου σε θραυση· την ξεφλουδισε ολοκληρωτικα, και την απερριψε· τα κληματα τησ εμειναν λευκα. θρηνησε σαν νυφη περιζωσμενη με σακο για τον ανδρα τησ νιοτησ τησ. η προσφορα και η σπονδη αφαιρεθηκε απο τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· πενθουν οι ιερεισ, οι λειτουργοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ερημωθηκε η πεδιαδα, πενθει η γη· επειδη, αφανιστηκε το σιταρι, ξεραθηκε το νεο κρασι, ελειψε το λαδι. ντραπειτε, γεωργοι· ολολυξτε, αμπελουργοι, για το σιταρι και για το κριθαρι· επειδη, ο θερισμοσ του χωραφιου χαθηκε. η αμπελοσ ξεραθηκε, και η συκια μαραζωσε· η ροδια, και ο φοινικασ, και η μηλια, ολα τα δεντρα του χωραφιου ξεραθηκαν· ωστε εφυγε η χαρα απο τουσ γιουσ των ανθρωπων. περιζωστειτε, θρηνειτε, ιερεισ· ολολυζετε, λειτουργοι του θυσιαστηριου· ελατε, διανυχτερευστε με σακο, λειτουργοι του θεου μου· επειδη, παυθηκε η προσφορα και η σπονδη απο τον οικο του θεου σασ. αγιαστε νηστεια, κηρυξτε επισημη συναξη, συγκεντρωστε τουσ πρεσβυτερουσ, ολουσ τουσ κατοικουσ του τοπου, στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ· και βοηστε προσ τον κυριο: αλλοιμονο για την ημερα εκεινη! επειδη, η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh πλησιασε, και θαρθει ολεθροσ απο τον παντοδυναμο. οι τροφεσ δεν αφαιρεθηκαν μπροστα απο τα ματια μασ, η ευφροσυνη και η χαρα απο τον οικο του θεου μασ; οι σποροι φθειρονται· κατω απο τουσ βωλουσ τουσ, οι σιταποθηκεσ ερημωθηκαν, οι αποθηκεσ χαλαστηκαν· επειδη, το σιταρι ξεραθηκε. πωσ στεναζουν τα κτηνη! αδημονουν οι αγελεσ των βοδιων, επειδη, δεν εχουν βοσκη· ναι, τα ποιμνια των προβατων αφανιστηκαν. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε σενα θα βοησω· επειδη, η φωτια καταναλωσε τισ βοσκεσ τησ ερημου, και η φλογα κατεκαψε ολα τα δεντρα του χωραφιου. ακομα, τα κτηνη τησ πεδιαδασ χασκουν προσ εσενα· επειδη, ξεραθηκαν τα ρυακια των νερων, και φωτια κατεφαγε τισ βοσκεσ τησ ερημου. περιγραφη τησ ημερασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh

2

σαλπιστε σαλπιγγα στη σιων, και αλαλαξτε στο αγιο μου βουνο· ασ τρομαξουν ολοι αυτοι που κατοικουν στη γη· επειδη, ερχεται η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη ειναι κοντα· ημερα με σκοταδι και πυκνο σκοταδι, ημερα με συννεφο και ομιχλη· σαν αυγη απλωνεται επανω στα βουνα ενασ πολυπληθησ λαοσ και ισχυροσ· ομοιοσ του δεν σταθηκε απο τον αιωνα ουτε θα σταθει ποτε πλεον υστερα απ' αυτον, σε γενεεσ γενεων. φωτια κατατρωει μπροστα του, και φλογα κατακαιει πισω του· η γη ειναι μπροστα του σαν τον παραδεισο τησ εδεμ, και πισω του πεδιαδα αφανισμενη· και, βεβαια, απ' αυτον δεν θα ξεφυγει τιποτε. η θεα τουσ ειναι σαν θεα αλογων· και σαν καβαλαρηδεσ, ετσι θα τρεχουν. σαν κροτοσ αμαξων θα πηδουν επανω στισ κορυφεσ των βουνων, σαν ηχοσ φλογασ φωτιασ, που κατατρωει το καλαμι· σαν ισχυροσ λαοσ, παραταγμενοσ σε μαχη. μπροστα του οι λαοι θα κατατρομαξουν· ολα τα προσωπα θα αποσβολωθουν. θα τρεξουν σαν μαχητεσ· σαν ανδρεσ πολεμιστεσ θα ανεβουν το τειχοσ· και θα πανε καθε ενασ στον δρομο του, και δεν θα χαλασουν τισ ταξεισ τουσ. και δεν θα σπρωξουν ο ενασ τον αλλον· θα περπατανε καθε ενασ στον δικο του δρομο· και πεφτοντασ επανω στα βελη, δεν θα πληγωθουν. θα τρεχουν ολογυρα μεσα στην πολη· θα τρεξουν επανω στο τειχοσ, θα ανεβαινουν στα σπιτια· θα μπαινουν απο τα παραθυρα σαν κλεφτησ. η γη θα σειστει μπροστα τουσ· οι ουρανοι θα τρεμουν· ο ηλιοσ και το φεγγαρι θα κατασκοτεινιασουν, και τα αστερια θα αποσυρουν τη λαμψη τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκπεμψει τη φωνη του μπροστα απο το στρατευμα του· επειδη, το στρατοπεδο του ειναι υπερβολικα μεγαλο· επειδη, αυτοσ που εκτελει τον λογο του ειναι ισχυροσ· επειδη, η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μεγαλη και υπερβολικα τρομερη, και ποιοσ μπορει να την υποφερει; και τωρα, γι' αυτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh λεει, επιστρεψτε σε μενα απο ολη σασ την καρδια, και με νηστεια, και με θρηνο, και με πενθοσ. και σχιστε την καρδια σασ, και οχι τα ιματια σασ, και επιστρεψτε στον κυριο τον θεο σασ· επειδη, ειναι ελεημονασ και οικτιρμονασ, μακροθυμοσ και πολυελεοσ, και ο οποιοσ μεταμελειται για το κακο. ποιοσ γνωριζει, αν θα επιστρεψει και μεταμεληθει, και αφησει πισω του ευλογια, προσφορα και σπονδη στον κυριο τον θεο μασ; σαλπιστε σαλπιγγα στη σιων, αγιαστε νηστεια, κηρυξτε επισημη συναξη. συγκεντρωστε τον λαο, αγιαστε τη συναξη, συγκεντρωστε τουσ πρεσβυτερουσ, συναθροιστε τα νηπια, κι αυτα που θηλαζουν μαστουσ· ασ βγει εξω ο γαμπροσ απο τον κοιτωνα του, και η νυφη απο τον θαλαμο τησ. ασ κλαψουν οι ιερεισ, οι λειτουργοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αναμεσα στη στοα και το θυσιαστηριο, κι ασ πουν: λυπησου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τον λαο σου, και μη δωσεισ την κληρονομια σου σε ονειδοσ, ωστε να τουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν τα εθνη· γιατι να πουν αναμεσα στουσ λαουσ: που ειναι ο θεοσ τουσ; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ζηλοτυπησει για τη γη του, και θα λυπηθει τον λαο του. ναι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα απαντησει, και θα πει στον λαο του: δεστε, εγω θα στειλω σε σασ το σιταρι, και το κρασι, και το λαδι, και θα γεμισετε απ' αυτα· και δεν θα σασ ξανακανω ονειδοσ αναμεσα στα εθνη. αλλα, θα απομακρυνω απο σασ τον πολεμιο απο τον βορρα, και θα τον εξωσω σε ανυδρη και ερημη γη, με το προσωπο του προσ την ανατολικη θαλασσα, και το πισω του μεροσ προσ τη δυτικη θαλασσα, και η δυσωδια του θα ανεβει, και η κακη οσμη του θα υψωθει, επειδη επραξε μεγαλα. μη φοβασαι, γη· χαιρε και ευφραινου· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει μεγαλεια. μη τρομαζετε, κτηνη τησ πεδιαδασ· επειδη, οι βοσκεσ τησ ερημου βλασταινουν, επειδη, το δεντρο φερνει τον καρπο του, η συκια και η αμπελοσ βγαζουν τη δυναμη τουσ. και, τα παιδια τησ σιων, χαιρεστε, και ευφραινεστε στον κυριο τον θεο σασ· επειδη, σασ εδωσε την πρωιμη βροχη εγκαιρα, και θα βρεξει σε σασ βροχη πρωιμη και οψιμη, οπωσ πρωτυτερα. και τα αλωνια θα γεμισουν απο σιταρι, και οι ληνοι θα ξεχειλισουν απο κρασι και λαδι. και θα αναπληρωσω σε σασ τα χρονια που κατεφαγε η ακριδα, ο βρουχοσ, και η ερυσιβη, και η καμπια, το μεγαλο μου στρατευμα, που ειχα στειλει εναντιον σασ. και θα φατε αφθονα, και θα χορτασετε, και θα αινεσετε το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ· που εκανε με σασ θαυμασια· και ο λαοσ μου δεν θα ντροπιαστει στον αιωνα. και θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι στο μεσον του ισραηλ, και εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, και δεν υπαρχει κανενασ αλλοσ· και ο λαοσ μου δεν θα ντροπιαστει στον αιωνα. και υστερα απ' αυτα θα εκχεω το πνευμα μου επανω σε καθε σαρκα· και θα προφητευσουν οι γιοι σασ, και οι θυγατερεσ σασ· οι πρεσβυτεροι σασ θα ονειρευτουν ονειρα, οι νεοι σασ θα δουν ορασεισ. κι ακομα, επανω στουσ δουλουσ μου κι επανω στισ δουλεσ μου κατα τισ ημερεσ εκεινεσ θα εκχεω το πνευμα μου. και θα δειξω τερατα στουσ ουρανουσ κι επανω στη γη, αιμα, και φωτια, και αναθυμιαση καπνου. ο ηλιοσ θα μεταστραφει σε σκοταδι, και το φεγγαρι σε αιμα, πριν ερθει η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, η μεγαλη και περιφανησ. και οποιοσδηποτε επικαλεστει το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα σωθει· επειδη, στο βουνο σιων, και στην ιερουσαλημ, θα ειναι σωτηρια, οπωσ εχει πει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στουσ υπολοιπουσ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα προσκαλεσει.

3

επειδη, δεστε, κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, και κατα τον καιρο εκεινο, οταν επιστρεψω τουσ αιχμαλωτουσ του ιηhυδα και τησ ιερουσαλημ, θα συγκεντρωσω ακομα ολα τα εθνη, και θα τα κατεβασω στην κοιλαδα του ιωσαφατ, και θα κριθω μαζι τουσ εκει υπερ του λαου μου και τησ κληρονομιασ μου, του ισραηλ, που τον διεσπειραν αναμεσα στα εθνη, και διαμοιραστηκαν τη γη μου· και ερριξαν κληρουσ για τον λαο μου· και εδωσαν παιδακι για πορνη, και πουλουσαν κοριτσακι για κρασι, και επιναν. και τι εχετε ακομα να κανετε εσεισ μαζι μου, τυροσ και σιδωνα, και ολα τα ορια τησ παλαιστινησ; θα μου ανταποδωσετε ανταποδομα; αν εσεισ μου ανταποδωσετε, χωρισ αργοποριεσ θα επιστρεψω γρηγορα το ανταποδομα σασ επανω στο κεφαλι σασ. επειδη, πηρατε το ασημι μου και το χρυσαφι μου, και φερατε τα εκλεκτα μου αγαθα στουσ ναουσ σασ. ενω τουσ γιουσ του ιηhυδα και τουσ γιουσ τησ ιερουσαλημ τουσ πουλησατε στουσ γιουσ των ελληνων, για να τουσ απομακρυνετε απο τα ορια τουσ. δεστε, εγω θα τουσ σηκωσω απο τον τοπο οπου τουσ πουλησατε, και θα επιστρεψω το ανταποδομα σασ επανω στο κεφαλι σασ. και θα πουλησω τουσ γιουσ σασ και τισ θυγατερεσ σασ στο χερι των γιων του ιηhυδα, και θα τουσ πουλησουν στουσ σαβαιουσ, σε εθνοσ που απεχει μακρια· επειδη, μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κηρυξτε αυτο στα εθνη, αγιαστε πολεμο, ξεσηκωστε τουσ μαχητεσ, ασ πλησιασουν, ασ ανεβαινουν ολοι οι ανδρεσ του πολεμου· σφυρηλατηστε τα υνια σασ σε ρομφαιεσ, και τα δρεπανια σασ σε λογχεσ· ο αδυνατοσ ασ λεει: εγω ειμαι δυνατοσ· συγκεντρωθειτε, κι ελατε απο ολογυρα, ολα τα εθνη, και μαζι συγκεντρωθειτε· εκει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα καταστρεψει τουσ ισχυρουσ σου. ασ σηκωθουν, και ασ ανεβουν τα εθνη στην κοιλαδα του ιωσαφατ· επειδη, εκει θα καθησω για να κρινω ολα τα εθνη, που ειναι ολογυρα. βαλτε δρεπανι, επειδη ο θερισμοσ ειναι ωριμοσ· ελατε, κατεβειτε· επειδη, ο ληνοσ ειναι γεματοσ, τα υποληνια ξεχειλιζουν· επειδη, η κακια τουσ ειναι μεγαλη. πληθη, πληθη στην κοιλαδα τησ δικησ· επειδη, η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι κοντα στην κοιλαδα τησ δικησ. ο ηλιοσ και το φεγγαρι θα κατασκοτεινιασουν, και τα αστερια θα αποσυρουν τη λαμψη τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα βρυχησει απο τη σιων, και θα εκπεμψει τη φωνη του απο την ιερουσαλημ· και οι ουρανοι και η γη θα σειστουν· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, θα ειναι το καταφυγιο του λαου του, και η δυναμη των γιων ισραηλ. ετσι θα γνωρισετε οτι εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, ο οποιοσ κατοικω στη σιων, στο βουνο μου το αγιο· τοτε, η ιερουσαλημ θα ειναι αγια, και αλλογενεισ δεν θα περασουν πλεον μεσα απ' αυτη. και κατα την ημερα εκεινη, τα βουνα θα σταλαξουν γλευκοσ, και οι λοφοι θα ρεουν γαλα, και ολα τα ρυακια του ιηhυδα θα ρεουν νερα, και μια πηγη θα αναβλυσει προσ τα εξω απο τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα ποτιζει τη φαραγγα του σιττειμ. η αιγυπτοσ θα ειναι ερημωμενη, και ο εδωμ θα ειναι αβατη ερημοσ, για τισ αδικιεσ στουσ γιουσ ισραηλ, επειδη εχυσαν αθωο αιμα μεσα στη γη τουσ. ενω η ιηhυδαια θα κατοικειται στον αιωνα, και η ιερουσαλημ σε γενεεσ γενεων. και θα καθαρισω το αιμα τουσ, το οποιο δεν καθαρισα· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατοικει στη σιων.

αμωσ

1

τα λογια του αμωσ, ο οποιοσ ηταν απο τουσ βοσκουσ τησ θεκουε, τα οποια ειδε για τον ισραηλ κατα τισ ημερεσ του οζια, βασιλια του ιηhυδα, και κατα τισ ημερεσ του ιεροβοαμ, γιου του ιωασ, βασιλια του ισραηλ, δυο χρονια πριν απο τον σεισμο. και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα βρυχησει απο τη σιων, και θα εκπεμψει τη φωνη του απο την ιερουσαλημ. και οι κατοικιεσ των ποιμενων θα πενθησουν, και η κορυφη του καρμηλου θα ξεραθει. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: για τισ τρεισ παραβασεισ τησ δαμασκου, και για τισ τεσσερισ, δεν θα αποστρεψω την τιμωρια τησ· επειδη, αλωνισαν τη γαλααδ με σιδηρενια τριβολια· αλλα, θα στειλω φωτια στον οικο του αζαηλ, και θα καταφαει τα παλατια του βεν-αδαδ. και θα συντριψω τουσ μοχλουσ τησ δαμασκου, και θα εξολοθρευσω τον κατοικο απο την πεδιαδα αβεν, κι αυτον που κραταει το σκηπτρο απο τον οικο εδεν· και ο λαοσ τησ συριασ θα φερθει αιχμαλωτοσ στην κιρ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: για τισ τρεισ παραβασεισ τησ γαζασ, και για τισ τεσσερισ, δεν θα αποστρεψω την τιμωρια τησ· επειδη, αιχμαλωτισαν τον λαο μου με τελεια αιχμαλωσια, για να τουσ παραδωσουν στον εδωμ· αλλα, θα στειλω φωτια στο τειχοσ τησ γαζασ, και θα καταφαει τα παλατια τησ. και θα εξολοθρευσω τον κατοικο απο την αζωτο, κι αυτον που κραταει το σκηπτρο απο την ασκαλωνα, και θα στρεψω το χερι μου εναντια στην ακκαρων, και το υπολοιπο των φιλισταιων θα απολεστει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: για τισ τρεισ παραβασεισ τησ τυρου, και για τισ τεσσερισ, δεν θα αποστρεψω την τιμωρια τησ· επειδη, παρεδωσαν τον λαο μου σε τελεια αιχμαλωσια στον εδωμ, και δεν θυμηθηκαν την αδελφικη συνθηκη· αλλα, θα στειλω φωτια στο τειχοσ τησ τυρου, και θα καταφαει τα παλατια τησ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: για τισ τρεισ παραβασεισ του εδωμ, και για τισ τεσσερισ, δεν θα αποστρεψω την τιμωρια του· επειδη, καταδιωξε τον αδελφο του με ρομφαια, και αθετησε την ευσπλαχνια του, και ο θυμοσ του κατασπαραττε ακαταπαυστα, και κρατουσε την οργη του παντοτινα· αλλα, θα στειλω φωτια εναντια στη θαιμαν, και θα καταφαει τα παλατια τησ βοσορρασ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: για τισ τρεισ παραβασεισ των γιων αμμων, και για τισ τεσσερισ, δεν θα αποστρεψω την τιμωρια του· επειδη, διεσχιζαν τισ εγκυμονουσεσ τησ γαλααδ, για να πλατυνουν το οριο τουσ· αλλα, θα αναψω φωτια στο τειχοσ τησ ραββα, και θα καταφαει τα παλατια τησ, με κραυγη μεσα στην ημερα τησ μαχησ, με ανεμοστροβιλο μεσα στην ημερα τησ θυελλασ. και ο βασιλιασ τουσ θα παει σε αιχμαλωσια, αυτοσ και οι αρχοντεσ του μαζι, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

2

ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: για τισ τρεισ παραβασεισ του μωαβ, και για τισ τεσσερισ, δεν θα αποστρεψω την τιμωρια του· επειδη, κατεκαψε τα κοκαλα του βασιλια του εδωμ μεχρι σκονησ· αλλα, θα στειλω φωτια εναντια στον μωαβ, και θα καταφαει τα παλατια τησ κιριωθ· και ο μωαβ θα πεθανει με θορυβο, με κραυγη, με ηχο σαλπιγγασ. και θα εξολοθρευσω απο αναμεσα του τον κριτη, και θα φονευσω μαζι του ολουσ τουσ αρχοντεσ του, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: για τισ τρεισ παραβασεισ του ιηhυδα, και για τισ τεσσερισ, δεν θα αποστρεψω την τιμωρια του· επειδη, καταφρονησαν τον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν φυλαξαν τα προσταγματα του, και τουσ πλανησαν τα ματαια τουσ, πισω απο τα οποια περπατησαν οι πατερεσ τουσ· αλλα, θα στειλω φωτια εναντια στον ιηhυδα, και θα καταφαει τα παλατια τησ ιερουσαλημ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: για τισ τρεισ παραβασεισ του ισραηλ, και για τισ τεσσερισ, δεν θα αποστρεψω την τιμωρια του· επειδη, πουλησαν τον δικαιο για ασημι, και τον πενητα για ενα ζευγαρι υποδηματα· οι οποιοι ποθουν να βλεπουν τη σκονη τησ γησ επανω στο κεφαλι των φτωχων, και αλλαζουν τον δρομο των πενητων· και γιοσ και πατερασ πηγαινουν προσ την ιδια νεαρη κοπελα, για να βεβηλωνουν το αγιο μου ονομα· και πλαγιαζουν κοντα σε καθε θυσιαστηριο, επανω σε ενδυματα που πηραν για ενεχυρο, και πινουν μεσα στον οικο των θεων τουσ το κρασι των καταδυναστευομενων. εγω, ομωσ, εξολοθρευσα τον αμορραιο απο μπροστα τουσ, που το υψοσ του ηταν σαν το υψοσ των κεδρων, κι αυτοσ ηταν ισχυροσ σαν τισ βελανιδιεσ· και αφανισα τον καρπο του απο πανω, και τισ ριζεσ του απο κατω. και εγω σασ ανεβασα απο τη γη τησ αιγυπτου, και σασ περιεφερα 40 χρονια μεσα απο την ερημο, για να κληρονομησετε τη γη του αμορραιου. και σηκωσα απο τουσ γιουσ σασ για προφητεσ, και απο τουσ νεουσ σασ για ναζηραιουσ. δεν ειναι ετσι, γιοι ισραηλ; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κι εσεισ ποτιζατε τουσ ναζηραιουσ κρασι· και προσταξατε τουσ προφητεσ, λεγοντασ: μη προφητευσετε. δεστε, εγω θα σασ καταθλιψω μεσα στον τοπο σασ, οπωσ καταθλιβεται η αμαξα γεματη χειροβολα. και η φυγη θα χαθει απο τον δρομεα, και ο ανδρειοσ δεν θα στερεωσει τη δυναμη του, και ο ισχυροσ δεν θα διασωσει την ψυχη του· και ο τοξοτησ δεν θα μπορεσει να σταθει, και ο ταχυποδασ να ξεφυγει, και ο καβαλαρησ να σωσει τη ζωη του· και ο γενναιοκαρδοσ αναμεσα στουσ δυνατουσ, θα φυγει γυμνοσ κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

3

ακουστε τουτον τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε εναντιον σασ, γιοι ισραηλ, εναντια σε ολοκληρο το γενοσ, που ανεβασα απο τη γη τησ αιγυπτου, λεγοντασ: εσασ μονον γνωρισα απο ολα τα γενη τησ γησ· γι' αυτο, θα σασ τιμωρησω για ολεσ σασ τισ ανομιεσ. μπορουν δυο να περπατησουν μαζι, αν δεν ειναι συμφωνοι; θα βρυχησει το λιονταρι μεσα στον δρυμο, αν δεν εχει θηραμα; θα εκπεμψει τη φωνη του ο σκυμνοσ απο την κατοικια του, αν δεν επιασε κατι; μπορει ενα πουλι να πεσει σε παγιδα επανω στη γη, εκει που δεν υπαρχει γι' αυτο βροχι; θα σηκωνοταν μια παγιδα απο τη γη, χωρισ να πιαστει κατι; μπορει να ηχησει σαλπιγγα στην πολη, και ο λαοσ να μη φοβηθει; μπορει να γινει συμφορα στην πολη, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να μη την εκανε; βεβαια, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ δεν θα κανει τιποτε, χωρισ να αποκαλυψει το αποκρυφο του στουσ δουλουσ του τουσ προφητεσ. το λιονταρι βρυχησε· ποιοσ δεν θα φοβηθει; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μιλησε· ποιοσ δεν θα προφητευσει; κηρυξτε προσ τα παλατια τησ αζωτου, και προσ τα παλατια τησ γησ τησ αιγυπτου, και πειτε: συγκεντρωθειτε επανω στα βουνα τησ σαμαρειασ, και δειτε τουσ μεγαλουσ θορυβουσ στο μεσον τησ, και τισ καταδυναστειεσ τησ αναμεσα τησ· επειδη, δεν ξερουν να πραττουν το ορθο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοι που θησαυριζουν αδικια και αρπαγη στα παλατια τουσ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: εχθροσ θα περικυκλωσει τη γη σου, και θα καταβαλει τη δυναμη σου απο σενα, και τα παλατια σου θα διαρπαγουν. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: οπωσ ο βοσκοσ αποσπαει απο το στομα του λιονταριου δυο σκελη η τον λωβο ενοσ αυτιου, ετσι θα αποσπαστουν οι γιοι ισραηλ, που κατοικουν στη σαμαρεια, απο τη γωνια του κρεβατιου, κι αυτοι στη δαμασκο, απο το στρωμα. ακουστε, και διαμαρτυρηθειτε στον οικο ιακωβ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, ο θεοσ των δυναμεων. οτι, κατα την ημερα που θα επισκεφθω τισ παραβασεισ του ισραηλ εναντιον του, θα επισκεφθω και τα θυσιαστηρια τησ βαιθηλ· και τα κερατα του θυσιαστηριου θα αποκοπουν, και θα πεσουν καταγησ. και θα παταξω το χειμωνιατικο παλατι μαζι με το καλοκαιρινο παλατι· και τα ελεφαντινα σπιτια θα απολεστουν, και τα μεγαλα σπιτια θα αφανιστουν, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

4

ακουστε αυτο τον λογο, θηλυκα δαμαλια τησ βασαν, που ειστε στο βουνο τησ σαμαρειασ, που καταδυναστευετε τουσ φτωχουσ, που καταθλιβετε τουσ πενητεσ, που λετε στουσ κυριουσ τουσ: φερτε να πιουμε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ ορκιστηκε στην αγιοτητα του, οτι, δεστε, ερχονται σε σασ ημερεσ, κατα τισ οποιεσ θα σασ πιασουν με αγκιστρια, και τουσ απογονουσ σασ με αλιευτικα καμακια. και θα βγειτε απο τισ χαλαστρεσ σασ, καθε μια απευθειασ μπροστα τησ· και θα απορριψετε ολα οσα ειναι του παλατιου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ελατε στη βαιθηλ, και ασεβηστε· στα γαλγαλα να πληθυνετε την ασεβεια· και φερτε τισ θυσιεσ σασ καθε πρωινο, τα δεκατα σασ καθε τριετια. και προσφερτε σε θυσια ευχαριστιασ ενζυμο ψωμι, και κηρυξτε τισ αυτοπροαιρετεσ προσφορεσ· αναγγειλατε τεσ· επειδη, ετσι σασ αρεσει, γιοι ισραηλ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. και εγω σασ εδωσα, ακομα, πεινα σε ολεσ τισ πολεισ σασ, και ελλειψη ψωμιου σε ολουσ τουσ τοπουσ σασ· και δεν επιστρεψατε σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εγω κρατησα επιπλεον απο σασ τη βροχη, οταν εμεναν ακομα τρεισ μηνεσ μεχρι το θεροσ· και εβρεξα επανω σε μια πολη, ενω επανω σε αλλη πολη δεν εβρεξα· μια μεριδα βραχηκε, και η μεριδα επανω στην οποια δεν εβρεξε, ξεραθηκε. ετσι, δυο τρεισ πολεισ, πηγαν περιπλανωμενεσ σε μια πολη για να πιουν νερο, και δεν χορτασαν· και δεν επιστρεψατε σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. σασ χτυπησα με ανεμοφθορα και ερυσιβη· το πληθοσ των κηπων σασ, και των αμπελωνων σασ, των συκεωνων σασ, και των ελαιωνων σασ, κατεφαγε η καμπια· και δεν επιστρεψατε σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. εστειλα επανω σασ θανατικο, συμφωνα με τον τροπο τησ αιγυπτου· θανατωσα τουσ νεουσ σασ με ρομφαια, αφου αιχμαλωτισα και τα αλογα σασ· και ανεβασα τη δυσωδια των στρατοπεδων σασ μεχρι τουσ μυκτηρεσ σασ· και δεν επιστρεψατε σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. σασ κατεστρεψα, οπωσ ο θεοσ κατεστρεψε τα σοδομα και τα γομορρα, και γινατε σαν δαυλοσ αποσπασμενοσ απο την πυρκαγια· και δεν επιστρεψατε σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. γι' αυτο, ετσι θα κανω σε σενα, ισραηλ· και δεδομενου οτι θα το κανω αυτο σε σενα, ετοιμασου να συναντησεισ τον θεο σου, ισραηλ. επειδη, δεστε, αυτοσ που μορφωνει τα βουνα, και κατασκευαζει τον ανεμο, και αναγγελλει στον ανθρωπο ποιοσ ειναι ο στοχασμοσ του, ο οποιοσ κανει την αυγη σκοταδι, και επιβαινει επανω στα υψη τησ γησ, κυριοσ ο θεοσ των δυναμεων ειναι το ονομα του.

5

ακουστε τουτο τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τον θρηνο που εγω αναλαμβανω εναντιον σασ, οικοσ ισραηλ. επεσε· δεν θα σηκωθει πλεον η παρθενα του ισραηλ· ειναι ριγμενη επανω στη γη τησ· δεν υπαρχει αυτοσ που να τη σηκωνει. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ: η πολη, απο την οποια εβγαιναν 1.000, θα μεινει με 100· και απο εκεινη που εβγαιναν 100, θα μεινει με 10, μεσα στον οικο ισραηλ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ τον οικο ισραηλ: ζητηστε με, και θα ζησετε. και μη ζητατε τη βαιθηλ, και μη μπαινετε μεσα στα γαλγαλα, και μη περνατε στη βηρ-σαβεε· επειδη, τα γαλγαλα θα πανε σε αιχμαλωσια, οπωσδηποτε, και η βαιθηλ θα καταντησει στο μηδεν. ζητηστε τον κυριο, και θα ζησετε· μηπωσ και ορμησει σαν φωτια επανω στον οικο ιωσηφ, και τον καταφαει, και δεν υπαρχει εκεινοσ που να σβηνει τη βαιθηλ. εσεισ, που μετατρεπετε την κριση σε αψινθι, και που απορριπτετε καταγησ τη δικαιοσυνη· ζητηστε αυτον που φτιαχνει την πλειαδα και τον ωριωνα, και μετατρεπει τη σκια του θανατου σε αυγη, και σκοτεινιαζει την ημερα σε νυχτα· αυτον που προσκαλει τα νερα τησ θαλασσασ, και τα ξεχυνει επανω στο προσωπο τησ γησ· το ονομα του ειναι κυριοσ· αυτον που ξεσηκωνει αφανισμο εναντια στον ισχυρο, και φερνει αφανισμο επανω στα οχυρωματα. μισουν αυτον που ελεγχει στην πυλη, και αηδιαζουν αυτον που μιλαει με ευθυτητα. γι' αυτο, επειδη καταθλιβετε τον φτωχο, και παιρνετε απ' αυτον φορο σιταριου, αν και οικοδομησατε λαξευτα σπιτια, ομωσ δεν θα κατοικησετε σ' αυτα· αν και φυτεψατε επιθυμητουσ αμπελωνεσ, ομωσ δεν θα πιειτε το κρασι τουσ. επειδη, γνωριζω τισ πολλεσ σασ ασεβειεσ, και τισ ισχυρεσ σασ αμαρτιεσ· εσεισ που καταθλιβετε τον δικαιο, δωροδοκειστε, και καταδυναστευετε τουσ φτωχουσ στην πυλη. γι' αυτο, ο συνετοσ θα σιωπα κατα τον καιρο εκεινο· επειδη, ειναι καιροσ κακοσ. εκζητηστε το καλο, και οχι το κακο, για να ζησετε· και ετσι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θα ειναι μαζι σασ, οπωσ ειπατε. μισειτε το κακο, και αγαπατε το καλο, και αποκαταστηστε την κριση στην πυλη· ισωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων να ελεησει το υπολοιπο του ιωσηφ. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεει τα εξησ: οδυρμοσ σε ολεσ τισ πλατειεσ· και σε ολουσ τουσ δρομουσ θα λενε: αλλοιμονο! αλλοιμονο! και θα κραζουν τον γεωργο σε πενθοσ, και τουσ επιτηδειουσ θρηνωδουσ σε οδυρμο. και σε ολεσ τισ αμπελουσ οδυρμοσ· επειδη, θα περασω μεσα απο σενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αλλοιμονο σ' αυτουσ που επιθυμουν την ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! προσ τι θα ειναι αυτη για σασ; η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι σκοταδι, και οχι φωσ. ειναι σαν να εφευγε ανθρωποσ μπροστα απο λιονταρι, και τον συναντουσε αρκουδα· η, σαν να εμπαινε μεσα σε σπιτι, και στηριζοντασ το χερι του επανω στον τοιχο, τον δαγκωνε φιδι. δεν θα ειναι η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σκοταδι και οχι φωσ; μαλιστα πυκνο σκοταδι, χωρισ να εχει καποια λαμψη; μισησα, αποστραφηκα τισ γιορτεσ σασ, και δεν θα οσφρανθω στα πανηγυρια σασ. αν μου προσφερετε τα ολοκαυτωματα και τισ θυσιεσ σασ, δεν θα τισ δεχθω, και δεν θα επιβλεψω επανω στισ ειρηνικεσ θυσιεσ των σιτευτων σασ. αφαιρεσε απο μενα τον ηχο των τραγουδιων σου· και δεν θα ακουσω το ασμα των οργανων σου. αλλα, η κριση ασ καταρρεει σαν νερο, και η δικαιοσυνη σαν ασταματητοσ χειμαρροσ. μηπωσ μου προσφερατε θυσιεσ και προσφορεσ, οικοσ ισραηλ, 40 χρονια μεσα στην ερημο; μαλιστα, ειχατε αναλαβει τη σκηνη του μολοχ σασ και τον χιουν, το αστερι του θεου σασ, τα ειδωλα σασ, που ειχατε κανει για τον εαυτο σασ. γι' αυτο, θα σασ μετοικισω περα απο τη δαμασκο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ο θεοσ των δυναμεων ειναι το ονομα του.

6

αλλοιμονο σ' αυτουσ που μενουν αμεριμνοι στη σιων, και εχουν πεποιθηση στο βουνο τησ σαμαρειασ, αυτα που διαφημιζονται ωσ εξοχα αναμεσα στα εθνη, και στα οποια ηρθε ο οικοσ ισραηλ! διαβειτε στη χαλνε, και δειτε· και απο εκει περαστε στη μεγαλη αιμαθ· επειτα, κατεβειτε στη γαθ των φιλισταιων· ειναι αυτεσ καλυτερεσ απ' αυτα τα βασιλεια; η, το οριο τουσ ειναι μεγαλυτερο απο το δικο σασ οριο; εσεισ που τοποθετειτε την κακη ημερα μακρια, και φερνετε κοντα την καθεδρα τησ αρπαγησ· εσεισ που πλαγιαζετε επανω σε ελεφαντινα κρεβατια, και ξαπλωνετε επανω στα στρωματα σασ, και τρωτε τα αρνια απο το ποιμνιο, και τα μοσχαρια μεσα απο την αγελη· εσεισ που ψαλλετε με τη φωνη τησ λυρασ, εφευρισκετε για τον εαυτο σασ οργανα μουσικησ, οπωσ ο δαβιδ· εσεισ που πινετε το κρασι με φιαλεσ, και αλειφεστε με τα εξαισια αρωματα· ομωσ, για τον συντριμμο του ιωσηφ δεν θλιβεστε. γι' αυτο, τωρα, αυτοι θα πανε σε αιχμαλωσια μαζι με τουσ πρωτουσ απο εκεινουσ που θα αιχμαλωτιστουν, και η αγαλλιαση εκεινων που ξαπλωνουν σε συμποσια θα αφαιρεθει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ ορκιστηκε στον εαυτο του, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων λεει: εγω αηδιαζω την επαρση του ιακωβ, και μισησα τα παλατια του, γι' αυτο θα παραδωσω την πολη και το πληρωμα τησ. και δεκα ανθρωποι αν απομεινουν σε ενα σπιτι, θα πεθανουν. και εκεινοσ ο θειοσ που θα σηκωνει καθε εναν απ' αυτουσ η, που θα τον καιει, για να βγαλει τα κοκαλα του απο το σπιτι, θα πει σ' αυτον που βρισκεται στο εσωτερικο του σπιτιου: ειναι κανενασ ακομα μαζι σου; κι αυτοσ θα πει: οχι. τοτε θα πει: σωπα· επειδη, δεν ειναι ακομα καιροσ να αναφερουμε το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεδομενου οτι, δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταζει και θα παταξει το μεγαλο σπιτι με συντριμμουσ, και το μικρο σπιτι με διαρρηξεισ. μπορουν να τρεξουν τα αλογα επανω σε βραχο; μπορει καποιοσ να αροτριασει εκει με βοδια; εσεισ, ομωσ, μεταστρεψατε την κριση σε χολη, και τον καρπο τησ δικαιοσυνησ σε αψινθι· εσεισ που ευφραινεστε σε μηδαμινα, που λετε: δεν αποκτησαμε στον εαυτο μασ δοξα με τη δυναμη μασ; αλλα, δεστε, εγω θα ξεσηκωσω ενα εθνοσ εναντιον σασ, ω οικοσ ισραηλ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων· και θα σασ καταθλιψουν, απο την εισοδο τησ αιμαθ μεχρι τον ποταμο τησ ερημου.

7

ετσι, εδειξε σε μενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· και δεστε, μορφωσε ακριδεσ στην αρχη τησ βλαστησησ του δευτερου χορταριου· και δεστε, ηταν το δευτερο χορταρι μετα τον θερισμο του βασιλια. και οταν τελειωσαν να τρωνε το χορταρι τησ γησ, τοτε ειπα: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε, γινε ελεημονασ, παρακαλω· ποιοσ θα αναστησει τον ιακωβ; επειδη, ειναι λιγοστοσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μεταμεληθηκε σε τουτο: δεν θα γινει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι, εδειξε σε μενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· και δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ καλει σε δικη με φωτια, και η φωτια κατεφαγε τη μεγαλη αβυσσο, και κατεφαγε ενα μεροσ τησ γησ. τοτε, ειπα: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε, σταματα, παρακαλω· ποιοσ θα αναστησει τον ιακωβ; επειδη, ειναι λιγοστοσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μεταμεληθηκε σ' αυτο: και τουτο δεν θα γινει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ. ετσι, μου εδειξε· και ξαφνου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στεκοταν επανω σε τοιχο, κτισμενον με σταθμη, εχοντασ στο χερι του μια σταθμη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: τι βλεπεισ εσυ, αμωσ; και ειπα: μια σταθμη. τοτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: δεσ, εγω θα βαλω σταθμη στο μεσον του λαου μου ισραηλ· και στο εξησ δεν θα τον παρατρεξω πλεον. και οι βωμοι του ισαακ θα ερημωθουν, και τα αγιαστηρια του ισραηλ θα αφανιστουν· και θα σηκωθω εναντια στον οικο του ιεροβοαμ με ρομφαια. τοτε, ο αμασιασ, ο ιερεασ τησ βαιθηλ, εστειλε στον ιεροβοαμ, τον βασιλια του ισραηλ, λεγοντασ: ο αμωσ συνωμοτησε εναντιον σου στο μεσον του οικου ισραηλ· ο τοποσ δεν μπορει να υποφερει ολα τα λογια του· επειδη, ο αμωσ λεει τα εξησ: ο ιεροβοαμ θα πεθανει απο ρομφαια, και ο ισραηλ θα φερθει σιγουρα αιχμαλωτοσ απο τη γη του. τοτε, ο αμασιασ ειπε στον αμωσ: ω, εσυ ο βλεπων, πηγαινε, φυγε στη γη του ιηhυδα, και εκει τρωγε ψωμι, και εκει προφητευε· και στη βαιθηλ μη προφητευσεισ πλεον, επειδη ειναι αγιαστηριο του βασιλια, και ειναι ο οικοσ του βασιλειου. και ο αμωσ απαντησε, και ειπε στον αμασια: δεν ημουν εγω προφητησ ουτε γιοσ προφητη εγω, αλλα ημουν βοσκοσ, και ο οποιοσ μαζευα συκαμινα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με πηρε πισω απο το ποιμνιο, και μου ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: πηγαινε, προφητευσε στον λαο μου τον ισραηλ. τωρα, λοιπον, ακου τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. εσυ λεσ: μη προφητευεισ εναντια στον ισραηλ, και μη σταλαζεισ λογο εναντια στον οικο ισαακ. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: η γυναικα σου θα ειναι πορνη μεσα στην πολη, και οι γιοι σου και οι θυγατερεσ σου θα πεσουν με ρομφαια, και η γη σου θα μοιραστει με σχοινι, κι εσυ θα πεθανεισ σε μια γη ακαθαρτη· και ο ισραηλ με σιγουρια θα φερθει απο τη γη του αιχμαλωτοσ.

8

ετσι εδειξε σε μενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· και ξαφνου, ενα κανιστρι καλοκαιριατικου καρπου. και ειπε: τι βλεπεισ εσυ, αμωσ; και ειπα: ενα κανιστρι καλοκαιριατικου καρπου. τοτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ειπε: ηρθε το τελοσ επανω στον λαο μου ισραηλ· στο εξησ, δεν θα τον παρατρεξω. και κατα την ημερα εκεινη τα ασματα του ναου θα ειναι ολολυγμοι, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· σε καθε τοπο θα ειναι πολλα πτωματα· θα τα πεταξουν εξω, μεσα σε σιωπη. ακουστε τουτο, εσεισ που ρουφατε τουσ πενητεσ, και αφανιζετε τουσ φτωχουσ του τοπου, λεγοντασ: ποτε θα περασει ο μηνασ, για να πουλησουμε γεννηματα; και το σαββατο, για να ανοιξουμε σιταρι, μικραινοντασ το εφα, και μεγαλωνοντασ τον σικλο, και νοθευοντασ τα ζυγια τησ απατησ; για να αγορασουμε τουσ φτωχουσ με ασημι, και τον πενητα για ενα ζευγαρι υποδηματα, και να πουλησουμε τα σκυβαλα του σιταριου; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε στη δοξα του ιακωβ, λεγοντασ: βεβαια, δεν θα λησμονησω ποτε κανενα απο τα εργα τουσ. η γη δεν θα ταραχτει γι' αυτο, και θα πενθησει καθε ενασ που κατοικει σ' αυτη; και δεν θα ξεχειλισει ολοκληρη σαν ποταμοσ, και δεν θα απορριφθει, και καταποντιστει σαν απο τον μεγαλο ποταμο τησ αιγυπτου; και κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, θα κανω τον ηλιο να δυσει σε καιρο μεσημεριου, και θα κατασκοτεινιασω τη γη μεσα σε φωτεινη ημερα. και θα μεταστρεψω τισ γιορτεσ σασ σε πενθοσ, και ολα τα ασματα σασ σε θρηνο· και θα ανεβασω σακο επανω σε καθε οσφυ, και φαλακρωμα επανω σε καθε κεφαλι· και θα τον καταστησω σαν αυτον που πενθει τον μονογενη του γιο, και το τελοσ του θα ειναι σαν μια ημερα πικριασ. δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, και θα στειλω πεινα επανω στη γη· οχι πεινα ψωμιου ουτε διψα νερου, αλλα ακροασησ των λογων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα περιπλανιουνται απο θαλασσα σε θαλασσα, και θα περιτρεχουν απο τον βορρα μεχρι την ανατολη, ζητωντασ τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και δεν θα βρουν. κατα την ημερα εκεινη, οι ωραιεσ παρθενεσ θα λιποθυμησουν, και οι νεοι, απο διψα. κι αυτοι που δινουν ορκο στην αμαρτια τησ σαμαρειασ, κι αυτοι που λενε: ζει ο θεοσ σου, δαν, και: ζει ο δρομοσ τησ βηρ-σαβεε, και θα πεσουν, και δεν θα σηκωθουν πλεον.

9

ειδα τον κυριο να στεκεται επανω στο θυσιαστηριο· και ειπε: παταξε το ανωφλι τησ πυλησ, για να σειστουν τα προπυλαια· και συντριψε τα επανω στα κεφαλια ολων αυτων· και τουσ υπολοιπουσ απ' αυτουσ θα τουσ θανατωσω με ρομφαια· κανενασ απ' αυτουσ, φευγοντασ, δεν θα διαφυγει, και κανενασ απ' αυτουσ, διασωζομενοσ, δεν θα διασωθει. αν σκαψουν μεχρι τον αδη, απο εκει θα τουσ αρπαξει το χερι μου· και αν ανεβουν στον ουρανο, θα τουσ κατεβασω απο εκει. και αν κρυφτουν στην κορυφη του καρμηλου, απο εκει θα εξερευνησω και θα τουσ συλλαβω· και αν κρυφτουν απο τα ματια μου στα βαθη τησ θαλασσασ, εκει θα προσταξω τον δρακοντα, και θα τουσ δαγκωσει. και αν πανε σε αιχμαλωσια μπροστα απο τουσ εχθρουσ τουσ, απο εκει θα προσταξω τη μαχαιρα, και θα τουσ θανατωσει· και θα στησω τα ματια μου επανω τουσ για κακο, και οχι για καλο. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των δυναμεων ειναι, ο οποιοσ αγγιζει τη γη, και λιωνει, και ολοι οσοι κατοικουν σ' αυτη θα πενθησουν· και θα ξεχειλισει ολοκληρη σαν ποταμοσ, και θα καταποντιστει σαν απο τον ποταμο τησ αιγυπτου. αυτοσ ειναι που κτιζει τα υπερωα του στον ουρανο, και θεμελιωνει τον θολο του επανω στη γη· ο οποιοσ προσκαλει τα νερα τησ θαλασσασ, και τα ξεχυνει επανω στο προσωπο τησ γησ· το ονομα του ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεν ειστε σε μενα σαν γιοι αιθιοπων, εσεισ γιοι ισραηλ; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δεν ανεβασα τον ισραηλ απο τη γη τησ αιγυπτου, και τουσ φιλισταιουσ απο την καφθορ, και τουσ συριουσ απο την κιρ; δεστε, τα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου ειναι εναντια στο αμαρτωλο βασιλειο, και θα το αφανισω απο το προσωπο τησ γησ· ομωσ, δεν θα αφανισω ολοκληρωτικα τον οικο ιακωβ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, δεστε, εγω θα προσταξω, και θα λιχνισω τον οικο ισραηλ αναμεσα σε ολα τα εθνη, οπωσ λιχνιζεται το σιταρι μεσα στο κοσκινο, και κοκκοσ δεν θα πεσει στη γη. με ρομφαια θα πεθανουν ολοι οι αμαρτωλοι του λαου μου, αυτοι που λενε: το κακο δεν θα μασ αγγιξει ουτε θα μασ καταφτασει. κατα την ημερα εκεινη θα σηκωσω τη σκηνη του δαβιδ, που ειχε πεσει, και θα φραξω τισ χαλαστρεσ τησ, και θα ανεγειρω τα ερειπια τησ, και θα την ξανακτισω, οπωσ στισ αρχαιεσ ημερεσ· για να κληρονομησουν το υπολοιπο του εδωμ, και ολα τα εθνη, επανω στα οποια αναφερεται το ονομα μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο οποιοσ τα κανει αυτα. δεστε, ερχονται ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που, αυτοσ ο οποιοσ αροτριαζει, θα φτασει τον θεριστη, και ο πατητησ του ληνου, αυτον που σπερνει τον σπορο· και τα βουνα θα σταλαξουν γλευκοσ, και ολοι οι λοφοι θα ρεουν αγαθα. και θα επιστρεψω τουσ αιχμαλωτουσ του λαου μου ισραηλ, και θα ξαναχτισουν τισ ερημωμενεσ πολεισ, και θα κατοικησουν· και θα φυτεψουν αμπελωνεσ, και θα πιουν το κρασι τουσ· και θα κανουν κηπουσ, και θα φανε τον καρπο τουσ. και θα τουσ φυτεψω επανω στη γη τουσ, και δεν θα αποσπαστουν πλεον απο τη γη τουσ, την οποια εδωσα σ' αυτουσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου.

αβδιου

1

οραση του αβδιου. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ για τον εδωμ: ακουσαμε αγγελια απο τον κυριο, και μηνυτησ σταλθηκε στα εθνη: σηκωθειτε, κι ασ σηκωθουμε εναντιον του για πολεμο. δεσ, σε εκανε μικρον αναμεσα στα εθνη· εισαι υπερβολικα καταφρονημενοσ. η υπερηφανεια τησ καρδιασ σου σε απατησε, εσενα που κατοικεισ στα κοιλωματα των γκρεμων, του οποιου η κατοικια ειναι ψηλη· που στην καρδια σου λεσ: ποιοσ θα με κατεβασει στη γη; αν σταθεισ μετεωροσ σαν τον αετο, και αν βαλεισ τη φωλια σου αναμεσα στα αστερια, και απο εκει θα σε κατεβασω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αν ερχονταν σε σενα κλεφτεσ, αν μεσα στη νυχτα ληστεσ, (πωσ εξαλειφθηκεσ!) δεν θα αρπαζαν για τον εαυτο τουσ αυτο που τουσ αρκουσε; αν ερχονταν σε σενα τρυγητεσ, δεν θα αφηναν απομαζωματα; πωσ εξερευνηθηκε ο ησαυ! αποκαλυφθηκαν οι κρυψωνεσ του! ολοι οι ανδρεσ τησ συμμαχιασ σου σε συνοδευσαν μεχρι το οριο σου· οι ανθρωποι, που ησαν μαζι σου με ειρηνη, σε απατησαν, και υπερισχυσαν εναντιον σου· αυτοι που ετρωγαν το ψωμι σου, εβαλαν ενεδρεσ απο κατω σου· δεν υπαρχει σ' αυτον συνεση. κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεν θα απολεσω και τουσ σοφουσ απο τον εδωμ, και τη συνεση απο το βουνο του ησαυ; και οι μαχητεσ σου, θαιμαν, θα φοβηθουν, για να αποκοπει με σφαγη καθε ανθρωποσ απο το βουνο του ησαυ. για την αδικια, εκεινη προσ τον αδελφο σου ιακωβ, θα σε σκεπασει ντροπη, και θα αποκοπεισ για παντα. κατα την ημερα, κατα την οποια στεκοσουν απεναντι, κατα την ημερα, κατα την οποια οι αλλογενεισ εφεραν τον στρατο του σε αιχμαλωσια, και οι ξενοι μπηκαν στισ πυλεσ του, και ερριξαν κληρουσ για την ιερουσαλημ, ησουν κι εσυ σαν ενασ απ' αυτουσ. δεν επρεπε, ομωσ, να επιβλεπεισ στην ημερα του αδελφου σου, στην ημερα τησ αποξενωσησ του· ουτε να χαιρεσαι εναντια στουσ γιουσ του ιηhυδα, κατα την ημερα του αφανισμου τουσ· ουτε να κομπαζεισ κατα την ημερα τησ θλιψησ τουσ. δεν επρεπε να μπεισ μεσα στην πυλη του λαου μου κατα την ημερα τησ συμφορασ τουσ· ουτε κι εσυ να θωρεισ τη θλιψη τουσ κατα την ημερα τησ συμφορασ τουσ· ουτε να βαλεισ χερι επανω στην περιουσια τουσ κατα την ημερα τησ συμφορασ τουσ· ουτε επρεπε να σταθεισ επανω στισ διεξοδουσ, για να αποκλειεισ εκεινουσ που, απο τον λαο, διασωζονταν· ουτε να παραδωσεισ τουσ υπολοιπουσ απ' αυτον κατα την ημερα τησ θλιψησ τουσ· επειδη, η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι κοντα, εναντια σε ολα τα εθνη· οπωσ εκανεσ, θα γινει σε σενα· η ανταποδοση σου θα στραφει επανω στο κεφαλι σου. επειδη, οπωσ εσεισ ηπιατε επανω στο αγιο βουνο μου, ετσι θα πινουν για παντα τα εθνη· ναι, θα πινουν, και θα ρουφανε, και θα ειναι σαν εκεινουσ που δεν υπαρχουν. επανω στο βουνο σιων, ομωσ, θα ειναι σωτηρια, και θα ειναι αγιο· και ο οικοσ ιακωβ θα κληρονομησει ολοκληρωτικα τισ κληρονομιεσ τουσ · και ο οικοσ ιακωβ θα ειναι φωτια, και ο οικοσ ιωσηφ φλογα, ενω ο οικοσ ησαυ σαν καλαμι· και θα αναψουν εναντιον τουσ, και θα τουσ καταφανε· και δεν θα υπαρχει υπολοιπο του οικου ησαυ· επειδη, μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εκεινοι τησ μεσημβρινησ περιοχησ θα κληρονομησουν ολοκληρωτικα το βουνο του ησαυ, και εκεινοι τησ πεδινησ περιοχησ, του φιλισταιουσ· και θα κληρονομησουν ολοκληρωτικα τα χωραφια του εφραιμ, και τα χωραφια τησ σαμαρειασ· και ο βενιαμιν, τη γαλααδ. κι αυτοσ ο στρατοσ των γιων ισραηλ, που αιχμαλωτιστηκε, εκεινη τη γη των χαναναιων μεχρι τα σαρεπτα. κι αυτοι τησ ιερουσαλημ, που αιχμαλωτιστηκαν, που ειναι στη σεφαραδ, θα κληρονομησουν ολοκληρωτικα τισ πολεισ του νοτου· και στο βουνο σιων θα ανεβουν σωτηρεσ, για να κρινουν το βουνο ησαυ· και η βασιλεια θα ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

ιωνασ

1

και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιωνα, τον γιο του αμαθι, λεγοντασ: σηκω, πηγαινε στη νινευη, τη μεγαλη πολη, και κηρυξε εναντιον τησ· επειδη, η ασεβεια τουσ ανεβηκε μπροστα μου. και ο ιωνασ σηκωθηκε για να φυγει απο το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, προσ τη θαρσεισ, και κατεβηκε στην ιοππη· και βρηκε ενα πλοιο, που πηγαινε στη θαρσεισ, και εδωσε τον ναυλο του, κι ανεβηκε σ' αυτο, για να παει μαζι τουσ στη θαρσεισ, για να φυγει απο το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, σηκωσε δυνατον ανεμο επανω στη θαλασσα, και εγινε μεγαλη φουρτουνα μεσα στη θαλασσα, και το πλοιο κινδυνευε να συντριφτει. και οι ναυτεσ φοβηθηκαν, και αναβοησαν καθε ενασ στον θεο του, και πεταξαν μεσα στη θαλασσα τα σκευη που ησαν στο πλοιο, για να ελαφρωθει απ' αυτα· ο ιωνασ, ομωσ, κατεβηκε στο κοιλωμα του πλοιου, και πλαγιασε, και κοιμοταν βαθια. και ο πλοιαρχοσ πλησιασε σ' αυτον, και του ειπε: τι κοιμασαι, εσυ; σηκω, επικαλεσου τον θεο σου, ισωσ μασ θυμηθει ο θεοσ, και δεν χαθουμε. και ειπαν καθε ενασ στον διπλανο του: ελατε να ριξουμε κληρουσ, για να γνωρισουμε εξαιτιασ τινοσ ηρθε αυτο το κακο επανω μασ. και ερριξαν κληρουσ, και ο κληροσ επεσε στον ιωνα. τοτε, του ειπαν: πεσ μασ, τωρα, εξαιτιασ τινοσ πραγματοσ ηρθε αυτο το κακο επανω μασ; τι ειναι το εργο σου; απο που ερχεσαι; ποιοσ ειναι ο τοποσ σου; και απο ποιον λαο εισαι; και εκεινοσ τουσ ειπε: εγω ειμαι εβραιοσ· και σεβομαι τον κυριο τον θεο του ουρανου, που δημιουργησε τη θαλασσα και την ξηρα. τοτε, οι ανθρωποι φοβηθηκαν με μεγαλον φοβο, και του ειπαν: τι ειναι αυτο που εκανεσ; επειδη, οι ανθρωποι γνωρισαν, οτι εφευγε απο το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεδομενου οτι, τουσ το ειχε αναγγειλει. και του ειπαν: τι να σε κανουμε, ωστε να ησυχασει η θαλασσα μαζι μασ; επειδη, η θαλασσα κλυδωνιζοταν ολο και περισσοτερο. και τουσ ειπε: σηκωστε με, και ριξτε με μεσα στη θαλασσα, και η θαλασσα θα ησυχασει μαζι σασ· επειδη, εγω γνωριζω οτι εξαιτιασ μου εγινε αυτη η μεγαλη φουρτουνα επανω σασ. οι ανθρωποι, ομωσ, κωπηλατουσαν δυνατα για να επιστρεψουν στην ξηρα, αλλα δεν μπορουσαν· επειδη, η θαλασσα κλυδωνιζοταν ολο και περισσοτερο εναντιον τουσ. γι' αυτο, αναβοησαν στον κυριο, και ειπαν: παρακαλουμε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, παρακαλουμε, ασ μη χαθουμε για τη ζωη αυτου του ανθρωπου, και μη επιβαλεισ επανω μασ αθωο αιμα· επειδη, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εκανεσ οπωσ ηθελεσ. και σηκωσαν τον ιωνα, και τον ερριξαν μεσα στη θαλασσα· και η θαλασσα σταθηκε απο τον θυμο τησ. τοτε, οι ανθρωποι φοβηθηκαν με μεγαλον φοβο, και προσφεραν θυσια στον κυριο, και εκαναν ευχεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διεταξε ενα μεγαλο κητοσ να καταπιει τον ιωνα. και ο ιωνασ ηταν στην κοιλια του κητουσ τρεισ ημερεσ και τρεισ νυχτεσ.

2

και ο ιωνασ προσευχηθηκε στον κυριο τον θεο του απο την κοιλια του κητουσ, και ειπε: μεσα στη θλιψη μου βοησα στον κυριο, και με εισακουσε· απο την κοιλια του αδη βοησα, και ακουσεσ τη φωνη μου. επειδη, με ερριξεσ στα βαθη, στην καρδια τησ θαλασσασ, και ρευματα με περικυκλωσαν· ολεσ οι τρικυμιεσ σου και τα κυματα σου περασαν απο πανω μου. κι εγω ειπα: απορριφθηκα μπροστα απο τα ματια σου· ομωσ, θα επιβλεψω ξανα στον αγιο ναο σου. τα νερα με περικυκλωσαν μεχρι την ψυχη, η αβυσσοσ με εκλεισε ολογυρα, τα φυκια τυλιχθηκαν γυρω απο το κεφαλι μου. κατεβηκα στα τελευταια μερη των βουνων· οι μοχλοι τησ γησ ειναι για παντα απο πανω μου· αλλ' η ζωη μου ανεβηκε απο τη φθορα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε μου. ενω η ψυχη λιποθυμουσε μεσα μου, θυμηθηκα τον κυριο· και η προσευχη μου περασε μεσα προσ εσενα, στον ναο σου τον αγιο. αυτοι που τηρουν τισ ματαιοτητεσ του ψεματοσ, εγκαταλειπουν το ελεοσ τουσ. εγω, ομωσ, θα θυσιασω σε σενα με φωνη αινεσησ· θα αποδωσω οσα ευχηθηκα· η σωτηρια προερχεται απο τον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε το κητοσ, και ξερασε τον ιωνα επανω στην ξηρα.

3

και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ιωνα για δευτερη φορα, λεγοντασ: σηκω, πηγαινε στη νινευη, τη μεγαλη πολη, και κηρυξε σ' αυτη το κηρυγμα, που εγω μιλαω σε σενα. και ο ιωνασ σηκωθηκε, και πηγε στη νινευη, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. η νινευη ηταν μια υπερβολικα μεγαλη πολη, εκτασησ δρομου τριων ημερων. και ο ιωνασ αρχισε να περναει μεσα απο την πολη δρομον μιασ ημερασ, και κηρυξε, και ειπε: ακομα 40 ημερεσ, και η νινευη θα καταστραφει. και οι ανδρεσ τησ νινευη πιστεψαν στον θεο, και κηρυξαν νηστεια, και ντυθηκαν σακουσ, απο τον πιο μεγαλο αναμεσα τουσ μεχρι τον πιο μικρο απ' αυτουσ· επειδη, ο λογοσ ειχε φτασει στον βασιλια τησ νινευη, και σηκωθηκε απο τον θρονο του, και εβγαλε απο πανω του τη στολη του, και σκεπαστηκε με σακο, και καθησε επανω σε σταχτη. και διακηρυχθηκε και γνωστοποιηθηκε στη νινευη, με ψηφισμα του βασιλια και των μεγιστανων του, και ειπωθηκε: οι ανθρωποι και τα κτηνη, τα βοδια και τα προβατα, να μη γευτουν τιποτε· ουτε να βοσκησουν ουτε να πιουν νερο· αλλα, ανθρωποσ και κτηνοσ να σκεπαστουν με σακουσ, και να φωναξουν στον θεο δυνατα· και ασ επιστρεψουν καθε ενασ απο τον πονηρο του δρομο, και απο την αδικια που ειναι στα χερια τουσ. ποιοσ ξερει αν ο θεοσ επιστρεψει και μεταμεληθει, και επιστρεψει απο την οργη του θυμου του, και δεν χαθουμε; και ο θεοσ ειδε τα εργα τουσ, οτι απεστρεψαν απο τον πονηρο τουσ δρομο· και ο θεοσ μεταμεληθηκε για το κακο, που ειχε πει να κανει σ' αυτουσ· και δεν το εκανε.

4

και ο ιωνασ λυπηθηκε με μεγαλη λυπη, και αγανακτησε. και προσευχηθηκε στον κυριο, και ειπε: ω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ δεν ηταν ο λογοσ μου, ενω ημουν ακομα στην πατριδα μου; γι' αυτο, προλαβα να φυγω στη θαρσεισ· επειδη, γνωριζα οτι εσυ εισαι θεοσ ελεημονασ και οικτιρμονασ, μακροθυμοσ και πολυελεοσ, και μετανοεισ για το κακο. και, τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, παρε, σε παρακαλω, απο μενα την ψυχη μου· επειδη, ειναι καλυτερο σε μενα να πεθανω, παρα να ζω. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: ειναι καλο να αγανακτεισ; και ο ιωνασ βγηκε απο την πολη, και καθησε προσ το ανατολικο μεροσ τησ πολησ, και εκει εκανε για τον εαυτο του μια καλυβα, και καθοταν κατω απο τη σκια τησ, μεχρισ οτου δει τι επροκειτο να γινει στην πολη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ διεταξε μια κολοκυθια, και εκανε να ανεβει επανω απο τον ιωνα, για να ειναι σκια επανω απο το κεφαλι του, για να τον ανακουφισει απο τη θλιψη του. και ο ιωνασ χαρηκε για την κολοκυθια με μεγαλη χαρα. και ο θεοσ διεταξε ενα σκουληκι, οταν χαραξε η αυγη τησ επομενησ ημερασ· και χτυπησε την κολοκυθια, και ξεραθηκε. και καθωσ ανετειλε ο ηλιοσ, διεταξε ο θεοσ εναν καυστικο ανατολικο ανεμο· και ο ηλιοσ χτυπησε το κεφαλι του ιωνα, ωστε λιγοψυχησε· και ζητησε μεσα στην ψυχη του να πεθανει· και ειπε: ειναι καλυτερο σε μενα να πεθανω, παρα να ζω. και ο θεοσ ειπε στον ιωνα: ειναι καλο να αγανακτεισ για την κολοκυθια; και ειπε: ειναι καλο να αγανακτω μεχρι θανατου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: εσυ λυπηθηκεσ για την κολοκυθια, για την οποια δεν κοπιασεσ, αλλ' ουτε την εκανεσ να αυξηθει, η οποια γεννηθηκε μεσα σε μια νυχτα, και μεσα σε μια νυχτα χαθηκε. κι εγω δεν επρεπε να λυπηθω για τη νινευη, τη μεγαλη πολη, στην οποια υπαρχουν περισσοτερεσ απο 12 μυριαδεσ ανθρωπων, που δεν διακρινουν το δεξι τουσ απο το αριστερο τουσ χερι, και πολλα κτηνη;

μιχαιασ

1

ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εγινε στον μιχαια, τον μωρασθιτη, κατα τισ ημερεσ του ιωαθαμ, του αχαζ, και του εζεκια, των βασιλιαδων του ιηhυδα, που ειδε, για τη σαμαρεια και την ιερουσαλημ. ακουστε, ολοι οι λαοι· προσεχε, γη, και το πληρωμα τησ· και ασ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μαρτυρασ σε σασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο τον ναο του τον αγιο. επειδη, δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βγαινει απο τον τοπο του, και θα κατεβει, και θα πατησει επανω στα υψη τησ γησ. και τα βουνα θα διαλυθουν απο κατω του, και οι κοιλαδεσ θα σχιστουν, σαν κερι μπροστα απο τη φωτια και σαν νερα που κατερχονται σε εναν κατηφορο. εξαιτιασ τησ ασεβειασ του ιακωβ συμβαινει ολο αυτο, και εξαιτιασ τησ αμαρτιασ του οικου ισραηλ. ποια ειναι η ασεβεια του ιακωβ; οχι η σαμαρεια; και ποιοι ειναι οι ψηλοι τοποι του ιηhυδα; οχι η ιερουσαλημ; γι' αυτο, θα καταστησω τη σαμαρεια σε σωρουσ απο πετρεσ χωραφιου, οπου φυτευεται αμπελωνασ· και θα κυλισω ολοτελα τισ πετρεσ τησ στην κοιλαδα, και θα ξεσκεπασω τα θεμελια τησ. και ολα τα γλυπτα τησ θα κατακοπουν, και ολα τα μισθωματα τησ θα κατακαουν με φωτια, και θα εξαφανισω ολα τα ειδωλα τησ· επειδη, τα συγκεντρωσε απο μισθο πορνειασ, και σε μισθο πορνειασ θα επιστραφουν. γι' αυτο, θα θρηνησω και θα ολολυξω, θα παω ξεντυμενοσ και γυμνοσ· θα κανω θρηνο σαν τα τσακαλια, και πενθοσ σαν τισ στρουθοκαμηλουσ. επειδη, η πληγη τησ ειναι ανιατη, επειδη ηρθε μεχρι τον ιηhυδα, εφτασε μεχρι την πυλη του λαου μου, μεχρι την ιερουσαλημ. μη το αναγγειλετε στη γαθ, μη πενθησετε πενθοσ· στη βηθ-αφρα κυλισου στη σκονη. διαβα, η κατοικοσ τησ σαφιρ, εχοντασ τη ντροπη σου γυμνη· η κατοικοσ τησ σανααν ασ μη βγει εξω· το πενθοσ τησ βαιθ-εζηλ απο σασ θα παρει την αρχη του. επειδη, η κατοικοσ τησ μαρωθ λυπηθηκε για τα αγαθα τησ, δεδομενου οτι κατεβηκε κακο απο τον κυριο στην πυλη τησ ιερουσαλημ. κατοικε τησ λαχεισ, ζευξε την αμαξα στο γρηγορο αλογο· εσυ, η αρχη τησ αμαρτιασ στη θυγατερα τησ σιων· επειδη, οι ασεβειεσ του ισραηλ βρεθηκαν σε σενα. γι' αυτο, θα δωσεισ εγγραφο απελευθερωσησ στη μορεσεθ-γαθ· τα σπιτια του αχζιβ θα ματαιωσουν τισ ελπιδεσ των βασιλιαδων του ισραηλ. επιπλεον, θα φερω κληρονομον σε σενα, κατοικε τησ μαρησα· θαρθει μεχρι την οδολλαμ, τη δοξα του ισραηλ. φαλακρωσου, και κουρεψε το κεφαλι σου για τα τρυφερα παιδια σου· να πλατυνεισ τη φαλακροτητα σου σαν αετοσ, επειδη απο σενα αιχμαλωτιστηκαν.

2

αλλοιμονο σ' αυτουσ που συλλογιζονται ανομια, σ' αυτουσ που μηχανευονται κακο στα κρεβατια τουσ! μολισ φεγγει η αυγη, το πραττουν αμεσωσ, επειδη ειναι στη δυναμη του χεριου τουσ. και επιθυμουν χωραφια, και παιρνουν με τη βια· και σπιτια, και τα αρπαζουν· ετσι διαρπαζουν τον ανθρωπο και το σπιτι του, ναι, τον ανθρωπο και την κληρονομια του. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεστε, εναντια σ' αυτο το γενοσ εγω βουλευομαι κακο, απο το οποιο δεν θα ελευθερωσετε τουσ λαιμουσ σασ ουτε θα περπατατε υπερηφανα· επειδη, ο καιροσ αυτοσ ειναι κακοσ. κατα την ημερα εκεινη θα αναλαβουν παροιμια εναντιον σασ, και εκεινοσ που θρηνει με θρηνο, θα θρηνησει, και θα πει: αφανιστηκαμε ολοκληρωτικα· εχει αλλοιωσει τη μεριδα του λαου μου· πωσ την απομακρυνε απο μενα! αντι να αποδωσει, διαμοιρασε τα χωραφια μασ. γι' αυτο, εσυ δεν θαχεισ καποιον που να βαζει σχοινι για κληρο, στη συναξη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. μη προφητευετε, εσεισ που προφητευετε· δεν θα προφητευσουν σ' αυτουσ· η ντροπη τουσ δεν θα απομακρυνθει. ω, εσυ, που αποκαλεισαι οικοσ ιακωβ, μικρυνε το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; ειναι τετοια τα επιτηδευματα του; τα λογια μου δεν κανουν καλο σ' αυτουσ που περπατουν ορθα; και αλλοτε ο λαοσ μου ειχε επαναστατησει σαν εχθροσ· αρπαζετε το επανωφορι μαζι με τον χιτωνα απο εκεινουσ που διαβαινουν αφοβα, απ' αυτουσ που επιστρεφουν απο τον πολεμο. εξωσατε τισ γυναικεσ του λαου μου απο τα ευχαριστα σπιτια τουσ· απο τα παιδια τουσ αφαιρεσατε για παντα τη δοξα μου. σηκωθειτε, και αναχωρηστε· επειδη, αυτη δεν ειναι η αναπαυση σασ· δεδομενου οτι, μολυνθηκε, θα σασ αφανισει, μαλιστα μεσα σε σκληρον αφανισμο. αν καποιοσ περπαταει συμφωνα με το πνευμα του και μιλαει ψεματα, λεγοντασ: θα προφητευσω σε σενα για κρασι και σικερα, αυτοσ βεβαια θα ειναι ο προφητησ αυτου του λαου. βεβαια, θα σε συγκεντρωσω ολοκληρον, ιακωβ· θα συγκεντρωσω, βεβαια, το υπολοιπο του ισραηλ· θα τουσ βαλω μαζι σαν προβατα τησ βοσορρασ, σαν κοπαδι στο μεσον τησ μαντρασ τουσ· θα κανουν μεγαλον θορυβο απο το πληθοσ των ανθρωπων. αυτοσ που διασπαει, ανεβηκε μπροστα τουσ· διεσπασαν, κι ανεβηκαν διαμεσου τησ πυλησ, και βγηκαν απ' αυτη· και ο βασιλιασ τουσ θα διαβει μπροστα τουσ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επικεφαλησ τουσ.

3

και ειπα: ακουστε, τωρα, αρχηγοι του ιακωβ, και αρχοντεσ του οικου ισραηλ: δεν ανηκει σε σασ να γνωριζετε την κριση; εσεισ που μισειτε το καλο, και αγαπατε το κακο, που αποσπατε το δερμα τουσ απο πανω τουσ, και τη σαρκα τουσ απο τα κοκαλα τουσ, κατατρωτε, ακομα, τη σαρκα του λαου μου, και γδερνετε το δερμα τουσ απο πανω τουσ, και συντριβετε τα κοκαλα τουσ, και τα κατακοβετε σαν για χυτρα, και σαν κρεασ μεσα σε καζανι. τοτε, θα βοησουν προσ τον κυριο· ομωσ, δεν θα τουσ εισακουσει· μαλιστα, θα κρυψει απ' αυτουσ το προσωπο του κατα την εποχη εκεινη, επειδη φερθηκαν ασχημα στισ πραξεισ τουσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τουσ προφητεσ, που πλανουν τον λαο μου, οι οποιοι, καθωσ δαγκωνουν με τα δοντια τουσ, φωναζουν: ειρηνη· και αν καποιοσ δεν βαλει κατι στο στομα τουσ, κηρυττουν εναντιον του πολεμο. γι' αυτο, θα ειναι σε σασ νυχτα, αντι ορασησ, και σκοταδι σε σασ αντι μαντειασ· και ο ηλιοσ θα δυσει επανω στουσ προφητεσ, και η ημερα θα σκοτεινιασει επανω τουσ. τοτε, αυτοι που βλεπουν, θα ντροπιαστουν, και οι μαντεισ θα ντραπουν· και θα σκεπασουν τα χειλη τουσ, ολοι αυτοι, επειδη δεν υπαρχει αποκριση του θεου. αλλα εγω, βεβαια, ειμαι γεματοσ δυναμη διαμεσου του πνευματοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και κριση, και ισχυ, για να αναγγειλω στον ιακωβ την παραβαση του, και στον ισραηλ την αμαρτια του. ακουστε, λοιπον, τουτο, αρχηγοι του ιακωβ, αρχοντεσ του οικου ισραηλ, εσεισ που αηδιαζετε την κριση, και διαστρεφετε καθε ευθυτητα· που κτιζετε τη σιων με αιμα, και την ιερουσαλημ με ανομια. οι αρχοντεσ τησ κρινουν με δωρα, και οι ιερεισ τησ διδασκουν με μισθο, και οι προφητεσ τησ μαντευουν με ασημι, και επαναπαυονται στον κυριο, λεγοντασ: δεν ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναμεσα μασ; κακο δεν θαρθει επανω μασ. γι' αυτο, η σιων θα αροτριαστει εξαιτιασ σασ σαν χωραφι, και η ιερουσαλημ θα γινει σωροσ απο πετρεσ, και το βουνο του οικου σαν ψηλοι τοποι δρυμου.

4

και κατα τισ εσχατεσ ημερεσ το βουνο του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα στηριχθει επανω στην κορυφη των βουνων, και θα υψωθει πιο πανω απο τουσ λοφουσ· και λαοι θα συρρεουν σ' αυτο. και πολλα εθνη θα πανε, και θα πουν: ελατε, και ασ ανεβουμε στο βουνο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στον οικο του θεου του ιακωβ· και θα μασ διδαξει τουσ δρομουσ του, και θα περπατησουμε στα μονοπατια του· επειδη, απο τη σιων θα βγει νομοσ, και απο την ιερουσαλημ λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα κρινει αναμεσα σε πολλουσ λαουσ, και θα ελεγξει ισχυρα εθνη, μεχρι μακρια· και θα σφυρηλατησουν τισ μαχαιρεσ τουσ για υνια, και τισ λογχεσ τουσ για δρεπανια· εθνοσ δεν θα σηκωσει μαχαιρα εναντια σε αλλο εθνοσ ουτε θα μαθουν πλεον τον πολεμο. και καθε ενασ θα καθεται κατω απο την αμπελο του, και κατω απο τη συκια του· και δεν θα υπαρχει καποιοσ που να εκφοβιζει· για τον λογο οτι, το στομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων μιλησε. επειδη, ολοι οι λαοι θα περπατουν καθε ενασ στο ονομα του θεου του· εμεισ, ομωσ, θα περπατουμε στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ στον αιωνα, και στον αιωνα. κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα συναξω αυτην που χωλαινει, και θα δεχθω μεσα αυτην που αποβληθηκε, και εκεινην που εθλιψα. και θα κανω αυτην που χωλαινει υπολοιπο, και αυτην που αποβληθηκε ισχυρο εθνοσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα βασιλευει επανω τουσ στο βουνο σιων, απο τωρα και μεχρι τον αιωνα. κι εσυ, πυργε του ποιμνιου, οχυρωμα τησ θυγατερασ σιων, σε σενα θαρθει η πρωτη εξουσια· ναι, θαρθει το βασιλειο στη θυγατερα τησ ιερουσαλημ. γιατι τωρα κραυγαζεισ δυνατα; δεν υπαρχει σε σενα βασιλιασ; αφανιστηκε ο συμβουλοσ σου, ωστε σε κατελαβαν ωδινεσ σαν αυτη που γενναει; κοιλοπονα, και αγωνιζου, θυγατερα σιων, οπωσ αυτη που γενναει· επειδη, τωρα θα βγεισ εξω απο την πολη, και θα κατοικησεισ σε χωραφι, και θα πασ μεχρι τη βαβυλωνα· εκει θα ελευθερωθεισ· εκει θα σε εξαγορασει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο το χερι των εχθρων σου. τωρα, ομωσ, πολλα εθνη συγκεντρωθηκαν εναντιον σου, που λενε: ασ μολυνθει, και ασ επιβλεπει το ματι μασ επανω στη σιων. αυτοι, ομωσ, δεν γνωριζουν τισ σκεψεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ουτε καταλαβαινουν τη βουλη του, οτι τουσ συγκεντρωσε σαν χειροβολα αλωνιου. σηκω, και αλωνιζε, θυγατερα σιων· επειδη, θα κανω το κερασ σου σιδερενιο, και θα κανω τισ οπλεσ σου χαλκινεσ· και θα κατασυντριψεισ πολλουσ λαουσ· και θα αφιερωσω στον κυριο τα διαρπαγματα τουσ, και την περιουσια τουσ στον κυριο ολοκληρησ τησ γησ.

5

συγκεντρωθειτε τωρα σε ταγματα, θυγατερα ταγματων· εβαλε πολιορκια εναντιον μασ· θα παταξουν τον κριτη του ισραηλ με ραβδο επανω στο σαγονι. κι εσυ, βηθλεεμ εφραθα, η μικρη, ωστε να εισαι αναμεσα στισ χιλιαδεσ του ιηhυδα, απο σενα θα εξελθει σε μενα ενασ ανδρασ για να ειναι ηγουμενοσ στον ισραηλ· που οι εξοδοι του ειναι εξαρχησ, απο ημερεσ αιωνα. γι' αυτο, θα τουσ αφησει, μεχρι τον καιρο κατα τον οποιο αυτη που γενναει θα γεννησει· τοτε, το υπολοιπο των αδελφων του θα επιστρεψει στουσ γιουσ ισραηλ. και θα σταθει, και θα ποιμανει με τη δυναμη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με τη μεγαλειοτητα του ονοματοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του· και θα κατοικησουν· επειδη, τωρα θα μεγαλυνθει μεχρι τα ακρα τησ γησ. κι αυτοσ θα ειναι ειρηνη. οταν ο ασσυριοσ ερθει στη γη μασ, και οταν πατησει στα παλατια μασ, τοτε θα σηκωσουμε εναντιον του επτα ποιμενεσ, και οκτω αρχοντεσ ανθρωπων· και θα ποιμανουν τη γη τησ ασσυριασ με ρομφαια, και τη γη του νεβρωδ στισ εισοδουσ του· και θα μασ ελευθερωσει απο τον ασσυριο, οταν ερθει στη γη μασ, και οταν πατησει στα ορια μασ. και το υπολοιπο του ιακωβ θα ειναι αναμεσα σε πολλουσ λαουσ σαν δροσοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σαν σταγονεσ επανω σε χορταρι, που δεν προσμενει απο ανθρωπο ουτε ελπιζει σε γιουσ ανθρωπων. και το υπολοιπο του ιακωβ θα ειναι αναμεσα στα εθνη, αναμεσα σε πολλουσ λαουσ, σαν λιονταρι αναμεσα σε κτηνη του δρυμου, σαν σκυμνοσ αναμεσα σε ποιμνια προβατων, που καταπατει διαβαινοντασ, και διασπαρασσει, και δεν υπαρχει εκεινοσ που να ελευθερωνει. το χερι σου θα υψωθει εναντια στουσ εναντιουσ σου, και ολοι οι εχθροι σου θα αποκοπουν. και κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα εξολοθρευσω τα αλογα σου απο αναμεσα σου, και θα απολεσω τισ αμαξεσ σου. και θα εξολοθρευσω τισ πολεισ τησ γησ σου, και θα κατεδαφισω ολα τα οχυρωματα σου. και θα εξολοθρευσω τισ μαγειεσ απο το χερι σου· και στο εξησ δεν θαχεισ μαντεισ. και θα εξολοθρευσω τα γλυπτα σου και τα ειδωλα σου απο αναμεσα σου· και δεν θα λατρευσεισ πλεον το εργο των χεριων σου. και θα αποσπασω τα αλση σου απο αναμεσα σου· και θα αφανισω τισ πολεισ σου. και θα κανω εκδικηση με θυμο και με οργη επανω στα εθνη, που δεν με ακουσαν.

6

ακουστε, τωρα, ο,τι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: σηκω, διαδικασου μπροστα στα βουνα, και ασ ακουσουν οι λοφοι τη φωνη σου. ακουστε, βουνα, την κριση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κι εσεισ, τα ισχυρα θεμελια τησ γησ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εχει κριση με τον λαο του, και θα διαδικαστει με τον ισραηλ. λαε μου, τι σου εκανα; και σε τι σε παρενοχλησα; να δωσεισ μαρτυρια εναντιον μου. επειδη, σε ανεβασα απο τη γη τησ αιγυπτου, και σε λυτρωσα απο οικον δουλειασ· και εστειλα μπροστα σου τον μωυση, τον ααρων, και τη μαριαμ. λαε μου, θυμησου τωρα τι ειχε σκεφθει ο βαλακ, ο βασιλιασ του μωαβ, και τι αποκριθηκε σ' αυτον ο βαλααμ, ο γιοσ του βεωρ, απο το σιττειμ μεχρι τα γαλγαλα, για να γνωρισετε τη δικαιοσυνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. με τι θαρθω μπροστα στον κυριο, να προσκυνησω μπροστα στον υψιστο θεο; θαρθω μπροστα του με ολοκαυτωματα, με χρονιαρικα μοσχαρια; θα ευαρεστηθει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε χιλιαδεσ κριαρια η σε μυριαδεσ απο ποταμια λαδιου; θα δωσω τον πρωτοτοκο μου για την παραβαση μου, τον καρπο τησ κοιλιασ μου για την αμαρτια τησ ψυχησ μου; ανθρωπε, αυτοσ σου εδειξε τι ειναι το καλο· και τι ζηταει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο σενα, παρα να πραττεισ το δικαιο, και να αγαπασ ελεοσ, και να περπατασ ταπεινα μαζι με τον θεο σου; η φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κραζει προσ την πολη, και η σοφια θα φοβαται το ονομα σου· ακουστε τη ραβδο, και ποιοσ τη διορισε. υπαρχουν ακομα οι θησαυροι τησ ασεβειασ στο σπιτι του ασεβουσ, και το βδελυκτο λειψο μετρο; να τουσ δικαιωσω με τισ ασεβεισ πλαστιγγεσ, και με το σακι που εχει τα δολια ζυγια; επειδη, οι πλουσιοι τησ ειναι γεματοι απο αδικια, και οι κατοικοι τησ μιλησαν ψεματα, και η γλωσσα τουσ ειναι απατηλη μεσα στο στομα τουσ. και εγω, λοιπον, αφου σε παταξω, θα σε αδυνατισω, θα σε ερημωσω εξαιτιασ των αμαρτιων σου. εσυ θα τρωσ, και δεν θα χορταινεισ· και η πεινα σου θα ειναι στο μεσον σου· και θα φυγεισ, αλλα δεν θα διασωσεισ· και ο,τι διεσωσεσ, θα το παραδωσω στη ρομφαια. εσυ θα σπειρεισ, και δεν θα θερισεισ· θα πιεσεισ ελιεσ, και δεν θα αλειφτεισ με λαδι· και γλευκοσ, και δεν θα πιεισ κρασι. επειδη, φυλαχτηκαν τα διαταγματα του αμρι, και ολα τα εργα τησ οικογενειασ του αχααβ, και πορευτηκατε στισ βουλεσ τουσ· για να σε παραδωσω σε αφανισμο, και τουσ κατοικουσ τησ σε συριγμο και θα βασταξετε το ονειδοσ του λαου μου.

7

αλλοιμονο σε μενα! επειδη, ειμαι σαν συναξη καρπων του καλοκαιριου, σαν επιφυλλιδα τρυγητου· δεν υπαρχει τσαμπι για να φαει καποιοσ· η ψυχη μου επιθυμησε τισ απαρχεσ των καρπων. ο οσιοσ απολεστηκε απο τη γη, και ο ευθυσ δεν υπαρχει αναμεσα στουσ ανθρωπουσ· ολοι ενεδρευουν για αιμα· καθε ενασ κυνηγαει τον αδελφο του μεχρι εξολοθρεμο. ετοιμαζουν τα χερια τουσ στο να κακοποιουν· ο αρχοντασ απαιτει, και ο κριτησ κρινει με μισθο· ο μεγαλοσ προφερει την πονηρη του επιθυμια, που, αφου περιστραφουν μαζι, την εκπληρωνουν. ο καλυτεροσ τουσ ειναι σαν αγκαθι· ο ευθυσ πιο αιχμηροσ απο αγκαθενιον φραγμο· η ημερα των φυλακων σου, η επισκεψη σου εφτασε· τωρα, θα ειναι η αμηχανια τουσ. μη εμπιστευεστε σε φιλο, μη εχετε το θαρροσ σε οικειο· φυλαγε τισ πορτεσ του στοματοσ σου απο εκεινην που πλαγιαζει μαζι σου στον κορφο σου· επειδη, ο γιοσ περιφρονει τον πατερα, η θυγατερα επαναστατει εναντια στη μητερα τησ, η νυφη εναντια στην πεθερα τησ· και οι εχθροι του ανθρωπου ειναι οι ανθρωποι του σπιτιου του. εγω, ομωσ, θα επιβλεψω στον κυριο· θα προσμεινω τον θεο τησ σωτηριασ μου· ο θεοσ μου θα με εισακουσει. μη ευφραινεσαι σε μενα, η εχθροσ μου· αν και επεσα, θα σηκωθω, αν και καθησα μεσα σε σκοταδι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι σε μενα φωσ. θα υποφερω την οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη αμαρτησα σ' αυτον, μεχρισ οτου δικασει τη δικη μου, και κανει την κριση μου· θα με βγαλει στο φωσ· θα δω τη δικαιοσυνη του. και θα δει η εχθροσ μου, και θα την σκεπασει ολογυρα ντροπη, που μου λεει: που ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου; τα ματια μου θα τη δουν· τωρα θα ειναι για καταπατημα σαν τη λασπη των δρομων. κατα την ημερα που τα τειχη σου προκειται να κτιστουν, εκεινη την ημερα θα διαδοθει το προσταγμα μακρια. εκεινη την ημερα θαρθουν μεχρισ εσενα απο την ασσυρια, και απο τισ πολεισ τησ αιγυπτου, και απο την αιγυπτο μεχρι τον ποταμο, και απο θαλασσα μεχρι θαλασσα, και απο βουνο μεχρι βουνο. και η γη θα ερημωθει εξαιτιασ αυτων που την κατοικουν, για τον καρπο των πραξεων τουσ. ποιμαινε τον λαο σου με τη ραβδο σου, το ποιμνιο τησ κληρονομιασ σου, που κατοικει απομονωμενο στο δασοσ, στο μεσον του καρμηλου· ασ καρπωνονται τη βασαν και τη γαλααδ, οπωσ στισ αρχαιεσ ημερεσ. οπωσ στισ ημερεσ τησ εξοδου σου απο την αιγυπτο, θα του δειξω θαυμαστα πραγματα. τα εθνη θα δουν, και θα καταντροπιαστουν για ολη τη δυναμη τουσ· θα βαλουν το χερι τουσ επανω στο στομα, τα αυτια τουσ θα κουφαθουν. θα γλειφουν το χωμα σαν φιδια, θα σερνονται απο τισ τρυπεσ τουσ, οπωσ τα ερπετα τησ γησ· θα εκπλαγουν στον κυριο τον θεο μασ, και θα φοβηθουν απο σενα. ποιοσ θεοσ ειναι ομοιοσ με σενα, που να συγχωρει ανομια, και να παραβλεπει την παραβαση του υπολοιπου τησ κληρονομιασ του; δεν διατηρει για παντα την οργη του, επειδη αυτοσ αρεσκεται σε ελεοσ. θα γυρισει, και θα μασ σπλαχνιστει, θα καταστρεψει τισ ανομιεσ μασ· και ολεσ τισ αμαρτιεσ τουσ θα τισ ριξει στα βαθη τησ θαλασσασ. θα εκτελεσεισ αληθεια στον ιακωβ, ελεοσ στον αβραhαμ, οπωσ ορκιστηκεσ στουσ πατερεσ μασ απο τισ αρχαιεσ ημερεσ.

ναουμ

1

η προφητεια εναντια στη νινευη· το βιβλιο τησ ορασησ του ναουμ του ελκοσαιου. ο θεοσ ειναι ζηλοτυποσ, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κανει εκδικηση· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κανει εκδικηση, και οργιζεται· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκδικηθει τουσ εναντιουσ του, και φυλαττει οργη εναντια στουσ εχθρουσ του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μακροθυμοσ, και μεγαλοσ σε δυναμη, και κατα κανεναν τροπο δεν θα αθωωσει τον ασεβη· ο δρομοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι με ανεμοστροβιλο και θυελλα, και η σκονη των ποδιων του ειναι συννεφα. επιτιμαει τη θαλασσα, και την ξεραινει, και ξεραινει ολοκληρωτικα ολουσ τουσ ποταμουσ· μαραινεται η βασαν και ο καρμηλοσ, και το ανθοσ του λιβανου μαραινεται. τα βουνα σειονται απ' αυτον, και οι λοφοι διαλυονται· και η γη τρεμει απο την παρουσια του, ναι, η οικουμενη, και ολοι εκεινοι που κατοικουν σ' αυτη. ποιοσ μπορει να αντεξει μπροστα στην αγανακτηση του; και ποιοσ μπορει να σταθει στην εξαψη τησ οργησ του; ο θυμοσ του ξεχυνεται σαν φωτια, και οι βραχοι συντριβονται μπροστα του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αγαθοσ, οχυρωμα σε ημερα θλιψησ· και γνωριζει εκεινουσ που ελπιζουν σ' αυτον. ομωσ, με πλημμυρα που κατακλυζει θα κανει συντελεια του τοπου τησ, και σκοταδι θα καταδιωξει τουσ εχθρουσ του. τι βουλευεστε εναντια στον κυριο; αυτοσ θα κανει συντελεια· θλιψη δεν θαρθει για δευτερη φορα. επειδη, ενω περιπλεκονται μαζι σαν αγκαθια, και μεθουν σαν μεθυσοι, θα καταναλωθουν σαν καταξερο αχυρο. απο σενα βγηκε καποιοσ που συλλογιζεται πονηρα εναντια στον κυριο, πονηροσ συμβουλοσ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: αν και ειναι στην ακμη τουσ, και πολλοι ακομα, ομωσ θα κουρευτουν, οταν αυτοσ διαβει· αν και σε κατεθλιψα, δεν θα σε καταθλιψω πλεον. επειδη, τωρα θα συντριψω τον ζυγο του απο σενα, και θα διασπασω τουσ δεσμουσ σου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε για σενα προσταγη, οτι δεν θα σπαρει πλεον απο το ονομα σου· απο τον οικο των θεων σου θα αποκοψω τα γλυπτα και τα χωνευτα· θα τον κανω ταφο σου, επειδη εισαι βδελυκτοσ. δεσ, επανω στα βουνα ειναι τα ποδια εκεινου που ευαγγελιζεται, εκεινου που κηρυττει ειρηνη! ιηhυδα, γιορταζε τισ επισημεσ γιορτεσ σου, αποδωσε τισ ευχεσ σου, επειδη ο εξολοθρευτησ δεν θα διαβει πλεον μεσα απο σενα· αποκοπηκε ολοκληρωτικα.

2

αυτοσ που κατασυντριβει ανεβηκε μπροστα απο το προσωπο σου· φυλαγε το οχυρωμα, σκοπευσε τον δρομο, ενισχυσε τισ οσφυεσ, ενδυναμωσε υπερβολικα την ισχυ σου. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απεστρεψε τη δοξα του ιακωβ, οπωσ τη δοξα του ισραηλ· επειδη, οι τιναχτεσ τουσ ξετιναξαν, και εφθειραν τα κληματα τουσ. η ασπιδα των ισχυρων του ειναι κοκκινοβαμμενη, οι ανδρεσ δυναμησ ντυμενοι ερυθρα· οι αμαξεσ θα κινουνται με αστραφτερο σιδερο κατα την ημερα τησ ετοιμασιασ του, και τα ελατινα δορατα θα σειστουν τρομερα. οι αμαξεσ θα θορυβουν στουσ δρομουσ, θα συγκρουονται η μια με την αλλη στισ πλατειεσ· η θεα τουσ θα ειναι σαν λαμπαδεσ, θα τρεχουν σαν αστραπεσ. θα θυμηθει τουσ ανδρειουσ του, αλλα θα γλιστρησουν ολοκληρωτικα στον δρομο τουσ· θα σπευσουν στα τειχη τησ, και ο συνασπισμοσ θα ετοιμαστει. οι πυλεσ των ποταμων θα ανοιχτουν, και τα παλατια θα διαλυθουν. κι αυτη που ειναι σταθερα καθισμενη, θα γυμνωθει, θα μετοικιστει, και οι δουλεσ τησ θα βγαζουν στεναγμουσ, σαν τη φωνη των περιστεριων, χτυπωντασ τα στηθη τουσ. και η νινευη ειναι απο παλια σαν λιμνη νερων· αυτα, ομωσ, θα φυγουν. θα φωναζουν: σταθειτε, σταθειτε· και δεν θα υπαρχει κανενασ που να βλεπει προσ τα πισω. λαφυραγωγειτε το ασημι, λαφυραγωγειτε το χρυσαφι· επειδη, δεν ειναι τελοσ στουσ θησαυρουσ τησ· ειναι πληθοσ απο καθε επιθυμητο σκευοσ. αδειασε, και ξετιναχτηκε, και ερημωθηκε, και η καρδια διαλυεται, και τα γονατα κλονιζονται, και υπαρχουν ωδινεσ σε ολεσ τισ οσφυεσ, και τα προσωπα ολων ειναι αποσβολωμενα. που ειναι το κατοικητηριο των λιονταριων, και η βοσκη των σκυμνων, οπου το λιονταρι, το γερασμενο λιονταρι, περπαταει, και ο σκυμνοσ του λιονταριου, και δεν υπαρχει καποιοσ που να εκφοβιζει; το λιονταρι διασπαραζε αρκετα για τουσ σκυμνουσ του, και επνιγε για τα θηλυκα λιονταρια του, και γεμιζε τισ σπηλιεσ του απο θηραμα, και τα κατοικητηρια του απο αρπαγη. δεσ, εγω ειμαι εναντιον σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· και θα καψω τισ αμαξεσ σου μεχρι καπνου, και η ρομφαια θα καταφαει τουσ σκυμνουσ σου· και θα εξολοθρευσω το θηραμα σου απο τη γη, και δεν θα ακουστει πλεον η φωνη των πρεσβευτων σου.

3

αλλοιμονο στην πολη των αιματων! ολοκληρη ειναι γεματη ψεμα και αρπαγη· το θηραμα δεν λειπει. ακουγεται φωνη απο μαστιγεσ, και φωνη απο θορυβο τροχων, και αλογων που ορμουν, και αρματων που αναπηδουν· καβαλαρη που ανεβαινει, και ρομφαιασ που γυαλιζει, και λογχησ που αστραφτει· και πληθοσ απο τραυματισμενουσ, και μεγαλοσ αριθμοσ απο πτωματα, και δεν υπαρχει τελοσ στα πτωματα· προσκοπτουν στα πτωματα τουσ· απο το πληθοσ των πορνειων τησ ελκυστικησ πορνησ, τησ εμπειρησ σε γοητειεσ, που με τισ πορνειεσ τησ πουλαει εθνη, και με τισ γοητειεσ τησ φυλεσ. δεσ, εγω ειμαι εναντιον σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· και θα ανασηκωσω τα κρασπεδα σου επανω στο προσωπο σου, και θα δειξω τη ντροπη σου στα εθνη, και την ατιμια σου στα βασιλεια. και θα ριξω βδελυρη ακαθαρσια επανω σου, και θα σε καταντροπιασω, και θα σε καταστησω σε θεαμα. και ολοι αυτοι που σε βλεπουν θα φευγουν απο σενα, και θα λενε: η νινευη ερημωθηκε· ποιοσ θα τη συλλυπηθει; απο που θα ζητησω παρηγορητεσ για σενα; εισαι καλυτερη απο τη νω τησ αμμων, που κειτεται αναμεσα στουσ ποταμουσ, που περικυκλωνεται απο νερα, που προμαχωνασ τησ ηταν η θαλασσα, και τειχοσ τησ το πελαγοσ; η αιθιοπια ηταν η δυναμη τησ, και η αιγυπτοσ, μαλιστα χωρισ τελοσ· η φουθ και οι λιβυοι ησαν οι βοηθοι σου. αλλ' αυτη μετοικιστηκε, πηγε σε αιχμαλωσια· και τα νηπια τησ συντριφτηκαν επανω στισ ακρεσ ολων των δρομων· και ερριξαν κληρουσ επανω στουσ ενδοξουσ ανδρεσ τουσ, και ολοι οι μεγιστανεσ τησ δεθηκαν με αλυσιδεσ. κι εσυ θα μεθυστεισ, θα μενεισ αφανησ· κι εσυ θα ζητησεισ δυναμη εναντια στον εχθρο. ολα τα οχυρωματα σου θα ειναι σαν συκιεσ με τα πρωτοφανη τουσ συκα· αν σειστουν, θα πεσουν βεβαια στο στομα εκεινου που τρωει. δεσ, ο λαοσ σου ειναι αναμεσα σου γυναικεσ· οι πυλεσ τησ γησ σου θα ειναι ολοκληρωτικα ανοιγμενεσ στουσ εχθρουσ σου· η φωτια θα καταφαει τουσ μοχλουσ σου. ανασυρε νερο στον εαυτο σου, για την πολιορκια, ενδυναμωσε τα οχυρωματα σου· μπεσ μεσα στον πηλο, και πατησε την αργιλο, επισκευασε το κεραμικο καμινι· εκει θα σε καταφαει η φωτια· θα σε εξολοθρευσει η ρομφαια, θα σε καταφαει σαν βρουχοσ· να πληθυνεσαι σαν βρουχοσ, να πληθυνεσαι σαν ακριδα. πληθυνεσ τουσ εμπορουσ σου περισσοτερο απο τα αστερια του ουρανου· ο βρουχοσ ξαπλωθηκε, και πεταξε. οι μεγιστανεσ σου ειναι σαν ακριδεσ, και οι σατραπεσ σου σαν μεγαλεσ ακριδεσ, που καθονται επανω στουσ φραγμουσ σε ημερα ψυχουσ· οταν, ομωσ, ανατειλει ο ηλιοσ, φευγουν, και ο τοποσ τουσ δεν γνωριζεται, που ησαν. οι ποιμενεσ σου νυσταξαν, βασιλια τησ ασσυριασ· οι δυνατοι σου αποκοιμηθηκαν· ο λαοσ σου σκορπιστηκε επανω στα βουνα, και δεν υπαρχει εκεινοσ που να συγκεντρωνει. δεν υπαρχει θεραπεια στο συντριμμα σου· η πληγη σου ειναι φοβερη· ολοι οσοι ακουν την αγγελια, θα χειροκροτησουν για σενα· επειδη, σε ποιον δεν εχει επελθει η κακια σου, παντοτε;

αββακουμ

1

η οραση, την οποια ειδε ο αββακουμ, ο προφητησ. μεχρι ποτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα κραζω, και δεν θα εισακουσ; θα βοω σε σενα: αδικια! και δεν θα σωζεισ; γιατι με κανεισ να βλεπω μπροστα μου ανομια, και να θωρω ταλαιπωρια, και αρπαγη και αδικια; και υπαρχουν εκεινοι που διεγειρουν εριδα και φιλονικια. γι' αυτο, ο νομοσ ειναι αργοσ, και δεν βγαινει τελεια κριση· επειδη, ο ασεβησ καταδυναστευει τον δικαιο, γι' αυτο βγαινει διεστραμμενη κριση. δεστε αναμεσα στα εθνη, και κοιταξτε με προσοχη, και θαυμαστε σε υπερβολικο βαθμο· επειδη, εγω θα πραξω ενα εργο στισ ημερεσ σασ, που δεν θα το πιστεψετε, αν καποιοσ σασ το διηγηθει. επειδη, εγω ξεσηκωνω τουσ χαλδαιουσ, το πικρο και ορμητικο εθνοσ, που θα περασει το πλατοσ του τοπου, για να κληρονομησει σπιτια οχι δικα του. ειναι φοβεροι και τρομεροι· η κριση τουσ και η εξουσια τουσ θα προερχεται απ' αυτουσ. και τα αλογα τουσ ειναι ταχυτερα απο παρδαλεισ, και αγριοτερα απο λυκουσ τησ εσπερασ· και οι καβαλαρηδεσ τουσ θα διαχυθουν, και οι καβαλαρηδεσ τουσ θαρθουν απο μακρια· θα πεταξουν σαν αετοσ, που σπευδει για βρωση, ολοι θαρθουν για αρπαγη· η οψη των προσωπων τουσ ειναι σαν τον ανατολικο ανεμο, και θα συγκεντρωσουν τουσ αιχμαλωτουσ σαν αμμο. και θα περιπαιζουν τουσ βασιλιαδεσ, και οι αρχοντεσ θα ειναι σ' αυτουσ παιχνιδι· θα κοροιδευουν καθε οχυρωμα· επειδη, θα επισωρευσουν χωμα, και θα το φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν. τοτε, το πνευμα του θα αλλοιωθει, και θα υπερβει καθε οριο, και θα ασεβει, αποδιδοντασ αυτη τη δυναμη του στον θεο του. δεν εισαι εσυ απο τον αιωνα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε μου, ο αγιοσ μου; δεν θα πεθανουμε. εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τουσ διεταξεσ για κριση· κι εσυ, ισχυρε, τουσ εβαλεσ για τη διαπαιδαγωγηση μασ. τα ματια σου ειναι καθαροτερα, απο το να βλεπεισ τα πονηρα, και δεν μπορεισ να βλεπεισ επανω στην ανομια. γιατι βλεπεισ επανω στουσ παρανομουσ, και σιωπασ, οταν ο ασεβησ καταπινει τον δικαιοτερο απ' αυτον; και κανεισ τουσ ανθρωπουσ σαν τα ψαρια τησ θαλασσασ, σαν τα ερπετα, που δεν εχουν αρχοντα επανω τουσ; ολουσ τουσ ανασυρουν με το αγγιστρι, τουσ τραβουν στο διχτυ τουσ, και τουσ μαζευουν στη σαγηνη τουσ· γι' αυτο, ευφραινονται και χαιρονται. γι' αυτο, θυσιαζουν στο διχτυ τουσ, και καινε θυμιαμα στη σαγηνη τουσ· επειδη, μ' αυτα η μεριδα τουσ ειναι παχια, και το φαγητο τουσ εκλεκτο. μηπωσ γι' αυτο θα αδειαζουν παντοτε το διχτυ τουσ; και δεν θα λυπουνται φονευοντασ τα εθνη;

2

επανω στη σκοπια μου θα στηθω, κι επανω στον πυργο θα στηλωθω, και θα περιμενω, με σκοπο να δω, τι θα μου μιλησει, και τι θα απαντησω σ' αυτον που με ελεγχει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου απαντησε, και ειπε: γραψε την οραση, και εκθεσε την επανω σε πινακιδια, ωστε τρεχοντασ καποιοσ να τη διαβαζει. επειδη, η οραση μενει ακομα για ορισμενον καιρο, αλλα στο τελοσ θα μιλησει, και δεν θα ψευστει· αν και αργοπορει, προσμεινε την· επειδη, σιγουρα θαρθει, και δεν θα βραδυνει. δεσ, η ψυχη του υπερηφανευθηκε, δεν ειναι ευθεια μεσα του· ο δικαιοσ, ομωσ, θα ζησει με την πιστη του. και μαλιστα ειναι προπετησ εξαιτιασ του κρασιου, ανδρασ αλαζονασ, ουτε ησυχαζει· ο οποιοσ πλαταινει την ψυχη του σαν τον αδη, και ειναι σαν τον θανατο, και δεν χορταινει, αλλα συγκεντρωνει στον εαυτο του ολα τα εθνη, και πιανει για τον εαυτο του ολουσ τουσ λαουσ. ολοι αυτοι δεν θα αναλαβουν γι' αυτον παραβολη, και κοροιδευτικη παροιμια εναντιον του; και θα πουν: αλλοιμονο σ' αυτον που πληθαινει αυτα που δεν ειναι δικα του! μεχρι ποτε; και σ' αυτον που επιβαρυνει τον εαυτο του με παχυ πηλο! δεν θα σηκωθουν ξαφνικα αυτοι που σε δαγκωνουν, και θα ξεσηκωθουν αυτοι που σε ταλαιπωρουν, και θα τουσ εισαι για διαρπαγη; επειδη, εσυ λαφυραγωγησεσ πολλα εθνη, ολοκληρο το υπολοιπο των λαων θα σε λαφυραγωγησει. εξαιτιασ των αιματων των ανθρωπων, και τησ αδικιασ τησ γησ, τησ πολησ, και ολων αυτων που κατοικουν σ' αυτη. αλλοιμονο σ' αυτον που πλεονεκτει με κακη πλεονεξια για το σπιτι του, για να βαλει τη φωλια του ψηλα, για να ελευθερωθει απο το χερι του κακου! ντροπη βουλευθηκεσ στο σπιτι σου, εξολοθρευοντασ πολλουσ λαουσ, και αμαρτησεσ εναντια στην ψυχη σου. επειδη, η πετρα απο τον τοιχο θα φωναξει δυνατα, και τα ξυλοδεματα θα του απαντησουν. αλλοιμονο σ' αυτον που οικοδομει πολη με αιματα, και θεμελιωνει πολη με αδικιεσ! δεστε, αυτο δεν ειναι απο τον κυριο των δυναμεων, να μοχθουν οι λαοι για τη φωτια, και τα εθνη να αποκαμουν για τη ματαιοτητα; επειδη, η γη θα ειναι γεματη απο τη γνωση τησ δοξασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οπωσ τα νερα σκεπαζουν τη θαλασσα. αλλοιμονο σ' αυτον που ποτιζει τον πλησιον του, σε σενα που προσφερεισ τη φιαλη σου, και επιπλεον τον μεθασ, για να θωρεισ τη γυμνωση τουσ! γεμισεσ απο ντροπη αντι απο δοξα· πιεσ κι εσυ, και ασ ξεσκεπαστει η ακροβυστια σου· το ποτηρι απο το δεξι χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα στραφει σε σενα, κι επανω στη δοξα σου θα ειναι εμετοσ ατιμιασ. επειδη, η αδικια σου προσ τον λιβανο θα σε σκεπασει, και η φθορα των θηριων, που τα ειχε καταφοβισει, θα φοβισει εσενα, εξαιτιασ των αιματων των ανθρωπων, και τησ αδικιασ τησ γησ, τησ πολησ, και ολων αυτων που κατοικουν σ' αυτη. ποια ειναι η ωφελεια του γλυπτου, οτι ο γλυπτησ του το σκαλισε; του χωνευτη, και του δασκαλου του ψεματοσ, οτι αυτοσ που το κατασκευασε εχει το θαρροσ του στο εργο του, ωστε να κανει αφωνα ειδωλα; αλλοιμονο σ' αυτον που λεει στο ξυλο: ξυπνα· στην αφωνη πετρα: σηκω. αυτο θα διδαξει; δεστε, αυτο ειναι σκεπασμενο ολογυρα με χρυσαφι και ασημι, και μεσα του δεν υπαρχει πνοη, καθολου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, ειναι στον αγιο ναο του· σωπα μπροστα του, ολοκληρη η γη.

3

η προσευχη του προφητη αββακουμ σε σιγιωνωθ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ακουσα την ακοη σου, και φοβηθηκα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ζωοποιει το εργο σου στη διαδρομη των ετων· στη διαδρομη των ετων, καν' το γνωστο· μεσα στην οργη σου, θυμησου το ελεοσ. ο θεοσ ηρθε απο τη θαιμαν, και ο αγιοσ απο το βουνο φαραν. (διαψαλμα). η δοξα του σκεπασε τουσ ουρανουσ, και απο την αινεση του ηταν γεματη η γη. και η λαμψη του ηταν σαν το φωσ· ακτινεσ εβγαιναν απο το χερι του, και εκει ηταν ο κρυψωνασ τησ δυναμησ του. μπροστα του προπορευοταν ο θανατοσ, και αστραπεσ εβγαιναν κατω απο τα ποδια του. σταθηκε, και μετρησε τη γη· κοιταξε, και διελυσε τα εθνη· και τα αιωνια βουνα συντριφτηκαν, και οι αιωνιοι λοφοι ταπεινωθηκαν· οι δρομοι του ειναι αιωνιοι. ειδα τισ σκηνεσ τησ αιθιοπιασ με θλιψη· τρομαξαν τα παραπετασματα τησ γησ μαδιαμ. μηπωσ οργιστηκε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στουσ ποταμουσ; μηπωσ ο θυμοσ σου ηταν εναντια στουσ ποταμουσ; η, η οργη σου εναντια στη θαλασσα, ωστε ανεβηκεσ επανω στα αλογα σου, κι επανω στισ αμαξεσ σου για σωτηρια; συρθηκε εξω το τοξο σου, καθωσ ανηγγειλεσ με ορκο στισ φυλεσ. (διαψαλμα). εσυ εσχισεσ τη γη σε ποταμουσ. σε ειδαν τα βουνα, και τρομαξαν· ηρθε κατακλυσμοσ απο νερα· η αβυσσοσ εξεπεμψε τη φωνη τησ, υψωσε τα χερια τησ. ο ηλιοσ και το φεγγαρι σταθηκαν στο κατοικητηριο τουσ· περπατουσαν στο φωσ των βελων σου, στη λαμψη τησ λογχησ σου, που αστραφτε. με αγανακτηση περασεσ μεσα απο τη γη, με θυμο καταπατησεσ τα εθνη. βγηκεσ για σωτηρια του λαου σου, για σωτηρια του χρισμενου σου· παταξεσ τον αρχηγο του οικου των ασεβων, αποκαλυψεσ τα θεμελια μεχρι το βαθοσ. (διαψαλμα). με τισ λογχεσ του διαπερασεσ το κεφαλι των στραταρχων του· ορμησαν σαν ανεμοστροβιλοσ για να με διασκορπισουν· η αγαλλιαση τουσ ηταν σαν να επροκειτο να καταφανε κρυφα τον φτωχο. περασεσ μεσα απο τη θαλασσα μαζι με τα αλογα σου, διαμεσου σωρων απο πολλα νερα. ακουσα, και συνταραχτηκαν τα εντοσθια μου· στη φωνη τα χειλη μου ετρεμαν· η σαθροτητα μπηκε στα κοκαλα μου, και απο κατω μου πηρα τρομο· ομωσ, κατα την ημερα τησ θλιψησ θα αναπαυθω, οταν ανεβει εναντια στον λαο αυτοσ που προκειται να τον εκπορθησει. ακομα και αν η συκια δεν βλαστησει ουτε θα υπαρχει καρποσ στισ αμπελουσ· αν ο κοποσ του ελιοδεντρου ματαιωθει, και τα χωραφια δεν δωσουν τροφη· το κοπαδι εξολοθρευτει απο τη μαντρα, και δεν υπαρχουν βοδια στουσ σταυλουσ· εγω, ομωσ, θα ευφραινομαι στον κυριο, θα χαιρομαι στον θεο τησ σωτηριασ μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ ειναι η δυναμη μου, και θα κανει τα ποδια μου σαν των ελαφιων· και θα με κανει να περπαταω επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ μου. στον αρχιμουσικο επανω σε νεγινωθ.

σοφονιασ

1

ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εγινε στον σοφονια, τον γιο του χουσει, γιου του γεδαλια, γιου του αμαρια, γιου του ιζκια, κατα τισ ημερεσ του ιωσια, γιου του αμμων, βασιλια του ιηhυδα. θα αφανισω απο το προσωπο τησ γησ ολοσχερωσ τα παντα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. θα αφανισω ανθρωπον και κτηνοσ· θα αφανισω τα πουλια του ουρανου, και τα ψαρια τησ θαλασσασ, και τα προσκομματα μαζι με τουσ ασεβεισ· και θα εξολοθρευσω τον ανθρωπο απο το προσωπο τησ γησ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και θα απλωσω το χερι μου εναντια στον ιηhυδα, και εναντια σε ολουσ τουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ· και θα εξολοθρευσω το υπολοιπο του βααλ απ' αυτον τον τοπο, και το ονομα αυτων που θυσιαζουν στα ειδωλα, μαζι με τουσ ιερεισ· κι αυτουσ που, επανω στισ ταρατσεσ, προσκυνουν τη στρατια του ουρανου· κι αυτουσ που προσκυνουν και ορκιζονται στον κυριο, κι αυτουσ που ορκιζονται στον μαλχομ· κι αυτουσ που ξεκλινουν απο πισω απο τον κυριο, κι αυτουσ που δεν ζητουν τον κυριο, και ουτε ρωτουν γι' αυτον. σωπα μπροστα στον κυριο τον θεο, επειδη ειναι κοντα η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεδομενου οτι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ετοιμασε θυσια, διορισε τουσ προσκεκλημενουσ του. και κατα την ημερα τησ θυσιασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα εκδικηθω τουσ αρχοντεσ, και τα παιδια του βασιλια, και ολουσ εκεινουσ που ειναι ντυμενοι με ξενα ενδυματα. κατα την ημερα εκεινη θα εκδικηθω και ολουσ εκεινουσ που πηδουν επανω απο τα κατωφλια, αυτουσ που γεμιζουν τα σπιτια των κυριων τουσ με αρπαγη και δολο. και κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα ειναι θορυβοσ κραυγησ απο την ιχθυικη πυλη, και ολολυγμοσ απο τη δευτερη πυλη, και μεγαλοσ συντριμμοσ απο τουσ λοφουσ. ολολυξτε, οι κατοικοι τησ μακτεσ, επειδη ολοκληροσ ο εμπορικοσ λαοσ εξολοθρευτηκε· ολοι οσοι φερνουν ασημι κατακοπηκαν. και κατα τον καιρο εκεινο, θα ερευνησω την ιερουσαλημ με λυχναρια, και θα εκδικηθω τουσ ανδρεσ που αναπαυονται επανω στον τρυγητο τουσ· αυτουσ που λενε στην καρδια τουσ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα αγαθοποιησει ουτε θα κακοποιησει. γι' αυτο, τα αγαθα τουσ θα ειναι για διαρπαγη, και τα σπιτια τουσ για αφανισμο. και θα οικοδομησουν σπιτια, αλλα δεν θα κατοικησουν· και θα φυτεψουν αμπελωνεσ, αλλα δεν θα πιουν απο το κρασι τουσ. η μεγαλη ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι κοντα, ειναι κοντα, και σπευδει υπερβολικα· η φωνη τησ ημερασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· εκει ο ισχυροσ θα φωναξει πικρα. ημερα οργησ θα ειναι η ημερα εκεινη, ημερα θλιψησ και στενοχωριασ, ημερα ερημωσησ και αφανισμου, ημερα με σκοταδι και πυκνο σκοταδι, ημερα με συννεφο και ομιχλη· ημερα σαλπιγγασ και αλαλαγμου εναντια στισ οχυρεσ πολεισ, και εναντια στουσ ψηλουσ πυργουσ. και θα καταθλιψω τουσ ανθρωπουσ, και θα περπατουν σαν τυφλοι, επειδη αμαρτησαν στον κυριο· και το αιμα τουσ θα διαχυθει σαν σκονη, και οι σαρκεσ τουσ σαν κοπρια. αλλ' ουτε το ασημι τουσ ουτε το χρυσαφι τουσ θα μπορεσει να τουσ λυτρωσει κατα την ημερα τησ οργησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ολοκληρη η γη θα καταναλωθει απο τη φωτια του ζηλου του· επειδη, θα κανει συντελεια, μαλιστα γρηγορη, επανω σε ολουσ εκεινουσ που κατοικουν τη γη.

2

συγκεντρωθειτε, συναθροιστειτε, το εθνοσ το μη επιθυμητο· πριν το ψηφισμα γεννησει το αποτελεσμα του, και η ημερα παρελθει σαν χνουδι· πριν ερθει επανω σασ η εξαψη τησ οργησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· πριν ερθει επανω σασ η ημερα του θυμου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ζητατε τον κυριο, ολοι οι πραοι τησ γησ, εσεισ που εκτελεσατε τισ κρισεισ του· ζητατε δικαιοσυνη, ζητατε πραοτητα, ισωσ σκεπαστειτε κατα την ημερα τησ οργησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, η γαζα θα εγκαταλειφθει, και η ασκαλωνα θα ερημωθει· θα εκδιωξουν την αζωτο σε καιρο μεσημεριου, και η ακκαρων θα ξεριζωθει. αλλοιμονο στουσ κατοικουσ των παραλιων τησ θαλασσασ, στο εθνοσ των χερεθαιων! ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι εναντιον σασ, χανααν, γη των φιλισταιων· και θα σε αφανισω, ωστε να μη υπαρχει καποιοσ που να κατοικει. και το παραλιο τησ θαλασσασ θα ειναι κατοικιεσ και σπηλιεσ βοσκων, και μαντρεσ ποιμνιων. κι αυτο το παραλιο θα ειναι για το υπολοιπο του οικου του ιηhυδα· εκει θα βοσκουν· στα σπιτια τησ ασκαλωνασ θα καταλυουν την εσπερα· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ θα τουσ επισκεφθει, και θα αποστρεψει την αιχμαλωσια τουσ. ακουσα τουσ ονειδισμουσ του μωαβ, και τισ υβρεισ των γιων αμμων, με τουσ οποιουσ ονειδιζαν τον λαο μου, και κομπαζαν εναντια στα ορια του. γι' αυτο: ζω εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ, ο μωαβ θα ειναι εξαπαντοσ σαν τα σοδομα, και οι γιοι αμμων σαν τα γομορρα, τοποσ απο τσουκνιδεσ, και αλυκεσ, και παντοτινη ερημωση· το υπολοιπο του λαου μου θα τουσ λαφυραγωγησει, και το υπολοιπο του εθνουσ μου θα τουσ κληρονομησει ολοκληρωτικα. αυτο θα γινει σ' αυτουσ εξαιτιασ τησ υπερηφανειασ τουσ, επειδη ονειδισαν και κομπασαν εναντια στον λαο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι τρομεροσ εναντιον τουσ· επειδη, θα εξολοθρευσει ολουσ τουσ θεουσ τησ γησ· και θα τον προσκυνησουν, καθε ενασ απο τον τοπο του, ολα τα νησια των εθνων. κι εσεισ, αιθιοπεσ, θα διαπεραστειτε με τη ρομφαια μου. και θα απλωσει το χερι του εναντια στον βορρα, και θα αφανισει την ασσυρια· και θα κανει τη νινευη σε αφανισμο, εναν ανυδρο τοπο, σαν ερημο. και ποιμνια θα βοσκονται στο μεσον τησ, ολα τα ζωα των εθνων· και ο πελεκανοσ και ο σκαντζοχοιροσ θα κατοικουν στα ανωφλια τησ· η φωνη τουσ θα ηχησει στα παραθυρα· ερημωση θα ειναι στισ πυλεσ, επειδη θα γυμνωθει απο τα κεδρινα εργα. αυτη ειναι η ευφραινομενη πολη, η οποια κατοικει αμεριμνα, που λεει στην καρδια τησ: εγω ειμαι, και εκτοσ απο μενα δεν υπαρχει αλλη. πωσ εγινε ερημοσ, καταλυμα θηριων! καθενασ που διαβαινει μεσα απ' αυτη θα συριξει, και θα κουνησει το χερι του.

3

αλλοιμονο η παραδειγματισμενη και μολυσμενη· η πολη που καταθλιβει! δεν υπακουσε στη φωνη· δεν δεχθηκε διορθωση· δεν ελπισε στον κυριο· δεν πλησιασε στον θεο τησ. οι αρχοντεσ τησ ειναι μεσα σ' αυτη ωρυομενα λιονταρια· οι κριτεσ τησ, λυκοι τησ εσπερασ· δεν αφηνουν τιποτε μεχρι το πρωι. οι προφητεσ τησ ειναι προπετεισ, ανθρωποι δολιοι· οι ιερεισ τησ βεβηλωσαν το αγιαστηριο, αθετησαν τον νομο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι δικαιοσ αναμεσα τησ· δεν θα κανει αδικια· καθε πρωινο φερνει τη δικη του κριση σε φωσ, τιποτε δεν παραλειπει· ομωσ, ο διεφθαρμενοσ δεν γνωριζει ντροπη. εξολοθρευσα εθνη· οι πυργοι τουσ ειναι ερημωμενοι· ερημωσα τουσ δρομουσ τουσ, ωστε να μη υπαρχει καποιοσ που να διαβαινει· οι πολεισ τουσ αφανιστηκαν, ωστε δεν υπαρχει καποιοσ που να κατοικει. ειπα: βεβαια, θα με φοβοσουν, θα δεχοσουν παιδεια, και η κατοικια τησ δεν θα εξολοθρευοταν, οσο και αν την τιμωρουσα· ομωσ, αυτοι εσπευσαν να διαφθειρουν ολεσ τισ πραξεισ τουσ. γι' αυτο, να με προσμενετε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μεχρι την ημερα κατα την οποια σηκωνομαι για λεηλασια· επειδη, η αποφαση μου ειναι να συγκεντρωσω ολα τα εθνη, να συναθροισω τα βασιλεια, να ξεχυσω επανω τουσ την αγανακτηση μου, ολη την εξαψη τησ οργησ μου· επειδη, ολοκληρη η γη θα καταναλωθει απο τη φωτια του ζηλου μου. δεδομενου οτι, τοτε θα αποκαταστησω στουσ λαουσ γλωσσα καθαρη, ωστε ολοι να επικαλουνται το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, να τον δουλευουν κατω απο εναν ζυγο. απο την περιοχη περα απο τον ποταμο τησ αιθιοπιασ, οι ικετεσ μου, η θυγατερα των διασπαρμενων μου, θα φερουν την προσφορα μου. κατα την ημερα εκεινη δεν θα ντρεπεσαι για ολεσ τισ πραξεισ σου, με τισ οποιεσ ανομησεσ εναντιον μου· επειδη, τοτε θα αφαιρεσω απο αναμεσα σου εκεινουσ που καυχωνται στη μεγαλοπρεπεια σου, και στο εξησ δεν θα κομπαζεισ εναντια στο βουνο μου το αγιο. και θα αφησω αναμεσα σου εναν λαο θλιμμενον και φτωχο, κι αυτοι θα ελπιζουν στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. το υπολοιπο του ισραηλ δεν θα πραξει ανομια ουτε θα μιλησει ψεματα ουτε θα βρεθει στο στομα τουσ δολια γλωσσα· επειδη, αυτοι θα βοσκουν και θα πλαγιαζουν, και δεν θα υπαρχει αυτοσ που εκφοβιζει. ψαλλε, θυγατερα σιων· αλαλαξτε, ισραηλ· απολαμβανε τερψη και ευφραινου απο ολη σου την καρδια, θυγατερα ιερουσαλημ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αφαιρεσε τισ κρισεισ σου, απεστρεψε τον εχθρο σου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι βασιλιασ του ισραηλ αναμεσα σου· στο εξησ δεν θα δεισ κακο. κατα την ημερα εκεινη θα ειπωθει στην ιερουσαλημ: μη φοβασαι· σιων, ασ μη παραλυουν τα χερια σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, που ειναι στο μεσον σου, ο δυνατοσ, θα σε σωσει, θα ευφρανθει σε σενα με χαρα, θα αναπαυεται στην αγαπη του, θα ευφραινεται σε σενα με ασματα. θα συγκεντρωσω τουσ λυπημενουσ για τισ επισημεσ γιορτεσ, αυτουσ που ειναι απο σενα, στουσ οποιουσ ο ονειδισμοσ ηταν βαροσ. δεστε, κατα τον καιρο εκεινο θα αφανισω ολουσ αυτουσ που σε καταθλιβουν· και θα σωσω αυτη που χωλαινει, και θα συναξω αυτη που εχει εκβληθει εξω· και θα τουσ κανω επαινο και δοξα σε καθε τοπο τησ ντροπησ τουσ. κατα τον καιρο εκεινο θα σασ φερω, και κατα τον καιρο εκεινο θα σασ συναξω· επειδη, θα σασ κανω ονομαστουσ και επαινετουσ αναμεσα σε ολουσ τουσ λαουσ τησ γησ, οταν εγω θα αποστρεψω την αιχμαλωσια σασ μπροστα απο τα ματια σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

αγγαιοσ

1

κατα τον δευτερο χρονο του βασιλια δαρειου, στον εκτο μηνα, την πρωτη ημερα του μηνα, εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαμεσου του προφητη αγγαιου προσ τον ζοροβαβελ, τον γιο του σαλαθιηλ, τον διοικητη του ιηhυδα, και προσ τον ιηhοσυα, τον γιο του ιωσεδεκ, τον μεγαλο ιερεα, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, λεγοντασ: αυτοσ ο λαοσ λενε: ο καιροσ δεν ηρθε, ο καιροσ για να κτιστει ο οικοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαμεσου του προφητη αγγαιου, λεγοντασ: ειναι καιροσ σε σασ, να κατοικειτε εσεισ σε σπιτια με ξυλινεσ επενδυσεισ, ενω αυτοσ ο οικοσ να ειναι ερημοσ; τωρα, λοιπον, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: συλλογιστειτε τουσ δρομουσ σασ. εχετε σπειρει πολυ, και πηρατε λιγο· τρωτε, και δεν χορταινετε· πινετε, και δεν ευχαριστιεστε· ντυνεστε, και δεν θερμαινεστε· κι αυτοσ που μισθοδοτειται, μισθοδοτειται για ενα τρυπημενο βαλαντιο. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: συλλογιστειτε τουσ δρομουσ σασ. ανεβειτε στο βουνο, και φερτε ξυλα, και οικοδομηστε τον οικο· και θα ευαρεστηθω σ' αυτον, και θα δοξαστω σ' αυτον, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ειχατε επιβλεψει σε πολυ, και δεστε, εγινε λιγο· και το φερατε στον οικο, και εγω το φυσηξα μακρια. γιατι; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. εξαιτιασ του οικου μου, που ειναι ερημοσ, ενω εσεισ τρεχετε καθε ενασ στο σπιτι του. γι' αυτο, ο ουρανοσ απεκλεισε απο σασ τη δροσο του, και η γη απεκλεισε τον καρπο τησ· και καλεσα ανομβρια επανω στη γη, και επανω στα βουνα, επανω στο σιταρι, και επανω στο γλευκοσ, και επανω στο λαδι, και επανω σε οσα βγαζει η γη, και επανω στουσ ανθρωπουσ, και επανω στα κτηνη, και επανω σε ολουσ τουσ κοπουσ των χεριων τουσ. και ο ζοροβαβελ, ο γιοσ του σαλαθιηλ, υπακουσε, και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ιωσεδεκ, ο μεγαλοσ ιερεασ, και ολοκληρο το υπολοιπο του λαου, στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου τουσ, και στα λογια του προφητη αγγαιου, καθωσ τον εστειλε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ· και ο λαοσ φοβηθηκε μπροστα στον κυριο. και ο αγγαιοσ, ο απεσταλμενοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μιλησε προσ τον λαο συμφωνα με την αγγελια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: εγω ειμαι με σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διεγειρε το πνευμα του ζοροβαβελ, του γιου του σαλαθιηλ, του διοικητη του ιηhυδα, και το πνευμα του ιηhοσυα, του γιου του ιωσεδεκ, του μεγαλου ιερεα, και το πνευμα ολοκληρου του υπολοιπου του λαου, και ηρθαν και εργαζονταν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, του θεου τουσ, κατα την 24η ημερα του εκτου μηνα, στον δευτερο χρονο του βασιλια δαρειου.

2

κατα τον εβδομο μηνα, την 21η ημερα του μηνα, εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαμεσου του προφητη αγγαιου, λεγοντασ: μιλησε τωρα στον ζοροβαβελ, τον γιο του σαλαθιηλ, τον διοικητη του ιηhυδα, και στον ιηhοσυα, τον γιο του ιωσεδεκ, τον μεγαλο ιερεα, και στο υπολοιπο του λαου, λεγοντασ: ποιοσ εμεινε αναμεσα σασ, που ειχε δει αυτον τον οικο στην πρωτη του δοξα; και τι ειδουσ τον βλεπετε τωρα εσεισ; δεν ειναι στα ματια σασ σαν τιποτε, συγκρινομενοσ με εκεινον; ομωσ, να ενδυναμωνεσαι τωρα, ζοροβαβελ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και να ενδυναμωνεσαι, ιηhοσυα, γιε του ιωσεδεκ, μεγαλε ιερεα· και να ενδυναμωνεσαι, ολοκληρε λαε του τοπου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εργαζεστε· επειδη, εγω ειμαι μαζι σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. συμφωνα με τον λογο τησ διαθηκησ μου προσ εσασ, οταν βγηκατε απο την αιγυπτο, το πνευμα μου θα μενει αναμεσα σασ· μη φοβαστε. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: αλλη μια φορα, υστερα απο λιγο, εγω θα σεισω τον ουρανο, και τη γη, και τη θαλασσα, και την ξηρα. και θα σεισω ολα τα εθνη, και θαρθει ο εκλεκτοσ ολων των εθνων· και θα γεμισω αυτον τον οικο απο δοξα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. δικο μου ειναι το ασημι, και δικο μου ειναι το χρυσαφι, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. η δοξα αυτου του τελευταιου οικου θα ειναι μεγαλυτερη απο εκεινη του πρωτου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· και σ' αυτον τον τοπο θα δωσω ειρηνη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. κατα την 24η ημερα του ενατου μηνα, στον δευτερο χρονο του δαρειου, εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαμεσου του προφητη αγγαιου, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: ρωτησε τωρα τουσ ιερεισ για τον νομο, λεγοντασ: αν καποιοσ παρει αγιο κρεασ στην ακρη του ιματιου του, και με την ακρη του αγγιξει ψωμι η μαγειρεμα η κρασι η λαδι η καθε φαγητο, θα αγιαστει; και οι ιερεισ απαντησαν, και ειπαν: οχι. και ο αγγαιοσ ειπε: αν ενασ ακαθαρτοσ απο νεκρο σωμα αγγιξει κατι απ' αυτα, θα μολυνθει; και οι ιερεισ απαντησαν, και ειπαν: θα μολυνθει. και ο αγγαιοσ απαντησε, και ειπε: ετσι ειναι μπροστα μου αυτοσ ο λαοσ, και ετσι αυτο το εθνοσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ετσι ολοκληρο το εργο των χεριων τουσ· και ο,τι προσφερουν εκει, ειναι μολυσμενο. και τωρα, λοιπον, συλλογιστειτε, απο την ημερα αυτη και στο εξησ, πριν μπει πετρα επανω σε πετρα στον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πριν γινουν αυτα, πορευοταν καποιοσ σε εναν σωρο 20 μετρων, και ησαν 10· πορευοταν στον ληνο για να αντλησει 50 μετρα απο τον ληνο, και ησαν 20. σασ παταξα με ανεμοφθορα, και με ερυσιβη, και με χαλαζι, σε ολα τα εργα των χεριων σασ· ομωσ, εσεισ δεν επιστρεψατε σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. συλλογιστειτε τωρα· απο την ημερα αυτη και στο εξησ, απο την 24η ημερα του ενατου μηνα, απο την ημερα κατα την οποια θεμελιωθηκε ο ναοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συλλογιστειτε. ειναι ο σποροσ ακομα μεσα στην αποθηκη; ακομα και η αμπελοσ, και η συκια, και η ροδια, και το ελιοδεντρο, δεν καρποφορησαν· απο την ημερα αυτη θα τα ευλογησω. και παλι εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ τον αγγαιο, την 24η ημερα του μηνα, λεγοντασ: μιλησε στον ζοροβαβελ, τον διοικητη του ιηhυδα, λεγοντασ: εγω σειω τον ουρανο και τη γη· και θα καταστρεψω τον θρονο των βασιλειων, και θα εξολοθρευσω το κρατοσ των βασιλειων των εθνων· και θα καταστρεψω τισ αμαξεσ και τουσ καβαλαρηδεσ τουσ· και τα αλογα και οι καβαλαρηδεσ τουσ θα πεσουν, καθε ενασ με τη ρομφαια του αδελφου του. κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, θα παρω εσενα, ζοροβαβελ, τον δουλο μου, τον γιο του σαλαθιηλ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα σε βαλω σαν σφραγιδα· επειδη, σε διαλεξα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων.

ζαχαριασ

1

κατα τον ογδοο μηνα, τον δευτερο χρονο του δαρειου, εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ζαχαρια, τον προφητη, τον γιο του βαραχια, γιου του ιδδω, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh οργιστηκε υπερβολικα εναντια στουσ πατερεσ σασ. γι' αυτο, πεσ τουσ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: να επιστρεψετε σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, και θα επιστρεψω σε σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. να μη γινεστε σαν τουσ πατερεσ σασ, στουσ οποιουσ ειχαν κραξει οι προηγουμενοι προφητεσ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: επιστρεψτε τωρα απο τουσ πονηρουσ σασ δρομουσ, και απο τισ πονηρεσ σασ πραξεισ· και δεν υπακουσαν, και δεν εδωσαν προσοχη σε μενα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. οι πατερεσ σασ, που ειναι; και οι προφητεσ, μηπωσ θα ζησουν παντοτινα; αλλα, τα λογια μου, και τα διαταγματα μου, που ειχα προσταξει στουσ δουλουσ μου τουσ προφητεσ, δεν ειχαν φτασει στουσ πατερεσ σασ; κι αυτοι στραφηκαν, και ειπαν: οπωσ σκεφθηκε να κανει σε μασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, συμφωνα με τουσ δρομουσ μασ, και συμφωνα με τισ πραξεισ μασ, ετσι εκανε σε μασ. κατα την 24η ημερα του 11ου μηνα, που ειναι ο μηνασ σαβατ, κατα τον δευτερο χρονο του δαρειου, εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ζαχαρια, τον προφητη, τον γιο του βαραχια, γιου του ιδδω, λεγοντασ: ειδα τη νυχτα, και ξαφνου, ενασ ανθρωποσ που ηταν καβαλα επανω σε κοκκινο αλογο, κι αυτοσ στεκοταν αναμεσα στισ μυρσινεσ, που ησαν μεσα σε ενα κοιλωμα· και πισω του, αλογα κοκκινα, διαστικτα, και ασπρα. και ειπα: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, τι ειναι αυτα; και ο αγγελοσ, που μιλουσε μαζι μου, ειπε σε μενα: εγω θα σου δειξω τι ειναι αυτα. και ο ανθρωποσ, που στεκοταν αναμεσα στισ μυρσινεσ, απαντησε, και ειπε: αυτοι ειναι εκεινοι που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε για να περιοδευσουν τη γη. και αποκριθηκαν στον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που στεκοταν αναμεσα στισ μυρσινεσ, και ειπαν: εμεισ περιοδευσαμε τη γη, και δεστε, ολοκληρη η γη καθεται, και ησυχαζει. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αποκριθηκε, και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, μεχρι ποτε δεν θα σπλαχνιστεισ εσυ την ιερουσαλημ, και τισ πολεισ του ιηhυδα, εναντια στισ οποιεσ αγανακτησεσ αυτα τα 70 χρονια; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απαντησε στον αγγελο, που μιλουσε μαζι μου, λογια καλα, λογια παρηγορητικα. και ο αγγελοσ, που μιλουσε μαζι μου, ειπε σε μενα: φωναξε, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: ειμαι ζηλοτυποσ για την ιερουσαλημ και για τη σιων με μεγαλη ζηλοτυπια· και ειμαι υπερβολικα οργισμενοσ εναντια στα εθνη που ζουν αμεριμνα· επειδη, ενω εγω οργιστηκα λιγο, αυτα βοηθησαν επιπροσθετα το κακο. γι' αυτο, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: εγω επεστρεψα στην ιερουσαλημ με οικτιρμουσ· ο οικοσ μου θα χτιστει μεσα σ' αυτη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· και θα απλωθει σχοινι επανω στην ιερουσαλημ. φωναξε ακομα, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: οι πολεισ μου θα πλημμυρισουν ακομα απο αγαθα, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα παρηγορησει ακομα τη σιων, και θα εκλεξει παλι την ιερουσαλημ. και σηκωσα τα ματια μου, και ειδα, και ξαφνου, τεσσερα κερατα· και ειπα στον αγγελο που μιλουσε μαζι μου: τι ειναι αυτα; και εκεινοσ μου απαντησε: αυτα ειναι τα κερατα που διασκορπισαν τον ιηhυδα, τον ισραηλ, και την ιερουσαλημ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου εδειξε τεσσερισ τεχνιτεσ· και ειπα: αυτοι, τι ερχονται να κανουν; κι απαντησε, λεγοντασ: αυτα ειναι τα κερατα που διασκορπισαν τον ιηhυδα, ωστε κανενασ δεν σηκωσε το κεφαλι του· κι αυτοι ηρθαν για να τα εκφοβισουν, και για να εκτιναξουν τα κερατα των εθνων, που σηκωσαν το κερασ τουσ εναντια στη γη του ιηhυδα για να τη διασκορπισουν.

2

και σηκωσα τα ματια μου, και ειδα, και ξαφνου, ενασ ανδρασ με σχοινι μετρησησ στο χερι του· και ειπα: που πηγαινεισ, εσυ; και εκεινοσ μου ειπε: να μετρησω την ιερουσαλημ, για να δω ποιο ειναι το πλατοσ τησ, και ποιο ειναι το μακροσ τησ. και ξαφνου, ο αγγελοσ που μιλουσε μαζι μου βγηκε εξω, και ενασ αλλοσ αγγελοσ βγηκε σε συναντηση του, και του ειπε: τρεξε, μιλησε σ' αυτον τον νεο, λεγοντασ: η ιερουσαλημ θα κατοικηθει χωρισ τειχη, εξαιτιασ του πληθουσ, που θα ειναι μεσα σ' αυτη απο ανθρωπουσ και κτηνη· επειδη, εγω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα ειμαι σ' αυτη τειχοσ φωτιασ ολογυρα, και θα ειμαι για δοξα αναμεσα τησ. ω! ω! φευγετε απο τη γη του βορρα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, σασ διασκορπισα στουσ τεσσερισ ανεμουσ του ουρανου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ω! διασωσου, σιων, η οποια κατοικεισ μαζι με τη θυγατερα τησ βαβυλωνασ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: υστερα απο τη δοξα με εστειλε στα εθνη, που σασ λεηλατησαν· επειδη, οποιοσ αγγιζει εσασ, αγγιζει την κορη του ματιου του. επειδη, δεστε, εγω θα σεισω το χερι μου εναντια σ' αυτα, και θα ειναι λαφυρο σ' αυτουσ που τα δουλευουν· και θα γνωρισετε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων με απεστειλε. να νιωθεισ ευχαριστηση, και να ευφραινεσαι, θυγατερα σιων· επειδη, δεσ, εγω ερχομαι, και θα κατοικησω στο μεσον σου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και πολλα εθνη θα ενωθουν μαζι με τον κυριο κατα την ημερα εκεινη, και θα ειναι λαοσ μου· και θα κατοικησω στο μεσον σου, και θα γνωρισεισ οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων με εστειλε σε σενα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κληρονομησει ολοκληρωτικα τον ιηhυδα για μεριδα του στην αγια γη, και θα εκλεξει παλι την ιερουσαλημ. σωπα, καθε σαρκα, μπροστα στον κυριο· επειδη, σηκωθηκε απο την κατοικια τησ αγιοτητασ του.

3

και μου εδειξε τον ιηhοσυα, τον μεγαλο ιερεα, να στεκεται μπροστα στον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ο διαβολοσ στεκοταν απο τα δεξια του για να του αντισταθει. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον διαβολο: διαβολε, θα σε επιτιμησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ναι, θα σε επιτιμησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο οποιοσ διαλεξε την ιερουσαλημ· δεν ειναι αυτοσ δαυλοσ αποσπασμενοσ απο τη φωτια; και ο ιηhοσυα ηταν ντυμενοσ με βρωμικα ιματια, και στεκοταν μπροστα στον αγγελο. και αποκριθηκε, και ειπε σ' αυτουσ που στεκονταν μπροστα του, λεγοντασ: αφαιρεστε τα βρωμικα ιματια του· και σ' αυτον ειπε: δεσ, αφαιρεσα απο σενα την ανομια σου, και θα σε ντυσω με ιματια γιορτινα· και ειπα: ασ βαλουν καθαρη μιτρα επανω στο κεφαλι του. και εβαλαν την καθαρη μιτρα επανω στο κεφαλι του, και τον εντυσαν με ιματια· και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παραστεκοταν. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαμαρτυρηθηκε στον ιηhοσυα, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: αν περπατησεισ στουσ δρομουσ μου, και αν φυλαξεισ τισ εντολεσ μου, τοτε εσυ θα κρινεισ ακομα τον οικο μου, και θα φυλαττεισ ακομα τισ αυλεσ μου, και θα σου δωσω να περπατασ αναμεσα σ' αυτουσ που στεκονται εδω. ακου τωρα, ιηhοσυα, μεγαλε ιερεα, εσυ, και οι συντροφοι σου, που καθονται μπροστα σου, επειδη αυτοι ειναι θαυμασιοι ανθρωποι· δεδομενου οτι, δεσ, εγω θα φερω εξω τον δουλο μου, τον βλαστο. επειδη, δεσ, η πετρα που εβαλα μπροστα απο τον ιηhοσυα, επανω σ' αυτη τη μια πετρα υπαρχουν επτα ματια· δεσ, εγω θα χαραξω το χαραγμα του, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, και θα εξαλειψω την ανομια εκεινησ τησ γησ μεσα σε μια ημερα. κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, θα προσκαλεσετε καθε ενασ τον πλησιον του κατω απο την αμπελο του, και κατω απο τη συκια του.

4

και ο αγγελοσ, που μιλουσε μαζι μου, γυρισε, και με εξεγειρε σαν ανθρωπο που εξεγειρεται απο τον υπνο του, και μου ειπε: τι βλεπεισ, εσυ; και ειπα: ειδα, και ξαφνου, μια λυχνια ολοχρυση, και ενα δοχειο επανω στην κορυφη τησ, και οι επτα λυχνοι τησ επανω τησ, και επτα σωληνεσ στουσ λυχνουσ τησ που ειναι επανω στην κορυφη τησ, και δυο ελιοδεντρα απο πανω τησ, ενα απο τα δεξια, και ενα απο τα αριστερα τησ. και αποκριθηκα, και ειπα στον αγγελο που μιλουσε μαζι μου, λεγοντασ: τι ειναι αυτα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου; και ο αγγελοσ, που μιλουσε μαζι μου, απαντησε, και μου ειπε: δεν γνωριζεισ τι ειναι αυτα; και ειπα: οχι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου. κι απαντησε, και μου ειπε, λεγοντασ: αυτοσ ειναι ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ τον ζοροβαβελ, λεγοντασ: οχι με δυναμη ουτε με ισχυ, αλλα με το πνευμα μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. ποιοσ εισαι εσυ, το μεγαλο βουνο, μπροστα στον ζοροβαβελ; πεδιαδα· και θα βγαλει εξω με αλαλαγμο την ακρογωνιαια πετρα: χαρη, χαρη σ' αυτον! και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: τα χερια του ζοροβαβελ εβαλαν το θεμελιο αυτου του οικου· και τα χερια του θα τον αποτελειωσουν· και θα γνωρισεισ οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων με απεστειλε σε σασ. επειδη, ποιοσ καταφρονησε την ημερα των μικρων πραγματων; σιγουρα θα χαρουν, και τα επτα εκεινα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που περιτρεχουν διαμεσου ολοκληρησ τησ γησ, θα δουν την πετρα απο κασσιτερο στο χερι του ζοροβαβελ. τοτε, αποκριθηκα, και ειπα: τι ειναι αυτα τα δυο ελιοδεντρα στα δεξια τησ λυχνιασ, και στα αριστερα τησ; και απαντησα για δευτερη φορα, και του ειπα: τι ειναι αυτα τα δυο κλαδια των ελιοδεντρων, που διαμεσου των δυο χρυσων σωληνων αδειαζουν απο τον εαυτο τουσ το λαδι στη χρυση λυχνια; και μου ειπε, λεγοντασ: δεν γνωριζεισ τι ειναι αυτα; και ειπα: οχι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου. τοτε, ειπε: αυτοι ειναι οι δυο χρισμενοι, που παραβρισκονται κοντα στον κυριο ολοκληρησ τησ γησ.

5

και σηκωσα παλι τα ματια μου, και ειδα, και ξαφνου, ενασ τομοσ που πετουσε. και μου ειπε: τι βλεπεισ, εσυ; κι απαντησα: βλεπω εναν τομο που πεταει, το μακροσ του ειναι 20 πηχεσ, και το πλατοσ του 10 πηχεσ. και μου ειπε: αυτη ειναι η καταρα που βγαινει επανω στο προσωπο ολοκληρησ τησ γη· επειδη, καθενασ ο οποιοσ κλεβει θα εξολοθρευτει, οπωσ γραφεται μεσα σ' αυτον απο την εδω πλευρα· και οποιοσ ορκιζεται θα εξολοθρευτει, οπωσ γραφεται σ' αυτον απο την εκει πλευρα. θα τη φερω εξω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, και θα μπει μεσα στο σπιτι του κλεφτη, και στο σπιτι εκεινου που ορκιζεται στο ονομα μου με ψευτικο τροπο· και θα μεινει μεσα στο σπιτι του, και θα τον εξολοθρευσει, και τα ξυλα του, και τισ πετρεσ του. και ο αγγελοσ που μιλουσε μαζι μου βγηκε εξω, και μου ειπε: σηκωσε τωρα τα ματια σου, και δεσ τι ειναι αυτο που βγαινει εξω. και ειπα: τι ειναι αυτο; και εκεινοσ ειπε: αυτο που βγαινει εξω ειναι ενα εφα. και ειπε: αυτη ειναι η παρασταση τουσ επανω σε ολοκληρη τη γη. και ξαφνου, σηκωνοταν ενα ταλαντο απο μολυβι· και ειδα, μια γυναικα καθοταν στο μεσον του εφα. και ειπε: αυτη ειναι η ασεβεια. και την ερριξε στο μεσον του εφα· και ερριξε το μολυβενιο ζυγι επανω στο στομιο του. τοτε, σηκωσα τα ματια μου, και ειδα, και ξαφνου, εβγαιναν εξω δυο γυναικεσ. και ανεμοσ ηταν στισ φτερουγεσ τουσ· επειδη, αυτεσ ειχαν φτερουγεσ, σαν φτερουγεσ πελαργου· και σηκωσαν το εφα αναμεσα στη γη και τον ουρανο. και ειπα στον αγγελο που μιλουσε μαζι μου: που φερνουν αυτεσ το εφα; και μου ειπε: για να οικοδομησουν γι' αυτο οικο στη γη σεννααρ· και θα στηριχθει, και θα μπει εκει μεσα επανω στη βαση του.

6

και σηκωσα παλι τα ματια μου, και ειδα, και ξαφνου, τεσσερισ αμαξεσ εβγαιναν απο το μεσον δυο βουνων, και τα βουνα ησαν βουνα χαλκινα. στην πρωτη αμαξα ησαν κοκκινα αλογα· και στη δευτερη αμαξα, μαυρα αλογα. και στην τριτη αμαξα, ασπρα αλογα· και στην τεταρτη αμαξα, αλογα ποικιλα ψαρα. και αποκριθηκα, και ειπα στον αγγελο που μιλουσε μαζι μου: τι ειναι αυτα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου; και ο αγγελοσ απαντησε, και μου ειπε: αυτα ειναι οι τεσσερισ ανεμοι του ουρανου, που βγαινουν απο τη σταση τουσ μπροστα στον κυριο ολοκληρησ τησ γησ· τα μαυρα αλογα, που ειναι στη μια, βγαινουν προσ τη γη του βορρα· και τα ασπρα βγαινουν πισω απ' αυτα· και τα ποικιλα βγαινουν προσ τη γη του νοτου. και τα ψαρα βγηκαν, και ζητησαν να πανε για να περιελθουν τη γη. και ειπε: πηγαινετε, περιελθετε τη γη. και περιηλθαν τη γη. και εκραξε σε μενα, και μου μιλησε, λεγοντασ: δεσ, αυτα που βγαινουν προσ τη γη του βορρα, ανεπαυσαν το πνευμα μου μεσα στη γη του βορρα. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λεγοντασ: παρε απο τουσ ανδρεσ τησ αιχμαλωσιασ, απο τον χαλδαι, απο τον τωβια, και απο τον ιεδαια, που εχουν ερθει απο τη βαβυλωνα, και ελα αυτη την ιδια ημερα, και μπεσ μεσα στον οικο του ιωσια, γιου του σοφονια· και παρε ασημι και χρυσαφι, και κανε στεφανια, και βαλ' τα επανω στο κεφαλι του ιηhοσυα, γιου του ιωσεδεκ, του μεγαλου ιερεα· και μιλησε του, με τα λογια: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, λεγοντασ: δεσ, ο ανδρασ, του οποιου το ονομα ειναι ο βλαστοσ· και θα βλαστησει απο τον τοπο του, και θα κτισει τον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ναι, αυτοσ θα κτισει τον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κι αυτοσ θα παρει τη δοξα, και θα καθησει, και θα διοικησει επανω στον θρονο του· και θα ειναι ιερεασ επανω στον θρονο του· και αναμεσα στουσ δυο αυτουσ θα ειναι βουλη ειρηνησ. και για τον ελεμ θα ειναι στεφανια, και για τον τωβια, και για τον ιεδαια, και για τον ειν, τον γιο του σοφονια, σε αναμνηση στον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κι αυτοι που ειναι μακρυα θαρθουν, και θα κτισουν μεσα στον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και θα γνωρισετε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων με απεστειλε σε σασ· κι αυτο θα γινει, αν υπακουσετε ακριβωσ στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ.

7

και κατα τον τεταρτο χρονο του βασιλια δαρειου, εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ζαχαρια, την τεταρτη ημερα του ενατου μηνα, του χισλευ· και εστειλαν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον σαρεσερ, και τον ρεγεμ-μελεχ, και τουσ ανθρωπουσ τουσ, για να εξιλεωσουν το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· να μιλησουν στουσ ιερεισ, που ησαν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, και στουσ προφητεσ, λεγοντασ: να κλαψω στον πεμπτο μηνα, εχοντασ αποτραβηχτει, οπωσ εκανα τοσα πολλα χρονια; και μου εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, λεγοντασ: μιλησε σε ολοκληρο τον λαο τησ γησ, και στουσ ιερεισ, λεγοντασ: οταν νηστευατε και πενθουσατε τον πεμπτο μηνα και τον εβδομο μηνα εκεινα τα 70 χρονια, νηστευατε πραγματικα για μενα; για μενα; και οταν τρωγατε, και οταν πινατε, δεν τρωγατε και πινατε για τον εαυτο σασ; δεν ειναι αυτα τα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε με τουσ προηγουμενουσ προφητεσ, οταν η ιερουσαλημ ηταν κατοικημενη και σε ευημερια, και οι πολεισ τησ ολογυρα σ' αυτη, οταν ηταν κατοικημενο το μεσημβρινο και το πεδινο μεροσ; και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ζαχαρια, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, λεγοντασ: να κρινετε κριση αληθειασ, και να κανετε ελεοσ και οικτιρμο, καθε ενασ στον αδελφο του· και μη καταδυναστευετε τη χηρα, και τον ορφανο, και τον ξενο, και τον πενητα· και κανενασ απο σασ ασ μη σκεφτεται κακο μεσα στην καρδια του εναντια στον αδελφο του. αλλα, αρνηθηκαν να προσεξουν, και εστρεψαν απειθη νωτα, και βαρυναν τα αυτια τουσ για να μη ακουσουν. ναι, αυτοι εκαναν τισ καρδιεσ τουσ σαν το διαμαντι, ωστε να μη ακουσουν τον νομο, και τα λογια, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων εστειλε με το δικο του πνευμα, διαμεσου των προηγουμενων προφητων· γι' αυτο, μεγαλη οργη ηρθε απο τον κυριο των δυναμεων. γι' αυτο, οπωσ αυτοσ ειχε κραξει, κι αυτοι δεν ακουγαν, ετσι κι αυτοι εκραξαν, κι εγω δεν εισακουγα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· αλλα, τουσ διασκορπισα σαν με ανεμοστροβιλο σε ολα τα εθνη, που δεν τα γνωριζαν. και ο τοποσ πισω τουσ ερημωθηκε, ωστε δεν υπηρχε αυτοσ που διαβαινε ουτε αυτοσ που επεστρεφε· και εβαλαν την επιθυμητη γη σε ερημωση.

8

και εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: ειμαι ζηλοτυποσ για τη σιων με μεγαλη ζηλοτυπια, και ειμαι ζηλοτυποσ γι' αυτη με μεγαλη οργη. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: επεστρεψα στη σιων, και θα κατοικησω στο μεσον τησ ιερουσαλημ· και η ιερουσαλημ θα ονομαστει πολη αληθειασ· και το βουνο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, βουνο αγιο. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: ακομα, πρεσβυτεροι και πρεσβυτερεσ θα καθησουν στισ πλατειεσ τησ ιερουσαλημ, και καθε ενασ με τη ραβδο του στο χερι του απο το πληθοσ των ημερων. και οι πλατειεσ τησ πολησ θα ειναι γεματεσ απο παιδια και κοριτσακια που θα παιζουν στισ πλατειεσ τησ. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: αν φανει θαυμαστο στα ματια αυτου του υπολοιπου λαου κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, μηπωσ θα φανει θαυμαστο και στα ματια μου; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: δεστε, εγω θα σωσω τον λαο μου απο τη γη τησ ανατολησ, και απο τη γη τησ δυσησ του ηλιου, και θα τουσ φερω, και θα κατοικησουν στο μεσον τησ ιερουσαλημ· και θα ειναι λαοσ μου, και εγω θα ειμαι θεοσ τουσ, με αληθεια και δικαιοσυνη. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: ενισχυστε τα χερια σασ, κι αυτοι που ακουν αυτα τα λογια κατα τισ ημερεσ αυτεσ, διαμεσου του στοματοσ των προφητων, που ησαν κατα την ημερα, κατα την οποια θεμελιωθηκε ο οικοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, για να κτιστει ο ναοσ. επειδη, πριν απο τισ ημερεσ εκεινεσ δεν υπηρχε μισθοσ για τον ανθρωπο ουτε μισθοσ για το κτηνοσ ουτε ειρηνη γι' αυτον που εβγαινε εξω η εμπαινε μεσα, εξαιτιασ τησ θλιψησ· για τον λογο οτι, εστειλα ολουσ τουσ ανθρωπουσ, καθε εναν εναντια στον πλησιον του. αλλα, τωρα, εγω δεν θα φερομαι στο υπολοιπο αυτου του λαου, οπωσ στισ αρχαιεσ ημερεσ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. επειδη, ο σποροσ θα ειναι τησ ειρηνησ· η αμπελοσ θα δωσει τον καρπο τησ, και η γη θα δωσει τα γεννηματα τησ, και οι ουρανοι θα δωσουν τη δροσο τουσ· και θα κληροδοτησω στο υπολοιπο αυτου του λαου ολα αυτα. και καθωσ ησασταν καταρα αναμεσα στα εθνη, οικοσ ιηhυδα, και οικοσ ισραηλ, ετσι θα σασ διασωσω, και θα ειστε ευλογια· μη φοβαστε· ασ ενισχυονται τα χερια σασ. επειδη, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: με οποιον τροπο στοχαστηκα να σασ τιμωρησω, οταν με παροργισαν οι πατερεσ σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, και δεν μετανοησα, ετσι παλι θελησα κατα τισ ημερεσ αυτεσ να αγαθοποιησω την ιερουσαλημ, και τον οικο ιηhυδα· μη φοβαστε. αυτα ειναι τα λογια, που θα κανετε: μιλατε καθε ενασ την αληθεια στον πλησιον του· αληθεια και κριση ειρηνησ κρινετε στισ πυλεσ σασ. μη σκεφτεστε κακο μεσα στισ καρδιεσ σασ καθε ενασ εναντια στον πλησιον του, και μη αγαπατε αναληθη ορκο· επειδη, ολα αυτα ειναι εκεινα που μισω, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εγινε σε μενα λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: η νηστεια του τεταρτου μηνα, και η νηστεια του πεμπτου, και η νηστεια του εβδομου, και η νηστεια του δεκατου, θα ειναι στον οικο ιηhυδα με χαρα και με ευφροσυνη, και με ευθυμεσ γιορτεσ· γι' αυτο, αγαπατε την αληθεια και την ειρηνη. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: επιπλεον, θαρθουν λαοι, κι αυτοι που κατοικουν σε πολλεσ πολεισ· και οι κατοικοι τησ μιασ θα πανε στην αλλη, λεγοντασ: ασ παμε σπευδοντασ για να εξιλεωσουμε το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και να εκζητησουμε τον κυριο των δυναμεων· θα παω και εγω. και πολλοι λαοι και ισχυρα εθνη θαρθουν για να εκζητησουν τον κυριο των δυναμεων στην ιερουσαλημ, και να εξιλεωσουν το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: κατα τισ ημερεσ εκεινεσ δεκα ανδρεσ απο ολεσ τισ γλωσσεσ των εθνων θα πιασουν σφιχτα, ναι, θα πιασουν σφιχτα το κρασπεδο ενοσ ιηhυδαιου, λεγοντασ: θα παμε με σασ· επειδη, ακουσαμε οτι ο θεοσ ειναι με σασ.

9

το φορτιο του λογου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντιον τησ γησ αδραχ, και τησ δαμασκου, τησ αναπαυσησ του· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι το να επιβλεπει τουσ ανθρωπουσ, και ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ· ακομα και εναντια στην αιμαθ, που συνορευει μαζι τησ, εναντια στην τυρο και σιδωνα, αν και ειναι υπερβολικα σοφεσ. η τυροσ εκτισε για τον εαυτο τησ οχυρωμα, και επισωρευσε ασημι σαν χωμα, και χρυσαφι σαν πηλο των δρομων. δεστε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα την απογυμνωσει· και θα παταξει τη δυναμη τησ μεσα στη θαλασσα· κι αυτη θα καταναλωθει με φωτια. η ασκαλωνα θα δει, και θα φοβηθει· και η γαζα θα λυπηθει υπερβολικα· και η ακκαρων, επειδη θα ματαιωθει η προσδοκια τησ· και ο βασιλιασ θα απολεστει απο τη γαζα, και η ασκαλωνα δεν θα κατοικειται. και στην αζωτο θα καθησει αλλογενησ, και θα καθαιρεσω την υπερηφανεια των φιλισταιων. και θα αφαιρεσω το αιμα τουσ απο το στομα τουσ, και τα βδελυγματα τουσ απο μεσα απο τα δοντια τουσ· κι αυτοσ που θα εχει εναπομεινει, θα ειναι κι αυτοσ για τον θεο μασ, και θα ειναι στον ιηhυδα σαν χιλιαρχοσ· και η ακκαρων θα ειναι σαν τον ιεβουσαιο. και θα στρατοπεδευσω ολογυρα απο τον οικο μου εναντια σε στρατευμα, εναντια σ' αυτον που διαβαινει, και εναντια σ' αυτον που επιστρεφει· και εκεινοσ που καταδυναστευει δεν θα περασει πλεον επανω τουσ· επειδη, τωρα ειδα με τα ματια μου. χαιρε υπερβολικα, θυγατερα σιων· αλαλαζε, θυγατερα ιερουσαλημ· δεσ, ο βασιλιασ σου ερχεται σε σενα· αυτοσ ειναι δικαιοσ, και σωζει· πραοσ, και καθεται επανω σε γαιδουρι, και επανω σε πουλαρι, γιο υποζυγιου. και θα εξολοθρευσω την αμαξα απο τον εφραιμ, και το αλογο απο την ιερουσαλημ, και θα εξολοθρευτει το πολεμικο τοξο· κι αυτοσ θα μιλησει ειρηνη προσ τα εθνη· και η εξουσια του θα ειναι απο τη μια θαλασσα μεχρι την αλλη θαλασσα, και απο τον ποταμο μεχρι τα περατα τησ γησ. και για σενα, για το αιμα τησ διαθηκησ σου, εγω εβγαλα τουσ δεσμιουσ σου απο ανυδρο λακκο. επιστρεψτε στο οχυρωμα, δεσμιοι τησ ελπιδασ· ακομα και σημερα κηρυττω οτι θα ανταποδωσω σε σενα διπλα. επειδη, τεντωσα τον ιηhυδα στον εαυτο μου σαν τοξο· τεντωσα τον εφραιμ δυνατα, και ξεσηκωσα τα παιδια σου, σιων, εναντια στα παιδια σου, ελλαδα· και σε εκανα σαν ρομφαια μαχητη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα φανει επανω τουσ, και το βελοσ του θα βγει σαν αστραπη· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ θα σαλπισει με σαλπιγγα, και θα κινηθει με ανεμοστροβιλουσ του νοτου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων θα τουσ υπερασπιζεται· και θα καταναλωσουν τουσ εναντιουσ, και θα τουσ καταβαλουν με πετρεσ σφενδονασ· και θα πιουν, και θα θορυβησουν σαν απο κρασι· και θα γεμισουν σαν φιαλη, και σαν τισ γωνιεσ του θυσιαστηριου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ θα τουσ σωσει εκεινη την ημερα, οπωσ το ποιμνιο του λαου του· δεδομενου οτι, σαν πετρεσ διαδηματοσ θα υψωθουν επανω στη γη του. επειδη, ποση ειναι η αγαθοτητα του, και ποση η ωραιοτητα του! το σιταρι θα κανει ευθυμουσ τουσ νεουσ, και το γλευκοσ τισ παρθενουσ.

10

ζητατε απο τον κυριο βροχη, κατα τον καιρο τησ οψιμησ βροχησ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει αστραπεσ, και θα δωσει σ' αυτουσ βροχεσ δυνατεσ, σε καθε εναν, βοτανη στο χωραφι. επειδη, τα ειδωλα μιλησαν ματαιοτητα, και οι μαντεισ ειδαν αναληθεισ ορασεισ, και μιλησαν ματαια ονειρα· παρηγορουσαν ματαια· γι' αυτο, μετατοπιστηκαν σαν ποιμνιο· ταραχτηκαν, επειδη δεν υπηρχε ποιμενασ. ο θυμοσ μου αναψε εναντια στουσ ποιμενεσ, και θα τιμωρησω τουσ τραγουσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων επισκεφθηκε το ποιμνιο του, τον οικο ιηhυδα, και τουσ εκανε σαν ενδοξο αλογο του μεσα σε μαχη. απ' αυτον βγηκε η γωνια, απ' αυτον ο πασσαλοσ, απ' αυτον το πολεμικο τοξο, απ' αυτον καθε ηγεμονασ μαζι. και θα ειναι σαν ισχυροι, που καταπατουν τουσ πολεμιουσ στον πηλο των δρομων, μεσα στη μαχη· και θα πολεμησουν, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι τουσ, και οι καβαλαρηδεσ των αλογων θα καταντροπιαστουν. και θα ενισχυσω τον οικο ιηhυδα, και θα σωσω τον οικο ιωσηφ, και θα τουσ επαναφερω, επειδη τουσ ελεησα· και θα ειναι σαν να μη τουσ ειχα αποβαλει· επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ τουσ, και θα τουσ εισακουσω. και οι εφραιμιτεσ θα ειναι σαν ισχυροσ, και η καρδια τουσ θα χαρει σαν απο κρασι· και τα παιδια τουσ θα δουν, και θα χαρουν· η καρδια τουσ θα ευφρανθει στον κυριο. θα συριξω σ' αυτουσ, και θα τουσ συγκεντρωσω· επειδη, εγω τουσ λυτρωσα· και θα πληθυνουν οπωσ ειχαν καποτε πληθυνει. και θα τουσ σπειρω αναμεσα στουσ λαουσ· και θα με θυμηθουν σε απομακρυσμενουσ τοπουσ· και θα ζησουν μαζι με τα παιδια τουσ, και θα επιστρεψουν· και θα τουσ επαναφερω απο τη γη τησ αιγυπτου, και θα τουσ συγκεντρωσω απο την ασσυρια· και θα τουσ φερω στη γη γαλααδ και στον λιβανο· και δεν θα επαρκεσει σ' αυτουσ. και θα περασει μεσα απο τη θαλασσα με θλιψη, και θα παταξει τα κυματα που ειναι στη θαλασσα, και ολα τα βαθη του ποταμου θα ξεραθουν· και η υπερηφανεια τησ ασσυριασ θα καταβληθει, και το σκηπτρο τησ αιγυπτου θα αφαιρεθει. και θα τουσ ενισχυσω στον κυριο· και θα περπατουν στο ονομα του, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

11

λιβανε, ανοιξε τισ θυρεσ σου, και η φωτια ασ καταφαει τουσ κεδρουσ σου. ολολυξε, ελατο, επειδη επεσε ο κεδροσ· επειδη, οι μεγιστανεσ αφανιστηκαν· ολολυξτε, βελανιδιεσ τησ βασαν, επειδη το απλησιαστο δασοσ κατακοπηκε. φωνη ποιμενων ακουγεται, που θρηνουν· επειδη, η δοξα τουσ αφανιστηκε· φωνη απο βρυχωμενουσ σκυμνουσ· επειδη, το φρυαγμα του ιορδανη ταπεινωθηκε. ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μου: ποιμαινε το ποιμνιο τησ σφαγησ, το οποιο, εκεινοι που το αγορασαν, το σφαζουν ατιμωρητα· κι αυτοι που το πουλανε, λενε: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη πλουτησα· και οι ιδιοι οι ποιμενεσ του δεν το λυπουνται. γι' αυτο, δεν θα λυπηθω πλεον τουσ κατοικουσ του τοπου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αλλα, δεστε, εγω θα παραδωσω τουσ ανθρωπουσ, καθε εναν στο χερι του πλησιον του, και στο χερι του βασιλια του, και θα κατακοψουν τη γη, και δεν θα τουσ ελευθερωσω απο το χερι τουσ. και ποιμανα το ποιμνιο τησ σφαγησ, το πραγματικα ταλαιπωρημενο ποιμνιο. και πηρα για τον εαυτο μου δυο ραβδουσ· τη μια την ονομασα ωραιοτητα, και την αλλη την ονομασα δεσμουσ· και ποιμανα το ποιμνιο. και εξολοθρευσα τρεισ βοσκουσ σε εναν μηνα· και η ψυχη μου τουσ βαρεθηκε, και η ψυχη τουσ με αποστραφηκε. τοτε, ειπα: δεν θα σασ ποιμαινω· αυτο που πεθαινει, ασ πεθαινει· και το χαμενο, ασ χανεται, κι αυτα που εχουν εναπομεινει, ασ τρωνε καθε ενα τη σαρκα του πλησιον του. και πηρα τη ραβδο μου, την ωραιοτητα, και την κατεκοψα, για να ακυρωσω τη διαθηκη μου, που ειχα κανει σε ολουσ αυτουσ τουσ λαουσ. και ακυρωθηκε κατα την ημερα εκεινη· και ετσι το ταλαιπωρημενο ποιμνιο, που απεβλεπε σε μενα, γνωρισε οτι αυτοσ ηταν ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και τουσ ειπα: αν σασ φαινεται καλο, δωστε μου τον μισθο μου· ειδαλλωσ, αρνηθειτε τον. και εστησαν τον μισθο μου 30 αργυρια. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σε μενα: ριξ' τα στον κεραμεα, την πολυτιμη τιμη, με την οποια τιμηθηκα απ' αυτουσ. και πηρα τα 30 αργυρια και τα ερριξα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στον κεραμεα. και κατεκοψα την αλλη ραβδο μου, τουσ δεσμουσ, για να ακυρωσω την αδελφοτητα αναμεσα στον ιηhυδα και τον ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σε μενα: παρε ακομα για τον εαυτο σου τα εργαλεια του ασυνετου ποιμενα. επειδη, δεσ, εγω θα σηκωσω εναν ποιμενα επανω στη γη, ο οποιοσ δεν θα επισκεπτεται τα χαμενα, και δεν θα ζηταει το διασκορπισμενο, και δεν θα γιατρευει το συντριμμενο ουτε θα ποιμαινει το υγιεσ· αλλα, θα τρωει τη σαρκα απο το παχυ, και θα κατακοβει τα νυχια τουσ. αλλοιμονο στον ματαιο ποιμενα, αυτον που εγκαταλειπει το κοπαδι! ρομφαια θαρθει επανω στον βραχιονα του, και επανω στο δεξι του ματι· ο βραχιονασ του θα ξεραθει ολοκληρωτικα, και το δεξι του ματι θα αμαυρωθει ολοκληρωτικα.

12

το φορτιο του λογου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τον ισραηλ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ που απλωνει τουσ ουρανουσ, και που θεμελιωνει τη γη, και μορφωνει το πνευμα του ανθρωπου, μεσα του. δεστε, εγω κανω την ιερουσαλημ ποτηρι ζαλησ σε ολουσ τουσ λαουσ ολογυρα· και στον ιηhυδα ακομα θα ειναι αυτο, στην πολιορκια εναντια στην ιερουσαλημ. και κατα την ημερα εκεινη θα κανω την ιερουσαλημ πετρα που καταβαραινει σε ολουσ τουσ λαουσ· ολοι οσοι την επιφορτιστουν, θα κατασυντριφτουν, οταν ολα τα εθνη τησ γησ θα συγκεντρωθουν εναντιον τησ. κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα παταξω καθε αλογο με εκσταση, και τον καβαλαρη του με παραφροσυνη· και θα ανοιξω τα ματια μου επανω στον οικο ιηhυδα, και θα παταξω με αποτυφλωση καθε αλογο των λαων. και οι αρχοντεσ του ιηhυδα θα πουν στην καρδια τουσ: στηριγμα σε μενα ειναι οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ, με τον κυριο των δυναμεων, τον θεο τουσ. κατα την ημερα εκεινη θα κανω τουσ αρχοντεσ του ιηhυδα σαν εστια φωτιασ σε ξυλα, και σαν λαμπαδα φωτιασ σε χειροβολο· και θα καταφανε ολουσ τουσ λαουσ ολογυρα, απο τα δεξια και απο τα αριστερα· και η ιερουσαλημ θα κατοικηθει ξανα στον τοπο τησ, στην ιερουσαλημ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σωσει πρωτα τισ σκηνεσ του ιηhυδα, για να μη μεγαλυνεται η δοξα του οικου του δαβιδ, και η δοξα των κατοικων τησ ιερουσαλημ, εναντια στον ιηhυδα. κατα την ημερα εκεινη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα υπερασπιστει τουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ· και ο αδυνατοσ αναμεσα τουσ κατα την ημερα εκεινη θα ειναι σαν τον δαβιδ, και ο οικοσ του δαβιδ σαν θεοσ, σαν αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μπροστα τουσ. κατα την ημερα εκεινη θα ζητησω να εξολοθρευσω ολα τα εθνη που ερχονται εναντια στην ιερουσαλημ. και επανω στον οικο του δαβιδ, και επανω στουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, θα ξεχυσω πνευμα χαρησ και ικεσιων· και θα επιβλεψουν σε μενα, τον οποιο διατρυπησαν· και θα πενθησουν γι' αυτον, οπωσ καποιοσ πενθει για τον μονογενη του, και θα λυπηθουν γι' αυτον, οπωσ αυτοσ που λυπαται για τον πρωτοτοκο του. κατα την ημερα εκεινη θα υπαρχει μεγαλο πενθοσ στην ιερουσαλημ, οπωσ το πενθοσ του αδαδριμμων στην πεδιαδα μεγιδδων. και θα πενθησει η γη, καθε οικογενεια για τον εαυτο τησ· η οικογενεια του οικου δαβιδ για τον εαυτο τησ, και οι γυναικεσ τουσ για τον εαυτο τουσ· η οικογενεια του οικου ναθαν για τον εαυτο τησ, και οι γυναικεσ τουσ για τον εαυτο τουσ· η οικογενεια του οικου λευι για τον εαυτο τησ, και οι γυναικεσ τουσ για τον εαυτο τουσ· η οικογενεια σιμει για τον εαυτο τησ, και οι γυναικεσ τουσ για τον εαυτο τουσ· ολεσ οι οικογενειεσ που εναπεμειναν, καθε οικογενεια για τον εαυτο τησ, και οι γυναικεσ τουσ για τον εαυτο τουσ.

13

κατα την ημερα εκεινη θα υπαρχει ανοιγμενη πηγη στον οικο του δαβιδ, και στουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, για την αμαρτια, και για την ακαθαρσια. και κατα την ημερα εκεινη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, θα εξολοθρευσω τα ονοματα των ειδωλων απο τη γη, και δεν θα υπαρχει πλεον ενθυμηση απ' αυτα· κι ακομα, θα αφαιρεσω απο τη γη τουσ προφητεσ και το ακαθαρτο πνευμα. και αν καποιοσ ακομα προφητευει, τοτε ο πατερασ του και η μητερα του, αυτοι που τον γεννησαν, θα του πουν: δεν θα ζησεισ· επειδη, μιλασ ψεματα στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο πατερασ του και η μητερα του, αυτοι που τον γεννησαν, θα τον διατραυματισουν, οταν προφητευει. και κατα την ημερα εκεινη οι προφητεσ θα καταντροπιαστουν, καθε ενασ απο την οραση του, οταν προφητευει· και δεν θα ντυνονται τριχινο ενδυμα για να απατουν. και θα πει: εγω δεν ειμαι προφητησ· ειμαι ανθρωποσ γεωργοσ· επειδη, ανθρωποσ με μισθωσε απο τη νιοτη μου. και αν καποιοσ του πει: τι ειναι αυτεσ οι πληγεσ στο μεσον των χεριων σου; θα απαντησει: εκεινεσ, που πληγωθηκα στο σπιτι των φιλων μου. ρομφαια, ξυπνα εναντια στον ποιμενα μου, και εναντια στον ανδρα, τον συνεταιρο μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· παταξε τον ποιμενα, και τα προβατα θα διασκορπιστουν· θα στρεψω, ομωσ, το χερι μου εναντια στουσ μικρουσ. και σε ολοκληρη τη γη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δυο μερη θα εξολοθρευτουν μεσα σ' αυτη, και θα εκλειψουν· ενω το τριτο θα εναπομεινει σ' αυτη. κι αυτο το τριτο θα το περασω μεσα απο φωτια· και θα τουσ καθαρισω, οπωσ καθαριζεται το ασημι, και θα τουσ δοκιμασω, οπωσ δοκιμαζεται το χρυσαφι· αυτοι θα επικαλεστουν το ονομα μου, και εγω θα τουσ εισακουσω· θα πω: αυτοσ ειναι λαοσ μου· κι αυτοι θα πουν: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ο θεοσ μου.

14

δεσ, η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ερχεται, και το λαφυρο σου θα διαμοιραστει αναμεσα σου. και θα συγκεντρωσω ολα τα εθνη εναντια στην ιερουσαλημ σε μαχη· και η πολη θα αλωθει, και τα σπιτια θα λεηλατηθουν, και οι γυναικεσ θα βιαστουν· και το μισο τησ πολησ θα βγει σε αιχμαλωσια, και το υπολοιπο του λαου δεν θα εξολοθρευθει απο την πολη. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα βγει εξω, και θα πολεμησει εναντια στα εθνη εκεινα, οπωσ οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πολεμησει κατα την ημερα τησ μαχησ. και τα ποδια του, κατα την ημερα εκεινη, θα σταθουν επανω στο βουνο των ελαιων, που ειναι απεναντι απο την ιερουσαλημ, απο ανατολικα· και το βουνο των ελαιων θα σχιστει στα δυο στο μεσον του, προσ τα ανατολικα και προσ τα δυτικα, και θα γινει μια υπερβολικα μεγαλη κοιλαδα· και το μισο του βουνου θα συρθει προσ βορραν, και το μισο του προσ νοτον. και θα καταφυγετε στην κοιλαδα των βουνων μου· επειδη, η κοιλαδα των βουνων θα φτανει μεχρι την ασαλ· και θα φυγετε, οπωσ φυγατε μπροστα απο τον σεισμο κατα τισ ημερεσ του οζια, του βασιλια του ιηhυδα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μου θαρθει, και μαζι σου ολοι οι αγιοι. και κατα την ημερα εκεινη, το φωσ δεν θα ειναι λαμπρο ουτε συσκοτεινιασμενο· αλλα, θα ειναι μια ημερα, που ειναι γνωστη στον κυριο, ουτε ημερα ουτε νυχτα· και προσ την εσπερα θα υπαρχει φωσ. και κατα την ημερα εκεινη θα βγουν ζωντανα νερα απο την ιερουσαλημ· τα μισα απ' αυτα προσ την ανατολικη θαλασσα, και τα μισα τουσ προσ τη δυτικη θαλασσα· σε καλοκαιρι και σε χειμωνα θα ειναι ετσι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι βασιλιασ επανω σε ολοκληρη τη γη· κατα την ημερα εκεινη θα υπαρχει κυριοσ ενασ, και το ονομα του ενα. ολοκληροσ ο τοποσ θα μεταβληθει σε πεδιαδα, απο τη γαβαα μεχρι τη ριμμων, προσ νοτον τησ ιερουσαλημ· κι αυτη θα υψωθει, και θα κατοικηθει στον τοπο τησ, απο την πυλη του βενιαμιν μεχρι τον τοπο τησ πρωτησ πυλησ των γωνιων, και του πυργου ανανεηλ, μεχρι τουσ ληνουσ του βασιλια. και θα κατοικησουν μεσα σ' αυτη, και δεν θα υπαρχει πλεον αφανισμοσ· και η ιερουσαλημ θα καθεται με ασφαλεια. κι αυτη θα ειναι η πληγη, με την οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα πληγωσει ολουσ τουσ λαουσ, που εκστρατευσαν εναντια στην ιερουσαλημ· η σαρκα τουσ θα λιωνει, καθωσ θα στεκονται επανω στα ποδια τουσ, και τα ματια τουσ θα διαλυθουν μεσα στισ τρυπεσ τουσ, και η γλωσσα τουσ θα διαλυθει μεσα στο στομα τουσ. και κατα την ημερα εκεινη, θα υπαρχει μεγαλη ταραχη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναμεσα τουσ· και καθε ενασ θα πιανει το χερι του πλησιον του, και το χερι του θα σηκωνεται εναντια στο χερι του πλησιον του. ακομα και ο ιηhυδασ θα πολεμησει εναντια στην ιερουσαλημ· και ο πλουτοσ ολων των εθνων ολογυρα, χρυσαφι, και ασημι, και ιματια, θα συγκεντρωθει σε πληθωρα μεγαλη. και η πληγη του αλογου, του μουλαριου, τησ καμηλου, και του γαιδουριου, και ολων των κτηνων, που θα ειναι στα στρατοπεδα εκεινα, τετοια θα ειναι, οπωσ αυτη η πληγη. και καθε ενασ που θα εναπομεινει απο ολα τα εθνη, που ηρθαν εναντια στην ιερουσαλημ, θα ανεβαινει καθε χρονο για να προσκυναει τον βασιλια, τον κυριο των δυναμεων, και να γιορταζει τη γιορτη τησ σκηνοπηγιασ. και οσοι απο τισ οικογενειεσ τησ γησ δεν ανεβουν στην ιερουσαλημ, για να προσκυνησουν τον βασιλια, τον κυριο των δυναμεων, σ' αυτουσ δεν θα υπαρχει βροχη. και αν η οικογενεια τησ αιγυπτου δεν ανεβει, και δεν ερθει, επανω στουσ οποιουσ δεν υπαρχει βροχη, σ' αυτουσ θα ειναι η πληγη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα πληγωσει τα εθνη, τα οποια δεν ανεβαινουν για να γιορτασουν τη γιορτη τησ σκηνοπηγιασ. αυτη θα ειναι η ποινη τησ αιγυπτου, και η ποινη ολων των εθνων, αυτων που δεν θελουν να ανεβουν για να γιορτασουν τη γιορτη τησ σκηνοπηγιασ. κατα την ημερα εκεινη, επανω στα κουδουνια των αλογων θα ειναι γραμμενο: αγιασμοσ στον κυριο· και τα καζανια στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι οπωσ οι φιαλεσ μπροστα απο το θυσιαστηριο. και καθε καζανι στην ιερουσαλημ και στον ιηhυδα θα ειναι αγιασμοσ στον κυριο των δυναμεων· και ολοι αυτοι που θυσιαζουν θαρθουν, και θα παρουν απ' αυτα, και θα ψησουν μεσα σ' αυτα· και κατα την ημερα εκεινη δεν θα υπαρχει πλεον χαναναιοσ μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων.

μαλαχιασ

1

το φορτιο του λογου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαμεσου του μαλαχια προσ τον ισραηλ. εγω σασ αγαπησα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κι εσεισ ειπατε: σε τι μασ αγαπησεσ; δεν ηταν ο ησαυ αδελφοσ του ιακωβ; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ομωσ, αγαπησα τον ιακωβ, ενω μισησα τον ησαυ, και εκανα τα βουνα του ερημωση, και την κληρονομια του κατοικιεσ ερημου. κι αν ο εδωμ πει: εμεισ ταλαιπωρηθηκαμε, ομωσ θα κτισουμε ξανα τουσ ταλαιπωρημενουσ τοπουσ, ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: αυτοι θα κτισουν, αλλα εγω θα καταστρεψω· και θα ονομαστουν: οριο ανομιασ, και: ο λαοσ εναντια στον οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αγανακτησε για παντα. και τα ματια σασ θα δουν, κι εσεισ θα πειτε: μεγαλυνθηκε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh περα απο το οριο του ισραηλ. ο γιοσ τιμαει τον πατερα, και ο δουλοσ τον κυριο του· αν, λοιπον, εγω ειμαι πατερασ, που ειναι η τιμη μου; και αν εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειναι ο φοβοσ μου; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων σε σασ, ιερεισ, που καταφρονειτε το ονομα μου· και λετε: σε τι καταφρονησαμε το ονομα σου; προσφερατε ψωμι μολυσμενο επανω στο θυσιαστηριο μου· και ειπατε: σε τι σε μολυναμε; στο οτι λετε: το τραπεζι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αξιοκαταφρονητο. και αν προσφερετε ζωο τυφλο για θυσια, δεν ειναι κακο; και αν προσφερετε ζωο χωλο η αρρωστο, δεν ειναι κακο; προσφερε τωρα αυτο στον αρχηγο σου· αραγε, θα ευαρεστηθει σε σενα η θα υποδεχθει το προσωπο σου; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. και τωρα, λοιπον, να δεηθειτε στον θεο για να μασ ελεησει. εξαιτιασ σασ εγινε αυτο· θα υποδεχθει αραγε τα προσωπα σασ; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. ποιοσ ειναι ακομα και μεταξυ σασ, που θα εκλεινε τισ θυρεσ, για να μη αναβετε φωτια στο θυσιαστηριο μου ματαια; δεν εχω ευχαριστηση σε σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, και δεν θα δεχθω προσφορα απο το χερι σασ. επειδη, απο την ανατολη του ηλιου μεχρι τη δυση του το ονομα μου θα ειναι μεγα αναμεσα στα εθνη· και θα προσφερεται θυμιαμα, σε καθε τοπο στο ονομα μου, και καθαρη θυσια· επειδη, το ονομα μου θα ειναι μεγα αναμεσα στα εθνη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. εσεισ, ομωσ, το βεβηλωσατε, λεγοντασ: το τραπεζι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μολυσμενο· κι αυτα που τοποθετουνται επανω του, το φαγητο του, ειναι αξιοκαταφρονητο. εσεισ ειπατε, ακομα: δεστε, τι ενοχληση! και το καταφρονησατε, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· και φερατε το αρπαγμενο, και το χωλο, και το αρρωστο, ναι, τετοια προσφορα φερατε· θα τη δεχομουν απο το χερι σασ; λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. γι' αυτο, επικαταρατοσ να ειναι ο απατεωνασ, ο οποιοσ εχει στο ποιμνιο του αρσενικο, και κανει ευχη, και στον κυριο θυσιαζει ενα διεφθαρμενο πραγμα· επειδη, εγω ειμαι μεγασ βασιλιασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, και το ονομα μου ειναι τρομερο αναμεσα στα εθνη. προειδοποιηση του θεου προσ τουσ ιερεισ

2

και, τωρα, ιερεισ, σε σασ γινεται αυτη η εντολη. αν δεν ακουσετε, και αν αυτο δεν το βαλετε στην καρδια, για να δωσετε δοξα στο ονομα μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, τοτε θα στειλω την καταρα επανω σασ, και θα επικαταραστω τισ ευλογιεσ σασ· ναι, μαλιστα και τισ καταραστηκα, επειδη δεν το βαζετε αυτο στην καρδια σασ. δεστε, εγω θα απορριψω τα σπερματα σασ, και θα σκορπισω κοπρια επανω στα προσωπα σασ, την κοπρια των γιορτων σασ· και θα σασ σηκωσω μαζι τησ. και θα γνωρισετε οτι εγω σασ εστειλα αυτη την εντολη, για να ειναι η διαθηκη μου μαζι με τον λευι, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. η διαθηκη μου, τησ ζωησ και τησ ειρηνησ, ηταν μαζι του· και τισ εδωσα σ' αυτον λογω του φοβου με τον οποιο με φοβοταν, και σεβοταν το ονομα μου. ο νομοσ τησ αληθειασ ηταν στο στομα του, και ανομια δεν βρεθηκε στα χειλη του· περπατησε μαζι μου με ειρηνη και ευθυτητα, και πολλουσ επεστρεψε απο ανομια. επειδη, τα χειλη του ιερεα θα φυλαττουν γνωση, και απο το στομα του θα ζητησουν νομο· για τον λογο οτι, αυτοσ ειναι αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. αλλ' εσεισ ξεκλινατε απο τον δρομο· κανατε πολλουσ να προσκοπτουν στον νομο· διαφθειρατε τη διαθηκη του λευι, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. γι' αυτο, και εγω σασ εκανα αξιουσ καταφρονησησ και εξουθενωμενουσ σε ολοκληρο τον λαο, επειδη δεν φυλαξατε τουσ δρομουσ μου, αλλα ησασταν προσωποληπτεσ απεναντι στον νομο. δεν ειναι ενασ ο πατερασ ολων μασ; δεν μασ επλασε ενασ θεοσ; γιατι δολιευομαστε καθε ενασ εναντια στον αδελφο του, βεβηλωνοντασ τη διαθηκη των πατερων μασ; ο ιηhυδασ φερθηκε δολια, και διαπραχθηκε βδελυγμα στον ισραηλ, και στην ιερουσαλημ· επειδη, ο ιηhυδασ βεβηλωσε το αγιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε αγαπησει, και νυμφευθηκε θυγατερα ενοσ ξενου θεου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εξολοθρευσει απο τα σκηνωματα του ιακωβ τον ανθρωπο που το πραττει αυτο, τον σκοπο, κι αυτον που αποκρινεται, κι αυτον που προσφερει προσφορα στον κυριο των δυναμεων. κανατε ακομα και τουτο· σκεπαζατε το θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με δακρυα, με κλαμα, και με στεναγμουσ· γι' αυτο, δεν αποβλεπει πλεον στην προσφορα, και δεν τη δεχεται με ευαρεστηση απο το χερι σασ. και λετε: γιατι; επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε μαρτυρασ αναμεσα σε σενα και στη γυναικα τησ νιοτησ σου, προσ την οποια εσυ φερθηκεσ δολια· ενω αυτη ειναι η συζυγοσ σου, και η γυναικα τησ συνθηκησ σου. και ο θεοσ δεν εκανε ενα; κι ομωσ, αυτοσ ειχε υπεροχη πνευματοσ. και γιατι τον ενα; για να ζητησει θειο σπερμα. γι' αυτο, προσεχετε στο πνευμα σασ, και ασ μη φερεται κανενασ απιστα προσ τη γυναικα τησ νιοτησ του. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ, λεει οτι μισει αυτον που την αποβαλλει, κι αυτον που σκεπαζει τη βια με το ενδυμα του, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· γι' αυτο, προσεχετε στο πνευμα σασ, και μη φερεστε δολια. με τα λογια σασ καταβαρυνατε τον κυριο· και λετε: με τι τον καταβαρυναμε; με το να λετε: καθενασ που πραττει κακο ειναι ευαρεστοσ μπροστα στον κυριο, κι αυτοσ ευδοκει σ' αυτουσ· η: που ειναι ο θεοσ τησ κρισησ;

3

δεστε, εγω στελνω τον αγγελο μου, και θα προπαρασκευασει τον δρομο μπροστα μου· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εσεισ ζητατε, θαρθει ξαφνικα στον ναο του, ναι, ο αγγελοσ τησ διαθηκησ, που εσεισ θελετε· δεστε, ερχεται, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. αλλα, ποιοσ μπορει να υπομεινει την ημερα τησ ελευσησ του; και ποιοσ μπορει να σταθει στην παρουσια του; επειδη, αυτοσ ειναι σαν φωτια του χωνευτη, και σαν σμιγμα γναφεων. και θα καθησει σαν εκεινον που λιωνει και καθαριζει το ασημι· και θα καθαρισει τουσ γιουσ του λευι, και θα τουσ στραγγισει σαν το χρυσαφι και το ασημι, και θα προσφερουν προσφορα στον κυριο με δικαιοσυνη. τοτε, η προσφορα του ιηhυδα και τησ ιερουσαλημ θα ειναι αρεστη στον κυριο, καθωσ στισ αρχαιεσ ημερεσ, και οπωσ στα προηγουμενα χρονια. και θα σασ πλησιασω για κριση· και θα ειμαι μαρτυρασ που σπευδει εναντια στουσ μαγουσ, και εναντια σ' αυτουσ που μοιχευουν, και εναντια στουσ επιορκουσ, και εναντια σ' αυτουσ που αποστερουν τον μισθο του μισθωτου, που καταδυναστευουν τη χηρα και τον ορφανο, κι αυτουσ που αδικουν τον ξενο, κι αυτουσ που δεν με φοβουνται, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. επειδη, εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεν αλλοιωνομαι· γι' αυτο, εσεισ, οι γιοι ιακωβ, δεν απολεστηκατε. απο τισ ημερεσ των πατερων σασ αποχωριστηκατε απο τα διαταγματα μου, και δεν τα φυλαξατε. επιστρεψτε σε μενα, και θα επιστρεψω σε σασ, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· ομωσ, ειπατε: με ποιον τροπο θα επιστρεψουμε; μηπωσ ο ανθρωποσ θα κλεβει τον θεο; εσεισ, ομωσ, με κλεψατε· και λετε: σε τι σε κλεψαμε; στα δεκατα και στισ προσφορεσ. εσεισ ειστε καταραμενοι με καταρα· επειδη, εσεισ με κλεψατε, ναι, εσεισ, ολοκληρο το εθνοσ. φερτε ολα τα δεκατα στην αποθηκη, για να ειναι τροφη στον οικο μου· και, τωρα, δοκιμαστε με σε τουτο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, αν δεν σασ ανοιξω τουσ καταρρακτεσ του ουρανου, και εκχεω την ευλογια σε σασ, ωστε να μη επαρκει τοποσ γι' αυτη· και θα επιτιμησω για χαρη σασ αυτον που καταφθειρει, και δεν θα φθειρει τουσ καρπουσ τησ γησ σασ· ουτε η αμπελοσ σασ θα απορριψει προωρα τον καρπο τησ στο χωραφι, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. και θα σασ μακαριζουν ολα τα εθνη· επειδη, εσεισ θα ειστε γη επιθυμητη, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. τα λογια σασ ησαν σκληρα εναντιον μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ειπατε: τι μιλησαμε εναντιον σου; εσεισ ειπατε: ειναι ματαιο να δουλευει καποιοσ τον θεο· και: ποια η ωφελεια οτι φυλαξαμε τα διαταγματα του, και οτι περπατησαμε πενθωντασ μπροστα στον κυριο των δυναμεων; και, τωρα, εμεισ μακαριζουμε τουσ υπερηφανουσ· ναι, αυτοι που εργαζονται την ανομια υψωθηκαν· ναι, αυτοι που πειραζουν τον θεο, κι αυτοι σωθηκαν. τοτε, αυτοι που φοβονταν τον κυριο μιλουσαν αναμεταξυ τουσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσεχε, και ακουγε· και γραφτηκε βιβλιο ενθυμησησ μπροστα του, γι' αυτουσ που φοβονταν τον κυριο, και σεβονταν το ονομα του· και θα ειναι δικοι μου, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, κατα την ημερα εκεινη, οταν εγω ετοιμασω τα πολυτιμα μου· και θα τουσ σπλαχνιστω, οπωσ ο ανθρωποσ σπλαχνιζεται τον γιο του, που τον δουλευει. τοτε, θα επιστρεψετε, και θα διακρινετε αναμεσα σε δικαιον και ασεβη, αναμεσα σ' εκεινον που δουλευει τον θεο, κι εκεινον που δεν τον δουλευει.

4

επειδη, δεστε, ερχεται ημερα, η οποια θα καιει σαν κλιβανοσ· και ολοι οι υπερηφανοι, και ολοι αυτοι που πραττουν ασεβεια, θα ειναι αχυρο· και η ημερα που ερχεται θα τουσ κατακαψει, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ωστε δεν θα τουσ αφησει ριζα και κλαδι. σε σασ, ομωσ, που φοβαστε το ονομα μου, θα ανατειλει ο ηλιοσ τησ δικαιοσυνησ, με θεραπεια στισ φτερουγεσ του· και θα βγειτε, και θα σκιρτησετε σαν μοσχαρια τησ φατνησ. και θα καταπατησετε τουσ ασεβεισ· κι αυτοι θα ειναι σταχτη κατω απο το πελμα των ποδιων σασ, κατα την ημερα που εγω θα το κανω αυτο, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων. να θυμαστε τον νομο του δουλου μου του μωυση, που ειχα προσταξει σ' αυτον στο χωρηβ για ολοκληρο τον ισραηλ, τα διαταγματα και τισ κρισεισ. δεστε, εγω θα σασ στειλω τον ηλια τον προφητη, πριν ερθει η ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, η μεγαλη και επιφανησ· αυτοσ θα επαναφερει την καρδια των πατερων προσ τα παιδια, και την καρδια των παιδιων προσ τουσ πατερεσ τουσ, μηποτε ερθω και παταξω τη γη με αναθεμα.

επαινουσ

1

μακαριοσ ο ανθρωποσ, που δεν περπατησε σε θελημα ασεβων, και σε δρομο αμαρτωλων δεν σταθηκε, και σε καθεδρα χλευαστων δεν καθησε· αλλα, στον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι το θελημα του, και στον νομο του μελεταει ημερα και νυχτα. και θα ειναι σαν δεντρο φυτεμενο κοντα στα ρυακια των νερων, το οποιο δινει τον καρπο του στον καιρο του, και το φυλλο του δεν μαραινεται· και ολα, οσα αν πραττει, θα ευοδωθουν. δεν θα ειναι ετσι οι ασεβεισ· αλλα, σαν το λεπτο αχυρο, που το παρασυρει ο ανεμοσ. γι' αυτο, δεν θα σηκωθουν οι ασεβεισ σε κριση, ουτε οι αμαρτωλοι στη συναξη των δικαιων. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γνωριζει τον δρομο των δικαιων· ενω ο δρομοσ των ασεβων θα χαθει.

2

γιατι φρυαξαν τα εθνη, και οι λαοι μελετησαν ματαια; παρασταθηκαν οι βασιλιαδεσ τησ γησ, και οι αρχοντεσ συγκεντρωθηκαν μαζι, εναντια στον κυριο, και εναντια στον χριστο του, λεγοντασ: ασ διασπασουμε τα δεσμα τουσ, και ασ απορριψουμε απο πανω μασ τισ αλυσιδεσ τουσ. εκεινοσ που καθεται στουσ ουρανουσ, θα γελασει· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τουσ μυκτηρισει. τοτε, στην οργη του θα μιλησει σ' αυτουσ, και στον θυμο του θα τουσ συνταραξει. εγω, ομωσ, θα πει, εχρισα τον βασιλια μου επανω στο βουνο σιων, το βουνο το αγιο μου. εγω θα αναγγειλω το προσταγμα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε σε μενα: υιοσ μου εισαι εσυ· εγω σημερα σε γεννησα· ζητησε απο μενα, και θα σου δωσω κληρονομια σου τα εθνη, και ιδιοκτησια σου τα περατα τησ γησ· με σιδερενια ραβδο θα τουσ ποιμανεισ· σαν σκευοσ του κεραμεα θα τουσ συντριψεισ. τωρα, λοιπον, βασιλιαδεσ, συνετιστειτε· διδαχθειτε κριτεσ τησ γησ. δουλευετε τον κυριο με φοβο, και αγαλλεστε με τρομο. φιλειτε τον υιο, μηποτε οργιστει, και απολεστειτε απο τον δρομο, οταν αναψει γρηγορα ο θυμοσ του. μακαριοι ολοι εκεινοι που εχουν την πεποιθηση τουσ σ' αυτον.

3

ψαλμοσ του δαβιδ, οταν εφυγε μπροστα απο τον γιο του, τον αβεσσαλωμ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ποσο πολλαπλασιαστηκαν οι εχθροι μου! πολλοι επαναστατουν εναντιον μου· πολλοι λενε για την ψυχη μου: δεν υπαρχει γι' αυτον σωτηρια στον θεο. (διαψαλμα). αλλ' εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι η ασπιδα μου, η δοξα μου, και εκεινοσ που υψωνει το κεφαλι μου. εκραξα με τη φωνη μου προσ τον κυριο, και με εισακουσε απο το βουνο του το αγιο. (διαψαλμα). εγω πλαγιασα, και κοιμηθηκα· σηκωθηκα· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με υποστηριζει. δεν θα φοβηθω απο μυριαδεσ λαου, που ολογυρα αντιπαρατασσονται εναντιον μου. σηκω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· σωσε με, θεε μου· επειδη, εσυ παταξεσ ολουσ τουσ εχθρουσ μου επανω στο σαγονι· συντριψεσ τα δοντια των ασεβων. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η σωτηρια· επανω στον λαο σου ειναι η ευλογια σου. (διαψαλμα).

4

στον αρχιμουσικο, σε τονο νεγινωθ. ψαλμοσ του δαβιδ. οταν σε επικαλουμαι, εισακουγε με, θεε τησ δικαιοσυνησ μου· μεσα σε στενοχωρια με πλατυνεσ· ελεησε με, και εισακουσε την προσευχη μου. γιοι ανθρωπων, μεχρι ποτε θα μετατρεπετε τη δοξα μου σε ντροπη, αγαπατε ματαιοτητα, και ζητατε το ψεμα; (διαψαλμα). αλλα, μαθετε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκλεξε τον οσιο του· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ακουσει, οταν κραζω σ' αυτον. οργιζεστε, και μη αμαρτανετε· μιλατε στισ καρδιεσ σασ επανω στο κρεβατι σασ, και ησυχαζετε. (διαψαλμα). θυσιαστε θυσιεσ δικαιοσυνησ, και ελπιστε στον κυριο. πολλοι λενε: ποιοσ θα μασ δειξει το αγαθο; υψωσε επανω μασ το φωσ του προσωπου σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. εδωσεσ στην καρδια μου μεγαλυτερη ευφροσυνη, απο οση απολαμβανουν αυτοι, οταν πληθαινει το σιταρι τουσ και το κρασι τουσ. με ειρηνη και θα πλαγιασω και θα κοιμηθω· επειδη, εσυ μονοσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με κατοικιζεισ με ασφαλεια.

5

στον αρχιμουσικο, σε τονο νεχιλωθ. ψαλμοσ του δαβιδ. εισακουσε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τα λογια μου· καταλαβε τον στεναγμο μου. προσεξε στη φωνη τησ κραυγησ μου, βασιλια μου, και θεε μου· επειδη, σε σενα θα προσευχηθω. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το πρωι θα ακουσεισ τη φωνη μου· το πρωι θα παρασταθω σε σενα, και θα προσδοκω. επειδη, εσυ δεν εισαι θεοσ, που θελεισ την ασεβεια· ο πονηρευομενοσ δεν θα κατοικει κοντα σου. ουτε οι αφρονεσ θα σταθουν μπροστα στα ματια σου· μισεισ ολουσ τουσ εργατεσ τησ ανομιασ. θα εξολοθρευσεισ εκεινουσ που μιλουν το ψεμα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βδελυσσεται τον ανθρωπο τον αιμοβορο και τον δολιο. εγω, ομωσ, με το πληθοσ του ελεουσ σου θα μπω μεσα στον οικο σου· θα προσκυνησω προσ τον ναο τησ αγιοτητασ σου με φοβο προσ εσενα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οδηγησε με στη δικαιοσυνη σου, εξαιτιασ των εχθρων μου· κατευθυνε τον δρομο σου μπροστα μου. επειδη, αληθεια δεν υπαρχει στο στομα τουσ· η καρδια τουσ ειναι πονηρια· ταφοσ ανοιγμενοσ ειναι ο λαρυγγασ τουσ· με τη γλωσσα τουσ κολακευουν. καταδικασε τουσ, θεε· ασ αποτυχουν στισ σκευωριεσ τουσ· εξωσε τουσ εξαιτιασ του πληθουσ των παραβασεων τουσ, επειδη, αποστατησαν εναντιον σου. ασ ευφραινονται, ομωσ, ολοι εκεινοι που ελπιζουν σε σενα· ασ χαιρονται παντοτινα, επειδη εσυ τουσ περισκεπαζεισ· ασ καυχωνται, ομοια, σε σενα εκεινοι που αγαπουν το ονομα σου. επειδη, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα ευλογησεισ τον δικαιο· θα τον περισκεπασεισ με ευμενεια, σαν με ασπιδα.

6

στον αρχιμουσικο, σε τονο νεγινωθ, σε σεμινιθ. ψαλμοσ του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μη με ελεγξεισ στον θυμο σου ουτε στην οργη σου να με περασεισ απο παιδεια. ελεησε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη ειμαι αδυνατοσ· γιατρεψε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη ταραχτηκαν τα κοκαλα μου. και η ψυχη μου ταραχτηκε υπερβολικα· αλλ' εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μεχρι ποτε; επιστρεψε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· λυτρωσε την ψυχη μου· σωσε με εξαιτιασ του ελεουσ σου. επειδη, στον θανατο δεν υπαρχει ενθυμηση για σενα· στον αδη ποιοσ θα σε δοξολογησει; απεκαμα στον στεναγμο μου· ολη τη νυχτα λουζω το κρεβατι μου· με τα δακρυα μου καταβρεχω το στρωμα μου. το ματι μου μαραθηκε απο τη θλιψη· γερασε εξαιτιασ ολων των εχθρων μου. απομακρυνθειτε απο μενα, ολοι οι εργατεσ τησ ανομιασ, επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ακουσε τη φωνη του κλαυθμου μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ακουσε τη δεηση μου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεχθηκε την προσευχη μου. ασ ντραπουν, και ασ ταραχτουν υπερβολικα, ολοι οι εχθροι μου· ασ στραφουν προσ τα πισω· ασ καταντροπιαστουν ξαφνικα.

7

υμνοσ του δαβιδ, που εψαλλε στον κυριο σε σχεση με τα λογια του χουσ, του βενιαμιτη. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ μου, σε σενα ελπιζω· σωσε με απ' ολουσ εκεινουσ που με καταδιωκουν, κι ελευθερωσε με· μηπωσ και ο εχθροσ αρπαξει σαν λιονταρι την ψυχη μου, και τη διασπαραξει, χωρισ να υπαρξει ελευθερωτησ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ μου, αν εγω το επραξα αυτο, αν στα χερια μου ειναι ανομια· αν ανταπεδωσα κακο σ' εκεινον που ειρηνευει μαζι μου η κατεθλιψα εκεινον που αναιτια με καταδιωκει· ασ καταδιωξει ο εχθροσ την ψυχη μου, και ασ τη φτασει· και ασ καταπατησει στη γη τη ζωη μου, και ασ καταβαλει τη δοξα μου στο χωμα. (διαψαλμα). σηκω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στην οργη σου· υψωσου, εξαιτιασ τησ λυσσασ των εχθρων μου· σηκω επανω για μενα, για την κριση που προσταξεσ. και θα σε περικυκλωσει η συναξη των λαων· κι εσυ, επιστρεψε, καθησε ψηλοτερα απ' αυτη, σε υψοσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κρινει τουσ λαουσ. κρινε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συμφωνα με τη δικαιοσυνη μου, και συμφωνα με την ακεραιοτητα μου, που ειναι μεσα μου. ασ τελειωσει πλεον η κακια των ασεβων· και στερεωσε τον δικαιο, εσυ, ο δικαιοσ θεοσ, που εξεταζεισ καρδιεσ και νεφρα. η ασπιδα μου ειναι στον θεο, που σωζει τουσ ευθεισ στην καρδια. ο θεοσ ειναι δικαιοσ κριτησ, και θεοσ που οργιζεται καθε ημερα. αν ο ασεβησ δεν επιστρεψει, θα ακονισει τη ρομφαια του· εχει τεντωσει το τοξο του, και το ετοιμασε· και γι' αυτον ετοιμασε οργανα θανατου· προσαρμοσε τα βελη του εναντια στουσ διωκτεσ. δεσ, ο ασεβησ κοιλοπονει ανομια· και συνελαβε πονηρια, και γεννησε ψεμα· εσκαψε λακκο και τον βαθυνε· ομωσ, αυτοσ θα πεσει στον βοθρο που εκανε. η πονηρια του θα επιστρεψει εναντια στο κεφαλι του, και η καταδυναστεια του θα κατεβει επανω στην κορυφη του κεφαλιου του. εγω θα επαινω τον κυριο, συμφωνα με τη δικαιοσυνη του, και θα ψαλμωδω στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, του υψιστου.

8

στον αρχιμουσικο, επανω σε γιττιθ. ψαλμοσ του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ, ποσο ειναι θαυμαστο το ονομα σου σε ολοκληρη τη γη! ο οποιοσ εβαλεσ τη δοξα σου πιο ψηλα απο τουσ ουρανουσ. απο στομα νηπιων και θηλαζοντων ετοιμασεσ αινεση, ενεκα των εχθρων σου, για να καταργησεισ τον εχθρο και τον εκδικητη. οταν θωρω τουσ ουρανουσ σου, το εργο των δακτυλων σου, το φεγγαρι και τα αστερια, που εσυ θεμελιωσεσ, τι ειναι ο ανθρωποσ, ωστε να τον θυμασαι; η, ο γιοσ του ανθρωπου, ωστε να τον επισκεπτεσαι; εσυ, μαλιστα, τον εκανεσ λιγο πιο κατωτερο απο τουσ αγγελουσ, ομωσ με δοξα και τιμη τον στεφανωσεσ. τον κατεστησεσ κυριαρχο επανω στα εργα των χεριων σου· ολα τα υπεταξεσ κατω απο τα ποδια του· ολα τα προβατα και τα βοδια, ακομα δε και τα ζωα του χωραφιου· τα πουλια του ουρανου, και τα ψαρια τησ θαλασσασ, ολα εκεινα που διασχιζουν τουσ δρομουσ των θαλασσων. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ, ποσο ειναι θαυμαστο το ονομα σου σε ολοκληρη τη γη!

9

στον αρχιμουσικο, σε τονο μουθ-λαββεν. ψαλμοσ του δαβιδ. θα σε δοξολογησω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με ολη μου την καρδια· θα διηγηθω ολα τα θαυμασια σου. θα ευφρανθω και θα πανηγυρισω σε σενα· θα ψαλμωδησω στο ονομα σου, υψιστε. οταν οι εχθροι μου στραφουν προσ τα πισω, πεσουν και αφανιστουν απο μπροστα σου. επειδη, εσυ εκανεσ την κριση μου και τη δικη μου· καθησεσ σε θρονο κρινοντασ με δικαιοσυνη. επιτιμησεσ τα εθνη· εξολοθρευσεσ τον ασεβη· εξαλειψεσ το ονομα τουσ στον αιωνα του αιωνα· (εχθρε, οι ερημωσεισ χαθηκαν για παντα)· και κατεδαφισεσ πολεισ· η μνημη τουσ χαθηκε μαζι τουσ. ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαμενει στον αιωνα· ετοιμασε τον θρονο του για κριση. κι αυτοσ θα κρινει την οικουμενη με δικαιοσυνη· θα κρινει τουσ λαουσ με ευθυτητα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι καταφυγιο στον πενητα, καταφυγιο σε καιρο θλιψησ. θα ελπιζουν σε σενα αυτοι που γνωριζουν το ονομα σου· επειδη, δεν εγκατελειψεσ οσουσ σε ζητουν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ψαλμωδειτε στον κυριο, που κατοικει στη σιων· αναγγειλατε αναμεσα στα εθνη τα κατορθωματα του. επειδη, οταν κανει εκζητηση αιματων, τουσ θυμαται· δεν ξεχναει την κραυγη αυτων που ταλαιπωρουνται. ελεησε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεσ τη θλιψη μου απο τουσ εχθρουσ μου, εσυ, που με υψωνεισ απο τισ πυλεσ του θανατου, για να διηγηθω ολουσ τουσ επαινουσ σου, στισ πυλεσ τησ θυγατερασ σιων· εγω, θα αγαλλομαι για τη σωτηρια σου. τα εθνη βυθιστηκαν στον λακκο που εφτιαξαν· το ποδι τουσ πιαστηκε στην παγιδα που εκρυψαν. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γνωριζεται, για την κριση που κανει· ο ασεβησ παγιδευεται στο εργο των χεριων του· (μελετη· διαψαλμα). οι ασεβεισ θα επιστραφουν στον αδη· ολα τα εθνη που ξεχνουν τον θεο. επειδη, ο φτωχοσ δεν θα ξεχαστει για παντα· ουτε θα χαθει για παντα η προσδοκια των πενητων. σηκω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ασ μη υπερισχυει ανθρωποσ· ασ κριθουν μπροστα σου τα εθνη. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βαλε επανω τουσ νομοθετη· ασ γνωρισουν τα εθνη οτι ειναι ανθρωποι. (διαψαλμα).

10

φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γιατι στεκεσαι απο μακρια; κρυβεσαι σε καιρο θλιψησ; στην υπερηφανεια του ασεβη, κατακαιγεται ο φτωχοσ· ασ πιαστουν στισ πανουργιεσ που συλλογιζονται. επειδη, ο ασεβησ καυχαται στισ επιθυμιεσ τησ ψυχησ του και ο πλεονεκτησ μακαριζει τον εαυτο του· περιφρονει τον κυριο. ο ασεβησ, εξαιτιασ τησ αλαζονειασ του προσωπου του, δεν θα αναζητησει τον κυριο· ολοι οι συλλογισμοι του ειναι: δεν υπαρχει θεοσ. οι δρομοι του μολυνονται σε καθε εποχη· οι κρισεισ σου ειναι πολυ ψηλα απο το προσωπο του· φυσαει εναντια σε ολουσ τουσ εχθρουσ του. ειπε μεσα στην καρδια του: δεν θα σαλευτω απο γενεα σε γενεα· επειδη, δεν θα πεσω σε δυστυχια. το στομα του ειναι γεματο απο καταρα και απατη και δολο· κατω απο τη γλωσσα του ειναι κακια και ανομια. καθεται σε ενεδρα των προαυλιων, σε αποκρυφα μερη, για να φονευσει τον αθωο. τα ματια του παραμονευουν τον πενητα. παραμονευει σε αποκρυφο μεροσ, σαν το λιονταρι στη σπηλια του. ενεδρευει για να αρπαξει τον φτωχο. αρπαζει τον φτωχο, οταν τον σερνει στην παγιδα του. σκυβει, χαμηλωνει, για να πεσουν στα νυχια του οι φτωχοι. ειπε μεσα στην καρδια του: ο θεοσ ξεχασε, εκρυψε το προσωπο του, δεν θα δει ποτε. σηκω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε, υψωσε το χερι σου· μη ξεχασεισ τουσ θλιμμενουσ. γιατι ο ασεβησ παροξυνε τον θεο; ειπε μεσα στην καρδια του: δεν θα εξετασεισ. ειδεσ! επειδη, εσυ παρατηρεισ την αδικια και την υβρη, για να ανταποδωσεισ με το χερι σου. σε σενα αφιερωνεται ο φτωχοσ· στον ορφανο εσυ εισαι ο βοηθοσ. συντριψε τον βραχιονα του ασεβη και πονηρου· ερευνησε την ασεβεια του, μεχρισ οτου δεν τη βρεισ πλεον. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι βασιλιασ στον αιωνα του αιωνα· τα εθνη θα εξαλειφθουν απο τη γη του. εισακουσεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, την επιθυμια των πενητων· θα στηριξεισ την καρδια τουσ, θα κανεισ το αυτι σου προσεκτικο. για να κρινεισ τον ορφανο και τον ταπεινωμενο, ωστε, ο χωματινοσ ανθρωποσ, να μη καταδυναστευει πλεον.

11

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. στον κυριο εμπιστευθηκα· πωσ λετε στην ψυχη μου: φευγε στο βουνο σασ σαν πουλι; επειδη, δεστε, οι ασεβεισ ετοιμασαν τοξο, στερεωσαν τα βελη τουσ επανω στη χορδη, ωστε μεσα σε σκοταδι να τοξευσουν τουσ ευθεισ στην καρδια. οταν τα θεμελια καταστραφουν, τι μπορει να κανει ο δικαιοσ; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βρισκεται μεσα στον αγιο ναο του· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εχει τον θρονο του στον ουρανο. τα ματια του βλεπουν, τα βλεφαρα του εξεταζουν τουσ γιουσ των ανθρωπων. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξεταζει τον δικαιο· τον ασεβη, ομωσ, κι εκεινον που αγαπαει την αδικια, τον μισει η ψυχη του. θα βρεξει επανω στουσ ασεβεισ παγιδεσ· φωτια, και θειαφι και ανεμοζαλη ειναι η μεριδα του ποτηριου τουσ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ειναι δικαιοσ, αγαπαει δικαιοσυνη· το προσωπο του παρατηρει ευθυτητα.

12

στον αρχιμουσικο, σε τονο σεμινιθ. ψαλμοσ του δαβιδ. σωσε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, εξαφανιστηκε ο οσιοσ, επειδη χαθηκαν οι φιλαληθεισ αναμεσα στουσ γιουσ των ανθρωπων. καθε ενασ λεει ματαια λογια στον διπλανο του· με δολια χειλη μιλουν, απο διπλη καρδια. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ εξολοθρευσει ολα τα δολια χειλη, τη γλωσσα που μιλαει μεγαλα λογια. επειδη, ειπαν: θα υπερισχυσουμε με τη γλωσσα μασ· τα χειλη μασ ειναι δικα μασ· ποιοσ θα ειναι αφεντικο επανω μασ; «εξαιτιασ τησ ταλαιπωριασ των φτωχων, εξαιτιασ του στεναγμου των πενητων, τωρα θα σηκωθω», λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· «θα βαλω σε ασφαλεια εκεινον εναντια στον οποιο φυσαει ο ασεβησ». τα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι λογια καθαρα· ασημι δοκιμασμενο σε πηλινο χωνευτηρι, καθαρισμενο επτα φορεσ. εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα τουσ φυλαξεισ· θα τουσ διατηρησεισ απ' αυτη τη γενεα, στον αιωνα. οι ασεβεισ περπατουν ολογυρα, οταν οι αχρειοι υψωθουν αναμεσα στουσ γιουσ των ανθρωπων.

13

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. μεχρι ποτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα με λησμονεισ για παντα; μεχρι ποτε θα κρυβεισ απο μενα το προσωπο σου; μεχρι ποτε θα εχω βουλεσ μεσα στην ψυχη μου, οδυνεσ καθημερινα μεσα στην καρδια μου; μεχρι ποτε θα υψωνεται επανω μου ο εχθροσ μου; επιβλεψε· εισακουσε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε μου· φωτισε τα ματια μου, μηπωσ κοιμηθω τον υπνο του θανατου· μηπωσ και ο εχθροσ μου πει: υπερισχυσα εναντιον του, κι αυτοι που με θλιβουν υπερχαρουν, αν σαλευτω. εγω, ομωσ, ελπισα στο ελεοσ σου· η καρδια μου θα αγαλλεται στη σωτηρια σου. θα ψαλλω στον κυριο, επειδη με ανταμειψε.

14

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. ο αφρονασ ειπε στην καρδια του: δεν υπαρχει θεοσ. διαφθαρηκαν· εγιναν βδελυροι στα εργα· δεν υπαρχει κανενασ, που να πραττει το αγαθο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσκυψε απο τον ουρανο επανω στουσ γιουσ των ανθρωπων, για να δει αν υπαρχει καποιοσ που να εχει συνεση, που να ζηταει τον θεο. ολοι παρεξεκλιναν, μαζι εξαχρειωθηκαν· δεν υπαρχει κανενασ που να πραττει το αγαθο· δεν υπαρχει ουτε ενασ. δεν εχουν γνωση, ολοι εκεινοι που εργαζονται την ανομια, που κατατρωνε τον λαο μου, σαν να τρωνε ψωμι; δεν επικαλεστηκαν τον κυριο. εκει φοβηθηκαν τρομερα· επειδη ο θεοσ ειναι μεσα στη γενεα των δικαιων. καταντροπιασατε τη βουλη του φτωχου, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι το καταφυγιο του. ποιοσ θα δωσει απο τη σιων τη σωτηρια του ισραηλ; οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ξαναφερει τον λαο του απο την αιχμαλωσια, θα αγαλλεται ο ιακωβ, θα ευφραινεται ο ισραηλ.

15

ψαλμοσ του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ποιοσ θα κατοικησει στη σκηνη σου; ποιοσ θα κατοικησει στο βουνο σου το αγιο; εκεινοσ που περπαταει με ακεραιοτητα και πραττει δικαιοσυνη και μιλαει αληθεια μεσα στην καρδια του. εκεινοσ που δεν καταλαλει με τη γλωσσα του, ουτε πραττει κακο στον φιλο του, ουτε δεχεται ονειδισμο εναντια στον διπλανο του· στα ματια του περιφρονειται ο αχρειοσ· τιμαει ομωσ αυτουσ που φοβουνται τον κυριο· υποσχεται με ορκο στον διπλανο του, και δεν αθετει. δεν δινει το ασημι του με τοκο, ουτε παιρνει δωρα εναντια στον αθωο. εκεινοσ που πραττει αυτα, δεν θα σαλευτει, στον αιωνα!

16

μικταμ του δαβιδ. φυλαξε με, θεε, επειδη ελπισα σε σενα. εσυ, ψυχη μου, ειπεσ στον κυριο: εσυ εισαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου· η αγαθοτητα μου δεν εκτεινεται σε σενα· αλλα, στουσ αγιουσ, που βρισκονται στη γη και στουσ εξαιρετουσ, στουσ οποιουσ ειναι ολη μου η ευχαριστηση. οι πονοι, εκεινων που τρεχουν πισω απο αλλουσ θεουσ, θα πολλαπλασιαστουν· εγω δεν θα προσφερω τισ δικεσ τουσ σπονδεσ αιματοσ, ουτε θα παρω στα χειλη μου τα ονοματα τουσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η μεριδα τησ κληρονομιασ μου και του ποτηριου μου· εσυ διατηρεισ το κληρονομικο μου μεριδιο. οι μεριδεσ μου επεσαν σε τοπουσ τερπνουσ· ελαβα ωραιοτατη κληρονομια. θα ευλογω τον κυριο, που με νουθετησε· ακομα και σε καιρο νυχτασ με διδασκουν τα νεφρα μου. ειχα τον κυριο παντοτε μπροστα μου· επειδη, ειναι στα δεξια μου, για να μη σαλευτω. γι' αυτο, η καρδια μου ευφρανθηκε και η γλωσσα μου αγαλλιασε· ακομα και η σαρκα μου θα αναπαυθει με ελπιδα. επειδη, δεν θα εγκαταλειψεισ την ψυχη μου στον αδη, ουτε θα αφησεισ τον οσιο σου να δει φθορα. μου φανερωσεσ τον δρομο τησ ζωησ· χορτασμοσ ευφροσυνησ ειναι το προσωπο σου· τερπνοτητεσ βρισκονται στα δεξια σου, παντοτινα.

17

προσευχη του δαβιδ. ακουσε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το δικαιο· προσεξε στη δεηση μου· ακουσε την προσευχη μου, που δεν γινεται με απατηλα χειλη. η κριση μου ασ προελθει απο το προσωπο σου· τα ματια σου ασ δουν την ευθυτητα. ερευνησεσ την καρδια μου· την επισκεφθηκεσ σε καιρο νυχτασ· με δοκιμασεσ, και δεν βρηκεσ μεσα μου τιποτε· ο στοχασμοσ μου δεν ειναι διαφορετικοσ απο τα λογια μου. ωσ προσ τα εργα των ανθρωπων, εγω, με τα λογια των χειλεων σου, φυλαχθηκα απο τουσ δρομουσ των παρανομων ανθρωπων. στηριξε τα βηματα μου στουσ δρομουσ σου, για να μη σαλευθουν τα ποδια μου. εγω, θεε, σε επικαλεστηκα, επειδη θα με εισακουσεισ· στρεψε το αυτι σου σε μενα, ακουσε τα λογια μου. κανε θαυμαστα τα ελεη σου, εσυ, που σωζεισ αυτουσ που ελπιζουν σε σενα, απο εκεινουσ που επαναστατουν εναντια στο δεξι σου χερι. φυλαξε με σαν κορη οφθαλμου· κρυψε με κατω απο τη σκια των πτερυγων σου, μπροστα απ' τουσ ασεβεισ που με ταλαιπωρουν· οι εχθροι τησ ψυχησ μου με περικυκλωσαν. παχυναν υπερβολικα· το στομα τουσ μιλαει υπερηφανα. τωρα, περικυκλωσαν τα βηματα μασ· προσηλωσαν τα ματια τουσ για να μασ γκρεμισουν καταγησ· σαν λιονταρι, που επιθυμει να κατασπαραξει· και σαν λιονταρακι, που καθεται σε αποκρυφα μερη. σηκω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, προφτασε τον, υποσκελισε τον· ελευθερωσε την ψυχη μου απο τον ασεβη, ο οποιοσ ειναι η ρομφαια σου. απο ανθρωπουσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, του χεριου σου· απο ανθρωπουσ του κοσμου, που παιρνουν τη μεριδα τουσ σ' αυτη τη ζωη, και των οποιων γεμιζεισ την κοιλια απο τουσ θησαυρουσ σου· χορτασαν τουσ γιουσ, και αφηνουν τα υπολοιπα τουσ στουσ εγγονουσ τουσ. εγω, ομωσ, με δικαιοσυνη θα δω το προσωπο σου· θα χορτασω απο τη θωρια σου, οταν εξεγερθω.

18

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ του δουλου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που μιλησε στον κυριο τα λογια αυτου του υμνου,, κατα την ημερα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον ελευθερωσε απο το χερι ολων των εχθρων του, και απο το χερι του σαουλ· και ειπε: θα σε αγαπω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, η δυναμη μου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι πετρα μου, και φρουριο μου, και ελευθερωτησ μου· θεοσ μου, βραχοσ μου· σ' αυτον θα ελπιζω· η ασπιδα μου, και το στηριγμα τησ σωτηριασ μου· ψηλοσ πυργοσ μου. θα επικαλεστω τον αξιυμνητο κυριο, και θα σωθω απο τουσ εχθρουσ μου. πονοι θανατου με περικυκλωσαν, και χειμαρροι ανομιασ με κατατρομαξαν· πονοι του αδη με περικυκλωσαν, παγιδεσ θανατου με εφτασαν. στη στενοχωρια μου επικαλεστηκα τον κυριο και αναβοησα στον θεο μου. ακουσε απο τον ναο του τη φωνη μου και η κραυγη μου ηρθε μπροστα του, εφτασε στ' αυτια του. τοτε, σαλευτηκε η γη και σειστηκε, και τα θεμελια των βουνων ταραχτηκαν και σαλευτηκαν, επειδη οργιστηκε. καπνοσ ανεβαινε απο τουσ μυκτηρεσ του, και φωτια απο το στομα του που κατετρωγε· καρβουνα αναψαν απ' αυτην. και χαμηλωσε τουσ ουρανουσ, και κατεβηκε, και κατω απο τα ποδια του πυκνο σκοταδι. κι ανεβηκε επανω σε χερουβειμ και πεταξε· και πεταξε επανω σε φτερουγεσ ανεμων. εβαλε το σκοταδι για αποκρυφο τοπο του· η σκηνη του, ολογυρα του, ησαν νερα σκοτεινα, πυκνα συννεφα των ανεμων. απο τη λαμψη που ηταν μπροστα του, περασαν τα δικα του συννεφα, χαλαζι και καρβουνα φωτιασ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βροντησε στουσ ουρανουσ, και ο υψιστοσ εδωσε να ακουστει η φωνη του· χαλαζι και καρβουνα φωτιασ. και εστειλε τα βελη του, και τουσ σκορπισε· και πληθυνε τισ αστραπεσ, και τουσ συνταραξε. και φανηκαν τα βαθη των νερων, και αποκαλυφθηκαν τα θεμελια τησ οικουμενησ, απο την επιτιμηση σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο το φυσημα τησ πνοησ των μυκτηρων σου. εστειλε απο ψηλα· με πηρε· με τραβηξε απο πολλα νερα. με ελευθερωσε απο τον δυνατο εχθρο μου, και απο εκεινουσ που με μισουσαν, επειδη ησαν πιο δυνατοι απο μενα. με προφτασαν την ημερα τησ θλιψησ μου· αλλα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε το αντιστηριγμα μου· και με εβγαλε σε ευρυχωρια· με ελευθερωσε, επειδη ευδοκησε σε μενα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με ανταμειψε συμφωνα με τη δικαιοσυνη μου· μου ανταπεδωσε συμφωνα με την καθαροτητα των χεριων μου. επειδη, φυλαξα τουσ δρομουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν ασεβησα, παρεκκλινοντασ απο τον θεο μου. επειδη, ολεσ οι κρισεισ του ησαν μπροστα μου, και τα διαταγματα του δεν τα απομακρυνα απο μενα· και σταθηκα αμεμπτοσ απεναντι του, και φυλαχθηκα απο την ανομια μου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ανταπεδωσε συμφωνα με τη δικαιοσυνη μου, συμφωνα με την καθαροτητα των χεριων μου μπροστα στα ματια του. με οσιον, οσιοσ θα εισαι, με ανδρα τελειον, τελειοσ θα εισαι· με καθαρον, καθαροσ θα εισαι· και με διεστραμμενον, διεστραμμενα θα φερθεισ. επειδη, εσυ θα σωσεισ λαον θλιμμενο· τα υπερηφανα ματια, ομωσ, θα τα ταπεινωσεισ. επειδη, εσυ θα φωτισεισ το λυχναρι μου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ μου, θα φωτισει το σκοταδι μου. επειδη, με σενα θα διασπασω στρατευμα, και με τον θεο μου θα πηδησω επανω απο τειχοσ. του θεου, ο δρομοσ του ειναι αμωμοσ· ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι δοκιμασμενοσ· ειναι ασπιδα ολων εκεινων που ελπιζουν σ' αυτον. επειδη, ποιοσ θεοσ υπαρχει, εκτοσ απο τον κυριο; και ποιοσ φρουριο, εκτοσ απο τον θεο μασ; ο θεοσ ειν' αυτοσ που με περιζωνει με δυναμη, και κανει αμωμο τον δρομο μου. κανει τα ποδια μου σαν των ελαφιων, και με στηνει επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ μου. διδασκει τα χερια μου σε πολεμο, και εκανε τουσ βραχιονεσ μου χαλκινο τοξο. και εδωσεσ σε μενα την ασπιδα τησ σωτηριασ σου· και το δεξι σου χερι με υποστηριξε, και η αγαθοτητα σου με μεγαλυνε. πλατυνεσ τα βηματα μου, απο κατω μου, και τα ποδια μου δεν κλονιστηκαν. καταδιωξα τουσ εχθρουσ μου, και τουσ εφτασα· και δεν γυρισα πισω, μεχρισ οτου τουσ συντελεσα. τουσ συντριψα, και δεν μπορεσαν να ανασηκωθουν· επεσαν κατω απο τα ποδια μου. και με περιζωσεσ με δυναμη για πολεμο· συγκυρτωσεσ απο κατω μου εκεινουσ που επαναστατησαν εναντιον μου. και εκανεσ τουσ εχθρουσ μου να στρεψουν σε μενα τα νωτα, και εξολοθρευσα αυτουσ που με μισουσαν. φωναξαν δυνατα, αλλα κανενασ που να σωζει· φωναξαν δυνατα και προσ τον κυριο, αλλα δεν τουσ εισακουσε. και τουσ κονιορτοποιησα, οπωσ τη σκονη στο προσωπο του ανεμου· τουσ αποτιναξα, οπωσ τη λασπη στουσ δρομουσ. με ελευθερωσεσ απο τισ αντιλογιεσ του λαου· με εκανεσ κεφαλη των εθνων· λαοσ, που δεν τον γνωρισα, με υπηρετησε. μολισ ακουσαν, αμεσωσ υπακουσαν σε μενα· ξενοι υποταχθηκαν σε μενα. ξενοι παρελυσαν, και κατατρομαξαν απο τουσ αποκρυφουσ τοπουσ τουσ. ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ευλογημενο το φρουριο μου· και ασ υψωθει ο θεοσ τησ σωτηριασ μου. ο θεοσ ειναι που κανει εκδικηση για μενα, και υποτασσει τουσ λαουσ κατω απο μενα· ο οποιοσ με ελευθερωνει απο τουσ εχθρουσ μου. ναι, με υψωνεισ επανω απο εκεινουσ που επαναστατουν εναντια σε μενα· με ελευθερωσεσ απο αδικον ανδρα. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα σε υμνω αναμεσα στα εθνη, και στο ονομα σου θα ψαλλω. αυτοσ μεγαλυνει τισ σωτηριεσ του βασιλια του, και κανει ελεοσ στον χρισμενο του, στον δαβιδ, και στο σπερμα του, μεχρι τον αιωνα.

19

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. οι ουρανοι διηγουνται τη δοξα του θεου, και το στερεωμα αναγγελλει το εργο των χεριων του. η ημερα προσ την ημερα εκφραζει λογο, και η νυχτα προσ τη νυχτα αναγγελλει γνωση. δεν υπαρχει λαλια ουτε λογοσ, που η φωνη τουσ δεν ακουγεται. σε ολοκληρη τη γη αντηχησε η φωνη τουσ, και μεχρι τα περατα τησ οικουμενησ τα λογια τουσ. μεσα σ' αυτουσ εστησε σκηνη για τον ηλιο· κι αυτοσ βγαινει εξω οπωσ ο γαμπροσ απο τον θαλαμο του· αγαλλεται, οπωσ ο ανδρειοσ για να τρεξει το σταδιο· απο τη μια ακρη του ουρανου ειναι η εξοδοσ του· και το τερμα του μεχρι την αλλη ακρη του· και τιποτε δεν κρυβεται απο τη θερμοτητα του. ο νομοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αμωμοσ, επιστρεφει ψυχη· η μαρτυρια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι πιστη, σοφιζει τον απλο· τα διαταγματα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ευθεα, ευφραινουν την καρδια· η εντολη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι λαμπρη, φωτιζει τα ματια· ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι καθαροσ, παραμενει στον αιωνα· οι κρισεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αληθινεσ, και ταυτοχρονα δικαιεσ· πιο επιθυμητεσ και απο το χρυσαφι, μαλιστα κι απο πληθοσ καθαρο χρυσαφι, και γλυκυτερεσ περισσοτερο και το μελι και τα σταλαγματα τησ κηρηθρασ. ο δουλοσ σου, μαλιστα, νουθετειται διαμεσου αυτων· στην τηρηση τουσ η ανταμοιβη ειναι μεγαλη. ποιοσ συναισθανεται τα δικα του αμαρτηματα; καθαρισε με απο τα κρυφα μου αμαρτηματα. κι ακομα, προφυλαξε τον δουλο σου απο υπερηφανειεσ· ασ μη με φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν· τοτε, θα ειμαι τελειοσ, και θα καθαριστω απο μεγαλη παρανομια. ασ ειναι ευαρεστα τα λογια του στοματοσ μου και η μελετη τησ καρδιασ μου μπροστα σε σενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φρουριο μου, και λυτρωτη μου.

20

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να σε εισακουσει σε ημερα θλιψησ! το ονομα του θεου του ιακωβ να σε υπερασπισει! να σου στειλει βοηθεια απο το αγιαστηριο, και απο τη σιων να σε υποστηριξει! να θυμηθει ολεσ τισ προσφορεσ σου, και να αποδεχθει το ολοκαυτωμα σου! (διαψαλμα). να σου δωσει συμφωνα με την καρδια σου, και να εκπληρωσει καθε σχεδιο σου! θα χαρουμε στη σωτηρια σου, και στο ονομα του θεου μασ θα υψωσουμε τισ σημαιεσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να εκπληρωσει ολα τα αιτηματα σου! τωρα γνωρισα οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσωσε τον χρισμενο του· θα τον ακουσει απο τον ουρανο τησ αγιοτητασ του· η σωτηρια τησ δεξιασ του γινεται με δυναμη. οι μεν ελπιζουν σε αμαξεσ, οι δε σε αλογα, εμεισ ομωσ θα καυχωμαστε στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ· αυτοι λυγισαν και επεσαν· εμεισ, ομωσ, σηκωθηκαμε και ανορθωθηκαμε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σωσε τον βασιλια· και εισακουσε μασ, την ημερα που θα σε επικαλεστουμε.

21

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στη δυναμη σου θα ευφραινεται ο βασιλιασ· και ποσο θα υπεραγαλλεται στη σωτηρια σου! του εδωσεσ την επιθυμια τησ καρδιασ του, και δεν του στερησεσ το αιτημα των χειλεων του. (διαψαλμα). επειδη, τον προφτασεσ με ευλογιεσ αγαθοτητασ· εβαλεσ στο κεφαλι του στεφανι απο καθαρο χρυσαφι. σου ζητησε ζωη, και του εδωσεσ μακροτητα ημερων στον αιωνα του αιωνα. μεγαλη η δοξα του διαμεσου τησ σωτηριασ σου· τιμη και μεγαλοπρεπεια εβαλεσ επανω του. επειδη, τον εβαλεσ ωσ ευλογια, στον αιωνα· τον υπερευφρανεσ με το προσωπο σου. για τον λογο οτι, ο βασιλιασ ελπιζει στον κυριο, και με το ελεοσ του υψιστου δεν θα σαλευτει. το χερι σου θα βρει ολουσ τουσ εχθρουσ σου· το δεξι σου χερι θα βρει εκεινουσ που σε μισουν. θα τουσ κανεισ σαν καμινι φωτιασ στον καιρο τησ οργησ σου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τουσ καταπιει μεσα στον θυμο του· και φωτια θα τουσ καταφαει. θα αφανισεισ απο τη γη τον καρπο τουσ, και το σπερμα τουσ απο τουσ γιουσ των ανθρωπων. επειδη, μηχανευτηκαν κακα εναντιον σου· συλλογιστηκαν ενα σχεδιο, αλλα δεν μπορεσαν να το εκτελεσουν. γι'αυτο, θα τουσ κανεισ να στρεψουν τα νωτα, οταν επανω στισ χορδεσ σου ετοιμασεισ τα βελη σου εναντια στο προσωπο τουσ. υψωσου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στη δυναμη σου· θα υμνουμε και θα ψαλμωδουμε τη δυναμη σου.

22

στον αρχιμουσικο, σε τονο αγελεθ σαχαρ. ψαλμοσ του δαβιδ. θεε μου, θεε μου, γιατι με εγκατελειψεσ; γιατι στεκεσαι μακρια απο τη σωτηρια μου και απο τα λογια των στεναγμων μου; θεε μου, κραζω την ημερα και δεν απαντασ· και τη νυχτα, και δεν σιωπω. εσυ, μαλιστα, ο αγιοσ κατοικεισ αναμεσα στισ δοξολογιεσ του ισραηλ. σε σενα ειχαν ελπισει οι πατερεσ μασ· ελπισαν, κι τουσ ελευθερωσεσ. σε σενα εκραξαν και σωθηκαν· σε σενα ελπισαν, και δεν ντροπιαστηκαν. εγω, ομωσ, ειμαι σκουληκι και οχι ανθρωποσ· ονειδοσ ανθρωπων και εξουθενημα του λαου. με περιεπαιξαν οσοι με βλεπουν· ανοιγουν με τα χειλη, κουνανε το κεφαλι, και λενε: ελπισε στον κυριο· ασ τον ελευθερωσει, ασ τον λυτρωσει· επειδη, του ειναι αρεστοσ. εσυ, ομωσ, εισαι που με ανελαβεσ απο τη μητρικη κοιλια· εισαι η ελπιδα μου απο τουσ μαστουσ τησ μητερασ μου. σε σενα ριχτηκα απο τη μητρα· απο την κοιλια τησ μητερασ μου, εσυ εισαι ο θεοσ μου. μη απομακρυνθεισ απο μενα· επειδη, η θλιψη ειναι κοντα· δεδομενου οτι, δεν υπαρχει καποιοσ για να βοηθησει. ταυροι πολλοι με περικυκλωσαν· ταυροι δυνατοι απο τη βασαν με περιτριγυρισαν. ανοιξαν το στομα τουσ εναντιον μου, σαν λιονταρι που αρπαζει και βρυχαζει. ξεχυθηκα σαν νερο, και ολα τα κοκαλα μου εξαρθρωθηκαν· η καρδια μου εγινε σαν κερι, λιωνει ολοκληρωτικα μεσα στα εντοσθια μου. η δυναμη μου ξεραθηκε σαν κεραμιδι, και η γλωσσα μου κολλησε στον ουρανισκο μου. κι εσυ με κατεβασεσ στο χωμα του θανατου. επειδη, σκυλια με περικυκλωσαν, συναξη κακοποιων με περιεκλεισε· τρυπησαν τα χερια μου και τα ποδια μου· μπορω να απαριθμησω ολα τα κοκαλα μου· αυτοι με ατενιζουν και με παρατηρουν. μοιρασαν μεταξυ τουσ τα ιματια μου· και στον ιματισμο μου εβαλαν κληρο. ομωσ εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μη απομακρυνθεισ· εσυ, η δυναμη μου, σπευσε σε βοηθεια μου. ελευθερωσε την ψυχη μου απο ρομφαια, τη μοναδικη μου ψυχη απο δυναμη σκυλου. σωσε με απο στομα λιονταριου, και εισακουσε με, ελευθερωσε με απο κερατα μονοκερατων ζωων. θα διηγουμαι το ονομα σου προσ τουσ αδελφουσ μου· μεσα σε συναξη θα σε επαινω. οι φοβουμενοι τον κυριο, δοξολογειτε τον· ολοκληρο το σπερμα του ιακωβ, δοξαστε τον· και φοβηθειτε τον, ολοκληρο το σπερμα του ισραηλ. επειδη, δεν περιφρονησε ουτε αποστραφηκε τη θλιψη του θλιμμενου, και δεν εκρυψε το προσωπο του απ' αυτον· αλλ' οταν βοησε σ' αυτον, τον εισακουσε. απο σενα θα αρχιζει η δοξολογια μου μεσα σε μεγαλη συναξη· θα αποδωσω τισ ευχεσ μου μπροστα σ' εκεινουσ που τον φοβουνται. οι θλιμμενοι θα φανε, και θα χορτασουν· θα δοξολογησουν τον κυριο οσοι τον εκζητουν· η καρδια σασ θα ζει στον αιωνα. θα θυμηθουν, και θα επιστρεψουν προσ τον κυριο, ολα τα περατα τησ γησ· και θα προσκυνησουν μπροστα σου ολεσ οι φυλεσ των εθνων. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η βασιλεια, κι αυτοσ εξουσιαζει τα εθνη. θα φανε, και θα προσκυνησουν, ολοι οι παχυσαρκοι τησ γησ· μπροστα του θα υποκλιθουν ολοι οσοι κατεβαινουν στο χωμα· και κανενασ δεν θα μπορεσει να φυλαξει τη ζωη του. οι μεταγενεστεροι θα γινουν δουλοι του· θα αναγραφουν στον κυριο ωσ δικη του γενεα. θαρθουν και θα αναγγειλουν τη δικαιοσυνη του σε λαο που προκειται να γεννηθει· επειδη, αυτοσ το εκανε αυτο.

23

ψαλμοσ του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ο ποιμενασ μου· τιποτε δεν θα στερηθω. σε βοσκεσ χλοερεσ με ανεπαυσε· σε νερα αναπαυσησ με οδηγησε. ανορθωσε την ψυχη μου· με οδηγησε μεσα απο μονοπατια δικαιοσυνησ, χαρη του ονοματοσ του. και μεσα σε κοιλαδα σκιασ θανατου αν περπατησω, δεν θα φοβηθω κακο· επειδη, εσυ εισαι μαζι μου· η ραβδοσ σου και η βακτηρια σου, αυτεσ με παρηγορουν. ετοιμασεσ μπροστα μου τραπεζι, απεναντι απο τουσ εχθρουσ μου· αλειψεσ το κεφαλι μου με λαδι· το ποτηρι μου ξεχειλιζει. σιγουρα, χαρη και ελεοσ θα με ακολουθουν ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ μου· και θα κατοικω στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε μακροτητα ημερων.

24

ψαλμοσ του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η γη, και το πληρωμα τησ· η οικουμενη, και οσοι κατοικουν σ' αυτη. επειδη, αυτοσ τη θεμελιωσε επανω στισ θαλασσεσ, και τη στερεωσε επανω στα ποταμια. ποιοσ θα ανεβει στο βουνο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; και ποιοσ θα σταθει στον αγιο τοπο του; ο αθωοσ στα χερια, και ο καθαροσ στην καρδια· εκεινοσ που δεν εδωσε την ψυχη του σε ματαιοτητα, και δεν ορκιστηκε με δολιοτητα. αυτοσ θα παρει ευλογια απο τον κυριο, και δικαιοσυνη απο τον θεο τησ σωτηριασ του. αυτη ειναι η γενεα εκεινων που τον εκζητουν, εκεινων που ζητουν το προσωπο σου, θεε του ιακωβ. (διαψαλμα). σηκωστε, πυλεσ, τα κεφαλια σασ, και υψωθειτε, αιωνιεσ πορτεσ, και θα μπει μεσα ο βασιλιασ τησ δοξασ. ποιοσ ειναι αυτοσ ο βασιλιασ τησ δοξασ; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο κραταιοσ και ο δυνατοσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο δυνατοσ σε πολεμο. σηκωστε, πυλεσ, τα κεφαλια σασ, και υψωθειτε, αιωνιεσ πορτεσ, και θα μπει μεσα ο βασιλιασ τησ δοξασ. ποιοσ ειναι αυτοσ ο βασιλιασ τησ δοξασ; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· αυτοσ ειναι ο βασιλιασ τησ δοξασ. (διαψαλμα).

25

ψαλμοσ του δαβιδ. σε σενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, υψωσα την ψυχη μου. θεε μου, σε σενα ελπισα. ασ μη ντροπιαστω, ασ μη χαρουν επανω μου οι εχθροι μου. σιγουρα, ολοι εκεινοι που σε προσμενουν δεν θα ντροπιαστουν· ασ ντροπιαστουν οι μωροι παραβατεσ. δειξε μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τουσ δρομουσ σου· διδαξε με τα βηματα σου. οδηγησε με στην αληθεια σου, και διδαξε με. επειδη, εσυ εισαι ο θεοσ τησ σωτηριασ μου· σε προσμενω ολοκληρη την ημερα. θυμησου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τουσ οικτιρμουσ σου, και τα ελεη σου, επειδη ειναι απο τον αιωνα. τισ αμαρτιεσ τησ νιοτησ μου, και τισ παραβασεισ μου, μη τισ θυμηθεισ· συμφωνα με το ελεοσ σου, εσυ θυμησου με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ενεκα τησ αγαθοτητασ σου. αγαθοσ και ευθυσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· γι' αυτο, θα διδαξει στουσ αμαρτωλουσ τον δρομο. θα οδηγησει τουσ πραουσ με κριση, και θα διδαξει στουσ πραουσ τον δρομο του. ολοι οι δρομοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ελεοσ και αληθεια σ' εκεινουσ που φυλαττουν τη διαθηκη του και τα μαρτυρια του. ενεκα του ονοματοσ σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συγχωρεσε την ανομια μου, επειδη ειναι μεγαλη. ποιοσ ειναι ο ανθρωποσ που φοβαται τον κυριο; αυτον θα διδαξει τον δρομο, που πρεπει να εκλεξει· η ψυχη του θα κατοικει σε αγαθα, και το σπερμα του θα κληρονομησει τη γη. το απορρητο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι με εκεινουσ που τον φοβουνται, και σ' αυτουσ θα φανερωσει τη διαθηκη του. τα ματια μου ειναι παντοτε προσ τον κυριο, επειδη αυτοσ θα βγαλει τα ποδια μου απο την παγιδα. επιβλεψε επανω μου, και ελεησε με, επειδη ειμαι μονοσ και θλιμμενοσ. οι θλιψεισ τησ καρδιασ μου αυξηθηκαν· βγαλε με απο τισ στενοχωριεσ μου. δεσ τη θλιψη μου και τον μοχθο μου, και συγχωρεσε ολεσ τισ αμαρτιεσ μου. δεσ τουσ εχθρουσ μου, επειδη πληθυνθηκαν, και με αδικο μισοσ με μισησαν. φυλαξε την ψυχη μου, και σωσε με· ασ μη ντροπιαστω, επειδη ελπισα σε σενα. ακακια και ευθυτητα ασ με περιφυλαττουν, επειδη σε προσμενα. λυτρωσε, θεε, τον ισραηλ απο ολεσ τισ θλιψεισ του.

26

ψαλμοσ του δαβιδ. κρινε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, εγω περπατησα μεσα στην ακακια μου· και ελπισα στον κυριο, δεν θα σαλευτω. εξετασε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δοκιμασε με· δοκιμασε τα νεφρα μου και την καρδια μου. επειδη, το ελεοσ σου ειναι μπροστα στα ματια μου· και περπατησα στην αληθεια σου. δεν καθησα με ματαιουσ ανθρωπουσ· και ουτε θα παω με υποκριτεσ. μισησα τη συναξη των πονηρευομενων, και με ασεβεισ δεν θα καθησω. θα νιψω τα χερια μου με αθωοτητα, και θα περικυκλωσω το θυσιαστηριο σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· για να κανω να αντηχησει φωνη αινεσησ, και να διηγηθω ολα τα θαυμασια σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αγαπησα την κατοικηση του οικου σου, και τον τοπο τησ σκηνησ τησ δοξασ σου. μη συμπεριλαβεισ την ψυχη μου με αμαρτωλουσ, και τη ζωη μου με ανδρεσ αιματων· στα χερια των οποιων υπαρχει ανομια, και το δεξι τουσ χερι ειναι γεματο απο δωρα. εγω, ομωσ, θα περπαταω μεσα στην ακακια μου· λυτρωσε με, και ελεησε με. το ποδι μου στεκεται στην ευθυτητα· μεσα σε εκκλησιεσ θα ευλογω τον κυριο.

27

ψαλμοσ του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι φωσ μου και σωτηρια μου· ποιον θα φοβηθω; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι δυναμη τησ ζωησ μου· απο ποιον θα δειλιασω; οταν οι πονηρευομενοι πλησιασαν σε μενα για να καταφανε τη σαρκα μου, οι αντιδικοι και οι εχθροι μου, αυτοι προσεκρουσαν και επεσαν. και αν στρατευμα παραταχθει εναντιον μου, η καρδια μου δεν θα φοβηθει· και αν πολεμοσ σηκωθει εναντιον μου, και τοτε θα ελπιζω. ενα ζητησα απο τον κυριο, αυτο και θα ζηταω· το να κατοικω στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ μου, να θωρω την ωραιοτητα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και να επισκεπτομαι τον ναο του. επειδη, σε ημερα συμφορασ θα με κρυψει στη σκηνη του· θα με κρυψει στον αποκρυφο τοπο τησ σκηνησ του· θα με υψωσει επανω σε βραχο· και τωρα το κεφαλι μου θα υψωθει πιο πανω απο τουσ εχθρουσ μου, εκεινων που με περικυκλωνουν. και θα θυσιασω μεσα στη σκηνη του θυσιεσ αλαλαγμου· θα υμνω, και θα ψαλμωδω, στον κυριο. ακουσε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τη φωνη μου, κραζω· και ελεησε με, και εισακουσε με. ζητηστε το προσωπο μου, ειπε η καρδια μου για σενα. το προσωπο σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα ζητησω. μη κρυψεισ απο μενα το προσωπο σου· μη απορριψεισ τον δουλο σου σε ωρα οργησ· εσυ σταθηκεσ βοηθεια μου· μη με αφησεισ, και μη με εγκαταλειψεισ, θεε τησ σωτηριασ μου. και αν ο πατερασ μου και η μητερα μου με εγκαταλειψουν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ομωσ θα με προσδεχθει. διδαξε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τον δρομο σου, και οδηγησε με σε ισιον δρομο, ενεκα των εχθρων μου. μη με παραδωσεισ στην επιθυμια των εχθρων μου· επειδη, σηκωθηκαν εναντιον μου ψευδομαρτυρεσ, και ανθρωποι που πνεουν αδικια. αλλοιμονο, αν δεν πιστευα να δω τα αγαθα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μεσα σε γη ζωντανων ανθρωπων! προσμενε τον κυριο· ανδριζου, και ασ ενδυναμωθει η καρδια σου· και προσμενε τον κυριο.

28

ψαλμοσ του δαβιδ. σε σενα θα κραξω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φρουριο μου· μη σιωπησεισ σε μενα· μηποτε σιωπησεισ σε μενα, και εξομοιωθω με εκεινουσ που κατεβαινουν στον λακκο. ακουσε τη φωνη των δεησεων μου, οταν κραζω σε σενα, οταν υψωνω τα χερια μου προσ τον ναο σου τον αγιο. μη με συρεισ με τουσ ασεβεισ, και μ' εκεινουσ που εργαζονται ανομια, οι οποιοι μιλουν για ειρηνη με τουσ κοντινουσ τουσ, εχουν ομωσ κακια μεσα στισ καρδιεσ τουσ. δωσε σ' αυτουσ συμφωνα με τα εργα τουσ, και συμφωνα με την πονηρια των πραξεων τουσ· συμφωνα με τα εργα των χεριων τουσ δωσε σ' αυτουσ· αποδωσε σ' αυτουσ την ανταμοιβη τουσ. επειδη, δεν προσεχουν στισ πραξεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στα εργα των χεριων του, θα τουσ καταγκρεμισει, και δεν θα τουσ ανοικοδομησει. ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη ακουσε τη φωνη των δεησεων μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι δυναμη μου, και ασπιδα μου· σ' αυτον ελπισε η καρδια μου, και βοηθηθηκα· γι' αυτο, αγαλλιασε η καρδια μου, και με τισ ωδεσ μου θα τον υμνω. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι δυναμη του λαου του· αυτοσ ειναι και υπερασπιση τησ σωτηριασ του χρισμενου του. σωσε τον λαο σου, και ευλογησε την κληρονομια σου· και ποιμαινε τουσ, και υψωσε τουσ μεχρι τον αιωνα.

29

ψαλμοσ του δαβιδ. αποδωστε στον κυριο, γιοι των δυνατων, αποδωστε στον κυριο δοξα και δυναμη. αποδωσετε στον κυριο τη δοξα του ονοματοσ του· προσκυνηστε τον κυριο μεσα στο μεγαλοπρεπεσ αγιαστηριο του. η φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι επανω στα νερα· ο θεοσ τησ δοξασ βρονταει· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι επανω σε πολλα νερα. η φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι δυνατη· η φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μεγαλοπρεπησ. η φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh συντριβει κεδρουσ· και συντριβει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ κεδρουσ του λιβανου· και τουσ κανει να σκιρτουν σαν μοσχαρι· τον λιβανο, και το σιριων, σαν μικρο μονοκερατο ζωο. η φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαιρει περα για περα τισ φλογεσ τησ φωτιασ. η φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σειει την ερημο· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σειει την ερημο καδησ. η φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κανει να κοιλοπονουν οι ελαφινεσ, και γυμνωνει τα δαση· μεσα δε στον ναο του καθενασ κηρυττει τη δοξα του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καθεται επανω στον κατακλυσμο· και καθεται φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βασιλιασ στον αιωνα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα δωσει δυναμη στον λαο του· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ευλογησει τον λαο του με ειρηνη.

30

ψαλμοσ ωδησ στα εγκαινια του παλατιου του δαβιδ. θα σε μεγαλυνω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη με ανυψωσεσ, και δεν υψωσεσ τουσ εχθρουσ μου εναντιον μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ μου, βοησα σε σενα, και με θεραπευσεσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ανεβασεσ απο τον αδη την ψυχη μου· μου διαφυλαξεσ τη ζωη, για να μη κατεβω στον λακκο. ψαλμωδηστε στον κυριο, οι οσιοι του, και υμνειτε στην αναμνηση τησ αγιοσυνησ του. επειδη, η οργη του διαρκει μοναχα μια στιγμη· ζωη, ομωσ, ειναι στην ευμενεια του· την εσπερα μπορει να συγκατοικησει κλαυθμοσ, αλλα το πρωι ερχεται αγαλλιαση. και εγω ειπα μεσα στην ευτυχια μου: δεν θα σαλευτω στον αιωνα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με την ευμενεια σου στερεωσεσ το βουνο μου. εκρυψεσ το προσωπο σου, και ταραχτηκα. σε σενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εκραξα· και στον κυριο δεηθηκα. ποια ωφελεια ειναι στο αιμα μου, αν κατεβω στον λακκο; μηπωσ θα σε υμνει η σκονη; θα αναγγελλει την αληθεια σου; ακουσε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ελεησε με· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γινε βοηθοσ μου. μετετρεψεσ σε μενα τον θρηνο μου σε χαρα· ελυσεσ τον σακο μου, και με περιεζωσεσ ευφροσυνη· για να ψαλμωδει σε σενα η δοξα μου, και να μη σιωπα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ μου, θα σε υμνω στον αιωνα.

31

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. σε σενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ελπισα· ασ μη ντροπιαστω στον αιωνα· μεσα στη δικαιοσυνη σου, σωσε με. στρεψε το αυτι σου προσ εμενα· κανε γρηγορα να με ελευθερωσεισ· γινε σε μενα ισχυροσ βραχοσ· σπιτι καταφυγησ, για να με σωσεισ. επειδη, εισαι πετρα μου και φρουριο μου· και ενεκα του ονοματοσ σου οδηγησε με, και διαθρεψε με. βγαλε με απο την παγιδα, που εκρυψαν για μενα· επειδη, εσυ εισαι η δυναμη μου. στα χερια σου παραδινω το πνευμα μου· εσυ με λυτρωσεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ τησ αληθειασ. μισησα εκεινουσ που προσεχουν στισ ματαιοτητεσ του ψευδουσ· εγω, ομωσ, ελπιζω στον κυριο. θα αγαλλομαι και θα ευφραινομαι στο ελεοσ σου· επειδη, ειδεσ τη θλιψη μου, γνωρισεσ την ψυχη μου μεσα σε στενοχωριεσ, και δεν με συνεκλεισεσ στο χερι του εχθρου· εστησεσ τα ποδια μου σε ευρυχωρια. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ελεησε με, επειδη ειμαι μεσα σε θλιψη· μαραθηκε το ματι μου απο τη λυπη, η ψυχη μου, και η κοιλια μου. επειδη, η ζωη μου χαθηκε μεσα σε οδυνη, και τα χρονια μου μεσα σε στεναγμουσ· η δυναμη μου αδυνατισε απο ταλαιπωριεσ, και τα κοκαλα μου καταφθαρηκαν. σε ολουσ τουσ εχθρουσ μου εγινα ονειδοσ, και στουσ γειτονεσ μου, υπερβολικα, και φοβοσ στουσ γνωστουσ μου· εκεινοι που με εβλεπαν εξω, εφευγαν απο μενα. ξεχαστηκα απο την καρδια σαν νεκροσ· εγινα σαν σπασμενο σκευοσ. επειδη ακουσα τον ονειδισμο απο πολλουσ· φοβοσ υπηρχε απο παντου· οταν εκαναν συμβουλιο εναντιον μου· μηχανευθηκαν να αφαιρεσουν τη ζωη μου. αλλα, εγω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ελπισα σε σενα· ειπα: εσυ εισαι ο θεοσ μου. στα χερια σου ειναι οι καιροι μου· λυτρωσε με απο τα χερια των εχθρων μου, και απο εκεινουσ που με καταδιωκουν. επιλαμψε το προσωπο σου επανω στον δουλο σου· σωσε με μεσα στο ελεοσ σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ασ μη ντροπιαστω, επειδη σε επικαλεστηκα· ασ ντροπιαστουν οι ασεβεισ, ασ σιωπησουν μεσα στον αδη. τα χειλη τα δολια ασ γινουν αλαλα, τα οποια μιλουν σκληρα εναντια στον δικαιο με υπερηφανεια και καταφρονηση. ποσο μεγαλη ειναι η αγαθοτητα σου, την οποια φυλαξεσ σ' εκεινουσ που σε φοβουνται, και ενεργησεσ σ' εκεινουσ που ελπιζουν σε σενα, μπροστα στουσ γιουσ των ανθρωπων! θα τουσ κρυψεισ στον αποκρυφο τοπο του προσωπου σου, απο την αλαζονεια των ανθρωπων· θα τουσ κρυψεισ μεσα σε σκηνη απο την αντιλογια των γλωσσων. ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη εκανε θαυμαστο το ελεοσ του απεναντι μου, μεσα σε οχυρη πολη. και μεσα στην εκπληξη μου εγω ειπα: απορριφθηκα μπροστα απο τα ματια σου· ομωσ, εσυ ακουσεσ τη φωνη των δεησεων μου, οταν βοησα σε σενα. αγαπηστε τον κυριο, ολοι οι οσιοι του· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φυλαττει τουσ πιστουσ, και ανταποδιδει περισσα σ' εκεινουσ που πραττουν την υπερηφανεια. ανδριζεστε, και η καρδια σασ ασ κραταιωθει, ολοι εσεισ που ελπιζετε στον κυριο.

32

ψαλμοσ του δαβιδ. μασχιλ. μακαριοσ εκεινοσ του οποιου συγχωρηθηκε η παραβαση, τπυ οποιου σκεπαστηκε η αμαρτια. μακαριοσ ο ανθρωποσ, στον οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν λογαριαζει ανομια, και στο πνευμα του οποιου δεν υπαρχει δολοσ. οταν αποσιωπησα, τα κοκαλα μου παλιωσαν απο τον ολολυγμο μου ολη την ημερα· επειδη, ημερα και νυχτα το χερι σου εγινε βαρυ επανω μου· η υγροτητα μου μεταβληθηκε σε καλοκαιριατικη ξηρασια. (διαψαλμα). την αμαρτια μου φανερωσα σε σενα, και την ανομια μου δεν εκρυψα· ειπα: στον κυριο θα εξομολογηθω τισ παραβασεισ μου· κι εσυ συγχωρησεσ την ανομια τησ αμαρτιασ μου. (διαψαλμα). γι' αυτο, καθε οσιοσ θα προσευχεται σε σενα σε πρεποντα καιρο· βεβαια, σε κατακλυσμο πολλων νερων, αυτα δεν θα τον αγγιζουν. εσυ εισαι η σκεπη μου· θα με φυλαττεισ απο θλιψη· με αγαλλιαση λυτρωσησ θα με περικυκλωνεισ. (διαψαλμα). εγω θα σε συνετισω, και θα σε διδαξω τον δρομο, στον οποιο πρεπει να περπατασ· θα σε συμβουλευω· επανω σου θα ειναι το ματι μου. μη γινεστε σαν αλογα, σαν μουλαρια, στα οποια δεν υπαρχει συνεση· που το στομα τουσ πρεπει να συγκρατιεται με φιμωτρο και χαλιναρι, αλλιωσ δεν θα σε πλησιαζαν. οι μαστιγεσ του ασεβη ειναι πολλεσ· εκεινον, ομωσ, που ελπιζει στον κυριο, ελεοσ θα τον περικυκλωνει. ευφραινεστε στον κυριο, δικαιοι, και αγαλλεστε· και αλαλαξτε ολοι εσεισ οι ευθεισ στην καρδια.

33

αγαλλεστε, δικαιοι, στον κυριο· στουσ ευθεισ ταιριαζει η αινεση. υμνειτε τον κυριο με κιθαρα· με δεκαχορδο ψαλτηρι ψαλμωδηστε σ' αυτον. ψαλλετε σ' αυτον νεο τραγουδι· παιζετε καλα τα οργανα σασ, με αλαλαγμο. επειδη, ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ευθυσ, και ολα τα εργα του με αληθεια. αγαπαει δικαιοσυνη και κριση· απο το ελεοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι γεματη η γη. με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εγιναν οι ουρανοι, και με την πνοη του στοματοσ του ολοκληρη η στρατια τουσ. συγκεντρωσε τα νερα τησ θαλασσασ σαν σωρο· εβαλε τισ αβυσσουσ σε αποθηκεσ. ασ φοβηθει τον κυριο ολοκληρη η γη· ασ τρομαξουν απ' αυτον ολοι οι κατοικοι τησ οικουμενησ. επειδη, αυτοσ ειπε, και εγινε· αυτοσ προσταξε, και στερεωθηκε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ματαιωνει τη βουλη των εθνων, ανατρεπει τουσ συλλογισμουσ των λαων. η βουλη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μενει στον αιωνα· οι λογισμοι τησ καρδιασ του απο γενεα σε γενεα. μακαριο το εθνοσ, του οποιου ο θεοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ο λαοσ, που εκλεξε για κληρονομια του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσκυψε απο τον ουρανο· ειδε ολουσ τουσ γιουσ των ανθρωπων. απο τον τοπο τησ κατοικησησ του θωρει ολουσ τουσ κατοικουσ τησ γησ. εξισου επλασε τισ καρδιεσ τουσ· γνωριζει ολα τα εργα τουσ. ο βασιλιασ δεν σωζεται με πληθοσ στρατευματοσ· ο δυνατοσ δεν ελευθερωνεται με τη μεγαλη του ανδρεια. ματαιο το αλογο για σωτηρια· και δεν θα σωσει με την πολλη του δυναμη. δεσ, το ματι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βρισκεται επανω σ' εκεινουσ που τον φοβουνται· επανω σ' εκεινουσ που ελπιζουν στο ελεοσ του· για να ελευθερωσει την ψυχη τουσ απο θανατο, και σε καιρο πεινασ να τουσ διαφυλαξει σε ζωη. η ψυχη μασ προσμενει τον κυριο· αυτοσ ειναι βοηθοσ μασ, και ασπιδα μασ. επειδη, σ' αυτον θα ευφρανθει η καρδια μασ, μια και στο ονομα του το αγιο ελπισαμε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ασ πραγματοποιηθει το ελεοσ σου επανω μασ, καθωσ ελπισαμε σε σενα.

34

ψαλμοσ του δαβιδ, οταν μετεβαλε τον τροπο του μπροστα στον αβιμελεχ·κι εκεινοσ τον αφησε, και εφυγε. θα ευλογω τον κυριο σε καθε στιγμη· η αινεση του θα ειναι παντοτε στο στομα μου. στον κυριο θα καυχαται η ψυχη μου· οι ταπεινοι θα ακουσουν και θα χαρουν. μεγαλυνατε μαζι μου τον κυριο, και ασ υψωσουμε μαζι το ονομα του. εκζητησα τον κυριο, και με εισακουσε, και απο ολουσ τουσ φοβουσ μου με ελευθερωσε. απεβλεψαν σ' αυτον, και φωτιστηκαν, και τα προσωπα τουσ δεν ντροπιαστηκαν. αυτοσ ο φτωχοσ εκραξε, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον εισακουσε, και απο ολεσ τισ θλιψεισ του τον εσωσε. αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στρατοπεδευει ολογυρα σ' εκεινουσ που τον φοβουνται, και τουσ ελευθερωνει. γευθειτε και δειτε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αγαθοσ· μακαριοσ ο ανθρωποσ, εκεινοσ που ελπιζει σ' αυτον. φοβηθειτε τον κυριο οι αγιοι του· επειδη, δεν υπαρχει στερηση σ' εκεινουσ που τον φοβουνται. οι πλουσιοι φτωχαινουν και πεινουν, αλλα εκεινοι που εκζητουν τον κυριο δεν στερουνται κανενα αγαθο. ελατε, παιδια, ακουστε με· θα σασ διδαξω τον φοβο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ποιοσ ειναι ο ανθρωποσ, που θελει ζωη, αγαπαει ημερεσ, για να δει καλο; φυλαγε τη γλωσσα σου απο κακο, και τα χειλη σου απο το να μιλουν δολο· ξεκλινε απο το κακο, και πραττε το αγαθο· ζητα ειρηνη, και κυνηγα την. τα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι επανω στουσ δικαιουσ, και τα αυτια του στην κραυγη τουσ. το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι εναντια σ' εκεινουσ που πραττουν κακο, για να αφανισει απο τη γη την αναμνηση τουσ. εκραξαν οι δικαιοι, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εισακουσε, και απο ολεσ τουσ τισ θλιψεισ τουσ ελευθερωσε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι κοντα σ' εκεινουσ που ειναι συντριμμενοι στην καρδια, και σωζει τουσ ταπεινουσ στο πνευμα. πολλεσ οι θλιψεισ του δικαιου, αλλα απ' ολεσ αυτεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τον ελευθερωσει. αυτοσ φυλαττει ολα τα κοκαλα του· κανενα απ' αυτα δεν θα συντριφτει. η κακια θα θανατωσει τον αμαρτωλο· κι εκεινοι που μισουν τον δικαιο θα χαθουν. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh λυτρωνει την ψυχη των δουλων του, και δεν θα χαθουν ολοι εκεινοι που ελπιζουν σ' αυτον.

35

ψαλμοσ του δαβιδ. δικασε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτουσ που δικαζονται μαζι μου· πολεμησε υτουσ που με πολεμουν. αναλαβε οπλο και ασπιδα, και σηκω επανω σε βοηθεια μου. και πιασε το δορυ, και αποκλεισε τον δρομο εκεινων που με καταδιωκουν· πεσ στην ψυχη μου: εγω ειμαι η σωτηρια σου. ασ αισχυνθουν, και ασ ντραπουν, αυτοι που ζητουν την ψυχη μου· ασ στρεψουν προσ τα πισω, και ασ ντροπιαστουν αυτοι που θελουν το κακο μου. ασ ειναι οπωσ το λεπτο αχυρο μπροστα στον ανεμο, και αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ τουσ καταδιωκει. ασ ειναι ο δρομοσ τουσ σκοταδι και γλιστρημα, και αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ τουσ καταδιωκει. επειδη, χωρισ αιτια, εκρυψαν την παγιδα τουσ σε λακκο για μενα· χωρισ αιτια τον εσκαψαν για την ψυχη μου. ασ ερθει επανω του απροσδοκητοσ ολεθροσ· και η παγιδα του, που εκρυψε, ασ πιασει αυτον· ασ πεσει σ' αυτην με ολεθρο. η ψυχη μου θα αγαλλεται στον κυριο, θα χαιρεται στη σωτηρια του. ολα τα κοκαλα μου θα πουν: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ποιοσ ειναι ομοιοσ με σενα, ο οποιοσ ελευθερωνεισ τον φτωχο απο τον ισχυροτερο του, και τον φτωχο και τον πενητα απο εκεινον που τον διαρπαζει; αφου σηκωθηκαν αδικοι μαρτυρεσ, με ρωτουσαν για πραγμ ατα που εγω δεν ηξερα· μου ανταπεδωσαν κακο αντι για καλο· στερηση στην ψυχη μου. εγω, ομωσ, οταν αυτοι βρισκονταν σε θλιψη, ντυνομουν σακο· ταπεινωσα την ψυχη μου με νηστεια· και η προσευχη μου γυριζε στον κορφο μου. φερομουν σαν σε φιλο, σαν σε αδελφο μου· εσκυβα σκυθρωπαζοντασ, σαν εκεινον που πενθει για τη μητερα του. αυτοι, ομωσ, χαρηκαν για τη συμφορα μου, και συγκεντρωθηκαν· συγκεντρωθηκαν οι χαμερπεισ εναντιον μου, κι εγω δεν ηξερα· με ξεσχιζαν, και δεν σταματουσαν· με υποκριτικουσ χλευαστεσ σε συμποσια ετριζαν τα δοντια τουσ εναντιον μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ποτε θα δεισ; ελευθερωσε την ψυχη μου απο τον ολεθρο τουσ, την απομονωμενη μου ψυχη απο τα λιονταρια. εγω θα σε υμνω μεσα σε μεγαλη συναξη· αναμεσα σε πολυαριθμο λαο θα σε υμνω. ασ μη χαρουν επανω μου αυτοι που με εχθρευονται αδικα· αυτοι που με μισουν χωρισ αιτια, ασ μη κανουν νευματα με τα ματια. επειδη, δεν μιλουσαν για ειρηνη, αλλα μελετουσαν δολουσ εναντια σ' εκεινουσ που εμεναν ησυχοι επανω στη γη· και ανοιξαν πλατια το στομα τουσ εναντιον μου, λεγοντασ: μπραβο, μπραβο! ειδε το ματι μασ! ειδεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· μη σιωπησεισ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μη απομακρυνθεισ απο μενα. σηκω επανω και ξυπνα για την κριση μου, θεε μου και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, για τη δικη μου. κρινε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μου, συμφωνα με τη δικαιοσυνη σου, και ασ μη χαρουν επανω μου. ασ μη πουν στισ καρδιεσ τουσ: μπραβο, ψυχη μασ! ουτε να πουν: τον καταπιαμε. ασ ντροπιαστουν, και ασ αισχυνθουν μαζι, αυτοι που χαιρονται για το κακο μου· ασ ντυθουν ντροπη και ονειδοσ αυτοι που κομπορρημονουν εναντιον μου. ασ ευφρανθουν και ασ χαρουν αυτοι που θελουν τη δικαιοσυνη μου· και ασ λενε παντοτε: ασ μεγαλυνθει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που θελει την ειρηνη του δουλου του. και η γλωσσα μου θα μελεταει τη δικαιοσυνη σου και τον επαινο σου ολη την ημερα.

36

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ, δουλου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. η παρανομια του ασεβη λεει στην καρδια μου: δεν υπαρχει φοβοσ θεου μπροστα στα ματια του. επειδη, απαταει τον εαυτο του στα ματια του, για το οτι η ανομια του θα βρεθει για να μισηθει. τα λογια του στοματοσ του ειναι ανομια και δολοσ· δεν θελησε να καταλαβει για να πραττει το αγαθο. επανω στο κρεβατι του συλλογιζεται ανομια· στεκεται σε δρομο οχι καλον· δεν μισει το κακο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το ελεοσ σου φτανει μεχρι τον ουρανο, η αληθεια σου μεχρι τα συννεφα. η δικαιοσυνη σου ειναι σαν τα ψηλα βουνα· οι κρισεισ σου μεγαλη αβυσσοσ· ανθρωπουσ και κτηνη σωζεισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ποσο πολυτιμο ειναι το ελεοσ σου, θεε! γι' αυτο, οι γιοι των ανθρωπων ελπιζουν στη σκια των πτερυγων σου. θα χορτασουν απο το παχοσ του οικου σου, και απο τον χειμαρρο τησ απολαυσησ σου θα τουσ ποτισεισ. επειδη, κοντα σου ειναι η πηγη τησ ζωησ· στο φωσ σου θα δουμε φωσ. απλωσε το ελεοσ σου προσ εκεινουσ που σε γνωριζουν, και τη δικαιοσυνη σου προσ τουσ ευθεισ στην καρδια. ασ μη ερθει επανω μου ποδι υπερηφανειασ· και χερι ασεβων ασ μη με σαλευσει. εκει επεσαν οι εργατεσ τησ ανομιασ· κατασπρωχθηκαν, και δεν θα μπορεσουν να σηκωθουν πλεον.

37

ψαλμοσ του δαβιδ. να μη αγανακτεισ για τουσ πονηρευομενουσ, μητε να ζηλευεισ τουσ εργατεσ τησ ανομιασ. επειδη, σαν χορταρι γρηγορα θα κοπουν, και σαν χλωρο φυτο θα καταμαραθουν. ελπιζε στον κυριο, και πραττε το αγαθο· να κατοικεισ τη γη, και να καρπωνεσαι την αληθεια· και ευφραινου στον κυριο, και θα σου δωσει τα ζητηματα τησ καρδιασ σου. αναθεσε στον κυριο τον δρομο σου, και ελπιζε σ' αυτον, κι αυτοσ θα ενεργησει· και θα βγαλει τη δικαιοσυνη σου προσ τα εξω σαν φωσ, και την κριση σου σαν μεσημερι. αναπαυου στον κυριο, και προσμενε τονσ· να μη αγανακτεισ γι' αυτον που κατευοδωνεται στον δρομο του, για ανθρωπο που πραττει παρανομιεσ. παψε απο θυμο, και εγκαταλειψε την οργη· μη αγανακτεισ καθολου, ωστε να πραττεισ πονηρα. επειδη, οι πονηρευομενοι θα εξολοθρευτουν· εκεινοι, ομωσ, που προσμενουν τον κυριο, αυτοι θα κληρονομησουν τη γη. επειδη, λιγο ακομα και ο ασεβησ δεν θα υπαρχει πλεον· και θα ζητησεισ τον τοπο του, και δεν θα βρεθει· οι πραοι, ομωσ, θα κληρονομησουν τη γη· και θα απολαμβανουν πληροτητα ζωησ με πολλη ειρηνη. ο ασεβησ μηχανευεται εναντια στον δικαιο, και τριζει τα δοντια του εναντιον του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα γελασει γι' αυτον, επειδη βλεπει οτι ερχεται η ημερα του. οι ασεβεισ εβγαλαν ρομφαια απο τη θηκη, και τεντωσαν το τοξο τουσ, για να υποταξουν τον φτωχο και τον πενητα, για να σφαξουν εκεινουσ που περπατουν με ευθυτητα. η ρομφαια τουσ θα μπει μεσα στην καρδια τουσ, και τα τοξα τουσ θα συντριφτουν. καλυτερο το λιγο που εχει ο δικαιοσ, παρα ο πλουτοσ που εχουν πολλοι ασεβεισ. επειδη, οι βραχιονεσ των ασεβων θα συντριφτουν· τουσ δικαιουσ, ομωσ, υποστηριζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. γνωριζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τισ ημερεσ των αμεμπτων· και η κληρονομια τουσ θα ειναι στον αιωνα· σε καιρο πονηρο δεν θα ντροπιαστουν· και σε ημερεσ πεινασ θα χορτασουν. οι ασεβεισ, ομωσ, θα εξολοθρευτουν· και οι εχθροι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα αναλωθουν, σαν το λιποσ των αρνιων· θα διαλυθουν σαν καπνοσ. ο ασεβησ δανειζεται και δεν αποδιδει, ο δικαιοσ ομωσ ελεει και δινει. επειδη, οι ευλογημενοι του θα κληρονομησουν τη γη· και οι καταραμενοι του θα εξολοθρευτουν. οταν τα βηματα(·7α) του ανθρωπου κατευθυνονται απο τον κυριο, ο δρομοσ του ειναι σ' αυτον αρεστοσ. αν πεσει, δεν θα συντριφτει· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh υποστηριζει το χερι του. ημουν νεοσ, και ηδη γερασα, και δεν ειδα δικαιον εγκαταλειμμενον ουτε το σπερμα του να ζηταει ψωμι. ολη την ημερα ελεει και δανειζει, και το σπερμα του ειναι σε ευλογια. ξεκλινε απο το κακο, και πραττε το αγαθο, και θα παραμενεισ στον αιωνα. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αγαπαει κριση, και δεν εγκαταλειπει τουσ οσιουσ του· θα διαφυλαχτουν στον αιωνα· το σπερμα, ομωσ, των ασεβων θα εξολοθρευτει. οι δικαιοι θα κληρονομησουν τη γη, κι επανω σ' αυτη θα κατοικουν στον αιωνα. το στομα του δικαιου μελεταει σοφια, και η γλωσσα του μιλαει κριση. ο νομοσ του θεου του ειναι στην καρδια του· και τα βηματα(·7α) του δεν θα γλιστρησουν. ο αμαρτωλοσ κατασκοπευει τον δικαιο, και ζηταει να τον θανατωσει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα τον αφησει στα χερια του ουτε θα τον καταδικασει οταν τον κρινει. προσμενε τον κυριο, και φυλαττε τον δρομο του, και θα σε υψωσει για να κληρονομησεισ τη γη· οταν οι ασεβεισ εξολοθρευτουν, θα δεισ. ειδα τον ασεβη υπερυψωμενον, και ξαπλωμενον σαν τη χλωρη δαφνη· αλλα, αφανιστηκε· και δεστε, δεν υπηρχε· μαλιστα, τον αναζητησα, και δεν βρεθηκε. παρατηρει τον ακακο, και βλεπε τον ευθυ, οτι στον ειρηνικο ανθρωπο θα υπαρχει εγκαταλειμμα· οι δε παραβατεσ θα εξολοθρευτουν ολοσχερωσ· το εγκαταλειμμα των ασεβων θα αποκοπει. η σωτηρια, ομωσ, των δικαιων ειναι απο τον κυριο· αυτοσ ειναι η δυναμη τουσ σε καιρο θλιψησ. και θα τουσ βοηθησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα τουσ ελευθερωσει· θα τουσ ελευθερωσει απο ασεβεισ, και θα τουσ σωσει· επειδη, ελπισαν σ' αυτον.

38

ψαλμοσ του δαβιδ· σε αναμνηση. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στον θυμο σου μη με ελεγξεισ, ουτε να με παιδευσεισ στην οργη σου. επειδη, τα βελη σου μπηχτηκαν βαθια σε μενα, και το χερι σου με καταπιεζει. δεν υπαρχει υγεια στη σαρκα μου, εξαιτιασ τησ οργησ σου· δεν υπαρχει ειρηνη στα κοκαλα μου, εξαιτιασ τησ αμαρτιασ μου. επειδη, οι ανομιεσ μου υπερεβηκαν το κεφαλι μου· υπερβαρυναν επανω μου σαν βαρυ φορτιο. βρωμησαν και σαπισαν οι πληγεσ μου, εξαιτιασ τησ ανοησιασ μου. ταλαιπωρηθηκα, κυρτωθηκα υπερβολικα· ολη την ημερα περπαταω σκυθρωποσ. επειδη, τα εντοσθια μου γεμιζουν απο φλογωση, και στη σαρκα μου δεν υπαρχει υγεια. ασθενησα και κατακοπηκα υπερβολικα· βρυχαζω απο την αδημονια τησ καρδιασ μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μπροστα σου ειναι ολοκληρη η επιθυμια μου, και ο στεναγμοσ μου δεν κρυβεται απο σενα. η καρδια μου ταραζεται, η δυναμη μου με εγκαταλειπει· και το φωσ των ματιων μου, κι αυτο δεν ειναι μαζι μου. οι φιλοι μου και οι κοντινοι μου στεκονται απεναντι απο την πληγη μου, και οι πιο κοντινοι μου στεκονται απο μακρια. και εκεινοι που ζητουν την ψυχη μου, στηνουν σε μενα παγιδα· και εκεινοι που ζητουν το κακο μου, μιλουν πονηρα, και ολη την ημερα μελετουν δολουσ. εγω, ομωσ, σαν κουφοσ, δεν ακουγα, και ημουν σαν αφωνοσ, χωρισ να ανοιγει το στομα του. και ημουν σαν ανθρωποσ που δεν ακουει, και χωρισ να εχει αντιλογια στο στομα του. επειδη, ελπισα σε σενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· εσυ θα με εισακουσεισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ μου. δεδομενου οτι, ειπα: ασ μη χαρουν επανω μου· οταν γλιστρησει το ποδι μου, αυτοι κομπορρημονουν εναντιον μου. μια που ειμαι ετοιμοσ να πεσω, και ο πονοσ ειναι παντοτε μπροστα μου. επειδη, εγω θα αναγγελλω την ανομια μου, και θα λυπαμαι για την αμαρτια μου. αλλα, οι εχθροι μου ζουν, υπερισχυουν· και πληθυναν εκεινοι που με μισουν αδικα. και εκεινοι που ανταποδιδουν κακο αντι για καλο, ειναι εναντιοι μου, επειδη κυνηγω το καλο. μη με εγκαταλειπεισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· θεε μου, μη απομακρυνθεισ απο μενα. σπευσε σε βοηθεια μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, η σωτηρια μου.

39

στον αρχιμουσικο, τον ιεδουθουν. ψαλμοσ του δαβιδ. ειπα, θα προσεχω στουσ δρομουσ μου, για να μη αμαρτανω με τη γλωσσα μου· θα φυλαττω το στομα μου με χαλιναρι, ενω ο ασεβησ βρισκεται μπροστα μου. σταθηκα αφωνοσ και σιωπηλοσ· σιωπησα και απο το να λεω το καλο· και ο πονοσ μου αναταραχτηκε. ζεσταθηκε η καρδια μου μεσα μου· ενω μελετουσα, αναψε μεσα μου φωτια· μιλησα με τη γλωσσα μου, και ειπα: κανε μου γνωστο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το τελοσ μου, και τον αριθμο των ημερων μου, ποιοσ ειναι, για να γνωρισω ποσο ακομα θα ζησω. δεσ, εκανεσ τισ ημερεσ μου ενα μετρο σπιθαμησ, και ο καιροσ τησ ζωησ μου ειναι σαν ενα τιποτε μπροστα σου· στ' αληθεια, καθε ανθρωποσ, παρολο που ειναι στερεοσ, ειναι περα για περα ματαιοτητα. (διαψαλμα). σιγουρα, ο ανθρωποσ περπαταει με φαντασια· σιγουρα, ταραζεται ματαια· θησαυριζει, και δεν ξερει ποιοσ θα τα συγκεντρωσει. και τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τι περιμενω; η ελπιδα μου ειναι σε σενα. λυτρωσε με απ' ολεσ τισ ανομιεσ μου· μη με κανεισ ονειδοσ του αφρονα. εγινα αφωνοσ· δεν ανοιξα το στομα μου, επειδη εσυ εκανεσ τουτο. απομακρυνε απο μενα την πληγη σου· απεκαμα απο την παλη του χεριου σου. οταν με ελεγχουσ παιδευεισ τον ανθρωπο για ανομια, κατατρωσ την ωραιοτητα του σαν σκουληκι. πραγματικα, καθε ανθρωποσ ειναι ματαιοτητα. (διαψαλμα). εισακουσε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, την προσευχη μου, και δωσε ακροαση στην κραυγη μου· στα δακρυα μου μη σιωπησεισ· επειδη, ειμαι παροικοσ κοντα σου και παρεπιδημοσ, οπωσ και ολοι οι πατερεσ μου. σταματα μαζι μου, για να αναλαβω δυναμη, πριν αποδημησω και δεν υπαρχω πλεον.

40

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. περιμενα με υπομονη τον κυριο και εσκυψε προσ εμενα και ακουσε την κραυγη μου· και με ανεβασε απο λακκο ταλαιπωριασ και απο βορβορωδη λασπη, και εστησε τα ποδια μου επανω σε πετρα, στερεωσε τα βηματα μου· και εβαλε στο στομα μου καινουργιο τραγουδι, υμνο στον θεο μασ. πολλοι θα δουν και θα φοβηθουν και θα ελπισουν στον κυριο. μακαριοσ ο ανθρωποσ που εκανε τον κυριο ελπιδα του και δεν αποβλεπει στουσ υπερηφανουσ ουτε σ' εκεινουσ που παρεκτρεπονται σε ψευδολογιεσ. πολλα εκανεσ εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε μου, τα θαυμαστα σου εργα· μαλιστα, τισ σκεψεισ σου για μασ, δεν ειναι δυνατον καποιοσ να σου τισ εκθεσει· αν ηθελα να τισ εξαγγελλω και να μιλαω γι' αυτεσ, ξεπερνουν καθε αριθμο. θυσια και προσφορα δεν θελησεσ· ανοιξεσ σε μενα αυτια· ολοκαυτωμα και προσφορα για την αμαρτια δεν ζητησεσ. τοτε ειπα: ναμαι, ερχομαι· στον τομο του βιβλιου ειναι γραμμενο για μενα. χαιρομαι, θεε μου, να εκτελω το θελημα σου· και ο νομοσ σου ειναι στο κεντρο τησ καρδιασ μου. διακηρυξα δικαιοσυνη σε μεγαλη συναξη· δεσ, δεν εμποδισα τα χειλη μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσυ το ξερεισ. τη δικαιοσυνη σου δεν την εκρυψα μεσα στην καρδια μου· την αληθεια σου και τη σωτηρια σου τη διακηρυξα· δεν εκρυψα το ελεοσ σου ουτε την αληθεια σου απο μεγαλη συναξη. εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μη απομακρυνεισ τουσ οικτιρμουσ σου απο μενα· το ελεοσ σου και η αληθεια σου ασ με προστατευουν παντοτινα. επειδη, αναριθμητα κακα με περικυκλωσαν· με κατεφτασαν οι ανομιεσ μου, και δεν μπορω να τισ βλεπω· πληθυναν, εγιναν πιο πολλεσ και απο τισ τριχεσ του κεφαλιου μου. και η καρδια μου με εγκαταλειπει. ευδοκησε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, να με ελευθερωσεισ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σπευσε σε βοηθεια μου. ασ αισχυνθουν, κι ασ ντροπιαστουν μαζι, εκεινοι που ζητουν την ψυχη μου για να την οδηγησουν σε χαμο· ασ γυρισουν πισω κι ασ ντροπιαστουν, εκεινοι που θελουν το κακο μου. ασ εξολοθρευτουν, για μισθο τησ ντροπησ τουσ, εκεινοι που λενε σε μενα: «μπραβο, μπραβο!». ασ αγαλλονται, και ασ ευφραινονται σε σενα, ολοι εκεινοι που σε ζητουν· εκεινοι που αγαπουν τη σωτηρια σου, ασ λενε διαρκωσ: ασ μεγαλυνθει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. εγω, ομωσ, ειμαι φτωχοσ και πενητασ· αλλα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φροντιζει για μενα· η βοηθεια μου και ο ελευθερωτησ μου εισαι εσυ, θεε μου, μη βραδυνεισ.

41

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. μακαριοσ εκεινοσ που επιβλεπει στον φτωχο· σε ημερα θλιψησ θα τον ελευθερωσει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τον φυλαξει, και θα διατηρησει τη ζωη του· μακαριοσ θα ειναι επανω στη γη· και δεν θα τον παραδωσεισ στην επιθυμια των εχθρων του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τον δυναμωνει επανω στο κρεβατι τησ αρρωστιασ του· στην ασθενεια του εσυ θα στρωνεισ ολοκληρο το κρεβατι του. εγω ειπα: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ελεησε με· γιατρεψε την ψυχη μου, επειδη αμαρτησα σε σενα. οι εχθροι μου λενε για μενα με κακια: ποτε θα πεθανει, και θα χαθει το ονομα του; και αν καποιοσ ερχεται να με δει, μιλαει ματαιοτητα· η καρδια του συγκεντρωνει για τον εαυτο τησ ανομια· βγαινοντασ εξω, τη μιλαει. εναντιον μου ψιθυριζουν μαζι ολοι εκεινοι που με μισουν· εναντιον μου συλλογιζονται με κακια, λεγοντασ: κακο πραγμα κολλησε επανω του· και καθωσ ειναι κατακοιτοσ, δεν προκειται πλεον να σηκωθει. κι αυτοσ ακομα ο ανθρωποσ, μαζι με τον οποιο ζουσα ειρηνικα, στον οποιο ειχα ελπισει, αυτοσ που ετρωγε το ψωμι μου, σηκωσε εναντιον μου τη φτερνα. αλλα, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ελεησε με, και σηκωσε με, και θα ανταποδωσω σ' αυτουσ. απο τουτο γνωριζω οτι εσυ δειχνεισ ευνοια επανω μου, επειδη ο εχθροσ δεν θριαμβευει εναντιον μου. εμενα, ομωσ, εσυ με στηριξεσ στην ακεραιοτητα μου, και με στερεωσεσ μπροστα σου στον αιωνα. ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ, απο τον αιωνα και μεχρι τον αιωνα. αμην, και αμην.

42

στον αρχιμουσικο, μασχιλ, για τουσ γιουσ του κορε. οπωσ το ελαφι επιποθει τα ρυακια των νερων, ετσι η ψυχη μου σε επιποθει, θεε. διψαει η ψυχη μου τον θεο, τον θεο τον ζωντανο· ποτε θαρθω, και ποτε θα φανω μπροστα στον θεο; τα δακρυα μου εγιναν τροφη μου ημερα και νυχτα, οταν καθημερινα μου λενε: που ειναι ο θεοσ σου; αυτα θυμηθηκα, και ξεχυσα μεσα μου την ψυχη μου, καθωσ διαβαινα μαζι με το πληθοσ, και περπατουσα μαζι του μεχρι τον οικο του θεου, με φωνη χαρασ και αινεσησ, με πληθοσ που γιορταζε. γιατι εισαι περιλυπη, ψυχη μου; και γιατι ταραζεσαι μεσα μου; ελπισε στον θεο· επειδη, ακομα θα τον υμνω· το προσωπο του ειναι σωτηρια. θεε μου, η ψυχη μου ειναι μεσα μου περιλυπη· γι' αυτο, θα σε θυμαμαι απο τη γη του ιορδανη, και του ερμωνειμ, απο το βουνο μισαρ. αβυσσοσ προσκαλει αβυσσο στον ηχο των καταρρακτων σου· ολα τα κυματα σου και οι τρικυμιεσ σου περασαν επανω μου. την ημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα προσταξει το ελεοσ του· και τη νυχτα το τραγουδι του θα ειναι μαζι μου, η προσευχη μου προσ τον θεο τησ ζωησ μου. θα πω στον θεο, την πετρα μου: γιατι με ξεχασεσ; γιατι περπαταω σκυθρωποσ απο την καταθλιψη του εχθρου; οι εχθροι μου, αυτοι που με ονειδιζουν, σπαζουν τα κοκαλα μου, λεγοντασ μου καθημερινα: που ειναι ο θεοσ σου; γιατι εισαι περιλυπη ψυχη μου; και γιατι ταραζεσαι μεσα μου; ελπισε στον θεο· επειδη, ακομα θα τον υμνω· αυτοσ ειναι η σωτηρια του προσωπου μου, και ο θεοσ μου.

43

θεε, κρινε με, και δικασε τη δικη μου εναντια σε ανοσιο εθνοσ· ελευθερωσε με απο ανθρωπο απατησ και ανομιασ· επειδη, εσυ εισαι ο θεοσ τησ δυναμησ μου· γιατι με απεβαλεσ; γιατι περπαταω σκυθρωποσ απο την καταθλιψη του εχθρου; στειλε το φωσ σου και την αληθεια σου· αυτα ασ με οδηγουν· ασ με φερουν στο βουνο τησ αγιοτητασ σου, και στα σκηνωματα σου. τοτε, θα μπω μεσα στο θυσιαστηριο του θεου, στον θεο, την ευφροσυνη τησ αγαλλιασησ μου· και θα σε δοξολογω με κιθαρα, ω θεε, ο θεοσ μου. γιατι εισαι περιλυπη, ψυχη μου; και γιατι ταραζεσαι μεσα μου; ελπισε στον θεο· επειδη, ακομα θα τον υμνω· αυτοσ ειναι η σωτηρια του προσωπου μου, και ο θεοσ μου.

44

στον αρχιμουσικο, για τουσ γιουσ του κορε, μασχιλ. θεε, ακουσαμε με τα αυτια μασ, μασ το διηγηθηκαν οι πατερεσ μασ το εργο που επραξεσ στισ ημερεσ τουσ, σε ημερεσ αρχαιεσ. εσυ, με το χερι σου εδιωξεσ εθνη, και φυτεψεσ αυτουσ· κατεθλιψεσ λαουσ, και τουσ εδιωξεσ. επειδη, δεν κληρονομησαν τη γη με τη ρομφαια τουσ, και δεν τουσ εσωσε ο βραχιονασ τουσ· αλλα, το δεξι σου χερι, και ο βραχιονασ σου, και το φωσ του προσωπου σου· επειδη, ευαρεστηθηκεσ σ' αυτουσ. εσυ εισαι ο βασιλιασ μου, θεε, αυτοσ που καθοριζεισ τισ σωτηριεσ του ιακωβ. με σενα θα καταβαλουμε τουσ εχθρουσ μασ· με το ονομα σου θα καταπατησουμε εκεινουσ που επαναστατουν εναντιον μασ. επειδη, δεν θα ελπισω στο τοξο μου ουτε η ρομφαια μου θα με σωσει. δεδομενου οτι, εσυ μασ εσωσεσ απο τουσ εχθρουσ μασ, και ντροπιασεσ εκεινουσ που μασ μισουν. θα καυχωμαστε στον θεο ολη την ημερα, και θα υμνουμε το ονομα σου στον αιωνα. (διαψαλμα). ομωσ, μασ απεβαλεσ και μασ ντροπιασεσ, και δεν βγαινεισ πλεον μαζι με τα στρατευματα μασ. μπροστα στον εχθρο, μασ εκανεσ να στρεψουμε προσ τα πισω· και εκεινοι που μασ μισουν, διαρπαζουν τα πραγματα μασ για τον εαυτο τουσ. μασ παρεδωσεσ σαν προβατα για φαγητο, και μασ διασκορπισεσ στα εθνη. πουλησεσ τον λαο σου χωρισ τιμη, και απο την πωληση τουσ δεν αυξησεσ τον πλουτο σου. μασ εκανεσ ονειδοσ στουσ γειτονεσ μασ, περιγελο και χλευασμο στουσ γυρω μασ. μασ εκανεσ παροιμια αναμεσα στα εθνη, κουνημα κεφαλιου αναμεσα στουσ λαουσ. ολη την ημερα η ντροπη μου ειναι μπροστα μου, και η αισχυνη του προσωπου μου με σκεπασε· εξαιτιασ τησ φωνησ εκεινου που ονειδιζει και βριζει· εξαιτιασ του εχθρου και του εκδικητη. ολα αυτα ηρθαν επανω μασ· ομωσ, δεν σε λησμονησαμε, και δεν αθετησαμε τη διαθηκη σου· η καρδια μασ δεν στραφηκε προσ τα πισω ουτε τα βηματα μασ ξεκλιναν απο τον δρομο σου· αν και μασ συντριψεσ στον τοπο των δρακοντων, και μασ περισκεπασεσ με τη σκια του θανατου. αν λησμονουσαμε το ονομα του θεου μασ, και απλωναμε τα χερια μασ σε ξενον θεο, ο θεοσ δεν θα το εξεταζε; μια και αυτοσ ξερει τα κρυφια τησ καρδιασ. επειδη, εξαιτιασ σου θανατωνομαστε ολη την ημερα· λογαριαστηκαμε σαν προβατα σφαγησ. σηκω επανω, γιατι κοιμασαι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; σηκω επανω, μη μασ αποβαλεισ για παντα. γιατι κρυβεισ το προσωπο σου; ξεχνασ την ταλαιπωρια μασ και την καταδυναστευση μασ; επειδη, η ψυχη μασ ταπεινωθηκε μεχρι το χωμα· η κοιλια μασ κολλησε στη γη. σηκω επανω σε βοηθεια μασ, και λυτρωσε μασ χαρη του ελεουσ σου.

45

στον αρχιμουσικο, σε σοσανιμ, για τουσ γιουσ του κορε· μασχιλ· τραγουδι υπερ του αγαπητου. η καρδια μου αναβλυζει αγαθον λογο· εγω λεω τα εργα μου στον βασιλια· η γλωσσα μου ειναι καλαμι ταχυγραφου γραμματεα. εσυ εισαι ωραιοτεροσ απο τουσ γιουσ των ανθρωπων· χαρη ξεχυθηκε στα χειλη σου· γι' αυτο, σε ευλογησε ο θεοσ στον αιωνα. περιζωσε τη ρομφαια σου στον μηρο σου, δυνατε, μεσα στη δοξα σου και μεσα στη μεγαλοπρεπεια σου. και να κατευοδωνεσαι στη μεγαλειοτητα σου, και βααιλευε με αληθεια, και πραοτητα, και δικαιοσυνη· και το δεξι σου χερι θα σου δειξει φοβερα πραγματα. τα βελη σου ειναι κοφτερα· λαοι θα πεσουν απο κατω σου· κι αυτα θα μπηχτουν στην καρδια των εχθρων του βασιλια. ο θρονοσ σου, θεε, παραμενει στον αιωνα του αιωνα· σκηπτρο ευθυτητασ ειναι το σκηπτρο τησ βασιλειασ σου. αγαπησεσ δικαιοσυνη, και μισησεσ αδικια, γι' αυτο ο θεοσ, ο θεοσ σου, σε εχρισε με λαδι αγαλλιασησ περισσοτερο απο τουσ μετοχουσ σου. σμυρνα και αλοη και κασια ευωδιαζουν ολα τα ιματια σου, οταν βγαινεισ απο τα ελεφαντινα παλατια, με τα οποια σε ευφραναν. θυγατερεσ βασιλιαδων παραβρισκονται στισ τιμεσ σου· η βασιλισσα σταθηκε απο τα δεξια σου στολισμενη με χρυσαφι του οφειρ. ακουσε, θυγατερα, και δεσ, και στρεψε το αυτι σου· και λησμονησε τον λαο σου, και το σπιτι του πατερα σου· και ο βασιλιασ θα επιθυμησει το καλλοσ σου· επειδη, αυτοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου· και προσκυνησε αυτον. και η θυγατερα τησ τυρου θα παρασταθει με δωρα· το προσωπο σου θα ικετευσουν οι πλουσιοι του λαου. ολη η δοξα τησ θυγατερασ του βασιλια ειναι απο μεσα· το ενδυμα τησ ειναι χρυσουφαντο. θα φερθει στον βασιλια με κεντητο ιματιο· παρθενεσ συντροφοι τησ, πισω τησ, θα φερθουν σε σενα. θα φερθουν με ευφροσυνη και αγαλλιαση· θα μπουν μεσα στο παλατι του βασιλια. αντι για τουσ πατερεσ σου θα ειναι οι γιοι σου· αυτουσ θα κανεισ αρχοντεσ σε ολοκληρη τη γη. θα μνημονευω το ονομα σου σε ολεσ τισ γενεεσ· γι' αυτο, θα σε υμνουν οι λαοι σε αιωνα του αιωνα.

46

στον αρχιμουσικο, για τουσ γιουσ του κορε· τραγουδι σε αλαμωθ. ο θεοσ ειναι καταφυγη μασ και δυναμη, βοηθεια ετοιμοτατη μεσα στισ θλιψεισ. γι' αυτο, δεν θα φοβηθουμε και αν η γη σαλευτει, και τα βουνα μετατοπιστουν στο μεσον των θαλασσων· και αν ηχουν και ταραζονται τα νερα τουσ· και τα βουνα σειονται εξαιτιασ τησ επαρσησ τουσ. (διαψαλμα). ποταμοσ, και τα ρυακια του θα ευφραινουν την πολη του θεου, τον αγιο τοπο των σκηνωματων του υψιστου. ο θεοσ ειναι στο μεσον τησ· δεν θα σαλευτει· θα τη βοηθησει ο θεοσ απο το χαραμα τησ αυγησ. τα εθνη φρυαξαν· οι βασιλειεσ σαλευτηκαν· εδωσε τη φωνη του· η γη διαλυθηκε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων ειναι μαζι μασ· προπυργιο μασ ειναι ο θεοσ του ιακωβ. (διαψαλμα). ελατε, δεστε τα εργα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ποιεσ καταστροφεσ εκανε στη γη. καταπαυει τουσ πολεμουσ μεχρι τα περατα τησ γησ· συντριβει τοξο, και κατακοβει λογχη· καιει αμαξεσ με φωτια. ησυχαστε, και γνωριστε οτι εγω ειμαι ο θεοσ· θα υψωθω αναμεσα στα εθνη· θα υψωθω στη γη. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων ειναι μαζι μασ· προπυργιο μασ ειναι ο θεοσ του ιακωβ. (διαψαλμα).

47

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ για τουσ γιουσ του κορε. ολοι οι λαοι, κροτηστε τα χερια· αλαλαξτε στον θεο με φωνη αγαλλιασησ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι υψιστοσ, φοβεροσ, μεγαλοσ βασιλιασ σε ολοκληρη τη γη. υπεταξε σε μασ λαουσ, και εθνη κατω απο τα ποδια μασ. διαλεξε για μασ την κληρονομια μασ, τη δοξα του ιακωβ, τον οποιο αγαπησε. (διαψαλμα). ο θεοσ ανεβηκε με αλαλαγμο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανεβηκε με φωνη σαλπιγγασ. ψαλτε στον θεο, ψαλτε· ψαλτε στον βασιλια μασ, ψαλτε. επειδη, βασιλιασ ολοκληρησ τησ γησ ειναι ο θεοσ· ψαλτε με συνεση. ο θεοσ βασιλευει επανω στα εθνη· ο θεοσ καθεται επανω στον θρονο τησ αγιοτητασ του. οι αρχοντεσ των λαων συγκεντρωθηκαν μαζι με τον λαο του θεου του αβραhαμ· επειδη, του θεου ειναι οι ασπιδεσ τησ γησ· υψωθηκε υπερβολικα.

48

τραγουδι ψαλμου για τουσ γιουσ του κορε. μεγασ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και αξιοσ αινεσησ σε υπερβολικο βαθμο στην πολη του θεου μασ, στο βουνο τησ αγιοτητασ του. ωραιο κατα τη θεση, χαρα ολοκληρησ τησ γησ, ειναι το βουνο σιων, προσ τα πλαγια του βορρα· η πολη του μεγαλου βασιλια. ο θεοσ στα παλατια τησ γνωριζεται ωσ προπυργιο. επειδη, δεστε, οι βασιλιαδεσ συγκεντρωθηκαν· διαβηκαν μαζι. αυτοι, μολισ ειδαν, θαυμασαν· ταραχτηκαν, και εφυγαν με βιασυνη. τρομοσ τουσ επιασε εκει· πονοι σαν τη γυναικα που γενναει. με ανατολικον ανεμο συντριβεισ τα πλοια τησ θαρσεισ. καθωσ ακουσαμε, ετσι και ειδαμε στην πολη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, στην πολη του θεου μασ· ο θεοσ θα τη θεμελιωσει για παντα. (διαψαλμα). θεε, μελετουμε το ελεοσ σου στο μεσον του ναου σου. θεε, συμφωνα με το ονομα σου, ετσι και η αινεση σου, ειναι μεχρι τα περατα τησ γησ· το δεξι σου χερι ειναι γεματο με δικαιοσυνη. ασ ευφραινεται το βουνο σιων, ασ αγαλλονται οι θυγατερεσ του ιηhυδα, για τισ κρισεισ σου. κυκλωστε τη σιων, και περιτριγυριστε την· αριθμηστε τουσ πυργουσ τησ. βαλτε την προσοχη σασ στα περιτειχισματα τησ· περιεργαστειτε τα παλατια τησ· για να το διηγειστε σε μεταγενεστερη γενεα· επειδη, αυτοσ ο θεοσ ειναι ο θεοσ μασ στον αιωνα του αιωνα· αυτοσ θα μασ οδηγει μεχρι τον θανατο.

49

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ για τουσ γιουσ του κορε. ακουστε τουτα τα λογια, ολοι οι λαοι· ακροαστειτε ολοι οι κατοικοι τησ οικουμενησ· και μικροι και μεγαλοι, πλουσιοι μαζι και φτωχοι. το στομα μου θα μιλησει σοφια· και η μελετη τησ καρδιασ μου ειναι συνεση. θα στρεψω το αυτι μου σε παραβολη· θα εκθεσω το αινιγμα μου με κιθαρα. γιατι να φοβαμαι σε ημερεσ συμφορασ, οταν με περικυκλωσει η ανομια εκεινων που με ενεδρευουν; οι οποιοι ελπιζουν στα αγαθα τουσ, και καυχωνται στο πληθοσ του πλουτου τουσ· κανενασ δεν μπορει ποτε να εξαγορασει αδελφο ουτε να δωσει στον θεο λυτρο γι' αυτον· μια και, ειναι πολυτιμη η απολυτρωση τησ ψυχησ τουσ, και ανευρετη για παντα, ωστε να ζει αιωνια, για να μη δει φθορα. επειδη, βλεπει τουσ σοφουσ να πεθαινουν, καθωσ και τον αφρονα και τον ανοητο να χανονται, και να αφηνουν σε αλλουσ τα αγαθα τουσ. ο εσωτερικοσ τουσ λογισμοσ ειναι, οτι οι οικογενειεσ τουσ θα υπαρχουν παντοτινα, τα σπιτια τουσ θα παραμενουν σε γενεα και γενεα· ονομαζουν τα υποστατικα τουσ με τα ιδια τουσ ονοματα. εντουτοισ, ο ανθρωποσ, που πλαστηκε με τιμη, δεν παραμενει, εξομοιωθηκε με τα κτηνη που φθειρονται. αυτοσ ο δρομοσ τουσ ειναι μωρια τουσ· και ομωσ, οι απογονοι τουσ βρισκουν ευχαριστηση στα λογια τουσ. (διαψαλμα). σαν προβατα ριχτηκαν στον αδη· θανατοσ θα τουσ ποιμανει· και οι ευθεισ θα τουσ καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν το πρωι· η δε δυναμη τουσ θα παλιωσει στον αδη, αφου καθε ενασ αφησει το σπιτι του. ο θεοσ, ομωσ, θα λυτρωσει την ψυχη μου απο το χερι του αδη· επειδη, θα με δεχθει. (διαψαλμα). μη φοβασαι οταν ενασ ανθρωποσ πλουτησει, οταν η δοξα του σπιτιου του αυξηθει· επειδη, στον θανατο του, δεν θα παρει μαζι του τιποτε, ουτε η δοξα του θα κατεβει πισω απ' αυτον. αν και στη ζωη του ευλογησε την ψυχη του, και οι ανθρωποι θα σε επαινουν που αγαθοποιεισ τον εαυτο σου, θα παει στη γενεα των πατερων του· φωσ δεν θα δουν, στον αιωνα. ο ανθρωποσ, που πλαστηκε με τιμη, και δεν καταλαβαινει, εξομοιωθηκε με τα κτηνη που φθειρονται.

50

ψαλμοσ του ασαφ. ο θεοσ των θεων, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε, και καλεσε τη γη, απο την ανατολη του ηλιου, μεχρι τη δυση του. απο τη σιων, που ειναι η εντελεια τησ ωραιοτητασ, ελαμψε ο θεοσ. ο θεοσ μασ θαρθει, και δεν θα σιωπησει· φωτια που κατατρωει θα ειναι μπροστα απ' αυτον, και γυρω του δυνατη ανεμοζαλη. θα προσκαλεσει τουσ ουρανουσ απο πανω, και τη γη, για να κρινει τον λαο του. «συγκεντρωστε μου τουσ οσιουσ μου, που εκαναν μαζι μου συνθηκη επανω σε θυσια». και οι ουρανοι θα αναγγελλουν τη δικαιοσυνη του· επειδη, ο θεοσ, αυτοσ ειναι ο κριτησ. (διαψαλμα). ακουσε λαε μου, και θα μιλησω· ισραηλ, και θα διαμαρτυρηθω εναντιον σου· ο θεοσ, ο θεοσ σου ειμαι εγω. δεν θα σε ελεγξω για τισ θυσιεσ σου, τα δε ολοκαυτωματα σου ειναι παντοτε μπροστα μου. δεν θα δεχθω μοσχαρια απο το σπιτι σου, τραγουσ απο τα κοπαδια σου. επειδη, ολα τα θηρια του δασουσ δικα μου ειναι, και τα κτηνη που βρισκονται επανω σε χιλια βουνα. γνωριζω ολα τα πουλια των βουνων, και τα θηρια του χωραφιου ειναι μαζι μου. αν πεινασω, δεν θα το πω σε σενα· επειδη, δικη μου ειναι η οικουμενη και το πληρωμα τησ. μηπωσ εγω θα φαω κρεασ ταυρων η θα πιω αιμα τραγων; θυσιασε στον θεο θυσια αινεσησ, και αποδωσε στον υψιστο τισ ευχεσ σου· και να επικαλεισαι εμενα σε ημερα θλιψησ, θα σε ελευθερωσω, και θα με δοξασεισ. και στον ασεβη ο θεοσ ειπε: τι συμβαινει με σενα, ωστε να διηγησαι τα διαταγματα μου, και να παιρνεισ τη διαθηκη μου στο στομα σου; επειδη, εσυ μισεισ την παιδεια, και πετασ πισω σου τα λογια μου. αν δεισ κλεφτη, τρεχεισ μαζι του· και η μεριδα σου ειναι μαζι με τουσ μοιχουσ. παραδινεισ το στομα σου στην κακια, και η γλωσσα σου περιπλεκει δολιοτητα. οταν καθεσαι, μιλασ εναντια στον αδελφο σου· βαζεισ σκανδαλο εναντια στον γιο τησ μητερασ σου. επραξεσ τετοια πραγματα, και σιωπησα· νομισεσ οτι πραγματικα ειμαι ομοιοσ με σενα· θα σε ελεγξω, και ολα θα τα παρουσιασω μπροστα στα ματια σου. βαλτε, λοιπον, τουτο στο νου σασ, εσεισ που ξεχνατε τον θεο, μηπωσ και σασ αρπαξω, και δεν θα υπαρξει κανενασ για να σασ λυτρωσει. εκεινοσ που προσφερει θυσια αινεσησ, αυτοσ με δοξαζει· και σ' εκεινον που βαζει τον δρομο του σε ευθυτητα, θα δειξω τη σωτηρια του θεου.

51

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ, οταν ο προφητησ ναθαν ηρθε σ' αυτον, αφου ειχε μπει μεσα στη βηθσαβεε. ελεησε με, ω θεε, συμφωνα με το μεγαλο σου ελεοσ· συμφωνα με το πληθοσ των οικτιρμων σου, εξαλειψε τα ανομηματα μου. πλυνε με περισσοτερο και περισσοτερο απο την ανομια μου, και απο την αμαρτια μου καθαρισε με. επειδη, τα ανομηματα μου εγω γνωριζω, και η αμαρτια μου ειναι μπροστα μου συνεχωσ. σε σενα, σε σενα μοναχα αμαρτησα, και επραξα μπροστα σου το πονηρο· για να δικαιωθεισ στα λογια σου, και να εισαι αμεμπτοσ στισ κρισεισ σου. δεσ, ειχα συλληφθει με ανομια, και με αμαρτια με γεννησε η μητερα μου. δεσ, αγαπησεσ αληθεια στην καρδια, και στα ενδομυχα θα με διδαξεισ σοφια. ραντισε με με υσσωπο, και θα ειμαι καθαροσ· πλυνε με, και θα ειμαι λευκοτεροσ απο χιονι. κανε με να ακουσω αγαλλιαση και ευφροσυνη, για να ευφρανθουν τα κοκαλα που εσπασεσ. αποστρεψε το προσωπο σου απο τισ αμαρτιεσ μου, και εξαλειψε ολεσ τισ ανομιεσ μου. κτισε μεσα μου, θεε, μια καθαρη καρδια· και ενα ευθυ πνευμα ανανεωσε μεσα μου. μη με απορριψεισ απο το προσωπο σου· και το πνευμα σου το αγιο μη το αφαιρεσεισ απο μενα. αποδωσε μου την αγαλλιαση τησ σωτηριασ σου, και με ηγεμονικο πνευμα στηριξε με. θα διδαξω στουσ παραβατεσ τουσ δρομουσ σου· και αμαρτωλοι θα επιστρεφουν σε σενα. θεε, ελευθερωσε με απο αιματα, θεε τησ σωτηριασ μου· η γλωσσα μου θα ψαλλει τη δικαιοσυνη σου με αγαλλιαση. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ανοιξε τα χειλη μου· και το στομα μου θα αναγγελλει την αινεση σου. επειδη, δεν θελεισ θυσια, αλλιωσ θα ειχα προσφερει· σε ολοκαυτωματα δεν αρεσκεσαι. θυσιεσ του θεου ειναι συντριμμενο πνευμα· συντριμμενη και ταπεινωμενη καρδια, θεε, δεν θα καταφρονησεισ. ευεργετησε τη σιων με την ευνοια σου· οικοδομησε τα τειχη τησ ιερουσαλημ. τοτε, θα ευαρεστηθεισ σε θυσιεσ δικαιοσυνησ, σε προσφορεσ και ολοκαυτωματα· τοτε, θα προσφερουν μοσχαρια επανω στο θυσιαστηριο σου.

52

στον αρχιμουσικο, μασχιλ του δαβιδ, οταν ηρθε ο ιδουμαιοσ δωηκ, και ανηγγειλε στον σαουλ, και του ειπε: ο δαβιδ ηρθε στο σπιτι του αχιμελεχ. γιατι καυχασαι στην κακια, δυνατε; το ελεοσ του θεου παραμενει στον αιωνα. η γλωσσα σου μελεταει κακιεσ, εργαζεται δολο, σαν ακονισμενο ξυραφι. αγαπησεσ το κακο μαλλον παρα το αγαθο, το ψεμα παρα να μιλασ δικαιοσυνη. (διαψαλμα). αγαπησεσ ολα τα λογια του αφανισμου, τη δολια γλωσσα. γι' αυτο, ο θεοσ θα σε εξολοθρευσει για παντα· θα σε αποσπασει και θα σε μετατοπισει απο τη σκηνη σου, και θα σε ξεριζωσει απο τη γη των ζωντανων ανθρωπων. (διαψαλμα). και οι δικαιοι θα δουν, και θα φοβηθουν· και θα γελασουν γι' αυτον, λεγοντασ: δεστε ο ανθρωποσ, που δεν εβαλε τον θεο δυναμη του· αλλα, ελπισε στο πληθοσ του πλουτου του, και επιστηριζοταν στην πονηρια του. εγω, ομωσ, θα ειμαι σαν ελιοδεντρο, που ακμαζει στον οικο του θεου· στο ελεοσ του θεου ελπιζω στον αιωνα του αιωνα. θα σε δοξολογω παντοτε, επειδη ενεργησεσ ετσι· και θα ελπιζω στο ονομα σου, επειδη ειναι αγαθο μπροστα στουσ οσιουσ σου.

53

στον αρχιμουσικο, σε μαχαλαθ· μασχιλ του δαβιδ. ειπε ο αφρονασ μεσα στην καρδια του: δεν υπαρχει θεοσ. διαφθαρηκαν και εγιναν βδελυροι εξαιτιασ τησ ανομιασ· δεν υπαρχει καποιοσ που να πραττει το αγαθο. ο θεοσ εσκυψε απο τον ουρανο επανω στουσ γιουσ των ανθρωπων, για να δει αν υπαρχει καποιοσ που να εχει συνεση, που να ζηταει τον θεο. ολοι ξεκλιναν· μαζι εξαχρειωθηκαν· δεν υπαρχει καποιοσ που να πραττει το αγαθο, δεν υπαρχει ουτε ενασ. δεν εχουν γνωση αυτοι που εργαζονται την ανομια, αυτοι που κατατρωνε τον λαο μου, σαν να τρωνε ψωμι; τον θεο δεν επικαλεστηκαν. εκει φοβηθηκαν φοβο, οπου δεν υπηρχε φοβοσ, επειδη ο θεοσ διασκορπισε τα κοκαλα εκεινων που στρατοπεδευσαν εναντιον σου· τουσ καταντροπιασεσ, επειδη ο θεοσ τουσ καταφρονησε. ποιοσ θα δωσει απο τη σιων τη σωτηρια του ισραηλ; οταν ο θεοσ επαναφερει τον λαο του απο την αιχμαλωσια, ο ιακωβ θα αγαλλεται, ο ισραηλ θα ευφραινεται.

54

στον αρχιμουσικο σε νεγινωθ· μασχιλ του δαβιδ, οταν οι ζιφφαιοι ηρθαν και ειπαν στον σαουλ: ο δαβιδ δεν ειναι κρυμμενοσ σε μασ; θεε, σωσε με στο ονομα σου, και κρινε με μεσα στη δυναμη σου. θεε, ακουσε την προσευχη μου· ακροασου τα λογια του στοματοσ μου. επειδη, ξενοι σηκωθηκαν εναντιον μου, και καταδυναστεσ ζητουν την ψυχη μου· δεν εβαλαν τον θεο μπροστα τουσ. (διαψαλμα). δεστε, ο θεοσ με βοηθαει· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μαζι με εκεινουσ που υποστηριζουν την ψυχη μου. θα στρεψει το κακο επανω στουσ εχθρουσ μου· να εξολοθρευσε τουσ μεσα στην αληθεια σου. αυτοπροαιρετα θα θυσιασω σε σενα· θα δοξολογω το ονομα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη ειναι αγαθο. επειδη, με λυτρωσε απο καθε στενοχωρια, και το ματι μου ειδε την εκδικηση επανω στουσ εχθρουσ μου.

55

στον αρχιμουσικο σε νεγινωθ· μασχιλ του δαβιδ. θεε, δωσε ακροαση στην προσευχη μου, και μη αποσυρθεισ απο τη δεηση μου. προσεξε σε μενα, και εισακουσε με· λυπουμαι στη μελετη μου, και ταραζομαι, απο τη φωνη του εχθρου, απο την καταθλιψη του ασεβη· επειδη, ριχνουν επανω μου ανομια, και με μισουν με οργη. η καρδια μου μεσα μου καταθλιβεται, και φοβοσ θανατου επεσε επανω μου. φοβοσ και τρομοσ ηρθε επανω μου, και φρικη με σκεπασε. και ειπα: ποιοσ να μουδινε φτερα σαν περιστερι! θα πετουσα και θα αναπαυομουν. να, θα απομακρυνομουν φευγοντασ, θα διεμενα στην ερημο. (διαψαλμα). θα επιταχυνα τη φυγη μου απο την ορμη του ανεμου, απο τη θυελλα. καταποντισε τουσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· διαιρεσε τισ γλωσσεσ τουσ· επειδη, στην πολη ειδα καταδυναστεια και φιλονικια. ημερα και νυχτα την περικυκλωνουν γυρω απο τα τειχη τησ· και μεσα σ' αυτη υπαρχει ανομια και κακο· μεσα σ' αυτη υπαρχει πονηρια· και απο τισ πλατειεσ τησ δεν λειπουν απατη και δολοσ. επειδη, δεν με περιγελασε ο εχθροσ, που θα τον υπεφερα· δεν σηκωθηκε εναντιον μου εκεινοσ που με μισει· τοτε, θα κρυβομουν απ' αυτον· αλλα, εσυ, ανθρωπε ομοψυχε, οδηγε μου, και γνωστε μου· που συνομιλουσαμε με γλυκυτητα, πηγαιναμε μαζι στον οικο του θεου. θανατοσ ασ ερθει επανω τουσ· ζωντανοι ασ κατεβουν στον αδη· επειδη, μεταξυ τουσ, στα σπιτια τουσ, υπαρχουν κακιεσ. εγω θα κραζω στον θεο, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα με σωσει. εσπερα, και πρωι, και μεσημερι θα παρακαλω, και θα φωναζω· και θα ακουσει τη φωνη μου. με ειρηνη θα λυτρωσει την ψυχη μου απο τη μαχη, που γινεται εναντιον μου· επειδη, πολλοι ειναι οι εναντιοι σε μενα. ο θεοσ, που υπαρχει πριν απο τουσ αιωνεσ, θα εισακουσει, και θα τουσ ταπεινωσει· (διαψαλμα)· επειδη, δεν αλλαζουν τροπο ουτε φοβουνται τον θεο. καθε ενασ απλωνει τα χερια του επανω σ' αυτουσ που ειρηνευουν μαζι του· αθετει τη συνθηκη του. το στομα του ειναι απαλοτερο απο βουτυρο, αλλα στην καρδια του υπαρχει πολεμοσ· τα λογια του ειναι μαλακοτερα απο λαδι, εντουτοισ ειναι γυμνα ξιφη. ριξε επανω στον κυριο το φορτιο σου, κι αυτοσ θα σε ανακουφισει· δεν θα συγχωρησει ποτε να σαλευτει ο δικαιοσ. αλλα, εσυ, θεε, θα τουσ κατεβασεισ στο πηγαδι τησ απωλειασ· ανδρεσ αιματων και δολιοτητασ δεν θα φτασουν στα μισα των ημερων τουσ· αλλα, εγω θα ελπιζω σε σενα.

56

στον αρχιμουσικο σε ιωναθ-ελεμ-ρεχοκιμ, μικταμ του δαβιδ, οταν οι φιλισταιοι τον κρατησαν στη γαθ. ελεησε με, ω θεε, επειδη ανθρωποσ χασκει να με καταπιει· ολη την ημερα πολεμωντασ με καταθλιβει. οι εχθροι μου χασκουν να με καταπιουν, ολη την ημερα· επειδη, υψιστε, ειναι πολλοι αυτοι που με πολεμουν. την ημερα που θα φοβηθω, θα ελπιζω σε σενα· με τον θεο θα αινεσω τον λογο του· στον θεο ελπισα· δεν θα φοβηθω· τι θα μου κανει ο ανθρωποσ; καθε ημερα αλλαζουν τα λογια μου· ολοι οι συλλογισμοι τουσ ειναι εναντιον μου για κακο. συγκεντρωνονται, κρυβονται, παραφυλαττουν τα βηματα μου, πωσ να πιασουν την ψυχη μου. θα λυτρωθουν με την ανομια; στην οργη σου, να καταγκρεμισεισ τουσ λαουσ. εσυ μετρασ τισ αποπλανησεισ μου· βαλε τα δακρυα μου στη φιαλη σου· δεν ειναι αυτα στο βιβλιο σου; τοτε, οι εχθροι μου θα γυρισουν πισω, την ημερα που θα σε επικαλεστω· το ξερω αυτο, επειδη ο θεοσ ειναι με το μεροσ μου. στον θεο θα αινεσω τον λογο του· στον κυριο θα αινεσω τον λογο του. θα ελπιζω στον θεο· δεν θα φοβηθω· τι θα μου κανει ανθρωποσ; θεε, οι ευχεσ μου σε σενα ειναι επανω μου· θα σου αποδιδω δοξολογιεσ. επειδη, λυτρωσεσ την ψυχη μου απο θανατο, δεν θα λυτρωσεισ και τα ποδια μου απο ολισθημα, για να περπαταω μπροστα στον θεο στο φωσ των ζωντανων ανθρωπων;

57

στον αρχιμουσικο σε τονο αλ-τασχεθ, μικταμ του δαβιδ, οταν εφευγε μπροστα απο τον σαουλ στο σπηλαιο. ελεησε με, ω θεε, ελεησε με· επειδη, σε σενα στηριχτηκε η ψυχη μου. και στη σκια των πτερυγων σου θα ελπιζω, μεχρισ οτου περασουν οι συμφορεσ. θα κραζω στον θεο, τον υψιστο, στον θεο που ευοδωνει τα παντα για μενα. θα στειλει απο τον ουρανο και θα με σωσει· θα ντροπιασει εκεινον που χασκει να με καταπιει· (διαψαλμα)· ο θεοσ θα στειλει το ελεοσ του και την αληθεια του. η ψυχη μου ειναι αναμεσα σε λιονταρια· βρισκομαι αναμεσα σε φλογερουσ ανθρωπουσ. που τα δοντια τουσ ειναι λογχεσ και βελη, και η γλωσσα τουσ κοφτερο ξιφοσ. υψωσου επανω απο τουσ ουρανουσ, θεε· η δοξα σου ασ ειναι επανω σε ολη τη γη. ετοιμασαν παγιδα στα βηματα μου· η ψυχη μου κινδυνευε να πεσει· εσκαψαν λακκο μπροστα μου, οι ιδιοι επεσαν μεσα σ' αυτον. (διαψαλμα). ετοιμη ειναι η καρδια μου, θεε, ετοιμη ειναι η καρδια μου· θα ψαλλω και θα ψαλμωδω. ξυπνα, δοξα μου· ξυπνα, ψαλτηρι και κιθαρα· θα ξυπνησω το πρωι. θα σε επαινεσω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αναμεσα στουσ λαουσ· θα ψαλμωδω σε σενα αναμεσα στα εθνη. επειδη, το ελεοσ σου μεγαλυνθηκε μεχρι τουσ ουρανουσ, και η αληθεια σου μεχρι τα συννεφα. υψωσου επανω απο τουσ ουρανουσ, θεε· η δοξα σου ασ ειναι επανω σε ολη τη γη.

58

στον μαεστρο, σε τονο αλ-τασχεθ, μικταμ του δαβιδ. ταχα, μιλατε στ' αληθεια δικαιοσυνη; κρινετε με ευθυτητα, γιοι των ανθρωπων; μαλιστα, στην καρδια εργαζεστε αδικιεσ· στη γη μοιραζετε την αδικια των χεριων σασ. οι ασεβεισ εχουν αποξενωθει απο τη μητρα· αυτοι που μιλανε το ψεμα εχουν πλανηθει απο την κοιλια τησ μητερασ τουσ. εχουν φαρμακι σαν το φαρμακι του φιδιου· ειναι ομοιοι με την κουφη οχια, που κλεινει τα αυτια τησ· η οποια δεν θελει να ακουσει τη φωνη των γοητων, που γοητευουν τοσο επιδεξια. θεε, συντριψε τουσ τα δοντια στο στομα τουσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κατασυντριψε τουσ κυνοδοντεσ των λιονταριων. ασ διαλυθουν σαν νερο, και ασ ρευσουν· θα ριξει τα βελη του, μεχρισ οτου εξολοθρευτουν. σαν σαλιγκαρι που διαλυεται, ασ παρελθουν· σαν εξαμβλωμα γυναικασ, ασ μη δουν τον ηλιο. πριν αυξηθουν τα αγκαθια σασ, ωστε να γινουν αγκαθωτοι θαμνοι, ζωντανουσ, σαν μεσα σε οργη, θα τουσ αρπαξει με ανεμοστροβιλο. ο δικαιοσ θα ευφρανθει, οταν δει την εκδικηση· θα νιψει τα ποδια του στο αιμα του ασεβη. και καθε ενασ θα λεει: υπαρχει, στ' αληθεια, καρποσ για τον δικαιο· υπαρχει, στ' αληθεια, θεοσ, που κρινει επανω στη γη.

59

στον αρχιμουσικο, σε αλ-τασχεθ, μικταμ του δαβιδ, οταν ο σαουλ εστειλε και παραφυλαγαν το σπιτι του για να τον θανατωσουν. ελευθερωσε με απο τουσ εχθρουσ μου, θεε μου· υπερασπισε με απ' αυτουσ που επαναστατουν εναντιον μου. ελευθερωσε με απ' αυτουσ που εργαζονται την ανομια, και σωσε με απο ανδρεσ αιματων. επειδη, δεσ, ενεδρευουν την ψυχη μου· δυνατοι συγκεντρωθηκαν εναντιον μου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οχι εξαιτιασ καποιασ ανομιασ μου ουτε εξαιτιασ καποιασ αμαρτιασ μου· χωρισ να υπαρχει μεσα μου ανομια, τρεχουν και ετοιμαζονται. σηκω επανω, σε συναντηση μου, και δεσ. εσυ, λοιπον, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ, ξυπνα για να επισκεφθεισ ολα τα εθνη. μη ελεησεισ κανεναν απο τουσ δολιουσ παραβατεσ. (διαψαλμα). επιστρεφουν την εσπερα· γαυγιζουν σαν σκυλια, και κυκλωνουν την πολη. δεσ, αυτοι χυνουν λογια με το στομα τουσ· στα χειλη τουσ ειναι ρομφαιεσ· επειδη, λενε: ποιοσ ακουει; αλλα, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα γελασεισ γι' αυτουσ· θα περιπαιξεισ ολα τα εθνη. στη δυναμη τουσ, θα ελπιζω σε σενα· επειδη, εσυ, θεε, εισαι το προπυργιο μου. ο θεοσ του ελεουσ μου θα με προφτασει· ο θεοσ θα με κανει να δω την εκδικηση επανω σ' αυτουσ που με παραφυλαττουν. μη τουσ φονευσεισ, μηπωσ και το ξεχασει ο λαοσ μου· μεσα στη δυναμη σου διασκορπισε τουσ, και ταπεινωσε τουσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, η ασπιδα μασ. εξαιτιασ τησ αμαρτιασ του στοματοσ τουσ, εξαιτιασ των λογων των χειλεων τουσ, ασ πιαστουν στην υπερηφανεια τουσ· και για την καταρα και το ψεμα που μιλουν. καταστρεψε τουσ, με οργη, καταστρεψε τουσ ωστε να μη υπαρχουν· και ασ γνωρισουν οτι ο θεοσ δεσποζει στον ιακωβ, μεχρι τα περατα τησ γησ. (διαψαλμα). ασ επιστρεφουν, λοιπον, την εσπερα, ασ γαυγιζουν σαν σκυλια, και ασ περικυκλωνουν την πολη. ασ περιπλανιουνται για τροφη· και αν δεν χορτασουν, ασ γογγυζουν. εγω, ομωσ, θα ψαλλω τη δυναμη σου, και το πρωι θα υμνολογω με αγαλλιαση το ελεοσ σου· επειδη, εγινεσ προπυργιο μου, και καταφυγιο στην ημερα τησ θλιψησ μου. ω, δυναμη μου, θα σε ψαλμωδω· επειδη, εσυ, θεε, εισαι το προπυργιο μου, ο θεοσ του ελεουσ μου.

60

στον αρχιμουσικο σε σουσαν-εδουθ, μικταμ του δαβιδ για διδασκαλια, οταν πολεμησε τη συρια τησ μεσοποταμιασ, και τη συρια του σωβα, και ο ιωαβ γυρισε και χτυπησε 2.000 απο τον εδωμ στην κοιλαδα του αλατιου. θεε, μασ απερριψεσ· μασ διασκορπισεσ· οργιστηκεσ· επιστρεψε σε μασ. εσεισεσ τη γη· την εσχισεσ στα δυο· γιατρεψε τα συντριμματα τησ, επειδη σαλευεται. εδειξεσ στον λαο σου σκληρα πραγματα· μασ ποτισεσ κρασι παραφροσυνησ. σ' αυτουσ που σε φοβουνται εδωσεσ σημαια, για να υψωνεται υπερ τησ αληθειασ. (διαψαλμα). για να ελευθερωνονται οι αγαπητοι σου, με το δεξι σου χερι σωσε με, και εισακουσε με. ο θεοσ μιλησε στο αγιαστηριο του· θα χαιρομαι· θα μοιρασω τη συχεμ, και θα μετρησω την κοιλαδα σοκχωθ. δικοσ μου ειναι ο γαλααδ, και δικοσ μου ειναι ο μανασσησ· ο μεν εφραιμ ειναι η δυναμη του κεφαλιου μου· και ο ιηhυδασ, ο νομοθετησ μου· ο μωαβ ειναι η λεκανη του νιψιματοσ μου· στον εδωμ θα ριξω το υποδημα μου· αλαλαξε σε μενα, παλαιστινη. ποιοσ θα με φερει στην περιτειχισμενη πολη; ποιοσ θα με οδηγησει μεχρι τον εδωμ; οχι εσυ, θεε, που μασ απερριψεσ; και δεν θα βγεισ, θεε, μαζι με τα στρατευματα μασ; βοηθησε μασ απο τη θλιψη· επειδη, ματαιη ειναι η σωτηρια απο ανθρωπουσ. με τον θεο θα κανουμε ανδραγαθηματα, κι αυτοσ θα καταπατησει τουσ εχθρουσ μασ.

61

στον αρχιμουσικο, σε νεγινωθ. ψαλμοσ του δαβιδ. εισακουσε την κραυγη μου, θεε· προσεξε στην προσευχη μου. απο τα περατα τησ γησ θα κραζω σε σενα, οταν λιποθυμει η καρδια μου· οδηγησε με στην πετρα, που ειναι παρα πολυ ψηλη για μενα. επειδη, εσυ εγινεσ καταφυγιο μου, ισχυροσ πυργοσ, μπροστα στον εχθρο. μεσα στη σκηνη σου θα παροικω διαρκωσ· θα καταφυγω κατω απο τη σκεπη των πτερυγων σου. (διαψαλμα). επειδη, εσυ, θεε, εισακουσεσ τισ ευχεσ μου· μου εδωσεσ την κληρονομια εκεινων που φοβουνται το ονομα σου. θα προσθεσεισ ημερεσ στισ ημερεσ του βασιλια· τα χρονια του ασ ειναι σε γενεα και γενεα. θα μενει παντοτινα μπροστα στον θεο· κανε να τον διαφυλαττουν το ελεοσ και η αληθεια. ετσι θα ψαλμωδω διαρκωσ το ονομα σου, για να εκπληρωνω καθημερινα τισ ευχεσ μου.

62

στον αρχιμουσικο, για τον ιεδουθουν. ψαλμοσ του δαβιδ. στον θεο, βεβαια, αναπαυεται η ψυχη μου· απ' αυτον πηγαζει η σωτηρια μου. αυτοσ, μοναχα, ειναι πετρα μου, και σωτηρια μου· προπυργιο μου· δεν θα σαλευτω πολυ. μεχρι ποτε θα επιβουλευεστε εναντια σε ανθρωπο; εσεισ ολοι θα φονευθειτε· ειστε σαν τοιχοσ που γερνει, και σαν φραγμοσ ετοιμορροποσ. δεν συμβουλευονται παρα να τον ριξουν απο το υψοσ του· αγαπουν το ψεμα· με το στομα τουσ μεν ευλογουν, με την καρδια τουσ, ομωσ, καταρωνται. (διαψαλμα). αλλα, εσυ, ω ψυχη μου, στον θεο αναπαυου, επειδη απ' αυτον κρεμεται η ελπιδα μου. αυτοσ, μοναχα, ειναι πετρα μου, και σωτηρια μου· προπυργιο μου· δεν θα σαλευτω. στον θεο ειναι η σωτηρια μου και η δοξα μου· η πετρα τησ δυναμησ μου, το καταφυγιο μου, ειναι στον θεο. ελπιζετε σ' αυτον σε καθε στιγμη· ανοιγετε, λαοι, μπροστα του τισ καρδιεσ σασ· ο θεοσ ειναι καταφυγιο σε μασ. (διαψαλμα). οι κοινοι ανθρωποι ειναι, βεβαια, ματαιοτητα, οι αρχοντεσ ειναι ψεμα· στην πλαστιγγα ολοι μαζι ειναι ελαφροτεροι και απ' αυτη τη ματαιοτητα. μη ελπιζετε σε αδικια, και σε αρπαγη μη βαζετε ματαιη ελπιδα· πλουτοσ αν ρεει, μη προσηλωνετε την καρδια σασ. μια φορα μιλησε ο θεοσ, δυο φορεσ το ακουσα, οτι η δυναμη ειναι του θεου· και δικο σου ειναι το ελεοσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, εσυ θα αποδωσεισ σε καθε εναν συμφωνα με τα εργα του.

63

ψαλμοσ του δαβιδ, οταν βρισκοταν στην ερημο του ιηhυδα. θεε, εσυ εισαι ο θεοσ μου· σε ζηταω απο το πρωι· σε διψαει η ψυχη μου, σε ποθει η σαρκα μου, μεσα σε γη ερημη, ξερη, και ανυδρη· για να βλεπω τη δυναμη σου και τη δοξα σου, καθωσ σε ειδα στο αγιαστηριο. επειδη, το ελεοσ σου ειναι καλυτερο απο τη ζωη· τα χειλη μου θα σε επαινουν. ετσι θα σε ευλογω στη ζωη μου· και στο ονομα σου θα υψωνω τα χερια μου. σαν απο παχοσ και μεδουλι θα χορτασει η ψυχη μου, και με χειλη αγαλλιασησ θα υμνει το στομα μου, οταν στο κρεβατι μου σε θυμαμαι, σε σενα μελετω στισ φυλακεσ τησ νυχτασ. επειδη, σταθηκεσ βοηθεια μου, γι' αυτο, κατω απο τη σκια των πτερυγων σου θα χαιρω. η ψυχη μου προσκολληθηκε πισω απο σενα· το δεξι σου χερι με υποστηριζει. και εκεινοι που ζητουν την ψυχη μου, για να την εξολοθρευσουν, θα μπουν στα κατωτατα μερη τησ γησ· θα πεσουν με ρομφαια· θα ειναι μεριδα σε αλεπουδεσ. και ο βασιλιασ θα ευφρανθει στον θεο· θα δοξαστει καθε ενασ που ορκιζεται σ' αυτον· επειδη, το στομα εκεινων που μιλουν ψεματα, θα κλειστει.

64

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. θεε, στη δεηση μου, ακουσε τη φωνη μου· απο τον φοβο του εχθρου φυλαξε τη ζωη μου. σκεπασε με απο συμβουλιο πονηρων, απο φρυαγμα εκεινων που εργαζονται ανομια· οι οποιοι ακονιζουν τη γλωσσα τουσ σαν ρομφαια· ετοιμαζουν πικρα λογια σαν βελη, για να τοξευσουν τον αμεμπτο κρυφα· τον τοξευουν ξαφνικα, και δεν φοβουνται. στερεωνονται επανω σε πονηρο πραγμα· μελετουν να κρυβουν παγιδεσ, λεγοντασ: ποιοσ θα τουσ δει; ανιχνευουν ανομιεσ· απεκαμαν να ανιχνευουν επιμελωσ· και καθενοσ το εσωτερικο του, και η καρδια, ειναι βυθοσ. ο θεοσ, ομωσ, θα τουσ τοξευσει· οι πληγεσ τουσ θα ειναι απο αιφνιδιο βελοσ. και τα λογια τησ γλωσσασ τουσ θα πεσουν επανω τουσ· ολοι αυτοι που τουσ βλεπουν θα τουσ αποφευγουν. και καθε ανθρωποσ θα φοβηθει, και θα διηγηθουν το εργο του θεου, και θα καταλαβουν τισ εργασιεσ του. ο δικαιοσ θα ευφρανθει στον κυριο, και θα ελπιζει σ' αυτον· και ολοι οι ευθεισ στην καρδια θα καυχωνται.

65

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ τραγουδιου του δαβιδ. σε προσμενει υμνοσ, θεε, στη σιων· και σε σενα θα αποδοθει η ευχη. ω, εσυ που ακουσ προσευχη, σε σενα θα ερχεται καθε σαρκα. λογια ανομιασ υπερισχυσαν εναντιον μου· εσυ θα καθαρισεισ τισ παραβασεισ μασ. μακαριοσ εκεινοσ τον οποιο εκλεξεσ, και τον πηρεσ κοντα σου για να κατοικει στισ αυλεσ σου· θα χορτασουμε απο τα αγαθα του οικου σου, του αγιου ναου σου. με τρομερα πραγματα, μαζι με δικαιοσυνη, θα απαντασ σε μασ, θεε τησ σωτηριασ μασ, η ελπιδα ολων των περατων τησ γησ, και οσων βρισκονται μακρια στη θαλασσα· εσυ εισαι αυτοσ που στερεωνεισ τα βουνα με τη δυναμη σου, που εισαι περιζωσμενοσ με ισχυ· εσυ εισαι αυτοσ που κατασιγαζεισ τον ηχο τησ θαλασσασ, τον ηχο των κυματων τησ, και τον θορυβο των λαων. κι αυτοι που κατοικουν τα περατα τησ γησ, φοβουνται τα σημεια σου· χαροποιεισ τισ αρχεσ τησ αυγησ και τησ εσπερασ. επισκεπτεσαι τη γη, και την ποτιζεισ· την υπερπλουτιζεισ· ο ποταμοσ του θεου ειναι γεματοσ απο νερα· ετοιμαζεισ το σιταρι τουσ, επειδη ετσι διεταξεσ. ποτιζεισ τα αυλακια τησ· εξομαλιζεισ τουσ βωλουσ τησ· την απαλυνεισ με σταλακτη βροχη· ευλογεισ τα βλαστηματα τησ. στεφανωνεισ το ετοσ με τα αγαθα σου· και τα ιχνη σου σταλαζουν παχοσ. σταλαζουν οι βοσκεσ τησ ερημου, και οι λοφοι περιζωνονται απο χαρα. οι πεδιαδεσ ειναι ντυμενεσ με κοπαδια, και οι κοιλαδεσ ειναι σκεπασμενεσ απο σιταρι· αλαλαζουν, και, επιπλεον, υμνολογουν.

66

στον αρχιμουσικο. τραγουδι ψαλμου. αλαλαξτε στον θεο, ολοκληρη η γη. ψαλτε τη δοξα του ονοματοσ του· καντε ενδοξο τον υμνο του. πειτε στον θεο: ποσο φοβερα ειναι τα εργα σου! εξαιτιασ του μεγεθουσ τησ δυναμησ σου, οι εχθροι σου υποκρινονται σε σενα υποταγη. ολοκληρη η γη θα σε προσκυναει, και θα ψαλμωδει σε σενα· θα ψαλμωδουν το ονομα σου. (διαψαλμα). ελατε και κοιταξτε τα εργα του θεου· ειναι φοβεροσ στισ πραξεισ του απεναντι στουσ γιουσ των ανθρωπων. μετεβαλε τη θαλασσα σε ξηρα· πεζοι διαβηκαν μεσα απο τον ποταμο· εκει ευφρανθηκαμε σ' αυτον. με τη δυναμη του δεσποζει στον αιωνα· τα ματια του επιβλεπουν επανω στα εθνη· οι αποστατεσ ασ μη υψωνουν τον εαυτο τουσ. (διαψαλμα). λαοι, ευλογειτε τον θεο μασ, και καντε να ακουστει η φωνη τησ αινεσησ του· ο οποιοσ διαφυλαττει την ψυχη μασ σε ζωη, και δεν αφηνει να κλονιζονται τα ποδια μασ. επειδη, εσυ, θεε, μασ ερευνησεσ· μασ δοκιμασεσ, οπωσ δοκιμαζεται το ασημι. μασ εβαλεσ στο διχτυ· εβαλεσ βαρυ φορτιο επανω στην πλατη μασ. ανεβασεσ στο κεφαλι μασ ανθρωπουσ· περασαμε μεσα απο φωτια και νερο· και μασ εβγαλεσ σε αναψυχη. θα μπω μεσα στον οικο σου με ολοκαυτωματα· θα σου αποδωσω τισ ευχεσ μου, που προφεραν τα χειλη μου, και μιλησε το στομα μου, στη θλιψη μου. θα σου προσφερω παχια ολοκαυτωματα κριαριων μαζι με θυμιαμα· θα προσφερω βοδια μαζι με τραγουσ. (διαψαλμα). ελατε, ακουστε, ολοι εσεισ που φοβαστε τον θεο· και θα διηγηθω οσα εκανε στην ψυχη μου. σ' αυτον βοησα με το στομα μου, και υψωθηκε με τη γλωσσα μου. αν θωρουσα αδικια στην καρδια μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα ακουγε· αλλ' ο θεοσ, βεβαια, εισακουσε· προσεξε στη φωνη τησ προσευχησ μου. αξιοσ ευλογιασ ειναι ο θεοσ, που δεν απομακρυνε την προσευχη μου, και το ελεοσ του απο μενα.

67

στον αρχιμουσικο, σε νεγινωθ. ψαλμοσ τραγουδιου. ο θεοσ να μασ σπλαχνιστει, και να μασ ευλογησει! να επιλαμψει επανω μασ το προσωπο του. (διαψαλμα). για να γνωριστει στη γη ο δρομοσ σου, σε ολα τα εθνη η σωτηρια σου. ασ σε υμνουν οι λαοι, θεε· ασ σε υμνουν ολοι οι λαοι. ασ ευφρανθουν και ασ αλαλαξουν τα εθνη· επειδη, θα κρινεισ τουσ λαουσ με ευθυτητα, και θα οδηγησεισ τα εθνη στη γη. (διαψαλμα). ασ σε υμνουν οι λαοι, θεε, ασ σε υμνουν ολοι οι λαοι. η γη θα δινει τον καρπο τησ· θα μασ ευλογησει ο θεοσ, ο θεοσ μασ. θα μασ ευλογησει ο θεοσ, και θα τον φοβηθουν ολα τα περατα τησ γησ.

68

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ τραγουδιου του δαβιδ. ασ σηκωθει ο θεοσ, και ασ διασκορπιστουν οι εχθροι του· και ασ φυγουν απο μπροστα του αυτοι που τον μισουν. καθωσ αφανιζεται ο καπνοσ, ετσι αφανισε τουσ· καθωσ διαλυεται το κερι μπροστα στη φωτια, ετσι ασ απολεστουν οι ασεβεισ απο το προσωπο του θεου. και οι δικαιοι ασ ευφραινονται· ασ αγαλλονται μπροστα στον θεο· και ασ τερπονται με ευφροσυνη. ψαλλετε στον θεο· ψαλμωδειτε στο ονομα του· ετοιμαστε τουσ δρομουσ σ' αυτον που επιβαινει επανω στισ ερημουσ· το ονομα του ειναι κυριοσ· και αγαλλεστε μπροστα του. πατερασ των ορφανων, και κριτησ των χηρων, ειναι ο θεοσ στον αγιο του τοπο. ο θεοσ κατοικιζει σε οικογενεια τουσ μεμονωμενουσ· βγαζει τουσ δεσμιουσ σε αφθονια· οι αποστατεσ, ομωσ, κατοικουν σε ανυδρη γη. θεε, οταν βγηκεσ μπροστα απο τον λαο σου, οταν περπατουσεσ μεσα απο την ερημο· (διαψαλμα)· η γη σειστηκε, κι αυτοι οι ουρανοι εσταξαν, απο το προσωπο του θεου· το σινα το ιδιο σειστηκε απο το προσωπο του θεου, του θεου του ισραηλ. θεε, εστειλεσ αφθονη βροχη στην κληρονομια σου, και στην αδυναμια τησ εσυ την αναζωογονησεσ. η συναγωγη σου κατοικησε σ' αυτη· θεε, εκανεσ στον φτωχο ετοιμασια για την αγαθοτητα σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε λογο· οι ευαγγελιζομενοι ησαν στρατευμα μεγαλο. βασιλιαδεσ στρατευματων εφευγαν, εφευγαν, και εκεινεσ που εμεναν μεσα στο σπιτι, μοιραζαν τα λαφυρα. και αν ησασταν ξαπλωμενοι αναμεσα σε μαντρεσ, ομωσ θα ειστε σαν φτερουγεσ περιστεριου ασημενιου ολογυρα, και του οποιου τα φτερα του ειναι χρυσωμενα ολογυρα απο κιτρινο χρυσαφι. οταν ο παντοδυναμοσ διασκορπιζε βασιλιαδεσ μεσα σ' αυτη, εγινε ασπρη σαν το χιονι στο σαλμων. το βουνο του θεου ειναι σαν το βουνο τησ βασαν· βουνο ψηλο, σαν το βουνο τησ βασαν. γιατι ζηλοτυπειτε, ψηλα βουνα; αυτο ειναι το βουνο, στο οποιο ο θεοσ ευδοκησε να κατοικει· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ναι, σ' αυτο θα κατοικει στον αιωνα. οι αμαξεσ του θεου ειναι δισμυριεσ χιλιαδεσ χιλιαδων· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αναμεσα τουσ, σαν στο σινα, στον αγιο τοπο. ανεβηκεσ σε υψοσ· αιχμαλωτισεσ αιχμαλωσια· πηρεσ χαρισματα για τουσ ανθρωπουσ· ακομα, μαλιστα, και για τουσ απειθεισ, για να κατοικεισ αναμεσα τουσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι αξιοσ ευλογιασ, που καθημερινα μασ επιφορτιζεισ με αγαθα· ο θεοσ τησ σωτηριασ μασ. (διαψαλμα). ο θεοσ μασ ειναι θεοσ σωτηριασ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ ειναι η λυτρωση απο τον θανατο. ο θεοσ θα συντριψει το κεφαλι των εχθρων του, οπωσδηποτε· και την τριχωτη κορυφη εκεινου που περπαταει στισ ανομιεσ του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: θα επαναφερω απο τη βασαν, θα επαναφερω τον λαο μου, απο τα βαθια τησ θαλασσασ· για να βαφτει το ποδι σου στο αιμα των εχθρων σου, και η γλωσσα των σκυλιων σου απ' αυτο. φανηκαν τα βηματα σου, θεε· τα βηματα του θεου μου, του βασιλια μου, στο αγιαστηριο. οι ψαλτεσ προπορευονταν, υστερα οσοι επαιζαν οργανα, στο μεσον οι τυμπανιστριεσ κοπελεσ. μεσα σε εκκλησιεσ ευλογειτε τον θεο· ευλογειτε τον κυριο, εκεινοι απο την πηγη του ισραηλ. εκει ηταν ο μικροσ βενιαμιν, ο αρχηγοσ τουσ· οι αρχοντεσ του ιηhυδα, και ο λαοσ τουσ· οι αρχοντεσ του ζαβουλων, και οι αρχοντεσ του νεφθαλι. ο θεοσ καθορισε τη δυναμη σου· θεε, στερεωσε αυτο που ενεργησεσ σε μασ. για τον ναο σου που ειναι στην ιερουσαλημ, βασιλιαδεσ θα σου προσφερουν δωρα. επιτιμησε τα θηρια του καλαμωνα, το πληθοσ των ταυρων, και τα μοσχαρια των λαων, μεχρισ οτου καθε ενασ προσφερει υποταγη με πλακεσ απο ασημι· διασκορπισε τουσ λαουσ, αυτουσ που αγαπουν πολεμουσ. μεγιστανεσ θαρθουν απο την αιγυπτο· η αιθιοπια γρηγορα θα εκτεινει τα χερια τησ στον θεο. οι βασιλειεσ τησ γησ, ψαλλετε στον θεο, ψαλμωδειτε στον κυριο· (διαψαλμα)· σ' αυτον που επιβαινει επανω απο τουσ ουρανουσ των ουρανων, που ησαν απο παλια· δεστε, εκπεμπει τη φωνη του, μια φωνη ισχυρη. αποδωστε στον θεο τη δυναμη· η μεγαλοπρεπεια του ειναι επανω στον ισραηλ, και η δυναμη του επανω στουσ ουρανουσ. θεε, εισαι φοβεροσ, απο τα αγιαστηρια σου· ο θεοσ του ισραηλ ειναι αυτοσ που εδωσε ισχυ και δυναμη στον λαο του. αξιοσ ευλογιασ ειναι ο θεοσ.

69

στον αρχιμουσικο, σε σοσανιμ. ψαλμοσ του δαβιδ. σωσε με, θεε, επειδη νερα μπηκαν μεσα μου μεχρι την ψυχη μου. βυθιστηκα σε βαθυ πηλο, οπου δεν υπαρχει στερεοσ τοποσ για να σταθω· εφτασα στα βαθη των νερων, και το ρευμα με κατακλυζει. ατονησα κραζοντασ· ο λαρυγγασ μου ξεραθηκε· απεκαμαν τα ματια μου απο το να περιμενω τον θεο μου. εκεινοι που με μισουν χωρισ αιτια, πολλαπλασιαστηκαν και εγιναν περισσοτεροι και απο τισ τριχεσ του κεφαλιου μου· ισχυροποιηθηκαν οι εχθροι μου, αυτοι που αδικα προσπαθουν να με αφανισουν· τοτε, εγω επεστρεψα ο,τι δεν ειχα αρπαξει. θεε, εσυ γνωριζεισ την αφροσυνη μου· και τα πλημμεληματα μου δεν ειναι κρυμμενα απο σενα. ασ μη ντροπιαστουν εξαιτιασ μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε των δυναμεων, αυτοι που σε προσμενουν· ασ μη ντραπουν για χαρη μου, αυτοι που σε εκζητουν, θεε του ισραηλ. επειδη, εξαιτιασ σου υπεφερα ονειδισμο· ντροπη σκεπασε το προσωπο μου. εγινα ξενοσ στουσ αδελφουσ μου, και αλλογενησ στουσ γιουσ τησ μητερασ μου· επειδη, ο ζηλοσ του οικου σου με κατεφαγε· και οι ονειδισμοι αυτων που σε ονειδιζουν επεσαν επανω μου. και εκλαψα, ταλαιπωρωντασ την ψυχη μου με νηστεια, αλλα τουτο εγινε σε ονειδισμο μου. και ενδυμα μου εκανα τον σακο, και εγινα σ' αυτουσ παροιμια. εναντιον μου μιλουν αυτοι που καθονται στισ πυλεσ, και εγινα το τραγουδι αυτων που μεθουν. εγω, ομωσ, σε σενα κατευθυνω την προσευχη μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ειναι καιροσ ευμενειασ· θεε, συμφωνα με το πληθοσ του ελεουσ σου, ακουσε με, συμφωνα με την αληθεια τησ σωτηριασ σου. ελευθερωσε με απο πηλο, για να μη βυθιστω· ασ ελευθερωθω απ' αυτουσ που με μισουν, και απο βαθια νερα. ασ μη με κατακλυσει το ρευμα των νερων ουτε να με καταπιει ο βυθοσ· και το πηγαδι ασ μη κλεισει το στομα του απο πανω μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισακουσε με, επειδη το ελεοσ σου ειναι αγαθο· συμφωνα με το πληθοσ των οικτιρμων σου, επιβλεψε επανω μου. και μη κρυψεισ το προσωπο σου απο τον δουλο σου· επειδη θλιβομαι, γρηγορα εισακουσε με. πλησιασε στην ψυχη μου· λυτρωσε την· εξαιτιασ των εχθρων μου λυτρωσε με. εσυ γνωριζεισ τον ονειδισμο μου, και την αισχυνη μου, και τη ντροπη μου· μπροστα σου ειναι ολοι αυτοι που με θλιβουν. ο ονειδισμοσ συντριψε την καρδια μου· και ειμαι περιλυποσ· περιμενα, μαλιστα, καποιον να με συλλυπηθει, αλλα δεν υπηρξε, και παρηγορητεσ, αλλα δεν βρηκα. για φαγητο μου, εδωσαν σε μενα χολη, και στη διψα μου με ποτισαν ξιδι. το τραπεζι τουσ μπροστα τουσ ασ γινει σε παγιδα, και σε ανταποδοση, και σε θηλια. ασ σκοτιστουν τα ματια τουσ για να μη βλεπουν· και να κυρτωσεισ τη ραχη τουσ για παντα. ξεχυνε επανω τουσ την οργη σου· και ο θυμοσ τησ αγανακτησησ σου ασ τουσ πιασει. τα παλατια τουσ ασ γινουν ερημα· στισ σκηνεσ τουσ ασ μη υπαρχει καποιοσ που να κατοικει. επειδη, εκεινον, που εσυ χτυπησεσ, αυτοι τον καταδιωξαν· και μιλουν για τον πονο εκεινων, που εσυ τουσ πληγωσεσ. προσθεσε ανομια επανω στην ανομια τουσ, και ασ μη μπουν μεσα στη δικαιοσυνη σου. ασ εξαλειφθουν απο το βιβλιο των ζωντανων ανθρωπων, και ασ μη καταγραφουν μαζι με τουσ δικαιουσ. εμενα, ομωσ, τον φτωχο και λυπημενο, ασ με υψωσει, θεε, η σωτηρια σου. θα αινεσω το ονομα του θεου με ωδη, και θα τον μεγαλυνω με υμνουσ. αυτο, βεβαια, θα αρεσει στον κυριο, περισσοτερο απο μοσχαρακι, που εχει κερατα και νυχια. οι ταπεινοι θα δουν· θα ευφρανθουν· και η καρδια σασ, εσασ που εκζητατε τον θεο, θα ζησει. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εισακουει τουσ πενητεσ, και δεν καταφρονει τουσ δεσμιουσ του. ασ τον αινεσουν οι ουρανοι και η γη, οι θαλασσεσ, και ολα οσα κινουνται σ' αυτεσ. επειδη, ο θεοσ θα σωσει τη σιων, και θα οικοδομησει τισ πολεισ του ιηhυδα· και θα κατοικησουν εκει, και θα την κληρονομησουν. και το σπερμα των δουλων του θα την κληρονομησει, κι αυτοι που αγαπουν το ονομα του, θα κατοικουν μεσα σ' αυτη.

70

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ, σε αναμνηση. θεε, κανε γρηγορα για να με ελευθερωσεισ· κανε γρηγορα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για ναρθεισ σε βοηθεια μου. ασ ντραπουν, και ασ αισχυνθουν, αυτοι που ζητουν την ψυχη μου· ασ γυρισουν προσ τα πισω, και ασ ντραπουν, αυτοι που θελουν το κακο μου. ασ γυρισουν πισω για ανταμοιβη τησ ντροπησ τουσ, αυτοι που λενε: μπραβο, μπραβο! ασ αγαλλονται, και ασ ευφραινονται σε σενα, ολοι αυτοι που σε ζητουν· κι αυτοι που αγαπουν τη σωτηρια σου ασ λενε για παντα: ασ μεγαλυνθει ο θεοσ. εγω, ομωσ, ειμαι φτωχοσ και πενητασ· θεε, κανε γρηγορα να με ελευθερωσεισ· εσυ εισαι βοηθεια μου και ελευθερωτησ μου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μη βραδυνεισ.

71

σε σενα ελπισα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ασ μη ντροπιαστω ποτε. εξαιτιασ τησ δικαιοσυνησ σου λυτρωσε με, και ελευθερωσε με· στρεψε το αυτι σου σε μενα, και σωσε με. γινε σε μενα οχυροσ τοποσ, για να καταφευγω παντοτε· εσυ διεταξεσ να με σωσεισ, επειδη εισαι πετρα μου και φρουριο μου. θεε μου, λυτρωσε με απο δυναμη του ασεβη, απο χερι παρανομου και αδικου. επειδη, εσυ εισαι η ελπιδα μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε· το θαρροσ μου απο τη νιοτη μου. σε σενα επιστηριχθηκα απο την κοιλια τησ μητερασ μου· εσυ εισαι η σκεπη μου απο τα σπλαχνα τησ μητερασ μου· ο υμνοσ μου θα ειναι παντοτε σε σενα. εγινα στουσ πολλουσ σαν τερασ· αλλα, εσυ εισαι το δυνατο μου καταφυγιο. ασ γεμισει το στομα μου απο τον υμνο σου, απο τη δοξα σου, ολη την ημερα. στην εποχη των γηρατειων μη με απορριψεισ· οταν εκλειπει η δυναμη μου, μη με εγκαταλειπεισ. επειδη, οι εχθροι μου μιλουν για μενα· κι αυτοι που παραφυλαττουν την ψυχη μου, κανουν συμβουλιο εναντιον μου, λεγοντασ: ο θεοσ τον εγκατελειψε· καταδιωξτε τον και πιαστε τον, επειδη δεν υπαρχει αυτοσ που σωζει. θεε, μη απομακρυνθεισ απο μενα· θεε μου, κανε γρηγορα ναρθεισ σε βοηθεια μου. ασ ντροπιαστουν, ασ εξαλειφθουν οι εχθροι τησ ψυχησ μου· ασ σκεπαστουν απο ονειδοσ και ντροπη, αυτοι που ζητουν το κακο μου. εγω, ομωσ, παντοτε θα ελπιζω, και θα προσθετω σε ολουσ τουσ επαινουσ σου. το στομα μου θα κηρυττει τη δικαιοσυνη σου και τη σωτηρια σου ολη την ημερα· επειδη, δεν μπορω να τισ απαριθμησω. θα περπαταω στη δυναμη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου· θα αναφερω τη δικαιοσυνη σου, τη δικη σου μονο. θεε, εσυ με διδαξεσ απο τη νιοτη μου· και μεχρι τωρα κηρυττα τα θαυμασια σου. μη με εγκαταλειπεισ ουτε μεχρι τα γηρατεια και τα ασπρα μαλλια, θεε, μεχρισ οτου κηρυξω τον βραχιονα σου σε τουτη τη γενεα, τη δυναμη σου σε ολουσ τουσ μεταγενεστερουσ. επειδη, η δικαιοσυνη σου, θεε, ειναι υπερυψωμενη· για τον λογο οτι, εκανεσ μεγαλεια· θεε, ποιοσ ειναι ομοιοσ με σενα, ο οποιοσ μου εδειξεσ θλιψεισ πολλεσ και ταλαιπωριεσ, και παλι με αναζωογονησεσ, και απο τισ αβυσσουσ τησ γησ παλι με ανεβασεσ; αυξησεσ το μεγαλειο μου, και καθωσ επεστρεψεσ, με παρηγορησεσ. και εγω, θεε μου, στο οργανο του ψαλτηριου θα δοξολογω εσενα, και την αληθεια σου· σε σενα θα ψαλμωδω με κιθαρα, αγιε του ισραηλ. θα αγαλλονται τα χειλη μου, οταν σε σενα ψαλμωδω, και η ψυχη μου, την οποια λυτρωσεσ. ακομα και η γλωσσα μου θα μελεταει τη δικαιοσυνη σου ολοκληρη την ημερα· επειδη ντραπηκαν, επειδη αισχυνθηκαν, αυτοι που ζητουν το κακο μου.

72

ψαλμοσ για τον σολομωντα. θεε, δωσε την κριση σου στον βασιλια, και τη δικαιοσυνη σου στον γιο του βασιλια· για να κρινει τον λαο σου με δικαιοσυνη, και τουσ φτωχουσ σου με κριση. τα βουνα θα φερουν ειρηνη στον λαο, και οι λοφοι δικαιοσυνη. θα κρινει τουσ φτωχουσ του λαου· και θα σωσει τουσ γιουσ των πενητων, και θα συντριψει αυτον που καταδυναστευει. θα σε φοβουνται ενοσω διαμενει ο ηλιοσ και το φεγγαρι, σε γενεεσ γενεων. θα κατεβει σαν βροχη επανω στο θερισμενο λιβαδι· σαν ρανιδεσ που σταλαζουν επανω στη γη. στισ ημερεσ του ο δικαιοσ θα ανθιζει· και θα υπαρχει αφθονια ειρηνησ, μεχρισ οτου μη υπαρξει το φεγγαρι. και θα καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυει απο θαλασσα μεχρι θαλασσα, και απο τον ποταμο μεχρι τα περατα τησ γησ. μπροστα του θα κλινουν το γονατο αυτοι που κατοικουν στισ ερημουσ, και οι εχθροι του θα γλειψουν το χωμα. οι βασιλιαδεσ τησ θαρσεισ και των νησιων θα προσφερουν προσφορεσ· οι βασιλιαδεσ τησ αραβιασ και τησ σεβα θα προσφερουν δωρα. και θα τον προσκυνησουν ολοι οι βασιλιαδεσ· ολα τα εθνη αυτον θα δουλεψουν. επειδη, θα βοηθησει τον φτωχο που κραζει· και τον πενητα, και τον αβοηθητο. θα ελεησει τον φτωχο και τον πενητα· και θα σωσει τισ ψυχεσ των πενητων. απο δολο και αδικια θα λυτρωνει τισ ψυχεσ τουσ· και το αιμα τουσ θα ειναι πολυτιμο στα ματια του. και θα ζει, και θα του δοθει απο το χρυσαφι τησ αραβιασ, και παντοτε θα γινεται προσευχη υπερ αυτου· ολη την ημερα θα τον ευλογουν. μια δραξια σιταρι αν υπαρχει στη γη, επανω στισ κορυφεσ των βουνων· ο καρποσ του θα σειεται οπωσ ο λιβανοσ· και οι κατοικοι μεσα στην πολη θα ανθιζουν σαν το χορταρι τησ γησ. το ονομα του θα διαμενει παντοτινα· το ονομα του θα διαρκει ενοσω διαμενει ο ηλιοσ· και οι ανθρωποι θα ευλογουνται σ' αυτον· ολα τα εθνη θα τον μακαριζουν. αξιοσ ευλογιασ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, ο θεοσ του ισραηλ, που αυτοσ μονοσ κανει θαυμασια· και ευλογημενο το ενδοξο του ονομα στον αιωνα· και ολοκληρη η γη ασ γεμισει απο τη δοξα του. αμην, και αμην. τελειωσαν οι προσευχεσ του δαβιδ, γιου του ιεσσαι.

73

ψαλμοσ του ασαφ. αγαθοσ, πραγματικα, ειναι ο θεοσ στον ισραηλ, στουσ καθαρουσ στην καρδια. εμενα, ομωσ, τα ποδια μου σχεδον κλονιστηκαν· παρολιγο τα βηματα μου γλιστρησαν. επειδη, ζηλεψα τουσ μωρουσ, βλεποντασ την ευτυχια των ασεβων. για τον λογο οτι, δεν υπαρχουν λυπεσ στον θανατο τουσ, αλλα η δυναμη τουσ ειναι στερεη. δεν ειναι με κοπουσ, οπωσ οι αλλοι ανθρωποι· ουτε μαστιγωνονται μαζι με τουσ υπολοιπουσ ανθρωπουσ. γι' αυτο, η υπερηφανεια τουσ περικυκλωνει σαν περιδεραιο· η αδικια τουσ σκεπαζει σαν ιματιο. τα ματια τουσ εξεχουν απο το παχοσ· ξεπερασαν τισ επιθυμιεσ τησ καρδιασ τουσ. εμπαιζουν, και με πονηρια μιλουν καταδυναστεια· μιλουν υπερηφανα. βαζουν το στομα τουσ στον ουρανο, και η γλωσσα τουσ διατρεχει τη γη. γι' αυτο, ο λαοσ του θα στραφει εδω· και γι' αυτουσ εκπιεζονται νερα ενοσ γεματου ποτηριου. και λενε: πωσ τα γνωριζει αυτα ο θεοσ; και: υπαρχει γνωση στον υψιστο; δεστε, αυτοι ειναι ασεβεισ, και ευτυχουν για παντα· αυξανουν τα πλουτη τουσ. επομενωσ, ματαια καθαρισα την καρδια μου, και ενιψα τα χερια μου με αθωοτητα. επειδη, ολοκληρη την ημερα μαστιγωθηκα, και καθε αυγη τιμωρηθηκα. αν πω: θα μιλαω ετσι· δεσ, εξυβριζω τη γενεα των γιων σου. και στοχαστηκα να το καταλαβω, εντουτοισ μου φανηκε δυσκολο· μεχρισ οτου, καθωσ μπηκα μεσα στο αγιαστηριο του θεου, καταλαβα τα τελη τουσ. εσυ, βεβαια, τουσ εβαλεσ σε ολισθηρουσ τοπουσ· τουσ ερριξεσ σε γκρεμο. πωσ με μιασ καταντησαν σε ερημωση! αφανιστηκαν, απολεστηκαν απο ξαφνικον ολεθρο. σαν ονειρο καποιου που ξυπναει, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οταν σηκωθεισ επανω, θα αφανισεισ την εικονα τουσ. ετσι καιγοταν η καρδια μου, και βασανιζονταν τα νεφρα μου· και εγω ημουν ανοητοσ, και δεν γνωριζα· κτηνοσ ημουν μπροστα σου. ομωσ, εγω ειμαι παντοτε μαζι σου· εσυ με επιασεσ απο το δεξι μου χερι. με τη συμβουλη σου θα με οδηγησεισ, και υστερα απ' αυτα θα με παρεισ κοντα σου μεσα σε δοξα. ποιον αλλον εχω στον ουρανο; και επανω στη γη δεν θελω αλλον, παρα εσενα. ατονησε η σαρκα μου και η καρδια μου· ο θεοσ, ομωσ, ειναι η δυναμη τησ καρδιασ μου, και η μεριδα μου στον αιωνα. επειδη, ειναι φανερο, οσοι απομακρυνονται απο σενα, θα χαθουν· εσυ εξολοθρευσεσ ολουσ εκεινουσ που παρεκκλινουν απο σενα. αλλα, για μενα, το να προσκολλωμαι στον θεο ειναι το αγαθο μου· εθεσα την ελπιδα μου επανω σε σενα, τον κυριο τον θεο, για να κηρυττω ολα τα εργα σου.

74

μασχιλ του ασαφ. γιατι, θεε, μασ απερριψεσ για παντα; γιατι καπνιζει η οργη σου εναντια στα προβατα τησ βοσκησ σου; θυμησου τη συναγωγη σου, που απεκτησεσ απο την αρχη· τη ραβδο τησ κληρονομιασ σου, που λυτρωσεσ· αυτο το βουνο σιων, στο οποιο κατοικησεσ. κινησε τα βηματα σου προσ τισ παντοτινεσ ερημωσεισ, σε καθε κακο, που επραξε ο εχθροσ στο αγιαστηριο. οι εχθροι σου βρυχαζουν στο μεσον των συναγωγων σου· εβαλαν σημαιεσ τισ δικεσ τουσ σημαιεσ. εγινε γνωστο· σαν καποιον που, σηκωνοντασ τσεκουρι, χτυπαει επανω σε πυκνα δεντρα, ετσι, τωρα, αυτοι συντριψαν με μιασ, με τσεκουρια και σφυρια, τα πελεκητα του εργα. κατεκαψαν με φωτια το αγιαστηριο σου μεχρι το εδαφοσ· βεβηλωσαν το κατοικητηριο του ονοματοσ σου. ειπαν στην καρδια τουσ: ασ τουσ εξολοθρευσουμε μαζι· κατεκαψαν ολεσ τισ συναγωγεσ του θεου στη γη. δεν βλεπουμε τα σημαδια μασ· δεν υπαρχει πλεον προφητησ, ουτε καποιοσ μεταξυ μασ, που να γνωριζει το μεχρι ποτε. μεχρι ποτε, θεε, θα ονειδιζει ο εναντιοσ; θα βλασφημει ο εχθροσ για παντα το ονομα σου; γιατι αποστρεφεισ το χερι σου, και το δεξι σου χερι; βγαλ'το απο μεσα απο τον κορφο σου, και αφανισε τουσ. ο θεοσ, ομωσ, ειναι απο την αρχη βασιλιασ μου, ο οποιοσ εργαζεται σωτηρια στο μεσον τησ γησ. εσυ με τη δυναμη σου χωρισεσ τη θαλασσα στα δυο· εσυ συντριψεσ τα κεφαλια των δρακοντων μεσα στα νερα. εσυ συντριψεσ τα κεφαλια του λευιαθαν· τον εδωσεσ βρωση στον λαο, που κατοικει σε ερημουσ. εσυ ανοιξεσ πηγεσ και χειμαρρουσ· ξερανεσ ποταμια δυνατα. δικη σου ειναι η ημερα, και δικη σου η νυχτα· εσυ ετοιμασεσ το φωσ και τον ηλιο. εσυ εβαλεσ ολα τα ορια τησ γησ· εσυ εκανεσ το καλοκαιρι και τον χειμωνα. θυμησου τουτο, οτι ο εχθροσ ονειδισε τον κυριο· και ενασ αφρονασ λαοσ βλασφημησε το ονομα σου. μη παραδωσεισ την ψυχη τησ τρυγονασ σου στα θηρια· μη λησμονησεισ για παντα τη συναξη των πενητων σου. επιβλεψε στη διαθηκη σου· επειδη, γεμισαν οι σκοτεινοι τοποι τησ γησ· τοποι απο οικογενειεσ καταδυναστειασ. ο ταλαιπωροσ ασ μη στραφει προσ τα πισω ντροπιασμενοσ· ο φτωχοσ και ο πενητασ ασ επαινουν το ονομα σου. θεε, σηκω επανω· δικασε τη δικη σου· θυμησου τον ονειδισμο, που κανει σε σενα ο αφρονασ ολη την ημερα. μη ξεχασεισ τη φωνη των εχθρων σου· ο θορυβοσ εκεινων που επαναστατουν εναντιον σου αυξανει διαρκωσ.

75

στον αρχιμουσικο, σε αλ-τασχεθ. ψαλμοσ τραγουδιου του ασαφ. σε δοξολογουμε, θεε, δοξολογουμε, επειδη κοντα μασ ειναι το ονομα σου· κηρυττονται τα θαυμασια σου. οταν παρω τον ορισμενο καιρο, εγω θα κρινω με ευθυτητα. διαλυθηκε η γη και ολοι οι κατοικοι τησ· εγω στερεωσα τουσ στυλουσ τησ. (διαψαλμα). ειπα στουσ αφρονεσ: μη γινεστε αφρονεσ· και στουσ ασεβεισ: μη υψωνετε κερασ μη υψωνετε σε υψοσ το κερασ σασ·(·49α) μη μιλατε με σκληρο τραχηλο. επειδη, ουτε απο την ανατολη ουτε απο τη δυση ουτε απο την ερημο, ερχεται η υψωση. αλλα, ο θεοσ ειναι ο κριτησ· τουτον ταπεινωνει, και εκεινον υψωνει. επειδη, στο χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh υπαρχει γεματο ποτηρι κερασματοσ απο ακρατο κρασι, και απ' αυτο θα ξεχυσει· ομωσ, τα κατακαθια του θα στραγγισουν ολοι οι ασεβεισ τησ γησ, και θα τα πιουν. εγω, ομωσ, θα κηρυττω παντοτε, θα ψαλμωδω στον θεο του ιακωβ. και θα συντριψω ολα τα κερατα των ασεβων· τα κερατα, ομωσ, των δικαιων θα υψωθουν.

76

στον αρχιμουσικο, σε νεγινωθ. ψαλμοσ τραγουδιου του ασαφ. γνωστοσ ειναι στην ιηhυδαια ο θεοσ· στον ισραηλ, το ονομα του ειναι μεγαλο. και η σκηνη του ειναι στη σαλημ, και το κατοικητηριο του στη σιων. εκει συντριψε τα βελη του τοξου, την ασπιδα, και τη ρομφαια, και τον πολεμο. (διαψαλμα). εισαι λαμπροτεροσ πιο πολυ απο τα βουνα των αρπακτηρων. οι ατρομητοι στην καρδια γυμνωθηκαν· κοιμηθηκαν τον υπνο τουσ· και κανενασ απο τουσ ρωμαλεουσ ανδρεσ δεν βρηκε τα χερια του. θεε του ιακωβ, απο την επιτιμηση σου επεσαν σε βαθυτατο υπνο, και η αμαξα και το αλογο. εσυ εισαι φοβεροσ· και ποιοσ μπορει να σταθει μπροστα σου, οταν οργιστεισ; απο τον ουρανο εκανεσ να ακουστει η κριση· η γη φοβηθηκε, και ησυχασε, οταν ο θεοσ σηκωθηκε σε κριση, για να σωσει ολουσ τουσ πραουσ τησ γησ. (διαψαλμα). βεβαια, ο θυμοσ του ανθρωπου θα καταντησει προσ επαινο σου· θα βαλεισ χαλινο στο υπολοιπο μεροσ του θυμου. καντε ευχεσ, και αποδωστε τεσ στον κυριο τον θεο σασ· ολοι οσοι ειναι ολογυρα του ασ φερουν δωρα στον φοβερο· αυτον που αφαιρει το πνευμα των αρχοντων, τον φοβερο στουσ βασιλιαδεσ τησ γησ.

77

στον αρχιμουσικο, για τον ιεδουθουν. ψαλμοσ του ασαφ. η φωνη μου στρεφεται προσ τον θεο, και βοησα· η φωνη μου στρεφεται προσ τον θεο, και μου εδωσε ακροαση. σε ημερα θλιψησ μου εκζητησα τον κυριο· τη νυχτα απλωνα τα χερια μου, και δεν σταματουσα· η ψυχη μου δεν ηθελε να παρηγορηθει. θυμηθηκα τον θεο, και ταραχτηκα· διαλογιστηκα, και λιγοψυχησε το πνευμα μου. (διαψαλμα). κρατησεσ τα ματια μου σε αγρυπνια· ταραχτηκα, και δεν μπορεσα να μιλησω. σκεφτηκα τισ αρχαιεσ ημερεσ, τα χρονια των αιωνων. ανακαλω σε αναμνηση το τραγουδι μου· τη νυχτα σκεφτομαι μαζι με την καρδια μου, και το πνευμα μου διερευνα· μηπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με αποβαλει αιωνια, και δεν θα ειναι πλεον ευμενησ; η, εξελιπε για παντα το ελεοσ του; σταματησε ο λογοσ του σε γενεα και γενεα; μηπωσ ο θεοσ ξεχασε να ελεει; μηπωσ, μεσα στην οργη του, κλεισει τουσ οικτιρμουσ του; (διαψαλμα). τοτε, ειπα: αδυναμια μου ειναι τουτο· αλλοιωνεται το δεξι χερι του υψιστου; θα θυμαμαι τα εργα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ναι, θα θυμαμαι τα θαυμασια σου που ειναι εξαρχησ· και θα μελετω σε ολα τα εργα σου, και για τισ πραξεισ σου θα συλλογιζομαι. θεε, ο δρομοσ σου ειναι στο αγιαστηριο· ποιοσ ειναι μεγαλοσ θεοσ, οπωσ ο θεοσ; εσυ εισαι ο θεοσ, που κανεισ θαυμασια· φανερωσεσ αναμεσα στουσ λαουσ τη δυναμη σου. με τον βραχιονα σου λυτρωσεσ τον λαο σου, τουσ γιουσ ιακωβ και ιωσηφ. (διαψαλμα). θεε, σε ειδαν τα νερα, σε ειδαν τα νερα, και φοβηθηκαν· ταραχτηκαν και οι αβυσσοι. πλημμυρα νερων εχυσαν τα συννεφα· φωνη εδωσαν οι ουρανοι· και τα βελη σου εκτοξευτηκαν. η φωνη τησ βροντησ σου ηταν στον ουρανιο τροχο· οι αστραπεσ φωτισαν την οικουμενη· σαλευθηκε η γη και εγινε εντρομη. μεσα απο τη θαλασσα ειναι ο δρομοσ σου, και τα μονοπατια σου σε πολλα νερα, και τα ιχνη σου δεν γνωριζονται. οδηγησεσ τον λαο σου σαν προβατα, με το χερι του μωυση και του ααρων.

78

μασχιλ του ασαφ. ακουσε, λαε μου, τον νομο μου· στρεψτε τα αυτια σασ στα λογια του στοματοσ μου. θα ανοιξω το στομα μου με παραβολη· θα προφερω αξιομνημονευτα πραγματα, που ησαν εξαρχησ· οσα ακουσαμε και γνωρισαμε, και μασ διηγηθηκαν οι πατερεσ μασ. δεν θα τα κρυψουμε απο τα παιδια τουσ στην επερχομενη γενεα, καθωσ θα διηγουμαστε τουσ επαινουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τη δυναμη του, και τα θαυμασια του, που εκανε. και εστησε μαρτυρια στον ιακωβ, και εβαλε στον ισραηλ νομο, τα οποια προσταξε στουσ πατερεσ μασ, να τα κανουν γνωστα στα παιδια τουσ· για να τα γνωριζει η επερχομενη γενεα, οι γιοι που προκειται να γεννηθουν· κι αυτοι, οταν εγερθουν, να τα διηγουνται στα παιδια τουσ· για να βαλουν την ελπιδα τουσ στον θεο, και να μη ξεχνουν τα εργα του θεου, αλλα να τηρουν τισ εντολεσ του· και να μη γινουν σαν τουσ πατερεσ τουσ, γενεα διεστραμμενη και απειθησ· γενεα, που δεν φυλαξε ευθεια την καρδια τησ, και δεν σταθηκε πιστο το πνευμα τησ μαζι με τον θεο· σαν τουσ γιουσ εφραιμ, που οπλισμενοι, βασταζοντασ τοξα, στραφηκαν πισω την ημερα τησ μαχησ. δεν φυλαξαν τη διαθηκη του θεου, και στον νομο του δεν θελησαν να περπατουν· και ξεχασαν τα εργα του, και τα θαυμασια του, που τουσ εδειξε. μπροστα στουσ πατερεσ τουσ εκανε θαυμασια, στη γη τησ αιγυπτου, στην πεδιαδα τησ τανησ. εσχισε τη θαλασσα στα δυο, και τουσ περασε απο μεσα, και εστησε τα νερα σαν σωρο· και τουσ οδηγησε την ημερα με νεφελη, και ολη τη νυχτα με φωσ φωτιασ. εσχισε πετρεσ μεσα στην ερημο, και τουσ ποτισε σαν απο μεγαλεσ αβυσσουσ· και εβγαλε ρυακια απο την πετρα, και κατεβασε νερα σαν ποταμια. αλλ' αυτοι, εξακολουθουσαν ακομα να αμαρτανουν σ' αυτον, παροξυνοντασ τον υψιστο σε εναν ανυδρο τοπο· και στην καρδια τουσ πειραξαν τον θεο, ζητωντασ φαγητο, συμφωνα με την ορεξη τουσ· και μιλησαν εναντια στον θεο, λεγοντασ: μηπωσ μπορει ο θεοσ να ετοιμασει τραπεζι μεσα στην ερημο; δεστε, χτυπησε την πετρα, και ετρεξαν νερα, και πλημμυρησαν χειμαρροι. μηπωσ μπορει να δωσει και ψωμι; η, να ετοιμασει κρεασ στον λαο του; γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ακουσε και οργιστηκε· και αναψε φωτια εναντια στον ιακωβ· ακομα, μαλιστα, ανεβηκε και οργη εναντια στον ισραηλ· επειδη, δεν πιστεψαν στον θεο, ουτε ελπισαν στη σωτηρια του· ενω προσταξε τα συννεφα απο πανω, και ανοιξε τισ πορτεσ του ουρανου, και εβρεξε σ' αυτουσ μαννα για να φανε, και σιταρι ουρανου εδωσε σ' αυτουσ· ψωμι αγγελων εφαγε ο ανθρωποσ· τουσ εστειλε τροφη μεχρι χορτασμου. σηκωσε ανατολικον ανεμο στον ουρανο και με τη δυναμη του εφερε τον νοτια· και εβρεξε επανω τουσ κρεασ σαν το χωμα, και φτερωτα πτηνα σαν την αμμο τησ θαλασσασ· και εκανε να πεσουν στο μεσον του στρατοπεδου τουσ, ολογυρα απο τισ σκηνεσ τουσ. και εφαγαν, και χορτασαν υπερβολικα· και εφερε σ' αυτουσ την επιθυμια τουσ· δεν ειχαν χωριστει απο την επιθυμια τουσ. το φαγητο τουσ ηταν ακομα στο στομα τουσ, και η οργη του θεου ανεβηκε εναντιον τουσ, και φονευσε τουσ μεγαλυτερουσ απ' αυτουσ, και κατεβαλε τουσ εκλεκτουσ του ισραηλ. σε ολα αυτα, αμαρτησαν ακομα, και δεν πιστεψαν στα θαυμασια του. γι' αυτο, καταναλωσε σε ματαιοτητα τισ ημερεσ τουσ, και τα χρονια τουσ σε ταραχη. οταν τουσ θανατωνε, τοτε τον ζητουσαν, και επεστρεφαν, και προθυμα ετρεχαν στον θεο· και θυμονταν οτι ο θεοσ ηταν το φρουριο τουσ, και ο θεοσ ο υψιστοσ ο λυτρωτησ τουσ. αλλα, τον κολακευαν με το στομα τουσ, και με τη γλωσσα τουσ ψευδονταν σ' αυτον· η καρδια τουσ, ομωσ, δεν ηταν ευθεια μαζι του, και δεν ησαν πιστοι στη διαθηκη του. αυτοσ, ομωσ, επειδη ηταν οικτιρμονασ, συγχωρησε την ανομια τουσ, και δεν τουσ αφανισε· αλλα πολλεσ φορεσ ανεστελλε τον θυμο του, και δεν διεγειρε ολοκληρη την οργη του· και θυμηθηκε οτι ησαν σαρκα· ανεμοσ, που παρερχεται, και δεν επιστρεφει. ποσεσ φορεσ τον παροξυναν στην ερημο, και τον παροργισαν μεσα σε ανυδρη γη, και στραφηκαν, και πειραξαν τον θεο, και παροξυναν τον αγιο του ισραηλ! δεν θυμηθηκαν το χερι του, την ημερα κατα την οποια τουσ λυτρωσε απο τον εχθρο· πωσ εδειξε στην αιγυπτο τα σημεια του, και τα θαυμασια του στην πεδιαδα τανη· και μετετρεψε σε αιμα τουσ ποταμουσ τουσ, και τα ρυακια τουσ, για να μη πιουν. εστειλε επανω τουσ κυνομυγα, και τουσ κατεφαγε, και βατραχια, και τουσ αφανισε. και παρεδωσε τουσ καρπουσ τουσ στον βρουχο, και τουσ κοπουσ τουσ στην ακριδα. αφανισε κυριολεκτικα τα αμπελια τουσ με χαλαζι, και τισ συκομουριεσ τουσ με πετρεσ απο χαλαζι· και παρεδωσε τα κτηνη τουσ στο χαλαζι, και τα κοπαδια τουσ στουσ κεραυνουσ. εστειλε επανω τουσ την εξαψη του θυμου του, την αγανακτηση, και την οργη, και τη θλιψη, αποστελλοντασ τα διαμεσου κακοποιων αγγελων. ανοιξε δρομο στην οργη του· δεν λυπηθηκε απο τον θανατο την ψυχη τουσ, και παρεδωσε τη ζωη τουσ σε θανατικο· και παταξε καθε πρωτοτοκο στην αιγυπτο, την απαρχη τησ δυναμησ τουσ στισ σκηνεσ του χαμ· και απο εκει σηκωσε τον λαο του σαν προβατα, και τουσ οδηγησε σαν κοπαδι στην ερημο· και τουσ οδηγησε με ασφαλεια, και δεν δειλιασαν· τουσ εχθρουσ τουσ, ομωσ, τουσ σκεπασε η θαλασσα. και τουσ εβαλε μεσα στο οριο τησ αγιοτητασ του, τουτο το βουνο, που απεκτησε το δεξι του χερι· και εδιωξε απο μπροστα τουσ τα εθνη και τα μοιρασε ωσ κληρονομια με σχοινι, και κατοικισε τισ φυλεσ του ισραηλ στισ σκηνεσ τουσ. και ομωσ, πειραξαν και παροξυναν τον θεο τον υψιστο, και δεν φυλαξαν τα μαρτυρια του· αλλα στραφηκαν, και φερθηκαν απιστα, οπωσ στραφηκαν οι πατερεσ τουσ· στραφηκαν ωσ στρεβλο τοξο· και τον παροργισαν με τουσ ψηλουσ τουσ τοπουσ, και με τα γλυπτα τουσ τον διεγειραν σε ζηλοτυπια. ο θεοσ ακουσε, και οργιστηκε με το παραπανω, και βδελυχθηκε τον ισραηλ υπερβολικα· και εγκατελειψε τη σκηνη του σηλω, τη σκηνη οπου κατοικησε αναμεσα στουσ ανθρωπουσ· και παρεδωσε τη δυναμη του σε αιχμαλωσια, και τη δοξα του στο χερι του εχθρου· και παρεδωσε τον λαο του σε ρομφαια, και οργιστηκε πολυ εναντια στην κληρονομια του· τουσ νεουσ τουσ, κατεφαγε φωτια και οι παρθενεσ τουσ δεν παντρευτηκαν· οι ιερεισ τουσ επεσαν με μαχαιρα, και οι χηρεσ τουσ δεν πενθησαν. τοτε, σηκωθηκε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σαν απο υπνο· σαν ανθρωποσ δυνατοσ που βοα απο κρασι· και παταξε τουσ εχθρουσ του προσ τα πισω· εβαλε επανω τουσ αιωνια ντροπη. και απερριψε τη σκηνη του ιωσηφ, και δεν διαλεξε τη φυλη του εφραιμ· αλλα διαλεξε τη φυλη του ιηhυδα, το βουνο τησ σιων, που το αγαπησε. και οικοδομησε το αγιαστηριο του σαν ψηλα παλατια, σαν τη γη, που τη θεμελιωσε στον αιωνα. και διαλεξε τον δαβιδ τον δουλο του, και τον πηρε απο τα κοπαδια των προβατων· τον εφερε πισω απο τα προβατα που θηλαζουν, για να ποιμαινει τον ιακωβ τον λαο του, και τον ισραηλ την κληρονομια του· και τουσ ποιμανε συμφωνα με την ακακια τησ καρδιασ του· και με τη συνεση των χεριων του τουσ οδηγησε.

79

ψαλμοσ του ασαφ. θεε, εθνη ηρθαν στην κληρονομια σου· μολυναν τον ναο σου τον αγιο· εκαναν την ιερουσαλημ σωρο απο ερειπια· εδωσαν τα πτωματα των δουλων σου για βρωση στα πουλια του ουρανου, τη σαρκα των οσιων σου στα θηρια τησ γησ. ξεχυσαν το αιμα τουσ σαν νερο ολογυρα απο την ιερουσαλημ, και δεν υπηρχε αυτοσ που θαβει. γιναμε ονειδοσ στουσ γειτονεσ μασ, γελοιοποιηση και χλευασμοσ στουσ γυρω μασ. μεχρι ποτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; θα οργιζεσαι για παντα; θα καιει η ζηλοτυπια σου σαν φωτια; ξεχυσε την οργη σου επανω στα εθνη, που δεν σε γνωριζουν, και επανω στα βασιλεια, που δεν επικαλεστηκαν το ονομα σου· επειδη, κατεφαγαν τον ιακωβ, και ερημωσαν το κατοικητηριο του. μη θυμηθεισ τισ αμαρτιεσ των αρχαιων εναντιον μασ· ασ μασ προφτασουν γρηγορα οι οικτιρμοι σου, επειδη ταπεινωθηκαμε υπερβολικα. βοηθησε μασ, θεε τησ σωτηριασ μασ, ενεκα τησ δοξασ του ονοματοσ σου· και ελευθερωσε μασ, και γινε ελεημονασ στισ αμαρτιεσ μασ, ενεκα του ονοματοσ σου. γιατι να πουν τα εθνη: που ειναι ο θεοσ τουσ; ασ γνωριστει στα εθνη, μπροστα μασ, η εκδικηση του αιματοσ των δουλων σου που χυθηκε. ασ ερθει μπροστα σου ο στεναγμοσ των δεσμιων· συμφωνα με τη μεγαλοσυνη του βραχιονα σου, σωσε τουσ καταδικασμενουσ σε θανατο· και αποδωσε στουσ γειτονεσ μασ επταπλασια στον κορφο τουσ τον ονειδισμο τουσ, με τον οποιο σε ονειδισαν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. εμεισ, ομωσ, ο λαοσ σου, και τα προβατα τησ βοσκησ σου, θα σε δοξολογουμε στον αιωνα· απο γενεα σε γενεα θα αναγγελλουμε την αινεση σου.

80

στον αρχιμουσικο, σε σοσανιμ-εδουθ. ψαλμοσ του ασαφ. δωσε ακροαση, εσυ που ποιμαινεισ τον ισραηλ, εσυ που οδηγεισ τον ιωσηφ σαν κοπαδι· εμφανισου, εσυ που καθεσαι επανω στα χερουβειμ. μπροστα στον εφραιμ, και τον βενιαμιν, και τον μανασση, διεγειρε τη δυναμη σου, και ελα προσ σωτηρια μασ. επιστρεψε μασ, θεε, και επιλαμψε το προσωπο σου, και θα λυτρωθουμε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε των δυναμεων, μεχρι ποτε θα οργιζεσαι εναντια στην προσευχη του λαου σου; τουσ τρεφεισ με ψωμι δακρυων, και τουσ ποτιζεισ με αφθονα δακρυα. μασ εκανεσ εριδα στουσ γειτονεσ μασ· και οι εχθροι μασ γελουν μεταξυ τουσ. επιστρεψε μασ, θεε των δυναμεων, και επιλαμψε το προσωπο σου, και θα λυτρωθουμε. απο την αιγυπτο μετακομισεσ αμπελο· εδιωξεσ εθνη, και τη φυτεψεσ. ετοιμασεσ μπροστα τησ τοπο, και τη ριζωσεσ βαθια· και γεμισε τη γη. σκεπαστηκαν τα βουνα απο τη σκια τησ, και οι αναδενδραδεσ τησ ησαν σαν τουσ ψηλουσ κεδρουσ. εχει απλωσει τα κληματα τησ μεχρι τη θαλασσα, και τα βλασταρια τησ μεχρι τον ποταμο. γιατι γκρεμισεσ τουσ φραγμουσ τησ, και την τρυγουν ολοι οσοι διαβαινουν τον δρομο; την ερημωνει ο αγριοχοιροσ απο το δασοσ, και την καρπωνεται το θηριο του χωραφιου. επιστρεψε, παρακαλουμε, θεε των δυναμεων· επιβλεψε απο τον ουρανο, και δεσ, και κανε επισκεψη σ' αυτη την αμπελο, και το φυτο, που η δεξια σου φυτεψε, και τον βλαστο, τον οποιο ισχυροποιησεσ για τον εαυτο σου. καηκε με φωτια· κοπηκε· χαθηκαν απο την επιτιμηση του προσωπου σου. ασ ειναι το χερι σου επανω στον ανδρα τησ δεξιασ σου· επανω στον γιο του ανθρωπου, που εκανεσ δυνατον για τον εαυτο σου. κι εμεισ δεν θα ξεκλινουμε απο σενα· ζωοποιησε μασ, και θα επικαλουμαστε το ονομα σου. επιστρεψε μασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων· επιλαμψε το προσωπο σου, και θα λυτρωθουμε.

81

στον αρχιμουσικο, σε γιττιθ. ψαλμοσ του ασαφ. ψαλτε με ευφροσυνη στον θεο, τη δυναμη μασ· αλαλαξτε στον θεο του ιακωβ. υψωστε ψαλμωδια, και χτυπατε τυμπανο, τερπνη κιθαρα μαζι με ψαλτηρι. σαλπιστε σαλπιγγα σε νεομηνια, σε ορισμενον καιρο, στην ημερα τησ γιορτησ μασ. επειδη, αυτο ειναι προσταγμα στον ισραηλ, νομοσ του θεου του ιακωβ. το διεταξε αυτο για μαρτυρια στον ιωσηφ, οταν βγηκε εναντια στην αιγυπτο· οπου ακουσα γλωσσα, που δεν την ηξερα· απομακρυνα τον ωμο του απο το φορτιο· τα χερια του σταματησαν απο κοφινι· σε καιρο θλιψησ με επικαλεστηκεσ, και σε λυτρωσα· σου αποκριθηκα απο τον αποκρυφο τοπο τησ βροντησ· σε δοκιμασα στα νερα τησ αντιλογιασ. (διαψαλμα). ακουσε, λαε μου, και θα διαμαρτυρηθω εναντιον σου· ισραηλ, αν με ακουσεισ, ασ μη υπαρχει σε σενα ξενοσ θεοσ, και μη προσκυνησεισ αλλοτριον θεο. εγω ειμαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου, που σε ανεβασε απο τη γη τησ αιγυπτου· πλατυνε το στομα σου, και θα το γεμισω. αλλα, ο λαοσ μου δεν ακουσε τη φωνη μου, και ο ισραηλ δεν με προσεξε. γι' αυτο, τουσ παρεδωσα στισ επιθυμιεσ τησ καρδιασ τουσ· και περπατησαν στισ δικεσ τουσ βουλεσ. ειθε να με ακουγε ο λαοσ μου, και ο ισραηλ να περπατουσε στουσ δρομουσ μου! αμεσωσ θα ειχα καταβαλει τουσ εχθρουσ τουσ, και εναντια σ' αυτουσ, που τουσ θλιβουν, θα ειχα στρεψει το χερι μου. αυτοι που μισουν τον κυριο, θα αποτυχαιναν εναντιον του· ομωσ, ο καιροσ εκεινων θα διεμενε παντοτε· και θα τουσ ετρεφε με το παχοσ του σιταριου, και θα σε χορταινα με μελι απο πετρα.

82

ψαλμοσ του ασαφ. ο θεοσ στεκεται ορθιοσ στη συναξη των δυνατων· θα κρινει αναμεσα στουσ θεουσ. μεχρι ποτε θα κρινετε αδικα, και θα προσωποληπτειτε τουσ ασεβεισ; (διαψαλμα). κρινετε τον φτωχο και τον ορφανο· πραξτε δικαιοσυνη στον θλιμμενο και τον πενητα. δλευθερωνετε τον φτωχο και τον πενητα· λυτρωνετε τον απο χερι ασεβων. δεν γνωριζουν ουτε καταλαβαινουν· περπατουν σε σκοταδι· ολα τα θεμελια τησ γησ κλονιζονται. εγω ειπα: θεοι ειστε εσεισ, και ολοι γιοι του υψιστου· εσεισ, ομωσ, πεθαινετε σαν ανθρωποι, και πεφτετε σαν ενασ απο τουσ αρχοντεσ. σηκω, θεε, κρινε τη γη· επειδη, εσυ θα κληρονομησεισ ολοκληρωτικα ολα τα εθνη.

83

ωδη ψαλμου του ασαφ. θεε, μη σιωπησεισ, μη σιγησεισ, και μη ησυχασεισ, θεε. επειδη, δεσ, οι εχθροι σου θορυβουν, κι αυτοι που σε μισουν, σηκωσαν ψηλα το κεφαλι. πηραν κακη βουλη εναντια στον λαο σου, και συμβουλευθηκαν εναντια στουσ εκλεκτουσ σου. ειπαν: ελατε, και ασ τουσ εξολοθρευσουμε απο το να ειναι εθνοσ· και το ονομα του ισραηλ ασ μη αναφερεται πλεον. επειδη, με συμφωνη γνωμη συμβουλευθηκαν μαζι· συμμαχησαν εναντιον σου· οι σκηνεσ του εδωμ, και οι ισμαηλιτεσ· ο μωαβ και οι αγαρηνοι· ο γεβαλ, και ο αμμων, και ο αμαληκ· οι φιλισταιοι, μαζι μ' αυτουσ που κατοικουν την τυρο. κι αυτοσ ο ασσουρ ενωθηκε μαζι τουσ· βοηθησαν τουσ γιουσ του λωτ. (διαψαλμα). κανε σ' αυτουσ οπωσ στουσ μαδιανιτεσ, οπωσ στον σισαρα, οπωσ στον ιαβειν στον χειμαρρο κεισων· που απολεστηκαν στην εν-δωρ· εγιναν κοπρια για τη γη. κανε τουσ αρχοντεσ τουσ σαν τον ωρηβ και σαν τον ζηβ· και σαν τον ζεβεε και σαν τον σαλμανα, ολουσ τουσ αρχηγουσ τουσ· που ειπαν: ασ κληρονομησουμε για τον εαυτο μασ τα κατοικητηρια του θεου. θεε μου, καν' τουσ σαν τροχο, σαν αχυρο μπροστα στον ανεμο. οπωσ η φωτια καιει το δασοσ, και οπωσ η φλογα κατακαιει τα βουνα, ετσι να τουσ καταδιωξεισ με την ανεμοζαλη σου, και με τον ανεμοστροβιλο σου, κατατρομαξε τουσ. γεμιστε με ατιμια τα προσωπα τουσ, και θα ζητησουν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το ονομα σου. ασ ντροπιαστουν και ασ ταραχτουν για παντα· και ασ ντραπουν, και ασ απολεστουν· και ασ γνωρισουν οτι εσυ, του οποιου το ονομα ειναι κυριοσ, εισαι ο μονοσ υψιστοσ επανω σε ολοκληρη τη γη.

84

στον αρχιμουσικο σε γιττιθ. ψαλμοσ για τουσ γιουσ του κορε. ποσο αγαπητεσ ειναι οι σκηνεσ σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων! επιποθει, και μαλιστα λιποθυμει η ψυχη μου για τισ αυλεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· η καρδια μου και η σαρκα μου χαιρονται υπερβολικα για τον ζωντανο θεο. ναι, το σπυργιτι βρηκε κατοικια, και η τρυγονα φωλια για τον εαυτο τησ, οπου βαζει τα νεογεννητα τησ, τα θυσιαστηρια σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, βασιλια μου, και θεε μου. μακαριοι εκεινοι που κατοικουν στον οικον σου· θα σε αινουν παντοτε. (διαψαλμα). μακαριοσ ο ανθρωποσ, του οποιου η δυναμη ειναι σε σενα· στην καρδια των οποιων ειναι οι δρομοι σου· οι οποιοι, καθωσ διαβαινουν μεσα απο την κοιλαδα του κλαυθμωνα, την κανουν πηγη νερων· και η βροχη ακομα γεμιζει τουσ λακκουσ. προχωρουν απο δυναμη σε δυναμη· καθε ενασ απ' αυτουσ φαινεται μπροστα στον θεο στη σιων. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε των δυναμεων, εισακουσε την προσευχη μου· δωσε ακροαση, θεε του ιακωβ. (διαψαλμα). δεσ, θεε, η ασπιδα μασ, και επιβλεψε στο προσωπο του χρισμενου σου. επειδη, καλυτερη ειναι μια ημερα στισ αυλεσ σου, παρα χιλιαδεσ· θα προτιμουσα να ειμαι θυρωροσ στον οικο του θεου μου, παρα να κατοικω στισ σκηνεσ τησ πονηριασ. επειδη, ηλιοσ και ασπιδα ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· χαρη και δοξα θα δωσει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεν θα στερησει απο κανενα αγαθο αυτουσ που περπατουν με ακακια. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, μακαριοσ ο ανθρωποσ που ελπιζει σε σενα.

85

στον αρχιμουσικο, ψαλμοσ για τουσ γιουσ του κορε. ευαρεστηθηκεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στη γη σου· εφερεσ απο την αιχμαλωσια τον ιακωβ. συγχωρεσεσ την ανομια του λαου σου· σκεπασεσ ολεσ τισ αμαρτιεσ τουσ. (διαψαλμα). κατεπαυσεσ ολη την οργη σου· εστρεψεσ το προσωπο σου απο την οργη του θυμου σου. επιστρεψε μασ, θεε τησ σωτηριασ μασ, και καταπαυσε τον θυμο σου εναντιον μασ. θα εισαι για παντα οργισμενοσ μαζι μασ; θα επεκτεινεισ την οργη σου απο γενεα σε γενεα; δεν θα μασ ζωογονησεισ ξανα, για να ευφραινεται ο λαοσ σου σε σενα; δειξε σε μασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το ελεοσ σου, και δωσε σε μασ τη σωτηρια σου. θα ακουσω τι θα μιλησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ· επειδη, θα μιλησει ειρηνη στον λαο του, και στουσ οσιουσ του· και ασ μη επιστρεψουν σε αφροσυνη. βεβαια, κοντα σ' εκεινουσ που τον φοβουνται ειναι η σωτηρια του, για να κατοικει δοξα στη γη μασ. ελεοσ και αληθεια συναπαντηθηκαν· δικαιοσυνη και ειρηνη φιληθηκαν. αληθεια θα αναβλαστησει απο τη γη· και δικαιοσυνη θα σκυψει απο τον ουρανο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βεβαια, θα δωσει το αγαθο· και η γη μασ θα δωσει τον καρπο τησ. δικαιοσυνη θα προπορευεται μπροστα του, και θα τη βαλει στον δρομο των βηματων του.

86

προσευχη του δαβιδ. στρεψε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το αυτι σου· εισακουσε με, επειδη εγω ειμαι φτωχοσ και πενητασ. φυλαξε την ψυχη μου, επειδη ειμαι οσιοσ· εσυ, θεε μου, σωσε τον δουλο σου, που ελπιζει σε σενα. ελεησε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη σε σενα κραζω ολη την ημερα. ευφρανε την ψυχη του δουλου σου, επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε σενα υψωνω την ψυχη μου. επειδη εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι αγαθοσ, και ευσπλαχνοσ, και πολυελεοσ σε ολουσ εκεινουσ που σε επικαλουνται. δωσε ακροαση, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στην προσευχη μου, και προσεξε στη φωνη των δεησεων μου. σε ημερα θλιψησ θα σε επικαλουμαι, επειδη θα με εισακουσ. δεν υπαρχει ομοιοσ σου αναμεσα στουσ θεουσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ουτε εργα ομοια με τα εργα σου. ολα τα εθνη, που εκανεσ, θαρθουν και θα προσκυνησουν μπροστα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα δοξασουν το ονομα σου· επειδη, εισαι μεγαλοσ, και κανεισ θαυμαστα εργα· εσυ εισαι ο μονοσ θεοσ. διδαξε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τον δρομο σου, και θα περπατω στην αληθεια σου· προσηλωνε την καρδια μου στον φοβο του ονοματοσ σου. θα σε αινω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μου, με ολη την καρδια μου, και θα δοξαζω το ονομα σου στον αιωνα· επειδη, το ελεοσ σου επανω μου ειναι μεγαλο· και ελευθερωσεσ την ψυχη μου απο κατωτατον αδη. θεε, οι υπερηφανοι σηκωθηκαν εναντιον μου, και οι συγκεντρωσεισ των βιαστων ζητησαν την ψυχη μου· και δεν σε εβαλαν μπροστα τουσ. αλλα, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι θεοσ οικτιρμονασ, και ελεημονασ, μακροθυμοσ, και πολυελεοσ, και αληθινοσ. επιβλεψε επανω μου, και ελεησε με· δωσε τη δυναμη σου στον δουλο σου, και σωσε τον γιο τησ δουλησ σου. κανε σε μενα καποιο σημειο προσ αγαθο, για να δουν αυτοι που με μισουν, και να ντροπιαστουν· επειδη εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με βοηθησεσ, και με παρηγορησεσ.

87

ψαλμοσ ωδησ για τουσ γιουσ του κορε. το θεμελιο του ειναι στα αγια βουνα. αγαπαει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τισ πυλεσ τησ σιων, περισσοτερο απο ολα τα σκηνωματα του ιακωβ. ενδοξα μιληθηκαν για σενα, πολη του θεου. (διαψαλμα). θα αναφερω τη ρααβ, και τη βαβυλωνα, αναμεσα σ' εκεινουσ που με γνωριζουν· δεσ, η παλαιστινη, και η τυροσ, μαζι με την αιθιοπια· αυτοσ γεννηθηκε εκει. και για τη σιων θα πουν: αυτοσ και εκεινοσ γεννηθηκε σ' αυτη· και ο ιδιοσ ο υψιστοσ θα τη στερεωσει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα αριθμησει, οταν καταγραψει τουσ λαουσ, οτι αυτοσ γεννηθηκε εκει. (διαψαλμα). και οι ψαλτεσ, καθωσ και οι παικτεσ των οργανων, θα λενε: ολεσ οι πηγεσ μου ειναι σε σενα.

88

ωδη ψαλμου για τουσ γιουσ του κορε, στον αρχιμουσικο σε μαχαλαθ-λεανωθ, μασχιλ του αιμαν, του εζραιτη. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ τησ σωτηριασ μου, ημερα και νυχτα εκραξα μπροστα σου· ασ ερθει μπροστα σου η προσευχη μου· στρεψε το αυτι σου στην κραυγη μου· επειδη, η ψυχη μου γεμισε απο κακα, και η ψυχη μου πλησιαζει στον αδη. συγκαταριθμηθηκα μαζι μ' αυτουσ που κατεβαινουν στον λακκο· εγινα σαν ανθρωποσ που δεν εχει δυναμη· εγκαταλειμμενοσ αναμεσα στουσ νεκρουσ, οπωσ οι θανατωμενοι, που κειτονται στον ταφο, τουσ οποιουσ δεν τουσ θυμασαι πλεον, και οι οποιοι αποκοπηκαν απο το χερι σου. με εβαλεσ στον κατωτατο λακκο, στο σκοταδι, στα βαθη. επανω μου στηριχτηκε ο θυμοσ σου, και επανω μου εφερεσ ολα τα κυματα σου. (διαψαλμα). απομακρυνεσ απο μενα τουσ γνωστουσ μου· βδελυγμα με εκανεσ σ' αυτουσ· αποκλειστηκα, και δεν μπορω να βγω εξω. το ματι μου ατονησε απο τη θλιψη· σε επικαλεστηκα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ολη την ημερα· απλωσα σε σενα τα χερια μου. μηπωσ θα κανεισ θαυμαστα εργα στουσ νεκρουσ; η, μηπωσ θα σηκωθουν οι νεκροι και θα σε αινεσουν; (διαψαλμα). μηπωσ στον ταφο θα διηγουνται το ελεοσ σου η την αληθεια σου μεσα στη φθορα; μηπωσ θα γινουν γνωστα τα θαυμαστα σου εργα στο σκοταδι, και η δικαιοσυνη σου στον τοπο τησ λησμονιασ; εγω, ομωσ, εκραξα σε σενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και το πρωι η προσευχη μου θα σε προφτασει. γιατι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απορριπτεισ την ψυχη μου, αποκρυπτεισ το προσωπο σου απο μενα; ειμαι θλιμμενοσ και βρισκομαι σε αγωνια θανατου απο τη νιοτη μου· δοκιμαζω τουσ φοβουσ σου, και βρισκομαι σε αμηχανια. επανω μου περασαν ολα τα ειδη τησ οργησ σου· οι τρομοι σου με αφανισαν. με περιτριγυρισαν σαν νερα, ολη την ημερα· με περικυκλωσαν μαζι. απομακρυνεσ απο μενα τον αγαπητο και τον φιλο· οι γνωστοι μου δεν φαινονται.

89

μασχιλ του εθαν, του εζραιτη. θα ψαλλω τα ελεη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον αιωνα· με το στομα μου θα αναγγελλω την αληθεια σου σε γενεα και γενεα. επειδη, ειπα: το ελεοσ σου θα θεμελιωθει στον αιωνα· στουσ ουρανουσ θα θεμελιωσεισ την αληθεια σου. «εκανα διαθηκη με τον εκλεκτο μου· ορκιστηκα στον δαβιδ τον δουλο μου· θα στερεωσω το σπερμα σου στον αιωνα, και θα οικοδομησω τον θρονο σου σε γενεα και γενεα»· (διαψαλμα)· και οι ουρανοι θα υμνουν τα θαυμασια σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και η αληθεια σου θα εξυμνειται στη συναξη των αγιων. επειδη, ποιοσ μπορει να εξισωθει στον ουρανο με τον κυριο; ποιοσ αναμεσα στουσ γιουσ των δυνατων μπορει να ομοιωθει με τον κυριο; ο θεοσ ειναι υπερβολικα φοβεροσ στη βουλη των αγιων, και σεβαστοσ σε ολουσ οσουσ βρισκονται ολογυρα του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε των δυναμεων, ποιοσ ειναι ομοιοσ σου; εισαι δυνατοσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και η αληθεια σου ειναι ολογυρα σου. εσυ δεσποζεισ την επαρση τησ θαλασσασ· οταν σηκωνονται τα κυματα τησ, εσυ τα ταπεινωνεισ. εσυ συντριψεσ τη ρααβ σαν τραυματια· με τον βραχιονα τησ δυναμησ σου διασκορπισεσ τουσ εχθρουσ σου. δικοι σου ειναι οι ουρανοι, και δικη σου ειναι η γη· την οικουμενη και το πληρωμα τησ, εσυ τα θεμελιωσεσ. τον βορρα και τον νοτο, εσυ τουσ εκτισεσ· το θαβωρ και το αερμων θα χαιρονται υπερβολικα στο ονομα σου. εχεισ ισχυρο τον βραχιονα· το χερι σου ειναι κραταιο· το δεξι σου χερι ειναι υψηλο. η δικαιοσυνη και η κριση ειναι η βαση του θρονου σου· το ελεοσ και η αληθεια θα προπορευονται μπροστα απο το προσωπο σου. μακαριοσ ο λαοσ που γνωριζει αλαλαγμο· θα περπατουν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στο φωσ του προσωπου σου. στο ονομα σου θα αγαλλονται ολη την ημερα· και στη δικαιοσυνη σου θα υψωθουν. επειδη, εσυ εισαι το καυχημα τησ δυναμησ τουσ· και με την ευμενεια σου θα υψωθει το κερασ μασ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η ασπιδα μασ· ο αγιοσ του ισραηλ, ο βασιλιασ μασ. τοτε, μιλησεσ στον οσιο σου με οραμα, και ειπεσ: εβαλα βοηθεια επανω στον δυνατο· υψωσα εναν εκλεκτο απο τον λαο· βρηκα τον δαβιδ τον δουλο μου· τον εχρισα με το αγιο λαδι μου· το χερι μου θα τον στερεωνει· και ο βραχιονασ μου θα τον ενδυναμωνει. εχθροσ δεν θα υπερισχυσει εναντιον του· ουτε γιοσ ανομιασ θα τον ταλαιπωρησει. και θα κατακοψω τουσ εχθρουσ του απο μπροστα του· κι αυτουσ που τον μισουν θα τουσ κατατροπωσω. μαλιστα, η αληθεια μου και το ελεοσ μου θα ειναι μαζι του· και στο ονομα μου θα υψωθει το κερασ του. και θα βαλω το χερι του επανω στη θαλασσα, και το δεξι του χερι επανω στουσ ποταμουσ. αυτοσ θα κραξει σε μενα: εισαι πατερασ μου, θεοσ μου, και πετρα τησ σωτηριασ μου. εγω, βεβαια, θα τον κανω πρωτοτοκο μου, υψιστον επανω στουσ βασιλιαδεσ τησ γησ. θα φυλαττω σ' αυτον το ελεοσ μου για παντα, και η διαθηκη μου θα ειναι μαζι του στερεη. και θα κανω ωστε το σπερμα του να παραμενει στον αιωνα, και ο θρονοσ του οπωσ οι ημερεσ του ουρανου. αν οι γιοι του εγκαταλειπουν τον νομο μου, και δεν περπατησουν στισ κρισεισ μου· αν παραβουν τα διαταγματα μου, και δεν φυλαξουν τισ εντολεσ μου· τοτε, θα επισκεφθω τισ παραβασεισ τουσ με ραβδο, και τισ παρανομιεσ τουσ με πληγεσ. το ελεοσ μου, ομωσ, δεν θα αφαιρεσω απ' αυτον ουτε θα σταθω αναληθησ εναντια στην αληθεια μου. δεν θα παραβω τη διαθηκη μου ουτε θα αθετησω ο,τι βγηκε απο τα χειλη μου. μια φορα ορκιστηκα στην αγιοτητα μου, οτι δεν θα ψευστω στον δαβιδ. το σπερμα του θα παραμενει στον αιωνα, και ο θρονοσ του οπωσ ο ηλιοσ, μπροστα μου· θα στερεωθει στον αιωνα οπωσ το φεγγαρι, και μαρτυρασ πιστοσ στον ουρανο. (διαψαλμα). αλλα, εσυ απεβαλεσ και βδελυχθηκεσ, οργιστηκεσ εναντια στον χρισμενο σου· ακυρωσεσ τη διαθηκη του δουλου σου· βεβηλωσεσ το διαδημα του μεχρι τη γη· εσπασεσ μεχρι κατω τουσ φραγμουσ του· αφανισεσ τα οχυρωματα του· τον διαρπαζουν ολοι αυτοι που διαβαινουν τον δρομο· κατασταθηκε ονειδοσ στουσ γειτονεσ του· υψωσεσ το δεξι χερι εκεινων που ησαν εναντιον του· ευφρανεσ τουσ εχθρουσ του· μαλιστα, το κοφτερο μεροσ τησ ρομφαιασ το αμβλυνεσ, και δεν τον στερεωσεσ στη μαχη· εκανεσ να σταματησει η δοξα του, και ερριξεσ τον θρονο του καταγησ· λιγοστεψεσ τισ ημερεσ τησ νιοτησ του· τον εντυσεσ με ντροπη. (διαψαλμα). μεχρι ποτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; θα κρυβεσαι για παντα; θα καιει η οργη σου σαν φωτια; θυμησου ποσο συντομοσ ειναι ο καιροσ μου, με ποια ματαιοτητα επλασεσ ολουσ τουσ γιουσ των ανθρωπων. ποιοσ ανθρωποσ θα ζησει, και δεν θα δει θανατο; ποιοσ θα λυτρωσει την ψυχη του απο το χερι του αδη; (διαψαλμα). που ειναι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τα αρχαια ελεη σου, τα οποια ορκιστηκεσ στον δαβιδ μεσα στην αληθεια σου; θυμησου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τον ονειδισμο των δουλων σου, που φερνω στον κορφο μου απο τοσουσ πολυαριθμουσ λαουσ· με τον οποιο ονειδισαν οι εχθροι σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· με τον οποιο ονειδισαν τα βηματα του χρισμενου σου. ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον αιωνα. αμην, και αμην.

90

προσευχη του μωυση, του ανθρωπου του θεου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσυ εγινεσ σε μασ καταφυγη απο γενεα σε γενεα. πριν γεννηθουν τα ορη, και πλασεισ τη γη και την οικουμενη, και απο τον αιωνα μεχρι τον αιωνα, εσυ εισαι ο θεοσ. ξαναφερνεισ τον ανθρωπο στο χωμα· και λεσ: επιστρεψτε, γιοι των ανθρωπων. επειδη, μπροστα σου 1.000 χρονια ειναι σαν τη χθεσινη ημερα, που περασε, και σαν μια φυλακη τησ νυχτασ. τουσ κατακλυζεισ· ειναι σαν ονειρο τησ αυγησ, σαν χορταρι, που παρερχεται· το πρωι ανθιζει και παρακμαζει· την εσπερα κοβεται και ξεραινεται. επειδη, στην οργη σου εκλειπουμε, και στον θυμο σου ταραζομαστε. εβαλεσ τισ ανομιεσ μασ μπροστα σου, τισ κρυφεσ πτυχεσ μασ στο φωσ του προσωπου σου. επειδη, ολεσ οι ημερεσ μασ παρερχονται στην οργη σου· διατρεχουμε τα χρονια μασ σαν διανοημα. οι ημερεσ τησ ζωησ μασ ειναι ουσιαστικα 70 χρονια, και αν ειμαστε σε ευρωστια, 80 χρονια, ομωσ, και το καλυτερο μεροσ τουσ ειναι κοποσ και πονοσ, επειδη γρηγορα παρερχεται, και εμεισ πεταμε. ποιοσ γνωριζει τη δυναμη τησ οργησ σου, και του θυμου σου, αναλογα με τον φοβο σου; διδαξε μασ να μετραμε ετσι τισ ημερεσ μασ, ωστε να προσκολλουμε τισ καρδιεσ μασ στη σοφια. επιστρεψε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· μεχρι ποτε; και γινε ελεημονασ στουσ δουλουσ σου. χορτασε μασ με το ελεοσ σου απο το πρωι, και θα αγαλλομαστε και θα ευφραινομαστε σε ολεσ τισ ημερεσ μασ. ευφρανε μασ, αντι για τισ ημερεσ κατα τισ οποιεσ μασ εθλιψεσ, τα χρονια κατα τα οποια ειδαμε κακα. ασ γινει το εργο σου φανερο στουσ δουλουσ σου, και η δοξα σου στουσ γιουσ τουσ· και ασ ειναι η λαμπροτητα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ επανω μασ· και το εργο των χεριων μασ στερεωνε επανω μασ· ναι, το εργο των χεριων μασ, στερεωνε το.

91

αυτοσ που κατοικει κατω απο τη σκεπη του υψιστου, κατω απο τη σκια του παντοκρατορα θα διαμενει. θα λεω στον κυριο: εσυ εισαι καταφυγη μου, και φρουριο μου· θεοσ μου· σ' αυτον θα ελπιζω. επειδη, αυτοσ θα σε λυτρωνει απο την παγιδα των κυνηγων, και απο θανατηφορο λοιμο. με τα φτερα του θα σε σκεπαζει, και κατω απο τισ φτερουγεσ του θα εισαι ασφαλησ· η αληθεια του ειναι πανοπλια και ασπιδα. απο φοβο νυχτερινο δεν θα φοβασαι, την ημερα απο βελοσ που πεταει ασκοπα· απο θανατικο, που περπαταει στο σκοταδι· απο ολεθρο, που ερημωνει μεσ το μεσημερι. χιλιαδα θα πεφτει απο τα αριστερα σου, και μυριαδα απο τα δεξια σου· ομωσ, σε σενα δεν θα πλησιαζουν. μοναχα με τα ματια σου θα θωρεισ, και θα βλεπεισ την ανταποδοση των ασεβων. επειδη, εσυ, τον κυριο, την ελπιδα μου, τον υψιστο, εκανεσ καταφυγιο σου, κακο δεν θα συμβαινει σε σενα, και μαστιγα δεν θα πλησιαζει στη σκηνη σου. επειδη, τουσ αγγελουσ του θα προσταξει για σενα, για να σε διαφυλαττουν σε ολουσ τουσ δρομουσ σου. θα σε σηκωνουν επανω στα χερια τουσ, για να μη προσκοψεισ το ποδι σου σε πετρα. θα πατησεισ επανω σε λιονταρι και επανω σε οχια· θα καταπατησεισ λιονταρακι και δρακοντα. επειδη, εβαλε την αγαπη του σε μενα, γι' αυτο θα τον λυτρωσω· θα τον υψωσω, επειδη γνωρισε το ονομα μου. θα με επικαλειται και θα τον εισακουω· μαζι του θα ειμαι στη θλιψη· θα τον λυτρωνω, και θα τον δοξαζω. θα τον χορτασω απο μακροτητα ημερων, και θα δειξω σ' αυτον τη σωτηρια μου.

92

ψαλμοσ ωδησ για την ημερα του σαββατου. ειναι αγαθο το να δοξολογει καποιοσ τον κυριο, και να ψαλμωδει στο ονομα σου, υψιστε· να αναγγελλει το πρωι το ελεοσ σου, και την αληθεια σου καθε νυχτα. με δεκαχορδο οργανο, και με ψαλτηρι, με ωδη και κιθαρα. επειδη, με ευφρανεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στα δημιουργηματα σου· θα αγαλλομαι στα εργα των χεριων σου. ποσο μεγαλα ειναι τα εργα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! υπερβολικα βαθεισ ειναι οι συλλογισμοι σου. ο ανθρωποσ, ο ανοητοσ, δεν γνωριζει, και ο μωροσ δεν το καταλαβαινει αυτο· οτι οι ασεβεισ βλασταινουν σαν χορταρι, και ολοι οι εργατεσ τησ ανομιασ ανθιζουν, για να αφανιστουν αιωνια. αλλα, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι υψιστοσ στον αιωνα. επειδη, δεσ, οι εχθροι σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη, δεσ, οι εχθροι σου θα εξολοθρευτουν· θα διασκορπιστουν ολοι οι εργατεσ τησ ανομιασ. αλλα, εσυ θα υψωσεισ το κερασ μου, οπωσ του μονοκερατου ζωου· εγω θα χριστω με νεο λαδι· και το ματι μου θα δει την εκδικηση των εχθρων μου· τα αυτια μου θα ακουσουν για τουσ κακοποιουσ, που επαναστατουν εναντιον μου. ο δικαιοσ θα ανθιζει σαν φοινικασ· σαν κεδροσ του λιβανου θα αυξανει. φυτεμενοι στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα ανθιζουν στισ αυλεσ του θεου μασ· θα καρποφορουν και σ' αυτα τα βαθια γηρατεια, θα ειναι ακμαιοι και ανθηροι· για να αναγγελλουν οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι δικαιοσ, το φρουριο μου· και δεν υπαρχει σ' αυτον αδικια.

93

φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βασιλευει· μεγαλοπρεπεια ειναι ντυμενοσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ντυμενοσ με δυναμη, και περιζωσμενοσ· και στερεωσε την οικουμενη, ωστε δεν θα σαλευτει. ο θρονοσ σου ειναι στερεωμενοσ εξαρχησ· απο τον αιωνα υπαρχεισ εσυ. υψωσαν οι ποταμοι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, υψωσαν οι ποταμοι τη φωνη τουσ· οι ποταμοι υψωσαν τα κυματα τουσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειναι στουσ υψιστουσ χωρουσ, ειναι δυνατοτεροσ απο τον ηχο πολλων νερων, περισσοτερο απο τα δυνατα κυματα τησ θαλασσασ. τα μαρτυρια σου ειναι πιστα σε υπερβολικο βαθμο· στον οικο σου ανηκει αγιοτητα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε μακροτητα ημερων.

94

θεε των εκδικησεων, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε των εκδικησεων, εμφανισου. υψωσου, κριτη τησ γησ· αποδωσε ανταποδοση στουσ υπερηφανουσ. μεχρι ποτε οι ασεβεισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μεχρι ποτε οι ασεβεισ θα θριαμβευουν; μεχρι ποτε θα προφερουν και θα μιλουν σκληρα; θα καυχωνται οι εργατεσ τησ ανομιασ; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καταθλιβουν τον λαο σου, και κακοποιουν την κληρονομια σου. φονευουν τη χηρα και τον ξενο, και θανατωνουν τουσ ορφανουσ. και λενε: δεν θα δει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ουτε θα αντιληφθει ο θεοσ του ιακωβ. αντιληφθειτε το, εσεισ οι αφρονεσ αναμεσα στον λαο· και οι μωροι, ποτε θα φρονιμευσετε; αυτοσ που φυτεψε το αυτι, δεν θα ακουσει; αυτοσ που επλασε το ματι, δεν θα δει; αυτοσ που σωφρονιζει τα εθνη, δεν θα ελεγξει; αυτοσ που διδασκει τον ανθρωπο γνωση; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γνωριζει τουσ συλλογισμουσ των ανθρωπων, οτι ειναι ματαιοι. μακαριοσ ο ανθρωποσ, που τον σωφρονιζεισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και με τον νομο σου τον διδασκεισ· για να τον αναπαυεισ απο τισ ημερεσ τησ συμφορασ, μεχρισ οτου σκαφτει λακκοσ στον ασεβη. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα απορριψει τον λαο του, και την κληρονομια του δεν θα εγκαταλειψει. επειδη, η κριση θα επιστρεψει στη δικαιοσυνη, και θα την ακολουθησουν ολοι οι ευθεισ στην καρδια. ποιοσ θα σηκωθει σε υπερασπιση μου εναντια στουσ πονηρευομενουσ; ποιοσ θα παρασταθει σε υπερασπιση μου εναντια στουσ εργατεσ τησ ανομιασ; αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν με βοηθουσε, η ψυχη μου παρολιγο θα κατοικουσε στη σιωπη. οταν ελεγα, γλιστρησε το ποδι μου, το ελεοσ σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με βοηθουσε. στο πληθοσ των αμηχανιων τησ καρδιασ μου, οι παρηγοριεσ σου ευφραναν την ψυχη μου. μηπωσ ο θρονοσ τησ ανομιασ εχει επικοινωνια μαζι σου, που μηχανευεται αδικια αντι για νομο; αυτοι ορμουν εναντια στην ψυχη του δικαιου, και καταδικαζουν αθωο αιμα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, ειναι σε μενα καταφυγιο· και ο θεοσ μου, το φρουριο τησ ελπιδασ μου. και θα γυρισει επανω τουσ την ανομια τουσ, και μεσα στην πονηρια τουσ θα τουσ αφανισει· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ θα τουσ αφανισει.

95

ελατε, ασ αγαλλιαστουμε στον κυριο· ασ αλαλαξουμε στο φρουριο τησ σωτηριασ μασ. ασ προφτασουμε μπροστα του με δοξολογιεσ· ασ αλαλαξουμε σ' αυτον με ψαλμουσ. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μεγαλοσ θεοσ, και μεγαλοσ βασιλιασ, περισσοτερο απο ολουσ τουσ θεουσ. επειδη, στο δικο του το χερι ειναι τα βαθη τησ γησ· και τα υψη των βουνων ειναι δικα του. επειδη, δικη του ειναι η θαλασσα, κι αυτοσ την εκανε· και τα χερια του επλασαν την ξηρα. ελατε, ασ προσκυνησουμε και ασ προσπεσουμε· ασ γονατισουμε μπροστα στον κυριο, τον δημιουργο μασ. επειδη, αυτοσ ειναι ο θεοσ μασ· κι εμεισ λαοσ τησ βοσκησ του, και προβατα του χεριου του. σημερα, αν ακουσετε τη φωνη του, μη σκληρυνετε την καρδια σασ, οπωσ τοτε στον παροργισμο, οπωσ την ημερα του πειρασμου στην ερημο· οπου οι πατερεσ σασ με πειραξαν, με δοκιμασαν, και ειδαν τα εργα μου. σαραντα χρονια δυσαρεστηθηκα με εκεινη τη γενεα, και ειπα: αυτοσ ειναι λαοσ πλανεμενοσ στην καρδια, κι αυτοι δεν γνωρισαν τουσ δρομουσ μου. γι' αυτο, στην οργη μου ορκιστηκα οτι, δεν θα μπουν μεσα στην αναπαυση μου.

96

ψαλτε στον κυριο καινουργιο τραγουδι· ψαλτε στον κυριο, ολοκληρη η γη. ψαλτε στον κυριο· ευλογειτε το ονομα του· κηρυττετε απο ημερα σε ημερα τη σωτηρια του. αναγγειλατε στα εθνη τη δοξα του, σε ολουσ τουσ λαουσ τα θαυμαστα εργα του. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μεγασ, και υπερβολικα αξιυμνητοσ· ειναι φοβεροσ, περισσοτερο απο ολουσ τουσ θεουσ. επειδη, ολοι οι θεοι των εθνων ειναι ειδωλα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, δημιουργησε τουσ ουρανουσ. δοξα και μεγαλοπρεπεια ειναι μπροστα του· δυναμη και ωραιοτητα στο αγιαστηριο του. αποδωστε στον κυριο, πατριεσ των λαων, αποδωστε στον κυριο δοξα και δυναμη. αποδωστε στον κυριο τη δοξα του ονοματοσ του· παρτε προσφορεσ, και μπειτε μεσα στισ αυλεσ του. προσκυνηστε τον κυριο στο μεγαλοπρεπεσ αγιαστηριο του· να εχετε φοβο μπροστα απο το προσωπο του, ολοκληρη η γη. πειτε στα εθνη: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βασιλευει· η οικουμενη θα ειναι σιγουρα στερεωμενη· δεν θα σαλευτει· αυτοσ θα κρινει τουσ λαουσ με ευθυτητα. ασ ευφραινονται οι ουρανοι, και ασ αγαλλεται η γη· ασ ηχει η θαλασσα, και το πληρωμα τησ. ασ χαιρονται οι πεδιαδεσ, και ολα οσα βρισκονται σ' αυτεσ· τοτε θα ευφραινονται ολα τα δεντρα του δασουσ, μπροστα στον κυριο· επειδη, ερχεται, επειδη ερχεται για να κρινει τη γη· θα κρινει την οικουμενη με δικαιοσυνη, και τουσ λαουσ με την αληθεια του.

97

φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βασιλευει· ασ αγαλλεται η γη· ασ ευφραινεται το πληθοσ των νησιων. συννεφο και ομιχλη ειναι ολογυρα του· δικαιοσυνη και κριση ειναι η βαση του θρονου του. φωτια προπορευεται μπροστα του, και καταφλεγει απο παντου τουσ εχθρουσ του. οι αστραπεσ του φωτιζουν την οικουμενη· η γη ειδε, και κλονιστηκε. τα βουνα διαλυονται σαν κερι απο την παρουσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο την παρουσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ολοκληρησ τησ γησ. οι ουρανοι αναγγελλουν τη δικαιοσυνη του, και ολοι οι λαοι βλεπουν τη δοξα του. ασ ντραπουν ολοι εκεινοι που λατρευουν τα γλυπτα, αυτοι που καυχωνται στα ειδωλα· προσκυνειτε αυτον, ολοι οι θεοι. η σιων ακουσε, και ευφρανθηκε, και οι θυγατερεσ του ιηhυδα χαρηκαν για τισ κρισεισ σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι υψιστοσ επανω σε ολοκληρη τη γη· υπερυψωθηκεσ υπερβολικα, περισσοτερο απο ολουσ τουσ θεουσ. εκεινοι απο σασ που αγαπατε τον κυριο, μισειτε το κακο· αυτοσ φυλαττει τισ ψυχεσ των οσιων του· τουσ ελευθερωνει απο το χερι των ασεβων. φωσ σπερνεται για τον δικαιο, και ευφροσυνη για τουσ ευθεισ στην καρδια. ευφραινεστε, δικαιοι, στον κυριο, και υμνειτε στην αναμνηση τησ αγιοσυνησ του.

98

ψαλμοσ. ψαλτε στον κυριο νεο τραγουδι· επειδη, εκανε θαυμαστα εργα· το δεξι του χερι, και ο βραχιονασ του ο αγιοσ, ενεργησαν σ' αυτον σωτηρια. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε γνωστη τη σωτηρια του· μπροστα στα εθνη αποκαλυψε τη δικαιοσυνη του. θυμηθηκε το ελεοσ του και την αληθεια του προσ τον οικο ισραηλ· ολα τα περατα τησ γησ ειδαν τη σωτηρια του θεου μασ. αλαλαξτε στον κυριο, ολη η γη· ευφραινεστε και αγαλλεστε και ψαλμωδειτε. ψαλμωδειτε στον κυριο με κιθαρα, με κιθαρα και φωνη ψαλμωδιασ. με σαλπιγγεσ, και με φωνη κερατινησ σαλπιγγασ, αλαλαξτε μπροστα στον βασιλια κυριο. ασ ηχει η θαλασσα, και το πληρωμα τησ· η οικουμενη, κι αυτοι που κατοικουν σ' αυτη. οι ποταμοι ασ κροτουν τα χερια, τα βουνα ασ αγαλλονται μαζι, μπροστα στον κυριο· επειδη, ερχεται για να κρινει τη γη· θα κρινει την οικουμενη με δικαιοσυνη, και τουσ λαουσ με ευθυτητα.

99

φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βασιλευει, ασ τρεμουν οι λαοι· αυτοσ που καθεται επανω στα χερουβειμ, ασ σειστει η γη. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μεγαλοσ στη σιων, και ειναι υψηλοσ σε ολουσ τουσ λαουσ. ασ δοξολογουν το μεγαλο και φοβερο ονομα σου, επειδη ειναι αγιο· και τη δυναμη του βασιλια, που αγαπαει δικαιοσυνη. εσυ διορισεσ την ευθυτητα, εσυ εκανεσ κριση και δικαιοσυνη στον ιακωβ. υψωνετε τον κυριο τον θεο μασ, και προσκυνειτε στο υποποδιο των ποδιων του· επειδη, ειναι αγιοσ. ο μωυσησ και ο ααρων αναμεσα στουσ ιερεισ του, και ο σαμουαλ αναμεσα σ' αυτουσ που επικαλουνται το ονομα του, επικαλουνταν τον κυριο, κι αυτοσ τουσ εισακουγε. μιλουσε σ' αυτουσ απο στυλο νεφελησ· φυλαξαν τα μαρτυρια του, και τα προσταγματα, που τουσ εδωσε· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε μασ, εσυ τουσ εισακουγεσ· εγινεσ σ' αυτουσ θεοσ συγχωρητικοσ, ομωσ και εκδικητησ για τισ πραξεισ τουσ. υψωνετε τον κυριο τον θεο μασ, και προσκυνειτε στο βουνο του το αγιο· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ ειναι αγιοσ.

100

ψαλμοσ δοξολογιασ. αλαλαξτε στον κυριο, ολοκληρη η γη. δουλεψτε στον κυριο με ευφροσυνη· ελατε μπροστα του με αγαλλιαση. γνωριστε οτι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ο θεοσ· αυτοσ εκανε εμασ, και οχι εμεισ· εμεισ ειμαστε λαοσ του, και προβατα τησ βοσκησ του. μπειτε μεσα στισ πυλεσ του με δοξολογια, και στισ αυλεσ του με υμνο· δοξολογειτε τον· ευλογειτε το ονομα του. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αγαθοσ· το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα, και η αληθεια του απο γενεα σε γενεα.

101

ψαλμοσ του δαβιδ. ελεοσ και κριση θα ψαλλω· σε σενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα ψαλμωδω. θα ειμαι συνετοσ σε αμωμο δρομο· ποτε θαρθεισ σε μενα; θα περπατω με ακεραιοτητα τησ καρδιασ μου, μεσα στον οικο μου. δεν θα βαλω μπροστα στα ματια μου πονηρο πραγμα· μισω εκεινουσ που πραττουν παρανομιεσ· τιποτε απ' αυτα δεν θα κολληθει σε μενα. η διεστραμμενη καρδια θα αποβληθει απο μενα· τον πονηρο δεν θα τον γνωριζω. εκεινον που καταλαλει κρυφα τον πλησιον του, αυτον θα τον εξολοθρευω· εκεινον που εχει υπερηφανο βλεμμα, και υπερηφανη καρδια, αυτον δεν θα τον υποφερω. τα ματια μου θα ειναι επανω στουσ πιστουσ τησ γησ, για να συγκατοικουν μαζι μου· εκεινοσ που περπαταει σε αμωμο δρομο, αυτοσ θα με υπηρετει. δεν θα κατοικει στο μεσον του οικου μου εκεινοσ που εργαζεται την απατη· εκεινοσ που μιλαει το ψεμα δεν θα στερεωθει μπροστα στα ματια μου. καθε πρωι θα εξολοθρευω ολουσ τουσ ασεβεισ τησ γησ, για να κοψω ολοκληρωτικα απο την πολη του θεου ολουσ τουσ εργατεσ τησ ανομιασ.

102

προσευχη του θλιμμενου, οταν αδημονει, και ξεχυνει το παραπονο του μπροστα στον κυριο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισακουσε την προσευχη μου, και η κραυγη μου ασ ερθει σε σενα. μη κρυψεισ απο μενα το προσωπο σου· την ημερα που θλιβομαι, στρεψε σε μενα το αυτι σου· την ημερα που σε επικαλουμαι, γρηγορα να με εισακουσ. επειδη, οι ημερεσ μου εξαλειφθηκαν οπωσ ο καπνοσ, και τα κοκαλα μου καταξεραθηκαν σαν το φρυγανο. η καρδια μου πληγωθηκε και ξεραθηκε οπωσ το χορταρι, ωστε λησμονησα να τρωω το ψωμι μου. απο τη φωνη του στεναγμου μου, κολλησαν τα κοκαλα μου στο δερμα μου. εγινα ομοιοσ με τον ερημικο πελεκανο· εγινα οπωσ ο νυχτοκορακασ στισ ερημιεσ. αγρυπνω και ειμαι σαν σπουργιτι που μοναζει στη σοφιτα. ολη την ημερα με κοροιδευουν οι εχθροι μου· αυτοι που μαινονται, ορκιζονται εναντιον μου. επειδη, εφαγα σταχτη σαν ψωμι, και συγκερασα το ποτο μου με δακρυα, εξαιτιασ τησ οργησ σου και τησ αγανακτησησ σου· επειδη, αφου με σηκωσεσ, με ερριξεσ κατω. οι ημερεσ μου παρερχονται σαν σκια, και εγω ξεραθηκα σαν το χορταρι. εσυ, ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, παραμενεισ αιωνια, και η ενθυμηση σου απο γενεα σε γενεα. εσυ θα σηκωθεισ, θα σπλαχνιστεισ τη σιων· επειδη, ειναι καιροσ να την ελεησεισ, μια που εφτασε ο διορισμενοσ καιροσ. δεδομενου οτι, οι δουλοι σου αρεσκονται στισ πετρεσ τησ, και σπλαχνιζονται το χωμα τησ. τοτε, τα εθνη θα φοβηθουν το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ολοι οι βασιλιαδεσ τησ γησ θα φοβηθουν τη δοξα σου. οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh οικοδομησει τη σιων, θα φανει μεσα στη δοξα του. θα επιβλεψει στην προσευχη των εγκαταλειμμενων, και δεν θα καταφρονησει τη δεηση τουσ. αυτο θα γραφτει για την επερχομενη γενεα· και ο λαοσ που θα δημιουργηθει, θα αινει τον κυριο. επειδη, εσκυψε απο το υψοσ του αγιαστηριου του, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επεβλεψε απο τον ουρανο επανω στη γη, για να ακουσει τον στεναγμο των αιχμαλωτων, και να ελευθερωσει τουσ καταδικασμενουσ σε θανατο· για να κηρυττουν στη σιων το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και την αινεση του στην ιερουσαλημ, οταν συγκεντρωθουν μαζι τα εθνη και τα βασιλεια, για να ειναι δουλοι στον κυριο. αδυνατισε καθ' οδον τη δυναμη μου· μικρυνε τον αριθμο των ημερων μου. εγω ειπα: θεε μου, μη με αρπαξεισ στα μισα μου χρονια· τα χρονια σου ειναι σε γενεεσ γενεων. αρχικα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσυ θεμελιωσεσ τη γη, και οι ουρανοι ειναι εργα των χεριων σου. αυτοι θα απολεστουν, εσυ ομωσ παραμενεισ· και ολοι θα παλιωσουν σαν ιματιο· θα τουσ τυλιξεισ σαν περικαλυμμα, και θα αλλαχτουν· εσυ, ομωσ, εισαι ο ιδιοσ και τα χρονια σου δεν θα εκλειψουν. οι γιοι των δουλων σου θα κατοικουν, και το σπερμα τουσ θα παραμενει μπροστα σου.

103

ψαλμοσ του δαβιδ. ευλογει, ω ψυχη μου, τον κυριο· και καθε τι που ειναι μεσα μου, το ονομα του το αγιο. ευλογει, ω ψυχη μου, τον κυριο, και μη ξεχνασ ολεσ τισ ευεργεσιεσ του· αυτον που συγχωρει ολεσ τισ ανομιεσ σου· αυτον που γιατρευει ολεσ τισ αρρωστιεσ σου· αυτον που λυτρωνει απο τη φθορα τη ζωη σου· αυτον που σε στεφανωνει με ελεοσ και οικτιρμουσ· αυτον που χορταινει τα γηρατεια σου με αγαθα· η νεοτητα σου ανανεωνεται σαν του αετου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κανει δικαιοσυνη και κριση σε ολουσ εκεινουσ που αδικουνται. φανερωσε τουσ δρομουσ του στον μωυση, τα εργα του στουσ γιουσ ισραηλ. οικτιρμονασ και ελεημονασ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μακροθυμοσ και πολυελεοσ. δεν θα δικολογει για παντα ουτε θα διατηρει την οργη του στον αιωνα. δεν εκανε σε μασ συμφωνα με τισ αμαρτιεσ μασ ουτε ανταπεδωσε σε μασ συμφωνα με τισ ανομιεσ μασ. επειδη, οσο ειναι το υψοσ του ουρανου επανω απο τη γη, τοσο μεγαλο ειναι το ελεοσ του σ' αυτουσ που τον φοβουνται. οσο απεχει η ανατολη απο τη δυση, τοσο μακρια εστειλε απο μασ τισ ανομιεσ μασ. καθωσ ο πατερασ σπλαχνιζεται τα παιδια του, ετσι και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σπλαχνιζεται αυτουσ που τον φοβουνται. επειδη, αυτοσ γνωριζει την πλαση μασ, θυμαται οτι ειμαστε χωμα. οι ημερεσ του ανθρωπου ειναι σαν το χορταρι· σαν το ανθοσ του χωραφιου, ετσι ανθιζει· επειδη, ο ανεμοσ περναει απο πανω του, και δεν υπαρχει πλεον· και ο τοποσ του δεν το γνωριζει πλεον. το ελεοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι απο τον αιωνα και μεχρι τον αιωνα, επανω σ' αυτουσ που τον φοβουνται· και η δικαιοσυνη του επανω στουσ γιουσ των γιων· επανω σ' εκεινουσ που τηρουν τη διαθηκη του, και σ' εκεινουσ που θυμουνται τισ εντολεσ του, για να τισ εκπληρωνουν. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ετοιμασε τον θρονο του στον ουρανο, και η βασιλεια του δεσποζει τα παντα. ευλογειτε τον κυριο, αγγελοι του, δυνατοι με δυναμη, εκεινοι που εκτελουν τον λογο του, εκεινοι που υπακουν στη φωνη του λογου του. ευλογειτε τον κυριο, ολεσ οι δυναμεισ του· οι λειτουργοι του, εκεινοι που εκτελουν το θελημα του. ευλογειτε τον κυριο, ολα τα εργα του, σε καθε τοπο τησ δεσποτειασ του. ευλογει, ω ψυχη μου, τον κυριο.

104

ευλογει, ω ψυχη μου, τον κυριο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε μου, μεγαλυνθηκεσ υπερβολικα· τιμη και μεγαλοπρεπεια εισαι ντυμενοσ· αυτοσ που περιτυλιγεται το φωσ σαν ιματιο, αυτοσ που απλωνει τον ουρανο σαν καταπετασμα· αυτοσ που στεγαζει με νερα τα υπερωα του· αυτοσ που κανει τα συννεφα δικη του αμαξα· αυτοσ που περπαταει επανω σε φτερουγεσ ανεμων· αυτοσ που κανει τουσ αγγελουσ του πνευματα, τουσ λειτουργουσ του φλογα φωτιασ· αυτοσ που θεμελιωνει τη γη επανω στη βαση τησ, για να μη σαλευθει στον αιωνα του αιωνα. την καλυψεσ με την αβυσσο σαν με ιματιο· τα νερα σταθηκαν επανω στα βουνα· απο την επιτιμηση σου εφυγαν· απο τη φωνη τησ βροντησ σου εφυγαν με βια· ανεβηκαν στα βουνα, κατεβηκαν στισ κοιλαδεσ, στον τοπο που διορισεσ γι' αυτα· εθεσεσ οριο, που δεν θα το υπερβουν ουτε θα επιστρεψουν για να σκεπασουν τη γη. αυτοσ που εξαποστελλει πηγεσ στισ φαραγγεσ, για να ρεουν αναμεσα στα βουνα· ποτιζουν ολα τα θηρια του χωραφιου· τα αγρια γαιδουρια σβηνουν τη διψα τουσ· κοντα τουσ κατασκηνωνουν τα πουλια του ουρανου, και κελαηδουν αναμεσα στα κλαδια. αυτοσ που ποτιζει τα βουνα απο τα υπερωα του· απο τον καρπο των εργων σου χορταινει η γη. αυτοσ που αναδιδει χορταρι για τα κτηνη, και βοτανη για χρηση του ανθρωπου, για να βγαζει τροφη απο τη γη, και κρασι που ευφραινει την καρδια του ανθρωπου, λαδι για να λαμπρυνει το προσωπο του, και ψωμι που στηριζει την καρδια του ανθρωπου. χορτασαν τα δεντρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· οι κεδροι του λιβανου, που φυτεψε· οπου τα πουλια κανουν φωλιεσ· τα πευκα ειναι η κατοικια του πελαργου. τα ψηλα βουνα ειναι για τισ δορκαδεσ· οι πετρεσ ειναι καταφυγιο στα δασυποδα ζωα. εκανε το φεγγαρι για τουσ καιρουσ· ο ηλιοσ γνωριζει τη δυση του. φερνεισ σκοταδι, και γινεται νυχτα· μεσα σ' αυτη περιφερονται ολα τα θηρια του δασουσ· τα λιονταρακια βρυχαζουν για να αρπαξουν, και να ζητησουν απο τον θεο την τροφη τουσ. ο ηλιοσ ανατελλει· μαζευονται, και πλαγιαζουν στα σπηλαια τουσ· βγαινει ο ανθρωποσ στο εργο του, και στην εργασια του μεχρι το βραδυ. ποσο μεγαλα ειναι τα εργα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! με σοφια εφτιαξεσ τα παντα· η γη ειναι γεματη απο τα εργα σου· αυτη η θαλασσα η μεγαλη και ευρυχωρη· εκει υπαρχουν αναριθμητα ερπετα, ζωα μικρα μαζι με μεγαλα· εκει ταξιδευουν τα πλοια· εκει ειναι αυτοσ ο λευιαθαν, που τον εφτιαξεσ για να παιζει μεσα σ' αυτη. ολα αυτα ελπιζουν σε σενα, για να τουσ δωσεισ την τροφη τουσ στον καιρο τουσ. τουσ δινεισ, μαζευουν· ανοιγεισ το χερι σου, χορταινουν αγαθα. αποστρεφεισ το προσωπο σου, ταραζονται· σηκωνεισ την πνοη τουσ, πεθαινουν, και γυριζουν στο χωμα τουσ· στελνεισ το πνευμα σου, κτιζονται, και ανανεωνεισ το προσωπο τησ γησ. η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ ειναι στον αιωνα· ασ ευφραινεται φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στα εργα του· αυτοσ που επιβλεπει επανω στη γη, και την κανει να τρεμει· αγγιζει τα βουνα, και καπνιζουν. ενοσω ζω θα ψαλλω στον κυριο· θα ψαλμωδω στον θεο μου ενοσω υπαρχω. η μελετη μου σ' αυτον θα ειναι γλυκια· εγω θα ευφραινομαι στον κυριο. ασ εκλειψουν οι αμαρτωλοι απο τη γη, και οι ασεβεισ ασ μη υπαρχουν πλεον. ευλογει, ω ψυχη μου, τον κυριο. αλληλουια.

105

δοξολογειτε τον κυριο· επικαλειστε το ονομα του· καντε γνωστα τα εργα του στουσ λαουσ. ψαλλετε σ' αυτον· ψαλμωδειτε σ' αυτον· μιλατε για ολα τα θαυμασια του. καυχαστε στο αγιο του ονομα· ασ ευφραινεται η καρδια εκεινων που εκζητουν τον κυριο. ζητατε τον κυριο και τη δυναμη του· εκζητατε το προσωπο του παντοτινα. να θυμαστε τα θαυμαστα του εργα που εκανε· τα τεραστια μεγαλεια του και τισ κρισεισ του στοματοσ του· εσεισ, σπερμα του αβραhαμ του δουλου του, γιοι του ιακωβ, οι εκλεκτοι του. αυτοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ· οι κρισεισ του ειναι σε ολη τη γη. να θυμαστε παντοτε τη διαθηκη του, τη διαθηκη του λογου τον οποιο προσταξε σε χιλιεσ γενεεσ, τη διαθηκη που εκανε στον αβραhαμ, και τον ορκο του στον ισαακ· και τον επιβεβαιωσε στον ιακωβ ωσ νομο, προσ τον ισραηλ ωσ μια αιωνια διαθηκη, λεγοντασ: σε σενα θα δωσω τη γη χανααν, για μεριδα τησ κληρονομιασ σασ. ενω αυτοι ησαν λιγοστοι σε αριθμο, λιγοι, και παροικοι σ' αυτη, και διερχονταν απο εθνοσ σε εθνοσ, απο βασιλεια σε αλλον λαο, δεν αφησε ανθρωπο να τουσ αδικησει· μαλιστα, για χατηρι τουσ ελεγξε βασιλιαδεσ, λεγοντασ: μη αγγιξετε τουσ χρισμενουσ μου, και μη κακοποιησετε τουσ προφητεσ μου. και εφερε πεινα επανω στη γη· συντριψε καθε στηριγμα αρτου. απεστειλε πριν απ' αυτουσ εναν ανθρωπο, τον ιωσηφ, που πουληθηκε ωσ δουλοσ· του οποιου τα ποδια εσφιξαν μεσα σε δεσμα· τον εβαλαν στα σιδερα· μεχρι ναρθει ο λογοσ του· ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον δοκιμασε. εστειλε ο βασιλιασ, και τον ελυσε· ο αρχοντασ των λαων, και τον ελευθερωσε. τον κατεστησε κυριο του οικου του, και αρχοντα σε ολα τα κτηματα του· για να παιδαγωγει τουσ αρχοντεσ του, κατα την αρεσκεια του, και να διδαξει στουσ πρεσβυτερουσ του σοφια. τοτε, ηρθε ο ισραηλ στην αιγυπτο, και ο ιακωβ παροικησε στη γη χαμ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυξησε τον λαο του υπερβολικα, και τον ενδυναμωσε περισσοτερο απο τουσ εχθρουσ του. η καρδια τουσ στραφηκε στο να μισουν τον λαο του, στο να δολιευονται τουσ δουλουσ του. εστειλε τον δουλο του τον μωυση, και τον ααρων που τον εκλεξε. εκτελεσε αναμεσα τουσ τα λογια των σημειων του, και τα θαυμαστα του εργα στη γη χαμ. εστειλε σκοταδι, και σκοτεινιασε· και δεν απειθησαν στα λογια του. μετετρεψε τα νερα σε αιμα, και θανατωσε τα ψαρια τουσ. η γη τουσ ανεβρυσε βατραχια, μεχρι μεσα στα ταμεια των βασιλιαδων τουσ. ειπε, και ηρθε κυνομυγα, και σκνιπεσ σε ολα τα ορια τουσ. τουσ εδωσε χαλαζι αντι για βροχη, και φλογερη φωτια στη γη τουσ· και χτυπησε τα αμπελια τουσ, και τισ συκιεσ τουσ, και συντριψε τα δεντρα στα ορια τουσ. ειπε, και ηρθε ακριδα, και βρουχοσ αναριθμητοσ· και κατεφαγε ολο το χορταρι στη γη τουσ, και κατεφαγε τον καρπο τησ γησ τουσ. και χτυπησε καθε πρωτοτοκο στη γη τουσ, την απαρχη καθε δυναμησ τουσ. και τουσ εβγαλε μαζι με ασημι και χρυσαφι, και δεν υπηρχε ασθενησ στισ φυλεσ τουσ. στην εξοδο τουσ ευφρανθηκε η αιγυπτοσ· επειδη, ο φοβοσ τουσ ειχε πεσει επανω τουσ. απλωσε νεφελη για να τουσ σκεπαζει, και φωτια για να φεγγει τη νυχτα. ζητησαν, και τουσ εφερε ορτυκια· και με ψωμι ουρανου τουσ χορτασε. ανοιξε την πετρα, και ανεβλυσαν νερα, και ερρευσαν ποταμια μεσα απο ανυδρουσ τοπουσ. επειδη, θυμηθηκε τον αγιο λογο του, που ειπε στον αβραhαμ, τον δουλο του. και εβγαλε τον λαο του με αγαλλιαση, τουσ εκλεκτουσ του με χαρα· και τουσ εδωσε τα εδαφη των εθνων, και κληρονομησαν τουσ κοπουσ των λαων· για να τηρουν τα διαταγματα του, και να εκτελουν τουσ νομουσ του. αλληλουια.

106

αλληλουια. αινειτε τον κυριο, επειδη ειναι αγαθοσ· επειδη, το ελεοσ του μενει στον αιωνα. ποιοσ μπορει να κηρυξει τα κραταια εργα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, να κανει ακουστεσ ολεσ τισ αινεσεισ του; μακαριοι εκεινοι που φυλαττουν κριση, εκεινοι που εκτελουν δικαιοσυνη παντοτε. θυμησου με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στην ευμενεια που δειχνεισ στον λαο σου· επισκεψου με στη σωτηρια σου· για να βλεπω το καλο των εκλεκτων σου, για να ευφραινομαι στην ευφροσυνη του εθνουσ σου, για να καυχωμαι μαζι με την κληρονομια σου. αμαρτησαμε, μαζι με τουσ πατερεσ μασ· ανομησαμε, ασεβησαμε. οι πατερεσ μασ στην αιγυπτο δεν καταλαβαν τα θαυμαστα εργα σου· δεν θυμηθηκαν το πληθοσ του ελεουσ σου, και σε παροργισαν στη θαλασσα, στην ερυθρα θαλασσα. και ομωσ, τουσ εσωσε για χαρη του ονοματοσ του, για να κανει γνωστα τα κραταια εργα του. και επιτιμησε την ερυθρα θαλασσα, και ξεραθηκε· και τουσ διαπερασε μεσα απο τισ αβυσσουσ σαν μεσα απο ερημο· και τουσ εσωσε απο το χερι εκεινου που τουσ μισουσε, και τουσ λυτρωσε απο το χερι του εχθρου. και τα νερα σκεπασαν ολοκληρωτικα τουσ εχθρουσ τουσ· δεν εμεινε απ' αυτουσ ουτε ενασ. τοτε, πιστεψαν στα λογια του· εψαλαν την αινεση του. ομωσ, γρηγορα ξεχασαν τα εργα του· δεν περιμεναν τη βουλη του· αλλα, επιθυμησαν επιθυμια στην ερημο, και πειραξαν τον θεο μεσα σε ανυδρη γη. και εδωσε σ' αυτουσ το αιτημα τουσ· τουσ εστειλε, ομωσ, θανατηφορα αρρωστια. ακομα, φθονησαν τον μωυση στο στρατοπεδο, και τον ααρων, τον αγιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. η γη ανοιξε και καταπιε τον δαθαν, και σκεπασε τη σκηνη του αβειρων· και βγηκε φωτια στη συναγωγη τουσ· η φλογα κατεκαψε τουσ ασεβεισ. κατασκευασαν ενα μοσχαρι στο χωρηβ, και προσκυνησαν το χωνευτο· και αλλαξαν τη δοξα τουσ σε ομοιωμα βοδιου που τρωει χορταρι. ξεχασαν τον θεο, τον σωτηρα τουσ, αυτον που εκανε τα μεγαλεια στην αιγυπτο· θαυμασια στη γη του χαμ· φοβερα στην ερυθρα θαλασσα. και ειπε να τουσ εξολοθρευσει, αν ο μωυσησ ο εκλεκτοσ του δεν στεκοταν μπροστα του στη θραυση, για να αποτρεψει την οργη του, ωστε να μη τουσ αφανισει. ακομα, καταφρονησαν την επιθυμητη γη· δεν πιστεψαν στον λογο του· και γογγυσαν στισ σκηνεσ τουσ· δεν εισακουσαν τη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. γι' αυτο, σηκωσε το χερι του εναντιον τουσ, για να τουσ καταστρεψει στην ερημο· και να στρεψει το σπερμα τουσ αναμεσα στα εθνη, και να τουσ διασκορπισει στουσ τοπουσ. και προσκολληθηκαν στον βεελ-φεγωρ, και εφαγαν θυσιεσ νεκρων· και τον παροξυναν με τα εργα τουσ, ωστε ορμησε καταπανω τουσ η πληγη. αλλα, καθωσ σταθηκε ο φινεεσ, εκανε κριση· και η πληγη σταματησε· και λογαριαστηκε σ' αυτον για δικαιοσυνη, σε γενεα και γενεα, και μεχρι τον αιωνα. και τον παροξυναν στα νερα τησ αντιλογιασ· και ο μωυσησ επαθε γι' αυτουσ κακο· επειδη, παροργισαν το πνευμα του, ωστε με τα χειλη του μιλησε αστοχαστα. δεν εξολοθρευσαν τα εθνη, που τουσ προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αλλα ανακατευτηκαν με τα εθνη, και εμαθαν τα εργα τουσ· και λατρευσαν τα γλυπτα τουσ, που εγιναν σ' αυτουσ παγιδα· και θυσιασαν τουσ γιουσ τουσ και τισ θυγατερεσ τουσ στα δαιμονια· και εχυσαν αθωο αιμα, το αιμα των γιων τουσ και των θυγατερων τουσ, που θυσιασαν στα γλυπτα τησ χανααν· και μολυνθηκε η γη απο αιματα. και μολυνθηκαν με τα εργα τουσ, και πορνευσαν με τισ πραξεισ τουσ. γι' αυτο, η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναψε εναντια στον λαο του, και βδελυχθηκε την κληρονομια του. και τουσ παρεδωσε στα χερια των εθνων· και τουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν εκεινοι που τουσ μισουσαν. και τουσ εθλιψαν οι εχθροι τουσ, και ταπεινωθηκαν κατω απο τα χερια τουσ. πολλεσ φορεσ τουσ λυτρωσε, αλλ' αυτοι τον παροργισαν με τισ βουλεσ τουσ· γι' αυτο, ταπεινωθηκαν εξαιτιασ τησ ανομιασ τουσ. παρολ' αυτα, επεβλεψε στη θλιψη τουσ, οταν ακουσε την κραυγη τουσ· και θυμηθηκε τη διαθηκη που ειχε κανει σ' αυτουσ, και μεταμεληθηκε συμφωνα με το πληθοσ του ελεουσ του. και τουσ εκανε να βρουν ελεοσ μπροστα σε ολουσ αυτουσ που τουσ αιχμαλωτισαν. σωσε μασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ, και συγκεντρωσε μασ απο τα εθνη, για να δοξολογουμε το αγιο ονομα σου, και να καυχωμαστε στην αινεση σου. ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, απο τον αιωνα και μεχρι τον αιωνα· και ολοκληροσ ο λαοσ ασ λεει: αμην. αλληλουια.

107

δοξολογειτε τον κυριο, επειδη ειναι αγαθοσ, επειδη το ελεοσ του μενει στον αιωνα. ετσι ασ λενε οι λυτρωμενοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που τουσ λυτρωσε απο το χερι του εχθρου· και τουσ συγκεντρωσε απο τισ χωρεσ, απο τον βορρα και απο τον νοτο. περιπλανιονταν στην ερημο, σε δρομο ανυδρο· ουτε εβρισκαν πολη για κατοικηση. ησαν πεινασμενοι και διψασμενοι· η ψυχη τουσ μεσα τουσ απεκαμε. τοτε, μεσα στη θλιψη τουσ, βοησαν στον κυριο· και τουσ ελευθερωσε απο τισ αναγκεσ τουσ. και τουσ οδηγησε μεσα απο ισιον δρομο, για να πανε σε πολη κατοικησησ. ασ υμνολογουν στον κυριο τα ελεη του, και τα θαυμαστα εργα του προσ τουσ γιουσ των ανθρωπων· επειδη, ψυχη που διψουσε τη χορτασε, και ψυχη που πεινουσε τη γεμισε απο αγαθα. σ' αυτουσ που καθονται στο σκοταδι και στη σκια του θανατου, στουσ δεμενουσ με θλιψη και με σιδερο· επειδη, απειθησαν στα λογια του θεου, και καταφρονησαν τη βουλη του υψιστου· γι' αυτο, ταπεινωσε την καρδια τουσ μεσα σε κοπο· επεσαν, και δεν υπηρχε καποιοσ για να τουσ βοηθησει. τοτε, μεσα στη θλιψη τουσ, βοησαν στον κυριο και τουσ εσωσε απο τισ αναγκεσ τουσ· τουσ εβγαλε απο το σκοταδι, και απο τη σκια του θανατου, και συντριψε τα δεσμα τουσ. ασ υμνολογουν στον κυριο τα ελεη του, και τα θαυμαστα εργα του, που κανει προσ τουσ γιουσ των ανθρωπων· επειδη, συντριψε χαλκινεσ πυλεσ, και κατεκοψε σιδερενιουσ μοχλουσ. οι αφρονεσ βασανιζονται εξαιτιασ των παραβασεων τουσ, και εξαιτιασ των ανομιων τουσ. η ψυχη τουσ αηδιαζει καθε φαγητο, και πλησιαζουν μεχρι τισ πυλεσ του θανατου. τοτε, βοουν στον κυριο μεσα στη θλιψη τουσ, και τουσ σωζει απο τισ αναγκεσ τουσ· αποστελλει τον λογο του και τουσ γιατρευει, και τουσ ελευθερωνει απο τη φθορα τουσ. ασ υμνολογουν στον κυριο τα ελεη του, και τα θαυμαστα εργα του που κανει προσ τουσ γιουσ των ανθρωπων· και ασ θυσιαζουν θυσιεσ αινεσησ, και ασ κηρυττουν τα εργα του με αγαλλιαση. αυτοι που κατεβαινουν στη θαλασσα με πλοια, που κανουν εργασιεσ σε πολλα νερα, αυτοι βλεπουν τα εργα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τα θαυμαστα εργα του, που γινονται στα βαθη. επειδη, προσταζει, και σηκωνεται ανεμοσ καταιγιδασ, και ξεσηκωνει τα κυματα τησ. ανεβαινουν μεχρι τουσ ουρανουσ, και κατεβαινουν μεχρι τισ αβυσσουσ· η ψυχη τουσ λιωνει απο τη συμφορα· σειονται και κλονιζονται, οπωσ αυτοσ που μεθαει, και ολοκληρη η σοφια τουσ χανεται. τοτε, κραζουν προσ τον κυριο, μεσα στη θλιψη τουσ, και τουσ βγαζει μεσα απο τισ αναγκεσ τουσ. κατασιγαζει την ανεμοζαλη, και τα κυματα τησ σιωπουν. και ευφραινονται, επειδη ησυχασαν· και τουσ οδηγει στο επιθυμητο λιμανι τουσ. ασ υμνολογουν στον κυριο τα ελεη του, και τα θαυμαστα εργα του, που κανει προσ τουσ γιουσ των ανθρωπων· και ασ τον υψωνουν μεσα στη συναξη του λαου, και μεσα στο συνεδριο των πρεσβυτερων ασ τον αινουν. μεταβαλλει ποταμια σε ερημο, και πηγεσ νερων σε ξηρασια· την καρποφορα γη σε αλμυρη, εξαιτιασ τησ κακιασ εκεινων που κατοικουν σ' αυτη. μεταβαλλει την ερημο σε λιμνεσ νερων, και την ξερη γη σε πηγεσ νερων. και εκει κατοικιζει τουσ πεινασμενουσ, και συγκροτουν πολεισ για κατοικηση· και σπερνουν χωραφια, και φυτευουν αμπελωνεσ, που κανουν καρπουσ γεννηματοσ. και τουσ ευλογει, και πληθαινουν υπερβολικα, και δεν λιγοστευει τα κτηνη τουσ. λιγοστευουν ομωσ επειτα, και ταπεινωνονται, απο τη στενοχωρια, τη συμφορα, και τον πονο. επιχεει καταφρονηση επανω στουσ αρχοντεσ, και τουσ κανει να περιπλανιουνται μεσα σε αβατη ερημο. τον πενητα, ομωσ, τον υψωνει απο τη φτωχεια του, και κανει τισ οικογενειεσ σαν κοπαδια. οι ευθεισ βλεπουν, και ευφραινονται· και καθε ανομια θα βουλωσει το στομα τησ. οποιοσ ειναι σοφοσ, ασ τα παρατηρει αυτα· και θα καταλαβουν τα ελεη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

108

ετοιμη ειναι η καρδια μου, θεε· θα ψαλλω, και θα ψαλμωδω μεσα στη δοξα μου. ξυπνα, ψαλτηρι, και κιθαρα· θα ξυπνησω το πρωι. θα σε επαινεσω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αναμεσα στουσ λαουσ, και θα ψαλμωδω σε σενα αναμεσα στα εθνη· επειδη, το ελεοσ σου μεγαλυνθηκε μεχρι τουσ ουρανουσ· και η αληθεια σου μεχρι τα συννεφα. υψωσου, θεε, ψηλοτερα απο τουσ ουρανουσ· και η δοξα σου ασ ειναι επανω σε ολοκληρη τη γη· για να ελευθερωνονται οι αγαπητοι σου· με το δεξι σου χερι σωσε με, και εισακουσε με. ο θεοσ μιλησε μεσα στο αγιαστηριο του· θα χαιρομαι, θα διαμοιρασω τη συχεμ, και θα μετρησω περα ωσ περα την κοιλαδα σοκχωθ· δικοσ μου ειναι ο γαλααδ, δικοσ μου ο μανασσησ· ο μεν εφραιμ ειναι η δυναμη του κεφαλιου μου· ο δε ιηhυδασ, ο νομοθετησ μου· ο μωαβ ειναι η λεκανη του πλυσιματοσ μου· επανω στον εδωμ θα ριξω το υποδημα μου· θα αλαλαξω επανω στην παλαιστινη. ποιοσ θα με φερει στην περιτειχισμενη πολη; ποιοσ θα με οδηγησει μεχρι τον εδωμ; οχι εσυ, θεε, που μασ απερριψεσ; και δεν θα βγεισ, θεε, μαζι με τα στρατευματα μασ; βοηθησε μασ απο τη θλιψη, επειδη ματαιη ειναι η σωτηρια απο τουσ ανθρωπουσ. με τον θεο θα κανουμε ανδραγαθηματα· κι αυτοσ θα καταπατησει τουσ εχθρουσ μασ.

109

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. θεε τησ αινεσησ μου, μη σιωπησεισ· επειδη, το στομα ενοσ ασεβη, και το στομα ενοσ δολιου, ανοιξαν εναντιον μου, μιλησαν εναντιον μου με αναληθη γλωσσα· και με περικυκλωσαν με λογια μισουσ, και με πολεμησαν χωρισ αιτια. αντι τησ αγαπησ μου, ειναι αντιδικοι σε μενα· εγω, ομωσ, προσευχομαι. και ανταπεδωσαν σε μενα κακο αντι για καλο, και μισοσ αντι τησ αγαπησ μου. βαλε εναν ασεβη επανω του· και ο διαβολοσ ασ στεκεται απο τα δεξια του. και οταν κρινεται, ασ βγει καταδικασμενοσ· και η προσευχη του ασ γινει σε αμαρτια. οι ημερεσ του ασ γινουν λιγεσ· την επισκοπη του ασ παρει αλλοσ. οι γιοι του ασ γινουν ορφανοι, και η γυναικα του χηρα. και ασ περιπλανιουνται οι γιοι του παντοτε, και ασ γινουν ζητιανοι, και ασ ζητουν μεσα απο τα ερειπια τουσ. ο δανειστησ ασ παγιδεψει ολα τα υπαρχοντα του· και οι ξενοι ασ διαρπαξουν τουσ κοπουσ του. ασ μη υπαρχει καποιοσ που να τον ελεει, και ασ μη βρεθει καποιοσ που να οικτειρει τα ορφανα του. ασ εξολοθρευτουν τα εγγονια του· στην επερχομενη γενεα ασ εξαλειφθει το ονομα τουσ. ασ ερθει σε ενθυμηση μπροστα στον κυριο η ανομια των πατερων του· και η αμαρτια τησ μητερασ του ασ μη εξαλειφθει· ασ ειναι παντοτε μπροστα στον κυριο, για να αποκοψει απο τη γη την ενθυμηση τουσ. επειδη, δεν θυμηθηκε να κανει ελεοσ· αλλα κατετρεξε ανθρωπον πενητα και φτωχο, για να θανατωσει τον συντριμμενον στην καρδια. επειδη, αγαπησε καταρα, ασ ερθει επανω του· μια που δεν θελησε ευλογια, ασ απομακρυνθει απ' αυτον. επειδη, ντυθηκε την καταρα σαν ιματιο του, ασ μπει στα εντοσθια του σαν νερο, και σαν λαδι στα κοκαλα του· ασ γινει σ' αυτον σαν το ιματιο που ντυνεται, και σαν τη ζωνη που παντοτε περιζωνεται. αυτη ασ ειναι απο τον κυριο η αμοιβη των αντιδικων μου, και εκεινων που μιλουν κακα εναντια στην ψυχη μου. αλλα, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ενεργησε μαζι μου, χαρη του ονοματοσ σου· επειδη, το ελεοσ σου ειναι αγαθο, λυτρωσε με. για τον λογο οτι, ειμαι φτωχοσ και πενητασ, και η καρδια μου ειναι μεσα μου πληγωμενη. περασα σαν σκια, οταν φευγει· εκτιναζομαι σαν ακριδα. τα γονατα μου ατονησαν απο τη νηστεια, και η σαρκα μου ξεπεσε απο το παχοσ τησ. και εγω εγινα σ' αυτουσ ντροπη· οταν με ειδαν, κουνησαν τα κεφαλια τουσ. βοηθησε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μου· σωσε με, συμφωνα με το ελεοσ σου· και ασ γνωρισουν οτι τουτο ειναι το χερι σου· οτι εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το εκανεσ. αυτοι θα καταρωνται, εσυ ομωσ θα ευλογεισ· θα σηκωθουν, εντουτοισ θα καταντροπιαστουν· ο δουλοσ σου, ομωσ, θα ευφραινεται. οι αντιδικοι μου ασ ντυθουν ντροπη· και ασ φορεσουν την αισχυνη τουσ σαν επανωφορι. θα δοξολογω τον κυριο με το στομα μου σε υπερβολικο βαθμο, και θα τον υμνολογω αναμεσα σε πολλουσ· επειδη, στεκεται στα δεξια του φτωχου, για να τον λυτρωνει απο εκεινουσ που καταδικαζουν την ψυχη του.

110

ψαλμοσ του δαβιδ. ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον κυριο μου: καθησε απο τα δεξια μου, μεχρισ οτου βαλω τουσ εχθρουσ σου υποποδιο των ποδιων σου. απο τη σιων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα στειλει τη ραβδο τησ δυναμησ σου· καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυε αναμεσα στουσ εχθρουσ σου. ο λαοσ σου θα ειναι προθυμοσ την ημερα τησ δυναμησ σου, μεσα στο μεγαλοπρεπεσ αγιαστηριο του· οι νεοι σου θα ειναι σε σενα σαν τη δροσο, που βγαινει απο τη μητρα τησ αυγησ. ορκιστηκε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δεν θα μεταμεληθει: εσυ εισαι ιερεασ στον αιωνα, συμφωνα με την ταξη μελχισεδεκ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειναι απο τα δεξια σου, θα συντριψει βασιλιαδεσ την ημερα τησ οργησ του. θα κρινει μεσα στα εθνη· θα γεμισει τη γη απο πτωματα· θα συντριψει το κεφαλι εκεινου που δεσποζει σε πολλουσ τοπουσ. θα πιει απο τον χειμαρρο στον δρομο του· γι' αυτο, θα υψωσει κεφαλι.

111

αινειτε τον κυριο. θα εξυμνω τον κυριο με ολη την καρδια, μεσα σε βουλη ευθεων, και σε συναξη. μεγαλα τα εργα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εξακριβωμενα απο ολουσ εκεινουσ που βρισκουν ευχαριστηση σ' αυτα. ενδοξο και μεγαλοπρεπεσ το εργο του, και η δικαιοσυνη του μενει στον αιωνα. εκανε τα θαυμαστα του εργα αξια ενθυμησησ· ελεημονασ και οικτιρμονασ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. εδωσε τροφη σ' αυτουσ που τον φοβουνται· θα θυμαται τη διαθηκη του παντοτε. εχει αναγγειλει στον λαο του τη δυναμη των εργων του, για να τουσ δωσει κληρονομια εθνων. τα εργα των χεριων του ειναι αληθεια και κριση· ολεσ οι εντολεσ του αληθινεσ· ειναι στερεωμενεσ στον αιωνα του αιωνα, εχουν γινει με αληθεια και ευθυτητα. εστειλε λυτρωση στον λαο του· διορισε τη διαθηκη του στον αιωνα· αγιο και φοβερο το ονομα του. η αρχη τησ σοφιασ ειναι ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ολοι εκεινοι που τισ εκτελουν, εχουν καλη συνεση· η αινεση του μενει στον αιωνα.

112

αινειτε τον κυριο. μακαριοσ ο ανθρωποσ που φοβαται τον κυριο· στισ εντολεσ του βρισκει υπερβολικη ευχαριστηση. το σπερμα του θα ειναι δυνατο μεσα στη γη· η γενεα των ευθεων θα ευλογηθει· αγαθα και πλουτη θα ειναι στην οικογενεια του, και η δικαιοσυνη του θα μενει παντοτινα. φωσ ανατελλει στο σκοταδι για τουσ ευθεισ· ειναι ελεημονασ, και οικτιρμονασ, και δικαιοσ. ο καλοσ ανθρωποσ ελεει και δανειζει· οικονομει τα πραγματα του με κριση. σιγουρα, ποτε δεν θα κλονιστει· ο δικαιοσ θα ειναι σε παντοτινη αναμνηση. απο κακη φημη δεν θα φοβηθει· η καρδια του ειναι στερεη, ελπιζοντασ στον κυριο. η καρδια του ειναι στηριγμενη· δεν θα φοβηθει, μεχρισ οτου δει την εκδικηση επανω στουσ εχθρουσ του. σκορπισε, εδωσε στουσ πενητεσ· η δικαιοσυνη του μενει στον αιωνα· το κερασ του θα υψωθει με δοξα. ο ασεβησ θα δει, και θα οργιστει· θα τριξει τα δοντια του, και θα διαλυθει· η επιθυμια των ασεβων θα απολεστει.

113

αινειτε τον κυριο. αινειτε, δουλοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αινειτε το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ασ ειναι το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευλογημενο, απο τωρα και μεχρι τον αιωνα. απο τισ ανατολεσ του ηλιου μεχρι τισ δυσεισ του, ασ αινειται το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι υψηλοσ επανω σε ολα τα εθνη· επανω στουσ ουρανουσ ειναι η δοξα του. ποιοσ ειναι οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ; αυτοσ που κατοικει στα υψηλα· αυτοσ που συγκατεβαινει να επιβλεπει οσα ειναι στον ουρανο και οσα ειναι στη γη· αυτοσ που σηκωνει απο το χωμα τον φτωχο, και που ανυψωνει απο την κοπρια τον πενητα, για να τον καθισει μαζι με τουσ αρχοντεσ, μαζι με τουσ αρχοντεσ του λαου του· αυτοσ που κατοικιζει τη στειρα σε οικογενεια, μητερα που ευφραινεται σε παιδια. αλληλουια.

114

οταν ο ισραηλ βγηκε απο την αιγυπτο, ο οικοσ του ιακωβ απο εναν βαρβαρο λαο, ο ιηhυδασ εγινε αγιοσ του, ο ισραηλ δεσποτεια του. η θαλασσα ειδε και εφυγε· ο ιορδανησ, στραφηκε προσ τα πισω· τα βουνα σκιρτησαν σαν κριαρια, οι λοφοι σαν αρνια. τι σου συνεβηκε θαλασσα, οτι εφυγεσ; και εσυ ιορδανη, οτι στραφηκεσ προσ τα πισω; τα ορη, οτι σκιρτησατε σαν κριαρια; και οι λοφοι, σαν αρνια; τρεμε, γη, απο το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο το προσωπο του θεου του ιακωβ· ο οποιοσ μετεβαλε την πετρα σε λιμνεσ νερων, τον σκληρο βραχο σε πηγεσ νερων.

115

οχι σε μασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οχι σε μασ, αλλα στο ονομα σου δωσε τη δοξα, χαρη του ελεουσ σου, χαρη τησ αληθειασ σου. γιατι να πουν τα εθνη: και που ειναι ο θεοσ τουσ; αλλα, ο θεοσ μασ ειναι στον ουρανο· ολα οσα θελησε δημιουργησε. τα ειδωλα τουσ ειναι ασημι και χρυσαφι, εργα χεριων ανθρωπων· στομα εχουν, και δεν μιλουν· ματια εχουν, και δεν βλεπουν· αυτια εχουν, και δεν ακουν· ρουθουνια εχουν, και οσφρηση δεν εχουν· χερια εχουν, και δεν ψηλαφουν· ποδια εχουν, και δεν περπατουν· ουτε μιλουν με τον λαρυγγα τουσ. ομοιοι μ' αυτα ασ γινουν αυτοι που τα φτιαχνουν, καθενασ που ελπιζει σ' αυτα. ο ισραηλ ελπισε στον κυριο· αυτοσ ειναι βοηθοσ και ασπιδα τουσ. ο οικοσ ααρων ελπισε στον κυριο· αυτοσ ειναι βοηθοσ και ασπιδα τουσ. αυτοι που φοβουνται τον κυριο, ελπισαν στον κυριο· αυτοσ ειναι βοηθοσ και ασπιδα τουσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ θυμηθηκε· θα ευλογει, θα ευλογει τον οικο ισραηλ· θα ευλογει τον οικο ααρων. θα ευλογει αυτουσ που φοβουνται τον κυριο, τουσ μικρουσ μαζι με τουσ μεγαλουσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σασ αυξησει, εσασ, και τα παιδια σασ. εσεισ ειστε οι ευλογημενοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh που δημιουργησε τον ουρανο και τη γη. οι ουρανοι των ουρανων ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τη γη ομωσ την εδωσε στουσ γιουσ των ανθρωπων. οι νεκροι δεν θα αινεσουν τον κυριο ουτε ολοι εκεινοι που κατεβαινουν σε τοπο τησ σιωπησ· εμεισ, ομωσ, θα ευλογουμε τον κυριο, απο τωρα και μεχρι τον αιωνα. αλληλουια.

116

χαιρομαι που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εισακουσε τη φωνη μου, τισ δεησεισ μου· που εκλινε το αυτι του προσ εμενα· και, ενοσω ζω, θα τον επικαλουμαι. πονοι θανατου με περικυκλωσαν, και στενοχωριεσ του αδη με βρηκαν· θλιψη και πονο συναντησα. και επικαλεστηκα το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λυτρωσε την ψυχη μου. ελεημονασ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δικαιοσ· και ευσπλαχνοσ ειναι ο θεοσ μασ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διαφυλαττει τουσ απλουσ· ταλαιπωρηθηκα, και με εσωσε. ψυχη μου, επιστρεψε στην αναπαυση σου, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε ευεργετησε. επειδη, λυτρωσεσ την ψυχη μου απο θανατο, τα ματια μου απο δακρυα, τα ποδια μου απο γλιστρημα. θα περπαταω μπροστα στον κυριο σε γη ζωντανων ανθρωπων. πιστεψα, γι' αυτο και μιλησα· εγω ημουν υπερβολικα θλιμμενοσ· μεσα στην εκπληξη μου εγω ειπα: καθε ανθρωποσ ειναι ψευτησ. τι να ανταποδωσω στον κυριο, για ολεσ τισ ευεργεσιεσ του σε μενα; θα παρω το ποτηρι τησ σωτηριασ, και θα επικαλεστω το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. θα αποδωσω τισ ευχεσ μου στον κυριο, τωρα, μπροστα σε ολοκληρο τον λαο του. πολυτιμοσ ειναι μπροστα στον κυριο ο θανατοσ των οσιων του. ναι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! επειδη, ειμαι δουλοσ σου· ειμαι δουλοσ σου, γιοσ τησ δουλησ σου· εσυ ελυσεσ τα δεσμα μου. σε σενα θα θυσιασω θυσια αινεσησ, και θα επικαλεστω το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. θα αποδωσω τισ ευχεσ μου στον κυριο, τωρα, μπροστα σε ολοκληρο τον λαο του· στισ αυλεσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μεσα σε σενα, ιερουσαλημ. αλληλουια.

117

αινειτε τον κυριο, ολα τα εθνη· δοξολογειτε αυτον, ολοι οι λαοι· επειδη, το ελεοσ του επανω μασ ειναι μεγαλο· και η αληθεια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παραμενει στον αιωνα. αλληλουια.

118

δοξολογειτε τον κυριο, επειδη ειναι αγαθοσ, επειδη το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. ασ πει τωρα ο ισραηλ, οτι το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. ασ πει τωρα ο οικοσ ααρων, οτι το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. ασ πουν τωρα εκεινοι που φοβουνται τον κυριο, οτι το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. μεσα σε θλιψη επικαλεστηκα τον κυριο· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με εισακουσε, δινοντασ ευρυχωρια. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι με το μεροσ μου· δεν θα φοβηθω· τι θα μου κανει ο ανθρωποσ; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι με το μεροσ μου, αναμεσα σ' εκεινουσ που με βοηθουν· και εγω θα δω την εκδικηση επανω στουσ εχθρουσ μου. καλυτερα να ελπιζει κανεισ στον κυριο, παρα να εχει το θαρροσ του επανω σε ανθρωπο. καλυτερα να ελπιζει κανεισ στον κυριο, παρα να εχει το θαρροσ του επανω σε αρχοντεσ. με περικυκλωσαν ολα τα εθνη· αλλα, στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τουσ κατατροπωσω. με περικυκλωσαν, ναι, με περικυκλωσαν απο παντου· αλλα, στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τουσ κατατροπωσω. με περικυκλωσαν σαν μελισσεσ· σβηστηκαν οπωσ η φωτια των αγκαθιων· επειδη, στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τουσ κατατροπωσω. με εσπρωξεσ δυνατα για να πεσω· αλλα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με βοηθησε. δυναμη μου και υμνοσ μου ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εγινε σε μενα σωτηρια. φωνη αγαλλιασησ και σωτηριασ ειναι στισ σκηνεσ των δικαιων· το δεξι χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κανει κατορθωματα. το δεξι χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh υψωθηκε· το δεξι χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κανει κατορθωματα. δεν θα πεθανω, αλλα θα ζησω, και θα διηγουμαι τα εργα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με παιδευσε με αυστηρο τροπο, αλλα δεν με παρεδωσε σε θανατο. ανοιξτε μου τισ πυλεσ τησ δικαιοσυνησ· θα μπω μεσα σ' αυτεσ, και θα δοξολογησω τον κυριο. αυτη ειναι η πυλη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· οι δικαιοι θα μπουν μεσα σ' αυτη. θα σε δοξολογω, επειδη με εισακουσεσ, και εγινεσ σε μενα σωτηρια. η πετρα, την οποια αποδοκιμασαν αυτοι που οικοδομουν, αυτη εγινε κεφαλη γωνιασ· απο τον κυριο εγινε αυτη, και ειναι θαυμαστη στα ματια μασ. αυτη ειναι η ημερα που εκανε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ασ αγαλλιαστουμε, και ασ ευφρανθουμε σ' αυτη. ω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! κανε σωτηρια, παρακαλω· ω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh! ευοδωσε, παρακαλω. ευλογημενοσ ο ερχομενοσ στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· σασ ευλογησαμε απο τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ο θεοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και μασ εδειξε φωσ· φερτε τη θυσια, δεμενη με σχοινια, μεχρι τα κερατα του θυσιαστηριου. εσυ εισαι ο θεοσ μου, και θα σε δοξολογω· ο θεοσ μου, θα σε υψωνω. δοξολογειτε τον κυριο, επειδη ειναι αγαθοσ, επειδη το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα.

119

αλεφ μακαριοι οι αμωμοι στον δρομο τουσ· αυτοι που περπατουν στον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. μακαριοι οσοι φυλαττουν τα μαρτυρια του, αυτοι που τον εκζητουν με ολη την καρδια· αυτοι σιγουρα δεν πραττουν ανομια· περπατουν στουσ δρομουσ του. εσυ προσταξεσ να τηρουνται οι εντολεσ σου ακριβωσ. ειθε ετσι να κατευθυνονται οι δρομοι μου, ωστε να φυλαττω τα προσταγματα σου! τοτε, δεν θα ντροπιαστω, οταν επιβλεπω σε ολα τα προσταγματα σου. θα σε δοξολογω με ευθυτητα καρδιασ, οταν μαθω τισ κρισεισ τησ δικαιοσυνησ σου. θα φυλαττω τα διαταγματα σου· μη με εγκαταλειπεισ ολοκληρωτικα. βεθ με ποιον τροπο θα καθαριζει ο νεοσ τον δρομο του; τηρωντασ τα λογια σου. απο ολη την καρδια μου σε εκζητησα· μη με αφησεισ να αποπλανηθω απο τα προσταγματα σου. στην καρδια μου φυλαξα τα λογια σου, για να μη αμαρτανω σε σενα. ευλογητοσ εισαι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· διδαξε με τα διαταγματα σου. με τα χειλη μου διηγηθηκα ολεσ τισ κρισεισ του στοματοσ σου. στον δρομο των μαρτυριων σου ευφρανθηκα, σαν για ολα τα πλουτη. στισ εντολεσ σου θα μελετω, και στουσ δρομουσ σου θα ενατενιζω. στα διαταγματα σου θα εντρυφω· δεν θα λησμονησω τα λογια σου. γιμελ ανταμειψε τον δουλο σου· ετσι θα ζησω, και θα φυλαξω τον λογο σου. ανοιξε τα ματια μου, και θα βλεπω τα θαυμασια, αυτα μεσα απο τον νομο σου. παροικοσ ειμαι εγω στη γη· μη κρυψεισ απο μενα τα προσταγματα σου. λιποθυμει η ψυχη μου απο τον ποθο που εχω στισ κρισεισ σου, παντοτε. εσυ επιτιμησεσ τουσ επικαταρατουσ υπερηφανουσ, αυτουσ που παρεκκλινουν απο τα προσταγματα σου. σηκωσε απο μενα το ονειδοσ και την καταφρονηση· επειδη, τηρησα τα μαρτυρια σου. πραγματικα, καθησαν αρχοντεσ και μιλουσαν εναντιον μου· ο δουλοσ σου, ομωσ, μελετουσε στα διαταγματα σου. τα μαρτυρια σου, βεβαια, ειναι η απολαυση μου, οι συμβουλοι μου. δαλεθ η ψυχη μου κολληθηκε στο χωμα· ζωοποιησε με συμφωνα με τον λογο σου. φανερωσα τουσ δρομουσ μου, και με εισακουσεσ· διδαξε με τα διαταγματα σου. κανε με να εννοω τον δρομο των εντολων σου, και θα μελετω στα θαυμασια σου. η ψυχη μου λιωνει απο τη θλιψη· στερεωσε με συμφωνα με τον λογο σου. απομακρυνε απο μενα τον δρομο του ψευδουσ, και χαρισε μου τον νομο σου. διαλεξα τον δρομο τησ αληθειασ· μπροστα μου εβαλα τισ κρισεισ σου. προσκολληθηκα στα μαρτυρια σου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μη με ντροπιασεισ. θα τρεχω τον δρομο των προσταγματων σου, οταν πλατυνεισ την καρδια μου. ε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, διδαξε με τον δρομο των διαταγματων σου, και θα τον τηρω μεχρι τελουσ. συνετισε με, και θα τηρω τον νομο σου· ναι, θα τον τηρω με ολη την καρδια. οδηγησε με στον δρομο των προσταγματων σου· επειδη, ευφραινομαι σ' αυτον. κλινε την καρδια μου στα μαρτυρια σου, και οχι σε πλεονεξια. αποστρεψε τα ματια μου απο το να βλεπουν ματαιοτητα· ζωοποιησε με στον δρομο σου. εκτελεσε τον λογο σου, που υποσχεθηκεσ στον δουλο σου, ο οποιοσ ειναι παραδομενοσ στον φοβο σου. αφαιρεσε το ονειδοσ μου, το οποιο φοβαμαι· επειδη, οι κρισεισ σου ειναι αγαθεσ. δεσ, επιθυμησα τισ εντολεσ σου· ζωοποιησε με διαμεσου τησ δικαιοσυνησ σου. βαου κι ασ ερθει επανω μου το ελεοσ σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και η σωτηρια σου, συμφωνα με τον λογο σου. τοτε, θα απαντησω σ' εκεινον που με ονειδιζει· επειδη, ελπιζω στον λογο σου. και μη αφαιρεσεισ ολοτελα τον λογο τησ αληθειασ απο το στομα μου· επειδη, ελπισα στισ κρισεισ σου. και θα φυλαττω τον νομο σου παντοτινα, στον αιωνα του αιωνα. και θα περπαταω σε ευρυχωρια· επειδη, εκζητησα τισ εντολεσ σου. και θα μιλαω για τα μαρτυρια σου μπροστα σε βασιλιαδεσ, και δεν θα ντροπιαστω. και θα εντρυφω στα προσταγματα σου, που αγαπησα. και θα υψωνω τα χερια μου στα προσταγματα σου, που αγαπησα· και θα μελετω στα διαταγματα σου. ζαιν θυμησου τον λογο, που ειχεσ πει στον δουλο σου, στον οποιο με στηριξεσ με ελπιδα. αυτη ειναι η παρηγορια μου στη θλιψη μου, οτι ο λογοσ σου με ζωοποιησε. οι υπερηφανοι με χλευαζαν παρα πολυ· εγω, ομωσ, απο τον νομο σου δεν ξεκλινα. θυμηθηκα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τισ κρισεισ σου, που ειναι γνωστεσ απο το παρελθον και παρηγορηθηκα. φρικη με κατελαβε, εξαιτιασ των ασεβων, αυτων που εγκαταλειπουν τον νομο σου. τα διαταγματα σου υπηρξαν σε μενα ψαλμωδιεσ στο σπιτι τησ παροικιασ μου. τη νυχτα θυμηθηκα το ονομα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και φυλαξα τον νομο σου. αυτο εγινε σε μενα, επειδη φυλαξα τισ εντολεσ σου. χεθ εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι η μεριδα μου· ειπα να φυλαξω τα λογια σου. παρακαλεσα το προσωπο σου με ολη μου την καρδια· ελεησε με συμφωνα με τον λογο σου. συλλογιστηκα τουσ δρομουσ μου, και εστρεψα τα ποδια μου στα μαρτυρια σου. εσπευσα, και δεν βραδυνα να φυλαξω τα προσταγματα σου. στιφη ασεβων με περικυκλωσαν· εγω, ομωσ, δεν λησμονησα τον νομο σου. σηκωνομαι τα μεσανυχτα για να σε δοξολογω για τισ κρισεισ τησ δικαιοσυνησ σου. εγω ειμαι μετοχοσ ολων εκεινων που σε φοβουνται και φυλαττουν τισ εντολεσ σου. η γη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ειναι γεματη απο το ελεοσ σου· διδαξε με τα διαταγματα σου. τεθ εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ευεργετησεσ τον δουλο σου, συμφωνα με τον λογο σου. διδαξε με φρονηση και γνωση· επειδη, πιστεψα στα προσταγματα σου. πριν ταλαιπωρηθω, εγω πλανιομουν· τωρα, ομωσ, φυλαξα τον λογο σου. εσυ εισαι αγαθοσ και αγαθοποιοσ· διδαξε με τα διαταγματα σου. οι υπερηφανοι επλεξαν εναντιον μου ψεμα· εγω, ομωσ, θα φυλαττω τισ εντολεσ σου με ολη μου την καρδια. η καρδια τουσ επηξε σαν το παχοσ· εγω, ομωσ, εντρυφω στον νομο σου. καλο εγινε σε μενα οτι ταλαιπωρηθηκα, για να μαθω τα διαταγματα σου. ο νομοσ του στοματοσ σου ειναι σε μενα καλυτεροσ παρα χιλιαδεσ απο χρυσαφι και ασημι. ιωδ τα χερια σου με εκαναν, και με επλασαν· συνετισε με, και θα μαθω τα προσταγματα σου. αυτοι που σε φοβουνται θα με δουν, και θα ευφρανθουν, επειδη ελπισα στον λογο σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γνωριζω οτι οι κρισεισ σου ειναι δικαιοσυνη, και οτι πιστα με ταλαιπωρησεσ. ασ με παρηγορησει, παρακαλω, το ελεοσ σου, συμφωνα με τον λογο σου, που εγινε στον δουλο σου. ασ ερθουν σε μενα οι οικτιρμοι σου, για να ζω· επειδη, ο νομοσ σου ειναι η τρυφη μου. ασ ντραπουν οι υπερηφανοι, επειδη αδικα ζητουν να με ανατρεψουν· εγω, ομωσ, θα μελετω στισ εντολεσ σου. ασ γυρισουν σε μενα αυτοι που σε φοβουνται, κι αυτοι που γνωριζουν τα μαρτυρια σου· ασ ειναι αμωμη η καρδια μου στα διαταγματα σου, για να μη ντροπιαστω. καφ λιποθυμει η ψυχη μου για τη σωτηρια σου· στον λογο σου ελπιζω. τα ματια μου απεκαμαν για τον λογο σου, λεγοντασ: ποτε θα με παρηγορησεισ; επειδη, εγινα σαν ασκοσ στον καπνο· ομωσ, δεν ξεχασα τα διαταγματα σου. ποσεσ ειναι οι ημερεσ του δουλου σου; ποτε θα κανεισ κριση εναντιον εκεινων που με καταδιωκουν; οι υπερηφανοι, οι εναντιοι στον νομο σου, εσκαψαν σε μενα λακκουσ. ολα τα προσταγματα σου ειναι αληθεια· αδικα με κατατρεχουν· βοηθησε με. παρολιγο με κατεστρεψαν στη γη· εγω, ομωσ, δεν εγκατελειψα τισ εντολεσ σου. ζωοποιησε με, συμφωνα με το ελεοσ σου· και θα φυλαξω τα μαρτυρια του στοματοσ σου. λαμεδ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο λογοσ σου παραμενει για παντα στον ουρανο· η αληθεια σου σε γενεα και γενεα· θεμελιωσεσ τη γη και παραμενει. συμφωνα με τισ διαταξεισ σου παραμενουν μεχρι σημερα, επειδη τα συμπαντα ειναι δουλοι σου. αν ο νομοσ σου δεν ηταν η ευφροσυνη μου, τοτε θα χανομουν στη θλιψη μου. δεν θα λησμονησω τισ εντολεσ σου, στον αιωνα, επειδη μεσα σ' αυτεσ με ζωοποιησεσ. δικοσ σου ειμαι εγω· σωσε με· επειδη, εκζητησα τισ εντολεσ σου. οι ασεβεισ με περιμεναν για να με αφανισουν· εγω, ομωσ, θα προσεχω στα μαρτυρια σου. σε καθε τελειοτητα ειδα οριο· ο νομοσ σου, ομωσ, ειναι υπερβολικα πλατυσ. μεμ ποσο αγαπω τον νομο σου! ολη την ημερα ειναι μελετη μου. με τα προσταγματα σου με εκανεσ σοφοτερο απο τουσ εχθρουσ μου· επειδη, ειναι παντοτε μαζι μου. ειμαι συνετοτεροσ απο ολουσ εκεινουσ που με διδασκουν· επειδη, τα μαρτυρια σου ειναι μελετη μου. ειμαι συνετοτεροσ απο τουσ γεροντεσ· επειδη, φυλαξα τισ εντολεσ σου. απο καθε πονηρο δρομο εμποδισα τα ποδια μου, για να φυλαξω τον λογο σου. απο τισ κρισεισ σου δεν ξεκλινα· επειδη με διδαξεσ εσυ. ποσο γλυκα ειναι τα λογια σου στον ουρανισκο μου! ειναι περισσοτερο απο μελι στο στομα μου. απο τισ εντολεσ σου εγινα συνετοσ· γι' αυτο, μισησα καθε δρομο ψευδουσ. νουν λυχνοσ στα ποδια μου ειναι ο λογοσ σου, και φωσ στα μονοπατια μου. ορκιστηκα, και θα εμμενω, να φυλαττω τισ κρισεισ τησ δικαιοσυνησ σου. ταλαιπωρηθηκα υπερβολικα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ζωοποιησε με συμφωνα με τον λογο σου. δεξου, παρακαλω, τισ προαιρετικεσ προσφορεσ του στοματοσ μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και διδαξε με τισ κρισεισ σου. η ψυχη μου ειναι παντοτε σε κινδυνο· ομωσ, τον νομο σου δεν λησμονησα. οι ασεβεισ μου εστησαν παγιδα· εγω, ομωσ, δεν ξεκλινα απο τισ εντολεσ σου. τα μαρτυρια σου κληρονομησα στον αιωνα· επειδη, αυτα ειναι η αγαλλιαση τησ καρδιασ μου. εκλινα την καρδια μου στο να εκτελω παντοτε τα διαταγματα σου μεχρι τελουσ. σαμεχ μισησα τουσ διεστραμμενουσ στοχασμουσ· αλλα, αγαπησα τον νομο σου. εσυ εισαι η σκεπη μου, και η ασπιδα μου· ελπιζω στον λογο σου. απομακρυνθειτε απο μενα οι πονηρευομενοι· επειδη, θα φυλαττω τα προσταγματα του θεου μου. υποστηριζε με συμφωνα με τον λογο σου, και θα ζω· και μη με ντροπιασεισ στην ελπιδα μου. υποστηριζε με, και θα σωθω· και θα προσεχω για παντα στα διαταγματα σου. εσυ καταπατησεσ ολουσ εκεινουσ που ξεκλινουν απο τα διαταγματα σου· επειδη, ματαιη ειναι η δολιοτητα τουσ. θεωρεισ σαν σκυβαλα ολουσ τουσ πονηρουσ τησ γησ· γι' αυτο, αγαπησα τα μαρτυρια σου. εφριξε η σαρκα μου απο τον φοβο σου, και απο τισ κρισεισ σου φοβηθηκα. νγαιν επραξα κριση και δικαιοσυνη· μη με παραδωσεισ σ' αυτουσ που με αδικουν. γινε εγγυητησ του δουλου σου σε καλο· ασ μη με καταθλιψουν οι υπερηφανοι. τα ματια μου απεκαμαν για τη σωτηρια σου, και για τον λογο τησ δικαιοσυνησ σου. κανε στον δουλο σου συμφωνα με το ελεοσ σου, και διδαξε με τα διαταγματα σου. δουλοσ σου ειμαι εγω· συνετισε με, και θα γνωρισω τα μαρτυρια σου. ειναι καιροσ να ενεργησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ακυρωσαν τον νομο σου. γι' αυτο, αγαπησα τα μαρτυρια σου περισσοτερο απο χρυσαφι, περισσοτερο απο καθαρο χρυσαφι. γι' αυτο, γνωρισα ορθεσ ολεσ τισ εντολεσ σου για καθε πραγμα· και μισησα καθε δρομο ψευτιασ. πε τα μαρτυρια σου ειναι θαυμαστα· γι' αυτο, τα τηρησε η ψυχη μου. η φανερωση των λογων σου φωτιζει· συνετιζει τουσ απλουσ. ανοιξα το στομα μου, και αναστεναξα· επειδη, επιθυμησα τα προσταγματα σου. επιβλεψε επανω μου, και να με ελεησεισ, καθωσ συνηθιζεισ σ' εκεινουσ που αγαπουν το ονομα σου. στερεωσε τα βηματα μου στον λογο σου· και ασ μη με καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει καμια ανομια. λ'υτρωσε με απο καταδυναστεια ανθρωπων, και θα τηρω τισ εντολεσ σου. κανε να λαμψει το προσωπο σου επανω στον δουλο σου, και με διδαξεισ τα διαταγματα σου. ρυακια δακρυων κατεβασαν τα ματια μου, επειδη δεν τηρουν τον νομο σου. τσαδε δικαιοσ εισαι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ευθειεσ οι κρισεισ σου. τα μαρτυρια σου, που διεταξεσ, ειναι δικαιοσυνη και υπερτατη αληθεια. ο ζηλοσ μου με κατεφαγε, επειδη οι εχθροι μου λησμονησαν τα λογια σου. ο λογοσ σου ειναι υπερβολικα καθαρισμενοσ· γι' αυτο ο δουλοσ σου τον αγαπαει. ειμαι μικροσ και εξουθενωμενοσ· ομωσ, δεν λησμονησα τισ εντολεσ σου. η δικαιοσυνη σου ειναι δικαιοσυνη στον αιωνα, και ο νομοσ σου αληθεια. με βρηκαν θλιψεισ και στενοχωριεσ· τα προσταγματα σου, ομωσ, ειναι η χαρα μου. τα μαρτυρια σου ειναι δικαιοσυνη στον αιωνα· συνετισε με, και θα ζησω. κοφ εκραξα με ολη μου την καρδια· ακουσε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα φυλαξω τα διαταγματα σου. εκραξα σε σενα· σωσε με, και θα τηρησω τα μαρτυρια σου. προλαβα την αυγη, και εκραξα· ελπισα στον λογο σου. τα ματια μου προλαβαινουν τισ νυχτοφυλακεσ, για να μελεταω στον λογο σου. ακουσε τη φωνη μου, συμφωνα με το ελεοσ σου· ζωοποιησε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συμφωνα με την κριση σου. πλησιασαν εκεινοι που ακολουθουν την πονηρια· ξεκλιναν απο τον νομο σου. εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισαι κοντα, και ολα τα προσταγματα σου ειναι αληθεια. προ πολλου ειχα γνωρισει απο τα μαρτυρια σου, οτι τα θεμελιωσεσ στον αιωνα. ρεσ δεσ τη θλιψη μου, και ελευθερωσε με· επειδη, δεν λησμονησα τον νομο σου. δικασε τη δικη μου, και λυτρωσε με· ζωοποιησε με συμφωνα με τον λογο σου. μακρια απο τουσ ασεβεισ η σωτηρια· επειδη, δεν ζητουν τα διαταγματα σου. μεγαλοι οι οικτιρμοι σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ζωοποιησε με συμφωνα με τισ κρισεισ σου. πολλοι ειναι αυτοι που με καταδιωκουν, και με θλιβουν· αλλα, απο τα μαρτυρια σου δεν ξεκλινα. ειδα τουσ παραβατεσ, και ταραχτηκα· επειδη, δεν φυλαξαν τον λογο σου. δεσ ποσο αγαπω τισ εντολεσ σου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ζωοποιησε με συμφωνα με το ελεοσ σου. το συνολο του λογου σου ειναι αληθεια· και ολεσ οι κρισεισ τησ δικαιοσυνησ σου παραμενουν στον αιωνα. σχιν αρχοντεσ με καταδιωξαν, χωρισ αιτια· η καρδια μου, ομωσ, τρεμει απο τον λογο σου. αγαλλομαι στον λογο σου, σαν εκεινον που βρισκει πολλα λαφυρα. μισω και αηδιαζω το ψεμα· αγαπω τον νομο σου. επτα φορεσ την ημερα σε αινω, για τισ κρισεισ τησ δικαιοσυνησ σου. πολλη ειρηνη εχουν εκεινοι που αγαπουν τον νομο σου· και σ' αυτουσ δεν υπαρχει προσκομμα. ελπισα στη σωτηρια σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και επραξα τα προσταγματα σου. η ψυχη μου φυλαξε τα μαρτυρια σου· και τα αγαπησα σε υπερβολικο βαθμο. τηρησα τισ εντολεσ σου, και τα μαρτυρια σου· επειδη, ολοι οι δρομοι μου ειναι μπροστα σου. ταυ ασ πλησιασει η κραυγη μου μπροστα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· συνετισε με συμφωνα με τον λογο σου. ασ ερθει η δεηση μου μπροστα σου· λυτρωσε με συμφωνα με τον λογο σου. τα χειλη μου θα προφερουν υμνο, οταν με διδαξεισ τα διαταγματα σου. η γλωσσα μου θα μιλαει τον λογο σου· επειδη, ολα τα προσταγματα σου ειναι δικαιοσυνη. ασ ειναι το χερι σου σε βοηθεια μου· επειδη, εκλεξα τισ εντολεσ σου. επιθυμησα τη σωτηρια σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ο νομοσ σου ειναι τρυφη μου. ασ ζησει η ψυχη μου, και θα σε αινει· και οι κρισεισ σου ασ με βοηθουν. περιπλανηθηκα σαν χαμενο προβατο· ζητησε τον δουλο σου· επειδη, δεν λησμονησα τα προσταγματα σου.

120

ωδη των αναβαθμων. στη θλιψη μου εκραξα στον κυριο, και με εισακουσε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λυτρωσε την ψυχη μου απο αναληθη χειλη, απο δολια γλωσσα. τι θα σου δωσει η τι θα σου προσθεσει η δολια γλωσσα; τα ακονισμενα βελη του δυνατου, με καρβουνα απο αρκευθο. αλλοιμονο σε μενα, επειδη παροικω στη μεσεχ, κατοικω στισ σκηνεσ του κηδαρ! πολυ καιρο κατοικησε η ψυχη μου μαζι μ' εκεινουσ που μισουν την ειρηνη. εγω αγαπω την ειρηνη· αλλα, οταν μιλαω, αυτοι ετοιμαζονται για πολεμο.

121

ωδη των αναβαθμων. υψωνω τα ματια μου προσ τα βουνα, απο που θαρθει η βοηθεια μου; η βοηθεια μου ερχεται απο τον κυριο, ο οποιοσ δημιουργησε τον ουρανο και τη γη. δεν θα αφησει να κλονιστει το ποδι σου· ουτε θα νυσταξει αυτοσ που σε φυλαττει. δεσ, δεν θα νυσταξει ουτε θα αποκοιμηθει, αυτοσ που φυλαττει τον ισραηλ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ο φυλακασ σου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η σκεπη σου απο τα δεξια σου. την ημερα ο ηλιοσ δεν θα σε βλαψει ουτε το φεγγαρι τη νυχτα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε φυλαττει απο καθε κακο· θα φυλαττει την ψυχη σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα φυλαττει την εξοδο σου και την εισοδο σου, απο τωρα και μεχρι τον αιωνα.

122

ωδη των αναβαθμων, του δαβιδ. ευφρανθηκα οταν μου ειπαν: ασ παμε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τα ποδια μασ θα στεκονται στισ πυλεσ σου, ιερουσαλημ· ιερουσαλημ, που εισαι οικοδομημενη σαν πολη συναρμοσμενη μαζι. εκει ανεβαινουν οι φυλεσ, οι φυλεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συμφωνα με το διαταγμενο στον ισραηλ, για να δοξολογησουν το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. επειδη, εκει τεθηκαν θρονοι για κριση, οι θρονοι τησ οικογενειασ του δαβιδ. ζητατε την ειρηνη τησ ιερουσαλημ· ασ ευτυχουν εκεινοι που σε αγαπουν. ασ ειναι ειρηνη στα τειχη σου, αφθονια στα παλατια σου. ενεκα των αδελφων μου, και των πλησιον μου, θα λεω τωρα: ειρηνη σε σενα! ενεκα του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ, θα ζηταω το καλο σου.

123

ωδη των αναβαθμων. υψωσα τα ματια μου σε σενα που κατοικεισ στουσ ουρανουσ. δεστε, καθωσ τα ματια των δουλων ατενιζουν στο χερι των κυριων τουσ, καθωσ τα ματια τησ δουλησ στο χερι τησ κυριασ τησ, ετσι ατενιζουν τα ματια μασ προσ τον κυριο τον θεο μασ, μεχρισ οτου μασ ελεησει. ελεησε μασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ελεησε μασ· επειδη, χορτασαμε υπερβολικα απο εξουθενωση. η ψυχη μασ χορτασε υπερβολικα απο την υβρη εκεινων που ζουν αμεριμνα, απο την εξουθενωση των υπερηφανων.

124

ωδη των αναβαθμων, του δαβιδ. αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ηταν μαζι μασ, ασ πει τωρα ο ισραηλ· αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ηταν μαζι μασ, οταν ανθρωποι σηκωθηκαν εναντιον μασ, ζωντανουσ θα μασ κατεπιναν τοτε, ενω ο θυμοσ τουσ φλεγοταν εναντιον μασ· τοτε, τα νερα θα μασ ειχαν καταποντισει, ο χειμαρροσ θα ειχε περασει απο πανω απο την ψυχη μασ· τοτε, τα υψωμενα νερα θα ειχαν περασει απο πανω απο την ψυχη μασ. ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που δεν μασ παρεδωσε ωσ θηραμα στα δοντια τουσ. η ψυχη μασ λυτρωθηκε, σαν το πουλι απο την παγιδα των κυνηγων· η παγιδα συντριφτηκε, κι εμεισ λυτρωθηκαμε. η βοηθεια μασ ειναι στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που δημιουργησε τον ουρανο και τη γη.

125

ωδη των αναβαθμων. οσοι εχουν βαλει την πεποιθηση τουσ επανω στον κυριο, ειναι οπωσ το βουνο σιων, που δεν θα σαλευτει· παραμενει στον αιωνα. οπωσ η ιερουσαλημ περικυκλωνεται απο τα βουνα, ετσι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh περικυκλωνει τον λαο του, απο τωρα και μεχρι τον αιωνα. επειδη, η ραβδοσ τησ ασεβειασ δεν θα παραμενει επανω στον κληρο των δικαιων, για να μη εκτεινουν οι δικαιοι τα χερια τουσ στην ανομια. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, να αγαθοποιησεισ τουσ αγαθουσ, και τουσ ευθεισ στην καρδια. εκεινουσ, ομωσ, που ξεκλινουν στουσ στρεβλουσ δρομουσ τουσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα τουσ απαγαγει μαζι με εκεινουσ που εργαζονται την ανομια· ειρηνη επανω στον ισραηλ.

126

ωδη των αναβαθμων. οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επανεφερε τουσ αιχμαλωτουσ τησ σιων, ημασταν οπωσ οι ονειρευομενοι. τοτε, το στομα μασ γεμισε απο γελιο, και η γλωσσα μασ απο αγαλλιαση· τοτε, ελεγαν αναμεσα στα εθνη: μεγαλεια εκανε γι' αυτουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. μεγαλεια εκανε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για μασ· γεμισαμε απο χαρα. επιστρεψε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τουσ αιχμαλωτουσ μασ, οπωσ τουσ χειμαρρουσ στον νοτο. εκεινοι που σπερνουν με δακρυα, θα θερισουν με αγαλλιαση. οποιοσ βγαινει, και κλαιει, βασταζοντασ πολυτιμο σπορο, αυτοσ, σιγουρα, θα επιστρεψει με αγαλλιαση, βασταζοντασ τα χειροβολα του.

127

ωδη των αναβαθμων, του σολομωντα. αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν οικοδομησει οικο, ματαια κοπιαζουν αυτοι που τον οικοδομουν· αν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν φυλαξει πολη, ματαια αγρυπνει αυτοσ που τη φυλαττει. ματαιο ειναι σε σασ να σηκωνεστε πρωι, να πλαγιαζετε αργα, τρωγοντασ το ψωμι του κοπου σασ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βεβαια, δινει υπνο στον αγαπητο του. δεστε, κληρονομια απο τον κυριο ειναι τα παιδια· μισθοσ δικοσ του ο καρποσ τησ κοιλιασ. οπωσ τα βελη στο χερι του δυνατου, ετσι και οι γιοι τησ νιοτησ. μακαριοσ ο ανθρωποσ, που γεμισε τη βελοθηκη του απ' αυτα· αυτοι δεν θα ντροπιαστουν, οταν μιλουν με τουσ εχθρουσ τουσ στην πυλη.

128

ωδη των αναβαθμων. μακαριοσ καθενασ που φοβαται τον κυριο, που περπαταει στουσ δρομουσ του. επειδη, θα τρωσ απο τον κοπο των χεριων σου· μακαριοσ θα εισαι, και ευτυχια σε σενα. η γυναικα σου θα ειναι σαν ευκαρπη αμπελοσ, στα πλαγια του σπιτιου σου· οι γιοι σου σαν νεοφυτα ελιοδεντρων, ολογυρα στο τραπεζι σου. δεστε, ετσι θα ευλογηθει ο ανθρωποσ που φοβαται τον κυριο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε ευλογησει απο τη σιων, και θα δεισ το καλο τησ ιερουσαλημ ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ σου· και θα δεισ γιουσ των γιων σου· ειρηνη επανω στον ισραηλ.

129

ωδη των αναβαθμων. πολλεσ φορεσ με πολεμησαν απο τη νιοτη μου, ασ πει τωρα ο ισραηλ· πολλεσ φορεσ με πολεμησαν απο τη νιοτη μου· αλλα, δεν υπερισχυσαν εναντιον μου. οι γεωργοι αροτριασαν επανω στισ πλατεσ μου· εσυραν μακρινα τα αυλακια τουσ. δικαιοσ, ομωσ, ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κατεκοψε τα σχοινια των ασεβων. ασ ντροπιαστουν, και ασ στραφουν προσ τα πισω, ολοι εκεινοι που μισουν τη σιων. ασ γινουν οπωσ το χορταρι στισ ταρατσεσ, που, πριν ξεριζωθει, ξεραινεται· απο το οποιο ο θεριστησ δεν γεμιζει το χερι του, ουτε αυτοσ που δενει τα χειροβολα στον κορφο του· ωστε, οι διαβατεσ δεν θα πουν: ευλογια κυριου επανω σασ· σασ ευλογουμε στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

130

ωδη των αναβαθμων. απο τα βαθη μου εκραξα σε σενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισακουσε τη φωνη μου· ασ ειναι τα αυτια σου προσεκτικα στη φωνη των δεησεων μου. αν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, παρατηρησεισ ανομιεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ποιοσ θα μπορεσει να σταθει; κοντα σου, ομωσ, υπαρχει συγχωρηση, για να σε φοβουνται. προσμεινα τον κυριο, η ψυχη μου προσμεινε, και ελπισα στον λογο του. η ψυχη μου προσμενει τον κυριο, περισσοτερο απο ο,τι εκεινοι που προσμενουν την αυγη, ναι, εκεινοι που προσμενουν την αυγη. ασ ελπιζει ο ισραηλ στον κυριο· επειδη, κοντα στον κυριο υπαρχει ελεοσ, και κοντα του υπαρχει πολλη λυτρωση· κι αυτοσ θα λυτρωσει τον ισραηλ απο ολεσ τισ ανομιεσ του.

131

ωδη των αναβαθμων, του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεν υπερηφανευθηκε η καρδια μου ουτε υψωθηκαν τα ματια μου· ουτε περπαταω σε πραγματα μεγαλα και ψηλοτερα απο μενα. βεβαια, υπεταξα και καθησυχασα την ψυχη μου, σαν το απογαλακτισμενο παιδι κοντα στη μητερα του· η ψυχη μου ειναι μεσα μου σαν το απογαλακτισμενο παιδι. ο ισραηλ ασ ελπιζει στον κυριο, απο τωρα και μεχρι τον αιωνα.

132

ωδη των αναβαθμων. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θυμησου τον δαβιδ, και ολουσ τουσ αγωνεσ του· πωσ ορκιστηκε στον κυριο, και εκανε ευχη στον ισχυρο θεο του ιακωβ: «δεν θα μπω κατω απο τη στεγη του σπιτιου μου, δεν θα ανεβω στο στρωμα του κρεβατιου μου, δεν θα δωσω υπνο στα ματια μου, νυσταγμο στα βλεφαρα μου, μεχρισ οτου βρω τοπο για τον κυριο, κατοικια για τον ισχυρο θεο του ιακωβ». δεστε, ακουσαμε γι' αυτη στην εφραθα· τη βρηκαμε στισ πεδιαδεσ του ιααρ. ασ μπουμε στισ σκηνεσ του· ασ προσκυνησουμε στο υποποδιο των ποδιων του. σηκω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στην αναπαυση σου, εσυ, και η κιβωτοσ τησ δυναμησ σου. οι ιερεισ σου ασ ντυθουν δικαιοσυνη, και ασ αγαλλονται οι οσιοι σου. χαρη του δουλου σου, του δαβιδ, μη αποστρεψεισ το προσωπο του χρισμενου σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ορκιστηκε αληθεια προσ τον δαβιδ, δεν θα την αθετησει: «απο τον καρπο του σωματοσ σου θα βαλω επανω στον θρονο σου. αν οι γιοι σου φυλαξουν τη διαθηκη μου, και τα μαρτυρια μου, που θα τουσ διδαξω, θα καθησουν και οι γιοι τουσ επανω στον θρονο σου για παντα. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκλεξε τη σιων· ευαρεστηθηκε να κατοικει μεσα σ' αυτη. αυτη ειναι η αναπαυση μου στον αιωνα του αιωνα· εδω θα κατοικω, επειδη την αγαπησα. θα ευλογησω με ευλογια τισ τροφεσ τησ· τουσ φτωχουσ τησ θα χορτασω με ψωμι· και τουσ ιερεισ τησ θα ντυσω με σωτηρια· και οι οσιοι τησ θα αγαλλονται με αγαλλιαση. εκει θα κανω να βλαστησει κερασ(54) δαβιδ· ετοιμασα λυχνο για τον χρισμενο μου. τουσ εχθρουσ του θα ντυσω με ντροπη· επανω σ' αυτον, ομωσ, θα ανθιζει το διαδημα του».

133

ωδη των αναβαθμων, του δαβιδ. δεστε, τι καλο και τι τερπνο, να συγκατοικουν με ομονοια αδελφοι! ειναι σαν το πολυτιμο μυρο επανω στο κεφαλι, που κατεβαινει επανω στο πηγουνι, το πηγουνι του ααρων· που κατεβαινει στο στομιο του ενδυματοσ του· οπωσ η δροσια του αερμων, που κατεβαινει επανω στα βουνα τησ σιων· επειδη, εκει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διορισε την ευλογια, ζωη μεχρι τον αιωνα.

134

ωδη των αναβαθμων. ελατε, ευλογειτε τον κυριο, ολοι οι δουλοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοι που στεκονται τη νυχτα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. υψωστε τα χερια σασ προσ τα αγια, και ευλογειτε τον κυριο. να σε ευλογησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο τη σιων, αυτοσ που δημιουργησε τον ουρανο και τη γη!

135

αινειτε τον κυριο. αινειτε το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· αινειτε, δουλοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσεισ που στεκεστε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στισ αυλεσ του οικου του θεου μασ. αινειτε τον κυριο, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αγαθοσ· ψαλμωδηστε στο ονομα του, επειδη ειναι τερπνο. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκλεξε τον ιακωβ για τον εαυτο του, τον ισραηλ για θησαυρο του. επειδη, εγω γνωρισα οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μεγαλοσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ ειναι επανω απο ολουσ τουσ θεουσ. ολα οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θελησε δημιουργησε, στον ουρανο, και στη γη, στισ θαλασσεσ, και σε ολεσ τισ αβυσσουσ. ανεβαζει συννεφα απο τισ εσχατιεσ τησ γησ· κανει αστραπεσ για βροχη· βγαζει ανεμουσ απο τουσ θησαυρουσ του. ο οποιοσ χτυπησε τα πρωτοτοκα τησ αιγυπτου, απο ανθρωπο μεχρι κτηνοσ· απεστειλε σημεια και τερατα αναμεσα σου, αιγυπτε, επανω στον φαραω, και επανω στουσ δουλουσ του. ο οποιοσ παταξε μεγαλα εθνη, και φονευσε κραταιουσ βασιλιαδεσ· τον σηων, τον βασιλια των αμορραιων, και τον ωγ, τον βασιλια τησ βασαν, και ολα τα βασιλεια τησ χανααν· και εδωσε τη γη τουσ κληρονομια, κληρονομια στον ισραηλ τον λαο του. το ονομα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μενει στον αιωνα· η ενθυμηση σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε γενεα και γενεα. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κρινει τον λαο του· και θα ελεησει τουσ δουλουσ του. τα ειδωλα των εθνων ειναι ασημι και χρυσαφι, εργο χεριων ανθρωπου. στομα εχουν, και δεν μιλουν· ματια εχουν, και δεν βλεπουν· αυτια εχουν, και δεν ακουν· ουτε υπαρχει πνοη στο στομα τουσ. ομοιοι μ' αυτα ασ γινουν, αυτοι που τα φτιαχνουν· καθενασ που ελπιζει σ' αυτα! οικοσ ισραηλ, ευλογηστε τον κυριο· οικοσ ααρων, ευλογηστε τον κυριο· οικοσ λευι, ευλογηστε τον κυριο· εσεισ που τον φοβαστε, ευλογηστε τον κυριο. ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο τη σιων, ο οποιοσ κατοικει στην ιερουσαλημ. αλληλουια.

136

δοξολογειτε τον κυριο, επειδη ειναι αγαθοσ· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. δοξολογειτε τον θεο των θεων· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. δοξολογειτε τον κυριο των κυριων· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. τον μονον που κανει θαυμαστα μεγαλα εργα· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. αυτον που δημιουργησε τουσ ουρανουσ με συνεση· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. αυτον που στερεωσε τη γη επανω στα νερα· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. αυτον που δημιουργησε τουσ μεγαλουσ φωστηρεσ· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· τον ηλιο, για να εξουσιαζει επανω στην ημερα· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· ττο φεγγαρι και τα αστερια, για να εξουσιαζουν επανω στη νυχτα· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. αυτον που παταξε την αιγυπτο στα πρωτοτοκα τησ· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· και εβγαλε τον ισραηλ απο αναμεσα τησ· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· με χερι δυνατο, με βραχιονα απλωμενον· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. αυτον που χωρισε την ερυθρα θαλασσα σε δυο μερη· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· και διαπερασε τον ισραηλ μεσα απ' αυτη· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· και κατεστρεψε τον φαραω και το στρατευμα του μεσα στην ερυθρα θαλασσα· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. αυτον που οδηγησε τον λαο του μεσα στην ερημο· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. αυτον που παταξε μεγαλουσ βασιλιαδεσ· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· και φονευσε ισχυρουσ βασιλιαδεσ· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· τον σηων, βασιλια των αμορραιων· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· και τον ωγ, βασιλια τησ βασαν· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· και εδωσε τη γη τουσ σε κληρονομια· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· κληρονομια στον ισραηλ τον δουλο του· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. αυτον που μασ θυμηθηκε στην ταπεινωση μασ· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα· και μασ λυτρωσε απο τουσ εχθρουσ μασ· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. αυτον που δινει τροφη σε καθε σαρκα· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα. δοξολογειτε τον θεο του ουρανου· επειδη, το ελεοσ του παραμενει στον αιωνα.

137

στα ποταμια τησ βαβυλωνασ, εκει καθησαμε, και κλαψαμε, οταν θυμηθηκαμε τη σιων. στισ ιτιεσ, που ειναι μεσα σ' αυτη, κρεμασαμε τισ κιθαρεσ μασ. επειδη, αυτοι που μασ αιχμαλωτισαν, εκει ζητησαν απο μασ λογια ασματων· κι αυτοι που μασ ερημωσαν, ζητησαν υμνο, λεγοντασ: ψαλτε σε μασ απο τισ ωδεσ τησ σιων. πωσ να ψαλουμε την ωδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε ξενη γη; αν σε λησμονησω, ιερουσαλημ, ασ λησμονησει το δεξι μου χερι! ασ κολληθει η γλωσσα μου στον ουρανισκο μου, αν δεν σε θυμαμαι· αν δεν προταξω την ιερουσαλημ στην αρχη τησ ευφροσυνησ μου! θυμησου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τουσ γιουσ του εδωμ, που την ημερα τησ ιερουσαλημ ελεγαν: κατεδαφιστε την, κατεδαφιστε την, μεχρι τα θεμελια τησ. θυγατερα τησ βαβυλωνασ, που προκειται να ερημωθεισ, μακαριοσ εκεινοσ που θα σου ανταποδωσει την ανταμοιβη των οσων εκανεσ σε μασ! μακαριοσ εκεινοσ που θα πιασει και θα ριξει τα νηπια σου επανω στην πετρα!

138

ψαλμοσ του δαβιδ. θα σε δοξολογησω με ολη μου την καρδια· θα ψαλμωδησω σε σενα μπροστα στουσ θεουσ. θα προσκυνησω προσ τον ναο σου τον αγιο· και θα δοξολογησω το ονομα σου, για το ελεοσ σου, και για την αληθεια σου· επειδη, μεγαλυνεσ τον λογο σου περισσοτερο απο ολη τη φημη σου. την ημερα που εκραξα, με εισακουσεσ· με ενισχυσεσ με δυναμη μεσα στην ψυχη μου. θα σε δοξολογησουν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ολοι οι βασιλιαδεσ τησ γησ, οταν ακουσουν τα λογια του στοματοσ σου· και θα ψαλλουν στουσ δρομουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη μεγαλη ειναι η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι υψηλοσ, και επιβλεπει επανω στον ταπεινο· τον υψηλοφρονα, ομωσ, τον γνωριζει απο μακρια. αν περπατησω μεσα σε στενοχωρια, θα με ζωοποιησεισ· θα απλωσεισ το χερι σου εναντια στην οργη των εχθρων μου· και το δεξι σου χερι θα με σωσει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκτελεσει εκεινα που ειναι για μενα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το ελεοσ σου παραμενει παντοτινα· μη παραβλεψεισ τα εργα των χεριων σου.

139

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με δοκιμασεσ και με γνωρισεσ. εσυ γνωριζεισ το καθισμα μου και την εγερση μου· καταλαβαινεισ τουσ λογισμουσ μου απο μακρια· διερευνασ το περπατημα μου και το πλαγιασμα μου, και ολουσ τουσ δρομουσ μου γνωριζεισ. επειδη, δεσ, και πριν ο λογοσ ερθει στη γλωσσα μου, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γνωριζεισ το παν. με περικυκλωνεισ απο πισω και απο μπροστα, και εβαλεσ το χερι σου επανω μου. η γνωση αυτη ειναι σε μενα υπερθαυμαστη· ειναι υψηλη· δεν μπορω να φτασω σ' αυτη. που να παω απο το πνευμα σου; και απο το προσωπο σου που να φυγω; αν ανεβω στον ουρανο, εισαι εκει, αν πλαγιασω στον αδη, νασου εσυ. αν παρω τα φτερα τησ αυγησ, και κατοικησω στισ εσχατιεσ τησ θαλασσασ, και εκει θα με οδηγησει το χερι σου, και το δεξι σου χερι θα με κραταει. αν πω: το σκοταδι, σιγουρα, θα με σκεπασει, αλλα κι αυτη η νυχτα θα ειναι ολογυρα μου φωσ· κι αυτο το σκοταδι δεν σκεπαζει απο σενα τιποτε· και η νυχτα λαμπει οπωσ η ημερα· σε σενα το σκοταδι ειναι οπωσ το φωσ. επειδη, εσυ μορφωσεσ τα νεφρα μου· με περιτυλιξεσ μεσα στην κοιλια τησ μητερασ μου. θα σε υμνω, επειδη πλαστηκα με φοβερο και θαυμασιο τροπο· τα εργα σου ειναι θαυμασια· και η ψυχη μου το γνωριζει αυτο πολυ καλα. δεν κρυφτηκαν τα κοκαλα μου απο σενα, ενω λαβαινε χωρα η κατασκευη μου μεσα σε κρυφο χωρο, και επαιρνα μορφη μεσα στα κατωτατα μερη τησ γησ. το αδιαμορφωτο του σωματοσ μου ειδαν τα ματια σου· και μεσα στο βιβλιο σου ολα αυτα ησαν γραμμενα, οπωσ και οι ημερεσ κατα τισ οποιεσ σχηματιζονταν, και ενω τιποτε απ' αυτα δεν υπηρχε· ποσο δε πολυτιμεσ ειναι οι βουλεσ σου σε μενα, θεε μου! ποσο μεγαλυνθηκε ο αριθμοσ τουσ! αν ηθελα να τισ απαριθμησω, υπερβαινουν την αμμο· ξυπναω, κι ακομα ειμαι μαζι σου. βεβαια, θα θανατωσεισ, θεε, τουσ ασεβεισ· απομακρυνθειτε, λοιπον, απο μενα, ανδρεσ αιματων. επειδη, μιλουν εναντιον σου με τροπο ασεβη· οι εχθροι σου παιρνουν το ονομα σου ματαια. μηπωσ δεν μισω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εκεινουσ που σε μισουν; και δεν αγανακτω εναντια σ' εκεινουσ που επαναστατουν εναντιον σου; με τελειο μισοσ τουσ μισω· τουσ εχω για εχθρουσ. θεε, δοκιμασε με, και γνωρισε την καρδια μου· εξετασε με, και μαθε τουσ στοχασμουσ μου· και δεσ, μηπωσ υπαρχει μεσα μου καποιοσ δρομοσ ανομιασ· και οδηγησε με στον δρομο τον αιωνιο.

140

στον αρχιμουσικο. ψαλμοσ του δαβιδ. ελευθερωσε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο πονηρον ανθρωπο· λυτρωσε με απο αδικον ανθρωπο· οι οποιοι στην καρδια τουσ σκεφτονται πονηρα· ολη την ημερα παρατασσονται σε πολεμουσ. ακονισαν τη γλωσσα τουσ σαν του φιδιου· φαρμακι φιδιου οχιασ ειναι κατω απο τα χειλη τουσ. (διαψαλμα). φυλαξε με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο χερια ασεβη ανθρωπου· λυτρωσε με απο αδικον ανθρωπο· που μηχανευθηκαν να υποσκελισουν τα βηματα μου. οι υπερηφανοι εκρυψαν εναντιον μου παγιδα, και με σχοινια απλωσαν διχτυα στο περασμα μου· εστησαν για μενα βροχουσ. (διαψαλμα). ειπα στον κυριο: εσυ εισαι ο θεοσ μου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ακουσε τη φωνη των δεησεων μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε, η δυναμη τησ σωτηριασ μου, εσυ σκεπασεσ το κεφαλι μου ολογυρα σε ημερα πολεμου. μη δωσεισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, στον ασεβη τισ επιθυμιεσ του· να μη αφησεισ να εκτελεστει ο στοχασμοσ του, μη τυχον και υψωθουν. (διαψαλμα). η πονηρια των χειλεων, εκεινων που με περικυκλωνουν, ασ σκεπασει το κεφαλι τουσ. καρβουνα αναμμενα ασ πεσουν επανω τουσ· ασ ριχτουν στη φωτια, σε βαθεισ λακκουσ, για να μη σηκωθουν ξανα. ο κακογλωσσοσ ανθρωποσ ασ μη στερεωθει επανω στη γη· η κακια θα καταδιωξει τον αδικο ανθρωπο, μεχρισ οτου τον απολεσει. ξερω οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα κανει την κριση του θλιμμενου, και τη δικη των φτωχων. βεβαια, οι δικαιοι θα δοξολογουν το ονομα σου· οι ευθεισ θα κατοικουν μπροστα στο προσωπο σου.

141

ψαλμοσ του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε σενα εκραξα· ταχυνε ναρθεισ σε μενα· ακουσε τη φωνη μου, οταν κραζω σε σενα. ασ κατευθυνθει η προσευχη μου μπροστα σου σαν θυμιαμα· η υψωση των χεριων μου ασ γινει σαν εσπερινη θυσια. βαλε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φυλακη στο στομα μου· φυλαγε τη θυρα των χειλεων μου. μη ξεκλινεισ την καρδια μου σε πονηρο πραγμα, ωστε να κανω ασεβεισ πραξεισ με ανθρωπουσ που εργαζονται την ανομια· μητε να φαω απο τα εκλεκτα τουσ φαγητα. ασ με χτυπαει ο δικαιοσ· αυτο θα ειναι ελεοσ· και ασ με ελεγχει· αυτο θα ειναι εξαιρετο μυρο· δεν θα βλαψει το κεφαλι μου· επειδη, μαλιστα, και θα προσευχομαι γι' αυτουσ στισ συμφορεσ τουσ. οταν οι αρχηγοι τουσ περιερχονταν σε πετρωδεισ τοπουσ, ακουσαν τα λογια μου, οτι ησαν γλυκα. τα κοκαλα μασ διασκορπιζονται στο στομα του ταφου, οπωσ οταν καποιοσ κοβει και σχιζει ξυλα επανω στη γη. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε, τα ματια μου θα ατενιζουν σε σενα· σε σενα ελπισα· μη καταστρεψεισ την ψυχη μου. φυλαξε με απο την παγιδα που εστησαν για μενα, και απο τισ θηλιεσ εκεινων που εργαζονται την ανομια. ασ πεσουν μαζι οι ασεβεισ στα διχτυα τουσ, ενω εγω θα περασω αβλαβησ.

142

μασχιλ του δαβιδ· προσευχη, οταν ηταν μεσα στο σπηλαιο. με τη φωνη μου εκραξα στον κυριο· με τη φωνη μου δεηθηκα στον κυριο. τη δεηση μου θα ξεχυσω μπροστα του· τη θλιψη μου θα αναγγειλω μπροστα του. οταν το πνευμα μου ηταν μεσα μου καταθλιμμενο, τοτε εσυ γνωρισεσ τον δρομο μου. εκρυψαν παγιδα για μενα, στον δρομο που περπατουσα. εβλεπα προσ τα δεξια, και παρατηρουσα, και δεν υπηρχε καποιοσ που να με γνωριζει· το καταφυγιο χαθηκε απο μενα, δεν υπηρχε κανενασ που να αναζηταει την ψυχη μου. σε σενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εκραξα, και ειπα: εσυ εισαι η καταφυγη μου, η μεριδα μου στη γη των ζωντανων ανθρωπων. προσεξε στη φωνη μου, επειδη ταλαιπωρουμαι υπερβολικα· ελευθερωσε με απο εκεινουσ που με καταδιωκουν, επειδη ειναι δυνατοτεροι μου. βγαλε την ψυχη μου απο τη φυλακη, για να δοξολογω το ονομα σου. οι δικαιοι θα με περικυκλωσουν, οταν με ανταμειψεισ.

143

ψαλμοσ του δαβιδ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισακουσε την προσευχη μου· δωσε ακροαση στισ δεησεισ μου· απαντησε μου, συμφωνα με την αληθεια σου, συμφωνα με τη δικαιοσυνη σου. και μη μπεισ μεσα σε κριση με τον δουλο σου· επειδη, μπροστα σου δεν θα δικαιωθει κανενασ ανθρωποσ που ζει. επειδη, ο εχθροσ καταδιωξε την ψυχη μου· ταπεινωσε τη ζωη μου μεχρι το εδαφοσ· με καθισε σε σκοτεινουσ τοπουσ, σαν τουσ αιωνιουσ νεκρουσ. γι' αυτο, το πνευμα μου ειναι μεσα μου καταθλιμμενο, και η καρδια μου ειναι μεσα μου ταραγμενη. θυμαμαι τισ αρχαιεσ ημερεσ· σκεφτομαι ολα τα εργα σου· μελετω στα δημιουργηματα των χεριων σου. απλωνω τα χερια μου σε σενα· η ψυχη μου σε διψαει σαν ανυδρη γη· (διαψαλμα). φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γρηγορα εισακουσε με· το πνευμα μου εκλειπει· μη κρυψεισ το προσωπο σου απο μενα, και μοιασω με εκεινουσ που κατεβαινουν στον λακκο. κανε με να ακουσω το πρωι το ελεοσ σου· επειδη, σε σενα στηριξα το θαρροσ μου· κανε με να γνωρισω τον δρομο μου, στον οποιο πρεπει να περπαταω· επειδη, σε σενα υψωσα την ψυχη μου. ελευθερωσε με απο τουσ εχθρουσ μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κατεφυγα σε σενα. διδαξε με να κανω το θελημα σου· επειδη, εσυ εισαι ο θεοσ μου· το αγαθο σου πνευμα ασ με οδηγησει σε δρομον ευθυ. ενεκα του ονοματοσ σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ζωοποιησε με· χαρη τησ δικαιοσυνησ σου βγαλε την ψυχη μου απο τη στενοχωρια. και για το ελεοσ σου εξολοθρευσε τουσ εχθρουσ μου, και αφανισε ολουσ εκεινουσ που θλιβουν την ψυχη μου· επειδη, εγω ειμαι δουλοσ σου.

144

ψαλμοσ του δαβιδ. ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το φρουριο μου, αυτοσ που διδασκει τα χερια μου σε πολεμο, και τα δαχτυλα μου σε μαχη· το ελεοσ μου, το οχυρωμα μου, το ψηλο μου καταφυγιο, και ο ελευθερωτησ μου· η ασπιδα μου, στον οποιο ελπισα, ο οποιοσ υποτασσει τον λαο μου κατω απο μενα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τι ειναι ο ανθρωποσ και τον γνωριζεισ! η, ο γιοσ του ανθρωπου, και τον σκεφτεσαι! ο ανθρωποσ μοιαζει με τη ματαιοτητα· οι ημερεσ του ειναι σαν σκια, που παρερχεται. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κλινε τουσ ουρανουσ σου και κατεβα· αγγιξε τα βουνα και θα καπνισουν. αστραψε μια αστραπη, και διασκορπισε τουσ· ριξε τα βελη σου, και εξολοθρευσε τουσ. στειλε το χερι σου απο ψηλα· λυτρωσε με και ελευθερωσε με απο πολλα νερα, απο το χερι των γιων του ξενου, που το στομα τουσ μιλαει ματαιοτητα, και το δεξι τουσ χερι ειναι δεξι χερι ψευτιασ. θεε, καινουργιο τραγουδι θα ψαλλω σε σενα· με δεκαχορδο ψαλτηρι, θα ψαλμωδω σε σενα· αυτον που εδωσε σωτηρια στουσ βασιλιαδεσ· που λυτρωνει τον δουλο του, τον δαβιδ, απο πονηρη ρομφαια. λυτρωσε με και ελευθερωσε με απο χερι των γιων του ξενου, που το στομα τουσ μιλαει ματαιοτητα, και το δεξι τουσ χερι ειναι δεξι χερι ψευτιασ· για να ειναι οι γιοι μασ σαν νεοφυτα, που αυξανουν στη νιοτη τουσ· οι θυγατερεσ μασ, σαν πετρεσ ακρογωνιαιεσ, τορνευμενεσ για στολισμα του παλατιου· οι αποθηκεσ μασ γεματεσ, ωστε να δινουν καθε ειδοσ τροφησ· τα προβατα μασ να πληθαινουν σε χιλιαδεσ και μυριαδεσ, μεσα στα χωραφια μασ· τα βοδια μασ πολυτοκα· να μη υπαρχει ουτε εφοδοσ εχθρων ουτε εξορμηση ουτε κραυγη στισ πλατειεσ μασ. μακαριοσ ο λαοσ που βρισκεται σε τετοια κατασταση! μακαριοσ ο λαοσ του οποιου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ο θεοσ του!

145

αινεση του δαβιδ. θα σε υψωνω, θεε μου, βασιλια· και θα ευλογω το ονομα σου στον αιωνα, και στον αιωνα. καθε ημερα θα σε ευλογω· και θα αινω το ονομα σου στον αιωνα, και στον αιωνα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μεγασ, και υπερβολικα αξιυμνητοσ· και η μεγαλοσυνη του ανεξιχνιαστη. γενεα σε γενεα θα επαινει τα εργα σου, και θα διηγουνται τα μεγαλεια σου. θα μιλαω για την ενδοξη μεγαλοπρεπεια τησ μεγαλειοτητασ σου, και για τα θαυμαστα σου εργα· και θα λενε τη δυναμη των φοβερων κατορθωματων σου· και θα διηγουμαι τη μεγαλοσυνη σου· θα διαδιδουν την αναμνηση του πληθουσ τησ αγαθοτητασ σου, και θα αλαλαξουν τη δικαιοσυνη σου. ελεημονασ και οικτιρμονασ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· μακροθυμοσ και πολυελεοσ. αγαθοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ ολουσ· και οι οικτιρμοι του επανω σε ολα τα δημιουργηματα του. ολα τα δημιουργηματα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θα σε αινουν· και οι οσιοι σου θα σε ευλογουν. θα κηρυττουν τη δοξα τησ βασιλειασ σου, και θα διηγουνται το μεγαλειο σου· για να γνωστοποιηhοσυα στουσ γιουσ των ανθρωπων τα μεγαλεια του, και τη δοξα τησ μεγαλοπρεπειασ τησ βασιλειασ του. η βασιλεια σου βασιλεια ολων των αιωνων, και η δεσποτεια σου σε καθε γενεα και γενεα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh υποστηριζει ολουσ εκεινουσ που πεφτουν, και ανορθωνει ολουσ τουσ κυρτωμενουσ. τα ματια ολων αποβλεπουν σε σενα· και εσυ δινεισ σ' αυτουσ την τροφη τουσ στον καιρο τησ. ανοιγεισ το χερι σου, και χορταινεισ την επιθυμια καθε ζωντανου οντοσ. δικαιοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε ολουσ τουσ δρομουσ του, και αγαθοσ σε ολα τα εργα του. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι κοντα σε ολουσ εκεινουσ που τον επικαλουνται· σε ολουσ εκεινουσ που τον επικαλουνται αληθινα. εκπληρωνει την επιθυμια εκεινων που τον φοβουνται, και εισακουει την κραυγη τουσ, και τουσ σωζει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φυλαττει ολουσ εκεινουσ που τον αγαπουν· θα εξολοθρευσει δε ολουσ τουσ ασεβεισ. το στομα μου θα μιλαει την αινεση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και καθε σαρκα ασ ευλογει το αγιο του ονομα στον αιωνα, και στον αιωνα.

146

αινειτε τον κυριο. ψυχη μου, να αινεισ τον κυριο. θα αινω τον κυριο ενοσω ζω· θα ψαλμωδω στον θεο μου ενοσω υπαρχω. μη εχετε πεποιθηση επανω σε αρχοντεσ, επανω σε γιον ανθρωπου, απο τον οποιο δεν υπαρχει σωτηρια. το πνευμα του βγαινει απο μεσα του· αυτοσ επιστρεφει στη γη του· εκεινη την ιδια ημερα οι συλλογισμοι του αφανιζονται. μακαριοσ εκεινοσ, που βοηθοσ του ειναι ο θεοσ του ιακωβ· που η ελπιδα του ειναι στον κυριο τον θεο του· αυτον που δημιουργησε τον ουρανο, και τη γη, τη θαλασσα, και ολα οσα βρισκονται μεσα σ' αυτα· αυτον που φυλαττει αληθεια στον αιωνα· αυτον που κανει κριση στουσ αδικουμενουσ· αυτον που δινει τροφη σ' εκεινουσ που πεινουν. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ελευθερωνει τουσ δεσμιουσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανοιγει τα ματια των τυφλων· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανορθωνει τουσ κυρτωμενουσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αγαπαει τουσ δικαιουσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φυλαττει τουσ ξενουσ· υπερασπιζεται τον ορφανο και τη χηρα, καταστρεφει, ομωσ, τον δρομο των αμαρτωλων. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα βασιλευει στον αιωνα· ο θεοσ σου, σιων, σε γενεα και γενεα. αλληλουια.

147

αινειτε τον κυριο· επειδη, ειναι καλο να ψαλλουμε στον θεο μασ· επειδη, ειναι τερπνο, η αινεση πρεπουσα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh οικοδομει την ιερουσαλημ· θα συγκεντρωσει τουσ διασπαρμενουσ του ισραηλ. γιατρευει τουσ συντριμμενουσ στην καρδια, και δενει τισ πληγεσ τουσ. απαριθμει τα πληθη των αστρων· καλει τα παντα με το ονομα τουσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ ειναι μεγασ, και η δυναμη του μεγαλη· η συνεση του αμετρητη. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh υψωνει τουσ πραουσ, τουσ ασεβεισ, ομωσ, τουσ ταπεινωνει μεχρι το εδαφοσ. ψαλτε στον κυριο, ευχαριστωντασ· ψαλμωδειτε στον θεο μασ με κιθαρα· αυτον που σκεπαζει τον ουρανο με συννεφα· αυτον που ετοιμαζει βροχη για τη γη· αυτον που αναδινει χορταρι επανω στα βουνα· αυτον που δινει στα κτηνη την τροφη τουσ, και στουσ νεοσσουσ των κορακων, που κραζουν σ' αυτον. δεν χαιρεται στη δυναμη του αλογου· δεν βρισκει ευχαριστηση στα ποδια του ανδρα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευχαριστιεται σ' εκεινουσ που τον φοβουνται, σ' εκεινουσ που ελπιζουν στο ελεοσ του. να επαινεισ, ιερουσαλημ, τον κυριο· να αινεισ τον θεο σου, σιων. επειδη, δυναμωσε τουσ μοχλουσ των πυλων σου· ευλογησε τουσ γιουσ σου αναμεσα σου. βαζει ειρηνη στα ορια σου· σε χορταινει με το παχοσ του σιταριου. στελνει το προσταγμα του στη γη, ο λογοσ του τρεχει ταχυτατα. δινει χιονι σαν μαλλι· διασκορπιζει την παχνη σαν σταχτη. ριχνει τον κρυσταλλο του σαν κομματια· μπροστα στο ψυχοσ του ποιοσ μπορει να σταθει; στελνει τον λογο του και τα διαλυει· φυσαει τον ανεμο του, και τα νερα ρεουν. αναγγελλει τον λογο του στον ιακωβ, τα διαταγματα του και τισ κρισεισ του στον ισραηλ. δεν εκανε ετσι σε κανενα εθνοσ· ουτε γνωρισαν τισ κρισεισ του. αλληλουια.

148

αινειτε τον κυριο. αινειτε τον κυριο απο τουσ ουρανουσ· αινειτε τον μεσα στουσ υψιστουσ χωρουσ. αινειτε τον, ολοι οι αγγελοι του· αινειτε τον, ολεσ οι δυναμεισ του. αινειτε τον, ηλιε και φεγγαρι· αινειτε τον, ολα τα αστερια του φωτοσ. αινειτε τον οι ουρανοι των ουρανων, και τα νερα που ειναι πανω απο τουσ ουρανουσ. ασ αινουν το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, αυτοσ προσταξε, και κτιστηκαν· και τα στερεωσε στον αιωνα, και στον αιωνα· εβαλε διαταγμα που δεν θα παρελθει. αινειτε τον κυριο απο τη γη, δρακοντεσ, και ολοι οι αβυσσοι· φωτια και χαλαζι, χιονι και ατμοσ, ανεμοστροβιλοσ, αυτοσ που εκτελει τον λογο του· τα βουνα, και ολοι οι λοφοι· καρποφορα δεντρα, και ολοι οι κεδροι· τα θηρια, και ολα τα κτηνη· ερπετα, και πουλια φτερωτα. βασιλιαδεσ τησ γησ, και ολοι οι λαοι· αρχοντεσ, και ολοι οι κριτεσ τησ γησ· και νεοι και παρθενεσ, γεροντεσ μαζι με νεοτερουσ· ασ αινουν το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, το δικο του ονομα μονον ειναι υψωμενο· η δοξα του ειναι επανω στη γη και στον ουρανο. κι αυτοσ υψωσε κερασ στον λαο του, υμνον σε ολουσ τουσ οσιουσ του, στουσ γιουσ ισραηλ, ενοσ λαου που ειναι κοντα του. αλληλουια.

149

αινειτε τον κυριο. ψαλτε στον κυριο ενα καινουργιο τραγουδι, την αινεση του, στη συναξη των οσιων. ασ ευφραινεται ο ισραηλ στον δημιουργο του· οι γιοι τησ σιων ασ αγαλλονται στον βασιλια τουσ. ασ αινουν το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh χοροστατωντασ· ασ ψαλμωδουν σ' αυτον με τυμπανο και κιθαρα. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευδοκει στον λαο του· θα δοξασει τουσ πραουσ με σωτηρια. οι οσιοι θα αγαλλονται με δοξα· θα αγαλλονται επανω στα κρεβατια τουσ. οι εξυμνησεισ του θεου θα ειναι στον λαρυγγα τουσ, και διστομη ρομφαια στο χερι τουσ· για να κανουν εκδικηση στα εθνη, παιδεια στουσ λαουσ· για να δεσουν τουσ βασιλιαδεσ τουσ με αλυσιδεσ· και τουσ ενδοξουσ τουσ με σιδερενια δεσμα· για να εκτελεσουν επανω τουσ τη γραμμενη κριση. αυτη η δοξα θα ειναι σε ολουσ τουσ οσιουσ του. αλληλουια.

150

αινειτε τον κυριο. αινειτε τον θεο στο αγιαστηριο του· αινειτε τον στο στερεωμα τησ δυναμησ του. αινειτε τον για τα μεγαλεια του· αινειτε τον συμφωνα με το πληθοσ τησ μεγαλοσυνησ του. αινειτε τον με ηχο σαλπιγγασ· αινειτε τον με ψαλτηρι και κιθαρα. αινειτε τον με τυμπανο και χοροστασια· αινειτε τον με χορδεσ και οργανο. αινειτε τον με ευηχα κυμβαλα· αινειτε τον με κυμβαλα αλαλαγμου. καθε πνοη ασ αινει τον κυριο. αλληλουια.

παροιμιεσ

1

οι παροιμιεσ του σολομωντα, του γιου του δαβιδ, βασιλια του ισραηλ, για να γνωρισει καποιοσ σοφια και παιδεια, και να εννοησει λογια φρονησησ, για να λαβει διδασκαλια συνεσησ, δικαιοσυνησ, και κρισησ, και ευθυτητασ, για να δωσει νοηση στουσ απλουσ, και στον νεο μαθηση και διαγνωση. ο σοφοσ, ακουγοντασ, θα γινει σοφοτεροσ, και ο νοημονασ θα αποκτησει επιστημη διακυβερνησησ· ωστε, να εννοει παροιμια, και σκοτεινον λογο, λογια των σοφων, και τα αινιγματα τουσ. αρχη σοφιασ ειναι ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· οι αφρονεσ καταφρονουν τη σοφια και τη διδασκαλια. γιε μου, ακου τη διδασκαλια του πατερα σου, και μη απορριψεισ τον νομο τησ μητερασ σου. επειδη, αυτα θα ειναι στεφανι απο αρετεσ επανω στο κεφαλι σου, και περιδεραιο γυρω απο τον λαιμο σου. γιε μου, αν θελησουν οι αμαρτωλοι να σε δελεασουν, μη θελησεισ· αν πουν: «ελα μαζι μασ, ασ στησουμε ενεδρα για αιμα, ασ επιβουλευτουμε τον αθωο, χωρισ αιτια, ασ τουσ καταπιουμε ζωντανουσ, σαν τον αδη, και ολοκληρουσ, σαν αυτουσ που κατεβαινουν στον λακκο· θα βρουμε καθε πολυτιμο αγαθο, θα γεμισουμε τα σπιτια μασ απο λαφυρα· βαλε τον κληρο σου αναμεσα μασ, ενα βαλαντιο ασ ειναι σε ολουσ μασ»· γιε μου, μη περπατησεισ σε δρομο μαζι τουσ· κρατα μακρια το ποδι σου απο τα μονοπατια τουσ· επειδη, τα ποδια τουσ τρεχουν στο κακο, και σπευδουν στο να χυσουν αιμα. για τον λογο οτι, ματαια απλωνεται ενα διχτυ μπροστα στα ματια καθε φτερωτου. επειδη, αυτοι στηνουν ενεδρα εναντια στο ιδιο τουσ το αιμα, επιβουλευονται τισ δικεσ τουσ ψυχεσ· τετοιοι ειναι οι δρομοι καθε πλεονεκτη· η πλεονεξια αφαιρει τη ζωη εκεινων που φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυονται απ' αυτη. η σοφια φωναζει εξω, διασαλπιζει τη φωνη τησ στισ πλατειεσ· κραζει στα ψηλα μερη των αγορων, στισ εισοδουσ των πυλων· αναγγελλει τα λογια τησ διαμεσου τησ πολησ, λεγοντασ: μεχρι ποτε, ω μωροι, θα αγαπατε τη μωρια, και οι χλευαστεσ θα ευχαριστιουνται στουσ χλευασμουσ τουσ, και οι αφρονεσ θα μισουν τη γνωση; επιστρεψτε στουσ ελεγχουσ μου· δεστε, εγω θα εκχεω το πνευμα μου επανω σασ, θα σασ κανω να καταλαβετε τα λογια μου. επειδη, εγω εκραζα, κι εσεισ δεν υπακουατε· απλωνα το χερι μου, και κανενασ δεν προσεχε· αλλα καταφρονουσατε ολεσ τισ συμβουλεσ μου, και δεν δεχοσασταν τουσ ελεγχουσ μου· γι' αυτο, κι εγω θα γελασω επανω στον ολεθρο σασ· θα χαρω υπερβολικα οταν ερθει ο φοβοσ επανω σασ. οταν ο φοβοσ σασ θαρθει επανω σασ σαν ερημωση, και η καταστροφη σασ θα ορμησει σαν ανεμοστροβιλοσ, οταν η θλιψη και η στενοχωρια θαρθουν επανω σασ· τοτε θα με επικαλεστουν, αλλα δεν θα αποκριθω· θα με εκζητησουν επιμονα, αλλα δεν θα με βρουν. επειδη, μισησαν τη γνωση, και δεν εκλεξαν τον φοβο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεν θελησαν τισ συμβουλεσ μου, καταφρονησαν ολουσ τουσ ελεγχουσ μου· γι' αυτο, θα φανε απο τον καρπο του δρομου τουσ, και θα χορτασουν απο τισ ασυνετεσ πραξεισ τουσ. επειδη, η αποστασια των μωρων θα τουσ θανατωσει, και η αμεριμνησια των αφρονων θα τουσ αφανισει. οποιοσ, ομωσ, με ακουει, θα κατοικησει με ασφαλεια· και θα ησυχαζει, χωρισ να φοβαται κακο.

2

γιε μου, αν δεχθεισ τα λογια μου, και αποθησαυρισεισ τισ εντολεσ μου μεσα σου, ωστε το αυτι σου να προσεξει στη σοφια, να στρεψεισ την καρδια σου στη συνεση· και αν επικαλεστεισ τη φρονηση, και υψωσεισ τη φωνη σου στη συνεση· αν τη ζητησεισ σαν ασημι, και την εξερευνησεισ σαν κρυμμενουσ θησαυρουσ, τοτε, θα εννοησεισ τον φοβο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θα βρεισ την επιγνωση του θεου. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δινει σοφια· απο το στομα του βγαινει γνωση και συνεση. αποταμιευει σωτηρια στουσ ευθεισ· ειναι ασπιδα σ' αυτουσ που περπατουν με ακεραιοτητα, υπερασπιζοντασ τουσ δρομουσ τησ δικαιοσυνησ, και φυλαττοντασ τον δρομο των οσιων του. τοτε, θα εννοησεισ δικαιοσυνη και κριση, και ευθυτητα, καθε αγαθο δρομο. αν η σοφια μπει στην καρδια σου, και η γνωση κανει την ψυχη σου να ευχαριστιεται, ορθη βουληση θα σε φυλαττει, συνεση θα σε διατηρει· για να σε ελευθερωνει απο τον πονηρο δρομο, απο ανθρωπο που μιλαει δολια, οι οποιοι εγκαταλειπουν τουσ δρομουσ τησ ευθυτητασ, για να περπατουν στουσ δρομουσ του σκοτουσ· οι οποιοι βρισκουν ευχαριστηση στο να πραττουν κακο, χαιρονται στισ διαστροφεσ τησ κακιασ, των οποιων οι δρομοι ειναι στρεβλοι, και οι πορειεσ τουσ διεστραμμενεσ· για να σε ελευθερωνει απο μια ξενη γυναικα, απο γυναικα αλλοτρια, που κολακευει με τα λογια τησ, η οποια εγκατελειψε τον επιστηθιο τησ νιοτησ τησ, και λησμονησε τη διαθηκη του θεου τησ· επειδη, το σπιτι τησ κατεβαζει στον θανατο, και τα βηματα τησ στουσ νεκρουσ· ολοι οσοι μπαινουν μεσα σ' αυτη δεν γυριζουν πισω ουτε ξαναπαιρνουν τουσ δρομουσ τησ ζωησ· για να περπατασ στον δρομο των αγαθων, και να φυλαττεισ τα μονοπατια των δικαιων. επειδη, οι ευθεισ θα κατοικησουν τη γη, και οι τελειοι θα εναπομεινουν σ' αυτη. ενω οι ασεβεισ θα εκκοπουν απο τη γη, και οι παρανομοι θα ξεριζωθουν απ' αυτη.

3

γιε μου, μη λησμονεισ τουσ νομουσ μου, και η καρδια σου ασ τηρει τισ εντολεσ μου· επειδη, θα σου προσθεσουν μακροτητα ημερων, και χρονια ζωησ, και ειρηνη. ελεοσ και αληθεια ασ μη σε εγκαταλειπουν· να δεσ' τεσ γυρω απ' τον λαιμο σου· χαραξε τεσ στην πλακα τησ καρδιασ σου· ετσι θα βρεισ χαρη και ευνοια μπροστα στον θεο και στουσ ανθρωπουσ. ελπιζε στον κυριο με ολη σου την καρδια, και μη επιστηριζεσαι στη συνεση σου· σε ολουσ τουσ δρομουσ σου γνωριζε αυτον, κι αυτοσ θα διευθυνει τα βηματα σου. μη φανταζεσαι τον εαυτο σου σοφο· να φοβασαι τον κυριο, και να ξεκλινεισ απο κακο. αυτο θα ειναι γιατρεια στα νευρα σου, και αναζωογονηση στα κοκαλα σου. τιμα τον κυριο απο τα υπαρχοντα σου, και απο τισ απαρχεσ ολων των γεννηματων σου· και θα γεμισουν οι σιταποθηκεσ σου απο αφθονια, και οι ληνοι σου θα ξεχειλιζουν απο νεο κρασι. γιε μου, μη καταφρονεισ την παιδεια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και μη αθυμεισ οταν ελεγχεσαι απ' αυτον· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ελεγχει οποιον αγαπαει, οπωσ ο πατερασ τον γιο του, στον οποιο αρεσκεται. μακαριοσ ο ανθρωποσ που βρηκε σοφια, και ο ανθρωποσ που απεκτησε συνεση· επειδη, το εμποριο τησ ειναι καλυτερο παρα το εμποριο με το ασημι, και το κερδοσ τησ περισσοτερο απο καθαρο χρυσαφι. ειναι πολυτιμοτερη απο πολυτιμεσ πετρεσ· και ολα οσα επιθυμησεισ δεν ειναι ανταξια τησ. μακροτητα ημερων βρισκεται στο δεξι τησ χερι, και στο αριστερο τησ, πλουτοσ και δοξα. οι δρομοι τησ ειναι τερπνοι, και ολα τα μονοπατια τησ ειρηνη. ειναι δεντρο ζωησ σ' αυτουσ που την αγκαλιαζουν· και μακαριοι οσοι την κρατουν. με τη σοφια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεμελιωσε τη γη· με συνεση στερεωσε τουσ ουρανουσ. με τη γνωση του ανοιχθηκαν οι αβυσσοι, και τα συννεφα σταλαζουν δροσο. γιε μου, αυτα ασ μη απομακρυνθουν απο τα ματια σου· φυλαγε ορθη βουληση και φρονηση· και θα ειναι ζωη στην ψυχη σου, και χαρη στον τραχηλο σου. τοτε θα περπατασ τον δρομο σου με σιγουρια, και το ποδι σου δεν θα σκονταψει. οταν πλαγιαζεισ, δεν θα τρομαζεισ· μαλιστα, θα πλαγιαζεισ, και ο υπνοσ σου θα ειναι γλυκοσ. απο ξαφνικο φοβο δεν θα τρομαξεισ ουτε απο τον ολεθρο των ασεβων, οταν ερθει επανω τουσ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα ειναι η ελπιδα σου, και θα φυλαξει το ποδι σου απο το να πιαστει. μη αρνηθεισ το καλο σ' εκεινουσ στουσ οποιουσ πρεπει, οταν ειναι στο χερι σου να το κανεισ. μη πεισ στον πλησιον σου: πηγαινε και ξαναγυρισε, και αυριο θα σου δωσω· ενω, στην πραγματικοτητα, το εχεισ. μη μηχανευεσαι κακο εναντιον του πλησιον σου, ενω κατοικει με εμπιστοσυνη μαζι σου. μη μαχεσαι καποιον χωρισ αιτια, αν δεν σου εκανε κακο. μη ζηλευεισ τον βιαιο ανθρωπο, και μη διαλεξεισ κανεναν απο τουσ δρομουσ του· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αηδιαζει τον διεστραμμενο· το δε δικο του απορρητο φανερωνεται στουσ δικαιουσ. καταρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βρισκεται στο σπιτι του ασεβη· ευλογει, ομωσ, το σπιτι των δικαιων. βεβαια, αυτοσ αντιτασσεται στουσ υπερηφανουσ· στουσ ταπεινουσ, ομωσ, δινει χαρη. οι σοφοι θα κληρονομησουν δοξα, το υψοσ των αφρονων, ομωσ, θα ειναι η ατιμια.

4

παιδια, ακουστε την πατρικη παιδεια, και προσεχετε να μαθετε συνεση. επειδη, σασ δινω καλη διδασκαλια· μη εγκαταλειπετε τον νομο μου. για τον λογο οτι, και εγω σταθηκα γιοσ του πατερα μου· αγαπητοσ και μονογενησ μπροστα στη μητερα μου· και με διδασκε και μου ελεγε: ασ κραταει η καρδια σου τα λογια μου· φυλαγε τισ εντολεσ μου, και θα ζησεισ. αποκτησε σοφια, αποκτησε συνεση· μη τη λησμονησεισ· ουτε να ξεκλινεισ απο τα λογια του στοματοσ μου· μη την εγκαταλειπεισ, και θα σε φυλαττει ολογυρα· αγαπα την, και θα σε διατηρει. η σοφια ειναι το πρωτιστο· αποκτησε σοφια· και περισσοτερο απο καθε αποκτηση σου, αποκτησε συνεση. αναλαβε την, και θα σε υψωσει· θα σε δοξασει, οταν την αγκαλιασεισ. στεφανι απο χαρεσ θα βαλει επανω στο κεφαλι σου· θα σου δωσει διαδημα δοξασ. γιε μου, ακου και δεξου τα λογια μου· και τα χρονια τησ ζωησ σου θα πληθυνουν. σε διδασκω τον δρομο τησ σοφιασ· σε βαζω μεσα σε ισια μονοπατια. οταν περπατασ, τα βηματα σου δεν θαναι στενοχωρημενα· και οταν τρεχεισ, δεν θα προσκοψεισ. πιασε γερα την παιδεια, μη την αφησεισ· φυλαγε την, επειδη ειναι η ζωη σου. μη μπεισ μεσα στο μονοπατι των ασεβων, και μη πασ στον δρομο των πονηρων. αποφευγε τον, μη περασεισ μεσα απ' αυτον, ξεκλινε απ' αυτον, και προχωρα. επειδη, αυτοι δεν κοιμουνται, αν δεν κακοποιηhοσυα· και ο υπνοσ τουσ αφαιρειται, αν δεν υποσκελισουν· για τον λογο οτι, τρωνε ψωμι ασεβειασ, και πινουν κρασι δυναστειασ. ο δρομοσ, ομωσ, των δικαιων ειναι σαν το λαμπρο φωσ που φεγγει περισσοτερο και περισσοτερο, μεχρισ οτου γινει τελεια ημερα. ο δρομοσ των ασεβων ειναι σαν το σκοταδι· δεν ξερουν που προσκοπτουν. γιε μου, προσεχε στισ ρησεισ μου· στρεφε το αυτι σου στα λογια μου. ασ μη απομακρυνθουν απο τα ματια σου· φυλαγε τα μεσα στην καρδια σου· επειδη, ειναι ζωη σ' εκεινουσ που τα βρισκουν αυτα, και γιατρεια σε ολη τουσ τη σαρκα. με καθε φυλαξη φυλαγε την καρδια σου· επειδη, απ' αυτη προερχονται οι εκβασεισ τησ ζωησ. αποβαλε απο σενα διαστρεβλωση του στοματοσ, και απομακρυνε απο σενα διαστροφη των χειλεων. τα ματια σου ασ βλεπουν ορθα, και τα βλεφαρα σου ασ κατευθυνονται μπροστα σου. σταθμιζε το βαδισμα των ποδιων σου, και ολοι οι δρομοι σου θα κατευθυνθουν. μη ξεκλινεισ δεξια η αριστερα· αποστρεψε το ποδι σου απο κακο.

5

γιε μου, προσεχε στη σοφια μου, στρεφε το αυτι σου στη συνεση μου· για να τηρεισ φρονηση, και τα χειλη σου να φυλαττουν γνωση. επειδη, τα χειλη τησ ξενησ γυναικασ σταζουν σαν κηρηθρα απο μελι, και ο ουρανισκοσ τησ ειναι μαλακοτεροσ απο λαδι· το τελοσ τησ, ομωσ, ειναι πικρο σαν αψινθι, οξυ σαν δικοπο μαχαιρι. τα ποδια τησ κατεβαινουν σε θανατο· τα βηματα τησ καταντουν στον αδη. για να μη γνωρισεισ τον δρομο τησ ζωησ, οι πορειεσ τησ ειναι αστατεσ, και οχι ευδιαγνωστεσ. ακουστε με, λοιπον, τωρα, παιδια, και μη αποστραφειτε τα λογια του στοματοσ μου. απομακρυνε τον δρομο σου απ' αυτη, και μη πλησιασεισ στην πορτα του σπιτιου τησ, για να μη δωσεισ την τιμη σου σε αλλουσ, και τα χρονια σου στουσ ανελεημονεσ· για να μη χορτασουν ξενοι απο την περιουσια σου, και οι κοποι σου ερθουν σε σπιτι ξενου, κι εσυ στεναζεισ στα τελευταια σου, οταν η σαρκα σου και το σωμα σου καταναλωθουν, και θα λεσ: «πωσ μισησα την παιδεια, και η καρδια μου καταφρονησε τουσ ελεγχουσ, και δεν υπακουσα στη φωνη εκεινων που με διδασκαν ουτε εστρεψα το αυτι μου σ' εκεινουσ που με νουθετουσαν! παρολιγο επεσα σε καθε κακο, στο μεσον τησ συναξησ και τησ συναγωγησ»". πινε νερα απο τη δεξαμενη σου, κι εκεινα που πηγαζουν απο το πηγαδι σου· ασ ξεχυνονται εξω οι πηγεσ σου, και τα ρυακια των νερων σου στισ πλατειεσ μονον δικα σου ασ ειναι αυτα, και οχι ξενων μαζι σου· η πηγη σου ασ ειναι ευλογημενη· και ευφραινου με τη γυναικα τησ νιοτησ σου. ασ ειναι σε σενα σαν αξιαγαπητη ελαφινα, και χαριτωμενη δορκαδα· ασ σε ποτιζουν οι μαστοι τησ σε καθε καιρο· ευφραινου παντοτε στην αγαπη τησ. και γιατι, γιε μου, θα θελγεσαι απο μια ξενη, και θα εναγκαλιζεσαι τον κορφο μιασ αλλοτριασ; επειδη, οι δρομοι του ανθρωπου ειναι μπροστα στα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και σταθμιζει ολεσ τισ πορειεσ του. οι ιδιεσ του οι ανομιεσ θα συλλαβουν τον ασεβη, και με τα σχοινια τησ αμαρτιασ του θα σφιγγεται. αυτοσ θα πεθανει απαιδευτοσ, και απο το πληθοσ τησ αφροσυνησ του θα περιπλανιεται.

6

γιε μου, αν εγινεσ εγγυητησ για τον φιλο σου, αν εδωσεσ το χερι σου σε ξενον, παγιδευτηκεσ με τα λογια του στοματοσ σου, πιαστηκεσ με τα λογια του στοματοσ σου· κανε, λοιπον, τουτο, γιε μου, και σωζου, επειδη ηρθεσ στα χερια του φιλου σου· πηγαινε, μη αποκαμεισ, και βιαζε τον φιλο σου. μη δωσεισ υπνο στα ματια σου ουτε νυσταγμο στα βλεφαρα σου· σωζου, σαν μικρο ζαρκαδι απο το χερι του κυνηγου, και σαν πουλι απο το χερι του πτηνοθηρα. πηγαινε στο μυρμηγκι, ω οκνηρε· παρατηρησε τουσ δρομουσ του, και γινε σοφοσ· αυτο, ενω δεν εχει αρχοντα, επιστατη η κυβερνητη, ετοιμαζει την τροφη του το καλοκαιρι, μαζευει τισ τροφεσ του κατα τον θερισμο. μεχρι ποτε θα κοιμασαι, οκνηρε; ποτε θα σηκωθεισ απο τον υπνο σου; λιγοσ υπνοσ, λιγοσ νυσταγμοσ, λιγο διπλωμα των χεριων στον υπνο· επειτα, η φτωχεια σου ερχεται σαν ταχυδρομοσ, και η γυμνια σου σαν οπλισμενοσ ανδρασ. ο αχρειοσ ανθρωποσ, ο κακοτροποσ ανθρωποσ, περπαταει με διεστραμμενο στομα· κανει νευμα με τα ματια του, κανει διακριτικα σημαδια με τα ποδια του, διδασκει με τα δαχτυλα του· με διεστραμμενη καρδια μηχανευεται κακα σε καθε καιρο· σπερνει φιλονικιεσ· γι' αυτο, απροσδοκητα θαρθει επανω του η απωλεια του· ξαφνικα, αθεραπευτα θα συντριφτει. αυτα τα εξι τα μισει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τα επτα μαλιστα τα βδελυσσεται η ψυχη του· ματια υπερηφανα, γλωσσα αναληθη, και χερια που χυνουν αιμα αθωο, καρδια που μηχανευεται κακουσ λογισμουσ, ποδια που τρεχουν γρηγορα στο να κακοποιουν, ψευδομαρτυρα, που λεει ψεματα, κι εκεινον που βαζει φιλονικιεσ αναμεσα σε αδελφουσ. γιε μου, φυλαγε την εντολη του πατερα σου, και μη απορριψεισ τον νομο τησ μητερασ σου. ραψ' τα ολογυρα, για παντα, επανω στην καρδια σου, δεσ' τα ολογυρα απ' τον λαιμο σου. οταν περπατασ, θα σε οδηγει· οταν κοιμασαι θα σε φυλαττει· και οταν ξυπνησεισ, θα συνομιλει μαζι σου. επειδη, η εντολη ειναι λυχναρι, και ο νομοσ φωσ, και δρομοσ ζωησ οι ελεγχοι τησ παιδειασ· για να σε φυλαττουν απο κακη γυναικα, απο κολακειεσ γλωσσασ ξενησ γυναικασ. μη ορεχθεισ το καλλοσ τησ στην καρδια σου· κι ασ μη σε θηρευσει με τα βλεφαρα τησ. επειδη, εξαιτιασ μιασ πορνησ γυναικασ κατανταει κανεισ μεχρι ενα κομματι ψωμι, ενω η μοιχαλιδα γυναικα θηρευει την πολυτιμη ψυχη. μπορει κανεισ να βαλει φωτια μεσα στον κορφο του, και τα ρουχα του να μη καουν; μπορει κανεισ να περπατησει επανω σε καρβουνα φωτιασ, και τα ποδια του να μη κατακαουν; ετσι κι εκεινοσ που μπαινει στη γυναικα του διπλανου του· οποιοσ την αγγιζει, δεν θα αθωωθει. τον κλεφτη δεν τον αποστρεφονται, αν κλεβει για να χορτασει την ψυχη του, οταν πειναει· αλλ' αν πιαστει, θα αποδωσει επταπλασια· θα δωσει ολα τα υπαρχοντα του σπιτιου του. οποιοσ, ομωσ, μοιχευει με γυναικα, ειναι χωρισ μυαλο· φερνει απωλεια στην ψυχη του, οποιοσ το κανει αυτο. θα υποφερει πληγεσ και ατιμια· και η ντροπη του δεν θα εξαλειφθει. επειδη, η ζηλοτυπια ειναι μανια του ανδρα, και δεν θα δειξει ελεοσ κατα την ημερα τησ εκδικησησ. δεν θα δεχθει κανενα λυτρο· ουτε θα εξιλεωθει, ακομα και αν πολλαπλασιασεισ τα δωρα.

7

γιε μου, φυλαγε τα λογια μου, και αποταμιευσε τισ εντολεσ μου στον εαυτο σου. φυλαγε τισ εντολεσ μου, και θα ζησεισ· και τον νομο μου, σαν την κορη των ματιων σου. δεσ' τα επανω στα δαχτυλα σου, χαραξε τα επανω στην πλακα τησ καρδιασ σου. πεσ στη σοφια: εσυ εισαι αδελφη μου· και αποκαλεσε τη φρονηση συγγενη σου· για να σε φυλαττουν απο ξενη γυναικα, απο αλλοτρια, που κολακευει με τα λογια τησ. επειδη, απο το παραθυρο του σπιτιου μου εσκυψα μεσα απο το διχτυωτο μου· και ειδα αναμεσα στουσ αφρονεσ, παρατηρησα αναμεσα στουσ νεανιεσ, εναν νεο χωρισ μυαλο· που περνουσε απο την πλατεια, κοντα στη γωνια τησ, και ερχοταν απο τον δρομο προσ το σπιτι τησ, στο εσπερινο σκοταδι τησ ημερασ, στον σκοτασμο τησ νυχτασ και στο βαθυ σκοταδι· και ξαφνου, τον συνανταει μια γυναικα που ειχε πορνικο σχημα, και καρδια δολιοφρονη, φλυαρη και αναιδησ· τα ποδια τησ δεν μενουν στο σπιτι τησ· τωρα ειναι εξω, τωρα στισ πλατειεσ, και ενεδρευει κοντα σε καθε γωνια. και τον πιανει, και τον φιλαει, και με ενα αναιδεσ προσωπο του λεει: «εχω ειρηνικεσ θυσιεσ· σημερα απεδωσα τισ ευχεσ μου· γι' αυτο βγηκα σε συναντηση σου, ποθωντασ να δω το προσωπο σου, και σε βρηκα· εστρωσα το κρεβατι μου με πεπλουσ, με ταπητεσ στολισμενουσ, με νηματα τησ αιγυπτου· θυμιασα το κρεβατι μου με σμυρνα, αλοη και κανελα· ελα, ασ μεθυσουμε απο ερωτα μεχρι την αυγη· ασ εντρυφησουμε σε ερωτεσ· επειδη, ο ανδρασ δεν ειναι στο σπιτι του, πηγε σε εναν μακρινο δρομο· πηρε στο χερι του ενα βαλαντιο απο ασημι· θα επανερθει στο σπιτι του στον ορισμενο καιρο». με την πολλη τησ τεχνη τον αποπλανησε· με την κολακεια των χειλεων τησ τον ελκυσε. αμεσωσ, την ακολουθει απο πισω, οπωσ το βοδι πηγαινει στη σφαγη η οπωσ το ελαφι πηδαει στον βροχο, μεχρισ οτου ενα βελοσ περασει μεσα απο το συκωτι του· οπωσ το πουλι σπευδει στην παγιδα, και δεν ξερει οτι ειναι εναντια στη ζωη του. τωρα, λοιπον, ακουστε με, παιδια μου, και προσεχετε στα λογια του στοματοσ μου. ασ μη ξεκλινει η καρδια σου στουσ δρομουσ τησ, μη παρεκτραπεισ στα μονοπατια τησ. επειδη, εκανε πολλουσ να πεσουν πληγωμενοι, και αρκετοι ειναι εκεινοι που πληγωθηκαν απ' αυτη. το σπιτι τησ ειναι δρομοι του αδη, κατεβαινουν στα ταμεια του θανατου.

8

δεν κραζει η σοφια; και δεν εκπεμπει τη φωνη τησ η συνεση; στεκεται επανω στην κορυφη των ψηλων τοπων, ψηλοτερα απο τον δρομο, στο μεσον των τριστρατων. κραζει κοντα στισ πυλεσ, στην εισοδο τησ πολησ, στην εισοδο των θυρων: ανθρωποι, σε σασ κραζω· και η φωνη μου απευθυνεται στουσ γιουσ των ανθρωπων. απλοι, καταλαβετε φρονηση· κι εσεισ, αφρονεσ, αποκτηστε καρδια που να καταλαβαινει. ακουστε· επειδη, θα μιλησω εξοχα πραγματα, και τα χειλη μου θα προφερουν ορθα. επειδη, αληθεια θα μιλησει το λαρυγγι μου· και τα χειλη μου βδελυσσονται την ασεβεια. ολα τα λογια του στοματοσ μου ειναι με δικαιοσυνη· μεσα σ' αυτα δεν υπαρχει κατι δολιο η διεστραμμενο· ολα ειναι σαφη σ' εκεινον που καταλαβαινει, και ορθα σ' εκεινουσ που βρισκουν γνωση. παρτε την παιδεια μου, και οχι ασημι· και γνωση, μαλλον, παρα εκλεκτο χρυσαφι. επειδη, η σοφια ειναι καλυτερη απο πολυτιμεσ πετρεσ· και ολα τα επιθυμητα πραγματα δεν ειναι ανταξια γι' αυτη. εγω, η σοφια, κατοικω μαζι με τη φρονηση, και εφευρισκω γνωση συνετων αποφασεων. ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι να μισει κανεισ το κακο· αλαζονεια, και αυθαδεια, και πονηρο δρομο, και διεστραμμενο στομα, εγω μισω. δικη μου ειναι η βουλη, και η ασφαλεια· εγω ειμαι η συνεση· δικη μου ειναι η δυναμη. μεσω εμου οι βασιλιαδεσ βασιλευουν, και οι αρχοντεσ θεσπιζουν δικαιοσυνη. μεσω εμου οι ηγεμονεσ ηγεμονευουν, και οι μεγιστανεσ, ολοι οι κριτεσ τησ γησ. εγω, εκεινουσ που με αγαπουν, τουσ αγαπω· κι εκεινοι που με ζητουν, θα με βρουν. πλουτοσ και δοξα βρισκονται μαζι μου, αγαθα που παραμενουν, και δικαιοσυνη. οι καρποι μου ειναι καλυτεροι απο χρυσαφι, και απο καθαρο χρυσαφι· και τα γεννηματα μου, απο εκλεκτο ασημι. περπατω σε δρομο δικαιοσυνησ, αναμεσα στα μονοπατια τησ κρισησ, για να κανω αυτουσ που με αγαπουν να κληρονομησουν αγαθα, και να γεμισω τουσ θησαυρουσ τουσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με ειχε στην αρχη των δρομων του, πριν απο τα εργα του, απο τον αιωνα. πριν απο τον αιωνα με εχρισε, απαρχησ, πριν υπαρξει η γη. γεννηθηκα οταν δεν υπηρχαν οι αβυσσοι, οταν δεν ησαν οι πηγεσ που αναβλυζουν νερα· πριν θεμελιωθουν τα βουνα, πριν απο τουσ λοφουσ, γεννηθηκα εγω· ενω δεν ειχε κανει ακομα τη γη, ουτε πεδιαδεσ ουτε κορυφεσ χωματων τησ οικουμενησ. οταν ετοιμαζε τουσ ουρανουσ ημουν εκει· οταν περιεγραφε καμαρα απο πανω απο το προσωπο τησ αβυσσου· οταν στερεωνε τον αιθερα επανω· οταν οχυρωνε τισ πηγεσ τησ αβυσσου· οταν επεβαλλε τον νομο του στη θαλασσα, να μη παραβουν τα νερα το προσταγμα του· οταν διετασσε τα θεμελια τησ γησ· τοτε, ημουν κοντα του, δημιουργουσα· και εγω ημουν η ευχαριστηση του, καθημερινα, ευφραινομενη παντοτε μπροστα του, ευφραινομενη μεσα στην οικουμενη τησ γησ του· και η ευχαριστηση μου ηταν μαζι με τουσ γιουσ των ανθρωπων. τωρα, λοιπον, ακουστε με, ω παιδια· επειδη, μακαριοι εκεινοι που φυλαττουν τουσ δρομουσ μου. ακουστε παιδεια, και γινεστε σοφοι, και μη την αποδοκιμαζετε. μακαριοσ ο ανθρωποσ, που θα με ακουσει, αγρυπνωντασ καθημερινα στισ πυλεσ μου, περιμενοντασ στουσ παραστατεσ των θυρων μου· επειδη, οποιοσ βρει εμενα, θα βρει ζωη· και θα λαβει χαρη απο τον κυριο. οποιοσ, ομωσ, αμαρτησει σε μενα, τη δικη του ψυχη αδικει· ολοι εκεινοι που με μισουν, αγαπουν τον θανατο.

9

η σοφια οικοδομησε το σπιτι τησ, λατομησε τουσ στυλουσ τησ επτα φορεσ· εσφαξε τα σφαγια τησ, κερασε το κρασι τησ, και ετοιμασε το τραπεζι τησ· εστειλε τισ υπηρετριεσ τησ, κηρυττει επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ τησ πολησ: «οποιοσ ειναι αφρονασ, ασ στραφει εδω»· και, σ' αυτουσ που ειναι χωρισ μυαλο, τουσ λεει: «ελατε, φατε απο το ψωμι μου, και πιειτε απο το κρασι μου, το οποιο κερασα· αφηστε την αφροσυνη, και ζηστε· κατευθυνθειτε στον δρομο τησ συνεσησ». εκεινοσ που νουθετει εναν χλευαστη παιρνει επανω του ατιμια· και εκεινοσ που ελεγχει τον ασεβη, παιρνει επανω του μωμο. μη ελεγχεισ τον χλευαστη, για να μη σε μισησει· ελεγχε τον σοφο, και θα σε αγαπησει. δινε αφορμη στον σοφο, και θα γινει σοφοτεροσ· διδασκε τον δικαιο, και θα αυξηθει σε μαθηση. αρχη σοφιασ ειναι ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και επιγνωση των αγιων, η φρονηση. επειδη, διαμεσου εμου οι ημερεσ σου θα πολλαπλασιαστουν, και χρονια ζωησ θα προστεθουν σε σενα. αν γινεισ σοφοσ, θα εισαι σοφοσ για τον εαυτο σου· και αν γινεισ χλευαστησ, εσυ μοναχα θα πασχεισ. μια αφρονη γυναικα, θρασεια, ανοητη, και που δεν γνωριζει τιποτε· καθεται στην πορτα του σπιτιου τησ επανω σε θρονο, στουσ ψηλουσ τοπουσ τησ πολησ, προσκαλωντασ τουσ διαβατεσ, αυτουσ που κατευθυνονται στον δρομο τουσ: «οποιοσ ειναι αφρονασ, ασ στραφει εδω»· και σ' αυτον που ειναι χωρισ μυαλο, του λεει: «τα κλεμμενα νερα ειναι γλυκα, και το κρυφο ψωμι ευχαριστο». αυτοσ, ομωσ, αγνοει οτι εκει ειναι οι νεκροι, και οι καλεσμενοι τησ οδηγουνται στα βαθη του αδη.

10

παροιμιεσ του σολομωντα: σοφοσ γιοσ ευφραινει πατερα· αλλα αφρονασ γιοσ ειναι λυπη τησ μητερασ του. οι θησαυροι τησ ανομιασ δεν ωφελουν· ενω η δικαιοσυνη ελευθερωνει απο θανατο. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θα αφησει να πεινασει η ψυχη του δικαιου· ενω ανατρεπει την περιουσια των ασεβων. το οκνηρο χερι φερνει φτωχεια· πλουτιζει, ομωσ, το χερι του επιμελη. οποιοσ μαζευει μεσα στο καλοκαιρι, ειναι γιοσ συνεσησ· ενω εκεινοσ που κοιμαται στον θερισμο, ειναι γιοσ ντροπησ. ευλογια επανω στο κεφαλι του δικαιου· το στομα, ομωσ, των ασεβων σκεπαζει αδικια. η μνημη του δικαιου ειναι με ευλογια· ενω το ονομα των ασεβων σαπιζει. ο σοφοσ στην καρδια θα δεχεται εντολεσ· ενω ο μωροσ στα χειλη θα υποσκελιστει. οποιοσ περπαταει με ακεραιοτητα, περπαταει με σιγουρια· οποιοσ, ομωσ, διαστρεφει τουσ δρομουσ του, θα γινει φανεροσ. οποιοσ νευει με το ματι, προξενει οδυνη· ενω ο μωροσ στα χειλη θα υποσκελιστει. το στομα του δικαιου ειναι πηγη ζωησ· το στομα, ομωσ, των ασεβων σκεπαζει αδικια. το μισοσ διεγειρει εριδεσ· η αγαπη, ομωσ, σκεπαζει ολα τα σφαλματα. στα χειλη του συνετου βρισκεται η σοφια· ενω η ραβδοσ ειναι για τη ραχη εκεινου που δεν εχει μυαλο. οι σοφοι αποταμιευουν γνωση· ενω το στομα του προπετη ειναι κοντα στην απωλεια. τα αγαθα του πλουσιου ειναι η οχυρη του πολη· ενω καταστροφη των πενητων ειναι η φτωχεια τουσ. τα εργα του δικαιου ειναι για ζωη· το προιον του ασεβη για αμαρτια. οποιοσ φυλαττει την παιδεια, βρισκεται σε δρομο ζωησ· ενω εκεινοσ που εγκαταλειπει τον ελεγχο, αποπλανιεται. οποιοσ σκεπαζει μισοσ κατω απο χειλη αναληθη, και οποιοσ προφερει συκοφαντια, ειναι αφρονασ. μεσα στην πολυλογια δεν λειπει η αμαρτια· οποιοσ, ομωσ, κραταει τα χειλη του, ειναι συνετοσ. η γλωσσα του δικαιου, ειναι εκλεκτο ασημι· η καρδια των ασεβων ενα μηδαμινο πραγμα. τα χειλη του δικαιου βοσκουν πολλουσ· ενω οι αφρονεσ πεθαινουν εξαιτιασ ελλειψησ μυαλου. η ευλογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh πλουτιζει, και λυπη δεν θα προστεθει σ' αυτη. σαν γελιο ειναι στον αφρονα να πραττει κακο· ενω η σοφια ειναι ανδρα συνετου. ο φοβοσ του ασεβη θαρθει επανω του· ενω η επιθυμια των δικαιων θα εκπληρωθει. οπωσ παρερχεται ο ανεμοστροβιλοσ, ετσι και ο ασεβησ δεν υπαρχει· ενω ο δικαιοσ θα ειναι θεμελιωμενοσ στον αιωνα. οπωσ το ξιδι στα δοντια, και ο καπνοσ στα ματια, ετσι ειναι ο οκνηροσ σ' αυτουσ που τον στελνουν. ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσθετει ημερεσ· ενω τα χρονια των ασεβων θα ελαττωθουν. η προσδοκια των δικαιων θα ειναι ευφροσυνη· η ελπιδα, ομωσ, των ασεβων θα χαθει. ο δρομοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι οχυρωμα στον αμεμπτο, αλλα ολεθροσ στουσ εργατεσ τησ ανομιασ. ο δικαιοσ δεν θα σαλευτει στον αιωνα· ενω οι ασεβεισ δεν θα κατοικησουν τη γη. το στομα του δικαιου αναδινει σοφια· ενω η αναληθησ γλωσσα θα εκκοπει. τα χειλη του δικαιου γνωριζουν το ευχαριστο· ενω το στομα των ασεβων τα διεστραμμενα.

11

δολια πλαστιγγα ειναι βδελυγμα στον κυριο· ενω δικαιο ζυγι ειναι ευαρεστηση του. οπου μπει υπερηφανεια, μπαινει και ντροπη· η σοφια, ομωσ, ειναι με τουσ ταπεινουσ. η ακεραιοτητα των ευθεων θα τουσ οδηγει· ενω η υπουλοτητα των στρεβλων θα τουσ καταστρεψει. τα πλουτη, σε ημερα οργησ, δεν ωφελουν· ενω η δικαιοσυνη ελευθερωνει απο θανατο. η δικαιοσυνη του ακεραιου θα ορθοτομησει τον δρομο του· ενω ο ασεβησ θα πεσει εξαιτιασ τησ ασεβειασ του. η δικαιοσυνη των ευθεων θα τουσ ελευθερωσει· ενω οι παραβατεσ θα συλληφθουν στην κακια τουσ. οταν ο ασεβησ ανθρωποσ πεθαινει, η ελπιδα του χανεται· χανεται και η προσδοκια των ανομων. ο δικαιοσ ελευθερωνεται απο τη θλιψη, αντι γι' αυτον, ομωσ, μπαινει μεσα σ' αυτη ο ασεβησ. ο υποκριτησ αφανιζει τον πλησιον του με το στομα· οι δικαιοι, ομωσ, θα ελευθερωθουν με τη γνωση. στην ευοδωση των δικαιων ευφραινεται η πολη· και στον ολεθρο των ασεβων αγαλλεται. με την ευλογια των ευθεων υψωνεται πολη· με το στομα, ομωσ, των ασεβων καταστρεφεται. εκεινοσ που ειναι χωρισ μυαλο, περιφρονει τον πλησιον του· ομωσ, ο φρονιμοσ ανθρωποσ σιωπα. ο σπερμολογοσ περιφερεται αποκαλυπτοντασ μυστικα· εκεινοσ, ομωσ, που ειναι πιστοσ στην ψυχη, κρυβει το πραγμα. οπου δεν υπαρχει κυβερνηση, ο λαοσ πεφτει· απο το πληθοσ, ομωσ, των συμβουλων προερχεται σωτηρια. οποιοσ εγγυαται για αλλον, θα παθει κακο· και οποιοσ μισει την εγγυηση, ειναι ασφαλησ. η σεμνη γυναικα απολαμβανει τιμη· και οι καρτερικοι απολαμβανουν πλουτη. ο ελεημονασ ανθρωποσ αγαθοποιει την ψυχη του· ενω ο ανελεημονασ θλιβει τη σαρκα του. ο ασεβησ εργαζεται ψευτικο εργο· σ' εκεινον, ομωσ, που σπερνει δικαιοσυνη, θα υπαρχει σιγουροσ μισθοσ. οπωσ η δικαιοσυνη τεινει προσ ζωη, ετσι κι εκεινοσ που κυνηγαει το κακο, τρεχει στον θανατο του. οι διεστραμμενοι στην καρδια ειναι βδελυγμα στον κυριο· ομωσ, οι αμεμπτοι στον δρομο ειναι σ' αυτον δεκτοι. και χερι με χερι αν ενωνεται, ο ασεβησ δεν θα μενει ατιμωρητοσ· ενω το σπερμα των δικαιων θα ελευθερωθει. σαν ενασ χρυσοσ κρικοσ στη μυτη ενοσ γουρουνιου, ετσι ειναι μια γυναικα χωρισ φρονηση. η επιθυμια των δικαιων ειναι μονον το καλο· η προσδοκια, ομωσ, των ασεβων η οργη. οι μεν σκορπιζουν, και ομωσ εχουν περισσευμα· οι δε ειναι φειδωλοι υπερ το δεον, και ομωσ ερχονται σε στερηση. η ψυχη που αγαθοποιει θα παχυνει· και οποιοσ ποτιζει, θα ποτιστει κι αυτοσ. οποιοσ κραταει σιταρι, θα ειναι λαοκαταρατοσ· ευλογια, ομωσ, θα ειναι επανω στο κεφαλι εκεινου που πουλαει. οποιοσ προθυμοποιειται στο καλο, θα απολαυσει χαρη· οποιοσ, ομωσ, ζηταει το κακο, θαρθει επανω του. οποιοσ ελπιζει στον πλουτο του, αυτοσ θα πεσει· ενω οι δικαιοι θα ανθισουν σαν βλαστοσ. οποιοσ αναστατωνει την οικογενεια του, θα κληρονομησει ανεμο· και ο αφρονασ θα ειναι δουλοσ στον φρονιμο. ο καρποσ του δικαιου ειναι δεντρο ζωησ· και οποιοσ κερδιζει ψυχεσ, ειναι σοφοσ. αν ο δικαιοσ παιδευεται επανω στη γη, πολυ περισσοτερο ο ασεβησ και ο αμαρτωλοσ.

12

οποιοσ αγαπαει παιδεια, αγαπαειγνωση· οποιοσ, ομωσ, μισει τον ελεγχο, ειναι αφρονασ. ο καλοσ βρισκει χαρη απο τον κυριο· αυτον, ομωσ, που μηχανευεται κακα, θα τον καταδικασει. με την ανομια δεν θα στερεωθει ενασ ανθρωποσ· η ριζα, ομωσ, των δικαιων θα μενει ασαλευτη. η εναρετη γυναικα ειναι στεφανι στον ανδρα τησ· ενω αυτη που προξενει ντροπη, ειναι σαν σαπιλα στα κοκαλα του. οι συλλογισμοι των δικαιων ειναι ευθυτητα· ενω οι βουλεσ των ασεβων δολοσ. τα λογια των ασεβων ενεδρευουν αιμα· το στομα, ομωσ, των ευθεων θα τουσ ελευθερωσει. οι ασεβεισ καταστρεφονται, και δεν υπαρχουν· το σπιτι, ομωσ, των δικαιων παραμενει. ο ανθρωποσ εγκωμιαζεται συμφωνα με τη συνεση του· ενω ο διεστραμμενοσ στην καρδια θα ειναι σε καταφρονηση. καλυτεροσ ο ανθρωποσ, που δεν τον τιμουν και αρκειται στον εαυτο του, παρα εκεινοσ που κενοδοξει και στερειται ψωμι. ο δικαιοσ δειχνει επιμελεια για τη ζωη του κτηνουσ του· ενω τα σπλαχνα των ασεβων ειναι ανελεημονα. αυτοσ που εργαζεται τη γη του, θα χορτασει ψωμι· ενω αυτοσ που ακολουθει τουσ ματαιοφρονεσ, ειναι χωρισ μυαλο. ο ασεβησ ζηταει την υπερασπιση των κακων· η ριζα, ομωσ, του δικαιου αναφυτρωνει. εξαιτιασ αμαρτιασ χειλεων ο ασεβησ παγιδευεται· ενω ο δικαιοσ βγαινει απο στενοχωρια. απο τουσ καρπουσ του στοματοσ του ο ανθρωποσ θα γεμισει απο αγαθα· και η αμοιβη των χεριων του ανθρωπου θα επιστρεψει σ' αυτον. ο δρομοσ του αφρονα ειναι σωστοσ στα ματια του· ενω εκεινοσ που ακουει συμβουλεσ ειναι σοφοσ. ο αφρονασ φανερωνει αμεσωσ την οργη του· ενω ο φρονιμοσ σκεπαζει το ονειδοσ του. αυτοσ που μιλαει αληθεια, αναγγελλει το δικαιο· ενω ο ψευδομαρτυρασ δολο. ο φλυαροσ ειναι σαν τραυματα απο μαχαιρα· ενω η γλωσσα των σοφων, ειναι γιατρεια. τα χειλη τησ αληθειασ θα ειναι σταθερα για παντα· ενω η αναληθησ γλωσσα, μονον στιγμιαια. δολοσ ειναι στην καρδια αυτων που μηχανευονται κακα· ευφροσυνη, ομωσ, σ' αυτουσ που βουλευονται ειρηνη. καμια βλαβη δεν θα συμβει στον δικαιο· ενω οι ασεβεισ θα γεμισουν απο κακα. αναληθη χειλη, ειναι βδελυγμα στον κυριο· ενω αυτοι που πραττουν την αληθεια, ειναι δεκτοι σ' αυτον. ο φρονιμοσ ανθρωποσ σκεπαζει γνωση· ενω η καρδια των αφρονων διακηρυττει μωρια. το χερι των επιμελων θα εξουσιαζει· ενω οι οκνηροι θα ειναι υποτελεισ. η λυπη στην καρδια του ανθρωπου, την ταπεινωνει· ενω ο καλοσ λογοσ την ευφραινει. ο δικαιοσ υπερεχει του πλησιον του· ενω ο δρομοσ των ασεβων τουσ πλαναει. ο οκνηροσ δεν πετυχαινει το θηραμα του· ενω τα υπαρχοντα του επιμελη ανθρωπου ειναι πολυτιμα. στον δρομο τησ δικαιοσυνησ ειναι ζωη· και η πορεια αυτου του δρομου δεν φερνει σε θανατο.

13

ο σοφοσ γιοσ δεχεται τη διδασκαλια του πατερα του· ενω ο χλευαστησ δεν ακουει ελεγχο. απο τουσ καρπουσ του στοματοσ του ο ανθρωποσ θα φαει αγαθα· ενω η ψυχη των ανομων αδικια. αυτοσ που φυλαττει το στομα του, διαφυλαττει τη ζωη του· ενω αυτοσ που ανοιγει τα χειλη του με προπετεια, θα χαθει. η ψυχη του οκνηρου επιθυμει, και δεν εχει· ενω η ψυχη των επιμελων θα χορτασει. ο δικαιοσ μισει τον αναληθη λογο· ενω ο ασεβησ γινεται βρωμεροσ και χωρισ τιμη. η δικαιοσυνη φυλαττει τον τελειο στον δρομο· ενω η ασεβεια καταστρεφει τον αμαρτωλο. υπαρχει ανθρωποσ που κανει τον πλουσιο, και δεν εχει τιποτε· και αλλοσ που κανει τον φτωχο, και εχει πολυ πλουτο. το λυτρο τησ ψυχησ του ανθρωπου ειναι ο πλουτοσ του· ενω ο φτωχοσ δεν ακουει επιπληξη. το φωσ των δικαιων ειναι λαμπρο· ενω το λυχναρι των ασεβων θα σβησει. μονον απο την υπερηφανεια προερχεται η φιλονικια· ενω η σοφια ειναι μαζι μ' εκεινουσ που δεχονται συμβουλεσ. τα πλουτη απο ματαιοτητα θα ελαττωθουν· ενω αυτοσ που συναγει με το χερι του, θα αυξηθει. η ελπιδα που αναβαλλεται, ατονει την καρδια· ενω οταν ερχεται το ποθουμενο, ειναι δεντρο ζωησ. εκεινοσ που καταφρονει τον λογο, θα αφανιστει· ενω αυτοσ που φοβαται την εντολη, αυτοσ θα ανταμειφθει. ο νομοσ του σοφου ειναι πηγη ζωησ, που απομακρυνει απο παγιδεσ θανατου. η αγαθη συνεση δινει χαρη· ενω ο δρομοσ των παρανομων φερνει σε ολεθρο. καθε φρονιμοσ ενεργει με γνωση· ενω ο αφρονασ ξεσκεπαζει μωρια. ο κακοσ μηνυτησ πεφτει σε δυστυχια· ενω ο πιστοσ πρεσβησ ειναι γιατρεια. φτωχεια και ντροπη θα υπαρχουν σ' αυτον που αποβαλλει τη διδασκαλια· ενω αυτοσ που φυλαττει τον ελεγχο, θα τιμηθει. επιθυμια που εκπληρωθηκε ευφραινει την ψυχη· στουσ αφρονεσ, ομωσ, ειναι βδελυρο να ξεκλινουν απο το κακο. αυτοσ που περπαταει με σοφουσ, θα ειναι σοφοσ· ενω ο συντροφοσ των αφρονων θα χαθει. κακο παρακολουθει τουσ αμαρτωλουσ· στουσ δικαιουσ, ομωσ, θα ανταποδοθει καλο. ο αγαθοσ αφηνει κληρονομια στουσ γιουσ των γιων· ο πλουτοσ, ομωσ, του αμαρτωλου θησαυριζεται για τον δικαιο. το χωραφι των φτωχων δινει πολλη τροφη· μερικοι, ομωσ, απο ελλειψη κρισησ αφανιζονται. αυτοσ που λυπαται τη ραβδο του, μισει τον γιο του· αλλ' αυτοσ που τον αγαπαει, τον διαπαιδαγωγει στην καταλληλη ωρα. ο δικαιοσ τρωει μεχρι χορτασμου τησ ψυχησ του· ενω η κοιλια των ασεβων θα στερειται.

14

οι σοφεσ γυναικεσ οικοδομουν το σπιτι τουσ· ενω η αφρονη το κατασκαβει με τα χερια τησ. αυτοσ που περπαταει στην ευθυτητα του, φοβαται τον κυριο· ενω ο στρεβλοσ στουσ δρομουσ του, τον καταφρονει. σε στομα αφρονα ειναι η ραβδοσ τησ υπερηφανειασ· τα χειλη των σοφων, ομωσ, θα τουσ διαφυλαττουν. οπου δεν υπαρχουν βοδια, η αποθηκη ειναι αδειανη· ενω η αφθονια των γεννηματων προερχεται απο τη δυναμη του βοδιου. ο αληθινοσ μαρτυρασ δεν θα ψευδεται· ενω ο αναληθησ μαρτυρασ ξεχυνει ψεματα. ο χλευαστησ ζηταει σοφια, και δεν βρισκει· στον συνετο, ομωσ, η μαθηση ειναι ευκολη. πηγαινε απεναντι στον αφρονα ανθρωπο, και δεν θα βρεισ χειλη συνεσησ. η σοφια του φρονιμου ειναι να γνωριζει τον δρομο του· ενω η μωρια των αφρονων ειναι αποπλανηση. οι αφρονεσ γελουν στην ανομια· αναμεσα στουσ ευθεισ, ομωσ, υπαρχει χαρη. η καρδια του ανθρωπου γνωριζει την πικρια τησ ψυχησ του· και ξενοσ δεν συμμετεχει στη χαρα τησ. το σπιτι των ασεβων θα αφανιστει· η σκηνη των δικαιων, ομωσ, θα ανθιζει. υπαρχει ενασ δρομοσ που φαινεται στον ανθρωπο σωστοσ, αλλα τα τελη του φερνουν σε θανατο. ακομα και στο γελιο ποναει η καρδια· και το τελοσ τησ χαρασ ειναι λυπη. ο διεφθαρμενοσ στην καρδια θα γεμισει απο τουσ δρομουσ του· ενω ο αγαθοσ ανθρωποσ απο τουσ δικουσ του. ο απλοσ πιστευει σε καθε λογο· ενω ο φρονιμοσ προσεχει στα βηματα του. ο σοφοσ φοβαται, και φευγει απο το κακο· ο αφρονασ, ομωσ, προχωρει και θρασυνεται. ο οξυθυμοσ ενεργει αστοχαστα· και ο κακοβουλοσ ανθρωποσ ειναι μισητοσ. οι αφρονεσ κληρονομουν μωρια· ενω οι φρονιμοι στεφανωνονται με συνεση. οι κακοι υποκλινονται μπροστα στουσ αγαθουσ, και οι ασεβεισ στισ πυλεσ των δικαιων. ο φτωχοσ μισειται και απο τον πλησιον του· ενω οι φιλοι του πλουσιου ειναι πολλοι. εκεινοσ που καταφρονει τον πλησιον του, αμαρτανει· ενω αυτοσ που ελεει τουσ φτωχουσ, ειναι μακαριοσ. δεν ειναι σε πλανη αυτοι που βουλευονται το κακο; ομωσ, ελεοσ και αληθεια θα ειναι σ' αυτουσ που βουλευονται το αγαθο. σε καθε κοπο υπαρχει κερδοσ· ενω η φλυαρια των χειλεων φερνει μοναχα σε ελλειψη. τα πλουτη των σοφων ειναι σ' αυτουσ στεφανι· ενω η υπεροχη των αφρονων μωρια. ο μαρτυρασ, που λεει αληθεια, ελευθερωνει ψυχεσ· ενω ο δολιοσ ξεχυνει ψεματα. στον φοβο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh υπαρχει ισχυρη ελπιδα· και στα παιδια του θα υπαρχει καταφυγιο. ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι πηγη ζωησ, που απομακρυνει απο παγιδεσ θανατου. στο πληθοσ του λαου ειναι η δοξα του βασιλια· ενω, στην ελλειψη του λαου, ο αφανισμοσ εκεινου που ηγεμονευει. ο μακροθυμοσ εχει μεγαλη φρονηση· ενω ο οξυθυμοσ ανασηκωνει την αφροσυνη του. η καρδια που υγιαινει ειναι ζωη τησ σαρκασ· ενω ο φθονοσ, σαπιλα στα κοκαλα. αυτοσ που καταθλιβει τον φτωχο, ονειδιζει τον δημιουργο του· ενω αυτοσ που τον τιμαει, ελεει τον φτωχο. ο ασεβησ ανατρεπεται στην ασεβεια του· ενω ο δικαιοσ και στον θανατο του εχει ελπιδα. στην καρδια του συνετου επαναπαυεται σοφια· ενω φανερωνεται αναμεσα στουσ αφρονεσ. η δικαιοσυνη υψωνει εθνοσ· ενω η αμαρτια ειναι ονειδοσ λαων. η ευνοια του βασιλια ειναι προσ εναν φρονιμο δουλο· ενω ο θυμοσ του προσ εκεινον που προξενει ντροπη.

15

η γλυκια αποκριση καταπραυνει θυμο· αλλ' ο λυπηροσ λογοσ διεγειρει οργη. η γλωσσα των σοφων καλλωπιζει τη γνωση· το στομα, ομωσ, των αφρονων εκβαλλει μωρια. τα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι σε καθε τοπο, παρατηρωντασ κακουσ και αγαθουσ. η γλωσσα που θεραπευει ειναι δεντρο ζωησ· ομωσ, η διεστραμμενη ειναι συντριψη στο πνευμα. ο αφρονασ καταφρονει τη διδασκαλια του πατερα του· ενω αυτοσ που φυλαττει τον ελεγχο, ειναι φρονιμοσ. στο σπιτι του δικαιου υπαρχει πολυσ θησαυροσ· ενω στο εισοδημα του ασεβη υπαρχει διασκορπισμοσ. τα χειλη των σοφων μεταδιδουν γνωση· η καρδια, ομωσ, των αφρονων δεν ειναι ετσι. η θυσια των ασεβων ειναι βδελυγμα στον κυριο· η δεηση, ομωσ, των ευθεων, ειναι σ' αυτον ευπροσδεκτη. ειναι βδελυγμα στον κυριο ο δρομοσ του ασεβη· αγαπαει, ομωσ, αυτον που κυνηγαει τη δικαιοσυνη. η διδασκαλια ειναι δυσαρεστη σ' αυτον που εγκαταλειπει τον δρομο· αυτοσ που μισει τον ελεγχο, θα πεθανει. ο αδησ και η απωλεια ειναι μπροστα στον κυριο· ποσο μαλλον οι καρδιεσ των γιων των ανθρωπων; ο χλευαστησ δεν αγαπαει αυτον που τον ελεγχει ουτε θα παει στουσ σοφουσ. η καρδια που ευφραινεται, φαιδρυνει το προσωπο· ομωσ, απο τη λυπη τησ καρδιασ καταθλιβεται το πνευμα. η καρδια του συνετου ζηταει γνωση· ενω το στομα των αφρονων βοσκει μωρια. ολεσ οι ημερεσ του θλιμμενου ειναι κακεσ· ενω εκεινοσ που ευφραινεται στην καρδια, εχει παντοτινη ευωχια. καλυτερα το λιγο με φοβο κυριου, παρα πολλοι θησαυροι και ταραχη μεσα σ' αυτουσ. καλυτερα φιλοξενια με λαχανα, αλλα με αγαπη, παρα σιτευτο μοσχαρι με μισοσ. ο οξυθυμοσ ανθρωποσ διεγειρει μαχεσ· ενω ο μακροθυμοσ σταματαει φιλονικιεσ. ο δρομοσ του οκνηρου ειναι σαν φραγμενοσ απο αγκαθια· ο δρομοσ, ομωσ, των ευθεων ειναι εξομαλισμενοσ. γιοσ σοφοσ ευφραινει πατερα· ενω ο μωροσ ανθρωποσ καταφρονει τη μητερα του. η μωρια ειναι χαρα στον αμυαλο· ενω ο συνετοσ ανθρωποσ περπαταει σωστα. οπου δεν υπαρχει συμβουλιο, οι σκοποι ματαιωνονται· μεσα στο πληθοσ, ομωσ, των συμβουλων στερεωνονται. χαρα στον ανθρωπο για την αποκριση του στοματοσ του, και ενασ λογοσ στην ωρα του, ποσο καλοσ ειναι! ο δρομοσ τησ ζωησ στον συνετο ειναι προσ τα ανω, για να ξεκλινει απο τον αδη κατω. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καταστρεφει το σπιτι των υπερηφανων· στερεωνει δε το οριο τησ χηρασ. οι λογισμοι του πονηρου ειναι βδελυγμα στον κυριο· ενω τα λογια των καθαρων ειναι ευαρεστα. ο δωροληπτησ ταραζει το σπιτι του· οποιοσ, ομωσ, μισει τα δωρα θα ζησει. η καρδια του δικαιου προμελεταει για να απαντησει· ενω το στομα των ασεβων βγαζει προσ τα εξω κακα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μακρια απο τουσ ασεβεισ· εισακουει, ομωσ, τη δεηση των δικαιων. το φωσ των ματιων ευφραινει την καρδια· και η καλη φημη παχαινει τα κοκαλα. το αυτι, που ακουει τον ελεγχο τησ ζωησ, διαμενει αναμεσα στουσ σοφουσ. οποιοσ απωθει τη διδασκαλια, αποστρεφεται την ψυχη του· οποιοσ, ομωσ, ακουει τον ελεγχο, αποκταει συνεση. ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι διδασκαλια σοφιασ· και η ταπεινωση προπορευεται τησ δοξασ.

16

οι προπαρασκευεσ τησ καρδιασ ειναι του ανθρωπου· απο τον κυριο, ομωσ, ειναι η αποκριση τησ γλωσσασ. ολοι οι δρομοι του ανθρωπου φαινονται στα ματια του σωστοι· ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθμιζει τα πνευματα. αφιερωνε τα εργα σου στον κυριο, και οι βουλεσ σου θα στερεωθουν. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τα εκανε ολα για τον εαυτο του, ακομα και τον ασεβη για την κακη ημερα. καθε υπερηφανοσ στην καρδια ειναι βδελυγμα στον κυριο· και χερι με χερι αν ενωνεται, δεν θα μενει ατιμωρητο. με χαρη και αληθεια καθαριζεται η ανομια· και με τον φοβο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh οι ανθρωποι ξεκλινουν απο το κακο. οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αρεσκεται στουσ δρομουσ του ανθρωπου, και τουσ εχθρουσ του ειρηνευει μαζι του. καλυτερο το λιγο με δικαιοσυνη, παρα μεγαλα εισοδηματα με αδικια. η καρδια του ανθρωπου σχεδιαζει τον δρομο του· ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατευθυνει τα βηματα του. στα χειλη του βασιλια υπαρχει χρησμοσ· το στομα του δεν σφαλλει στην κριση. η δικαιη σταθμη και η πλαστιγγα ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ολα τα ζυγια στο σακι ειναι δικο του εργο. στουσ βασιλιαδεσ ειναι βδελυγμα να πραττουν ανομια· επειδη, ο θρονοσ στερεωνεται με τη δικαιοσυνη. τα δικαια χειλη ειναι ευπροσδεκτα στουσ βασιλιαδεσ, και αγαπουν εκεινον που μιλαει σωστα. ο θυμοσ του βασιλια ειναι αγγελιαφοροσ θανατου· ομωσ, ο σοφοσ ανθρωποσ τον καταπραυνει. στο φωσ του προσωπου του βασιλια ειναι ζωη· και η ευνοια του ειναι σαν συννεφο οψιμησ βροχησ. ποσο καλυτερη ειναι η αποκτηση τησ σοφιασ, παρα το χρυσαφι! και προτιμοτερη η αποκτηση τησ συνεσησ, παρα το ασημι! ο δρομοσ των ευθεων ειναι να ξεκλινουν απο κακο· οποιοσ φυλαττει τον δρομο του, διατηρει την ψυχη του. η υπερηφανεια προηγειται του ολεθρου, και η υψηλοφροσυνη του πνευματοσ προηγειται τησ πτωσησ. καλυτερο να ειναι καποιοσ ταπεινοφρονασ μαζι με τουσ ταπεινουσ, παρα να μοιραζει λαφυρα μαζι με τουσ υπερηφανουσ. ο συνετοσ στα πραγματα, θα βρει καλο· κι αυτοσ που ελπιζει στον κυριο, ειναι μακαριοσ. ο σοφοσ στην καρδια θα ονομαζεται φρονιμοσ· και η γλυκυτητα των χειλεων προσθετει μαθηση. η συνεση ειναι πηγη ζωησ σ' αυτον που την εχει· ενω η παιδεια των αφρονων ειναι μωρια. η καρδια του σοφου συνετιζει το στομα του, και προσθετει μαθηση στα χειλη του. κηρηθρα απο μελι ειναι τα ευαρεστα λογια· γλυκυτητα στην ψυχη, και γιατρεια στα κοκαλα. υπαρχει δρομοσ, που φαινεται στον ανθρωπο σωστοσ, αλλα τα τελη του ειναι δρομοι θανατου. ο εργαζομενοσ εργαζεται για τον εαυτο του· επειδη, τον εξαναγκαζει το στομα του. ο αχρειοσ ανθρωποσ σκαβει κακο· και στα χειλη του ειναι σαν φωτια που καιει. ο διεστραμμενοσ ανθρωποσ σπερνει ολογυρα φιλονικιεσ· και ο ψιθυριστησ διαχωριζει τουσ στενοτερουσ φιλουσ. ο βιαιοσ ανθρωποσ αποπλαναει τον πλησιον του, και τον φερνει σε οχι καλο δρομο. αυτοσ που κλεινει τα ματια του, μηχανευεται διεστραμμενα· αυτοσ που δαγκωνει τα χειλη του, εκτελει το κακο. η πολια ειναι στεφανι δοξασ, οταν βρισκεται στον δρομο τησ δικαιοσυνησ. καλυτεροσ ο μακροθυμοσ παρα ο δυνατοσ· κι αυτοσ που εξουσιαζει το πνευμα του, παρα αυτοσ που εκπορθει μια πολη. ο κληροσ ριχνεται στην καλπη· ολη η κριση του, ομωσ, ειναι απο τον κυριο.

17

καλυτερα ξερο ψωμι, και ειρηνη μαζι του, παρα σπιτι γεματο εδεσματα με φιλονικια. ο φρονιμοσ υπηρετησ θα εξουσιαζει επανω σε εναν γιο ντροπησ, και θα συμμοιραστει την κληρονομια αναμεσα σε αδελφουσ. το χωνευτηρι δοκιμαζει το ασημι, και το καμινι το χρυσαφι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, τισ καρδιεσ. ο κακοποιοσ υπακουει στα ανομα χειλη· ο ψευτησ δινει ακροαση στην κακη γλωσσα. οποιοσ περιγελαει τον φτωχο, κοροιδευει τον δημιουργο του· οποιοσ χαιρεται σε συμφορεσ, δεν θα μεινει ατιμωρητοσ. το στεφανι των γεροντων ειναι τα παιδια των παιδιων· και η δοξα των παιδιων οι πατερεσ τουσ. χειλη υπεροχησ δεν αρμοζουν στον αφρονα· πολυ λιγοτερο, χειλη ψευδουσ στον αρχοντα. το δωρο ειναι σαν πολυτιμη πετρα στα ματια του δωροδοκουμενου· οπου αυτο εμφανιστει, κατορθωνει. οποιοσ κρυβει παραβαση, ζηταει φιλια· οποιοσ, ομωσ, ξαναλεει το πραγμα, χωριζει τουσ στενοτερουσ φιλουσ. περισσοτερο τυπτει ο ελεγχοσ τον φρονιμο, παρα εκατο μαστιγωματα τον αφρονα. ο κακοσ ζηταει μοναχα στασεισ· γι' αυτο, ενασ σκληροσ αγγελοσ θα σταλει εναντιον του. ασ συναντησει τον ανθρωπο αρκουδα, που στερηθηκε τα παιδια τησ, και οχι αφρονασ στη μωρια του. οποιοσ ανταποδιδει κακο αντι για καλο, κακο δεν θα αναχωρησει απο το σπιτι του. οποιοσ αρχιζει φιλονικια, ειναι σαν εκεινον που ανοιγει ενα φραγμα με νερα· γι' αυτο, σταματα απο τη φιλονικια πριν αναψει. εκεινοσ που δικαιωνει τον ασεβη, κι εκεινοσ που καταδικαζει τον δικαιο, και οι δυο ειναι βδελυγμα στον κυριο. τι χρησιμευουν τα χρηματα στο χερι του αφρονα, για να αγορασει σοφια, αφου δεν εχει γνωση; σε καθε καιρο αγαπαει ο φιλοσ, και ο αδελφοσ γεννιεται για καιρο αναγκησ. ανθρωποσ χωρισ μυαλο δινει το χερι, και εγγυαται για τον φιλο του. εκεινοσ που αγαπαει φιλονικιεσ, αγαπαει αμαρτηματα· κι εκεινοσ που υπερυψωνει την πυλη του, ζηταει ολεθρο. ο στρεβλοσ στην καρδια δεν βρισκει καλο· και ο διεστραμμενοσ στη γλωσσα του πεφτει σε συμφορα. οποιοσ γενναει αφρονα, τον γενναει για λυπη του· και ο πατερασ του ανοητου δεν απολαμβανει χαρα. η καρδια που ευφραινεται, δινει ευεξια σαν γιατρικο· ενω το πνευμα του καταθλιμμενου ξεραινει τα κοκαλα. ο ασεβησ δεχεται δωρο απο τον κορφο, για να διαστρεψει τουσ δρομουσ τησ κρισησ. επανω στο προσωπο του συνετου ειναι σοφια· αλλα τα ματια του αφρονα βλεπουν στα ακρα τησ γησ. ο αφρονασ γιοσ ειναι βαρυθυμια στον πατερα του, και πικρια σ' αυτη που τον γεννησε. δεν ειναι ποτε καλο να επιβαλλεται ποινη στον δικαιο, να επιβουλευεται καποιοσ τουσ αρχοντεσ για την ευθυτητα τουσ. εκεινοσ που κραταει τα λογια του ειναι γνωστικοσ· ο μακροθυμοσ ανθρωποσ ειναι φρονιμοσ. και ο ιδιοσ ο αφρονασ, οταν σωπαινει, θεωρειται σοφοσ· κι εκεινοσ που κλεινει τα χειλη του, θεωρειται συνετοσ.

18

ο ιδιογνωμονασ ζηταει συμφωνα με την επιθυμια του, και εναντιωνεται σε καθε τι που ειναι ορθο. ο αφρονασ δεν ευχαριστιεται στη συνεση, αλλα σε ο,τι φανταζεται η καρδια του. οταν ερχεται ο ασεβησ, ερχεται και η καταφρονηση, και μαζι με το ονειδοσ, η ατιμια. τα λογια του στοματοσ του ανθρωπου ειναι βαθια νερα· και η πηγη τησ σοφιασ χειμαρροσ που αναπηδαει. δεν ειναι καλο να προσωποληπτει καποιοσ απεναντι στον ασεβη, για να ανατρεπει το δικιο στην κριση. τα χειλη του αφρονα μπαινουν σε φιλονικιεσ, και το στομα του προσκαλει για ραπισματα. το στομα του αφρονα ειναι ο αφανισμοσ του, και τα χειλη του παγιδα στην ψυχη του. τα λογια του ψιθυριστη καταπινονται ευχαριστα, και κατεβαινουν μεχρι τα ενδομυχα τησ κοιλιασ. ο οκνηροσ στο εργο του ειναι σιγουρα αδελφοσ του ασωτου. το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι πυργοσ οχυρωμενοσ· ο δικαιοσ, καταφευγοντασ σ' αυτον, ειναι σε ασφαλεια. τα αγαθα του πλουσιου ειναι η οχυρωμενη πολη του, και τα φανταζεται σαν ενα ψηλο τειχοσ. πριν απο τον αφανισμο υψωνεται η καρδια του ανθρωπου· και η ταπεινωση προπορευεται τησ δοξασ. το να απανταει καποιοσ πριν ακουσει, ειναι σ' αυτον αφροσυνη και ονειδοσ. το πνευμα του ανθρωπου θα υποστηριζει την αδυναμια του· αλλα, το καταθλιμμενο πνευμα ποιοσ μπορει να υποφερει; η καρδια εκεινου που εχει φρονηση αποκταει συνεση· και το αυτι των σοφων ζηταει γνωση. το δωρο του ανθρωπου ανοιγει σ' αυτον τοπο, και τον φερνει μπροστα στουσ μεγαλουσ. εκεινοσ που πρωτολογει στην κριση του, φαινεται δικαιοσ· ομωσ, ερχεται ο αντιδικοσ του και τον ανασκευαζει. ο κληροσ σταματαει τισ αντιλογιεσ, και αποφασιζει αναμεσα στουσ δυνατουσ. αδελφοσ που διχοστατησε υποτασσεται δυσκολοτερα, παρα μια οχυρωμενη πολη· και οι διαφορεσ τουσ ειναι σαν μοχλοι ενοσ φρουριου. απο τουσ καρπουσ του στοματοσ του ανθρωπου θα χορτασει η κοιλια του· απο το προιον των χειλεων του θα γεμισει. θανατοσ και ζωη ειναι στο χερι τησ γλωσσασ· και εκεινοι που την αγαπουν, θα φανε απο τουσ καρπουσ τησ. οποιοσ βρηκε γυναικα, βρηκε αγαθο, και απολαυσε χαρη απο τον κυριο. ο πενητασ μιλαει με ικεσιεσ· ο πλουσιοσ, ομωσ, απανταει με σκληροτητα. ο ανθρωποσ που εχει φιλουσ, πρεπει να συμπεριφερεται φιλικα· και υπαρχει φιλοσ στενοτεροσ απο αδελφο.

19

καλυτεροσ ο φτωχοσ, που περπαταει στην ακεραιοτητα του, παρα ο πλουσιοσ που ειναι διεστραμμενοσ στα χειλη του, και ειναι αφρονασ. ψυχη χωρισ γνωση σιγουρα δεν ειναι καλο· και οποιοσ σπευδει με τα ποδια, σκονταφτει. η αφροσυνη του ανθρωπου διαστρεφει τον δρομο του· και η καρδια του αγανακτει εναντια στον κυριο. ο πλουτοσ προσθετει πολλουσ φιλουσ· ενω ο φτωχοσ εγκαταλειπεται απο τον φιλο του. ο ψευδομαρτυρασ δεν θα μεινει ατιμωρητοσ· κι εκεινοσ που μιλαει ψεματα, δεν θα ξεφυγει. πολλοι κολακευουν το προσωπο του αρχοντα· και καθενασ ειναι φιλοσ του ανθρωπου που δινει. τον φτωχο τον μισουν ολοι οι αδελφοι του· ποσο μαλλον θα τον αποφυγουν οι φιλοι του; αυτοσ ακολουθει φωναζοντασ· εκεινοι, ομωσ, δεν απαντουν. οποιοσ αποκτα σοφια, αγαπαει την ψυχη του· οποιοσ φυλαττει φρονηση, θα βρει καλο. ο ψευδομαρτυρασ δεν θα μεινει ατιμωρητοσ· κι αυτοσ που λεει ψεματα, θα απολεστει. η απολαυση δεν αρμοζει σε αφρονα· πολυ λιγοτερο σε δουλο, να εξουσιαζει επανω σε αρχοντεσ. η φρονηση του ανθρωπου συστελλει τον θυμο του· και ειναι δοξα του να παραβλεπει την παραβαση. η οργη του βασιλια ειναι σαν βρυχηθμοσ λιονταριου· ενω η ευνοια του, σαν δροσοσ επανω στο χορταρι. ο αφρονασ γιοσ ειναι ολεθροσ στον πατερα του· και οι φιλονικιεσ τησ γυναικασ ειναι ασταματητο σταξιμο. σπιτι και πλουτη κληρονομουνται απο τουσ πατερεσ· ομωσ, η γυναικα που εχει φρονηση δινεται απο τον κυριο. η οκνηρια ριχνει σε βαθυ υπνο· και η αεργη ψυχη θα πειναει. εκεινοσ που φυλαττει την εντολη, φυλαττει την ψυχη του· ενω εκεινοσ που καταφρονει τουσ δρομουσ του, θα απολεσθει. εκεινοσ που ελεει τον φτωχο, δανειζει στον κυριο· και θα του γινει η ανταποδοση του. να διαπαιδαγωγεισ τον γιο σου οσο υπαρχει ελπιδα· αλλα, μη διεγειρεισ διατην ψυχη σου, ωστε να τον θανατωσεισ. ο οργιλοσ θα παρει ποινη· επειδη, και αν τον ελευθερωσεισ, παλι θα κανει το ιδιο. να ακουσ συμβουλη και να δεχεσαι διδασκαλια, για να γινεισ σοφοσ στα τελευταια σου. πολλοι λογισμοι υπαρχουν μεσα στην καρδια του ανθρωπου· ομωσ, η βουλη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εκεινη θα μενει. τιμη του ανθρωπου ειναι η αγαθοτητα του· και καλυτεροσ ειναι ο φτωχοσ παρα ο ψευτησ. ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φερνει ζωη, κι εκεινοσ που τον φοβαται, θα πλαγιαζει χορτατοσ· δεν θα συναντησει κακο. ο οκνηροσ βουταει το χερι του στην πιατελα, και δεν θελει ουτε στο στομα του να το γυρισει. αν μαστιγωσεισ τον χλευαστη, ο απλοσ θα γινει προσεκτικοσ· και αν ελεγξεισ αυτον που εχει φρονηση, θα εννοησει γνωση. οποιοσ ατιμαζει τον πατερα, και απωθει τη μητερα, ειναι γιοσ που προξενει ντροπη και ονειδοσ. γιε μου, σταματα να ακουσ διδασκαλια, που παρεκτρεπει απο τα λογια τησ γνωσησ. ο ασεβησ μαρτυρασ χλευαζει το δικαιο· και το στομα των ασεβων καταπινει ανομια. κρισεισ ετοιμαζονται για τουσ χλευαστεσ, και ραβδισμοι για τη ραχη των αφρονων.

20

το κρασι γενναει χλευασμο, και τα σικερα ειναι στασιαστικα· και οποιοσ δελεαζεται απ' αυτα, δεν εχει φρονηση. η απειλη του βασιλια ειναι βρυχηθμοσ λιονταριου· οποιοσ τον παροξυνει, αμαρτανει στην ιδια του τη ζωη. τιμη ειναι στον ανθρωπο να σταματαει απο τη φιλονικια· καθε αφρονασ, ομωσ, μπλεκεται σ' αυτη. ο οκνηροσ δεν θελει να αροτριαζει εξαιτιασ του χειμωνα· γι' αυτο, θα ζηταει μεσα στο καλοκαιρι και δεν θα παιρνει. η βουλη μεσα στην καρδια του ανθρωπου ειναι σαν τα βαθια νερα· ο συνετοσ ανθρωποσ, ομωσ, θα την ανασυρει. πολλοι ανθρωποι κηρυττουν καθε ενασ την καλοκαγαθια του· αλλα ποιοσ θα βρει ανθρωπο πιστο; ο δικαιοσ περπαταει στην ακεραιοτητα του· και τα παιδια του ειναι μακαρια υστερα απ' αυτον. βασιλιασ που καθεται επανω σε θρονο κρισησ, διασκεδαζει καθε κακο με τα ματια του. ποιοσ μπορει να πει: καθαρισα την καρδια μου, ειμαι καθαροσ απο τισ αμαρτιεσ μου; ζυγια διαφορετικα, μετρα διαφορετικα, και τα δυο ειναι βδελυγμα στον κυριο. κι αυτο το παιδι γνωριζεται απο τισ πραξεισ του, αν τα εργα του ειναι καθαρα, και αν ευθεα. το αυτι ακουει, και το ματι βλεπει· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ομωσ, εκανε και τα δυο. μη αγαπασ τον υπνο, για να μη ερθεισ σε φτωχεια· ανοιξε τα ματια σου, και θα χορτασεισ ψωμι. κακο, κακο, λεει ο αγοραστησ· οταν, ομωσ, αναχωρησει, τοτε καυχαται. υπαρχει χρυσαφι, και πληθοσ απο μαργαριταρια· τα χειλη, ομωσ, τησ γνωσησ ειναι πολυτιμο κειμηλιο. παρε το ιματιο εκεινου που εγγυαται για ξενον· και παρε ενεχυρο απ' αυτον που εγγυαται για ξενα πραγματα. το ψωμι του ψεματοσ ειναι γλυκο στον ανθρωπο· υστερα, ομωσ, το στομα του θα γεμισει απο χαλικια. οι σκοποι στερεωνονται με τη συμβουλη· και υστερα απο καλη σκεψη κανε πολεμο. ο σπερμολογοσ, καθωσ γυριζει ολογυρα, αποκαλυπτει τα μυστικα· γι' αυτο, μη σμιγεισ μ' εκεινον που πλαταινει τα χειλη του. το λυχναρι εκεινου που κακολογει τον πατερα του η τη μητερα του, θα σβησει σε βαθυ σκοταδι. κληρονομια, που αποκτηθηκε γρηγορα στην αρχη, στο τελοσ δεν ευλογειται. μη πεισ: θα ανταποδωσω κακο· περιμενε τον κυριο, και θα σε σωσει. ζυγια διαφορετικα ειναι βδελυγμα στον κυριο· και η δολια πλαστιγγα δεν ειναι καλο. τα βηματα του ανθρωπου κατευθυνονται απο τον κυριο· πωσ, λοιπον, ο ανθρωποσ θα γνωρισει τον δικο του δρομο; παγιδα ειναι στον ανθρωπο, να μιλαει με προπετεια για ιερα πραγματα, και υστερα απο τισ ευχεσ να σκεφτεται. ο σοφοσ βασιλιασ διαχωριζει τουσ ασεβεισ, και στρεφει επανω τουσ τον τροχο. λυχνοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι το πνευμα του ανθρωπου, το οποιο διερευνα ολα τα ενδομυχα τησ καρδιασ. ελεοσ και αληθεια διαφυλαττουν τον βασιλια· και ο θρονοσ του υποστηριζεται απο το ελεοσ. καυχημα των νεων ειναι η δυναμη τουσ· και δοξα των γεροντων η πολια. τα μελανισματα των πληγων λευκαινουν τον κακο· και τα χτυπηματα, τα ενδομυχα τησ καρδιασ.

21

η καρδια του βασιλια ειναι στο χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σαν ρευματα νερων· οπου θελει, τη στρεφει. ολοι οι δρομοι του ανθρωπου φαινονται σωστοι στα ματια του· ομωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθμιζει τισ καρδιεσ. το να κανει καποιοσ δικαιοσυνη και κριση, ειναι στον κυριο αρεστοτερο παρα θυσια. το υπεροπτικο βλεμμα και η αλαζονικη καρδια, το λυχναρι των ασεβων, ειναι αμαρτια. οι λογισμοι του επιμελη οδηγουν σιγουρα σε αφθονια· του καθε προπετη, ομωσ, σιγουρα σε ελλειψη. το να αποκταει καποιοσ θησαυρουσ με αναληθη γλωσσα ειναι αστατη ματαιοτητα εκεινων που ζητουν θανατο. οι αρπαγεσ των ασεβων θα τουσ εξολοθρευσουν· επειδη αρνουνται να πραττουν το δικιο. ο δρομοσ του διεφθαρμενου ανθρωπου ειναι στρεβλοσ· το εργο του καθαρου, ομωσ, ειναι ευθυ. καλυτερα να κατοικει κανεισ σε μια γωνια δωματιου, παρα σε ενα ευρυχωρο σπιτι με γυναικα φιλονικη. η ψυχη του ασεβη επιθυμει κακο· ο πλησιον του δεν βρισκει χαρη στα ματια του. οταν ο χλευαστησ τιμωρειται, ο απλοσ γινεται σοφοτεροσ· και ο σοφοσ καθωσ διδασκεται παιρνει γνωση. ο δικαιοσ συλλογιζεται το σπιτι του ασεβη, οταν οι ασεβεισ καταγκρεμιζονται στην κακια τουσ. οποιοσ κλεινει τα αυτια του στην κραυγη του φτωχου, θα φωναξει κι αυτοσ, και δεν θα εισακουστει. ενα κρυφο δωρο καταπραυνει θυμο· και ενα χαρισμα, οταν το βαλεισ στον κορφο, μια δυνατη οργη. χαρα ειναι στον δικαιο να κανει κριση· ολεθροσ, ομωσ, στουσ εργατεσ τησ ανομιασ. ανθρωποσ που αποπλανιεται απο τον δρομο τησ συνεσησ, θα κατασκηνωσει στη συναξη των θανατωμενων. εκεινοσ που αγαπαει την ευθυμια θα γινει πενητασ· εκεινοσ που αγαπαει κρασι και αρωματα δεν θα πλουτισει. ο ασεβησ θα ειναι αντιλυτρο για τον δικαιο, και ο παραβατησ για τουσ ευθεισ. καλυτερα να κατοικει κανεισ σε μια ερημη γη, παρα με γυναικα φιλονικη και οξυθυμη. πολυτιμοσ θησαυροσ και μυρα βρισκονται στο σπιτι του σοφου· ενω ο αφρονασ ανθρωποσ τα κατασπαταλαει. αυτοσ που κυνηγαει δικαιοσυνη και ελεοσ, θα βρει ζωη, δικαιοσυνη, και δοξα. ο σοφοσ εκπορθει την πολη των δυνατων, και καταβαλλει το οχυρωμα του θαρρουσ τησ. οποιοσ φυλαττει το στομα του και τη γλωσσα του, φυλαττει την ψυχη του απο στενοχωριεσ. υπερηφανοσ και αλαζονικοσ χλευαστησ αποκαλειται, οποιοσ ενεργει με θυμο αλαζονειασ. οι επιθυμιεσ του οκνηρου τον θανατωνουν· επειδη, τα χερια του δεν θελουν να εργαζονται· ολη την ημερα επιθυμει· ενω ο δικαιοσ δινει και δεν λυπαται. η θυσια των ασεβων ειναι βδελυγμα· πολυ περισσοτερο οταν τη φερνουν μπροστα με πονηρια. ο ψευδομαρτυρασ θα απολεστει· ενω, ο ανθρωποσ που υπακουει, θα μιλαει παντοτε. ο ασεβησ ανθρωποσ σκληραινει το προσωπο του· ο ευθυσ, ομωσ, κατευθυνει τουσ δρομουσ του. δεν ειναι σοφια ουτε συνεση ουτε βουλη, εναντια στον κυριο. το αλογο ετοιμαζεται για την ημερα τησ μαχησ· η σωτηρια, ομωσ, ειναι απο τον κυριο.

22

προτιμοτερο ειναι ενα καλο ονομα παρα μεγαλα πλουτη, αγαθη χαρη παρα ασημι και χρυσαφι. πλουσιοσ και φτωχοσ συναντιουνται· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι ο δημιουργοσ και των δυο τουσ. αυτοσ που εχει φρονηση, προβλεπει το κακο, και κρυβεται· οι αφρονεσ, ομωσ, προχωρουν και τιμωρουνται. η αμοιβη τησ ταπεινωσησ, και του φοβου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ειναι πλουτοσ, και δοξα, και ζωη. τριβολια και παγιδεσ ειναι στον δρομο του στρεβλου· οποιοσ φυλαττει την ψυχη του, θα ειναι μακρια απ' αυτουσ. διδαξε το παιδι στην αρχη του δρομου του· και δεν θα απομακρυνθει απ' αυτον ουτε οταν γερασει. ο πλουσιοσ εξουσιαζει τουσ φτωχουσ· κι αυτοσ που δανειζεται, ειναι δουλοσ του δανειστη. αυτοσ που σπερνει ανομια, θα θερισει συμφορεσ· και η ραβδοσ τησ οργησ του θα εκλειψει. εκεινοσ που εχει αγαθο βλεμμα, θα ευλογηθει· επειδη, απο το ψωμι του δινει στον φτωχο. διωξε τον χλευαστη, και μαζι του θα βγει και η φιλονικια, αλλα και η εριδα και η υβρη θα παυσουν. οποιοσ αγαπαει την καθαροτητα τησ καρδιασ, για τη χαρη των χειλεων του, ο βασιλιασ θα ειναι φιλοσ του. τα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh περιφρουρουν τη γνωση· ανατρεπει μαλιστα τισ υποθεσεισ του παρανομου. ο οκνηροσ λεει: λιονταρι ειναι εξω· στο μεσον των πλατειων θα φονευθω. το στομα ξενησ γυναικασ ειναι λακκοσ βαθυσ· αυτοσ που μισειται απο τον κυριο, θα πεσει μεσα σ' αυτον. η ανοησια ειναι συνδεδεμενη με την καρδια του παιδιου· η ραβδοσ τησ παιδειασ θα την αποχωρισει απ' αυτο. οποιοσ καταθλιβει τον φτωχο για να αυξησει τα πλουτη του, και οποιοσ δινει στον πλουσιο, θαρθει σιγουρα σε ελλειψη. στρεψε το αυτι σου, και ακου τα λογια των σοφων, και προσκολλησε την καρδια σου στη γνωση μου. επειδη, ειναι τερπνα, αν τα φυλαττεισ στην καρδια σου· και θα συναρμοζονται μαζι επανω στα χειλη σου. για να ειναι το θαρροσ σου στον κυριο, σου τα διδαξα αυτη την ημερα, μαλιστα σε σενα. δεν εγραψα σε σενα πολλεσ φορεσ με συμβουλεσ και γνωσεισ, για να σε κανω να γνωρισεισ τη βεβαιοτητα των λογων τησ αληθειασ, ωστε να απαντασ με λογια αληθειασ σ' εκεινουσ που σε στελνουν; μη γυμνωνεισ τον φτωχο, επειδη ειναι φτωχοσ· ουτε να καταθλιβεισ στην πυλη αυτον που δυστυχει· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα εκδικασει τη δικη τουσ· και θα γυμνωσει την ψυχη εκεινων που τουσ γυμνωσαν. μη κανεισ φιλια με οξυθυμο ανθρωπο· και με οργιλον ανθρωπο να μη περπατασ· μηπωσ και μαθεισ τουσ δρομουσ του, και παρεισ παγιδα στην ψυχη σου. μη εισαι απο εκεινουσ που δινουν το χερι, απο εκεινουσ που εγγυωνται για χρεη. αν δεν εχεισ απο που να πληρωσεισ, γιατι να παρουν το κρεβατι σου απο κατω σου; μη μετακινεισ αρχαια ορια, που εβαλαν οι πατερεσ σου. ειδεσ ανθρωπο επιτηδειον στα εργα του; αυτοσ θα παρασταθει μπροστα σε βασιλιαδεσ· δεν θα παρασταθει μπροστα σε μηδαμινουσ.

23

οταν καθησεισ να φασ μαζι με εναν αρχοντα, παρατηρει με επιμελεια εκεινα που παραθετουν μπροστα σου· και βαλε μαχαιρι στον λαιμο σου, αν εισαι αδηφαγοσ· μη επιθυμεισ τα εδεσματα του· επειδη, αυτα ειναι τροφη δολιοτητασ. μη μεριμνασ να γινεισ πλουσιοσ· απεχε απο τη σοφια σου. θα βαλεισ τα ματια σου σ' αυτο που δεν υπαρχει; επειδη, ο πλουτοσ, βεβαια, κατασκευαζει για τον εαυτο του φτερα σαν του αετου, και πεταει προσ τον ουρανο. μη τρωσ το ψωμι του φθονερου ουτε να επιθυμεισ τα εδεσματα του· επειδη, οπωσ σκεφτεται στην ψυχη του, τετοιοσ ειναι· σου λεει, φαε και πιεσ· αλλα, η καρδια του δεν ειναι μαζι σου. το ψωμι που εφαγεσ, θα το ξερασεισ, και θα χασεισ τισ γλυκιεσ συνομιλιεσ σου. μη μιλασ στα αυτια του αφρονα· επειδη, θα καταφρονησει τη σοφια των λογων σου. μη μετακινεισ αρχαια ορια· και μη μπεισ μεσα στα χωραφια των ορφανων· επειδη, ο λυτρωτησ τουσ ειναι ισχυροσ· αυτοσ θα εκδικασει τη δικη τουσ εναντιον σου. προσκολλησε την καρδια σου στην παιδεια, και τα αυτια σου στα λογια τησ γνωσησ. μη λυπασαι να διαπαιδαγωγεισ το παιδι· επειδη, αν το χτυπησεισ με τη ραβδο, δεν θα πεθανει· εσυ, χτυπωντασ το με τη ραβδο, θα ελευθερωσεισ την ψυχη του απο τον αδη. γιε μου, αν η καρδια σου γινει σοφη, θα ευφραινεται και η δικη μου καρδια· και τα νεφρα μου θα αγαλλονται, οταν τα χειλη σου μιλανε σωστα. ασ μη ζηλευει η καρδια σου τουσ αμαρτωλουσ· αλλα να εισαι στον φοβο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ολη την ημερα· επειδη, σιγουρα υπαρχει αμοιβη, και η ελπιδα σου δεν θα αποκοπει. εσυ, γιε μου ακου, και γινε σοφοσ, και κατευθυνε την καρδια σου στον δρομο. μη εισαι αναμεσα σε κρασοποτεσ, αναμεσα σε ασωτουσ κρεατοφαγουσ· επειδη, ο μεθυσοσ και ο ασωτοσ θα φτωχευσουν· και ο υπναρασ θα ντυθει κουρελια. να υπακουσ στον πατερα σου, που σε γεννησε· και μη καταφρονεισ τη μητερα σου, οταν γερασει. αγοραζε την αληθεια, και μη την πουλασ· τη σοφια, και την παιδεια, και τη συνεση. ο πατερασ του δικαιου θα χαρει υπερβολικα· και οποιοσ γενναει σοφο γιο, θα ευφραινεται σ' αυτον. ο πατερασ σου και η μητερα σου θα ευφραινονται· μαλιστα, εκεινη, που σε γεννησε, θα χαιρεται. γιε μου, δωσε την καρδια σου σε μενα, και τα ματια σου ασ προσεχουν στουσ δρομουσ μου· επειδη, η πορνη ειναι λακκοσ βαθυσ· και η ξενη γυναικα, στενο πηγαδι. αυτη, επιπλεον, ενεδρευει σαν ληστησ, και πληθαινει τουσ παραβατεσ αναμεσα στουσ ανθρωπουσ. σε ποιον ειναι τα «ουαι»; σε ποιον οι στεναγμοι; σε ποιον οι φιλονικιεσ; σε ποιον οι ματαιολογιεσ; σε ποιον τα χτυπηματα χωρισ αιτια; σε ποιον η φλογωση των ματιων; σ' αυτουσ που δαπανουν τον χρονο τουσ στο κρασι· σ' εκεινουσ που σπαταλουν τον χρονο τουσ ανιχνευοντασ οινοποσιεσ. μη κοιταζεισ το κρασι οτι κοκκινιζει, οτι δινει το χρωμα του στο ποτηρι, οτι κατεβαινει ευχαριστα. στο τελοσ του δαγκωνει σαν φιδι, και κεντρωνει σαν βασιλισκοσ· τα ματια σου θα κοιταξουν ξενεσ γυναικεσ, και η καρδια σου θα μιλησει αισχρα· και θα εισαι σαν καποιον που κοιμαται στο μεσον τησ θαλασσασ, και σαν καποιον που ειναι ξαπλωμενοσ επανω σε κορυφη καταρτιου. με χτυπουσαν, θα πεισ, και δεν πονεσα· με εδειραν, και δεν αισθανθηκα· ποτε θα σηκωθω, για να παω να τον ζητησω ξανα;

24

μη ζηλευεισ τουσ κακουσ ανθρωπουσ ουτε να επιθυμεισ να εισαι μαζι τουσ· επειδη, η καρδια τουσ μελεταει καταδυναστευση, και τα χειλη τουσ μιλουν κακουργιεσ. με τη σοφια οικοδομειται ενα σπιτι, και με τη συνεση στερεωνεται. και με τη γνωση τα ταμεια θα γεμισουν απο καθε πολυτιμον και ευφροσυνον πλουτο. ο σοφοσ ανθρωποσ εχει δυναμη, και ο φρονιμοσ ανθρωποσ αυξανει τη δυναμη. επειδη, με σοφεσ περισκεψεισ θα κανεισ τον πολεμο σου· απο το πληθοσ, ομωσ, των συμβουλων προερχεται σωτηρια. η σοφια ειναι παρα πολυ ψηλη για τον αφρονα· δεν θα ανοιξει το στομα του στην πυλη. οποιοσ μελεταει να πραξει κακο, θα ονομαστει ανδρασ κακεντρεχησ. η μελετη τησ αφροσυνησ ειναι αμαρτια· και ο χλευαστησ, ειναι βδελυγμα στουσ ανθρωπουσ. αν μικροψυχησεισ στην ημερα τησ συμφορασ, η δυναμη σου ειναι μικρη. ελευθερωνε αυτουσ που σερνονται σε θανατο, και να αποσυρεσαι απο εκεινουσ που ειναι κοντα στη σφαγη. αν πεισ: δεσ, εμεισ δεν το ξερουμε· δεν γνωριζει αυτοσ που σταθμιζει τισ καρδιεσ; και δεν ξερει αυτοσ που φυλαττει την ψυχη σου, και αποδιδει στον καθενα συμφωνα με τα εργα του; γιε μου, φαε μελι, επειδη ειναι καλο· και κηρηθρα, επειδη ειναι γλυκια επανω στον ουρανισκο σου· τετοια θα ειναι στην ψυχη σου η γνωση τησ σοφιασ· οταν τη βρεισ, τοτε θα παρεισ αμοιβη, και η ελπιδα σου δεν θα αποκοπει. μη στηνεισ παγιδα, ω ανομε, εναντια στο σπιτι του δικαιου· μη ταραξεισ τον τοπο τησ αναπαυσησ του· επειδη, ο δικαιοσ πεφτει επτα φορεσ, και σηκωνεται· αλλ' οι ασεβεισ θα πεσουν σε ολεθρο. στην πτωση του εχθρου σου, μη χαρεισ, και στο γλιστρημα του, ασ μη ευφραινεται η καρδια σου· μηπωσ, καποτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δει, κι αυτο φανει κακο στα ματια του, και μεταστρεψει τον θυμο του απ' αυτον. μη αγανακτεισ για τουσ πονηρευομενουσ· να μη ζηλευεισ τουσ ασεβεισ· επειδη, ο κακοσ δεν θα εχει καλο τελοσ· το λυχναρι των ασεβων θα το σβησουν. γιε μου, να φοβασαι τον κυριο και τον βασιλια· και μη εχεισ επικοινωνια με στασιαστεσ· επειδη, η συμφορα τουσ θα πεσει ξαφνικα επανω τουσ· και ποιοσ γνωριζει τισ τιμωριεσ και των δυο; ακομα και τουτα ειναι για τουσ σοφουσ. η προσωποληψια στην κριση δεν ειναι καλο. αυτον που λεει στον ασεβη: εισαι δικαιοσ, θα τον καταραστουν οι λαοι, και τα εθνη θα τον αηδιαζουν· αλλα, σ' εκεινουσ που τον ελεγχουν θα ειναι χαρη, και ευλογια αγαθων θα ειναι επανω τουσ. οποιοσ αποκρινεται με σωστα λογια, ειναι σαν αυτον που φιλαει τα χειλη. βαζε σε διαταξη το εργο σου εξω, και προετοιμαζε το για τον εαυτο σου, στο χωραφι· και επειτα χτισε το σπιτι σου. μη εισαι μαρτυρασ αδικοσ εναντια στον πλησιον σου ουτε να απατασ με τα χειλη σου. μη πεισ: οπωσ εκανε σε μενα, ετσι θα κανω σ' αυτον· θα αποδωσω στον ανθρωπο συμφωνα με το εργο του. περνουσα μεσα απο το χωραφι του οκνηρου, και μεσα απο τον αμπελωνα του αμυαλου ανθρωπου· και να, παντου ειχαν βλαστησει αγκαθια· τσουκνιδεσ ειχαν σκεπασει την επιφανεια του, και το λιθοφραγμα του ηταν καταγκρεμισμενο. τοτε, εγω, αφου κοιταξα, συλλογιστηκα στην καρδια μου· ειδα, και πηρα διδασκαλια. λιγοσ υπνοσ, λιγοσ νυσταγμοσ, λιγο διπλωμα των χεριων στον υπνο· επειτα, η φτωχεια σου ερχεται σαν ταχυδρομοσ, και η στερηση σου σαν ενοπλοσ ανδρασ.

25

κι αυτεσ ειναι παροιμιεσ του σολομωντα, που συγκεντρωσαν οι ανθρωποι του εζεκια, βασιλια του ιηhυδα. δοξα του θεου ειναι να σκεπαζει το πραγμα· και δοξα των βασιλιαδων να εξιχνιαζουν το πραγμα. ο ουρανοσ κατα το υψοσ, και η γη κατα το βαθοσ, και η καρδια των βασιλιαδων ειναι ανεξερευνητα. αφαιρεσε τη σκουρια απο το ασημι, και θα βγει σκευοσ στον χρυσοχοο. αφαιρεσε τουσ ασεβεισ μπροστα απο τον βασιλια, και ο θρονοσ του θα στερεωθει με δικαιοσυνη. μη αλαζονευεσαι μπροστα απο τον βασιλια, και μη στεκεσαι στον τοπο των μεγαλων· επειδη, καλυτερα να σου πουν: ανεβα εδω, παρα να σε κατεβασουν παρουσια του αρχοντα, που ειδαν τα ματια σου. μη βγεισ εξω γρηγορα σε φιλονικια· μηπωσ και στο τελοσ απορησεισ τι να κανεισ, οταν ο πλησιον σου σε ντροπιασει. εκδικασε τη δικη σου με τον πλησιον σου· και να μη αποκαλυπτεισ το μυστικο του αλλου· μηπωσ και εκεινοσ που σε ακουει, σε κοροιδεψει, και η ντροπη σου δεν εξαλειφθει. ενασ λογοσ, οταν μιληθει σωστα, ειναι χρυσα μηλα σε ασημενια ποικιλματα. σαν χρυσο σκουλαρικι, και στολιδι απο καθαρο χρυσαφι, ειναι ο σοφοσ, αυτοσ που ελεγχει ενα υπακουο αυτι. σαν το ψυχοσ του χιονιου σε καιρο του θερισμου, ετσι ειναι ο πιστοσ πρεσβησ σ' εκεινουσ που τον στελνουν· επειδη αναπαυει την ψυχη των κυριων του. εκεινοσ που καυχαται σε ψευτικο δωρο, μοιαζει με συννεφα και ανεμο χωρισ βροχη. ο ηγεμονασ πειθεται με υπομονη· και η γλυκια γλωσσα σπαει κοκαλα. βρηκεσ μελι; φαε οσο σου ειναι αρκετο, μηπωσ και παραφασ απ' αυτο, και το ξερασεισ. σπανια να βαλεισ το ποδι σου στο σπιτι του πλησιον σου, μηπωσ και σε βαρεθει και σε μισησει. ο ανθρωποσ, που μαρτυρει εναντια στον πλησιον του με ψευτικη μαρτυρια, ειναι σαν ροπαλο, και μαχαιρα, και βελοσ οξυ. πιστη σε απιστον σε ημερα συμφορασ, ειναι σαν δοντι σαπιο, και ποδι εξαρθρωμενο. σαν εκεινον που ξεντυνεται το ιματιο στην ημερα του ψυχουσ, και σαν το ξιδι επανω σε νιτρο, ετσι ειναι αυτοσ που ψαλλει ασματα σε λυπημενη καρδια. αν πειναει ο εχθροσ σου, δωσ' του ψωμι να φαει· και αν διψαει, ποτισε τον νερο· επειδη, θα επισωρευσεισ καρβουνα φωτιασ επανω στο κεφαλι του, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα σε ανταμειψει. ο βοριασ ανεμοσ διωχνει τη βροχη· και το οργισμενο προσωπο τη γλωσσα που υποψιθυριζει. καλυτερα να κατοικει καποιοσ σε μια γωνια δωματιου, παρα σε ενα ευρυχωρο σπιτι με φιλονικη γυναικα. σαν το κρυο νερο σε ψυχη που διψαει, ετσι ειναι οι αγαθεσ αγγελιεσ απο μακρινη γη. ο δικαιοσ σφαλλοντασ μπροστα στον ασεβη ειναι σαν θολη πηγη, και μολυσμενη βρυση. καθωσ δεν ειναι καλο να τρωει κανεισ πολυ μελι, ετσι δεν ειναι ενδοξο να ζηταει κανεισ τη δικη του δοξα. οποιοσ δεν κραταει το πνευμα του, ειναι σαν μια κατεδαφισμενη και ατειχιστη πολη.

26

οπωσ το χιονι μεσα στο καλοκαιρι, και οπωσ η βροχη μεσα στον θερισμο, ετσι η τιμη δεν αρμοζει στον αφρονα. οπωσ περιφερεται το σπουργιτι, οπωσ πεταει ολογυρα το χελιδονι, ετσι η αδικη καταρα δεν θα φτασει στον σκοπο τησ. μαστιγα για το αλογο, και χαλιναρι για το γαιδουρι, και ραβδοσ για τη ραχη των αφρονων. μη απαντασ στον αφρονα συμφωνα με την αφροσυνη του, για να μη γινεισ κι εσυ ομοιοσ μ' αυτον. να απαντασ στον αφρονα συμφωνα με την αφροσυνη του, για να μη ειναι σοφοσ στα ματια του. οποιοσ στελνει μηνυμα διαμεσου του αφρονα, κοβει τα ποδια του και πινει ζημια. καθωσ τα σκελη του χωλου κρεμονται ανωφελη, ετσι ειναι και η παροιμια στο στομα των αφρονων. οπωσ εκεινοσ που δεσμευει μια πετρα μεσα σε σφενδονη, ετσι ειναι και οποιοσ δινει τιμη στον αφρονα. οπωσ το αγκαθι που σπρωχνεται στο χερι του μεθυσου, ετσι ειναι και η παροιμια στο στομα των αφρονων. ο δυναστησ μολυνει τα παντα, και μισθωνει τουσ αφρονεσ· μισθωνει και τουσ παραβατεσ. οπωσ το σκυλι γυριζει στον εμετο του, ετσι και ο αφρονασ επαναλαμβανει την αφροσυνη του. ειδεσ ανθρωπο, που νομιζει τον εαυτο του σοφο; περισσοτερη ελπιδα ειναι απο τον αφρονα, παρα απ' αυτον. ο οκνηροσ λεει: λιονταρι ειναι στον δρομο, λιονταρι ειναι στισ πλατειεσ. οπωσ η πορτα περιστρεφεται στισ στροφιγγεσ τησ, ετσι και ο οκνηροσ στο κρεβατι του. ο οκνηροσ βουταει το χερι του στην πιατελα, βαριεται ομωσ να το γυρισει στο στομα του. ο οκνηροσ νομιζει τον εαυτο του σοφοτερο απο επτα σοφουσ γνωμοδοτεσ. οποιοσ, περνωντασ, ανακατευεται σε φιλονικια, που δεν τον αφορα, μοιαζει μ' εκεινον που πιανει ενα σκυλι απο τα αυτια. οπωσ ο μανιακοσ, που ριχνει φλογεσ, βελη, και θανατο, ετσι ειναι και ο ανθρωποσ που απαταει τον πλησιον του, και λεει: δεν το εκανα εγω παιζοντασ; οπου δεν υπαρχουν ξυλα, η φωτια σβηνει· και οπου δεν υπαρχει ψιθυριστησ, η φιλονικια ησυχαζει. τα καρβουνα ειναι για την ανθρακια, και τα ξυλα για τη φωτια, και ο φιλονικοσ ανθρωποσ για να αναβει φιλονικιεσ. τα λογια του ψιθυριστη καταπινονται με ευχαριστηση, και κατεβαινουν στα ενδομυχα τησ κοιλιασ. τα ενθερμα χειλη με πονηρη καρδια, ειναι σαν σκουρια απο ασημι, που εχει επιχριστει επανω σε πηλινο αγγειο. οποιοσ μισει, υποκρινεται με τα χειλη του, και μηχανευεται δολο μεσα στην καρδια του. οταν μιλαει φιλοφρονα, μη τον πιστευεισ· επειδη, μεσα στην καρδια του εχει επτα βδελυγματα. οποιοσ σκεπαζει το μισοσ με δολο, η πονηρια του θα φανερωθει στο μεσον τησ συναξησ. οποιοσ σκαβει λακκο, θα πεσει ο ιδιοσ σ' αυτον· και η πετρα θα γυρισει επανω σ' εκεινον που την κυλαει. η αναληθησ γλωσσα μισει αυτουσ που καταθλιβονται απ' αυτη· και το απατηλο στομα εργαζεται καταστροφη.

27

μη καυχασαι στην αυριανη ημερα· επειδη, δεν ξερεισ τι θα γεννησει η ημερα. ασ σε επαινει αλλοσ, κι οχι το στομα σου· ξενοσ, κι οχι τα χειλη σου. βαρια ειναι η πετρα, και δυσβασταχτη η αμμοσ· η οργη, ομωσ, του αφρονα ειναι βαρυτερη κι απο τα δυο. ο θυμοσ ειναι σκληροσ, και η οργη οξεια· αλλα, ποιοσ μπορει να σταθει μπροστα στη ζηλοτυπια; ο φανεροσ ελεγχοσ ειναι καλυτεροσ παρα η κρυπτομενη αγαπη. πληγεσ φιλου ειναι πιστεσ· φιληματα, ομωσ, εχθρων, πολυαριθμα. η χορτασμενη ψυχη αποστρεφεται την κηρηθρα· στην πεινασμενη ψυχη, ομωσ, καθε τι πικρο φαινεται γλυκο. οπωσ το πουλι που πλανιεται μακρια απο τη φωλια του, ετσι ειναι και ο ανθρωποσ που πλανιεται μακρια απο τον τοπο του. τα μυρα και τα θυμιαματα ευφραινουν την καρδια, και η γλυκυτητα του φιλου με την εγκαρδια συμβουλη. τον φιλο σου και τον φιλο του πατερα σου μη τον εγκαταλειπεισ· μεσα στο σπιτι, ομωσ, του αδελφου σου μη μπεισ στην ημερα τησ συμφορασ σου· επειδη, καλυτερα ειναι ενασ γειτονασ κοντα, παρα ενασ αδελφοσ μακρια. γιε μου, γινε σοφοσ και ευφραινε την καρδια μου, για να εχω τι να απαντω σ' εκεινον που με ονειδιζει. ο φρονιμοσ προβλεπει το κακο, και κρυβεται· οι αφρονεσ, ομωσ, εξακολουθουν τον δρομο τουσ, και τιμωρουνται. παρε το ιματιο εκεινου που εγγυαται για εναν ξενο και παρε ενεχυρο απ' αυτον, που εγγυαται για ξενα πραγματα. αυτοσ που σηκωνεται το πρωι και ευλογει με μεγαλη φωνη τον πλησιον του θα θεωρηθει σαν να τον καταριεται. το ακαταπαυστο σταξιμο σε μια βροχερη ημερα, και η φιλονικη γυναικα, ειναι ομοια· αυτοσ που την κρυβει, κρυβει τον ανεμο· και το μυρο στα δεξια του, καιτοι κρυμμενο φωναζει. το σιδερο ακονιζει το σιδερο· και ο ανθρωποσ ακονιζει το προσωπο του φιλου του. αυτοσ που φυλαττει τη συκια, θα φαει τον καρπο τησ· κι αυτοσ που φυλαττει τον κυριο του, θα τιμηθει. οπωσ μεσα στο νερο ανταποκρινεται προσωπο σε προσωπο, ετσι και η καρδια ανθρωπου σε ανθρωπο. ο αδησ και η απωλεια δεν χορταινουν· και τα ματια του ανθρωπου δεν χορταινουν. το ασημι δοκιμαζεται με το χωνευτηρι, και το χρυσαφι με το καμινι· ο ανθρωποσ, ομωσ, με το στομα εκεινων που τον εγκωμιαζουν. κι αν κοπανισεισ τον αφρονα με εναν κοπανο μεσα σε γουδι, αναμεσα σε σιταρι που κοπανιζεται, η αφροσυνη του δεν θα αποχωριστει απ' αυτον. προσεχε να γνωριζεισ την κατασταση των ποιμνιων σου, και να επιμελεισαι καλα τα κοπαδια σου· επειδη, ο πλουτοσ δεν μενει για παντα· ουτε το διαδημα απο γενεα σε γενεα. το χορταρι βλαστανει, και η χλοη αναφαινεται, και τα χορτα των βουνων μαζευονται. τα αρνια ειναι για τα ενδυματα σου, και οι τραγοι για την πληρωμη του χωραφιου. και θα εχεισ αφθονο γαλα κατσικιων για την τροφη σου, και για την τροφη τησ οικογενειασ σου, και τη ζωη των υπηρετριων σου.

28

οι ασεβεισ φευγουν, αν και δεν τουσ καταδιωκει κανενασ· ενω οι δικαιοι εχουν θαρροσ σαν λιονταρι. εξαιτιασ των αμαρτηματων του τοπου, πολλοι ειναι οι αρχοντεσ του· με εναν, ομωσ, συνετο και νοημονα ανθρωπο, το πολιτευμα του θα διαρκει. ενασ φτωχοσ ανθρωποσ που, ομωσ, δυναστευει τουσ φτωχουσ, ειναι σαν τη βροχη που κατακλυζει, και δεν δινει ψωμι. οσοι εγκαταλειπουν τον νομο, εγκωμιαζουν τουσ ασεβεισ· αλλ' οσοι φυλαττουν τον νομο, τουσ αντιμαχονται. οι κακοι ανθρωποι δεν θα εννοησουν κριση· αυτοι, ομωσ, που ζητουν τον θεο θα καταλαβουν τα παντα. καλυτεροσ ο φτωχοσ, που περπαταει στην ακεραιοτητα του, παρα ο διεστραμμενοσ στουσ δρομουσ του, εστω και αν ειναι πλουσιοσ. αυτοσ που φυλαττει τον νομο ειναι γιοσ συνετοσ· ο φιλοσ, ομωσ, των ασωτων καταντροπιαζει τον πατερα του. αυτοσ που αυξανει την περιουσια του με τοκο, και πλεονεξια, τη συγκεντρωνει γι' αυτον που ελεει τουσ φτωχουσ. εκεινοσ που αποστρεφει το αυτι του απο το να ακουει τον νομο, ακομα και η προσευχη του θα ειναι βδελυγμα. εκεινοσ που αποπλαναει τουσ ευθεισ σε κακο δρομο, αυτοσ θα πεσει στον ιδιο του τον λακκο· οι αμεμπτοι, ομωσ, θα κληρονομησουν αγαθα. ο πλουσιοσ ανθρωποσ νομιζει τον εαυτο του σοφο· ο συνετοσ φτωχοσ, ομωσ, τον εξελεγχει. οταν οι δικαιοι θριαμβευουν, μεγαλη ειναι η δοξα· οταν, ομωσ, υψωνονται οι ασεβεισ, οι ανθρωποι κρυβονται. αυτοσ που κρυβει τισ αμαρτιεσ του, δεν θα ευοδωθει· αλλ' αυτοσ, που τισ εξομολογειται και τισ εγκαταλειπει, θα ελεηθει. μακαριοσ ο ανθρωποσ που φοβαται παντοτε· οποιοσ, ομωσ, σκληραινει την καρδια του, θα πεσει σε συμφορα. λιονταρι που βρυχαζει, και αρκουδα που πειναει, ειναι ο ασεβησ διοικητησ επανω σε εναν πενιχρο λαο. ο ηγεμονασ που στερειται συνεση, πληθαινει τισ καταδυναστειεσ· εκεινοσ, ομωσ, που μισει την αρπαγη, θα μακρυνει τισ ημερεσ του. ο ανθρωποσ που ειναι ενοχοσ για αιμα ανθρωπου, θα σπευσει στον λακκο· κανενασ δεν θα τον κρατησει. οποιοσ περπαταει με ακεραιοτητα, θα σωθει· ομωσ, ο διεστραμμενοσ στουσ δρομουσ του θα πεσει μονομιασ. αυτοσ που εργαζεται τη γη του, θα χορτασει ψωμι· ενω αυτοσ που ακολουθει τουσ ματαιοφρονεσ, θα γεμισει απο φτωχεια. ο πιστοσ ανθρωποσ θα εχει πολλη ευλογια· οποιοσ, ομωσ, σπευδει να πλουτησει, δεν θα μεινει ατιμωρητοσ. το να ειναι κανεισ προσωποληπτησ, δεν ειναι καλο· επειδη, ο ανθρωποσ αυτου του ειδουσ θα ανομησει για ενα κομματι ψωμι. αυτοσ που εχει πονηρο ματι, σπευδει να πλουτησει, και δεν καταλαβαινει οτι η στερηση θαρθει επανω του. εκεινοσ που ελεγχει εναν ανθρωπο, υστερα θα βρει περισσοτερη χαρη, παρα εκεινοσ που κολακευει με τη γλωσσα. αυτοσ που κλεβει τον πατερα του η τη μητερα του, και λεει: αυτο δεν ειναι αμαρτια, αυτοσ ειναι συντροφοσ του ληστη. ο αλαζονασ στην καρδια διεγειρει εριδεσ· εκεινοσ, ομωσ, που εχει το θαρροσ του επανω στον κυριο, θα παχυνει. αυτοσ που εχει το θαρροσ του επανω στη δικη του καρδια, ειναι αφρονασ· αλλ' αυτοσ που περπαταει με σοφια, αυτοσ θα σωθει. οποιοσ δινει στουσ φτωχουσ, δεν θαρθει σε στερηση· οποιοσ, ομωσ, αποστρεφει τα ματια του, θα εχει πολλεσ καταρεσ. οταν υψωνονται οι ασεβεισ, οι ανθρωποι κρυβονται· οταν, ομωσ, εκεινοι χανονται, οι δικαιοι πληθαινουν.

29

ο ανθρωποσ που, καθωσ ελεγχεται, σκληρυνει τον τραχηλο, θα αφανιστει ξαφνικα, και χωρισ γιατρεια. οταν οι δικαιοι μεγαλυνθουν, ευφραινεται ο λαοσ· οταν, ομωσ, ο ασεβησ εξουσιαζει, στεναζει ο λαοσ. οποιοσ αγαπαει τη σοφια, ευφραινει τον πατερα του· οποιοσ, ομωσ, συναναστρεφεται με πορνεσ, φθειρει την περιουσια του. ο βασιλιασ στερεωνει τον τοπο με τη δικαιοσυνη, ενω ο δωροληπτησ τον καταστρεφει. ο ανθρωποσ, που κολακευει τον πλησιον του, απλωνει διχτυ μπροστα απο τα βηματα του. ο κακοσ ανθρωποσ παγιδευεται στην ανομια· ο δικαιοσ, ομωσ, ψαλλει και ευφραινεται. ο δικαιοσ παιρνει γνωση τησ κρισησ των πενητων· ο ασεβησ δεν καταλαβαινει γνωση. οι χλευαστεσ ανθρωποι κατακαινε την πολη με φωτια· οι σοφοι, ομωσ, αποστρεφουν την οργη. ο σοφοσ ανθρωποσ, εχοντασ διαφορα με τον αφρονα ανθρωπο, ειτε οργιζεται ειτε γελαει, δεν βρισκει αναπαυση. οι ανδρεσ των αιματων μισουν τον αμεμπτο, οι ευθεισ, ομωσ, εκζητουν τη ζωη του. ο αφρονασ εκθετει ολη του την ψυχη· ενω ο σοφοσ την αναχαιτιζει προσ τα πισω. αν ο διοικητησ προσεχει σε αναληθη λογια, ολοι οι υπηρετεσ του γινονται ασεβεισ. πενητασ και δανειστησ συναντιουνται· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φωτιζει τα ματια και των δυο. ο θρονοσ του βασιλια, που κρινει τουσ φτωχουσ με αληθεια, θα στερεωθει για παντα. η ραβδοσ και ο ελεγχοσ δινουν σοφια· αλλ' ενα εγκαταλειμμενο παιδι ντροπιαζει τη μητερα του. οταν πληθαινουν οι ασεβεισ, περισσευει η ανομια· οι δικαιοι, ομωσ, θα δουν την πτωση τουσ. να διαπαιδαγωγεισ τον γιο σου, και θα σου φερει αναπαυση· και θα φερει ηδονη στην ψυχη σου. οπου δεν υπαρχει οραση, ο λαοσ διαφθειρεται· ειναι δε μακαριοσ εκεινοσ που φυλαττει τον νομο. ο δουλοσ δεν θα διορθωθει με λογια· επειδη, καταλαβαινει μεν, αλλα δεν υπακουει. ειδεσ ανθρωπο γρηγορνο στα λογια του; περισσοτερη ελπιδα ειναι απο τον αφρονα παρα απ' αυτον. αν καποιοσ ανατρεφει απο παιδι τον δουλο του με τρυφεροτητα, στο τελοσ θα γινει γιοσ. ο οξυθυμοσ ανθρωποσ εξαπτει φιλονικια, και ο οργιλοσ ανθρωποσ πληθαινει ανομιεσ. η υπερηφανεια του ανθρωπου θα τον ταπεινωσει· ενω ο ταπεινοφρονασ απολαμβανει τιμη. ο συμμεριστησ του κλεφτη μισει τη δικη του ψυχη· ακουει τον ορκο, και δεν ομολογει. ο φοβοσ του ανθρωπου στηνει παγιδα· ενω, αυτοσ που εμπιστευεται στον κυριο, θα ειναι σε ασφαλεια. πολλοι ζητουν το προσωπο του ηγεμονα· η κριση, ομωσ, του ανθρωπου ειναι απο τον κυριο. ο αδικοσ ανθρωποσ ειναι βδελυγμα στουσ δικαιουσ· και ο ευθυσ στον δρομο του, ειναι βδελυγμα στουσ ασεβεισ.

30

τα λογια του αγουρ, του γιου του ιακαι· ο χρησμοσ, δηλαδη, που ο ανθρωποσ μιλησε στον ιθιηλ, προσ τον ιθιηλ, και τον ουκαλ. βεβαια, εγω ειμαι ο πλεον αφρονασ απο τουσ ανθρωπουσ, και φρονηση ανθρωπου δεν υπαρχει μεσα μου· και δεν εμαθα τη σοφια ουτε ξερω τη γνωση των αγιων. ποιοσ ανεβηκε στον ουρανο και κατεβηκε; ποιοσ συγκεντρωσε τον ανεμο στα χερια του; ποιοσ δεσμευσε τα νερα μεσα σε ιματιο; ποιοσ στερεωσε ολα τα ακρα τησ γησ; ποιο ειναι το ονομα του; και ποιο το ονομα του υιου του, αν ξερεισ; καθε λογοσ του θεου ειναι δοκιμασμενοσ· ειναι ασπιδα σ' εκεινουσ που εμπιστευονται σ' αυτον. μη προσθεσεισ στα λογια του· μηπωσ σε ελεγξει, και βρεθεισ ψευτησ. δυο πραγματα ζηταω απο σενα· μη μου τα αρνηθεισ πριν πεθανω· ματαιοτητα και αναληθη λογο απομακρυνε απο μενα· φτωχεια και πλουτο μη μου δωσεισ· να με τρεφεισ με αυταρκη τροφη· μηπωσ χορτασω, και σε αρνηθω, και πω: ποιοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; η, μηπωσ, καθωσ βρεθω φτωχοσ, κλεψω, και παρω επιπολαια το ονομα του θεου μου. μη καταλαλεισ υπηρετη στον κυριο του· μηπωσ και σε καταραστει, και βρεθεισ ενοχοσ. υπαρχει γενεα, που καταριεται τον πατερα τησ, και δεν ευλογει τη μητερα τησ. υπαρχει γενεα καθαρη στα ματια τησ, αλλα δεν ειναι πλυμενη απο την ακαθαρσια τησ. υπαρχει γενεα, τησ οποιασ τα ματια ποσο ψηλα ειναι! και τα βλεφαρα τησ υπερηφανα! υπαρχει γενεα, που τα δοντια τησ ειναι ρομφαιεσ, και οι μυλοδοντεσ μαχαιρεσ, για να κατατρωνε τουσ φτωχουσ απο τη γη, και τουσ απορουσ αναμεσα απο τουσ ανθρωπουσ. η βδελλα εχει δυο θυγατερεσ, που φωναζουν: φερε, φερε. τα τρια αυτα δεν χορταινουν ποτε, μαλιστα τα τεσσερα δεν λενε ποτε: αρκει. ο αδησ, και η στειρα μητρα· η γη, η οποια δεν χορταινει απο νερο· και η φωτια, που δεν λεει: αρκει. το ματι, που εμπαιζει τον πατερα του, και καταφρονει να υπακουσει στη μητερα του, οι κορακεσ τησ χαραδρασ θα το βγαλουν, και θα το φανε οι νεοσσοι των αετων. αυτα τα τρια μου ειναι θαυμαστα, μαλιστα τα τεσσερα δεν τα εννοω· τα ιχνη του αετου στον ουρανο· τα ιχνη του φιδιου επανω στον βραχο· τα ιχνη του πλοιου στο μεσον τησ θαλασσασ· και τα ιχνη του ανθρωπου στη νιοτη του. τετοιοσ ειναι ο δρομοσ τησ μοιχαλιδασ γυναικασ· τρωει, και σκουπιζει το στομα τησ, και λεει: δεν επραξα ανομια. για τρια πραγματα ταραζεται η γη, μαλιστα για τεσσερα, τα οποια δεν μπορει να υποφερει· για τον δουλο, οταν βασιλευσει· και τον αφρονα, οταν χορτασει ψωμι· για τη μισητη γυναικα οταν παντρευτει· και τη δουλη, οταν διωξει την κυρια τησ. αυτα τα τεσσερα ειναι ελαχιστα επανω στη γη, ειναι ομωσ σοφοτατα· τα μυρμηγκια, που ειναι ενασ αδυνατοσ λαοσ, ετοιμαζουν ομωσ την τροφη τουσ μεσα στο καλοκαιρι· οι ασβοι των βραχων, που ειναι ενασ ανισχυροσ λαοσ, κανουν, ομωσ, τισ φωλιεσ τουσ επανω σε βραχο· οι ακριδεσ, που δεν εχουν βασιλια, βγαινουν, ομωσ, ολεσ μαζι, κατα ταγματα· ο ασκαλαβοσ, που υποβασταζεται στα χερια, και διαμενει στα παλατια των βασιλιαδων. αυτα τα τρια βαδιζουν καλα, μαλιστα, τα τεσσερα περπατουν με ευπρεπεια· το λιονταρι, που ειναι το ισχυροτερο απο τα ζωα, και δεν στρεφει απο το προσωπο καποιου· ο πετεινοσ, ακομα και ο τραγοσ· και ο βασιλιασ, περικυκλωμενοσ απο τον λαο του. αν επραξεσ με αφροσυνη υψωνοντασ τον εαυτο σου, και αν βουλευθηκεσ κακο, βαλε το χερι επανω στο στομα. επειδη, οποιοσ χτυπαει το γαλα, βγαζει βουτυρο· και οποιοσ πιεζει τη μυτη, βγαζει αιμα· και οποιοσ ερεθιζει οργη, προξενει μαχεσ.

31

τα λογια του βασιλια λεμουηλ, ο χρησμοσ που η μητερα του τον διδαξε. τι, γιε μου; και τι, παιδι τησ κοιλιασ μου; και τι, γιε των ευχων μου; μη δωσεισ τισ δυναμεισ σου στισ γυναικεσ ουτε τουσ δρομουσ σου στισ αφανιστριεσ των βασιλιαδων. δεν ειναι των βασιλιαδων, λεμουηλ, δεν ειναι των βασιλιαδων να πινουν κρασι ουτε των ηγεμονων να πινουν σικερα· μηπωσ και, οταν πιουν, ξεχασουν τον νομο, και διαστρεψουν την κριση καποιου θλιμμενου. να δινετε σικερα στουσ θλιμμενουσ, και κρασι στουσ πικραμενουσ στην ψυχη· για να πιουν και να λησμονησουν τη φτωχεια τουσ, και να μη θυμουνται πια τη δυστυχια τουσ. ανοιγε το στομα σου υπερ του αφωνου, υπερ τησ κρισησ ολων των εγκαταλειμμενων. ανοιγε το στομα σου, να κρινεισ δικαια, και να υπερασπιζεσαι τον φτωχο και τον απορο. μια εναρετη γυναικα ποιοσ θα βρει; επειδη, μια τετοιου ειδουσ γυναικα ειναι πολυ πιο πολυτιμη, περισσοτερο ακομα και απο τα μαργαριταρια. η καρδια του ανδρα τησ θαρρει επανω σ' αυτη, και δεν θα στερειται απο αφθονια. θα του φερνει καλο, και οχι κακο, ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ τησ. ζηταει μαλλι και λιναρι, και εργαζεται με τα χερια τησ ευχαριστωσ. ειναι σαν τα πλοια των εμπορων· φερνει την τροφη τησ απο μακρια. και σηκωνεται, ενω ειναι ακομα νυχτα, και δινει τροφη στην οικογενεια τησ, και εργα στισ υπηρετριεσ τησ. κοιταζει ενα χωραφι, και το αγοραζει· απο τον καρπο των χεριων τησ φυτευει αμπελωνα. ζωνει την οσφυ τησ με δυναμη, και ενισχυει τουσ βραχιονεσ τησ. αισθανεται οτι το εμποριο τησ ειναι καλο· το λυχναρι τησ δεν σβηνεται τη νυχτα. βαζει τα χερια τησ στο αδραχτι, και κραταει στο χερι τησ τη ροκα. ανοιγει το χερι τησ στουσ φτωχουσ, και απλωνει το χερι τησ στουσ απορουσ. δεν φοβαται το χιονι για την οικογενεια τησ· επειδη, ολοκληρη η οικογενεια τησ ειναι ντυμενοι διπλα. κανει για τον εαυτο τησ σκεπασματα· το ενδυμα τησ ειναι βυσσοσ και πορφυρα. ο ανδρασ τησ γνωριζεται στισ πυλεσ, οταν καθεται αναμεσα στουσ πρεσβυτερουσ του τοπου. κανει λεπτο πανι, και το πουλαει· και δινει ζωνεσ στουσ εμπορουσ. ισχυ και ευπρεπεια ειναι ντυμενη· και ευφραινεται για τον μελλοντικο καιρο. ανοιγει το στομα τησ με σοφια· και επανω στη γλωσσα τησ ειναι νομοσ ευμενειασ. επαγρυπνει στη διακυβερνηση του σπιτιου τησ, και ψωμι οκνηριασ δεν τρωει. τα παιδια τησ σηκωνονται και τη μακαριζουν· ο ανδρασ τησ, και την επαινει· πολλεσ θυγατερεσ φερθηκαν αξια, εσυ, ομωσ, τισ ξεπερασεσ ολεσ. ψευτικη ειναι η χαρη, και ματαιη η ομορφια· η γυναικα η οποια φοβαται τον κυριο, αυτη θα επαινειται. δωστε τησ απο τον καρπο των χεριων τησ· και τα εργα τησ ασ την επαινουν στισ πυλεσ.

ιωβ

1

υπηρχε καποιοσ ανθρωποσ στη γη τησ αυσιτιδασ, που ονομαζοταν ιωβ· και ο ανθρωποσ αυτοσ ηταν αμεμπτοσ και ευθυσ, και φοβοταν τον θεο, και εμενε μακρια απο κακο. και σ' αυτον γεννηθηκαν επτα γιοι και τρεισ θυγατερεσ. και τα κτηνη του ησαν 7.000 προβατα, και 3.000 καμηλεσ, και 500 ζευγαρια βοδιων, και 500 γαιδουρια, και ενα μεγαλο πληθοσ απο υπηρετεσ· και ο ανθρωποσ εκεινοσ ηταν ο μεγαλυτεροσ απο ολουσ τουσ κατοικουσ τησ ανατολησ. και οι γιοι του πηγαιναν και εκαναν συμποσια στα σπιτια τουσ, καθε ενασ κατα τη δικη του ημερα, και εστελναν και προσκαλουσαν τισ τρεισ αδελφεσ τουσ για να τρωνε και να πινουν μαζι τουσ. και οταν τελειωναν οι ημερεσ του συμποσιου, ο ιωβ εστελνε και τουσ αγιαζε, και, καθωσ σηκωνοταν το πρωι, προσφερνε ολοκαυτωματα, συμφωνα με τον αριθμο ολων τουσ· επειδη, ο ιωβ ελεγε: μηπωσ οι γιοι μου αμαρτησαν, και βλασφημησαν τον θεο στην καρδια τουσ. ετσι εκανε ο ιωβ, παντοτε. και καποια ημερα, οι γιοι του θεου ηρθαν να παρασταθουν μπροστα στον κυριο, κι αναμεσα σ' αυτουσ ηρθε και ο σατανασ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σατανα: απο που ερχεσαι; και ο σατανασ απαντησε στον κυριο, και ειπε: αφου διαβηκα ολογυρα τη γη, και περπατησα μεσα σ' αυτη, ναμαι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σατανα: εβαλεσ τον νου σου επανω στον δουλο μου τον ιωβ, οτι δεν υπαρχει ομοιοσ του στη γη, ανθρωποσ αμεμπτοσ και ευθυσ, ο οποιοσ φοβαται τον θεο, και απεχει απο κακο; και ο σατανασ απαντησε στον κυριο, και ειπε: μηπωσ ο ιωβ δωρεαν φοβαται τον θεο; δεν τον περιεφραξεσ απο παντου, και το σπιτι του, και ολα οσα εχει; τα εργα των χεριων του ευλογησεσ, και τα κτηνη του πληθυναν επανω στη γη· ομωσ, απλωσε τωρα το χερι σου, και αγγιξε ολα οσα εχει, για να δεισ αν δεν σε βλασφημησει κατα προσωπο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σατανα: δεσ, στο χερι σου ολα οσα εχει· μονον επανω σ' αυτον μη βαλεισ το χερι σου. και ο σατανασ βγηκε μπροστα απο τον κυριο. και καποια ημερα οι γιοι του και οι θυγατερεσ του ετρωγαν και επιναν κρασι, στο σπιτι του πρωτοτοκου αδελφου τουσ. και ενασ μηνυτησ ηρθε στον ιωβ, και ειπε: τα βοδια αροτριαζαν, και τα γαιδουρια εβοσκαν κοντα τουσ· και επεσαν επανω τουσ οι σαβαιοι και τα αρπαξαν· και τουσ δουλουσ τουσ παταξαν με μαχαιρα· και μονοσ εγω διασωθηκα για να σου το αναγγειλω. ενω αυτοσ ακομα μιλουσε, ηρθε κι ενασ αλλοσ, και ειπε: φωτια επεσε απο τον ουρανο, και εκαψε τα προβατα και τουσ δουλουσ, και τουσ κατεφαγε· και μονοσ εγω διασωθηκα για να σου το αναγγειλω. ενω αυτοσ ακομα μιλουσε, ηρθε κι αλλοσ ενασ, και ειπε: οι χαλδαιοι εκαναν τρεισ λοχουσ, και εφορμησαν στισ καμηλεσ, και τισ αρπαξαν· και τουσ δουλουσ τουσ παταξαν με μαχαιρα· και μονοσ εγω διασωθηκα για να σου το αναγγειλω. ενω αυτοσ ακομα μιλουσε, ηρθε κι ενασ αλλοσ, και ειπε: οι γιοι σου και οι θυγατερεσ σου ετρωγαν και επιναν κρασι στο σπιτι του πρωτοτοκου αδελφου τουσ· και ξαφνου, ηρθε ενασ μεγαλοσ ανεμοσ απο την περα πλευρα τησ ερημου, και χτυπησε τισ τεσσερισ γωνιεσ του σπιτιου, και επεσε επανω στα παιδια, και πεθαναν· και μονοσ εγω διασωθηκα για να σου το αναγγειλω. τοτε, ο ιωβ, αφου σηκωθηκε, εσχισε το επανωφορι του, και ξυρισε το κεφαλι του, και επεσε επανω στη γη, και προσκυνησε, και ειπε: γυμνοσ βγηκα απο την κοιλια τησ μητερασ μου, και γυμνοσ θα επιστρεψω εκει· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αφαιρεσε· ασ ειναι ευλογημενο το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. σε ολα αυτα ο ιωβ δεν αμαρτησε, και δεν εδωσε αφροσυνη στον θεο.

2

και καποια ημερα, οι γιοι του θεου ηρθαν να παρασταθουν μπροστα στον κυριο· κι αναμεσα σ' αυτουσ ηρθε και ο σατανασ, για να παρασταθει μπροστα στον κυριο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σατανα: απο που ερχεσαι; και ο σατανασ απαντησε στον κυριο, και ειπε: αφου διαβηκα ολογυρα τη γη, και περπατησα μεσα σ' αυτη, ναμαι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σατανα: εβαλεσ τον νου σου επανω στον δουλο μου τον ιωβ, οτι δεν υπαρχει ομοιοσ του στη γη, ανθρωποσ αμεμπτοσ και ευθυσ, ο οποιοσ φοβαται τον θεο, και απεχει απο κακο; κι ακομα κραταει τη ακεραιοτητα του, αν και με παροξυνεσ εναντιον του, για να τον εξολοθρευσω χωρισ αιτια. και ο σατανασ απαντησε στον κυριο, και ειπε: δερμα για δερμα, και ολα οσα εχει ο ανθρωποσ θα τα δωσει για τη ζωη του· εντουτοισ, απλωσε το χερι σου, και αγγιξε τα κοκαλα του, και τη σαρκα του, για να δεισ αν δεν σε βλασφημησει κατα προσωπο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον σατανα: δεσ, αυτοσ ειναι στο χερι σου· μονον τη ζωη του να φυλαξεισ. τοτε, ο σατανασ βγηκε απο μπροστα απο τον κυριο, και παταξε τον ιωβ με ενα κακο ελκοσ, απο το πελμα των ποδιων του μεχρι την κορυφη του. και πηρε κοντα του ενα κομματι απο κεραμιδι, για να ξυνεται μ' αυτο· και καθοταν στο μεσον τησ σταχτησ. τοτε, η γυναικα του ειπε σ' αυτον: ακομα κρατασ την ακεραιοτητα σου; βλασφημησε τον θεο, και πεθανε. κι εκεινοσ ειπε σ' αυτη: μιλησεσ οπωσ μιλαει μια απο τισ αφρονεσ γυναικεσ· τα αγαθα μοναχα θα δεχθουμε απο τον θεο, και τα κακα δεν θα τα δεχθουμε; σε ολα αυτα ο ιωβ δεν αμαρτησε με τα χειλη του. και καθωσ οι τρεισ φιλοι του ιωβ ακουσαν ολα αυτα τα κακα που ειχαν ερθει επανω του, ηρθαν καθε ενασ απο τον τοπο του· ο ελιφασ ο θαιμανιτησ, και ο βιλδαδ ο σαυχιτησ, και ο σωφαρ ο νααμαθιτησ· επειδη, ειχαν συμφωνησει ναρθουν μαζι, για να τον συλλυπηθουν και να τον παρηγορησουν. και οταν απο μακρια σηκωσαν τα ματια τουσ, και δεν τον γνωρισαν, υψωσαν τη φωνη τουσ, και εκλαψαν· και εσχισαν ο καθενασ το ιματιο του, και ερριξαν χωμα επανω στα κεφαλια τουσ προσ τον ουρανο. και καθησαν μαζι του επανω στη γη επτα ημερεσ και επτα νυχτεσ, και κανενασ δεν του ειπε εναν λογο, επειδη εβλεπαν οτι ο πονοσ του ηταν υπερβολικα μεγαλοσ.

3

υστερα απ' αυτα, ο ιωβ ανοιξε το στομα του, και καταραστηκε την ημερα του. και ο ιωβ μιλησε, και ειπε: ειθε να χαθει η ημερα κατα την οποια γεννηθηκα, και η νυχτα κατα την οποια ειπαν: γεννηθηκε αρσενικο. η ημερα εκεινη να ειναι σκοταδι· ο θεοσ απο πανω να μη την αναζητησει, και να μη φεξει επανω τησ φωσ. σκοταδι και σκια θανατου να την αμαυρωσουν· πυκνο σκοταδι να καθησει επανω τησ. ναρθουν επανω τησ ωσ πικροτατη ημερα. εκεινη τη νυχτα να επικρατησει σκοταδι· να μη συγκαταλεχθει στισ ημερεσ του χρονου· να μη μπει στισ ημερεσ των μηνων. να, ερημη να ειναι εκεινη η νυχτα· επανω τησ να μη ερθει χαρμοσυνη φωνη. να την καταραστουν αυτοι που καταρωνται τισ ημερεσ, οι ετοιμοι να ανεγειρουν το πενθοσ τουσ. να σκοτιστουν τα αστερια τησ εσπερασ τησ· να προσμενει φωσ, και να μη ερχεται· και να μη δει τα βλεφαρα τησ αυγησ· επειδη, δεν εκλεισε τισ πορτεσ τησ κοιλιασ τησ μητερασ μου, και δεν εκρυψε τη θλιψη απο τα ματια μου. γιατι δεν πεθανα απο τη μητρα; και δεν εξεπνευσα μολισ ειχα βγει απο την κοιλια; γιατι με υποδεχθηκαν τα γονατα; η, γιατι οι μαστοι, για να θηλασω; επειδη, τωρα θα ημουν ξαπλωμενοσ και θα ησυχαζα· θα κοιμομουν· τοτε θα ημουν σε αναπαυση, μαζι με βασιλιαδεσ και συμβουλουσ τησ γησ, που οικοδομουσαν ερημωσεισ· η, με αρχοντεσ, που εχουν χρυσαφι, που γεμισαν τα σπιτια τουσ με ασημι· η, σαν κρυμμενο εξαμβλωμα δεν θα υπηρχα, σαν βρεφη που δεν ειδαν φωσ. εκει, οι ασεβεισ σταματουν να ταραζουν, κι εκει αναπαυονται οι κουρασμενοι· εκει αναπαυονται μαζι οι αιχμαλωτοι· φωνη καταδυναστη δεν ακουν· εκει βρισκεται ο μικροσ και ο μεγαλοσ· και ο δουλοσ, που ειναι ελευθεροσ απο το αφεντικο του. γιατι δοθηκε φωσ στον δυστυχισμενο, και ζωη στον πικραμενο στην ψυχη, οι οποιοι ποθουν τον θανατο, και δεν πετυχαινουν, αν και σκαβουν γι' αυτον περισσοτερο παρα για κρυμμενουσ θησαυρουσ, οι οποιοι υπερχαιρονται, υπερευφραινονται, οταν βρουν τον ταφο; γιατι δοθηκε φωσ σε ανθρωπο, που ο δρομοσ του ειναι κρυμμενοσ, και που τον περιεκλεισε ο θεοσ; επειδη, πριν απο το φαγητο μου ερχεται ο στεναγμοσ μου, και τα μουγκρητα μου ξεχυνονται σαν νερα. επειδη, εκεινο που φοβομουν, μου συνεβηκε, κι εκεινο που τρομαζα ηρθε επανω μου. δεν ειχα ειρηνη ουτε αναπαυση ουτε ησυχια· οργη ηρθε επανω μου.

4

τοτε, απαντησε ο ελιφασ ο θαιμανιτησ, και ειπε: αν επιχειρησουμε να σου μιλησουμε, θα δυσαρεστηθεισ; αλλα, ποιοσ μπορει να κρατηθει απο το να μιλησει; δεσ, εσυ εχεισ νουθετησει πολλουσ, και εχεισ δυναμωσει αδυνατα χερια. τα λογια σου υποστηριξαν τουσ κλονιζομενουσ, και γονατα που λυγιζαν τα ενδυναμωσεσ. και, τωρα, ηρθε επανω σου τουτο, και βαρυθυμεισ· σε αγγιζει, και ταραζεσαι. ο φοβοσ σου δεν ειναι το θαρροσ σου, και η ευθυτητα των δρομων σου η ελπιδα σου; θυμησου, παρακαλω· ποιοσ, ενω ηταν αθωοσ, απολεστηκε; και που εξολοθρευτηκαν οι ευθεισ; οπωσ εχω δει εγω, οσοι αροτριασαν ανομια, και εσπειραν ασεβεια, τισ θεριζουν· εξολοθρευονται απο το φυσημα του θεου, και απο την πνοη των μυκτηρων του αφανιζονται· το μουγκρητο του λιονταριου, και η φωνη του αγριου λιονταριου, και το μουγκρισμα απο τα λιονταρακια, εσβησαν· το λιονταρι χανεται απο ελλειψη θηραματοσ, και τα λιονταρακια του θηλυκου λιονταριου διασκορπιζονται. και ενασ λογοσ ηρθε σε μενα κρυφα, και το αυτι μου πηρε κατι απ' αυτον. μεσα στουσ στοχασμουσ για τα οραματα τησ νυχτασ, οταν βαθυσ υπνοσ πεφτει στουσ ανθρωπουσ, με επιασε φρικη και τρομοσ, και συγκλονισε πολυ τα κοκαλα μου. και ενα πνευμα περασε απο μπροστα μου, και οι τριχεσ του σωματοσ μου ανασηκωθηκαν· σταθηκε, αλλ' εγω δεν διεκρινα τη μορφη του· ενα σχημα φανηκε μπροστα στα ματια μου· ακουσα ενα λεπτο φυσημα, και μια φωνη, που ελεγε: θα ειναι ο ανθρωποσ πιο δικαιοσ απο τον θεο; θα ειναι ο ανθρωποσ πιο καθαροσ απο τον δημιουργο του; δεσ, αυτοσ δεν εμπιστευεται στουσ δουλουσ του, και στουσ αγγελουσ του βλεπει ελαττωμα· ποσο μαλλον σ' εκεινουσ που κατοικουν σε πηλινα σπιτια, που εχουν το θεμελιο τουσ μεσα στο χωμα, αφανιζονται μπροστα στο σαρακι; απο το πρωι μεχρι την εσπερα φθειρονται· αφανιζονται για παντα, χωρισ κανενασ να το καταλαβει. το μεγαλειο τουσ, που υπαρχει σ' αυτουσ, δεν παρερχεται; πεθαινουν, αλλ' οχι με σοφια.

5

καλεσε, τωρα, αν καποιοσ σου απαντησει; και σε ποιουσ απο τουσ αγιουσ θα αποβλεψεισ; επειδη, η οργη φονευει τον αφρονα· και η αγανακτηση θανατωνει τον μωρο. εγω ειδα τον αφρονα να ριζωνει· αλλ' αμεσωσ προειπα το σπιτι του καταραμενο. οι γιοι του ειναι μακρια απο τη σωτηρια, και μπροστα στην πυλη καταπιεζονται, και δεν υπαρχει κανενασ που να ελευθερωνει· τον θερισμο τουσ κατατρωει αυτοσ που πειναει, και τον αρπαζει απο τα αγκαθια, κι αυτοσ που διψαει καταπινει την περιουσια τουσ. επειδη, η θλιψη δεν βγαινει απο το χωμα ουτε η λυπη βλασταινει απο τη γη· αλλ' ο ανθρωποσ γεννιεται για τη λυπη, καθωσ τα νεογεννητα των αετων, για να πετουν ψηλα. εγω, ομωσ, θα επικαλεστω τον θεο, και στον θεο θα εναποθεσω την υποθεση μου· ο οποιοσ κανει ανεξιχνιαστα μεγαλεια, αναριθμητα θαυμασια· ο οποιοσ δινει βροχη επανω στο προσωπο τησ γησ, και στελνει νερα επανω στο προσωπο των χωραφιων· ο οποιοσ υψωνει τουσ ταπεινουσ, και σηκωνει σε σωτηρια τουσ θλιμμενουσ· ο οποιοσ διασκορπιζει τισ βουλεσ των πανουργων, και τα χερια τουσ δεν μπορουν να πραγματοποιηhοσυα την επιχειρηση τουσ· ο οποιοσ συλλαμβανει τουσ σοφουσ στην πανουργια τουσ· και ανατρεπεται η βουλη των δολιων ανθρωπων· την ημερα συναντουν σκοταδι, και το μεσημερι ψηλαφουν καθωσ μεσα σε νυχτα. ομωσ, λυτρωνει τον φτωχο απο τη ρομφαια, απο το στομα τουσ, και απο το χερι του ισχυρου. και ο φτωχοσ εχει ελπιδα, ενω το στομα τησ ανομιασ φραζεται. προσεξε, μακαριοσ ο ανθρωποσ, που τον ελεγχει ο θεοσ· γι' αυτο, μη καταφρονεισ την παιδεια του παντοδυναμου· επειδη, αυτοσ πληγωνει, και επιδενει, χτυπαει, και τα χερια του γιατρευουν. μεσα σε εξι θλιψεισ θα σε ελευθερωσει· και στην εβδομη δεν θα σε αγγιξει κακο. μεσα στην πεινα θα σε λυτρωσει απο θανατο· και σε πολεμο απο χερια ρομφαιασ. απο μαστιγα γλωσσασ θα εισαι φυλαγμενοσ· και απο τον επερχομενο ολεθρο δεν θα φοβηθεισ. θα περιγελασ τον ολεθρο και την πεινα· και απο τα θηρια τησ γησ δεν θα φοβηθεισ. επειδη, θα εχεισ συμμαχια με τισ πετρεσ τησ πεδιαδασ· και τα θηρια του χωραφιου θα ειρηνευουν μαζι σου. και θα γνωρισεισ οτι στη σκηνη σου υπαρχει ειρηνη, και θα επισκεφθεισ το σπιτι σου, και δεν θα σου λειπει τιποτε. και θα γνωρισεισ οτι το σπερμα σου ειναι πολυ, και τα εγγονια σου σαν τη βοτανη τησ γησ. στον ταφο θαρθεισ σε βαθια γηρατεια, οπωσ η θημωνια του σιταριου μαζευεται στον καιρο τησ. να, αυτο εξιχνιασαμε, ετσι εχει το πραγμα· ακουσε το, και γνωρισε το στον εαυτο σου.

6

και ο ιωβ απαντησε, και ειπε: ειθε να ζυγιζοταν πραγματικα η λυπη μου, και η συμφορα μου να εμπαινε ολοκληρη, μαζι, επανω στην πλαστιγγα! επειδη, τωρα θα ηταν πιο βαρια απο την αμμο τησ θαλασσασ· γι' αυτο τα λογια μου καταπινονται. επειδη, τα βελη του παντοδυναμου βρισκονται μεσα μου, απο τα οποια το πνευμα μου πινει το φαρμακι τουσ· οι τρομοι του θεου παρατασσονται εναντιον μου. γκαριζει ο αγριοσ γαιδαροσ κοντα στο χορταρι; η, μουγκριζει το βοδι κοντα στη φατνη του; τρωγεται το ανοστο χωρισ αλατι; η, υπαρχει γευση στο ασπραδι του αυγου; τα πραγματα, που η ψυχη μου αποστρεφοταν να αγγιξει, εγιναν σαν το αηδιαστικο φαγητο μου. ειθε να απολαμβανα το αιτημα μου, και ο θεοσ να μου εδινε την επιθυμια μου! και ο θεοσ να ηθελε να ευαρεστηθει να με αφανισει· να εξαπολυσει το χερι του, και να με κοψει! κι ακομα, θα ειναι η παρηγορια μου, οτι, και αν καταναλωθω μεσα στη θλιψη, κι αυτοσ δεν με λυπηθει, εγω τα λογια του αγιου δεν τα εκρυψα. ποια ειναι η δυναμη μου, ωστε να εγκαρτερω; και ποιο ειναι το τελοσ μου, ωστε η ψυχη μου να υποφερει; μηπωσ η δυναμη μου ειναι δυναμη απο πετρεσ; η, η σαρκα μου ειναι χαλκοσ; μηπωσ δεν ελειψε μεσα μου ολοκληρωτικα η βοηθεια μου; και η σωτηρια δεν απομακρυνθηκε απο μενα; στον θλιμμενο οφειλεται ελεοσ απο τον φιλο του· αυτοσ, ομωσ, εγκατελειψε τον φοβο του παντοδυναμου. οι αδελφοι μου φερθηκαν απατηλα σαν χειμαρροσ, περασαν σαν ρευμα χειμαρρων· που θολωνονται απο τον παγο, στουσ οποιουσ το χιονι διαλυεται· οταν θερμανθουν, εκλειπουν· οταν γινει θερμοτητα, εξαλειφονται απο τον τοπο τουσ· τα ιχνη τησ πορειασ τουσ συστρεφονται· καταντουν στο μηδεν, και χανονται· τα πληθη τησ θαιμα θωρουσαν, οι συνοδοιποροι τησ σεβα τουσ περιμεναν· διαψευστηκαν απο την ελπιδα τουσ· ηρθαν εκει, και ντροπιαστηκαν. τωρα, κι εσεισ ειστε οπωσ αυτοι· ειδατε την πληγη μου, και τρομαξατε. μηπωσ εγω ειπα: φερτε μου; η: δωστε μου ενα δωρο απο την περιουσια σασ; η: ελευθερωστε με απο το χερι του εχθρου; η: λυτρωστε με απο το χερι των ισχυρων; διδαξτε με, κι εγω θα σιωπησω· και δειξτε μου σε τι εσφαλα. ποσο δυνατα ειναι τα σωστα λογια! ο ελεγχοσ σασ, ομωσ, τι αποδεικνυει; φανταζεστε να ελεγξετε λογια, ενω οι ομιλιεσ του απελπισμενου ειναι σαν ανεμοσ; πραγματικα, εσεισ πεφτετε επανω στον ορφανο, και σκαβετε λακκο στον φιλο σασ. τωρα, λοιπον, ευαρεστηθειτε να κοιταξετε σε μενα, επειδη, μπροστα σασ ειναι το πραγμα, αν εγω ψευδομαι. επιστρεψτε, παρακαλω· ασ μη γινει αδικια· ναι, επιστρεψτε παλι· η δικαιοσυνη μου βρισκεται σ' αυτο. υπαρχει αδικια στη γλωσσα μου; ο ουρανισκοσ μου δεν μπορει να διακρινει τα διεφθαρμενα;

7

ο βιοσ του ανθρωπου δεν ειναι εκστρατεια επανω στη γη; οι ημερεσ του δεν ειναι σαν τισ ημερεσ ενοσ μισθωτου; οπωσ ο δουλοσ επιποθει τη σκια, και οπωσ ο μισθωτοσ περιμενει τον μισθο του, ετσι κι εγω πηρα για κληρονομια μηνεσ ματαιοτητασ, και μου διοριστηκαν νυχτεσ οδυνηρεσ. οταν πλαγιαζω, λεω: ποτε θα σηκωθω, και ποτε θα περασει η νυχτα; και ειμαι γεματοσ απο ανησυχια μεχρι την αυγη. η σαρκα μου ειναι ντυμενη ολογυρα με σκουληκια και βωλουσ απο χωμα· το δερμα μου ξεσχιζεται, και τρεχει υγρο. οι ημερεσ μου ειναι ταχυτερεσ απο την κερκιδα του υφαντη, και χανονται χωρισ ελπιδα. θυμησου οτι, η ζωη μου ειναι ανεμοσ· το ματι μου δεν γυριζει πισω για να δει αγαθο. το ματι εκεινου που με βλεπει δεν θα με δει ξανα· τα ματια σου ειναι επανω μου, κι εγω δεν υπαρχω. οπωσ το συννεφο διαλυεται και χανεται, ετσι κι αυτοσ που κατεβαινει στον ταφο δεν θα ξανανεβει· δεν θα γυρισει πλεον στο σπιτι του, και ο τοποσ του δεν θα τον γνωρισει πλεον. γι' αυτο, εγω δεν θα κρατησω το στομα μου· θα μιλησω μεσα στην αγωνια του πνευματοσ μου· θα θρηνολογησω μεσα στην πικρια τησ ψυχησ μου. θαλασσα ειμαι η κητοσ, ωστε εβαλεσ επανω μου φυλακα; οταν λεω: το κρεβατι μου θα με παρηγορησει, το στρωμα μου θα ελαφρυνει το παραπονο μου, τοτε, με φοβιζεισ με ονειρα, και με καταπλησσεισ με ορασεισ· και η ψυχη μου διαλεγει αγχονη, και θανατο, παρα τα κοκαλα μου. αηδιασα· δεν θα ζησω παντοτινα· παραιτησου απο μενα· επειδη, οι ημερεσ μου ειναι ματαιοτητα. τι ειναι ο ανθρωποσ ωστε τον μεγαλυνεισ, και βαζεισ τον νου σου επανω του; και τον επισκεπτεσαι καθε πρωινο, και τον δοκιμαζεισ καθε στιγμη; μεχρι ποτε δεν θα αποσυρθεισ απο πανω μου, και δεν θα με αφησεισ, μεχρι να καταπιω το σαλιο μου; αμαρτησα· τι μπορω να κανω σε σενα, διατηρητη του ανθρωπου; γιατι με εβαλεσ σημαδι σου, και ειμαι βαροσ στον εαυτο μου; και γιατι δεν συγχωρεισ την παραβαση μου, και δεν αφαιρεισ την ανομια μου; επειδη, υστερα απο λιγο θα κοιμαμαι στο χωμα· και το πρωι θα με αναζητησεισ, αλλα δεν θα υπαρχω.

8

και ο βιλδαδ ο σαυχιτησ απαντησε και ειπε: μεχρι ποτε θα μιλασ αυτα τα πραγματα; και μεχρι ποτε τα λογια του στοματοσ σου θα ειναι οπωσ ενασ σφοδροσ ανεμοσ; μηπωσ ο θεοσ ανατρεπει την κριση; η, ο παντοδυναμοσ ανατρεπει το δικαιο; αν οι γιοι σου αμαρτησαν σ' αυτον, τουσ παρεδωσε στο χερι τησ ανομιασ τουσ. αν εσυ θα ζητουσεσ τον θεο το πρωι, και θα εκανεσ δεησεισ στον παντοδυναμο· αν ησουν καθαροσ και ευθυσ, βεβαια, τωρα θα σηκωνοταν για σενα, και η κατοικια τησ δικαιοσυνησ σου θα ευτυχουσε. και αν η αρχη σου ηταν μικρη, τα υστερα σου θα μεγαλωναν υπερβολικα. επειδη, ρωτησε, παρακαλω, για τισ προηγουμενεσ γενεεσ, και ερευνησε ακριβωσ για τουσ πατερεσ τουσ· επειδη, εμεισ ειμαστε χθεσινοι, και δεν ξερουμε τιποτε, για τον λογο οτι, οι ημερεσ μασ επανω στη γη ειναι σκια· δεν θα σε διδαξουν αυτοι, και θα σου πουν, και θα προφερουν λογια απο την καρδια τουσ; θαλλει ο παπυροσ χωρισ πηλο; αυξανει ο σχοινοσ χωρισ νερο; ενω ειναι ακομα πρασινοσ, και αθεριστοσ, ξηραινεται πριν απο καθε αλλο χορταρι. ετσι ειναι οι δρομοι ολων εκεινων που ξεχνουν τον θεο· και η ελπιδα του υποκριτη θα χαθει· η ελπιδα του θα κοπει, και το θαρροσ του θα ειναι οπωσ ο ιστοσ τησ αραχνησ. θα στηριχθει επανω στο σπιτι του, εντουτοισ αυτο δεν θα σταθει ορθιο· θα το κρατησει, εντουτοισ δεν θα ανορθωθει. ειναι χλωμοσ μπροστα στον ηλιο, και το κλαδι του απλωνεται στον κηπο του. οι ριζεσ του περιπλεκονται στον σωρο απο τισ πετρεσ, και διαλεγει τον πετρωδη τοπο. αν εξαλειφθει απο τον τοπο του, τοτε, θα τον αρνηθει, λεγοντασ: δεν σε ειδα. δεσ, αυτη ειναι η χαρα του δρομου του, και απο το χωμα θα αναβλαστησουν αλλοι. δεσ, ο θεοσ δεν θα απορριψει τον αμεμπτο, ουτε θα πιασει το χερι των κακοποιων· μεχρισ οτου γεμισει το στομα σου απο γελιο, και τα χειλη σου απο αλαλαγμο. εκεινοι που σε μισουν,θα ντυθουν ντροπη· και η κατοικια των ασεβων δεν θα υπαρχει.

9

και ο ιωβ απαντησε και ειπε: αληθινα, ξερω οτι ετσι εχει το πραγμα· αλλα, πωσ θα δικαιωθει ο ανθρωποσ μπροστα στον θεο; αν θελησει να διαδικαστει μαζι του, δεν μπορει να του απαντησει σε ενα απο χιλια. ειναι σοφοσ στην καρδια, και κραταιοσ σε δυναμη· ποιοσ σκληρυνθηκε εναντιον του και ευτυχησε; αυτοσ μετακινει τα βουνα, και δεν γνωριζουν ποιοσ τα εστρεψε στην οργη του. αυτοσ σειει τη γη απο τον τοπο τησ, και οι στυλοι τησ σαλευονται. αυτοσ προσταζει τον ηλιο, και δεν ανατελλει· και κρυβει τα αστερια κατω απο σφραγιδα. αυτοσ μονοσ εκτεινει τουσ ουρανουσ, και παταει επανω στα υψη τησ θαλασσασ. αυτοσ κανει τον αρκτουρο, τον ωριωνα και την πλειαδα, και τα ταμεια του νοτου. αυτοσ κανει ανεξιχνιαστα μεγαλεια, και αναριθμητα θαυμασια. δεστε, διαβαινει κοντα μου, και δεν τον βλεπω· περναει αναμεσα, και δεν τον αντιλαμβανομαι. δεστε, αφαιρει· ποιοσ θα τον εμποδισει; ποιοσ θα του πει: τι κανεισ; αν ο θεοσ δεν αποσυρει την οργη του, οι φουσκωμενοι απο υπερηφανεια βοηθοι καταβαλλονται απο κατω του. ποσο λιγοτερο θα του απαντουσα εγω, διαλεγοντασ απεναντι του τα λογια μου; στον οποιο, και αν ημουν δικαιοσ, δεν θα απαντουσα, αλλα θα ζητουσα ελεοσ απο τον κριτη μου. αν κραξω, και μου απαντησει, δεν θα πιστευα οτι εισακουσε τη φωνη μου. επειδη, με κατασυντριβει με ανεμοστροβιλο, και πληθαινει τισ πληγεσ μου χωρισ αιτια. δεν με αφηνει να αναπνευσω, αλλα με χορταινει με πικρια. αν προκειται για δυναμη, να, ειναι δυνατοσ· και αν για κριση, ποιοσ θα δωσει μαρτυρια για μενα; αν ηθελα να δικαιωσω τον εαυτο μου, το στομα μου θα με καταδικαζε· αν ελεγα: ειμαι αμεμπτοσ, θα με αποδεικνυε διεφθαρμενον. και αν ημουν αμεμπτοσ, δεν θα φροντιζα για τον εαυτο μου· θα καταφρονουσα τη ζωη μου. ενα ειναι αυτο, γι' αυτο ειπε: αυτοσ αφανιζει και τον αμεμπτο και τον ασεβη. και αν η μαστιγα του θανατωνει αμεσωσ, γελαει στη δοκιμασια των αθωων. η γη παραδοθηκε στα χερια του ασεβη· αυτοσ σκεπαζει τα προσωπα των κριτων τησ· αν οχι αυτοσ, που και ποιοσ ειναι; και οι ημερεσ μου ειναι ταχυτερεσ απο ταχυδρομο· φευγουν, και δεν βλεπουν καλο. περασαν σαν πλοια που σπευδουν· σαν αετοσ που πεταει επανω στο θηραμα. αν πω: θα ξεχασω το παραπονο μου, θα εγκαταλειψω το πενθοσ μου, και θα παρηγορηθω· τρομαζω για ολεσ τισ θλιψεισ μου, γνωριζοντασ οτι δεν θα με αθωωσεισ. ειμαι ασεβησ· γιατι, λοιπον, να κοπιαζω ματαια; αν λουστω με χιονονερο, και καθαρισω τα χερια μου με επιμελεια· εσυ, ομωσ, θα με βυθισεισ στον βουρκο, ωστε και τα ιδια μου τα ιματια θα με σιχαινονται. επειδη, δεν υπαρχει ανθρωποσ οπωσ εγω, για να του απαντησω, και ναρθουμε μαζι σε κριση. δεν υπαρχει μεσιτησ αναμεσα μασ, για να βαλει το χερι του επανω και στουσ δυο μασ. ασ απομακρυνει τη ραβδο του απο μενα· και ο φοβοσ του ασ μη με εκπληττει· τοτε, θα μιλησω, και δεν θα τον φοβηθω· επειδη, ετσι, δεν ειμαι στον εαυτο μου.

10

η ψυχη μου αηδιασε τη ζωη μου· θα παραδοθω στο παραπονο μου· θα μιλησω μεσα απο την πικρια τησ ψυχησ μου. θα πω στον θεο: μη με καταδικασεισ· δειξε μου γιατι με δικαζεισ. ειναι καλο σε σενα να καταθλιβεισ, να καταφρονεισ το εργο των χεριων σου, και να ευοδωνεισ τη βουλη των ασεβων; εχεισ ματια σαρκασ; η, βλεπεισ οπωσ βλεπει ο ανθρωποσ; ανθρωπινοσ ειναι ο βιοσ σου; η, τα χρονια σου ειναι σαν ημερεσ ανθρωπου, ωστε αναζητασ την ανομια μου, διερευνασ την αμαρτια μου; ενω ξερεισ οτι δεν ασεβησα· και δεν υπαρχει καποιοσ που να ελευθερωνει απο τα χερια σου. τα χερια σου με μορφωσαν, και ολοκληρον με επλασαν, ολογυρα· και με καταστρεφεισ. θυμησου, παρακαλω, οτι με εκανεσ σαν πηλο· και θα με ξαναφερεισ στο χωμα. δεν με αρμεξεσ σαν γαλα, και με επηξεσ σαν τυρι; με εντυσεσ με δερμα και σαρκα, και με περιεφραξεσ με κοκαλα και νευρα. μου χαρισεσ ζωη και ελεοσ, και η επισκεψη σου φυλαξε το πνευμα μου· αυτα, ομωσ, εκρυβεσ στην καρδια σου· ξερω οτι αυτο ειχεσ κατα νουν. αν αμαρτησω, με παραφυλαττεισ, και δεν θα με αθωωσεισ απο την ανομια μου. αν ασεβησω, αλλοιμονο σε μενα· και αν ειμαι δικαιοσ, δεν μπορω να σηκωσω το κεφαλι μου. ειμαι γεματοσ απο ατιμια· δεσ, λοιπον, τη θλιψη μου, επειδη, αυξανει. με κυνηγασ σαν αγριο λιονταρι· και καθωσ γυριζεισ δειχνεσαι εναντιον μου θαυμαστοσ. ανανεωνεισ τουσ μαρτυρεσ σου εναντιον μου, και πληθαινεισ την οργη σου εναντιον μου· αλλαγεσ στρατευματοσ γινονται επανω μου. γιατι, λοιπον, με εβγαλεσ απο τη μητρα; ειθε να ξεψυχουσα, και να μη με εβλεπε ματι! θα ημουν σαν καποιον που δεν υπηρξε· θα με εφερναν απο τη μητρα στον ταφο. δεν ειναι λιγεσ οι ημερεσ μου; σταματα, λοιπον, και αφησε με, για να συνελθω λιγο, πριν παω απ' οπου δεν θα επιστρεψω, σε γη σκοταδιου και σκιασ θανατου· σε γη σκοτεινη, σαν το σκοταδι τησ σκιασ του θανατου, οπου δεν υπαρχει ταξη, και το φωσ ειναι σαν το σκοταδι.

11

και ο σωφαρ ο νααμαθιτησ απαντησε, και ειπε: δεν δινεται απαντηση στην πληθωρα των λογων; και θα δικαιωθει ο πολυλογασ; θα αποστομωσουν ανθρωπουσ οι φλυαριεσ σου; και οταν κοροιδευεισ, δεν θα σε ντροπιασει κανενασ; επειδη, ειπεσ: η ομιλια μου ειναι καθαρη, και ειμαι καθαροσ μπροστα σου. αλλα, ειθε να μιλουσε ο θεοσ, και να ανοιγε εναντιον σου τα χειλη του· και να σου φανερωνε τα κρυφα πραγματα τησ σοφιασ, οτι ειναι διπλασια των οσων ειναι γνωστα. να ξερεισ, λοιπον, οτι ο θεοσ απαιτει απο σενα λιγοτερο απο την ανομια σου. μπορεισ να εξιχνιασεισ τα βαθη του θεου; μπορεισ να εξιχνιασεισ με εντελεια τον παντοδυναμο; αυτα ειναι σαν τα υψη του ουρανου· τι μπορεισ να κανεισ; ειναι βαθυτερα απο τον αδη· τι μπορεισ να γνωρισεισ; το μετρο τουσ ειναι μακρυτερο απο τη γη, και πλατυτερο απο τη θαλασσα. αν θελησει να χαλασει, και να κλεισει η να συγκεντρωσει, τοτε ποιοσ μπορει να τον εμποδισει; επειδη, αυτοσ γνωριζει τη ματαιοτητα των ανθρωπων, και βλεπει την ασεβεια· και δεν θα εξετασει; και ο ματαιοσ ανθρωποσ υπερηφανευεται, ενω ο ανθρωποσ γεννιεται ενα αγριο γαιδουρακι. αν εσυ ετοιμασεισ την καρδια σου, και απλωσεισ σ' αυτον τα χερια σου· αν την ανομια, που ειναι στα χερια σου, την απομακρυνεισ, και δεν αφηνεισ να κατοικησει στισ σκηνεσ σου ασεβεια· τοτε, σιγουρα, θα υψωσεισ το προσωπο σου ακηλιδωτο· μαλιστα, θα εισαι σταθεροσ, και δεν θα φοβασαι· επειδη, εσυ θα λησμονησεισ τη θλιψη· θα τη θυμηθεισ σαν νερα που διερρευσαν· και ο καιροσ σου θα ανατειλει λαμπροτεροσ απο το μεσημερι· και αν πεσει επανω σου σκοταδι, θα γινει ξανα αυγη· και θα εισαι ασφαλησ, επειδη υπαρχει ελπιδα σε σενα· ναι, θα σκαβεισ για τη σκηνη σου, και θα κοιμασαι με ασφαλεια· θα πλαγιαζεισ, και δεν θα σε τρομαζει κανενασ· και πολλοι θα ικετευουν το προσωπο σου. ομωσ, τα ματια των ασεβων θα μαραθουν, και καταφυγιο θα λειψει απ' αυτουσ, και η ελπιδα τουσ θα ειναι να ξεψυχησουν.

12

και ο ιωβ απαντησε, και ειπε: εσεισ, στ' αληθεια, ειστε οι ανθρωποι, και με σασ η σοφια θα φτασει στο τελοσ τησ. κι εγω εχω συνεση, οπωσ κι εσεισ· δεν ειμαι κατωτεροσ απο σασ· και ποιοσ δεν γνωριζει τετοια πραγματα; εγινα χλευασμοσ στον πλησιον μου, ο οποιοσ επικαλουμαι τον θεο, και μου απανταει. ο δικαιοσ και ο αμεμπτοσ γινεται περιγελαστοσ. αυτοσ που κινδυνευει να γλιστρησει με τα ποδια, ειναι σαν καταφρονημενο λυχναρι στον στοχασμο εκεινου που ευτυχει. οι σκηνεσ των ληστων ευτυχουν, κι αυτοι που παροργιζουν τον θεο ειναι σε ασφαλεια, στα χερια των οποιων ο θεοσ φερνει αφθονια. αλλα, ρωτησε τωρα τα ζωα, και θα σε διδαξουν· και τα πουλια του ουρανου, και θα σου αναγγειλουν· η, μιλησε στη γη, και θα σε διδαξει· και τα ψαρια τησ θαλασσασ θα σου διηγηθουν. ποιοσ απ' ολουσ αυτουσ δεν γνωριζει, οτι το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τα εφτιαξε; στο χερι του οποιου βρισκεται η ψυχη ολων αυτων που ζουν, και η πνοη καθε ανθρωπινησ σαρκασ. το αυτι δεν διακρινει τα λογια; και ο ουρανισκοσ δεν παιρνει γευση του φαγητου του; η σοφια ειναι με τουσ γεροντεσ, και η συνεση με τη μακροτητα των ημερων. σ' αυτον ειναι η σοφια και η δυναμη· αυτοσ εχει βουλη και συνεση. δεστε, καταστρεφει, και δεν ανοικοδομειται· κλεινει εναντια στον ανθρωπο, και δεν υπαρχει κανενασ που να ανοιγει. δεστε, κραταει τα νερα, και ξεραινονται· τα στελνει ξανα, και καταστρεφουν τη γη. μαζι του ειναι η δυναμη και η σοφια· δικοσ του ειναι αυτοσ που εξαπατιεται κι αυτοσ που εξαπαταει. παραδινει τουσ συμβουλουσ ωσ λαφυρο, και μωραινει τουσ κριτεσ. λυνει τη ζωνη των βασιλιαδων, και περιζωνει την οσφυ τουσ με σχοινι. παραδινει τουσ αρχοντεσ ωσ λαφυρο, και καταστρεφει τουσ ισχυρουσ. αφαιρει τον λογο των δεινων ρητορων, και σηκωνει τη συνεση απο τουσ πρεσβυτερουσ. ξεχυνει καταφρονηση επανω στουσ αρχοντεσ, και λυνει τη ζωνη των ισχυρων. αποκαλυπτει βαθια πραγματα μεσα απο το σκοταδι, και βγαζει στο φωσ τη σκια του θανατου. μεγαλυνει τα εθνη, και τα αφανιζει· πλαταινει τα εθνη, και τα συστελλει. αφαιρει την καρδια απο τουσ αρχηγουσ των λαων τησ γησ, και τουσ κανει να περιπλανιουνται σε αβατη ερημο· ψηλαφουν σε σκοταδι χωρισ φωσ, και τουσ κανει να παραφερονται σαν αυτον που μεθαει.

13

να, ολα αυτα τα ειδε το ματι μου· το αυτι μου τα ακουσε, και τα καταλαβε. οπωσ γνωριζετε εσεισ, γνωριζω κι εγω· δεν ειμαι κατωτεροσ σασ. αλλ' ομωσ, θα μιλησω στον παντοδυναμο, και επιθυμω να συζητησω μαζι με τον θεο. εσεισ, ομωσ, ειστε εφευρετεσ ψεματοσ· ειστε ολοι γιατροι ανωφελοι. ειθε να σιωπουσατε ολοκληρωτικα! κι αυτο θα ηταν σε σασ σοφια. ακουστε, τωρα, τα λογια μου, και προσεξτε τισ δικαιολογιεσ των χειλεων μου. θα μιλατε αδικα για τον θεο; και θα προφερετε λογια με δολιο τροπο γι' αυτον; θα κανετε προσωποληψια γι' αυτον; θα δικολογησετε για τον θεο; ειναι καλο να σασ εξιχνιασει; η, οπωσ ενασ ανθρωποσ περιγελαει εναν αλλον ανθρωπο, θα τον περιγελατε; οπωσδηποτε θα σασ ελεγξει, αν προσωποληπτειτε κρυφα. το μεγαλειο του δεν θα σασ τρομαξει, και ο φοβοσ του δεν θα πεσει επανω σασ; τα απομνημονευματα σασ ισοδυναμουν με σκονη, τα προπυργια σασ με προπυργια απο χωμα. σιωπηστε, αφηστε με για να μιλησω εγω, κι ασ ερθει επανω μου ο,τι κι αν ειναι. γιατι πιανω τισ σαρκεσ μου με τα δοντια μου, και βαζω τη ζωη μου στο χερι μου; και αν με θανατωνει, εγω θα ελπιζω σ' αυτον· ομωσ, θα υπερασπιστω τουσ δρομουσ μου μπροστα του. αυτοσ, μαλιστα, θα ειναι η σωτηρια μου· επειδη, υποκριτησ δεν θαρθει μπροστα του. ακροαστειτε τα λογια μου προσεκτικα, κι αυτα που παρουσιαζω, με τα αυτια σασ. δεστε, τωρα, διεταξα την κριση μου· ξερω οτι εγω θα δικαιωθω. ποιοσ ειναι εκεινοσ που θελει να ερθει σε συζητηση μαζι μου, για να σιωπησω τωρα, και να ξεψυχησω; μονον δυο πραγματα μη κανεισ σε μενα· τοτε, δεν θα κρυφτω απο το προσωπο σου· το χερι σου απομακρυνε το απο μενα, και ο φοβοσ σου ασ μη με τρομαξει. επειτα, καλεσε, κι εγω θα απαντησω· η, ασ μιλησω, και απαντησε μου. ποσεσ ειναι οι ανομιεσ μου και οι αμαρτιεσ μου; φανερωσε μου το εγκλημα μου και την αμαρτια μου. γιατι κρυβεισ το προσωπο σου, και με θεωρεισ ωσ εχθρο σου; θα κατατριψεισ ενα φυλλο που περιφερεται απο τον ανεμο; και θα κατατρεξεισ ενα ξερο αχυρο; επειδη, γραφεισ πικριεσ εναντιον μου, και μου ανταποδιδεισ τισ ανομιεσ τησ νιοτησ μου· και βαζεισ τα ποδια μου σε δεσμα, και παραφυλαττεισ ολουσ τουσ δρομουσ μου· σημειωνεισ τα ιχνη τησ πορειασ των ποδιων μου· αυτοσ που φθειρεται σαν σαπιο πραγμα, σαν σκωληκοβρωτο ενδυμα.

14

ανθρωποσ γεννημενοσ απο γυναικα ειναι ολιγοβιοσ, και γεματοσ ταραχη· αναβλασταινει σαν ανθοσ, και κοβεται· φευγει σαν σκια, και δεν διαμενει. κι επανω σε εναν τετοιον ανοιγεισ τα ματια σου, και με φερνεισ σε κριση μαζι σου; ποιοσ μπορει να βγαλει καθαρο απο ακαθαρτο; κανενασ. επειδη, οι ημερεσ του ειναι προσδιορισμενεσ, ο αριθμοσ των μηνων του βρισκεται σε σενα, κι εσυ εβαλεσ τα ορια του, και δεν μπορει να τα υπερβει, αποστρεψε απ' αυτον, για να ησυχασει, μεχρισ οτου, χαιροντασ, εκπληρωσει σαν μισθωτοσ την ημερα του. επειδη, για το δεντρο, αν κοπει, υπαρχει ελπιδα οτι θα αναβλαστησει, και οτι ο τρυφεροσ του βλαστοσ δεν θα εκλειψει. και αν η ριζα του παλιωσει στη γη, και ο κορμοσ του πεθανει στο χωμα, ομωσ, με τη μυρουδια του νερου θα αναβλαστησει, και θα βγαλει κλαδια σαν νεοφυτο. αλλ' ο ανθρωποσ πεθαινει, και παρερχεται· και ο ανθρωποσ εκπνεει, και που ειναι; οπωσ τα νερα εκλειπουν απο τη θαλασσα, και ο ποταμοσ στερευει και ξεραινεται, ετσι ο ανθρωποσ, αφου κοιμηθει, δεν σηκωνεται· μεχρισ οτου δεν υπαρξουν οι ουρανοι, δεν θα ξυπνησουν, και δεν θα εγερθουν απο τον υπνο τουσ. ειθε να με εκρυβεσ στον ταφο, να με σκεπαζεσ μεχρισ οτου περασει η οργη σου, να μου προσδιοριζεσ μια προθεσμια, και τοτε να με θυμηθεισ! αν ο ανθρωποσ πεθανει, θα ξαναζησει; ολεσ τισ ημερεσ τησ εκστρατειασ μου θα περιμενω, μεχρισ οτου ερθει η μεταλλαγη μου. θα καλεσεισ, κι εγω θα σου απαντησω· θα επιβλεψεισ επανω στο εργο των χεριων σου. επειδη, τωρα απαριθμεισ τα βηματα μου· δεν παραφυλαττεισ τισ αμαρτιεσ μου; η παραβαση μου ειναι σφραγισμενη μεσα σε βαλαντιο, και σημειωνεισ επανω την ανομια μου. βεβαια, το μεν βουνο, οταν πεφτει, εξουθενωνεται, και ο βραχοσ μετακινειται απο τον τοπο του. τα νερα τρωνε τισ πετρεσ· οι πλημμυρεσ τουσ παρασυρουν το χωμα τησ γησ· ετσι, εσυ καταστρεφεισ την ελπιδα του ανθρωπου, υπερισχυεισ παντοτε εναντιον του, κι αυτοσ παρερχεται· μεταβαλλεισ την οψη του, και τον αποπεμπεισ. οι γιοι του υψωνονται, κι αυτοσ δεν ξερει· και ταπεινωνονται, κι αυτοσ δεν καταλαβαινει τιποτε απ' αυτα. μονον η σαρκα του θα ποναει επανω του, και η ψυχη του θα πενθει μεσα του.

15

τοτε, ο ελιφασ ο θαιμανιτησ απαντησε, και ειπε: επρεπε ενασ σοφοσ να προφερει ματαιουσ στοχασμουσ, και να γεμιζει την κοιλια του με ανατολικο ανεμο; επρεπε να φιλονικει με ματαια λογια, και ανωφελεισ ομιλιεσ; βεβαια, εσυ απορριπτεισ τον φοβο, και αποκλειεισ τη δεηση μπροστα στον θεο. επειδη, το στομα σου αποδεικνυει την ανομια σου, και διαλεξεσ τη γλωσσα των πανουργων. το στομα σου σε καταδικαζει, και οχι εγω· και τα χειλη σου καταμαρτυρουν εναντιον σου. μηπωσ εισαι ο πρωτοσ ανθρωποσ που γεννηθηκεσ; η, πλαστηκεσ πριν απο τα βουνα; μηπωσ ακουσεσ τισ βουλεσ του θεου; και εξαντλησεσ στον εαυτο σου τη σοφια; τι ξερεισ, και δεν ξερουμε; τι αντιλαμβανεσαι κι εμεισ δεν αντιλαμβανομαστε; και μεταξυ μασ υπαρχουν ηλικιωμενοι, με γκριζα μαλλια, και γεροντεσ, γεροντοτεροι απο τον πατερα σου. οι παρηγοριεσ του θεου φαινονται σε σενα μικρο πραγμα; η, εχεισ κατι κρυμμενο μεσα σου; γιατι σε αποπλαναει η καρδια σου; και γιατι παραφερονται τα ματια σου, ωστε στρεφεισ το πνευμα σου εναντια στον θεο, και αφηνεισ να βγαινουν τετοια λογια απο το στομα σου; τι ειναι ο ανθρωποσ ωστε να ειναι καθαροσ; και ο γεννημενοσ απο γυναικα, ωστε να ειναι δικαιοσ; δεσ, στουσ δικουσ του αγιουσ δεν εμπιστευεται· και οι ουρανοι δεν ειναι καθαροι στα ματια του· ποσο περισσοτερο βδελυροσ κι ακαθαρτοσ ειναι ο ανθρωποσ, που πινει την ανομια σαν νερο; θα σε διδαξω εγω· ακουσε με· αυτο βεβαια ειδα, και θα το φανερωσω, το οποιο οι σοφοι ανηγγειλαν απο τουσ πατερεσ τουσ, και δεν το εκρυψαν· στουσ οποιουσ μονουσ δοθηκε η γη, και ξενοσ δεν περασε αναμεσα τουσ. ο ασεβησ βασανιζεται ολεσ τισ ημερεσ, και χρονια μετρημενα ειναι φυλαγμενα για τον τυραννο. ενασ ηχοσ φοβου ειναι στα αυτια του· μεσα σε καιρο ειρηνησ θαρθει επανω του ο εξολοθρευτησ. δεν πιστευει οτι θα επιστρεψει απο το σκοταδι, και περιμενει τη μαχαιρα. περιπλανιεται για ψωμι, και που; ξερει οτι η ημερα του σκοταδιου ειναι κοντα του, ετοιμη. θλιψη και στενοχωρια θα τον καταπληττουν· θα υπερισχυσουν εναντιον του, σαν βασιλιασ παρασκευασμενοσ σε μαχη· επειδη, απλωσε το χερι του εναντια στον θεο, και αλαζονευτηκε εναντια στον παντοδυναμο· ορμησε εναντιον του με υπερηφανον τραχηλο, με την πυκνωμενη ραχη των ασπιδων του· επειδη, σκεπασε το προσωπο του με το παχοσ του, και υπερπαχυνε τα πλευρα του. και κατοικησε σε ερημεσ πολεισ, σε ακατοικητα σπιτια, ετοιμα για σωρουσ. δεν θα πλουτησει ουτε θα διαμενουν τα υπαρχοντα του, ουτε η αφθονια τουσ θα επεκταθει επανω στη γη. δεν θα χωριστει απο το σκοταδι· φλογα θα ξερανει τουσ βλαστουσ του, και με την πνοη του στοματοσ του θα απελθει. ο απατημενοσ ασ μη πιστευει στη ματαιοτητα, επειδη η αμοιβη του θα ειναι ματαιοτητα. θα φθαρει πριν απο τον καιρο του, και ο κλαδοσ του δεν θα πρασινισει. θα αποβαλει το αγουρο σταφυλι του οπωσ η αμπελοσ, και θα ριξει το ανθοσ του οπωσ το ελιοδεντρο. επειδη, η συναξη των υποκριτων θα ερημωθει, και φωτια θα καταφαει τισ σκηνεσ τησ δωροληψιασ. συλλαμβανουν πονηρια, και γεννουν ματαιοτητα, και η καρδια τουσ μηχανευεται δολο.

16

τοτε, ο ιωβ απαντησε, και ειπε: εχω ακουσει πολλα τετοια· αθλιοι παρηγορητεσ ειστε ολοι. εχουν τελοσ οι ματαιολογιεσ; η, ποιοσ σε ενθαρρυνει στο να απαντασ; κι εγω μπορουσα να μιλησω οπωσ εσεισ· αν ηταν η ψυχη σασ στον τοπο τησ ψυχησ μου, μπορουσα να επισωρευσω λογια εναντιον σασ, και να κουνησω το κεφαλι μου εναντιον σασ. θα σασ ενισχυα με το στομα μου, και το κουνημα των χειλεων μου θα σασ ανακουφιζε. αν μιλαω, ο πονοσ μου δεν ανακουφιζεται· και αν σιωπω, ποιο λιγοστεμα γινεται σε μενα; αλλα, τωρα, με υπερβαρυνε· ερημωσεσ ολοκληρη τη συνοδεια μου. και οι ρυτιδεσ, με τισ οποιεσ με σημαδεψεσ, αποτελει μαρτυρια· και η ισχνοτητα μου, που ανεβαινει επανω μου, δινει μαρτυρια επανω στο προσωπο μου. ο εχθροσ μου, στον θυμο του, με διασπαραζει, και με μισει· τριζει τα δοντια του εναντιον μου· δημιουργει οξυτητα με τα ματια του εναντιον μου· ανοιγουν το στομα τουσ εναντιον μου· με χτυπουν επανω στο σαγονι υβριστικα· συγκεντρωθηκαν μαζι εναντιον μου. ο θεοσ με παρεδωσε στον αδικο, και με ερριξε σε χερια ασεβων. ημουν σε ησυχια, και με κατασπαραξε· και πιανοντασ με απο τον τραχηλο, με κατασυντριψε, και με εβαλε για δικο του σκοπο. οι τοξοτεσ του με περικυκλωσαν· διαπερναει τα νεφρα μου, και δεν λυπαται· ξεχυνει τη χολη μου επανω στη γη. με συντριβει με πληγη επανω σε πληγη· ετρεξε εναντιον μου σαν γιγαντασ. ερραψα εναν σακο επανω στο δερμα μου, και μολυνα το κερασ μου με χωμα. το προσωπο μου κατακαηκε απο τον κλαυθμο, και σκια θανατου ειναι επανω στα βλεφαρα μου· ενω στα χερια μου δεν υπαρχει αδικια, και η προσευχη μου ειναι καθαρη. ω, γη, μη σκεπασεισ το αιμα μου, κι ασ μη υπαρχει τοποσ για την κραυγη μου. και, τωρα, δεστε, ο μαρτυρασ μου ειναι στον ουρανο, και η μαρτυρια μου στουσ υψιστουσ τοπουσ. οι φιλοι μου ειναι που με εμπαιζουν· το ματι μου σταλαζει δακρυα προσ τον θεο. να ηταν δυνατον να διαδικαζεται κανεισ με τον θεο, οπωσ ενασ ανθρωποσ με τον πλησιον του! επειδη, ηρθαν τα απαριθμημενα χρονια· και θα περπατησω τον δρομο απο τον οποιο δεν θα επιστρεψω.

17

το πνευμα μου φθειρεται, οι ημερεσ μου σβηνουν, οι ταφοι ειναι για μενα ετοιμοι. δεν ειναι κοντα μου χλευαστεσ; και το ματι μου δεν διανυχτερευει στισ πικριεσ τουσ; ασφαλισε με, παρακαλω· γινε σε μενα εγγυητησ κοντα σου· ποιοσ θα εγγυοταν για μενα; επειδη, εσυ εκρυψεσ την καρδια τουσ απο συνεση· γι' αυτο, δεν θα τουσ υψωσεισ. σ' εκεινον που μιλαει με απατη στουσ φιλουσ, και τα ματια των παιδιων του ακομα θα λιωνουν. και με εκανε παροιμια των λαων· και μπροστα τουσ εγινα ντροπη. και το ματι μου μαραθηκε απο τη θλιψη, και ολα τα μελη μου εγιναν σαν σκια. οι ευθεισ θα θαυμασουν σε τουτο, και ο αθωοσ θα ξεσηκωθει εναντια στον υποκριτη. και ο δικαιοσ θα κραταει τον δρομο του, και ο καθαροσ στα χερια θα αυξησει τη δυναμη του. κι εσεισ ολοι επιστραφειτε, και ερθετε τωρα· επειδη, δεν θα βρω αναμεσα σασ κανεναν συνετο. οι ημερεσ μου περασαν, κοπηκαν οι σκοποι μου, οι επιθυμιεσ τησ καρδιασ μου. μετεβαλαν τη νυχτα σε ημερα· το φωσ ειναι κοντα στο σκοταδι. αν προσμενω, ο ταφοσ ειναι η κατοικια μου· εστρωσα το κρεβατι μου μεσα στο σκοταδι. βοησα προσ τη φθορα: εισαι πατερασ μου· προσ το σκουληκι: εισαι μητερα μου και αδελφη μου. και που ειναι τωρα η ελπιδα μου; και ποιοσ θα δει την ελπιδα μου; θα κατεβει στο βαθοσ του αδη· σιγουρα, θα αναπαυθει μαζι μου στο χωμα.

18

και ο βιλδαδ ο σαυχιτησ απαντησε, και ειπε: μεχρι ποτε δεν θα τελειωσετε τα λογια; προσεξτε, και επειτα θα μιλησουμε. γιατι σκεφτομαστε σαν τετραποδα, και εξαχρειωνομαστε μπροστα σασ; ω, διασπαραζοντασ την ψυχη σου στον θυμο σου, θα εγκαταλειφθει η γη για σενα; και θα μετακινηθει απο τον τοπο του ο βραχοσ; σιγουρα, το φωσ των ασεβων θα σβησει, και ο σπινθηρασ τησ φωτιασ τουσ δεν θα ξαναλαμψει· το φωσ στη σκηνη του θα ειναι σκοταδι, και το λυχναρι του απο πανω του θα σβηστει· τα βηματα τησ δυναμησ του θα συσταλουν, και η βουλη του θα τον καταγκρεμισει. επειδη, με τα δικα του ποδια ριχτηκε στο διχτυ, και περπαταει επανω σε παγιδεσ. παγιδα θα τον πιασει απο τη φτερνα· ο κλεφτησ θα υπερισχυσει εναντιον του. η παγιδα του ειναι κρυμμενη στη γη, και η ενεδρα του επανω στον δρομο. τρομοι θα τον φοβιζουν ολογυρα, και θα τον καταδιωκουν κατα ποδασ. η δυναμη του θα λιμοκτονησει, και ο ολεθροσ θα ειναι ετοιμοσ στο πλευρο του. πρωτοτοκοσ θανατοσ θα καταφαει την ωραιοτητα του δερματοσ του· την ωραιοτητα του θα καταφαει. απο τη σκηνη του θα ξεριζωθει το θαρροσ του, κι αυτοσ θα συρθει προσ τον βασιλια των τρομων. αυτοι θα κατοικησουν στη σκηνη του, η οποια δεν ειναι πλεον δικη του· θειαφι θα διασπαρει επανω στην κατοικια του. απο κατω θα ξεραθουν οι ριζεσ του, και απο πανω θα κοπει ο κλαδοσ του. η θυμηση του θα εξαλειφθει απο τη γη, και το ονομα του δεν θα υπαρχει πλεον στισ πλατειεσ. θα τον βγαλουν εξω απο το φωσ στο σκοταδι, και θα ριχτει εξω απο τον κοσμο. δεν θα εχει ουτε γιο ουτε εγγονο αναμεσα στον λαο του ουτε υπολοιπο στισ κατοικιεσ του. οι μεταγενεστεροι θα εκπλαγουν για την ημερα του, οπωσ ειχαν παρει φρικη οι προγενεστεροι. βεβαια, τετοιεσ ειναι οι κατοικιεσ του ασεβη, κι αυτοσ ειναι ο τοποσ εκεινου που δεν γνωριζει τον θεο.

19

και ο ιωβ απαντησε, και ειπε: μεχρι ποτε θα θλιβετε την ψυχη μου, και θα με κατασυντριβετε με λογια; δεκα φορεσ με ντροπιασατε ηδη· δεν ντρεπεστε να σκληρυνεστε εναντιον μου; και αν πραγματικα εσφαλα, το σφαλμα μου μενει μεσα μου. αν θελετε, ομωσ, να μεγαλυνθειτε οπωσδηποτε εναντιον μου, και να ριχνετε εναντιον μου τη ντροπη μου, μαθετε, τωρα, οτι ο θεοσ με κατεστρεψε, και με περικυκλωσε με το διχτυ του. δεστε, φωναζω: αδικια! αλλα, δεν εισακουομαι· επικαλουμαι, αλλα καμια κριση. εφραξε τον δρομο μου, και δεν μπορω να περασω, και εβαλε σκοταδι στα μονοπατια μου. με ξεντυσε απο τη δοξα μου, και το στεφανι του κεφαλιου μου το αφαιρεσε. με αφανισε απο παντου, και χανομαι· και ξεριζωσε την ελπιδα μου σαν δεντρο. και αναψε τον θυμο του εναντιον μου, και με θεωρει σαν εχθρο του. τα ταγματα του ηρθαν μαζι, και ετοιμασαν τον δρομο τουσ εναντιον μου, και στρατοπεδευσαν γυρω απο τη σκηνη μου. απομακρυνε απο μενα τουσ αδελφουσ μου, και αλλοτριωθηκαν ολοκληρωτικα οι γνωριμοι μου απο μενα. οι κοντινοι μου με αφησαν, και οι γνωστοι μου με ξεχασαν. αυτοι που κατοικουν στο σπιτι μου, και οι υπηρετριεσ μου, με θεωρουν σαν ξενο· εγινα ξενοσ στα ματια τουσ. καλω τον υπηρετη μου, και δεν μου απανταει· τον ικετευσα με το στομα μου. η πνοη μου εγινε ξενη στη γυναικα μου, και οι παρακλησεισ μου στα παιδια τησ ιδιασ κοιλιασ με μενα. κι αυτα τα παιδακια με καταφρονησαν· σηκωθηκα, και μιλησαν εναντιον μου. ολοι οι ανδρεσ συμβουλοι μου με βδελυχθηκαν· κι εκεινοι, που τουσ αγαπησα, στραφηκαν εναντιον μου. τα κοκαλα μου κολλησαν στο δερμα μου, και στη σαρκα μου, και διασωθηκα με το δερμα των δοντιων μου. ελεηστε με, ελεηστε με, εσεισ οι φιλοι μου· επειδη, το χερι του θεου με πληγωσε. γιατι με κατατρεχετε οπωσ ο θεοσ, και δεν χορτασατε απο τισ σαρκεσ μου; ω, να γραφονταν τα λογια μου! να τυπωνονταν σε βιβλιο! να χαραζονταν επανω σε βραχο με σιδερενια και μολυβδινη γραφιδα, για παντα! επειδη, ξερω οτι ο λυτρωτησ μου ζει, και θα εγερθει στουσ εσχατουσ καιρουσ επανω στη γη· και αφου, υστερα απο το δερμα μου, αυτο το σωμα θα φθαρει, παλι με τη σαρκα μου θα δω τον θεο· τον οποιο εγω ο ιδιοσ θα δω, και θα θωρησουν τα ματια μου, και οχι αλλοσ· τα νεφρα μου λιωνουν μεσα στον κορφο μου. αλλ' εσεισ, επρεπε να πειτε: γιατι τον κατατρεχουμε; επειδη, η ριζα του πραγματοσ βρισκεται μεσα μου. φοβηθειτε τη ρομφαια· επειδη, η ρομφαια ειναι ο εκδικητησ των ανομιων, για να γνωρισετε οτι υπαρχει κριση.

20

και ο σωφαρ ο νααμαθιτησ απαντησε, και ειπε: γι' αυτο με κινουν οι στοχασμοι μου στο να απαντησω, και γι' αυτο σπευδω. ακουσα τη ντροπιαστικη επιπληξη σε μενα, και το πνευμα τησ συνεσησ μου με κανει να απαντησω. δεν το γνωριζεισ αυτο απο παλια, απο τοτε που ο ανθρωποσ τεθηκε επανω στη γη, οτι ο θριαμβοσ των ασεβων ειναι ολιγοχρονοσ, και η χαρα του υποκριτη στιγμιαια; και αν το μεγαλειο του ανεβει στουσ ουρανουσ, και το κεφαλι του φτασει μεχρι τα συννεφα, θα αφανιστει για παντα, οπωσ η κοπροσ του· οσοι τον εβλεπαν θα λενε: που ειναι εκεινοσ; θα πεταξει σαν ονειρο, και δεν θα βρεθει· και θα εξαφανιστει, σαν οραση τησ νυχτασ. και το ματι που τον εβλεπε δεν θα τον δει πλεον· και ο τοποσ του δεν θα τον γνωρισει πλεον. οι γιοι του θα ζητησουν την ευνοια των φτωχων, και τα χερια του θα επιστρεψουν τα αγαθα τουσ. τα κοκαλα του ειναι γεματα απο αμαρτηματα τησ νεοτητασ του, και θα κοιμηθουν μαζι του στο χωμα. και η κακια ειναι γλυκια στο στομα του· την κρυβει κατω απο τη γλωσσα του· αν και την περιθαλπει, και δεν την αφηνει, αλλα την κραταει στο μεσον του ουρανισκου του· η τροφη του, ομωσ, θα αλλοιωθει στα εντοσθια του· θα γινει μεσα του χολη οχιασ. τα πλουτη, οσα καταπιε, θα τα ξερασει· ο θεοσ θα τα βγαλει απο την κοιλια του. θα θηλασει φαρμακι οχιασ· η γλωσσα μιασ εχιδνασ θα τον θανατωσει. δεν θα δει τα ποταμια, τα ρυακια, που ρεουν μελι και βουτυρο. εκεινο για το οποιο κοπιασε, θα το αποδωσει, και δεν θα το καταπιει· κατα την αποκτηση θα γινει η αποδοση του, και δεν θα χαρει. επειδη, κατεθλιψε, εγκατελειψε τουσ πενητεσ· αρπαξε σπιτι, που δεν ειχε χτισει. βεβαια, δεν θα γνωρισει αναπαυση στην κοιλια του· κανενα απο τα επιθυμητα του πραγματα δεν θα διασωσει. για τροφη δεν θα του μεινει τιποτε· γι' αυτο, δεν θα ελπισει στα αγαθα του. μεσα στην πληρη αφθονια του θαρθει επανω του στενοχωρια· ολη η δυναμη τησ ταλαιπωριασ θα πεσει επανω του. ενω καταγινεται να γεμισει την κοιλια του, ο θεοσ θα στειλει επανω του τον θυμο τησ οργησ του, και θα βρεξει εναντιον του καθωσ θα τρωει. ενω το σιδερενιο οπλο φευγει, το χαλκινο τοξο θα τον διαπερασει. το βελοσ τραβιεται, και διαπερναει το σωμα, και η ακμη που αστραφτει βγαινει απο τη χολη του. τρομοι ειναι επανω του, ολοκληρο το σκοταδι κρυβεται στα κρυφα του δωματια· ασβεστη φωτια θα τον κατατρωει· οσοι εναπεμειναν στη σκηνη του, θα δυστυχουν. ο ουρανοσ θα αποκαλυψει την ανομια του· και η γη θα σηκωθει εναντιον του. η περιουσια του σπιτιου του θα αφανιστει· θα διαρρευσει την ημερα τησ οργησ εναντιον του. αυτη ειναι απο τον θεο η μεριδα του ασεβη ανθρωπου, και η κληρονομια, η διορισμενη γι' αυτον απο τον θεο.

21

και ο ιωβ απαντησε, και ειπε: ακουστε την ομιλια μου με προσοχη, κι αυτο ασ ειναι αντι για τισ παρηγοριεσ σασ. υποφερτε με να μιλησω· και αφου μιλησω, τοτε με εμπαιζετε. μηπωσ εγω σε ανθρωπο παραπονουμαι; γιατι, λοιπον, να μη ταραχθει το πνευμα μου; κοιταξτε σε μενα και θαυμαστε, και βαλτε το χερι επανω στο στομα. μονον να θυμηθω, ταραζομαι, και τρομοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυει τη σαρκα μου. γιατι οι ασεβεισ ζουν, γηραζουν, μαλιστα ακμαζουν σε πλουτη; το σπερμα τουσ στερεωνεται μπροστα τουσ μαζι τουσ, και τα εγγονια τουσ μπροστα στα ματια τουσ. τα σπιτια τουσ ειναι ασφαλη απο φοβο· και ραβδοσ θεου δεν ειναι επανω τουσ. το βοδι τουσ συλλαμβανει, και δεν αποτυχαινει· η δαμαλη τουσ γενναει, και δεν αποβαλλει. απολυουν τα παιδια τουσ σαν προβατα, και τα παιδια τουσ σκιρτουν. παιρνουν το τυμπανο και την κιθαρα, και ευφραινονται στον ηχο του οργανου. περνουν τισ ημερεσ τουσ με αγαθα, και σε μια στιγμη κατεβαινουν στον αδη. και στον θεο λενε: απομακρυνσου απο μασ, επειδη δεν θελουμε να γνωρισουμε τουσ δρομουσ σου· τι ειναι ο παντοδυναμοσ για να τον δουλευουμε; και τι ωφελουμαστε να τον επικαλουμαστε; να, τα αγαθα τουσ δεν ειναι στο χερι τουσ· μακρυα απο μενα η βουλη των ασεβων! ποσεσ φορεσ σβηνεται το λυχναρι των ασεβων, και η καταστροφη τουσ ερχεται επανω τουσ! ο θεοσ, στην οργη του, διαμοιραζει σ' αυτουσ ωδινεσ. ειναι σαν αχυρο μπροστα στον ανεμο· και σαν σκονη, που αρπαζει ο ανεμοστροβιλοσ. ο θεοσ φυλαττει την ποινη τησ ανομιασ τουσ για τουσ γιουσ τουσ· ανταποδιδει σ' αυτουσ, και θα το γνωρισουν. τα ματια τουσ θα δουν την καταστροφη τουσ, και θα πιουν απο τον θυμο του παντοδυναμου. επειδη, ποια ηδονη εχει ο ασεβησ μαζι του στην οικογενεια του, αφου κοπει στη μεση ο αριθμοσ των μηνων του; θα διδαξει καποιοσ τον θεο γνωση; κι αυτοσ κρινει τουσ υψηλα ισταμενουσ. ο μεν ενασ πεθαινει στο απογειο τησ ευδαιμονιασ του, ενω ειναι κατα παντα ευτυχισμενοσ και ησυχοσ· τα πλευρα του ειναι γεματα απο παχοσ, και τα κοκαλα του ποτιζονται απο μεδουλια. και ο αλλοσ πεθαινει με πικρια ψυχησ, και ποτε δεν εφαγε με ευφροσυνη. μαζι θα κειτονται στο χωμα, και σκουληκια θα τουσ σκεπασουν. δεστε, γνωριζω τουσ συλλογισμουσ σασ, και τισ πονηριεσ που μηχανευεστε εναντιον μου. επειδη, λετε: που ειναι το σπιτι του αρχοντα; και που ειναι η σκηνη τησ κατοικησησ των ασεβων; δεν ρωτησατε αυτουσ που διαβαινουν τον δρομο; και δεν καταλαβαινετε τα σημαδια τουσ, οτι ο ασεβησ φυλαγεται για ημερα αφανισμου; φερνεται σε ημερα οργησ. ποιοσ θα φανερωσει τον δρομο του μπροστα του; και ποιοσ θα του ανταποδωσει ο,τι αυτοσ επραξε; κι αυτοσ θα φερθει στον ταφο, και θα διαμενει στο μνημα. οι βωλοι τησ κοιλαδασ θα ειναι σ' αυτον γλυκεισ, και καθε ανθρωποσ θα παει πισω του, καθωσ αναριθμητοι προπορευονται απ' αυτον. πωσ, λοιπον, με παρηγορειτε ματαια, αφου στισ απαντησεισ σασ μενει το ψεμα;

22

και ο ελιφασ ο θαιμανιτησ απαντησε, και ειπε: μπορει ο ανθρωποσ να ωφελησει τον θεο, επειδη, ενω ειναι φρονιμοσ, μπορει να ωφελει τον εαυτο του; υπαρχει ευχαριστηση στον παντοδυναμο, αν εισαι δικαιοσ; η, κερδοσ, αν κανεισ αμεμπτουσ τουσ δρομουσ σου; μηπωσ, επειδη σε φοβαται θα σε ελεγξει, και θαρθει σε κριση μαζι σου; δεν ειναι μεγαλη η κακια σου; και απειρεσ οι ανομιεσ σου; επειδη, πηρεσ απο τον αδελφο σου ενεχυρο, χωρισ αιτια, και στερησεσ τουσ γυμνουσ απο το ενδυμα τουσ. δεν ποτισεσ νερο εκεινον που διψουσε, και αρνηθηκεσ ψωμι σ' αυτον που πεινουσε. και ο ισχυροσ ανθρωποσ απολαμβανε τη γη· και ο περιβλεπτοσ κατοικουσε σ' αυτη. χηρεσ τισ απεβαλεσ χωρισ βοηθεια, και οι βραχιονεσ των ορφανων συντριφτηκαν απο σενα. γι' αυτο, σε περικυκλωσαν παγιδεσ, και σε ταραζει αιφνιδιοσ φοβοσ· και σκοταδι, ωστε δεν βλεπεισ· και σε σκεπαζει πλημμυρα απο νερα. ο θεοσ δεν ειναι στουσ υψηλουσ τοπουσ του ουρανου; και κοιταξε το υψοσ των αστεριων, ποσο ψηλα ειναι! κι εσυ λεσ: τι γνωριζει ο θεοσ; μπορει να κρινει μεσα απο το πυκνο σκοταδι; συννεφα τον κρυβουν, και δεν βλεπει, και διαπορευεται τον γυρο του ουρανου. μηπωσ θα φυλαξεισ τον παντοτινο δρομο, που πατησαν οι ανομοι; αυτοι που αρπαχτηκαν προ τησ ωρασ, και το θεμελιο τουσ το καταποντισε χειμαρροσ· αυτοι που ειπαν στον θεο: απομακρυνσου απο μασ· και ο παντοδυναμοσ τι θα κανει σ' αυτουσ; αλλ' αυτοσ γεμισε τα σπιτια τουσ με αγαθα· ομωσ, μακρια απο μενα η βουλη των ασεβων! οι δικαιοι βλεπουν, και αγαλλονται· και οι αθωοι τουσ περιπαιζουν. η μεν περιουσια μασ δεν αφανιστηκε, το υπολοιπο τουσ, ομωσ, το κατατρωει η φωτια. γινε, λοιπον, οικειοσ μαζι του, και να εισαι σε ειρηνη· ετσι θαρθει σε σενα καλο. δεξου, λοιπον, τον νομο απο το στομα του, και βαλε τα λογια του στην καρδια σου. αν επιστρεψεισ στον παντοδυναμο, θα ανοικοδομηθεισ, αφου θαχεισ διωξει την ανομια μακρια απο τισ σκηνεσ σου. και θα επισωρευσεισ το χρυσαφι, σαν χωμα, και το χρυσαφι του οφειρ σαν τισ πετρεσ των χειμαρρων. και ο παντοδυναμοσ θα ειναι ο υπερασπιστησ σου, και θα εχεισ πληθωρα απο ασημι. επειδη, τοτε θα ευφραινεσαι στον παντοδυναμο, και θα υψωσεισ το προσωπο σου στον θεο. θα δεηθεισ σ' αυτον, και θα σε εισακουσει, και θα αποδωσεισ τισ ευχεσ σου. και ο,τι αποφασισεισ, θα κατορθωνεται απο σενα· και το φωσ θα φεγγει επανω στουσ δρομουσ σου. οταν καποιοσ ταπεινωθει, τοτε θα πεισ: υπαρχει υψωση· επειδη, θα σωσει εκεινον που εχει κατεβασμενα τα ματια. θα σωσει και τον μη αθωο· ναι, με την καθαροτητα των χεριων σου θα σωθει.

23

και ο ιωβ απαντησε, και ειπε: και τη σημερινη ημερα ειναι πικρο το παραπονο μου· η πληγη μου ειναι βαρυτερη απο τον στεναγμο μου. ειθε να ηξερα που να τον βρω! θα πηγαινα μεχρι τον θρονο του· θα εξεθετα μπροστα του κριση, και θα γεμιζα το στομα μου με αποδειξεισ· θα γνωριζα τα λογια, που θα μου αποκρινοταν, και θα καταλαβαινα τι θα μου ελεγε. μηπωσ θα διαμαχεται μαζι μου με πληθοσ δυναμησ; οχι· αλλα, θα εβαζε σε μενα την προσοχη του. τοτε, ο δικαιοσ μπορουσε να συζητησει μαζι του· και θα ελευθερωνομουν απο τον κριτη μου για παντα. δεστε, πηγαινω μπροστα, αλλα δεν ειναι· και πισω, αλλα δεν τον βλεπω· στα αριστερα, οταν εργαζεται, αλλα δεν μπορω να τον δω· κρυβεται στα δεξια, και δεν τον βλεπω. γνωριζει, ομωσ, τον δρομο μου· με δοκιμασε· θα βγω σαν χρυσαφι. το ποδι μου ενεμεινε στα βηματα του· φυλαξα τον δρομο του, και δεν ξεκλινα· την εντολη των χειλεων του, και δεν οπισθοδρομησα· διατηρησα τα λογια του στοματοσ του, περισσοτερο παρα την αναγκαια τροφη μου. επειδη, αυτοσ ειναι με μια βουλη· και ποιοσ μπορει να τον αποτρεψει; και ο,τι επιθυμει η ψυχη του, το κανει. δεδομενου οτι, εκτελει αυτο που οριστηκε σε μενα· και πολλα τετοια υπαρχουν μαζι του. γι' αυτο, καταπλησσομαι μπροστα στο προσωπο του· συλλογιζομαι, και φριττω μπροστα του. επειδη, ο θεοσ μαλακωσε την καρδια μου, και ο παντοδυναμοσ με κατεπληξε· για τον λογο οτι, δεν αποκοπηκα μπροστα στο σκοταδι, και δεν εκρυψε το πυκνο σκοταδι απο το προσωπο μου.

24

επειδη, οι καιροι δεν ειναι κρυμμενοι απο τον παντοδυναμο· γιατι δεν βλεπουν τισ ημερεσ του αυτοι που τον γνωριζουν; μετακινουν ορια, αρπαζουν ποιμνια, και ποιμαινουν· αφαιρουν το γαιδουρι των ορφανων, παιρνουν το βοδι τησ χηρασ για ενεχυρο· απωθουν τουσ απορουσ απο τον δρομο· οι φτωχοι τησ γησ κρυβονται μαζι. δεστε, σαν αγρια γαιδουρια στην ερημο, βγαινουν στα εργα τουσ, καθωσ σηκωνονται το πρωι για αρπαγη· η ερημοσ δινει γι' αυτουσ τροφη, και για τα παιδια τουσ. θεριζουν χωραφι, που δεν ειναι δικο τουσ, και τρυγουν αμπελο αδικιασ. κανουν τουσ γυμνουσ να περνουν τη νυχτα χωρισ ιματιο, και δεν εχουν σκεπασμα στο ψυχοσ· απο τισ βροχεσ των βουνων υγραινονται, και αγκαλιαζουν τον βραχο, μη εχοντασ καταφυγιο. εκεινοι αρπαζουν τον ορφανο απο τον μαστο, και απο τον φτωχο παιρνουν ενεχυρο· τον κανουν να αναχωρησει γυμνοσ, χωρισ ιματιο, κι αυτοι που βασταζουν τα χειροβολα μενουν πεινασμενοι. αυτοι που βγαζουν το λαδι με πιεση μεσα στουσ τοιχουσ τουσ, και πατουν τουσ λινουσ τουσ, διψουν. ανθρωποι απο την πολη στεναζουν, και η ψυχη των πληγωμενων βοα· ο θεοσ, ομωσ, δεν βαζει επανω τουσ αφροσυνη. αυτοι ειναι απο εκεινουσ που αντιστεκονται στο φωσ· δεν γνωριζουν τουσ δρομουσ του, και δεν μενουν στα μονοπατια του. ο φονιασ, καθωσ σηκωνεται την αυγη, φονευει τον φτωχο και τον απορο, ενω τη νυχτα γινεται σαν κλεφτησ. τα ματια του μοιχου, παρομοια, παραφυλαττουν το νυχτωμα, λεγοντασ: ματι δεν θα με δει· και σκεπαζει το προσωπο του. στο σκοταδι διατρυπουν τα σπιτια, που την ημερα ειχαν σημειωσει για τον εαυτο τουσ. φωσ δεν γνωριζουν· επειδη, η αυγη ειναι σε ολουσ αυτουσ σκια θανατου· αν καποιοσ τουσ γνωρισει, ειναι τρομοι σκιασ θανατου. ειναι ελαφροι επανω στην επιφανεια των νερων· η μεριδα τουσ επανω στη γη ειναι καταραμενη· δεν βλεπουν τον δρομο των αμπελων. η ξηρασια και η θερμοτητα αρπαζουν τα νερα του χιονιου, και ο ταφοσ τουσ αμαρτωλουσ. η μητρα θα τουσ λησμονησει· το σκουληκι θα βοσκει επανω τουσ· δεν θαρθουν πλεον σε θυμηση· και η αδικια θα συντριφτει σαν ξυλο. κακοποιουν τη στειρα, την ατεκνη· και δεν αγαθοποιουν τη χηρα· και κατακρατουν τουσ δυνατουσ με τη δυναμη τουσ· σηκωνονται, και κανενασ δεν ειναι ασφαλησ στη ζωη του. ο θεοσ τουσ εδωσε μεν ασφαλεια, και αναπαυονται· ομωσ, τα ματια του ειναι επανω στουσ δρομουσ τουσ. υψωνονται για λιγο καιρο, και δεν υπαρχουν, και καταβαλλονται οπωσ ολοι οι αλλοι· σηκωνονται απο το μεσον, και κοβονται οπωσ η κορφη απο τα σταχυα. κι αν τωρα δεν ειναι ετσι, ποιοσ θα με διαψευσει, και θα εξουθενησει τα λογια μου;

25

και ο βιλδαδ ο σαυχιτησ απαντησε, και ειπε: εξουσια και φοβοσ ειναι μαζι του· εκτελει ειρηνη στα υψη του. υπαρχει αριθμοσ των στρατευματων του; κι επανω σε ποιον δεν ανατελλει το φωσ του; πωσ, λοιπον, μπορει ο ανθρωποσ να δικαιωθει μπροστα στον θεο; η, πωσ μπορει να ειναι καθαροσ αυτοσ που γεννηθηκε απο γυναικα; δεσ, κι αυτο το φεγγαρι δεν ειναι λαμπρο, και τα αστερια δεν ειναι καθαρα μπροστα του. ποσο λιγοτερο ο ανθρωποσ, η σαπιλα; και ο γιοσ του ανθρωπου, το σκουληκι;

26

και ο ιωβ απαντησε, και ειπε: ποσο βοηθησεσ τον αδυνατο! εσωσεσ τον ανισχυρο βραχιονα! ποσο συμβουλευσεσ τον ασοφο! και εδειξεσ καθολα τελεια συνεση! σε ποιον ανηγγειλεσ τα λογια; και τινοσ η πνοη βγηκε απο σενα; οι νεκροι τον τρεμουν κατω απο τα νερα, κι αυτοι που συγκατοικουν μαζι τουσ. ο αδησ ειναι γυμνοσ μπροστα του, και η απωλεια δεν εχει σκεπασμα. απλωνει τον βορια επανω στο κενο· κρεμαει τη γη επανω στο μηδεν. δεσμευει τα νερα στα συννεφα του· και το συννεφο δεν σχιζεται απο κατω τουσ. σκεπαζει το προσωπο του θρονου του· απλωνει το συννεφο του επανω του. περικυκλωσε τα νερα με ορια, μεχρι τη συντελεια του φωτοσ και του σκοταδιου. οι στυλοι του ουρανου τρεμουν, και απο την επιτιμηση του εξιστανται. ταραζει τη θαλασσα με τη δυναμη του, και με τη συνεση του καταδαμαζει την υπερηφανεια τησ. με το πνευμα του κοσμησε τουσ ουρανουσ· το χερι του σχηματισε το συστρεφομενο φιδι. να, αυτα ειναι τα κρασπεδα των δρομων του· αλλα, ποσο πολυ λιγο ακουμε γι' αυτον; και τη βροντη τησ δυναμησ του ποιοσ μπορει να την εννοησει;

27

και ο ιωβ εξακολουθησε την παραβολη του, και ειπε: ο θεοσ ζει, αυτοσ που απεβαλε την κριση μου, και ο παντοδυναμοσ, αυτοσ που πικρανε την ψυχη μου, οτι, ολοκληρο τον καιρο, ενοσω η πνοη μου ειναι μεσα μου, και το πνευμα του θεου στουσ μυκτηρεσ μου, τα χειλη μου δεν θα μιλησουν αδικια, και η γλωσσα μου δεν θα μελετησει δολο. μη γενοιτο σε μενα να σασ δικαιωσω· μεχρι να εκπνευσω, δεν θα απομακρυνω απο μενα την ακεραιοτητα μου. θα κρατω τη δικαιοσυνη μου, και δεν θα την αφησω· η καρδια μου δεν θα με ελεγξει ενοσω ζω. ο εχθροσ μου να ειναι σαν τον ασεβη, κι αυτοσ που σηκωνεται εναντιον μου σαν τον παρανομο. επειδη, ποια η ελπιδα του υποκριτη, αν και πλεονεκτησε, οταν ο θεοσ αποσπαει την ψυχη του; αραγε, ο θεοσ θα ακουσει την κραυγη του, οταν θαρθει επανω του συμφορα; θα ευφραινεται στον παντοδυναμο; θα επικαλειται τον θεο σε καθε καιρο; θα σασ διδαξω τι ειναι στο χερι του θεου· ο,τι ειναι απο τον παντοδυναμο, δεν θα το κρυψω. δεστε, εσεισ ολοι εχετε δει· γιατι, λοιπον, ειστε ολοκληρωτικα τοσο ματαιοι; αυτο ειναι απο τον θεο η μεριδα του ασεβη ανθρωπου, και η κληρονομια των δυναστων, που θα παρουν απο τον παντοδυναμο. αν οι γιοι του πολλαπλασιαστουν, προοριζονται για τη ρομφαια· και οι εγγονοι του δεν θα χορτασουν ψωμι. εκεινοι που του εναπεμειναν, θα ταφουν μεσα σε θανατο· και οι χηρεσ του δεν θα κλαψουν. και αν επισωρευσει ασημι σαν το χωμα, και ετοιμασει ιματια σαν τον πηλο· μπορει μεν να ετοιμασει, εντουτοισ θα τα ντυθει ο δικαιοσ· και ο αθωοσ θα μοιραστει το ασημι. χτιζει το σπιτι του σαν το σαρακι, και σαν καλυβα που κανει ο αγροφυλακασ. πλαγιαζει πλουσιοσ, ομωσ, δεν θα συναχθει· ανοιγει τα ματια του, και δεν υπαρχει. τον πιανουν τρομοι σαν νερα, τον αρπαζει ανεμοστροβιλοσ τη νυχτα. τον σηκωνει ανατολικοσ ανεμοσ, και παει· και τον αποσπαει απο τον τοπο του. επειδη, ο θεοσ θα ριξει εναντιον του συμφορεσ, και δεν θα λυπηθει· σπευδει να φυγει απο το χερι του. θα χτυπησει επανω του τα χερια, και θα τον φυσηξει με συριγμο απο τον τοπο του.

28

βεβαια, υπαρχει τοποσ για το ασημι απ' οπου βγαινει, και τοποσ για το χρυσαφι οπου καθαριζεται· το σιδερο παιρνεται απο τη γη, και ο χαλκοσ χυνεται απο το πετρωμα. ο ανθρωποσ βαζει μεν ορια στο σκοταδι, και ανιχνευει τα παντα, μεχρι τελειοτητασ· τισ πετρεσ του σκοταδιου και τησ σκιασ του θανατου. χειμαρροσ εξορμαει απο τον τοπο οπου κατοικει· νερα αδοκιμαστα απο ποδι· αυτα λιγοστευουν, και αναχωρουν απο τουσ ανθρωπουσ. ομωσ, για τη γη, απ' αυτη βγαινει το ψωμι, και απο κατω τησ σκαβεται σαν απο φωτια· οι πετρεσ τησ ειναι τοποσ απο σαπφειρουσ· και μεσα σ' αυτη υπαρχει χωμα απο χρυσαφι. εκεινο τον δρομο πουλι δεν τον γνωριζει, και ματι γυπα δεν τον εχει δει· τα θηρια δεν τον πατησαν, το αγριο λιονταρι δεν περασε μεσα απ' αυτον. απλωνει το χερι του επανω στον σκληρο βραχο· ανατρεπει τα βουνα απο τη ριζα. κοβει ποταμια αναμεσα σε βραχουσ· και το ματι του ανακαλυπτει καθε τι πολυτιμο. δεσμευει την πλημμυρα των ποταμων· και φερνει σε φωσ το κρυμμενο. αλλ' η σοφια απο που θα βρεθει; και που ειναι ο τοποσ τησ συνεσησ; ο ανθρωποσ δεν γνωριζει την τιμη τησ· και δεν βρισκεται στη γη των ζωντανων ανθρωπων. η αβυσσοσ λεει: δεν υπαρχει μεσα μου· και η θαλασσα λεει: δεν ειναι μαζι μου. δεν μπορει να δοθει χρυσαφι αντι γι' αυτη· και δεν μπορει να ζυγιστει ασημι σε ανταλλαγμα γι' αυτη. δεν μπορει να εκτιμηθει με το χρυσαφι του οφειρ, με τον πολυτιμο ονυχα, και τον σαπφειρο. το χρυσαφι και ο κρυσταλλοσ δεν μπορει να εξισωθει μ' αυτη· και με σκευη απο καθαροτατο χρυσαφι να γινει ανταλλαγμα γι' αυτη. δεν θα γινει μνεια για κοραλλι η μαργαριταρια· επειδη, η τιμη τησ σοφιασ ειναι μεγαλυτερη απο πολυτιμεσ πετρεσ. το τοπαζι τησ αιθιοπιασ, δεν θα εξισωθει μ' αυτη· δεν θα εκτιμηθει με καθαρο χρυσαφι. απο που, λοιπον, ερχεται η σοφια; και που ειναι ο τοποσ τησ συνεσησ; ειναι, βεβαια, κρυμμενη απο τα ματια ολων των ζωντανων ανθρωπων, και σκεπασμενη απο τα πουλια του ουρανου. η απωλεια και ο θανατοσ λενε: με τα αυτια μασ ακουσαμε τη φημη τησ. ο θεοσ εννοει τον δρομο τησ, κι αυτοσ γνωριζει τον τοπο τησ. επειδη, αυτοσ βλεπει μεχρι τα περατα τησ γησ, βλεπει κατω απο καθε ουρανο, για να ζυγιζει το βαροσ των ανεμων, και να σταθμιζει τα νερα με μετρο. οταν εκανε νομο για τη βροχη, και δρομο για την αστραπη τησ βροντησ, τοτε, ειδε, και τη φανερωσε· την ετοιμασε, και μαλιστα την εξιχνιασε. και στον ανθρωπο ειπε: προσεξε, ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοσ ειναι η σοφια, και η αποχη απο το κακο, συνεση.

29

και ο ιωβ εξακολουθησε την παραβολη του, και ειπε: ω, να ημουν οπωσ τουσ περασμενουσ μηνεσ, οπωσ στισ ημερεσ που ο θεοσ με φυλαγε· οταν το λυχναρι του εφεγγε επανω στο κεφαλι μου, και με το φωσ του περπατουσα μεσα στο σκοταδι· οπωσ ημουν στισ ημερεσ τησ ακμησ μου, οταν η ευνοια του θεου ηταν επανω στη σκηνη μου· οταν ο παντοδυναμοσ ηταν μαζι μου, και τα παιδια μου ολογυρα μου· οταν επλενα τα βηματα μου με βουτυρο, και ο βραχοσ εβγαζε για μενα ποταμια λαδι· οταν εβγαινα διαμεσου τησ πολησ στην πυλη, ετοιμαζαν την καθεδρα μου στην πλατεια! οι νεοι με εβλεπαν, και κρυβονταν· και οι γεροντεσ, αφου εγειρονταν, στεκονταν ορθιοι. οι αρχοντεσ σταματουσαν να μιλουν, και εβαζαν το χερι επανω στο στομα τουσ. η φωνη των εγκριτων τησ πολησ κρατιοταν, και η γλωσσα τουσ κολλουσε στον ουρανισκο τουσ. οταν το αυτι ακουγε, και με μακαριζε, και το ματι εβλεπε, και εδινε μαρτυρια για μενα· επειδη, ελευθερωνα τον φτωχο που βοουσε, τον ορφανο που δεν ειχε βοηθο. η ευλογια του χαμενου ερχοταν επανω μου· και ευφραινα την καρδια τησ χηρασ. φορουσα δικαιοσυνη, και ντυνομουν την ευθυτητα μου σαν επανωφορι και διαδημα. ημουν ματι στον τυφλο, και ποδι στον χωλο, εγω. ημουν πατερασ στουσ φτωχουσ, και τη δικη που δεν γνωριζα την εξιχνιαζα. και εσπαζα τουσ κυνοδοντεσ του αδικου, και αποσπουσα το θηραμα απο τα δοντια του. τοτε, ελεγα: θα πεθανω στη φωλια μου, και θα πολλαπλασιασω τισ ημερεσ μου σαν την αμμο. η ριζα μου ηταν ανοιχτη στα νερα, και η δροσια διανυχτερευε επανω στα κλαδια μου. η δοξα μου ανανεωνοταν μεσα μου, και το τοξο μου δυναμωνοταν στο χερι μου. με ακροαζονταν με προσοχη, και σιωπουσαν στη συμβουλη μου. υστερα απο τα λογια μου δεν προσθεταν τιποτε, και η ομιλια μου σταλαζε επανω τουσ. και με περιμεναν σαν τη βροχη· και ησαν με ανοιχτο το στομα, οπωσ για την οψιμη βροχη. γελουσα προσ αυτουσ, και δεν πιστευαν· και δεν αφηναν να πεσει η φαιδροτητα του προσωπου μου. αν αρεσκομουν στον δρομο τουσ, καθομουν πρωτοσ, και κατασκηνωνα οπωσ ενασ βασιλιασ μεσα στο στρατευμα του, οπωσ αυτοσ που παρηγορει τουσ θλιμμενουσ.

30

τωρα, ομωσ, οι νεοτεροι μου σε ηλικια με περιγελουν, τουσ πατερεσ των οποιων δεν θα καταδεχομουν να βαλω μαζι με τα σκυλια του κοπαδιου μου. και σε τι, πραγματικα, θα μπορουσε να με ωφελησει η δυναμη των χεριων τουσ, στουσ οποιουσ η δυναμη τελειωσε; ησαν απομονωμενοι απο ανεχεια και πεινα· εφευγαν σε γη ανυδρη, σκοτεινη, αφανισμενη, και ερημη· για τροφη τουσ εκοβαν μολοχα κοντα στουσ θαμνουσ, και τη ριζα απο τισ αρκευθουσ. ησαν διωγμενοι μεσα απο τουσ ανθρωπουσ· φωναζαν εναντιον τουσ σαν σε κλεφτεσ. κατοικουσαν στουσ γκρεμουσ των χειμαρρων, στισ τρυπεσ τησ γησ, και στουσ βραχουσ. γκαριζαν αναμεσα στουσ θαμνουσ· μαζευονταν αναμεσα στ' αγκαθια· γιοι αφρονων και γιοι χωρισ ονομα, διωγμενοι μεσα απο τη γη. και, τωρα, εγω ειμαι το διασκεδαστικο τουσ τραγουδι, ειμαι και η παροιμια τουσ. με σιχαινονται, απομακρυνονται απο μενα, και δεν συστελλονται να φτυνουν στο προσωπο μου. επειδη, ο θεοσ διελυσε την υπεροχη μου, και με εθλιψε, απερριψαν κι αυτοι απο μπροστα μου το χαλιναρι. απο τα δεξια σηκωνονται οι νεοι· απωθουν τα ποδια μου, και ετοιμαζουν εναντιον μου τουσ ολεθριουσ δρομουσ τουσ. ανατρεπουν τον δρομο μου, και αυξανουν τη συμφορα μου, χωρισ να εχουν βοηθο. εφορμουν σαν δυνατη πλημμυρα, επανω στην ερημωση μου κυλιονται ολογυρα. τρομοι στραφηκαν επανω μου· σαν ανεμοσ καταδιωκουν την ψυχη μου· και η σωτηρια μου παρερχεται σαν συννεφο. και, τωρα, η ψυχη μου ξεχυθηκε μεσα μου· με κατελαβαν ημερεσ θλιψησ. τη νυχτα τα κοκαλα μου διαπερνιουνται μεσα μου, και τα νευρα μου δεν αναπαυονται. απο την υπερβολικη δυναμη αλλοιωθηκε το ενδυμα μου· με περισφιγγει σαν το περιλαιμιο του χιτωνα μου. με ερριξε στη λασπη, και ομοιωθηκα με χωμα και σκονη. κραζω σε σενα, και δεν μου απαντασ· στεκομαι ορθιοσ, και παραβλεπεισ. εγινεσ σε μενα ανελεημονασ· με μαστιγωνεισ με το κραταιο σου χερι. με σηκωσεσ επανω στον ανεμο· με ανεβασεσ επανω, και διελυσεσ την ουσια μου. ξερω μεν οτι θα με φερεισ σε θανατο, και στον οικο, που ειναι προσδιορισμενοσ για καθε ζωντανον ανθρωπο. αλλα, δεν θα απλωσει χερι στον ταφο, αν κραζουν σ' αυτον οταν αφανιζει. δεν εκλαψα εγω γι' αυτον που ηταν μεσα σε σκληρεσ ημερεσ, και δεν λυπηθηκε η ψυχη μου για τον φτωχο; ενω περιμενα καλο, τοτε ηρθε το κακο· κι ενω ανεμενα το φωσ, τοτε ηρθε το σκοταδι. τα εντοσθια μου εβρασαν, και δεν αναπαυθηκαν· ημερεσ θλιψησ με προφτασαν. περπατησα μελαψοσ, οχι απο ηλιο· σηκωθηκα, βοησα μεσα σε συναξη. εγινα αδελφοσ των δρακοντων και συντροφοσ των στρουθοκαμηλων. το δερμα μου μαυρισε επανω μου, και τα κοκαλα μου κατακαηκαν απο τη φλογωση. και η κιθαρα μου μεταβληθηκε σε πενθοσ, και το οργανο μου σε φωνη ανθρωπων που κλαινε.

31

εκανα συνθηκη με τα ματια μου· και πωσ να εχω τον στοχασμο μου επανω σε παρθενα; και ποιο ειναι το μεριδιο απο πανω, απο τον θεο; και η κληρονομια του παντοδυναμου απο τουσ ψηλουσ τοπουσ; οχι αφανισμοσ για τον ασεβη; και ταλαιπωρια για τουσ εργατεσ τησ ανομιασ; αυτοσ δεν βλεπει τουσ δρομουσ μου, και δεν μετραει ολα τα βηματα μου; αν περπατησα με ψεμα η το ποδι μου εσπευσε σε δολο, ασ με ζυγισει με τη σταθμη τησ δικαιοσυνησ, και ο θεοσ ασ γνωρισει την ακεραιοτητα μου· αν το βημα μου εκτραπηκε απο τον δρομο, και η καρδια μου επακολουθησε τα ματια μου, και αν καποια κηλιδα κολλησε στα χερια μου· να σπειρω, και αλλοσ να φαει· και τα εγγονια μου να ξεριζωθουν. αν η καρδια μου απατηθηκε απο γυναικα η παραμονεψα στην πορτα του πλησιον μου, η γυναικα μου να αλεσει για αλλον, και αλλοι να πεσουν επανω τησ. επειδη, αυτο ειναι μιαρο ανομημα, και καταδικασιμο αμαρτημα· επειδη, ειναι φωτια που κατατρωει μεχρι αφανισμου, και θα ξεριζωνε ολα τα γεννηματα μου. αν καταφρονησα την κριση του δουλου μου η τησ δουλησ μου, οταν ειχαν διαφορα μαζι μου, τι θα κανω τοτε, οταν εγερθει ο θεοσ; και οταν κανει επισκεψη, τι θα του απαντησω; αυτοσ που με δημιουργησε στην κοιλια, δεν δημιουργησε κι εκεινον; και ο ιδιοσ δεν μασ εδωσε μορφη μεσα στη μητρα; αν αρνηθηκα την επιθυμια των φτωχων η μαρανα τα ματια τησ χηρασ, η εφαγα το ψωμι μου μονοσ, και ο ορφανοσ δεν εφαγε απ' αυτο· (επειδη, ο μεν, τρεφοταν μαζι μου απο τη νιοτη μου, σαν μαζι με πατερα, την δε, οδηγησα απο την κοιλια τησ μητερασ μου)· αν ειδα καποιον να χανεται για ελλειψη ενδυματοσ η φτωχο χωρισ σκεπασμα, αν τα νεφρα του δεν με ευλογησαν, και δεν θερμανθηκε με το μαλλι των προβατων μου, αν σηκωσα το χερι μου εναντια στον ορφανο, βλεποντασ οτι υπερισχυα στην πυλη, να πεσει ο βραχιονασ μου απο τον ωμο, και το χερι μου να σπασει απο τον αγκωνα! επειδη, ο ολεθροσ απο τον θεο ηταν σε μενα φρικη, και για τη μεγαλειοτητα του δεν θα μπορουσα να αντεξω. αν εβαλα την ελπιδα μου στο χρυσαφι η ειπα στο καθαρο χρυσαφι: εσυ εισαι το θαρροσ μου, αν ευφρανθηκα, επειδη ηταν μεγαλοσ ο πλουτοσ μου, και επειδη το χερι μου βρηκε αφθονια, αν θωρουσα τον ηλιο να λαμπει η το φεγγαρι να περπαταει στη λαμπροτητα του, και η καρδια μου σαγηνευτηκε κρυφα η με το στομα μου φιλησα το χερι μου, κι αυτο θα ηταν καταδικασιμο ανομημα· επειδη, θα αρνιομουν τον θεο, τον υψιστο. αν χαρηκα στον αφανισμο εκεινου που με μισουσε η επιχαρηκα οταν τον βρηκε κακο· (επειδη, ουτε το στομα μου αφησα να αμαρτησει, με το να ευχηθω καταρα στην ψυχη του)· αν οι ανθρωποι τησ σκηνησ μου δεν ειπαν: ποιοσ θα δειξει εναν ανθρωπο που δεν χορτασε απο τα κρεατα του; (ο ξενοσ δεν διανυχτερευε εξω· ανοιγα την πορτα μου στον οδοιπορο)· αν σκεπασα την παραβαση μου οπωσ ο αδαμ, κρυβοντασ την ανομια μου στον κορφο μου· (επειδη, μηπωσ φοβομουν ενα μεγαλο πληθοσ η με τρομαζε η καταφρονηση των οικογενειων, ωστε να σιωπησω, και να μη βγω εξω απο την πορτα; ω, να υπηρχε καποιοσ να με ακουγε! δεστε, η επιθυμια μου ειναι να μου απαντουσε ο παντοδυναμοσ, και ο αντιδικοσ μου να εγραφε βιβλιο· βεβαια, θα το κρατουσα επανω στον ωμο μου, θα το εδενα σαν στεφανι επανω μου· θα του φανερωνα τον αριθμο των βηματων μου· σαν αρχοντασ θα τον πλησιαζα). αν το χωραφι μου βοα εναντιον μου, και μαζι του κλαινε τα αυλακια του, αν εφαγα τον καρπο του χωρισ μισθο η εκανα να βγει η ψυχη των γεωργων του, ασ φυτρωσουν τριβολια αντι σιταρι, και ζιζανια αντι κριθαρι. τελειωσαν τα λογια του ιωβ.

32

και επαυσαν οι τρεισ αυτοι ανθρωποι να απαντουν στον ιωβ, επειδη ηταν δικαιοσ στα ματια του. τοτε, αναψε ο θυμοσ του ελιου, γιου του βαραχιηλ, του βουζιτη, απο τη συγγενεια του αραμ· ο θυμοσ του αναψε εναντια στον ιωβ, επειδη δικαιωνε τον εαυτο του μαλλον, παρα τον θεο. ο θυμοσ του αναψε και εναντια στουσ τρεισ φιλουσ του, επειδη δεν βρηκαν απαντηση, και καταδικασαν τον ιωβ. και ο ελιου περιμενε για να μιλησει στον ιωβ, επειδη εκεινοι ησαν γεροντοτεροι απ' αυτον. και οταν ο ελιου ειδε, οτι δεν υπηρχε απαντηση στο στομα των τριων ανδρων, αναψε ο θυμοσ του. και ο ελιου, ο γιοσ του βαραχιηλ, του βουζιτη, απαντησε, και ειπε: εγω ειμαι νεοσ στην ηλικια, κι εσεισ ειστε γεροντεσ· γι' αυτο, φοβηθηκα, και συσταλθηκα να σασ φανερωσω τη γνωμη μου. εγω ειπα: ασ μιλησουν οι ημερεσ, και το πληθοσ των χρονων ασ διδαξει σοφια. βεβαια, υπαρχει πνευμα μεσα στον ανθρωπο· η εμπνευση, ομωσ, του παντοδυναμου τον συνετιζει. οι μεγαλυτεροι δεν ειναι παντοτε σοφοι· ουτε οι γεροντεσ καταλαβαινουν κριση. γι' αυτο, ειπα: ακουστε με· θα φανερωσω κι εγω τη γνωμη μου. δεστε, περιμενα τα λογια σασ· ακουσα τα επιχειρηματα σασ, μεχρισ οτου εξετασετε τα λογια. και σασ παρατηρουσα, και δεστε, κανενασ απο σασ δεν μπορεσε να καταπεισει τον ιωβ, απαντωντασ στα λογια του· για να μη πειτε: εμεισ βρηκαμε σοφια. ο θεοσ θα τον καταβαλει, οχι ανθρωποσ. κι εκεινοσ δεν διευθυνε λογια σε μενα· και δεν θα του απαντησω συμφωνα με τισ ομιλιεσ σασ. εκεινοι τρομαξαν, δεν απαντησαν πλεον· εχασαν τα λογια τουσ. και περιμενα, επειδη δεν μιλουσαν· αλλα, στεκονταν ορθιοι· δεν απαντουσαν πλεον. ασ απαντησω κι εγω το μεροσ μου· ασ φανερωσω κι εγω τη γνωμη μου. επειδη, ειμαι γεματοσ απο λογια· το πνευμα μεσα μου με αναγκαζει. δεστε, η κοιλια μου ειναι σαν κρασι, που δεν ανοιχτηκε· ειναι ετοιμη να σπασει, σαν ασκια με μουστο. θα μιλησω για να αναπνευσω· θα ανοιξω τα χειλη μου, και θα απαντησω. μη γενοιτο να γινω προσωποληπτησ, ουτε να κολακευσω ανθρωπο. επειδη, δεν ξερω να κολακευω· ο δημιουργοσ μου θα με αρπαζε αμεσωσ.

33

γι' αυτο, ιωβ, ακου τωρα τισ ομιλιεσ μου, και δωσε ακροαση σε ολα τα λογια μου. δεσ, τωρα ανοιξα το στομα μου· η γλωσσα μου μιλαει μεσα στο στομα μου. τα λογια μου θα ειναι συμφωνα με την ευθυτητα τησ καρδιασ μου· και τα χειλη μου θα προφερουν καθαρη γνωση. με εκανε το πνευμα του θεου, και με ζωοποιησε η πνοη του παντοδυναμου. αν μπορεισ απαντησε μου· παραταξου μπροστα μου· στασου ορθιοσ. δεστε, εγω, συμφωνα με τον λογο σου, ειμαι απο μερουσ του θεου· απο πηλο εχω διαμορφωθει κι εγω. δεστε, ο τρομοσ μου δεν θα σε ταραξει ουτε το χερι μου θα ειναι βαρυ επανω σου. εσυ, πραγματικα, ειπεσ στα αυτια μου, και ακουσα τη φωνη των λογων σου: «ειμαι καθαροσ, χωρισ αμαρτια· ειμαι αθωοσ· και ανομια δεν υπαρχει μεσα μου· δεστε, βρισκει αφορμεσ εναντιον μου· με νομιζει για εχθρο του· βαζει τα ποδια μου στο ξυλο· παραφυλαττει ολουσ τουσ δρομουσ μου». δεστε, κατα τουτο δεν εισαι δικαιοσ· θα απαντησω σε σενα, επειδη ο θεοσ ειναι μεγαλυτεροσ απο τον ανθρωπο. γιατι αντιμαχεσαι σ' αυτον; επειδη, δεν δινει λογο για καμια πραξη του. επειδη, ο θεοσ μιλαει μια και δυο φορεσ, αλλ' ο ανθρωποσ δεν προσεχει. σε ονειρο, σε νυχτερινη οραση, οταν βαθυσ υπνοσ πεφτει επανω στουσ ανθρωπουσ, οταν τουσ παιρνει ο υπνοσ επανω στο κρεβατι· τοτε, ανοιγει τα αυτια των ανθρωπων, και επισφραγιζει τη νουθεσια σ' αυτουσ· για να αποστρεψει τον ανθρωπο απο τισ πραξεισ του, και να βγαλει απο τον ανθρωπο την υπερηφανεια. προλαβαινει την ψυχη του απο τον λακκο, και τη ζωη του απο το να διαπεραστει απο ρομφαια. παλι, τιμωρειται με πονουσ επανω στο κρεβατι του, και το πληθοσ των κοκαλων του, με πονουσ δυνατουσ· ωστε, η ζωη του αποστρεφεται το ψωμι, και η ψυχη του το επιθυμητο φαγητο· η σαρκα του καταναλωνεται, ωστε δεν φαινεται, και τα κοκαλα του, τα αφανη, εξεχουν· και η ψυχη του πλησιαζει στον λακκο, και η ζωη του σ' εκεινουσ που προξενουν θανατο. αν ειναι μαζι του μηνυτησ η διερμηνευτησ, ενασ αναμεσα σε χιλιουσ, για να αναγγειλει στον ανθρωπο την ευθυτητα του· τοτε, θα ειναι σ' αυτον ελεημονασ, και θα πει: λυτρωσε τον απο το να κατεβει στον λακκο· εγω βρηκα εξιλασμο. η σαρκα του θα ειναι ανθηροτερη απο ενα νηπιο· θα γυρισει στισ ημερεσ τησ νιοτησ του· θα δεηθει στον θεο, και θα τον ευνοησει· και θα βλεπει το προσωπο του με χαρα· και θα αποδωσει στον ανθρωπο τη δικαιοσυνη του. θα βλεπει προσ τουσ ανθρωπουσ, και θα λεει: αμαρτησα, και διεστρεψα το σωστο, και δεν με ωφελησε· αυτοσ, ομωσ, λυτρωσε την ψυχη μου απο το να παει στον λακκο· και η ζωη μου θα δει φωσ. προσεξε, ολα αυτα τα εργαζεται ο θεοσ, δυο και τρεισ φορεσ, μαζι με τον ανθρωπο, για να αποτρεψει την ψυχη του απο τον λακκο, ωστε να φωτιστει μεσα στο φωσ των ζωντανων ανθρωπων. προσεχε, ιωβ, ακουσε με· σωπα, και θα μιλησω εγω. αν εχεισ κατι να πεισ, απαντησε μου· μιλησε, επειδη επιθυμω να δικαιωθεισ. ειδεμη, ακουσε με εσυ· σωπα, και θα σε διδαξω σοφια.

34

και ο ελιου επανελαβε, και ειπε: ακουστε τα λογια μου, ω, σοφοι· και δωστε ακροαση σε μενα, εσεισ που καταλαβαινετε· επειδη, το αυτι δοκιμαζει τα λογια, ο δε ουρανισκοσ γευεται το φαγητο. ασ διαλεξουμε για τον εαυτο μασ κριση· ασ γνωρισουμε αναμεσα μασ τι ειναι το καλο. επειδη, ο ιωβ ειπε: «ειμαι δικαιοσ· και ο θεοσ αφαιρεσε την κριση μου· διαψευστηκα στην κριση μου· η πληγη μου ειναι ανιατη, χωρισ παραβαση». ποιοσ ανθρωποσ ειναι σαν τον ιωβ, που καταπινει τον χλευασμο σαν νερο, και πηγαινει σε συνοδεια μαζι με τουσ εργατεσ τησ ανομιασ, και περπαταει με ανθρωπουσ ασεβεισ; επειδη, ειπε: τιποτε δεν ωφελει τον ανθρωπο στο να ευαρεστει τον θεο. γι' αυτο, ακουστε με, ανδρεσ συνετοι: μη γενοιτο να υπαρχει αδικια στον θεο, και ανομια στον παντοδυναμο. επειδη, συμφωνα με το εργο του ανθρωπου, θα του ανταποδωσει, και στον καθεναν θα κανει να βρει συμφωνα με τον δρομο του. ναι, ο θεοσ, σιγουρα, δεν θα πραξει με ασεβη τροπο, ουτε θα διαστρεψει την κριση ο παντοδυναμοσ. ποιοσ εγκατεστησε μαζι του τη γη; η, ποιοσ εβαλε σε ταξη ολοκληρη την οικουμενη; αν βαλει την καρδια του επανω στον ανθρωπο, θα συρει στον εαυτο του το πνευμα του και την πνοη του· καθε σαρκα θα εκπνευσει μαζι, και ο ανθρωποσ θα επιστρεψει στο χωμα. αν, τωρα, εχεισ συνεση, ακουσε τουτο· δωσε ακροαση στη φωνη των λογων μου. μηπωσ κυβερναει εκεινοσ που μισει την ευθυτητα; και θα καταδικασεισ τον κατ' εξοχην δικαιο; ο οποιοσ λεει στον βασιλια: εισαι ασεβησ; σε αρχοντεσ: ειστε κακοι; ο οποιοσ δεν προσωποληπτει σε αρχοντεσ ουτε αποβλεπει στον πλουσιο περισσοτερο, απο ο,τι στον φτωχο; επειδη, ολοι αυτοι ειναι εργο των χεριων του. θα πεθανουν μεσα σε μια στιγμη, και το μεσονυχτιο ο λαοσ θα ταραχτει, και θα παρελθει· και ο ισχυροσ θα αρπαχτει, οχι απο χερι. επειδη, τα ματια του ειναι επανω στουσ δρομουσ του ανθρωπου, και βλεπει ολα τα βηματα του. δεν ειναι σκοταδι ουτε σκια θανατου, οπου να κρυφτουν οι εργατεσ τησ ανομιασ. επειδη, δεν θα αφησει πλεον τον ανθρωπο, ναρθει σε κριση μαζι με τον θεο. θα συντριψει αναριθμητουσ ισχυρουσ, κι αντι γι' αυτουσ θα βαλει αλλουσ. επειδη, γνωριζει τα εργα τουσ, και τουσ ανατρεπει τη νυχτα, και συντριβονται. τουσ χτυπαει σαν ασεβεισ μεσα στον τοπο των θεατων· επειδη, ξεκλιναν απ' αυτον· δεν προσεξαν κανεναν απο τουσ δρομουσ του· και εκαναν ναρθει σ' αυτον η κραυγη των φτωχων, και ακουσε τη φωνη των θλιμμενων. και οταν αυτοσ δινει ησυχια, ποιοσ θα τη διαταραξει; και οταν κρυβει το προσωπο του, ποιοσ μπορει να τον δει; ειτε επανω σε εθνοσ ειτε επανω σε ανθρωπο, εξισου· ωστε να μη βασιλευει υποκριτησ, για να μη παγιδευεται ο λαοσ. βεβαια, πρεπει να λεει κανεισ στον θεο: «επαθα, δεν θα πραξω ξανα με κακο τροπο· ο,τι δεν βλεπω, διδαξε με εσυ· αν επραξα ανομια, δεν θα πραξω ξανα». αλλα, μηπωσ θα γινει συμφωνα με τον στοχασμο σου; ειτε εσυ αποβαλεισ ειτε εκλεξεισ, αυτοσ θα ανταποδωσει, και οχι εγω· λεγε, λοιπον, ο,τι ξερεισ. ανδρεσ συνετοι θα μου πουν, και ο σοφοσ που με ακουει: ο ιωβ δεν μιλησε με γνωση, και τα λογια του δεν ησαν με συνεση. η επιθυμια μου ειναι, ο ιωβ να εξεταστει μεχρι τελουσ· επειδη, απαντησε οπωσ οι ασεβεισ ανθρωποι. επειδη, στην αμαρτια του προσθετει ασεβεια· καυχαται αναμεσα μασ, και πολλαπλασιαζει τα λογια του εναντιον του θεου.

35

και ο ελιου επανελαβε, και ειπε: στοχαζεσαι οτι ειναι σωστο αυτο, που ειπεσ: ειμαι δικαιοτεροσ απο τον θεο; επειδη, ειπεσ: ποια ωφελεια θα ειναι σε σενα; ποιο κερδοσ θα παρω απ' αυτο, μαλλον παρα απο την αμαρτια μου; εγω θα απαντησω σε σενα, και στουσ φιλουσ σου μαζι με σενα. κοιταξε επανω στουσ ουρανουσ, και δεσ· και παρατηρησε τα συννεφα, ποσο ψηλοτερα ειναι απο σενα. αν αμαρτανεισ, τι κανεισ εναντιον του; η, αν οι παραβασεισ σου πολλαπλασιαστουν, τι κατορθωνεισ εναντιον του; αν εισαι δικαιοσ, τι θα του δωσεισ; η, τι θα παρει απο το χερι σου; η ασεβεια σου μπορει να βλαψει εναν ανθρωπο σαν κι εσενα· και η δικαιοσυνη σου μπορει να ωφελησει εναν γιο ανθρωπου. απο το πληθοσ αυτων που καταθλιβουν, καταβοουν· εξαιτιασ του βραχιονα των ισχυρων, κραυγαζουν· αλλα, κανενασ δεν λεει: που ειναι ο θεοσ, ο δημιουργοσ μου, ο οποιοσ δινει τραγουδια μεσα στη νυχτα, ο οποιοσ μασ συνετιζει περισσοτερο απο τα κτηνη τησ γησ, και μασ σοφιζει περισσσοτερο απο τα πουλια του ουρανου; εκει βοουν για την υπερηφανεια των πονηρων· ομωσ, δεν θα απαντησει. ο θεοσ, βεβαια, δεν θα εισακουσει τη ματαιολογια ουτε θα επιβλεψει σ' αυτη ο παντοδυναμοσ· ποσο λιγοτερο, οταν εσυ λεσ, οτι δεν θα τον δεισ· η κριση, ομωσ, ειναι μπροστα του· γι' αυτο, εχε το θαρροσ σου επανω σ' αυτον. αλλα, τωρα, επειδη δεν εκανε επισκεψη στον θυμο του, και δεν παρατηρησε με μεγαλη αυστηροτητα, γι' αυτο, ο ιωβ ανοιγει ματαια το στομα του· επισωρευει λογια απο ελλειψη γνωσησ.

36

και ο ελιου εξακολουθησε, και ειπε: να με υπομεινεισ λιγο, και θα σε διδαξω· επειδη, εχω ακομα λογια υπερ του θεου. θα παρω τα επιχειρηματα μου απο μακρια, και θα αποδωσω δικαιοσυνη στον δημιουργο μου· επειδη, τα λογια μου, στ' αληθεια δεν θα ειναι αναληθη· κοντα σου ειναι ο τελειοσ σε γνωση. δεσ, ο θεοσ ειναι ισχυροσ, ομωσ δεν καταφρονει κανεναν· ισχυροσ σε δυναμη σοφιασ. δεν θα ζωοποιησει τον ασεβη· στουσ φτωχουσ, ομωσ, δινει το δικαιο. δεν αποσυρει τα ματια του απο τουσ δικαιουσ, αλλα και μαζι με βασιλιαδεσ τουσ βαζει επανω σε θρονο· μαλιστα, τουσ καθιζει για παντα, και ειναι υψωμενοι. και αν θα ησαν δεμενοι με δεσμα, και πιανονταν με σχοινια θλιψησ, τοτε, τουσ φανερωνει τα εργα τουσ, και τισ παραβασεισ τουσ, οτι υπεραυξηθηκαν, και ανοιγει το αυτι τουσ σε διδασκαλια, και προσταζει να επιστρεψουν απο την ανομια. αν υπακουσουν, και δουλεψουν, θα τελειωσουν τισ ημερεσ τουσ μεσα σε αγαθα, και τα χρονια τουσ μεσα σε ευφροσυνεσ. αλλα, αν δεν υπακουσουν, θα διαπεραστουν απο ρομφαια, και θα πεθανουν μεσα σε ελλειψη γνωσησ. και οι υποκριτεσ στην καρδια επισωρευουν οργη· δεν θα βοησουν οταν τουσ δεσει· αυτοι πεθαινουν μεσα στη νιοτη, και η ζωη τουσ τελειωνει αναμεσα στουσ ασελγεισ. λυτρωνει τον θλιμμενο μεσα στη θλιψη του, και ανοιγει τα αυτια τουσ μεσα σε συμφορα. κι ετσι, θα σε εβγαζε απο τη στενοχωρια σε ευρυχωρια, οπου δεν υπαρχει στενοχωρια· κι εκεινο που παρατιθεται επανω στο τραπεζι, θα ειναι γεματο απο παχοσ. αλλ' εσυ εκπληρωσεσ δικη του ασεβη· δικη και κριση θα σε καταλαβουν. επειδη υπαρχει θυμοσ, προσεχε μη σε εξαφανισει με την προσβολη του· τοτε, ουτε μεγαλο λυτρο δεν θα σε λυτρωνε. θα επιβλεψει στα πλουτη σου; ουτε σε χρυσαφι ουτε σε ολη την ισχυ τησ δυναμησ. μη επιποθεισ τη νυχτα, κατα την οποια οι λαοι αποκοπτονται μεσα στον τοπο τουσ. προσεχε, μη στραφεισ προσ την ανομια· επειδη, εσυ προκρινεσ αυτο παρα τη θλιψη. δεσ, ο θεοσ ειναι υψωμενοσ με τη δυναμη του· ποιοσ διδασκει οπωσ αυτοσ; ποιοσ του καθορισε τον δρομο του; η, ποιοσ μπορει να πει; επραξεσ ανομια; θυμησου να μεγαλυνεισ το εργο του, που οι ανθρωποι θωρουν. καθε ανθρωποσ το βλεπει· ο ανθρωποσ το θωρει απο μακρυα. δεσ, ο θεοσ ειναι μεγαλοσ, και ακατανοητοσ σε μασ, και ο αριθμοσ των χρονων του ανεξερευνητοσ. οταν ανασυρει τισ ρανιδεσ του νερου, αυτεσ καταχεουν τη βροχη απο τουσ ατμουσ του, την οποια ραινουν τα συννεφα· σταλαζουν αφθονα επανω στον ανθρωπο. μπορει καποιοσ να εννοησει ακομα τισ εξαπλωσεισ των νεφελων, τον κροτο τησ σκηνησ του; δεσ, απλωνει το φωσ του επανω τησ, και σκεπαζει τουσ πυθμενεσ τησ θαλασσασ· επειδη, διαμεσου αυτων δικαζει τουσ λαουσ, και δινει τροφη, με αφθονια. στισ παλαμεσ του κρυβει την αστραπη· και την προσταζει σε ο,τι εχει να απαντησει. παραγγελλει σ' αυτη υπερ του φιλου του, εναντια ομωσ στον ασεβη ετοιμαζει οργη.

37

ακομα, σε τουτο τρεμει η καρδια μου, και πηδαει απο τον τοπο τησ. ακουστε προσεκτικα την τρομερη του φωνη, και τον ηχο που βγαινει απο το στομα του. τη στελνει κατω απο καθε ουρανο, και το φωσ του μεχρι τα εσχατα τησ γησ. πισω του βοα μια φωνη· βρονταει με τη φωνη τησ μεγαλοσυνησ του· και δεν θα τα στησει, αφου ακουστει η φωνη του. ο θεοσ βρονταει θαυμασια με τη φωνη του· κανει μεγαλεια, και δεν καταλαβαινουμε. επειδη, λεει στο χιονι: γινε επανω στη γη· και στην ψεκαδα, και στη δυνατη βροχη τησ δυναμησ του. σφραγιζει το χερι καθε ανθρωπου· ωστε, ολοι οι ανθρωποι να γνωρισουν το εργο του. τοτε, τα θηρια μπαινουν στα σπηλαια, και κατασκηνωνουν στουσ τοπουσ τουσ. απο τον νοτο ερχεται ο ανεμοστροβιλοσ, και το ψυχοσ απο τον βορρα. απο το φυσημα του θεου δινεται παγοσ· και στερεωνεται το πλατοσ των νερων. η γαληνη, παλι, διαλυει τη νεφελη· το φωσ του διασκορπιζει τα συννεφα· κι αυτα περιφερονται ολογυρα κατω απο τισ οδηγιεσ του, για να κανουν καθε τι που προσταζει σ' αυτα επανω στο προσωπο τησ οικουμενησ· τα κανει να ερχονται, η για παιδεια η για τη δικη του γη η για ελεοσ. δωσε ακροαση σε τουτο, ιωβ· στασου ορθιοσ και συλλογισου τα θαυμασια του θεου. καταλαβαινεισ πωσ τα βαζει σε ταξη ο θεοσ, και κανει να λαμπει το φωσ τησ νεφελησ του; καταλαβαινεισ τα ζυγοσταθμισματα των συννεφων, τα θαυμασια του τελειου κατα τη γνωση; γιατι τα ενδυματα σου ειναι ζεστα, οταν αναπαυει τη γη με τον νοτια; απλωσεσ μαζι του το δυνατο στερεωμα, σαν ενα χυτο κατοπτρο; διδαξε μασ τι να του πουμε· εμεισ δεν μπορουμε να βαλουμε σε ταξη τα λογια μασ, εξαιτιασ του σκοταδιου. θα του αναγγελθει αν μιλαω εγω; αν μιλησει ανθρωποσ, σιγουρα θα καταβροχθιστει. τωρα, ομωσ, οι ανθρωποι δεν μπορουν να ατενισουν στο λαμπρο φωσ, αυτο που ειναι στο στερεωμα, αφου περασει και το καθαρισει ο ανεμοσ, και ερθει απο βορρα καιροσ με χρυση ανταυγεια. στον θεο υπαρχει φοβερη δοξα. τον παντοδυναμο, δεν μπορουμε να τον εννοησουμε· ειναι υπεροχοσ κατα τη δυναμη, και κατα την κριση, και κατα το πληθοσ τησ δικαιοσυνησ· δεν καταθλιβει. γι' αυτο οι ανθρωποι τον φοβουνται· κανενασ σοφοσ στην καρδια δεν μπορει να τον εννοησει.

38

τοτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απαντησε στον ιωβ, απο τον ανεμοστροβιλο, και ειπε: ποιοσ ειναι αυτοσ που σκοτιζει τη βουλη μου με ασυνετα λογια; ζωσε, τωρα, την οσφυ σου ωσ ανδρασ· επειδη, θα σε ρωτησω, και φανερωσε μου: που ησουν οταν θεμελιωνα τη γη; πεσ, αν εχεισ συνεση. ποιοσ εβαλε τα μετρα τησ, αν ξερεισ; η, ποιοσ απλωσε τη σταθμη επανω σ' αυτη; επανω σε τι ειναι στηριγμενα τα θεμελια τησ; η, ποιοσ εβαλε την ακρογωνιαια πετρα τησ, οταν τα αστρα τησ αυγησ εψαλλαν μαζι, και ολοι οι γιοι του θεου αλαλαζαν; η, ποιοσ συνεκλεισε τη θαλασσα με πορτεσ, οταν, καθωσ ορμουσε προσ τα εξω, βγηκε απο μητρα; οταν την περιτυλιξα με συννεφο, και τη σπαργανωσα με ομιχλη, και την περιορισα με ενα προσταγμα μου, και εβαλα μοχλουσ και πυλεσ, και ειπα: μεχρισ εδω θα ερχεσαι, και δεν θα υπερβεισ· κι εδω θα συντριβεται η υπερηφανεια των κυματων σου; μηπωσ εσυ προσταξεσ κατα στισ ημερεσ σου το πρωι; εδειξεσ στην αυγη τον τοπο τησ, για να πιασει τισ εσχατιεσ τησ γησ, ωστε οι κακουργοι να εκτιναχτουν απ' αυτη; αυτη μεταμορφωνεται σαν πηλοσ που σφραγιζεται, και τα παντα παρουσιαζονται σαν στολη. και το φωσ των ασεβων αφαιρειται απ' αυτουσ, και συντριβεται ο βραχιονασ των υπερηφανων. μπηκεσ μεχρι τισ πηγεσ τησ θαλασσασ; η, περπατησεσ για εξιχνιαση τησ αβυσσου; σου ανοιχτηκαν οι πυλεσ του θανατου; η, ειδεσ τισ πορτεσ τησ σκιασ του θανατου; γνωρισεσ το πλατοσ τησ γησ; αναγγειλε το, αν ολα αυτα τα καταλαβεσ. που ειναι ο δρομοσ τησ κατοικιασ του φωτοσ; και του σκοταδιου, που ειναι ο τοποσ του, για να το πιασεισ στο οριο του, και να γνωρισεισ τα μονοπατια του σπιτιου του; το γνωριζεισ, επειδη τοτε γεννηθηκεσ; η, επειδη ειναι μεγαλοσ ο αριθμοσ των ημερων σου; μπηκεσ στουσ θησαυρουσ του χιονιου; η, ειδεσ τουσ θησαυρουσ απο το χαλαζι, τουσ οποιουσ φυλαττω για τον καιρο τησ θλιψησ, για την ημερα τησ μαχησ και του πολεμου; μεσα απο ποιον δρομο διαδιδεται το φωσ, η, πωσ διαχεεται ο ανατολικοσ ανεμοσ επανω στη γη; ποιοσ ανοιξε ρυακια για τισ ραγδαιεσ βροχεσ η δρομο για την αστραπη τησ βροντησ, για να φερει βροχη επανω σε ακατοικητη γη, σε ερημο, οπου δεν υπαρχει ανθρωποσ, για να χορτασει την αβατη και ακατοικητη γη, και να αναβλαστησει τον βλαστο τησ χλοησ; εχει πατερα η βροχη; η, ποιοσ γεννησε τισ σταγονεσ τησ δροσου; απο ποια μητρα βγαινει ο παγοσ; και ποιοσ γεννησε την παχνη του ουρανου; τα νερα σκληραινουν σαν πετρα, και η επιφανεια τησ αβυσσου πηζει. μπορεισ να δεσμευσεισ τουσ δεσμουσ τησ πλειαδασ η να λυσεισ τα σχοινια του ωριωνα; μπορεισ να βγαλεισ τουσ αστερισμουσ στον καιρο τουσ; η, μπορεισ να οδηγησεισ τη μεγαλη αρκτο μαζι με τουσ γιουσ τησ; γνωριζεισ τουσ νομουσ του ουρανου; μπορεισ να καθορισεισ τον ρολο του επανω στη γη; μπορεισ να υψωσεισ τη φωνη σου στα συννεφα, για να σε σκεπασει με αφθονια νερων; μπορεισ να στειλεισ αστραπεσ, ωστε να βγουν, και να σου πουν: ναμαστε, εμεισ; ποιοσ εβαλε σοφια μεσα στον ανθρωπο; η, ποιοσ εδωσε συνεση στην καρδια του; ποιοσ, με σοφια, μπορει να απαριθμησει τα συννεφα; η, ποιοσ μπορει να αδειαζει τα δοχεια του ουρανου, για να χωνευτει το χωμα σε συμπηξη, και να συγκολλιουνται οι βωλοι του; θα κυνηγησεισ θηραμα για το λιονταρι; η, θα χορτασεισ την ορεξη των μικρων λιονταριων, οταν ειναι ξαπλωμενα στα σπηλαια, και καθονται στουσ κρυψωνεσ για να ενεδρευουν; ποιοσ ετοιμαζει στο κορακι την τροφη του, οταν τα νεογεννητα του κραζουν στον θεο, καθωσ περιπλανιουνται απο ελλειψη τροφησ;

39

γνωριζεισ τον καιρο του τοκετου των αγριων κατσικιων του βραχου; μπορεισ να σημειωσεισ ποτε γεννουν τα ελαφια; μπορεισ να αριθμησεισ τουσ μηνεσ που συμπληρωνουν; η, γνωριζεισ τον καιρο του τοκετου τουσ; αυτεσ συγκυπτουν, γεννουν τα παιδια τουσ, ελευθερωνονται απο τισ οδυνεσ τουσ. τα παιδια τουσ ενδυναμωνονται, αυξανουν στην πεδιαδα· βγαινουν, και δεν γυριζουν πλεον σ' αυτεσ. ποιοσ αφησε ελευθερο τον αγριο γαιδαρο; η, ποιοσ ελυσε τα δεσμα του; για τον οποιο σπιτι του εκανα την ερημο, και κατοικηση του την αλμυρη γη; καταγελαει τον θορυβο τησ πολησ· δεν ακουει την κραυγη του εργοδιωκτη· διερευνα τα βουνα για βοσκη του, και πηγαινει πισω απο καθε ειδοσ χλοησ. θα ευχαριστηθει το μονοκερατο ζωο να σε δουλευει η θα διανυκτερευσει στη φατνη σου; μπορεισ να δεσεισ το μονοκερατο ζωο με το δεσιμο του για αροτριαση; η, θα βωλοκοπαει πισω σου τισ πεδιαδεσ; θα βαλεισ σ' αυτον το θαρροσ σου, επειδη η δυναμη του ειναι μεγαλη; η, θα αφησεισ σ' αυτον την εργασια σου; θα τον εμπιστευθεισ να σου φερει τον σπορο σου, και να τον μαζεψει στο αλωνι σου; εδωσεσ εσυ τα ωραια φτερα στα παγωνια; η, φτερουγεσ και φτερα στη στρουθοκαμηλο; η οποια αφηνει τα αυγα τησ στη γη, και τα ζεσταινει επανω στο χωμα, και ξεχναει οτι το ποδι ενδεχεται να τα συντριψει η το θηριο του χωραφιου να τα καταπατησει· σκληρυνεται εναντια στα παιδια τησ, σαν να μη ησαν δικα τησ· ματαια κοπιασε, χωρισ να φοβαται· επειδη, ο θεοσ τη στερησε απο σοφια, και δεν μοιρασε σ' αυτη συνεση· οσεσ φορεσ σηκωνεται ορθια, καταγελαει το αλογο και τον καβαλαρη του. εδωσεσ εσυ δυναμη στο αλογο; εντυσεσ τον τραχηλο του με βροντη; εσυ το κανεισ να πηδαει σαν ακριδα; η αλαζονεια των ρουθουνιων του ειναι τρομερη· σκαβει μεσα στην κοιλαδα, και αγαλλεται στη δυναμη του· βγαινει σε συναντηση των οπλων· καταγελαει τον φοβο, και δεν τρομαζει· ουτε στρεφει απο προσωπο ρομφαιασ· η φαρετρα κροταλιζει εναντιον του, η αστραφτερη λογχη και το δορυ· καταπινει τη γη με αγριοτητα και μανια· και δεν πιστευει οτι ηχει σαλπιγγα· και μολισ ακουσει τη φωνη τησ σαλπιγγασ, λεει: α, α! και μυριζεται απο μακρυα τη μαχη, την κραυγη των στρατηγων, και τον αλαλαγμο. πεταει το γερακι με τη σοφια σου, και απλωνει τα φτερα του προσ νοτον; ανυψωνεται ο αετοσ στην προσταγη σου, και κανει στα ψηλα τη φωλια του; κατοικει επανω σε βραχο, και διαμενει επανω σε αποτομο βραχο, και επανω σε αβατουσ τοπουσ· αναζηταει απο εκει τροφη· τα ματια του σκοπευουν απο μακρυα· και τα νεογεννητα του πινουν αιμα· και οπου πτωματα εκει κι αυτοσ.

40

φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απαντησε ακομα στον ιωβ, και ειπε: αυτοσ που διαδικαζεται με τον παντοδυναμο, θα τον διδαξει; αυτοσ που ελεγχει τον θεο, ασ απαντησει σ' αυτο. τοτε, ο ιωβ απαντησε στον κυριο, και ειπε: δεσ, εγω ειμαι τιποτενιοσ· τι μπορω να απαντησω σε σενα; θα βαλω το χερι μου επανω στο στομα μου· μιλησα μια φορα, και δεν θα απαντησω πλεον· μαλιστα, δυο φορεσ· αλλα, δεν θα προσθεσω περισσοτερα. τοτε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απαντησε στον ιωβ, απο τον ανεμοστροβιλο, και ειπε: ζωσε, τωρα, την οσφυ σου ωσ ανδρασ· εγω θα σε ρωτησω, και πεσ μου: θα αναιρεσεισ, αραγε, την κριση μου; θα με καταδικασεισ, για να δικαιωθεισ; εχεισ βραχιονα οπωσ ο θεοσ; η, μπορεισ να βροντασ με φωνη οπωσ αυτοσ; τωρα, στολισου μεγαλοπρεπεια και υπεροχη· και ντυσου δοξα και ωραιοτητα. ξεχυσε τισ φλογεσ τησ οργησ σου· και βλεπε καθε υπερηφανον, και ταπεινωνε τον. βλεπε καθε υπερηφανον· γκρεμιζε τον· και καταπατα τουσ ασεβεισ στον τοπο τουσ. κρυψ' τουσ μαζι στο χωμα· σκεπασε τα προσωπα τουσ με αφανεια. τοτε, κι εγω θα ομολογησω σε σενα, οτι το δεξι σου χερι μπορει να σε σωσει. δεσ, τωρα, ο βεεμωθ, που εκανα μαζι με σενα, τρωει χορταρι οπωσ το βοδι. προσεξε, τωρα, η δυναμη του ειναι στα νεφρα του, και η ισχυσ του στον αφαλο τησ κοιλιασ του. σηκωνει την ουρα του σαν κεδροσ· τα νευρα των μηρων του ειναι συμπλεγμενα. τα κοκαλα του ειναι χαλκινοι σωληνεσ, τα κοκαλα του σαν μοχλοι απο σιδερο. αυτο ειναι το αριστουργημα του θεου· αυτοσ που τον δημιουργησε μπορει να πλησιασει σ' αυτον τη ρομφαια του. επειδη, τα βουνα του προμηθευουν την τροφη, οπου παιζουν ολα τα θηρια του χωραφιου. πλαγιαζει κατω απο τα σκιερα δεντρα, κατω απο τη σκεπη των καλαμιων, και μεσα στουσ βαλτουσ. τα σκιερα δεντρα τον σκεπαζουν με τη σκια τουσ· οι ιτιεσ των ρυακιων τον περισκεπαζουν. δεσ, αν ενασ ποταμοσ πλημμυρισει, δεν σπευδει να φυγει· εχει θαρροσ, και αν ακομα ο ιορδανησ ξεσπασει μπροσ στο στομα του. μπορει καποιοσ να τον συλλαβει φανερα; η, με παγιδεσ να τρυπησει τη μυτη του;

41

μπορεισ να συρεισ εξω τον λευιαθαν, με αγκιστρι; η, να περιδεσεισ τη γλωσσα του με καπιστρι; μπορεισ να βαλεισ στη μυτη του χαλινο; η, να τρυπησεισ με αγκαθι το σαγονι του; θα πληθυνει τισ ικεσιεσ σε σενα; θα σου μιλησει με γλυκυτητα; θα κανει μαζι σου συνθηκη; θα τον παρεισ για παντοτινο σου δουλο; θα παιζεισ μαζι του σαν με ενα πουλι; η, θα τον δεσεισ για τισ θεραπαινεσ σου; θα κανουν απ' αυτον συμποσιο οι φιλοι σου; θα τον μοιρασουν αναμεσα στουσ εμπορουσ; μπορεισ να γεμισεισ το δερμα του με βελη; η, το κεφαλι του με αλιευτικα καμακια; βαλε επανω του το χερι σου· θυμησου τον πολεμο· μη το κανεισ αυτο στο εξησ. δεσ, η ελπιδα να τον πιασει κανεισ ειναι ματαιη· μαλιστα, δεν θα εμενε εκπληκτοσ στη θωρια του; κανενασ δεν ειναι τοσο τολμηροσ, ωστε να τον διεγειρει· και ποιοσ μπορει να σταθει μπροστα μου; ποιοσ μου εδωσε πρωτυτερα, και να του ανταποδωσω; οσα ειναι απο κατω απο τον ουρανο ειναι δικα μου. δεν θα σιωπησω στα μελη του ουτε στη δυναμη ουτε στην ευαρεστη συμμετρια του. ποιοσ να εξιχνιασει την επιφανεια του ενδυματοσ του; ποιοσ να μπει μεσα στα διπλα σαγονια του; ποιοσ μπορει να ανοιξει τισ πυλεσ του προσωπου του; τα δοντια του, ολογυρα, ειναι τρομερα. οι ισχυρεσ του ασπιδεσ ειναι το καυχημα του, συγκλεισμενεσ μαζι με σφιχτο σφραγισμα· η μια ενωνεται με την αλλη, συνδεονται ετσι, ωστε ουτε αερασ δεν μπορει να περασει μεσα απ' αυτεσ· ειναι προσκολλημενεσ η μια μαζι με την αλλη· συνδεονται ετσι, ωστε δεν μπορουν να αποσπαστουν. στο φτερνισμα του λαμπει φωσ, και τα ματια του ειναι σαν τα βλεφαρα τησ αυγησ. απο το στομα του βγαινουν λαμπαδεσ που καινε, και εξακοντιζονται σπινθηρεσ φωτιασ. απο τουσ μυκτηρεσ του βγαινει καπνοσ, σαν απο ενα αγγειο που κοχλαζει η εναν λεβητα. η πνοη του αναβει καρβουνα, και απο το στομα του βγαινει φλογα· στον τραχηλο του κατοικει δυναμη, και τρομοσ προπορευεται μπροστα του. τα στρωματα τησ σαρκασ του ειναι συγκολλημενα· ειναι στερεα επανω του· δεν μπορουν να σαλευτουν. η καρδια του ειναι στερεη σαν πετρα· μαλιστα, σκληρη οπωσ η κατω μυλοπετρα. οταν σηκωνεται, φριττουν οι δυνατοι· απο τον φοβο παραφρονουν. η ρομφαια εκεινου που τον συνανταει δεν μπορει να αντεξει· η λογχη, το δορυ, ουτε ο θωρακασ. θωρει το σιδερο σαν αχυρο, τον χαλκο σαν ξυλο σαθρο. τα βελη δεν μπορουν να τον τρεψουν σε φυγη· οι πετρεσ τησ σφενδονασ ειναι σ' αυτον σαν στουπι. τα ακοντια θεωρουνται σαν στουπι· γελαει στο σαλεμα τησ λογχησ. αιχμηρεσ πετρεσ κειτονται απο κατω του· υποστρωνει τα αγκυλωτα σωματα επανω σε πηλο. κανει την αβυσσο να κοχλαζει σαν λεβητασ· κανει τη θαλασσα να γινεται σαν σκευοσ μυροποιου. αφηνει πισω του φωτεινη την πορεια· θα υπολαμβανε καποιοσ την αβυσσο σαν πολια. επανω στη γη δεν υπαρχει ομοιο του, δημιουργημενο ετσι αφοβο. βλεπει ολογυρα ολα τα ψηλα· ειναι βασιλιασ επανω σε ολουσ τουσ γιουσ τησ υπερηφανειασ.

42

τοτε, ο ιωβ απαντησε στον κυριο, και ειπε: ξερω οτι μπορεισ τα παντα, και κανενασ στοχασμοσ σου δεν μπορει να εμποδιστει. ποιοσ ειναι αυτοσ που ασυνετα κρυβει τη βουλη;·(16) εγω, λοιπον, προφερα εκεινο που δεν καταλαβαινα· πραγματα υπερθαυμαστα για μενα, που δεν τα γνωριζα. ακουσε, παρακαλω· κι εγω θα μιλησω· θα ρωτησω, κι εσυ διδαξε με. ακουγα για σενα με την ακοη του αυτιου, αλλα τωρα σε βλεπει το ματι μου· γι' αυτο, αηδιαζω με βδελυγμια τον εαυτο μου, και μετανοω με χωμα και σταχτη. και, αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε αυτα τα λογια στον ιωβ, ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ελιφασ τον θαιμανιτη: ο θυμοσ μου αναψε εναντιον σου, και εναντιον τον δυο φιλων σου· επειδη, δεν μιλησατε για μενα το ορθο, καθωσ ο δουλοσ μου ο ιωβ· γι' αυτο, παρτε τωρα για τον εαυτο σασ επτα μοσχαρια και επτα κριαρια, και πηγαινετε στον δουλο μου τον ιωβ, και προσφερτε ολοκαυτωμα υπερ του εαυτου σασ· και ο δουλοσ μου ο ιωβ θα ικετευσει για σασ· επειδη, θα δεχθω το προσωπο του· για να μη πραξω με σασ συμφωνα με την αφροσυνη σασ· για τον λογο οτι, δεν μιλησατε για μενα το ορθο, οπωσ ο δουλοσ μου ο ιωβ. και ο ελιφασ ο θαιμανιτησ, και ο βιλδαδ ο σαυχιτησ, και ο σωφαρ ο νααμαθιτησ πηγαν, και εκαναν οπωσ τουσ προσταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεχθηκε το προσωπο του ιωβ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστρεψε την αιχμαλωσια του ιωβ, αφου προσευχηθηκε για τουσ φιλουσ του· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε στον ιωβ διπλασια απο ολα οσα ειχε πρωτυτερα. τοτε, ηρθαν σ' αυτον ολοι οι αδελφοι του, και ολεσ οι αδελφεσ του, και ολοι εκεινοι που τον γνωριζαν πρωτυτερα, και εφαγαν μαζι του ψωμι στο σπιτι του· και εκλαψαν μαζι του, και τον παρηγορησαν, για ολο το κακο που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε φερει επανω του· και καθε ενασ εδωσαν σ' αυτον ενα ασημενιο νομισμα, και καθε ενασ ενα χρυσο σκουλαρικι. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευλογησε τα τελευταια του ιωβ περισσοτερο παρα τα πρωτα· ωστε απεκτησε 14.000 προβατα, και 6.000 καμηλεσ, και 1.000 ζευγη βοδια, και 1.000 γαιδουρια. κι ακομα, γεννηθηκαν σ' αυτον επτα γιοι και τρεισ θυγατερεσ· και αποκαλεσε το ονομα τησ πρωτησ, ιεμιμα· και το ονομα τησ δευτερησ, κεσια· και το ονομα τησ τριτησ, κερεν-αππουχ· και δεν βρισκονταν σε ολη τη γη γυναικεσ ωραιεσ, οπωσ οι θυγατερεσ του ιωβ· και ο πατερασ τουσ εδωσε σ' αυτεσ κληρονομια αναμεσα στουσ αδελφουσ τουσ. υστερα απ' αυτα, ο ιωβ εζησε 140 χρονια, και ειδε τουσ γιουσ του, και τουσ γιουσ των γιων του, μεχρι τεταρτησ γενιασ. και ο ιωβ πεθανε, γεροντασ και πληρησ ημερων.

ασμα ασματων

1

το ασμα των ασματων, αυτο του σολομωντα. ασ με φιλησει με τα φιληματα του στοματοσ του. επειδη, η αγαπη σου ειναι καλυτερη παρα το κρασι. εξαιτιασ τησ ευωδιασ των καλων μυρων σου, το ονομα σου ειναι μυρο ξεχυμενο· γι' αυτο οι νεανιδεσ σε αγαπουν. ελκυσε με· θα τρεξουμε πισω σου· ο βασιλιασ με εβαλε μεσα στα εσωτερα δωματια του· θα βρισκουμε αγαλλιαση και ευφροσυνη σε σενα, θα θυμομαστε την αγαπη σου περισσοτερο παρα το κρασι· εκεινοι που εχουν ευθυτητα σε αγαπουν. ειμαι μελανη, αλλα χαριτωμενη, θυγατερεσ τησ ιερουσαλημ· σαν τα σκηνωματα του κηδαρ, σαν τα παραπετασματα του σολομωντα. μη βλεπετε σε μενα, οτι εχω γινει μελανη, επειδη ο ηλιοσ με εκαψε· οι γιοι τησ μητερασ μου οργιστηκαν εναντιον μου· με εβαλαν φυλακα στουσ αμπελωνεσ· ομωσ, τον δικο μου αμπελωνα δεν φυλαξα. αναγγειλε μου, εσυ, τον οποιο αγαπαει η ψυχη μου, που ποιμαινεισ, που αναπαυεισ το ποιμνιο το μεσημερι· γιατι να γινω σαν μια περισκεπασμενη αναμεσα στα κοπαδια των συντροφων σου; αν δεν το γνωριζεισ απο μονη σου, ωραια αναμεσα στισ γυναικεσ, βγεσ εσυ πισω απο τα ιχνη του ποιμνιου, και ποιμαινε τα κατσικακια σου, κοντα στισ σκηνεσ των βοσκων. με τα αλογα των αμαξων του φαραω σε εχω εξομοιωσει, αγαπημενη μου. τα σαγονια σου ειναι ωραια με τισ σειρεσ των μαργαριταριων, και ο τραχηλοσ σου με τα περιδεραια. θα σου φτιαξουμε αλυσιδεσ χρυσεσ, με στιγματα απο ασημι. ενοσω ο βασιλιασ καθεται στο τραπεζι του, ο ναρδοσ μου ξεχυνει την οσμη του. δεματι απο σμυρνα ειναι σε μενα ο αγαπητοσ μου· θα διανυχτερευει αναμεσα στουσ μαστουσ μου. ο αγαπητοσ μου ειναι σε μενα σαν κυπρινο τσαμπι στουσ αμπελωνεσ του εν-γαδδι. δεσ, εισαι ωραια, αγαπητη μου· δεσ, εισαι ωραια· τα ματια σου ειναι σαν των περιστεριων. δεσ, εισαι ωραιοσ, αγαπητε μου, ναι, εισαι χαριτωμενοσ· και το κρεβατι μασ ειναι ανθηρο. τα δοκαρια των σπιτιων μασ ειναι κεδροι, τα σανιδωματα μασ απο κυπαρισσι.

2

εγω ειμαι το ανθοσ του σαρων, και το κρινο των κοιλαδων. οπωσ το κρινο αναμεσα στα αγκαθια, ετσι ειναι η αγαπητη μου αναμεσα στισ νεανιδεσ. οπωσ η μηλια αναμεσα στα δεντρα του δασουσ, ετσι ειναι ο αγαπητοσ μου αναμεσα στουσ νεανισκουσ· επιθυμησα τη σκια του, και καθησα κατω απ' αυτη, και ο καρποσ του ηταν γλυκοσ στον ουρανισκο μου. με εφερε στο σπιτι του κρασιου, και η σημαια του επανω μου ηταν αγαπη. με δυναμωτικα γλυκισματα, υποστηριξτε με· με μηλα, αναψυξτε με· επειδη, ειμαι πληγωμενη απο αγαπη. το αριστερο του χερι ειναι κατω απο το κεφαλι μου, και το δεξι του με εναγκαλιζεται. θυγατερεσ τησ ιερουσαλημ, σασ ορκιζω στισ δορκαδεσ, και στισ ελαφινεσ του χωραφιου, μη ενοχλησετε ουτε να ξυπνησετε την αγαπη μου, μεχρισ οτου θελησει. η φωνη του αγαπητου μου! δεστε, αυτοσ ερχεται, πηδωντασ επανω στα βουνα, σκιρτωντασ επανω στουσ λοφουσ. ο αγαπητοσ μου ειναι ομοιοσ με δορκαδα η με σκυμνον ελαφινασ· δεστε, στεκεται πισω απο τον τοιχο μασ, κοιταζει εξω, μεσα απο τισ θυριδεσ, ξεπροβαλλει μεσα απο τα διχτυωτα. ο αγαπητοσ μου απανταει, και μου λεει: σηκω, αγαπητη μου, ωραια μου, και ελα· επειδη, να, ο χειμωνασ περασε, η βροχη διαβηκε, εφυγε· τα λουλουδια φαινονται στη γη· ο καιροσ του τραγουδιου εφτασε, και η φωνη τησ τρυγονασ ακουστηκε στη γη μασ· η συκια εβγαλε τα χειμωνιατικα συκα τησ, και οι αμπελοι με τα ανθη του σταφυλιου διαχεουν ευωδια· σηκω, αγαπητη μου, ωραια μου, και ελα· ω, περιστερα μου, που εισαι στισ σχισμεσ του βραχου, στουσ αποκρυφουσ τοπουσ των γκρεμων, δειξε μου την οψη σου, κανε με να ακουσω τη φωνη σου· επειδη, η φωνη σου ειναι γλυκια, και η οψη σου ωραια. πιαστε για μασ τισ αλεπουδεσ, τισ μικρεσ αλεπουδεσ, που αφανιζουν τισ αμπελουσ· επειδη, οι αμπελοι μασ βρισκονται σε ανθηση. ο αγαπητοσ μου ανηκει σε μενα, κι εγω σ' αυτον· ποιμαινει αναμεσα στα κρινα. μεχρισ οτου πνευσει η αυρα τησ ημερασ και φυγουν οι σκιεσ, γυρνα, αγαπητε μου· γινε ομοιοσ με δορκαδα η με σκυμνον ελαφινασ επανω στα σχισμενα βουνα.

3

τη νυχτα, επανω στο κρεβατι μου, ζητησα εκεινον, που αγαπαει η ψυχη μου· τον ζητησα, και δεν τον βρηκα. θα σηκωθω τωρα, θα περιελθω την πολη, στισ αγορεσ, και στισ πλατειεσ· θα ζητησω εκεινον, που αγαπαει η ψυχη μου· τον ζητησα, και δεν τον βρηκα. με βρηκαν οι φυλακεσ, αυτοι που περιερχονται την πολη. μηπωσ ειδατε εκεινον, που αγαπαει η ψυχη μου; αφου περασα λιγο πιο περα απ' αυτουσ, βρηκα εκεινον που αγαπαει η ψυχη μου· τον επιασα, και δεν τον αφησα, μεχρισ οτου τον εφερα μεσα στο σπιτι τησ μητερασ μου, και στον κοιτωνα εκεινησ που με συνελαβε. θυγατερεσ τησ ιερουσαλημ, σασ ορκιζω στισ δορκαδεσ, και στισ ελαφινεσ του χωραφιου, μη ενοχλησετε, ουτε να ξυπνησετε την αγαπη μου, μεχρισ οτου θελησει. ποια ειναι αυτη, αυτη που ανεβαινει απο την ερημο, σαν στυλοι καπνου, αρωματισμενη με σμυρνα και λιβανι, με καθε αρωματικη σκονη του μυροποιου; δεστε, το κρεβατι του σολομωντα· ολογυρα σ' αυτο ειναι 60 δυνατοι ανδρεσ, απο τουσ δυνατουσ του ισραηλ· ολοι αυτοι κρατουν ρομφαια, διδαγμενοι σε πολεμο· καθενασ εχει τη ρομφαια του επανω στον μηρο του, εξαιτιασ νυχτερινων φοβων. ο βασιλιασ σολομωντασ εκανε για τον εαυτο του ενα φορειο απο ξυλα του λιβανου· εκανε τουσ στυλουσ του απο ασημι, το ανακλιντρο του απο χρυσαφι, το στρωμα του απο πορφυρα· το εσωτερικο του ηταν διακοσμημενο με αγαπη απο τισ θυγατερεσ τησ ιερουσαλημ. βγειτε, θυγατερεσ τησ σιων, και δειτε τον βασιλια σολομωντα, με το διαδημα του, με το οποιο τον εστεψε η μητερα του κατα την ημερα τησ νυμφευσησ του, κατα την ημερα τησ ευφροσυνησ τησ καρδιασ του.

4

δεσ, εισαι ωραια, αγαπητη μου· δεσ, εισαι ωραια· τα ματια σου ειναι σαν των περιστεριων αναμεσα στουσ πλοκαμουσ σου· τα μαλλια σου ειναι σαν ποιμνιο απο κατσικια, που κατεβαινουν απο το βουνο γαλααδ. τα δοντια σου ειναι σαν ποιμνιο απο κουρεμενα προβατα, τα οποια ανεβαινουν απο το πλυσιμο, που ολα τουσ γεννουν διδυμα, και αναμεσα τουσ δεν υπαρχει ατεκνο· τα χειλη σου ειναι σαν κοκκινη ταινια, και η λαλια σου ειναι χαριτωμενη· τα μαγουλα σου σαν ενα κομματι απο ροδι αναμεσα στουσ πλοκαμουσ σου· ο τραχηλοσ σου ειναι σαν πυργοσ του δαβιδ, που ειναι χτισμενοσ για οπλοθηκη, επανω στον οποιο κρεμονται 1.000 επιμηκεισ ασπιδεσ, ολεσ ειναι ασπιδεσ ισχυρων· οι δυο μαστοι σου ειναι σαν δυο διδυμοι σκυμνοι δορκαδασ, που βοσκουν αναμεσα στα κρινα. μεχρισ οτου πνευσει η αυρα τησ ημερασ, και φυγουν οι σκιεσ, εγω θα παω στο βουνο τησ σμυρνασ, και στον λοφο του θυμιαματοσ. εισαι ολοκληρη ωραια, αγαπητη μου· και ψεγαδι δεν υπαρχει σε σενα. ελα μαζι μου απο τον λιβανο, νυφη, απο τον λιβανο ελα μαζι μου· δεσ απο την κορυφη του αμανα, απο την κορυφη του σενειρ, και του αερμων, απο τισ φωλιεσ των λιονταριων, απο τα βουνα των παρδαλεων. πληγωσεσ την καρδια μου, αδελφη μου, νυφη· πληγωσεσ την καρδια μου με ενα απο τα ματια σου, με εναν πλοκαμο του τραχηλου σου. ποσο ωραια ειναι η αγαπη σου, αδελφη μου, νυφη! ποσο καλυτερη η αγαπη σου παρα το κρασι! και η ευωδια των μυρων σου παρα ολα τα αρωματα! τα χειλη σου, νυφη, σταζουν σαν κηρηθρα· μελι και γαλα ειναι κατω απο τη γλωσσα σου· και η ευωδια των ιματιων σου σαν ευωδια του λιβανου. κηποσ κλεισμενοσ ειναι η αδελφη μου, η νυφη μου· βρυση κλεισμενη, πηγη σφραγισμενη. τα βλασταρια σου ειναι παραδεισοσ απο ροδια, μαζι με εκλεκτουσ καρπουσ· κυπροσ μαζι με ναρδο· ναρδοσ και κροκοσ· καλαμι και κινναμωμο, με ολα τα δεντρα του θυμιαματοσ· σμυρνα και αλοη, μαζι με ολα τα πρωτησ ταξησ αρωματα· πηγη κηπων, πηγαδι ζωντανου νερου, και ρυακια απο τον λιβανο. σηκω βορρια· και ελα, νοτε· πνευσε στον κηπο μου· για να ξεχυθουν τα αρωματα του. ασ ερθει ο αγαπητοσ μου στον κηπο του, και ασ φαει τουσ εξαιρετουσ καρπουσ του.

5

ηρθα στον κηπο μου, αδελφη μου, νυφη· τρυγησα τη σμυρνα μου με τα αρωματα μου· εφαγα την κηρηθρα μου με το μελι μου· ηπια το κρασι μου με το γαλα μου· φιλοι, φατε· πιειτε, ναι, αγαπητοι, πιειτε αφθονα. εγω κοιμαμαι, αλλ' η καρδια μου αγρυπναει· η φωνη του αγαπητου μου· κρουει· «ανοιξε μου, αδελφη μου, αγαπητη μου, περιστερα μου, αψεγαδιαστη μου· επειδη, το κεφαλι μου γεμισε απο δροσο, οι πλοκαμοι των μαλλιων μου απο σταγονεσ τησ νυχτασ». «ξεντυθηκα τον χιτωνα μου· πωσ να τον φορεσω ξανα; ενιψα τα ποδια μου· πωσ να τα μολυνω ξανα;». ο αγαπητοσ μου εβαλε μεσα το χερι του, μεσα απο την τρυπα τησ θυρασ, και τα σπλαχνα μου ταραχτηκαν γι' αυτον. εγω σηκωθηκα για να ανοιξω στον αγαπητο μου· και τα χερια μου εσταζαν σμυρνα, και τα δαχτυλα μου σταλαχτη σμυρνα, επανω στισ λαβεσ του μοχλου. εγω ανοιξα στον αγαπητο μου· αλλ' ο αγαπητοσ μου συρθηκε, εφυγε· η ψυχη μου λιποθυμησε στον λογο του· τον αναζητησα, και δεν τον βρηκα· του φωναξα, αλλα δεν μου απαντησε. με βρηκαν οι φυλακεσ, αυτοι που περιερχονται την πολη, με χτυπησαν, με πληγωσαν· οι φυλακεσ των τειχων μου αφαιρεσαν το ιματιο μου. θυγατερεσ τησ ιερουσαλημ, σασ ορκιζω, αν βρειτε τον αγαπητο μου, τι θα του πειτε; οτι ειμαι πληγωμενη απο αγαπη. σε τι διαφερει απο αλλον αγαπητον ο αγαπητοσ σου, ω ωραια, αναμεσα στισ γυναικεσ; σε τι διαφερει απο αλλον αγαπητον ο αγαπητοσ σου, και μασ ορκισεσ ετσι; ο αγαπητοσ μου ειναι ασπροσ και κοκκινοσ, ο οποιοσ διακρινεται αναμεσα σε μυριαδεσ· το κεφαλι του ειναι δοκιμασμενο χρυσαφι, οι πλοκαμοι του κλαδοι φοινικων, μαυροι σαν κορακασ· τα ματια του σαν των περιστεριων επανω σε ρυακια νερων, λουσμενα σε γαλα, που ταιριαζουν σαν πετρεσ ενθεσησ· τα σαγονια του σαν πρασιεσ αρωματων, σαν αλωνια αρωματικων φυτων· τα χειλη του σαν κρινα, που σταζουν σταλαχτη σμυρνα· τα χερια του δαχτυλιδια χρυσα, γεματα με βηρυλλιο, η κοιλια του ελεφαντινο εργο τεχνησ, κοσμημενο ολογυρα με σαπφειρουσ· οι κνημεσ του σαν μαρμαρινοι στυλοι, στηριγμενοι επανω σε βασεισ απο καθαρο χρυσαφι· η μορφη του σαν τον λιβανο· εξοχοσ, οπωσ οι κεδροι. ο ουρανισκοσ του ειναι γλυκασμοι· κι αυτοσ ολοκληροσ επιθυμητοσ. αυτοσ ειναι ο αγαπητοσ μου, κι αυτοσ ο φιλοσ μου, θυγατερεσ τησ ιερουσαλημ.

6

που πηγε ο αγαπητοσ σου, ω ωραια, αναμεσα στισ γυναικεσ; που στραφηκε ο αγαπητοσ σου; και θα τον αναζητησουμε μαζι σου. ο αγαπητοσ μου κατεβηκε στον κηπο του, στισ πρασιεσ των αρωματων, για να ποιμαινει μεσα στουσ κηπουσ, και να μαζευει κρινα. εγω ειμαι του αγαπητου μου, και ο αγαπητοσ μου ειναι δικοσ μου· ποιμαινει αναμεσα στα κρινα. εισαι ωραια, αγαπητη μου, σαν τη θερσα, χαριτωμενη σαν την ιερουσαλημ, τρομερη σαν στρατοσ με σημαιεσ. αποστρεψε τα ματια σου απο πανω μου, επειδη με κατεπληξαν· τα μαλλια σου ειναι σαν ποιμνιο απο κατσικια, που κατεβαινουν απο το βουνο γαλααδ. τα δοντια σου ειναι σαν ποιμνιο απο προβατα, τα οποια ανεβαινουν απο το λουσιμο, που γεννουν παντοτε διδυμα, και δεν υπαρχει ατεκνο αναμεσα τουσ· τα μαγουλα σου ειναι σαν ενα κομματι απο ροδι αναμεσα στουσ πλοκαμουσ σου. υπαρχουν 60 βασιλισσεσ, και 80 παλλακεσ, και αναριθμητεσ νεανιδεσ· μια ειναι η περιστερα μου, η αψεγαδιαστη μου· αυτη ειναι η μονη τησ μητερασ τησ· ειναι η εκλεκτη εκεινησ που τη γεννησε. την ειδαν οι θυγατερεσ, και τη μακαρισαν· οι βασιλισσεσ και οι παλλακεσ, και την επαινεσαν. ποια ειναι αυτη, που βγαινει σαν την αυγη, ωραια σαν το φεγγαρι, που λαμπει σαν τον ηλιο, τρομερη σαν στρατοσ με σημαιεσ; κατεβηκα στον κηπο με τισ καρυδιεσ για να δω τη χλοη τησ κοιλαδασ, να δω αν βλαστησε η αμπελοσ, κι αν ανθισαν οι ροδιεσ. χωρισ να αισθανθω, η ψυχη μου με εκανε σαν τισ αμαξεσ του αμινναδιβ. γυρνα πισω, γυρνα πισω, ω σουλαμιτιδα· γυρνα πισω, γυρνα πισω, για να σε θωρησουμε. τι θα δειτε στη σουλαμιτιδα; σαν εναν χορο δυο στρατοπεδων;

7

ποσο ωραια ειναι τα βηματα σου με τα σανδαλια, θυγατερα του ηγεμονα! το τορνευμα των μηρων σου ειναι ομοιο με περιδεραιο, εργο χεριων καλλιτεχνη. ο αφαλοσ σου ειναι τορνευτοσ κρατηρασ, γεματοσ απο αναμικτο κρασι· η κοιλια σου θημωνια σιταριου, περιφραγμενη με κρινα· οι δυο μαστοι σου ειναι σαν δυο διδυμοι σκυμνοι δορκαδασ· ο τραχηλοσ σου σαν ελεφαντινοσ πυργοσ· τα ματια σου σαν τισ κολυμβητικεσ λιμνεσ στην εσεβων, κοντα στην πυλη βαθ-ραββιμ· η μυτη σου σαν τον πυργο του λιβανου, που βλεπει προσ τη δαμασκο· το κεφαλι σου επανω σου οπωσ ο καρμηλοσ, και η κομη του κεφαλιου σου οπωσ η πορφυρα· ο βασιλιασ ειναι δεμενοσ στουσ πλοκαμουσ σου. ποσο ωραια και ποσο ευχαριστη εισαι, αγαπητη, εξαιτιασ των εντρυφησεων! τουτο το αναστημα σου μοιαζει με φοινικα, και οι μαστοι σου με τσαμπια. ειπα: θα ανεβω στον φοινικα, θα πιασω τα βαγια του· και να, οι μαστοι σου θα ειναι σαν τσαμπια τησ αμπελου, και η οσμη τησ μυτησ σου σαν μηλα· και ο ουρανισκοσ σου οπωσ το καλο κρασι, που ρεει ευχαριστα για τον αγαπητο μου, και κανει να μιλουν τα χειλη αυτων που κοιμουνται. εγω ειμαι του αγαπητου μου, και η επιθυμια του ειναι σε μενα. ελα, αγαπητε μου, ασ βγουμε στο χωραφι· ασ διανυχτερευσουμε στισ κωμοπολεισ. ασ ξημερωθουμε στουσ αμπελωνεσ· ασ δουμε αν βλαστησε η αμπελοσ, αν ανοιξε το ανθοσ του σταφυλιου, κι αν ανθισαν οι ροδιεσ· εκει θα δωσω την αγαπη μου σε σενα. οι μανδραγορεσ εδωσαν οσμη, και στισ θυρεσ μασ υπαρχει καθε ειδοσ απο αρεστουσ καρπουσ, νεουσ και παλιουσ, που φυλαξα, αγαπητε μου, για σενα.

8

ειθε να ησουν σαν αδελφοσ μου, που να ειχεσ θηλασει τουσ μαστουσ τησ μητερασ μου! αν σε εβρισκα εξω, θα σε φιλουσα, και δεν θα με καταφρονουσαν. θα σε εσερνα, και θα σε εβαζα μεσα στο σπιτι τησ μητερασ μου, για να με διδαξεισ· θα σε ποτιζα αρωματικο κρασι, και χυμο του ροδιου μου. το αριστερο του χερι θα ηταν κατω απο το κεφαλι μου, και το δεξι του θα με ειχε αγκαλιασει. θυγατερεσ τησ ιερουσαλημ, σασ ορκιζω, μη ενοχλησετε ουτε να ξυπνησετε την αγαπη μου, μεχρισ οτου θελησει. ποια ειναι αυτη που ανεβαινει απο την ερημο, που επιστηριζεται επανω στον αγαπητο τησ; εγω σε ξυπνησα κατω απο τη μηλια· εκει σε κοιλοπονησε η μητερα σου· εκει σε γεννησε αυτη που σε ετεκε. βαλε με, σαν σφραγιδα, επανω στην καρδια σου, σαν σφραγιδα επανω στον βραχιονα σου· επειδη, η αγαπη ειναι ισχυρη σαν τον θανατο· η ζηλοτυπια σκληρη σαν τον αδη· οι φλογεσ τησ ειναι φλογεσ φωτιασ, μια ορμητικοτατη αναφλεξη. πολλα νερα δεν μπορουν να σβησουν την αγαπη, ουτε ποταμια μπορουν να την πνιξουν· αν καποιοσ δωσει ολα τα υπαρχοντα του σπιτιου του για την αγαπη, θα τα καταφρονησουν ολοκληρωτικα. εμεισ εχουμε μια μικρη αδελφη, και δεν εχει μαστουσ· τι θα κανουμε στην αδελφη μασ, την ημερα που θα γινει λογοσ γι' αυτη; αν υπαρχει τειχοσ, θα οικοδομησουμε επανω τησ ασημενιο παλατι· και αν υπαρχει θυρα, θα την ασφαλισουμε ολογυρα με κεδρινεσ σανιδεσ. εγω ειμαι τειχοσ, και οι μαστοι μου σαν πυργοι· τοτε ημουν στα ματια του σαν εκεινη που βρισκει ειρηνη. ο σολομωντασ ειχε εναν αμπελωνα στη βααλ-χαμων· εδωσε τον αμπελωνα σε φυλακεσ· καθε ενασ επρεπε να φερει για τον καρπο του 1.000 αργυρια. ο αμπελωνασ μου ειναι μπροστα μου· τα 1.000 αργυρια ασ ειναι για σενα, ω σολομωντα, και 200 γι' αυτουσ που φυλαττουν τον καρπο του. ω, εσυ, που καθεσαι στουσ κηπουσ, οι συντροφοι προσεχουν στη φωνη σου· κανε με να την ακουσω. φευγε, αγαπητε μου, και γινε ομοιοσ με δορκαδα η με σκυμνον ελαφινασ επανω στα βουνα των αρωματων.

ρουθ

1

και στισ ημερεσ κατα τισ οποιεσ εκριναν οι κριτεσ, εγινε πεινα στη γη. και ενασ ανθρωποσ απο τη βηθλεεμ-ιηhυδα πηγε να παροικησει στη γη του μωαβ, αυτοσ, η γυναικα του, και οι δυο γιοι του. το δε ονομα του ανθρωπου ηταν ελιμελεχ, και το ονομα τησ γυναικασ του ηταν ναομι, και το ονομα των δυο γιων του μααλων και χελαιων, εφραθαιοι, απο τη βηθλεεμ-ιηhυδα. και ηρθαν στη γη του μωαβ, και ησαν εκει. και ο ελιμελεχ, ο ανδρασ τησ ναομι, πεθανε· και απεμεινε αυτη και οι δυο γιοι τησ. και αυτοι πηραν για τον εαυτο τουσ γυναικεσ μωαβιτισσεσ· το ονομα τησ μιασ ηταν ορφα, και το ονομα τησ αλλησ ρουθ· και κατοικησαν εκει δεκα χρονια. πεθαναν, ομωσ, και οι δυο, ο μααλων και ο χελαιων· και η γυναικα στερηθηκε τουσ δυο γιουσ τησ, και τον ανδρα τησ. τοτε, σηκωθηκε αυτη και οι νυφεσ τησ, και επεστρεψαν απο τη γη του μωαβ· επειδη, ακουσε στη γη του μωαβ οτι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επισκεφθηκε τον λαο του, δινοντασ τουσ ψωμι. και βγηκε απο τον τοπο οπου βρισκοταν, και οι δυο νυφεσ τησ μαζι τησ· και πορευονταν τον δρομο για να επιστρεψουν στη γη του ιηhυδα. και η ναομι ειπε στισ δυο νυφεσ τησ: πηγαινετε, γυριστε καθε μια στο σπιτι τησ μητερασ τησ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να κανει ελεοσ σε σασ, καθωσ εσεισ κανατε ελεοσ στουσ αποθανοντεσ και σε μενα· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να σασ δωσει να βρειτε αναπαυση, καθε μια στο σπιτι του ανδρα τησ. και τισ φιλησε· κι αυτεσ υψωσαν τη φωνη τουσ, και εκλαψαν. και τησ ειπαν: οχι· αλλα μαζι σου θα επιστρεψουμε στον λαο σου. και η ναομι ειπε: επιστρεψτε, θυγατερεσ μου· γιατι ναρθετε μαζι μου; μηπωσ εχω ακομα γιουσ στην κοιλια μου, για να γινουν ανδρεσ σασ; επιστρεψτε, θυγατερεσ μου, πηγαινετε· επειδη, εγω γερασα, και δεν ειμαι πια για ανδρα· αν ελεγα: εχω ελπιδα, αν μαλιστα παντρευομουν αυτη τη νυχτα, και γεννουσα ακομα γιουσ, θα τουσ περιμενατε μεχρισ οτου μεγαλωσουν; θα αναβαλατε γι' αυτουσ το να παντρευτειτε; μη, θυγατερεσ μου· επειδη, πικραθηκα, πολυ περισσοτερο παρ' ο,τι εσεισ, που το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βγηκε εναντιον μου. κι εκεινεσ υψωσαν τη φωνη τουσ, και εκλαψαν ξανα· και η ορφα καταφιλησε την πεθερα τησ· η ρουθ, ομωσ, προσκολληθηκε σ' αυτη. και η ναομι ειπε: δεσ, η συνυφαδα σου επεστρεψε στον λαο τησ, και στουσ θεουσ τησ· επιστρεψε κι εσυ πισω απο τη συνυφαδα σου. αλλα, η ρουθ ειπε: μη με αναγκαζεισ να σε αφησω, για να φυγω απο πισω σου· επειδη, οπου αν πασ εσυ, θα παω κι εγω· και οπου θα παραμεινεισ εσυ, θα παραμεινω κι εγω· ο λαοσ σου, λαοσ μου, και ο θεοσ σου, θεοσ μου· οπου κι αν πεθανεισ, θα πεθανω κι εγω, κι εκει θα ταφω· ετσι να κανει σε μενα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ετσι να προσθεσει, αν κατι αλλο εκτοσ απο τον θανατο με χωρισει απο σενα. και βλεποντασ η ναομι οτι αυτη επεμενε να παει μαζι τησ, σταματησε να τησ μιλαει. και περπατησαν και οι δυο τουσ, μεχρισ οτου εφτασαν στη βηθλεεμ. και οταν εφτασαν στη βηθλεεμ, ολοκληρη η πολη συγκινηθηκε γι' αυτεσ, και οι γυναικεσ ελεγαν: αυτη ειναι η ναομι; κι αυτη ειπε σ' αυτεσ: μη με ονομαζετε ναομι· ονομαζετε με μαρα· επειδη, ο παντοδυναμοσ με πικρανε υπερβολικα· εγω αναχωρησα γεματη, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με επανεφερε αδειανη· γιατι με ονομαζετε ναομι, αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωσε μαρτυρια εναντιον μου, και ο παντοδυναμοσ με κατεθλιψε; η ναομι, λοιπον, επεστρεψε και μαζι τησ η ρουθ η μωαβιτισσα, η νυφη τησ, που ηρθε απο τη γη του μωαβ· κι αυτεσ εφτασαν στη βηθλεεμ στην αρχη του θερισμου των κριθαριων.

2

ειχε, μαλιστα, η ναομι καποιον συγγενη του ανδρα τησ, εναν ανθρωπο δυνατον σε ισχυ, απο τη συγγενεια του ελιμελεχ· και το ονομα του ηταν βοοζ. και η ρουθ η μωαβιτισσα ειπε στη ναομι: ασ παω, παρακαλω, στο χωραφι για να μαζεψω σταχυα πισω απο οποιον βρω χαρη στα ματια του· και τησ ειπε: πηγαινε, θυγατερα μου. και πηγε, και καθωσ ηρθε σταχυολογουσε στο χωραφι πισω απο τουσ θεριστεσ· και ετυχε σε ενα μεροσ του χωραφιου του βοοζ, που ηταν απο τη συγγενεια του ελιμελεχ. και να, ο βοοζ ηρθε απο τη βηθλεεμ, και ειπε στουσ θεριστεσ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μαζι σασ. και του αποκριθηκαν: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να σε ευλογησει. τοτε, ο βοοζ ειπε στον υπηρετη του, τον επιστατη των θεριστων: τινοσ ειναι αυτη η νεα; και ο υπηρετησ, ο επιστατησ των θεριστων, απαντησε, και ειπε: ειναι η νεα η μωαβιτισσα, αυτη που επεστρεψε μαζι με τη ναομι απο τη γη του μωαβ· και ειπε: ασ σταχυολογησω, παρακαλω, και ασ μαζεψω κατι αναμεσα στα δεματια πισω απο τουσ θεριστεσ· και ηρθε, και σταθηκε απο το πρωι μεχρι τουτη την ωρα· μονον λιγο αναπαυθηκε στο σπιτι. και ο βοοζ ειπε στη ρουθ: δεν ακουσ, θυγατερα μου; μη πασ να σταχυολογησεισ σε αλλο χωραφι ουτε να φυγεισ απο εδω, αλλα μενε εδω με τα κοριτσια μου· ασ ειναι τα ματια σου επανω στο χωραφι οπου θεριζουν, και πηγαινε πισω απ' αυτεσ· δεν προσταξα εγω στουσ νεουσ να μη σε αγγιξουν; και οταν διψασεισ, πηγαινε στα αγγεια, και πινε απ' ο,τι αντλησουν οι νεοι. κι εκεινη επεσε κατα προσωπο, και προσκυνησε μεχρι το εδαφοσ, και του ειπε: πωσ εγω βρηκα χαρη στα ματια σου, ωστε να λαβεισ προνοια για μενα, ενω ειμαι ξενη; και ο βοοζ απαντησε και τησ ειπε: μου αναγγελθηκαν ολα οσα εκανεσ στην πεθερα σου μετα τον θανατο του ανδρα σου· και οτι αφησεσ τον πατερα σου και τη μητερα σου, και τη γη τησ γεννησησ σου, και ηρθεσ σε λαο που πριν δεν γνωριζεσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να ανταμειψει το εργο σου, και ο μισθοσ σου να ειναι πληρησ απο τον κυριο τον θεο του ισραηλ, κατω απο τισ φτερουγεσ του οποιου ηρθεσ να σκεπαστεισ. κι εκεινη ειπε: ασ βρω χαρη στα ματια σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου· επειδη με παρηγορησεσ, και επειδη μιλησεσ με ευμενεια στη δουλη σου, αν κι εγω δεν ειμαι ουτε σαν μια απο τισ θεραπαινιδεσ σου. και ο βοοζ, την ωρα του φαγητου, τησ ειπε: ελα, και φαε απο το ψωμι, και βρεξε το ψωμι σου στο ξιδι. κι αυτη καθησε στα πλαγια των θεριστων· κι εκεινοσ τησ εδωσε σιταρι φρυγανισμενο, και εφαγε, και χορτασε, και περισσευσε. και σηκωθηκε να σταχυολογησει, και ο βοοζ προσταξε στουσ νεουσ του, λεγοντασ: ασ σταχυολογει και αναμεσα στα δεματια, και μη την επιπληττετε· και, μαλιστα, αφηνετε να πεφτει και κατι απο τα χειροβολα γι' αυτη, και αφηνετε να μαζευει, και μη την ελεγχετε. και σταχυολογησε στο χωραφι μεχρι την εσπερα, και κοπανισε οσο σταχυολογησε· και ηταν μεχρι ενα εφα κριθαρι. και το σηκωσε, και μπηκε στην πολη· και η πεθερα τησ ειδε οσο σταχυολογησε· και η ρουθ, βγαζοντασ, τησ εδωσε ο,τι ειχε περισσευσει, αφου χορτασε. και η πεθερα τησ ειπε σ' αυτην: που σταχυολογησεσ σημερα; και που δουλεψεσ; ευλογημενοσ να ειναι εκεινοσ που ελαβε προνοια για σενα. κι εκεινη φανερωσε στην πεθερα τησ σε τινοσ χωραφι δουλεψε, και ειπε: το ονομα του ανθρωπου, στον οποιο δουλεψα σημερα, ειναι βοοζ. και η ναομι ειπε στη νυφη τησ: ευλογημενοσ απο τον κυριο εκεινοσ, που δεν αφησε το ελεοσ του προσ αυτουσ που ζουν, και προσ αυτουσ που πεθαναν. και η ναομι τησ ειπε: συγγενησ μασ ειναι αυτοσ ο ανθρωποσ, απο τουσ κοντινουσ συγγενεισ μασ. και η ρουθ η μωαβιτισσα ειπε: αυτοσ μου ειπε ακομα: εσυ θα μενεισ με τουσ ανθρωπουσ μου, μεχρισ οτου τελειωσουν ολοκληρο τον θερισμο μου. και η ναομι ειπε στη ρουθ, τη νυφη τησ: ειναι καλο, θυγατερα μου, να βγαινεισ μαζι με τα κοριτσια του, και να μη σε συναντησουν σε αλλο χωραφι. και προσκολληθηκε στα κοριτσια του βοοζ για να σταχυολογει, μεχρισ οτου τελειωσει ο θερισμοσ των κριθαριων, και ο θερισμοσ του σιταριου· και καθοταν μαζι με την πεθερα τησ.

3

και η ναομι, η πεθερα τησ, τησ ειπε: θυγατερα μου, να μη ζητησω αναπαυση σε σενα για να ευημερησεισ; και, τωρα, μηπωσ ο βοοζ δεν ειναι απο τη συγγενεια μασ, μαζι με τα κοριτσια του οποιου ησουν; δεσ, αυτοσ λικμιζει αυτη τη νυχτα το αλωνι των κριθαριων· λουσου, λοιπον, και αλειψου, και ντυσου τη στολη σου, και κατεβα στο αλωνι· μη γνωριστεισ στον ανθρωπο, μεχρισ οτου τελειωσει απο το να φαει και να πιει· κι ενω πλαγιαζει, παρατηρησε τον τοπο οπου πλαγιαζει, και αφου ερθεισ, σηκωσε το σκεπασμα απο τα ποδια του, και πλαγιασε· κι εκεινοσ θα σου πει τι να κανεισ. κι εκεινη τησ ειπε: ολα οσα μου λεσ θα τα κανω. και κατεβηκε στο αλωνι, και εκανε ολα οσα την προσταξε η πεθερα τησ. και αφου ο βοοζ εφαγε και ηπιε, και ευφρανθηκε η καρδια του, πηγε να πλαγιασει στην ακρη του σωρου του σιταριου· κι εκεινη ηρθε κρυφα, και σηκωσε το σκεπασμα του απο τα ποδια του, και πλαγιασε. και κατα τα μεσανυχτα ο ανθρωποσ ξυπνησε ξαφνικα και συνταραχθηκε· και νασου, μια γυναικα κοιμοταν κοντα στα ποδια του. και ειπε: ποια εισαι εσυ; κι εκεινη απαντησε: εγω, η ρουθ η δουλη σου· απλωσε, λοιπον, τισ φτερουγεσ σου επανω στη δουλη σου· επειδη, εισαι ο πιο κοντινοσ συγγενησ μου. κι εκεινοσ ειπε: ευλογημενη να εισαι απο τον κυριο, θυγατερα· επειδη, εδειξεσ περισσοτερη αγαθοσυνη τελευταια απ' ο,τι πριν, μη πηγαινοντασ πισω απο νεουσ, ειτε φτωχουσ ειτε πλουσιουσ· και τωρα, θυγατερα, μη φοβασαι· θα κανω σε σενα ο,τι πεισ· επειδη, ολοκληρη η πολη του λαου μου ξερει οτι εισαι εναρετη γυναικα· και τωρα ειναι αληθινο οτι εγω ειμαι στενοσ συγγενησ· ομωσ, υπαρχει ενασ αλλοσ συγγενησ πιο στενοσ απο μενα· μεινε αυτη τη νυχτα· και το πρωι, αν αυτοσ θελει να εκπληρωσει σε σενα το συγγενικο του χρεοσ, ειναι καλο· ασ το εκπληρωσει· αλλα, αν δεν θελει να εκπληρωσει σε σενα το συγγενικο του χρεοσ, τοτε εγω θα το εκπληρωσω σε σενα, ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κοιμησου μεχρι το πρωι. και κοιμηθηκε κοντα στα ποδια του μεχρι το πρωι· και σηκωθηκε, πριν ανθρωποσ διακρινει ανθρωπο. κι εκεινοσ ειπε: ασ μη γινει γνωστο οτι η γυναικα ηρθε στο αλωνι. κι ακομα ειπε: φερε το περικαλυμμα που ειναι επανω σου, και κρατα το. κι εκεινη το κρατουσε, κι αυτοσ τησ μετρησε εξι μετρα κριθαρι, και το εβαλε επανω τησ· και πηγε στην πολη. και οταν ηρθε στην πεθερα τησ, εκεινη ειπε: τι εγινε σε σενα, θυγατερα μου; κι αυτη τησ ανηγγειλε ολα οσα τησ εκανε ο ανθρωποσ· και ειπε: μου εδωσε αυτα τα εξι μετρα κριθαρι· επειδη, δεν θα πασ, μου ειπε, αδειανη στην πεθερα σου. κι εκεινη ειπε: καθησε, θυγατερα μου, μεχρισ οτου δεισ πωσ θα τελειωσει το πραγμα· επειδη, ο ανθρωποσ δεν θα ησυχασει, μεχρισ οτου τελειωσει το πραγμα σημερα.

4

και ο βοοζ ανεβηκε στην πυλη, και καθησε εκει· και να, περνουσε ο συγγενησ, για τον οποιο ειχε μιλησει ο βοοζ. και ειπε: ω, εσυ, γυρισε, καθησε εδω. και γυρνα, και καθησε. και πηρε ο βοοζ δεκα ανδρεσ απο τουσ πρεσβυτερουσ τησ πολησ, και ειπε: καθηστε εδω. και καθησαν. και ειπε στον συγγενη του: η ναομι, που γυρισε απο τη γη του μωαβ, πουλαει το μεριδιο του χωραφιου τησ, που ηταν του αδελφου μασ ελιμελεχ· και εγω ειπα να σε ειδοποιησω, λεγοντασ: αγορασε το, μπροστα στουσ κατοικουσ, και μπροστα στουσ πρεσβυτερουσ του λαου μου· αν θελεισ να το εξαγορασεισ ωσ συγγενησ, εξαγορασε το· αλλα, αν δεν θελεισ να το εξαγορασεισ, πεσ μου, για να ξερω· επειδη, δεν υπαρχει αλλοσ να το εξαγορασει ωσ συγγενησ, παρα εσυ· και εγω ειμαι υστερα απο σενα. κι εκεινοσ ειπε: εγω θα το εξαγορασω. και ο βοοζ ειπε: κατα την ημερα που θα αγορασεισ το χωραφι απο το χερι τησ ναομι, πρεπει να παρεισ και τη ρουθ τη μωαβιτισσα, τη γυναικα του αποθανοντα, για να αναστησεισ το ονομα του αποθανοντα επανω στην κληρονομια του. και ο συγγενησ ειπε: δεν μπορω να εκπληρωσω το συγγενικο μου χρεοσ, μηπωσ και φθειρω την κληρονομια μου· εκπληρωσε εσυ το συγγενικο μου χρεοσ, επειδη εγω δεν μπορω να το εκπληρωσω. αυτοσ, βεβαια, ηταν ο τροποσ τον παλιο καιρο στον ισραηλ για το δικαιωμα τησ συγγενειασ, και για την απαλλοτριωση, για να βεβαιωνεται καθε λογοσ· ο ανθρωποσ λυνοντασ το υποδημα του, το εδινε στον πλησιον του· κι αυτο ηταν μαρτυρια στον ισραηλ. γι' αυτο, ο συγγενησ ειπε στον βοοζ: αγορασε το εσυ στον εαυτο σου. και ελυσε το υποδημα του. τοτε ο βοοζ ειπε στουσ πρεσβυτερουσ και σε ολοκληρο τον λαο: ειστε σημερα μαρτυρεσ, οτι αγορασα ολα οσα ειχε ο ελιμελεχ, και ολα οσα ειχαν ο χελαιων και ο μααλων, απο το χερι τησ ναομι· κι ακομα, τη ρουθ τη μωαβιτισσα, τη γυναικα του μααλων, την πηρα στον εαυτο μου για γυναικα, για να αναστησω το ονομα του αποθανοντα επανω στην κληρονομια του, για να μη εξαλειφθει το ονομα του αποθανοντα απο τα αδελφια του, και απο την πολη τησ κατοικιασ του· ειστε σημερα μαρτυρεσ. και ολοσ ο λαοσ, που ηταν στην πυλη, και οι πρεσβυτεροι, ειπαν: μαρτυρεσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να κανει τη γυναικα, που μπαινει μεσα στο σπιτι σου, σαν τη ραχηλ, και σαν τη λεια, που και οι δυο οικοδομησαν τον οικο ισραηλ· και να γινεισ δυνατοσ στην εφραθα, και να εισαι περιφημοσ στη βηθλεεμ· και ασ γινει η οικογενεια σου σαν την οικογενεια του φαρεσ, που η θαμαρ γεννησε στον ιηhυδα, απο το σπερμα που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα δωσει σε σενα απ' αυτη τη νεα. και ο βοοζ πηρε τη ρουθ, και εγινε γυναικα του· και οταν μπηκε μεσα σ' αυτη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ εδωσε συλληψη, και γεννησε γιο. και οι γυναικεσ ειπαν στη ναομι: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που σημερα δεν σε αποστερησε απο συγγενη, ωστε να καλειται το ονομα του στον ισραηλ· κι αυτοσ θα ειναι σε σενα αναψυχωτησ τησ ζωησ, και θα θρεψει την πολια σου· επειδη, τον γεννησε η νυφη σου, που σε αγαπαει, η οποια ειναι σε σενα καλυτερη απο επτα γιουσ. τοτε, η ναομι πηρε το παιδι, και το εβαλε στον κορφο τησ, και εγινε σ' αυτο τροφοσ. και οι γειτονισσεσ του εδωσαν ονομα, λεγοντασ: γιοσ γεννηθηκε στη ναομι· και αποκαλεσαν το ονομα του: ωβηδ· αυτοσ ειναι ο πατερασ του ιεσσαι, του πατερα του δαβιδ. αυτη ειναι η γενεαλογια του φαρεσ: ο φαρεσ γεννησε τον εσρων, και ο εσρων γεννησε τον αραμ, και ο αραμ γεννησε τον αμιναδαβ, και ο αμιναδαβ γεννησε τον ναασσων, και ο ναασσων γεννησε τον σαλμων, και ο σαλμων γεννησε τον βοοζ, και ο βοοζ γεννησε τον ωβηδ, και ο ωβηδ γεννησε τον ιεσσαι, και ο ιεσσαι γεννησε τον δαβιδ.

πωσ

1

πωσ καθησε μονη η πολη, που ηταν γεματη απο λαουσ! εγινε σαν χηρα, αυτη που ηταν γεματη απο εθνη! αυτη που ηγεμονευε στισ επαρχιεσ εγινε υποτελησ! κλαιει ακαταπαυστα τη νυχτα, και τα δακρυα τησ κατεβαινουν επανω στα σαγονια τησ· απ' ολουσ εκεινουσ που την αγαπουν, δεν υπαρχει αυτοσ που να την παρηγορει· ολοι οι φιλοι τησ φερθηκαν σ' αυτην απιστα· εγιναν σ' αυτην εχθροι. αιχμαλωτιστηκε ο ιηhυδασ απο θλιψη και βαρια δουλεια· καθεται μεσα στα εθνη· δεν βρισκει αναπαυση· ολοι οι διωκτεσ του τον επιασαν μεσα στα στενα. πενθουν οι δρομοι τησ σιων, επειδη δεν ερχεται κανενασ στισ γιορτεσ· ολεσ οι πυλεσ τησ ειναι ερημεσ· οι ιερεισ τησ αναστεναζουν, οι παρθενεσ τησ ειναι περιλυπεσ, κι αυτη γεματη πικρια. οι εναντιοι τησ εγιναν κεφαλι, οι εχθροι τησ ευημερουν· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh την κατεθλιψε εξαιτιασ του πληθουσ των ανομιων τησ· τα νηπια τησ πηγαν σε αιχμαλωσια μπροστα απο τον εχθρο. και απο τη θυγατερα σιων εφυγε ολη η δοξα τησ· οι αρχοντεσ τησ εγιναν σαν ελαφια που δεν εβρισκαν βοσκη, και βαδιζαν χωρισ δυναμη μπροστα απ' αυτουσ που τουσ καταδιωκαν. η ιερουσαλημ θυμηθηκε, στισ ημερεσ τησ θλιψησ τησ και τησ εξωσησ τησ, ολα τα επιθυμητα τησ, που ειχε απο τα αρχαια χρονια, οταν ο λαοσ τησ επεσε στο χερι του εχθρου, και δεν υπηρχε αυτοσ που να τη βοηθησει· την ειδαν οι εχθροι, γελασαν εξαιτιασ τησ καταπαυσησ τησ. η ιερουσαλημ αμαρτησε αμαρτια· γι' αυτο εγινε σαν ακαθαρτη· ολοι αυτοι που τη δοξαζαν την καταφρονησαν, επειδη ειδαν την ασχημοσυνη τησ· κι αυτη αναστεναζε, και στραφηκε προσ τα πισω. η ακαθαρσια τησ ηταν στα κρασπεδα τησ· δεν θυμηθηκε τα τελη τησ· γι' αυτο, ταπεινωθηκε εκπληκτικα· δεν υπηρχε εκεινοσ που να την παρηγορει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεσ τη θλιψη μου, επειδη ο εχθροσ μεγαλυνθηκε. ο εχθροσ απλωσε το χερι του επανω σε ολα τα επιθυμητα τησ· επειδη, αυτη ειδε τα εθνη που εμπαιναν μεσα στο αγιαστηριο τησ, τα οποια ειχεσ προσταξει να μη μπουν μεσα στη συναγωγη σου. ολοκληροσ ο λαοσ τησ στεναζει υπερβολικα, ζητωντασ ψωμι· τα επιθυμητα τουσ τα εδωσαν αντι για τροφη, για να επανελθει η ψυχη τουσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεσ, και επιβλεψε· επειδη, εγινα εξουθενωμενη. ω! προσ εσασ, ολοι οσοι διαβαινετε τον δρομο· επιβλεψτε, και δειτε, αν υπαρχει πονοσ σαν τον πονο μου, που εγινε σε μενα, με τον οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με εθλιψε κατα την ημερα τησ οργησ του θυμου του. εστειλε φωτια απο ψηλα επανω στα κοκαλα μου, και τα κατακρατησε· απλωσε διχτυ στα ποδια μου· με εστρεψε προσ τα πισω· με εκανε αφανισμενη, ολη την ημερα να εχω οδυνεσ. ο ζυγοσ των ασεβηματων μου συσφιχτηκε με το χερι του· περιπλεχτηκαν, ανεβηκαν επανω στον τραχηλο μου· κατελυσε τη δυναμη μου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh με παρεδωσε σε χερια, απο τα οποια δεν μπορω να σηκωθω. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστρωσε καταγησ ολουσ τουσ δυνατουσ μου, στο μεσον μου· καλεσε εναντιον μου ορισμενον καιρο για να συντριψει τουσ εκλεκτουσ μου· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh πατησε σε ληνο την παρθενα, τη θυγατερα του ιηhυδα. γι' αυτα, εγω θρηνω· τα ματια μου, τα ματια μου κατεβαζουν νερα· επειδη, απομακρυνθηκε απο μενα ο παρηγορητησ, αυτοσ που αναζωοποιει την ψυχη μου· οι γιοι μου αφανιστηκαν, επειδη, ο εχθροσ υπερισχυσε. η σιων απλωνει τα χερια τησ, δεν υπαρχει αυτοσ που παρηγορει· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε για τον ιακωβ· οι εχθροι του τον περικυκλωσαν· η ιερουσαλημ εγινε αναμεσα τουσ σαν ακαθαρτη. δικαιοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη αποστατησα απο τον λογο του. ακουστε, παρακαλω, ολοι οι λαοι, και δεστε τον πονο μου· οι παρθενεσ μου και οι νεανισκοι μου πορευτηκαν σε αιχμαλωσια. καλεσα αυτουσ που με αγαπουν· αυτοι, ομωσ, με απατησαν· οι ιερεισ μου και οι πρεσβυτεροι μου εξεπνευσαν μεσα στην πολη, επειδη, ζητησαν τροφη για τον εαυτο τουσ, για να επανελθει η ψυχη τουσ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεσ, επειδη θλιβομαι· τα εντοσθια μου ταραζονται, η καρδια μου ανακατευεται μεσα μου, επειδη αποστατησα παρα πολυ· απεξω, ατεκνωσε η μαχαιρα· μεσα στο σπιτι, ο θανατοσ. ακουσαν· επειδη, στεναζω· δεν υπαρχει αυτοσ που να με παρηγορει· ολοι οι εχθροι μου ακουσαν τη συμφορα μου· χαρηκαν οτι εσυ το εκανεσ αυτο· οταν φερεισ την ημερα που καλεσεσ, αυτοι θα γινουν οπωσ εγω. ασ ερθει μπροστα σου ολη η κακια τουσ· και κανε σ' αυτουσ, οπωσ εκανεσ σε μενα για ολα τα αμαρτηματα μου· επειδη, πολλοι ειναι οι στεναγμοι μου, και η καρδια μου ειναι ατονη.

2

πωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σκεπασε ολογυρα με νεφοσ τη θυγατερα σιων μεσα στην οργη του, ερριξε τη δοξα του ισραηλ απο τον ουρανο στη γη, και δεν θυμηθηκε κατα την ημερα τησ οργησ του το υποποδιο των ποδιων του! φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καταποντισε ολεσ τισ κατοικιεσ του ιακωβ, και δεν λυπηθηκε· μεσα στον θυμο του κατεστρεψε τα οχυρωματα τησ θυγατερασ του ιηhυδα· τα κατεδαφισε· βεβηλωσε το βασιλειο, και τουσ αρχοντεσ του. στην εξαψη του θυμου του εσπασε καθε κερασ του ισραηλ· εστρεψε πισω το δεξι του χερι μπροστα απο τον εχθρο· και εναντια στον ιακωβ αναψε σαν φλογερη φωτια, κατατρωγοντασ τα γυρω. τεντωσε το τοξο του σαν εχθροσ, εστησε το δεξι του χερι σαν εναντιοσ, και φονευσε καθε τι το αρεστο στα ματια του, στη σκηνη τησ θυγατερασ σιων· ξεχυσε τον θυμο του σαν φωτια. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εγινε σαν εχθροσ· καταποντισε τον ισραηλ· καταποντισε ολα τα παλατια του· αφανισε τα οχυρωματα του, και πληθυνε στη θυγατερα του ιηhυδα το πενθοσ και τη θλιψη. και γκρεμισε τη σκηνη του σαν την καλυβα ενοσ κηπου· αφανισε τον τοπο των συναξεων του· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε να λησμονηθει μεσα στη σιων η γιορτη και το σαββατο, και στην αγανακτηση τησ οργησ του, απερριψε βασιλια και ιερεα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απεβαλε το θυσιαστηριο του, βδελυχθηκε το αγιαστηριο του· εκλεισε μεσα στο χερι των εχθρων τα τειχη των παλατιων τησ· αλαλαξαν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σαν σε ημερα γιορτησ. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βουλευθηκε να αφανισει το τειχοσ τησ θυγατερασ σιων· απλωσε τη σταθμη, δεν απεστρεψε το χερι του απο το να καταποντιζει, και εκανε να πενθησει το περιτειχισμα και το τειχοσ· ολα ατονησαν μαζι. οι πυλεσ τησ μπηχτηκαν στη γη· αφανισε και κατασυντριψε τουσ μοχλουσ τησ· ο βασιλιασ τησ και οι αρχοντεσ τησ ειναι μεσα στα εθνη· νομοσ δεν υπαρχει ουτε οι προφητεσ τησ βρισκουν οραση απο τον κυριο. οι πρεσβυτεροι τησ θυγατερασ σιων καθονται καταγησ, σιωπωντασ· ανεβασαν χωμα επανω στο κεφαλι τουσ, ζωστηκαν σακουσ· οι παρθενεσ τησ ιερουσαλημ κατεβασαν τα κεφαλια τουσ προσ τη γη. τα ματια μου μαραθηκαν απο τα δακρυα, τα εντοσθια μου ταραζονται, η χολη μου ξεχυθηκε στη γη, εξαιτιασ του συντριμμου τησ θυγατερασ του λαου μου, επειδη τα νηπια και τα θηλαζοντα λειποψυχουσαν στισ πλατειεσ τησ πολησ. ειπαν στισ μητερεσ τουσ: που ειναι σιταρι και κρασι; οσεσ φορεσ λιποθυμουσαν στισ πλατειεσ τησ πολησ σαν τον τραυματια, οσεσ φορεσ η ψυχη τουσ ξεχυνοταν στον κορφο των μητερων τουσ. ποιον να παρω μαρτυρα σε σενα; με τι να σε συγκρινω, θυγατερα τησ ιερουσαλημ; με ποιον να σε εξομοιωσω για να σε παρηγορησω, παρθενα, θυγατερα σιων; επειδη, ο συντριμμοσ σου ειναι μεγαλοσ σαν τη θαλασσα· ποιοσ μπορει να σε γιατρεψει; οι προφητεσ σου ειδαν για σενα ματαια πραγματα και αφροσυνη, και δεν φανερωσαν την ανομια σου, για να αποτρεψουν την αιχμαλωσια σου· αλλα ειδαν για σενα ματαια φορτια, και προξενα εξωσησ. ολοι αυτοι που διαβαινουν τον δρομο χτυπησαν με ευχαριστηση τα χερια τουσ εναντιον σου· συριξαν, και κουνησαν τα κεφαλια τουσ στη θυγατερα τησ ιερουσαλημ, λεγοντασ: αυτη ειναι η πολη, για την οποια λεγοταν: η εντελεια τησ ωραιοτητασ, η χαρα ολοκληρησ τησ γησ; ολοι οι εχθροι σου ανοιξαν το στομα τουσ εναντιον σου· συριξαν, και ετριξαν τα δοντια τουσ, λεγοντασ: την καταπιαμε· αυτη ειναι πραγματικα η ημερα, που περιμεναμε· βρηκαμε, ειδαμε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε ο,τι βουλευθηκε· εκπληρωσε τον λογο του, που διορισε απο τισ αρχαιεσ ημερεσ· κατεστρεψε, και δεν λυπηθηκε, και ευφρανε επανω σου τον εχθρο· υψωσε το κερασ των εναντιων σου. η καρδια τουσ βοησε στον κυριο: τειχοσ τησ θυγατερασ σιων, κατεβαζε δακρυα σαν χειμαρροσ, ημερα και νυχτα· μη δωσεισ ησυχια στον εαυτο σου· ασ μη σιωπησει η κορη των ματιων σου. σηκω, βοησε τη νυχτα, οταν αρχιζουν οι βαρδιεσ φυλαξησ· ξεχυνε την καρδια σου σαν νερο μπροστα απο το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· υψωσε σ' αυτον τα χερια σου, για τη ζωη των νηπιων σου, που λειποθυμουν απο την πεινα επανω στισ ακρεσ ολων των δρομων. δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και επιβλεψε, σε ποιον εκανεσ ποτε ετσι; οι γυναικεσ να φανε τον καρπο τησ κοιλιασ τουσ, τα νηπια στα σπαργανα τουσ; να φονευθουν στο αγιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιερεασ και προφητησ; το παιδι και ο γεροντασ κειτονται καταγησ στουσ δρομουσ· οι παρθενεσ μου και οι νεανισκοι μου επεσαν με μαχαιρα· φονευσεσ κατα την ημερα τησ οργησ σου, κατεσφαξεσ, δεν λυπηθηκεσ. προσκαλεσεσ απο παντου τουσ τρομουσ μου, σαν σε ημερα πανηγυρησ, και δεν σωθηκε κανενασ ουτε εναπεμεινε κατα την ημερα τησ οργησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· εκεινουσ που σπαργανωσα και αυξησα, ο εχθροσ μου τουσ συντελεσε.

3

εγω ειμαι ανθρωποσ, που ειδα θλιψη απο το ραβδι του θυμου του. με οδηγησε και με εφερε στο σκοταδι, και οχι στο φωσ. ναι, στραφηκε εναντιον μου· εναντιον μου εστρεψε το χερι του ολη την ημερα. εφθειρε τη σαρκα μου και το δερμα μου· συντριψε τα κοκαλα μου. εκτισε εναντιον μου, και με περικυκλωσε χολη και μοχθο. με καθισε σε σκοτεινα μερη, σαν σε αιωνιουσ νεκρουσ. με περιεφραξε, για να μη βγω· βαρυνε τισ αλυσιδεσ μου. ακομα κι οταν κραζω και αναβοω, αποκλειει την προσευχη μου. με πελεκητεσ πετρεσ περιεφραξε τουσ δρομουσ μου, στρεβλωσε τισ τριβουσ μου. εγινε σε μενα αρκουδα που ενεδρευει, λιονταρι σε αποκρυφουσ τοπουσ. παρετρεξε τουσ δρομουσ μου, και με κατασπαραξε, με εκανε αφανισμενη. τεντωσε το τοξο του, και με εστησε σαν σκοπο σε βελοσ. εμπηξε στα νεφρα μου τα βελη τησ φαρετρασ του. εγινα το περιγελο σε ολοκληρο τον λαο μου, τραγουδι τουσ ολη την ημερα. με χορτασε απο πικρια· με μεθυσε με αψινθι. και συντριψε τα δοντια μου με χαλικια· με σκεπασε με σταχτη. και απεσπρωξε απο την ειρηνη την ψυχη μου· λησμονησα το αγαθο. και ειπα: χαθηκε η δυναμη μου και η ελπιδα μου απο τον κυριο. θυμησου τη θλιψη μου, και την εξωση μου, το αψινθι και τη χολη. η ψυχη μου τα θυμαται αυτα ακαταπαυστα, και ειναι μεσα μου ταπεινωμενη. αυτο ανακαλω στην καρδια μου, γι' αυτο εχω ελπιδα. ειναι ελεοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh οτι, δεν συντελεστηκαμε, επειδη δεν ελειψαν οι οικτιρμοι του. ανανεωνονται κατα τα πρωινα· μεγαλη ειναι η πιστοτητα σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η μεριδα μου, ειπε η ψυχη μου· γι' αυτο θα ελπιζω σ' αυτον. αγαθοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σ' αυτουσ που τον προσμενουν, στην ψυχη που τον εκζητει. καλο ειναι και να ελπιζει κανεισ, και να εφησυχαζει στη σωτηρια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. καλο ειναι στον ανθρωπο να βασταζει ζυγο στη νιοτη του. θα καθεται ολομοναχοσ και θα σιωπα, επειδη ο θεοσ επεβαλε επανω του φορτιο. θα βαλει το στομα του στο χωμα, ισωσ υπαρχει ελπιδα. θα δωσει το σαγονι σ' αυτον που τον ραπιζει· θα χορτασει απο ονειδισμο. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν απορριπτει για παντα· αλλα, και αν θλιψει, θα δειξει, ομωσ, και οικτιρμουσ, συμφωνα με το πληθοσ του ελεουσ του. επειδη, δεν θλιβει απο καρδιασ ουτε καταθλιβει τουσ γιουσ των ανθρωπων. το να καταπατει καποιοσ κατω απο τα ποδια του ολουσ τουσ δεσμιουσ τησ γησ· το να διαστρεφει κριση ανθρωπου μπροστα στο προσωπο του υψιστου· το να αδικει ανθρωπο στη δικη του· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν τα βλεπει. ποιοσ λεει κατι, και γινεται, χωρισ να το προσταξει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; απο το στομα του υψιστου δεν βγαινουν τα κακα και τα αγαθα; γιατι θα γογγυζε ενασ ανθρωποσ που ζει, ενασ ανθρωποσ, για την ποινη τησ αμαρτιασ του; ασ ερευνησουμε τουσ δρομουσ μασ, και ασ εξετασουμε, και ασ επιστρεψουμε στον κυριο. ασ υψωσουμε τισ καρδιεσ μασ, και τα χερια, προσ τον θεο, που ειναι στουσ ουρανουσ, λεγοντασ: αμαρτησαμε και αποστατησαμε· εσυ δεν μασ συγχωρεσεσ. περισκεπασεσ με θυμο, και μασ καταδιωξεσ· φονευσεσ, δεν λυπηθηκεσ. σκεπασεσ τον εαυτο σου με συννεφο, για να μη διαβαινει η προσευχη μασ. μασ εκανεσ σκυβαλο και βδελυγμα στο μεσον των λαων. ολοι οι εχθροι μασ ανοιξαν το στομα τουσ εναντιον μασ. φοβοσ και λακκοσ ηρθαν επανω μασ, ερημωση και συντριμμοσ. ρυακια απο νερα κατεβαζει το ματι μου για τον συντριμμο τησ θυγατερασ του λαου μου. το ματι μου σταλαζει, και δεν σιωπα, επειδη δεν εχει ανεση, μεχρισ οτου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σκυψει, και δει απο τον ουρανο. το ματι μου καταθλιβει την ψυχη μου, απ' ολεσ τισ θυγατερεσ τησ πολησ μου. αυτοι που αναιτια με εχθρευονται, με κυνηγησαν ακαταπαυστα σαν σπουργιτι. εκοψαν τη ζωη μου στον λακκο, και ερριξαν επανω μου πετρα. τα νερα πλημμυρισαν πιο πανω απο το κεφαλι μου· ειπα: απορριφθηκα! επικαλεστηκα το ονομα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο κατωτατον λακκο. ακουσεσ τη φωνη μου· μη κλεισεισ το αυτι σου στον στεναγμο μου, στην κραυγη μου. πλησιασεσ κατα την ημερα που σε επικαλεστηκα· ειπεσ: μη φοβασαι. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δικασεσ τη δικη τησ ψυχησ μου· λυτρωσεσ τη ζωη μου. ειδεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το αδικο προσ εμενα· κρινε την κριση μου. ειδεσ ολεσ τισ εκδικησεισ τουσ, ολουσ τουσ συλλογισμουσ τουσ, εναντιον μου. ακουσεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τον ονειδισμο τουσ, ολουσ τουσ συλλογισμουσ τουσ εναντιον μου· τα λογια αυτων που επανασταστουν εναντιον μου, και τισ δολοπλοκιεσ τουσ εναντιον μου ολη την ημερα. δεσ, οταν καθονται, και οταν σηκωνονται· εγω ειμαι το τραγουδι τουσ. κανε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ανταποδοση σ' αυτουσ, συμφωνα με τα εργα των χεριων τουσ. δωσε σ' αυτουσ πωρωση καρδιασ, την καταρα σου επανω τουσ. καταδιωξε τουσ με οργη, και αφανισε τουσ κατω απο τουσ ουρανουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

4

πωσ αμαυρωθηκε το χρυσαφι! αλλοιωθηκε το καθαροτατο χρυσαφι! οι πετρεσ του αγιαστηριου διασπαρθηκαν στισ ακρεσ ολων των δρομων. οι ενδοξοι γιοι τησ σιων, που τουσ εκτιμουσαν σαν το καθαρο χρυσαφι, πωσ λογαριαστηκαν σαν δοχεια πηλινα, σαν εργο απο χερι κεραμεα! ακομα, και τα κητη προσφερουν μαστουσ, και θηλαζουν τα παιδια τουσ· ενω, η θυγατερα του λαου μου σκληρυνθηκε, οπωσ οι στρουθοκαμηλοι στην ερημο. η γλωσσα αυτου που θηλαζει, κολλησε στον ουρανισκο του απο τη διψα· τα παιδια ζητησαν ψωμι, και δεν υπαρχει εκεινοσ που να κοβει σ' αυτα. αυτοι που τρωνε τρυφερα φαγητα, ειναι ξαπλωμενοι στουσ δρομουσ, αφανισμενοι· οι αναθρεμμενοι μεσα σε πορφυρα, αγκαλιασαν την κοπρια. και η ποινη τησ ανομιασ τησ θυγατερασ του λαου μου εγινε μεγαλυτερη, περισσοτερο απο την ποινη τησ αμαρτιασ των σοδομων, που καταστραφηκαν σε μια στιγμη, και χερια δεν ενεργησαν επανω τουσ. οι ναζηραιοι τησ ησαν καθαροτεροι απο το χιονι, λευκοτεροι απο το γαλα, πιο κοκκινοι στην οψη, ξεπερνωντασ τισ πολυτιμεσ πετρεσ, στιλπνοι σαν τον σαπφειρο· η οψη τουσ καταμαυρωθηκε περισσοτερο απο την καπνια· δεν γνωριζονταν στουσ δρομουσ· το δερμα τουσ κολλησε επανω στα κοκαλα τουσ· ξεραθηκε, εγινε σαν ξυλο. πιο ευτυχισμενοι σταθηκαν αυτοι που θανατωθηκαν απο τη ρομφαια, παρα εκεινοι που θανατωθηκαν απο την πεινα· επειδη, αυτοι λιωνουν, τραυματισμενοι απο ελλειψη καρπων του χωραφιου. τα χερια των ευσπλαχνων γυναικων εψησαν τα παιδια τουσ· εγιναν γι' αυτεσ τροφη στον συντριμμο τησ θυγατερασ του λαου μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh συντελεσε τον θυμο του, ξεχυσε τη φλογα τησ οργησ του, και αναψε φωτια στη σιων, που κατεφαγε τα θεμελια τησ. οι βασιλιαδεσ τησ γησ δεν πιστευαν, και ολοι αυτοι που κατοικουσαν την οικουμενη, οτι θα εμπαινε εχθροσ και πολεμιοσ στισ πυλεσ τησ ιερουσαλημ. αυτο εγινε εξαιτιασ των αμαρτιων των προφητων τησ, και των ανομιων των ιερεων τησ, που εχυναν το αιμα των δικαιων στο μεσον τησ. περιπλανηθηκαν σαν τυφλοι στουσ δρομουσ, μολυνθηκαν στο αιμα, ωστε οι ανθρωποι δεν μπορουσαν να αγγιξουν τα ενδυματα τουσ. εκραζαν σ' αυτουσ: σταθειτε μακρια, ακαθαρτοι· σταθειτε μακρια, σταθειτε μακρια, μη αγγιξετε· ενω εφευγαν και περιπλανιονταν, αναμεσα στα εθνη λεγοταν: δεν θα παροικουν πλεον αναμεσα μασ. το προσωπο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ διασκορπισε, δεν θα επιβλεπει πλεον επανω τουσ· δεν σεβαστηκαν προσωπο ιερεα, δεν ελεησαν γεροντεσ. ενω ακομα υπηρχαμε, τα ματια μασ απεκαμαν, προσμενοντασ τη ματαιη βοηθεια μασ· χασκοντασ αποβλεψαμε σε εθνοσ που δεν μπορουσε να σωζει. παραμονευουν τα ιχνη μασ, για να μη περπαταμε στισ πλατειεσ μασ· πλησιασε το τελοσ μασ, συμπληρωθηκαν οι ημερεσ μασ, επειδη ηρθε το τελοσ μασ. αυτοι που μασ καταδιωκουν, εγιναν ελαφροτεροι απο τουσ αετουσ του ουρανου· μασ κυνηγησαν επανω στα βουνα, εστησαν ενεδρα για μασ στην ερημο. η πνοη των μυκτηρων μασ, ο χρισμενοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πιαστηκε μεσα στισ παγιδεσ τουσ· κατω απο τη σκια του οποιου λεγαμε, θα ζουμε αναμεσα στα εθνη. χαιρε και ευφραινου, θυγατερα του εδωμ, που κατοικεισ στη γη ουζ· ακομα και σε σενα θα περασει το ποτηρι· θα μεθυστεισ, και θα γυμνωθεισ. η ποινη τησ ανομιασ σου τελειωσε, θυγατερα σιων· δεν θα σε φερει πλεον σε αιχμαλωσια· θα επισκεφθει την ανομια σου, θυγατερα του εδωμ· θα ξεσκεπασει τα αμαρτηματα σου.

5

θυμησου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τι εγινε σε μασ· επιβλεψε, και δεσ τον ονειδισμο μασ. η κληρονομια μασ μεταστραφηκε σε αλλοτριουσ, τα σπιτια μασ σε ξενουσ. γιναμε ορφανοι, χωρισ πατερα, οι μητερεσ μασ σαν χηρεσ. ηπιαμε το νερο μασ με ασημι· τα δικα μασ ξυλα πουληθηκαν σε μασ. επανω στον τραχηλο μασ ειναι διωγμοσ· μοχθησαμε, δεν εχουμε αναπαυση. απλωσαμε χερι στουσ αιγυπτιουσ, στουσ ασσυριουσ, για να χορτασουμε ψωμι. οι πατερεσ μασ αμαρτησαν· εκεινοι δεν υπαρχουν, κι εμεισ βασταζουμε τισ ανομιεσ τουσ. δουλοι εξουσιαζουν επανω μασ· δεν υπαρχει εκεινοσ που να λυτρωνει απο το χερι τουσ. φερνουμε το ψωμι μασ με κινδυνο τησ ζωησ μασ, μπροστα απο τη ρομφαια τησ ερημου. το δερμα μασ αμαυρωθηκε σαν κλιβανοσ, απο την καυση τησ πεινασ. ταπεινωσαν τισ γυναικεσ μασ μεσα στη σιων, τισ παρθενεσ μεσα στισ πολεισ του ιηhυδα. οι αρχοντεσ κρεμαστηκαν απο τα χερια τουσ· τα προσωπα των πρεσβυτερων δεν τιμηθηκαν. οι νεοι υποβληθηκαν στο αλεσμα, και τα παιδια επεσαν κατω απο τα ξυλα. οι πρεσβυτεροι επαυσαν απο τισ πυλεσ, οι νεοι απο τα ασματα τουσ. επαυσε η χαρα τησ καρδιασ μασ· ο χοροσ μασ στραφηκε σε πενθοσ. το στεφανι του-κεφαλιου μασ επεσε· κι αλλοιμονο σε μασ, επειδη αμαρτησαμε! γι' αυτο, η καρδια μασ ατονησε, τα ματια μασ, εξαιτιασ αυτων, σκοτεινιασαν. εξαιτιασ τησ ερημωσησ του βουνου σιων, οι αλεπουδεσ περπατουν σ' αυτο. εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κατοικεισ στον αιωνα· ο θρονοσ σου διαμενει απο γενεα σε γενεα. γιατι θα μασ λησμονησεισ για παντα; θα μασ εγκαταλειψεισ σε μακροτητα ημερων; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επιστρεψε μασ σε σενα, και θα επιστρεψουμε· ανανεωσε τισ ημερεσ μασ οπωσ πρωτυτερα. επειδη, μασ απερριψεσ ολοκληρωτικα; οργιστηκεσ εναντιον μασ μεχρι υπερβολικου βαθμου;

εκκλησιαστησ

1

λογια του εκκλησιαστη, γιου του δαβιδ, βασιλια στην ιερουσαλημ. ματαιοτητα ματαιοτητων, ειπε ο εκκλησιαστησ· ματαιοτητα ματαιοτητων, τα παντα ματαιοτητα. ποια ειναι η ωφελεια στον ανθρωπο απο καθε μοχθο του, που μοχθει κατω απο τον ηλιο; γενεα πηγαινει, και γενεα ερχεται· η γη, ομωσ, παραμενει στον αιωνα. και ο ηλιοσ ανατελλει, και ο ηλιοσ δυει· και σπευδει στον τοπο απ' οπου ανετειλε. ο ανεμοσ πηγαινει προσ τον νοτο, και επιστρεφει προσ τον βορρα· ο ανεμοσ, περιστρεφομενοσ, πηγαινει ακαταπαυστα, κι επανω στουσ κυκλουσ του ο ανεμοσ επανερχεται. ολοι οι ποταμοι πηγαινουν στη θαλασσα, και η θαλασσα ποτε δεν γεμιζει· στον τοπο οπου ρεουν οι ποταμοι, εκει επιστρεφουν παλι για να ξανακυλησουν. ολα τα πραγματα ειναι με κοπο· ο ανθρωποσ δεν μπορει αυτο να το εκφρασει· το ματι δεν χορταινει βλεποντασ, και το αυτι δεν γεμιζει ακουγοντασ. ο,τι εγινε, αυτο θα γινει ξανα· και ο,τι συνεβηκε, αυτο θα συμβει ξανα· και δεν ειναι τιποτε καινουργιο κατω απο τον ηλιο. υπαρχει ενα πραγμα, για το οποιο καποιοσ μπορει να πει: δεσ, αυτο ειναι καινουργιο; αυτο εχει ηδη γινει, στουσ αιωνεσ που υπηρξαν πριν απο μασ. δεν υπαρχει αναμνηση εκεινων που εχουν γινει ουτε θα υπαρχει αναμνηση οσων θα γινουν υστερα απ' αυτα, σ' εκεινουσ που προκειται να υπαρξουν επειτα. εγω ο εκκλησιαστησ σταθηκα βασιλιασ επανω στον ισραηλ στην ιερουσαλημ· και εδωσα την καρδια μου στο να εκζητησω και να ερευνησω διαμεσου τησ σοφιασ για ολα οσα γινονται κατω απο τον ουρανο· αυτον τον οχληρο περισπασμο εδωσε ο θεοσ στουσ γιουσ των ανθρωπων, για να μοχθουν μεσα σ' αυτον. ειδα ολα τα εργα που γινονται κατω απο τον ηλιο, και προσεξε, ολα ειναι ματαιοτητα, και θλιψη πνευματοσ. το στρεβλο δεν μπορει να γινει ισιο, και οι ελλειψεισ δεν μπορουν να απαριθμηθουν. εγω μιλησα μεσα στην καρδια μου, λεγοντασ: δεσ, εγω μεγαλυνθηκα και αυξηθηκα σε σοφια, περισσοτερο απο ολουσ οσουσ υπηρξαν πριν απο μενα στην ιερουσαλημ, και η καρδια μου απολαυσε πολλη σοφια και γνωση. και εδωσα την καρδια μου στο να γνωρισει σοφια, και στο να γνωρισει ανοησια, και αφροσυνη· ομωσ, γνωρισα οτι και τουτο ειναι θλιψη πνευματοσ. επειδη, σε πολλη σοφια υπαρχει πολλη λυπη· και οποιοσ προσθετει γνωση, προσθετει πονο.

2

εγω ειπα μεσα στην καρδια μου: ελα τωρα να σε δοκιμασω με ευφροσυνη, και εντρυφα σε αγαθα· και να, και τουτο ματαιοτητα. ειπα για το γελιο: ειναι μωρια· και για τη χαρα: τι ωφελει αυτη; σκεφθηκα μεσα στην καρδια μου, να ευφραινω τη σαρκα μου με κρασι, ενω η καρδια μου ασχολειτο ακομα με τη σοφια· και να κρατησω τη μωρια, μεχρισ οτου δω τι ειναι το αγαθο στουσ γιουσ των ανθρωπων, για να το πραττουν κατω απο τον ουρανο ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ τουσ. εκανα μεγαλα πραγματα για τον εαυτο μου· εκτισα για τον εαυτο μου σπιτια· φυτεψα για τον εαυτο μου αμπελωνεσ. εκανα για τον εαυτο μου κηπουσ και παρκα, και φυτεψα σ' αυτα καθε ειδοσ καρποφορα δεντρα. εκανα για τον εαυτο μου δεξαμενεσ νερων, ωστε απ' αυτεσ να ποτιζω το αλσοσ, που ηταν καταφυτο απο δεντρα. απεκτησα δουλουσ και δουλεσ, και ειχα δουλουσ που γεννηθηκαν μεσα στο σπιτι μου· ακομα, απεκτησα αγελεσ και κοπαδια περισσοτερα απο ολουσ εκεινουσ που υπηρξαν πριν απο μενα στην ιερουσαλημ. συγκεντρωσα στον εαυτο μου και ασημι και χρυσαφι, και εκλεκτα κειμηλια βασιλιαδων και τοπων· απεκτησα για τον εαυτο μου τραγουδιστεσ και τραγουδιστριεσ, και τα εντρυφηματα των γιων των ανθρωπων, καθε ειδοσ απο παλλακιδεσ. και μεγαλυνθηκα και αυξηθηκα περισσοτερο απο ολουσ εκεινουσ που υπηρξαν πριν απο μενα στην ιερουσαλημ· και η σοφια μου εμενε μεσα μου. και καθε τι που ζητησαν τα ματια μου, δεν το αρνηθηκα σ' αυτα· δεν εμποδισα την καρδια μου απο καθε ευφροσυνη, επειδη η καρδια μου ευφραινοταν σε ολουσ τουσ μοχθουσ μου· κι αυτο ηταν η μεριδα μου απο ολοκληρο τον μοχθο μου. και εγω παρατηρησα σε ολα τα εργα μου, που εκαναν τα χερια μου, και σε καθε μοχθο που μοχθησα, και δεσ, τα παντα ματαιοτητα, και θλιψη πνευματοσ, και κανενα οφελοσ κατω απο τον ηλιο. και εγω στραφηκα για να παρατηρησω τη σοφια, και τη μωρια, και την αφροσυνη· επειδη, τι προκειται να κανει ενασ ανθρωποσ που θαρθει μετα τον βασιλια; ο,τι εγω εκανα ηδη. κι εγω ειδα οτι η σοφια υπερεχει απο την αφροσυνη, οπωσ το φωσ υπερεχει απο το σκοταδι. τα ματια του σοφου ειναι επανω στο κεφαλι του, ενω ο αφρονασ περπαταει μεσα στο σκοταδι· ομωσ, εγω γνωρισα επιπλεον οτι ενα συναντημα θα συναντησει ολουσ αυτουσ. γι' αυτο, εγω ειπα μεσα στην καρδια μου: οπωσ συμβαινει στον αφρονα, ετσι θα συμβει και σε μενα· γιατι, λοιπον, εγω να γινω σοφοτεροσ; γι' αυτο, εβγαλα ξανα το συμπερασμα στην καρδια μου, οτι και τουτο ειναι ματαιοτητα. επειδη, δεν θα μενει για παντα η αναμνηση του σοφου ουτε του αφρονα· μια που, στισ επερχομενεσ ημερεσ ολα πλεον θα λησμονηθουν. και πωσ θα πεθανει ο σοφοσ μαζι με τον αφρονα; γι' αυτο, μισησα τη ζωη, επειδη τα εργα που γινονται κατω απο τον ηλιο μου φανηκαν γεματα μοχθο· επειδη, τα παντα ειναι ματαιοτητα και θλιψη πνευματοσ. επιπλεον, εγω μισησα ολοκληρο τον μοχθο μου, που ειχα μοχθησει κατω απο τον ηλιο· επειδη, τον αφηνω στον ανθρωπο που θα σταθει υστερα απο μενα. και ποιοσ γνωριζει αν θα ειναι σοφοσ η αφρονασ; και ομωσ, θα εξουσιασει επανω σε ολοκληρο τον μοχθο μου που μοχθησα, και στον οποιο εδειξα τη σοφια μου κατω απο τον ηλιο· ματαιοτητα και τουτο. γι' αυτο, αφου εγω στραφηκα, απελπισα την καρδια μου, για ολοκληρο τον μοχθο μου που μοχθησα κατω απο τον ηλιο. επειδη, υπαρχει ανθρωποσ του οποιου ο μοχθοσ σταθηκε με σοφια και γνωση, και με ορθοτητα· και, ομωσ, τον αφηνει σε αλλον για μεριδα του, που δεν κοπιασε σ' αυτον· κι αυτο ειναι ματαιοτητα, και μεγαλο κακο. επειδη, ποια η ωφελεια στον ανθρωπο απο ολοκληρο τον μοχθο του, και απο τη θλιψη τησ καρδιασ του, στα οποια μοχθει κατω απο τον ηλιο; επειδη, ολεσ οι ημερεσ του ειναι πονοσ, και οι μοχθοι του λυπη· και τη νυχτα ακομα η καρδια του δεν κοιμαται· κι αυτο ειναι ματαιοτητα. δεν ειναι αγαθο στον ανθρωπο να τρωει, και να πινει, και να κανει την ψυχη του να απολαμβανει καλο απο τον μοχθο του; και τουτο εγω το ειδα, οτι ειναι απο το χερι του θεου. επειδη, ποιοσ θα φαει και ποιοσ θα εντρυφησει περισσοτερο απο μενα; δεδομενου οτι, ο θεοσ, στον ανθρωπο που ειναι αρεστοσ μπροστα του, δινει σοφια, και γνωση, και χαρα· στον αμαρτωλο, ομωσ, δινει περισπασμο, στο να προσθετει και να επισωρευει, για να τα δωσει στον αρεστον μπροστα του· κι αυτο ειναι ματαιοτητα, και θλιψη πνευματοσ.

3

υπαρχει για καθε τι, και καιροσ για καθε πραγμα κατω απο τον ουρανο. καιροσ να γεννιεται κανεισ, και καιροσ να πεθαινει· καιροσ να φυτευει, και καιροσ να ξεριζωνει το φυτεμενο· καιροσ να φονευει, και καιροσ να γιατρευει· καιροσ να καταστρεφει, και καιροσ να οικοδομει· καιροσ να κλαιει, και καιροσ να γελαει· καιροσ να πενθει, και καιροσ να χορευει· καιροσ να διασκορπιζει πετρεσ, και καιροσ να μαζευει πετρεσ· καιροσ να εναγκαλιζεται, και καιροσ να απομακρυνεται απο τον εναγκαλισμο· καιροσ να αποκτησει, και καιροσ να απολεσει· καιροσ να φυλαττει, και καιροσ να απορριπτει· καιροσ να σχιζει, και καιροσ να ραβει· καιροσ να τηρει σιγη, και καιροσ να μιλαει· καιροσ να αγαπησει, και καιροσ να μισησει· καιροσ πολεμου, και καιροσ ειρηνησ. ποια ειναι η ωφελεια στον εργαζομενο απο οσα αυτοσ μοχθει; ειδα τον περισπασμο, που ο θεοσ εδωσε στουσ γιουσ των ανθρωπων για να μοχθουν μεσα σ' αυτον. ολα τα εκανε καλα, το καθενα στον καιρο του· και εβαλε τον κοσμο κατω απο τη διανοια τουσ, χωρισ ο ανθρωποσ να μπορει να εξιχνιασει απο την αρχη μεχρι το τελοσ το εργο που ο θεοσ εκανε. γνωρισα οτι δεν υπαρχει κατι αλλο καλο γι' αυτουσ, παρα να ευφραινεται κανεισ, και να κανει καλο, στη ζωη του. κι ακομα, το να τρωει καθε ανθρωποσ, και να πινει, και να απολαμβανει καλο απο ολοκληρο τον μοχθο του, ειναι χαρισμα του θεου. γνωρισα οτι, ολα οσα εκανε ο θεοσ, τα ιδια θα ειναι για παντα· δεν ειναι δυνατον να προσθεσει κανεισ σ' αυτα ουτε να αφαιρεσει απ' αυτα· και ο θεοσ το εκανε αυτο για να εχουν φοβο μπροστα του. ο,τι εγινε, ηδη υπαρχει· και ο,τι θα γινει, ηδη εγινε· και ο θεοσ ανακαλει τα περασμενα. και ειδα, ακομα, κατω απο τον ηλιο τον τοπο τησ κρισησ, και εκει υπαρχει η ανομια· και τον τοπο τησ δικαιοσυνησ και εκει η ανομια. ειπα εγω στην καρδια μου: ο θεοσ θα κρινει τον δικαιο και τον ασεβη· επειδη, για καθε πραγμα, και για καθε εργο υπαρχει καιροσ εκει. εγω ειπα στην καρδια μου για την κατασταση των γιων των ανθρωπων, οτι ο θεοσ θα τουσ δοκιμασει, και θα δουν οτι αυτοι οι ιδιοι ειναι κτηνη. επειδη, το συναντημα των γιων των ανθρωπων ειναι και το συναντημα του κτηνουσ· και ενα συναντημα ειναι γι' αυτουσ· οπωσ πεθαινει αυτο, ετσι πεθαινει κι εκεινοσ· και η ιδια πνοη ειναι σε ολουσ· και ο ανθρωποσ δεν υπερτερει σε τιποτε απο το κτηνοσ· επειδη, τα παντα ειναι ματαιοτητα. τα παντα καταντουν στον ιδιο τοπο· τα παντα εγιναν απο το χωμα, και τα παντα επιστρεφουν στο χωμα. ποιοσ γνωριζει το πνευμα των γιων των ανθρωπων, αν αυτο ανεβαινει προσ τα επανω, και το πνευμα του κτηνουσ, αν αυτο κατεβαινει κατω στη γη; ειδα, λοιπον, οτι δεν υπαρχει καλυτερο, παρα το να ευφραινεται ο ανθρωποσ στα εργα του· δεδομενου οτι, αυτη ειναι η μεριδα του· επειδη, ποιοσ θα τον φερει για να δει εκεινο που θα γινει υστερα απ' αυτον;

4

τοτε, εγω στραφηκα, και ειδα ολεσ τισ αδικιεσ που γινονται κατω απο τον ηλιο· και προσεξε, δακρυα εκεινων που αδικουνται, και σ' αυτουσ δεν υπηρχε εκεινοσ που παρηγορει· και η δυναμη ηταν στο χερι εκεινων που τουσ αδικουσαν· και σ' αυτουσ δεν υπηρχε εκεινοσ που παρηγορει. γι' αυτο, εγω μακαρισα περισσοτερο εκεινουσ που εχουν τελευτησει, εκεινουσ που εχουν ηδη πεθανει, παρα τουσ ζωντανουσ, αυτουσ που ακομα ζουν. μαλιστα, καλυτεροσ και απο τουσ δυο ειναι εκεινοσ που δεν υπηρξε ακομα, αυτοσ που δεν ειδε τα πονηρα εργα, που γινονται κατω απο τον ηλιο. επιπλεον, εγω κοιταξα καθε μοχθο, και καθε επιτευξη εργου, οτι γι' αυτο ο ανθρωποσ φθονειται απο τον πλησιον του· κι αυτο ειναι ματαιοτητα, και θλιψη πνευματοσ. ο αφρονασ περιπλεκει τα χερια του, και τρωει τη δικη του σαρκα. καλυτερα μια δραξια γεματη αναπαυση, παρα δυο, γεματεσ μοχθο και θλιψη πνευματοσ. στραφηκα εγω ξανα, και ειδα ματαιοτητα κατω απο τον ηλιο· υπαρχει καποιοσ και δεν εχει δευτερον· ναι, δεν εχει ουτε γιο ουτε αδελφο· και ομωσ, δεν σταματαει απο ολοκληρον τον μοχθο του· μαλιστα, το ματι του δεν χορταινει απο πλουτο· και δεν λεει: για ποιον κοπιαζω εγω, και στερω την ψυχη μου απο αγαθα; κι αυτο ειναι ματαιοτητα, και λυπηροσ περισπασμοσ. καλυτεροι οι δυο παρα ο ενασ· επειδη, αυτοι εχουν καλη αντιμισθια στον κοπο τουσ. επειδη, αν πεσουν, ο ενασ θα σηκωσει τον συντροφο του· αλλα, αλλοιμονο στον εναν, που θα πεσει, και δεν εχει δευτερον να τον σηκωσει. παλι, αν δυο πλαγιασουν μαζι, τοτε ζεσταινονται· ο ενασ, ομωσ, πωσ θα ζεσταθει; και αν καποιοσ υπερισχυσει εναντια στον εναν, οι δυο θα του αντιταχθουν· και το τριπλο σχοινι δεν κοβεται γρηγορα. καλυτερα φτωχο και σοφο παιδι, παρα βασιλιασ, γεροντασ και αφρονασ, που δεν ειναι πια επιδεκτικοσ νουθεσιασ· επειδη, αυτο μεν βγαινει απο το σπιτι των δεσμιων για να βασιλευσει· ενω ο αλλοσ, αν και γεννηθηκε βασιλιασ, γινεται φτωχοσ. ειδα ολουσ τουσ ζωντανουσ που περπατουν κατω απο τον ηλιο, μαζι με τον γιο, τον δευτερο, που θα σταθει αντι γι' αυτον. δεν υπαρχει τελοσ σε ολοκληρο τον λαο, σε ολουσ οσουσ προυπηρξαν απ' αυτουσ· αλλ' ουτε αυτοι που θα ειναι επειτα απο τουτα θα ευφρανθουν σ' αυτον· λοιπον, κι αυτο ειναι ματαιοτητα, και θλιψη πνευματοσ.

5

φυλαγε το ποδι σου, οταν πηγαινεισ στον οικο του θεου· και δειχνε προθυμια να ακουσ, μαλλον, παρα να προσφερεισ θυσια αφρονων, που δεν αισθανονται οτι πραττουν κακωσ. μη βιαζεσαι με το στομα σου, και η καρδια σου ασ μη επιταχυνει να προφερει καποιον λογο μπροστα στον θεο· επειδη, ο θεοσ ειναι στον ουρανο, ενω εσυ εισαι στη γη· γι' αυτο, τα λογια σου ασ ειναι λιγα. επειδη, το μεν ονειρο ερχεται μεσα στην πληθωρα των περισπασμων· ενω η φωνη του αφρονα, μεσα στην πληθωρα των λογων. οταν ευχηθεισ καποια ευχη στον θεο, μη καθυστερησεισ να την αποδωσεισ· επειδη, δεν αρεσκεται στουσ αφρονεσ· αποδωσε ο,τι εχεισ ευχηθει. καλυτερα να μη ευχηθεισ, παρα αφου ευχηθεισ να μη αποδωσεισ. μη συγχωρησεισ στο στομα σου να φερει επανω σου αμαρτια· ουτε να πεισ μπροστα στον αγγελο, οτι ηταν απο αγνοια· γιατι να οργιστει ο θεοσ στη φωνη σου, και να αφανισει τα εργα των χεριων σου; επειδη, μεσα στην πληθωρα των ονειρων, και στην πληθωρα των λογων, υπαρχουν ματαιοτητεσ· εσυ, ομωσ, να φοβασαι τον θεο. αν δεισ καταθλιψη φτωχου, και παραβιαση κρισησ και δικαιοσυνησ στη χωρα, μη θαυμασεισ γι' αυτο· επειδη, επανω στον υψηλο επιτηρει υψηλοτεροσ· κι επανω σ' αυτουσ υψηλοτεροι. η γη ωφελει περισσοτερο απ' ολα· και ο ιδιοσ ο βασιλιασ υπηρετειται απο τα χωραφια. αυτοσ που αγαπαει το ασημι, δεν θα χορτασει απο ασημι· ουτε απο εισοδηματα αυτοσ που αγαπαει την αφθονια· και τουτο ειναι ματαιοτητα. καθωσ πληθαινουν τα αγαθα, πληθαινουν κι αυτοι που τα τρωνε· και ποια ειναι η ωφελεια στουσ κυριουσ τουσ, παρα το να τα θωρουν με τα ματια τουσ; ο υπνοσ εκεινου που εργαζεται ειναι γλυκοσ, ειτε λιγο φαει ειτε πολυ· ενω ο χορτασμοσ του πλουσιου δεν τον αφηνει να κοιμαται. υπαρχει ενα θλιβερο κακο, που ειδα κατω απο τον ηλιο· πλουτοσ που διαφυλαγεται απ' αυτον που τον εχει, ειναι για δικη του βλαβη. κι εκεινοσ ο πλουτοσ χανεται απο κακη συμφορα· αυτοσ, μαλιστα, γενναει εναν γιο, και δεν εχει τιποτε στο χερι του. οπωσ βγηκε απο την κοιλια τησ μητερασ του, γυμνοσ και θα επιστρεψει, πηγαινοντασ οπωσ ηρθε· και δεν βασταζει τιποτε απο τον κοπο του, για να εχει στο χερι του. ακομα κι αυτο ειναι θλιβερο κακο, οπωσ ηρθε, ετσι να παει· και ποια ωφελεια υπαρχει σ' αυτον οτι κοπιασε για τον ανεμο; επιπλεον, θα τρωει ολεσ τισ ημερεσ του μεσα σε σκοταδι, και με πολλη λυπη, και αρρωστια, και βασανο. προσεξε, τι ειδα εγω ωσ αγαθο· ειναι καλο να τρωει καποιοσ και να πινει, και να απολαμβανει τα αγαθα ολοκληρου του κοπου του, που κοπιαζει κατω απο τον ηλιο, συμφωνα με τον αριθμο των ημερων τησ ζωησ του, οσεσ ο θεοσ του εδωσε· επειδη, αυτη ειναι η μεριδα του. και σε οποιον ανθρωπο ο θεοσ, αφου του εδωσε πλουτη και υπαρχοντα, του εδωσε και εξουσια να τρωει απ' αυτα, και να παιρνει το μεριδιο του, και να ευφραινεται στον κοπο του, αυτο ειναι δωρο του θεου· επειδη, δεν θα θυμαται για πολυ τισ ημερεσ τησ ζωησ του· για τον λογο οτι, ο θεοσ αποκρινεται στην καρδια του με ευφροσυνη.

6

υπαρχει κακο που ειδα κατω απο τον ηλιο, κι αυτο ειναι συχνο αναμεσα στουσ ανθρωπουσ: ο ανθρωποσ στον οποιο ο θεοσ εδωσε πλουτο, και υπαρχοντα, και δοξα, ωστε η ψυχη του δεν στερειται απο ολα οσα θα επιθυμουσε· ομωσ, ο θεοσ δεν του εδωσε εξουσια να τρωει απ' αυτα, αλλα τα τρωει ενασ ξενοσ· κι αυτο ειναι ματαιοτητα και κακη νοσοσ. αν ενασ ανθρωποσ γεννησει 100 παιδια, και ζησει πολλα χρονια, ωστε οι ημερεσ των χρονων του να γινουν πολλεσ, και η ψυχη του δεν χορταινει απο αγαθο, και δεν παρει και ταφη, λεω οτι, το εξαμβλωμα ειναι καλυτερο απ' αυτον. επειδη, ηρθε μεσα σε ματαιοτητα, και θα παει μεσα σε σκοταδι, και το ονομα του θα σκεπαστει απο σκοταδι· δεν ειδε ουτε γνωρισε τον ηλιο, εχει ομωσ περισσοτερη αναπαυση απο εκεινον, και 2.000 χρονια αν ζησει, και καλο δεν δει· δεν πηγαινουν ολοι στον ιδιο τοπο; ολοκληροσ ο μοχθοσ του ανθρωπου ειναι για το στομα του, και ομωσ η ψυχη του δεν χορταινει. επειδη, σε τι υπερβαινει ο σοφοσ τον αφρονα; σε τι ο φτωχοσ, αν και ξερει να περπαταει μπροστα στουσ ζωντανουσ; καλυτερο ειναι να βλεπει καποιοσ με τα ματια, παρα να περιπλανιεται με την ψυχη· κι αυτο ειναι ματαιοτητα και θλιψη πνευματοσ. ο,τι εγινε, πηρε ηδη το ονομα του, και γνωριστηκε οτι αυτοσ ειναι ανθρωποσ· και δεν μπορει να κριθει με τον ισχυροτερο του. επειδη, υπαρχουν πολλα πραγματα που πληθαινουν τη ματαιοτητα, ποια ειναι η ωφελεια στον ανθρωπο; επειδη, ποιοσ γνωριζει τι ειναι καλο για τον ανθρωπο στη ζωη, σε ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ τησ ματαιοτητασ του, που περναει σαν σκια; επειδη, ποιοσ θα αναγγειλει στον ανθρωπο, τι θα ειναι υστερα απ' αυτον κατω απο τον ηλιο;

7

καλυτερα το καλο ονομα παρα πολυτιμο μυρο· και η ημερα του θανατου παρα η ημερα τησ γεννησησ. καλυτερα να παει καποιοσ σε ενα σπιτι πενθουσ, παρα να παει σε ενα σπιτι συμποσιου· επειδη, αυτο ειναι το τελοσ καθε ανθρωπου, κι αυτοσ που ζει θα το βαλει αυτο στην καρδια του. καλυτερα η λυπη παρα το γελιο· επειδη, απο τη σκυθρωποτητα του προσωπου η καρδια γινεται φαιδροτερη. η καρδια των σοφων ειναι σε ενα σπιτι πενθουσ· η καρδια, ομωσ, των αφρονων σε ενα σπιτι ευφροσυνησ. καλυτερα στον ανθρωπο να ακουει επιπληξη σοφου, παρα να ακουει τραγουδι αφρονων· επειδη, οπωσ ειναι ο ηχοσ των αγκαθιων κατω απο το καζανι, ετσι και το γελιο του αφρονα· και τουτο ειναι ματαιοτητα. βεβαια, η καταδυναστεια παραλογιζει τον σοφο· και το δωρο διαφθειρει την καρδια. καλυτερο το τελοσ του πραγματοσ, παρα η αρχη του· καλυτεροσ ο μακροθυμοσ, παρα ο υψηλοφρονασ. μη σπευδεισ να θυμωνεισ μεσα στο πνευμα σου· επειδη, ο θυμοσ αναπαυεται μεσα στον κορφο των αφρονων. μη πεισ: ποια ειναι η αιτια, για την οποια οι ημερεσ που περασαν ησαν καλυτερεσ απο ο,τι τουτεσ; επειδη, δεν ρωτασ γι' αυτο με φρονηση. η σοφια ειναι καλη σαν την κληρονομια, και ωφελιμη σ' αυτουσ που βλεπουν τον ηλιο. επειδη, η σοφια ειναι σκεπη, οπωσ σκεπη ειναι το ασημι· εντουτοισ, η υπεροχη τησ γνωσησ ειναι οτι η σοφια ζωοποιει εκεινουσ που την εχουν. κοιταζε το εργο του θεου· επειδη, ποιοσ μπορει να κανει ευθυ εκεινο, που αυτοσ εκανε στρεβλο; σε ημερα ευτυχιασ να ευφραινεσαι, σε ημερα δυστυχιασ, ομωσ, να σκεφτεσαι· επειδη, ο θεοσ εκανε το ενα αντιστοιχο του αλλου, ωστε ο ανθρωποσ να μη βρισκει πισω του τιποτε. ειδα τα παντα στισ ημερεσ τησ ματαιοτητασ μου· υπαρχει δικαιοσ, που αφανιζεται μεσα στη δικαιοσυνη του· και υπαρχει ασεβησ, που μακροημερευει μεσα στην κακια του. μη γινεσαι παρα πολυ δικαιοσ, και να μη θεωρεισ τον εαυτο σου υπερμετρα σοφο· γιατι να αφανιστεισ; μη γινεσαι παρα πολυ κακοσ, και να μη εισαι αφρονασ· γιατι να πεθανεισ πριν απο τον καιρο σου; ειναι καλο να κρατασ τουτο, και απο εκεινο να μη αποσυρεισ το χερι σου· επειδη, εκεινοσ που φοβαται τον θεο, θα ξεφυγει ολα αυτα. η σοφια ενδυναμωνει τον σοφο, περισσοτερο απο δεκα εξουσιαστεσ, που ειναι μεσα στην πολη. επειδη, δεν υπαρχει ανθρωποσ δικαιοσ επανω στη γη, που να πραττει το καλο, και να μη αμαρτανει. επιπλεον, μη δωσεισ την προσοχη σου σε ολα τα λογια οσα λεγονται· μηπωσ και ακουσεισ τον δουλο σου να σε καταριεται· επειδη, πολλεσ φορεσ και η καρδια σου γνωριζει, οτι κι εσυ με τον ιδιο τροπο καταραστηκεσ αλλουσ. ολα αυτα τα δοκιμασα με τη σοφια· ειπα: θα γινω σοφοσ· αλλ' αυτη απομακρυνθηκε απο μενα. ο,τι ειναι πολυ μακρια, και στο επακρο βαθυ, ποιοσ μπορει να το βρει; εγω περιδιαβηκα στην καρδια μου για να μαθω, και να ανιχνευσω, και να αναζητησω σοφια, και τον λογο των πραγματων, και να γνωρισω την ασεβεια τησ αφροσυνησ, και την ηλιθιοτητα τησ ανοησιασ· και βρηκα οτι πικροτερη, κι απο τον θανατο, ειναι η γυναικα τησ οποιασ η καρδια ειναι παγιδεσ και διχτυα, και τα χερια τησ δεσμα· ο αρεστοσ μπροστα στον θεο θα ξεφυγει απ' αυτη· ενω ο αμαρτωλοσ θα συλληφθει σ' αυτη. δεσ, βρηκα τουτο, λεει ο εκκλησιαστησ, εξεταζοντασ ενα προσ ενα, για να βρω τον λογο· τον οποιο ακομα η ψυχη μου αναζηταει, αλλα δεν βρισκω· εναν ανδρα αναμεσα σε χιλιουσ βρηκα· ομωσ, μια γυναικα αναμεσα σε ολεσ τουτεσ δεν βρηκα. να, τουτο βρηκα μοναχα· οτι ο θεοσ εκανε τον ανθρωπο ευθυ, αλλ' αυτοι επιζητησαν πολλουσ λογισμουσ.

8

ποιοσ ειναι οπωσ ο σοφοσ; και ποιοσ γνωριζει τη λυση των πραγματων; η σοφια του ανθρωπου φαιδρυνει το προσωπο του, και η σκληροτητα του προσωπου του θα μεταβληθει. εγω σε συμβουλευω να φυλαττεισ την προσταγη του βασιλια, και για τον ορκο του θεου. μη βιαζεσαι να φυγεισ απο μπροστα του· μη επιμενεισ σε πραγμα κακο· επειδη, κανει ο,τι θελει. στον λογο του βασιλια υπαρχει εξουσια· και ποιοσ θα πει σ' αυτον: τι κανεισ; εκεινοσ που φυλαττει την προσταγη δεν θα δοκιμασει κακο πραγμα· και η καρδια του σοφου γνωριζει τον καιρο και τον τροπο. σε καθε πραγμα υπαρχει καιροσ και τροποσ· γι' αυτο, η αθλιοτητα του ανθρωπου ειναι επανω του πολλη· για τον λογο οτι, δεν γνωριζει τι θα συμβει· επειδη, ποιοσ μπορει να του αναγγειλει πωσ θα ακολουθησει; δεν υπαρχει ανθρωποσ που εχει εξουσια επανω στο πνευμα του, ωστε να εμποδιζει το πνευμα· ουτε εκεινοσ που εχει εξουσια επανω στην ημερα του θανατου· και στον πολεμο δεν υπαρχει αποφυγη· και η ασεβεια δεν θα ελευθερωσει αυτουσ που την εχουν. ειδα ολα αυτα, και προσηλωσα τον νου μου σε καθε εργο, που γινεται κατω απο τον ηλιο· ειναι καιροσ κατα τον οποιο ο ανθρωποσ εξουσιαζει εναν αλλον ανθρωπο για βλαβη του. και ετσι, ειδα τουσ ασεβεισ ενταφιασμενουσ, οι οποιοι ηρθαν και εφυγαν απο την αγια γη, και λησμονηθηκαν στην πολη, οπου ειχαν πραξει ετσι· και τουτο ειναι ματαιοτητα. επειδη, η αποφαση εναντια στο πονηρο εργο δεν εκτελειται γρηγορα, γι' αυτο η καρδια των γιων των ανθρωπων ειναι ολοκληρη εκδοτη στο να πραττει το κακο. αν και ο αμαρτωλοσ πραττει κακο εκατο φορεσ, και μακροημερευει, εγω ομωσ γνωριζω σιγουρα οτι θα ειναι καλο σ' εκεινουσ που φοβουνται τον θεο, εκεινοι που φοβουνται απο το προσωπο του· στον ασεβη δεν θα υπαρχει καλο, και οι ημερεσ του, οι οποιεσ παρερχονται σαν σκια, δεν θα μακρυνουν· επειδη, δεν φοβαται μπροστα απο τον θεο. υπαρχει ματαιοτητα, που γινεται επανω στη γη, οτι υπαρχουν δικαιοι στουσ οποιουσ συμβαινει συμφωνα με τα εργα των ασεβων, και υπαρχουν ασεβεισ στουσ οποιουσ συμβαινει συμφωνα με τα εργα των δικαιων· ειπα, οτι και τουτο ειναι ματαιοτητα. γι' αυτο, εγω επαινεσα την ευφροσυνη· επειδη, ο ανθρωποσ δεν εχει κατι καλυτερο κατω απο τον ηλιο, παρα να τρωει, και να πινει, και να ευφραινεται· και τουτο θα μεινει σ' αυτον απο τον κοπο του στισ ημερεσ τησ ζωησ του, τισ οποιεσ ο θεοσ του εδωσε κατω απο τον ηλιο. αφου εδωσα την καρδια μου στο να γνωρισω τη σοφια, και να δω τον περισπασμο που γινεται επανω στη γη, (επειδη, ουτε ημερα ουτε νυχτα, δεν βλεπουν υπνο στα ματια τουσ)· τοτε, ειδα ολοκληρο το εργο του θεου, οτι ο ανθρωποσ δεν μπορει να βρει το εργο που εγινε κατω απο τον ηλιο· επειδη, οσο και να κοπιασει ο ανθρωποσ ζητωντασ, σιγουρα δεν θα το βρει· ακομα, μαλιστα, και ο σοφοσ αν πει να το γνωρισει, δεν θα μπορεσει να το βρει.

9

επειδη, ολο αυτο το σκεφθηκα μεσα στην καρδια μου, για να το εξιχνιασω ολοκληρο, οτι οι δικαιοι και οι σοφοι, και τα εργα τουσ, ειναι στο χερι του θεου· δεν υπαρχει ανθρωποσ που να γνωριζει ειτε αγαπη θα ειναι ειτε μισοσ· τα παντα ειναι ηδη μπροστα τουσ. ολα, επισησ, συμβαινουν σε ολουσ· ενα συναντημα ειναι στον δικαιο και στον ασεβη, στον αγαθο και στον καθαρο και στον ακαθαρτο, και σ' εκεινον που θυσιαζει και σ' εκεινον που δεν θυσιαζει· οπωσ ο αγαθοσ, ετσι ειναι και ο αμαρτωλοσ· εκεινοσ που ορκιζεται, οπωσ εκεινοσ που φοβαται τον ορκο. τουτο ειναι το κακο αναμεσα σε ολα οσα γινονται κατω απο τον ηλιο, οτι ενα συναντημα ειναι σε ολουσ· και, μαλιστα, η καρδια των γιων των ανθρωπων ειναι γεματη απο κακια, και μεσα στην καρδια τουσ ειναι αφροσυνη ενοσω ζουν, και υστερα απ' αυτα πηγαινουν προσ τουσ νεκρουσ. για τον λογο οτι, σ' εκεινον που εχει κοινωνια αναμεσα σε ολουσ τουσ ζωντανουσ ανθρωπουσ, υπαρχει ελπιδα· δεδομενου οτι, ενα σκυλι που ζει ειναι καλυτερο απο ενα λιονταρι νεκρο. επειδη, οι ζωντανοι γνωριζουν οτι θα πεθανουν· οι νεκροι, ομωσ, δεν γνωριζουν τιποτε, ουτε εχουν πλεον απολαυση· επειδη, η αναμνηση τουσ λησμονηθηκε. ακομα και η αγαπη τουσ, και το μισοσ τουσ, και ο φθονοσ τουσ, χαθηκε ηδη· και δεν θα εχουν μεριδα στον αιωνα σε ολα οσα γινονται κατω απο τον ηλιο. πηγαινε, φαε το ψωμι σου με ευφροσυνη, και πιεσ το κρασι σου με ευθυμη καρδια· επειδη, ο θεοσ αρεσκεται ηδη στα εργα σου. σε καθε καιρο ασ ειναι τα ιματια σου λευκα· και λαδι ασ μη λειψει απο το κεφαλι σου. να χαιρεσαι τη ζωη μαζι με τη γυναικα σου, που αγαπησεσ, ολεσ τισ ημερεσ τησ ζωησ τησ ματαιοτητασ σου, που σου δοθηκαν κατω απο τον ηλιο, ολεσ τισ ημερεσ τησ ματαιοτητασ σου· επειδη, αυτο ειναι η μεριδα σου στη ζωη, και στον μοχθο σου, που μοχθεισ κατω απο τον ηλιο. ολα οσα βρει το χερι σου να κανει, κανε συμφωνα με τη δυναμη σου· επειδη, δεν υπαρχει πραξη ουτε λογισμοσ ουτε γνωση ουτε σοφια, στον αδη οπου πηγαινεισ. επεστρεψα, και ειδα κατω απο τον ηλιο οτι, ο δρομοσ δεν ειναι στουσ ταχυποδεσ ουτε ο πολεμοσ στουσ δυνατουσ, αλλ' ουτε το ψωμι στουσ σοφουσ, αλλ' ουτε τα πλουτη στουσ νοημονεσ, αλλ' ουτε η χαρη στουσ αξιουσ· δεδομενου οτι, καιροσ και περισταση συνανταει ολουσ αυτουσ. επειδη, ουτε ο ανθρωποσ γνωριζει τον καιρο του· καθωσ τα ψαρια που πιανονται σε ενα κακο διχτυ, και καθωσ τα πουλια που πιανονται σε παγιδα, ετσι παγιδευονται και οι γιοι των ανθρωπων σε εναν κακο καιρο, οταν ερθει ξαφνικα επανω τουσ. και ειδα τουτη τη σοφια κατω απο τον ηλιο, και μου φανηκε μεγαλη· υπηρχε μια μικρη πολη, και μεσα σ' αυτη λιγοι ανδρεσ· και ηρθε εναντιον τησ ενασ μεγαλοσ βασιλιασ, και την πολιορκησε, και εχτισε μεγαλα προχωματα εναντιον τησ· αλλα βρεθηκε μεσα σ' αυτη ενασ φτωχοσ και σοφοσ ανθρωποσ, κι αυτοσ με τη σοφια του ελευθερωσε την πολη· ομωσ, κανενασ δεν θυμηθηκε εκεινον τον φτωχο ανθρωπο. τοτε, εγω ειπα: η σοφια ειναι καλυτερη απο τη δυναμη, αν και η σοφια του φτωχου καταφρονειται, και τα λογια του δεν εισακουγονται. τα λογια των σοφων ακουγονται μεσα σε ησυχια, περισσοτερο απο την κραυγη εκεινου που εξουσιαζει μαζι με αφρονεσ. η σοφια ειναι καλυτερη, παρα τα οπλα του πολεμου· εντουτοισ, ενασ αμαρτωλοσ αφανιζει μεγαλα καλα.

10

μυγεσ που ψοφανε κανουν το μυρο του μυροποιου να βρωμαει, και να αναβραζει· και μια μικρη αφροσυνη ατιμαζει εκεινον που ειναι σε υποληψη για λογουσ σοφιασ και τιμησ. η καρδια του σοφου βρισκεται στο δεξι του πλευρο ενω η καρδια του αφρονα στο αριστερο του. ακομα και οταν ο αφρονασ περπαταει στον δρομο του, του λειπει η συνεση, και αναγγελλει σε ολουσ οτι ειναι αφρονασ. αν το πνευμα του ηγεμονα σηκωθει εναντιον σου, μη αφησεισ τον τοπο σου· επειδη, η γλυκυτητα καταπαυει μεγαλεσ αμαρτιεσ. ειναι κακο αυτο που ειδα κατω απο τον ηλιο, λαθοσ, λεω, που προερχεται απ' αυτον που εξουσιαζει· οτι βαζουν τον αφρονα σε μεγαλεσ αξιεσ, ενω οι πλουσιοι καθονται σε εναν ταπεινο τοπο. ειδα δουλουσ επανω σε αλογα, και αρχοντεσ να περπατανε ωσ δουλοι επανω στη γη. οποιοσ σκαβει λακκο, θα πεσει σ' αυτον· και οποιοσ χαλαει φραγμο, φιδι θα τον δαγκωσει. αυτοσ που μετακινει πετρεσ, θα παθει βλαβη απ' αυτεσ· αυτοσ που σχιζει ξυλα, θα κινδυνευσει σ' αυτα. αν το σιδηρο αμβλυνθει, και δεν ακονισει καποιοσ την κοψη του, πρεπει να προσθεσει δυναμη· η σοφια, ομωσ, ειναι ωφελιμη προσ διακυβερνηση. αν το φιδι δαγκωνει χωρισ συριγμο, εντουτοισ και ο συκοφαντησ δεν ειναι καλυτεροσ. τα λογια του στοματοσ του σοφου ειναι χαρη· ενω τα χειλη του αφρονα θα τον καταπιουν. η αρχη των λογων του στοματοσ του ειναι αφροσυνη· και το τελοσ τησ ομιλιασ του κακη μωρια. ο αφρονασ, επιπλεον, πληθαινει τα λογια, ενω ο ανθρωποσ δεν ξερει τι προκειται να γινει· και ποιοσ μπορει να του αναγγειλει τι θα ειναι υστερα απ' αυτον; ο μοχθοσ των αφρονων τουσ απαυδιζει, επειδη δεν ξερουν να πανε στην πολη. αλλοιμονο σε σενα γη, που ο βασιλιασ σου ειναι νεοσ, και οι αρχοντεσ σου τρωνε το πρωι! μακαρια εσυ, γη, που ο βασιλιασ σου ειναι γιοσ ευγενων, και οι αρχοντεσ σου τρωνε εν καιρω, για ενισχυση, και οχι για μεθυσι! εξαιτιασ τησ μεγαλησ οκνηριασ πεφτει η στεγη· και εξαιτιασ τησ αργιασ των χεριων σταζει το σπιτι. με ευθυμια κανουν συμποσια, και το κρασι ευφραινει τουσ ζωντανουσ· ενω το ασημι αποκρινεται σε ολα. μη καταραστεισ τον βασιλια ουτε στη διανοια σου· και να μη καταραστεισ τον πλουσιο στο εσωτερο δωματιο του κοιτωνα σου· επειδη, καποιο πουλι του ουρανου θα φερει τη φωνη, κι αυτο που εχει τισ φτερουγεσ θα αναγγειλει το πραγμα.

11

ριξε το ψωμι σου επανω στην επιφανεια των νερων· επειδη, μεσα στισ πολλεσ ημερεσ θα το βρεισ. δωσε μεριδιο σε επτα, κι ακομα σε οκτω· επειδη, δεν ξερεισ τι κακο θα γινει επανω στη γη. αν τα συννεφα ειναι γεματα, θα διαχυσουν βροχη επανω στη γη· και αν ενα δεντρο πεσει προσ τον νοτο η προσ τον βορρα, στον τοπο οπου πεσει το δεντρο, εκει θα μεινει. οποιοσ παρατηρει τον ανεμο, δεν θα σπειρει· και οποιοσ θωρει τα συννεφα, δεν θα θερισει. καθωσ δεν γνωριζεισ ποιοσ ειναι ο δρομοσ του ανεμου, ουτε με ποιον τροπο παιρνουν μορφη τα κοκαλα στην κοιλια τησ κυοφορουσασ, ετσι δεν γνωριζεισ τα εργα του θεου, ο οποιοσ κανει τα παντα. σπειρε τον σπορο σου το πρωι, και την εσπερα ασ μη ησυχασει το χερι σου· επειδη, δεν ξερεισ τι θα ευδοκιμησει, τουτο η εκεινο, η αν και τα δυο ειναι επισησ αγαθα. γλυκο, βεβαια, ειναι το φωσ, και ευαρεστο στα ματια να βλεπουν τον ηλιο· αλλα, κι αν ο ανθρωποσ ζησει πολλα χρονια, και σε ολα αυτα ευφραινεται, ασ θυμηθει ομωσ τισ ημερεσ του σκοταδιου, οτι θα ειναι πολλεσ. ολα οσα συμβαινουν ειναι ματαιοτητα. να ευφραινεσαι νεε, στη νιοτη σου· και η καρδια σου ασ σε χαροποιει στισ ημερεσ τησ νιοτησ σου· και περπατα συμφωνα με τισ επιθυμιεσ τησ καρδιασ σου, και συμφωνα με την οραση των ματιων σου· εντουτοισ, να ξερεισ, οτι για ολα αυτα ο θεοσ θα σε φερει σε κριση. και αφαιρεσε τον θυμο απο την καρδια σου, και απομακρυνε την πονηρια απο τη σαρκα σου· επειδη, η νιοτη και η παιδικη ηλικια ειναι ματαιοτητα.

12

και να θυμασαι τον πλαστη σου στισ ημερεσ τησ νιοτησ σου· πριν ερθουν οι κακεσ ημερεσ, και φτασουν τα χρονια στα οποια θα πεισ: δεν εχω ευχαριστηση σ' αυτα· πριν σκοτιστει ο ηλιοσ, και το φωσ, και το φεγγαρι, και τα αστερια, και ξαναγυρισουν τα συννεφα υστερα απο τη βροχη· οταν οι φυλακεσ του σπιτιου θα τρεμουν, και οι δυνατοι ανδρεσ θα κλονιζονται, κι αυτεσ που αλεθουν θα σταματησουν, επειδη λιγοστεψαν, κι αυτεσ που βλεπουν μεσα απο τισ θυριδεσ, θα αμαυρωθουν· και οι πορτεσ θα κλειστουν στον δρομο, οταν η φωνη εκεινησ που αλεθει θα ασθενησει, και ο ανθρωποσ θα σηκωνεται στη φωνη του σπουργιτιου, και ολεσ οι θυγατερεσ του τραγουδιου θα ατονησουν· οταν θα φοβουνται το υψοσ, και θα τρεμουν στον δρομο· οταν η αμυγδαλια θα ανθισει, και η ακριδα θα προξενει βαροσ, και η ορεξη θα εκλειψει· επειδη, ο ανθρωποσ πηγαινει στο αιωνιο σπιτι του, κι εκεινοι που πενθουν, περικυκλωνουν τουσ δρομουσ· πριν λυθει η ασημενια αλυσιδα, και σπασει το χρυσο λυχναρι η σπασει η σταμνα στην πηγη η χαλασει ο τροχοσ στο πηγαδι, και επιστρεψει το χωμα στη γη, οπωσ ηταν, και το πνευμα επιστρεψει στον θεο, που το εδωσε. ματαιοτητα ματαιοτητων, ειπε ο εκκλησιαστησ· τα παντα ματαιοτητα. και οσο περισσοτερο ο εκκλησιαστησ σταθηκε σοφοσ, τοσο περισσοτερο διδαξε τη γνωση στον λαο· μαλιστα, προσεξε και ερευνησε, και εβαλε σε ταξη πολλεσ παροιμιεσ. ο εκκλησιαστησ ζητησε να βρει ευαρεστα λογια· και το γραμμενο ηταν ευθυτητα και λογια αληθειασ. τα λογια των σοφων ειναι σαν βουκεντρα, και σαν καρφια μπηγμενα απο τουσ δασκαλουσ που τα συγκεντρωσαν· δοθηκαν, ομωσ, απο τον ιδιο ποιμενα. και επιπλεον αυτων, μαθε, γιε μου, οτι το να κανει καποιοσ πολλα βιβλια δεν εχει τελοσ, και η πολλη μελετη ειναι μοχθοσ στη σαρκα. ασ ακουσουμε το τελοσ τησ ολησ υποθεσησ: να φοβασαι τον θεο, και να τηρεισ τισ εντολεσ του, δεδομενου οτι αυτο ειναι το παν του ανθρωπου. επειδη, ο θεοσ θα φερει σε κριση καθε εργο, και καθε κρυφο πραγμα, ειτε αγαθο ειτε πονηρο.

εσθηρ

1

και κατα τισ ημερεσ του ασσουηρη, (αυτοσ ειναι ο ασσουηρησ, που βασιλευε απο την ινδια μεχρι την αιθιοπια, σε 127 επαρχιεσ)· εκεινεσ τισ ημερεσ, οταν ο βασιλιασ ασσουηρησ καθησε στον θρονο τησ βασιλειασ του, στα σουσα, στη βασιλικη πολη, στον τριτο χρονο τησ βασιλειασ του, εκανε συμποσιο σε ολουσ τουσ αρχοντεσ του και στουσ δουλουσ του· και ηταν μπροστα του η δυναμη τησ περσιασ και τησ μηδιασ, οι ευγενεισ και οι αρχοντεσ των επαρχιων, οταν εδειχνε τα πλουτη τησ ενδοξησ βασιλειασ του, και τη λαμπροτητα τησ εξοχησ μεγαλειοτητασ του, πολλεσ ημερεσ, 180 ημερεσ. και αφου συμπληρωθηκαν αυτεσ οι ημερεσ, ο βασιλιασ εκανε συμποσιο σε ολοκληρο τον λαο, που βρεθηκε στα σουσα, στη βασιλικη πολη, απο τον μεγαλο μεχρι τον μικρο, επτα ημερεσ, στην αυλη του κηπου του βασιλικου παλατιου· οπου υπηρχαν λευκα παραπετασματα, πρασινα, και γαλαζια, που κρεμονταν με σχοινια απο εκλεκτο λινο και πορφυρα, διαμεσου ασημενιων κρικων σε στυλουσ απο μαρμαρο· κρεβατια χρυσα και ασημενια ησαν επανω σε λιθοστρωτο απο μαρμαρο πορφυριτη, και γαλαζιο και ασπρο και μαυρο. και κερνουσαν σε χρυσα σκευη (τα σκευη μαλιστα τα αλλαζαν διαδοχικα), και υπηρχε βασιλικο κρασι σε αφθονια, συμφωνα με τη μεγαλοπρεπεια του βασιλια. και η οινοποσια ηταν κανονισμενη· κανενασ δεν βιαζε· επειδη, ετσι ειχε προσταξει ο βασιλιασ σε ολουσ τουσ οικονομουσ του παλατιου του, να κανουν συμφωνα με την ευχαριστηση του καθενοσ. κι ακομα, η βασιλισσα αστιν εκανε συμποσιο στισ γυναικεσ στον βασιλικο οικο του βασιλια ασσουηρη. και την εβδομη ημερα, οταν η καρδια του βασιλια ηταν ευθυμη απο το κρασι, προσταξε τον μεουμαν, τον βηζαθα, τον αρβωνα, τον βηγθα, και τον αβαγθα, τον ζεθαρ, και τον χαρκασ, τουσ επτα ευνουχουσ, που υπηρετουσαν μπροστα στον βασιλια ασσουηρη, να φερουν την αστιν, τη βασιλισσα, μπροστα στον βασιλια, μαζι με το βασιλικο διαδημα, για να δειξει την ομορφια τησ στουσ λαουσ και στουσ αρχοντεσ· επειδη, ηταν ωραια στην οψη. η βασιλισσα αστιν, ομωσ, αρνηθηκε ναρθει, συμφωνα με την προσταγη του βασιλια, η οποια διαβιβαστηκε διαμεσου των ευνουχων. γι' αυτο, ο βασιλιασ θυμωσε υπερβολικα, και η οργη του αναψε μεσα του. τοτε, ο βασιλιασ ειπε στουσ σοφουσ, που γνωριζαν τουσ καιρουσ, (επειδη, αυτη ηταν η συνηθεια του βασιλια σε ολουσ οσουσ γνωριζαν τον νομο και την κριση· και κοντα του ηταν ο καρσενα, ο σεθαρ, ο αδμαθα, ο θαρσεισ, ο μερεσ, ο μαρσενα, και ο μεμουκαν, οι επτα αρχοντεσ τησ περσιασ, και τησ μηδιασ, που εβλεπαν το προσωπο του βασιλια, και ειχαν την προεδρια στο βασιλειο). τι αρμοζει να κανουμε στη βασιλισσα αστιν συμφωνα με τον νομο, επειδη δεν εκτελεσε την προσταγη του βασιλια ασσουηρη, που διαβιβαστηκε διαμεσου των ευνουχων; και ο μεμουκαν αποκριθηκε μπροστα στον βασιλια και στουσ αρχοντεσ: η βασιλισσα αστιν δεν αμαρτησε μονον στον βασιλια, αλλα και σε ολουσ τουσ αρχοντεσ, και σε ολουσ τουσ λαουσ, που ειναι σε ολεσ τισ επαρχιεσ του βασιλια ασσουηρη· επειδη, η πραξη τησ βασιλισσασ θα διαδοθει σε ολεσ τισ γυναικεσ, ωστε θα καταφρονουν τουσ ανδρεσ τουσ μπροστα στα ματια τουσ, οταν ειπωθει οτι, ο βασιλιασ ασσουηρησ προσταξε τη βασιλισσα αστιν να φερθει μπροστα του, και δεν ηρθε· κι αυτη την ημερα οι φωνήενσύμφωνο-ιηhοhσ τησ περσιασ και τησ μηδιασ, οσεσ ακουσαν για την πραξη τησ βασιλισσασ θα μιλησουν κατα τον ιδιο τροπο σε ολουσ τουσ αρχοντεσ του βασιλια· και απ' αυτο θα προξενηθει μεγαλη περιφρονηση και οργη· αν, λοιπον, ειναι αρεστον στον βασιλια, ασ βγει απ' αυτον βασιλικη διαταγη, και ασ γραφτει αναμεσα στουσ νομουσ των περσων και των μηδων, για να ειναι αμεταθετη: να μη ερθει πλεον η αστιν μπροστα στον βασιλια ασσουηρη· και ο βασιλιασ ασ δωσει τη βασιλικη τησ αξια σε αλλη, καλυτερη τησ· και οταν το προσταγμα του βασιλια, που θα κανει, θα δημοσιευθει μεσα σε ολο το βασιλειο του, (επειδη, ειναι μεγαλο), ολεσ οι γυναικεσ θα αποδιδουν τιμη στουσ ανδρεσ τουσ, απο τον μεγαλο μεχρι τον μικρο. και ο λογοσ αρεσε στον βασιλια και στουσ αρχοντεσ· και ο βασιλιασ εκανε συμφωνα με τον λογο του μεμουκαν· και εστειλε επιστολεσ σε ολεσ τισ επαρχιεσ του βασιλια, σε καθε επαρχια συμφωνα με τη γραφη τησ, και σε καθε λαο συμφωνα με τη γλωσσα του, για να ειναι καθε ανδρασ κυριοσ στο σπιτι του, και να μιλαει συμφωνα με τη γλωσσα του λαου του.

2

υστερα απο τα πραγματα αυτα, αφου καταπραυνθηκε ο θυμοσ του βασιλια ασσουηρη, θυμηθηκε την αστιν, και τι αυτη ειχε κανει, και τι ειχε αποφασιστει εναντιον τησ. και οι δουλοι του βασιλια, που τον υπηρετουσαν, ειπαν: ασ ζητηθουν για τον βασιλια νεεσ παρθενεσ, ωραιεσ στην οψη· και ασ διορισει ο βασιλιασ εφορουσ σε ολεσ τισ επαρχιεσ του βασιλειου του, και να συναξουν στα σουσα, στη βασιλικη πολη, ολεσ τισ νεεσ παρθενουσ, τισ ωραιεσ στην οψη, στον γυναικωνα, κατω απο την επιτηρηση του ηγαι, του ευνουχου του βασιλια, του φυλακα των γυναικων· και ασ δοθουν σ' αυτεσ τα αναγκαια για τον καθαρισμο τουσ· και η νεα που θα αρεσει στον βασιλια, ασ γινει βασιλισσα αντι τησ αστιν. και το πραγμα αρεσε στον βασιλια, και εκανε ετσι. και στα σουσα, στη βασιλικη πολη, ηταν ενασ ανθρωποσ ιηhυδαιοσ, που ονομαζοταν μαροδοχαιοσ, γιοσ του ιαειρ, γιου του σιμει, γιου του κεισ, βενιαμιτησ· που ειχε μετοικιστει απο την ιερουσαλημ, μαζι με τουσ αιχμαλωτουσ, που μετοικιστηκαν μαζι με τον ιεχονια, τον βασιλια του ιηhυδα, τουσ οποιουσ μετοικησε ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, ο ναβουχοδονοσορασ. κι αυτοσ ανετρεφε την αδασσα, που ειναι η εσθηρ, τη θυγατερα του θειου του· επειδη, δεν ειχε ουτε πατερα ουτε μητερα· και το κοριτσι ηταν ομορφο και ωραιο· το οποιο ο μαροδοχαιοσ, οταν πεθαναν ο πατερασ τησ και η μητερα τησ, το ειχε αναλαβει ωσ θυγατερα του. και οταν ακουστηκε το προσταγμα του βασιλια και η διαταγη του, και οτι συγκεντρωθηκαν πολλα κοριτσια στα σουσα, στη βασιλικη πολη, κατω απο την επιτηρηση του ηγαι, φερθηκε και η εσθηρ στον οικο του βασιλια, κατω απο την επιτηρηση του ηγαι, του φυλακα των γυναικων. και το κοριτσι του αρεσε, και βρηκε χαρη μπροστα του, ωστε εσπευσε να τησ δωσει τα αναγκαια για τον καθαρισμο τησ, και τη μεριδα τησ· και τησ εδωσε και τα επτα κοριτσια, που ησαν διορισμενα απο τον οικο του βασιλια· και τη μετεφερε, αυτη και τα κοριτσια τησ, στο καλυτερο μεροσ του γυναικωνιτη. η εσθηρ δεν φανερωσε τον λαο τησ ουτε τη συγγενεια τησ· επειδη, ο μαραδοχαιοσ την ειχε προσταξει να μη τα φανερωσει. και ο μαροδοχαιοσ περπατουσε καθημερινα μπροστα απο την αυλη του γυναικωνα, για να μαθαινει πωσ ειχε η εσθηρ, και τι εγινε σ' αυτη. και οταν εφτανε η σειρα καθε κοριτσιου, να μπει στον βασιλια ασσουηρη, αφου θα παρεμενε για 12 μηνεσ συμφωνα με το εθιμο των γυναικων, (επειδη, ετσι συμπληρωνονταν οι ημερεσ του καθαρισμου τουσ, εξι μηνεσ περιαλειφονταν με λαδι σμυρνινο, και εξι μηνεσ με αρωματα, και με αλλα καθαριστικα των γυναικων)· και ετσι εμπαινε το κοριτσι στον βασιλια· καθε τι που ελεγε, τησ το εδιναν, για να το παρει μαζι τησ απο τον γυναικωνα στον οικο του βασιλια. την εσπερα εμπαινε, και το πρωι γυριζε στον δευτερο γυναικωνα, κατω απο την επιτηρηση του σαασγαζ, του ευνουχου του βασιλια, που φυλαττε τισ παλλακιδεσ· δεν εμπαινε πλεον στον βασιλια, εκτοσ και αν την ηθελε ο βασιλιασ, και την καλουσε ονομαστικα. οταν, λοιπον, εφτασε η σειρα για να μπει στον βασιλια η εσθηρ, η θυγατερα του αβιχαιλ, θειου του μαροδοχαιου, που την ειχε παρει ωσ θυγατερα του, δεν ζητησε τιποτε αλλο, παρα ο,τι διορισε ο ηγαι ο ευνουχοσ του βασιλια, ο φυλακασ των γυναικων. και η εσθηρ εβρισκε χαρη μπροστα σε ολουσ οσουσ την εβλεπαν. η εσθηρ, λοιπον, οδηγηθηκε στον βασιλια ασσουηρη, στον βασιλικο του οικο, τον δεκατο μηνα, αυτοσ ειναι ο μηνασ τεβεθ, στον εβδομο χρονο τησ βασιλειασ του. και ο βασιλιασ αγαπησε την εσθηρ περισσοτερο απο ολεσ τισ γυναικεσ, και βρηκε χαρη και ελεοσ μπροστα του περισσοτερο απο ολεσ τισ παρθενεσ· και εβαλε το βασιλικο διαδημα επανω στο κεφαλι τησ, και την εκανε βασιλισσα αντι τησ αστιν. τοτε, ο βασιλιασ εκανε μεγαλο συμποσιο σε ολουσ τουσ αρχοντεσ του και τουσ δουλουσ του, το συμποσιο τησ εσθηρ· και εκανε αφεση στισ επαρχιεσ, και εδωσε δωρα, συμφωνα με τη βασιλικη μεγαλοπρεπεια. και οταν οι παρθενεσ συγκεντρωθηκαν για δευτερη φορα, τοτε καθησε ο μαροδοχαιοσ στη βασιλικη πυλη. η εσθηρ δεν φανερωσε τη συγγενεια τησ ουτε τον λαο τησ, καθωσ την ειχε προσταξει ο μαροδοχαιοσ· επειδη, η εσθηρ εκτελουσε την προσταγη του μαροδοχαιου, καθωσ οταν ανατρεφοταν κοντα του. τισ ημερεσ εκεινεσ, ενω ο μαροδοχαιοσ καθοταν στη βασιλικη πυλη, δυο απο τουσ ευνουχουσ του βασιλια, ο βιχθαν και ο θερεσ, απ' αυτουσ που φυλαγαν την εισοδο, οργιστηκαν, και ζητουσαν να βαλουν χερι επανω στον βασιλια ασσουηρη. και το πραγμα εγινε γνωστο στον μαροδοχαιο, και το ανηγγειλε στην εσθηρ, τη βασιλισσα· και η εσθηρ το ειπε στον βασιλια απο μερουσ του μαροδοχαιου. και οταν εγινε εξεταση του πραγματοσ, βρεθηκε οτι ηταν ετσι· γι' αυτο κρεμαστηκαν και οι δυο σε ξυλο· και γραφτηκε στο βιβλιο των χρονικων μπροστα στον βασιλια.

3

υστερα απο τα πραγματα αυτα, ο βασιλιασ ασσουηρησ μεγαλυνε τον αμαν, τον γιο του αμμεδαθα, του αγαγιτη, και τον υψωσε, και εβαλε τον θρονο του πιο πανω απο ολουσ τουσ αρχοντεσ, που ησαν γυρω απ' αυτον. και οι δουλοι του βασιλια, που ησαν στη βασιλικη πυλη, εσκυβαν και προσκυνουσαν τον αμαν· επειδη, ετσι προσταξε ο βασιλιασ γι' αυτον. ο μαροδοχαιοσ, ομωσ, δεν εσκυβε, και δεν τον προσκυνουσε. και οι δουλοι του βασιλια, που ησαν στη βασιλικη πυλη, ειπαν στον μαροδοχαιο: γιατι εσυ παραβαινεισ την προσταγη του βασιλια; και αφου καθε ημερα του το ελεγαν, κι εκεινοσ δεν υπακουε σ' αυτουσ, το ανηγγειλαν στον αμαν, για να δουν αν τα λογια του μαροδοχαιου ησαν στερεα· επειδη, τουσ ειχε φανερωσει οτι ηταν ιηhυδαιοσ. και οταν ο αμαν ειδε οτι ο μαροδοχαιοσ δεν εσκυβε, και δεν τον προσκυνουσε, ο αμαν γεμισε απο θυμο. και στοχαστηκε ταπεινο να βαλει χερι μοναχα επανω στον μαροδοχαιο· επειδη, του ειχαν φανερωσει τον λαο του μαροδοχαιου· γι' αυτο, ο αμαν ζητουσε να αφανισει ολουσ τουσ ιηhυδαιουσ, που βρισκονταν σε ολοκληρο το βασιλειο του ασσουηρη, τον λαο του μαροδοχαιου. και τον πρωτο μηνα, αυτοσ ειναι ο μηνασ νισαν, τον 12ο χρονο του βασιλια ασσουηρη, ερριξαν φουρ, δηλαδη κληρο, μπροστα στον αμαν, απο ημερα σε ημερα, και απο μηνα σε μηνα, μεχρι τον 12ο μηνα, αυτοσ ειναι ο μηνασ αδαρ. και ο αμαν ειπε στον βασιλια ασσουηρη: υπαρχει καποιοσ λαοσ διεσπαρμενοσ και διαχωρισμενοσ αναμεσα στουσ λαουσ, σε ολεσ τισ επαρχιεσ του βασιλειου σου· και οι νομοι τουσ ειναι διαφορετικοι απο τουσ νομουσ ολων των λαων, και δεν τηρουν τουσ νομουσ του βασιλια· γι' αυτο, δεν αρμοζει στον βασιλια να τουσ υποφερει· αν ειναι αρεστο στον βασιλια, ασ γραφτει διαταγμα να εξολοθρευτουν· κι εγω θα μετρησω 10.000 ταλαντα ασημι στα χερια των οικονομων, για να το φερουν στο θησαυροφυλακιο του βασιλια. και ο βασιλιασ, βγαζοντασ το δακτυλιδι του απο το χερι του, το εδωσε στον αμαν, τον γιο του αμμεδαθα, του αγαγιτη, τον εχθρο των ιηhυδαιων. και ο βασιλιασ ειπε στον αμαν: το ασημι δινεται σε σενα, και ο λαοσ, για να κανεισ σ' αυτον οπωσ σου αρεσει. και προσκληθηκαν οι γραμματεισ του βασιλια τη 13η ημερα του πρωτου μηνα, και γραφτηκε συμφωνα με ολα οσα προσταξε ο αμαν, στουσ σατραπεσ του βασιλια, και στουσ διοικητεσ, που ησαν σε καθε επαρχια, και στουσ αρχοντεσ καθε λαου και καθε επαρχιασ, συμφωνα με τη γραφη τουσ, και σε καθε λαο συμφωνα με τη γλωσσα τουσ· στο ονομα του βασιλια ασσουηρη γραφτηκε και σφραγιστηκε με το δακτυλιδι του βασιλια. και οι επιστολεσ σταλθηκαν διαμεσου ταχυδρομων σε ολεσ τισ επαρχιεσ του βασιλια, για να αφανισουν, να φονευσουν, και να εξολοθρευσουν ολουσ τουσ ιηhυδαιουσ, νεουσ και γεροντεσ, νηπια και γυναικεσ, σε μια ημερα, τη 13η ημερα του 12ου μηνα, αυτοσ ειναι ο μηνασ αδαρ, και να αρπαξουν τα υπαρχοντα τουσ. το αντιγραφο τησ επιστολησ, που ηταν για διαδοση του προσταγματοσ σε καθε επαρχια, δημοσιευθηκε προσ ολουσ τουσ λαουσ για να ειναι ετοιμοι εκεινη την ημερα. οι ταχυδρομοι βγηκαν, σπευδοντασ για την προσταγη του βασιλια, και η διαταγη εκδοθηκε στα σουσα, τη βασιλικη πολη. και ο βασιλιασ, και ο αμαν καθησαν να συμποσιασουν· και η πολη σουσα ηταν σε αμηχανια.

4

και οταν ο μαροδοχαιοσ εμαθε ολα τα συμβαντα, διεσχισε τα ιματια του, και ντυθηκε σακο με σταχτη, και βγηκε στο μεσον τησ πολησ, και βοουσε με μεγαλη και πικρη φωνη· και ηρθε μεχρι μπροστα στη βασιλικη πυλη· επειδη, κανενασ δεν μπορουσε να μπει στη βασιλικη πυλη ντυμενοσ με σακο. ( και σε καθε επαρχια, οπου εφτασε η προσταγη του βασιλια και το διαταγμα του, ηταν μεγαλο πενθοσ αναμεσα στουσ ιηhυδαιουσ, και νηστεια, και θρηνοσ, και ολολυγμοσ· πολλοι κειτονταν με σακο και σταχτη). και μπηκαν οι υπηρετριεσ τησ εσθηρ και οι ευνουχοι τησ, και τησ το ανηγγειλαν. και η βασιλισσα ταραχτηκε υπερβολικα· και εστειλε ιματια για να ντυσουν τον μαροδοχαιο, και να βγαλουν απο επανω του τον σακο του· και δεν δεχθηκε. τοτε, η εσθηρ καλεσε τον αθαχ, εναν απο τουσ ευνουχουσ του βασιλια, που ειχε διορισει στην υπηρεσια τησ, και τον προσταξε για τον μαροδοχαιο, για να μαθει τι ηταν αυτο, και γιατι γινοταν αυτο. και ο αθαχ βγηκε προσ τον μαροδοχαιο στην πλατεια τησ πολησ, που ηταν απεναντι απο τη βασιλικη πυλη. και ο μαροδοχαιοσ του φανερωσε ολο το γεγονοσ, και το ποσον απο το ασημι που ο αμαν υποσχεθηκε να μετρησει στα θησαυροφυλακια του βασιλια για τουσ ιηhυδαιουσ, για να τουσ αφανισει. και του εδωσε αντιγραφο τησ επιστολησ τησ διαταγησ, που εκδοθηκε στα σουσα, για να τουσ αφανισουν, για να το δειξει στην εσθηρ, και να τησ αναγγειλει, και να τησ παραγγειλει να μπει στον βασιλια, να τον παρακαλεσει, και να κανει αιτηση σ' αυτον για τον λαο τησ. και ο αθαχ ηρθε και ανηγγειλε στην εσθηρ τα λογια του μαροδοχαιου. και η εσθηρ μιλησε στον αθαχ, και του εδωσε προσταγη για τον μαροδοχαιο: ολοι οι δουλοι του βασιλια, και ο λαοσ των επαρχιων του βασιλια, ξερουν οτι οποιοσδηποτε, ανδρασ η γυναικα, μπει μεσα στον βασιλια, στην ενδοτερη αυλη, απροσκλητοσ, ενασ νομοσ του υπαρχει: να θανατωνεται, εκτοσ εκεινου στον οποιον ο βασιλιασ απλωσει το χρυσο σκηπτρο για να ζησει· αλλ' εγω δεν προσκληθηκα να μπω μεσα στον βασιλια, 30 ημερεσ τωρα. και ανηγγειλαν στον μαροδοχαιο τα λογια τησ εσθηρ. τοτε, ο μαροδοχαιοσ παρηγγειλε να αποκριθουν στην εσθηρ: μη στοχαζεσαι μεσα σου οτι εσυ, απο ολουσ τουσ ιηhυδαιουσ, θα σωθεισ στον οικο του βασιλια· επειδη, αν ολοκληρωτικα σιωπησεισ σ' αυτο τον καιρο, απο αλλου θαρθει αναψυχη και σωτηρια στουσ ιηhυδαιουσ, εσυ ομωσ και η οικογενεια του πατερα σου θα απολεστειτε· και ποιοσ ξερει αν εσυ ηρθεσ στη βασιλεια για εναν τετοιον καιρο, που ειναι τουτοσ. τοτε η εσθηρ προσταξε να αποκριθουν στον μαροδοχαιο: πηγαινε, συγκεντρωσε ολουσ τουσ ιηhυδαιουσ, που βρισκονται στα σουσα, και νηστεψτε για μενα, και μη φατε και μη πιειτε τρεισ ημερεσ, νυχτα και ημερα· κι εγω και οι υπηρετριεσ μου θα νηστεψουμε το ιδιο· και ετσι θα μπω μεσα στον βασιλια, που δεν γινεται συμφωνα με τον νομο· και αν χαθω, ασ χαθω. και φευγοντασ ο μαροδοχαιοσ εκανε συμφωνα με ολα οσα τον προσταξε η εσθηρ.

5

και την τριτη ημερα, η εσθηρ, αφου ντυθηκε τη βασιλικη στολη, σταθηκε στην εσωτερικη αυλη του βασιλικου οικου, απεναντι απο τον οικο του βασιλια· και ο βασιλιασ καθοταν επανω στον βασιλικο θρονο του, στον βασιλικο οικο, απεναντι απο την πυλη του οικου. και ο βασιλιασ καθωσ ειδε τη βασιλισσα εσθηρ να στεκεται στην αυλη, βρηκε χαρη μπροστα του· και απλωσε ο βασιλιασ προσ την εσθηρ το χρυσο σκηπτρο, που ηταν στο χερι του· και η εσθηρ πλησιασε και αγγιξε την ακρη του σκηπτρου. και ο βασιλιασ τησ ειπε: τι θελεισ, βασιλισσα εσθηρ; και ποιο ειναι το αιτημα σου; και μεχρι του μισου τησ βασιλειασ, θα σου δοθει. και η εσθηρ αποκριθηκε: αν ειναι αρεστο στον βασιλια, ασ ερθει ο βασιλιασ και ο αμαν, σημερα στο συμποσιο, που ετοιμασα γι' αυτον. και ο βασιλιασ ειπε: καντε να σπευσει ο αμαν, για να κανει τον λογο τησ εσθηρ. και ηρθαν ο βασιλιασ και ο αμαν στο συμποσιο, που εκανε η εσθηρ. και ειπε ο βασιλιασ στην εσθηρ στο συμποσιο του κρασιου: ποιο ειναι το ζητημα σου; και θα δοθει σε σενα· και ποιο ειναι το αιτημα σου; και μεχρι του μισου τησ βασιλειασ αν ζητησεισ, θα γινει. τοτε, απαντωντασ η εσθηρ ειπε: το ζητημα μου και το αιτημα μου ειναι: αν βρηκα χαρη μπροστα στον βασιλια, και αν ειναι αρεστο στον βασιλια να εκτελεσει το ζητημα μου, και να κανει το αιτημα μου, ασ ερθει ο βασιλιασ και ο αμαν στο συμποσιο που θα ετοιμασω γι' αυτουσ· και αυριο θα κανω συμφωνα με τον λογο του βασιλια. τοτε ο αμαν βγηκε εκεινη την ημερα καταχαρουμενοσ και ευθυμοσ στην καρδια· αλλ' οταν ο αμαν ειδε τον μαροδοχαιο στην πυλη του βασιλια, οτι δεν σηκωθηκε ουτε κινηθηκε γι' αυτον, ο αμαν γεμισε απο θυμο εναντια στον μαροδοχαιο. αλλ' ο αμαν συγκρατησε τον εαυτο του· και μπαινοντασ στο σπιτι του, εστειλε και καλεσε τουσ φιλουσ του, και τη γυναικα του, τη ζερεσ, και τουσ διηγηθηκε ο αμαν για τη δοξα του πλουτου του, και για το πληθοσ των παιδιων του, και ποσο τον μεγαλυνε ο βασιλιασ, και με ποιον τροπο τον υψωσε πιο πανω απο τουσ αρχοντεσ και τουσ δουλουσ του βασιλια. και ειπε ο αμαν: μαλιστα, η βασιλισσα εσθηρ δεν προσκαλεσε στο συμποσιο που εκανε, παρα εμενα, μαζι με τον βασιλια· και αυριο παλι ειμαι προσκαλεσμενοσ σ' αυτη μαζι με τον βασιλια· εντουτοισ, ολα αυτα δεν με ωφελουν, οσο βλεπω τον μαροδοχαιο, τον ιηhυδαιο, να καθεται στην πυλη του βασιλια. και του ειπε η γυναικα του, η ζερεσ, και ολοι οι φιλοι του: ασ κατασκευαστει ενα ξυλο υψουσ 50 πηχεσ, και το πρωι πεσ στον βασιλια να κρεμαστει ο μαροδοχαιοσ επανω σ' αυτο· τοτε, πηγαινε υπερχαρουμενοσ μαζι με τον βασιλια στο συμποσιο. και το πραγμα αρεσε στον αμαν, και προσταξε να ετοιμαστει το ξυλο.

6

εκεινη τη νυχτα ο υπνοσ εφυγε απο τον βασιλια· και προσταξε να του φερουν το βιβλιο των υπομνηματων των χρονικων· και τα διαβαζαν μπροστα στον βασιλια. και βρεθηκε γραμμενο οτι, ο μαροδοχαιοσ ειχε αναγγειλει για τον βιχθαν και τον θερεσ, δυο απο τουσ ευνουχουσ του βασιλια, που ησαν θυρωροι, οι οποιοι ειχαν ζητησει να βαλουν χερι επανω στον βασιλια ασσουηρη. και ο βασιλιασ ειπε: ποια τιμη και αξιοπρεπεια εγινε στον μαροδοχαιο για το πραγμα αυτο; και οι δουλοι του βασιλια, που τον υπηρετουσαν, ειπαν: τιποτε δεν εγινε σ' αυτον. και ο βασιλιασ ειπε: ποιοσ ειναι στην αυλη; ειχε, τοτε, ερθει ο αμαν στην εξωτερικη αυλη του βασιλικου οικου, για να πει στον βασιλια να κρεμασει τον μαροδοχαιο στο ξυλο που ειχε ετοιμασει γι' αυτον. και ειπαν σ' αυτον οι δουλοι του βασιλια: να, ο αμαν στεκεται στην αυλη. και ο βασιλιασ ειπε: ασ ερθει μεσα. και οταν ο αμαν μπηκε μεσα, ο βασιλιασ ειπε σ' αυτον: τι πρεπει να γινει στον ανθρωπο, που ο βασιλιασ ευχαριστιεται να τιμησει; και ο αμαν στοχαστηκε στην καρδια του: σε ποιον αλλον επροκειτο ο βασιλιασ να ευαρεστηθει να κανει τιμη, παρα σε μενα; αποκριθηκε, λοιπον, ο αμαν στον βασιλια: για τον ανθρωπο, που ο βασιλιασ ευαρεστειται να τιμησει, ασ φερουν τη βασιλικη στολη, που ντυνεται ο βασιλιασ, και το αλογο που ιππευει ο βασιλιασ, και να τοποθετηθει το βασιλικο διαδημα επανω στο κεφαλι του· κι αυτη η στολη και το αλογο να δοθουν στο χερι καποιου απο τουσ μεγαλυτερουσ αρχοντεσ του βασιλια, για να στολισει τον ανθρωπο, τον οποιο ευαρεστειται ο βασιλιασ να τιμησει· και φερνοντασ τον εφιππον μεσα απο τουσ δρομουσ τησ πολησ, ασ κηρυττει μπροστα του: ετσι θα γινεται στον ανθρωπο που ο βασιλιασ ευαρεστειται να τιμησει. και ο βασιλιασ ειπε στον αμαν: κανε γρηγορα, παρε τη στολη και το αλογο, καθωσ ειπεσ, και κανε ετσι στον μαροδοχαιο τον ιηhυδαιο, που καθεται στη βασιλικη πυλη· ασ μη λειψει τιποτε απο ολα οσα ειπεσ. και ο αμαν πηρε τη στολη και το αλογο, και στολισε τον μαροδοχαιο, και τον εφερε εφιππο μεσα απο τουσ δρομουσ τησ πολησ, κηρυττοντασ μπροστα του: ετσι θα γινεται στον ανθρωπο, τον οποιο ο βασιλιασ ευαρεστειται να τιμησει. και ο μαροδοχαιοσ γυρισε στην πυλη του βασιλια· και ο αμαν εσπευσε στο σπιτι του καταλυπημενοσ, και εχοντασ σκεπασμενο το κεφαλι του. και ο αμαν διηγηθηκε στη γυναικα του, τη ζερεσ, και σε ολουσ τουσ φιλουσ του, ολα οσα του συνεβησαν. και οι σοφοι του, και η γυναικα του, η ζερεσ, ειπαν σ' αυτον: αν ο μαροδοχαιοσ, μπροστα στον οποιο αρχισεσ να ξεπεφτεισ, ειναι απο το σπερμα των ιηhυδαιων, δεν θα υπερισχυσεισ εναντιον του, αλλ' εξαπαντοσ θα πεσεισ μπροστα του. ενω ακομα μιλουσαν μαζι του, εφτασαν οι ευνουχοι του βασιλια, και εσπευσαν να φερουν τον αμαν στο συμποσιο, που ετοιμασε η εσθηρ.

7

ηρθαν, λοιπον, ο βασιλιασ και ο αμαν να συμποσιασουν μαζι με την εσθηρ, τη βασιλισσα. και ο βασιλιασ ειπε παλι στην εσθηρ, τη δευτερη ημερα, στο συμποσιο του κρασιου: ποιο ειναι το ζητημα σου, βασιλισσα εσθηρ; και θα σου δοθει· και ποιο ειναι το αιτημα σου; και μεχρι του μισου τησ βασιλειασ αν ζητησεισ, θα γινει. τοτε, η βασιλισσα εσθηρ αποκριθηκε και ειπε: αν βρηκα χαρη μπροστα σου, βασιλια, και αν ειναι αρεστο στον βασιλια, η ζωη μου ασ μου δοθει στο ζητημα μου, και ο λαοσ μου, στο αιτημα μου· επειδη, πουληθηκαμε, εγω και ο λαοσ μου, σε απωλεια, σε σφαγη, και σε ολεθρο· και αν επροκειτο να πουληθουμε ωσ δουλοι και δουλεσ, θα σιωπουσα, αν και ο εχθροσ δεν μπορουσε να αναπληρωσει τη ζημια του βασιλια. τοτε, ο βασιλιασ ασσουηρησ αποκριθηκε και ειπε στη βασιλισσα εσθηρ: ποιοσ ειναι αυτοσ, και που ειναι εκεινοσ, που τολμησε να κανει τετοια πραγματα; και η εσθηρ ειπε: ο εναντιοσ και εχθροσ ειναι αυτοσ ο αχρειοσ αμαν. τοτε, ταραχτηκε ο αμαν μπροστα στον βασιλια και στη βασιλισσα. και αφου σηκωθηκε ο βασιλιασ απο το συμποσιο του κρασιου οργισμενοσ, πηγε στον κηπο του παλατιου· και ο αμαν σταθηκε για να ζητησει τη ζωη του απο τη βασιλισσα εσθηρ· επειδη, ειδε οτι κακο ηταν αποφασισμενο εναντιον του απο τον βασιλια. και ο βασιλιασ γυρισε απο τον κηπο του παλατιου, στον οικο του συμποσιου του κρασιου· και ο αμαν ηταν πεσμενοσ επανω στο κρεβατι, επανω στο οποιο ηταν η εσθηρ. και ο βασιλιασ ειπε: θελει ακομα και τη βασιλισσα να βιασει μπροστα μου, μεσα στο παλατι; ο λογοσ βγηκε απο το στομα του βασιλια, και σκεπασαν το προσωπο του αμαν. και ο αρβωνα, ενασ απο τουσ ευνουχουσ, μπροστα στον βασιλια, ειπε: να, και το ξυλο, 50 πηχεσ το υψοσ, που ο αμαν εκανε για τον μαροδοχαιο, ο οποιοσ μιλησε για το καλο του βασιλια, στεκεται στο σπιτι του αμαν. και ο βασιλιασ ειπε: κρεμαστε τον επανω σ' αυτο. και κρεμασαν τον αμαν επανω στο ξυλο, που ειχε ετοιμασει για τον μαροδοχαιο. και σταματησε ο θυμοσ του βασιλια.

8

εκεινη την ημερα ο βασιλιασ ασσουηρησ εδωσε στη βασιλισσα εσθηρ το σπιτι του αμαν, του εχθρου των ιηhυδαιων. και ο μαροδοχαιοσ ηρθε μπροστα στον βασιλια· επειδη, η εσθηρ φανερωσε τι τησ ηταν. και βγαζοντασ ο βασιλιασ το δαχτυλιδι του, που αφαιρεσε απο τον αμαν, το εδωσε στον μαροδοχαιο. και η εσθηρ εκανε τον μαροδοχαιο επιτηρητη στο σπιτι του αμαν. και η εσθηρ μιλησε ξανα μπροστα στον βασιλια, και επεσε μπροστα στα ποδια του, και τον ικετευσε με δακρυα να ακυρωσει την κακια του αμαν, του αγαγιτη, και τη σκευωρια του, που σκευωρησε εναντια στουσ ιηhυδαιουσ. και ο βασιλιασ απλωσε το χρυσο σκηπτρο προσ την εσθηρ. τοτε, καθωσ η εσθηρ σηκωθηκε, σταθηκε μπροστα στον βασιλια, και ειπε: αν ειναι αρεστο στον βασιλια, και αν βρηκα χαρη μπροστα του, και το πραγμα φαινεται ορθο στον βασιλια, και αρεσκεται σε μενα, ασ γραφτει διαταγμα να ανακληθουν οι επιστολεσ που σκευωρηθηκαν απο τον αμαν, τον γιο του αμμεδαθα, του αγαγιτη, που εγραψε για να απολεστουν οι ιηhυδαιοι, που βρισκονται σε ολεσ τισ επαρχιεσ του βασιλια· επειδη, πωσ μπορω να υποφερω να δω το κακο, που θα βρει τον λαο μου; η, πωσ μπορω να υποφερω να δω τον αφανισμο τησ συγγενειασ μου; τοτε, ο βασιλιασ ασσουηρησ ειπε στη βασιλισσα εσθηρ, και στον μαροδοχαιο, τον ιηhυδαιο: δεστε, εδωσα στην εσθηρ το σπιτι του αμαν, κι αυτον τον κρεμασαν επανω στο ξυλο, επειδη απλωσε το χερι του εναντια στουσ ιηhυδαιουσ· εσεισ, λοιπον, γραψτε υπερ των ιηhυδαιων, οπωσ σασ φαινεται καλο, και στο ονομα του βασιλια, και σφραγιστε το με το βασιλικο δαχτυλιδι· επειδη, η επιστολη, που ειναι γραμμενη στο ονομα του βασιλια, και σφραγισμενη με το βασιλικο δαχτυλιδι, ειναι αμετατρεπτη. και προσκληθηκαν οι γραμματεισ του βασιλια εκεινο τον καιρο, τον τριτο μηνα, αυτοσ ειναι ο μηνασ σιβαν, την 23η ημερα του· και γραφτηκε συμφωνα με ολα οσα προσταξε ο μαροδοχαιοσ στουσ ιηhυδαιουσ, και στουσ σατραπεσ, και διοικητεσ και αρχοντεσ των επαρχιων, που ησαν απο την ινδια μεχρι την αιθιοπια, 127 επαρχιεσ, σε καθε επαρχια συμφωνα με τη γραφη τησ, και σε καθε λαο συμφωνα με τη γλωσσα του, και στουσ ιηhυδαιουσ συμφωνα με τη γραφη τουσ και συμφωνα με τη γλωσσα τουσ. και εγραψε στο ονομα του βασιλια ασσουηρη, και το σφραγισε με το βασιλικο δαχτυλιδι, και εστειλε τισ επιστολεσ μεσω εφιππων ταχυδρομων, που ιππευαν επανω σε ταχυποδα και γενναια μουλαρια· ο βασιλιασ επετρεπε μ' αυτεσ στουσ ιηhυδαιουσ, που ησαν σε καθε πολη, να συγκεντρωθουν και να σταθουν υπερ τησ ζωησ τουσ, να απολεσουν, να φονευσουν, και να αφανισουν ολοκληρη τη δυναμη του λαου και τησ επαρχιασ εκεινων που τουσ καταθλιβουν, παιδια και γυναικεσ, και τα λαφυρα τουσ να τα αρπαξουν, σε μια ημερα, σε ολεσ τισ επαρχιεσ του βασιλια ασσουηρη, τη 13η ημερα του 12ου μηνα, κι αυτοσ ειναι ο μηνασ αδαρ. το αντιγραφο τησ επιστολησ, που προοριζοταν για διαδοση του διαταγματοσ σε καθε επαρχια, δημοσιευθηκε σε ολουσ τουσ λαουσ, για να ειναι οι ιηhυδαιοι ετοιμοι εκεινη την ημερα, να εκδικηθουν εναντια στουσ εχθρουσ τουσ. και οι ταχυδρομοι βγηκαν, ιππευοντασ επανω στα ταχυποδα μουλαρια, σπευδοντασ και κατεπειγομενοι απο την προσταγη του βασιλια. και η διαταγη εκδοθηκε στα σουσα, τη βασιλικη πολη. και ο μαροδοχαιοσ βγηκε μπροστα απο τον βασιλια με βασιλικη στολη, γαλαζια και ασπρη, και φορωντασ ενα μεγαλο χρυσο στεφανι, και ενα επανωφορι απο εκλεκτο λινο και πορφυρα· και η πολη σουσα χαιροταν και ευφραινοταν. στουσ ιηhυδαιουσ ηταν φωσ, και αγαλλιαση, και χαρα και δοξα. και σε καθε επαρχια, και σε καθε πολη, οπου ηρθε το διαταγμα του βασιλια και η διαταγη, εγινε στουσ ιηhυδαιουσ χαρα και αγαλλιαση, ευωχια και ημερα αγαθη. και πολλοι απο τουσ λαουσ τησ γησ εγιναν ιηhυδαιοι· επειδη, ο φοβοσ των ιηhυδαιων επεσε επανω τουσ.

9

και τον 12ο μηνα, αυτοσ ειναι ο μηνασ αδαρ, τη 13η ημερα του ιδιου μηνα, οταν το διαταγμα του βασιλια και η διαταγη του πλησιαζε να εκτελεστει, την ημερα κατα την οποια οι εχθροι των ιηhυδαιων ελπιζαν να τουσ εξουσιασουν, (αν και στραφηκε προσ το αντιθετο, επειδη οι ιηhυδαιοι εξουσιασαν επανω σ' αυτουσ, που τουσ μισουσαν), συγκεντρωθηκαν οι ιηhυδαιοι στισ πολεισ τουσ, σε ολεσ τισ επαρχιεσ του βασιλια ασσουηρη, για να βαλουν χερι επανω σ' αυτουσ που ζητουσαν το κακο τουσ· και κανενασ δεν μπορεσε να τουσ αντισταθει, επειδη ο φοβοσ τουσ επεσε επανω σε ολουσ τουσ λαουσ. και ολοι οι αρχοντεσ των επαρχιων, και οι σατραπεσ, και οι διοικητεσ, και οι οικονομοι του βασιλια, βοηθουσαν τουσ ιηhυδαιουσ· επειδη, ο φοβοσ του μαροδοχαιου επεσε επανω τουσ· για τον λογο οτι, ο μαροδοχαιοσ ηταν μεγαλοσ μεσα στον οικο του βασιλια, και η φημη του διαδοθηκε σε ολεσ τισ επαρχιεσ· επειδη, ο ανθρωποσ ο μαροδοχαιοσ γινοταν ολο και ισχυροτεροσ. και οι ιηhυδαιοι χτυπησαν ολουσ τουσ εχθρουσ τουσ, με χτυπημα ρομφαιασ, και σφαγη, και ολεθρο, και εκαναν σ' αυτουσ που τουσ μισουσαν, οπωσ ηθελαν. και στα σουσα, τη βασιλικη πολη, οι ιηhυδαιοι φονευσαν και εξολοθρευσαν 500 ανδρεσ. και τον φαρσανδαθα, και τον δαλφων, και τον ασπαθα, και τον ποραθα,και τον αδαλια, και τον αριδαθα, και τον φαρμαστα, και τον αρισαι, και τον αριδαι και τον βαιεζαθα, τουσ δεκα γιουσ του αμαν, γιου του αμμεδαθα, του εχθρου των ιηhυδαιων, τουσ φονευσαν· επανω σε λαφυρα, ομωσ, δεν εβαλαν το χερι τουσ. εκεινη την ημερα, ο αριθμοσ αυτων που φονευθηκαν στα σουσα, στη βασιλικη πολη, φερθηκε μπροστα στον βασιλια. και ο βασιλιασ ειπε στη βασιλισσα εσθηρ: στα σουσα, τη βασιλικη πολη, οι ιηhυδαιοι φονευσαν και εξολοθρευσαν 500 ανδρεσ, και τουσ δεκα γιουσ του αμαν· στισ υπολοιπεσ επαρχιεσ του βασιλια τι εκαναν; τωρα, ποιο ειναι το ζητημα σου; και θα σου δοθει· και ποιο ειναι ακομα το αιτημα σου; και θα γινει. και η εσθηρ ειπε: αν ειναι αρεστο στον βασιλια, ασ δοθει στουσ ιηhυδαιουσ, που βρισκονται, στα σουσα, να κανουν και αυριο συμφωνα με τη διαταγη αυτησ τησ ημερασ· και τουσ δεκα γιουσ του αμαν να τουσ κρεμασουν επανω σε ξυλα. και ο βασιλιασ προσταξε να γινει ετσι· και εκδοθηκε διαταγη στα σουσα· και κρεμασαν τουσ δεκα γιουσ του αμαν. και οι ιηhυδαιοι, που ησαν στα σουσα, συγκεντρωθηκαν, και τη 14η ημερα του μηνα αδαρ, και φονευσαν 300 ανδρεσ στα σουσα· στα λαφυρα, ομωσ, δεν εβαλαν το χερι τουσ. και οι αλλοι ιηhυδαιοι, που ησαν στισ επαρχιεσ του βασιλια, συγκεντρωθηκαν και σταθηκαν υπερ τησ ζωησ τουσ, και πηραν αναπαυση απο τουσ εχθρουσ τουσ, και φονευσαν απ' αυτουσ που τουσ μισουσαν 75.000· σε λαφυρα, ομωσ, δεν εβαλαν το χερι τουσ· τη 13η ημερα του μηνα αδαρ· και τη 14η ημερα του ιδιου μηνα αναπαυθηκαν, και την εκαναν ημερα συμποσιου και ευφροσυνησ. και οι ιηhυδαιοι που ησαν στα σουσα συγκεντρωθηκαν τη 13η ημερα του, και τη 14η ημερα του· και τη 15η ημερα του ιδιου μηνα αναπαυθηκαν, και την εκαναν ημερα συμποσιου και ευφροσυνησ. γι' αυτο, οι ιηhυδαιοι, οι χωρικοι, που κατοικουσαν στισ ατειχιστεσ πολεισ, εκαναν τη 14η ημερα του μηνα αδαρ ημερα ευφροσυνησ και συμποσιου, και ημερα αγαθη, και εστελναν μεριδεσ ο ενασ στον αλλον. και ο μαροδοχαιοσ εγραψε αυτα τα πραγματα, και εστειλε επιστολεσ σε ολουσ τουσ ιηhυδαιουσ, που ησαν σε ολεσ τισ επαρχιεσ του βασιλια ασσουηρη, σ' αυτουσ που ησαν κοντα και σ' αυτουσ που ησαν μακρια, προσδιοριζοντασ τουσ να τηρουν τη 14η ημερα του μηνα αδαρ, και τη 15η του ιδιου μηνα, καθε χρονο, σαν τισ ημερεσ που οι ιηhυδαιοι αναπαυθηκαν απο τουσ εχθρουσ τουσ, και τον μηνα κατα τον οποιο η λυπη τουσ μετατραπηκε γι' αυτουσ σε χαρα, και το πενθοσ σε ημερα αγαθη· ωστε να τισ κανουν ημερεσ συμποσιου και ευφροσυνησ, και να στελνουν μεριδεσ ο ενασ στον αλλον, και δωρα στουσ φτωχουσ. και οι ιηhυδαιοι δεχθηκαν εκεινο που αρχισαν να κανουν, κι εκεινο που τουσ εγραψε ο μαροδοχαιοσ· επειδη, ο αμαν, ο γιοσ του αμμεδαθα, ο αγαγιτησ, ο εχθροσ ολων των ιηhυδαιων, σκευωρησε εναντια στουσ ιηhυδαιουσ να τουσ αφανισει, και ερριξε φουρ, δηλαδη κληρο, για να τουσ εξολοθρευσει, και να τουσ αφανισει· οταν, ομωσ, ηρθε αυτη, η εσθηρ, μπροστα στον βασιλια, προσταξε με επιστολεσ, να στραφει εναντια στο κεφαλι του η κακη του σκευωρια, που σκευωρησε εναντια στουσ ιηhυδαιουσ, και τον κρεμασαν επανω στο ξυλο, αυτον και τουσ γιουσ του. γι' αυτο, ονομασαν τισ ημερεσ αυτεσ φουρειμ, απο το ονομα φουρ. ωσ εκ τουτου, και για ολουσ τουσ λογουσ αυτησ τησ επιστολησ, και για εκεινο που ειδαν για το πραγμα αυτο, και που συνεβηκε σ' αυτουσ, οι ιηhυδαιοι διεταξαν, και δεχθηκαν επανω τουσ, κι επανω στουσ απογονουσ τουσ, κι επανω σ' αυτουσ που ενωθηκαν μαζι τουσ, να μη παραλειψουν ποτε απο το να τηρουν τισ δυο αυτεσ ημερεσ, συμφωνα με το γραμμενο γι' αυτεσ, και στον καιρο τουσ καθε χρονο· και οι ημερεσ αυτεσ να αναφερονται και να τηρουνται σε καθε γενεα, καθε συγγενεια, καθε επαρχια, και καθε πολη· και οι ημερεσ αυτεσ των φουρειμ να μη εκλειψουν μεσα απο τουσ ιηhυδαιουσ, και να μη σταματησει η θυμηση τουσ απο τουσ απογονουσ τουσ. τοτε, η βασιλισσα εσθηρ, η θυγατερα του αβιχαιλ, και ο μαροδοχαιοσ, ο ιηhυδαιοσ, εγραψαν για δευτερη φορα, με ολο το κυροσ, για να τα στερεωσουν, τα γραμμενα για τα φουρειμ. και εστειλαν επιστολεσ σε ολουσ τουσ ιηhυδαιουσ, στισ 127 επαρχιεσ του βασιλειου του ασσουηρη, με λογια ειρηνησ και αληθειασ, για να στερεωσει τισ ημερεσ αυτεσ των φουρειμ στουσ καιρουσ τουσ, οπωσ τουσ προσδιορισαν ο μαροδοχαιοσ, ο ιηhυδαιοσ, και η βασιλισσα εσθηρ, και οπωσ καθορισαν γι' αυτουσ και για τουσ απογονουσ τουσ, την υποθεση των νηστειων και τησ κραυγησ τουσ. και με διαταγη τησ εσθηρ επικυρωθηκε η υποθεση αυτη των φουρειμ· και γραφτηκε σε βιβλιο.

10

και ο βασιλιασ ασσουηρησ επεβαλε φορο στη γη και στα νησια τησ θαλασσασ. και ολεσ οι πραξεισ τησ δυναμησ του και τησ ισχυοσ του, και η περιγραφη τησ μεγαλειοτητασ του μαροδοχαιου, στην οποια ο βασιλιασ τον ειχε προβιβασει, δεν ειναι γραμμενα στο βιβλιο των χρονικων των βασιλιαδων τησ μηδιασ και τησ περσιασ; επειδη, ο μαροδοχαιοσ, ο ιηhυδαιοσ, σταθηκε δευτεροσ μετα τον βασιλια ασσουηρη, και μεγαλοσ αναμεσα στουσ ιηhυδαιουσ, και αγαπητοσ απο το πληθοσ των αδελφων του, ζητωντασ το καλο του λαου του, και μιλωντασ ειρηνη για ολουσ τουσ απογονουσ του.

δανιαλ

1

κατα τον τριτο χρονο τησ βασιλειασ του ιωακειμ, του βασιλια του ιηhυδα, ηρθε ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, στην ιερουσαλημ, και την πολιορκησε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παρεδωσε στο χερι του τον ιωακειμ, τον βασιλια του ιηhυδα, και ενα μεροσ των σκευων του οικου του θεου· και τα εφερε στη γη σενααρ, στον οικο του θεου του· και εβαλε τα σκευη στο θησαυροφυλακιο του θεου του. και ο βασιλιασ ειπε στον ασφεναζ, τον αρχιευνουχο του, να φερει νεουσ απο τουσ γιουσ ισραηλ, και απο το βασιλικο σπερμα, και απο τουσ αρχοντεσ, νεουσ που δεν εχουν κανενα ψεγαδι, και ωραιουσ στην οψη, και νοημονεσ σε καθε σοφια, και ειδημονεσ απο καθε γνωση, που να εχουν φρονηση, και να μπορουν να στεκονται στο παλατι του βασιλια, και να τουσ διδασκει τα γραμματα και τη γλωσσα των χαλδαιων. και ο βασιλιασ διεταξε γι' αυτουσ καθημερινη μεριδα απο τα βασιλικα φαγητα, και απο το κρασι που ο ιδιοσ επινε· και αφου ανατραφουν τρια χρονια, υστερα απ' αυτα να παραστεκονται μπροστα στον βασιλια. και αναμεσα σ' αυτουσ, απο τουσ γιουσ του ιηhυδα, ησαν ο δανιαλ, ο ανανιασ, ο μισαηλ, και ο αζαριασ· στουσ οποιουσ ο αρχιευνουχοσ εβαλε ονοματα· και τον μεν δανιαλ ονομασε βαλτασασαρ· τον δε ανανια, σεδραχ· και τον μισαηλ, μισαχ· τον δε αζαρια, αβδε-νεγω. ο δανιαλ, ομωσ, εβαλε στην καρδια του να μη μολυνθει απο τα φαγητα του βασιλια ουτε απο το κρασι που επινε εκεινοσ· γι' αυτο, παρακαλεσε τον αρχιευνουχο να μη μολυνθει. και ο θεοσ εκανε τον δανιαλ να βρει χαρη και ελεοσ μπροστα στον αρχιευνουχο. και ο αρχιευνουχοσ ειπε στον δανιαλ: εγω φοβαμαι τον κυριο μου τον βασιλια, που διεταξε το φαγητο σασ και το ποτο σασ, μηπωσ και δει τα προσωπα σασ σκυθρωποτερα απο τουσ νεουσ τουσ συνομιληκουσ σασ, και ενοχοποιησετε το κεφαλι μου στον βασιλια. και ο δανιαλ ειπε στον αμελσαρ, τον οποιο ο αρχιευνουχοσ ειχε βαλει στον δανιαλ, τον ανανια, τον μισαηλ, και τον αζαρια: δοκιμασε, παρακαλω, τουσ δουλουσ σου για δεκα ημερεσ· κι ασ μασ δοθουν οσπρια να τρωμε, και νερο να πινουμε· επειτα, ασ κοιταχτουν τα προσωπα μασ μπροστα σου, και τα προσωπα των νεων που τρωνε απο τα φαγητα του βασιλια· και οπωσ δεισ, κανε με τουσ δουλουσ σου. και τουσ ακουσε σ' αυτο το πραγμα, και τουσ δοκιμασε για δεκα ημερεσ. και μετα το τελοσ των δεκα ημερων, τα προσωπα τουσ φανηκαν ωραιοτερα και παχυτερα στη σαρκα, απο ολουσ τουσ νεουσ, που ετρωγαν τα φαγητα του βασιλια. και ο αμελσαρ αφαιρουσε το φαγητο τουσ, και το κρασι που επρεπε να πινουν, και τουσ εδινε οσπρια. και στουσ τεσσερισ αυτουσ νεουσ ο θεοσ εδωσε γνωση και συνεση σε καθε μαθηση και σοφια· και εκανε τον δανιαλ νοημονα σε καθε οραση και ονειρο. και στο τελοσ των ημερων, οταν ο βασιλιασ ειπε να τουσ φερουν μεσα, ο αρχιευνουχοσ τουσ εφερε μπροστα στον ναβουχοδονοσορα. και ο βασιλιασ μιλησε μαζι τουσ· και αναμεσα σε ολουσ, δεν βρεθηκε κανενασ ομοιοσ με τον δανιαλ, τον ανανια, τον μισαηλ, και τον αζαρια· και παραστεκονταν μπροστα στον βασιλια. και σε καθε υποθεση σοφιασ και νοησησ, για την οποια τουσ ρωτησε ο βασιλιασ, τουσ βρηκε δεκαπλασια καλυτερουσ απο ολουσ τουσ μαγουσ και επαοιδουσ, οσοι ησαν σε ολοκληρο το βασιλειο του. και ο δανιαλ παρεμενε ετσι μεχρι τον πρωτο χρονο του βασιλια κυρου.

2

και κατα τον δευτερο χρονο τησ βασιλειασ του ναβουχοδονοσορα, ο ναβουχοδονοσορασ ονειρευτηκε ονειρα, και το πνευμα του ταραχτηκε, και ο υπνοσ του εφυγε απ' αυτον. και ο βασιλιασ ειπε να καλεσουν τουσ μαγουσ, και τουσ επαοιδουσ, και τουσ γοητεσ, και τουσ χαλδαιουσ, για να φανερωσουν στον βασιλια τα ονειρα του. ηρθαν, λοιπον, και σταθηκαν μπροστα στον βασιλια. και ο βασιλιασ ειπε σ' αυτουσ: ονειρευτηκα ενα ονειρο, και ταραχτηκε το πνευμα μου στο να γνωρισω το ονειρο. και οι χαλδαιοι μιλησαν στον βασιλια συριακα, λεγοντασ: βασιλια, να ζεισ στον αιωνα· πεσ στουσ δουλουσ σου το ονειρο, κι εμεισ θα φανερωσουμε την ερμηνεια. ο βασιλιασ απαντησε, και ειπε στουσ χαλδαιουσ: το πραγμα διεφυγε απο μενα· αν δεν μου κανετε γνωστο το ονειρο, και την ερμηνεια του, θα καταμελιστειτε, και τα σπιτια σασ θα γινουν κοπρωνεσ· αλλα, αν φανερωσετε το ονειρο και την ερμηνεια του, θα παρετε απο μενα δωρα, και αμοιβεσ, και μεγαλη τιμη· να φανερωστε μου, λοιπον, το ονειρο και την ερμηνεια του. απαντησαν για δευτερη φορα, και ειπαν: ασ πει ο βασιλιασ το ονειρο στουσ δουλουσ του, κι εμεισ θα φανερωσουμε την ερμηνεια του. κι ο βασιλιασ απαντησε και ειπε: στ' αληθεια, καταλαβαινω οτι εσεισ θελετε να εξαγοραζετε τον καιρο, βλεποντασ οτι μου διεφυγε το πραγμα. αλλα, αν δεν μου κανετε γνωστο το ονειρο, μονη αυτη ειναι η αποφαση για σασ· επειδη, συμβουλευτηκατε να πειτε μπροστα μου αναληθη και διεφθαρμενα λογια, μεχρισ οτου περασει ο καιροσ· πεστε μου, λοιπον, το ονειρο, και θα γνωρισω οτι μπορειτε να μου φανερωσετε και την ερμηνεια του. οι χαλδαιοι απαντησαν μπροστα στον βασιλια, και ειπαν: δεν υπαρχει ανθρωποσ επανω στη γη, που να μπορει να φανερωσει το πραγμα του βασιλια· οπωσ και δεν υπαρχει κανενασ βασιλιασ, αρχοντασ η διοικητησ, που να ζηταει τετοια πραγματα απο μαγο η επαοιδο η χαλδαιο· και το πραγμα που ζηταει ο βασιλιασ ειναι μεγαλο, και δεν υπαρχει αλλοσ που να μπορει να το φανερωσει μπροστα στον βασιλια, εκτοσ απο τουσ θεουσ, των οποιων η κατοικια δεν ειναι μαζι με σαρκα. γι' αυτο, ο βασιλιασ θυμωσε και οργιστηκε υπερβολικα, και ειπε να απολεσουν ολουσ τουσ σοφουσ τησ βαβυλωνασ. και η αποφαση βγηκε, και οι σοφοι θανατωνονταν· ζητησαν δε και τον δανιαλ, και τουσ συντροφουσ του, για να τουσ θανατωσουν. και ο δανιαλ απαντησε με φρονηση και σοφια στον αριωχ, τον αρχισωματοφυλακα του βασιλια, που βγηκε για να θανατωσει τουσ σοφουσ τησ βαβυλωνασ, απαντησε και ειπε στον αριωχ, τον αρχοντα του βασιλια: γιατι αυτη η βιαιη αποφαση απο τον βασιλια; και ο αριωχ φανερωσε στον δανιαλ το πραγμα. και ο δανιαλ μπηκε μεσα, και παρακαλεσε τον βασιλια να του δωσει καιρο, και θα φανερωνε την ερμηνεια στον βασιλια. και ο δανιαλ πηγε στο σπιτι του και γνωστοποιησε το πραγμα στον ανανια, στον μισαηλ, και στον αζαρια, τουσ συντροφουσ του· για να ζητησουν απο τον θεο του ουρανου ελεοσ για το μυστηριο αυτο, ωστε να μη απολεστει ο δανιαλ και οι συντροφοι του μαζι με τουσ υπολοιπουσ σοφουσ τησ βαβυλωνασ. και το μυστηριο αποκαλυφθηκε στον δανιαλ, με οραμα τησ νυχτασ. τοτε, ο δανιαλ ευλογησε τον θεο του ουρανου. και ο δανιαλ μιλησε και ειπε: ασ ειναι ευλογημενο το ονομα του θεου απο τον αιωνα και μεχρι τον αιωνα· επειδη, δικη του ειναι η σοφια και η δυναμη· κι αυτοσ μεταβαλλει τουσ καιρουσ και τουσ χρονουσ· καθαιρει βασιλιαδεσ, και εγκαθιστα βασιλιαδεσ· δινει σοφια στουσ σοφουσ, και γνωση στουσ συνετουσ· αυτοσ αποκαλυπτει τα βαθια και τα κρυμμενα· γνωριζει εκεινα που ειναι στο σκοταδι, και μαζι του κατοικει το φωσ· ευχαριστω εσενα, θεε των πατερων μου, και σε δοξολογω, που μου εδωσεσ σοφια και δυναμη, και μου εκανεσ γνωστο ο,τι δεηθηκαμε απο σενα. επειδη, εσυ μασ εκανεσ γνωστη την υποθεση του βασιλια. πηγε, λοιπον, ο δανιαλ στον αριωχ, τον οποιο ο βασιλιασ ειχε διαταξει για να απολεσει τουσ σοφουσ τησ βαβυλωνασ· πηγε, και του ειπε ωσ εξησ: μη απολεσεισ τουσ σοφουσ τησ βαβυλωνασ· φερε με μεσα, μπροστα στον βασιλια, κι εγω θα φανερωσω την ερμηνεια στον βασιλια. και ο αριωχ εφερε με βιασυνη μεσα στον βασιλια τον δανιαλ, και του ειπε ωσ εξησ: βρηκα εναν ανδρα απο τουσ γιουσ τησ αιχμαλωσιασ του ιηhυδα, ο οποιοσ θα φανερωσει στον βασιλια την ερμηνεια. και ο βασιλιασ απαντησε και ειπε στον δανιαλ, του οποιου το ονομα ηταν βαλτασασαρ: εισαι ικανοσ να μου φανερωσεισ το ονειρο που ειδα, και την ερμηνεια του; ο δανιαλ απαντησε μπροστα στον βασιλια, και ειπε: το μυστηριο για το οποιο ρωτουσε ο βασιλιασ, δεν μπορουν σοφοι, μαγοι, μαντεισ, να φανερωσουν στον βασιλια· υπαρχει, ομωσ, θεοσ στον ουρανο, που αποκαλυπτει μυστηρια, και κανει γνωστο στον βασιλια ναβουχοδονοσορα, τι προκειται να γινει στισ εσχατεσ ημερεσ. το ονειρο σου, και τα οραματα του κεφαλιου σου επανω στο κρεβατι σου, ειναι τουτα: βασιλια, οι συλλογισμοι ανεβηκαν στον νου σου επανω στο κρεβατι σου, για το τι προκειται να γινει υστερα απ' αυτα· κι αυτοσ που αποκαλυπτει μυστηρια σου εκανε γνωστο τι προκειται να γινει. ομωσ, οσο για μενα, αυτο το μυστηριο δεν μου αποκαλυφθηκε με σοφια, που εγω εχω περισσοτερο απο ολουσ τουσ ζωντανουσ ανθρωπουσ, αλλα για να φανερωθει η ερμηνεια στον βασιλια, και για να γνωρισεισ τουσ συλλογισμουσ τησ καρδιασ σου. εσυ, βασιλια, θωρουσεσ και ξαφνου, μια μεγαλη εικονα· η εικονα εκεινη, που στεκοταν μπροστα σου, ηταν εξαισια, και η λαμψη τησ υπεροχη, και η μορφη τησ φοβερη. το κεφαλι εκεινησ τησ εικονασ ηταν απο καθαρο χρυσαφι, το στηθοσ τησ και οι βραχιονεσ τησ απο ασημι, η κοιλια τησ και οι μηροι τησ απο χαλκο, οι κνημεσ τησ απο σιδερο, ενα μεροσ ομωσ απο πηλο. θεωρουσεσ μεχρισ οτου, χωρισ χερια, αποκοπηκε μια πετρα, και χτυπησε εκεινη την εικονα επανω στα ποδια τησ, που ησαν απο σιδερο και πηλο, και τα κατασυντριψε. τοτε, το σιδερο, ο πηλοσ, ο χαλκοσ, το ασημι, και το χρυσαφι, κατασυντριφτηκαν μαζι, και εγιναν σαν το λεπτο αχυρο ενοσ θερινου αλωνιου· και τα σηκωσε ο ανεμοσ, και δεν βρεθηκε κανενασ τοποσ του· και η πετρα που χτυπησε την εικονα εγινε ενα μεγαλο βουνο, και γεμισε ολοκληρη τη γη. αυτο ειναι το ονειρο· και θα πουμε την ερμηνεια του μπροστα στον βασιλια. εσυ, βασιλια, εισαι βασιλιασ βασιλιαδων· επειδη, ο θεοσ του ουρανου εδωσε σε σενα βασιλεια, δυναμη, και ισχυ, και δοξα. και καθε τοπο οπου κατοικουν οι γιοι των ανθρωπων, τα θηρια του χωραφιου, και τα πουλια του ουρανου, τα εδωσε στο χερι σου, και σε εκανε κυριο επανω σε ολα αυτα. εσυ εισαι εκεινο το χρυσο κεφαλι. και υστερα απο σενα θα σηκωθει μια αλλη βασιλεια κατωτερη απο τη δικη σου, και μια αλλη τριτη βασιλεια απο χαλκο, που θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει επανω σε ολοκληρη γη. και μια τεταρτη βασιλεια θα σταθει ισχυρη οπωσ το σιδερο· οπωσ το σιδερο κατακοβει και καταλεπταινει τα παντα· μαλιστα, καθωσ το σιδερο που συντριβει τα παντα, ετσι θα κατακοβει και θα κατασυντριβει. για το οτι ειδεσ τα ποδια του και τα δαχτυλα, ενα μεροσ μεν απο πηλο κεραμεα, και ενα μεροσ απο σιδερο, θα ειναι μια διαιρεμενη βασιλεια· ομωσ, θα μενει κατι μεσα σ' αυτη απο τη δυναμη του σιδερου, οπωσ ειδεσ το σιδερο ανακατεμενο μαζι με αργιλωδη πηλο. και οπωσ τα δαχτυλα των ποδιων ησαν ενα μεροσ απο σιδερο και ενα μεροσ απο πηλο, ετσι και η βασιλεια θα ειναι κατα μεροσ ισχυρη, και κατα μεροσ ευθραυστη. και οπωσ ειδεσ το σιδερο ανακατεμενο μαζι με αργιλωδη πηλο, ετσι θα ανακατευτουν με σπερμα ανθρωπων· ομωσ, δεν θα ειναι κολλημενοι ο ενασ μαζι με τον αλλον, οπωσ το σιδερο δεν ενωνεται μαζι με τον πηλο. και κατα τισ ημερεσ εκεινων των βασιλιαδων, ο θεοσ του ουρανου θα σηκωσει μια βασιλεια, που δεν θα φθαρει στον αιωνα· και η βασιλεια αυτη δεν θα περασει σε αλλον λαο· θα κατασυντριψει και θα συντελεσει ολεσ αυτεσ τισ βασιλειεσ, ενω αυτη θα διαμενει στουσ αιωνεσ, οπωσ ειδεσ οτι αποκοπηκε μια πετρα απο το βουνο χωρισ χερια, και κατασυντριψε το σιδερο, τον χαλκο, τον πηλο, το ασημι, και το χρυσαφι· ο μεγαλοσ θεοσ εκανε γνωστο στον βασιλια ο,τι προκειται να γινει υστερα απ' αυτα· και το ονειρο ειναι αληθινο, και η ερμηνεια του πιστη. τοτε, ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ, επεσε επανω στο προσωπο του, και προσκυνησε τον δανιαλ, και προσταξε να του προσφερουν προσφορα και θυμιαματα. και ο βασιλιασ, απαντωντασ στον δανιαλ, ειπε: στ' αληθεια, ο θεοσ σασ, αυτοσ ειναι θεοσ θεων, και κυριοσ των βασιλιαδων, και ο οποιοσ αποκαλυπτει μυστηρια· επειδη, μπορεσεσ να αποκαλυψεισ αυτο το μυστηριο. τοτε, ο βασιλιασ μεγαλυνε τον δανιαλ, και του εδωσε δωρα μεγαλα και πολλα, και τον εκανε κυριο επανω σε ολοκληρη την επαρχια τησ βαβυλωνασ, και αρχιδιοικητη επανω σε ολουσ τουσ σοφουσ τησ βαβυλωνασ. και ο δανιαλ ζητησε απο τον βασιλια, και εβαλε τον σεδραχ, τον μισαχ, και τον αβδε-νεγω, επι των υποθεσεων τησ επαρχιασ τησ βαβυλωνασ· ενω ο δανιαλ βρισκοταν στην αυλη του βασιλια.

3

ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ εκανε μια χρυση εικονα, το υψοσ τησ 60 πηχεσ, και το πλατοσ τησ εξι πηχεσ· και την εστησε στην πεδιαδα δουρα, στην επαρχια τησ βαβυλωνασ. και ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ εστειλε να συγκεντρωσει τουσ σατραπεσ, τουσ διοικητεσ, και τουσ τοπαρχεσ, τουσ κριτεσ, τουσ θησαυροφυλακεσ, τουσ συμβουλουσ, τουσ νομοδιδασκαλουσ, και ολουσ τουσ αρχοντεσ των επαρχιων, για ναρθουν στα εγκαινια τησ εικονασ, που ειχε στησει ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ. και οι σατραπεσ, οι διοικητεσ, και οι τοπαρχεσ, οι κριτεσ, οι θησαυροφυλακεσ, οι συμβουλοι, οι νομοδιδασκαλοι, και ολοι οι αρχοντεσ των επαρχιων, συγκεντρωθηκαν στα εγκαινια τησ εικονασ, που ειχε στησει ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ· και σταθηκαν μπροστα στην εικονα, που ειχε στησει ο ναβουχοδονοσορασ. και ενασ κηρυκασ βοουσε μεγαλοφωνα: σε σασ προσταζεται, λαοι, εθνη, και γλωσσεσ, κατα την ωρα που θα ακουσετε τον ηχο τησ σαλπιγγασ, τησ συριγγασ, τησ κιθαρασ, τησ σαμβυκησ, του ψαλτηριου, τησ συμφωνιασ, και καθε ειδουσ μουσικη, αφου πεσετε, προσκυνηστε τη χρυση εικονα, που εχει στησει ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ· και οποιοσ δεν πεσει και προσκυνησει, την ιδια ωρα θα ριχτει μεσα στο καμινι τησ φωτιασ που καιει. γι' αυτο, οταν ολοι οι λαοι ακουσαν τον ηχο τησ σαλπιγγασ, τησ συριγγασ, τησ κιθαρασ, τησ σαμβυκησ, του ψαλτηριου, και καθε ειδουσ μουσικη, πεφτοντασ ολοι οι λαοι, τα εθνη, και οι γλωσσεσ προσκυνουσαν τη χρυση εικονα, που ειχε στησει ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ. και μερικοι χαλδαιοι ηρθαν τοτε και διεβαλαν τουσ ιηhυδαιουσ· και ειπαν, λεγοντασ προσ τον βασιλια ναβουχοδονοσορα: βασιλια, να ζεισ στον αιωνα. εσυ, βασιλια, εβγαλεσ προσταγμα, καθε ανθρωποσ, που θα ακουσει τον ηχο τησ σαλπιγγασ, τησ συριγγασ, τησ κιθαρασ, τησ σαμβυκησ, του ψαλτηριου, και τησ συμφωνιασ, και καθε ειδουσ μουσικη, να πεσει και να προσκυνησει τη χρυση εικονα· και οποιοσ δεν πεσει και προσκυνησει, να ριχτει μεσα στο καμινι τησ φωτιασ που καιει. υπαρχουν μερικοι ανδρεσ ιηhυδαιοι, που τουσ εβαλεσ στισ υποθεσεισ τησ επαρχιασ τησ βαβυλωνασ, ο σεδραχ, ο μισαχ, και ο αβδε-νεγω· αυτοι οι ανθρωποι, βασιλια, δεν σε σεβαστηκαν· τουσ θεουσ σου δεν λατρευουν, και τη χρυση εικονα, που εχεισ στησει, δεν την προσκυνουν. τοτε, ο ναβουχοδονοσορασ, με θυμο και οργη, προσταξε να φερουν τον σεδραχ, τον μισαχ, και τον αβδε-νεγω. και εφεραν αυτουσ τουσ ανθρωπουσ μπροστα στον βασιλια. και αποκρινομενοσ ο ναβουχοδονοσορασ, τουσ ειπε: στ' αληθεια, σεδραχ, μισαχ, και αβδε-νεγω, δεν λατρευετε τουσ θεουσ μου, και δεν προσκυνατε τη χρυση εικονα που εχω στησει; τωρα, λοιπον, αν ειστε ετοιμοι, μολισ ακουσετε τον ηχο τησ σαλπιγγασ, τησ συριγγασ, τησ κιθαρασ, τησ σαμβυκησ, του ψαλτηριου, και τησ συμφωνιασ, και καθε ειδουσ μουσικη, να πεσετε και να προσκυνησετε την εικονα που εχω κανει, καλωσ· αν, ομωσ, δεν προσκυνησετε, θα ριχτειτε την ιδια ωρα μεσα στο καμινι τησ φωτιασ που καιει· και ποιοσ ειναι εκεινοσ ο θεοσ, που θα σασ ελευθερωσει απο τα χερια μου; ο σεδραχ, ο μισαχ, και ο αβδε-νεγω απαντησαν, και ειπαν στον βασιλια ναβουχοδονοσορα: εμεισ δεν εχουμε αναγκη να σου απαντησουμε για το πραγμα αυτο. αν ειναι ετσι, ο θεοσ μασ, που εμεισ λατρευουμε, ειναι δυνατοσ να μασ ελευθερωσει απο το καμινι τησ φωτιασ που καιει· και απο το χερι σου, βασιλια, θα μασ ελευθερωσει. αλλα, και αν οχι, ασ ειναι σε σενα γνωστο, βασιλια, οτι τουσ θεουσ σου δεν τουσ λατρευουμε, και τη χρυση εικονα, που εχεισ στησει, δεν την προσκυνουμε. τοτε, ο ναβουχοδονοσορασ γεμισε απο θυμο, και η οψη του προσωπου του αλλοιωθηκε εναντια στον σεδραχ, τον μισαχ, και τον αβδε-νεγω· και αφου μιλησε, προσταξε να καψουν το καμινι επτα φορεσ περισσοτερο απο ο,τι φαινοταν οτι εκαιγε. και ο βασιλιασ προσταξε τουσ δυνατοτερουσ ανδρεσ του στρατου του, να δεσουν τον σεδραχ, τον μισαχ, και τον αβδε-νεγω, και να τουσ ριξουν στο καμινι τησ φωτιασ που εκαιγε. τοτε, οι ανδρεσ εκεινοι δεθηκαν με τα σαλβαρια τουσ, τισ τιαρεσ τουσ, και τισ περικνημιδεσ τουσ, και τα αλλα ενδυματα τουσ, και ριχτηκαν μεσα στο καμινι τησ φωτιασ που εκαιγε. και επειδη η προσταγη του βασιλια ηταν κατεπειγουσα, και εκαναν το καμινι να καιει υπερβολικα, η φλογα τησ φωτιασ θανατωσε τουσ ανδρεσ εκεινουσ, που ειχαν σηκωσει τον σεδραχ, τον μισαχ, και τον αβδε-νεγω. και αυτοι οι τρεισ ανδρεσ, ο σεδραχ, ο μισαχ, και ο αβδε-νεγω, επεσαν δεμενοι μεσα στο καμινι τησ φωτιασ που εκαιγε. και ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ εμεινε εκπληκτοσ· και καθωσ σηκωθηκε με βιασυνη, μιλησε στουσ μεγιστανεσ του και ειπε: δεν ριξαμε τρεισ ανδρεσ δεμενουσ στο μεσον τησ φωτιασ; και εκεινοι απαντησαν στον βασιλια, και ειπαν: στ' αληθεια, βασιλια. και απαντωντασ, ειπε: δεστε, εγω βλεπω τεσσερισ ανδρεσ λυμενουσ, να περπατουν στο μεσον τησ φωτιασ, και βλαβη δεν υπαρχει σ' αυτουσ· και η οψη του τεταρτου ειναι ομοια με υιον θεου. τοτε, αφου ο ναβουχοδονοσορασ πλησιασε στο στομιο απο το καμινι τησ φωτιασ που εκαιγε, μιλησε και ειπε: σεδραχ, μισαχ, και αβδε-νεγω, δουλοι του θεου του υψιστου, βγειτε εξω, κι ελατε. τοτε, ο σεδραχ, ο μισαχ, και ο αβδε-νεγω, βγηκαν εξω απο το μεσον τησ φωτιασ. και αφου συγκεντρωθηκαν οι σατραπεσ, οι διοικητεσ, και οι τοπαρχεσ, και οι μεγιστανεσ του βασιλια, ειδαν αυτουσ τουσ ανδρεσ, οτι επανω στα σωματα τουσ η φωτια δεν ειχε ισχυ, και τριχα του κεφαλιου τουσ δεν καηκε, και τα σαλβαρια τουσ δεν παραλλαξαν, ουτε μυρουδια φωτιασ περασε επανω τουσ. τοτε, ο ναβουχοδονοσορασ μιλησε και ειπε: ευλογητοσ ο θεοσ του σεδραχ, του μισαχ, και του αβδε-νεγω, που εστειλε τον αγγελο του, και ελευθερωσε τουσ δουλουσ του, που ελπισαν σ' αυτον, και παρακουσαν τον λογο του βασιλια, και παρεδωσαν τα σωματα τουσ, για να μη λατρευσουν ουτε να προσκυνησουν αλλον θεο, εκτοσ απο τον θεο τουσ. γι' αυτο, βγαζω διαταγμα, οτι καθε λαοσ, εθνοσ, και γλωσσα, που θα μιλησει κακο εναντια στον θεο του σεδραχ, του μισαχ, και του αβδε-νεγω, θα καταμελιστει, και τα σπιτια τουσ θα γινουν κοπρωνεσ· επειδη, δεν υπαρχει αλλοσ θεοσ, που να μπορει να ελευθερωσει με τετοιον τροπο. τοτε, ο βασιλιασ προβιβασε τον σεδραχ, τον μισαχ, και τον αβδε-νεγω, στην επαρχια τησ βαβυλωνασ.

4

ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ προσ ολουσ τουσ λαουσ, εθνη, και γλωσσεσ, που κατοικουν επανω σε ολοκληρη τη γη: ειρηνη ασ πληθυνθει σε σασ. τα σημεια και τα θαυμασια που ο υψιστοσ θεοσ εκανε σε μενα, αρεσε μπροστα μου να τα αναγγειλω. ποσο μεγαλα ειναι τα σημεια του! και ποσο ισχυρα τα θαυμασια του! η βασιλεια του ειναι αιωνια βασιλεια, και η εξουσια του σε γενεα και γενεα. εγω ο ναβουχοδονοσορασ αναπαυομουν στον οικο μου, και ημουν σε ακμη στο παλατι μου· ειδα ενα ονειρο, που με κατεπληξε, και οι συλλογισμοι μου επανω στο κρεβατι μου και οι ορασεισ του κεφαλιου μου με ταραξαν. γι' αυτο, εβγαλα προσταγμα ναρθουν μπροστα μου ολοι οι σοφοι τησ βαβυλωνασ, για να μου φανερωσουν την ερμηνεια του ονειρου. τοτε, μπηκαν μεσα οι μαγοι, οι επαοιδοι, οι χαλδαιοι και οι μαντεισ· και εγω ειπα το ονειρο μπροστα τουσ, αλλα δεν μου φανερωσαν την ερμηνεια του. και υστερα, ηρθε μπροστα μου ο δανιαλ, που το ονομα του ηταν βαλτασασαρ, συμφωνα με το ονομα του θεου μου, και στον οποιο ειναι το πνευμα των αγιων θεων· και ειπα μπροστα του το ονειρο, λεγοντασ: βαλτασασαρ, αρχοντα των μαγων, επειδη γνωρισα οτι το πνευμα των αγιων θεων ειναι σε σενα, και δεν σου ειναι δυσκολο κανενα κρυπτο, πεσ μου τα οραματα του ονειρου μου, που ειδα, και την ερμηνεια του. δεσ, τα οραματα του κεφαλιου μου επανω στο κρεβατι μου: εβλεπα, και ξαφνου, ενα δεντρο στο μεσον τησ γησ, και το υψοσ του μεγαλο. το δεντρο μεγαλωσε και δυναμωσε, και το υψοσ του εφτανε μεχρι τον ουρανο, και η θεα του μεχρι τα περατα ολοκληρησ τησ γησ. τα φυλλα του ησαν ωραια, και ο καρποσ του πολυσ, και σ' αυτο ηταν τροφη για ολουσ· κατω απο τη σκια του αναπαυονταν τα θηρια του χωραφιου, και στα κλαδια του κατασκηνωναν τα πουλια του ουρανου, και απ' αυτο τρεφοταν καθε σαρκα. ειδα στα οραματα του κεφαλιου μου επανω στο κρεβατι μου, και ξαφνου, ενασ φυλακασ και αγιοσ κατεβηκε απο τον ουρανο· και φωναξε μεγαλοφωνα, και ειπε ωσ εξησ: κοψτε το δεντρο, και αποκοψτε τα κλαδια του· εκτιναξτε τα φυλλα του, και διασκορπιστε τον καρπο του· ασ φυγουν τα θηρια απο κατω του, και τα πουλια απο τα κλαδια του· το στελεχοσ, ομωσ, των ριζων του αφηστε το στη γη, κι αυτο με σιδερενιον και χαλκινον δεσμο, στο τρυφερο χορταρι του χωραφιου· και θα βρεχεται με τη δροσο του ουρανου, και η μεριδα του θα ειναι μαζι με τα θηρια, στο χορταρι τησ γησ· η καρδια του θα μεταβληθει απο την ανθρωπινη, και θα του δοθει καρδια θηριου· και θα περασουν επανω του επτα καιροι. αυτο το πραγμα ειναι με προσταγμα των φυλακων, και η υποθεση με τον λογο των αγιων· ωστε να γνωρισουν αυτοι που ζουν οτι ο υψιστοσ ειναι κυριοσ τησ βασιλειασ των ανθρωπων, και σε οποιον θελει τη δινει, και το εξουθενημα των ανθρωπων βαζει επανω σ' αυτη. αυτο το ονειρο ειδα εγω ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ· κι εσυ, βαλτασασαρ, πεσ την ερμηνεια του· επειδη, ολοι οι σοφοι του βασιλειου μου δεν ειναι ικανοι να φανερωσουν σε μενα την ερμηνεια· ενω εσυ εισαι ικανοσ· επειδη, το πνευμα των αγιων θεων ειναι μεσα σε σενα. τοτε, ο δανιαλ, που το ονομα του ηταν βαλτασασαρ, εμεινε μεχρι μια ωρα εκστατικοσ, και τον ταραζαν οι διαλογισμοι του. ο βασιλιασ μιλησε και ειπε: βαλτασασαρ, ασ μη σε ταραζει το ονειρο η η ερμηνεια του. ο βαλτασασαρ απαντησε και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, το ονειρο ασ ερθει επανω σ' εκεινουσ που σε μισουν, και η ερμηνεια του επανω στουσ εχθρουσ σου. το δεντρο που ειδεσ, που αυξηθηκε και δυναμωσε, που το υψοσ του εφτασε μεχρι τον ουρανο, και η θεα του σε ολη τη γη, και τα φυλλα του ησαν ωραια, και ο καρποσ του πολυσ, και τροφη για ολουσ ηταν σ' αυτο, και απο κατω του κατοικουσαν τα θηρια του χωραφιου, και στα κλαδια του κατασκηνωναν τα πουλια του ουρανου, βασιλια, εσυ εισαι αυτο το δεντρο, που μεγαλυνθηκεσ και δυναμωσεσ· και υψωθηκε η μεγαλοσυνη σου, και εφτασε μεχρι τον ουρανο, και η εξουσια σου μεχρι τα περατα τησ γησ. και για το οτι ο βασιλιασ ειδε εναν φυλακα και αγιο, που κατεβαινε απο τον ουρανο, και ελεγε: κοψτε το δεντρο, και καταστρεψτε το· αφηστε στη γη μονον το στελεχοσ των ριζων του, κι αυτο με σιδερενιον και χαλκινον δεσμο, στο τρυφερο χορταρι του χωραφιου· και ασ βρεχεται απο τη δροσο του ουρανου, και με τα θηρια του χωραφιου ασ ειναι η μεριδα του, μεχρι να περασουν επανω σ' αυτο επτα καιροι· βασιλια, αυτη ειναι η ερμηνεια, κι αυτη η αποφαση του υψιστου, που εφτασε επανω στον κυριο μου τον βασιλια· και θα εκδιωχθεισ απο τουσ ανθρωπουσ, και η κατοικια σου θα ειναι μαζι με τα θηρια του χωραφιου, και θα τρωσ χορταρι οπωσ τα βοδια, και θα βρεχεσαι απο τη δροσο του ουρανου· και θα περασουν επανω σου επτα καιροι, μεχρισ οτου γνωρισεισ οτι ο υψιστοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ βασιλειασ των ανθρωπων, και σε οποιον θελει, τη δινει. και για το οτι προσταχθηκε να αφησουν το στελεχοσ των ριζων του δεντρου· το βασιλειο σου θα στερεωθει σε σενα, αφου γνωρισεισ την ουρανια εξουσια. γι'αυτο, βασιλια, ασ γινει σε σενα δεκτη η συμβουλη μου, και αποκοψε τισ αμαρτιεσ σου με δικαιοσυνη, και τισ ανομιεσ σου με οικτιρμουσ φτωχων· ισωσ και διαρκεσει η ευημερια σου. ολα αυτα ηρθαν επανω στον βασιλια ναβουχοδονοσορα. στο τελοσ των 12 μηνων, ενω περπατουσε επανω σε εναν ψηλο τοπο στο βασιλικο παλατι τησ βαβυλωνασ, ο βασιλιασ μιλησε, και ειπε: δεν ειναι αυτη η μεγαλη βαβυλωνα, που εγω εκτισα για καθεδρα του βασιλειου με ισχυ τησ δυναμησ μου, και για τιμη τησ δοξασ μου; ο λογοσ ηταν ακομα στο στομα του βασιλια, και εγινε φωνη απο τον ουρανο, λεγοντασ: σε σενα αναγγελλεται, βασιλια ναβουχοδονοσορα: η βασιλεια σου παρηλθε απο σενα· και θα εκδιωχθεισ απο τουσ ανθρωπουσ, και η κατοικια σου θα ειναι μαζι με τα θηρια του χωραφιου· χορταρι θα τρωσ οπωσ τα βοδια, και θα περασουν επανω σου επτα καιροι, μεχρισ οτου γνωρισεισ οτι ο υψιστοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ βασιλειασ των ανθρωπων, και σε οποιον θελει, τη δινει. και κατα την ωρα αυτη εκτελεστηκε ο λογοσ επανω στον ναβουχοδονοσορα· και εκδιωχθηκε απο τουσ ανθρωπουσ, και ετρωγε χορταρι οπωσ τα βοδια, και το σωμα του βρεχοταν απο τη δροσο του ουρανου, μεχρισ οτου αυξηθηκαν οι τριχεσ του σαν φτερα αετων, και τα νυχια του σαν των ορνεων. και στο τελοσ των ημερων, εγω ο ναβουχοδονοσορασ, σηκωσα τα ματια μου προσ τον ουρανο, και τα μυαλα μου επεστρεψαν σε μενα, και ευλογησα τον υψιστο, και αινεσα και δοξασα αυτον που ζει στον αιωνα, του οποιου η εξουσια ειναι εξουσια αιωνια, και η βασιλεια του σε γενεα και γενεα· και ολοι οι κατοικοι τησ γησ λογιζονται μπροστα του ωσ ενα τιποτε· και συμφωνα με τη θεληση του πραττει στο στρατευμα του ουρανου, και στουσ κατοικουσ τησ γησ· και δεν υπαρχει καποιοσ που να εμποδιζει το χερι του η που να του λεει: τι εκανεσ; κατα τον ιδιο καιρο τα μυαλα μου επεστρεψαν σε μενα· και για δοξα τησ βασιλειασ μου επανηλθε σε μενα η λαμπροτητα μου και η μορφη μου, και οι αυλικοι μου και οι μεγιστανεσ μου με ζητουσαν, και στερεωθηκα στη βασιλεια μου, και μου προστεθηκε μεγαλυτερη μεγαλειοτητα. τωρα, εγω ο ναβουχοδονοσορασ αινω και υπερυψωνω και δοξαζω τον βασιλια του ουρανου· επειδη, ολα τα εργα του ειναι αληθεια, και οι δρομοι του κριση· και μπορει να ταπεινωσει αυτουσ που περπατουν μεσα στην υπερηφανεια.

5

ο βασιλιασ βαλτασαρ εκανε ενα μεγαλο συμποσιο σε χιλιουσ απο τουσ μεγιστανεσ του, και επινε κρασι μπροστα στουσ χιλιουσ. και στη γευση του κρασιου, ο βαλτασαρ προσταξε να φερουν τα σκευη τα χρυσαφενια και τα ασημενια, που ο πατερασ του ο ναβουχοδονοσορασ ειχε αφαιρεσει απο τον ναο στην ιερουσαλημ, για να πιουν μ' αυτα ο βασιλιασ και οι μεγιστανεσ του, οι γυναικεσ του, και οι παλλακεσ του. και φερθηκαν τα σκευη τα χρυσα, που ειχαν αφαιρεθει απο τον ναο του οικου του θεου, που ηταν στην ιερουσαλημ· και επιναν μ' αυτα ο βασιλιασ και οι μεγιστανεσ του, και οι γυναικεσ του, και οι παλλακεσ του. επιναν κρασι, και αινεσαν τουσ θεουσ τουσ χρυσουσ, και ασημενιουσ, τουσ χαλκινουσ, τουσ σιδερενιουσ, τουσ ξυλινουσ, και τουσ πετρινουσ. και κατα την ιδια ωρα προβαλαν δαχτυλα απο χερι ανθρωπου, και εγραψαν απεναντι απο τη λυχνια, επανω στο κονιαμα του τοιχου του παλατιου του βασιλια· και ο βασιλιασ εβλεπε την παλαμη του χεριου, η οποια εγραψε. τοτε, η οψη του βασιλια αλλοιωθηκε, και οι συλλογισμοι του τον συνταραζαν, ωστε οι συνδεσμοι τησ οσφυοσ του διαλυονταν, και τα γονατα του συγκρουονταν. και ο βασιλιασ βοησε μεγαλοφωνα να φερουν μεσα τουσ επαοιδουσ, τουσ χαλδαιουσ, και τουσ μαντεισ. τοτε, ο βασιλιασ μιλησε, και ειπε στουσ σοφουσ τησ βαβυλωνασ: οποιοσ διαβασει αυτη τη γραφη, και μου δειξει την ερμηνεια τησ, θα ντυθει πορφυρα, και η χρυση αλυσιδα θα μπει γυρω απο τον λαιμο του, και θα ειναι ο τριτοσ αρχοντασ του βασιλειου. τοτε, μπηκαν μεσα ολοι οι σοφοι του βασιλια· ομωσ, δεν μπορουσαν να διαβασουν τη γραφη ουτε να φανερωσουν στον βασιλια την ερμηνεια τησ. και ο βασιλιασ βαλτασαρ ταραχτηκε υπερβολικα, και αλλοιωθηκε σ' αυτον η οψη του, και οι μεγιστανεσ του συνταραχτηκαν. η βασιλισσα, απο τα λογια του βασιλια και των μεγιστανων του, μπηκε μεσα στον οικο του συμποσιου· και η βασιλισσα μιλησε, και ειπε: βασιλια, να ζεισ στον αιωνα· να μη σε ταραζουν οι συλλογισμοι σου, και η οψη σου ασ μη αλλοιωνεται. υπαρχει ανθρωποσ στο βασιλειο σου, στον οποιο υπαρχει το πνευμα των αγιων θεων· και στισ ημερεσ του πατερα σου, φωσ και συνεση, και σοφια, οπωσ η σοφια των θεων, βρεθηκαν σ' αυτον, τον οποιο ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ, ο πατερασ σου, ο βασιλιασ ο πατερασ σου, τον ειχε κανει αρχοντα των μαγων, των επαοιδων, των χαλδαιων, και των μαντεων· επειδη, πνευμα εξοχο, και γνωση, και συνεση, ερμηνεια ονειρων, και εξηγηση αινιγματων, και λυση αποριων, βρεθηκαν σ' αυτον, τον δανιαλ, τον οποιο ο βασιλιασ ο πατερασ σου ειχε μετονομασει σε βαλτασασαρ· τωρα, λοιπον, ασ προσκληθει ο δανιαλ, και θα σου δειξει την ερμηνεια. τοτε, φερθηκε μεσα ο δανιαλ μπροστα στον βασιλια. και ο βασιλιασ μιλησε, και ειπε στον δανιαλ: εσυ εισαι ο δανιαλ εκεινοσ, που εισαι απο τουσ γιουσ τησ αιχμαλωσιασ του ιηhυδα, που ειχε φερει απο την ιηhυδαια ο βασιλιασ ο πατερασ μου; ακουσα πραγματικα για σενα, οτι το πνευμα των θεων ειναι μεσα σε σενα, και φωσ, και συνεση, και εξοχη σοφια βρεθηκαν σε σενα. και τωρα, μπηκαν μεσα μπροστα μου οι σοφοι, και οι επαοιδοι, για να διαβασουν αυτη τη γραφη, και να μου φανερωσουν την ερμηνεια τησ· ομωσ, δεν μπορεσαν να δειξουν την ερμηνεια του πραγματοσ. και εγω ακουσα για σενα οτι, μπορεισ να ερμηνευεισ, και να λυνεισ αποριεσ· τωρα, λοιπον, αν μπορεισ να διαβασεισ τη γραφη, και να μου φανερωσεισ την ερμηνεια τησ, θα ντυθεισ πορφυρα, και η χρυση αλυσιδα θα μπει γυρω απο τον λαιμο σου, και θα εισαι ο τριτοσ αρχοντασ του βασιλειου. τοτε, ο δανιαλ απαντησε, και ειπε μπροστα στον βασιλια: τα δωρα σου ασ ειναι σε σενα, και δωσε σε αλλον τισ αμοιβεσ σου· εγω, ομωσ, θα διαβασω τη γραφη στον βασιλια, και θα του φανερωσω την ερμηνεια. βασιλια, ο θεοσ ο υψιστοσ εδωσε στον πατερα σου τον ναβουχοδονοσορα βασιλεια και μεγαλειοτητα, και δοξα, και τιμη· και για τη μεγαλειοτητα, που του ειχε δωσει, ολοι οι λαοι, εθνη, και γλωσσεσ, ετρεμαν και φοβουνταν μπροστα του· οποιον ηθελε φονευε, και οποιον ηθελε διατηρουσε ζωντανον, και οποιον ηθελε υψωνε, και οποιον ηθελε ταπεινωνε· οταν, ομωσ, η καρδια του υψωθηκε, και ο νουσ του σκληρυνθηκε μεσα στην υπερηφανεια, τον κατεβασαν απο τον βασιλικο του θρονο, και η δοξα του αφαιρεθηκε απ' αυτον· και εκδιωχθηκε απο τουσ γιουσ των ανθρωπων· και η καρδια του εγινε οπωσ των θηριων, και η κατοικια του ηταν μαζι με τα αγρια γαιδουρια· τρεφοταν με χορταρι σαν τα βοδια, και το σωμα του βρεχοταν απο τη δροσο του ουρανου· μεχρισ οτου γνωρισε οτι ο θεοσ ο υψιστοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ βασιλειασ των ανθρωπων, και οποιον θελει, στηνει επανω σ' αυτη. κι εσυ, ο γιοσ του, ο βαλτασαρ, δεν ταπεινωσεσ την καρδια σου, ενω τα γνωριζεσ ολα αυτα· αλλα, υψωθηκεσ εναντια στον κυριο του ουρανου· και τα σκευη του οικου του εφεραν μπροστα σου, και πινατε κρασι απ' αυτα, κι εσυ και οι μεγιστανεσ σου, οι γυναικεσ σου, και οι παλλακεσ σου· και δοξολογησεσ τουσ θεουσ τουσ ασημενιουσ, και τουσ χρυσουσ, τουσ χαλκινουσ, και τουσ σιδερενιουσ, τουσ ξυλινουσ και τουσ πετρινουσ, που δεν βλεπουν ουτε ακουν ουτε καταλαβαινουν· και τον θεο, στου οποιου το χερι ειναι η πνοη σου, και στην εξουσια του ολοι οι δρομοι σου, δεν δοξασεσ. γι' αυτο, σταλθηκε απο μπροστα του η παλαμη του χεριου, και εγχαραχθηκε αυτη η γραφη. και τουτη ειναι η γραφη που εγχαραχθηκε: μ ε ν ε, μ ε ν ε, θ ε κ ε λ, ο υ φ α ρ σ ι ν. αυτη ειναι η ερμηνεια του πραγματοσ: μ ε ν ε, ο θεοσ μετρησε τη βασιλεια σου, και την τελειωσε. θ ε κ ε λ, ζυγιστηκεσ στην πλαστιγγα, και βρεθηκεσ ελλιπησ. φ ε ρ ε σ, διαιρεθηκε η βασιλεια σου, και δοθηκε στουσ μηδουσ και περσεσ. τοτε, ο βαλτασαρ προσταξε, και εντυσαν τον δανιαλ την πορφυρα, και περιεβαλαν τη χρυση αλυσιδα γυρω απο τον λαιμο του, για να ειναι ο τριτοσ αρχοντασ του βασιλειου. την ιδια εκεινη νυχτα ο βαλτασαρ, ο βασιλιασ των χαλδαιων φονευθηκε. και ο δαρειοσ ο μηδοσ πηρε τη βασιλεια, ηταν δε περιπου 62 χρονων.

6

φανηκε αρεστο στον δαρειο να βαλει επανω στο βασιλειο του 120 σατραπεσ, για να ειναι επανω σε ολοκληρο το βασιλειο· κι επανω σ' αυτουσ, εβαλε τρεισ προεδρουσ, (ενασ απο τουσ οποιουσ ηταν ο δανιαλ), για να αποδιδουν λογο σ' αυτουσ οι σατραπεσ αυτοι, και να μη ζημιωνεται ο βασιλιασ. τοτε, αυτοσ ο δανιαλ προτιμηθηκε, περισοτερο απο τουσ προεδρουσ και τουσ σατραπεσ, επειδη πνευμα εξοχο υπηρχε σ' αυτον· και ο βασιλιασ στοχαστηκε να τον τοποθετησει επανω σε ολοκληρο το βασιλειο. και οι προεδροι και οι σατραπεσ ζητουσαν να βρουν προφαση εναντια στον δανιαλ απο τισ υποθεσεισ τησ βασιλειασ· ομωσ, δεν μπορουσαν να βρουν καμια προφαση ουτε αμαρτημα· επειδη, ηταν πιστοσ, και δεν βρεθηκε σ' αυτον κανενα σφαλμα ουτε αμαρτημα. και οι ανθρωποι αυτοι ειπαν: δεν θα βρουμε προφαση εναντια στον δανιαλ, εκτοσ αν βρουμε κατι εναντιον του απο τον νομο του θεου του. τοτε, οι προεδροι και οι σατραπεσ αυτοι συγκεντρωθηκαν στον βασιλια, και του ειπαν τα εξησ: βασιλια δαρειε, να ζεισ στον αιωνα. ολοι οι προεδροι του βασιλειου, οι διοικητεσ, και οι σατραπεσ, οι αυλικοι, και οι τοπαρχεσ, συμβουλευτηκαν να εκδοθει βασιλικο ψηψισμα, και να στηριχθει απαγορευση, οτι, οποιοσ κανει καποια αιτηση απο οποιονδηποτε θεο η ανθρωπο, μεχρι 30 ημερεσ, εκτοσ απο σενα, βασιλια, αυτοσ να ριχτει στον λακκο των λιονταριων· τωρα, λοιπον, βασιλια, κανε την απαγορευση, και υπογραψε το ψηφισμα, για να μη αλλαχτει, συμφωνα με τον νομο των μηδων και περσων, που δεν ακυρωνεται. γι' αυτο, ο βασιλιασ δαρειοσ υπεγραψε τη γραφη και την απαγορευση. και ο δανιαλ, καθωσ εμαθε οτι υπογραφτηκε η γραφη, μπηκε μεσα στο σπιτι του· και εχοντασ ανοιγμενα τα παραθυρα του κοιτωνα του προσ την ιερουσαλημ, επεφτε επανω στα γονατα του τρεισ φορεσ την ημερα, προσευχομενοσ και δοξολογωντασ μπροστα στον θεο του, οπωσ εκανε πρωτυτερα. τοτε, εκεινοι οι ανθρωποι συγκεντρωθηκαν, και βρηκαν τον δανιαλ να κανει αιτηση, και να ικετευει τον θεο του. γι' αυτο, αφου ηρθαν, μιλησαν στον βασιλια για τη βασιλικη απαγορευση, λεγοντασ: δεν υπεγραψεσ αποφαση, οτι καθε ανθρωποσ, που θα κανει αιτηση απο οποιονδηποτε θεο η ανθρωπο, μεχρι30 ημερεσ, εκτοσ απο σενα, βασιλια, θα ριχτει στον λακκο των λιονταριων; ο βασιλιασ απαντησε και ειπε: αληθινοσ ειναι ο λογοσ, συμφωνα με τον νομο των μηδων και περσων, ο οποιοσ δεν ακυρωνεται. τοτε, απαντησαν και ειπαν μπροστα στον βασιλια: ο δανιαλ, εκεινοσ, που ειναι απο τουσ γιουσ τησ αιχμαλωσιασ του ιηhυδα, δεν σε σεβεται, βασιλια, ουτε την αποφαση που υπεγραψεσ, αλλα κανει τη δεηση του τρεισ φορεσ την ημερα. τοτε, ο βασιλιασ, καθωσ ακουσε τα λογια, λυπηθηκε πολυ γι' αυτο, και φροντιζε εγκαρδια για τον δανιαλ να τον ελευθερωσει· και αγωνιζοταν μεχρι τη δυση του ηλιου για να τον λυτρωσει. τοτε, εκεινοι οι ανθρωποι συγκεντρωθηκαν στον βασιλια, και του ειπαν: να ξερεισ, βασιλια, οτι ο νομοσ των μηδων και περσων ειναι: καμια απαγορευση ουτε διαταγη, που ο βασιλιασ κανει, δεν ακυρωνεται. τοτε, ο βασιλιασ προσταξε, και εφεραν τον δανιαλ, και τον ερριξαν στον λακκο των λιονταριων. και ο βασιλιασ μιλησε και ειπε στον δανιαλ: ο θεοσ σου, που εσυ λατρευεισ ακαταπαυστα, αυτοσ θα σε ελευθερωσει. και φερθηκε μια πετρα, και μπηκε επανω στο στομιο του λακκου· και ο βασιλιασ τη σφραγισε με την ιδια του τη σφραγιδα, και με τη σφραγιδα των μεγιστανων του, για να μη αλλοιωθει τιποτε για τον δανιαλ. τοτε, ο βασιλιασ πηγε στο παλατι του, και διανυχτερευσε νηστικοσ, και δεν φερθηκαν μπροστα του μουσικα οργανα· και ο υπνοσ του εφυγε απ' αυτον. και ο βασιλιασ σηκωθηκε πολυ ενωρισ το πρωι, και με βιασυνη πηγε στον λακκο των λιονταριων. και ηρθε στον λακκο, και φωναξε στον δανιαλ με κλαμενη φωνη· και ο βασιλιασ μιλησε, και ειπε στον δανιαλ: δανιαλ, δανιαλ, δουλε του ζωντανου θεου, ο θεοσ σου, που εσυ ακαταπαυστα λατρευεισ, μπορεσε να σε ελευθερωσει απο τα λιονταρια; τοτε, ο δανιαλ μιλησε στον βασιλια: βασιλια, να ζεισ στον αιωνα. ο θεοσ μου απεστειλε τον αγγελο του, και εφραξε τα στοματα των λιονταριων, και δεν με εβλαψαν· επειδη, βρεθηκε αθωοτητα μεσα σε μενα μπροστα του· κι ακομα, μπροστα σου, βασιλια, δεν επραξα καποιο πταισμα. τοτε, ο βασιλιασ χαρηκε υπερβολικα γι' αυτο, και προσταξε να ανεβασουν τον δανιαλ απο τον λακκο. και ανεβασαν τον δανιαλ απο τον λακκο, και καμια βλαβη δεν βρεθηκε σ' αυτον, επειδη ειχε πιστη στον θεο του. τοτε, ο βασιλιασ προσταξε, και εφεραν εκεινουσ τουσ ανθρωπουσ, που διεβαλαν τον δανιαλ, και τουσ ερριξαν στον λακκο των λιονταριων, αυτουσ, τα παιδια τουσ, και τισ γυναικεσ τουσ· και πριν φτασουν στο βαθοσ του λακκου, τα λιονταρια τουσ συναρπαξαν, και κατασυντριψαν ολα τα κοκαλα τουσ. τοτε, ο δαρειοσ ο βασιλιασ εγραψε σε ολουσ τουσ λαουσ, εθνη, και γλωσσεσ, που κατοικουν σε ολοκληρη τη γη: ειρηνη ασ πληθυνθει σε σασ! απο μενα βγηκε διαταγη, σε ολο το κρατοσ τησ βασιλειασ μου οι ανθρωποι να τρεμουν και να φοβουνται μπροστα στον θεο του δανιαλ· επειδη, αυτοσ ειναι θεοσ ζωντανοσ, και παραμενει στον αιωνα, και η βασιλεια του δεν θα φθαρει, και η εξουσια του θα ειναι μεχρι τελουσ· αυτοσ ειναι ο ελευθερωτησ και σωτηρασ, και ο οποιοσ κανει σημεια και τεραστια στον ουρανο κι επανω στη γη, ο οποιοσ ελευθερωσε τον δανιαλ απο τη δυναμη των λιονταριων. και ο δανιαλ αυτοσ ευημερησε στη βασιλεια του δαρειου, και στη βασιλεια του κυρου του περση.

7

κατα τον πρωτο χρονο του βαλτασαρ, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, ο δανιαλ ειδε ονειρο, και ορασεισ του κεφαλιου του επανω στο κρεβατι του· τοτε, εγραψε το ενυπνιο, και διηγηθηκε το συνολο των λογων. ο δανιαλ μιλησε και ειπε: εγω θωρουσα στο οραμα μου τη νυχτα, και ξαφνου, οι τεσσερισ ανεμοι του ουρανου ορμησαν μαζι επανω στη μεγαλη θαλασσα. και απο τη θαλασσα ανεβηκαν τεσσερα μεγαλα θηρια, που διεφεραν μεταξυ τουσ. το πρωτο ηταν σαν λιονταρι, και ειχε φτερουγεσ αετου· θωρουσα, μεχρι που αποσπαστηκαν οι φτερουγεσ του, και σηκωθηκε απο τη γη, και σταθηκε στα ποδια σαν ανθρωποσ, και του δοθηκε καρδια ανθρωπου. και ξαφνου, επειτα ενα δευτερο θηριο, ομοιο με αρκουδα, και σηκωθηκε κατα το ενα πλαινο, και στο στομα του ειχε τρια πλευρα αναμεσα στα δοντια του· και του ελεγαν ωσ εξησ: σηκω, καταφαγε πολλεσ σαρκεσ. μετα απ' αυτο, θωρουσα, και ξαφνου, ενα αλλο, σαν λεοπαρδαλη, που ειχε επανω στην πλατη του τεσσερισ φτερουγεσ πουλιου· το θηριο ειχε ακομα τεσσερα κεφαλια· και του δοθηκε εξουσια. μετα απ' αυτο, ειδα στα οραματα τησ νυχτασ, και ξαφνου, ενα τεταρτο θηριο, τρομερο και καταπληκτικο, και υπερβολικα ισχυρο· και ειχε μεγαλα σιδερενια δοντια· κατετρωγε και κατασυντριβε, και καταπατουσε το υπολοιπο με τα ποδια του· κι αυτο, ηταν διαφορετικο απο ολα τα θηρια, που ησαν πριν απ' αυτο· και ειχε δεκα κερατα. παρατηρουσα τα κερατα, και ξαφνου, ενα αλλο μικρο κερασ ανεβηκε αναμεσα τουσ, μπροστα στο οποιο τρια απο τα πρωτα κερατα ξεριζωθηκαν· και ειδα οτι, σ' αυτο το κερασ υπηρχαν ματια ανθρωπου, και στομα, που μιλουσε μεγαλα πραγματα. θωρουσα, μεχρισ οτου τεθηκαν οι θρονοι, και ο παλαιοσ των ημερων καθησε, του οποιου το ενδυμα ηταν λευκο σαν χιονι, και οι τριχεσ του κεφαλιου του σαν καθαρο μαλλι· ο θρονοσ του ηταν σαν φλογα φωτιασ· οι τροχοι του σαν φωτια που κατεφλεγε. ποταμοσ φωτιασ εβγαινε και διαχεοταν απο μπροστα του. χιλιεσ χιλιαδεσ τον υπηρετουσαν, και χιλιεσ μυριαδεσ παραστεκονταν μπροστα του· το κριτηριο καθησε, και τα βιβλια ανοιχτηκαν. θωρουσα τοτε, εξαιτιασ τησ φωνησ των μεγαλων λογων, που μιλουσε το κερασ, θωρουσα μεχρισ οτου θανατωθηκε το θηριο, και το σωμα του απολεσθηκε και δοθηκε σε καυση φωτιασ. και για τα υπολοιπα θηρια, η εξουσια τουσ αφαιρεθηκε· ομωσ, τουσ δοθηκε παραταση ζωησ μεχρι καιρου και χρονου. και ειδα σε οραματα τησ νυχτασ, και ξαφνου, ενασ σαν υιοσ ανθρωπου ερχοταν μαζι με τα συννεφα του ουρανου, και εφτασε μεχρι τον παλαιο των ημερων, και τον εφεραν μεσα, μπροστα του. και του δοθηκε η εξουσια, και η δοξα, και η βασιλεια, για να τον λατρευουν ολοι οι λαοι, τα εθνη, και οι γλωσσεσ· και η εξουσια του ειναι αιωνια εξουσια, η οποια δεν θα παρελθει, και η βασιλεια του, η οποια δεν θα φθαρει. το πνευμα μου, μεσα στο σωμα μου, εμενα του δανιαλ, εφριξε, και τα οραματα του κεφαλιου μου με ταραζαν. πλησιασα σε εναν απο τουσ παρισταμενουσ, και ζητουσα να μαθω απ' αυτον την αληθεια για ολα αυτα. και μου μιλησε, και μου φανερωσε την ερμηνεια των πραγματων. αυτα τα μεγαλα θηρια, που ειναι τεσσερα, ειναι τεσσερισ βασιλιαδεσ, που θα σηκωθουν απο τη γη. αλλα, οι αγιοι του υψιστου θα παραλαβουν τη βασιλεια, και θα εχουν το βασιλειο στον αιωνα, και στον αιωνα του αιωνα. τοτε, ηθελα να μαθω την αληθεια για το τεταρτο θηριο, που ηταν διαφορετικο απο ολα τα αλλα, υπερβολικα τρομερο, του οποιου τα δοντια ησαν σιδερενια, και τα νυχια του χαλκινα· κατετρωγε, κατασυντριβε, και καταπατουσε το υπολοιπο με τα ποδια του· και για τα δεκα κερατα, που ησαν στο κεφαλι του, και για το αλλο, που ανεβηκε, και μπροστα στο οποιο επεσαν τρια· λεω για το κερατο εκεινο, το οποιο ειχε ματια, και στομα που μιλουσε μεγαλα πραγματα, του οποιου η οψη ηταν ρωμαλαιοτερη απο τουσ συντροφουσ του. θωρουσα, και το κερασ εκεινο εκανε πολεμο με τουσ αγιουσ, και υπερισχυε εναντιον τουσ· μεχρισ οτου ηρθε ο παλαιοσ των ημερων, και η κριση δοθηκε στουσ αγιουσ του υψιστου· και ο καιροσ εφτασε, και οι αγιοι πηραν τη βασιλεια. και εκεινοσ ειπε: το θηριο θα ειναι η τεταρτη βασιλεια επανω στη γη, η οποια θα διαφερει απο ολεσ τισ βασιλειεσ, και θα καταφαει ολοκληρη τη γη, και θα την καταπατησει, και θα την κατασυντριψει. και τα δεκα κερατα ειναι δεκα βασιλιαδεσ, που θα σηκωθουν απ' αυτη τη βασιλεια· και υστερα απ' αυτουσ θα σηκωθει ενασ αλλοσ· κι αυτοσ θα διαφερει απο τουσ πρωτουσ, και θα υποταξει τρεισ βασιλιαδεσ. και θα μιλησει λογια εναντια στον υψιστο, και θα κατατρεχει τουσ αγιουσ του υψιστου, και θα διανοηθει να μεταβαλλει καιρουσ και νομουσ· και θα δοθουν στο χερι του μεχρι καιρον και καιρουσ, και μισον καιρο. ομωσ, θα καθισει κριτηριο, και η εξουσια του θα αφαιρεθει, για να φθαρει και να αφανιστει μεχρι τελουσ. και η βασιλεια, και η εξουσια, και η μεγαλοσυνη των βασιλειων, που ειναι κατω απο καθε ουρανο, θα δοθει στον λαο των αγιων του υψιστου, του οποιου η βασιλεια ειναι βασιλεια αιωνια, και ολεσ οι εξουσιεσ θα λατρευσουν και θα υπακουσουν σ' αυτον. μεχρισ εδω ειναι το τελοσ του πραγματοσ. οσο για μενα, τον δανιαλ, πολυ με ταραζαν οι συλλογισμοι μου, και η οψη μου αλλοιωθηκε μεσα μου· ομωσ, διατηρησα το πραγμα στην καρδια μου.

8

κατα τον τριτο χρονο τησ βασιλειασ του βασιλια βαλτασαρ, φανηκε σε μενα οραση, σε μενα, τον δανιαλ, υστερα απο εκεινη που φανηκε σε μενα πρωτυτερα. και ειδα στην οραση· και οταν ειδα, ημουν στα σουσα, τη βασιλικη πολη, που ειναι στην επαρχια του ελαμ· και ειδα στην οραση, και εγω ημουν κοντα στον ποταμο ουλαι. και σηκωσα τα ματια μου, και ειδα, και ξαφνου, μπροστα στον ποταμο στεκοταν ενα κριαρι, που ειχε κερατα· και τα κερατα ησαν ψηλα, το ενα, ομωσ, ψηλοτερο απο το αλλο· και το ψηλοτερο ξεφυτρωσε υστερα. ειδα το κριαρι να κερατιζει προσ τη δυση, και προσ τον βορρα, και προσ τον νοτο· και κανενα θηριο δεν μπορουσε να σταθει μπροστα του, και δεν υπηρχε καποιοσ που να ελευθερωνει απο το χερι του· αλλα, εκανε συμφωνα με τη θεληση του, και μεγαλυνθηκε. κι ενω εγω σκεπτομουν, ξαφνου, ενασ τραγοσ ερχοταν απο τη δυση επανω στο προσωπο ολοκληρησ τησ γησ, και δεν αγγιζε το εδαφοσ· και ο τραγοσ ειχε ενα κερασ περιβλεπτο αναμεσα στα ματια του. και ηρθε μεχρι το κριαρι, που ειχε τα δυο κερατα, που ειχα δει να στεκεται μπροστα στον ποταμο, και ετρεξε προσ αυτο με την ορμη τησ δυναμησ του. και τον ειδα οτι πλησιασε στο κριαρι, και εξαγριωθηκε εναντιον του, και χτυπησε το κριαρι, και συντριψε τα δυο του κερατα· και δεν υπηρχε δυναμη στο κριαρι να σηκωθει μπροστα του, αλλα το ερριξε καταγησ, και το καταπατησε· και δεν υπηρχε καποιοσ να ελευθερωσει το κριαρι απο το χερι του. γι' αυτο, ο τραγοσ μεγαλυνθηκε υπερβολικα· και οταν δυναμωσε, συντριφτηκε το μεγαλο του κερασ· και αντ' αυτου ανεβηκαν αλλα τεσσερα περιβλεπτα κερατα προσ τουσ τεσσερισ ανεμουσ του ουρανου. και απο το ενα απ' αυτα βγηκε ενα μικρο κερατο, που μεγαλυνθηκε υπερβολικα προσ τον νοτο και προσ την ανατολη, και προσ τη γη τησ δοξασ· και μεγαλυνθηκε, μεχρι το στρατευμα του ουρανου· και ερριξε στη γη ενα μεροσ τησ στρατιασ και απο τα αστερια, και τα καταπατησε· μαλιστα, μεγαλυνθηκε, μεχρι εναντια στον αρχοντα του στρατευματοσ· και αφαιρεσε απ' αυτον την παντοτινη θυσια, και το αγιο κατοικητηριο του καταβληθηκε· και το στρατευμα παραδοθηκε σ' αυτον μαζι με την παντοτινη θυσια εξαιτιασ τησ παραβασησ, και ερριξε την αληθεια καταγησ· και επραξε και ευοδωθηκε. τοτε, ακουσα καποιον αγιο να μιλαει· και ενασ αλλοσ αγιοσ ελεγε προσ αυτον που μιλουσε: μεχρι ποτε θα διαρκει η οραση για την παντοτινη θυσια, και την παραβαση που φερνει την ερημωση, και το αγιαστηριο και το στρατευμα παραδινονται σε καταπατηση; και μου ειπε: μεχρι 2.300 ημερονυκτια· τοτε, το αγιαστηριο θα καθαριστει. και οταν εγω ο δανιαλ ειδα την οραση, και ζητουσα την εννοια, τοτε, ξαφνου, σταθηκε μπροστα μου σαν θεα ανθρωπου· και ακουσα φωνη ανθρωπου στο μεσον του ουλαι, που εκραξε και ειπε: γαβριηλ, κανε αυτο τον ανθρωπο να εννοησει την οραση. και ηρθε κοντα οπου στεκομουν· και οταν ηρθε, τρομαξα, και επεσα επανω στο προσωπο μου· και εκεινοσ μου ειπε: εννοησε, γιε ανθρωπου· επειδη, η οραση ειναι για τουσ εσχατουσ καιρουσ. και ενω μιλουσε σε μενα, εγω ημουν βυθισμενοσ σε βαθυ υπνο με το προσωπο μου επανω στη γη· ομωσ, με αγγιξε, και με εκανε να σταθω ορθιοσ. και ειπε: δεσ, εγω θα σε κανω να γνωρισεισ τι θα συμβει στουσ εσχατουσ καιρουσ τησ οργησ· επειδη, στον ορισμενο καιρο θα ειναι το τελοσ. το κριαρι που ειδεσ, που εχει δυο κερατα, ειναι οι βασιλιαδεσ τησ μηδιασ και τησ περσιασ. και ο τριχωτοσ τραγοσ ειναι ο βασιλιασ τησ ελλαδασ· και το μεγαλο κερασ, που ειναι αναμεσα στα ματια του, αυτοσ ειναι ο πρωτοσ βασιλιασ. το οτι συντριφτηκε, και ανεβηκαν τεσσερισ αντ' αυτου, σημαινει οτι τεσσερα βασιλεια θα σηκωθουν απο το εθνοσ αυτο· ομωσ, οχι συμφωνα με τη δικη του δυναμη. και στουσ εσχατουσ καιρουσ τησ βασιλειασ τουσ, οταν οι ανομιεσ θα φτασουν στο πληρεσ, θα σηκωθει ενασ σκληροπροσωποσ βασιλιασ, και συνετοσ σε πανουργιεσ. και η δυναμη του θα ειναι ισχυρη, οχι ομωσ απο δικη του δυναμη· και θα αφανιζει με θαυμαστον τροπο, και θα ευοδωνεται και θα κατορθωνει, και θα αφανιζει τουσ ισχυρουσ, και τον αγιο λαο. και με την πανουργια του θα κανει να ευοδωνεται στο χερι του η απατη· και θα μεγαλυνθει στην καρδια του, και σε περιοδο ειρηνησ θα αφανισει πολλουσ· και θα σηκωθει εναντια στον αρχοντα των αρχοντων· ομωσ, θα συντριφτει χωρισ χερι. και η οραση που ειπωθηκε για τα ημερονυχτια ειναι αληθινη· εσυ, λοιπον, σφραγισε την οραση, επειδη ειναι για πολλεσ ημερεσ. κι εγω ο δανιαλ λιποθυμησα, και ημουν αρρωστοσ για ημερεσ· υστερα απ' αυτα, σηκωθηκα, και εκανα τα εργα του βασιλια· θαυμαζα, ομωσ, για την οραση, και δεν υπηρχε εκεινοσ που να καταλαβαινει.

9

κατα τον πρωτο χρονο του δαρειου, του γιου του ασσουηρη, απο το σπερμα των μηδων, που βασιλευσε επανω στο βασιλειο των χαλδαιων, κατα τον πρωτο χρονο τησ βασιλειασ του, εγω ο δανιαλ εννοησα μεσα στα βιβλια τον αριθμο των χρονων, για τουσ οποιουσ εγινε ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον προφητη ιερεμια, οτι θα συμπληρωνονταν 70 χρονια στισ ερημωσεισ τησ ιερουσαλημ. και εστρεψα το προσωπο μου στον κυριο τον θεο, για να κανω προσευχη και δεησεισ με νηστεια, και σακο, και σταχτη· και δεηθηκα στον κυριο τον θεο μου, και εξομολογηθηκα, και ειπα: ω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο μεγαλοσ και φοβεροσ θεοσ, που φυλαττει τη διαθηκη και το ελεοσ σ' εκεινουσ που τον αγαπουν, και τηρουν τισ εντολεσ του! αμαρτησαμε, και ανομησαμε, και ασεβησαμε, και αποστατησαμε, και ξεκλιναμε απο τισ εντολεσ σου, και απο τισ κρισεισ σου. και δεν υπακουσαμε στουσ δουλουσ σου τουσ προφητεσ, οι οποιοι μιλουσαν στο ονομα σου προσ τουσ βασιλιαδεσ μασ, τουσ αρχοντεσ μασ, και τουσ πατερεσ μασ, και προσ ολοκληρο τον λαο τησ γησ. σε σενα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ειναι η δικαιοσυνη, ενω σε μασ η ντροπη του προσωπου, οπωσ κατα την ημερα αυτη, στουσ ανδρεσ του ιηhυδα, και στουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, και σε ολοκληρο τον ισραηλ, αυτουσ που ειναι κοντα, κι αυτουσ που ειναι μακρια, και σε ολουσ τουσ τοπουσ, που τουσ εκδιωξεσ, για την παραβαση τουσ, την οποια παρεβηκαν σε σενα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σε μασ ειναι η ντροπη του προσωπου, στουσ βασιλιαδεσ μασ, στουσ αρχοντεσ μασ, και στουσ πατερεσ μασ, που αμαρτησαμε σε σενα. στον κυριο τον θεο μασ ειναι οι οικτιρμοι και οι αφεσεισ· επειδη, αποστατησαμε απ' αυτον, και δεν υπακουσαμε στη φωνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ, να περπαταμε στουσ νομουσ του, τουσ οποιουσ εβαλε μπροστα μασ, διαμεσου των δουλων του των προφητων. και ολοκληροσ ο ισραηλ παρεβηκε τον νομο σου, και ξεκλινε για να μη υπακουει στη φωνη σου· γι' αυτο, ξεχυθηκε επανω μασ η καταρα, και ο ορκοσ, που ειναι γραμμενοσ στον νομο του μωυση, του δουλου του θεου· επειδη, αμαρτησαμε σ' αυτον. και βεβαιωσε τα λογια του, τα οποια μιλησε εναντιον μασ, και εναντιον των κριτων μασ, που μασ εκριναν, φερνοντασ επανω μασ μεγαλο κακο· επειδη, δεν εγινε κατω απο ολοκληρο τον ουρανο, οπωσ εγινε στην ιερουσαλημ. οπωσ ειναι γραμμενο στον νομο του μωυση, ολο αυτο το κακο ηρθε επανω μασ· ομωσ, δεν δεηθηκαμε μπροστα στον κυριο τον θεο μασ, για να επιστρεψουμε απο τισ ανομιεσ μασ, και να προσεξουμε στην αληθεια σου· γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σταθηκε αγρυπνοσ επανω στο κακο, και το εφερε επανω μασ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ ειναι δικαιοσ σε ολα τα εργα του, οσα κανει· μια και εμεισ δεν υπακουσαμε στη φωνη του. και τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ μασ, που εβγαλεσ τον λαο σου απο τη γη τησ αιγυπτου με χερι κραταιο, και εκανεσ για τον εαυτο σου ονομα, οπωσ κατα την ημερα τουτη, αμαρτησαμε, ασεβησαμε. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συμφωνα με ολεσ τισ δικαιοσυνεσ σου, ασ αποστραφει, παρακαλω, ο θυμοσ σου και η οργη σου απο την πολη σου, την ιερουσαλημ, το αγιο βουνο σου· επειδη, για τισ αμαρτιεσ μασ, και για τισ ανομιεσ των πατερων μασ, η ιερουσαλημ και ο λαοσ σου γιναμε ονειδοσ σε ολουσ οσουσ ειναι γυρω μασ. τωρα, λοιπον, εισακουσε, θεε μασ, την προσευχη του δουλου σου, και τισ δεησεισ του, και επιλαμψε το προσωπο σου, ενεκα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επανω στο ερημωμενο θυσιαστηριο σου. στρεψε, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το αυτι σου, και ακουσε· ανοιξε τα ματια σου, και δεσ τισ ερημωσεισ μασ, και την πολη, επανω στην οποια αποκληθηκε το ονομα σου· επειδη, εμεισ δεν προσφερουμε, μπροστα σου τισ ικεσιεσ μασ για τισ δικαιοσυνεσ μασ, αλλα για τουσ πολλουσ οικτιρμουσ σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισακουσε· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συγχωρεσε· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ακροασου, και πραξε· μη καθυστερησεισ, για χαρη σου, θεε μου· επειδη, το ονομα σου επικληθηκε επανω στην πολη σου, κι επανω στον λαο σου. και ενω εγω μιλουσα ακομα, και προσευχομουν, και εξομολογιομουν την αμαρτια μου, και την αμαρτια του λαου μου ισραηλ, και προσφερα την ικεσια μου μπροστα στον κυριο τον θεο μου για το αγιο βουνο του θεου μου, και ενω εγω μιλουσα ακομα στην προσευχη μου, ο ανδρασ γαβριηλ, που ειχα δει στην οραση αρχικα, πετωντασ γρηγορα, με αγγιξε την ωρα περιπου τησ εσπερινησ θυσιασ· και με συνετισε, και μιλησε μαζι μου, και ειπε: δανιαλ, βγηκα τωρα για να σε κανω να λαβεισ συνεση. στην αρχη των ικεσιων σου βγηκε η προσταγη, και εγω ηρθα να σου το δειξω αυτο· επειδη, εισαι υπερβολικα αγαπητοσ· γι' αυτο, καταλαβε την οπτασια. εβδομηντα εβδομαδεσ διοριστηκαν για τον λαο σου, και για την αγια πολη σου, ωστε να συντελεστει η παραβαση, και να τελειωσουν οι αμαρτιεσ, και να γινει εξιλεωση για την ανομια, και να εισαχθει αιωνια δικαιοσυνη, και να σφραγιστει η οραση και η προφητεια και να χριστει ο αγιοσ των αγιων. γνωρισε, λοιπον, και καταλαβε, οτι, απο την εκδοση του προσταγματοσ για να ανοικοδομηθει η ιερουσαλημ, μεχρι του χριστου του ηγητορα, θα ειναι επτα εβδομαδεσ, και 62 εβδομαδεσ· θα οικοδομηθει ξανα η πλατεια και το τειχοσ, μαλιστα σε καιρουσ στενοχωριασ. και μετα τισ 62 εβδομαδεσ, ο χριστοσ θα εκκοπει, ομωσ, οχι για τον εαυτο του· και ο λαοσ του ηγητορα, που θαρθει, θα αφανισει την πολη και το αγιαστηριο· και το τελοσ τησ θαρθει με κατακλυσμο, και μεχρι το τελοσ του πολεμου ειναι διορισμενοι αφανισμοι. και θα κανει στερεη διαθηκη με πολλουσ για μια εβδομαδα· και στο μεσον τησ εβδομαδασ θα σταματησει η θυσια και η προσφορα, και επανω στο πτερυγιο του ιερου θα ειναι το βδελυγμα τησ ερημωσησ, και μεχρι τη συντελεια του καιρου, θα δοθει διορια στην ερημωση.

10

κατα τον τριτο χρονο του κυρου, του βασιλια τησ περσιασ, αποκαλυφθηκε ενασ λογοσ στον δανιαλ, που το ονομα του ειχε αποκληθει βαλτασασαρ· και ο λογοσ ηταν αληθινοσ, και η δυναμη των λεγομενων ηταν μεγαλη· και καταλαβε τον λογο, και εννοησε την οπτασια. κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, εγω ο δανιαλ, ημουν σε πενθοσ τρεισ ολοκληρεσ εβδομαδεσ. επιθυμητο ψωμι δεν εφαγα, και κρεασ και κρασι δεν μπηκε στο στομα μου ουτε αλειψα καθολου τον εαυτο μου, μεχρι τη συμπληρωση τριων ολοκληρων εβδομαδων. και την 24η ημερα του πρωτου μηνα, ενω ημουν κοντα στην οχθη του μεγαλου ποταμου, που ειναι ο τιγρησ, σηκωσα τα ματια μου, και ειδα, και ξαφνου, ενασ ανθρωποσ ντυμενοσ λινα, και οι οσφυεσ του ησαν περιζωσμενεσ με καθαρο χρυσαφι του οφαζ· και το σωμα του ηταν σαν βηρυλλιο, και το προσωπο του σαν θεα αστραπησ, και τα ματια του σαν λαμπαδεσ φωτιασ, και οι βραχιονεσ του και τα ποδια του σαν οψη χαλκου αστραφτερου, και η φωνη των λογων του σαν φωνη πληθουσ. και μονοσ εγω ο δανιαλ ειδα την οραση· ενω οι ανδρεσ που ησαν μαζι μου δεν ειδαν την οραση· αλλα, επεσε επανω τουσ μεγαλοσ τρομοσ, και εφυγαν για να κρυφτουν. εγω, λοιπον, εμεινα μονοσ, και ειδα αυτη τη μεγαλη οραση, και δεν απεμεινε δυναμη μεσα μου· και η ζωτικοτητα μου μεταστραφηκε μεσα μου σε μαρασμο, και δυναμη δεν εμεινε μεσα μου. ακουσα, ομωσ, τη φωνη των λογων του· και ενω ακουγα τη φωνη των λογων του, εγω ημουν βυθισμενοσ σε βαθυ υπνο επανω στο προσωπο μου, και το προσωπο μου ηταν επανω στη γη. και ξαφνου, με αγγιξε ενα χερι, και με σηκωσε επανω στα γονατα μου, και στισ παλαμεσ των χεριων μου· και μου ειπε: δανιαλ, ανδρα υπερβολικα αγαπητε, εννοησε τα λογια, που εγω μιλαω σε σενα, και στασου ορθιοσ· επειδη, σε σενα σταλθηκα τωρα. και οταν μου μιλησε αυτο τον λογο, σηκωθηκα εντρομοσ. και μου ειπε: μη φοβασαι, δανιαλ· επειδη, απο την πρωτη ημερα, κατα την οποια εδωσεσ την καρδια σου στο να εννοεισ, και αφου ταπεινωθηκεσ μπροστα στον θεο σου, εισακουστηκαν τα λογια σου, και εγω ηρθα στα λογια σου. ομωσ, ο αρχοντασ τησ βασιλειασ τησ περσιασ αντιστεκοταν σε μενα 21 ημερεσ· αλλα, δεσ, ο μιχαηλ, ενασ απο τουσ πρωτουσ αρχοντεσ, ηρθε για να με βοηθησει· και εγω εμεινα εκει κοντα στουσ βασιλιαδεσ τησ περσιασ. και ηρθα να σε κανω να καταλαβεισ τι θα συμβει στον λαο σου στισ εσχατεσ ημερεσ· επειδη, η οραση ειναι ακομα για πολλεσ ημερεσ. και ενω μιλουσε τετοια λογια σε μενα, εβαλα το προσωπο μου προσ τη γη, και εμεινα αφωνοσ. και ξαφνου, σαν μια θεα γιου ανθρωπου αγγιξε τα χειλη μου· τοτε, ανοιξα το στομα μου, και μιλησα, και ειπα σ' αυτον που στεκοταν μπροστα μου: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, εξαιτιασ τησ ορασησ ανακατευτηκαν μεσα μου τα εντοσθια μου, και δεν εμεινε μεσα μου δυναμη. και πωσ μπορει ο δουλοσ αυτου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου να μιλησει μαζι μ' αυτον τον κυριο μου; μεσα μου, βεβαια, δεν υπαρχει απο τωρα καμια δυναμη, μα ουτε πνοη δεν εμεινε μεσα μου. και με αγγιξε ξανα σαν μια θεα ανθρωπου, και με ενισχυσε, και ειπε: μη φοβασαι, ανδρα υπερβολικα αγαπητε· ειρηνη σε σενα· γινε ανδρειοσ, και ισχυροσ. και ενω μου μιλουσε, ενισχυθηκα, και ειπα: ασ μιλησει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου· επειδη, με ενισχυσεσ. και ειπε: ξερεισ γιατι ηρθα σε σενα; τωρα, μαλιστα, θα επιστρεψω να πολεμησω με τον αρχοντα τησ περσιασ· και οταν βγω εξω, δεσ, θαρθει ο αρχοντασ τησ ελλαδασ. εντουτοισ, θα σου αναγγειλω το γραμμενο στη γραφη τησ αληθειασ· και δεν ειναι κανενασ που αγωνιζεται μαζι μου γι' αυτουσ, παρα μοναχα ο μιχαηλ, ο αρχοντασ σασ.

11

και εγω, κατα τον πρωτο χρονο του δαρειου του μηδου, στεκομουν για να τον κραταιωσω και να τον ενδυναμωσω. και τωρα θα σου αναγγειλω την αληθεια. δεσ, ακομα τρεισ βασιλιαδεσ θα σηκωθουν στην περσια· και ο τεταρτοσ θα ειναι πολυ πλουσιοτεροσ απ' ολουσ· και αφου κραταιωθει μεσα στον πλουτο του, θα διεγειρει το παν εναντια στο βασιλειο τησ ελλαδασ. θα σηκωθει ενασ δυνατοσ βασιλιασ, και θα εξουσιαζει με μεγαλη δυναμη, και θα κανει συμφωνα με τη θεληση του. και καθωσ θα σταθει, η βασιλεια του θα συντριφτει, και θα διαιρεθει στουσ τεσσερισ ανεμουσ του ουρανου· ομωσ, οχι στουσ απογονουσ του ουτε συμφωνα με την εξουσια του, με την οποια εξουσιασε· επειδη, η βασιλεια του θα ξεριζωθει και θα διαμοιραστει σε αλλουσ, εκτοσ απ' αυτουσ. και ο βασιλιασ του νοτου θα γινει ισχυροσ· και ενασ απο τουσ αρχοντεσ του· και θα γινει ισχυροσ περισσοτερο απ' αυτον, και θα εξουσιασει· και η εξουσια του θα ειναι μεγαλη εξουσια. και υστερα απο χρονια θα συζευχθουν· και η θυγατερα του βασιλια του νοτου θαρθει προσ τον βασιλια του βορρα, για να κανει συμφιλιωση· ομωσ, αυτη δεν θα αναχαιτισει τη δυναμη του βραχιονα ουτε το σπερμα του θα σταθει· αλλα, θα παραδοθει αυτη, και εκεινοι που τη φερνουν, και αυτο που θα γεννηθει απ' αυτη, και αυτοσ που την ενισχυει κατα καιρουσ. απο τον βλαστο των ριζων τησ, ομωσ, θα σηκωθει καποιοσ αντ' αυτου, και αφου ερθει με δυναμη, θα μπει μεσα στα οχυρωματα του βασιλια του βορρα, και θα ενεργησει εναντιον τουσ, και θα υπερισχυσει· κι ακομα, στην αιγυπτο θα φερει αιχμαλωτουσ τουσ θεουσ τουσ, μαζι με τα χωνευτα τουσ, με τα πολυτιμα σκευη τουσ, τα ασημενια και τα χρυσα· κι αυτοσ θα σταθει μερικα χρονια μακρια απο τον βασιλια του βορρα. και εκεινοσ θα μπει μεσα στο βασιλειο του βασιλια του0νοτου, ομωσ θα επιστρεψει στη γη του. και οι γιοι του θα σηκωθουν σε πολεμο, και θα συγκεντρωσουν ενα πληθοσ απο πολλεσ δυναμεισ· και ενασ απ' αυτουσ θαρθει με ορμη, και θα πλημμυρισει, και θα διαβει· και θα επανελθει, και θα σηκωθει σε μαχη μεχρι το οχυρωμα του. και ο βασιλιασ του νοτου θα εξαγριωθει, και θα βγει εξω και θα πολεμησει μαζι του, με τον βασιλια του βορρα· ο οποιοσ θα παραταξει ενα μεγαλο πληθοσ· ομωσ, το πληθοσ θα παραδοθει στο χερι του. και αφου παταξει το πληθοσ, η καρδια του θα υψωθει· και θα καταβαλει μυριαδεσ· ομωσ, δεν θα κραταιωθει. και ο βασιλιασ του βορρα θα επιστρεψει, και θα παραταξει ενα πληθοσ μεγαλυτερο απο ο,τι το πρωτο, και στο τελοσ των ορισμενων χρονων, θαρθει με ορμη, με μεγαλη δυναμη, και με μεγαλον πλουτο. και κατα τουσ καιρουσ εκεινουσ θα σηκωθουν πολλοι εναντια στον βασιλια του νοτου· και οι διαφθορεισ του λαου σου θα υπερηφανευθουν για να εκπληρωσουν την οραση· ομωσ, θα πεσουν. και ο βασιλιασ του βορρα θαρθει, και θα υψωσει ενα προχωμα, και θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει τισ οχυρεσ πολεισ· και οι βραχιονεσ του νοτου δεν θα αντισταθουν ουτε το πληθοσ των εκλεκτων του, και δεν θα υπαρχει δυναμη για αντισταση. και εκεινοσ που ερχεται εναντιον του, θα κανει συμφωνα με τη θεληση του, και δεν θα υπαρχει καποιοσ που να του αντιστεκεται· και θα σταθει στη γη τησ δοξασ, που θα αναλωθει απο τα χερια του. και θα στηριξει το προσωπο του στο να μπει μεσα με τη δυναμη ολοκληρου του βασιλειου του, και μαζι του θα ειναι ευθυτητα· και θα ενεργησει· και θα του δωσει θυγατερα απο γυναικεσ, διαφθειροντασ την· ομωσ, αυτη δεν θα σταθει ουτε θα ειναι υπερ αυτου. επειτα, θα στρεψει το προσωπο του προσ τα νησια, και θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει πολλα· αλλα, καποιοσ ηγεμονασ θα σταματησει απ' αυτον το ονειδοσ· εκτοσ αυτου, θα επιστρεψει το ονειδοσ επανω του. τοτε, θα στρεψει το προσωπο του προσ τα οχυρωματα τησ γησ του· ομωσ, θα προσκοψει και θα πεσει, και δεν θα βρεθει. και αντ' αυτου θα σηκωθει ενασ τυραννοσ, που θα κανει να παρελθει η δοξα του βασιλειου· ομωσ, σε λιγεσ ημερεσ θα αφανιστει, και οχι με οργη ουτε με μαχη. κι αντ' αυτου θα σηκωθει καποιοσ εξουθενημενοσ, στον οποιο δεν θα δωσουν βασιλικη τιμη· αλλα θαρθει ειρηνικα, και θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει το βασιλειο με κολακειεσ. και οι βραχιονεσ εκεινου που κατακλυζει θα κατακλυστουν μπροστα του, και θα συντριφτουν· ακομα κι αυτοσ ο αρχοντασ τησ διαθηκησ. και μετα τη συμμαχια, που θα κανει μαζι του, θα φερεται δολια· επειδη, θα ανεβει, και θα υπερισχυσει με λιγον λαο. θαρθει, μαλιστα, ειρηνικα προσ τουσ παχυτερουσ τοπουσ τησ επαρχιασ· και θα κανει ο,τι δεν εκαναν οι πατερεσ του ουτε οι πατερεσ των πατερων του· θα διαμοιρασει αναμεσα τουσ διαρπαγμα, και λαφυρα, και πλουτη· και θα μηχανευτει τισ μηχανεσ του εναντια στα οχυρωματα, κι αυτο μεχρι καιρο. και θα διεγειρει τη δυναμη του και την καρδια του εναντια στον βασιλια του νοτου με μεγαλη δυναμη· και ο βασιλιασ του νοτου θα σηκωθει σε πολεμο μαζι με μεγαλη δυναμη και υπερβολικα ισχυρη· ομωσ, δεν θα μπορεσει να σταθει· επειδη, θα μηχανευτουν μηχανεσ εναντιον του. και αυτοι που τρωνε τα φαγητα του, θα τον συντριψουν· και ο στρατοσ του θα πλημμυρισει· και πολλοι θα πεσουν φονευμενοι. και οι καρδιεσ και των δυο αυτων βασιλιαδων θα ειναι μεσα στην πονηρια, και θα μιλουν ψεματα στο ιδιο τραπεζι· αλλα, αυτο δεν θα ευδοκιμησει, επειδη, ακομα το τελοσ θα ειναι στον ορισμενο καιρο. τοτε, θα επιστρεψει στη γη του με μεγαλον πλουτο· και η καρδια του θα ειναι εναντια στην αγια διαθηκη· και θα ενεργησει, και θα επιστρεψει στη γη του. στον ορισμενο καιρο θα επιστρεψει, και θαρθει προσ τον νοτο· ομωσ, η τελευταια φορα δεν θα ειναι οπωσ η πρωτη· επειδη, τα πλοια των κητιαιων θαρθουν εναντιον του· και θα ταπεινωθει, και θα επιστρεψει, και θα θυμωσει εναντια στην αγια διαθηκη· και θα ενεργησει, και θα επιστρεψει, και θα συνεννοηθει μαζι μ' εκεινουσ που εγκαταλειπουν την αγια διαθηκη. και οι βραχιονεσ θα σηκωθουν εξαιτιασ του, και θα βεβηλωσουν το αγιαστηριο τησ δυναμησ, και θα αφαιρεσουν την παντοτινη θυσια, και θα στησουν το βδελυγμα τησ ερημωσησ. κι εκεινουσ που ανομουν στη διαθηκη, θα τουσ διαφθειρει με κολακειεσ· ο λαοσ, ομωσ, που γνωριζει τον θεο του, θα ισχυσει και θα κατορθωσει. και οι συνετοι του λαου θα διδαξουν πολλουσ· ομωσ, θα πεσουν με ρομφαια, και με φλογα, με αιχμαλωσια, και με λαφυραγωγηση, πολλων ημερων. και οταν πεσουν, θα βοηθηθουν με μικρη βοηθεια· πολλοι, ομωσ, θα προστεθουν σ' αυτουσ με κολακειεσ. και απο τουσ συνετουσ θα πεσουν, για να δοκιμαστουν, και να καθαριστουν, και να λευκανθουν, μεχρι τον εσχατο καιρο· επειδη, κι αυτο θα γινει στον ορισμενο καιρο. και ο βασιλιασ θα κανει συμφωνα με τη θεληση του, και θα υψωθει, και θα μεγαλυνθει πιο πανω απο καθε θεο, και θα μιλησει αλαζονικα εναντια στον θεο των θεων, και θα ευημερει, μεχρισ οτου συντελεστει η οργη· επειδη, το ορισμενο θα γινει. και δεν θα φροντιζει για τουσ θεουσ των πατερων του ουτε για τισ επιθυμιεσ των γυναικων ουτε θα φροντιζει για κανεναν θεο· επειδη, θα μεγαλυνθει πιο πανω απ' ολουσ. ενω στον τοπο του θα δοξασει τον θεο μαουζειμ· και θα τιμησει εναν θεο, με χρυσαφι και ασημι, και με πολυτιμεσ πετρεσ, και με επιθυμητα πραγματα, που οι πατερεσ του δεν γνωρισαν. ετσι θα κανει στα οχυρωματα μαουζειμ μαζι με εναν ξενο θεο· οσοι τον γνωρισουν, σ' αυτουσ θα πληθυνει τη δοξα· και θα τουσ κανει να εξουσιασουν επανω σε πολλουσ, και θα διαμοιρασει τη γη με τιμη. και στον εσχατο καιρο, ο βασιλιασ του νοτου θα συγκρουστει μαζι του· και ο βασιλιασ του βορρα θαρθει εναντιον του σαν ανεμοστροβιλοσ, με αμαξεσ, και με καβαλαρηδεσ, και με πολλα πλοια· και θαρθουν στουσ τοπουσ, και θα πλημμυρισουν, και θα διαβουν· θα μπει ακομα μεσα στη γη τησ δοξασ, και πολλοι θα καταστραφουν· αυτοι, ομωσ, θα διασωθουν απο το χερι του, ο εδωμ, και ο μωαβ, και οι πρωτοι των γιων του αμμων. και θα εκτεινει το χερι του επανω στουσ τοπουσ· και η γη τησ αιγυπτου δεν θα ξεφυγει. και θα φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει τουσ θησαυρουσ απο το χρυσαφι και απο το ασημι, και ολα τα επιθυμητα τησ αιγυπτου· και οι λιβυοι και οι αιθιοπεσ θα ειναι πισω απο τα βηματα του. ομωσ, αγγελιεσ απο την ανατολη και απο τον βορρα θα τον ταραξουν· γι' αυτο, θα βγει εξω με μεγαλον θυμο, για να αφανισει, και να εξολοθρευσει πολλουσ. και θα στησει τισ σκηνεσ τησ βασιλικησ του κατοικησησ αναμεσα στισ θαλασσεσ, επανω στο ενδοξο βουνο τησ αγιοτητασ· ομωσ, θαρθει στο τελοσ του, και δεν θα υπαρχει εκεινοσ που να τον βοηθαει.

12

και κατα τον καιρο εκεινο θα εγερθει ο μιχαηλ, ο μεγαλοσ αρχοντασ, που στεκεται για τουσ γιουσ του λαου σου· και θα ειναι καιροσ θλιψησ, που ποτε δεν εχει γινει αφοτου υπηρξε εθνοσ, μεχρισ εκεινον τον καιρο· και κατα τον καιρο εκεινο ο λαοσ σου θα διασωθει, καθε ενασ που θα βρεθει γραμμενοσ μεσα στο βιβλιο. και πολλοι απ' αυτουσ που κοιμουνται μεσα στο χωμα τησ γησ, θα σηκωθουν, οι μεν σε αιωνια ζωη, οι δε σε ονειδισμο και αιωνια καταισχυνη. και οι συνετοι θα λαμψουν οπωσ η λαμπροτητα του στερεωματοσ· κι αυτοι που επιστρεφουν πολλουσ σε δικαιοσυνη, οπωσ τα αστερια, στουσ αιωνεσ των αιωνων. κι εσυ, δανιαλ, κλεισε με ασφαλη τροπο αυτα τα λογια, και σφραγισε το βιβλιο, μεχρι τον εσχατο καιρο· τοτε, πολλοι θα περιτρεχουν, και η γνωση θα πληθυνθει. και εγω, ο δανιαλ, κοιταξα, και ξαφνου, δυο αλλοι στεκονταν, ενασ απο εδω, επανω στην οχθη του ποταμου, και ενασ απο εκει, επανω στην οχθη του ποταμου. και ο ενασ ειπε στον ανδρα που ηταν ντυμενοσ λινα, ο οποιοσ ηταν επανω απο τα νερα του ποταμου: μεχρι ποτε θα ειναι το τελοσ αυτων των θαυμασιων πραγματων; και ακουσα τον ανδρα, που ηταν ντυμενοσ λινα, ο οποιοσ ηταν επανω απο τα νερα του ποταμου, οταν υψωσε το δεξι του χερι και το αριστερο του στον ουρανο, και ορκιστηκε σ' αυτον που ζει στον αιωνα, οτι θα ειναι σε καιρον, καιρουσ, και μισον καιρο· και οταν συντελεστει ο διασκορπισμοσ τησ δυναμησ του αγιου λαου, ολα αυτα θα εκπληρωθουν. και εγω ακουσα, αλλα δεν καταλαβα· τοτε, ειπα: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, ποιο ειναι το τελοσ τουσ; και ειπε: πηγαινε, δανιαλ· επειδη, τα λογια αυτα ειναι κλεισμενα και σφραγισμενα, μεχρι τον εσχατο καιρο. πολλοι θα καθαριστουν, και θα λευκανθουν, και θα δοκιμαστουν· και οι ασεβεισ θα ασεβουν· και κανενασ απο τουσ ασεβεισ δεν θα καταλαβει· ομωσ, οι συνετοι θα καταλαβουν. και απο τον καιρο, που η παντοτινη θυσια θα αφαιρεθει, και το βδελυγμα τησ ερημωσησ θα στηθει, θα ειναι 1.290 ημερεσ. μακαριοσ οποιοσ υπομεινει, και φτασει σε 1.335 ημερεσ. αλλ' εσυ πηγαινε, μεχρι το τελοσ· και θα αναπαυθεισ, και θα σταθεισ στον κληρο σου στο τελοσ των ημερων.

εσδρασ

1

και στον πρωτο χρονο του κυρου, του βασιλια τησ περσιασ, για να εκπληρωθει ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που δοθηκε με το στομα του προφητη ιερεμια, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διεγειρε το πνευμα του κυρου, του βασιλια τησ περσιασ, και διακηρυξε σε ολο το βασιλειο του, και μαλιστα γραπτωσ, τα εξησ: ετσι λεει ο κυροσ, ο βασιλιασ τησ περσιασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ουρανου, εδωσε σε μενα ολα τα βασιλεια τησ γησ· κι αυτοσ με προσταξε να του οικοδομησω εναν οικο στην ιερουσαλημ, που ειναι στην ιηhυδαια· ποιοσ απο σασ ειναι απο ολο τον λαο του; ο θεοσ του ασ ειναι μαζι του, και ασ ανεβει στην ιερουσαλημ, που ειναι στην ιηhυδαια, και ασ οικοδομησει τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ· αυτοσ ειναι ο θεοσ στην ιερουσαλημ· και καθεναν που απεμεινε, απο ολουσ τουσ τοπουσ οπου παροικει, ασ τον βοηθησουν οι ανδρεσ του τοπου του με ασημι, και με χρυσαφι, και με αγαθα, και με κτηνη, εκτοσ απο την προαιρετικη προσφορα για τον οικο του θεου, που ειναι στην ιερουσαλημ. τοτε σηκωθηκαν οι αρχηγοι των πατριων του ιηhυδα και του βενιαμιν, και οι ιερεισ, και οι λευιτεσ, μαζι με ολουσ οσουσ ο θεοσ διεγειρε το πνευμα τουσ για να ανεβουν και για να οικοδομησουν τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειναι στην ιερουσαλημ· και ολοι οσοι ησαν ολογυρα τουσ τουσ βοηθησαν με ασημενια σκευη, με χρυσαφι, με αγαθα, και με κτηνη, και με πολυτιμα πραγματα, εκτοσ απο ολεσ τισ προαιρετικεσ προσφορεσ. και ο βασιλιασ κυροσ εβγαλε τα σκευη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε φερει απο την ιερουσαλημ ο ναβουχοδονοσορασ, και τα ειχε βαλει στον οικο του θεου του· και ο κυροσ, ο βασιλιασ τησ περσιασ, τα εβγαλε, διαμεσου του μιθρεδαθ, του θησαυροφυλακα, και τα αριθμησε στον σασαβασσαρ, τον αρχοντα τησ ιηhυδαιασ. και ο αριθμοσ τουσ ειναι τουτοσ: 30 χρυσοι δισκοι, 1.000 ασημενιοι δισκοι, 29 μαχαιρεσ, 30 χρυσεσ φιαλεσ, 410 ασημενιεσ φιαλεσ, δευτερεσ, και αλλα σκευη 1.000. ολα τα σκευη τα χρυσα και τα ασημενια ησαν 5.400· ολα τα ανεβασε ο σασαβασσαρ, μαζι με τουσ αιχμαλωτουσ, που ανεβηκαν απο τη βαβυλωνα στην ιερουσαλημ.

2

κι αυτοι ειναι οι ανθρωποι τησ επαρχιασ, που ανεβηκαν απο την αιχμαλωσια, απο εκεινουσ που μετοικιστηκαν, τουσ οποιουσ ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, τουσ ειχε μετοικισει στη βαβυλωνα, και που επεστρεψαν στην ιερουσαλημ, και στην ιηhυδαια, καθε ενασ στην πολη του· που ηρθαν μαζι με τον ζοροβαβελ, τον ιηhοσυα, τον νεεμια, τον σεραια, τον ρεελαια, τον μαροδοχαιο, τον βιλσαν, τον μισπαρ, τον βιγουαι, τον ρεουμ, τον βαανα. ο αριθμοσ των ανδρων του λαου του ισραηλ ηταν: οι γιοι του φαρωσ ησαν 2.172. οι γιοι του σεφατια, 372. οι γιοι του αραχ, 775. οι γιοι του φααθ-μωαβ, απο τουσ γιουσ του ιηhοσυα και του ιωαβ, 2.812. οι γιοι του ελαμ, 1.254. οι γιοι του ζατθου, 945. οι γιοι του ζακχαι, 760. οι γιοι του βανι, 642. οι γιοι του βηβαι, 623. οι γιοι του αζγαδ, 1.222. οι γιοι του αδωνικαμ, 666. οι γιοι του βιγουαι, 2.056. οι γιοι του αδιν, 454. οι γιοι του ατηρ, απο τον εζεκια, 98. οι γιοι του βησαι, 323. οι γιοι του ιωρα, 112. οι γιοι του ασουμ, 223. οι γιοι του γιββαρ, 95. οι γιοι τησ βηθλεεμ, 123. οι ανδρεσ τησ νετωφα, 56. οι ανδρεσ τησ αναθωθ, 128. οι γιοι τησ αζμαβεθ, 42 οι γιοι τησ κιριαθ-αρειμ, τησ χεφειρα, και τησ βηρωθ, 743. οι γιοι τησ ραμα και τησ γαβαα, 621. οι ανδρεσ τησ μιχμασ, 122. οι ανδρεσ τησ βαιθηλ και τησ γαι, 223. οι γιοι τησ νεβω, 52. οι γιοι τησ μαγβισ, 156. οι γιοι του αλλου ελαμ. 1.254. οι γιοι τησ χαρημ, 320. οι γιοι τησ λωδ, τησ αδιδ, και τησ ωνω, 725. οι γιοι τησ ιεριχω 345. οι γιοι τησ σεναα, 3.630. οι ιερεισ: οι γιοι του ιεδαια, απο την οικογενεια του ιηhοσυα, 973. οι γιοι του ιμμηρ, 1.052. οι γιοι του πασχωρ, 1.247. οι γιοι του χαρημ, 1017. οι λευιτεσ: οι γιοι του ιηhοσυα, και του καδμιηλ, απο τουσ γιουσ του ωδουια, 74. οι ψαλμωδοι: οι γιοι του ασαφ, 128. οι γιοι των πυλωρων: οι γιοι του σαλλουμ, οι γιοι του ατηρ, οι γιοι του ταλμων, οι γιοι του ακκουβ, οι γιοι του ατιτα, οι γιοι του σωβαι· ολοι ησαν 139. οι νεθινειμ: οι γιοι του σιχα, οι γιοι του ασουφα, οι γιοι του ταββαωθ, οι γιοι του κηρωσ, οι γιοι του σιαα, οι γιοι του φαδων, οι γιοι του λεβανα, οι γιοι του αγαβα, οι γιοι του ακκουβ, οι γιοι του αγαβ, οι γιοι του σαλμαι, οι γιοι του αναν, οι γιοι του γιδδηλ, οι γιοι του γααδ, οι γιοι του ρεαια, οι γιοι του ρεσιν, οι γιοι του νεκωδα, οι γιοι του γαζαμ, οι γιοι του ουζα, οι γιοι του φασεα, οι γιοι του βησαι, οι γιοι του ασενα, οι γιοι του μεουνειμ, οι γιοι του νεφουσειμ, οι γιοι του βακβουκ, οι γιοι του ακουφα, οι γιοι του αρουρ, οι γιοι του βασλουθ, οι γιοι του μειδα, οι γιοι του αρσα, οι γιοι του βαρκωσ, οι γιοι του σισαρα, οι γιοι του θαμα, οι γιοι του νεσια, οι γιοι του ατιφα. οι γιοι των δουλων του σολομωντα· οι γιοι του σωται, οι γιοι του σωφερεθ, οι γιοι του φερουδα οι γιοι του ιααλα, οι γιοι του δαρκων, οι γιοι του γιδδηλ, οι γιοι του σεφατια, οι γιοι του αττιλ, οι γιοι του φοχερεθ απο τη σεβαιμ, οι γιοι του αμι. ολοι οι νεθινειμ, και οι γιοι των δουλων του σολομωντα, ησαν 392. κι αυτοι ησαν που ανεβηκαν απο τη θελ-μελαχ, τη θελ-αρησα, τη χερουβ, την αδδαν, και την ιμμηρ· δεν μπορουσαν, ομωσ, να αποδειξουν την οικογενεια τησ πατριασ τουσ, και το σπερμα τουσ, αν ησαν απο τον ισραηλ· οι γιοι του δαλαια, οι γιοι του τωβια, οι γιοι του νεκωδα, ησαν 652· και απο τουσ γιουσ των ιερεων: οι γιοι του αβαια, οι γιοι του ακκωσ, οι γιοι του βαρζελλαι, που πηρε γυναικα απο τισ θυγατερεσ του βαρζελλαι του γαλααδιτη, και ονομαστηκε συμφωνα με το ονομα τουσ. αυτοι ζητησαν την καταγραφη τουσ αναμεσα σ' εκεινουσ που απαριθμηθηκαν κατα γενεαλογια, και δεν βρεθηκαν· γι' αυτο, τουσ εβγαλαν απο την ιερατεια. και ο θιρσαθα τουσ ειπε, να μη φανε απο τα αγιοτατα πραγματα, μεχρισ οτου σηκωθει ιερεασ με τα ουριμ και τα θουμμιμ. ολοκληρη μαζι η συναξη ησαν 42.360, εκτοσ απο τουσ δουλουσ τουσ και τισ υπηρετριεσ τουσ, που ησαν 7.337· και εκτοσ απ' αυτουσ, υπηρχαν και 200 ψαλτωδοι, και ψαλτριεσ. τα αλογα τουσ ησαν 736· τα μουλαρια τουσ, 245· οι καμηλεσ τουσ, 435· τα γαιδουρια, 6.720 και μερικοι απο τουσ αρχηγουσ των πατριων, οταν ηρθαν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ηταν στην ιερουσαλημ, προσφεραν αυτοπροαιρετα για τον οικο του θεου, να τον ανεγειρουν στον τοπο του· εδωσαν συμφωνα με τη δυναμη τουσ στο θησαυροφυλακιο του εργου 61.000 δραχμεσ απο χρυσαφι, και 5.000 μνεσ απο ασημι, και 100 ιερατικουσ χιτωνεσ. ετσι, οι ιερεισ, και οι λευιτεσ, και ενα μεροσ απο τον λαο, και οι ψαλτωδοι, και οι πυλωροι, και οι νεθινειμ, κατοικησαν στισ πολεισ τουσ, και ολοκληροσ ο ισραηλ στισ πολεισ του.

3

και οταν εφτασε ο εβδομοσ μηνασ και οι γιοι ισραηλ ησαν στισ πολεισ, ο λαοσ συγκεντρωθηκε σαν ενασ ανθρωποσ στην ιερουσαλημ. και σηκωθηκε ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ιωσεδεκ, και οι αδελφοι του, οι ιερεισ, και ο ζοροβαβελ, ο γιοσ του σαλαθιηλ, και οι αδελφοι του, και οικοδομησαν το θυσιαστηριο του θεου του ισραηλ, για να προσφερουν ολοκαυτωματα επανω σ' αυτο, συμφωνα με το γραμμενο στον νομο του μωυση, του ανθρωπου του θεου· και εστησαν το θυσιαστηριο στην τοποθεσια του, παρολο που τουσ απειλουσε ο λαοσ εκεινων των τοπων· και επανω σ' αυτο προσφεραν ολοκαυτωματα προσ τον κυριο, ολοκαυτωματα το πρωι και την εσπερα. και εκαναν τη γιορτη των σκηνων, συμφωνα με το γραμμενο, και τισ καθημερινεσ ολοκαυτωσεισ με τον καθορισμενο αριθμο, οπωσ ηταν διαταγμενο, συμφωνα με το καθηκον καθε μιασ ημερασ. και υστερα απ' αυτα, προσφεραν τα παντοτινα ολοκαυτωματα, κι εκεινα των νεομηνιων, και ολων των αγιασμενων γιορτων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και καθενοσ που προσφερε αυτοπροαιρετη προσφορα στον κυριο. απο την πρωτη ημερα του εβδομου μηνα αρχισαν να προσφερουν ολοκαυτωματα στον κυριο· ομωσ, τα θεμελια του ναου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ειχαν μπει ακομα. και εδωσαν ασημι στουσ λιθοτομουσ, και στουσ χτιστεσ και τροφεσ και ποτα, και λαδι, στουσ σιδωνιουσ, και στουσ τυριουσ, για να φερουν κεδρινα ξυλα απο τον λιβανο στη θαλασσα τησ ιοππησ, συμφωνα με την αδεια που τουσ εδωσε ο κυροσ, ο βασιλιασ τησ περσιασ. και στον δευτερο χρονο τησ επιστροφησ τουσ στον οικο του θεου στην ιερουσαλημ, στον δευτερο μηνα, αρχισαν, ο ζοροβαβελ, ο γιοσ του σαλαθιηλ, και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ιωσεδεκ, και οι υπολοιποι των αδελφων τουσ, οι ιερεισ και οι λευιτεσ, και ολοι εκεινοι που ηρθαν απο την αιχμαλωσια στην ιερουσαλημ· και εβαλαν τουσ λευιτεσ, απο ηλικιασ 20 χρονων και επανω, να επισπευδουν την εργασια του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και παρασταθηκε ο ιηhοσυα, οι γιοι του και οι αδελφοι του, ο καδμιηλ και οι γιοι του, οι γιοι του ιηhυδα, σαν ενασ ανθρωποσ, για να παρακινουν τουσ εργαζομενουσ στον οικο του θεου να κανουν γρηγορα· οι γιοι του ηναδαδ, οι γιοι τουσ, και οι αδελφοι τουσ οι λευιτεσ. και οταν οι οικοδομοι εβαλαν τα θεμελια του ναου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, οι ιερεισ σταθηκαν ντυμενοι, με σαλπιγγεσ, και οι λευιτεσ, οι γιοι του ασαφ, με κυμβαλα, για να υμνουν τον κυριο, συμφωνα με τη διαταγη του δαβιδ του βασιλια του ισραηλ· και εψαλλαν εναλλακτικα υμνωντασ και ευχαριστωντασ τον κυριο οτι: ειναι αγαθοσ, οτι: το ελεοσ του μενει στον αιωνα επανω στον ισραηλ. και ολοκληροσ ο λαοσ αλαλαξε με μεγαλον αλαλαγμο, υμνωντασ τον κυριο, για τη θεμελιωση του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και πολλοι απο τουσ ιερεισ και τουσ λευιτεσ και τουσ αρχηγουσ των πατριων, γεροντεσ πια, που ειχαν δει τον προηγουμενο οικο, καθωσ θεμελιωνοταν μπροστα στα ματια τουσ, εκλαιγαν με μεγαλη φωνη· πολλοι μαλιστα αλαλαξαν με μεγαλη φωνη και με ευφροσυνη. και ο λαοσ δεν ξεχωριζε τη φωνη του αλαλαγμου τησ ευφροσυνησ απο τη φωνη του κλαματοσ του λαου· επειδη, ο λαοσ αλαλαζε με μεγαλον αλαλαγμο, και η βοη ακουγοταν μεχρι απο μακρυα.

4

και οι εχθροι του ιηhυδα και του βενιαμιν, οταν ακουσαν οτι οι γιοι τησ αιχμαλωσιασ οικοδομουν τον ναο στον κυριο, τον θεο του ισραηλ, ηρθαν στον ζοροβαβελ, και στουσ αρχηγουσ των πατριων και τουσ ειπαν: ασ οικοδομησουμε μαζι σασ· επειδη, και εμεισ εκζητουμε τον θεο σασ, οπωσ κι εσεισ, και σ' αυτον θυσιαζουμε απο την εποχη του εσαραδδων, του βασιλια τησ ασσουρ, που μασ εφερε εδω. ο ζοροβαβελ, ομωσ, και ο ιηhοσυα, και οι υπολοιποι απο τουσ αρχηγουσ των πατριων του ισραηλ, τουσ ειπαν: δεν υπαρχει τιποτε κοινο σε σασ και σε μασ, ωστε να οικοδομησετε οικο στον θεο μασ· εμεισ, ομωσ, οι ιδιοι ενωμενοι θα οικοδομησουμε στον κυριο τον θεο του ισραηλ, οπωσ μασ προσταξε ο βασιλιασ κυροσ, ο βασιλιασ τησ περσιασ. τοτε, ο λαοσ τησ γησ παρελυε τα χερια του λαου του ιηhυδα, και τουσ εφερνε αναταραχη στην οικοδομη, και μισθωναν συμβουλουσ εναντια σ' αυτουσ, για να ματαιωνουν τη βουλη τουσ ολεσ τισ ημερεσ που ο κυροσ ηταν βασιλιασ τησ περσιασ, και μεχρι τη βασιλεια του δαρειου, του βασιλια τησ περσιασ. και στη βασιλεια του ασσουηρη, στην αρχη τησ βασιλειασ του, εγραψαν κατηγορια εναντια στουσ κατοικουσ τησ ιηhυδαιασ και τησ ιερουσαλημ. και στισ ημερεσ του αρταξερξη, εγραψε στον αρταξερξη, τον βασιλια τησ περσιασ, ο βισλαμ, ο μιθρεδαθ, ο ταβεηλ, και οι υπολοιποι συνεταιροι τουσ· και η επιστολη ηταν γραμμενη συριακα, και εξηγημενη συριακα. ο ρεουμ, ο επαρχοσ, και ο σαμψαι, ο γραμματεασ, εγραψαν μια επιστολη στον αρταξερξη, τον βασιλια, εναντια στην ιερουσαλημ, με τον εξησ τροπο: ο ρεουμ, ο επαρχοσ, και ο σαμψαι, ο γραμματεασ, και οι υπολοιποι συνεταιροι τουσ, οι δειναιοι, οι αφαρσαχαιοι, οι ταρφαλαιοι, οι αφαρσαιοι, οι αρχευαιοι, οι βαβυλωνιοι, οι σουσαναχαιοι, οι δεαυαιοι, οι ελαμιτεσ, και οι υπολοιποι απο τα εθνη, που ο μεγαλοσ και ενδοξοσ ασεναφαρ μετακομισε, και τα κατοικισε στισ πολεισ τησ σαμαρειασ, και οι υπολοιποι που ειναι περα απο τον ποταμο, και τα λοιπα. αυτο ειναι το αντιγραφο τησ επιστολησ, που εστειλαν σ' αυτον, στον αρταξερξη, τον βασιλια: οι δουλοι σου, οι ανδρεσ που ειναι περα απο τον ποταμο, και τα λοιπα. ασ ειναι γνωστο στον βασιλια, οτι οι ιηhυδαιοι που ανεβηκαν απο σενα σε μασ, οταν ηρθαν στην ιερουσαλημ, οικοδομουν την αποστατρια και πονηρη πολη, και εγειρουν τον τοιχο, και επισκευαζουν τα θεμελια. ασ ειναι γνωστο κιολασ στον βασιλια, οτι, αν η πολη αυτη οικοδομηθει, και εγερθουν οι τοιχοι τησ, δεν θα πληρωσουν φορο, τελωνιο η διοδια· και το εισοδημα του βασιλια θα ζημιωθει. και επειδη τρεφομαστε απο το παλατι, και ηταν απρεπεσ για μασ να βλεπουμε την ατιμια του βασιλια, γι' αυτο στειλαμε και γνωστοποιησαμε στον βασιλια, για να γινει ερευνα στο βιβλιο των υπομνηματων των πατερων σου· και θα βρεισ στο βιβλιο των υπομνηματων, και θα γνωρισεισ οτι η πολη αυτη ειναι πολη αποστατρια, και ολεθρια στουσ βασιλιαδεσ και στισ επαρχιεσ, και οτι απο παλια κινουσαν επανασταση αναμεσα τησ, γι' αυτο η πολη αυτη ερημωθηκε. γνωστοποιουμε στον βασιλια οτι, αν αυτη η πολη ανοικοδομηθει, και ανεγερθουν οι τοιχοι τησ, δεν θα εχεισ κανενα μεροσ στην περιοχη περα απο τον ποταμο. ο βασιλιασ αποκριθηκε στον ρεουμ, τον επαρχο και τον σαμψαι, τον γραμματεα, και τουσ υπολοιπουσ συνεταιρουσ τουσ, που κατοικουσαν στη σαμαρεια, και στουσ αλλουσ που ησαν περα απο τον ποταμο: ειρηνη, και τα λοιπα. η επιστολη που στειλατε σε μασ, διαβαστηκε μπροστα μου ακριβωσ. και βγηκε διαταγη απο μενα, και ερευνησαν, και βρηκαν οτι η πολη αυτη επαναστατει εναντια στουσ βασιλιαδεσ απο παλια, και γινονται σ' αυτη στασεισ και συνωμοσιεσ· ακομα, υπηρξαν ισχυροι βασιλιαδεσ στην ιερουσαλημ, που δεσποζαν σε ολουσ τουσ λαουσ περα απο τον ποταμο· και πληρωνοταν σ' αυτουσ φοροσ, τελωνιο και διοδια. τωρα, λοιπον, προσταξτε να σταματησουν τουσ ανθρωπουσ εκεινουσ, και να μη οικοδομηθει η πολη, μεχρισ οτου εκδοθει διαταγη απο μενα. και προσεξτε μη αμελησετε να το κανετε· για να μη αυξηθει το κακο προσ ζημια των βασιλιαδων. και οταν το αντιγραφο τησ επιστολησ του βασιλια αρταξερξη διαβαστηκε μπροστα στον ρεουμ, και τον σαμψαι, τον γραμματεα, και τουσ συνεταιρουσ τουσ, ανεβηκαν με βιασυνη στην ιερουσαλημ, στουσ ιηhυδαιουσ, και τουσ σταματησαν με βια και με δυναμη. και το εργο του οικου του θεου, που ηταν στην ιερουσαλημ σταματησε, και εμεινε σταματημενο μεχρι τον δευτερο χρονο τησ βασιλειασ του δαρειου, του βασιλια τησ περσιασ.

5

τοτε, ο προφητησ αγγαιοσ, και ο ζαχαριασ, ο γιοσ του ιδδω, προφητευσαν στουσ ιηhυδαιουσ, που ησαν στην ιηhυδαια και την ιερουσαλημ, προφητευοντασ σ' αυτουσ στο ονομα του θεου του ισραηλ. και σηκωθηκαν ο ζοροβαβελ, ο γιοσ του σαλαθιηλ, και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του ιωσεδεκ, και αρχισαν να οικοδομουν τον οικο του θεου, που ηταν στην ιερουσαλημ· και μαζι τουσ οι προφητεσ του θεου βοηθωντασ τουσ. αυτο τον καιρο, καθωσ ηρθαν σ' αυτουσ ο ταθναι, ο επαρχοσ των περιοχων απο το εδω μεροσ του ποταμου, και ο σεθαρ-βοσναι, και οι συνεταιροι τουσ, τουσ ειπαν τα εξησ: ποιοσ σασ προσταξε να οικοδομειτε αυτον τον οικο, και να ανεγειρετε αυτον τον τοιχο; και τοτε τουσ ειπαμε ποια ειναι τα ονοματα των ανδρων, που οικοδομουν αυτη την οικοδομη. αλλ' επανω στουσ πρεσβυτερουσ των ιηhυδαιων ηταν το ματι του θεου τουσ, και δεν μπορουσαν να τουσ σταματησουν, μεχρισ οτου ερθει η υποθεση στον δαρειο· και τοτε εδωσαν απαντηση γι' αυτο διαμεσου μιασ επιστολησ. αντιγραφο τησ επιστολησ, που εστειλαν στον δαρειο, τον βασιλια, ο ταθναι, ο επαρχοσ των περιοχων απο το εδω μεροσ του ποταμου, και ο σεθαρ-βοσναι, και οι συνεταιροι τουσ οι αφαρσαχαιοι, που ειναι απο το εδω μεροσ του ποταμου. του εστειλαν μια επιστολη, στην οποια ηταν γραμμενο ωσ εξησ: στον δαρειο, τον βασιλια, καθε ειρηνη. ασ ειναι γνωστο στον βασιλια, οτι πηγαμε στην επαρχια τησ ιηhυδαιασ, στον οικο του μεγαλου θεου, κι αυτοσ οικοδομειται με μεγαλεσ πετρεσ, και μπαινουν ξυλα στουσ τοιχουσ, και το εργο αυτο προχωρει γρηγορα, και ευοδωνεται στα χερια τουσ. και καθωσ ρωτησαμε εκεινουσ τουσ πρεσβυτερουσ, τουσ μιλησαμε ωσ εξησ: ποιοσ σασ προσταξε να οικοδομειτε αυτον τον οικο, και να ανεγειρετε αυτον τον τοιχο; ακομα, ρωτησαμε και τα ονοματα τουσ, για να σου φανερωσουμε, και να σου γραψουμε τα ονοματα των ανδρων, που ειναι επικεφαλησ τουσ. και μασ αποκριθηκαν με τα εξησ λογια: εμεισ ειμαστε οι δουλοι του θεου του ουρανου και τησ γησ, και οικοδομουμε τον οικο, που οικοδομηθηκε ηδη πριν πολλα χρονια, τον οποιο οικοδομησε ενασ μεγαλοσ βασιλιασ του ισραηλ, και τον ανεγειρε· αφου, ομωσ, οι πατερεσ μασ παροργισαν τον θεο του ουρανου, τουσ παρεδωσε στο χερι του ναβουχοδονοσορα, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, του χαλδαιου, και κατεστρεψε αυτον τον οικο, και μετοικησε τον λαο στη βαβυλωνα. ομωσ, στον πρωτο χρονο του κυρου, του βασιλια τησ βαβυλωνασ, ο βασιλιασ κυροσ εδωσε προσταγη να οικοδομηθει αυτοσ ο οικοσ του θεου. κι ακομα, τα χρυσα και ασημενια σκευη του οικου του θεου, που ο ναβουχοδονοσορασ ειχε παρει απο τον ναο, που ηταν στην ιερουσαλημ, και τα εφερε στον ναο τησ βαβυλωνασ, αυτα ο βασιλιασ κυροσ τα σηκωσε απο τον ναο τησ βαβυλωνασ, και παραδοθηκαν σ' εκεινον που ονομαζοταν σασαβασσαρ, που τον ειχε κανει επαρχο· και του ειπε: παρε αυτα τα σκευη, πηγαινε, και φερ' τα στον ναο, που ειναι στην ιερουσαλημ, και ασ οικοδομηθει ο οικοσ του θεου στον τοπο του. τοτε, οταν αυτοσ ο σασαβασσαρ ηρθε, εβαλε τα θεμελια του οικου του θεου, που ηταν στην ιερουσαλημ· απο εκεινο τον χρονο και μεχρι σημερα οικοδομειται, και δεν τελειωσε. τωρα, λοιπον, αν φαινεται αρεστο στον βασιλια, ασ γινει ερευνα στο θησαυροφυλακιο του βασιλια, που ειναι στη βαβυλωνα, αν ειναι αληθεια οτι εκδοθηκε διαταγη απο τον κυρο, τον βασιλια, να οικοδομηθει αυτοσ ο οικοσ του θεου στην ιερουσαλημ· και ασ μασ στειλει ο βασιλιασ τη θεληση του γυρω απ' αυτο το θεμα.

6

τοτε, ο δαρειοσ, ο βασιλιασ, εβγαλε διαταγη, και ερευνησαν στα αρχεια, οπου βρισκονται οι θησαυροι στη βαβυλωνα. και βρεθηκε στην αχμεθα, στο παλατι, που ειναι στην επαρχια των μηδων, ενασ τομοσ, και σ' αυτον ηταν γραμμενο ενα υπομνημα ωσ εξησ: «στον πρωτο χρονο του κυρου, του βασιλια, ο βασιλιασ κυροσ εβγαλε διαταγη για τον οικο του θεου, που ειναι στην ιερουσαλημ: ασ οικοδομηθει ο οικοσ, ο τοποσ στον οποιο προσφερονται οι θυσιεσ, και ασ μπουν τα θεμελια του δυνατα· το υψοσ του να ειναι 60 πηχεσ, και το πλατοσ του 60 πηχεσ· τρεισ σειρεσ απο μεγαλεσ πετρεσ, και μια σειρα απο καινουργια ξυλα· και τα εξοδα ασ δοθουν απο τον οικο του βασιλια· τα χρυσα σκευη, του οικου του θεου, ακομα και τα ασημενια, που ο ναβουχοδονοσορασ πηρε απο τον ναο, που ειναι στην ιερουσαλημ, και τα εφερε στη βαβυλωνα, ασ αποδοθουν και ασ επανελθουν στον ναο, που ειναι στην ιερουσαλημ, καθε ενα στον τοπο του, και ασ μπουν στον οικο του θεου». τωρα, λοιπον, ταθναι, επαρχε των περιοχων περα απο τον ποταμο, σεθαρ-βοσναι, και οι συνεταιροι σασ, οι αφαρσαχαιοι, που ειναι περα απο τον ποταμο, απομακρυνθειτε απο εκει· αφηστε το εργο αυτου του οικου του θεου· ο επαρχοσ των ιηhυδαιων, και οι πρεσβυτεροι των ιηhυδαιων, ασ ανοικοδομησουν αυτον τον οικο του θεου, στην τοποθεσια του. εκδοθηκε ακομα απο μενα διαταγη, τι θα κανετε στουσ πρεσβυτερουσ αυτων των ιηhυδαιων, για την οικοδομηση αυτου του οικου του θεου· απο τα υπαρχοντα του βασιλια, απο τον φορο των κατοικων περα απο τον ποταμο, θα δοθουν αμεσωσ τα εξοδα σ' αυτουσ τουσ ανθρωπουσ, για να μη εμποδιστουν. και οποιο πραγμα εχουν αναγκη, και μοσχαρια, και κριαρια, και προβατα, για τα ολοκαυτωματα του θεου του ουρανου, σιταρι, αλατι, κρασι και λαδι, συμφωνα με το αιτημα των ιερεων, που ειναι στην ιερουσαλημ, ασ δινονται σ' αυτουσ καθημερινα, χωρισ ελλειψη, για να προσφερουν θυσιεσ σε οσμη ευωδιασ στον θεο του ουρανου, και να προσευχονται για τη ζωη του βασιλια και των γιων του. ακομα, εκδοθηκε διαταγη απο μενα για καθε ανθρωπο, οποιοσ παραλλαξει αυτο τον λογο, να αποσπαστει απο το σπιτι του ενα ξυλο, και να στηθει, και να τον κρεμασουν επανω σ' αυτο· και το σπιτι του ασ γινει γι' αυτο τον λογο κοπρωνασ. και ο θεοσ, που κατοικισε εκει το ονομα του ασ εξολοθρευσει καθε βασιλια και λαο, που θα απλωσει τα χερια του για να παραλλαξει κατι, ωστε να καταστρεψει αυτον τον οικον του θεου, που ειναι στην ιερουσαλημ. εγω ο δαρειοσ εβγαλα τη διαταγη· ασ εκτελεστει γρηγορα. τοτε, ο ταθναι, ο επαρχοσ των περιοχων απο την εδω πλευρα του ποταμου, ο σεθαρ-βοσναι, και οι συνεταιροι τουσ, συμφωνα με οσα προσταξε ο βασιλιασ δαρειοσ, ετσι και εκαναν γρηγορα. και οι πρεσβυτεροι των ιηhυδαιων οικοδομουσαν, και ευοδωνονταν, συμφωνα με την προφητεια του προφητη αγγαιου, και του ζαχαρια, γιου του ιδδω. και οικοδομησαν, και τελειωσαν, συμφωνα με την προσταγη του θεου του ισραηλ, και συμφωνα με την προσταγη του κυρου, και του δαρειου, και του αρταξερξη βασιλια τησ περσιασ. και συντελεστηκε ο οικοσ αυτοσ την τριτη ημερα του μηνα αδαρ, στον εκτο χρονο τησ βασιλειασ του βασιλια δαρειου. και οι γιοι του ισραηλ, οι ιερεισ και οι λευιτεσ, και οι υπολοιποι απο τουσ γιουσ τησ αιχμαλωσιασ, εγκαινιασαν με ευφροσυνη αυτον τον οικο του θεου· και προσφεραν στον εγκαινιασμο αυτου του οικου του θεου 100 μοσχαρια, 200 κριαρια, 400 αρνια· και για προσφορα περι αμαρτιασ για ολοκληρο τον ισραηλ, 12 τραγουσ, συμφωνα με τον αριθμο των φυλων του ισραηλ. και εβαλαν τουσ ιερεισ στισ διαιρεσεισ τουσ, και τουσ λευιτεσ στα υπουργηματα τουσ, για την υπηρεσια του θεου, που γινεται στην ιερουσαλημ, συμφωνα με το γραμμενο στο βιβλιο του μωυση. και οι γιοι τησ αιχμαλωσιασ εκαναν το πασχα τη 14η ημερα του πρωτου μηνα· επειδη, οι ιερεισ και οι λευιτεσ καθαριστηκαν μαζι· ολοι ησαν καθαρισμενοι, και εσφαξαν το πασχα σε ολουσ τουσ γιουσ τησ αιχμαλωσιασ, και στουσ αδελφουσ τουσ τουσ ιερεισ, και στον εαυτο τουσ. και οι γιοι του ισραηλ εφαγαν, αυτοι που γυρισαν απο την αιχμαλωσια, και ολοι αυτοι που χωριστηκαν σ' αυτουσ απο την ακαθαρσια των εθνων τησ γησ, για να εκζητησουν τον κυριο τον θεο του ισραηλ. και εκαναν τη γιορτη των αζυμων επτα ημερεσ, με ευφροσυνη· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ ευφρανε, και εστρεψε σ' αυτουσ την καρδια του βασιλια τησ ασσυριασ, για να ενισχυσει τα χερια τουσ στο εργο του οικου του θεου, του θεου του ισραηλ.

7

και υστερα απο τα πραγματα αυτα, στην εποχη τησ βασιλειασ του αρταξερξη, βασιλια τησ περσιασ, ο εσδρασ, ο γιοσ του σεραια, γιου του αζαρια, γιου του χελκια, γιου του σαλλουμ, γιου του σαδωκ, γιου του αχιτωβ, γιου του αμαρια, γιου του αζαρια, γιου του μεραιωθ, γιου του ζεραια, γιου του οζι, γιου του βουκκι, γιου του αβισσουα, γιου του φινεεσ, γιου του ελεαζαρ, γιου του ααρων, του πρωτου ιερεα, αυτοσ ο εσδρασ ανεβηκε απο τη βαβυλωνα, ο οποιοσ ηταν γραμματεασ εμπειροσ στον νομο του μωυση, που εδωσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ· και ο βασιλιασ του χαρισε ολα τα αιτηματα του, συμφωνα με το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του, που ηταν επανω του. και ανεβηκαν μερικοι απο τουσ γιουσ ισραηλ, και απο τουσ ιερεισ, και οι λευιτεσ, και οι ψαλμωδοι, και οι πυλωροι, και οι νεθινειμ, στην ιερουσαλημ, στον εβδομο χρονο του βασιλια αρταξερξη. και ηρθαν στην ιερουσαλημ τον πεμπτο μηνα, του εβδομου χρονου του βασιλια. επειδη, την πρωτη ημερα του πρωτου μηνα, αυτοσ αρχισε να ανεβαινει απο τη βαβυλωνα, και την πρωτη ημερα του πεμπτου μηνα ηρθε στην ιερουσαλημ, συμφωνα με το αγαθο χερι του θεου του, που ηταν επανω του. επειδη, ο εσδρασ ειχε ετοιμασει την καρδια του στο να εκζητει τον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και να εκτελει και να διδασκει στον ισραηλ τα διαταγματα και τισ κρισεισ. και τουτο ειναι το αντιγραφο τησ επιστολησ, που ο βασιλιασ αρταξερξησ εδωσε στον εσδρα, τον ιερεα, τον γραμματεα, γραμματεα των λογων των εντολων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και των διαταγματων του προσ τον ισραηλ: ο αρταξερξησ, ο βασιλιασ των βασιλιαδων, στον εσδρα τον ιερεα, τον γραμματεα του νομου του θεου του ουρανου, τον τελειο, και τα λοιπα. εκδοθηκε απο μενα διαταγη, ωστε ολοι οσοι ειναι απο τον λαο του ισραηλ, και τουσ ιερεισ του, και τουσ λευιτεσ, που ειναι στο βασιλειο μου, οσοι θελουν να ανεβουν αυτοπροαιρετα στην ιερουσαλημ, ναρθουν μαζι σου. επειδη, στελνεσαι απο τον βασιλια, και τουσ επτα συμβουλουσ του, για να επισκεφθεισ την ιηhυδαια και την ιερουσαλημ, συμφωνα με τον νομο του θεου σου, που ειναι στο χερι σου· και να φερεισ το ασημι, και το χρυσαφι, που ο βασιλιασ και οι συμβουλοι του προσφεραν αυτοπροαιρετα στον θεο του ισραηλ, το κατοικητηριο του οποιου βρισκεται στην ιερουσαλημ, και ολοκληρο το ασημι και το χρυσαφι, οσο συγκεντρωσεισ σε ολοκληρη την επαρχια τησ βαβυλωνασ, μαζι με τισ προαιρετικεσ προσφορεσ του λαου, και των ιερεων, που προσφερουν αυτοπροαιρετα για τον οικο του θεου τουσ, που ειναι στην ιερουσαλημ· για να αγορασεισ γρηγορα, με το ασημι αυτο, μοσχαρια, κριαρια, αρνια, τισ προσφορεσ τουσ απο αλφιτα, και τισ σπονδεσ τουσ, και να τα προσφερεισ επανω στο θυσιαστηριο του οικου του θεου σασ, που ειναι στην ιερουσαλημ· και καθε τι που θα φανει αρεστο σε σενα και στουσ αδελφουσ σου να κανετε με το υπολοιπο ασημι και το χρυσαφι, αυτο να κανετε, συμφωνα με το θελημα του θεου σασ. και τα σκευη, που σου δοθηκαν για την υπηρεσια του οικου του θεου σου, να τα παραδωσεισ μπροστα στον θεο τησ ιερουσαλημ. και ο,τι επιπλεον χρειαστει για τον οικο του θεου σου, ο,τι συμβει να ξοδεψεισ, ξοδευε απο το βασιλικο θησαυροφυλακιο. και απο μενα, απο μενα τον αρταξερξη, τον βασιλια, εκδοθηκε διαταγη σε ολουσ τουσ θησαυροφυλακεσ, που ειναι περα απο τον ποταμο, καθε τι που θα ζητησει απο σασ ο εσδρασ, ο ιερεασ, ο γραμματεασ του νομου του θεου του ουρανου, να γινεται αμεσωσ, μεχρι 100 ταλαντα ασημι, και μεχρι 100 κορουσ σιταρι, και μεχρι 100 βαθ λαδι, και αλατι απροσδιοριστο. καθε τι που ειναι προσταγμενο απο τον θεο του ουρανου, ασ γινει με βιασυνη, για τον οικο του θεου του ουρανου· για να μη ερθει οργη επανω στη βασιλεια του βασιλια και των γιων του. ακομα, γνωστοποιειται σε σασ οτι, σε κανεναν απο τουσ ιερεισ και τουσ λευιτεσ, τουσ ψαλτωδουσ, θυρωρουσ, νεθινειμ, και τουσ υπηρετεσ αυτου του οικου του θεου, δεν θα ειναι νομιμο να επιβληθει φοροσ, δασμοσ η διοδιο επανω σ' αυτουσ. κι εσυ, εσδρα, συμφωνα με τη σοφια του θεου σου, που ειναι σε σενα, καταστησε κριτεσ και δικαστεσ, για να κρινουν ολοκληρο τον λαο, που ειναι περα απο τον ποταμο, ολουσ εκεινουσ που γνωριζουν τουσ νομουσ του θεου σου· και διδασκετε εκεινουσ που δεν γνωριζουν. και καθενασ που δεν εκτελει τον νομο του θεου σου, και τον νομο του βασιλια, ασ εκτελειται γρηγορα επανω του κριση, ειτε θανατοσ ειτε εξορια ειτε δημευση των υπαρχοντων ειτε φυλακη. ευλογητοσ να ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των πατερων μασ, που εδωσε τετοια πραγματα στην καρδια του βασιλια, για να φερει δοξα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειναι στην ιερουσαλημ· και εκανε να βρω ελεοσ μπροστα στον βασιλια και τουσ συμβουλουσ του, και ολουσ τουσ αρχοντεσ του βασιλια, τουσ δυνατουσ! κι εγω ενισχυθηκα, συμφωνα με το χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μου, που ηταν επανω μου, και συγκεντρωσα απο τον ισραηλ αρχοντεσ για να ανεβουν μαζι μου.

8

κι αυτοι ειναι οι αρχηγοι των πατριων τουσ, και η γενεαλογια, εκεινων που ανεβηκαν μαζι μου απο τη βαβυλωνα, κατα την εποχη τησ βασιλειασ του βασιλια αρταξερξη. απο τουσ γιουσ του φινεεσ, ο γηρσωμ· απο τουσ γιουσ του ιθαμαρ, ο δανιαλ· απο τουσ γιουσ του δαβιδ, ο χαττουσ. απο τουσ γιουσ του σεχανια, που ησαν απο τουσ γιουσ του φαρωσ, ο ζαχαριασ· και μαζι του αριθμηθηκαν γενεαλογικα τα αρσενικα 150. απο τουσ γιουσ του φααθ-μωαβ, ο ελιωηναι, ο γιοσ του ζεραια, και μαζι του τα αρσενικα 200. απο τουσ γιουσ του σεχανια, ο γιοσ του ιααζιηλ, και μαζι του τα αρσενικα 300. και απο τουσ γιουσ του αδιν, ο εβεδ, ο γιοσ του ιωναθαν, και μαζι του τα αρσενικα 50. και απο τουσ γιουσ του ελαμ, ο ιεσαιασ, ο γιοσ του γοθολια, και μαζι του 70. και απο τουσ γιουσ του σεφατια, ο ζεβαδιασ, ο γιοσ του μιχαηλ, και μαζι του τα αρσενικα 80. απο τουσ γιουσ του ιωαβ, ο οβαδια, ο γιοσ του ιεχιηλ, και μαζι του τα αρσενικα 218. και απο τουσ γιουσ του σελωμειθ, ο γιοσ του ιωσιφια, και μαζι του τα αρσενικα 160. και απο τουσ γιουσ του βηβαι, ο ζαχαριασ, ο γιοσ του βηβαι, και μαζι του τα αρσενικα 28. και απο τουσ γιουσ του αζγαδ, ο ιωαναν, ο γιοσ του ακκαταν, και μαζι του τα αρσενικα 110. και απο τουσ γιουσ του αδωνικαμ, οι τελευταιοι, κι αυτα ειναι τα ονοματα τουσ: ο ελιφελετ, ο ιειηλ, και ο σεμαιασ, και μαζι τουσ τα αρσενικα 60. και απο τουσ γιουσ του βιγουαι, ο γουθαι, και ο ζαββουδ, και μαζι τουσ τα αρσενικα 70. και τουσ συγκεντρωσα κοντα στον ποταμο, που ρεει προσ την ααβα, και εκει κατασκηνωσαμε τρεισ ημερεσ· και παρατηρησα αναμεσα στον λαο, και στουσ ιερεισ, και δεν βρηκα εκει κανεναν απο τουσ γιουσ του λευι. τοτε, εστειλα στον ελιεζερ, τον αριηλ, τον σεμαια, και τον ελναθαν, και τον ιαρειβ, και τον ελναθαν, και τον ναθαν, και τον ζαχαρια, και τον μεσουλλαμ, τουσ αρχοντεσ· και τον ιωιαριβ, και τον ελναθαν, τουσ συνετουσ. και τουσ εδωσα παραγγελια για τον ιδδω, τον αρχοντα, στην τοποθεσια κασιφια· και εβαλα στο στομα τουσ λογια για να μιλησουν στον ιδδω, και στουσ αδελφουσ του, τουσ νεθινειμ, στην τοποθεσια κασιφια, για να μασ στειλουν λειτουργουσ για τον οικο του θεου μασ. και, συμφωνα με το αγαθο χερι του θεου μασ επανω μασ, μασ εφεραν εναν συνετο ανδρα, απο τουσ γιουσ του μααλι, γιου του λευι, γιου του ισραηλ· και τον σερεβια, μαζι με τουσ γιουσ του, και τουσ αδελφουσ του, 18· και τον ασαβια, και μαζι του τον ιεσαια απο τουσ γιουσ του μεραρι, τουσ αδελφουσ του, και τουσ γιουσ τουσ, 20· και απο τουσ νεθινειμ, που ο δαβιδ και οι αρχοντεσ διορισαν για την υπηρεσια των λευιτων, 220 νεθινειμ· ολοι αυτοι ησαν σημειωμενοι ονομαστικα. τοτε, κηρυξα εκει νηστεια, κοντα στον ποταμο ααβα, ωστε αφου ταπεινωθουμε μπροστα στον θεο μασ, να ζητησουμε απ' αυτον εναν ισιο δρομο, για μασ και για τα παιδια μασ, και για ολα τα υπαρχοντα μασ. επειδη, ντραπηκα να ζητησω απο τον βασιλια δυναμη και καβαλαρηδεσ, για να μασ βοηθησουν εναντια σε εχθρο στον δρομο· επειδη, ειχαμε πει στον βασιλια τα εξησ: το χερι του θεου μασ ειναι προσ αγαθο επανω σε ολουσ οσουσ τον ζητουν· και η κυριαρχικη του δυναμη και η οργη του επανω σε ολουσ οσουσ τον εγκαταλειπουν. νηστευσαμε, λοιπον, και ικετευσαμε τον θεο μασ γι' αυτο· και εγινε ελεημονασ σε μασ. τοτε, χωρισα 12 απο τουσ αρχοντεσ των ιερεων, τον σερεβια, τον ασαβια, και μαζι τουσ 10 απο τουσ αδελφουσ τουσ. και τουσ ζυγισα το ασημι, και το χρυσαφι, και τα σκευη, την προσφορα του οικου του θεου μασ, που ειχαν προσφερει ο βασιλιασ και οι συμβουλοι του, και οι αρχοντεσ του, και ολοκληροσ ο ισραηλ, που παραβρεθηκε· ζυγισα, λοιπον, και παρεδωσα στο χερι τουσ 650 ταλαντα ασημι, και ασημενια σκευη 100 ταλαντων, και 100 ταλαντα χρυσαφι· και 20 χρυσεσ φιαλεσ, 1.000 δραχμων, και δυο σκευη απο καλο χαλκο, που λαμποκοπουσε σαν χρυσαφι. και τουσ ειπα: εσεισ ειστε αγιοι στον κυριο, και τα σκευη ειναι αγια· και το ασημι και το χρυσαφι ειναι αυτοπροαιρετη προσφορα στον κυριο, τον θεο των πατερων σασ. προσεχετε και φυλαγετε τα, μεχρισ οτου τα ζυγισετε μπροστα στουσ αρχοντεσ των ιερεων και των λευιτων, και των αρχοντων των πατριων του ισραηλ, στην ιερουσαλημ, μεσα στα οικηματα του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οι ιερεισ και οι λευιτεσ παρελαβαν το βαροσ απο το ασημι, και απο το χρυσαφι, και τα σκευη, για να τα φερουν στην ιερουσαλημ, στον οικο του θεου μασ. και σηκωθηκαμε απο τον ποταμο ααβα τη 12η ημερα του πρωτου μηνα, για να παμε στην ιερουσαλημ· και το χερι του θεου μασ ηταν επανω μασ, και μασ ελευθερωσε απο χερι εχθρου, και απο ενεδρευτη στον δρομο. και ηρθαμε στην ιερουσαλημ· και καθησαμε εκει τρεισ ημερεσ. και την τεταρτη ημερα ζυγιστηκε το ασημι και το χρυσαφι, και τα σκευη, στον οικο του θεου μασ, και παραδοθηκε διαμεσου του μερημωθ, γιου του ουρια, του ιερεα· και μαζι του ηταν ο ελεαζαρ, ο γιοσ του φινεεσ· και μαζι τουσ ο ιωζαβαδ, ο γιοσ του ιηhοσυα, και ο νωαδιασ, ο γιοσ του βιννουι, οι λευιτεσ· και αριθμητικα, και με ζυγισμα του βαρουσ, τα παντα· και ολοκληρο το βαροσ γραφτηκε εκεινη την ωρα. οι γιοι τησ μετοικεσιασ, αυτοι που ηρθαν απο την αιχμαλωσια, προσφεραν ολοκαυτωματα στον θεο του ισραηλ, 12 μοσχαρια για ολοκληρο τον ισραηλ, 96 κριαρια, 77 αρνια, 12 τραγουσ περι αμαρτιασ, ολα αυτα ωσ ολοκαυτωμα στον κυριο. και παρεδωσαν τα προσταγματα του βασιλια στουσ σατραπεσ του βασιλια, και στουσ επαρχουσ, που ησαν περα απο τον ποταμο· κι αυτοι βοηθησαν τον λαο, και τον οικο του θεου.

9

και αφου αυτα τελειωσαν, ηρθαν σε μενα οι αρχοντεσ, λεγοντασ: ο λαοσ του ισραηλ, και οι ιερεισ, και οι λευιτεσ, δεν χωριστηκαν απο τον λαο αυτων των τοπων, και κανουν συμφωνα με τα βδελυγματα τουσ, αυτα των χαναναιων, των χετταιων, των φερεζαιων, των ιεβουσαιων, των αμμωνιτων, των μωαβιτων, των αιγυπτιων, και των αμορραιων· επειδη, πηραν απο τισ θυγατερεσ τουσ για τον εαυτο τουσ, και για τουσ γιουσ τουσ· ωστε, το αγιο σπερμα ανακατευτηκε μαζι με τον λαο αυτων των τοπων· και το χερι των αρχοντων και των προεστωτων ηταν πρωτο σ' αυτη την παραβαση. και καθωσ ακουσα αυτο το πραγμα, ξεσχισα το ιματιο μου, και το επανωφορι μου, και τραβηξα τισ τριχεσ απο το κεφαλι μου και απο το πηγουνι μου, και καθομουν εκστατικοσ. τοτε, συγκεντρωθηκαν κοντα μου ολοι αυτοι που ετρεμαν στα λογια του θεου του ισραηλ, εξαιτιασ τησ παραβασησ αυτων που μετοικιστηκαν· και καθομουν εκστατικοσ μεχρι την εσπερινη προσφορα. και στην εσπερινη προσφορα σηκωθηκα απο την ταπεινωση μου, και ξεσχιζοντασ το ιματιο μου και το επανωφορι μου, εκλινα επανω στα γονατα μου, και απλωσα τα χερια μου προσ τον κυριο, τον θεο μου, και ειπα: θεε μου, ντρεπομαι, και κοκκινιζω να σηκωσω το προσωπο μου σε σενα, θεε μου· επειδη, οι ανομιεσ μασ αυξηθηκαν πιο πανω απο το κεφαλι, και οι παραβασεισ μασ μεγαλωσαν μεχρι τουσ ουρανουσ. απο τισ ημερεσ των πατερων μασ ημασταν σε μεγαλη παραβαση μεχρι τη σημερινη ημερα· και εξαιτιασ των ανομιων μασ παραδοθηκαμε, εμεισ, οι βασιλιαδεσ μασ, οι ιερεισ μασ, στο χερι των βασιλιαδων των τοπων, σε μαχαιρα, σε αιχμαλωσια, και σε διαρπαγη, και σε ντροπη του προσωπου, οπωσ ειναι τη σημερινη ημερα. και τωρα, καθωσ σε μια στιγμη εγινε ελεοσ απο τον κυριο τον θεο μασ, ωστε να διασωθει σε μασ ενα υπολοιπο, και να μασ δοθει στεριωμα στον αγιο αυτον τοπο, για να φωτιζει τα ματια μασ ο θεοσ μασ, και να μασ δωσει μικρη αναψυχη στη δουλεια μασ. επειδη, δουλοι ημασταν· και στη δουλεια μασ ο θεοσ μασ δεν μασ εγκατελειψε, αλλ' ευδοκησε να βρουμε ελεοσ μπροστα στον βασιλια τησ περσιασ, ωστε να μασ δωσει αναψυχη, για να ανεγειρουμε τον οικο του θεου μασ, και να ανορθωσουμε τισ ερημωσεισ του, και να μασ δωσει περιτειχισμα στον ιηhυδα και στην ιερουσαλημ. αλλα, τωρα, θεε μασ, τι θα πουμε υστερα απ' αυτα; επειδη, εγκαταλειψαμε τα προσταγματα σου, που προσταξεσ διαμεσου των δουλων σου των προφητων, λεγοντασ: η γη, μεσα στην οποια μπαινετε για να την κληρονομησετε, ειναι γη μολυσμενη με τον μολυσμο των λαων των τοπων, με τα βδελυγματα τουσ, που τη γεμισαν απο ακρου σε ακρο απο τισ ακαθαρσιεσ τουσ. τωρα, λοιπον, μη δινετε τισ θυγατερεσ σασ στουσ γιουσ τουσ, και τισ θυγατερεσ τουσ μη παιρνετε στουσ γιουσ σασ, και μη ζητατε ποτε την ειρηνη τουσ η την ευτυχια τουσ, για να στερεωθειτε με δυναμη, και να τρωτε τα αγαθα τησ γησ, και να την αφησετε κληρονομια στουσ γιουσ σασ, παντοτινα. και υστερα απο ολα οσα ηρθαν επανω μασ, εξαιτιασ των πονηρων μασ πραξεων, και τησ μεγαλησ μασ παραβασησ, αφου εσυ, θεε μασ, κρατηθηκεσ κατω απο την αξια των ανομιων μασ, και μασ εδωσεσ τετοια διασωση, πρεπει εμεισ να αθετησουμε ξανα τα προσταγματα σου, και να συμπεθερεψουμε με τον λαο αυτων των βδελυγματων; δεν θα οργιζοσουν εναντιον μασ, μεχρισ οτου μασ συντελεσεισ, ωστε να μη μεινει υπολοιπο η διασωσμενο; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε του ισραηλ, εισαι δικαιοσ· επειδη, μειναμε διασωσμενοι, μεχρι τη σημερινη ημερα· δεσ, μπροστα σου ειμαστε με τισ παραβασεισ μασ! επειδη, δεν ηταν δυνατον εξαιτιασ τουσ να σταθουμε μπροστα σου.

10

και ενω ο εσδρασ προσευχοταν, και εξομολογιοταν, κλαιγοντασ, και πεσμενοσ μπροστα στον οικο του θεου, συγκεντρωθηκε κοντα του απο τον ισραηλ μια υπερβολικα μεγαλη συναξη, ανδρεσ και γυναικεσ και παιδια· επειδη, ο λαοσ εκλαιγε με μεγαλο κλαμα. και ο σεχανιασ, ο γιοσ του ιεχιηλ, απο τουσ γιουσ του ελαμ, αποκριθηκε και ειπε στον εσδρα: εμεισ ανομησαμε στον θεο μασ, και πηραμε ξενεσ γυναικεσ απο τουσ λαουσ τησ γησ· ομωσ, τωρα υπαρχει ελπιδα στον ισραηλ για το πραγμα αυτο· γι' αυτο, ασ κανουμε τωρα συνθηκη με τον θεο μασ, να αποβαλουμε ολεσ τισ γυναικεσ, και τα παιδια που γεννηθηκαν, απ' αυτεσ, συμφωνα με τη συμβουλη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, κι αυτων που τρεμουν στην εντολη του θεου μασ· και ασ γινει συμφωνα με τον νομο· σηκω· επειδη, το πραγμα ανηκει σε σενα· και εμεισ ειμαστε μαζι σου· γινε ανδρειοσ, και πραττε. τοτε, αφου ο εσδρασ σηκωθηκε, ορκισε τουσ αρχοντεσ των ιερεων, των λευιτων, και ολοκληρου του ισραηλ, οτι θα πραξουν συμφωνα μ' αυτο τον λογο. και ορκιστηκαν. και καθωσ ο εσδρασ σηκωθηκε μπροστα απο τον οικο του θεου, πηγε στο οικημα του ιωαναν, του γιου του ελιασειβ· και οταν ηρθε εκει, ψωμι δεν εφαγε, και νερο δεν ηπιε· επειδη, υπηρχε πενθοσ για την παραβαση αυτων που μετοικιστηκαν. και διακηρυξαν στην ιηhυδαια και στην ιερουσαλημ σε ολουσ τουσ γιουσ τησ μετοικεσιασ, να συγκεντρωθουν στην ιερουσαλημ· και καθενασ που δεν ερθει μεσα σε τρεισ ημερεσ, συμφωνα με την εντολη των αρχοντων και των πρεσβυτερων, θα γινει αναθεμα ολοκληρη η περιουσια του, και αυτοσ θα εξοστρακιστει απο τη συναξη αυτων που μετοικιστηκαν. και ολοι οι ανδρεσ του ιηhυδα και του βενιαμιν συγκεντρωθηκαν στην ιερουσαλημ, μεσα σε τρεισ ημερεσ. ηταν ο ενατοσ μηνασ, και η 20η ημερα του μηνα· και ολοκληροσ ο λαοσ καθησε στην πλατεια του οικου του θεου, τρεμοντασ, εξαιτιασ του πραγματοσ, και εξαιτιασ τησ μεγαλησ βροχησ. και αφου ο εσδρασ, ο ιερεασ, σηκωθηκε, τουσ ειπε: εσεισ ανομησατε, και πηρατε ξενεσ γυναικεσ για να προσθεσετε και αλλα στην παραβαση του ισραηλ· τωρα, λοιπον, εξομολογηθειτε στον κυριο, τον θεο των πατερων σασ, και καντε το θελημα του· χωριστειτε απο τουσ λαουσ τησ γησ, και απο τισ ξενεσ γυναικεσ. και ολοκληρη η συναξη αποκριθηκε και ειπαν με δυνατη φωνη: καθωσ μιλησεσ σε μασ, ετσι θα κανουμε· ο λαοσ, ομωσ, ειναι πολυσ, και ο καιροσ πολυ βροχεροσ, και δεν μπορουμε να στεκομαστε εξω, και το εργο δεν ειναι μιασ ημερασ ουτε δυο· επειδη, ειμαστε πολλοι που αμαρτησαμε σ' αυτο το πραγμα· ασ διοριστουν τωρα αρχοντεσ μασ σε ολη τη συναξη, κσι ασ ερθουν σε ορισμενουσ καιρουσ ολοι αυτοι που πηραν ξενεσ γυναικεσ στισ πολεισ μασ, και μαζι τουσ οι πρεσβυτεροι καθε πολησ, και οι κριτεσ τησ, μεχρισ οτου η φλογερη οργη του θεου μασ για το πραγμα αυτο αποστραφει απο μασ. διοριστηκαν, λοιπον, γι' αυτο ο ιωναθαν, ο γιοσ του ασαηλ, και ο ιααζιασ, ο γιοσ του τικβα· και ο μεσουλλαμ και ο σαββεθαι, οι λευιτεσ ησαν βοηθοι τουσ. και εκαναν πραγματικα ετσι οι γιοι τησ μετοικεσιασ. και ο εσδρασ, ο ιερεασ, και μερικοι αρχοντεσ των πατριων, συμφωνα με τισ πατρικεσ οικογενειεσ τουσ, και ολοι αυτοι ονομαστικα, χωριστηκαν, και καθησαν την πρωτη ημερα του δεκατου μηνα, για να εξετασουν την υποθεση. και τελειωσαν με ολουσ τουσ ανδρεσ, που ειχαν παρει ξενεσ γυναικεσ, μεχρι την πρωτη ημερα του πρωτου μηνα. και αναμεσα στουσ γιουσ των ιερεων βρεθηκαν οτι πηραν ξενεσ γυναικεσ, απο τουσ γιουσ του ιηhοσυα, του γιου του ιωσεδεκ, και των αδελφων του, ο μαασιασ, και ο ελιεζερ, και ο ιαρειβ, και ο γεδαλιασ. και εδωσαν τα χερια τουσ, οτι θα αποβαλουν τισ γυναικεσ τουσ· και ωσ ενοχοι, προσφεραν ενα κριαρι απο το κοπαδι για την ανομια τουσ. και απο τουσ γιουσ του ιμμηρ, ο ανανι, και ο ζεβαδιασ. και απο τουσ γιουσ του χαρημ, ο μαασιασ, και ο ηλιασ, και ο σεμαιασ, και ο ιεχιηλ, και ο οζιασ. και απο τουσ γιουσ του πασχωρ, ο ελιωηναι, ο μαασιασ, ο ισμαηλ, ο ναθαναηλ, ο ιωζαβαδ, και ο ελασα. και απο τουσ λευιτεσ, ο ιωζαβαδ, και ο σιμει, και ο κελαιασ, (αυτοσ ειναι ο κελιτα), ο πεθαια, ο ιηhυδασ, ο ελιεζερ. και απο τουσ ψαλτωδουσ, ο ελιασειβ· και απο τουσ θυρωρουσ, ο σαλλουμ, και ο τελεμ, και ο ουρει. και απο τον ισραηλ, απο τουσ γιουσ του φαρωσ, ο ραμιασ, και ο ιεζιασ, και ο μαλχιασ, και ο μιαμειν, και ο ελεαζαρ, και ο μαλχιασ, και ο βεναιασ. και απο τουσ γιουσ του ελαμ, ο ματθανιασ, ο ζαχαριασ, και ο ιεχιηλ, και ο αβδι, και ο ιερεμωθ, και ο ηλια. και απο τουσ γιουσ του ζατθου, ο ελιωηναι, ο ελιασειβ, ο ματθανιασ, και ο ιερεμωθ, και ο ζαβαδ, και ο αζιζα. και απο τουσ γιουσ του βηβαι, ο ιωαναν, ο ανανιασ, ο ζαββαι, και ο αθλαι. και απο τουσ γιουσ του βανι, ο μεσουλλαμ, ο μαλλουχ, και ο αδαιασ, ο ιασουβ, και ο σεαλ και ο ραμωθ. και απο τουσ γιουσ του φααθ-μωαβ, ο αδνα, και ο χελαλ, ο βεναιασ, ο μαασιασ, ο ματθανιασ, ο βεζελεηλ, και ο βιννουι, και ο μανασσησ. και απο τουσ γιουσ του χαρημ, ο ελιεζερ, ο ιεσιασ, ο μαλχιασ, ο σεμαιασ, και ο συμεων, ο βενιαμιν, ο μαλλουχ, και ο σεμαριασ. απο τουσ γιουσ του ασουμ, ο ματθεναι, ο ματταθα, ο ζαβαδ, ο ελιφελετ, ο ιερεμαι, ο μανασσησ, και ο σιμει. απο τουσ γιουσ του βανι, ο μααδαιασ, ο αμραμ, και ο ουηλ, ο βεναιασ, ο βεδειασ, ο χελλου, ο βανιασ, μερημωθ, ο ελιασειβ, ο ματθανιασ, ο ματθεναι, και ο ιαασω, και ο βανι, και ο βιννουι, ο σιμει, και ο σελεμιασ, και ο ναθαν, και ο αδαιασ, ο μαχναδεβαι, ο σασαι, ο σαραι, ο αζαρεηλ, και ο σελεμιασ, ο σεμαριασ, ο σαλλουμ, ο αμαριασ, και ο ιωσηφ. απο τουσ γιουσ του νεβω, ο ιειηλ, ο ματταθιασ, ο ζαβαδ, ο ζεβινα, ο ιαδαυ, και ο ιωαλ, και ο βεναιασ. ολοι αυτοι ειχαν παρει ξενεσ γυναικεσ· και μερικοι απ' αυτουσ ειχαν παρει γυναικεσ, απο τισ οποιεσ ειχαν τεκνοποιησει.

νεεμιασ

1

λογια του νεεμια, γιου του αχαλια. και κατα τον μηνα χισλευ, στον 20ο χρονο, οταν ημουν στα σουσα, στη βασιλευουσα πολη, ο ανανι, ενασ απο τουσ αδελφουσ μου, ηρθε, αυτοσ και μερικοι απο τη φυλη του ιηhυδα, και τουσ ρωτησα για τουσ ιηhυδαιουσ, που διασωθηκαν, οι οποιοι ειχαν εναπολειφθει απο την αιχμαλωσια, και για την ιερουσαλημ. και μου ειπαν: οι υπολοιποι, αυτοι που ειχαν εναπολειφθει απο την αιχμαλωσια εκει στην επαρχια, ειναι σε μεγαλη θλιψη και ονειδισμο· και το τειχοσ τησ ιερουσαλημ καθαιρεθηκε, και οι πυλεσ τησ κατακαηκαν με φωτια. και οταν ακουσα αυτα τα λογια, καθησα και εκλαψα, και πενθησα για ημερεσ, και νηστευα, και προσευχομουν μπροστα στον θεο του ουρανου, και ειπα: παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε του ουρανου, ο μεγαλοσ και φοβεροσ θεοσ, που φυλαττει τη διαθηκη και το ελεοσ σ' εκεινουσ που τον αγαπουν και τηρουν τισ εντολεσ του, ασ ειναι τωρα το αυτι σου προσεκτικο, και τα ματια σου ανοιχτα, για να ακουσεισ την προσευχη του δουλου σου, που ηδη προσευχομαι μπροστα σου ημερα και νυχτα για τουσ γιουσ ισραηλ, τουσ δουλουσ σου, και εξομολογουμαι τα αμαρτηματα των γιων ισραηλ, που αμαρτησαμε σε σενα· και εγω και η οικογενεια του πατερα μου αμαρτησαμε. διαφθαρηκαμε ολοκληρωτικα μπροστα σου, και δεν φυλαξαμε τισ εντολεσ, και τα διαταγματα, και τισ κρισεισ, που προσταξεσ στον δουλο σου, τον μωυση. θυμησου, παρακαλω, τον λογο, που προσταξεσ στον δουλο σου τον μωυση, λεγοντασ: αν γινετε παραβατεσ, εγω θα σασ διασκορπισω αναμεσα στα εθνη· αλλα, αν επιστρεψετε σε μενα, και φυλαξετε τισ εντολεσ μου, και τισ εκτελειτε, και αν ειναι απο σασ απορριμμενοι μεχρι τισ εσχατιεσ του ουρανου, και απο εκει θα τουσ συγκεντρωσω, και θα τουσ φερω στον τοπο, που εκλεξα για να κατοικισω το ονομα μου εκει. κι αυτοι ειναι δουλοι σου και λαοσ σου, που λυτρωσεσ με τη μεγαλη σου δυναμη, και με το ισχυρο σου χερι. παρακαλω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ασ ειναι λοιπον το αυτι σου προσεκτικο στην προσευχη του δουλου σου, και στην προσευχη των δουλων σου, αυτων που θελουν να φοβουνται το ονομα σου· και ευοδωσε, παρακαλω, τον δουλο σου αυτη την ημερα, και χαρισε σ' αυτον ελεοσ μπροστα σ' αυτον τον ανδρα. (επειδη, εγω ημουν οινοχοοσ του βασιλια).

2

και κατα τον μηνα νισαν, στον 20ο χρονο του βασιλια αρταξερξη, ηταν μπροστα του κρασι· και παιρνοντασ το κρασι, εδωσα στον βασιλια. ομωσ, ποτε δεν ειχα σκυθρωπασει μπροστα του. γι' αυτο, ο βασιλιασ μου ειπε: γιατι ειναι σκυθρωπο το προσωπο σου, ενω εσυ δεν εισαι αρρωστοσ; αυτο δεν ειναι παρα λυπη τησ καρδιασ. τοτε, φοβηθηκα παρα πολυ. και ειπα στον βασιλια: ασ ζει ο βασιλιασ στον αιωνα· γιατι να μη ειναι σκυθρωπο το προσωπο μου, ενω η πολη, ο τοποσ των ταφων των πατερων μου, βρισκεται ερημωμενοσ, και οι πυλεσ τησ καταναλωμενεσ απο τη φωτια; τοτε, ο βασιλιασ μου ειπε: για ποιο πραγμα κανεισ εσυ αιτηση; και προσευχηθηκα στον θεο του ουρανου. και ειπα στον βασιλια: αν ειναι στον βασιλια αρεστο, και αν ο δουλοσ σου βρηκε χαρη μπροστα σου, στειλε με στον ιηhυδα, στην πολη των ταφων των πατερων μου, και να την ανοικοδομησω. και ο βασιλιασ μου ειπε, ενω καθοταν κοντα του η βασιλισσα: ποσησ διαρκειασ θα ειναι η πορεια σου; και ποτε θα επιστρεψεισ; και ο βασιλιασ ευαρεστηθηκε και με εστειλε· και του καθορισα προθεσμια. και ειπα στον βασιλια: αν ειναι αρεστο στον βασιλια, ασ μου δοθουν επιστολεσ για τουσ επαρχουσ, που ειναι περα απο τον ποταμο, για να μου επιτρεψουν να περασω, μεχρι ναρθω στον ιηhυδα· και μια επιστολη προσ τον ασαφ, τον φυλακα του βασιλικου δασουσ, για να μου δωσει ξυλα να κατασκευασω τισ πυλεσ του φρουριου του ναου, και το τειχοσ τησ πολησ, και τον οικο μεσα στον οποιο θα μπω. και ο βασιλιασ μου τα χαρισε ολα, συμφωνα με το αγαθο χερι του θεου επανω μου. ηρθα, λοιπον, στουσ επαρχουσ, που ησαν περα απο τον ποταμο, και τουσ εδωσα τισ επιστολεσ του βασιλια. και ειχε στειλει ο βασιλιασ μαζι μου αρχηγουσ στρατιωτικησ δυναμησ και καβαλαρηδεσ. και οταν ο σαναβαλλατ, ο ορωνιτησ, και ο τωβιασ, ο δουλοσ, ο αμμωνιτησ, ακουσαν, λυπηθηκαν υπερβολικα οτι ηρθε ενασ ανθρωποσ για να ζητησει το καλο των γιων ισραηλ. και ηρθα στην ιερουσαλημ, και ημουν εκει τρεισ ημερεσ. και σηκωθηκα τη νυχτα, εγω και λιγοι ακομα μαζι μου· και δεν φανερωσα σε κανεναν τι ειχε βαλει ο θεοσ μου μεσα στην καρδια μου να κανω στην ιερουσαλημ· και μαζι μου δεν ηταν αλλο κτηνοσ, παρα το κτηνοσ επανω στο οποιο καθομουν. και βγηκα τη νυχτα διαμεσου τησ πυλησ τησ φαραγγασ, και ηρθα απεναντι απο την πηγη του δρακοντα, και κοντα στη θυρα τησ κοπριασ, και παρατηρουσα τα τειχη τησ ιερουσαλημ, που ησαν καταγκρεμισμενα, και τισ πυλεσ τησ καταναλωμενεσ απο τη φωτια. επειτα, διαβηκα στην πυλη τησ πηγησ, και στη βασιλικη κολυμβητικη λιμνη· και δεν υπηρχε τοποσ για να περασει το κτηνοσ, που ηταν απο κατω μου. και ανεβηκα τη νυχτα διαμεσου του χειμαρρου· και αφου παρατηρησα το τειχοσ, στραφηκα, και μπηκα μεσα διαμεσου τησ πυλησ τησ φαραγγασ, και γυρισα. και οι προεστωτεσ δεν ηξεραν που ειχα παει, και τι εκανα· ουτε και το ειχα φανερωσει αυτο ακομα ουτε στουσ ιηhυδαιουσ ουτε στουσ ιερεισ ουτε στουσ προκριτουσ ουτε στουσ προεστωτεσ ουτε στουσ λοιπουσ, που εργαζονταν το εργο. και τουσ ειπα: εσεισ βλεπετε τη δυστυχια στην οποια ειμαστε, πωσ η ιερουσαλημ βρισκεται ερημωμενη, και οι πυλεσ τησ ειναι καταναλωμενεσ απο τη φωτια· ελατε, και ασ ανοικοδομησουμε το τειχοσ τησ ιερουσαλημ, για να μη ειμαστε πια ονειδοσ. και τουσ ανηγγειλα για το αγαθο χερι του θεου μου επανω μου, κι ακομα τα λογια του βασιλια, που μου ειπε. και εκεινοι ειπαν: ασ σηκωθουμε, και ασ οικοδομησουμε. ετσι, ενισχυσαν τα χερια τουσ προσ το αγαθο. αλλ' οταν το ακουσαν ο σαναβαλλατ ο ορωνιτησ, και ο τωβιασ ο δουλοσ, ο αμμωνιτησ, και ο γησεμ ο αραβασ, μασ περιγελασαν, και μασ περιφρονησαν, λεγοντασ: τι ειναι αυτο το πραγμα που κανετε; θελετε να επαναστατησετε εναντια στον βασιλια; κι εγω τουσ αποκριθηκα, και τουσ ειπα: ο θεοσ του ουρανου, αυτοσ θα μασ ευοδωσει· γι' αυτο, εμεισ οι δουλοι του, θα σηκωθουμε και θα οικοδομησουμε· εσεισ, ομωσ, δεν εχετε μεριδα ουτε δικαιωμα ουτε θυμηση στην ιερουσαλημ.

3

τοτε, σηκωθηκε ο ελιασειβ, ο μεγαλοσ ιερεασ, και οι αδελφοι του οι ιερεισ, και οικοδομησαν την προβατικη πυλη· αυτοι την αγιασαν, και εστησαν τισ πορτεσ τησ· και την αγιασαν μεχρι τον πυργο του μεα, μεχρι τον πυργο του ανανεηλ. και στα πλαγια του οικοδομησαν οι ανδρεσ τησ ιεριχω. και στα πλαγια τουσ οικοδομησε ο ζακχουρ, ο γιοσ του ιμρι. την ιχθυικη πυλη, ομωσ, την οικοδομησαν οι γιοι του ασσεναα, που τη σανιδωσαν, και εστησαν τισ πορτεσ τησ, τισ κλειδαριεσ τησ, και τουσ μοχλουσ τησ. και στα πλαγια τουσ εκανε την επισκευη ο μερημωθ, ο γιοσ του ουρια, γιου του ακκωσ. και στα πλαγια τουσ, εκανε την επισκευη ο μεσουλλαμ, ο γιοσ του βαραχια, γιου του μεσηζαβεηλ. και στα πλαγια τουσ εκανε την επισκευη ο σαδωκ, ο γιοσ του βαανα. και στα πλαγια τουσ, εκαναν την επισκευη οι θεκωιτεσ· ομωσ, οι προκριτοι τουσ δεν εσκυψαν τον τραχηλο τουσ στο εργο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ. και την παλια πυλη επισκευασε ο ιωδαε, ο γιοσ του φασεα, και ο μεσυλλαμ, ο γιοσ του βεσωδια· αυτοι τη σανιδωσαν, και εστησαν τισ πορτεσ τησ, και τισ κλειδαριεσ τησ, και τουσ μοχλουσ τησ. και στα πλαγια τουσ εκανε την επισκευη ο μελαθιασ, ο γαβαωνιτησ, και ο ιαδων, ο μερωνοθιτησ, ανδρεσ τησ γαβαων και τησ μισπα, που ησαν κατω απο την κυριαρχια του θρονου του επαρχου απο την εδω πλευρα του ποταμου. στα πλαγια του εκανε την επισκευη ο οχιηλ, ο γιοσ του αραχια, απο τουσ χρυσοχοουσ. και στα πλαγια του, εκανε την επισκευη ο ανανιασ, αυτοσ απο τουσ μυροποιουσ· και αφησαν την ιερουσαλημ μεχρι το πλατυ τειχοσ. και στα πλαγια τουσ, εκανε την επισκευη ο ρεφαιασ, ο γιοσ του ωρ, ο αρχοντασ τησ μισησ περιχωρου τησ ιερουσαλημ. και στα πλαγια τουσ εκανε την επισκευη ο ιεδαιασ, ο γιοσ του αρουμαφ, και απεναντι στο σπιτι του. και στα πλαγια του εκανε την επισκευη ο χαττουσ, ο γιοσ του ασαβνια, ο μαλχιασ, ο γιοσ του χαρημ, και ο ασσουβ, ο γιοσ του φααθ-μωαβ, επισκευασαν το αλλο τμημα και τον πυργο των φουρνων. και στα πλαγια του εκανε την επισκευη ο σαλλουμ, ο γιοσ του αλλωησ, ο αρχοντασ τησ μισησ περιχωρου τησ ιερουσαλημ, αυτοσ και οι θυγατερεσ του. την πυλη τησ φαραγγασ την επισκευασε ο ανουν, και οι κατοικοι τησ ζανωα· αυτοι την οικοδομησαν, και εστησαν τισ πορτεσ τησ, και τισ κλειδαριεσ τησ, και τουσ μοχλουσ τησ, και 1.000 πηχεσ στο τειχοσ μεχρι την πυλη τησ κοπριασ. την πυλη τησ κοπριασ, ομωσ, επισκευασε ο μαλχιασ, ο γιοσ του ρηχαβ, ο αρχοντασ τησ περιχωρου τησ βαιθ-ακκερεμ· αυτοσ την οικοδομησε, και εστησε τισ πορτεσ τησ, τισ κλειδαριεσ τησ, και τουσ μοχλουσ τησ. την πυλη τησ πηγησ, ομωσ, επισκευασε ο σαλλουν, ο γιοσ του χολ-οζε, ο αρχοντασ τησ περιχωρου τησ μισπα· αυτοσ την οικοδομησε, και τη σανιδωσε, και εστησε τισ πορτεσ τησ, τισ κλειδαριεσ τησ, και τουσ μοχλουσ τησ, και το τειχοσ τησ κολυμβητικησ λιμνησ του σιλωαμ, κοντα στον κηπο του βασιλια, και μεχρι τισ βαθμιδεσ, που κατερχονται απο την πολη του δαβιδ. μετα απ' αυτον επισκευασε ο νεεμιασ, ο γιοσ του αζβουκ, ο αρχοντασ τησ μισησ περιχωρου τησ βαιθ-σουρ, μεχρι απεναντι στουσ ταφουσ του δαβιδ, και μεχρι την κολυμβητικη λιμνη που κατασκευαστηκε, και μεχρι τον οικο των ισχυρων. μετα απ' αυτον επισκευασαν οι λευιτεσ, ο ρεουμ, ο γιοσ του βανι. στα πλαγια του εκανε την επισκευη ο ασαβιασ, ο αρχοντασ τησ μισησ περιχωρου τησ κεειλα, για το μεροσ του. μετα απ' αυτον επισκευασαν οι αδελφοι τουσ, ο βαβαι, ο γιοσ του ηναδαδ, ο αρχοντασ τησ αλλησ μισησ περιχωρου τησ κεειλα. και στα πλαγια του εκανε επισκευη ο εσερ, ο γιοσ του ιηhοσυα, ο αρχοντασ τησ μισπα, αλλο τμημα απεναντι απο την αναβαση, προσ την οπλοθηκη τησ γωνιασ. μετα απ' αυτον ο βαρουχ, ο γιοσ του ζαββαι επισκευασε με ζηλο το αλλο τμημα, απο τη γωνια μεχρι την πορτα του σπιτιου του ελιασειβ, του μεγαλου ιερεα. μετα απ' αυτον επισκευασε ο μερημωθ, ο γιοσ του ουρια, γιου του ακκωσ, ενα αλλο τμημα, απο την πορτα του σπιτιου του ελιασειβ μεχρι το τελοσ του σπιτιου του ελιασειβ. και μετα απ' αυτον επισκευασαν οι ιερεισ, οι κατοικοι τησ περιχωρου. μετα απ' αυτουσ επισκευασαν ο βενιαμιν, και ο ασσουβ, απεναντι απο το σπιτι τουσ. μετα απ' αυτουσ εκαναν την επισκευη ο αζαριασ, ο γιοσ του μαασια, γιου του ανανια, κοντα στο σπιτι του. μετα απ' αυτον επισκευασε ο βιννουι, ο γιοσ του ηναδαδ, ενα αλλο τμημα, απο το σπιτι του αζαρια μεχρι την καμπη, μεχρι μαλιστα τη γωνια. ο φαλαλ, ο γιοσ του ουζαι εκανε την επισκευη απεναντι απο την καμπη, και τον πυργο που εξεχει απο την ψηλη κατοικια του βασιλια, που ειναι κοντα στην αυλη τησ φυλακησ. επειτα απ' αυτον, ο φεδαιασ, ο γιοσ του φαρωσ. και οι νεθινειμ κατοικουσαν στην οφηλ, και εκαναν επισκευη μεχρισ απεναντι στην πυλη των νερων, ανατολικα, και στον πυργο που εξεχει. μετα απ' αυτουσ, οι θεκωιτεσ επισκευασαν ενα αλλο τμημα, απεναντι απο τον μεγαλο πυργο που εξεχει, και μεχρι το τελοσ του οφηλ. απο πανω απο την πυλη των αλογων επισκευασαν οι ιερεισ, καθε ενασ απεναντι απο το σπιτι του. υστερα απ' αυτουσ επισκευασε ο σαδωκ, ο γιοσ του ιμμηρ, απεναντι απο το σπιτι του. και μετα απ' αυτον επισκευασε ο σεμαιασ, ο γιοσ του σεχανια, ο φυλακασ τησ ανατολικησ πυλησ. υστερα απ' αυτον επισκευασε ο ανανιασ, ο γιοσ του σελεμια, και ο ανουν, ο εκτοσ γιοσ του σαλαφ, ενα αλλο τμημα. μετα απ' αυτον επισκευασε ο μεσουλλαμ, ο γιοσ του βαραχια, απεναντι απο το οικημα του. μετα απ' αυτον επισκευασε ο μαλχιασ, ο γιοσ του χρυσοχοου, μεχρι το σπιτι των νεθινειμ, και των μεταπωλητων, απεναντι απο την πυλη μιφκαδ και μεχρι την αναβαση τησ γωνιασ. και αναμεσα στην αναβαση τησ γωνιασ, μεχρι την προβατικη πυλη επισκευασαν οι χρυσοχοοι και οι μεταπωλητεσ.

4

και οταν ο σαναβαλλατ ακουσε οτι εμεισ οικοδομουμε το τειχοσ, οργιστηκε, και αγανακτησε πολυ, και περιγελασε τουσ ιηhυδαιουσ. και μιλησε μπροστα στουσ αδελφουσ του και στο στρατευμα τησ σαμαρειασ, και ειπε: τι κανουν αυτοι οι αθλιοι ιηhυδαιοι; θα τουσ αφησουν; θα θυσιασουν; θα τελειωσουν σε μια ημερα; θα αναζωοποιηhοσυα απο τουσ σωρουσ του χωματοσ τισ πετρεσ, κι αυτεσ καμενεσ; και κοντα του ηταν ο τωβιασ, ο αμμωνιτησ· και ειπε: και αν χτισουν, αλεπου που ανεβαινει θα γκρεμισει το πετρινο τειχοσ τουσ. ακουσε, θεε μασ· επειδη, μασ χλευαζουν· και στρεψε τον ονειδισμο τουσ εναντια στο κεφαλι τουσ, και να τουσ κανεισ να γινουν λαφυρο σε γη αιχμαλωσιασ· και μη σκεπασεισ την ανομια τουσ, και η αμαρτια τουσ ασ μη εξαλειφθει απο μπροστα σου· επειδη, ξεστομισαν ονειδισμουσ εναντια σ' αυτουσ που οικοδομουν. ετσι ανοικοδομησαμε το τειχοσ· και ολοκληρο το τειχοσ συνδεθηκε, μεχρι το μεσον του· επειδη, ο λαοσ ειχε καρδια στο να εργαζεται. αλλα, οταν ο σαναβαλλατ, και ο τωβιασ, και οι αραβεσ, και οι αμμωνιτεσ, και οι αζωτιοι, ακουσαν οτι τα τειχη τησ ιερουσαλημ επισκευαζονται, και οτι τα χαλασματα αρχισαν να κλεινουν, οργιστηκαν υπερβολικα· και ολοι μαζι συνωμοτησαν ναρθουν να πολεμησουν εναντια στην ιερουσαλημ, και να τησ κανουν ζημια. κι εμεισ, προσευχηθηκαμε στον θεο μασ, και στησαμε σκοπιεσ εναντιον τουσ, ημερα και νυχτα, εχοντασ φοβο απ' αυτουσ. και ο ιηhυδασ ειπε: η δυναμη των εργατων ατονησε, και το χωμα ειναι πολυ, κι εμεισ δεν μπορουμε να οικοδομουμε το τειχοσ. και οι εχθροι μασ, ειπαν: δεν θα μαθουν ουτε θα δουν, μεχρισ οτου ερθουμε αναμεσα τουσ, και τουσ φονευσουμε, και σταματησουμε το εργο. και οταν ηρθαν οι ιηhυδαιοι, που κατοικουσαν κοντα τουσ, μασ ειπαν δεκα φορεσ: προσεχετε απ' ολουσ τουσ τοπουσ, απο τουσ οποιουσ επιστρεφετε σε μασ. γι' αυτο, εστησα στουσ χαμηλοτερουσ τοπουσ, πισω απο το τειχοσ, και στουσ ψηλοτερουσ τοπουσ, εστησα τον λαο κατα συγγενειεσ, με τισ ρομφαιεσ τουσ, με τισ λογχεσ τουσ, και με τα τοξα τουσ. και ειδα, και σηκωθηκα, και ειπα στουσ προκριτουσ, και στουσ προεστωτεσ, και στο υπολοιπο του λαου: μη φοβηθειτε απ' αυτουσ· να θυμαστε τον κυριο, τον μεγαλο και φοβερο, και πολεμηστε χαρη των αδελφων σασ, των γιων σασ, και των θυγατερων σασ, των γυναικων σασ, και των σπιτιων σασ. και οταν οι εχθροι μασ ακουσαν οτι το πραγμα εγινε σε μασ γνωστο, και ο θεοσ διασκεδασε τη βουλη τουσ, ολοι εμεισ γυρισαμε στο τειχοσ, καθε ενασ στο εργο του. και απο εκεινη την ημερα οι μισοι απο τουσ δουλουσ μου εργαζονταν το εργο, και οι μισοι απ' αυτουσ κρατουσαν τισ λογχεσ, τισ μακρυεσ ασπιδεσ, και τα τοξα, θωρακισμενοι· και οι αρχοντεσ ησαν πισω απο ολοκληρο τον οικο του ιηhυδα. οσοι οικοδομουσαν το τειχοσ, και οσοι κουβαλουσαν, και οσοι φορτωναν, καθε ενασ με το ενα του χερι δουλευε στο εργο, και με το αλλο κρατουσε το οπλο. και οι οικοδομοι, ο καθε ενασ ειχε τη ρομφαια του περιζωσμενη στην οσφυ του, και οικοδομουσε· και ο σαλπιγκτησ με τη σαλπιγγα ηταν κοντα μου. και ειπα στουσ προκριτουσ, και στουσ προεστωτεσ, και στο υπολοιπο του λαου: το εργο ειναι μεγαλο και πλατυ· κι εμεισ ειμαστε διαχωρισμενοι επανω στο τειχοσ, ο ενασ μακρια απο τον αλλον· σε οποιον, λοιπον, τοπο ακουσετε τη φωνη τησ σαλπιγγασ, εκει τρεξτε σε μασ· ο θεοσ μασ θα πολεμησει για μασ. ετσι εργαζομασταν το εργο· και οι μισοι απ' αυτουσ κρατουσαν τισ λογχεσ απο την αρχη τησ αυγησ μεχρι την εμφανιση στον ουρανο των αστρων. και την ιδια αυτη εποχη ειπα στον λαο: καθε ενασ, μαζι με τον δουλο του, ασ διανυχτερευει στο μεσον τησ ιερουσαλημ, και ασ ειναι τη νυχτα φυλακεσ για μασ, και ασ εργαζονται την ημερα. και ουτε εγω ουτε οι αδελφοι μου ουτε οι δουλοι μου ουτε οι ανδρεσ τησ προφυλαξησ, που με ακολουθουσαν, κανενασ απο μασ δεν εβγαζε τα ιματια του· μονον για να λουζεται τα εβγαζε καθε ενασ.

5

και ξεσηκωθηκε μεγαλη κραυγη του λαου και των γυναικων τουσ, εναντια στουσ αδελφουσ τουσ, τουσ ιηhυδαιουσ. επειδη, υπηρχαν μερικοι που ελεγαν: εμεισ, οι γιοι μασ, και οι θυγατερεσ μασ, ειμαστε πολλοι· γι' αυτο ασ παρουμε σιταρι, για να φαμε, και να ζησουμε· και υπηρχαν μερικοι που ελεγαν: εμεισ βαλαμε ενεχυρο τα χωραφια μασ, τουσ αμπελωνεσ μασ· και τα σπιτια μασ, για να παρουμε σιταρι εξαιτιασ τησ πεινασ. υπηρχαν, ακομα, μερικοι που ελεγαν: εμεισ δανειστηκαμε αργυρια για τουσ φορουσ του βασιλια, επανω στα χωραφια μασ κι επανω στουσ αμπελωνεσ μασ· και, τωρα, η σαρκα μασ ειναι οπωσ η σαρκα των αδελφων μασ, τα παιδια μασ οπωσ τα παιδια τουσ· και δεστε, εμεισ υποβαλλουμε σε δουλεια τουσ γιουσ μασ και τισ θυγατερεσ μασ για να ειναι δουλοι, και μερικεσ απο τισ θυγατερεσ μασ φερθηκαν ηδη σε δουλεια· και δεν υπαρχει τιποτε στην εξουσια μασ, επειδη, αλλοι εχουν τα χωραφια και τουσ αμπελωνεσ μασ. και αγανακτησα υπερβολικα, οταν ακουσα την κραυγη τουσ και τα λογια αυτα. και σκεφθηκα μονοσ μου, και επεπληξα τουσ προκριτουσ και τουσ προεστωτεσ, και τουσ ειπα: εσεισ φορολογειτε καθε ενασ τον αδελφο του. και συγκαλεσα εναντιον τουσ μια μεγαλη συναξη. και τουσ ειπα: εμεισ, συμφωνα με τη δυναμη μασ, εξαγορασαμε τουσ αδελφουσ μασ, τουσ ιηhυδαιουσ, που πουληθηκαν στα εθνη· κι εσεισ οι ιδιοι θα πουλησετε τουσ αδελφουσ σασ; η, θα πουληθουν σε μασ; κι εκεινοι σιωπουσαν, και δεν εβρισκαν απαντηση. και ειπα: δεν ειναι καλο το πραγμα, που εσεισ κανετε· δεν πρεπει να περπατατε στον φοβο του θεου μασ, ωστε να μη μασ κοροιδευουν τα εθνη, οι εχθροι μασ; ακομα κι εγω, και οι αδελφοι μου και οι δουλοι μου τουσ δανεισαμε χρηματα και σιταρι· ασ αφησουμε, παρακαλω, αυτη την απαιτηση· επιστρεψτε, λοιπον, σ' αυτουσ, αυτη την ημερα, τα χωραφια τουσ, τουσ αμπελωνεσ τουσ, τουσ ελαιωνεσ τουσ, και τα σπιτια τουσ, και το ενα εκατοστο απο το ασημι, και το σιταρι, το κρασι, και το λαδι, που απαιτειτε απ' αυτουσ. τοτε, ειπαν: θα τα αποδωσουμε, και δεν θα ζητησουμε τιποτε απ' αυτουσ· θα κανουμε ετσι, οπωσ λεσ εσυ. τοτε, καλεσα τουσ ιερεισ, και τουσ ορκισα, οτι θα πραξουν συμφωνα μ' αυτο τον λογο. ακομα, ξετιναξα τον κορφο μου, λεγοντασ: ετσι να ξετιναξει ο θεοσ καθε ανθρωπο απο το σπιτι του, και απο τον τοπο του, ο οποιοσ δεν θα εκτελεσει αυτο τον λογο, και ετσι να ειναι τιναγμενοσ και αδειανοσ. και ολοκληρη η συναξη ειπε: αμην, και δοξασαν τον κυριο. και ο λαοσ εκανε συμφωνα μ' αυτο τον λογο. και απο την ημερα που προσταχθηκα να ειμαι κυβερνητησ τουσ στη γη του ιηhυδα, απο τον 20ο χρονο μεχρι τον 32ο χρονο του βασιλια αρταξερξη, 12 χρονια, εγω και οι αδελφοι μου δεν φαγαμε το ψωμι του κυβερνητη. οι προηγουμενοι, ομωσ, κυβερνητεσ, που ησαν πριν απο μενα, καταβαρυναν τον λαο, και επαιρναν απ' αυτουσ ψωμι και κρασι, εκτοσ απο τουσ 40 σικλουσ ασημι· ακομα και οι δουλοι τουσ εξουσιαζαν τον λαο· εγω, ομωσ, δεν εκανα ετσι, επειδη φοβομουν τον θεο. και μαλιστα ενισχυθηκα στο εργο αυτο του τειχουσ, και χωραφι δεν αγορασαμε· και ολοι οι δουλοι μου ησαν συγκεντρωμενοι εκει στο εργο. ακομα, στο τραπεζι μου ησαν 150 ανδρεσ απο τουσ ιηhυδαιουσ και τουσ προεστωτεσ, κι αυτοι που ερχονταν σε μασ απο τα εθνη, που ησαν ολογυρα μασ. και το καθημερινο, που ετοιμαζοταν για μενα ηταν ενα βοδι και εξι εκλεκτα προβατα, και πουλια ετοιμαζονταν για μενα, και μια φορα στισ δεκα ημερεσ υπηρχε αφθονια απο καθε ειδοσ κρασιου· και ομωσ, δεν ζητησα το ψωμι του κυβερνητη· επειδη, η δουλεια ηταν βαρια επανω σ' αυτο τον λαο. θεε μου, θυμησου με προσ αγαθο, για ολα οσα εγω εκανα γι' αυτον τον λαο.

6

και καθωσ ο σαναβαλλατ, και ο τωβιασ, και ο γησεμ, ο αραβασ, και οι υπολοιποι απο τουσ εχθρουσ μασ, ακουσαν οτι εγω οικοδομησα το τειχοσ, και δεν εμεινε πια σ' αυτο χαλασμα, αν και μεχρισ εκεινον τον καιρο δεν ειχα στησει πορτεσ επανω στισ πυλεσ, ο σαναβαλλατ, και ο γησεμ μου εστειλαν μηνυτεσ, λεγοντασ: ελατε, και ασ συγκεντρωθουμε μαζι σε καποια απο τισ κωμοπολεισ στην πεδιαδα ωνω. σκεφτονταν, βεβαια, να μου κανουν κακο. και εστειλα σ' αυτουσ μηνυτεσ λεγοντασ: κανω ενα μεγαλο εργο και δεν μπορω να κατεβω· γιατι να σταματησει το εργο, οταν εγω, αφηνοντασ το, κατεβω σε σασ; και μου εστειλαν μηνυτεσ, τεσσερισ φορεσ, μ' αυτο τον τροπο· κι εγω τουσ αποκριθηκα με τον ιδιο τροπο. τοτε ο σαναβαλλατ μου εστειλε τον δουλο του, με τον ιδιο τροπο, για πεμπτη φορα, με ανοιχτη επιστολη στο χερι του· στην οποια ηταν γραμμενο: ακουστηκε αναμεσα στα εθνη, και ο γασμου λεει, οτι εσυ και οι ιηhυδαιοι σκεφτεστε να επαναστατησετε· γι' αυτο εσυ οικοδομεισ το τειχοσ, για να γινεισ βασιλιασ τουσ, συμφωνα με τα λογια αυτα· ακομα, διορισεσ προφητεσ, για να κηρυττουν για σενα στην ιερουσαλημ, και λενε: υπαρχει βασιλιασ στον ιηhυδα· και, τωρα, θα γινει αναγγελια στον βασιλια, συμφωνα μ' αυτα τα λογια· ελα, λοιπον τωρα, και ασ συσκεφτουμε μαζι. τοτε, του εστειλα, λεγοντασ: δεν υπαρχουν τετοια πραγματα οπωσ λεσ, αλλ' εσυ τα πλαθεισ απο την καρδια σου. επειδη, ολοι αυτοι μασ φοβεριζαν, λεγοντασ: θα εξασθενησουν τα χερια τουσ απο το εργο, και δεν θα εκτελεστει. τωρα, λοιπον, θεε, ενδυναμωσε τα χερια μου. κι εγω πηγα στο σπιτι του σεμαια, γιου του δαλαια, γιου του μεεταβεηλ, που ηταν κλεισμενοσ· και ειπε: ασ συγκεντρωθουμε μαζι στον οικο του θεου, μεσα στον ναο, και ασ κλεισουμε τισ πορτεσ του ναου· επειδη, αυτοι ερχονται για να σε φονευσουν· ναι, τη νυχτα ερχονται για να σε φονευσουν. αλλ' εγω απαντησα: ανθρωποσ τετοιοσ οπωσ εγω θα εφευγα; και ποιοσ, οπωσ εγω, θα εμπαινε στον ναο για να σωσει τη ζωη του; δεν θα μπω. και να, γνωρισα οτι ο θεοσ δεν τον εστειλε για να προφερει αυτη την προφητεια εναντιον μου· αλλ' οτι ο τωβιασ και ο σαναβαλλατ τον ειχαν μισθωσει. ηταν μισθωμενοσ γι' αυτο, για να φοβηθω, και να πραξω ετσι και να αμαρτησω, και να εχουν αφορμη να με κακολογησουν, και να με κοροιδεψουν. θεε μου, θυμησου τον τωβια και τον σαναβαλλατ, συμφωνα μ' αυτα τα εργα τουσ, κι ακομα την προφητισσα νωαδια και τουσ υπολοιπουσ προφητεσ, που με φοβεριζαν. ετσι συντελεστηκε το τειχοσ την 25η ημερα του μηνα ελουλ, μεσα σε 52 ημερεσ. και οταν ακουσαν ολοι οι εχθροι μασ, φοβηθηκαν τοτε ολα τα εθνη, που ησαν γυρω μασ, και ταπεινωθηκαν υπερβολικα στα ματια τουσ· επειδη, γνωρισαν οτι απο τον θεο μασ εγινε αυτο το εργο. επιπλεον, εκεινεσ τισ ημερεσ οι προκριτοι του ιηhυδα εστελναν συνεχωσ τισ επιστολεσ τουσ στον τωβια, κι εκεινεσ του τωβια ερχονταν σ' αυτουσ. επειδη, στον ιηhυδα υπηρχαν πολλοι ορκισμενοι σ' αυτον, για τον λογο οτι ηταν γαμπροσ του σεχανια, γιου του αραχ· και ο ιωαναν, ο γιοσ του, ειχε παρει τη θυγατερα του μεσουλλαμ, γιου του βαραχια. μαλιστα, διηγουνταν μπροστα μου τισ αγαθοεργιεσ του, και του ανεφεραν τα λογια μου. και ο τωβιασ εστελνε επιστολεσ για να με φοβεριζει.

7

και αφου χτιστηκε το τειχοσ, και εστησα τισ πορτεσ, και διοριστηκαν οι πυλωροι, και οι ψαλμωδοι, και οι λευιτεσ, εδωσα προσταγεσ για την ιερουσαλημ στον αδελφο μου ανανι, και στον ανανια, τον αρχοντα του φρουριου· επειδη, ηταν ωσ ανθρωποσ πιστοσ, και φοβουμενοσ τον θεο, περισσοτερο απο πολλουσ. και τουσ ειπα: ασ μη ανοιγονται οι πυλεσ τησ ιερουσαλημ μεχρισ οτου θερμανει ο ηλιοσ· και, ενω εκεινοι θα ειναι παροντεσ, να κλεινονται οι πορτεσ, και να ασφαλιζονται· και να διοριζονται βαρδιεσ φυλαξησ απο τουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, καθε ενασ στη βαρδια του, και καθε ενασ απεναντι απο το σπιτι του. και η πολη ηταν ευρυχωρη και μεγαλη, και ο λαοσ σ' αυτη λιγοσ, και δεν υπηρχαν χτισμενα σπιτια. και ο θεοσ μου εβαλε στην καρδια μου να συγκεντρωσω τουσ προκριτουσ, και τουσ προεστωτεσ, και τον λαο, για να απαριθμηθουν κατα γενεαλογια. και βρηκα ενα βιβλιο τησ γενεαλογιασ εκεινων που ανεβηκαν αρχικα, και βρηκα σ' αυτο γραμμενο τα εξησ: αυτοι ειναι οι ανθρωποι τησ επαρχιασ, που ανεβηκαν απο την αιχμαλωσια, απ' αυτουσ που μετοικιστηκαν, τουσ οποιουσ ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, μετοικισε και οι οποιοι γυρισαν στην ιερουσαλημ και στην ιηhυδαια καθε ενασ στην πολη του· αυτοι που ηρθαν μαζι με τον ζοροβαβελ, τον ιηhοσυα, τον νεεμια, τον αζαρια, τον ρααμια, τον νααμανι, τον μαροδοχαιο, τον βιλσαν, τον μισπερεθ, τον βιγουαι, τον νεουμ, τον βαανα. ο αριθμοσ των ανδρων του λαου ισραηλ ησαν: οι γιοι του φαρωσ, 2.172. οι γιοι του σεφατια, 372. οι γιοι του αραχ, 652. οι γιοι του φααθ-μωαβ, απο τουσ γιουσ του ιηhοσυα και του ιωαβ, 2.818. οι γιοι του ελαμ, 1.254. οι γιοι του ζατθου, 845. οι γιοι του ζακχαι, 760. οι γιοι του βιννουι, 648. οι γιοι του βηβαι, 628. οι γιοι του αζγαδ, 2.322. οι γιοι του αδωνικαμ, 667. οι γιοι του βιγουαι, 2.067. οι γιοι του αδιν, 655. οι γιοι του ατηρ, απο τον εζεκια, 98. οι γιοι του ασουμ, 328. οι γιοι του βησαι, 324. οι γιοι του αριφ, 112. οι γιοι του γαβαων, 95. οι ανδρεσ τησ βηθλεεμ και τησ νετωφα, 188. οι ανδρεσ τησ αναθωθ, 128. οι ανδρεσ τησ βαιθ-ασμαβεθ, 42. οι ανδρεσ τησ κιριαθ-ιαρειμ, τησ χεφειρα, και τησ βηρωθ, 743. οι ανδρεσ τησ ραμα και τησ γαβαα, 621. οι ανδρεσ τησ μιχμασ, 122. οι ανδρεσ τησ βαιθηλ και τησ γαι, 123. οι ανδρεσ τησ αλλησ νεβω, 52. οι γιοι του αλλου ελαμ, 1.254. οι γιοι τησ χαρημ, 320. οι γιοι τησ ιεριχω, 345. οι γιοι τησ λωδ, τησ αδιδ, και τησ ωνω, 721. οι γιοι τησ σεναα, 3.930. οι ιερεισ: οι γιοι του ιεδαια, απο την οικογενεια του ιηhοσυα, 973. οι γιοι του ιμμηρ, 1.052. οι γιοι του πασχωρ, 1.247. οι γιοι του χαρημ, 1.017. οι λευιτεσ: οι γιοι του ιηhοσυα απο τον καδμιηλ, απο τουσ γιουσ του ωδαυια, 74. οι ψαλτωδοι: οι γιοι του ασαφ, 148. οι πυλωροι: οι γιοι του σαλλουμ, οι γιοι του ατηρ, οι γιοι του ταλμων, οι γιοι του ακκουβ, οι γιοι του ατιτα, οι γιοι του σωβαι, 138. οι νεθινειμ: οι γιοι του σιχα, οι γιοι του ασουφα, οι γιοι του ταββαωθ, οι γιοι του κηρωσ, οι γιοι του σιαα, οι γιοι του φαδων, οι γιοι του λεβανα, οι γιοι του αγαβα, οι γιοι του σαλμαι, οι γιοι του αναν, οι γιοι του γιδδηλ, οι γιοι του γααρ, οι γιοι του ρεαια, οι γιοι του ρεσιν, οι γιοι του νεκωδα, οι γιοι του γαζαμ, οι γιοι του ουζα, οι γιοι του φασεα, οι γιοι του βησαι, οι γιοι του μεουνειμ, οι γιοι του ναφουσεσειμ, οι γιοι του βακβουκ, οι γιοι του ακουφα, οι γιοι του αρουρ, οι γιοι του βασλιθ, οι γιοι του μειδα, οι γιοι του αρσα, οι γιοι του βαρκωσ, οι γιοι του σισαρα, οι γιοι του θαμα, οι γιοι του νεσια, οι γιοι του ατιφα. οι γιοι των δουλων του σολομωντα: οι γιοι του σωται, οι γιοι του σωφερεθ, οι γιοι του φερειδα, οι γιοι του ιααλα, οι γιοι του δαρκων, οι γιοι του γιδδηλ, οι γιοι του σεφατια, οι γιοι του αττιλ, οι γιοι του φοχερεθ απο τη σεβαιμ, οι γιοι του αμων. ολοι οι νεθινειμ, και οι γιοι των δουλων του σολομωντα, ησαν 392. και ησαν αυτοι που ανεβηκαν απο τη θελ-μελαχ, τη θελ-αρησα, τη χερουβ, την αδδων, και την ιμμηρ· δεν μπορουσαν, ομωσ, να δειξουν την οικογενεια τησ πατριασ τουσ, και το σπερμα τουσ, αν ησαν απο τον ισραηλ. οι γιοι του δαλαια, οι γιοι του τωβια, οι γιοι του νεκωδα, 642. και απο τουσ ιερεισ: οι γιοι του αβαια, οι γιοι του ακκωσ, οι γιοι του βαρζελλαι, που πηρε γυναικα απο τισ θυγατερεσ του βαρζελλαι του γαλααδιτη, και ονομαστηκε συμφωνα με το ονομα τουσ. αυτοι ζητησαν την καταγραφη τουσ αναμεσα σ' αυτουσ που απαριθμηθηκαν συμφωνα με τη γενεαλογια, και δεν βρεθηκε· γι' αυτο, αποβληθηκαν απο την ιερατεια. και ο θιρσαθα τουσ ειπε, να μη φανε απο τα αγιοτατα πραγματα, μεχρισ οτου αναφανει ιερεασ με τα ουριμ και τα θουμμιμ. ολοκληρη μαζι η συναξη ησαν 42.360, εκτοσ απο τουσ δουλουσ τουσ και τισ δουλεσ τουσ, που ησαν 7.337· και εκτοσ απ' αυτουσ ησαν και 245 ψαλτωδοι και ψαλτριεσ. τα αλογα τουσ, 736· τα μουλαρια τουσ, 245· οι καμηλεσ, 435· τα γαιδουρια, 6.720. και μερικοι απο τουσ αρχηγουσ των πατριων εδωσαν για το εργο. ο θιρσαθα εδωσε στο θησαυροφυλακιο 1.000 δραχμεσ χρυσαφι, 50 φιαλεσ, 530 ιερατικουσ χιτωνεσ. και μερικοι απο τουσ αρχηγουσ των πατριων εδωσαν στο θησαυροφυλακιο του εργου 20.000 δραχμεσ χρυσαφι, και 2.200 μνεσ ασημι. κι εκεινο που δοθηκε απο τον υπολοιπο λαο ηταν 20.000 δραχμεσ χρυσαφι, και 2.000 μνεσ ασημι, και 67 ιερατικοι χιτωνεσ. ετσι, οι ιερεισ, και οι λευιτεσ, και οι πυλωροι, και οι ψαλτωδοι και ενα μεροσ απο τον λαο, και οι νεθινειμ, και ολοκληροσ ο ισραηλ, κατοικησαν στισ πολεισ τουσ· και οταν εφτασε ο εβδομοσ μηνασ, οι γιοι ισραηλ ησαν στισ πολεισ τουσ.

8

και συγκεντρωθηκε ολοκληροσ ο λαοσ, σαν ενασ ανθρωποσ, στην πλατεια που ηταν μπροστα στην πυλη των νερων· και ειπαν στον εσδρα, τον γραμματεα, να φερει το βιβλιο του νομου του μωυση, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει στον ισραηλ. και την πρωτη ημερα του εβδομου μηνα ο εσδρασ, ο ιερεασ, εφερε τον νομο μπροστα στη συναξη, και των ανδρων και των γυναικων και ολων εκεινων, που ακουγοντασ μπορουσαν να καταλαβαινουν. και διαβασε μεσα απ' αυτον, στην πλατεια, που ηταν μπροστα στην πυλη των νερων, απο την αυγη μεχρι το μεσημερι, μπροστα στουσ ανδρεσ και στισ γυναικεσ, και σ' εκεινουσ που μπορουσαν να καταλαβαινουν· και τα αυτια ολου του λαου προσεχαν στο βιβλιο του νομου. και ο εσδρασ, ο γραμματεασ, στεκοταν επανω σε ενα ξυλινο βημα, που εφτιαξαν επιτηδεσ· και κοντα του στεκοταν ο ματταθιασ, και ο σεμα, και ο αναιασ, και ο ουριασ, και ο χελκιασ, και ο μαασιασ, απο τα δεξια του· και απο τα αριστερα του, ο φεδαιασ, και ο μισαηλ, και ο μαλχιασ, και ο ασουμ, και ο ασβαδανα, ο ζαχαριασ, και ο μεσουλλαμ. και ο εσδρασ ανοιξε το βιβλιο μπροστα σε ολο τον λαο· (επειδη, ηταν πιο πανω απο ολο τον λαο·) και οταν το ανοιξε, ολοκληροσ ο λαοσ σηκωθηκε. και ο εσδρασ ευλογησε τον κυριο, τον μεγαλο θεο. και ολοκληροσ ο λαοσ αποκριθηκε: αμην, αμην, υψωνοντασ τα χερια τουσ· και αφου εσκυψαν, προσκυνησαν τον κυριο με τα προσωπα στη γη. και ο ιηhοσυα, και ο βανι, και ο σερεβιασ, ο ιαμειν, ο ακκουβ, ο σαββεθαι, ο ωδιασ, ο μαασιασ, ο κελιτα, ο αζαριασ, ο ιωζαβαδ, ο αναν, ο φελαιασ, και οι λευιτεσ, εξηγουσαν στον λαο τον νομο· και ο λαοσ στεκοταν στον τοπο του. και διαβασαν μεσα απο το βιβλιο του νομου του θεου ευδιακριτα, και εδωσαν την εννοια, και εξηγησαν οσα διαβαζονταν. και ο νεεμιασ, (αυτοσ ειναι ο θιρσαθα), και ο εσδρασ, ο ιερεασ ο γραμματεασ, και οι λευιτεσ, που εξηγουσαν στον λαο, ειπαν σε ολοκληρο τον λαο: αυτη η ημερα ειναι αγια στον κυριο τον θεο σασ· μη πενθειτε ουτε να κλαιτε. επειδη, ολοκληροσ ο λαοσ εκλαιγε, καθωσ ακουσε τα λογια του νομου. και τουσ ειπε: πηγαινετε, φατε παχια, και πιειτε γλυκα κρασια, και στειλτε μεριδεσ και σ' εκεινουσ που δεν εχουν τιποτε ετοιμασμενο· επειδη, η ημερα αυτη ειναι αγια στον κυριο μασ· και μη λυπαστε· επειδη, η χαρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι η δυναμη σασ. και οι λευιτεσ καθησυχασαν ολοκληρο τον λαο, λεγοντασ: ησυχαστε, επειδη η ημερα αυτη ειναι αγια, και μη λυπαστε. και ολοκληροσ ο λαοσ αναχωρησε για να φανε, και να πιουν, και να στειλουν μεριδεσ, και να κανουν μεγαλη ευφροσυνη, επειδη ενοησαν τα λογια που τουσ φανερωσαν. και τη δευτερη ημερα, οι αρχοντεσ των πατριων ολοκληρου του λαου, οι ιερεισ, και οι λευιτεσ, συγκεντρωθηκαν στον εσδρα, τον γραμματεα, για να διδαχθουν τα λογια του νομου. και βρηκαν γραμμενο στον νομο, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει διαμεσου του μωυση, να κατοικησουν οι γιοι ισραηλ σε σκηνεσ στη γιορτη του εβδομου μηνα· και να δημοσιευσουν και να διακηρυξουν σε ολεσ τισ πολεισ τουσ, και στην ιερουσαλημ, λεγοντασ: βγειτε εξω στο βουνο, και φερτε κλαδια ελιασ, και κλαδια αγριελιασ, και κλαδια μυρσινησ, και κλαδια φοινικων, και κλαδια δασοφυλλων δεντρων, για να κανετε σκηνεσ, συμφωνα με το γραμμενο. και καθωσ ο λαοσ βγηκε εξω, εφερε, και εκαναν σκηνεσ για τον εαυτο τουσ, καθε ενασ επανω στην ταρατσα του, και στισ αυλεσ τουσ, και στισ αυλεσ του οικου του θεου, και στην πλατεια τησ πυλησ των νερων, και στην πλατεια τησ πυλησ του εφραιμ. και ολοκληρη η συναξη αυτων που επεστρεψαν απο την αιχμαλωσια εκανε σκηνεσ, και καθησαν στισ σκηνεσ· επειδη, απο τισ ημερεσ του ιηhοσυα, του γιου του ναυη, μεχρισ εκεινησ τησ ημερασ, οι γιοι ισραηλ δεν ειχαν κανει ετσι. και εγινε μεγαλη ευφροσυνη, σε υπερβολικο βαθμο. και καθε ημερα, απο την πρωτη ημερα μεχρι την τελευταια ημερα, διαβαζε μεσα απο το βιβλιο του νομου του θεου. και εκαναν γιορτη επτα ημερεσ· και την ογδοη ημερα, εκαναν παλλαικη συναξη, συμφωνα με τα διαταγμενα.

9

και την 24η ημερα αυτου του μηνα οι γιοι ισραηλ συγκεντρωθηκαν με νηστεια, και με σακουσ, και με χωμα επανω τουσ. και χωριστηκε το σπερμα του ισραηλ απο ολουσ τουσ ξενουσ· και αφου σταθηκαν ορθιοι, εξομολογηθηκαν τισ αμαρτιεσ τουσ, και τισ ανομιεσ των πατερων τουσ. και καθωσ σταθηκαν ορθιοι στον τοπο τουσ, διαβασαν στο βιβλιο του νομου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου τουσ, για ενα τεταρτο τησ ημερασ· και για ενα τεταρτο εξομολογουνταν, και προσκυνουσαν τον κυριο τον θεο τουσ. τοτε σηκωθηκε επανω στο βημα των λευιτων ο ιηhοσυα, και ο βανι, ο καδμιηλ, ο σεβανιασ, ο βουννι, ο σερεβιασ, ο βανι, και ο χανανι, και αναβοησαν με δυνατη φωνη στον κυριο τον θεο τουσ. και οι λευιτεσ, ο ιηhοσυα, και ο καδμιηλ, ο βανι, ο ασαβνιασ, ο σερεβιασ, ο ωδιασ, ο σεβανιασ, και ο πεθαια, ειπαν: σηκωθειτε, ευλογηστε τον κυριο τον θεο σασ, απο τον αιωνα μεχρι τον αιωνα· και ασ ειναι, θεε, ευλογημενο το ενδοξο σου ονομα, που ειναι πιο πανω απο καθε ευλογια και αινεση. εσυ αυτοσ εισαι ο μονοσ κυριοσ· εσυ δημιουργησεσ τον ουρανο, τουσ ουρανουσ των ουρανων, και ολοκληρη τη στρατια τουσ, τη γη, και ολα οσα ειναι επανω σ' αυτη, τισ θαλασσεσ, και ολα οσα ειναι μεσα σ' αυτεσ, κι εσυ ζωοποιεισ ολα αυτα· κι εσενα προσκυνουν οι στρατιεσ των ουρανων. εσυ εισαι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, που διαλεξεσ τον αβραμ, και τον εβγαλεσ απο την ουρ των χαλδαιων, και του εδωσεσ το ονομα αβραhαμ· και βρηκεσ την καρδια του πιστη μπροστα σου, και εκανεσ σ' αυτον διαθηκη, οτι θα δωσεισ τη γη των χαναναιων, των χετταιων, των αμορραιων, και των φερεζαιων, και των ιεβουσαιων, και των γεργεσαιων, οτι θα τη δωσεισ στο σπερμα του· και εκτελεσεσ τα λογια σου· επειδη, εσυ εισαι δικαιοσ. και ειδεσ τη θλιψη των πατερων μασ στην αιγυπτο, και ακουσεσ την κραυγη τουσ στην ερυθρα θαλασσα· και εδειξεσ σημεια και τερατα εναντια στον φαραω, και εναντια σε ολουσ τουσ δουλουσ του, και εναντια σε ολοκληρο τον λαο τησ γησ του· επειδη, γνωρισεσ οτι υπερηφανευθηκαν εναντιον τουσ. και εκανεσ στον εαυτο σου ονομα, οπωσ τη σημερινη ημερα. και εσχισεσ στα δυο τη θαλασσα μπροστα τουσ, και διαβηκαν διαμεσου ξηρασ στο μεσον τησ θαλασσασ· κι εκεινουσ που τουσ καταδιωκαν, τουσ ερριξεσ στα βαθη, σαν πετρα σε δυνατα νερα· και τουσ οδηγησεσ την ημερα με στυλο νεφελησ, και τη νυχτα με στυλο φωτιασ, για να φωτιζεισ σ' αυτουσ τον δρομο, απο τον οποιο επροκειτο να περασουν. και κατεβηκεσ επανω στο βουνο σινα, και μιλησεσ μαζι τουσ απο τον ουρανο, και τουσ εδωσεσ ευθειεσ κρισεισ, και αληθινουσ νομουσ, διαταγματα και αγαθεσ εντολεσ· και το αγιο σαββατο σου το εκανεσ σ' αυτουσ γνωστο, και τουσ προσταξεσ εντολεσ, και διαταγματα, και νομουσ, διαμεσου του μωυση, του δουλου σου. και στην πεινα τουσ, εδωσεσ σ' αυτουσ ψωμι απο τον ουρανο, και στη διψα τουσ, εβγαλεσ σ' αυτουσ νερο απο πετρα· και τουσ ειπεσ να μπουν για να κληρονομησουν τη γη, για την οποια υψωσεσ το χερι σου οτι θα τη δωσεισ σ' αυτουσ. εκεινοι, ομωσ, και οι πατερεσ μασ υπερηφανευθηκαν, και σκληρυναν τον τραχηλο τουσ, και δεν υπακουσαν στισ εντολεσ σου· κι αρνηθηκαν να υπακουσουν και δεν θυμηθηκαν τα θαυμασια σου, που εκανεσ σ' αυτουσ· αλλα, σκληρυναν τον τραχηλο τουσ, και στην αποστασια τουσ διορισαν αρχηγο για να επιστρεψουν στη δουλεια τουσ. αλλ' εσυ εισαι θεοσ συγχωρητικοσ, ελεημονασ και οικτιρμονασ, μακροθυμοσ και πολυελεοσ, και δεν τουσ εγκατελειψεσ. μαλιστα, οταν εκαναν για τον εαυτο τουσ χωνευτο μοσχαρι, και ειπαν: αυτοσ ειναι ο θεοσ σου, που σε ανεβασε απο την αιγυπτο, και επραξαν μεγαλουσ παροργισμουσ· εσυ, ομωσ, στουσ μεγαλουσ σου οικτιρμουσ, δεν τουσ εγκατελειψεσ στην ερημο· ο στυλοσ τησ νεφελησ δεν ξεκλινε απ' αυτουσ την ημερα, για να τουσ οδηγει στον δρομο, ουτε ο στυλοσ τησ φωτιασ τη νυχτα, για να φωτιζει σ' αυτουσ, και τον δρομο απο τον οποιο επροκειτο να περασουν. και τουσ εδωσεσ το αγαθο σου πνευμα, για να τουσ συνετιζει· και δεν τουσ στερησεσ το μαννα σου απο το στομα τουσ, και τουσ εδωσεσ και νερο στη διψα τουσ. και τουσ εθρεψεσ 40 χρονια στην ερημο· δεν τουσ ελειψε τιποτε· τα ιματια τουσ δεν παλιωσαν, και τα ποδια τουσ δεν πρηστηκαν. και τουσ εδωσεσ βασιλεια και λαουσ, και τα διαμοιρασεσ σ' αυτουσ για μεριδεσ· και κληρονομησαν τη γη του σηων, και τη γη του βασιλια τησ εσεβων, και τη γη του ωγ, του βασιλια τησ βασαν. και πληθυνεσ τουσ γιουσ τουσ οπωσ τα αστερια του ουρανου· και τουσ εφερεσ στη γη, στην οποια ειπεσ στουσ πατερεσ τουσ να μπουν μεσα, για να την κληρονομησουν. και οι γιοι τουσ μπηκαν μεσα και κληρονομησαν τη γη· και υπεταξεσ μπροστα τουσ τουσ κατοικουσ τησ γησ, τουσ χαναναιουσ, και τουσ παρεδωσεσ στα χερια τουσ, και τουσ βασιλιαδεσ τουσ, και τουσ λαουσ τησ γησ, για να κανουν σ' αυτουσ συμφωνα με τη θεληση τουσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν ισχυρεσ πολεισ, και ευφορη γη, και κληρονομησαν σπιτια γεματα απο ολα τα αγαθα, πηγαδια ανοιγμενα, αμπελωνεσ και ελαιωνεσ, και καρποφορα δεντρα σε αφθονια· και εφαγαν και χορτασαν, και παχυναν και απολαυσαν, μεσα στη μεγαλη σου αγαθοτητα. και απειθησαν και επαναστατησαν εναντιον σου, και ερριξαν τον νομο σου πισω απο τισ πλατεσ τουσ, και φονευσαν τουσ προφητεσ σου, που διαμαρτυρονταν εναντιον τουσ, για να τουσ κανουν να επιστρεψουν σε σενα, και επραξαν μεγαλουσ παροργισμουσ. γι' αυτο, τουσ παρεδωσεσ στο χερι αυτων που τουσ εθλιψαν και τουσ κατεθλιψαν· και στον καιρο τησ θλιψησ τουσ, αναβοησαν σε σενα, κι εσυ τουσ εισακουσεσ απο τον ουρανο· και συμφωνα με τουσ πολλουσ οικτιρμουσ σου εδωσεσ σ' αυτουσ σωτηρεσ, και τουσ εσωσαν απο το χερι αυτων που τουσ εθλιβαν. αλλα, αφου αναπαυθηκαν, στραφηκαν στο να πραττουν πονηρα μπροστα σου· γι' αυτο, τουσ εγκατελειψεσ στο χερι των εχθρων τουσ, και τουσ εξουσιασαν· οταν, ομωσ, επεστρεψαν, και αναβοησαν σε σενα, εσυ τουσ εισακουσεσ απο τον ουρανο· και πολλεσ φορεσ τουσ ελευθερωσεσ συμφωνα με τουσ οικτιρμουσ σου. και διαμαρτυρηθηκεσ εναντιον τουσ, για να τουσ κανεισ να επιστρεψουν στον νομο σου· ομωσ, αυτοι υπερηφανευθηκαν, και δεν υπακουσαν στισ εντολεσ σου, αλλα αμαρτησαν στισ κρισεισ σου, τισ οποιεσ, αν καποιοσ τισ εκτελει, θα ζησει διαμεσου αυτων· και εστρεψαν πλατεσ απειθειασ, και σκληρυναν τον τραχηλο τουσ, και δεν ακουσαν. και ομωσ, πολλα χρονια τουσ υπεμεινεσ και διαμαρτυρηθηκεσ εναντιον τουσ, διαμεσου του πνευματοσ σου, διαμεσου των προφητων σου· αλλα, δεν εδωσαν ακροαση· γι' αυτο, τουσ παρεδωσεσ στο χερι των λαων των τοπων. ομωσ, εξαιτιασ των πολλων οικτιρμων σου δεν τουσ συντελεσεσ ουτε τουσ εγκατελειψεσ· επειδη, εισαι θεοσ οικτιρμονασ και ελεημονασ. τωρα, λοιπον, θεε μασ, ο μεγαλοσ, ο ισχυροσ και φοβεροσ θεοσ, που φυλαττεισ τη διαθηκη και το ελεοσ, ασ μη φανει μικρη μπροστα σου ολη η θλιψη, που μασ βρηκε, τουσ βασιλιαδεσ μασ, τουσ αρχοντεσ μασ, και τουσ ιερεισ μασ, και τουσ προφητεσ μασ, και τουσ πατερεσ μασ, και ολοκληρο τον λαο σου, απο τισ ημερεσ των βασιλιαδων τησ ασσυριασ μεχρι αυτη την ημερα. εισαι, βεβαια, δικαιοσ σε ολα οσα ηρθαν επανω μασ· επειδη, εσυ μεν εκανεσ αληθεια, εμεισ ομωσ ασεβησαμε. και οι βασιλιαδεσ μασ, οι αρχοντεσ μασ, οι ιερεισ μασ, και οι πατερεσ μασ, δεν φυλαξαν τον νομο σου, και δεν εδωσαν προσοχη στισ εντολεσ σου, και στα μαρτυρια σου, με τα οποια διαμαρτυρηθηκεσ εναντιον τουσ. επειδη, αυτοι, στη βασιλεια τουσ, και στη μεγαλη σου αγαθοσυνη, που εδωσεσ σ' αυτουσ, στην πλατια και ευφορη γη, που τουσ εδωσεσ, δεν σε δουλεψαν ουτε στραφηκαν μακρια απο τα πονηρα τουσ εργα. δεσ, δουλοι ειμαστε αυτη την ημερα· μεσα στη γη, που εδωσεσ στουσ πατερεσ μασ, για να τρωνε τον καρπο τησ και τα αγαθα τησ, δεσ, δουλοι ειμαστε επανω σ' αυτη· κι αυτη δινει μεγαλη αφθονια στουσ βασιλιαδεσ, που επεβαλεσ επανω μασ εξαιτιασ των αμαρτιων μασ· και κατεξουσιαζουν επανω στα σωματα μασ, κι επανω στα κτηνη μασ, συμφωνα με την αρεσκεια τουσ· και ειμαστε σε μεγαλη θλιψη. γι' αυτο, εξαιτιασ ολων αυτων, εμεισ κανουμε μια πιστη συνθηκη, και τη γραφουμε· και την επισφραγιζουν οι αρχοντεσ μασ, οι λευιτεσ μασ, και οι ιερεισ μασ.

10

και εκεινοι που επισφραγισαν τη συνθηκη, ησαν ο νεεμιασ, ο θιρσαθα, ο γιοσ του αχαλια, και ο σεδεκιασ, ο σεραιασ, ο αζαριασ, ο ιερεμιασ, ο πασχωρ, ο αμαριασ, ο μαλχιασ, ο χαττουσ, ο σεβανιασ, ο μαλλουχ, ο χαρημ, ο μερημωθ, ο οβαδια, ο δανιαλ, ο γιννεθων, ο βαρουχ, ο μεσουλλαμ, ο αβια, ο μειαμειν, ο μααζιασ, ο βιλγαι, ο σεμαιασ, αυτοι ησαν οι ιερεισ. και οι λευιτεσ: ο ιηhοσυα, ο γιοσ του αζανια, ο βιννουι, απο τουσ γιουσ του ηναδαδ, ο καδμιηλ· και οι αδελφοι τουσ, ο σεβανιασ, ο ωδιασ, ο κελιτα, ο φελαιασ, ο αναν, ο μιχα, ο ρεωβ, ο ασαβιασ, ο ζακχουρ, ο σερεβιασ, ο σεβανιασ, ο ωδιασ, ο βανι, ο βενινου. οι αρχοντεσ του λαου: ο φαρωσ, ο φααθ-μωαβ, ο ελαμ, ο ζατθου, ο βανι, ο βουννι, ο αζγαδ, ο βηβαι, ο αδωνιασ, ο βιγουαι, ο αδιν, ο ατηρ, ο εζεκιασ, ο αζουρ, ο ωδιασ, ο ασουμ, ο βησαι ο αριφ, ο αναθωθ, ο νεβαι, ο μαγφιασ, ο μεσουλλαμ, ο εζειρ, ο μεσηζαβεηλ, ο σαδωκ, ο ιαδδουα, ο φελατιασ, ο αναν, ο αναιασ, ο ωσηε, ο ανανιασ, ο ασσουβ, ο αλλωησ, ο φιλεα, ο σωβηκ, ο ρεουμ, ο ασαβνα, ο μαασιασ, και ο αχια, ο αναν, ο γαναν, ο μαλλουχ, ο χαρημ, ο βαανα. και το υπολοιπο του λαου, οι ιερεισ, οι λευιτεσ, οι πυλωροι, οιψαλτωδοι, οι νεθινειμ, και ολοι αυτοι που αποχωριστηκαν απο τουσ λαουσ των τοπων, προσ τον νομο του θεου, οι γυναικεσ τουσ, οι γιοι τουσ, και οι θυγατερεσ τουσ, καθενασ που καταλαβαινε και ειχε συνεση, ενωθηκαν μαζι με τουσ αδελφουσ τουσ, τουσ δικουσ τουσ προκριτουσ, και μπηκαν κατω απο καταρα και απο ορκο, να περπατουν στον νομο του θεου, που δοθηκε διαμεσου του μωυση, του δουλου του θεου, και να τηρουν και να εκτελουν ολεσ τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μασ, και τισ κρισεισ του, και τα διαταγματα του· και οτι δεν θα δωσουμε τισ θυγατερεσ μασ στουσ λαουσ τησ γησ, και τισ θυγατερεσ τουσ δεν θα παρουμε στουσ γιουσ μασ· και, αν οι λαοι τησ γησ φερουν αγορασιμα η οποιεσδηποτε τροφεσ να πουλησουν την ημερα του σαββατου, οτι δεν θα τα παρουμε απ' αυτουσ σε ημερα σαββατου, και σε αγια ημερα· και οτι θα αφησουμε τον εβδομο χρονο, και την απαιτηση καθε χρεουσ. προσταξαμε ακομα στον εαυτο μασ, να επιφορτισθουμε να δινουμε καθε χρονο ενα τριτο του σικλου για την υπηρεσια του οικου του θεου μασ, για τουσ αρτουσ τησ προθεσησ, και για την παντοτινη προσφορα απο αλφιτα, και για το παντοτινο ολοκαυτωμα, των σαββατων, των νεομηνιων, για τισ επισημεσ γιορτεσ, και για τα αγια πραγματα και για τισ προσφορεσ περι αμαρτιασ, για να κανουμε εξιλεωση για τον ισραηλ, και για καθε εργο του οικου του θεου μασ. και ριξαμε κληρουσ αναμεσα στουσ ιερεισ των λευιτων, και τον λαο για την προσφορα των ξυλων, για να τα φερουν στον οικο του θεου μασ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατριων μασ, σε ορισμενουσ καιρουσ καθε χρονο, για να καινε επανω στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ, συμφωνα με το γραμμενο στον νομο· και για να φερουμε τα πρωτογεννηματα τησ γησ μασ, και τα πρωτογεννηματα των καρπων καθε δεντρου, καθε χρονο, στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και τα πρωτοτοκα των γιων μασ, και των κτηνων μασ, συμφωνα με το γραμμενο στον νομο, και τα πρωτοτοκα των βοδιων μασ και των κοπαδιων μασ, να τα φερουμε στον οικο του θεου μασ, στουσ ιερεισ, που υπηρετουν στον οικο του θεου μασ· και να φερουμε τισ απαρχεσ του φυραματοσ μασ, και τισ προσφορεσ μασ, και τουσ καρπουσ καθε δεντρου, του κρασιου και του λαδιου, στουσ ιερεισ, και στα οικηματα του οικου του θεου μασ· και τα δεκατα τησ γησ μασ στουσ λευιτεσ, κι αυτοι οι λευιτεσ να παιρνουν τα δεκατα σε ολεσ τισ πολεισ των γεωργικων περιοχων μασ. και ο ιερεασ, ο γιοσ του ααρων, θα ειναι μαζι με τουσ λευιτεσ, οταν οι λευιτεσ παιρνουν τα δεκατα· και οι λευιτεσ θα φερουν το ενα δεκατο των δεκατων επανω στον οικο του θεου μασ, στα οικηματα του οικου του θησαυρου. επειδη, οι γιοι ισραηλ και οι γιοι λευι θα φερουν τισ προσφορεσ απο το σιταρι, το κρασι και το λαδι, στα οικηματα, οπου ειναι τα σκευη του αγιαστηριου, και οι ιερεισ που υπηρετουν, και οι πυλωροι, και οι ψαλτωδοι· και δεν θα εγκαταλειψουμε τον οικο του θεου μασ.

11

και οι αρχοντεσ του λαου κατοικησαν στην ιερουσαλημ· και το υπολοιπο του λαου ερριξαν κληρουσ, για να φερουν εναν απο τουσ δεκα να κατοικησει στην ιερουσαλημ, την αγια πολη, ενω τα εννια μερη στισ αλλεσ πολεισ. και ο λαοσ ευλογησε ολουσ τουσ ανθρωπουσ, οσοι προσφεραν αυτοπροαιρετα τον εαυτο τουσ για να κατοικησουν στην ιερουσαλημ. κι αυτοι ειναι οι αρχοντεσ τησ επαρχιασ, που κατοικησαν στην ιερουσαλημ· ενω στισ πολεισ του ιηhυδα κατοικησαν, καθε ενασ στην ιδιοκτησια του, στισ πολεισ τουσ, ο ισραηλ, οι ιερεισ, και οι λευιτεσ, και οι νεθινειμ, και οι γιοι των δουλων του σολομωντα. και στην ιερουσαλημ κατοικησαν μερικοι απο τουσ γιουσ του ιηhυδα, και απο τουσ γιουσ του βενιαμιν· απο τουσ γιουσ του ιηhυδα: ο αθαιασ, ο γιοσ του οζια, γιου του ζαχαρια, γιου του αμαρια, γιου του σεφατια, γιου του μααλελεηλ, απο τουσ γιουσ του φαρεσ· και ο μαασιασ, ο γιοσ του βαρουχ, γιου του χολ-οζε, γιου του αζαια, γιου του αδαια, γιου του ιωιαριβ, γιου του ζαχαρια, γιου του σηλωνι· ολοι οι γιοι του φαρεσ, που κατοικησαν στην ιερουσαλημ, ησαν 468 ανδρεσ δυναμησ. και οι γιοι του βενιαμιν ειναι αυτοι: ο σαλλου, ο γιοσ του μεσουλλαμ, γιου του ιωαδ, γιου του φεδαια, γιου του κωλαια, γιου του μαασια, γιου του ιθυηλ, γιου του ιεσαια· και μαζι τουσ, ο γαββαει, ο σαλλαι, 928· και ο ιωαλ, ο γιοσ του ζιχρι ηταν εφοροσ τουσ· και ο ιηhυδασ, ο γιοσ του σενουα, ο δευτεροσ στην επιστασια τησ πολησ. απο τουσ ιερεισ: ο ιεδαιασ, ο γιοσ του ιωιαριβ, ο ιαχειν, ο σεραιασ, ο γιοσ του χελκια, γιου του μεσουλλαμ, γιου του σαδωκ, γιου του μεραιωθ, γιου του αχιτωβ, ο αρχοντασ του οικου του θεου. και οι αδελφοι τουσ, που εκτελουσαν το εργο του οικου ησαν 822· και ο αδαιασ, ο γιοσ του ιεροαμ, γιου του φελαλια, γιου του αμσι, γιου του ζαχαρια, γιου του πασχωρ, γιου του μαλχια, και οι αδελφοι του, οι αρχοντεσ των πατριων, 242· και ο αμασσαι, ο γιοσ του αζαρεηλ, γιου του ααζαι, γιου του μεσιλλεμωθ, γιου του ιμμηρ, και οι αδελφοι τουσ, ανδρεσ δυνατοι σε ισχυ, 128· και εφοροσ τουσ ηταν ο ζαβδιηλ, ο γιοσ του γεδωλειμ. και απο τουσ λευιτεσ: ο σεμαιασ, ο γιοσ του ασσουβ, γιου του αζρικαμ, γιου του ασαβια, γιου του βουννι· και ο σαββεθαι, και ο ιωζαβαδ, απο τουσ αρχοντεσ των λευιτων, ησαν για τα εξωτερικα εργα του οικου του θεου. και ο ματθανιασ, ο γιοσ του μιχα, γιου του ζαβδι, γιου του ασαφ, ηταν ο επικεφαλησ τησ υμνωδιασ στην προσευχη· και ο βακβουκιασ ηταν ο δευτεροσ αναμεσα στουσ αδελφουσ του, και ο αβδα, ο γιοσ του σαμμουα, γιου του γαλαλ, γιου του ιεδουθουν. ολοι οι λευιτεσ στην αγια πολη ησαν 284. και οι πυλωροι: ο ακκουβ, ο ταλμων, και οι αδελφοι τουσ, που φυλαγαν στισ πυλεσ, ησαν 172 και το υπολοιπο του ισραηλ, οι ιερεισ και οι λευιτεσ, ησαν σε ολεσ τισ πολεισ του ιηhυδα, καθε ενασ στην κληρονομια του. και οι νεθινειμ κατοικησαν στην οφηλ· και ο σιχα και ο γισπα ησαν επιστατεσ στουσ νεθινειμ. και ο εφοροσ των λευιτων στην ιερουσαλημ ηταν ο οζι, ο γιοσ του βανι, γιου του ασαβια, γιου του ματθανια, γιου του μιχα. απο τουσ γιουσ του ασαφ, οι ψαλτωδοι ησαν για το εργο του οικου του θεου. επειδη, ηταν προσταγη του βασιλια γι' αυτουσ, και μεριδιο διαταγμενο για τουσ ψαλτωδουσ, για καθε ημερα. και ο πεθαια, ο γιοσ του μεσηζαβεηλ, απο τουσ γιουσ του ζερα, γιου του ιηhυδα, ηταν επιτροποσ του βασιλια για καθε υποθεση που αφορουσε τον λαο. και για τα χωρια, μαζι με τα χωραφια τουσ, μερικοι απο τουσ γιουσ του ιηhυδα κατοικησαν στην κιριαθ-αρβα και στισ κωμοπολεισ τησ, και στη δαιβων και στισ κωμοπολεισ τησ, και στην ιεκαβσεηλ και στα χωρια τησ, και στην ιηhοσυαα, και στη μωλαδα, και στη βαιθ-φελετ, και στην ασαρ-σουαλ, και στη βηρ-σαβεε και στισ κωμοπολεισ τησ, και στη σικλαγ, και στη μεκονα και στισ κωμοπολεισ τησ, και στην εν-ριμμων, και στη σαρεα, και στην ιαρμουθ, στη ζανωα, στην οδολλαμ, και στα χωρια τουσ, στη λαχεισ και στα χωραφια τησ, στην αζηκα και στισ κωμοπολεισ τησ. και κατοικησαν απο τη βηρ-σαβεε μεχρι τη φαραγγα εννομ. και οι γιοι του βενιαμιν κατοικησαν απο τη γεβα στη μιχμασ, και την αιια, και τη βαιθηλ και τισ κωμοπολεισ τησ, στην αναθωθ, στη νωβ, στην ανανια, στην ασωρ, στη ραμα, στη γιτθαιμ, στην αδιδ, στη σεβωειμ, στη νεβαλλατ, στη λωδ, και στην ωνω, στη φαραγγα των ξυλουργων. και απο τουσ λευιτεσ κατοικησαν ορισμενεσ διαιρεσεισ τουσ στον ιηhυδα και στον βενιαμιν.

12

κι αυτοι ησαν οι ιερεισ και οι λευιτεσ, που ανεβηκαν μαζι με τον ζοροβαβελ, τον γιο του σαλαθιηλ, και τον ιηhοσυα: ο σεραιασ, ο ιερεμιασ, ο εσδρασ, ο αμαριασ, ο μαλλουχ, ο χαττουσ, ο σεχανιασ, 3 ο ρεουμ, ο μερημωθ, ο ιδδω, ο γιννεθω, ο αβια, ο μιαμειν, ο μααδιασ, ο βιλγα, ο σεμαιασ, και ο ιωιαριβ, ο ιεδαιασ, ο σαλλου, ο αμωκ, ο χελκιασ, ο ιεδαιασ. αυτοι ησαν οι αρχηγοι των ιερεων και των αδελφων τουσ στισ ημερεσ του ιηhοσυα. και οι λευιτεσ: ο ιηhοσυα, ο βιννουι, ο καδμιηλ, ο σερεβιασ, ο ιηhυδασ και ο ματθανιασ, που ηταν επικεφαλησ των υμνων, αυτοσ και οι αδελφοι του. και ο βακβουκιασ και ο ουννι, οι αδελφοι τουσ, ησαν απεναντι τουσ, για τισ υπηρεσιεσ. και ο ιηhοσυα γεννησε τον ιωακειμ, και ο ιωακειμ γεννησε τον ελιασειβ, και ο ελιασειβ γεννησε τον ιωαδα, και ο ιωαδα γεννησε τον ιωναθαν, και ο ιωναθαν γεννησε τον ιαδδουα. και στισ ημερεσ του ιωακειμ, οι ιερεισ, οι αρχοντεσ των πατριων, ησαν του σεραια, ο μεραιασ· του ιερεμια, ο ανανιασ· του εσδρα, ο μεσουλλαμ· του αμαρια, ο ιωαναν· του μελιχου, ο ιωναθαν· του σεβανια, ο ιωσηφ· του χαρημ, ο αδνα· του μεραιωθ, ο ελκαι, του ιδδω, ο ζαχαριασ· του γιννεθων, ο μεσουλλαμ· του αβια, ο ζιχρι· του μινιαμειν, και του μωαδια, ο φιλται, του βιλγα, ο σαμμουα· του σεμαια, ο ιωναθαν· και του ιωιαριβ, ο ματθεναι· του ιεδαια, ο οζι· του σαλλαι, ο καλλαι· του αμωκ, ο εβερ· του χελκια, ο ασαβιασ· του ιεδαια, ο ναθαναηλ. οι λευιτεσ στισ ημερεσ του ελιασειβ, ο ιωαδα, και ο ιωαναν, και ο ιαδδουα, ησαν γραμμενοι αρχοντεσ των πατριων· και οι ιερεισ, στη βασιλεια του δαρειου, του περση. οι γιοι του λευι, οι αρχοντεσ των πατριων, ησαν γραμμενοι στο βιβλιο των χρονικων, μαλιστα μεχρι τισ ημερεσ του ιωαναν, γιου του ελιασειβ. και οι αρχοντεσ των λευιτων, ο ασαβιασ, ο σερεβιασ, και ο ιηhοσυα, ο γιοσ του καδμιηλ, και οι αδελφοι τουσ απεναντι τουσ, για να αινουν και να υμνουν, συμφωνα με την προσταγη του δαβιδ, του ανθρωπου του θεου, υπηρεσια εναντι σε υπηρεσια ο ματθανιασ, και ο βακβουκιασ, ο οβαδια, ο μεσουλλαμ, ο ταλμων, ο ακκουβ, ησαν πυλωροι φυλαττοντασ την υπηρεσια στα ταμεια των πυλων. αυτοι ησαν κατα τισ ημερεσ του ιωακειμ, του γιου του ιηhοσυα, γιου του ιωσεδεκ, και στισ ημερεσ του νεεμια, του κυβερνητη, και του εσδρα, του ιερεα, του γραμματεα. και στα εγκαινια του τειχουσ τησ ιερουσαλημ, ζητησαν τουσ λευιτεσ απο ολουσ τουσ τοπουσ τουσ, για να τουσ φερουν στην ιερουσαλημ, για να κανουν τα εγκαινια με ευφροσυνη, υμνωντασ και ψαλλοντασ με κυμβαλα, ψαλτηρια, και με κιθαρεσ. και συγκεντρωθηκαν οι γιοι των ψαλτωδων και απο την περιχωρο, γυρω απο την ιερουσαλημ, και απο τα χωρια νετωφαθι· και απο την οικογενεια γιλγαλ, και απο τα χωραφια τησ γεβα και τησ αζμαβεθ· επειδη, οι ψαλτωδοι οικοδομησαν χωρια για τον εαυτο τουσ γυρω απο την ιερουσαλημ. και καθαριστηκαν οι ιερεισ, και οι λευιτεσ και καθαρισαν τον λαο, και τισ πυλεσ, και το τειχοσ. τοτε, ανεβασα τουσ αρχοντεσ του ιηhυδα επανω στο τειχοσ, και εστησα δυο μεγαλεσ χορωδιεσ, που αινουσαν· η μια πορευοταν στα δεξια, επανω στο τειχοσ, προσ την πυλη τησ κοπριασ· και επειτα απ' αυτουσ πορευοταν ο ωσαιασ, και οι μισοι απο τουσ αρχοντεσ του ιηhυδα, και ο αζαριασ, ο εσδρασ, και ο μεσουλλαμ, ο ιηhυδασ, και ο βενιαμιν, και ο σεμαιασ, και ο ιερεμιασ· και απο τουσ γιουσ των ιερεων με σαλπιγγεσ, ο ζαχαριασ, ο γιοσ του ιωναθαν, γιου του σεμαια, γιου του ματθανια, γιου του μιχαια, γιου του ζακχουρ, γιου του ασαφ· και οι αδελφοι του, ο σεμαιασ, και ο αζαρεηλ, ο μιλαλαι, ο γιλαλαι, ο μααι, ο ναθαναηλ, και ο ιηhυδασ, ο ανανι, μαζι με τα μουσικα οργανα του δαβιδ, του ανθρωπου του θεου, και ο εσδρασ, ο γραμματεασ μπροστα τουσ. κι επανω στην πυλη τησ πηγησ, και απεναντι τουσ, ανεβηκαν απο τισ βαθμιδεσ τησ πολησ του δαβιδ στην αναβαση του τειχουσ, μπροστα απο τον οικο του δαβιδ, και μεχρι την πυλη των νερων, ανατολικα. και η αλλη χορωδια, αυτων που αινουσαν, πορευοταν στο απεναντι μεροσ, και εγω απο πισω τουσ, και ο μισοσ λαοσ, που ηταν επανω στο τειχοσ, επανω απο τον πυργο των φουρνων, και μεχρι το πλατυ τειχοσ. κι επανω απο την πυλη του εφραιμ, κι επανω απο την παλια πυλη, κι επανω απο την ιχθυικη πυλη, και του πυργου του ανανεηλ, και του πυργου του μεα, και μεχρι την προβατικη πυλη· και σταθηκαν στην πυλη τησ φυλακησ. και σταθηκαν οι δυο χορωδιεσ αυτων που αινουσαν στον οικο του θεου, κι εγω, και οι μισοι απο τουσ προεστωτεσ μαζι μου· και οι ιερεισ, ο ελιακειμ, ο μαασιασ, ο μινιαμειν, ο μιχαιασ, ο ελιωηναι, ο ζαχαριασ, και ο ανανιασ, μαζι με σαλπιγγεσ· και ο μαασιασ και ο σεμαιασ, και ο ελεαζαρ, και ο οζι, και ο ιωαναν, και ο μαλχιασ, και ο ελαμ, και ο εσερ. και οι ψαλτωδοι υψωσαν τη φωνη τουσ, μαζι με τον ιεζραια, τον επιστατη. και εκεινη την ημερα προσφεραν μεγαλεσ θυσιεσ, και ευφρανθηκαν· επειδη, ο θεοσ τουσ ευφρανε με μεγαλη ευφροσυνη. και οι γυναικεσ, ακομα και τα παιδια, ευφρανθηκαν· και η ευφροσυνη τησ ιερουσαλημ ακουστηκε μεχρι απο μακρια. και εκεινη την ημερα διοριστηκαν υπευθυνοι ανδρεσ για τα οικηματα των θησαυρων, για τισ προσφορεσ, για τισ απαρχεσ, και για τα δεκατα, για να συγκεντρωνουν σ' αυτα απο τα χωραφια των πολεων τα κανονισμενα μεριδια, για τουσ ιερεισ και τουσ λευιτεσ· επειδη, ο ιηhυδασ ευφρανθηκε εξαιτιασ των ιερεων, και εξαιτιασ των λευιτων που παραστεκονταν. και οι ψαλτωδοι και οι πυλωροι φυλαξαν την υπηρεσια του θεου τουσ και την υπηρεσια του καθαρισμου, συμφωνα με την προσταγη του δαβιδ, και του σολομωντα, του γιου του. επειδη, στισ ημερεσ του δαβιδ και του ασαφ υπηρχαν απαρχησ αρχιψαλτεσ, και ασματα αινεσησ και υμνοι προσ τον θεο. και ολοκληροσ ο ισραηλ, στισ ημερεσ του ζοροβαβελ, και στισ ημερεσ του νεεμια, εδιναν τα καθορισμενα μεριδια των ψαλτωδων και των πυλωρων, για καθε ημερα· και τα ξεχωριζαν για τουσ λευιτεσ, και οι λευιτεσ τα ξεχωριζαν για τουσ γιουσ ααρων.

13

την ιδια εκεινη ημερα διαβαστηκε απο το βιβλιο του μωυση σε επηκοον του λαου· και βρεθηκε γραμμενο σ' αυτο, οτι οι αμμωνιτεσ και ο μωαβιτεσ δεν επρεπε να μπουν στη συναγωγη του θεου, μεχρι τον αιωνα· επειδη, δεν προυπαντησαν τουσ γιουσ ισραηλ με ψωμι και με νερο, αλλα μισθωσαν τον βαλααμ εναντιον τουσ, για να τουσ καταραστει· ομωσ, ο θεοσ μασ ετρεψε την καταρα σε ευλογια. και καθωσ ακουσαν τον νομο, διαχωρισαν απο τον ισραηλ καθε αλλογενη. πριν απ' αυτο, ομωσ, ο ελιασειβ, ο ιερεασ, που ειχε την επιστασια των οικηματων του οικου του θεου μασ, ειχε συγγενεψει με τον τωβια· και ειχε ετοιμασει γι' αυτον ενα μεγαλο οικημα, οπου πρωτυτερα εβαζαν τισ προσφορεσ απο τα αλφιτα, το λιβανι, και τα σκευη, και τα δεκατα απο το σιταρι, το κρασι, και το λαδι, που ηταν διαταγμενο για τουσ λευιτεσ, και τουσ ψαλτωδουσ και τουσ πυλωρουσ, και τισ προσφορεσ των ιερεων. ομωσ, σε ολα αυτα εγω δεν ημουν στην ιερουσαλημ· επειδη, τον 32ο χρονο του βασιλια τησ βαβυλωνασ αρταξερξη, ηρθα στον βασιλια, και υστερα απο μερικεσ ημερεσ ζητησα απο τον βασιλια, και ηρθα στην ιερουσαλημ, και εμαθα το κακο, που ο ελιασειβ εκανε χαρη του τωβια, οτι ετοιμασε σ' αυτον οικημα στισ αυλεσ του οικου του θεου. και δυσαρεστηθηκα πολυ· και ερριξα εξω απο το οικημα ολα τα σκευη του σπιτικου του τωβια. και προσταξα, και καθαρισαν τα οικηματα· και επανεφερα εκει τα σκευη του οικου του θεου, τισ προσφορεσ απο αλφιτα, και το λιβανι. και εμαθα οτι τα μεριδια των λευιτων δεν δοθηκαν σ' αυτουσ· επειδη, οι λευιτεσ και οι ψαλτωδοι, που εκτελουσαν το εργο, εφυγαν καθε ενασ στο χωραφι του. και επεπληξα τουσ προεστωτεσ, και τουσ ειπα: γιατι εγκαταλειφθηκε ο οικοσ του θεου; και τουσ συγκεντρωσα, και τουσ αποκατεστησα στη θεση τουσ. τοτε, ολοκληροσ ο ιηhυδασ εφερε στισ αποθηκεσ το δεκατο απο το σιταρι και το κρασι και το λαδι. και εβαλα φυλακεσ στισ αποθηκεσ, τον ιερεα σελεμια, και τον γραμματεα σαδωκ, και απο τουσ λευιτεσ, τον φεδαια, και κοντα σ' αυτουσ, τον αναν τον γιο του ζακχουρ, γιου του ματθανια· επειδη, θεωρουνταν πιστοι· και το εργο τουσ ηταν να διανεμουν στουσ αδελφουσ τουσ. θυμησου με, θεε μου, για το πραγμα αυτο, και να μη εξαλειψεισ τα ελεη μου, που εκανα στον οικο του θεου μου, και στισ τελετεσ του. εκεινεσ τισ ημερεσ ειδα μερικουσ στον ιηhυδα, να πατουν τον ληνο το σαββατο, φερνοντασ χειροβολα, και φορτωνοντασ επανω σε γαιδουρια, και κρασι, και σταφυλια, και συκα, και καθε ειδοσ φορτιων, που εφερναν στην ιερουσαλημ την ημερα του σαββατου· και διαμαρτυρηθηκα κατα την ημερα που πουλουσαν τροφιμα. και οι τυριοι, που κατοικουσαν σ' αυτη, εφερναν ψαρια, και καθε ειδοσ εμπορευματα, και πουλουσαν το σαββατο στουσ γιουσ του ιηhυδα, και στην ιερουσαλημ. και επεπληξα τουσ προκριτουσ του ιηhυδα, και τουσ ειπα: τι ειναι αυτο το κακο πραγμα που εσεισ κανετε, βεβηλωνοντασ την ημερα του σαββατου; δεν εκαναν ετσι οι πατερεσ σασ, και ο θεοσ μασ, εφερε ολα αυτα τα κακα επανω μασ, κι επανω σ' αυτη την πολη; αλλ' εσεισ ξαναφερνετε οργη επανω στον ισραηλ, βεβηλωνοντασ το σαββατο. γι' αυτο, οταν αρχιζε να σκοτεινιαζει στισ πυλεσ τησ ιερουσαλημ πριν απο το σαββατο, ειπα και εκλεισαν τισ πυλεσ, και προσταξα να μη ανοιχτουν, μεχρι μετα το σαββατο· και εβαλα επανω στισ πυλεσ μερικουσ απο τουσ υπηρετεσ μου, για να μη μπει μεσα κανενα φορτιο την ημερα του σαββατου. και διανυχτερευσαν οι εμποροι και οι πωλητεσ καθε ειδουσ εμπορευματοσ εξω απο την ιερουσαλημ, μια και δυο φορεσ. τοτε, διαμαρτυρηθηκα εναντιον τουσ, και τουσ ειπα: γιατι διανυχτερευετε μπροστα απο το τειχοσ; αν το κανετε δευτερη φορα, θα βαλω χερι επανω σασ. απο τοτε δεν ηρθαν σαββατο. και ειπα στουσ λευιτεσ να καθαριζονται, και να ερχονται να φυλαττουν τισ πυλεσ, για να αγιαζουν την ημερα του σαββατου. θυμησου με, θεε μου, και για τουτο, και ελεησε με συμφωνα με το πληθοσ του ελεουσ σου. ακομα, κατα τισ ημερεσ εκεινεσ ειδα τουσ ιηhυδαιουσ, εκεινουσ που πηραν γυναικεσ απο την αζωτο, αμμωνιτισσεσ, και μωαβιτισσεσ· και τα παιδια τουσ να μισομιλουν τη γλωσσα τησ αζωτου, και να μη ξερουν να μιλησουν την ιηhυδαικη γλωσσα, αλλα μιλουσαν συμφωνα με τη γλωσσα διαφορων λαων. και τουσ επεπληξα, και τουσ καταραστηκα, και ραβδισα μερικουσ απ' αυτουσ, και τουσ μαδησα τισ τριχεσ, και τουσ ορκισα στον θεο, λεγοντασ: δεν θα δωσετε τισ θυγατερεσ σασ στουσ γιουσ τουσ, και δεν θα παρετε απο τισ θυγατερεσ τουσ στουσ γιουσ σασ η στον εαυτο σασ· ετσι δεν αμαρτησε ο σολομωντασ, ο βασιλιασ του ισραηλ; αν και αναμεσα σε πολλα εθνη δεν υπηρξε βασιλιασ ομοιοσ του, που ηταν αγαπητοσ απο τον θεο του, και ο θεοσ τον εκανε βασιλια σε ολοκληρο τον ισραηλ· αλλ' ομωσ, οι ξενεσ γυναικεσ εκαναν κι αυτον να αμαρτησει· θα συγκατανευσουμε, λοιπον, σε σασ, να κανετε ολο αυτο το μεγαλο κακο, να γινεστε παραβατεσ, εναντια στον θεο μασ παιρνοντασ ξενεσ γυναικεσ; και ενασ απο τουσ γιουσ του ιωαδα, γιου του ελιασειβ, του μεγαλου ιερεα, ηταν γαμπροσ του σαναβαλλατ του ορωνιτη· γι' αυτο τον εδιωξα απο μπροστα μου. θυμησου αυτουσ, θεε μου, επειδη, βεβηλωσαν την ιερατεια, και τη διαθηκη τησ ιερατειασ, και των λευιτων. και τουσ καθαρισα απο ολουσ τουσ ξενουσ, και διορισα για υπηρεσιεσ απο τουσ ιερεισ, και απο τουσ λευιτεσ, καθε εναν στα εργα του· και για την προσφορα των ξυλων, σε ορισμενουσ καιρουσ, και για τισ απαρχεσ. θυμησου με, θεε μου, για αγαθο.

λογια των ημερων α’

1

ο αδαμ, ο σηθ, ο ενωσ, ο καιναν, ο μααλαλεηλ, ο ιαρεδ, ο ενωχ, ο μαθουσαλα, ο λαμεχ, ο νωε· ο σημ, ο χαμ, και ο ιαφεθ. οι γιοι του ιαφεθ ησαν: ο γομερ, και ο μαγωγ, και ο μαδαι, και ο ιαυαν, και ο θουβαλ, και ο μεσεχ, και ο θειρασ· και οι γιοι του γομερ ησαν: ο ασχεναζ, και ο ριφαθ, και ο θωγαρμα· και οι γιοι του ιαυαν ησαν: ο ελεισα, και ο θαρσεισ, ο κιττειμ, και ο δωδανειμ. οι γιοι του χαμ ησαν: ο χουσ, και ο μισραιμ, ο φουθ, και ο χανααν· και οι γιοι του χουσ ησαν: ο σεβα, ο αβιλα, και ο σαβθα, και ο ρααμα, και ο σαβθεκα· και οι γιοι του ρααμα ησαν: ο σεβα, και ο δαιδαν. και ο χουσ γεννησε τον νεβρωδ· αυτοσ αρχισε να ειναι ισχυροσ επανω στη γη. και ο μισραιμ γεννησε τουσ λουδειμ, και τουσ αναμειμ, και τουσ λεαβειμ, και τουσ ναφθουχειμ, και τουσ πατρουσειμ, και τουσ χασλουχειμ, απο τουσ οποιουσ βγηκαν οι φιλισταιοι, και τουσ καφθορειμ. και ο χανααν γεννησε τον σιδωνα, τον πρωτοτοκο του, και τον χετταιο, και τον ιεβουσαιο, και τον αμορραιο, και τον γεργεσαιο, και τον ευαιο, και τον αρουκαιο, και τον ασενναιο, και τον αρβαδιο, και τον σαμαραιο, και τον αμαθαιο. οι γιοι του σημ ησαν: ο ελαμ, και ο ασσουρ, και ο αρφαξαδ, και ο λουδ, και ο αραμ· και οι γιοι του αραμ ησαν: ο ουζ, και ο ουλ, και ο γεθερ, και μεσεχ. και ο αρφαξαδ γεννησε τον σαλα, και ο σαλα γεννησε τον εβερ. και στον εβερ γεννηθηκαν δυο γιοι· το ονομα του ενοσ ηταν φαλεγ· επειδη, στισ ημερεσ του διαχωριστηκε η γη· και το ονομα του αδελφου του ηταν ιοκταν. και ο ιοκταν γεννησε τον αλμωδαδ, και τον σαλεφ, και τον ασαρ-μαβεθ, και τον ιαραχ, και τον αδωραμ, και τον ουζαλ, και τον δικλα, και τον εβαλ, και τον αβιμαηλ, και τον σεβα, και τον οφειρ, και τον αβιλα, και τον ιωβαβ· ολοι αυτοι ησαν οι γιοι του ιοκταν. ο σημ, ο αρφαξαδ, ο σαλα, ο εβερ, ο φαλεγ, ο ραγαυ, ο σερουχ, ο ναχωρ, ο θαρα, ο αβραμ, που ειναι ο αβραhαμ. και οι γιοι του αβραhαμ ησαν: ο ισαακ, και ο ισμαηλ. αυτεσ ειναι οι γενεεσ τουσ: ο πρωτοτοκοσ του ισμαηλ, ο ναβαιωθ· επειτα, ο κηδαρ, και ο αβδεηλ, και ο μιβσαμ, και ο μισμα, και ο δουμα, ο μασσα, ο αδαδ, και ο θαιμα, ο ιετουρ, ο ναφισ, και ο κεδμα· αυτοι ησαν οι γιοι του ισμαηλ. και οι γιοι τησ χεττουρασ, τησ δουλησ του αβραhαμ, ησαν οι εξησ: αυτη γεννησε τον ζεμβρα, και τον ιοξαν, και τον μαδαν, και τον μαδιαμ, και τον ιεσβωκ, και τον σουα· και οι γιοι του ιοξαν ησαν: ο σεβα και ο δαιδαν· και οι γιοι του μαδιαμ ησαν: ο γεφα, ο εφερ, ο ανωχ, και ο αβειδα, και ο ελδαγα· ολοι αυτοι ησαν γιοι τησ χεττουρασ. και ο αβραhαμ γεννησε τον ισαακ· οι δε γιοι του ισαακ ησαν: ο ησαυ, και ο ισραηλ. οι γιοι του ησαυ ησαν: ο ελιφασ, ο ραγουηλ, και ο ιεουσ, και ο ιεγλομ, και ο κορε· οι γιοι του ελιφασ ησαν: ο θαιμαν, και ο ωμαρ, ο σωφαρ, και ο γοθωμ, ο κενεζ, και ο θαμνα, και ο αμαληκ. οι γιοι του ραγουηλ ησαν: ο ναχαθ, ο ζερα, ο σομε, και ο μοζε. και οι γιοι του σηειρ ησαν: ο λωταν, και ο σωβαλ, και ο σεβεγων, και ο ανα, και ο δησων, και ο εσερ, και ο δισαν. και οι γιοι του λωταν ησαν: ο χορρι, και ο αιμαμ· και η αδελφη του λωταν ηταν η θαμνα· οι γιοι του σωβαλ, ησαν: ο αιλαν, και ο μαναχαθ, και ο εβαλ, ο σεφω, και ο ωναμ· και οι γιοι του σεβεγων ησαν: ο αιε, και ο ανα· οι γιοι του ανα ησαν: ο δησων· και οι γιοι του δησων ησαν: ο αμραν, και ο ασβαν, και ο ιθραν, και ο χαρραν. οι γιοι του εσερ ησαν: ο βαλααν, και ο ζααβαν, και ο ιακαν. οι γιοι του δισαν ησαν: ο ουζ και ο αραν. κι αυτοι ησαν οι βασιλιαδεσ, που βασιλευσαν στη γη του εδωμ, πριν βασιλευσει βασιλιασ επανω στουσ γιουσ ισραηλ: ο βελα, ο γιοσ του βεωρ· και το ονομα τησ πολησ του ηταν δενναβα. και ο βελα πεθανε, και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωβαβ, ο γιοσ του ζερα, απο τη βοσορρα. και ο ιωβαβ πεθανε, και αντ' αυτου βασιλευσε ο χουσαμ, απο τη γη των θαιμανιτων. και ο χουσαμ πεθανε, και αντ' αυτου βασιλευσε ο αδαδ, ο γιοσ του βεδαδ, που παταξε τουσ μαδιανιτεσ στην πεδιαδα του μωαβ· και το ονομα τησ πολησ του ηταν αβιθ. και ο αδαδ πεθανε, και αντ' αυτου βασιλευσε ο σαμλα, αυτοσ απο τη μασρεκα. και ο σαμλα πεθανε, και αντ' αυτου βασιλευσε ο σαουλ, αυτοσ απο τη ρεχωβωθ, που ειναι κοντα στον ποταμο. και ο σαουλ πεθανε, και αντ' αυτου βασιλευσε ο βααλ-χαναν, ο γιοσ του αχβωρ. και ο βααλ-χαναν πεθανε, και αντ' αυτου βασιλευσε ο αδαδ· και το ονομα τησ πολησ του ηταν παι· και το ονομα τησ γυναικασ του ηταν μεεταβεηλ, θυγατερα του ματραιδ, θυγατερασ του μαιζααβ. και αφου πεθανε ο αδαδ, σταθηκαν ηγεμονεσ στον εδωμ: ο ηγεμονασ θαμνα, ο ηγεμονασ αλβα, ο ηγεμονασ ιεθεθ, ο ηγεμονασ ολιβαμα, ο ηγεμονασ ηλα, ο ηγεμονασ φινων, ο ηγεμονασ κενεζ, ο ηγεμονασ θαιμαν, ο ηγεμονασ μιβσαρ, ο ηγεμονασ μαγεδιηλ, ο ηγεμονασ ιραμ· αυτοι σταθηκαν οι ηγεμονεσ στον εδωμ.

2

αυτοι ησαν οι γιοι του ισραηλ: ο ρουβην, ο συμεων, ο λευι, και ο ιηhυδασ, ο ισσαχαρ, και ο ζαβουλων, ο δαν, ο ιωσηφ, και ο βενιαμιν, ο νεφθαλι, ο γαδ, και ο ασηρ. οι γιοι του ιηhυδα ησαν: ο ηρ, και ο αυναν, και ο σηλα· σ' αυτον γεννηθηκαν τρεισ απο τη θυγατερα του σουα, τησ χαναανιτιδασ. και ο ηρ, ο πρωτοτοκοσ του ιηhυδα, ηταν πονηροσ μπροστα στον κυριο· και τον θανατωσε. και η θαμαρ, η νυφη του, γεννησε σ' αυτον τον φαρεσ και τον ζαρα. ολοι οι γιοι του ιηhυδα ησαν πεντε. οι γιοι του φαρεσ ησαν: ο εσρων και ο αμουλ. και οι γιοι του ζαρα, ησαν: ο ζιμβρι, και ο αιθαν, και ο αιμαν, και ο χαλχολ, και ο δαρα· ολοι ησαν πεντε. και οι γιοι του χαρμι ησαν: ο αχαρ, αυτοσ που ταραξε τον ισραηλ, που εκανε παραβαση στο αναθεμα. και οι γιοι του αιθαν ησαν: ο αζαριασ. και οι γιοι του εσρων, που γεννηθηκαν σ' αυτον, ησαν: ο ιεραμεηλ, και ο αραμ, και ο χαλεβ. και ο αραμ γεννησε τον αμμιναδαβ, και ο αμμιναδαβ γεννησε τον ναασσων, τον αρχοντα των γιων του ιηhυδα. και ο ναασσων γεννησε τον σαλμα, και ο σαλμα γεννησε τον βοοζ, και ο βοοζ γεννησε τον ωβηδ, και ο ωβηδ γεννησε τον ιεσσαι· και ο ιεσσαι γεννησε τον ελιαβ, τον πρωτοτοκο του, και τον αβιναδαβ, τον δευτερο, και τον σαμμα, τον τριτο, τον ναθαναηλ, τον τεταρτο, τον ραδδαι, τον πεμπτο, τον οσεμ, τον εκτο, τον δαβιδ, τον εβδομο. και οι αδελφεσ τουσ ησαν η σερουια, και η αβιγαια. και οι γιοι τησ σερουιασ ησαν τρεισ: ο αβισαι, και ο ιωαβ, και ο ασαηλ. και η αβιγαια γεννησε τον αμασα· και ο πατερασ του αμασα ηταν ο ιεθερ, ο ισμαηλιτησ. και ο χαλεβ, ο γιοσ του εσρων, γεννησε γιουσ απο την αζουβα, τη γυναικα του, και απο την ιεριωθ· και οι γιοι τησ ησαν: ο ιεσερ, και ο σωβαβ, και ο αρδων. και οταν πεθανε η αζουβα, ο χαλεβ πηρε για τον εαυτο του την εφραθ, που γεννησε σ' αυτον τον ωρ. και ο ωρ γεννησε τον ουρι, και ο ουρι γεννησε τον βεζελεηλ. και υστερα απ' αυτα, ο εσρων μπηκε μεσα στη θυγατερα του μαχειρ, του πατερα του γαλααδ· κι αυτοσ την πηρε, οταν ηταν ηλικιασ 60 χρονων· και γεννησε σ' αυτον τον σεγουβ. και ο σεγουβ γεννησε τον ιαειρ, που ειχε 23 πολεισ στη γη γαλααδ. και πηρε απ' αυτεσ τη γεσσουρ και την αραμ, τισ κωμοπολεισ τησ ιαειρ, την καιναθ, και τισ κωμοπολεισ τησ, 60 πολεισ. ολεσ αυτεσ ανηκαν στουσ γιουσ του μαχειρ, πατερα του γαλααδ. και αφου πεθανε ο εσρων στη χαλεβ-εφραθα, η αβια, η γυναικα του εσρων, γεννησε σ' αυτον τον ασχωρ, τον πατερα του θεκουε. και οι γιοι του ιεραμεηλ, του πρωτοτοκου του εσρων, ησαν: ο αραμ, ο πρωτοτοκοσ, και ο βουνα, και ο ορεν, και ο οσεμ, και ο αχια. ο ιεραμεηλ πηρε και αλλη γυναικα, που το ονομα τησ ηταν αταρα· αυτη ηταν η μητερα του ωναμ. και οι γιοι του αραμ, του πρωτοτοκου του ιεραμεηλ, ησαν: ο μαασ, και ο ιαμειν, και ο εκερ. και οι γιοι του ωναμ ησαν: ο σαμμαι, και ο ιαδαε. και οι γιοι του σαμμαι ησαν ο ναδαβ, και ο αβισουρ. και το ονομα τησ γυναικασ του αβισουρ ηταν αβιχαιλ, και γεννησε σ' αυτον τον ααβαν, και τον μωληδ. και οι γιοι του ναδαβ ησαν: ο σελεδ, και ο απφαιμ· ο σελεδ, ομωσ, πεθανε ατεκνοσ. και οι γιοι του απφαιμ ησαν: ο ιεσει. και οι γιοι του ιεσει ησαν: ο σησαν. και οι γιοι του σησαν ησαν: ο ααλαι. και οι γιοι του ιαδαε, του αδελφου του σαμμαι, ησαν: ο ιεθερ, και ο ιωναθαν· ο ιεθερ ομωσ πεθανε ατεκνοσ. και οι γιοι του ιωναθαν ησαν: ο φαλεθ, και ο ζαζα· αυτοι ησαν οι γιοι του ιεραμεηλ. και ο σησαν δεν ειχε γιουσ, αλλα θυγατερεσ. και ο σησαν ειχε εναν δουλο αιγυπτιο, που ονομαζοταν ιαραα· και ο σησαν εδωσε τη θυγατερα του για γυναικα στον ιαραα, τον δουλο του· και γεννησε σ' αυτον τον ατθαι. και ο ατθαι γεννησε τον ναθαν, και ο ναθαν γεννησε τον ζαβαδ, και ο ζαβαδ γεννησε τον εφλαλ, και ο εφλαλ γεννησε τον ωβηδ, και ο ωβηδ γεννησε τον ιηου, και ο ιηου γεννησε τον αζαρια, και ο αζαριασ γεννησε τον χελησ, και ο χελησ γεννησε τον ελεασα, και ο ελεασα γεννησε τον σισαμαι, και ο σισαμαι γεννησε τον σαλλουμ, και ο σαλλουμ γεννησε τον ιεκαμια, και ο ιεκαμιασ γεννησε τον ελισαμα. και οι γιοι του χαλεβ, του αδελφου του ιεραμεηλ, ησαν: ο μησα, ο πρωτοτοκοσ του, που ηταν ο πατερασ του ζιφ· και οι γιοι του μαρησα, πατερα του χεβρων. και οι γιοι του χεβρων ησαν: ο κορε, και ο θαπφουα, και ο ρεκεμ, και ο σεμα. και ο σεμα γεννησε τον ρααμ, τον πατερα του ιορκοαμ· και ο ρεκεμ γεννησε τον σαμμαι. και ο γιοσ του σαμμαι ηταν ο μαων· και ο μαων ηταν ο πατερασ του βαιθ-σουρ. και η γεφα, η παλλακη του χαλεβ, γεννησε τον χαρραν, και τον μοσα, και τον γαζεζ. και ο χαρραν γεννησε τον γαζεζ. και οι γιοι του ιαδαι ησαν: ο ρεγεμ, και ο ιωθαμ, και ο γησαν, και ο φελετ, και ο γεφα, και ο σαγαφ. η μααχα, η παλλακη του χαλεβ, γεννησε τον σεβερ, και τον θιρχανα. γεννησε ακομα τον σαγαφ, πατερα του μαδμαννα, τον σεβα, πατερα του μαχβηνα, και πατερα του γαβαα· και η θυγατερα του χαλεβ ηταν η αχσα. αυτοι ησαν οι γιοι του χαλεβ, του γιου του ωρ, πρωτοτοκου τησ εφραθα: ο σωβαλ, ο πατερασ τησ κιριαθ-ιαρειμ, ο σαλμα, ο πατερασ του βηθλεεμ, ο αρεφ, ο πατερασ του βαιθ-γαδερ. και στον σωβαλ, τον πατερα του κιριαθ-ιαρειμ, εγιναν γιοι: ο αροε, και ο ασει-αμενουχωθ. και οι συγγενειεσ κιριαθ-ιαρειμ ησαν οι ιεθριτεσ, και οι φουθιτεσ, και οι σουμαθιτεσ, και οι μισραιτεσ. απ' αυτουσ βγηκαν οι σαραθαιοι, και οι εσθαωλαιοι. οι γιοι του σαλμα ησαν: ο βηθλεεμ, και οι νετωφαθιτεσ, οι αταρωθ τησ οικογενειασ ιωαβ, και οι ζωριτεσ, το μισο των μαναχαθιτων, και οι συγγενειεσ των γραμματεων, που κατοικουσαν στην ιαβησ, οι θιραθιτεσ, οι σιμεαθιτεσ, και οι σουχαθιτεσ. αυτοι ειναι οι κεναιοι, που βγηκαν απο τον αιμαθ, τον πατερα τησ οικογενειασ ρηχαβ.

3

κι αυτοι ησαν οι γιοι του δαβιδ, που γεννηθηκαν σ' αυτον στη χεβρων· ο πρωτοτοκοσ, ο αμνων, απο την αχινοαμ την ιεζραηλιτιδα· ο δευτεροσ, ο δανιαλ, απο την αβιγαια την καρμηλιτιδα· ο τριτοσ, ηταν ο αβεσσαλωμ, ο γιοσ τησ μααχα, θυγατερασ του θαλμαι, του βασιλια τησ γεσσουρ· ο τεταρτοσ, ο αδωνιασ, ο γιοσ τησ αγγειθ· ο πεμπτοσ, ο σεφατιασ απο την αβιταλ· ο εκτοσ, ο ιθρααμ, απο τη γυναικα του αιγλα. στη χεβρων γεννηθηκαν εξι και βασιλευσε εκει επτα χρονια και εξι μηνεσ· στην ιερουσαλημ, ομωσ, βασιλευσε 33 χρονια. κι αυτοι ειναι που γεννηθηκαν σ' αυτον στην ιερουσαλημ· ο σαμαα, και ο σωβαβ, και ο ναθαν, και ο σολομωντασ, τεσσερισ, απο τη βηθ-σαβεε, τη θυγατερα του αμμιηλ· και ο ιεβαρ, και ο ελισαμα, και ο ελιφαλετ, και ο νωγα, και ο νεφεγ, και ο ιαφια, και ο ελισαμα, και ο ελιαδα, και ο ελιφελετ, εννια· ολοι οι γιοι του δαβιδ, εκτοσ των γιων των παλλακων, και η θαμαρ η αδελφη τουσ. και γιοσ του σολομωντα ηταν ο ροβοαμ, γιοσ του ο αβια, γιοσ του ο ασα, γιοσ του ο ιωσαφατ, γιοσ του ο ιωραμ, γιοσ του ο οχοζιασ, γιοσ του ο ιωασ, γιοσ του ο αμασιασ, γιοσ του ο αζαριασ, γιοσ του ο ιωθαμ, γιοσ του ο αχαζ, γιοσ του ο εζεκιασ, γιοσ του ο μανασσησ, γιοσ του ο αμμων, γιοσ του ο ιωσιασ. και οι γιοι του ιωσια ησαν: ο πρωτοτοκοσ του ο ιωαναν· ο δευτεροσ, ο ιωακειμ· ο τριτοσ, ο σεδεκιασ· ο τεταρτοσ, ο σαλλουμ. και οι γιοι του ιωακειμ ησαν: ο ιεχονιασ ο γιοσ του, ο σεδεκιασ ο γιοσ του. οι γιοι του ιεχονια ησαν: ο ασειρ, ο σαλαθιηλ ο γιοσ του, και ο μαλχιραμ, και ο φεδαιασ, και ο σενασαρ, ο ιεκαμιασ, ο ωσαμα, και ο νεδαβιασ. οι γιοι του φεδαια ησαν: ο ζοροβαβελ, και ο σιμει· και οι γιοι του ζοροβαλελ ο μεσουλλαμ, και ο ανανιασ, και η σελωμειθ, η αδελφη τουσ· και ο ασσουβα, και ο οηλ, και ο βαραχιασ, και ο ασαδιασ, και ο ιουσαβ-εσεδ, πεντε. και οι γιοι του ανανια ησαν: ο φελατιασ, και ο ιεσαιασ· οι γιοι του ρεφαια, οι γιοι του αρναν, οι γιοι του οβαδια, οι γιοι του σεχανια. και οι γιοι του σεχανια ησαν: ο σεμαιασ· και οι γιοι του σεμαια ησαν: ο χαττουσ, και ο ιγεαλ, και ο βαριασ, και ο νεαριασ, και ο σαφατ, εξι. και οι γιοι του νεαρια ησαν: ο ελιωηναι, και ο εζεκιασ, και ο αζρικαμ, τρεισ. και οι γιοι του ελιωηναι ησαν: ο ωδαιασ, και ο ελιασειβ, και ο φελαιασ, και ο ακκουβ, και ο ιωαναν, και ο δαλαιασ, και ο ανανι, επτα.

4

οι γιοι του ιηhυδα ησαν: ο φαρεσ, ο εσρων, και ο χαρμι, και ο ωρ, και ο σωβαλ. και ο ρεαια, ο γιοσ του σωβαλ, γεννησε τον ιααθ· και ο ιααθ γεννησε τον αχουμαι, και τον λααδ. αυτεσ ειναι οι συγγενειεσ των σαραθιτων. και αυτοι ησαν οι γιοι του πατερα ηταμ: ο ιεζραελ, και ο ιεσμα, και ο ιεδβασ· και το ονομα τησ αδελφησ τουσ ηταν ασελ-ελφονι· και ο φανουηλ, ο πατερασ του γεδωρ, και ο εσερ, ο πατερασ του χουσα. αυτοι ησαν οι γιοι του ωρ, του πρωτοτοκου του εφραθα, του πατερα του βηθλεεμ. και ο ασχωρ, ο πατερασ του θεκουε, ειχε δυο γυναικεσ, την ελα, και τη νααρα. και η μεν νααρα γεννησε σ' αυτον τον ναχουζαμ, και τον εφερ, και τον θαιμανι, και τον αχασταρι. αυτοι ησαν οι γιοι τησ νααρα. και οι γιοι τησ ελα ησαν: ο σερεθ, και ο ιεσοαρ, και ο εθναν. και ο κωσ γεννησε τον ανουβ, και τον σωβηβα, και τισ συγγενειεσ του αχαρηλ, του γιου του αρουμ. και ο ιαβησ ηταν ενδοξοτεροσ απ' ο,τι οι αδελφοι του· και η μητερα του αποκαλεσε το ονομα του ιαβησ, λεγοντασ: επειδη τον γεννησα με λυπη. και ο ιαβησ επικαλεστηκε τον θεο του ισραηλ, λεγοντασ: ειθε με ευλογια να με ευλογησεισ, και να απλωσεισ τα ορια μου, και το χερι σου να ειναι μαζι μου, και να με φυλαττεισ απο κακο, ωστε να μη εχω λυπη! και ο θεοσ χαρισε σ' αυτον οσα ζητησε. και ο χελουβ, ο αδελφοσ του σουα, γεννησε τον μεχειρ· αυτοσ ηταν ο πατερασ του εσθων. και ο εσθων γεννησε τον βαιθ-ραφα, και τον φασεα, και τον θεχιννα, τον πατερα τησ πολησ ναασ· αυτοι ειναι οι ανδρεσ ρηχα. και οι γιοι του κενεζ ησαν: ο γοθονιηλ, και ο σεραιασ· και οι γιοι του γοθονιηλ, ησαν ο αθαθ. και ο μεονοθαι γεννησε τον οφρα· και ο σεραιασ γεννησε τον ιωαβ, τον πατερα τησ κοιλαδασ των τεχνιτων· επειδη, ησαν τεχνιτεσ. και οι γιοι του χαλεβ, του γιου του ιεφοννη ησαν: ο ιρου, ο ηλα, και ο νααμ· και οι γιοι του ηλα ησαν: ο κενεζ. και οι γιοι του ιαλελεηλ ησαν: ο ζιφ και ο ζιφα, ο θηρια, και ο ασαρεηλ. και οι γιοι του εζρα ησαν: ο ιεθερ, και ο μερεδ, και ο εφερ, και ο ιαλων· και η γυναικα του μερεδ γεννησε τον μαριαμ, και τον σαμαι, και τον ιεσβα, τον πατερα του εσθεμωα. και η αλλη γυναικα του, η ιηhυδαια, γεννησε τον ιερεδ, τον πατερα του γεδωρ, και τον εβερ, τον πατερα του σηχω, και τον ιεκουθιηλ, τον πατερα του ζανωα. κι αυτοι ειναι οι γιοι τησ βιθιασ, τησ θυγατερασ του φαραω, που πηρε ο μερεδ. και οι γιοι τησ γυναικασ του, τησ οδιασ, τησ αδελφησ του ναχαμ, πατερα του κεειλα του γαρμιτη, και του εσθεμωα του μααχαθιτη. και οι γιοι του σιμων ησαν: ο αμνων, και ο ριννα, ο βεν-αναν, και ο θιλων. και οι γιοι του ιεσει ησαν: ο ζωχεθ, και ο βεν-ζωχεθ. οι γιοι του σηλα, του γιου του ιηhυδα, ησαν: ο ηρ, ο πατερασ του ληχα, και ο λααδα, ο πατερασ του μαρησα, και οι συγγενειεσ τησ οικογενειασ των εργαζομενων τη βυσσο, τησ οικογενειασ του ασβεα, και ο ιωκειμ, και οι ανδρεσ του χαζηβα, και ο ιωασ, και ο σαραφ, που δεσποζαν στον μωαβ, και ο ιασουβι-λεχεμ. ομωσ, αυτα ειναι αρχαια πραγματα. αυτοι ησαν οι αγγειοπλαστεσ, και αυτοι που κατοικουσαν στη νεταιμ και στη γεδιρα· εκει κατοικουσαν μαζι με τον βασιλια, για τισ εργασιεσ του. οι γιοι του συμεων ησαν: ο νεμουηλ, και ο ιαμειν, ο ιαρειβ, ο ζερα, και ο σαουλ· ο σαλλουμ, ο γιοσ του, ο μιβσαμ, ο γιοσ του, ο μισμα, ο γιοσ του. και οι γιοι του μισμα, ο αμουηλ, ο γιοσ του, ο ζακχουρ, ο γιοσ του, ο σιμει, ο γιοσ του. και ο σιμει γεννησε 16 γιουσ, και εξι θυγατερεσ· οι αδελφοι του, ομωσ, δεν ειχαν πολλουσ γιουσ ουτε πολλαπλασιαστηκαν ολεσ οι συγγενειεσ τουσ, οπωσ των γιων του ιηhυδα. και κατοικησαν στη βηρ-σαβεε, και στη μωλαδα, και στην ασαρ-σουαλ, και στη βαλλα, και στην ασεμ, και στη θωλαδ, και στη βαιθουηλ, και στην ορμα, και στη σικλαγ, και στη βαιθ-μαρχαβωθ, και στην ασαρ-σουσιμ, και στη βαιθ-βηρει, και στη σααραειμ. αυτεσ ησαν οι πολεισ τουσ μεχρι τη βασιλεια του δαβιδ. και οι κωμοπολεισ τουσ ησαν: η ιταμ, και η αειν, η ριμμων, και η θοχεν, και η ασαν, πεντε πολεισ· και ολεσ οι κωμοπολεισ τουσ, που ησαν ολογυρα απ' αυτεσ τισ πολεισ, μεχρι τη βααλ. αυτοι ησαν οι τοποι τησ κατοικιασ τουσ, και η διαιρεση τουσ κατα γενεεσ. και ο μεσωβαβ, και ο ιαμληχ, και ο ιωσα, ο γιοσ του αμασια, και ο ιωαλ, και ο ιηου, ο γιοσ του ιωσιβια, γιου του σεραια, γιου του ασιηλ, και ο ελιωηναι, και ο ιαακωβα, και ο ιεσοχαιασ, και ο ασαιασ, και ο αδιηλ, και ο ιεσιμιηλ, και ο βεναιασ, και ο ζιζα, ο γιοσ του σιφει, γιου του αλλον, γιου του ιεδαια, γιου του σιμρι, γιου του σεμαια· αυτοι που αναφερθηκαν ονομαστικα ησαν αρχοντεσ στισ συγγενειεσ τουσ· και η οικογενεια του πατερα τουσ αυξηθηκε σε πληθοσ. και πηγαν μεχρι την εισοδο γεδωρ, προσ ανατολασ τησ κοιλαδασ, για να αναζητησουν βοσκη στα κοπαδια τουσ· και βρηκαν βοσκη παχια και καλη, και η γη ηταν ευρυχωρη, και ησυχη, και ειρηνικη· επειδη, αυτοι που αλλοτε κατοικουσαν εκει, ησαν απο τον χαμ. κι αυτοι, που ησαν γραμμενοι ονομαστικα, ηρθαν στισ ημερεσ του εζεκια, του βασιλια του ιηhυδα, και παταξαν τισ σκηνεσ τουσ, και τουσ μιναιουσ που βρεθηκαν εκει, και τουσ αφανισαν μεχρι σημερα, και κατοικησαν αντι γι' αυτουσ· επειδη, εκει υπηρχε βοσκη για τα κοπαδια τουσ. και απ' αυτουσ, τουσ γιουσ του συμεων, 500 ανδρεσ πηγαν στο βουνο σηειρ, εχοντασ επικεφαλησ τουσ τον φελατια, και τον νεαρια, και τον ρεφαια, και τον οζιηλ, τουσ γιουσ του ιεσει· και παταξαν το υπολοιπο των αμαληκιτων, που ειχε διασωθει, και κατοικησαν εκει μεχρι σημερα.

5

και οι γιοι του ρουβην, του πρωτοτοκου του ισραηλ, (επειδη, αυτοσ ηταν ο πρωτοτοκοσ· ομωσ, επειδη μολυνε την κοιτη του πατερα του, τα πρωτοτοκια του δοθηκαν στουσ γιουσ του ιωσηφ, γιου του ισραηλ· ομωσ, οχι για να εχει τα πρωτοτοκια ωσ προσ τη γενεαλογια· επειδη, ο ιηhυδασ υπερισχυσε περισσοτερο απο τουσ αδελφουσ του, ωστε απ' αυτον να βγει ο ηγουμενοσ· τα πρωτοτοκια, ομωσ, ησαν του ιωσηφ)· οι γιοι του ρουβην, του πρωτοτοκου του ισραηλ, ησαν: ο ανωχ, και ο φαλλου, ο εσρων, και ο χαρμι. οι γιοι του ιωαλ ησαν: ο σεμαιασ, ο γιοσ του, ο γωγ, ο γιοσ του, ο σιμει, ο γιοσ του, ο μιχα, ο γιοσ του, ο ρεαια, ο γιοσ του, ο βααλ, ο γιοσ του, ο βεηρα, ο γιοσ του, που τον μετοικισε ο θελγαθ-φελνασαρ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ· αυτοσ ηταν ο αρχηγοσ των ρουβηνιτων. και των αδελφων του, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, οταν απαριθμηθηκε η γενεαλογια των γενεων τουσ, οι αρχηγοι ησαν: ο ιειηλ, και ο ζαχαριασ, και ο βελα, ο γιοσ του αζαζ, γιου του σεμα, γιου του ιωαλ· αυτοσ κατοικησε στην αροηρ, και μεχρι τη νεβω και τη βααλ-μεων· και ανατολικα κατοικησε μεχρι την εισοδο τησ ερημου απο τον ευφρατη ποταμο· επειδη, τα κτηνη τουσ ειχαν πληθυνει στη γη γαλααδ. και στισ ημερεσ του σαουλ εκαναν πολεμο εναντια στουσ αγαρηνουσ, που επεσαν με το χερι τουσ· και κατοικησαν στισ σκηνεσ τουσ σε ολοκληρο το ανατολικο μεροσ τησ γαλααδ. και οι γιοι του γαδ κατοικησαν απεναντι τουσ, στη γη τησ βασαν μεχρι τη σαλχα· ο ιωαλ, ο αρχηγοσ τουσ, και ο σαφαμ, ο δευτεροσ, και ο ιαναι, και ο σαφατ, στη βασαν. και οι αδελφοι τουσ απο την οικογενεια των πατερων τουσ ησαν: ο μιχαηλ, και ο μεσουλλαμ, και ο σεβα, και ο ιωραι, και ο ιαχαν, και ο ζιε, και ο εβερ, επτα. αυτοι ειναι οι γιοι του αβιχαιλ, του γιου του ουρι, του γιου του ιαροα, του γιου του γαλααδ, του γιου του μιχαηλ, του γιου του ιεσισαι, γιου του ιαδω, γιου του βουζ. ο αχι, ο γιοσ του αβδιηλ, γιου του γουνι, ηταν ο αρχηγοσ τησ οικογενειασ των πατερων τουσ. και κατοικησαν στη γαλααδ, στη βασαν, και στισ κωμοπολεισ τησ, και σε ολα τα περιχωρα τησ σαρων, μεχρι τα συνορα τουσ. ολοι αυτοι απαριθμηθηκαν συμφωνα με τη γενεαλογια τουσ στισ ημερεσ του ιωθαμ, του βασιλια του ιηhυδα, και στισ ημερεσ του ιεροβοαμ, του βασιλια του ισραηλ. οι γιοι του ρουβην, και οι γαδιτεσ, και το μισο τησ φυλησ του μανασση, απο τουσ δυνατουσ, ανδρεσ που φερνουν ασπιδα και μαχαιρα, και τεντωνουν τοξο, και γυμνασμενοι σε πολεμο, ησαν 44.760, που εβγαιναν σε πολεμο. και εκαναν πολεμο εναντια στουσ αγαρηνουσ, και τουσ ιετουραιουσ, και τουσ ναφισαιουσ, και τουσ νοδαβαιουσ. και βοηθηθηκαν εναντιον τουσ, και οι αγαρηνοι παραδοθηκαν στα χερια τουσ, και ολοι οσοι ησαν μαζι τουσ· επειδη, μεσα στη μαχη βοησαν στον θεο, και τουσ εισακουσε, επειδη ελπισαν σ' αυτον. και αιχμαλωτισαν τα κτηνη τουσ, τισ καμηλεσ τουσ 50.000, και προβατα 250.000, και γαιδουρια 2.000, και ψυχεσ ανθρωπων 100.000. επειδη, πολλοι επεσαν θανατωμενοι, για τον λογο οτι ο πολεμοσ ηταν απο τον θεο. και κατοικησαν αντι γι' αυτουσ μεχρι τη μετοικεσια. και οι γιοι τησ μισησ φυλησ του μανασση κατοικησε στη γη· αυτοι αυξηθηκαν απο τη βασαν μεχρι τη βααλ-ερμων, και τη σενειρ, και μεχρι του βουνου αερμων.(38α) κι αυτοι ησαν οι αρχηγοι τησ οικογενειασ των πατερων τουσ: ο εφερ, και ο ιεσει, και ο ελιηλ, και ο αζριηλ, και ο ιερεμιασ, και ο ωδουιασ, και ο ιαδιηλ, ανδρεσ δυνατοι σε ισχυ, ανδρεσ ονομαστοι, αρχηγοι τησ οικογενειασ των πατερων τουσ. αλλα, σταθηκαν παραβατεσ εναντια στον θεο των πατερων τουσ, και πορνευσαν πισω απο αλλουσ θεουσ των λαων τησ γησ, τουσ οποιουσ ο θεοσ ειχε αφανισει απο μπροστα τουσ. γι' αυτο, ο θεοσ του ισραηλ διεγειρε το πνευμα του φουλ, του βασιλια τησ ασσυριασ, και το πνευμα του θελγαθ-φελνασαρ, του βασιλια τησ ασσυριασ, και τουσ μετοικισε, τουσ ρουβηνιτεσ, και τουσ γαδιτεσ, και τη μιση φυλη του μανασση, και τουσ εφερε στην αλα, και στην αβωρ, και στην αρα, και στον ποταμο γωζαν, μεχρι σημερα.

6

οι γιοι του λευι ησαν: ο γηρσων, ο κααθ, και ο μεραρι. και οι γιοι του κααθ ησαν: ο αμραμ, ο ισααρ, ο χεβρων, και ο οζιηλ. και οι γιοι του αμραμ ησαν: ο ααρων, και ο μωυσησ, και η μαριαμ. οι υπολοιποι γιοι του ααρων ησαν: ο ναδαβ, και ο αβιουδ, ο ελεαζαρ, και ο ιθαμαρ. ο ελεαζαρ γεννησε τον φινεεσ, και ο φινεεσ γεννησε τον αβισσουα, και ο αβισσουα γεννησε τον βουκκι, και ο βουκκι γεννησε τον οζι, και ο οζι γεννησε τον ζεραια, και ο ζεραιασ γεννησε τον μεραιωθ, ο μεραιωθ γεννησε τον αμαρια, και ο αμαριασ γεννησε τον αχιτωβ, και ο αχιτωβ γεννησε τον σαδωκ, και ο σαδωκ γεννησε τον αχιμαασ, και ο αχιμαασ γεννησε τον αζαρια, και ο αζαριασ γεννησε τον ιωαναν, και ο ιωαναν γεννησε τον αζαρια, (αυτοσ ειναι που ιερατευσε στον ναο, τον οποιο οικοδομησε ο σολομωντασ στην ιερουσαλημ)· και ο αζαριασ γεννησε τον αμαρια, και ο αμαριασ γεννησε τον αχιτωβ, και ο αχιτωβ γεννησε τον σαδωκ, και ο σαδωκ γεννησε τον σαλλουμ, και ο σαλλουμ γεννησε τον χελκια, και ο χελκιασ γεννησε τον αζαρια, και ο αζαριασ γεννησε τον σεραια, και ο σεραιασ γεννησε τον ιωσεδεκ, και ο ιωσεδεκ πηγε στη μετοικεσια, οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε να μετοικιστει ο ιηhυδασ και η ιερουσαλημ διαμεσου του ναβουχοδονοσορα. οι γιοι του λευι ησαν: ο γηρσωμ, ο κααθ, και ο μεραρι. κι αυτα ειναι τα ονοματα των γιων του γηρσωμ: λιβνι και σιμει. και οι γιοι του κααθ ησαν: ο αμραμ, και ο ισααρ, και ο χεβρων, και ο οζιηλ. οι γιοι του μεραρι ησαν: ο μααλι, και ο μουσι. και οι συγγενειεσ των λευιτων, συμφωνα με τισ πατριεσ τουσ, ησαν αυτεσ: του γηρσωμ, ο λιβνι, ο γιοσ του, ο ιααθ, ο γιοσ του, ο ζιμμα, ο γιοσ του, ο ιωαχ, ο γιοσ του, ο ιδδω, ο γιοσ του, ο ζερα, ο γιοσ του, ο ιεθραι, ο γιοσ του. οι γιοι του κααθ ησαν: ο αμμιναδαβ, ο γιοσ του, ο κορε, ο γιοσ του, ο ασειρ, ο γιοσ του, ο ελκανα, ο γιοσ του, και ο εβιασαφ, ο γιοσ του, και ο ασειρ, ο γιοσ του, ο ταχαθ, ο γιοσ του, ο ουριηλ, ο γιοσ του, ο οζιασ, ο γιοσ του, και ο σαουλ, ο γιοσ του. και οι γιοι του ελκανα ησαν: ο αμασαι, και ο αχιμωθ. και ο ελκανα· οι γιοι του ελκανα ησαν: ο σουφι, ο γιοσ του, και ο ναχαθ, ο γιοσ του, ο ελιαβ, ο γιοσ του, ο ιεροαμ, ο γιοσ του, ο ελκανα, ο γιοσ του. και οι γιοι του σαμουαλ ησαν: ο βασνι, ο πρωτοτοκοσ, και ο αβια. οι γιοι του μεραρι ησαν: ο μααλι, ο λιβνι, ο γιοσ του, ο σιμει, ο γιοσ του, ο ουζα, ο γιοσ του, ο σιμαα, ο γιοσ του, ο αγγια, ο γιοσ του, ο ασαιασ, ο γιοσ του. και αυτοι ειναι εκεινοι που ο δαβιδ κατεστησε στο εργο τησ μουσικησ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αφου η κιβωτοσ βρηκε αναπαυση. και υπηρετουσαν μπροστα στη σκηνη του μαρτυριου με ψαλμωδιεσ, μεχρισ οτου ο σολομωντασ οικοδομησε τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στην ιερουσαλημ· και τοτε τοποθετηθηκαν στο υπουργημα τουσ, συμφωνα με την ταξη τουσ. κι αυτοι ειναι εκεινοι που τοποθετηθηκαν, μαζι με τα παιδια τουσ: απο τουσ γιουσ των κααθιτων: ο αιμαν, ο ψαλτωδοσ, γιοσ του ιωαλ, γιου του σαμουαλ, γιου του ελκανα, γιου του ιεροαμ, γιου του ελιηλ, γιου του θωα, γιου του σουφ, γιου του ελκανα, γιου του μααθ, γιου του αμασαι, γιου του ελκανα, γιου του ιωαλ, γιου του αζαρια, γιου του σοφονια, γιου του ταχαθ, γιου του ασειρ, γιου του εβιασαφ, γιου του κορε, γιου του ισααρ, γιου του κααθ, γιου του λευι, γιου του ισραηλ· και ο αδελφοσ του ασαφ, που στεκοταν δεξια του· ο ασαφ, ο γιοσ του βαραχια, γιου του σιμεα, γιου του μιχαηλ, γιου του βαασια, γιου του μαλχια, γιου του εθνει, γιου του ζερα, γιου του αδαια, γιου του εθαν, γιου του ζιμμα, γιου του σιμει, γιου του ιααθ, γιου του γηρσωμ, γιου του λευι· και οι αδελφοι τουσ, οι γιοι του μεραρι, που ησαν απο αριστερα· ο εθαν, ο γιοσ του κεισι, γιου του αβδι, γιου του μαλλουχ, γιου του ασαβια, γιου του αμασια, γιου του χελκια, γιου του αμσι, γιου του βανι, γιου του σαμειρ, γιου του μααλι, γιου του μουσι, γιου του μεραρι, γιου του λευι· και οι αδελφοι τουσ οι λευιτεσ, διορισμενοι σε ολεσ τησ υπηρεσιεσ τησ σκηνησ του οικου του θεου. και ο ααρων και οι γιοι του θυμιαζαν επανω στο θυσιαστηριο των ολοκαυτωματων, και επανω στο θυσιαστηριο του θυμιαματοσ, διορισμενοι σε ολεσ τισ εργασιεσ του αγιου των αγιων, και στο να κανουν εξιλεωση για τον ισραηλ, συμφωνα με ολα οσα ειχε προσταξει ο μωυσησ, ο δουλοσ του θεου. κι αυτοι ειναι οι γιοι του ααρων: ο ελεαζαρ, ο γιοσ του, ο φινεεσ, ο γιοσ του, ο αβισσουα, ο γιοσ του, ο βουκκι, ο γιοσ του, ο οζι, ο γιοσ του, ο ζεραιασ, ο γιοσ του, ο μεραιωθ, ο γιοσ του, ο αμαριασ, ο γιοσ του, ο αχιτωβ, ο γιοσ του, ο σαδωκ, ο γιοσ του, ο αχιμαασ, ο γιοσ του. κι αυτεσ ησαν οι κατοικιεσ τουσ, συμφωνα με τισ κωμοπολεισ τουσ στα συνορα τουσ, των γιων του ααρων, απο τη συγγενεια των κααθιτων· επειδη, σ' αυτουσ επεσε ο κληροσ· και εδωσαν σ' αυτουσ τη χεβρων στη γη του ιηhυδα, και τα περιχωρα τησ ολογυρα απ' αυτη. τα χωραφια, ομωσ, τησ πολησ, και τισ κωμοπολεισ τησ, τα εδωσαν στον χαλεβ, τον γιο του ιεφοννη. και στουσ γιουσ του ααρων εδωσαν τισ πολεισ του ιηhυδα, τη χεβρων, την πολη του καταφυγιου, και τη λιβνα και τα περιχωρα τησ, και την ιαθειρ, και την εσθεμωα και τα περιχωρα τησ, και την ηλων και τα περιχωρα τησ, τη δεβειρ, και τα περιχωρα τησ, και την ασαν και τα περιχωρα τησ, και τη βαιθ-σεμεσ και τα περιχωρα τησ, και απο τη φυλη του βενιαμιν, τη γαβαα και τα περιχωρα τησ, και την αλεμεθ και τα περιχωρα τησ, και την αναθωθ και τα περιχωρα τησ· ολεσ οι πολεισ τουσ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, ησαν 13. και στουσ γιουσ του κααθ, αυτουσ που εναπεμειναν, δοθηκαν συμφωνα με κληρο απο τη συγγενεια καθε φυλησ, και απο τη μιση φυλη του μανασση, δεκα πολεισ. και στουσ γιουσ του γηρσωμ, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, απο τη φυλη του ισσαχαρ, και απο τη φυλη του ασηρ, και απο τη φυλη του νεφθαλι, και απο τη φυλη του μανασση στη βασαν, 13 πολεισ. στουσ γιουσ του μεραρι, συμφωνα με τισ συγγενειεσ τουσ, δοθηκαν με κληρο απο τη φυλη του ρουβην, και απο τη φυλη του γαδ, και απο τη φυλη του ζαβουλων, 12 πολεισ. και οι γιοι ισραηλ εδωσαν στουσ λευιτεσ αυτεσ τισ πολεισ και τα περιχωρα τουσ. και εδωσαν συμφωνα με κληρο, απο τη φυλη των γιων του ιηhυδα, και απο τη φυλη των γιων του συμεων, και απο τη φυλη των γιων του βενιαμιν, αυτεσ τισ πολεισ, που ονομαστηκαν συμφωνα με τα ονοματα τουσ. και οι συγγενειεσ των γιων του κααθ πηραν πολεισ των συνορων τουσ απο τη φυλη του εφραιμ. και τουσ εδωσαν τισ πολεισ του καταφυγιου, τη συχεμ, και τα περιχωρα τησ, στο βουνο εφραιμ, και τη γεζερ και τα περιχωρα τησ, και την ιοκμεαμ και τα περιχωρα τησ, και τη βαιθ-ωρων και τα περιχωρα τησ, και την αιαλων και τα περιχωρα τησ, και τη γαθ-ριμμων και τα περιχωρα τησ· και απο τη μιση φυλη του μανασση, την ανηρ και τα περιχωρα τησ, και τη βιλεαμ και τα περιχωρα τησ· αυτεσ τισ εδωσαν στισ συγγενειεσ αυτων που εναπεμειναν απο τουσ γιουσ του κααθ. στουσ γιουσ του γηρσωμ εδωσαν, απο τη συγγενεια τησ μισησ φυλησ του μανασση, τη γωλαν στη βασαν και τα περιχωρα τησ, και την ασταρωθ και τα περιχωρα τησ· και απο τη φυλη του ισσαχαρ, την κεδεσ και τα περιχωρα τησ, τη δαβραθ και τα περιχωρα τησ, και τη ραμωθ και τα περιχωρα τησ, και την ανειμ και τα περιχωρα τησ· και απο τη φυλη του ασηρ, τη μασαλ και τα περιχωρα τησ, και την αβδων και τα περιχωρα τησ, και τη χουκωκ και τα περιχωρα τησ, και τη ρεωβ και τα περιχωρα τησ· και απο τη φυλη του νεφθαλι, την κεδεσ στη γαλιλαια και τα περιχωρα τησ, και την αμμων και τα περιχωρα τησ, και την κιριαθαιμ και τα περιχωρα τησ. στουσ γιουσ του μεραρι, αυτουσ που εναπεμειναν, εδωσαν, απο τη φυλη του ζαβουλων, τη ριμμων και τα περιχωρα τησ, τη θαβωρ και τα περιχωρα τησ· και στην αντιπερα πλευρα του ιορδανη, κοντα στην ιεριχω, προσ ανατολασ του ιορδανη, εδωσαν, απο τη φυλη του ρουβην, τη βοσορ στην ερημο και τα περιχωρα τησ, και την ιασα και τα περιχωρα τησ, και την κεδημωθ και τα περιχωρα τησ, και τη μηφααθ και τα περιχωρα τησ· και απο τη φυλη του γαδ, τη ραμωθ στη γαλααδ και τα περιχωρα τησ, και τη μαχαναιμ και τα περιχωρα τησ, και την εσεβων και τα περιχωρα τησ, και την ιαζηρ και τα περιχωρα τησ.

7

και οι γιοι του ισσαχαρ ησαν: ο θωλα, και ο φουα, ο ιασουβ, και ο σιμβρων, τεσσερισ. και οι γιοι του θωλα ησαν: ο οζι, και ο ρεφαια, και ο ιεριηλ, και ο ιαμαι, και ο ιεβσαμ, και ο σεμουηλ, αρχηγοι τησ οικογενειασ των πατερων τουσ στον θωλα, ισχυροι σε δυναμη στισ γενεεσ τουσ· ο αριθμοσ τουσ ηταν, στισ ημερεσ του δαβιδ, 22.600. και οι γιοι του οζι ησαν: ο ιζραιασ· και οι γιοι του ιζραια ησαν: ο μιχαηλ, και ο οβαδια, και ο ιωαλ, και ο ιεσια, πεντε, ολοι τουσ αρχηγοι. και μαζι τουσ, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, αναλογα με τισ πατρικεσ τουσ οικογενειεσ, ησαν ταγματα που παρατασσονταν σε πολεμο 36.000 ανδρεσ· επειδη, ειχαν αποκτησει πολλεσ γυναικεσ και γιουσ. και οι αδελφοι τουσ, αναμεσα σε ολεσ τισ οικογενειεσ του ισσαχαρ, οι ισχυροι σε δυναμη, ολοι εκεινοι που απαριθμηθηκαν συμφωνα με τισ γενεαλογιεσ τουσ, ησαν 87.000. οι γιοι του βενιαμιν ησαν: ο βελα, και ο βεχερ, και ο ιεδιαηλ, τρεισ. και οι γιοι του βελα ησαν: ο εσβων, και ο οζι, και ο οζιηλ, και ο ιεριμωθ, και ο ιρι, πεντε, αρχηγοι των πατρικων οικογενειων, ισχυροι με δυναμη, που απαριθμηθηκαν συμφωνα με τισ γενεαλογιεσ τουσ, ησαν 22.034. και οι γιοι του βεχερ ησαν: ο ζεμιρα, και ο ιωασ, και ο ελιεζερ, και ο ελιωηναι, και ο αμρι, και ο ιεριμωθ, και ο αβια, και ο αναθωθ, και ο αλαμεθ· ολοι αυτοι ησαν οι γιοι του βεχερ. και η γενεαλογικη τουσ απαριθμηση, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, ηταν 22.200, αρχηγοι των πατρικων τουσ οικογενειων, ισχυροι σε δυναμη. και οι γιοι του ιεδιαηλ ησαν: ο βαλααν· και οι γιοι του βαλααν ησαν: ο ιεουσ, και ο βενιαμιν, και ο εχουδ, και ο χαναανα, και ο ζηθαν, και ο θαρσεισ, και ο αχισσαρ· ολοι αυτοι οι γιοι του ιεδιαηλ, αρχηγοι πατριων, ισχυροι σε δυναμη, ησαν 17.200, που μπορουσαν να εκστρατευσουν σε πολεμο. και ο σουφιμ, και ο ουπιμ, οι γιοι του ιρ· και οι γιοι του αχηρ, ο ουσιμ. οι γιοι του νεφθαλι ησαν: ο ιασιηλ, και ο γουνι, και ο ιεσερ, και ο σαλλουμ, οι γιοι τησ βαλλασ. οι γιοι του μανασση ησαν: ο ασριηλ, που γεννησε η γυναικα του· (ενω, η παλλακη του, η συρια, γεννησε τον μαχειρ, τον πατερα του γαλααδ· και ο μαχειρ πηρε για γυναικα την αδελφη του ουπιμ και του σουφιμ· και το ονομα τησ αδελφησ τουσ ηταν μααχα). και το ονομα του δευτερου ηταν σαλπααδ· και ο σαλπααδ γεννησε θυγατερεσ. και η μαχαα, η γυναικα του μαχειρ, γεννησε γιο, και αποκαλεσε το ονομα του φαρεσ· και το ονομα του αδελφου του ηταν σαρεσ· και οι γιοι του ησαν ο ουλαμ, και ο ρακεμ. και οι γιοι του ουλαμ ησαν ο βεδαν. αυτοι ησαν οι γιοι του γαλααδ, γιου του μαχειρ, γιου του μανασση. και η αδελφη του η αμμολεκεθ γεννησε τον ισουδ, και τον αβιεζερ, και τον μααλα. και οι γιοι του σεμιδα ησαν: ο αχιαν, και ο συχεμ, και ο λικχι, και ο ανιαμ. και οι γιοι του εφραιμ ησαν: ο σουθαλα, και ο βερεσ, ο γιοσ του, και ο ταχαθ, ο γιοσ του, και ο ελεαδα, ο γιοσ του, και ο ταχαθ, ο γιοσ του, και ο ζαβαδ, ο γιοσ του, και ο σουθαλα, ο γιοσ του, και ο εσερ, και ο ελεαδ· και τουσ θανατωσαν οι ανδρεσ τησ γαθ, που γεννηθηκαν σ' εκεινον τον τοπο, επειδη κατεβηκαν να παρουν τα κτηνη τουσ. και ο εφραιμ, ο πατερασ τουσ, πενθησε πολλεσ ημερεσ, και ηρθαν οι αδελφοι του για να τον παρηγορησουν. υστερα, μπηκε μεσα στη γυναικα του, η οποια συνελαβε και γεννησε γιο· και αποκαλεσε το ονομα του βερια, επειδη γεννηθηκε σε συμφορα, που συνεβηκε στην οικογενεια του. (και η θυγατερα του ηταν η σερα, η οποια οικοδομησε τη βαιθ-ωρων, την κατω και την ανω, και την ουζεν-σεερα). και ο ρεφα ηταν ο γιοσ του, και ο ρεσεφ και ο θελα, οι γιοι του, και ο ταχαν, ο γιοσ του, ο λααδαν, ο γιοσ του, ο αμμιουδ, ο γιοσ του, ο ελισαμα, ο γιοσ του, ο ναυη, ο γιοσ του, ο ιηhοσυα, ο γιοσ του. και οι ιδιοκτησιεσ τουσ και οι κατοικιεσ τουσ ησαν: η βαιθηλ και οι κωμοπολεισ τησ, και προσ τα ανατολικα ηταν η νααραν, και προσ τα δυτικα η γεζερ, και οι κωμοπολεισ τησ, και η συχεμ, και οι κωμοπολεισ τησ, μεχρι τη γαζα και τισ κωμοπολεισ τησ· και, στα συνορα των γιων του μανασση, ησαν: η βαιθ-σαν και οι κωμοπολεισ τησ, η θααναχ και οι κωμοπολεισ τησ, η μεγιδδω και οι κωμοπολεισ τησ, η δωρ και οι κωμοπολεισ τησ. σ' αυτεσ κατοικουσαν οι γιοι του ιωσηφ, γιου του ισραηλ. οι γιοι του ασηρ ησαν: ο ιεμνα, και ο ιεσσουα, και ο ιεσσουαι, και ο βερια, και η σερα, η αδελφη τουσ. και οι γιοι του βερια ησαν: ο εβερ, και ο μαλχιηλ, που ειναι ο πατερασ του βιρζαβιθ. και ο εβερ γεννησε τον ιαφλητ, και τον σωμηρ, και τον χωθαμ, και τη σουα, την αδελφη τουσ. και οι γιοι του ιαφλητ ησαν: ο φασαχ, και ο βιμαλ, και ο ασουαθ· αυτοι ειναι οι γιοι του ιαφλητ. και οι γιοι του σωμηρ ησαν: ο αχι, και ο ρωγα, ο ιεχουβα, και ο αραμ. και οι γιοι του ελεμ, του αδελφου του, ησαν: ο σωφα, και ο ιεμνα, και ο σελλησ, και ο αμαλ. οι γιοι του σωφα ησαν: ο σουα, και ο αρνεφερ, και ο σωγαλ, και ο βερι, και ο ιεμρα, ο βοσορ, και ο ωδ, και ο σαμμα, και ο σελισα, και ο ιθραν, και ο βεηρα. και οι γιοι του ιεθερ ησαν: ο ιεφοννη, και ο φισπα, και ο αρα. και οι γιοι του ουλλα ησαν: ο αραχ, και ο ανιηλ, και ο ρισια. ολοι αυτοι ησαν οι γιοι του ασηρ, αρχηγοι πατρικων οικογενειων, εκλεκτοι, ισχυροι σε δυναμη, πρωτοι αρχηγοι. και ο αριθμοσ τουσ, συμφωνα με τη γενεαλογια τουσ, οσοι ησαν αξιοι να παραταχθουν σε μαχη, ησαν 26.000 ανδρεσ.

8

και ο βενιαμιν γεννησε τον βελα, τον πρωτοτοκο του, τον ασβηλ, τον δευτερο, και τον ααρα, τον τριτο, τον νωα, τον τεταρτο, και τον ραφα, τον πεμπτο. και οι γιοι του βελα ησαν: ο αδδαρ, και ο γηρα, και ο αβιουδ, και ο αβισσουα, και ο νααμαν, και ο αχωα, και ο γηρα, και ο σεφουφαν, και ο ουραμ. κι αυτοι ειναι οι γιοι του εχουδ, που ησαν αρχηγοι πατριων, σ' εκεινουσ που κατοικουσαν τη γαβαα, και ειχαν μετοικιστει στη μαναχαθ· και ο νααμαν, και ο αχια, και ο γηρα, που τουσ μετοικισε, και γεννησε τον ουζα και τον αχιουδ. και ο σααραιμ γεννησε γιουσ στη γη του μωαβ, αφου απεβαλε την ουσιμ και τη βααρα, τισ γυναικεσ του· και γεννησε απο την οδεσ, τη γυναικα του, τον ιωβαβ, και τον σιβια, και τον μησα, και τον μαλχαμ, και τον ιεουσ, και τον σαχια, και τον μιρμα· αυτοι ησαν οι γιοι του, αρχηγοι πατριων. και απο την ουσιμ ειχε γεννησει τον αβιτωβ, και τον ελφααλ. και οι γιοι του ελφααλ ησαν: ο εβερ, και ο μισααμ, και ο σαμερ, που οικοδομησε την ωνω, και τη λωδ και τησ κωμοπολεισ τησ· και ο βερια, και ο σεμα, αυτοι ησαν αρχηγοι πατριων σ' εκεινουσ που κατοικουσαν την αιαλων· αυτοι εδιωξαν τουσ κατοικουσ τησ γαθ· και ο αχιω, ο σασακ, και ο ιερεμωθ, και ο ζεβαδιασ, και ο αραδ, και ο αδερ, και ο μιχαηλ, και ο ιεσπα, και ο ιωχα, οι γιοι του βερια· και ο ζεβαδιασ, και ο μεσουλλαμ, και ο εζεκι, και ο εβερ, ο ισμεραι, και ο ιεζλια, και ο ιωβαβ, οι γιοι του ελφααλ· και ο ιακειμ, και ο ζιχρι, και ο ζαβδι, και ο ελιηναι, και ο ζιλθαι, και ο ελιηλ, και ο αδαιασ, και ο βεραια, και ο σιμραθ, οι γιοι του σεμα· και ο ιεσφαν, και ο εβερ, και ο ελιηλ, και ο αβδων, και ο ζιχρι, και ο αναν, και ο ανανιασ, και ο ελαμ, και ο ανθωθια, και ο ιεφεδια, και ο φανουηλ, οι γιοι του σασακ· και ο σαμσεραι, και ο σεαρια, και ο γοθολια, και ο ιερασια, και ο ηλια, και ο ζιχρι, οι γιοι του ιεροαμ. αυτοι ησαν αρχηγοι πατριων, αρχηγοι συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ. αυτοι κατοικησαν στην ιερουσαλημ. στη γαβαων κατοικησε ο πατερασ γαβαων, και το ονομα τησ γυναικασ του ηταν μααχα· και ο πρωτοτοκοσ γιοσ του ηταν ο αβδων, επειτα ο σουρ, και ο κεισ, και ο βααλ, και ο ναδαβ, και ο γεδωρ, και ο αχιω, και ο ζαχερ, και ο μικλωθ, αυτοσ που γεννησε τον σιμεα. κι αυτοι ακομα κατοικησαν μαζι με τουσ αδελφουσ τουσ στην ιερουσαλημ, απεναντι απο τα αδελφια τουσ. και ο νηρ γεννησε τον κεισ, και ο κεισ γεννησε τον σαουλ, και ο σαουλ γεννησε τον ιωναθαν, και τον μαλχι-σουε, και τον αβιναδαβ, και τον εσ-βααλ. και ο γιοσ του ιωναθαν ηταν ο μεριβ-βααλ· και ο μεριβ-βααλ γεννησε τον μιχα. και οι γιοι του μιχα ησαν: ο φιθων, και ο μελεχ, και ο θαρεα, και ο αχαζ. και ο αχαζ γεννησε τον ιωαδα· και ο ιωαδα γεννησε τον αλεμεθ, και τον αζμαβεθ, και τον ζιμβρι· και ο ζιμβρι γεννησε τον μοσα· και ο μοσα γεννησε τον βινεα· ο ραφα, ο γιοσ του· ο ελεασα, ο γιοσ του. και ο ασηλ ειχε εξι γιουσ, τα ονοματα των οποιων ειναι τουτα: ο αζρικαμ, ο βοχερου, και ο ισμαηλ, και ο σεαρια, και ο οβαδια, και ο αναν· ολοι αυτοι ησαν οι γιοι του ασηλ. και οι γιοι του ησεκ του αδελφου του ησαν: ο ουλαμ, ο πρωτοτοκοσ του, ο ιεουσ, ο δευτεροσ, και ο ελιφελετ, ο τριτοσ. και οι γιοι του ουλαμ ησαν ανδρεσ ισχυροι σε δυναμη, που τεντωναν τοξο, και που ειχαν πολλουσ γιουσ, και γιουσ των γιων, 150 ολοι αυτοι ησαν απο τουσ γιουσ του βενιαμιν.

9

ετσι, ολοκληροσ ο ισραηλ απαριθμηθηκε κατα γενεαλογιεσ· και, δεστε, ειναι γραμμενοι στο βιβλιο των βασιλιαδων του ισραηλ και του ιηhυδα. αλλα, μετοικιστηκαν στη βαβυλωνα εξαιτιασ των ανομιων τουσ. και οι πρωτοι κατοικοι, που ησαν στισ ιδιοκτησιεσ τουσ, στισ πολεισ τουσ, ησαν οι ισραηλιτεσ, οι ιερεισ, οι λευιτεσ, και οι νεθινειμ. και στην ιερουσαλημ κατοικησαν απο τουσ γιουσ του ιηhυδα, και απο τουσ γιουσ του βενιαμιν, και απο τουσ γιουσ του εφραιμ, και του μανασση, ο γουθαι, ο γιοσ του αμμιουδ, γιου του αμρι, γιου του ιμρι, γιου του βανι, απο τουσ γιουσ του φαρεσ, γιου του ιηhυδα. και απο τουσ σηλωνιτεσ, ο ασαιασ ο πρωτοτοκοσ, και οι γιοι του. και απο τουσ γιουσ του ζερα, ο ιεουηλ, και οι αδελφοι τουσ, 690. και απο τουσ γιουσ του βενιαμιν, ο σαλλου, ο γιοσ του μεσουλλαμ, γιου του ωδουια, γιου του ασενουα, και ο ιεβνια, ο γιοσ του ιεροαμ, και ο ηλα, ο γιοσ του οζι, γιου του μιχρι, και ο μεσουλλαμ, γιοσ του σεφατια, γιου του ραγουηλ, γιου του ιβνια· και οι αδελφοι τουσ, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, 956 ολοι αυτοι οι ανδρεσ ησαν αρχηγοι πατριων, συμφωνα με τισ πατρικεσ τουσ οικογενειεσ. και απο τουσ ιερεισ, ο ιεδαιασ, και ο ιωιαρειβ, και ο ιαχειν, και ο αζαριασ, ο γιοσ του χελκια, γιου του μεσουλλαμ, γιου του σαδωκ, γιου του μεραιωθ, γιου του αχιτωβ, αρχοντασ του οικου του θεου· και ο αδαιασ, ο γιοσ του ιεροαμ, γιου του πασχωρ, γιου του μαλχιου, και ο μαασαι, ο γιοσ του αδιηλ, γιου του ιαζηρα, γιου του μεσουλλαμ, γιου του μεσιλλεμιθ, γιου του ιμμηρ· και οι αδελφοι τουσ, οι αρχηγοι των πατρικων τουσ οικογενειων, 1.760, ισχυροι με δυναμη, αξιοι για το εργο τησ υπηρεσιασ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και απο τουσ λευιτεσ, ο σεμαιασ, ο γιοσ του ασσουβ, γιου του αζρικαμ, γιου του ασαβια, απο τουσ γιουσ του μεραρι· και ο βακβακαρ, ο ερεσ, και ο γαλαλ, και ο ματθανιασ, ο γιοσ του μιχα, γιου του ζιχρι, γιου του ασαφ· και ο οβαδια, ο γιοσ του σεμαια, γιου του γαλαλ, γιου του ιεδουθουν, και ο βαραχιασ, ο γιοσ του ασα, γιου του ελκανα, αυτοσ που κατοικησε στισ κωμοπολεισ των νετωφαθιτων. και οι θυρωροι ησαν: ο σαλλουμ, και ο ακκουβ, και ο ταλμων, και ο αχιμαν, και οι αδελφοι τουσ· ο σαλλουμ ηταν ο αρχοντασ· αυτοι ησαν μεχρι τωρα στην πυλη του βασιλια, προσ τα ανατολικα, θυρωροι κατα ταγματα των γιων του λευι. και ο σαλλουμ, ο γιοσ του κωρη, γιου του εβιασαφ, γιου του κορε, και οι αδελφοι του, απο την οικογενεια του πατερα του, οι κοριτεσ, ησαν υπευθυνοι για το εργο τησ υπηρεσιασ, φυλακεσ των πυλων τησ σκηνησ· και οι πατερεσ τουσ, στο στρατοπεδο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ησαν φυλακεσ τησ εισοδου. και ο φινεεσ, ο γιοσ του ελεαζαρ, μαζι με τον οποιο ηταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ηταν αλλοτε αρχοντασ επανω σ' αυτουσ. ο ζαχαριασ, ο γιοσ του μεσελεμια ηταν πυλωροσ τησ θυρασ τησ σκηνησ του μαρτυριου. ολοι αυτοι που ησαν εκλεγμενοι για να ειναι πυλωροι των θυρων, ησαν 212 αυτοι ησαν απαριθμημενοι, συμφωνα με γενεαλογιεσ στισ κωμοπολεισ τουσ, που ο δαβιδ και ο σαμουαλ, αυτοσ που εβλεπε, τουσ ειχαν βαλει στο υπουργημα τουσ. κι αυτοι και οι γιοι τουσ ειχαν την επιστασια των πυλων του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, του οικου τησ σκηνησ, για να φυλαττουν. οι πυλωροι ησαν προσ την κατευθυνση των τεσσαρων ανεμων, προσ ανατολασ, προσ δυσμασ, προσ βορραν, και προσ νοτον. και οι αδελφοι τουσ, που ησαν στισ κωμοπολεισ τουσ, επρεπε να ερχονται ανα επτα ημερεσ στουσ διορισμενουσ καιρουσ, μαζι μ' αυτουσ. επειδη, αυτοι οι λευιτεσ, οι τεσσερισ αρχιπυλωροι, εμεναν στο υπουργημα τουσ, και ειχαν την επιβλεψη των οικηματων και των θησαυρων του οικου του θεου. και διανυχτερευαν γυρω απο τον οικο του θεου, επειδη η φυλαξη ηταν στη δικη τουσ επιβλεψη, κι αυτοι επρεπε να τον ανοιγουν καθε πρωινο. και μερικοι απ' αυτουσ ειχαν την επιβλεψη των λειτουργικων σκευων, επειδη μετρημενα τα εφερναν μεσα και μετρημενα τα εβγαζαν εξω. απ' αυτουσ, ακομα, ησαν διορισμενοι για τα αλλα σκευη, και για ολα τα σκευη των ιερων, και για το σιμιγδαλι, και το κρασι, και το λαδι, και το θυμιαμα, και τα αρωματα. και μερικοι απο τουσ γιουσ των ιερεων κατασκευαζαν το αρωματικο μυρο. και ο ματταθιασ, αυτοσ απο τουσ λευιτεσ, ο πρωτοτοκοσ, ο σαλλουμ, του κοριτη, ειχε την επιβλεψη των τηγανιζομενων πραγματων. και αλλοι απο τουσ αδελφουσ τουσ, απο τουσ γιουσ των κααθιτων, ησαν για τουσ αρτουσ τησ προθεσησ, για να τουσ ετοιμαζουν ανα σαββατο. και απ' αυτουσ ησαν οι ψαλτωδοι, αρχηγοι των πατριων των λευιτων, που εμεναν στα οικηματα ελευθεροι· επειδη, ενασχολουνταν στο εργο αυτο ημερα και νυχτα. αυτοι ησαν οι αρχηγοι των πατριων των λευιτων, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ· αυτοι οι αρχηγοι κατοικουσαν στην ιερουσαλημ. και στη γαβαων κατοικησε ο πατερασ γαβαων, ο ιεχιηλ, και το ονομα τησ γυναικασ του ηταν μααχα· και ο πρωτοτοκοσ γιοσ του ηταν ο αβδων, επειτα ο σουρ, και ο κεισ, και ο βααλ, και ο νηρ, και ο ναδαβ, και ο γεδωρ, και ο αχιω, και ο ζαχαριασ, και ο μικλωθ· και ο μικλωθ γεννησε τον σιμεαμ. κι αυτοι ακομα κατοικησαν μαζι με τουσ αδελφουσ τουσ στην ιερουσαλημ, απεναντι απο τουσ αδελφουσ τουσ. και ο νηρ γεννησε τον κεισ, και ο κεισ γεννησε τον σαουλ, και ο σαουλ γεννησε τον ιωναθαν, και τον μελχι-σουε, και τον αβιναδαβ, και τον εσ-βααλ. και ο γιοσ του ιωναθαν ηταν ο μεριβ-βααλ· και ο μεριβ-βααλ γεννησε τον μιχα. και οι γιοι του μιχα ησαν ο φιθων, και ο μελεχ, και ο θαρεα, και ο αχαζ, αυτοσ που γεννησε τον ιαρα· και ο ιαρα γεννησε τον αλεμεθ, και τον αζμαβεθ, και τον ζιμβρι· και ο ζιμβρι γεννησε τον μοσα· και ο μοσα γεννησε τον βινεα· και ο ρεφαια ηταν γιοσ του· ο ελεασα, ο γιοσ του· ο ασηλ, ο γιοσ του. και ο ασηλ ειχε εξι γιουσ, που τα ονοματα τουσ ειναι τουτα: ο αζρικαμ, ο βοχερου, και ο ισμαηλ, και ο σεαρια, και ο οβαδια, και ο αναν· αυτοι ησαν οι γιοι του ασηλ.

10

οι δε φιλισταιοι πολεμουσαν εναντια στον ισραηλ· και οι ανδρεσ του ισραηλ εφυγαν μπροστα απο τουσ φιλισταιουσ, και επεσαν φονευμενοι στο βουνο γελβουε. και καθωσ οι φιλισταιοι εφτασαν πισω απο τον σαουλ, και πισω απο τουσ γιουσ του, οι φιλισταιοι παταξαν τον ιωναθαν, και τον αβιναδαβ, και τον μαλχι-σουε, τουσ γιουσ του σαουλ. και η μαχη βαρυνε εναντια στον σαουλ, και οι τοξοτεσ τον πετυχαν και πληγωθηκε απο τουσ τοξοτεσ. και ο σαουλ ειπε στον οπλοφορο του: τραβηξε τη μαχαιρα σου, και διαπερασε με μ' αυτη, για να μη ερθουν αυτοι οι απεριτμητοι και με εμπαιξουν. ομωσ, ο οπλοφοροσ του δεν ηθελε· επειδη, φοβοταν υπερβολικα. γι' αυτο, ο σαουλ πηρε τη ρομφαια, και επεσε επανω τησ. και καθωσ ο οπλοφοροσ του ειδε οτι ο σαουλ πεθανε, επεσε κι αυτοσ επανω στη ρομφαια, και πεθανε· ετσι πεθανε ο σαουλ, και οι τρεισ γιοι του· και ολοκληρη η οικογενεια του πεθανε μαζι. και ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ, που ησαν στην κοιλαδα, βλεποντασ οτι εφευγαν, και οτι ο σαουλ και οι γιοι του πεθαναν, εγκατελειψαν τοτε τισ πολεισ τουσ, και εφυγαν· και καθωσ ηρθαν οι φιλισταιοι, κατοικησαν σ' αυτεσ. και την επομενη ημερα, οταν οι φιλισταιοι ηρθαν για να ξεντυσουν τουσ φονευμενουσ, βρηκαν τον σαουλ και τουσ γιουσ του πεσμενουσ στο βουνο γελβουε. και τον ξεντυσαν, και πηραν το κεφαλι του, και τα οπλα του, και τα εστειλαν στη γη των φιλισταιων, ολογυρα, για να διαδωσουν την αγγελια στα ειδωλα τουσ, και στον λαο. και τα οπλα του τα εκαναν αναθημα στον οικο των θεων τουσ, και καρφωσαν το κεφαλι του στον ναο του δαγων. και οταν ολοι οι κατοικοι τησ ιαβεισ-γαλααδ ακουσαν, ολα οσα οι φιλισταιοι εκαναν στον σαουλ, σηκωθηκαν ολοι οι δυνατοι ανδρεσ, και σηκωσαν το σωμα του σαουλ, και τα σωματα των γιων του, και τα εφεραν στην ιαβεισ, και εθαψαν τα κοκαλα τουσ κατω απο τη βελανιδια στην ιαβεισ, και νηστεψαν επτα ημερεσ. ετσι πεθανε ο σαουλ, εξαιτιασ τησ ανομιασ του, που ανομησε στον κυριο, εναντια στον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τον οποιο δεν φυλαξε· κι ακομα, επειδη ζητησε εναν ανθρωπο, που να εχει πνευμα μαντειασ, για να ρωτησει, και δεν ρωτησε τον κυριο· γι' αυτο, τον θανατωσε, και εστρεψε τη βασιλεια στον δαβιδ, τον γιο του ιεσσαι.

11

τοτε, συγκεντρωθηκε ολοκληροσ ο ισραηλ κοντα στον δαβιδ στη χεβρων, λεγοντασ: δεσ, κοκαλο σου ειμαστε και σαρκα σου. ακομα και αλλοτε, οταν ο σαουλ βασιλευε, εσυ ησουν που εβγαζεσ εξω και εβαζεσ μεσα τον ισραηλ· και σε σενα ειχε πει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου: εσυ θα ποιμανεισ τον λαο μου τον ισραηλ, κι εσυ θα εισαι ο ηγεμονασ επανω στον λαο μου τον ισραηλ. και ηρθαν ολοι οι πρεσβυτεροι του ισραηλ στον βασιλια στη χεβρων· και ο δαβιδ εκανε συνθηκη μαζι τουσ στη χεβρων μπροστα στον κυριο· και εχρισαν τον δαβιδ βασιλια επανω στον ισραηλ, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε γινει διαμεσου του σαμουαλ. και πηγαν, ο δαβιδ και ολοκληροσ ο ισραηλ, στην ιερουσαλημ, η οποια ειναι η ιεβουσ, οπου ησαν οι ιεβουσαιοι, που κατοικουσαν τη γη. και οι κατοικοι τησ ιεβουσ ειπαν στον δαβιδ: δεν θα μπεισ εδω μεσα. αλλ' ο δαβιδ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε το φρουριο σιων, που ειναι η πολη του δαβιδ. και ο δαβιδ ειπε: οποιοσ παταξει πρωτοσ τουσ ιεβουσαιουσ, θα ειναι αρχηγοσ και στρατηγοσ. και πρωτοσ ανεβηκε ο ιωαβ, ο γιοσ τησ σερουιασ, και εγινε αρχηγοσ. και ο δαβιδ κατοικησε στο φρουριο· γι' αυτο, την ονομασαν πολη του δαβιδ. και οικοδομησε ολογυρα την πολη, απο τη μιλλω και ολογυρα· και ο ιωαβ επισκευασε το υπολοιπο τησ πολησ. και ο δαβιδ προχωρουσε, ενω μεγαλυνοταν· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων ηταν μαζι του. κι αυτοι ησαν οι αρχηγοι των ισχυρων, που ειχε ο δαβιδ, οι οποιοι αγωνιστηκαν μαζι του για τη βασιλεια του, μαζι με ολοκληρο τον ισραηλ, για να τον κανουν βασιλια, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε μιλησει για τον ισραηλ. κι αυτοσ ειναι ο αριθμοσ των ισχυρων, που ειχε ο δαβιδ: ο ιασωβεαμ, ο γιοσ του αχμονι, ο πρωτοσ των οπλαρχηγων· αυτοσ, σειοντασ τη λογχη του εναντια σε 300, τουσ θανατωσε μεσα σε μια μαχη. και υστερα απ' αυτον, ο ελεαζαρ, ο γιοσ του δωδω, ο αχωχιτησ, που ηταν ενασ απο τουσ τρεισ ισχυρουσ. αυτοσ ηταν μαζι με τον δαβιδ στη φασ-δαμμειμ, και οι φιλισταιοι συγκεντρωθηκαν εκει για πολεμο, οπου υπηρχε ενα μεριδιο χωραφιου γεματο κριθαρι· και ο λαοσ εφυγε μπροστα απο τουσ φιλισταιουσ. κι αυτοι στηλωθηκαν στο μεσον του μεριδιου, και το ελευθερωσαν, και παταξαν τουσ φιλισταιουσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε μεγαλη σωτηρια. κατεβηκαν ακομα τρεισ απο τουσ 30 αρχηγουσ στην πετρα, προσ τον δαβιδ, στο σπηλαιο οδολλαμ· και το στρατοπεδο των φιλισταιων στρατοπεδευε στην κοιλαδα ραφαειμ. και ο δαβιδ ηταν τοτε στο οχυρωμα· και η φρουρα των φιλισταιων τοτε ηταν στη βηθλεεμ. και ο δαβιδ επιθυμησε νερο, και ειπε: ποιοσ θα μου εδινε να πιω νερο απο το πηγαδι τησ βηθλεεμ, που ειναι στην πυλη; και οι τρεισ, αφου διεσχισαν το στρατοπεδο των φιλισταιων, αντλησαν νερο απο το πηγαδι τησ βηθλεεμ, που ηταν στην πυλη, και αφου το πηραν, το εφεραν στον δαβιδ· ομωσ, ο δαβιδ δεν θελησε να το πιει, αλλα το εκανε σπονδη στον κυριο, λεγοντασ: μη γενοιτο σε μενα απο τον θεο μου να το κανω αυτο! θα πιω το αιμα αυτων των ανδρων, που εξεθεσαν τη ζωη τουσ σε κινδυνο; επειδη, με κινδυνο τησ ζωησ τουσ το εφεραν. γι' αυτο, δεν θελησε να το πιει. αυτα εκαναν οι τρεισ ισχυροι. και ο αβισαι, ο αδελφοσ του ιωαβ, αυτοσ ηταν ο πρωτοσ απο τουσ τρεισ· κι αυτοσ, σειοντασ τη λογχη του εναντια σε 300, τουσ θανατωσε, και απεκτησε ονομα αναμεσα στουσ τρεισ. απο τουσ τρεισ, ηταν ο ενδοξοτεροσ, περισσοτερο απο τουσ δυο, και εγινε αρχηγοσ τουσ· δεν εφτασε ομωσ τουσ τρεισ πρωτουσ. ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, γιοσ δυνατου ανδρα απο την καβσεηλ, που εκανε πολλα ανδραγαθηματα, αυτοσ παταξε τουσ δυο λεοντωδεισ ανδρεσ του μωαβ· αυτοσ, ακομα, κατεβηκε και παταξε ενα λιονταρι μεσα σε λακκο, σε ημερα χιονιου· αυτοσ, επιπλεον, παταξε τον αιγυπτιο ανδρα, εναν ανδρα μεγαλου αναστηματοσ, πεντε πηχων· και στο χερι του αιγυπτιου υπηρχε μια λογχη σαν το αντι του υφαντη· και κατεβηκε σ' αυτον με ραβδο, και αρπαζοντασ τη λογχη απο το χερι του αιγυπτιου, τον θανατωσε με την ιδια του τη λογχη· αυτα εκανε ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, και απεκτησε ονομα αναμεσα στουσ τρεισ ισχυρουσ· δεστε, αυτοσ σταθηκε ενδοξοτεροσ απο τουσ 30, δεν εφτασε ομωσ μεχρι τουσ τρεισ πρωτουσ· και ο δαβιδ τον διορισε επικεφαλησ των δορυφορων του. και οι ισχυροι των στρατευματων ησαν: ο ασαηλ, ο αδελφοσ του ιωαβ, ο ελχαναν, ο γιοσ του δωδω, απο τη βηθλεεμ, ο σαμμωθ ο αρουριτησ, ο χελησ ο φελωνιτησ, ο ιρασ, ο γιοσ του ικκησ ο θεκωιτησ, ο αβιεζερ ο αναθωθιτησ, ο σιββεχαι ο χουσαθιτησ, ο ιλαι ο αχωχιτησ, ο μααραι ο νετωφαθιτησ, ο χελεδ, ο γιοσ του βαανα, ο νετωφαθιτησ, ο ιτθαι, ο γιοσ του ριβαι, απο τη γαβαα των γιων του βενιαμιν, ο βεναιασ ο πιραθωνιτησ, ο ουραι απο τισ κοιλαδεσ γαασ, ο αβιηλ ο αρβαθιτησ, ο αζμαβεθ ο βααρουμιτησ, ο ελιαβα ο σααλβωνιτησ, οι γιοι του ασημ του γιζονιτη, ο ιωναθαν, ο γιοσ του σαγη, ο αραριτησ, ο αχιαμ, ο γιοσ του σαχαρ, ο αραριτησ, ο ελιφαλ, ο γιοσ του ουρ, ο εφερ, ο μεχηραθιτησ, ο αχια ο φελωνιτησ, ο εσρωε ο καρμηλιτησ, ο νααραι, ο γιοσ του εσβαι, ο ιωαλ, ο αδελφοσ του ναθαν, ο μιβαρ, ο γιοσ του αγηρι, ο σελεκ ο αμμωνιτησ, ο νααραι ο βηρωθαιοσ, ο οπλοφοροσ του ιωαβ, του γιου τησ σερουιασ, ο ιρασ ο ιεθριτησ, ο γαρηβ ο ιεθριτησ, ο ουριασ ο χετταιοσ, ο ζαβαδ, ο γιοσ του ααλαι, ο αδινα, ο γιοσ του σιζα του ρουβηνιτη, αρχοντασ των ρουβηνιτων, και αλλοι 30 μαζι του, ο αναν, ο γιοσ του μααχα, και ο ιωσαφατ ο μιθνιτησ, ο οζιασ ο αστερωθιτησ, ο σαμα και ο ιεχιηλ, οι γιοι του χωθαν του αροηριτη, ο ιεδιαηλ, ο γιοσ του σιμρι, και ο ιωχα, ο αδελφοσ του ο θισιτησ, ο ελιηλ ο μααβιτησ, και ο ιεριβαι, και ο ιωσαυια, οι γιοι του ελνααμ, και ο ιεθεμα ο μωαβιτησ, ο ελιηλ, και ο ωβηδ, και ο ιασιηλ ο μεσωβαιτησ.

12

κι αυτοι ειναι που ηρθαν στον δαβιδ στη σικλαγ, ενω ηταν ακομα κλεισμενοσ απο το προσωπο του σαουλ, του γιου του κεισ, κι αυτοι ησαν απο τουσ ισχυρουσ, που τον βοηθουσαν σε πολεμο, οπλισμενοι με τοξα, που μεταχειριζονταν και το δεξι και το αριστερο τουσ χερι στο να τοξευουν πετρεσ, και βελη, με το τοξο, οι οποιοι ησαν απο τα αδελφια του σαουλ, απο τον βενιαμιν· ο αρχηγοσ ο αχιεζερ, επειτα ο ιωασ, γιοι του σεμαα του γαβααθιτη· και ο ιεζιηλ και ο φελετ, γιοι του αζμαβεθ· και ο βεραχα, και ο ιηου ο αναθωθιτησ, και ο ισμαια ο γαβαωνιτησ, δυνατοσ αναμεσα στουσ 30 και επικεφαλησ των 30· και ο ιερεμιασ, και ο ιααζιηλ, και ο ιωαναν, και ο ιωζαβαδ ο γεδηρωθιτησ, ο ελουζαι, και ο ιεριμωθ, και ο βααλια, και ο σεμαριασ, και ο σεφατιασ ο αρουφιτησ, και ο ελκανα, και ο ιεσια, και ο αζαρεηλ, και ο ιωεζερ, και ο ιασωβεαμ, οι κοριτεσ, και ο ιωαλα, και ο ζεβαδιασ, οι γιοι του ιεροαμ απο τη γεδωρ. και απο τουσ γααδιτεσ χωριστηκαν μερικοι, και ηρθαν προσ τον δαβιδ στο οχυρωμα στην ερημο, ισχυροι σε δυναμη, ανδρεσ παραταξησ πολεμου, ασπιδοφοροι και λογχοφοροι, και τα προσωπα τουσ ησαν προσωπα λιονταριου, και ωσ προσ την ταχυτητα, σαν τισ δορκαδεσ επανω στα βουνα· ο εσερ ο αρχοντασ, ο οβαδια ο δευτεροσ, ο ελιαβ ο τριτοσ, ο μισμανα ο τεταρτοσ, ο ιερεμιασ ο πεμπτοσ, ο ατθαι ο εκτοσ, ο ελιηλ ο εβδομοσ, ο ιωαναν ο ογδοοσ, ο ελζαβαδ ο ενατοσ, ο ιερεμιασ ο δεκατοσ, ο μαχβαναι ο ενδεκατοσ. αυτοι ησαν απο τουσ γιουσ του γαδ, αρχηγοι του στρατου, ο ενασ ο μικροτεροσ επικεφαλησ σε 100, και ο μεγαλυτεροσ επικεφαλησ σε 1.000. αυτοι ησαν που διαβηκαν τον ιορδανη στον πρωτο μηνα, οταν πλημμυριζει σε ολεσ τισ οχθεσ του· και διασκορπισαν ολουσ τουσ κατοικουσ των κοιλαδων, προσ τα ανατολικα και προσ τα δυτικα. ακομα, ηρθαν απο τουσ γιουσ του βενιαμιν και του ιηhυδα στο οχυρωμα προσ τον δαβιδ. και ο δαβιδ βγηκε σε συναντηση τουσ, και αποκρινομενοσ ειπε σ' αυτουσ: αν ερχεστε σε μενα με ειρηνη για να με βοηθησετε, η καρδια μου θα ειναι ενωμενη με σασ· αλλα, αν ερχεστε για να με προδωσετε στουσ εχθρουσ μου, ενω δεν υπαρχει αδικια στα χερια μου, ο θεοσ των πατερων μασ ασ δει, και ασ το ελεγξει. και το πνευμα περιχυθηκε στον αμασαι, τον αρχοντα των 30, και ειπε: δικοι σου ειμαστε, δαβιδ, και μαζι σου, γιε του ιεσσαι. ειρηνη, ειρηνη σε σενα, και ειρηνη στουσ βοηθουσ σου! επειδη, ο θεοσ σε βοηθαει. τοτε, ο δαβιδ τουσ δεχθηκε και τουσ εκανε αρχηγουσ των δυναμεων του. και απο τον μανασση προσχωρησαν στον δαβιδ, οταν ηρθε μαζι με τουσ φιλισταιουσ εναντια στον σαουλ, για να πολεμησει, ομωσ δεν τουσ βοηθησαν· επειδη, οι ηγεμονεσ των φιλισταιων, αφου εκαναν συμβουλιο, τον εδιωξαν, λεγοντασ: θα προσχωρησει στον σαουλ, τον κυριο του, με ανταλλαγμα τα κεφαλια μασ. ενω πορευοταν στη σικλαγ, προσχωρησαν σ' αυτον απο τον μανασση, ο αδνα, και ο ιωζαβαδ, και ο ιεδιαηλ, και ο μιχαηλ, και ο ιωζαβαδ, και ο ελιου, και ο σιλθαι, αρχηγοι των χιλιαδων του μανασση· κι αυτοι βοηθησαν τον δαβιδ εναντιον των ληστων· επειδη, ολοι ησαν ισχυροι σε δυναμη, και εγιναν αρχηγοι του στρατευματοσ. επειδη, τοτε, απο ημερα σε ημερα ερχονταν στον δαβιδ για να τον βοηθησουν, μεχρισ οτου το στρατοπεδο εγινε μεγαλο, σαν στρατοπεδο θεου. κι αυτοι ειναι οι αριθμοι των αρχηγων, που ησαν οπλισμενοι για πολεμο, που ειχαν ερθει στον δαβιδ στη χεβρων, για να στρεψουν σ' αυτον τη βασιλεια του σαουλ, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. οι γιοι του ιηhυδα, ασπιδοφοροι και λογχοφοροι, 6.800, οπλισμενοι για πολεμο. απο τουσ γιουσ του συμεων, ισχυροι σε δυναμη, για πολεμο, 7.100. απο τουσ γιουσ του λευι, 4.600. και ο ιωδαε ηταν αρχηγοσ των ααρωνιτων, και μαζι του ησαν 3.700· και ο σαδωκ, νεοσ ισχυροσ σε δυναμη, και απο την οικογενεια του πατερα του, 22 αρχηγοι. και απο τουσ γιουσ του βενιαμιν, αδελφουσ του σαουλ, 3.000· επειδη, μεχρι τοτε το μεγαλυτερο μεροσ απ' αυτουσ υπερασπιζοταν την οικογενεια του σαουλ. και απο τουσ γιουσ του εφραιμ, 20.800 ισχυροι σε δυναμη, ονομαστοι ανδρεσ τησ οικογενειασ των πατερων τουσ. και απο τη μιση φυλη του μανασση, 18.000· που ονομαστηκαν κατ' ονομα, για ναρθουν να κανουν τον δαβιδ βασιλια. και απο τουσ γιουσ του ισσαχαρ, ανδρεσ συνετοι στη γνωση των καιρων, ωστε να γνωριζουν τι επρεπε να κανει ο ισραηλ· οι αρχηγοι τουσ ησαν 200· και ολοι οι αδελφοι τουσ κατω απο τη διαταγη τουσ. απο τον ζαβουλων οσοι εβγαιναν σε πολεμο, που παρατασσονταν σε μαχη, με ολα τα οπλα του πολεμου, 50.000, μαχιμοι απο παραταξη, οχι με διπλη καρδια. και απο τον νεφθαλι, 1.000 αρχηγοι, και μαζι τουσ ασπιδοφοροι και λογχοφοροι 37.000. και απο τουσ δανιτεσ, ανδρεσ που παρατασσονταν σε πολεμο, 28.600. και απο τον ασηρ, οσοι εβγαιναν σε πολεμο, μαχιμοι απο παραταξη, 40.000. και απο την περιοχη περα απο τον ιορδανη απο τουσ ρουβηνιτεσ, και απο τουσ γαδιτεσ. και απο τη μιση φυλη του μανασση, με ολα τα οπλα του πολεμου για μαχη, 120.000. ολοι αυτοι οι ανδρεσ οι πολεμιστεσ, μαχιμοι απο παραταξη, ηρθαν με πληρη καρδια στη χεβρων, για να κανουν τον δαβιδ βασιλια σε ολοκληρο τον ισραηλ· κι ακομα, ολοκληρο το υπολοιπο του ισραηλ ηταν μια καρδια για να κανουν τον δαβιδ βασιλια. και ησαν εκει με τον δαβιδ τρεισ ημερεσ, τρωγοντασ και πινοντασ· επειδη, οι αδελφοι τουσ ειχαν κανει ετοιμασια γι' αυτουσ. ακομα, κι εκεινοι που γειτονευαν μαζι τουσ, μεχρι τον ισσαχαρ, και τον ζαβουλων, και τον νεφθαλι, εφεραν τροφεσ επανω σε γαιδουρια, κι επανω σε καμηλουσ, κι επανω σε μουλαρια, κι επανω σε βοδια, τροφεσ αλευριου, παλαθεσ συκων, και σταφιδεσ, και κρασι, και λαδι, και βοδια και προβατα, σε αφθονια· επειδη, υπηρχε ευφροσυνη στον ισραηλ.

13

και ο δαβιδ εκανε συμβουλιο με τουσ χιλιαρχουσ και τουσ εκατονταρχουσ, και ολουσ τουσ αρχηγουσ. και ο δαβιδ ειπε σε ολοκληρη τη συναξη του ισραηλ: αν σασ φαινεται καλο, και ειναι απο τον κυριο τον θεο μασ, ασ στειλουμε παντου στουσ αδελφουσ μασ, που εχουν απομεινει σε ολοκληρη τη γη του ισραηλ, και μαζι τουσ προσ τουσ ιερεισ και τουσ λευιτεσ στισ πολεισ τουσ και τα περιχωρα, για να συναχθουν σε μασ· και ασ μεταφερουμε σε μασ την κιβωτο του θεου μασ· επειδη, δεν τη ζητησαμε στισ ημερεσ του σαουλ. και ολοκληρη η συναξη ειπαν να κανουν ετσι· επειδη, το πραγμα ηταν αρεστο στα ματια ολοκληρου του λαου. τοτε, ο δαβιδ συγκεντρωσε ολοκληρο τον ισραηλ, απο τη σιχωρ τησ αιγυπτου μεχρι την εισοδο τησ αιμαθ, για να φερουν την κιβωτο του θεου απο την κιριαθ-ιαρειμ. και ανεβηκε ο δαβιδ, και ολοκληροσ ο ισραηλ, στη βααλα, στην κιριαθ-ιαρειμ του ιηhυδα, για να ανεβασει απο εκει την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου, που καθεται επανω σε χερουβειμ, οπου ονομαστηκε το ονομα του. και ανεβασαν την κιβωτο του θεου επανω σε νεα αμαξα απο την οικογενεια του αβιναδαβ· και οδηγησαν την αμαξα ο ουζα και ο αχιω. και ο δαβιδ και ολοκληροσ ο ισραηλ επαιζαν μπροστα στον θεο, με ολη τη δυναμη, και με τραγουδια, και με κιθαρεσ, και με ψαλτηρια, και με τυμπανα, και με κυμβαλα, και με σαλπιγγεσ. και οταν εφτασαν μεχρι το αλωνι του χειδων, ο ουζα απλωσε το χερι του, για να κρατησει την κιβωτο· επειδη, τα βοδια την ειχαν κουνησει. και εξαφθηκε ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στον ουζα, και τον παταξε, επειδη απλωσε το χερι του επανω στην κιβωτο· και πεθανε εκει μπροστα στον θεο. και ο δαβιδ λυπηθηκε, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε χαλασμο επανω στον ουζα· και αποκαλεσε αυτο τον τοπο φαρεσ-ουζα μεχρι αυτη την ημερα. και ο δαβιδ φοβηθηκε τον θεο εκεινη την ημερα, λεγοντασ: πωσ θα φερω κοντα μου την κιβωτο του θεου! και ο δαβιδ δεν μετακινησε την κιβωτο προσ τον εαυτο του στην πολη του δαβιδ, αλλα την εστρεψε προσ το σπιτι του ωβηδ-εδωμ του γετθαιου. και η κιβωτοσ του θεου καθησε με την οικογενεια του ωβηδ-εδωμ στο σπιτι του τρεισ μηνεσ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευλογησε την οικογενεια του ωβηδ-εδωμ, και ολα οσα ειχε.

14

και ο χειραμ, ο βασιλιασ τησ τυρου, εστειλε πρεσβευτεσ στον δαβιδ, και κεδρινα ξυλα, και κτιστεσ, και ξυλουργουσ, για να του οικοδομησουν ενα παλατι. και ο δαβιδ γνωρισε, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον ειχε κανει βασιλια επανω στον ισραηλ, επειδη η βασιλεια του υψωθηκε σε υψοσ, για τον λαο του τον ισραηλ. κι ακομα, ο δαβιδ πηρε γυναικεσ στην ιερουσαλημ· και ο δαβιδ γεννησε επιπλεον γιουσ και θυγατερεσ. κι αυτα ειναι τα ονοματα των παιδιων, που γεννηθηκαν σ' αυτον στην ιερουσαλημ: ο σαμμουα, και ο σωβαβ, ο ναθαν, και ο σολομωντασ, και ο ιεβαρ, και ο ελισουα, και ο ελφαλετ, και ο νωγα, και ο νεφεγ, και ο ιαφια, και ο ελισαμα, και ο βεελιαδα, και ο ελιφαλετ. και καθωσ οι φιλισταιοι ακουσαν οτι ο δαβιδ χριστηκε βασιλιασ επανω σε ολοκληρο τον ισραηλ, ανεβηκαν ολοι οι φιλισταιοι να ζητησουν τον δαβιδ. και καθωσ ο δαβιδ το ακουσε, βγηκε εναντιον τουσ. και οι φιλισταιοι ηρθαν και διαχυθηκαν στην κοιλαδα ραφαειμ. και ο δαβιδ ρωτησε τον θεο, λεγοντασ: να ανεβω εναντιον των φιλισταιων; και: θα τουσ παραδωσεισ στο χερι μου; και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του απαντησε: ανεβα· επειδη, θα τουσ παραδωσω στο χερι σου. και ανεβηκαν στην βααλ-φερασειμ· κι εκει ο δαβιδ τουσ παταξε. τοτε, ο δαβιδ ειπε: ο θεοσ διεσχισε τουσ εχθρουσ μου με το δικο μου χερι, καθωσ διασχιζονται τα νερα· γι'αυτο, αποκαλεσαν το ονομα εκεινου του τοπου βααλ-φερασειμ. και εκει εγκατελειψαν τουσ θεουσ τουσ· και ο δαβιδ προσταξε, και τουσ κατεκαψαν με φωτια. και οι φιλισταιοι διαχυθηκαν ξανα στην κοιλαδα· γι' αυτο, ο δαβιδ ξαναρωτησε τον θεο· και ο θεοσ του ειπε: μη ανεβεισ πισω απ' αυτουσ· αλλα, στρεψε απ' αυτουσ, και πηγαινε εναντιον τουσ απεναντι απο τισ συκαμινιεσ. και οταν ακουσεισ θορυβο διαβασησ επανω στισ κορυφεσ των συκαμινιων, τοτε θα βγεισ σε μαχη· επειδη, μπροστα σου θα βγει ο θεοσ, για να παταξει το στρατοπεδο των φιλισταιων. και ο δαβιδ εκανε οπωσ τον ειχε προσταξει ο θεοσ· και παταξαν το στρατοπεδο των φιλισταιων απο τη γαβαων μεχρι τη γεζερ. και το ονομα του δαβιδ βγηκε σε ολουσ τουσ τοπουσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εφερε φοβο επανω σε ολα τα εθνη.

15

και ο δαβιδ εκανε για τον εαυτο του παλατια στην πολη του δαβιδ, και ετοιμασε εναν τοπο για την κιβωτο του θεου, και εστησε γι' αυτη μια σκηνη. τοτε, ο δαβιδ ειπε: την κιβωτο του θεου δεν πρεπει να τη σηκωσουν παρα μονον οι λευιτεσ· επειδη, αυτουσ εχει εκλεξει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για να σηκωνουν την κιβωτο του θεου, και να υπηρετουν σ' αυτη, παντοτε. και ο δαβιδ συγκεντρωσε ολοκληρο τον ισραηλ στην ιερουσαλημ, για να ανεβασουν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον τοπο τησ, που ειχε ετοιμασει γι' αυτη. και ο δαβιδ συγκεντρωσε τουσ γιουσ του ααρων, και τουσ λευιτεσ· απο τουσ γιουσ του κααθ, τον ουριηλ, τον αρχηγο, και τουσ αδελφουσ του, 120· απο τουσ γιουσ του μεραρι, τον ασαια, τον αρχηγο, και τουσ αδελφουσ του, 220· απο τουσ γιουσ του γηρσωμ, τον ιωαλ, τον αρχηγο, και τουσ αδελφουσ του, 130· απο τουσ γιουσ του ελισαφαν, τον σεμαια, τον αρχηγο, και τουσ αδελφουσ του, 200· απο τουσ γιουσ του χεβρων, τον ελιηλ, τον αρχηγο, και τουσ αδελφουσ του, 80· απο τουσ γιουσ του οζιηλ, τον αμμιναδαβ, τον αρχηγο, και τουσ αδελφουσ του, 112. και ο δαβιδ καλεσε τον σαδωκ και τον αβιαθαρ, τουσ ιερεισ, και τουσ λευιτεσ, τον ουριηλ, τον ασαια, και τον ιωαλ, τον σεμαια, και τον ελιηλ, και τον αμμιναδαβ, και τουσ ειπε: εσεισ, οι αρχοντεσ των πατριων των λευιτων, αγιαστειτε, εσεισ και οι αδελφοι σασ, και ανεβαστε την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ στον τοπο που εχω ετοιμασει γι' αυτη· επειδη, μια που εσεισ δεν το κανατε στην αρχη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ εκανε σε μασ χαλασμο, επειδη δεν τον ζητησαμε συμφωνα με το διαταγμενο. οι ιερεισ, λοιπον, και οι λευιτεσ αγιαστηκαν για να ανεβασουν την κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ. και οι γιοι των λευιτων σηκωσαν επανω στουσ ωμουσ την κιβωτο του θεου, με τουσ μοχλουσ επανω τουσ, οπωσ ειχε προσταξει ο μωυσησ, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο δαβιδ ειπε στουσ αρχηγουσ των λευιτων, να βαλουν τουσ αδελφουσ τουσ τουσ ψαλτωδουσ με μουσικα οργανα, ψαλτηρια και κιθαρεσ και κυμβαλα, για να ηχουν υψωνοντασ φωνη με ευφροσυνη. και οι λευιτεσ εβαλαν τον αιμαν, τον γιο του ιωαλ· και απο τουσ αδελφουσ του, τον ασαφ, τον γιο του βαραχια· και απο τουσ γιουσ του μεραρι, απο τουσ αδελφουσ τουσ, τον εθαν, τον γιο του κεισαια· και μαζι τουσ, τουσ δευτερευοντεσ αδελφουσ τουσ, τον ζαχαρια, τον βεν, και τον ιααζιηλ, και τον σεμιραμωθ, και τον ιεχιηλ, και τον ουννι, τον ελιαβ, και τον βεναια, και τον μαασια, και τον ματταθια, και τον ελιφελεου, και τον μικνεια, και τον ωβηδ-εδωμ, και τον ιειηλ, τουσ πυλωρουσ. ετσι, οι ψαλτωδοι, ο αιμαν, ο ασαφ, και ο αιθαν, καθοριστηκαν για να ηχουν με χαλκινα κυμβαλα· και ο ζαχαριασ, και ο αζιηλ, και ο σεμιραμωθ, και ο ιεχιηλ, και ο ουννι, και ο ελιαβ, και ο μαασιασ, και ο βεναιασ, με ψαλτηρια σε ψηλοτερη μελωδια· και ο ματταθιασ, και ο ελιφελεου, και ο μικνειασ, και ο ωβηδ-εδωμ, και ο ιειηλ, και ο αζαζιασ, σε σεμινιθ, για να ενισχυσουν τον τονο. και ο χενανιασ ηταν ο πρωτοσ τραγουδιστησ των λευιτων, που κατευθυνε στο τραγουδι, επειδη ηταν συνετοσ. και ο βαραχιασ και ο ελκανα ησαν πυλωροι τησ κιβωτου. και ο σεβανιασ, και ο ιωσαφατ, και ο ναθαναηλ, και ο αμασαι, και ο ζαχαριασ, και ο βεναιασ, και ο ελιεζερ, οι ιερεισ, σαλπιζαν με τισ σαλπιγγεσ μπροστα απο την κιβωτο του θεου· και ο ωβηδ-εδωμ και ο ιεχια ησαν πυλωροι τησ κιβωτου. και πηγαν ο δαβιδ, και οι πρεσβυτεροι του ισραηλ, και οι χιλιαρχοι, να ανεβασουν την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο τον οικο του ωβηδ-εδωμ με ευφροσυνη. και οταν ο θεοσ ενδυναμωνε τουσ λευιτεσ που βασταζαν την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θυσιαζαν επτα μοσχαρια και επτα κριαρια. και ο δαβιδ ηταν ντυμενοσ με βυσσινη στολη, και ολοι οι λευιτεσ που βασταζαν την κιβωτο, και οι ψαλτωδοι, και ο χενανιασ, ο πρωτοσ τραγουδιστησ των ψαλτωδων· και ο δαβιδ φορουσε λινο εφοδ. ετσι, ολοκληροσ ο ισραηλ ανεβαζε την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με αλαλαγμο, και με φωνη κερατινησ σαλπιγγασ, και με σαλπιγγεσ, και με κυμβαλα, ηχωντασ επανω σε ψαλτηρια και σε κιθαρεσ. και ενω η κιβωτοσ τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εμπαινε μεσα στην πολη του δαβιδ, η μιχαλ, η θυγατερα του σαουλ, εσκυψε απο το παραθυρο, και βλεποντασ τον βασιλια δαβιδ να χορευει και να παιζει, τον εξουθενωσε στην καρδια τησ.

16

και εφεραν την κιβωτο του θεου, και την εβαλαν στο μεσον τησ σκηνησ, που ειχε στησει ο δαβιδ γι' αυτη· και προσφεραν τα ολοκαυτωματα και τισ ειρηνικεσ προσφορεσ μπροστα στον θεο. και αφου ο δαβιδ τελειωσε να προσφερει τα ολοκαυτωματα και τισ ειρηνικεσ προσφορεσ, ευλογησε τον λαο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και μοιρασε σε καθε ανθρωπο απο τον ισραηλ, απο ανδρα μεχρι γυναικα, σε καθε εναν ενα ψωμι, και ενα κομματι κρεασ, και μια φιαλη κρασι. και απο τουσ λευιτεσ διορισε να υπηρετουν μπροστα στην κιβωτο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και να επαινουν, και να ευχαριστουν, και να υμνουν τον κυριο τον θεο του ισραηλ. ωσ πρωτον τον ασαφ, και δευτερον του τον ζαχαρια, επειτα τον ιειηλ, και τον σεμιραμωθ, και τον ιεχιηλ, και τον ματταθια, και τον ελιαβ, και τον βεναια, και τον ωβηδ-εδωμ· και ο μεν ιειηλ ηχουσε επανω σε ψαλτηρια και κιθαρεσ, ο δε ασαφ σε κυμβαλα· και ο βεναιασ και ο ιααζιηλ, οι ιερεισ, με σαλπιγγεσ μπροστα παντοτε απο την κιβωτο τησ διαθηκησ του θεου. τοτε, για πρωτη φορα εκεινη την ημερα, ο δαβιδ παρεδωσε στο χερι του ασαφ και των αδελφων του τουτο τον ψαλμο για να δοξολογησει τον κυριο: δοξολογειτε τον κυριο· επικαλειστε το ονομα του· να κανετε γνωστα τα εργα του στα εθνη. ψαλλετε σ' αυτον· ψαλμωδειτε σ' αυτον· μιλατε για ολα τα θαυμασια του. καυχαστε στο αγιο του ονομα· ασ ευφραινεται η καρδια εκεινων που εκζητουν τον κυριο. ζητατε τον κυριο και τη δυναμη του· εκζητατε παντοτινα το προσωπο του. να θυμαστε τα θαυμαστα του εργα, τα οποια εκανε, τα τεραστια μεγαλεια του, και τισ κρισεισ του στοματοσ του. εσεισ, σπερμα του ισραηλ του δουλου του, γιοι του ιακωβ, οι εκλεκτοι του. αυτοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ· οι κρισεισ του ειναι σε ολοκληρη τη γη. να θυμαστε παντοτε τη διαθηκη του, τον λογο του που προσταξε σε χιλιεσ γενεεσ· τη διαθηκη που εκανε στον αβραhαμ, και τον ορκο του στον ισαακ· και τον βεβαιωσε στον ιακωβ ωσ νομο, στον ισραηλ ωσ αιωνια διαθηκη, λεγοντασ: σε σενα θα δωσω τη γη χανααν, για μεριδα τησ κληρονομιασ σασ. ενω εσεισ ησασταν λιγοστοι σε αριθμο, λιγοι και παροικοι μεσα σ' αυτη, και διερχονταν απο εθνοσ σε εθνοσ, και απο βασιλεια σε αλλον λαο, δεν αφησε ανθρωπο να τουσ αδικησει· μαλιστα, για χαρη τουσ ελεγξε βασιλιαδεσ, λεγοντασ: μη αγγιξετε τουσ χρισμενουσ μου, και μη κακοποιησετε τουσ προφητεσ μου. ψαλλετε στον κυριο ολοκληρη η γη· κηρυττετε απο ημερα σε ημερα τη σωτηρια του. αναγγελλετε στα εθνη τη δοξα του, σε ολουσ τουσ λαουσ τα θαυμαστα του εργα. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι μεγαλοσ, και υπερβολικα αξιυμνητοσ, και ειναι φοβεροσ, περισσοτερο απο ολουσ τουσ θεουσ. επειδη, ολοι οι θεοι των εθνων ειναι ειδωλα· ενω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δημιουργησε τουσ ουρανουσ. δοξα και μεγαλοπρεπεια ειναι μπροστα του· δυναμη και αγαλλιαση στον τοπο του. αποδωστε στον κυριο, πατριεσ των λαων, αποδωστε στον κυριο δοξα και κρατοσ. αποδωστε στον κυριο τη δοξα του ονοματοσ του· παρτε προσφορεσ, κι ελατε μπροστα του· προσκυνηστε τον κυριο μεσα στο μεγαλοπρεπεσ αγιαστηριο του. να φοβαστε απο το προσωπο του, ολοκληρη η γη· η οικουμενη θα ειναι βεβαια στερεωμενη, δεν θα σαλευτει. ασ ευφραινονται οι ουρανοι, και ασ αγαλλεται η γη· και ασ λενε αναμεσα στα εθνη: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βασιλευει. ασ ηχει η θαλασσα, και το πληρωμα τησ· ασ χαιρονται οι πεδιαδεσ, και ολα οσα υπαρχουν σ' αυτεσ. τοτε, θα αγαλλονται τα δεντρα του δασουσ στην παρουσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, ερχεται να κρινει τη γη, δοξολογειτε τον κυριο· επειδη, ειναι αγαθοσ· επειδη το ελεοσ του μενει στον αιωνα. και πειτε: σωσε μασ, θεε τησ σωτηριασ μασ, και συγκεντρωσε μασ, και ελευθερωσε μασ απο τα εθνη, για να δοξολογουμε το ονομα σου, και να καυχωμαστε στην αινεση σου. ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, απο τον αιωνα και μεχρι τον αιωνα. και ολοκληροσ ο λαοσ ειπε: αμην, και δοξολογησε τον κυριο. τοτε, αφησε εκει, μπροστα στην κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τον ασαφ και τουσ αδελφουσ του, για να υπηρετουν παντοτε μπροστα στην κιβωτο, συμφωνα με το απαιτουμενο τησ καθε ημερασ· και τον ωβηδ-εδωμ και τουσ αδελφουσ του, 68· και τον ωβηδ-εδωμ, τον γιο του ιεδουθουν, και τον ωσα, για πυλωρουσ· και τον σαδωκ τον ιερεα, και τουσ αδελφουσ του τουσ ιερεισ, μπροστα στη σκηνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον ψηλο τοπο, που ειναι στη γαβαων, για να προσφερουν ολοκαυτωματα στον κυριο επανω στο θυσιαστηριο των ολοκαυτωματων, παντοτε, το πρωι και την εσπερα, και να κανουν συμφωνα με ολα τα γραμμενα μεσα στον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε προσταξει στον ισραηλ· και μαζι τουσ, τον αιμαν, και τον ιεδουθουν και τουσ υπολοιπουσ, τουσ εκλεγμενουσ, που διοριστηκαν ονομαστικα, για να δοξολογουν τον κυριο, επειδη το ελεοσ του μενει στον αιωνα· και μαζι τουσ, τον αιμαν και τον ιεδουθουν, με σαλπιγγεσ, και κυμβαλα, για εκεινουσ που επρεπε να ηχουν, και με μουσικα οργανα του θεου. και οι γιοι του ιεδουθουν ησαν πυλωροι. και ολοκληροσ ο λαοσ εφυγε, καθε ενασ στο σπιτι του· και ο δαβιδ γυρισε, για να ευλογησει την οικογενεια του.

17

και αφου ο δαβιδ καθησε στο παλατι του, ειπε ο δαβιδ στον ναθαν τον προφητη: να, εγω κατοικω σε κεδρινο σπιτι, ενω η κιβωτοσ τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατω απο παραπετασματα. και ο ναθαν ειπε στον δαβιδ: κανε ο,τι ειναι στην καρδια σου· επειδη, ο θεοσ ειναι μαζι σου. και τη νυχτα εκεινη εγινε λογοσ του θεου προσ τον ναθαν, λεγοντασ: πηγαινε, και πεσ στον δαβιδ τον δουλο μου: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· εσυ δεν θα οικοδομησεισ σε μενα οικο για να κατοικω· επειδη, δεν κατοικησα σε οικο, απο την ημερα που ανεβασα τον ισραηλ απο την αιγυπτο, μεχρι την ημερα αυτη· αλλ' ημουν απο σκηνη σε σκηνη, και απο κατασκηνωμα σε κατασκηνωμα. παντου οπου περπατησα μαζι με ολοκληρο τον ισραηλ, μιλησα ποτε σε καποιον απο τουσ κριτεσ του ισραηλ, που ειχα προσταξει να ποιμανουν τον λαο μου, λεγοντασ: γιατι δεν οικοδομησατε σε μενα κεδρινον οικο; τωρα, λοιπον, ετσι θα πεισ στον δαβιδ τον δουλο μου: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων: εγω σε πηρα απο τη μαντρα, απο το πισω μεροσ των προβατων, για να εισαι ηγεμονασ επανω στον λαο μου τον ισραηλ· και ημουν μαζι σου παντου οπου περπατησεσ, και εξολοθρευσα ολουσ τουσ εχθρουσ σου απο μπροστα σου, και εκανα σε σενα ονομα, συμφωνα με το ονομα των μεγαλων, που ειναι επανω στη γη. και θα διορισω εναν τοπο για τον λαο μου τον ισραηλ, και θα τουσ φυτεψω, και θα κατοικουν σε δικο τουσ τοπο, και δεν θα μεταφερονται πλεον· και οι γιοι τησ αδικιασ δεν θα τουσ καταθλιβουν πλεον, οπωσ αλλοτε, και οπωσ απο τισ ημερεσ, κατα τισ οποιεσ ειχα βαλει κριτεσ επανω στον λαο μου τον ισραηλ. και θα ταπεινωσω ολουσ τουσ εχθρουσ σου. σου αναγγελλω ακομα, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα οικοδομησει οικο σε σενα. και αφου συμπληρωθουν οι ημερεσ σου, για να πασ μαζι με τουσ πατερεσ σου, θα σηκωσω μετα απο σενα το σπερμα σου, που θα ειναι απο τουσ γιουσ σου, και θα στερεωσω τη βασιλεια του. αυτοσ θα οικοδομησει οικο σ' εμενα, και θα στερεωσω τον θρονο του μεχρι τον αιωνα. εγω θα ειμαι σ' αυτον πατερασ, κι αυτοσ θα ειναι σε μενα γιοσ· και δεν θα αφαιρεσω το ελεοσ μου απ' αυτον, καθωσ το αφαιρεσα απο εκεινον που ηταν πριν απο σενα· αλλα, θα τον στησω στον οικο μου και στη βασιλεια μου μεχρι τον αιωνα· και ο θρονοσ του θα ειναι στερεωμενοσ στον αιωνα. συμφωνα με ολα αυτα τα λογια, και συμφωνα με ολοκληρη αυτη την οραση, ετσι μιλησε ο ναθαν στον δαβιδ. τοτε, ο βασιλιασ δαβιδ μπηκε μεσα και καθησε μπροστα στον κυριο, και ειπε: ποιοσ ειμαι εγω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε, και ποια ειναι η οικογενεια μου, ωστε με εφερεσ μεχρι το σημειο αυτο; αλλα κι αυτο σταθηκε μικρο στα ματια σου, θεε· και μιλησεσ για την οικογενεια του δουλου σου, για ενα μακρινο μελλον, και κοιταξεσ επανω μου σαν σε ανθρωπον ψηλου βαθμου κατα την κατασταση, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε. τι μπορει πλεον να πει σε σενα ο δαβιδ, για την τιμη που εκανεσ στον δουλο σου; επειδη, εσυ γνωριζεισ τον δουλο σου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, χαρη του δουλου σου, και συμφωνα με την καρδια σου, εκανεσ ολη αυτη τη μεγαλοσυνη, για να κανεισ γνωστα ολα αυτα τα μεγαλεια. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεν υπαρχει ομοιοσ με σενα ουτε υπαρχει θεοσ εκτοσ απο σενα, συμφωνα με ολα οσα ακουσαμε με τα αυτια μασ. και ποιο αλλο εθνοσ επανω στη γη ειναι οπωσ ο λαοσ σου ο ισραηλ, που ο θεοσ ηρθε να εξαγορασει για δικο του λαο, για να κανεισ στον εαυτο σου ονομα μεγαλοσυνησ και τρομου, βγαζοντασ τα εθνη απο μπροστα απο τον λαο σου, που τον λυτρωσεσ, απο την αιγυπτο; επειδη, τον λαο σου τον ισραηλ εκανεσ λαο δικο σου στον αιωνα· κι εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εγινεσ θεοσ τουσ. και τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο λογοσ που μιλησεσ για τον δουλο σου, και για την οικογενεια του, ασ στερεωθει στον αιωνα, και κανε οπωσ μιλησεσ· και ασ στερεωθει, και ασ μεγαλυνθει το ονομα σου μεχρι τον αιωνα, ωστε να λενε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δυναμεων, ο θεοσ του ισραηλ, ειναι θεοσ στον ισραηλ· και η οικογενεια του δαβιδ του δουλου σου ασ ειναι στερεωμενη μπροστα σου. επειδη, εσυ, θεε μου, αποκαλυψεσ στον δουλο σου οτι θα οικοδομησεισ οικο σ' αυτον· γι' αυτο ο δουλοσ σου πηρε θαρροσ να προσευχηθει μπροστα σου. και τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσυ εισαι ο θεοσ, και υποσχεθηκεσ αυτα τα αγαθα στον δουλο σου. τωρα, λοιπον, ευδοκησε να ευλογησεισ την οικογενεια του δουλου σου, για να ειναι μπροστα σου στον αιωνα· επειδη, εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ευλογησεσ, και θα ειναι ευλογημενοσ στον αιωνα.

18

και υστερα απ' αυτα, ο δαβιδ παταξε τουσ φιλισταιουσ, και τουσ κατατροπωσε, και πηρε απο το χερι των φιλισταιων τη γαθ και τισ κωμοπολεισ τησ. και παταξε τουσ μωαβιτεσ, και οι μωαβιτεσ εγιναν δουλοι υποτελεισ του δαβιδ. ακομα, ο δαβιδ παταξε τον αδαρεζερ, τον βασιλια τησ σωβα, στην αιμαθ, οταν πορευοταν να στησει την εξουσια του επανω στον ποταμο ευφρατη. και ο δαβιδ πηρε απ' αυτον 1.000 αμαξεσ, και 7.000 ιππεισ, και 20.000 πεζουσ· και ο δαβιδ νευροκοπησε ολα τα αλογα των αμαξων, και απ' αυτεσ φυλαξε 100 αμαξεσ. και οταν ηρθαν οι συριοι τησ δαμασκου για να βοηθησουν τον αδαρεζερ, τον βασιλια τησ σωβα, ο δαβιδ παταξε απο τουσ συριουσ 22.000 ανδρεσ. και ο δαβιδ εβαλε φρουρεσ στη συρια τησ δαμασκου· και οι συριοι εγιναν δουλοι υποτελεισ του δαβιδ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσωζε τον δαβιδ, παντου οπου πορευοταν. και ο δαβιδ πηρε τισ χρυσεσ ασπιδεσ, που ησαν επανω στουσ δουλουσ του αδαρεζερ, και τισ εφερε στην ιερουσαλημ. και απο την τιβαθ, και απο τη χουν, πολεισ του αδαρεζερ, ο δαβιδ πηρε χαλκο υπερβολικα πολυ, απο τον οποιο ο σολομωντασ εκανε τη χαλκινη θαλασσα, και τουσ στυλουσ, και τα χαλκινα σκευη. και ο θοου, ο βασιλιασ τησ αιμαθ, οταν ακουσε οτι ο δαβιδ παταξε ολοκληρη τη δυναμη του αδαρεζερ, του βασιλια τησ σωβα, εστειλε τον αδωραμ, τον γιο του, στον βασιλια δαβιδ, για να τον χαιρετησει και να τον ευλογησει, οτι καταπολεμησε τον αδαρεζερ και τον παταξε· επειδη, ο αδαρεζερ ηταν πολεμιοσ του θοου· εφερε μαλιστα και καθε ειδοσ σκευων, χρυσων, ασημενιων, και χαλκινων. κι αυτα, ο βασιλιασ δαβιδ τα αφιερωσε στον κυριο, μαζι με το ασημι και το χρυσαφι, που ειχε φερει απο ολα τα εθνη, απο τον εδωμ, και απο τον μωαβ, και απο τουσ γιουσ του αμμων, και απο τουσ φιλισταιουσ, και απο τον αμαληκ. και αβισαι, ο γιοσ τησ σερουιασ, παταξε τουσ ιδουμαιουσ, στην κοιλαδα του αλατιου, 18.000. και εβαλε φρουρεσ στην ιδουμαια· και ολοι οι ιδουμαιοι εγιναν δουλοι του δαβιδ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσωζε τον δαβιδ, παντου οπου πορευοταν. και ο δαβιδ βασιλευσε επανω σε ολοκληρο τον ισραηλ, και εκανε κριση και δικαιοσυνη σε ολοκληρο τον λαο του. και ο ιωαβ, ο γιοσ τησ σερουιασ, ηταν επικεφαλησ του στρατου· και ο ιωσαφατ, ο γιοσ του αχιλουδ, υπομνηματογραφοσ. και ο σαδωκ, ο γιοσ του αχιτωβ, και ο αβιμελεχ, ο γιοσ του αβιαθαρ, ιερεισ· και ο σουσα, γραμματεασ. και ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, ηταν επικεφαλησ των χερεθαιων και των φελεθαιων· και οι γιοι του δαβιδ, ησαν πρωτοι γυρω απο τον βασιλια.

19

και υστερα απ' αυτα, ο ναασ, ο βασιλιασ των γιων αμμων, πεθανε, και αντ' αυτου βασιλευσε ο γιοσ του. και ο δαβιδ ειπε: θα κανω ελεοσ στον ανουν, τον γιο του ναασ, επειδη ο πατερασ του εκανε σε μενα ελεοσ. και ο δαβιδ εστειλε πρεσβευτεσ, για να τον παρηγορησει εξαιτιασ του πατερα του. και οι δουλοι του δαβιδ ηρθαν στη γη των γιων αμμων, στον ανουν, για να τον παρηγορησουν. και οι αρχοντεσ των γιων αμμων ειπαν στον ανουν: νομιζεισ οτι ο δαβιδ εστειλε σε σενα παρηγορητεσ τιμωντασ τον πατερα σου; δεν ηρθαν οι δουλοι του σε σενα, για να ερευνησουν, και να κατασκοπευσουν, και να καταστρεψουν τον τοπο; και ο ανουν επιασε τουσ δουλουσ του δαβιδ, και τουσ ξυρισε, και τουσ εκοψε το μισο απο τα ιματια τουσ μεχρι τουσ γλουτουσ, και τουσ εδιωξε. και πηγαν και ανηγγειλαν στον δαβιδ για τουσ ανδρεσ. και εστειλε σε συναντηση τουσ· επειδη, οι ανδρεσ ησαν υπερβολικα ατιμασμενοι. και ο βασιλιασ ειπε: καθηστε στην ιεριχω μεχρισ οτου αυξηθουν οι γενειαδεσ σασ, και επιστρεψτε. και οι γιοι αμμων βλεποντασ οτι ησαν βδελυκτοι στον δαβιδ, εστειλαν, ο ανουν και οι γιοι αμμων, 1.000 ταλαντα ασημι για να μισθωσουν για τον εαυτο τουσ αμαξεσ και καβαλαρηδεσ απο τη μεσοποταμια, και απο τη συρια-μααχα, και απο τη σωβα. και μισθωσαν για τον εαυτο τουσ 32.000 αμαξεσ, και τον βασιλια τησ μααχα μαζι με τον λαο του, που ηρθαν και στρατοπεδευσαν απεναντι απο τη μεδεβα. και αφου οι γιοι αμμων συγκεντρωθηκαν απο τισ πολεισ τουσ, ηρθαν να πολεμησουν. και οταν ο δαβιδ τα ακουσε αυτα, εστειλε τον ιωαβ, και ολοκληρο τον στρατο των δυνατων. και οι γιοι αμμων βγηκαν, και παραταχθηκαν σε πολεμο προσ την πυλη τησ πολησ· και οι βασιλιαδεσ, που ειχαν ερθει, ησαν μονοι τουσ στην πεδιαδα. και βλεποντασ ο ιωαβ οτι η μαχη παραταχθηκε εναντιον του, απο μπροστα και απο πισω, διαλεξε απο ολουσ τουσ εκλεκτουσ του ισραηλ, και τουσ παρεταξε εναντια στουσ συριουσ. ενω το υπολοιπο του λαου το εδωσε στο χερι του αδελφου του του αβισαι, και παραταχθηκαν εναντιον των γιων αμμων. και ειπε: αν οι συριοι υπερισχυσουν εναντιον μου, τοτε εσυ θα με σωσεισ· και αν οι γιοι αμμων υπερισχυσουν εναντιον σου, τοτε εγω θα σε σωσω· γινε ανδρειοσ, και ασ ενδυναμωθουμε υπερ του λαου μασ, και υπερ των πολεων του θεου μασ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ κανει το αρεστο στα ματια του. και προχωρησε ο ιωαβ, και ο λαοσ που ηταν μαζι του, σε μαχη εναντιον των συριων· κι εκεινοι εφυγαν απο μπροστα του. και οταν οι γιοι αμμων ειδαν οτι εφυγαν οι συριοι, εφυγαν κι αυτοι απο μπροστα απο τον αβισαι, τον αδελφο του, και μπηκαν στην πολη. και ο ιωαβ ηρθε στην ιερουσαλημ. και οι συριοι βλεποντασ οτι κατατροπωθηκαν μπροστα απο τον ισραηλ, εστειλαν μηνυτεσ, και εβγαλαν τουσ συριουσ, που ησαν περα απο τον ποταμο· και ο σωφακ, ο αρχιστρατηγοσ του αδαρεζερ, πορευοταν μπροστα τουσ. και οταν αυτο αναγγελθηκε στον δαβιδ, συγκεντρωσε ολοκληρο τον ισραηλ, και διαβηκε τον ιορδανη, και ηρθε εναντιον τουσ και παραταχθηκε εναντιον τουσ. και οταν ο δαβιδ παραταχθηκε σε πολεμο εναντιον των συριων, πολεμησαν μαζι του. και οι συριοι εφυγαν μπροστα απο τον ισραηλ· και ο δαβιδ εξολοθρευσε απο τουσ συριουσ 7.000 αμαξεσ, και 40.000 πεζουσ· και τον σωφακ, τον αρχιστρατηγο, τον θανατωσε. και βλεποντασ οι δουλοι του αδαρεζερ οτι κατατροπωθηκαν μπροστα απο τον ισραηλ, εκαναν ειρηνη με τον δαβιδ, και εγιναν δουλοι του· και οι συριοι δεν ηθελαν να βοηθησουν πλεον τουσ γιουσ αμμων.

20

και στον επομενο χρονο, κατα την εποχη που οι βασιλιαδεσ εκστρατευουν, ο ιωαβ εθεσε σε κινηση ολοκληρη τη δυναμη του στρατου, και εφθειρε τη γη των γιων αμμων, και φτανοντασ, πολιορκησε τη ραββα· και ο δαβιδ εμεινε στην ιερουσαλημ. και ο ιωαβ παταξε τη ραββα, και την κατεστρεψε. και ο δαβιδ πηρε το στεφανι του βασιλια τουσ απο το κεφαλι του· και το βαροσ του βρεθηκε να ειναι ενα ταλαντο χρυσαφι· κι επανω σ' αυτο υπηρχαν πολυτιμεσ πετρεσ· και τεθηκε επανω στο κεφαλι του δαβιδ· και εβγαλε απο την πολη λαφυρα, υπερβολικα πολλα. και τον λαο, που ηταν μεσα σ' αυτη τον εβγαλε εξω, και τουσ εκοψε με πριονια, και με σιδερενια τριβολια, και με πελεκεισ. και ο δαβιδ εκανε ετσι σε ολεσ τισ πολεισ των γιων αμμων. τοτε, ο δαβιδ γυρισε στην ιερουσαλημ και ολοκληροσ ο λαοσ. και υστερα απ' αυτα, συγκροτηθηκε πολεμοσ με τουσ φιλισταιουσ στη γεζερ· τοτε, ο σιββεχαι ο χουσαθιτησ παταξε τον σιφφαι, εναν απο τα παιδια του ραφα· και κατατροπωθηκαν. και εγινε παλι πολεμοσ με τουσ φιλισταιουσ· και ο ελχαναν, ο γιοσ του ιαειρ, παταξε τον λααμει, τον αδελφο του γολιαθ του γετθαιου, και το ξυλο τησ λογχησ του ηταν σαν το αντι του υφαντη. και εγινε παλι πολεμοσ στη γαθ, οπου υπηρχε ενασ ανδρασ υπερμεγεθησ, και τα δακτυλα του ησαν εξι και εξι, 24, κι αυτοσ, ακομα, ηταν απο τη γενεα του ραφα. και κοροιδεψε τον ισραηλ, και ο ιωναθαν, ο γιοσ του σαμαα, του αδελφου του δαβιδ, τον παταξε. αυτοι γεννηθηκαν στον ραφα στη γαθ· και επεσαν με το χερι του δαβιδ, και με το χερι των δουλων του.

21

ομωσ, ο σατανασ σηκωθηκε εναντια στον ισραηλ, και παρακινησε τον δαβιδ να απαριθμησει τον ισραηλ. και ο δαβιδ ειπε στον ιωαβ και στουσ αρχοντεσ του λαου: πηγαινετε, απαριθμηστε τον ισραηλ, απο τη βηρ-σαβεε μεχρι τη δαν, και φερτε μου, για να μαθω τον αριθμο τουσ. και ο ιωαβ απαντησε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να προσθεσει επανω στον λαο του 100 φορεσ περισσοτερο απο ο,τι ειναι! αλλα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου βασιλια, δεν ειναι ολοι δουλοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου; γιατι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου το επιθυμει αυτο; γιατι να γινει αυτο το αμαρτημα στον ισραηλ; ο λογοσ, ομωσ, του βασιλια υπερισχυσε επανω στον ιωαβ. και ο ιωαβ αναχωρησε, και, αφου περιηλθε ολοκληρο τον ισραηλ, γυρισε στην ιερουσαλημ. και ο ιωαβ εδωσε το συνολο τησ απαριθμησησ του λαου στον δαβιδ. και ησαν 1.100.000 ανδρεσ ολοκληροσ ο ισραηλ που εσερναν μαχαιρα· και ο ιηhυδασ, 470.000 ανδρεσ που εσερναν μαχαιρα. και τουσ λευιτεσ και τουσ βενιαμιτεσ δεν τουσ απαριθμησε αναμεσα τουσ· επειδη, ο λογοσ του βασιλια ηταν στον ιωαβ βδελυκτοσ. και το πραγμα αυτο φανηκε κακο στα ματια του θεου· γι' αυτο παταξε τον ισραηλ. τοτε, ο δαβιδ ειπε στον θεο: αμαρτησα υπερβολικα, που επραξα αυτο το πραγμα· αλλα τωρα, παρακαλω, αφαιρεσε την ανομια του δουλου σου· επειδη, μωραθηκα σε μεγαλον βαθμο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον γαδ, αυτον που εβλεπε για τον δαβιδ, λεγοντασ: πηγαινε, και μιλησε στον δαβιδ, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: βαζω εγω μπροστα σου τρια πραγματα· διαλεξε για τον εαυτο σου ενα απ' αυτα, και θα σου το κανω: ηρθε, λοιπον, ο γαδ στον δαβιδ, και του ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: διαλεξε για τον εαυτο σου, η τρια χρονια πεινασ η τρεισ μηνεσ να φθειρεσαι μπροστα απο τουσ πολεμιουσ σου, και να σε προφταινει η μαχαιρα των εχθρων σου, η τρεισ ημερεσ τη ρομφαια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το θανατικο, στη γη, και τον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να εξολοθρευει σε ολα τα ορια του ισραηλ. τωρα, λοιπον, δεσ ποιον λογο θα αναφερω σ' εκεινον που με εστειλε. και ο δαβιδ ειπε στον γαδ: απο παντου μου ειναι στενα σε υπερβολικο βαθμο· ασ πεσω, λοιπον, στο χερι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη οι οικτιρμοι του ειναι πολλοι, σε υπερβολικο βαθμο· σε χερι ανθρωπου, ομωσ, ασ μη πεσω. εδωσε, λοιπον, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θανατικο επανω στον ισραηλ· και επεσαν απο τον ισραηλ 70.000 ανδρεσ. και ο θεοσ εστειλε εναν αγγελο στην ιερουσαλημ, για να την εξολοθρευσει· κι ενω εξολοθρευε, ειδε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και μεταμεληθηκε για το κακο, και ειπε στον αγγελο που εξολοθρευε: αρκει, πλεον· αποσυρε το χερι σου. και ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στεκοταν κοντα στο αλωνι του ορναν του ιεβουσαιου. και καθωσ ο δαβιδ σηκωσε τα ματια του, ειδε τον αγγελο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να στεκεται αναμεσα στη γη και τον ουρανο, εχοντασ στο χερι του τη ρομφαια του γυμνη, απλωμενη προσ την ιερουσαλημ· και επεσε ο δαβιδ και οι πρεσβυτεροι, μπρουμυτα, ντυμενοι με σακουσ. και ο δαβιδ ειπε στον θεο: δεν ειμαι εγω που προσταξα να απαριθμησουν τον λαο; εγω, βεβαια, ειμαι εκεινοσ που αμαρτησα και επραξα την κακια· αυτα, ομωσ, τα προβατα τι εκαναν; επανω σε μενα, λοιπον, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε μου, κι επανω στην οικογενεια του πατερα μου ασ ειναι το χερι σου, και οχι επανω στον λαο σου για απωλεια. τοτε, ο αγγελοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε τον γαδ, να πει στον δαβιδ, να ανεβει ο δαβιδ και να στησει ενα θυσιαστηριο στον κυριο μεσα στο αλωνι του ορναν του ιεβουσαιου. και ο δαβιδ ανεβηκε, συμφωνα με τον λογο του γαδ, που μιλησε στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και αφου ο ορναν στραφηκε ειδε τον αγγελο· και κρυφτηκαν οι τεσσερισ γιοι του μαζι μ' αυτον. και ο ορναν αλωνιζε σιταρι. και καθωσ ο δαβιδ ηρθε στον ορναν, σηκωνοντασ ο ορναν τα ματια, και βλεποντασ τον δαβιδ, βγηκε απο το αλωνι, και προσκυνησε τον δαβιδ μπρουμυτα μεχρι το εδαφοσ. και ο δαβιδ ειπε στον ορναν: δωσ' μου τον τοπο του αλωνιου, για να οικοδομησω σ' αυτον θυσιαστηριο στον κυριο· δωσε μου τον στην αξια τιμη του· για να σταματησει η πληγη απο τον λαο. και ο ορναν ειπε στον δαβιδ: παρ' τον για τον εαυτο σου, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ο βασιλιασ ασ κανει το αρεστο στα ματια του· να, δινω τα βοδια για ολοκαυτωμα, και τα αλωνικα εργαλεια για ξυλα, και το σιταρι για προσφορα απο αλφιτα· δινω τα παντα. και ο βασιλιασ δαβιδ ειπε στον ορναν: οχι, αλλα θα αγορασω οπωσδηποτε τον τοπο, στην αξια τιμη του· επειδη, δεν θα παρω το δικο σου για τον κυριο ουτε θα προσφερω δωρεαν ολοκαυτωμα. και ο δαβιδ εδωσε στον ορναν, για τον τοπο, χρυσαφι βαρουσ 600 σικλων. και ο δαβιδ οικοδομησε εκει θυσιαστηριο στον κυριο, και προσφερε ολοκαυτωματα και ειρηνικεσ προσφορεσ, και επικαλεστηκε τον κυριο· και τον εισακουσε, στελνοντασ φωτια απο τον ουρανο επανω στο θυσιαστηριο τησ ολοκαυτωσησ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσταξε τον αγγελο, και γυρισε τη ρομφαια του στη θηκη τησ. κατα την εποχη εκεινη, οταν ο δαβιδ ειδε οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον εισακουσε στο αλωνι του ορναν του ιεβουσαιου, θυσιασε εκει. επειδη, η σκηνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ο μωυσησ ειχε κανει στην ερημο, και το θυσιαστηριο τησ ολοκαυτωσησ, ησαν κατα την εποχη εκεινη στον ψηλο τοπο τησ γαβαων. και ο δαβιδ δεν μπορουσε να παει μπροστα τησ για να ρωτησει τον θεο, επειδη φοβοταν, εξαιτιασ τησ ρομφαιασ του αγγελου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

22

τοτε, ο δαβιδ ειπε: αυτοσ ειναι ο οικοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου, κι αυτο ειναι το θυσιαστηριο τησ ολοκαυτωσησ του ισραηλ. και ο δαβιδ προσταξε να συγκεντρωσουν τουσ ξενουσ, που ησαν στη γη του ισραηλ· και ορισε λιθοτομουσ για να λατομησουν ξυστεσ πετρεσ, για την οικοδομη του οικου του θεου. ο δαβιδ ετοιμασε και πολυ σιδερο, για καρφια των κουφωματων των πυλων, και για τισ ενωσεισ· και αφθονον, αζυγιστον χαλκο· και κεδρινα ξυλα, αναριθμητα. επειδη, οι σιδωνιοι και οι τυριοι εφερναν στον δαβιδ αφθονα κεδρινα ξυλα. και ο δαβιδ ειπε: ο σολομωντασ, ο γιοσ μου, ειναι νεοσ και απαλοσ· και ο οικοσ που προκειται να οικοδομηθει στον κυριο πρεπει να ειναι στο επακρον μεγαλοπρεπησ, ονομαστοσ και ενδοξοσ σε ολοκληρη την οικουμενη· θα κανω, λοιπον, γι' αυτον προετοιμασια. και ο δαβιδ εκανε προετοιμασια με αφθονο υλικο πριν απο τον θανατο του. τοτε, καλεσε τον σολομωντα, τον γιο του, και τον προσταξε να οικοδομησει οικο στον κυριο τον θεο του ισραηλ. και ο δαβιδ ειπε στον σολομωντα: γιε μου, εγω μεν επιθυμησα στην καρδια μου να οικοδομησω οικο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μου· ομωσ, εγινε λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε μενα, λεγοντασ: εχυσεσ πολυ αιμα, και εκανεσ μεγαλουσ πολεμουσ· δεν θα οικοδομησεισ οικο στο ονομα μου, επειδη, εχυσεσ επανω στη γη πολλα αιματα μπροστα μου· δεσ, θα γεννηθει σε σενα γιοσ, που θα ειναι ανδρασ αναπαυσησ· και θα τον αναπαυσω απο ολουσ τουσ εχθρουσ του, ολογυρα· επειδη, το ονομα του θα ειναι σολομωντασ, και στισ ημερεσ του θα δωσω ειρηνη και ησυχια στον ισραηλ· αυτοσ θα οικοδομησει οικο στο ονομα μου· κι αυτοσ θα ειναι σε μενα γιοσ, κι εγω θα ειμαι σ' αυτον πατερασ· και θα στερεωσω τον θρονο τησ βασιλειασ του επανω στον ισραηλ μεχρι τον αιωνα. τωρα, γιε μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ ειναι μαζι σου, και να ευοδωνεσαι, και να οικοδομησεισ τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου, καθωσ μιλησε για σενα. μονον, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να σου δωσει σοφια και συνεση, και να σε θεσει επανω στον ισραηλ, για να τηρεισ τον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σου. τοτε θα ευοδωθεισ, αν προσεχεισ να εκπληρωνεισ τα διαταγματα και τισ κρισεισ, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει στον μωυση για τον ισραηλ· να ενδυναμωνεσαι, και να γινεσαι ανδρειοσ· μη φοβασαι, και μη πτοηθεισ. και δεσ, εγω συμφωνα με τη φτωχεια μου ετοιμασα για τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh 100.000 ταλαντα χρυσαφι, και 1.000.000 ταλαντα ασημι· χαλκο, μαλιστα, και σιδερο αζυγιστον, επειδη ειναι αφθονοσ· ετοιμασα, ακομα, και ξυλα και πετρεσ· κι εσυ προσθεσε σ' αυτα. εχεισ και εργατεσ πληθωρα, λιθοτομουσ, και κτιστεσ, και ξυλουργουσ, και σοφουσ καθε ειδουσ, για καθε εργο. για το χρυσαφι, το ασημι, και τον χαλκο, και τον σιδηρο, δεν υπαρχει αριθμοσ. σηκω, και πραξε· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ ειναι μαζι σου! και ο δαβιδ προσταξε ακομα σε ολουσ τουσ αρχοντεσ του ισραηλ να βοηθησουν τον σολομωντα, τον γιο του, λεγοντασ: δεν ειναι μαζι σασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ, και δεν σασ εδωσε αναπαυση απο παντου; επειδη, παρεδωσε στο χερι μου ολουσ οσουσ κατοικουν τη γη· και η γη υποταχθηκε μπροστα στον κυριο, και μπροστα στον λαο του. δωστε, λοιπον, την καρδια σασ και την ψυχη σασ στο να ζητατε τον κυριο τον θεο σασ· και σηκωθειτε, και οικοδομηστε το αγιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου, για να φερετε την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τα αγια σκευη του θεου, στον οικο, που προκειται να οικοδομηθει στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

23

και αφου ο δαβιδ γερασε, και ηταν πληρησ ημερων, εκανε τον σολομωντα, τον γιο του, βασιλια επανω στον ισραηλ. και συγκεντρωσε ολουσ τουσ αρχοντεσ του ισραηλ, και τουσ ιερεισ και τουσ λευιτεσ. και οι λευιτεσ ησαν απαριθμημενοι απο ηλικιασ 30 χρονων κι επανω· και ο αριθμοσ τουσ, ανα κεφαλη τουσ, κατα ανδρα, ηταν 38.000. απ' αυτουσ, 24.000 ησαν εργοδιωκτεσ στο εργο του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και 6.000 επιστατεσ και κριτεσ· και 4.000 πυλωροι· και 4.000 που υμνουσαν τον κυριο, με τα οργανα, που εκανα, (ειπε ο δαβιδ), για να υμνουν τον κυριο. και ο δαβιδ τουσ διαιρεσε σε ταξεισ, συμφωνα με τουσ γιουσ του λευι: τον γηρσων, τον κααθ, και τον μεραρι. απο τουσ γηρσωνιτεσ ησαν: ο λααδαν, και ο σιμει. οι γιοι του λααδαν ησαν τρεισ: ο ιεχιηλ ο αρχοντασ, και ο ζαιθαμ, και ο ιωαλ. οι γιοι του σιμει ησαν τρεισ: ο σελωμειθ, και ο αζιηλ, και ο χαρραν. αυτοι ησαν αρχηγοι των πατριων του λααδαν. και οι γιοι του σιμει ησαν τεσσερισ: ο ιααθ, ο ζινα, και ο ιεουσ, και ο βερια. αυτοι ησαν οι γιοι του σιμει. και ο ιααθ ηταν ο αρχηγοσ, και ο ζιζα ο δευτεροσ· και ο ιεουσ και ο βερια δεν ειχαν πολλουσ γιουσ· γι' αυτο αριθμηθηκαν μαζι, ωσ μια πατρια. οι γιοι του κααθ ησαν τεσσερισ: ο αμραμ, ο ισααρ, ο χεβρων, και ο οζιηλ. οι γιοι του αμραμ ησαν: ο ααρων και ο μωυσησ· και ο ααρων ηταν ξεχωρισμενοσ, αυτοσ και οι γιοι του, για να αγιαζουν τα αγιοτατα πραγματα παντοτε, για να θυμιαζουν μπροστα στον κυριο, να τον υπηρετουν και να ευλογουν στο ονομα του παντοτινα. και του μωυση, του ανθρωπου του θεου, οι γιοι του συγκαταριθμηθηκαν μαζι με τη φυλη του λευι. οι γιοι του μωυση ησαν ο γηρσωμ και ο ελιεζερ. απο τουσ γιουσ του γηρσωμ, ο σεβουηλ ηταν ο αρχηγοσ. και οι γιοι του ελιεζερ ησαν: ο ρεαβιασ ο αρχηγοσ· και ο ελιεζερ δεν ειχε αλλουσ γιουσ· ενω οι γιοι του ρεαβια ησαν παμπολλοι. απο τουσ γιουσ του ισααρ, ο σελωμειθ ηταν ο αρχηγοσ. οι γιοι του χεβρων ησαν: ο ιεριασ ο πρωτοσ, ο αμαριασ ο δευτεροσ, ο ιαζιηλ ο τριτοσ, και ο ιεκαμεαμ ο τεταρτοσ. οι γιοι του οζιηλ ησαν: ο μιχα ο πρωτοσ, και ο ιεσια ο δευτεροσ. οι γιοι του μεραρι ησαν: ο μααλι και ο μουσι· οι γιοι του μααλι ησαν: ο ελεαζαρ και ο κεισ. και ο ελεαζαρ πεθανε, μη εχοντασ γιουσ, αλλα θυγατερεσ· και τισ πηραν οι αδελφοι τουσ, οι γιοι του κεισ. οι γιοι του μουσι ησαν τρεισ: ο μααλι, και ο εδερ, και ο ιερεμωθ. αυτοι ησαν οι γιοι του λευι, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατερων τουσ, αρχηγοι των πατριων, συμφωνα με την απαριθμηση τουσ, που απαριθμηθηκαν ονομαστικα, ανα κεφαλη, που εκαναν τα εργα τησ υπηρεσιασ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, απο ηλικιασ 20 χρονων κι επανω. επειδη, ο δαβιδ ειχε πει: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ εδωσε αναπαυση στον λαο του, και θα κατοικει στην ιερουσαλημ παντοτινα· και οι λευιτεσ δεν θα βασταζουν πλεον τη σκηνη, και ολα τα σκευη τησ για την υπηρεσια τησ. γι' αυτο, συμφωνα με τα τελευταια λογια του δαβιδ, οι γιοι του λευι ησαν απαριθμημενοι απο ηλικιασ 20 χρονων κι επανω· επειδη, το εργο τουσ ηταν να παραστεκονται στουσ γιουσ του ααρων, στην υπηρεσια του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επιβλεποντασ τισ αυλεσ, και τα οικηματα, και τον καθαρισμο ολων των αγιων πραγματων, και στο να κανουν την υπηρεσια του οικου του θεου· και για τουσ αρτουσ τησ προθεσησ, και για το σιμιγδαλι στισ προσφορεσ απο αλφιτα, και τα αζυμα λαγανα, και για τισ τηγανιτεσ, και για τα φρυγανισμενα, και για καθε ειδοσ μετρου· και για να στεκονται καθε πρωι και εσπερα, για να υμνουν και να δοξολογουν τον κυριο· και για να προσφερουν στον κυριο ολα τα ολοκαυτωματα στα σαββατα, και στισ νεομηνιεσ, και στισ επισημεσ γιορτεσ, συμφωνα με τον αριθμο, συμφωνα με το διαταγμενο σ' αυτουσ, μπροστα στον κυριο παντοτε· και για να φυλαττουν την υπηρεσια τησ σκηνησ του μαρτυριου, και την υπηρεσια του αγιαστηριου, και την υπηρεσια των γιων του ααρων, των αδελφων τουσ, στην υπηρεσια του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

24

και οι διαιρεσεισ των γιων του ααρων ησαν οι εξησ: οι γιοι του ααρων ησαν: ο ναδαβ, και ο αβιουδ, και ο ελεαζαρ, και ο ιθαμαρ. αλλα, ο ναδαβ και ο αβιουδ πεθαναν μπροστα στον πατερα τουσ, και δεν ειχαν γιουσ· γι' αυτο ιερατευσαν ο ελεαζαρ και ο ιθαμαρ. και ο δαβιδ τουσ διαιρεσε, και τον σαδωκ απο τουσ γιουσ του ελεαζαρ, και τον αχιμελεχ απο τουσ γιουσ του ιθαμαρ, συμφωνα με τισ υποχρεωσεισ τουσ στην υπηρεσια τουσ. και βρεθηκαν περισσοτεροι αρχηγοι απο τουσ γιουσ του ελεαζαρ, παρα απο τουσ γιουσ του ιθαμαρ· και διαιρεθηκαν ωσ εξησ: απο τουσ γιουσ του ελεαζαρ ησαν 16 αρχηγοι οικογενειων πατερων· και απο τουσ γιουσ του ιθαμαρ, οκτω αρχηγοι απο την οικογενεια των πατερων τουσ. και τουσ διαιρεσαν με κληρουσ, αυτουσ προσ εκεινουσ· επειδη, διευθυντεσ του αγιαστηριου, και διευθυντεσ του οικου του θεου ησαν απο τουσ γιουσ του ελεαζαρ, και απο τουσ γιουσ του ιθαμαρ. και τουσ κατεγραψε ο σεμαιασ, ο γιοσ του ναθαναηλ, ο γραμματεασ, εκεινοσ απο τουσ λευιτεσ, μπροστα στον βασιλια, και απο τουσ αρχοντεσ του σαδωκ του ιερεα, και του αχιμελεχ, του γιου του αβιαθαρ, και μπροστα στουσ αρχηγουσ των πατριων των ιερεων και των λευιτων, παιρνοντασ μια πατρια απο τον ελεαζαρ, και μια απο τον ιθαμαρ. και ο πρωτοσ κληροσ βγηκε στον ιωιαρειβ, ο δευτεροσ στον ιεδαια, ο τριτοσ στον χαρημ, ο τεταρτοσ στον σεωρημ, ο πεμπτοσ στον μαλχια, ο εκτοσ στον μειαμειν, ο εβδομοσ στον ακκωσ, ο ογδοοσ στον αβια, ο ενατοσ στον ιηhοσυα, ο δεκατοσ στον σεχανια, ο ενδεκατοσ στον ελιασειβ, ο δωδεκατοσ στον ιακειμ, ο δεκατοσ τριτοσ στον ουφφα, ο δεκατοσ τεταρτοσ στον ιεσεβαβ, ο δεκατοσ πεμπτοσ στον βιλγα, ο δεκατοσ εκτοσ στον ιμμηρ, ο δεκατοσ εβδομοσ στον εζειρ, ο δεκατοσ ογδοοσ στον αφισησ, ο δεκατοσ ενατοσ στον πεθαια, ο εικοστοσ στον ιεζεκιαλ, ο εικοστοσ πρωτοσ στον ιαχειν, ο εικοστοσ δευτεροσ στον γαμουλ, ο εικοστοσ τριτοσ στον δελαια, ο εικοστοσ τεταρτοσ στον μααζια. αυτεσ ησαν οι διαταξεισ τουσ στην υπηρεσια τουσ, για να μπαινουν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh συμφωνα με το διαταγμενο σ' αυτουσ διαμεσου του ααρων, του πατερα τουσ, οπωσ τον ειχε προσταξει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ. για δε τουσ υπολοιπουσ γιουσ του λευι· απο τουσ γιουσ του αμραμ ηταν ο σουβαηλ, απο τουσ γιουσ του σουβαηλ, ο ιεδαιασ. για τον ρεαβια· απο τουσ γιουσ του ρεαβια, ο πρωτοσ ηταν ο ιεσια. απο τουσ ισααριτεσ, ο σελωμωθ· απο τουσ γιουσ του σελωμωθ, ηταν ο ιααθ. και οι γιοι του χεβρων ησαν ο ιεριασ ο πρωτοσ, ο αμαριασ ο δευτεροσ, ο ιααζιηλ ο τριτοσ, ο ιεκαμεαμ ο τεταρτοσ. απο τουσ γιουσ του οζιηλ, ηταν ο μιχα· απο τουσ γιουσ του μιχα ηταν ο σαμιρ. ο αδελφοσ του μιχα ηταν ο ιεσια· απο τουσ γιουσ του ιεσια, ηταν ο ζαχαριασ. οι γιοι του μεραρι ησαν ο μααλι και ο μουσι· οι γιοι του ιααζια ησαν ο βενω. οι γιοι του μεραρι διαμεσου του ιααζια, ησαν ο βενω, και ο σωαμ, και ο ζακχουρ, και ο ιβρι. και απο τον μααλι ηταν ο ελεαζαρ, που δεν ειχε γιουσ. για δε τον κεισ· οι γιοι του κεισ, ο ιεραμεηλ. και οι γιοι του μουσι ησαν: ο μααλι, και ο εδερ, και ο ιεριμωθ. αυτοι ησαν οι γιοι των λευιτων, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατριων τουσ. κι αυτοι ερριξαν κληρουσ, καθωσ και οι αδελφοι τουσ, οι γιοι του ααρων, μπροστα στον βασιλια δαβιδ, και τον σαδωκ, και τον αχιμελεχ, και τουσ αρχηγουσ των πατριων των ιερεων και των λευιτων, εξισουμενεσ ετσι οι πρωτεσ πατριεσ με τουσ αδελφουσ τουσ, τουσ νεοτερουσ.

25

ο δαβιδ, λοιπον, και οι αρχηγοι του στρατου, διαιρεσαν στην υπηρεσια τουσ γιουσ του ασαφ, και του αιμαν, και του ιεδουθουν, για να υμνουν με κιθαρεσ, με ψαλτηρια, και με κυμβαλα· και ο αριθμοσ των εργαζομενων συμφωνα με την υπηρεσια τουσ ηταν: απο τουσ γιουσ του ασαφ, ο ζακχουρ, και ο ιωσηφ, και ο νεθανιασ, και ο ασαρηλα, γιοι του ασαφ, κατω απο την οδηγια του ασαφ, αυτου που υμνουσε συμφωνα με τη διαταξη του βασιλια· του ιεδουθουν· οι γιοι του ιεδουθουν ησαν: ο γεδαλιασ, και ο σερι, και ο ιεσαιασ, ο σιμει, ο ασαβιασ, και ο ματταθιασ, εξι, κατω απο την οδηγια του πατερα τουσ ιεδουθουν, που υμνουσε με κιθαρα, υμνωντασ και δοξολογωντασ τον κυριο· του αιμαν· οι γιοι του αιμαν ησαν: ο βουκκιασ, ο ματθανιασ, ο οζιηλ, ο σεβουηλ, και ο ιεριμωθ, ο ανανιασ, ο ανανι, ο ελιαθα, ο γιδδαλθι, και ο ρομαμθι-εζερ, ο ιωσβεκασα, ο μαλλωθι, ο ωθιρ, και ο μααζιωθ· ολοι αυτοι ησαν οι γιοι του αιμαν, που εβλεπε στα λογια του θεου, για τον βασιλια, καθορισμενοι στο να υψωνουν την εξουσια του. και ο θεοσ εδωσε στον αιμαν 14 γιουσ και τρεισ θυγατερεσ. ολοι αυτοι ησαν κατω απο την οδηγια του πατερα τουσ, υμνωντασ μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με κυμβαλα, ψαλτηρια, και κιθαρεσ, για την υπηρεσια του οικου του θεου, συμφωνα με τη διαταξη του βασιλια στον ασαφ, και στον ιεδουθουν, και στον αιμαν. και ο αριθμοσ τουσ εγινε, μαζι με τουσ αδελφουσ τουσ, που ησαν διδαγμενοι στα ασματα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, 288, ολοι ησαν συνετοι. και ερριξαν κληρουσ για την υπηρεσια, το ιδιο ο μικροσ οπωσ και ο μεγαλοσ, ο δασκαλοσ οπωσ και ο μαθητησ. και βγηκε ο πρωτοσ κληροσ για τον ασαφ, στον ιωσηφ· ο δευτεροσ στον γεδαλια· αυτοσ, και οι αδελφοι του, και οι γιοι του, ησαν 12. ο τριτοσ στον ζακχουρ· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο τεταρτοσ στον ισερι· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο πεμπτοσ στον νεθανια· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο εκτοσ στον βουκκια· αυτοσ, οι γιοι του και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο εβδομοσ στον ιεσαρηλα· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο ογδοοσ στον ιεσαια· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο ενατοσ στον ματθανια· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο δεκατοσ στον σιμει· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο ενδεκατοσ στον αζαρεηλ· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο δωδεκατοσ στον ασαβια· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο δεκατοσ τριτοσ στον σουβαηλ· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο δεκατοσ τεταρτοσ στον ματταθια· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο δεκατοσ πεμπτοσ στον ιερεμωθ· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο δεκατοσ εκτοσ στον ανανια· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο δεκατοσ εβδομοσ στον ιωσβεκασα· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο δεκατοσ ογδοοσ στον ανανι· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο δεκατοσ ενατοσ στον μαλλωθι· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο εικοστοσ στον ελιαθα· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο εικοστοσ πρωτοσ στον ωθιρ· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο εικοστοσ δευτεροσ στον γιδδαλθι· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο εικοστοσ τριτοσ στον μααζιωθ· αυτοσ, οι γιοι του, και οι αδελφοι του, ησαν 12. ο εικοστοσ τεταρτοσ στον ρωμαμθι-εζερ· αυτοσ, οι γιοι του και οι αδελφοι του, ησαν 12.

26

και για τισ διαιρεσεισ των πυλωρων· απο τουσ κοριτεσ ηταν ο μεσελεμιασ, ο γιοσ του κορε, απο τουσ γιουσ του ασαφ. και οι γιοι του μεσελεμια ησαν: ο ζαχαριασ ο πρωτοτοκοσ, ο ιεδιαηλ ο δευτεροσ, ο ζεβαδιασ ο τριτοσ, ο ιαθνιηλ ο τεταρτοσ, ο ελαμ ο πεμπτοσ, ο ιωαναν ο εκτοσ, ο ελιωηναι ο εβδομοσ. οι γιοι του ωβηδ-εδωμ ησαν: ο σεμαιασ ο πρωτοτοκοσ, ο ιωζαβαδ ο δευτεροσ, ο ιωαχ ο τριτοσ, και ο σαχαρ ο τεταρτοσ, και ο ναθαναηλ ο πεμπτοσ, ο αμμιηλ ο εκτοσ, ο ισσαχαρ ο εβδομοσ, ο φεουλθαι ο ογδοοσ· επειδη, τον ευλογησε ο θεοσ. και στον σεμαια, τον γιο του, γεννηθηκαν γιοι, που εξουσιαζαν επανω στην πατρικη τουσ οικογενεια· επειδη, ησαν ισχυροι με δυναμη. οι γιοι του σεμαια ησαν: ο γοθνι, και ο ραφαηλ, και ο ωβηδ, και ο ελζαβαδ, που οι αδελφοι τουσ ησαν ισχυροι, ο ελιου, και ο σεμαχιασ. ολοι αυτοι ησαν απο τουσ γιουσ του ωβηδ-εδωμ, αυτοι και οι γιοι τουσ, και οι αδελφοι τουσ, ησαν ισχυροι και αξιοι για την υπηρεσια, 62 ησαν του ωβηδ-εδωμ. και ο μεσελεμιασ ειχε 18 ισχυρουσ γιουσ και αδελφουσ. και ο ωσα, απο τουσ γιουσ του μεραρι, ειχε γιουσ· πρωτον τον σιμρι (επειδη, δεν ηταν πρωτοτοκοσ, αλλα ο πατερασ του τον εκανε πρωτον)· δευτερον τον χελκια, τριτον τον τεβαλια, τεταρτον τον ζαχαρια· ολοι οι γιοι και οι αδελφοι του ωσα ησαν 13. αναμεσα σ' αυτουσ εγιναν οι διαιρεσεισ των πυλωρων· οι αρχηγοι των δυνατων ειχαν υπηρεσιεσ εξισου με τουσ αδελφουσ τουσ, για να υπηρετουν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ερριξαν κληρουσ, εξισου, ο μικροσ οπωσ και ο μεγαλοσ, κατα οικογενεια των πατερων τουσ, για καθε πυλη. και για την πυλη προσ ανατολασ επεσε ο κληροσ στον σελεμια. τοτε, ερριξαν κληρουσ για τον ζαχαρια, τον γιο του, που ηταν σοφοσ συμβουλοσ· και ο κληροσ του βγηκε για την πυλη προσ βορραν. στον ωβηδ-εδωμ, για την πυλη προσ νοτον· και στουσ γιουσ του, για τον οικο τησ συναξησ. στον σουφιμ και τον ωσα, για την πυλη προσ δυσμασ, μαζι με την πυλη σαλεχεθ, κοντα στον δρομο τησ αναβασησ, υπηρεσια εναντι σε υπηρεσια. ανατολικα ησαν εξι λευιτεσ, βορεινα τεσσερισ την ημερα, νοτια τεσσερισ την ημερα, και προσ τον οικο τησ συναξησ ανα δυο. στο παρβαρ δυτικα, τεσσερισ, προσ τον δρομο τησ αναβασησ, και δυο στο παρβαρ. αυτεσ ειναι οι διαιρεσεισ των πυλωρων αναμεσα στουσ γιουσ του κορε, και αναμεσα στουσ γιουσ του μεραρι. και απο τουσ λευιτεσ, ο αχια ηταν υπευθυνοσ στουσ θησαυρουσ του οικου του θεου, και στουσ θησαυρουσ των αφιερωματων. για τουσ γιουσ του λααδαν· οι γιοι του γηρσωνιτη λααδαν, αρχηγοι των πατριων του λααδαν του γηρσωνιτη, ησαν ο ιεχιηλ. οι γιοι του ιεχιηλ ησαν: ο ζαιθαμ, και ο ιωαλ ο αδελφοσ του, που ησαν υπευθυνοι στουσ θησαυρουσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. για τουσ αμραμιτεσ, τουσ ισααριτεσ, τουσ χεβρωνιτεσ, και τουσ οζιηλιτεσ· ο μεν σεβουηλ, ο γιοσ του γηρσωμ, γιου του μωυση, ηταν επιστατησ στουσ θησαυρουσ. ενω οι αδελφοι του απο τον ελιεζερ, που ο γιοσ του ηταν ο ρεαβιασ, και ο ιεσαιασ, ο γιοσ του, και ο ιωραμ, ο γιοσ του, και ο ζιχρι, ο γιοσ του, και ο σελωμειθ, ο γιοσ του,· ο σελωμειθ, αυτοσ και οι αδελφοι του, ησαν υπευθυνοι σε ολουσ τουσ θησαυρουσ των αφιερωματων, που ειχαν αφιερωσει ο βασιλιασ δαβιδ, και οι αρχοντεσ των πατριων, οι χιλιαρχοι και οι εκατονταρχοι, και οι αρχηγοι του στρατου. απο τουσ πολεμουσ και απο τα λαφυρα εκαναν αφιερωση, για να επισκευαζουν τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και καθε τι που ειχαν αφιερωσει ο σαμουαλ, ο βλεπων, και ο σαουλ ο γιοσ του κεισ, και ο αβενηρ, ο γιοσ του νηρ, και ο ιωαβ, ο γιοσ τησ σερουιασ, καθε αφιερωμα ηταν κατω απο το χερι του σελωμειθ, και των αδελφων του. για τουσ ισααριτεσ· ο χενανιασ και οι γιοι του ησαν για τισ εξωτερικεσ υποθεσεσ που αφορουσαν τον ισραηλ, επιστατεσ και κριτεσ. για δε τουσ χεβρωνιτεσ· ο ασαβιασ και οι αδελφοι του, ισχυροι, 1.700, ησαν εφοροι στον ισραηλ απο το εδω μεροσ του ιορδανη, δυτικα, για ολεσ τισ υποθεσεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και για την υπηρεσια του βασιλια. αναμεσα στουσ χεβρωνιτεσ ηταν αρχηγοσ ο ιεριασ, αναμεσα στουσ χεβρωνιτεσ, συμφωνα με τισ γενεεσ τουσ, κατα τισ πατριεσ. στον 40ο χρονο τησ βασιλειασ του δαβιδ εξεταστηκαν, και βρεθηκαν αναμεσα τουσ ισχυροι σε δυναμη, στην ιαζηρ τησ γαλααδ. και οι αδελφοι του, ισχυροι, ησαν 2.700 αρχηγοι πατριων, που ειχε καταστησει ο βασιλιασ δαβιδ επανω στουσ ρουβηνιτεσ, και τουσ γαδιτεσ, και στο μισο τησ φυλησ του μανασση, για καθε πραγμα του θεου, και για τισ υποθεσεισ του βασιλια.

27

και οι γιοι ισραηλ, κατα την απαριθμηση τουσ, οι αρχηγοι των πατριων, και οι χιλιαρχοι, και οι εκατονταρχοι, και οι αξιωματικοι τουσ, που υπηρετουσαν τον βασιλια, συμφωνα με ολοκληρη την ταξη των διαιρεσεων, που εμπαιναν και εβγαιναν απο μηνα σε μηνα, σε ολουσ τουσ μηνεσ του χρονου, ησαν 24.000 σε καθε διαιρεση. επικεφαλησ τησ πρωτησ διαιρεσησ, για τον πρωτο μηνα, ηταν ο ιασωβεαμ, ο γιοσ του ζαβδιηλ· και στη διαιρεση του ησαν 24.000. αυτοσ ηταν απο τουσ γιουσ του φαρεσ, αρχοντασ επανω σε ολουσ τουσ αρχοντεσ των στρατευματων για τον πτωτο μηνα. και επικεφαλησ τησ διαιρεσησ, του δευτερου μηνα, ηταν ο δωδαι, ο αχωχιτησ· και αρχοντασ τησ διαιρεσησ του ηταν ο μικλωθ· στη διαιρεση του ησαν, το ιδιο, 24.000. ο τριτοσ αρχηγοσ του στρατου, για τον τριτο μηνα, ηταν ο βεναιασ, ο γιοσ του ιωδαε, πρωτοσ αξιωματικοσ· και στη διαιρεση του ησαν 24.000· αυτοσ ειναι ο βεναιασ ο δυνατοσ αναμεσα στουσ 30, και επικεφαλησ των 30· και στη διαιρεση του επικεφαλησ ηταν ο αμμιζαβαδ, ο γιοσ του. ο τεταρτοσ, για τον τεταρτο μηνα, ηταν ο ασαηλ, ο αδελφοσ του ιωαβ, και μαζι του ο ζεβαδιασ, ο γιοσ του· και στη διαιρεση του ησαν 24.000. ο πεμπτοσ αρχηγοσ, για τον πεμπτο μηνα, ηταν ο σαμουθ, ο ιεζραιτησ· και στη διαιρεση του ησαν 24.000. ο εκτοσ, για τον εκτο μηνα, ηταν ο ιρασ, ο γιοσ του ικκησ, ο θεκωιτησ· και στη διαιρεση του ησαν 24.000. ο εβδομοσ, για τον εβδομο μηνα, ηταν ο χελησ, ο φελωνιτησ, απο τουσ γιουσ του εφραιμ· και στη διαιρεση του ησαν 24.000. ο ογδοοσ, για τον ογδοο μηνα, ηταν ο σιββεχαι, ο χουσαθιτησ, απο τουσ ζαραιτεσ· και στη διαιρεση του ησαν 24.000. ο ενατοσ, για τον ενατο μηνα, ηταν ο αβιεζερ, ο αναθωθιτησ, απο τουσ βενιαμιτεσ· και στη διαιρεση του ησαν 24.000. ο δεκατοσ, για τον δεκατο μηνα, ηταν ο μααραι, ο νετωφαθιτησ, απο τουσ ζαραιτεσ· και στη διαιρεση του ησαν 24.000. ο ενδεκατοσ, για τον ενδεκατο μηνα, ηταν ο βεναιασ, ο πιραθωνιτησ, απο τουσ γιουσ του εφραιμ· και στη διαιρεση του ησαν 24.000. ο δωδεκασ, για τον δωδεκατο μηνα, ηταν ο χελδαι, ο νετωφαθιτησ, απο τον γοθονιηλ· και στη διαιρεση του ησαν 24.000. και επικεφαλησ των φυλων του ισραηλ ησαν: ο αρχοντασ των ρουβηνιτων ηταν ο ελιεζερ, ο γιοσ του ζιχρι· των συμεωνιτων, ο σεφατιασ, ο γιοσ του μααχα· των λευιτων, ο ασαβιασ, ο γιοσ του κεμουηλ· των ααρωνιτων, ο σαδωκ· του ιηhυδα, ο ελιου, απο τουσ αδελφουσ του δαβιδ· του ισσαχαρ, ο αμρι, ο γιοσ του μιχαηλ· του ζαβουλων, ο ισμαιασ, ο γιοσ του οβαδια· του νεφθαλι, ο ιεριμωθ, ο γιοσ του αζριηλ· των γιων του εφραιμ, ο ιηhοσυα, ο γιοσ του αζαζια· τησ μισησ φυλησ του μανασση, ο ιωαλ, ο γιοσ του φεδαια· τησ μισησ φυλησ του μανασση στη γαλααδ, ο ιδδω, ο γιοσ του ζαχαρια· του βενιαμιν, ο ιασιηλ, ο γιοσ του αβενηρ· του δαν, ο αζαρεηλ, ο γιοσ του ιεροαμ. αυτοι ησαν οι αρχοντεσ των φυλων του ισραηλ. ομωσ, ο δαβιδ δεν πηρε τον αριθμο τουσ απο ηλικιασ 20 χρονων και κατω· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πει, οτι θα πληθυνει τον ισραηλ σαν τα αστερια του ουρανου. ο ιωαβ, ο γιοσ τησ σερουιασ, αρχισε να απαριθμει, ομωσ δεν τελειωσε, επειδη για τουτο επεσε οργη εναντια στον ισραηλ· γι' αυτο, δεν καταχωρηθηκε ο αριθμοσ αναμεσα στισ απαριθμησεισ στα χρονικα του βασιλια δαβιδ. και υπευθυνοσ στουσ θησαυρουσ του βασιλια ηταν ο αζμαβεθ, ο γιοσ του αδιηλ· και υπευθυνοσ στουσ θησαυρουσ των χωραφιων, των πολεων, και των κωμοπολεων, και των φρουριων, ηταν ο ιωναθαν, ο γιοσ του οζια· και επικεφαλησ στουσ εργαζομενουσ το εργο των χωραφιων για τη γεωργια τησ γησ, ηταν ο εζρι, ο γιοσ του χελουβ· και υπευθυνοσ στουσ αμπελωνεσ ηταν ο σιμει, ο ραμαθαιοσ· και υπευθυνοσ του εισοδηματοσ των αμπελωνων, για τισ αποθηκεσ του κρασιου, ηταν ο ζαβδι, ο σιφμιτησ· και υπευθυνοσ στισ ελιεσ και τισ συκαμινιεσ, που ησαν στην πεδιαδα, ηταν ο βααλ-αναν, ο γεδεριτησ· και υπευθυνοσ στισ αποθηκεσ λαδιου, ηταν ο ιωασ· και υπευθυνοσ στα βοδια, που βοσκονταν στη σαρων, ηταν ο σιτραι, ο σαρωνιτησ· και υπευθυνοσ στα βοδια, που ησαν στισ κοιλαδεσ, ηταν ο σαφατ, ο γιοσ του αδλαι· και υπευθυνοσ στισ καμηλεσ, ηταν ο οβιλ, ο ισμαηλιτησ· και υπευθυνοσ στα γαιδουρια, ηταν ο ιεδαιασ, ο μερωνοθιτησ· και υπευθυνοσ στα προβατα, ηταν ο ιαζιζ, ο αγαριτησ. ολοι αυτοι ησαν επιστατεσ των υπαρχοντων του βασιλια δαβιδ. και ο ιωναθαν, ο πατραδελφοσ του δαβιδ, ηταν συμβουλοσ, και ανδρασ συνετοσ, και γραμματεασ· και ο ιεχιηλ, ο γιοσ του αχμονι, ηταν μαζι με τουσ γιουσ του βασιλια· και ο αχιτοφελ, ηταν συμβουλοσ του βασιλια· και ο χουσαι, ο αρχιτησ, ηταν οικειοσ του βασιλια· και υστερα απο τον αχιτοφελ ηταν ο ιωδαε, ο γιοσ του βεναια, και ο αβιαθαρ· αλλα, αρχιστρατηγοσ του βασιλια, ηταν ο ιωαβ.

28

και ο δαβιδ συγκαλεσε στην ιερουσαλημ ολουσ τουσ αρχοντεσ του ισραηλ, τουσ αρχοντεσ των φυλων, και τουσ αρχοντεσ των διαιρεσεων, που υπηρετουσαν τον βασιλια, και τουσ χιλιαρχουσ, και τουσ εκατονταρχουσ, και τουσ επιστατεσ ολων των υπαρχοντων και των κτηματων του βασιλια, και των γιων του, μαζι με τουσ ευνουχουσ, και τουσ ανδρειουσ, και ολουσ τουσ ισχυρουσ σε δυναμη. και αφου ο βασιλιασ δαβιδ σταθηκε ορθιοσ στα ποδια του, ειπε: ακουστε με, αδελφοι μου, και λαε μου: εγω εβαλα στην καρδια μου να οικοδομησω οικο αναπαυσησ για την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και για το υποποδιο των ποδιων του θεου μασ· και εκανα ετοιμασια για την οικοδομη. ο θεοσ, ομωσ, μου ειπε: εσυ δεν θα οικοδομησεισ οικο στο ονομα μου, επειδη εισαι ανδρασ πολεμων, και εχυσεσ αιματα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ, διαλεξε εμενα, απο ολοκληρη την οικογενεια του πατερα μου, για να ειμαι βασιλιασ επανω στον ισραηλ στον αιωνα· επειδη, διαλεξε αρχοντα τον ιηhυδα· και απο την οικογενεια του ιηhυδα διαλεξε την οικογενεια του πατερα μου· και αναμεσα στουσ γιουσ του πατερα μου ευδοκησε να κανει εμενα βασιλια σε ολοκληρο τον ισραηλ· και απο ολουσ τουσ γιουσ μου (επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου εδωσε πολλουσ γιουσ), διαλεξε τον γιο μου τον σολομωντα για να καθησει επανω στον θρονο τησ βασιλειασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επανω στον ισραηλ. και μου ειπε: ο σολομωντασ, ο γιοσ σου, αυτοσ θα οικοδομησει τον οικο μου και τισ αυλεσ μου· επειδη, αυτον εκλεξα γιον σε μενα, και εγω θα ειμαι σ' αυτον πατερασ· και θα στερεωσω τη βασιλεια του μεχρι τον αιωνα, αν μενει σταθεροσ στο να εκτελει τισ εντολεσ μου και τισ κρισεισ μου, οπωσ κατα την ημερα αυτη. τωρα, λοιπον, μπροστα σε ολοκληρο τον ισραηλ, τη συναγωγη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και σε επηκοον του θεου μασ, λεω σε σασ: τηρειτε και ζητατε ολεσ τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου σασ· για να φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυετε αυτη τη γη, την αγαθη και να την αφησετε υστερα απο σασ κληρονομια στουσ γιουσ σασ, για παντα. κι εσυ, γιε μου σολομωντα, γνωρισε τον θεο του πατερα σου, και να τον υπηρετεισ με τελεια καρδια και με ψυχη που να θελει· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξεταζει ολεσ τισ καρδιεσ, και ξερει ολουσ τουσ λογισμουσ των διανοιων· αν τον εκζητασ, θα βρισκεται απο σενα· αν, ομωσ, τον εγκαταλειψεισ, θα σε απορριψει για παντα. δεσ, τωρα, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε εκλεξε, για να οικοδομησεισ οικο σε αγιαστηριο· να ενδυναμωνεσαι, και να εκτελεισ. και ο δαβιδ εδωσε στον σολομωντα, τον γιο του, το σχεδιο για τον προναο, και τα οικηματα του, και τα θησαυροφυλακια του, και τα υπερωα του, και τα εσωτερικα του δωματια, και το οικημα του ιλαστηριου, και το σχεδιο για ολα οσα ειχε συλλαβει στο πνευμα του, για τισ αυλεσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ολα τα γυρω οικηματα, τισ αποθηκεσ του οικου του θεου, και τισ αποθηκεσ των αφιερωματων· και τισ διαιρεσεισ των ιερεων και των λευιτων και ολο το εργο τησ υπηρεσιασ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ολα τα σκευη τησ υπηρεσιασ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. εδωσε χρυσαφι συμφωνα με το βαροσ για τα χρυσα σκευη, για ολα τα σκευη σε καθε ειδοσ υπηρεσιασ· και ασημι εδωσε συμφωνα με το βαροσ για ολα τα ασημενια σκευη, για ολα τα σκευη καθε ειδουσ υπηρεσιασ· και το βαροσ για τισ χρυσεσ λυχνιεσ, και για τα χρυσα λυχναρια τουσ, συμφωνα με το βαροσ για καθε λυχνια, και για τα λυχναρια τησ· και για τισ ασημενιεσ λυχνιεσ συμφωνα με το βαροσ, για τη λυχνια και για τα λυχναρια τησ, συμφωνα με τη χρηση καθε λυχνιασ· και το χρυσαφι συμφωνα με το βαροσ για το τραπεζι των αρτων τησ προθεσησ, για καθε τραπεζι· και ασημι για τα ασημενια τραπεζια· και καθαρο χρυσαφι για τισ κρεαγρεσ, και για τισ λεκανεσ, και για τισ φιαλεσ· και για τουσ χρυσουσ κρατηρεσ, συμφωνα με το βαροσ για καθε εναν κρατηρα· το ιδιο για καθε ασημενιον κρατηρα· και για το θυσιαστηριο του θυμιαματοσ, καθαρισμενο χρυσαφι συμφωνα με το βαροσ· και χρυσαφι για το σχεδιο τησ αμαξασ των χερουβειμ, που απλωνουν τισ φτερουγεσ τουσ, και σκεπαζουν την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ολα, ειπε ο δαβιδ, τα φανερωσε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γραφοντασ τα σε μενα με το χερι του, ολα τα εργα του σχεδιου. και ο δαβιδ ειπε στον γιο του, τον σολομωντα: να ενδυναμωνεσαι και να γινεσαι ανδρειοσ, και να εκτελεισ· μη φοβασαι ουτε να πτοηθεισ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ, ο θεοσ μου, θα ειναι μαζι σου· δεν θα σε αφησει ουτε θα σε εγκαταλειψει, μεχρισ οτου τελειωσεισ ολοκληρο το εργο τησ υπηρεσιασ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και, δεσ, οι διαιρεσεισ των ιερεων και των λευιτων, για καθε υπηρεσια του οικου του θεου· και για καθε εργο, θα ειναι μαζι σου καθε επιστημονασ, προθυμοσ σε καθε ειδοσ υπηρεσιασ, και οι αρχοντεσ και ολοκληροσ ο λαοσ, ετοιμοι να υπακουσουν σε ολα τα προσταγματα σου.

29

τοτε, ο βασιλιασ δαβιδ ειπε σε ολοκληρη τη συναγωγη: ο σολομωντασ, ο γιοσ μου, τον οποιο, μονον, ο θεοσ εκλεξε, ειναι ακομα νεοσ και απαλοσ· και το εργο ειναι μεγαλο· επειδη, η οικοδομη δεν ειναι για ανθρωπο, αλλα για τον κυριο τον θεο. εγω, λοιπον, ετοιμασα, συμφωνα με ολη τη δυναμη μου, για τον οικο του θεου μου, το χρυσαφι για τα χρυσα σκευη, και το ασημι για τα ασημενια, και τον χαλκο για τα χαλκινα, το σιδερο για τα σιδερενια, και ξυλα για τα ξυλινα, ονυχιτεσ πετρεσ, και πετρεσ ενθεσησ, πετρεσ γυαλιστερεσ, και ποικιλεσ, και καθε ειδουσ πολυτιμεσ πετρεσ, και αφθονα μαρμαρα. και ακομα, εξαιτιασ του ποθου μου για τον οικο του θεου μου, και απο τα δικα μου υπαρχοντα εδωσα επιπλεον χρυσαφι και ασημι για τον οικο του θεου μου, εκτοσ απο ολο εκεινο που ειχα ετοιμασει για τον αγιο οικο· χρυσαφι 3.000 ταλαντα, απο το χρυσαφι του οφειρ, και ασημι καθαρισμενο 7.000 ταλαντα, για να σκεπασουν τουσ τοιχουσ των οικηματων· το χρυσαφι για τα χρυσα σκευη, και το ασημι για τα ασημενια, και για καθε εργασια που γινεται με τα χερια των τεχνιτων. ποιοσ προθυμοποιειται να κανει σημερα προσφορα στον κυριο; τοτε, οι αρχοντεσ των πατριων, και οι αρχοντεσ των φυλων του ισραηλ, και οι χιλιαρχοι και οι εκατονταρχοι, και οι επιστατεσ των εργων του βασιλια, προθυμοποιηθηκαν· και εδωσαν για το εργο του οικου του θεου, χρυσαφι 5.000 ταλαντα, και χρυσα νομισματα 10.000, και ασημι 10.000 ταλαντα, και χαλκο 18.000 ταλαντα, και σιδερο 100.000 ταλαντα. και σε οσουσ βρεθηκαν πολυτιμεσ πετρεσ, τισ εδωσαν στο θησαυροφυλακιο του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, διαμεσου του ιεχιηλ του γηρσωνιτη. και ο λαοσ χαρηκε, επειδη προθυμοποιηθηκαν, για τον λογο οτι, προσφεραν στον κυριο με πληρη καρδια, αυτοπροαιρετα· ακομα και ο βασιλιασ δαβιδ χαρηκε με μεγαλη χαρα. και ο δαβιδ ευλογησε τον κυριο μπροστα σε ολοκληρη τη συναξη· και ο δαβιδ ειπε: ευλογητοσ εσυ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ισραηλ, ο πατερασ μασ, απο τον αιωνα και μεχρι τον αιωνα. δικη σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ειναι η μεγαλοσυνη, και η δυναμη, και η τιμη, και η νικη και η δοξα· επειδη, δικα σου ειναι ολα οσα ειναι στον ουρανο και οσα ειναι επανω στη γη· δικη σου ειναι η βασιλεια, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εσυ εισαι που υψωνεσαι σαν κεφαλι πιο πανω απο ολουσ· και ο πλουτοσ και η δοξα απο σενα ερχονται, και εσυ δεσποζεισ τα παντα· και στο χερι σου ειναι η ισχυσ και η δυναμη· και στο χερι σου ειναι να μεγαλυνεισ και να ισχυροποιεισ τα παντα. τωρα, λοιπον, θεε μασ, εμεισ σε ευχαριστουμε, και υμνουμε το ενδοξο ονομα σου. αλλα, ποιοσ ειμαι εγω, και ποιοσ ειναι ο λαοσ μου, ωστε να μπορουμε να προσφερουμε προθυμα σε σενα με εναν τετοιο τροπο; επειδη, τα παντα ερχονται απο σενα, και απο τα δικα σου δινουμε σε σενα. επειδη, ειμαστε ξενοι μπροστα σου, και παροικοι, οπωσ και ολοι οι πατερεσ μασ· οι ημερεσ μασ επανω στη γη ειναι σαν σκια, και μονιμοτητα δεν υπαρχει. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε μασ, ολοκληρο αυτο το πληθοσ που ετοιμασαμε για να οικοδομησουμε οικο σε σενα για το αγιο ονομα σου, ερχεται απο το χερι σου, και τα παντα ειναι δικα σου. και γνωριζω, θεε μου, οτι εσυ εισαι που δοκιμαζεισ την καρδια, και αρεσκεσαι στην ευθυτητα. εγω με ευθυτητα τησ καρδιασ μου προσφερα ολα αυτα· και, τωρα, ειδα με ευφροσυνη τον λαο σου, αυτον που ειναι παρων εδω, οτι σου προσφερει αυτοπροαιρετα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε του αβραhαμ, του ισαακ, και του ισραηλ, των πατερων μασ, να το διατηρεισ αυτο για παντα στουσ διαλογισμουσ τησ καρδιασ του λαου σου, και να κατευθυνεισ την καρδια τουσ σε σενα· και δωσε στον σολομωντα, τον γιο μου, μια τελεια καρδια, για να τηρει τισ εντολεσ σου, τα μαρτυρια σου, και τα προσταγματα σου, και να εκτελει τα παντα, και να κατασκευασει την οικοδομη, που εχω προετοιμασει. και ο δαβιδ ειπε σε ολοκληρη τη συναξη: ευλογηστε τωρα τον κυριο, τον θεο σασ. και ολοκληρη η συναξη ευλογησε τον κυριο, τον θεο των πατερων τουσ, και αφου εσκυψαν, προσκυνησαν τον κυριο και τον βασιλια. και την επομενη ημερα θυσιασαν θυσιεσ στον κυριο, και προσφεραν ολοκαυτωματα στον κυριο, 1.000 μοσχαρια, 1.000 κριαρια, 1.000 αρνια, και τισ σπονδεσ τουσ, και αφθονεσ θυσιεσ για ολοκληρο τον ισραηλ· και εφαγαν και ηπιαν μπροστα στον κυριο εκεινη την ημερα, με μεγαλη χαρα. και ανακηρυξαν για δευτερη φορα τον σολομωντα, τον γιο του δαβιδ, βασιλια, και τον εχρισαν στον κυριο, για να ειναι αρχοντασ, και τον σαδωκ για ιερεα. τοτε, ο σολομωντασ καθησε επανω στον θρονο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh βασιλιασ, αντι του δαβιδ, του πατερα του, και ευημερησε· και ολοκληροσ ο ισραηλ υπακουσε σ' αυτον. και ολοι οι αρχοντεσ, και οι δυνατοι, κι ακομα ολοι οι γιοι του βασιλια δαβιδ, υποταχθηκαν στον βασιλια σολομωντα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μεγαλυνε τον σολομωντα στο επακρον μπροστα σε ολοκληρο τον ισραηλ, και εβαλε επανω του βασιλικη μεγαλειοτητα, τετοια που δεν σταθηκε σε κανεναν βασιλια πριν απ' αυτον στον ισραηλ. ετσι, ο δαβιδ, ο γιοσ του ιεσσαι, βασιλευσε επανω σε ολοκληρο τον ισραηλ· και το διαστημα που βασιλευσε επανω στον ισραηλ ηταν 40 χρονια· επτα χρονια βασιλευσε στη χεβρων, και 33 χρονια βασιλευσε στην ιερουσαλημ. και πεθανε σε καλα γηρατεια, γεματοσ ημερεσ, πλουτο, και δοξα· και αντ' αυτου βασιλευσε ο γιοσ του, ο σολομωντασ. και οι πραξεισ του βασιλια δαβιδ, οι πρωτεσ και οι τελευταιεσ, δεστε, ειναι γραμμενεσ στο βιβλιο του σαμουαλ, του βλεποντα, και στο βιβλιο του ναθαν του προφητη, και στο βιβλιο του γαδ του βλεποντα, με ολοκληρη τη βασιλεια του, και τη δυναμη του, και τουσ καιρουσ που ειχαν ερθει επανω του, κι επανω στον ισραηλ, κι επανω σε ολεσ τισ βασιλειεσ τησ γησ.

λογια των ημερων β’

1

και ο σολομωντασ, ο γιοσ του δαβιδ, κραταιωθηκε στη βασιλεια του· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ηταν μαζι του, και τον μεγαλυνε στο επακρον. και ο σολομωντασ μιλησε σε ολοκληρο τον ισραηλ, στουσ χιλιαρχουσ, και τουσ εκατονταρχουσ, και στουσ κριτεσ, και σε ολουσ τουσ αρχοντεσ ολοκληρου του ισραηλ, τουσ αρχηγουσ των πατριων· και ο σολομωντασ και ολοκληρη η συναξη μαζι του, πηγαν στον ψηλο τοπο, που ηταν στη γαβαων· επειδη, εκει ηταν η σκηνη του μαρτυριου του θεου, την οποια ο μωυσησ, ο δουλοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ειχε κανει μεσα στην ερημο. και ο δαβιδ ειχε ανεβασει την κιβωτο του θεου απο την κιριαθ-ιαρειμ, προσ τον τοπο, που ο δαβιδ ειχε προετοιμασει γι' αυτην· επειδη, ειχε στησει γι' αυτην μια σκηνη στην ιερουσαλημ. και το χαλκινο θυσιαστηριο, που ειχε κανει ο βεσελεηλ, ο γιοσ του ουρι, γιου του ωρ, ηταν εκει μπροστα στη σκηνη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ο σολομωντασ το αναζητησε, και η συναξη. και ο σολομωντασ ανεβηκε εκει, στο χαλκινο θυσιαστηριο μπροστα στον κυριο, που ηταν στη σκηνη του μαρτυριου, και προσφερε επανω σ' αυτο 1.000 ολοκαυτωματα. κατα τη νυχτα εκεινη ο θεοσ φανηκε στον σολομωντα, και του ειπε: ζητησε μου τι να σου δωσω. και ο σολομωντασ ειπε στον θεο: εσυ εκανεσ μεγαλο ελεοσ στον δαβιδ, τον πατερα μου, και με εκανεσ βασιλια αντι γι' αυτον· τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε, ασ βεβαιωθει ο λογοσ σου, αυτοσ που εγινε στον δαβιδ, τον πατερα μου· επειδη, εσυ με εκανεσ βασιλια επανω σε εναν λαο πολυαριθμο, σαν το χωμα τησ γησ· δωσε μου, τωρα, σοφια και συνεση, για να μπαινω μεσα και να βγαινω εξω μπροστα σ' αυτον τον λαο· επειδη, ποιοσ μπορει να κρινει αυτον τον μεγαλο λαο σου; και ο θεοσ ειπε στον σολομωντα: επειδη, συνελαβεσ αυτο στην καρδια σου, και δεν ζητησεσ πλουτη, αγαθα, και δοξα ουτε τη ζωη εκεινων που σε μισουν ουτε ζητησεσ μακροζωια, αλλα ζητησεσ για τον εαυτο σου σοφια και συνεση, για να κρινεισ τον λαο μου, επανω στον οποιο σε εκανα βασιλια· η σοφια και η συνεση δινεται σε σενα· θα σου δωσω δε και πλουτη, και αγαθα, και δοξα, οπωσ δεν εχει γινει στουσ βασιλιαδεσ που ησαν πριν απο σενα ουτε και στουσ μετεπειτα απο σενα θα γινουν τετοια πραγματα. τοτε, ο σολομωντασ επεστρεψε απο τον ψηλο τοπο, που ηταν στη γαβαων, απο μπροστα απο τη σκηνη του μαρτυριου, στην ιερουσαλημ, και βασιλευσε επανω στον ισραηλ. και ο σολομωντασ συγκεντρωσε αμαξεσ και καβαλαρηδεσ· και ειχε 1.400 αμαξεσ, και 12.000 καβαλαρηδεσ, που εβαλε στισ πολεισ των αμαξων, και κοντα στον βασιλια στην ιερουσαλημ. και ο βασιλιασ εκανε στην ιερουσαλημ το ασημι και το χρυσαφι σαν τισ πετρεσ, και τουσ κεδρουσ τουσ εκανε σαν τισ συκαμινιεσ στην πεδιαδα, εξαιτιασ τησ αφθονιασ. και γινοταν στον σολομωντα εξαγωγη απο αλογα, και λινο νημα, απο την αιγυπτο· και το λινο νημα επαιρναν οι εμποροι του βασιλια σε ορισμενη τιμη. ανεβαζαν, ομωσ, και εφερναν απο την αιγυπτο μια αμαξα για 600 ασημενιουσ σικλουσ, και καθε αλογο για 150· και ετσι γινοταν για ολουσ τουσ βασιλιαδεσ των χετταιων, και για τουσ βασιλιαδεσ τησ συριασ, η εξαγωγη γινοταν διαμεσου αυτων.

2

και ο σολομωντασ αποφασισε να οικοδομησει εναν οικο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ενα βασιλικο παλατι για τον εαυτο του. και ο σολομωντασ αριθμησε 70.000 ανδρεσ αχθοφορουσ, και 80.000 λιθοτομουσ στο βουνο, και 3.600 επιστατεσ επανω σ' αυτουσ. και ο σολομωντασ εστειλε στον χουραμ, τον βασιλια τησ τυρου, λεγοντασ: οπωσ εκανεσ στον δαβιδ, τον πατερα μου, και του εστειλεσ κεδρουσ για να οικοδομησει στον εαυτο του ενα παλατι για να κατοικησει σ' αυτο, ετσι να κανεισ και σε μενα. δεσ, εγω οικοδομω εναν οικο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μου, για να τον αφιερωσω σ' αυτον, για να προσφερεται μπροστα του θυμιαμα ευωδιασ, και οι παντοτινοι αρτοι τησ προθεσησ, και τα ολοκαυτωματα, τα πρωινα και τα εσπερινα, στα σαββατα και στισ νεομηνιεσ, και στισ επισημεσ γιορτεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ. αυτο στον ισραηλ ειναι χρεοσ στον αιωνα. και ο οικοσ που οικοδομω ειναι μεγαλοσ· επειδη, μεγαλοσ ειναι ο θεοσ μασ, περισσοτερο απο ολουσ τουσ θεουσ. αλλα, ποιοσ μπορει να οικοδομησει σ' αυτον οικο, ενω ο ουρανοσ και ο ουρανοσ των ουρανων δεν ειναι ικανοι να τον χωρεσουν; και ποιοσ ειμαι εγω, ωστε να του οικοδομησω οικο; παρα μοναχα για να θυσιαζω μπροστα του; τωρα, λοιπον, στειλε μου εναν σοφο ανδρα στο να εργαζεται σε χρυσαφι, και σε ασημι, και σε χαλκο, και σε σιδερο, και σε πορφυρα, και σε κοκκινο, και σε γαλαζιο, και επιστημονα στο να σκαλιζει σκαλισματα μαζι με τουσ σοφουσ που ειναι μαζι μου στην ιηhυδαια και στην ιερουσαλημ, που εχει ετοιμασει ο δαβιδ, ο πατερασ μου. στειλε μου και ξυλα κεδρινα, πευκινα, και ξυλα αλγουμειμ, απο τον λιβανο· επειδη, εγω γνωριζω οτι οι δουλοι σου ξερουν να κοβουν ξυλα στον λιβανο· και, δεσ, οι δουλοι μου θα ειναι μαζι με τουσ δουλουσ σου, για να μου ετοιμασουν ξυλα σε αφθονια· επειδη, ο οικοσ που εγω οικοδομω θα ειναι μεγαλοσ και θαυμαστοσ. και, δεσ, θα δωσω στουσ δουλουσ σου τουσ ξυλοκοπουσ 20.000 κορουσ κοπανισμενο σιταρι και 20.000 κορουσ κριθαρι, και 20.000 βαθ κρασι, και 20.000 βαθ λαδι. και ο βασιλιασ τησ τυρου χουραμ απαντησε με επιστολη, που εστειλε στον σολομωντα: επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αγαπησε τον λαο του, σε εκανε βασιλια επανω τουσ. ο χουραμ ειπε ακομα: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, ο δημιουργοσ του ουρανου και τησ γησ, που εδωσε στον βασιλια δαβιδ εναν σοφο γιο, που εχει φρονηση και συνεση, που θα οικοδομησει οικο στον κυριο, και βασιλικο παλατι στον εαυτο του· στελνω, λοιπον, τωρα, εναν σοφο ανθρωπο, που εχει τη συνεση του πατερα μου χουραμ, ειναι γιοσ μιασ γυναικασ απο τισ θυγατερεσ του δαν, και ενοσ τυριου πατερα, επιστημονασ στο να εργαζεται σε χρυσαφι, και σε ασημι, σε χαλκο, σε σιδερο, σε πετρεσ, και σε ξυλα, σε πορφυρα, και σε γαλαζιο, και σε βυσσο, και σε κοκκινο· και στο να σκαλιζει καθε ειδοσ σκαλισματοσ, και να εφευρισκει καθε ειδουσ εφευρεση σε ο,τι του δοθει, μαζι με τουσ σοφουσ σου, και μαζι με τουσ σοφουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου του δαβιδ, του πατερα σου· τωρα, λοιπον, το σιταρι, και το κριθαρι, το λαδι, και το κρασι, που ειπε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, ασ τα στειλει στουσ δουλουσ του· κι εμεισ θα κοψουμε ξυλα απο τον λιβανο, συμφωνα με ολη την αναγκη σου, και θα τα φερουμε σε σενα στην ιοππη με σχεδιεσ, διαμεσου θαλασσησ· κι εσυ θα τα ανεβασεισ στην ιερουσαλημ. και ο σολομωντασ αριθμησε ολουσ τουσ ξενουσ ανδρεσ, που ησαν στη γη του ισραηλ, μετα την αριθμηση με την οποια ο πατερασ του ο δαβιδ τουσ ειχε αριθμησει· και βρεθηκαν 153.600. και απ' αυτουσ εκανε 70.000 αχθοφορουσ, και 80.000 λιθοτομουσ στο βουνο, και 3.600 επιστατεσ επανω στον λαο.

3

και ο σολομωντασ αρχισε να οικοδομει τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στην ιερουσαλημ, στο βουνο μορια, οπου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε φανει στον δαβιδ, τον πατερα του, στον τοπο τον οποιο ο δαβιδ ειχε ετοιμασει στο αλωνι του ορναν του ιεβουσαιου. και αρχισε να οικοδομει τη δευτερη ημερα του δευτερου μηνα, στον τεταρτο χρονο τησ βασιλειασ του. και τουτο ηταν το σχεδιο του σολομωντα για να οικοδομησει τον οικο του θεου: το μακροσ σε πηχεσ, συμφωνα με το πρωτο μετρο, ηταν 60 πηχεσ, και το πλατοσ 20 πηχεσ, και ο προναοσ, που ηταν μπροστα στον οικο, ειχε μακροσ συμφωνα με το πλατοσ του οικου, 20 πηχεσ και υψοσ 120· και το σκεπασε απο μεσα με καθαρο χρυσαφι. και στεγασε τον μεγαλο οικο με πευκινα ξυλα, τα οποια και σκεπασε με καθαρο χρυσαφι, κι επανω του σκαλισε φοινικεσ και αλυσιδεσ. και διακοσμησε τον οικο με πολυτιμεσ πετρεσ για ωραιοτητα· και το χρυσαφι ηταν χρυσαφι φαρουιμ. ακομα, σκεπασε με χρυσαφι τον οικο, τα δοκαρια, τουσ παραστατεσ, και τουσ τοιχουσ του, και τισ πορτεσ του· κι επανω στουσ τοιχουσ σκαλισε χερουβειμ. και εκανε το οικημα του αγιου των αγιων, το μακροσ του συμφωνα με το πλατοσ του οικηματοσ, 20 πηχεσ, και το πλατοσ του 20 πηχεσ, και το σκεπασε με καθαρο χρυσαφι, 600 ταλαντων. και το βαροσ των καρφιων ηταν 50 σικλοι χρυσαφι. και σκεπασε τα υπερωα με χρυσαφι. και μεσα στο οικημα του αγιου των αγιων εκανε δυο χερουβειμ σκαλιστησ εργασιασ, και τα σκεπασε με χρυσαφι. και οι φτερουγεσ των χερουβειμ ειχαν μακροσ 20 πηχεσ· η μια φτερουγα ηταν πεντε πηχεσ, αγγιζοντασ τον τοιχο του οικηματοσ· και η αλλη φτερουγα ηταν πεντε πηχεσ, αγγιζοντασ τη φτερουγα του αλλου χερουβ. και η μια φτερουγα του αλλου χερουβ ηταν πεντε πηχεσ, αγγιζοντασ τον τοιχο· και η αλλη φτερουγα ηταν πεντε πηχεσ, ακουμπωντασ τη φτερουγα του αλλου χερουβ. οι φτερουγεσ αυτων των χερουβειμ απλωνονταν σε 20 πηχεσ· κι αυτα στεκονταν στα ποδια τουσ, και τα προσωπα τουσ εβλεπαν προσ τον οικο. και εκανε το καταπετασμα απο βαθυγαλαζο υφασμα, και πορφυρα, και κοκκινο, και βυσσο, κι επανω σ' αυτο υφανε χερουβειμ. ακομα, εκανε μπροστα απο τον οικο δυο στυλουσ απο 35 πηχεσ το υψοσ, και το επιθεμα στο κεφαλαρι για καθε ενα, ηταν πεντε πηχεσ. και μεσα στο χρηματιστηριο εκανε αλυσιδεσ, και τισ εβαλε επανω στα κεφαλαρια των στυλων· και εκανε 100 ροδια, και τα εβαλε επανω στισ αλυσιδεσ. και εστησε τουσ στυλουσ κατα προσωπο του ναου, εναν απο τα δεξια, και εναν απο τα αριστερα· και αποκαλεσε το ονομα εκεινου που ηταν στα δεξια ιαχειν, και το ονομα εκεινου που ηταν στα αριστερα βοασ.

4

και εκανε ενα χαλκινο θυσιαστηριο, το μακροσ του ηταν 20 πηχεσ, και το πλατοσ του 20 πηχεσ, και το υψοσ του 10 πηχεσ. ακομα, εκανε τη θαλασσα χυτη, απο χειλοσ σε χειλοσ, 10 πηχεσ, ολογυρα στρογγυλη, και το υψοσ τησ ηταν πεντε πηχεσ· και μια γραμμη απο 30 πηχεσ την περιζωνε ολογυρα. και κατω απο το χειλοσ τησ υπηρχε ενα ομοιωμα βοδιων, που την περικυκλωναν ολογυρα. δεκα ανα πηχη, που περικυκλωναν τη θαλασσα ολογυρα. οι δυο σειρεσ των βοδιων ησαν χυμενεσ μαζι μ' αυτη. και στεκοταν επανω σε 12 βοδια· τρια εβλεπαν προσ βορραν, και τρια εβλεπαν προσ δυσμασ, και τρια εβλεπαν προσ νοτον, και τρια εβλεπαν προσ ανατολασ· και η θαλασσα ηταν ακουμπησμενη επανω τουσ· και ολα τα οπισθια τουσ ησαν προσ τα μεσα. και το παχοσ τησ ηταν μια παλαμη, και το χειλοσ τησ ηταν κατασκευασμενο σαν ενα χειλοσ ποτηριου, σαν ενα ανθοσ κρινου· χωρουσε, μαλιστα, οταν ηταν γεματη, 3.000 βαθ. ακομα, εκανε 10 λουτηρεσ, και εβαλε πεντε απο τα δεξια, και πεντε απο τα αριστερα, για να πλενουν σ' αυτουσ· εκει επλεναν οσα ησαν για ολοκαυτωση· η θαλασσα, ομωσ, ηταν για να νιβονται σ' αυτην οι ιερεισ. και εκανε τισ χρυσεσ λυχνιεσ δεκα, συμφωνα με το διαταγμενο γι' αυτεσ, και τισ εβαλε στον ναο, πεντε απο τα δεξια και πεντε απο τα αριστερα. και εκανε δεκα τραπεζια, και τα εβαλαν στον ναο, πεντε απο τα δεξια, και πεντε απο τα αριστερα. και εκαναν 100 χρυσεσ λεκανεσ. και εκανε την αυλη των ιερεων, και τη μεγαλη αυλη, και πορτεσ για την αυλη, και σκεπασε τισ πορτεσ τουσ με χαλκο. και εβαλε τη θαλασσα προσ τη δεξια πλευρα, ανατολικα, απεναντι απο το μεσημβρινο μεροσ. και ο χουραμ εκανε τουσ λεβητεσ, και τα φτυαρια, και τισ λεκανεσ. και ο χουραμ τελειωσε κανοντασ το εργο, που εκανε στον βασιλια σολομωντα, για τον οικο του θεου· τουσ δυο στυλουσ, και τισ σφαιρικεσ λεκανεσ, και τα δυο επιθεματα, που ησαν επανω στην κεφαλη των στυλων, και τα δυο διχτυωτα για να σκεπαζουν τισ δυο σφαιρικεσ λεκανεσ των επιθεματων, που ησαν επανω στην κεφαλη των στυλων· και 400 ροδια για τα δυο διχτυωτα, δυο σειρεσ ροδιων για καθε ενα διχτυωτο, για να σκεπαζουν τισ δυο σφαιρικεσ λεκανεσ των επιθεματων, που ησαν επανω στουσ στυλουσ. εκανε ακομα τισ βασεισ, και εκανε τουσ λουτηρεσ επανω στισ βασεισ· τη μια θαλασσα, και τα 12 βοδια απο κατω απ' αυτη. και τουσ λεβητεσ, και τα φτυαρια, και τισ κρεαγρεσ, και ολα τα σκευη τουσ, εκανε απο γυαλιστερο χαλκο ο πατερασ του, ο χουραμ, στον βασιλια σολομωντα, για τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και στην πεδιαδα του ιορδανη ο βασιλιασ τα εχυσε σε αργιλωδεσ χωμα, αναμεσα στη σοκχωθ και τη σαρηδαθα. ετσι, ο σολομωντασ εκανε ολα αυτα τα σκευη με μεγαλη αφθονια· επειδη, δεν μπορουσε να λογαριαστει το βαροσ του χαλκου. και ο σολομωντασ εκανε ολα τα σκευη, εκεινα του οικου του θεου, και το χρυσο θυσιαστηριο, και τα τραπεζια, κι επανω τουσ τοποθετουνταν οι αρτοι τησ προθεσησ· και τισ λυχνιεσ και τα λυχναρια τουσ, για να καινε συμφωνα με τα διαταγμενα μπροστα στο χρηματιστηριο, απο καθαρο χρυσαφι· και τα ανθη, και τα λυχναρια, και τισ λαβιδεσ, απο χρυσαφι, κι αυτο ηταν καθαρο χρυσαφι· και τα λυχνοψαλιδα, και τισ λεκανεσ, και τουσ κρατηρεσ, και τα θυμιατηρια, απο καθαρο χρυσαφι· και η εισοδοσ του οικου, οι εσωτερικεσ πορτεσ του για το αγιο των αγιων, και οι πορτεσ του οικου του ναου, ησαν απο χρυσαφι.

5

και συντελεστηκε ολοκληρο το εργο του ναου, που ο σολομωντασ εκανε για τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ο σολομωντασ εφερε μεσα τα αφιερωματα του δαβιδ, του πατερα του· και το ασημι και το χρυσαφι, και ολα τα σκευη, και τα εβαλε στουσ θησαυρουσ του οικου του θεου. τοτε, ο σολομωντασ συγκεντρωσε στην ιερουσαλημ τουσ πρεσβυτερουσ του ισραηλ, και ολουσ τουσ αρχηγουσ των φυλων, τουσ οικογενειαρχεσ των γιων ισραηλ, για να ανεβασουν την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο την πολη του δαβιδ, που ειναι η σιων. και ολοι οι ανδρεσ του ισραηλ συγκεντρωθηκαν στον βασιλια, στη γιορτη του εβδομου μηνα. και ηρθαν ολοι οι πρεσβυτεροι του ισραηλ· και οι λευιτεσ σηκωσαν την κιβωτο. και ανεβασαν την κιβωτο, και τη σκηνη του μαρτυριου, και ολα τα αγια σκευη, που ησαν στη σκηνη· οι ιερεισ και οι λευιτεσ τα ανεβασαν. και ο βασιλιασ σολομωντασ, και ολοκληρη η συναγωγη του ισραηλ, εκεινοι που συγκεντρωθηκαν σ' αυτον, ησαν μπροστα στην κιβωτο, θυσιαζοντασ προβατα και βοδια, οσα δεν ηταν δυνατον να λογαριαστουν ουτε να αριθμηθουν, για το πληθοσ τουσ. και οι ιερεισ εβαλαν την κιβωτο τησ διαθηκησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον τοπο τησ, στο χρηματιστηριο του οικου, στα αγια των αγιων, κατω απο τισ φτερουγεσ των χερουβειμ· επειδη, τα χερουβειμ ειχαν απλωμενεσ τισ φτερουγεσ επανω στον τοπο τησ κιβωτου, και τα χερουβειμ σκεπαζαν την κιβωτο και τουσ μοχλουσ τησ απο πανω· και οι μοχλοι εξειχαν, και φαινονταν τα ακρα των μοχλων εξω απο την κιβωτο, η οποια ηταν μπροστα απο το χρηματιστηριο· απεξω, ομωσ, δεν φαινονταν. και ειναι εκει μεχρι σημερα. στην κιβωτο δεν ησαν παρα μοναχα οι δυο πλακεσ τισ οποιεσ ειχε βαλει εκει ο μωυσησ στο χωρηβ, οπου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε κανει διαθηκη στουσ γιουσ ισραηλ, οταν βγηκαν απο την αιγυπτο. και καθωσ οι ιερεισ βγηκαν απο το αγιαστηριο, (επειδη, ολοι οι ιερεισ, που ειχαν βρεθει, ειχαν αγιαστει, χωρισ να ειναι σε ταξη συμφωνα με τισ διαιρεσεισ· και οι λευιτεσ οι ψαλτωδοι, ολοι εκεινοι που ησαν του ασαφ, του αιμαν, του ιεδουθουν, και οι γιοι τουσ και οι αδελφοι τουσ, ντυμενοι με βυσσο, με κυμβαλα και ψαλτηρια, και κιθαρεσ, στεκονταν ανατολικα απο το θυσιαστηριο, και μαζι τουσ 120 ιερεισ, που σαλπιζαν με σαλπιγγεσ)· τοτε, καθωσ ηχησαν οι σαλπιγκτεσ και οι ψαλτωδοι μαζι με μια φωνη, υμνωντασ και δοξολογωντασ τον κυριο, και καθωσ υψωσαν τη φωνη με σαλπιγγεσ και κυμβαλα και μουσικα οργανα, και υμνουσαν τον κυριο, ελεγαν οτι: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αγαθοσ, οτι: στον αιωνα μενει το ελεοσ του, τοτε ο οικοσ γεμισε απο μια νεφελη, ο οικοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και οι ιερεισ δεν μπορουσαν να σταθουν για να υπηρετησουν, εξαιτιασ τησ νεφελησ· επειδη, η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γεμισε τον οικο του θεου.

6

τοτε, ο σολομωντασ μιλησε, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε οτι θα κατοικει μεσα σε πυκνο σκοταδι· αλλ' εγω οικοδομησα σε σενα οικο κατοικησησ, και τοπο για να κατοικεισ αιωνια. και ο βασιλιασ, στρεφοντασ τα ματια του, ευλογησε ολοκληρη τη συναγωγη του ισραηλ· και ολοκληρη η συναγωγη του ισραηλ στεκοταν ορθια. και ειπε: ευλογητοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, που με τα χερια του πραγματοποιησε εκεινο που ειχε μιλησει με το στομα του στον δαβιδ, τον πατερα μου, λεγοντασ: «απο την ημερα που εβγαλα τον λαο μου απο τη γη τησ αιγυπτου, δεν διαλεξα απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ καμια πολη, για να οικοδομηθει οικοσ, ωστε να ειναι εκει το ονομα μου· ουτε διαλεξα ανδρα, για να ειναι κυβερνητησ επανω στον λαο μου τον ισραηλ· αλλα, διαλεξα την ιερουσαλημ, για να ειναι εκει το ονομα μου· και διαλεξα τον δαβιδ, για να ειναι επανω στον λαο μου τον ισραηλ». και ηρθε στην καρδια του δαβιδ του πατερα μου να οικοδομησει εναν οικο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ. αλλ' φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε στον δαβιδ, τον πατερα μου: επειδη, ηρθε στην καρδια σου να οικοδομησεισ οικο στο ονομα μου, καλα μεν εκανεσ οτι συνελαβεσ κατι τετοιο στην καρδια σου· εντουτοισ, εσυ δεν θα οικοδομησεισ τον οικο· αλλ' ο γιοσ σου, που θα βγει απο την οσφυ σου, αυτοσ θα οικοδομησει τον οικο στο ονομα μου. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, λοιπον, εκπληρωσε τον λογο του, που ειχε μιλησει· κι εγω σηκωθηκα αντι του δαβιδ του πατερα μου, και καθησα στον θρονο του ισραηλ, οπωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε μιλησει, και οικοδομησα τον οικο στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ· και εβαλα εκει την κιβωτο, στην οποια βρισκεται η διαθηκη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε κανει στουσ γιουσ ισραηλ. και ο σολομωντασ, καθωσ σταθηκε μπροστα στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μπροστα σε ολοκληρη τη συναγωγη του ισραηλ, απλωσε τα χερια του· επειδη, ο σολομωντασ ειχε κανει μια χαλκινη βαση, που ειχε μακροσ πεντε πηχεσ, και πλατοσ πεντε πηχεσ, και υψοσ τρεισ πηχεσ· και την εβαλε στο μεσον τησ αυλησ· και αφου σταθηκε επανω τησ, επεσε στα γονατα του, μπροστα σε ολοκληρη τη συναγωγη του ισραηλ, και απλωσε τα χερια του προσ τον ουρανο, και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε του ισραηλ, δεν υπαρχει θεοσ ομοιοσ με σενα, μεσα στον ουρανο, κι επανω στη γη· ο οποιοσ φυλαττεισ τη διαθηκη και το ελεοσ απεναντι στουσ δουλουσ σου, και σ' εκεινουσ που περπατουν μπροστα σου με ολη τουσ την καρδια· ο οποιοσ φυλαξεσ απεναντι στον δουλο σου τον δαβιδ, τον πατερα μου, οσα ειχεσ μιλησει σ' αυτον, και ειχεσ μιλησει με το στομα σου, και πραγματοποιησεσ με το χερι σου, οπωσ αυτη την ημερα. και, τωρα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε του ισραηλ, φυλαξε απεναντι στον δουλο σου τον δαβιδ, τον πατερα μου, εκεινο που του ειχεσ υποσχεθει, λεγοντασ: δεν θα εκλειψει απο σενα ανδρασ απο μπροστα μου, που να καθεται επανω στον θρονο του ισραηλ, μονον, βεβαια, αν οι γιοι σου προσεχουν στον δρομο τουσ, για να περπατουν στον νομο μου, καθωσ εσυ περπατησεσ μπροστα μου. τωρα, λοιπον, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε του ισραηλ, ασ επαληθευθει ο λογοσ σου, που μιλησεσ στον δουλο σου τον δαβιδ. αλλα, στ' αληθεια, θα κατοικησει ο θεοσ μαζι με τον ανθρωπο επανω στη γη; να, ο ουρανοσ, και ο ουρανοσ των ουρανων, δεν ειναι ικανοι να σε χωρεσουν· ποσο λιγοτερο αυτοσ ο οικοσ που οικοδομησα; ομωσ, επιβλεψε στην προσευχη του δουλου σου, και στη δεηση του, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε μου, ωστε να εισακουσεισ την κραυγη και τη δεηση, που ο δουλοσ σου δεεται μπροστα σου· για να ειναι ανοιγμενα τα ματια σου σ' αυτον τον οικο ημερα και νυχτα, προσ τον τοπο για τον οποιο ειχεσ πει, οτι θα βαλεισ εκει το ονομα σου, για να εισακουσ τη δεηση που ο δουλοσ σου θα δεεται σ' αυτον τον τοπο. και να εισακουσ τισ δεησεισ του δουλου σου, και του λαου σου του ισραηλ, οταν προσευχονται σ' αυτον τον τοπο· κι εσυ να ακουσ απο τον τοπο τησ κατοικησησ σου, απο τον ουρανο· και, καθωσ ακουσ, γινε ελεημονασ. αν ενασ ανθρωποσ αμαρτησει στον πλησιον του, και ζητησει απ' αυτον ορκο, για να τον κανει να ορκιστει, και ο ορκοσ ερθει μπροστα στο θυσιαστηριο σου, σ' αυτον τον οικο, τοτε εσυ εισακουσε απο τον ουρανο, και ενεργησε, και κρινε τουσ δουλουσ σου, ανταποδιδοντασ μεν στον ανομο, ωστε να στρεψεισ την πραξη του εναντια στο κεφαλι του, δικαιωνοντασ ομωσ τον δικαιο, ωστε να του αποδωσεισ συμφωνα με τη δικαιοσυνη του. και αν ο λαοσ σου ο ισραηλ χτυπηθει μπροστα στον εχθρο, επειδη αμαρτησαν σε σενα, και επιστρεψουν, και δοξασουν το ονομα σου, και προσευχηθουν και δεηθουν σε σενα σ' αυτον τον οικο, τοτε, εσυ εισακουσε απο τον ουρανο, και συγχωρεσε την αμαρτια του λαου σου ισραηλ, και επαναφερε τουσ στη γη που εχεισ δωσει σ' αυτουσ και στουσ πατερεσ τουσ. οταν κλειστει ο ουρανοσ, και δεν γινεται βροχη, επειδη αμαρτησαν σε σενα, αν προσευχηθουν προσ αυτον τον τοπο, και δοξασουν το ονομα σου, και επιστρεψουν απο τισ αμαρτιεσ τουσ, αφου τουσ ταπεινωσεισ, τοτε, εσυ εισακουσε απο τον ουρανο, και συγχωρεσε την αμαρτια των δουλων σου, και του λαου σου ισραηλ, αφου τουσ διδαξεισ τον αγαθο δρομο στον οποιο πρεπει να περπατουν· και δωσε βροχη επανω στη γη σου, που εχεισ δωσει στον λαο σου για κληρονομια. αν γινει στη γη πεινα, αν γινει θανατικο, ανεμοφθορα και ερυσιβη, ακριδα και βρουχοσ αν γινει, αν οι εχθροι τουσ τουσ πολιορκησουν στον τοπο τησ κατοικησησ τουσ, αν γινει οποιαδηποτε πληγη και οποιαδηποτε νοσοσ, καθε προσευχη, καθε δεηση, που γινεται απο καθε ανθρωπο, και απο ολοκληρο τον ισραηλ, οταν καθενασ γνωρισει την πληγη του, και τον πονο του, και απλωσει τα χερια του σ' αυτον τον οικο, τοτε, εσυ εισακουσε απο τον ουρανο, τον τοπο τησ κατοικησησ σου, και συγχωρεσε, και δωσε σε καθε εναν συμφωνα με ολουσ τουσ δρομουσ του, οπωσ γνωριζεισ την καρδια του, επειδη εσυ, μονοσ εσυ, γνωριζεισ τισ καρδιεσ των ανθρωπων· για να σε φοβουνται, ωστε να περπατουν στουσ δρομουσ σου, ολεσ τισ ημερεσ, οσεσ θα ζουν επανω στο προσωπο τησ γησ, που εχεισ δωσει στουσ πατερεσ μασ. ακομα και τον ξενο, που δεν ειναι απο τον λαο σου τον ισραηλ, αλλα ερχεται απο μακρινη γη για το μεγαλο σου ονομα, και για το κραταιο σου χερι, και για τον απλωμενο βραχιονα σου, αν ερθουν και προσευχηθουν σ' αυτον τον οικο, τοτε, εσυ εισακουσε απο τον ουρανο, απο τον τοπο τησ κατοικησησ σου, και κανε συμφωνα με ολα οσα ο ξενοσ σε επικαλεστει, για να γνωρισουν ολοι οι λαοι τησ γησ το ονομα σου, και να σε φοβουνται, οπωσ και ο λαοσ σου ο ισραηλ, και να γνωρισουν οτι το ονομα σου ονομαστηκε επανω σ' αυτον τον οικο, που οικοδομησα. οταν ο λαοσ σου βγει σε πολεμο εναντια στουσ εχθρουσ τουσ, μεσα απο τον δρομο απο τον οποιο θα τουσ στειλεισ, και προσευχηθουν σε σενα προσ αυτη την πολη που διαλεξεσ, και τον οικο που οικοδομησα στο ονομα σου, τοτε, εισακουσε απο τον ουρανο την προσευχη τουσ και τη δεηση τουσ, και κανε το δικαιο τουσ. οταν αμαρτησουν σε σενα, (επειδη, κανενασ ανθρωποσ δεν ειναι αναμαρτητοσ), και οργιστεισ γι' αυτουσ, και τουσ παραδωσεισ μπροστα στον εχθρο, και οι αιχμαλωτιστεσ τουσ φερουν αιχμαλωτουσ σε γη μακρυνη η κοντινη, και ερθουν στον εαυτο τουσ, μεσα στη γη που φερθηκαν αιχμαλωτοι, και γυρισουν και δεηθουν σε σενα μεσα στη γη τησ αιχμαλωσιασ τουσ, λεγοντασ: αμαρτησαμε, ανομησαμε, και αδικησαμε· και γυρισουν σε σενα με ολοκληρη την καρδια τουσ, και με ολοκληρη την ψυχη τουσ, στη γη τησ αιχμαλωσιασ τουσ, οπου φερθηκαν αιχμαλωτοι, και προσευχηθουν προσ τη γη τουσ, που εχεισ δωσει στουσ πατερεσ τουσ, και την πολη που διαλεξεσ, και προσ αυτον τον οικο, που οικοδομησα στο ονομα σου, τοτε, εισακουσε απο τον ουρανο, απο τον τοπο τησ κατοικησησ σου, την προσευχη τουσ και τισ δεησεισ τουσ, και κανε το δικαιο τουσ, και συγχωρεσε στον λαο σου, που αμαρτησε σε σενα. τωρα, θεε μου, ασ ειναι, παρακαλω, τα ματια σου ανοιχτα, και τα αυτια σου προσεκτικα, στην προσευχη που γινεται σ' αυτο τον τοπο. και τωρα, σηκω επανω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε, στην αναπαυση σου, εσυ, και η κιβωτοσ τησ δυναμησ σου· οι ιερεισ σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε, ασ ντυθουν σωτηρια, και οι οσιοι σου ασ ευφρανθουν με αγαθα. φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε, μη απορριψεισ το προσωπο του χρισμενου σου· θυμησου τα ελεη του δαβιδ του δουλου σου.

7

και οταν ο σολομωντασ τελειωσε στο να προσευχεται, κατεβηκε φωτια απο τον ουρανο, και κατεφαγε τα ολοκαυτωματα και τισ θυσιεσ· και η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γεμισε τον οικο. και οι ιερεισ δεν μπορουσαν να μπουν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επειδη η δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γεμισε τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ολοι οι γιοι ισραηλ, βλεποντασ τη φωτια να κατεβαινει, και τη δοξα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επανω στον οικο, επεσαν μπρουμυτα στη γη, επανω στο λιθοστρωτο, και προσκυνησαν, και δοξασαν τον κυριο, λεγοντασ οτι: ειναι αγαθοσ· οτι: το ελεοσ του μενει στον αιωνα. τοτε, ο βασιλιασ και ολοκληροσ ο λαοσ προσφεραν θυσιεσ μπροστα στον κυριο· και ο βασιλιασ σολομωντασ προσφερε τη θυσια, 22.000 βοδια, και 120.000 προβατα. ετσι εγκαινιασαν ο βασιλιασ και ολοκληροσ ο λαοσ τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οι ιερεισ στεκονταν στισ υπηρεσιεσ τουσ, και οι λευιτεσ με τα μουσικα οργανα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε κανει ο βασιλιασ δαβιδ, για να δοξαζουν τον κυριο: επειδη, το ελεοσ του μενει στον αιωνα, εχοντασ στα χερια τουσ τουσ υμνουσ του δαβιδ· και οι ιερεισ σαλπιζαν απεναντι τουσ, και ολοκληροσ ο λαοσ στεκοταν ορθιοσ. ο σολομωντασ καθιερωσε ακομα το μεσον τησ αυλησ, αυτη προσ την κατευθυνση του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· επειδη, εκει προσφερε τα ολοκαυτωματα, και το λιποσ των ειρηνικων προσφορων· επειδη, το χαλκινο θυσιαστηριο, που εκανε ο σολομωντασ, δεν μπορουσε να χωρεσει τα ολοκαυτωματα, και την προσφορα απο αλφιτα, και το λιποσ. και εκεινο τον καιρο, ο σολομωντασ εκανε τη γιορτη για επτα ημερεσ, και ολοκληροσ ο ισραηλ μαζι του, μια υπερβολικα μεγαλη συγκεντρωση, απο την εισοδο τησ αιμαθ μεχρι τον ποταμο τησ αιγυπτου. και την ογοοη ημερα εκαναν μια πανδημη συγκεντρωση· επειδη, εκαναν τα εγκαινια του θυσιαστηριου επτα ημερεσ, και τη γιορτη επτα ημερεσ. και στην 23η ημερα του εβδομου μηνα απελυσε τον λαο στισ σκηνεσ τουσ, ευφραινομενουσ και αγαλλομενουσ στην καρδια για τα αγαθα, οσα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε στον δαβιδ, και στον σολομωντα, και στον ισραηλ τον λαο του. και ο σολομωντασ τελειωσε τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το παλατι του βασιλια· και καθε τι που ηρθε στην καρδια του σολομωντα για να κανει στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στο παλατι του βασιλια, ευοδωθηκε. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φανηκε στον σολομωντα τη νυχτα, και του ειπε: ακουσα την προσευχη σου, και διαλεξα αυτον τον τοπο στον εαυτο μου για οικο θυσιασ. αν κλεισω τον ουρανο και δεν γινεται βροχη, και αν προσταξω την ακριδα να καταφαει τη γη, και αν στειλω θανατικο αναμεσα στον λαο μου, και ο λαοσ μου, επανω στον οποιο ονομαστηκε το ονομα μου, ταπεινωσουν τον εαυτο τουσ, και προσευχηθουν, και εκζητησουν το προσωπο μου, και επιστρεψουν απο τουσ δρομουσ τουσ, τουσ πονηρουσ, τοτε εγω θα εισακουσω απο τον ουρανο, και θα συγχωρησω την αμαρτια τουσ, και θα θεραπευσω τη γη τουσ. τωρα, τα ματια μου θα ειναι ανοιχτα, και τα αυτια μου προσεκτικα στην προσευχη που γινεται σ' αυτο τον τοπο. επειδη, τωρα διαλεξα και αγιασα αυτο τον οικο, για να ειναι εκει το ονομα μου μεχρι τον αιωνα· και τα ματια μου και η καρδια μου θα ειναι εκει ολεσ τισ ημερεσ. κι εσυ, αν περπατασ μπροστα μου, καθωσ περπατησε ο δαβιδ, ο πατερασ σου, και κανεισ συμφωνα με ολα οσα σε προσταξα, και τηρεισ τα διαταγματα μου, και τισ κρισεισ μου, τοτε, θα στερεωσω τον θρονο τησ βασιλειασ σου, οπωσ υποσχεθηκα στον δαβιδ, τον πατερα σου, λεγοντασ: δεν θα εκλειψει σε σενα ανδρασ που να ηγεμονευει επανω στον ισραηλ. αλλ' αν εσεισ αποστραφειτε, και εγκαταλειψετε τα διαταγματα μου και τισ εντολεσ μου, που εβαλα μπροστα σασ, και πατε και λατρευσετε αλλουσ θεουσ, και τουσ προσκυνησετε, τοτε θα τουσ ξεριζωσω απο τη γη μου, που τουσ εχω δωσει· κι αυτο τον οικο, που αγιασα για το ονομα μου, θα τον απορριψω απο το προσωπο μου, και θα τον κανω παροιμια και εμπαιγμο αναμεσα σε ολουσ τουσ λαουσ. και ο οικοσ αυτοσ, που εγινε τοσο ψηλοσ, θα ειναι εκσταση σε ολουσ οσουσ διαβαινουν διπλα του· και θα λενε: γιατι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εκανε ετσι σ' αυτη τη γη, και σ' αυτο τον οικο; και θα αποκρινονται: επειδη, εγκατελειψαν τον κυριο τον θεο των πατερων τουσ, που τουσ εβγαλε απο την αιγυπτο, και προσκολληθηκαν σε αλλουσ θεουσ, και τουσ προσκυνησαν, και τουσ λατρευσαν· γι' αυτο, εφερε επανω τουσ ολο αυτο το κακο.

8

και στο τελοσ των 20 χρονων, κατα τουσ οποιουσ ο σολομωντασ οικοδομησε τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το παλατι του, τισ πολεισ, που ο χουραμ ειχε δωσει στον σολομωντα, ο σολομωντασ τισ οικοδομησε, και κατοικισε εκει τουσ γιουσ ισραηλ. και ο σολομωντασ πηγε στην αιμαθ-σωβα, και υπερισχυσε εναντιον τησ. και οικοδομησε τη θαδμωρ στην ερημο, και ολεσ τισ πολεισ των αποθηκων, που οικοδομησε στην αιμαθ. οικοδομησε ακομα τη βαιθ-ωρων την ανω, και τη βαιθ-ωρων την κατω, πολεισ οχυρωμενεσ με τειχη, πυλεσ, και μοχλουσ· και τη βααλαθ, και ολεσ τισ πολεισ των αποθηκων που ειχε ο σολομωντασ, και ολεσ τισ πολεισ των αμαξων, και τισ πολεισ των καβαλαρηδων, και καθε τι που ο σολομωντασ επιθυμησε να οικοδομησει στην ιερουσαλημ, και στον λιβανο, και σε ολοκληρη τη γη τησ επικρατειασ του. και ολοκληρο τον λαο, που ειχε εναπομεινει απο τουσ χετταιουσ, και τουσ αμορραιουσ, και τουσ φερεζαιουσ, και τουσ ευαιουσ, και τουσ ιεβουσαιουσ, που δεν ησαν απο τον ισραηλ, αλλα απο τα παιδια τουσ, αυτων που εναπεμειναν στη γη μαζι τουσ, που οι γιοι ισραηλ δεν ειχαν εξολοθρευσει, σ' αυτουσ ο σολομωντασ επεβαλε φορο, μεχρι αυτη την ημερα. και απο τουσ γιουσ ισραηλ ο σολομωντασ δεν εκανε δουλουσ για το εργο του, επειδη ησαν ανδρεσ πολεμιστεσ, και πρωταρχοντεσ, και αρχοντεσ για τισ αμαξεσ του και για τουσ καβαλαρηδεσ του. απ' αυτουσ ησαν οι αρχηγοι των επιστατων, που ειχε ο βασιλιασ σολομωντασ, 250, που εξουσιαζαν τον λαο. και ο σολομωντασ ανεβασε τη θυγατερα του φαραω απο την πολη του δαβιδ, στο παλατι που ειχε οικοδομησει γι' αυτην· επειδη, ειχε πει: η γυναικα μου δεν θα κατοικει στο παλατι του δαβιδ, του βασιλια του ισραηλ, επειδη το μεροσ οπου μεσα εκει ειχε μπει η κιβωτοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι αγιο. τοτε, ο σολομωντασ προσφερε ολοκαυτωματα στον κυριο επανω στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε οικοδομησει μπροστα στο προναο, συμφωνα με το απαιτουμενο καθε ημερασ για να προσφερουν, συμφωνα με τισ εντολεσ του μωυση, στα σαββατα, και στισ νεομηνιεσ, και στισ επισημεσ γιορτεσ, που γινονταν τρεισ φορεσ τον χρονο, στη γιορτη των αζυμων, και στη γιορτη των εβδομαδων, και στη γιορτη των σκηνων. και εγκατεστησε, συμφωνα με τη διαταξη του πατερα του, του δαβιδ, τισ διαιρεσεισ των ιερεων στην υπηρεσια τουσ, και τουσ λευιτεσ στισ βαρδιεσ τουσ, για να υμνουν και να υπηρετουν απεναντι απο τουσ ιερεισ, συμφωνα με το απαιτουμενο καθε ημερασ· και τουσ πυλωρουσ συμφωνα με τισ διαιρεσεισ τουσ, σε καθε πυλη· επειδη, αυτη ηταν η εντολη του δαβιδ, του ανθρωπου του θεου. και δεν παραδρομησαν απο την εντολη του βασιλια για τουσ ιερεισ και τουσ λευιτεσ σε κανενα πραγμα, ουτε σ' εκεινα για τουσ θησαυρουσ. και η ετοιμασια ηταν για ολοκληρο το εργο του σολομωντα, απο την ημερα που θεμελιωθηκε ο οικοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μεχρισ οτου τελειωσε. ετσι ολοκληρωθηκε ο οικοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τοτε ο σολομωντασ πηγε στην εσιων-γαβερ, και στην αιλωθ, στην ακτη τησ θαλασσασ, στη γη του εδωμ. και ο χουραμ του εστειλε, διαμεσου των δουλων του, πλοια, και δουλουσ ειδημονεσ τησ θαλασσασ· και πηγαν μαζι με τουσ δουλουσ του σολομωντα στο οφειρ, και πηραν απο εκει 450 ταλαντα χρυσαφι, και τα εφεραν στον βασιλια σολομωντα.

9

και καθωσ η βασιλισσα τησ σεβα ακουσε τη φημη του σολομωντα, ηρθε στην ιερουσαλημ, για να δοκιμασει τον σολομωντα με αινιγματα, εχοντασ μαζι τησ μια υπερβολικα μεγαλη συνοδεια, και καμηλεσ φορτωμενεσ με αρωματα, και αφθονο χρυσαφι, και πολυτιμεσ πετρεσ· και οταν ηρθε στον σολομωντα, μιλησε μαζι του για ολα οσα ειχε στην καρδια τησ. και ο σολομωντασ εξηγησε σ' αυτη ολα τα ερωτηματα τησ· και δεν σταθηκε τιποτε κρυμμενο απο τον σολομωντα, που δεν τησ το εξηγησε. και βλεποντασ η βασιλισσα τησ σεβα τη σοφια του σολομωντα, και το παλατι που ειχε οικοδομησει, και τα φαγητα του τραπεζιου του, και τον τροπο που καθονταν οι δουλοι του, και τη σταση των υπουργων του, και την ενδυμασια τουσ, και τουσ οινοχοουσ του, και την ενδυμασια τουσ, και την αναβαση του με την οποια ανεβαινε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εγινε εκθαμβη· και ειπε στον βασιλια: αληθινοσ ειναι ο λογοσ, που ειχα ακουσει στη γη μου, για τα εργα σου, και για τη σοφια σου· αλλα, δεν πιστευα στα λογια τουσ, μεχρισ οτου ηρθα, και ειδαν τα ματια μου· και να, ουτε το μισο του πληθουσ τησ σοφιασ σου δεν μου ειχε αναγγελθει· εσυ υπερβαινεισ τη φημη που ακουσα· μακαριοι οι ανδρεσ σου, και μακαριοι αυτοι οι δουλοι σου, που στεκονται παντοτε μπροστα σου, και ακουν τη σοφια σου· ασ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σου ευλογημενοσ, ο οποιοσ ευαρεστηθηκε σε σενα, για να σε βαλει επανω στον θρονο του, για να εισαι βασιλιασ στον κυριο τον θεο σου· επειδη, ο θεοσ σου αγαπησε τον ισραηλ, ωστε να τουσ στερεωσει στον αιωνα, γι' αυτο σε κατεστησε βασιλια επανω τουσ, για να κανεισ κριση και δικαιοσυνη. και εδωσε στον βασιλια 120 ταλαντα χρυσαφι, και αρωματα πολλα, σε υπερβολικο βαθμο, και πολυτιμεσ πετρεσ· και δεν υπηρξαν ποτε τετοια αρωματα, σαν αυτα που η βασιλισσα τησ σεβα εδωσε στον βασιλια σολομωντα. και οι δουλοι μαλιστα του χουραμ, και οι δουλοι του σολομωντα, που εφερναν χρυσαφι απο το οφειρ, εφερναν και ξυλο αλγουμειμ, και πολυτιμεσ πετρεσ. και ο βασιλιασ εκανε απο ξυλα αλγουμειμ αναβασεισ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στο παλατι του βασιλια, και κιθαρεσ και ψαλτηρια για τουσ μουσικουσ· και τετοια δεν ειχαν φανει πρωτυτερα στη γη του ιηhυδα. και ο βασιλιασ σολομωντασ εδωσε στη βασιλισσα τησ σεβα ολα οσα θελησε, οσα ζητησε, περισσοτερα των οσων εφερε στον βασιλια. και γυρισε, και αναχωρησε στη γη τησ, αυτη και οι δουλοι τησ. το βαροσ απο το χρυσαφι, που ερχοταν καθε χρονο στον σολομωντα, ηταν 666 ταλαντα χρυσαφι, εκτοσ απο εκεινο που συγκεντρωνοταν απο τουσ τελωνεσ και τουσ εμπορουσ, και ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τησ αραβιασ, και τουσ σατραπεσ τησ γησ, που εφερναν στον σολομωντα χρυσαφι και ασημι. και ο βασιλιασ σολομωντασ εκανε 200 επιμηκεισ ασπιδεσ απο σφυρηλατο χρυσαφι· 600 σικλοι απο χρυσαφι σφυρηλατο ξοδευτηκαν σε καθε επιμηκη ασπιδα· και 300 ασπιδεσ απο σφυρηλατο χρυσαφι· 300 σικλοι απο χρυσαφι ξοδευτηκαν για καθε ασπιδα. και ο βασιλιασ τισ εβαλε στο παλατι του δασουσ του λιβανου. ο βασιλιασ εκανε ακομα εναν μεγαλο ελεφαντενιο θρονο, και τον σκεπασε με καθαρο χρυσαφι. και ο θρονοσ ειχε εξι βαθμιδεσ και ενα χρυσο υποποδιο, που ησαν συνδεδεμενα με τον θρονο, και αγκωνεσ απο το ενα και απο το αλλο μεροσ τησ καθεδρασ, και δυο λιονταρια, που στεκονταν στα πλαγια των αγκωνων· και 12 λιονταρια στεκονταν εκει, απο τισ δυο πλευρεσ, επανω στισ εξι βαθμιδεσ. παρομοιο δεν ειχε κατασκευαστει σε κανενα βασιλειο. και ολα τα σκευη για το πιοτο του βασιλια σολομωντα ησαν απο χρυσαφι, και ολα τα σκευη του παλατιου του δασουσ του λιβανου απο καθαρο χρυσαφι· κανενα απο ασημι· το ασημι λογιζοταν για τιποτε στισ ημερεσ του σολομωντα. επειδη, ο βασιλιασ ειχε πλοια που πηγαιναν στη θαρσεισ μαζι με τουσ δουλουσ του χουραμ· μια φορα ανα τριετια ερχονταν τα πλοια απο τη θαρσεισ, που εφερναν χρυσαφι, και ασημι, δοντια ελεφαντα, και πιθηκουσ, και παγωνια. και ο βασιλιασ σολομωντασ μεγαλυνθηκε περισσοτερο απο ολουσ τουσ βασιλιαδεσ τησ γησ σε πλουτο και σοφια. και ολοι οι βασιλιαδεσ τησ γησ ζητουσαν το προσωπο του σολομωντα, για να ακουσουν τη σοφια του, την οποια ο θεοσ ειχε βαλει στην καρδια του. και καθε ενασ εφερνε το δωρο του, ασημενια σκευη, χρυσα σκευη, και στολεσ, και πανοπλιεσ, και αρωματα, αλογα, και μουλαρια, καθε χρονο. και ο σολομωντασ ειχε 4.000 σταυλουσ αλογων και αμαξων, και 12.000 καβαλαρηδεσ, τουσ οποιουσ ο βασιλιασ εβαλε στισ πολεισ των αμαξων, και κοντα του στην ιερουσαλημ. και βασιλευσε επανω σε ολουσ τουσ βασιλιαδεσ, απο τον ποταμο μεχρι τη γη των φιλισταιων, και τα συνορα τησ αιγυπτου. και ο βασιλιασ εκανε το ασημι στην ιερουσαλημ σαν πετρεσ, και εκανε τουσ κεδρουσ σαν τισ συκαμινιεσ στην πεδιαδα, λογω τησ αφθονιασ. και εφερναν στον σολομωντα αλογα απο την αιγυπτο, και απο ολουσ τουσ τοπουσ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του σολομωντα, οι πρωτεσ και οι τελευταιεσ, δεν ειναι γραμμενεσ στο βιβλιο του ναθαν του προφητη, και στην προφητεια του αχια του σηλωνιτη, και στα οραματα του ιδδω, του βλεποντα, που εγιναν εναντια στον ιεροβοαμ, τον γιο του ναβατ; και ο σολομωντασ βασιλευσε στην ιερουσαλημ, επανω σε ολοκληρο τον ισραηλ, 40 χρονια. και ο σολομωντασ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του· και τον εθαψαν στην πολη του δαβιδ, του πατερα του· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ροβοαμ, ο γιοσ του.

10

και ο ροβοαμ πηγε στη συχεμ· επειδη, ολοκληροσ ο ισραηλ ερχοταν στη συχεμ για να τον κανει βασιλια. και καθωσ το ακουσε αυτο ο ιεροβοαμ, ο γιοσ του ναβατ, που ηταν στην αιγυπτο, οπου ειχε φυγει απο το προσωπο του βασιλια σολομωντα, ο ιεροβοαμ γυρισε απο την αιγυπτο, επειδη, εστειλαν και τον καλεσαν. τοτε, ηρθαν ο ιεροβοαμ και ολοκληροσ ο ισραηλ, και μιλησαν στον ροβοαμ, λεγοντασ: ο πατερασ σου ειχε σκληρυνει τον ζυγο μασ· τωρα, λοιπον, τη σκληρη δουλεια του πατερα σου, και τον βαρυ του ζυγο, που επεβαλε επανω μασ, ελαφρυνε τον εσυ, και θα σε δουλευουμε. κι εκεινοσ τουσ ειπε: ελατε ξανα σε μενα υστερα απο τρεισ ημερεσ. και ο λαοσ εφυγε. και ο βασιλιασ ροβοαμ συμβουλευτηκε τουσ πρεσβυτερουσ, που βρισκονταν μπροστα στον σολομωντα, τον πατερα του, ενω ακομα ζουσε, λεγοντασ: τι με συμβουλευετε εσεισ να απαντησω σ' αυτο τον λαο; και του ειπαν, λεγοντασ: αν φερθεισ με ευμενεια σ' αυτο τον λαο, και τουσ ευαρεστησεισ, και τουσ μιλησεισ αγαθα λογια, τοτε θα ειναι δουλοι σου για παντα. ομωσ, απερριψε τη συμβουλη των πρεσβυτερων, που του ειχαν δωσει, και συμβουλευθηκε τουσ νεουσ, που ειχαν συναναστραφει μαζι του, οι οποιοι βρισκονταν μπροστα του. και τουσ ειπε: τι με συμβουλευετε εσεισ να απαντησουμε σ' αυτο τον λαο, που μιλησε σε μενα, λεγοντασ: ελαφρυνε τον ζυγο που ο πατερασ σου επεβαλε επανω μασ; και οι νεοι, αυτοι που ειχαν συναναστραφει μαζι του, μιλησαν σ' αυτον, λεγοντασ: ετσι θα μιλησεισ στον λαο, που σου μιλησε, λεγοντασ: ο πατερασ σου βαρυνε τον ζυγο μασ, αλλ' εσυ ελαφρυνε τον σε μασ· ετσι θα τουσ μιλησεισ: το μικρο μου δαχτυλο θα ειναι παχυτερο απο την οσφυ του πατερα μου· τωρα, λοιπον, ο μεν πατερασ μου σασ επιφορτισε εναν βαρυ ζυγο, εγω ομωσ θα κανω τον ζυγο σασ βαρυτερο· ο πατερασ μου σασ παιδευσε με μαστιγεσ, εγω, ομωσ, θα σασ παιδευσω με σκορπιουσ. και ηρθε ο ιεροβοαμ και ολοκληροσ ο λαοσ την τριτη ημερα στον ροβοαμ, οπωσ ειχε μιλησει ο βασιλιασ, λεγοντασ: ελατε ξανα σε μενα την τριτη ημερα. και ο βασιλιασ απαντησε σ' αυτουσ σκληρα· και ο βασιλιασ ροβοαμ εγκατελειψε τη συμβουλη των πρεσβυτερων, και τουσ μιλησε συμφωνα με τη συμβουλη των νεων, λεγοντασ: ο πατερασ μου βαρυνε τον ζυγο σασ, αλλ' εγω θα τον κανω βαρυτερο· ο πατερασ μου σασ παιδευσε με μαστιγεσ, εγω ομωσ θα σασ παιδευσω με σκορπιουσ. και ο βασιλιασ δεν εισακουσε τον λαο· επειδη, το πραγμα εγινε απο τον θεο, ωστε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh να εκτελεσει τον λογο του, που ειχε μιλησει διαμεσου του αχια του σηλωνιτη στον ιεροβοαμ, τον γιο του ναβατ. και ολοκληροσ ο ισραηλ βλεποντασ οτι ο βασιλιασ δεν τουσ εισακουσε, ο λαοσ απαντησε στον βασιλια, λεγοντασ: τι συμμετοχη εχουμε εμεισ στον δαβιδ; δεν εχουμε καμια κληρονομια στον γιο του ιεσσαι· ισραηλ, καθενασ στισ σκηνεσ σου· τωρα, δαβιδ, προβλεψε για την οικογενεια σου. και ολοκληροσ ο ισραηλ αναχωρησε στισ σκηνεσ του. και για τουσ γιουσ ισραηλ, που κατοικουσαν στισ πολεισ του ιηhυδα, ο ροβοαμ βασιλευσε επανω τουσ. και ο βασιλιασ ροβοαμ εστειλε τον αδωραμ, τον υπευθυνο για τουσ φορουσ· και οι γιοι ισραηλ τον λιθοβολησαν με πετρεσ, και πεθανε. γι' αυτο, ο βασιλιασ ροβοαμ εσπευσε να ανεβει στην αμαξα, για να φυγει στην ιερουσαλημ. ετσι ο ισραηλ αποστατησε απο την οικογενεια του δαβιδ, μεχρι αυτη την ημερα.

11

και καθωσ ο ροβοαμ ηρθε στην ιερουσαλημ, συγκεντρωσε την οικογενεια του ιηhυδα και του βενιαμιν, 180.000 απο εκλεκτουσ, πολεμιστεσ, για να πολεμησουν εναντια στον ισραηλ, προκειμενου να ξαναφερουν τη βασιλεια στον ροβοαμ. εγινε, ομωσ, λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στον σεμαια, τον ανθρωπο του θεου, λεγοντασ: μιλησε στον ροβοαμ, τον γιο του σολομωντα, τον βασιλια του ιηhυδα, και σε ολοκληρο τον ισραηλ, που ειναι μεσα στον ιηhυδα και στον βενιαμιν, λεγοντασ: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεν θα ανεβειτε ουτε θα πολεμησετε εναντιον των αδελφων σασ· επιστρεψτε καθε ενασ στο σπιτι του, επειδη απο μενα εγινε αυτο το πραγμα. και υπακουσαν στα λογια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εστρεψαν πισω απο το να πανε εναντια στον ιεροβοαμ. και ο ροβοαμ κατοικησε στην ιερουσαλημ, και οικοδομησε οχυρεσ πολεισ στον ιηhυδα. και οικοδομησε τη βηθλεεμ, και την ηταμ, και τη θεκουε, και τη βαιθ-σουρ, και τη σοκχω, και την οδολλαμ, και τη γαθ, και τη μαρησα, και τη ζιφ, και την αδωραιμ, και τη λαχεισ, και την αζηκα, και τη σαραα, και την αιαλων, και τη χεβρων, οι οποιεσ ειναι στον ιηhυδα και στον βενιαμιν, πολεισ οχυρωμενεσ. και οχυρωσε τα φρουρια, και εβαλε σ' αυτα φρουραρχουσ, και αποθηκεσ με τροφεσ, και λαδι, και κρασι. και σε καθε πολη εβαλε ασπιδεσ και λογχεσ, και τισ οχυρωσε πολυ, σε υπερβολικο βαθμο. και ο ιηhυδασ και ο βενιαμιν ησαν κατω απο την εξουσια του. και οι ιερεισ και οι λευιτεσ, που υπηρχαν σε ολοκληρο τον ισραηλ συγκεντρωθηκαν σ' αυτον, απο ολα τα συνορα τουσ. επειδη, οι λευιτεσ εγκατελειψαν τα προαστια τουσ και τισ ιδιοκτησιεσ τουσ, και ηρθαν στον ιηhυδα και στην ιερουσαλημ· (για τον λογο οτι, ο ιεροβοαμ, και οι γιοι του, τουσ ειχαν αποβαλει απο το να ιερατευουν στον κυριο· και εκανε για τον εαυτο του ιερεισ για τουσ ψηλουσ τοπουσ, και για τουσ δαιμονεσ, και για τα μοσχαρια που ειχε κανει)· και υστερα απ' αυτουσ, οσοι απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ εδωσαν τισ καρδιεσ τουσ στο να ζητουν τον κυριο τον θεο του ισραηλ, ηρθαν στην ιερουσαλημ, για να θυσιασουν στον κυριο, στον θεο των πατερων τουσ. και ενδυναμωσαν τη βασιλεια του ιηhυδα, και ισχυροποιησαν τον ροβοαμ, τον γιο του σολομωντα, τρια χρονια· επειδη, τρια χρονια περπατησαν στον δρομο του δαβιδ και του σολομωντα. και ο ροβοαμ πηρε στον εαυτο του για γυναικα τη μαελεθ, θυγατερα του ιεριμωθ, γιου του δαβιδ, και την αβιχαιλ θυγατερα του ελιαβ, γιου του ιεσσαι· η οποια του γεννησε γιουσ, τον ιεουσ, και τον σαμαρια, και τον ζααμ. και υστερα απ' αυτη πηρε τη μααχα, θυγατερα του αβεσσαλωμ, η οποια του γεννησε τον αβια, και τον ατθαι, και τον ζιζα, και τον σελωμειθ. και ο ροβοαμ αγαπησε τη μααχα, τη θυγατερα του αβεσσαλωμ, περισσοτερο απο ολεσ τισ γυναικεσ του και τισ παλλακεσ του· (επειδη, ειχε παρει 18 γυναικεσ, και 60 παλλακεσ· και γεννησε 28 γιουσ, και 60 θυγατερεσ)· και ο ροβοαμ εκανε αρχοντα τον αβια, τον γιο τησ μααχα, για να αρχει επανω στουσ αδελφουσ του· επειδη, σκεφτοταν να τον κανει βασιλια· και ενεργωντασ φρονιμα, διασκορπισε ολουσ τουσ γιουσ του σε ολουσ τουσ τοπουσ του ιηhυδα και του βενιαμιν, σε καθε οχυρη πολη· και τουσ εδωσε τροφεσ σε αφθονια, και ζητησε πολλεσ γυναικεσ.

12

και καθωσ η βασιλεια του ροβοαμ στερεωθηκε και ενδυναμωθηκε, εγκατελειψε τον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ολοκληροσ ο ισραηλ μαζι του. και τον πεμπτο χρονο τησ βασιλειασ του ροβοαμ, ο σισακ, ο βασιλιασ τησ αιγυπτου, ανεβηκε εναντιον τησ ιερουσαλημ, επειδη ειχαν παρανομησει στον κυριο, μαζι με 1.200 αμαξεσ, και 60.000 καβαλαρηδεσ· και ο λαοσ που ηρθε μαζι του απο την αιγυπτο ηταν αναριθμητοσ, λιβυοι, τρωγλοδυτεσ, και αιθιοπεσ. και αφου φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσε τισ οχυρεσ πολεισ, εκεινεσ στον ιηhυδα, ηρθε μεχρι την ιερουσαλημ. τοτε ο προφητησ σεμαιασ ηρθε στον ροβοαμ, και στουσ αρχοντεσ του ιηhυδα, που ειχαν συγκεντρωθει στην ιερουσαλημ εξαιτιασ του φοβου του σισακ, και τουσ ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: εσεισ με εγκαταλειψατε· γι' αυτο σασ εγκατελειψα κι εγω στο χερι του σισακ. και οι αρχοντεσ του ισραηλ και ο βασιλιασ ταπεινωθηκαν, και ελεγαν: δικαιοσ ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οταν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειδε οτι ταπεινωθηκαν, εγινε λογοσ κυριου στον σεμαια, λεγοντασ: αυτοι ταπεινωθηκαν· δεν θα τουσ εξολοθρευσω, αλλα θα τουσ χαρισω καποια σωτηρια· και ο θυμοσ μου δεν θα εκχυθει επανω στην ιερουσαλημ διαμεσου του σισακ· αλλ' ομωσ, θα γινουν δουλοι του, για να γνωρισουν τη δικη μου δουλεια, και τη δουλεια απο τισ βασιλειεσ τησ γησ. και ο σισακ, ο βασιλιασ τησ αιγυπτου, ανεβηκε εναντιον τησ ιερουσαλημ, και πηρε τουσ θησαυρουσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τουσ θησαυρουσ του παλατιου του βασιλια, πηρε τα παντα· πηρε, ακομα, και τισ επιμηκεισ χρυσεσ ασπιδεσ, που ειχε κανει ο σολομωντασ. κι αντι εκεινων ο βασιλιασ ροβοαμ εκανε χαλκινεσ επιμηκεισ ασπιδεσ, και τισ παρεδωσε στα χερια των αρχοντων των σωματοφυλακων, που φυλαγαν την εισοδο του παλατιου του βασιλια. και οταν ο βασιλιασ εμπαινε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ερχονταν οι σωματοφυλακεσ, και τισ επαιρναν και τισ εφερναν ξανα στο οικημα των σωματοφυλακων. επειδη, λοιπον, ταπεινωθηκε, αποστραφηκε απ' αυτον ο θυμοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να μη τουσ αφανισει ολοκληρωτικα· για τον λογο οτι, υπηρχαν ακομα αγαθα πραγματα στον ιηhυδα. και ο βασιλιασ ροβοαμ ενδυναμωθηκε στην ιερουσαλημ, και βασιλευσε· επειδη, ο ροβοαμ ηταν ηλικιασ 41 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε 17 χρονια στην ιερουσαλημ, στην πολη που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε διαλεξει απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ, για να βαλει εκει το ονομα του. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν νααμα, η αμμωνιτισσα. και επραξε πονηρα, επειδη δεν προσηλωσε την καρδια του στο να εκζητει τον κυριο. και οι πραξεισ του ροβοαμ, οι πρωτεσ και οι τελευταιεσ, δεν ειναι γραμμενεσ στο βιβλιο του προφητη σεμαια, και του ιδδω του βλεποντα, στισ γενεαλογιεσ; και υπηρχαν παντοτε πολεμοι αναμεσα στον ροβοαμ και στον ιεροβοαμ. και ο ροβοαμ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε στην πολη του δαβιδ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο αβια, ο γιοσ του.

13

και ο αβια βασιλευσε επανω στον ιηhυδα στον 18ο χρονο του βασιλια ιεροβοαμ. βασιλευσε τρια χρονια στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν μιχαια, θυγατερα του ουριηλ απο τη γαβαα. και υπηρχε πολεμοσ αναμεσα στον αβια και στον ιεροβοαμ. και ο αβια παραταχθηκε σε μαχη με στρατο απο δυνατουσ πολεμιστεσ, 400.000 εκλεκτουσ ανδρεσ· και ο ιεροβοαμ παραταχθηκε εναντιον του σε μαχη με 800.000 απο εκλεκτουσ ανδρεσ, ισχυρουσ με δυναμη. και αφου ο αβια σηκωθηκε επανω στο βουνο σεμαραιμ, που ειναι στο βουνο του εφραιμ, ειπε: ακουστε με, ιεροβοαμ, και ολοκληροσ ο λαοσ ισραηλ· δεν πρεπει να γνωρισετε, οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ εδωσε για παντα στον δαβιδ τη βασιλεια του επανω στον ισραηλ, σ' αυτον και στουσ γιουσ του, με συνθηκη αλατιου; αλλα, ο ιεροβοαμ, ο γιοσ του ναβατ, ο δουλοσ του σολομωντα, του γιου του δαβιδ, σηκωθηκε, και επαναστατησε εναντιον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του· και συγκεντρωθηκαν κοντα του ανθρωποι μηδαμινοι, αχρειοι, και ενδυναμωθηκαν εναντια στον ροβοαμ, τον γιο του σολομωντα, οταν ο ροβοαμ ηταν νεοσ, και απαλοσ στην καρδια, και δεν μπορουσε να τουσ αντισταθει· και, τωρα, εσεισ λετε να αντισταθειτε στη βασιλεια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που δοθηκε στα χερια των γιων του δαβιδ, επειδη ειστε ενα μεγαλο πληθοσ, και εχετε μαζι σασ χρυσα μοσχαρια, που ο ιεροβοαμ σασ τα εκανε για θεουσ· δεν αποβαλατε τουσ ιερεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τουσ γιουσ του ααρων, και τουσ λευιτεσ, και κανατε στον εαυτο σασ ιερεισ συμφωνα με τα εθνη τησ γησ; καθενασ που ερχεται να γινει ιερεασ με ενα μοσχαρι βοδιου και επτα κριαρια, γινεται ιερεασ στουσ μη θεουσ· αλλ' εμεισ εχουμε τον κυριο τον θεο μασ, και δεν τον εγκαταλειπουμε· και οι ιερεισ, που υπηρετουν τον κυριο, ειναι οι γιοι του ααρων· και οι λευιτεσ, στην εργασια· και καινε καθε πρωι και καθε εσπερα ολοκαυτωματα και ευωδεσ θυμιαμα στον κυριο· και παραθετουν τουσ αρτουσ τησ προθεσησ επανω στο καθαρο τραπεζι, και τη χρυση λυχνια, και τα λυχναρια τησ, για να καιει καθε εσπερα· επειδη, εμεισ φυλαττουμε την υπηρεσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου μασ· εσεισ, ομωσ, τον εγκαλειψατε· και δεστε, αυτοσ ο θεοσ ειναι μαζι μασ, επικεφαλησ, και οι ιερεισ του με ηχηρεσ σαλπιγγεσ, για να ηχουν εναντιον σασ. γιοι ισραηλ, μη πολεματε εναντιον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου των πατερων σασ· επειδη, δεν θα ευοδωθειτε. και ο ιεροβοαμ εστρεψε την ενεδρα για να γυρισει απο πισω τουσ· και ησαν κατα προσωπο του ιηhυδα, και η ενεδρα απο πισω τουσ. και οταν ο ιηhυδασ κοιταξε ολογυρα, ξαφνου, η μαχη ηταν απο μπροστα και απο πισω τουσ· και βοησαν στον κυριο, και οι ιερεισ σαλπισαν με τισ σαλπιγγεσ. τοτε, οι ανδρεσ του ιηhυδα αλαλαξαν· και καθωσ αλαλαξαν οι ανδρεσ του ιηhυδα, ο θεοσ παταξε τον ιεροβοαμ, και ολοκληρο τον ισραηλ, μπροστα στον αβια και στον ιηhυδα. και οι γιοι του ισραηλ εφυγαν μπροστα απο τον ιηhυδα. και ο θεοσ τουσ παρεδωσε στο χερι τουσ. και ο αβια και ο λαοσ εκαναν σ' αυτουσ μια μεγαλη σφαγη· και επεσαν απο τον ισραηλ 500.000 τραυματιεσ, εκλεκτοι ανδρεσ. και οι γιοι ισραηλ ταπεινωθηκαν κατα τον καιρο εκεινο, ενω οι γιοι του ιηhυδα υπερισχυσαν, επειδη ελπισαν στον κυριο τον θεο των πατερων τουσ. και ο αβια καταδιωξε πισω απο τον ιεροβοαμ, και πηρε απ' αυτον πολεισ, τη βαιθηλ και τισ κωμοπολεισ τησ, και την ιεσανα και τισ κωμοπολεισ τησ, και την εφραιν και τισ κωμοπολεισ τησ. και ο ιεροβοαμ δεν ανελαβε πλεον δυναμη στισ ημερεσ του αβια, αλλα τον παταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και πεθανε. και ο αβια ενδυναμωθηκε· και πηρε για τον εαυτο του 14 γυναικεσ, και γεννησε 22 γιουσ και 16 θυγατερεσ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του αβια, και οι δρομοι του, και τα λογια του, ειναι γραμμενα στην εξιστορηση του προφητη ιδδω.

14

και ο αβια κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και τον εθαψαν στην πολη του δαβιδ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ασα, ο γιοσ του. στισ ημερεσ του η γη ησυχασε δεκα χρονια. και ο ασα εκανε το καλο και το ευθυ μπροστα στον κυριο τον θεο του· επειδη, αφαιρεσε τα θυσιαστηρια των ξενων θεων, και τουσ ψηλουσ τοπουσ, και κατασυντριψε τα αγαλματα, και κατεκοψε τα αλση· και ειπε στον ιηhυδα να εκζητουν τον κυριο τον θεο των πατερων τουσ, και να εκτελουν τουσ νομουσ και τισ εντολεσ. ακομα, αφαιρεσε τουσ ψηλουσ τοπουσ, και τα ειδωλα απο ολεσ τισ πολεισ του ιηhυδα· και το βασιλειο ησυχασε μπροστα του. και οικοδομησε οχυρεσ πολεισ στη γη του ιηhυδα· επειδη η γη ειχε ησυχασει, και δεν υπηρχε σ' αυτον πολεμοσ στα χρονια εκεινα, για τον λογο οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειχε δωσει αναπαυση. γι' αυτο, ειπε στον ιηhυδα: ασ οικοδομησουμε αυτεσ τισ πολεισ, και ασ κανουμε γυρω τουσ τειχη, και πυργουσ, πυλεσ, και μοχλουσ, εφοσον ειμαστε κυριοι τησ γησ, επειδη εκζητησαμε τον κυριο τον θεο μασ· τον εκζητησαμε, και μασ εδωσε ολογυρα αναπαυση. και οικοδομησαν και ευοδωθηκαν. ο ασα, μαλιστα, ειχε στρατο απο τον ιηhυδα 300.000, που εφερναν επιμηκεισ ασπιδεσ και λογχεσ· και απο τον βενιαμιν, 280.000, ασπιδοφορουσ και τοξοτεσ· ολοι αυτοι ησαν ισχυροι με δυναμη. και εναντιον τουσ βγηκε ο αιθιοπασ, ο ζερα, με 1.000.000 στρατο, και με 300 αμαξεσ, και ηρθε μεχρι τη μαρησα. και ο ασα βγηκε εναντιον του, και παραταχθηκαν σε μαχη στη φαραγγα σεφαθα, κοντα στη μαρησα. και ο ασα βοησε στον κυριο τον θεο του, και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεν ειναι σε σενα τιποτε να βοηθασ εκεινουσ που εχουν πολλη η καμια δυναμη· βοηθησε μασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεε μασ· επειδη, εχουμε εμπιστευθει σε σενα, και ερχομαστε στο ονομα σου εναντια σ' αυτο το πληθοσ· φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εσυ εισαι ο θεοσ μασ· ασ μη υπερισχυσει ανθρωποσ εναντιον σου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παταξε τουσ αιθιοπεσ μπροστα στον ασα, και μπροστα στον ιηhυδα· και οι αιθιοπεσ εφυγαν. και ο ασα και ο λαοσ μαζι του τουσ καταδιωξαν μεχρι τα γεραρα· και επεσαν απο τουσ αιθιοπεσ τοσοι πολλοι, ωστε δεν μπορουσαν πλεον να συνελθουν· επειδη, συντριφτηκαν μπροστα στον κυριο, και μπροστα στον στρατο του· και πηραν λαφυρα πολλα, σε υπερβολικο βαθμο. και παταξαν τισ πολεισ ολογυρα απο τα γεραρα· επειδη, ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επεσε επανω τουσ· και λαφυραγωγησαν ολεσ τισ πολεισ· επειδη, μεσα σ' αυτεσ υπηρχαν πολλα λαφυρα. ακομα, παταξαν και τισ επαυλεισ των ποιμνιων, και πηραν πολλα προβατα και καμηλεσ, και γυρισαν στην ιερουσαλημ.

15

τοτε, ηρθε το πνευμα του θεου επανω στον αζαρια, τον γιο του ωδηδ· και βγηκε σε συναντηση του ασα, και του ειπε: ακουστε με, ασα, και ολοκληροσ ο ιηhυδασ και ο βενιαμιν: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι με σασ, οταν εσεισ ειστε μ' αυτον· και αν τον εκζητατε, θα βρεθει σε σασ· αν, ομωσ, τον εγκαταλειψετε, θα σασ εγκαταλειψει· πολυ καιρο μεν ο ισραηλ σταθηκε χωρισ τον αληθινο θεο, και χωρισ ιερεα που να διδασκει, και χωρισ νομο· οταν, ομωσ, στη στενοχωρια τουσ γυρισαν στον κυριο τον θεο του ισραηλ, και τον εκζητησαν, βρεθηκε σ' αυτουσ· και στουσ καιρουσ εκεινουσ δεν υπηρχε ειρηνη στον εξερχομενο, και στον εισερχομενο, αλλ' υπηρχαν μεγαλεσ ταραχεσ επανω σε ολουσ τουσ κατοικουσ των τοπων· και φθειροταν εθνοσ απο εθνοσ, και πολη απο πολη· επειδη, ο θεοσ τουσ κατεθλιβε με καθε στενοχωρια· εσεισ, ομωσ, ενδυναμωνεστε, και ασ μη ειναι χαλαρωμενα τα χερια σασ· επειδη, στο εργο σασ θα υπαρξει μισθοσ. και οταν ο ασα ακουσε αυτα τα λογια, και την προφητεια του προφητη ωδηδ, ενδυναμωθηκε, και απεβαλε τα βδελυγματα απο ολοκληρη τη γη του ιηhυδα και του βενιαμιν, και απο τισ πολεισ που πηρε απο το βουνο εφραιμ, και ανανεωσε το θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ηταν μπροστα στον προναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και συγκεντρωσε ολοκληρο τον ιηhυδα και τον βενιαμιν, και εκεινουσ που παροικουσαν κοντα τουσ, απο τον εφραιμ και τον μανασση, και απο τον συμεων· επειδη, πολλοι απο τον ισραηλ προσχωρησαν σ' αυτον, βλεποντασ οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ηταν μαζι του. και συγκεντρωθηκαν στην ιερουσαλημ, κατα τον τριτο μηνα, του 15ου χρονου τησ βασιλειασ του ασα. και προσφεραν στον κυριο θυσιεσ, εκεινη την ημερα, απο τα λαφυρα που εφεραν, 700 βοδια, και 7.000 προβατα. και μπηκαν σε συνθηκη να εκζητησουν τον κυριο τον θεο των πατερων τουσ, απο ολοκληρη την καρδια τουσ και απο ολοκληρη την ψυχη τουσ· και καθε ενασ που δεν θα εκζητησει τον κυριο τον θεο του ισραηλ, να θανατωνεται, απο μικρον μεχρι μεγαλον, απο ανδρα μεχρι γυναικα. και ορκιστηκαν στον κυριο, με δυνατη φωνη, και με αλαλαγμο, και με σαλπιγγα, και με κερατινεσ σαλπιγγεσ. και ολοκληροσ ο ιηhυδασ ευφρανθηκε στον ορκο· επειδη, ορκιστηκαν απο ολοκληρη την καρδια τουσ, και τον εκζητησαν με ολοκληρη τη θεληση τουσ· και βρεθηκε σ' αυτουσ· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ εδωσε αναπαυση ολογυρα. ακομα και τη μααχα, τη μητερα του βασιλια ασα, την απεβαλε απο το να ειναι βασιλισσα, επειδη εκανε ενα ειδωλο στο αλσοσ· και ο ασα κατεκοψε το ειδωλο τησ, και το συντριψε και το εκαψε στον χειμαρρο των κεδρων. ομωσ, οι ψηλοι τοποι δεν αφαιρεθηκαν απο τον ισραηλ· εντουτοισ, η καρδια του ασα ηταν τελεια ολεσ τισ ημερεσ του. και εφερε στον οικο του θεου τα αφιερωματα του πατερα του, και τα δικα του αφιερωματα, ασημι, χρυσαφι, και σκευη. και δεν εγινε πολεμοσ μεχρι τον 35ο χρονο τησ βασιλειασ του ασα.

16

στον 36ο χρονο τησ βασιλειασ του ασα, ο βαασα, ο βασιλιασ του ισραηλ, ανεβηκε εναντια στον ιηhυδα, και οικοδομησε τη ραμα, για να μη αφηνει κανεναν να βγαινει ουτε να μπαινει προσ τον ασα, τον βασιλια του ιηhυδα. τοτε, ο ασα εβγαλε το ασημι και το χρυσαφι απο τουσ θησαυρουσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και του παλατιου του βασιλια, και τα εστειλε στον βεν-αδαδ, τον βασιλια τησ συριασ, που κατοικουσε στη δαμασκο, λεγοντασ: ασ γινει συνθηκη αναμεσα σε μενα και σε σενα, οπωσ υπηρχε και αναμεσα στον πατερα μου και τον πατερα σου· δεσ, σου εστειλα ασημι και χρυσαφι· πηγαινε, διαλυσε τη συνθηκη σου, που εχεισ με τον βαασα, τον βασιλια του ισραηλ, για να αναχωρησει απο μενα. και ο βεν-αδαδ εισακουσε τον βασιλια ασα, και εστειλε τουσ αρχηγουσ των δυναμεων του εναντια στισ πολεισ του ισραηλ· και παταξαν την ιιων, και τη δαν, και την αβελ-μαιμ, και ολεσ τισ αποθηκεσ των πολεων του νεφθαλι. και καθωσ ο βαασα το ακουσε, σταματησε να οικοδομει τη ραμα, και εγκατελειψε το εργο του. και ο βασιλιασ ασα παρελαβε ολοκληρο τον ιηhυδα, και σηκωσαν τισ πετρεσ τησ ραμα, και τα ξυλα τησ, με τα οποια οικοδομουσε ο βαασα· και μ' αυτα οικοδομησε τη γαβαα και τη μισπα. και κατα τον καιρο εκεινο, ο ανανι, ο βλεπων, ηρθε στον ασα, τον βασιλια του ιηhυδα, και του ειπε: επειδη, στηριχθηκεσ επανω στον βασιλια τησ συριασ, και δεν στηριχθηκεσ επανω στον κυριο τον θεο σου, γι' αυτο ο στρατοσ του βασιλια τησ συριασ ξεφυγε απο το χερι σου· οι αιθιοπεσ και οι λιβυοι δεν ησαν μεγαλοσ στρατοσ, με πολυαριθμεσ αμαξεσ και καβαλαρηδεσ; επειδη, ομωσ, στηριχθηκεσ στον κυριο, τουσ παρεδωσε στο χερι σου· δεδομενου οτι, τα ματια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh περιτρεχουν διαμεσου ολοκληρησ τησ γησ, για να φανει δυνατοσ σε οσουσ εχουν την καρδια τουσ τελεια προσ αυτον· σε τουτο επραξεσ με αφροσυνη· γι' αυτο, στο εξησ θα εχεισ πολεμουσ. και ο ασα οργιστηκε εναντια στον βλεποντα, και τον εβαλε σε φυλακη· επειδη, για το πραγμα αυτο αγανακτησε εναντιον του. και ο ασα κατεθλιψε μερικουσ απο τον λαο κατα τον καιρο εκεινο. και δεστε, οι πραξεισ του ασα, οι πρωτεσ και οι τελευταιεσ, δεστε, ειναι γραμμενεσ στο βιβλιο των βασιλιαδων του ιηhυδα και του ισραηλ. και ο ασα αρρωστησε στα ποδια του στον 39ο χρονο τησ βασιλειασ του, μεχρισ οτου η αρρωστια του εγινε πολυ μεγαλη· ομωσ, ουτε στην αρρωστια του εκζητησε τον κυριο, αλλα τουσ γιατρουσ. και ο ασα κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του· και πεθανε τον 41ο χρονο τησ βασιλειασ του. και τον εθαψαν στον ταφο του, που ειχε σκαψει για τον εαυτο του στην πολη του δαβιδ, και τον εβαλαν επανω σε κρεβατι γεματο απο ευωδια και διαφορα μυρεψικα αρωματα· και του εκαναν μια υπερβολικα μεγαλη καυση.

17

και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωσαφατ, ο γιοσ του, και ενδυναμωθηκε εναντια στον ισραηλ. και εβαλε δυναμεισ σε ολεσ τισ οχυρεσ πολεισ του ιηhυδα, και εγκατεστησε φρουρεσ στη γη του ιηhυδα, και στισ πολεισ του εφραιμ, που ειχε φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει ο ασα ο πατερασ του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηταν μαζι με τον ιωσαφατ, επειδη περπατησε στουσ δρομουσ του δαβιδ του πατερα του, τουσ πρωτουσ δρομουσ, και δεν εκζητησε τουσ βααλειμ· αλλ' εκζητησε τον θεο του πατερα του, και περπατησε στισ εντολεσ του, και οχι συμφωνα με τα εργα του ισραηλ. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στερεωσε στο χερι του τη βασιλεια· και ολοκληροσ ο ιηhυδασ εδωσε στον ιωσαφατ δωρα· και απεκτησε πλουτο και πολλη δοξα. και η καρδια του υψωθηκε στουσ δρομουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κι ακομα, αφαιρεσε απο τον ιηhυδα τουσ ψηλουσ τοπουσ και τα αλση. και στον τριτο χρονο τησ βασιλειασ του, εστειλε τουσ αρχοντεσ του, τον βεν-αιλ, και τον οβαδια, και τον ζαχαρια, και τον ναθαναηλ, και τον μιχαια, για να διδασκουν στισ πολεισ του ιηhυδα· και μαζι τουσ, τουσ λευιτεσ, τον σεμαια, και τον ναθανια, και τον ζεβαδια, και τον ασαηλ, και τον σεμιραμωθ, και τον ιωναθαν, και τον αδωνια, και τον τωβια, και τον τωβ-αδωνια, τουσ λευιτεσ· και μαζι τουσ, τον ελισαμα και τον ιωραμ, τουσ ιερεισ· και διδασκαν στον ιηhυδα, εχοντασ μαζι τουσ το βιβλιο του νομου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και περιερχονταν σε ολεσ τισ πολεισ του ιηhυδα, και διδασκαν τον λαο. και φοβοσ κυριου επεσε επανω σε ολα τα βασιλεια των τοπων ολογυρα απο τον ιηhυδα, και δεν πολεμουσαν εναντια στον ιωσαφατ. και απο τουσ φιλισταιουσ εφεραν δωρα στον ιωσαφατ, και φορο απο ασημι· ακομα και οι αραβεσ εφεραν σ' αυτον κοπαδια κριαριων 7.700, και τραγων 7.700. και ο ιωσαφατ προχωρουσε μεγαλυνομενοσ υπερβολικα· και οικοδομησε φρουρια στον ιηhυδα, και πολεισ αποθηκων. και ειχε πολλα εργα στισ πολεισ του ιηhυδα· και πολεμιστεσ ανδρεσ, ισχυρουσ με δυναμη, στην ιερουσαλημ. κι αυτοι ειναι οι αριθμοι τουσ, συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατριων τουσ· απο τον ιηhυδα, χιλιαρχοι, ο αδνα ο αρχηγοσ, και μαζι του ισχυροι με δυναμη, 300.000. και υστερα απ' αυτον, ο ιωαναν ο αρχηγοσ, και μαζι του 280.000. και υστερα απ' αυτον, ο αμασιασ, ο γιοσ του ζιχρι, που προθυμα προσφερε τον εαυτο του στον κυριο· και μαζι του 200.000 ισχυροι με δυναμη. και απο τον βενιαμιν, ισχυροσ με δυναμη, ο ελιαδα και μαζι του τοξοτεσ και ασπιδοφοροι, 200.000. και υστερα απ' αυτον, ο ιωζαβαδ, και μαζι του 180.000 οπλισμενοι για πολεμο. αυτοι ησαν που υπηρετουσαν τον βασιλια, εκτοσ απο οσουσ ο βασιλιασ εβαλε στισ οχυρεσ πολεισ σε ολοκληρο τον ιηhυδα.

18

και ο ιωσαφατ ειχε πλουτο και πολλη δοξα· και συμπεθερεψε με τον αχααβ. και μετα απο χρονια κατεβηκε στον αχααβ στη σαμαρεια. και ο αχααβ εσφαξε προβατα και βοδια σε αφθονια γι' αυτον, και για τον λαο που ηταν μαζι του, και τον επεισε να ανεβει μαζι του στη ραμωθ-γαλααδ. και ο αχααβ, ο βασιλιασ του ισραηλ, ειπε στον ιωσαφατ, τον βασιλια του ιηhυδα: ερχεσαι μαζι μου στη ραμωθ-γαλααδ; κι εκεινοσ του απαντησε: εγω ειμαι οπωσ εσυ, και ο λαοσ μου οπωσ ο λαοσ σου· και στον πολεμο θα ειμαστε μαζι σου. και ο ιωσαφατ ειπε στον βασιλια του ισραηλ: ρωτησε σημερα, παρακαλω, τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο βασιλιασ του ισραηλ συγκεντρωσε τουσ προφητεσ, 400 ανδρεσ, και τουσ ειπε: να παμε στη ραμωθ-γαλααδ, για να πολεμησουμε; η, να απεχω; κι εκεινοι ειπαν: ανεβα, και ο θεοσ θα την παραδωσει στο χερι του βασιλια. και ο ιωσαφατ ειπε: δεν υπαρχει εδω ακομα ενασ προφητησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να τον ρωτησουμε διαμεσου αυτου; και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε στον ιωσαφατ: υπαρχει ακομα ενασ ανθρωποσ, διαμεσου του οποιου μπορουμε να ρωτησουμε τον κυριο· ομωσ, εγω τον μισω· επειδη, δεν προφητευει κατι καλο για μενα, αλλα παντοτε κακο· ειναι ο μιχαιασ, ο γιοσ του ιεμλα. και ο ιωσαφατ ειπε: ασ μη μιλαει ετσι ο βασιλιασ. και ο βασιλιασ του ισραηλ καλεσε εναν ευνουχο, και ειπε: βιασου να φερεισ τον μιχαια, τον γιο του ιεμλα. και ο βασιλιασ του ισραηλ και ο ιωσαφατ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, καθονταν, καθε ενασ επανω στον θρονο του, ντυμενοι με στολεσ, και καθονταν σε εναν ανοιχτο τοπο προσ την εισοδο τησ πυλησ τησ σαμαρειασ· και ολοι οι προφητεσ προφητευαν μπροστα τουσ. και ο σεδεκιασ, ο γιοσ του χαναανα, ειχε κανει για τον εαυτο του σιδερενια κερατα, και ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μ' αυτα θα κερατισεισ τουσ συριουσ, μεχρισ οτου τουσ συντελεσεισ. και ολοι οι προφητεσ προφητευαν το ιδιο, λεγοντασ: ανεβα στη ραμωθ-γαλααδ, και ευοδωσου· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα την παραδωσει στο χερι του βασιλια. και ο μηνυτησ, που πηγε να καλεσει τον μιχαια, του ειπε, λεγοντασ: δεσ, τα λογια των προφητων με ενα στομα φανερωνουν καλο για τον βασιλια· ο λογοσ σου, λοιπον, ασ ειναι, παρακαλω, οπωσ ενοσ απο εκεινουσ, και να μιλησεισ το καλο. και ο μιχαιασ ειπε: ζει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο,τι μου πει ο θεοσ, αυτο θα μιλησω. ηρθε, λοιπον, στον βασιλια, και του ειπε ο βασιλιασ: μιχαια, να παμε στη ραμωθ-γαλααδ για να πολεμησουμε; η, να απεχω; κι εκεινοσ ειπε: ανεβειτε και ευοδωνεστε, επειδη θα παραδοθουν στο χερι σασ. και του ειπε ο βασιλιασ: μεχρι ποσεσ φορεσ θα σε ορκιζω, να μη μου λεσ παρα την αληθεια στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; κι εκεινοσ ειπε: ειδα ολοκληρο τον ισραηλ διασπαρμενον επανω στα βουνα, σαν προβατα που δεν εχουν ποιμενα· και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: αυτοι δεν εχουν κυριο· ασ γυρισει καθε ενασ στο σπιτι του με ειρηνη. και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε στον ιωσαφατ: δεν σου ειπα οτι δεν θα προφητευσει καλο για μενα, αλλα κακο; και ο μιχαιασ ειπε: ακουστε, λοιπον, τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: ειδα τον κυριο να καθεται επανω στον θρονο του, και ολοκληρη τη στρατια του ουρανου να στεκεται απο τα δεξια του και απο τα αριστερα του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: ποιοσ θα εξαπατησει τον αχααβ, τον βασιλια του ισραηλ, ωστε να ανεβει και να πεσει στη ραμωθ-γαλααδ; και ο μεν ενασ μιλησε λεγοντασ ετσι, ο δε αλλοσ λεγοντασ ετσι. τοτε, βγηκε το πνευμα, και σταθηκε μπροστα στον κυριο, και ειπε: εγω θα τον εξαπατησω. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ειπε: με ποιον τροπο; και ειπε: θα βγω, και θα ειμαι πνευμα ψεματοσ στο στομα ολων των προφητων του. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπε: θα εξαπατησεισ, και μαλιστα θα κατορθωσεισ· βγεσ, και κανε ετσι. τωρα, λοιπον, δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εβαλε πνευμα ψεματοσ στο στομα αυτων των προφητων σου, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε για σενα κακο. τοτε, αφου πλησιασε ο σεδεκιασ, ο γιοσ του χαναανα, χαστουκισε τον μιχαια επανω στο σαγονι, και ειπε: απο ποιον δρομο περασε το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο μενα, για να μιλησει σε σενα; και ο μιχαιασ ειπε: προσεξε, θα δεισ, κατα την ημερα που θα μπαινεισ απο δωματιο σε δωματιο, για να κρυφτεισ. και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε: πιαστε τον μιχαια, και ξαναφερτε τον στον αμων, τον αρχοντα τησ πολησ, και στον ιωασ, τον γιο του βασιλια, και πειτε: ετσι λεει ο βασιλιασ: βαλτε τον στη φυλακη, και να τον τρεφετε με ψωμι θλιψησ και με νερο θλιψησ, μεχρισ οτου επιστρεψω με ειρηνη. και ο μιχαιασ ειπε: αν πραγματικα επιστρεψεισ με ειρηνη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν μιλησε με μενα. και ειπε: ακουστε το εσεισ, ολοι οι λαοι. και ανεβηκε ο βασιλιασ του ισραηλ, και ο βασιλιασ του ιηhυδα, ο ιωσαφατ, στη ραμωθ-γαλααδ. και ο βασιλιασ του ισραηλ ειπε στον ιωσαφατ: εγω θα μετασχηματιστω, και θα μπω στη μαχη· εσυ, ομωσ, ντυσου τη στολη σου. και ο βασιλιασ του ισραηλ μετασχηματιστηκε, και μπηκαν στη μαχη. και ο βασιλιασ τησ συριασ ειχε προσταξει τουσ αρχοντεσ των αμαξων του, λεγοντασ: μη πολεματε ουτε μικρον ουτε μεγαλον, αλλα μοναχα τον βασιλια του ισραηλ. και καθωσ οι αρχοντεσ των αμαξων ειδαν τον ιωσαφατ, τοτε αυτοι ειπαν: αυτοσ ειναι ο βασιλιασ του ισραηλ· και τον περικυκλωσαν για να τον πολεμησουν· αλλ' ο ιωσαφατ αναβοησε, και τον βοηθησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ο θεοσ τουσ απεστρεψε απ' αυτον. και βλεποντασ οι αρχοντεσ των αμαξων οτι δεν ηταν ο βασιλιασ του ισραηλ, γυρισαν απο την καταδιωξη του. και καποιοσ ανθρωποσ, τοξευοντασ ασκοπα, χτυπησε τον βασιλια του ισραηλ αναμεσα στισ αρθρωσεισ του θωρακα· κι εκεινοσ ειπε στον ηνιοχο: στρεψε το χερι σου, και βγαλε με απο τον στρατο, επειδη πληγωθηκα. και η μαχη μεγαλωσε κατα την ημερα εκεινη· και ο βασιλιασ του ισραηλ στεκοταν επανω στην αμαξα καταντικρυ στουσ συριουσ μεχρι την εσπερα· και γυρω στη δυση του ηλιου πεθανε.

19

και ο ιωσαφατ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, επεστρεψε στο σπιτι του με ειρηνη, στην ιερουσαλημ. και βγηκε σε συναντηση του ο ιηου, ο γιοσ του ανανι, ο βλεπων, και ειπε στον βασιλια ιωσαφατ: βοηθασ τον ασεβη, και αγαπασ αυτουσ που μισουν τον κυριο; γι' αυτο, οργη απο τον κυριο ειναι επανω σου· εντουτοισ, βρεθηκαν σε σενα καλα πραγματα, επειδη αφαιρεσεσ τα αλση απο τη γη, και κατευθυνεσ την καρδια σου στο να εκζητασ τον κυριο. και ο ιωσαφατ κατοικησε στην ιερουσαλημ· επειτα, περασε παλι μεσα απο τον λαο, απο τη βηρ-σαβεε μεχρι το βουνο εφραιμ, και τουσ επεστρεψε στον κυριο τον θεο των πατερων τουσ. και εγκατεστησε στη γη κριτεσ, σε ολεσ τισ οχυρεσ πολεισ του ιηhυδα, σε καθε μια πολη. και στουσ κριτεσ ειπε: δειτε τι κανετε εσεισ· επειδη, δεν κρινετε κριση ανθρωπου, αλλα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο οποιοσ ειναι μαζι σασ οταν βγαζετε κριση· τωρα, λοιπον, ασ ειναι επανω σασ ο φοβοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· προσεχετε στισ πραξεισ σασ· επειδη, δεν υπαρχει αδικια στον κυριο τον θεο μασ, ουτε προσωποληψια ουτε δωροδοκια. κι ακομα, ο ιωσαφατ εγκατεστησε στην ιερουσαλημ κριτεσ απο τουσ λευιτεσ, και απο τουσ ιερεισ, και απο τουσ αρχηγουσ των πατριων του ισραηλ, για την κριση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και για τισ διαφορεσ, και προσετρεχαν στην ιερουσαλημ. και τουσ προσταξε, λεγοντασ: ετσι θα κανετε με φοβο κυριου, με πιστη, και με τελεια καρδια· και οποιαδηποτε διαφορα ερθει σε σασ απο τουσ αδελφουσ σασ, αυτων που κατοικουν στισ πολεισ τουσ, αναμεσα σε αιμα και αιμα, αναμεσα σε νομο και εντολη, διαταγματα και νομιμα, θα τουσ νουθετειτε, για να μη γινονται ενοχοι στον κυριο, και ερθει οργη επανω σε σασ, κι επανω στουσ αδελφουσ σασ· ετσι να κανετε, και δεν θα γινεστε ενοχοι· και δεστε, ο αμαριασ, ο ιερεασ, θα ειναι ο αρχηγοσ σασ σε καθε υποθεση φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ο ζεβαδιασ, ο γιοσ του ισραηλ, ο αρχοντασ τησ οικογενειασ του ιηhυδα, σε καθε υποθεση του βασιλια· και οι λευιτεσ θα ειναι επιστατεσ μπροστα σασ· γινεστε ανδρειοι και εκτελειτε, και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ θα ειναι με τον αγαθο.

20

και υστερα απ' αυτα, ηρθαν εναντια στον ιωσαφατ οι γιοι του μωαβ, και οι γιοι του αμμων, και μαζι τουσ και αλλοι, εκτοσ απο τουσ αμμωνιτεσ, για να τον πολεμησουν. και ηρθαν και ανηγγειλαν στον ιωσαφατ, λεγοντασ: ενα μεγαλο πληθοσ ερχεται εναντιον σου, απο την περα περιοχη τησ θαλασσασ, απο τη συρια· και δεσ, ειναι στην ασασων-θαμαρ, που ειναι η εν-γαδδι. και ο ιωσαφατ φοβηθηκε, και δοθηκε στο να εκζηταει τον κυριο, και κηρυξε νηστεια σε ολοκληρο τον ιηhυδα. και οι ανδρεσ του ιηhυδα συγκεντρωθηκαν, για να ζητησουν βοηθεια απο τον κυριο· απο ολεσ, ακομα, τισ πολεισ του ιηhυδα ηρθαν να ζητησουν τον κυριο. και ο ιωσαφατ σταθηκε στη συγκεντρωση του ιηhυδα και τησ ιερουσαλημ, και στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, προσ το προσωπο τησ νεασ αυλησ, και ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεε των πατερων μασ, δεν εισαι εσυ ο θεοσ που εισαι στον ουρανο; και δεν εισαι εσυ που εισαι κυριαρχοσ επανω σε ολα τα βασιλεια των εθνων, και στο χερι σου δεν ειναι η δυναμη και η ισχυ, και κανενασ δεν μπορει να σου αντισταθει; δεν εισαι εσυ ο θεοσ μασ, αυτοσ που εκδιωξεσ τουσ κατοικουσ αυτησ τησ γησ μπροστα απο τον λαο σου τον ισραηλ, και την εδωσεσ στο σπερμα του αβραhαμ του αγαπητου σου στον αιωνα; και σ' αυτη κατοικησαν, και οικοδομησαν σε σενα αγιαστηριο για το ονομα σου, λεγοντασ: αν -οταν ερθει επανω μασ κακο, ρομφαια, κριση η θανατικο η πεινα- σταθουμε μπροστα απ' αυτο τον οικο, και μπροστα σου (επειδη, το ονομα σου βρισκεται σ' αυτον τον οικο), και βοησουμε σε σενα στη θλιψη μασ, τοτε θα ακουσεισ, και θα σωσεισ. και τωρα, δεσ, οι γιοι του αμμων, και του μωαβ, και εκεινοι απο το βουνο του σηειρ, στουσ οποιουσ δεν αφησεσ τον ισραηλ να παει, οταν ερχονταν απο την αιγυπτο, αλλα ξεκλιναν απ' αυτουσ, και δεν τουσ εξολοθρευσαν, και δεσ, πωσ μασ ανταμειβουν, ερχομενοι να μασ βγαλουν απο την κληρονομια σου, που μασ εδωσεσ να κληρονομησουμε. θεε μασ, δεν θα τουσ κρινεισ; επειδη, δεν υπαρχει σ' εμασ δυναμη για να αντισταθουμε σ' αυτο το μεγαλο πληθοσ που ερχεται εναντιον μασ, και δεν ξερουμε τι να κανουμε· αλλ' επανω σε σενα ειναι τα ματια μασ. και ολοκληροσ ο ιηhυδασ στεκοταν μπροστα στον κυριο, με τα βρεφη τουσ, τισ γυναικεσ τουσ, και τουσ γιουσ τουσ. τοτε, ηρθε το πνευμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επανω στον ιααζιηλ, τον γιο του ζαχαρια, γιου του βεναια, γιου του ιειηλ, γιου του ματθανια του λευιτη, απο τουσ γιουσ του ασαφ, στο μεσον τησ συγκεντρωσησ· και ειπε: ακουστε, ολοκληροσ ο ιηhυδασ, και εκεινοι που κατοικειτε στην ιερουσαλημ, και εσυ, βασιλια ιωσαφατ: ετσι λεει σε σασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: μη φοβαστε ουτε να τρομαζετε απο το προσωπο αυτου του μεγαλου πληθουσ· επειδη, η μαχη δεν ειναι δικη σασ, αλλα του θεου· κατεβειτε αυριο εναντιον τουσ· δεστε, ανεβαινουν απο την αναβαση σισ· και θα τουσ βρειτε στην ακρη του χειμαρρου, μπροστα στην ερημο ιερουηλ· σ' αυτη τη μαχη δεν θα πολεμησετε εσεισ· παρουσιαστειτε, σταθειτε, και δειτε τη σωτηρια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μαζι σασ, ω, ιηhυδα και ιερουσαλημ· μη φοβαστε ουτε να τρομαξετε· αυριο να βγειτε εναντιον τουσ· και μαζι σασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο ιωσαφατ εσκυψε με το προσωπο του στη γη· και ολοκληροσ ο ιηhυδασ και οσοι κατοικουσαν στην ιερουσαλημ, επεσαν μπροστα στον κυριο, προσκυνωντασ τον κυριο. και σηκωθηκαν οι λευιτεσ, απο τουσ γιουσ των κααθιτων, και απο τουσ γιουσ των κοριτων, για να υμνησουν τον κυριο τον θεο του ισραηλ, με υψωμενη φωνη, σε υπερβολικα βαθμο. και αφου σηκωθηκαν το πρωι, βγηκαν προσ την ερημο θεκουε· και οταν βγηκαν, ο ιωσαφατ σταθηκε, και ειπε: ακουστε με, ιηhυδα, και οσοι κατοικειτε στην ιερουσαλημ: πιστεψτε στον κυριο τον θεο μασ, και θα στερεωθειτε· πιστεψτε στουσ προφητεσ του, και θα ευοδωθειτε. και αφου συμβουλευθηκε μαζι με τον λαο, διεταξε τουσ ψαλτωδουσ να ψαλλουν στον κυριο, και να υμνουν τη μεγαλοπρεπεια τησ αγιοτητασ του, βγαινοντασ μπροστα απο τον στρατο, και να λενε: δοξολογειτε τον κυριο, επειδη το ελεοσ του μενει στον αιωνα. και οταν αρχισαν να ψαλλουν και να υμνουν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστησε ενεδρεσ εναντιον των γιων του αμμων, του μωαβ, και εκεινων απο το βουνο του σηειρ, που ηρθαν εναντιον του ιηhυδα· και χτυπηθηκαν. επειδη, σηκωθηκαν οι γιοι του αμμων και του μωαβ εναντιον των κατοικων του βουνου του σηειρ, για να τουσ εξολοθρευσουν και να τουσ εξαλειψουν· και αφου συντελεσαν τουσ κατοικουσ του σηειρ, βοηθησαν ο ενασ τον αλλον για να εξολοθρευτουν. και καθωσ ο ιηhυδασ ηρθε στη σκοπια τησ ερημου, σηκωσε τα ματια του προσ το πληθοσ, και να, ησαν νεκρα σωματα πεσμενα καταγησ, και δεν διασωθηκε κανενασ. και οταν ο ιωσαφατ και ο λαοσ του ηρθαν για να τουσ λαφυραγωγησουν, αναμεσα στα νεκρα σωματα τουσ βρηκαν και πλουτη σε αφθονια, και πολυτιμη αποσκευη, και πηραν για τον εαυτο τουσ τοσα πολλα, ωστε δεν μπορουσαν να τα μεταφερουν· και σταθηκαν τρεισ ημερεσ λαφυραγωγωντασ, επειδη τα λαφυρα ησαν πολλα. και την τεταρτη ημερα συγκεντρωθηκαν στην κοιλαδα τησ ευλογιασ· επειδη, εκει ευλογησαν τον κυριο· γι' αυτο, το ονομα εκεινου του τοπου ονομαστηκε κοιλαδα ευλογιασ, μεχρι τη σημερινη ημερα. τοτε, ολοι οι ανδρεσ του ιηhυδα και τησ ιερουσαλημ, και επικεφαλησ τουσ ο ιωσαφατ, κινησαν για να επιστρεψουν στην ιερουσαλημ με ευφροσυνη· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ ευφρανε απο τουσ εχθρουσ τουσ. και ηρθαν στην ιερουσαλημ με ψαλτηρια και κιθαρεσ και σαλπιγγεσ, στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και φοβοσ θεου επεσε επανω σε ολα τα βασιλεια εκεινων των τοπων, οταν ακουσαν οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh πολεμησε εναντιον των εχθρων του ισραηλ. και η βασιλεια του ιωσαφατ ησυχασε· επειδη, ο θεοσ του εδωσε σ' αυτον αναπαυση, ολογυρα. και ο ιωσαφατ βασιλευσε επανω στον ιηhυδα· ηταν ηλικιασ 35 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε 25 χρονια στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν αζουβα, θυγατερα του σιλει. και περπατησε στον δρομο του ασα, του πατερα του, και δεν ξεκλινε απ' αυτον, πραττοντασ το ευθυ μπροστα στον κυριο. ομωσ, οι ψηλοι τοποι δεν αφαιρεθηκαν· επειδη, ο λαοσ δεν ειχαν ακομα κατευθυνει την καρδια τουσ προσ τον θεο των πατερων τουσ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωσαφατ, οι πρωτεσ και οι τελευταιεσ, δεστε, ειναι γραμμενεσ στα λογια του ιηου, του γιου του ανανι, που καταγραφτηκαν στο βιβλιο των βασιλιαδων του ισραηλ. και υστερα απ' αυτα, ο ιωσαφατ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, ενωθηκε με τον οχοζια, τον βασιλια του ισραηλ, που ειχε πραξει με πολυ ασεβη τροπο. και ενωθηκε μαζι του, για να κανουν πλοια, τα οποια να πλευσουν στη θαρσεισ· και εκαναν πλοια στην εσιων-γαβερ. τοτε, ο ελιεζερ, ο γιοσ του δωδαυα, απο τη μαρησα, προφητευσε εναντια στον ιωσαφατ, λεγοντασ: επειδη ενωθηκεσ με τον οχοζια, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσπασε τα εργα σου. και τα πλοια συντριφτηκαν, και δεν μπορεσαν να πανε στη θαρσεισ.

21

και ο ιωσαφατ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και θαφτηκε μαζι με τουσ πατερεσ του στην πολη του δαβιδ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωραμ, ο γιοσ του. και ειχε αδελφουσ, γιουσ του ιωσαφατ, τον αζαρια, και τον ιεχιηλ, και τον ζαχαρια, και τον αζαρια, και τον μιχαηλ, και τον σεφατια· ολοι αυτοι ησαν γιοι του ιωσαφατ, του βασιλια του ισραηλ. και ο πατερασ τουσ εδωσε σ' αυτουσ πολλα δωρα απο ασημι και απο χρυσαφι, και απο πολυτιμα πραγματα, μαζι με πολεισ οχυρωμενεσ στη γη του ιηhυδα· τη βασιλεια, ομωσ, εδωσε στον ιωραμ, επειδη ηταν ο πρωτοτοκοσ. και οταν ο ιωραμ υψωθηκε στη βασιλεια του πατερα του, και κραταιωθηκε, θανατωσε ολουσ τουσ αδελφουσ του με ρομφαια, ακομα δε και μερικουσ απο τουσ αρχοντεσ του ισραηλ. ο ιωραμ ηταν ηλικιασ 32 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε οκτω χρονια στην ιερουσαλημ. και περπατησε στον δρομο των βασιλιαδων του ισραηλ, οπωσ εκανε η οικογενεια του αχααβ· επειδη, η γυναικα του ηταν θυγατερα του αχααβ· και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο. αλλ' φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν θελησε να εξολοθρευσει την οικογενεια του δαβιδ, εξαιτιασ τησ διαθηκησ που ειχε κανει στον δαβιδ, και επειδη ειχε πει να δωσει εναν λυχνο σ' αυτον, και στουσ γιουσ του, παντοτε. στισ ημερεσ του αποστατησε ο εδωμ απο την υποταγη του ιηhυδα, και εκαναν δικο τουσ βασιλια. και ο ιωραμ περασε μεσα στη γη τουσ μαζι με τουσ αρχοντεσ του, και ολεσ οι αμαξεσ μαζι του· και αφου σηκωθηκε τη νυχτα, παταξε τουσ ιδουμαιουσ, που τον περικυκλωναν, και τουσ αρχοντεσ των αμαξων. ετσι αποστατησε ο εδωμ απο την υποταγη του ιηhυδα μεχρι αυτη την ημερα. τοτε, τον ιδιο καιρο αποστατησε και η λιβνα απο την υποταγη του, επειδη ειχε εγκαταλειψει τον κυριο τον θεο των πατερων του. αυτοσ ακομα οικοδομησε ψηλουσ τοπουσ επανω στα βουνα του ιηhυδα, και εκανε τουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ να πορνευουν, και αποπλανησε τον ιηhυδα. και ηρθε σ' αυτον ενα εγγραφο απο τον προφητη ηλια, που ελεγε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του δαβιδ του πατερα σου· επειδη δεν περπατησεσ στουσ δρομουσ του ιωσαφατ του πατερα σου, και στουσ δρομουσ του ασα, του βασιλια του ιηhυδα, αλλα περπατησεσ στον δρομο των βασιλιαδων του ισραηλ, και εκανεσ τον ιηhυδα και τουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ να πορνευσουν, συμφωνα με τισ πορνειεσ τησ οικογενειασ του αχααβ, ακομα μαλιστα θανατωσεσ τουσ αδελφουσ σου, την οικογενεια του πατερα σου, τουσ καλυτερουσ απο σενα, δεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh θα παταξει με μεγαλη πληγη τον λαο σου, και τα παιδια σου, και τισ γυναικεσ σου, και ολα τα υπαρχοντα σου· κι εσυ θα χτυπηθεισ με πολλεσ αρρωστιεσ, με αρρωστια των εντοσθιων σου, μεχρισ οτου βγουν τα εντοσθια σου απο την αρρωστια σου απο ημερα σε ημερα. ακομα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διεγειρε εναντιον του ιωραμ το πνευμα των φιλισταιων, και των αραβων, και των πλησιοχωρων αιθιοπων· και ανεβηκαν εναντιον του ιηhυδα, και εφορμησαν επανω του, και διαρπαξαν ολα τα υπαρχοντα που βρεθηκαν στο σπιτι του βασιλια, κι ακομα τουσ γιουσ του, και τισ γυναικεσ του· ωστε, δεν του εμεινε αλλοσ γιοσ, παρα ο ιωαχαζ, ο νεοτεροσ των γιων του. υστερα απ' ολα αυτα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παταξε αυτον στα εντοσθια του, με ανιατη αρρωστια· και καθωσ ο καιροσ προχωρουσε, υστερα απο παρελευση δυο χρονων, βγηκαν τα εντοσθια του, απο την αρρωστια του, και πεθανε με σκληρουσ πονουσ. και ο λαοσ του δεν του εκανε καυση, συμφωνα με την καυση των πατερων του. ηταν ηλικιασ 32 χρονων οταν βασιλευσε· και βασιλευσε στην ιερουσαλημ οκτω χρονια, και εφυγε χωρισ να ειναι ποθητοσ· και τον εθαψαν στην πολη του δαβιδ, ομωσ οχι στουσ ταφουσ των βασιλιαδων.

22

και οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ εκαναν βασιλια αντ' αυτου τον οχοζια, τον νεοτερο γιο του· επειδη, ολουσ τουσ πρεσβυτερουσ τουσ θανατωσαν τα ταγματα που ειχαν ερθει στο στρατοπεδο μαζι με τουσ αραβεσ. και βασιλευσε ο οχοζιασ, ο γιοσ του ιωραμ, του βασιλια του ιηhυδα. ο οχοζιασ ηταν 42 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε εναν χρονο στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν γοθολια, η θυγατερα του αμρι. κι αυτοσ περπατησε στουσ δρομουσ τησ οικογενειασ του αχααβ· επειδη, η μητερα του ηταν συμβουλοσ του στο να αμαρτανει. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, οπωσ η οικογενεια του αχααβ· επειδη, μετα τον θανατο του πατερα του, αυτοι ησαν οι συμβουλοι του για τον αφανισμο του. και με τισ συμβουλεσ τουσ, πηγε μαζι με τον ιωραμ, τον γιο του αχααβ, τον βασιλια του ισραηλ, σε πολεμο εναντιον του αζαηλ, του βασιλια τησ συριασ, στη ραμωθ-γαλααδ· και οι συριοι χτυπησαν τον ιωραμ. και γυρισε στην ιεζραελ για να γιατρευτει, εξαιτιασ των πληγων, που δεχθηκε στη ραμα, οταν πολεμουσε εναντιον του αζιηλ, του βασιλια τησ συριασ. και ο αζαριασ, ο γιοσ του ιωραμ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, κατεβηκε για να δει τον ιωραμ, τον γιο του αχααβ στην ιεζραελ, επειδη ηταν αρρωστοσ. και απο τον θεο σταθηκε ολεθροσ του οχοζια το να ερθει στον ιωραμ· επειδη, οταν ηρθε, βγηκε μαζι με τον ιωραμ εναντιον του ιηου, του γιου του νιμσι, τον οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε χρισει για να εξολοθρευσει την οικογενεια του αχααβ. και οταν ο ιηου εκανε την εκδικηση εναντια στην οικογενεια του αχααβ, βρισκοντασ τουσ αρχοντεσ του ιηhυδα, και τουσ γιουσ των αδελφων του οχοζια, που υπηρετουσαν τον οχοζια, τουσ θανατωσε. και αναζητησε τον οχοζια· και τον συνελαβαν καθωσ κρυβοταν στη σαμαρεια, και τον εφεραν στον ιηου· και τον θανατωσαν, και τον εθαψαν· επειδη, ειπαν: ειναι γιοσ του ιωσαφατ, που ειχε εκζητησει τον κυριο με ολη του την καρδια. και η οικογενεια του οχοζια δεν ειχε δυναμη για να κρατησει πλεον τη βασιλεια. και η γοθολια, η μητερα του οχοζια, βλεποντασ οτι ο γιοσ τησ πεθανε, σηκωθηκε και εξολοθρευσε ολοκληρο το βασιλικο σπερμα τησ οικογενειασ του ιηhυδα. ομωσ, η ιωσαβεεθ, η θυγατερα του βασιλια, παιρνοντασ τον ιωασ, τον γιο του οχοζια, τον εκλεψε μεσα απο τουσ γιουσ του βασιλια, που θανατωνονταν, και εβαλε αυτον και την τροφο του σε ενα δωματιο του κοιτωνα. ετσι, η ιωσαβεεθ, η θυγατερα του βασιλια ιωραμ, η γυναικα του ιωδαε του ιερεα (επειδη, ηταν αδελφη του οχοζια), τον εκρυψε μπροστα απο τη γοθολια, και δεν τον θανατωσε. και ηταν μαζι τουσ, καθωσ κρυβοταν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξι χρονια· και επανω στη γη βασιλευε η γοθολια.

23

και στον εβδομο χρονο, ο ιωδαε κραταιωθηκε, και παιρνοντασ τουσ εκατονταρχουσ, τον αζαρια, τον γιο του ιεροαμ, και τον ισμαηλ, τον γιο του ιωαναν, και τον αζαρια, τον γιο του ωβηδ, και τον μαασια, τον γιο του αδαια, και τον ελισαφατ, τον γιο του ζιχρι, εκανε μαζι τουσ συνθηκη. και περιδιαβηκε τον ιηhυδα, και συγκεντρωσε τουσ λευιτεσ απο ολεσ τισ πολεισ του ιηhυδα, και τουσ αρχηγουσ των πατριων του ισραηλ, και ηρθε στην ιερουσαλημ. και ολοκληρη η συναξη εκανε συνθηκη μαζι με τον βασιλια στον οικο του θεου. και τουσ ειπε: δεστε, ο γιοσ του βασιλια θα βασιλευσει, οπωσ μιλησε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για τουσ γιουσ του δαβιδ. αυτο ειναι το πραγμα, που θα κανετε: το ενα τριτο απο σασ, που μπαινετε το σαββατο, απο τουσ ιερεισ και απο τουσ λευιτεσ, θα φυλαττουν στισ πυλεσ· και το ενα τριτο στο σπιτι του βασιλια· και το ενα τριτο στην πυλη του θεμελιου· και ολοκληροσ ο λαοσ στισ αυλεσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και κανενασ δεν θα μπαινει μεσα στον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, παρα μοναχα οι ιερεισ, και οσοι απο τουσ λευιτεσ υπηρετουν· αυτοι θα μπαινουν μεσα, επειδη ειναι αγιοι· και ολοκληροσ ο λαοσ θα φυλαττει την υπηρεσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και οι λευιτεσ θα περικυκλωνουν τον βασιλια ολογυρα, καθε ενασ εχοντασ τα οπλα του στο χερι· και οποιοσ μπει μεσα στον οικο, ασ θανατωνεται· και θα ειστε μαζι με τον βασιλια, οταν μπαινει μεσα, και οταν βγαινει εξω. και οι λευιτεσ και ολοκληροσ ο ιηhυδασ εκαναν συμφωνα με ολα οσα ειχε προσταξει ο ιωδαε, ο ιερεασ, και πηραν καθε ενασ τουσ ανδρεσ του, που εμπαιναν μεσα το σαββατο, μαζι με εκεινουσ που εβγαιναν εξω το σαββατο· επειδη, ο ιωδαε ο ιερεασ δεν απελυε τισ ταξεισ. και ο ιωδαε ο ιερεασ εδωσε στουσ εκατονταρχουσ τισ λογχεσ, και τισ επιμηκεισ ασπιδεσ του βασιλια δαβιδ, που ησαν στον οικο του θεου. και εστησε ολοκληρο τον λαο, καθε εναν ανδρα που ειχε τα οπλα του στο χερι του, απο τη δεξια πλευρα του οικου, μεχρι την αριστερη πλευρα του οικου, κοντα στο θυσιαστηριο και τον ναο, ολογυρα στον βασιλια. τοτε εβγαλαν τον γιο του βασιλια, και εβαλαν επανω του το διαδημα, και το μαρτυριον, και τον εκαναν βασιλια. και τον εχρισαν ο ιωδαε και οι γιοι του, και ειπαν: ζητω ο βασιλιασ. και οταν η γοθολια ακουσε τη φωνη του λαου να τρεχει και να επευφημει τον βασιλια, ηρθε στον λαο στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ειδε, και να, ο βασιλιασ στεκοταν κοντα στον στυλο του στην εισοδο, και οι αρχοντεσ και οι σαλπιγγεσ κοντα στον βασιλια· και ολοκληροσ ο λαοσ τησ γησ χαιροταν, και σαλπιζαν με τισ σαλπιγγεσ, και οι ψαλτωδοι εψαλλαν με τα μουσικα τουσ οργανα, και οσοι ησαν επιστημονεσ στο να ψαλλουν· τοτε, η γοθολια εσχισε τα ιματια τησ, και ειπε: προδοσια! προδοσια! και ο ιωδαε ο ιερεασ εβγαλε εξω τουσ εκατονταρχουσ, τουσ αρχηγουσ του στρατου, και τουσ ειπε: βγαλτε την εξω απο τισ ταξεισ· και οποιοσ την ακολουθησει, ασ θανατωνεται με μαχαιρα. επειδη, ο ιερεασ ειχε πει: μη τη θανατωσετε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εβαλαν τα χερια τουσ επανω τησ· και οταν ηρθε στην εισοδο τησ πυλησ των αλογων, που ηταν στο σπιτι του βασιλια, εκει τη θανατωσαν. και ο ιωδαε εκανε συνθηκη αναμεσα στον εαυτο του, και σε ολοκληρο τον λαο, και τον βασιλια, οτι θα ειναι λαοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ολοκληροσ ο λαοσ μπηκε στον οικο του βααλ, και τον γκρεμισαν, και τα θυσιαστηρια του και τα ειδωλα του τα κατασυντριψαν· και τον ματθαν, τον ιερεα του βααλ, τον θανατωσαν μπροστα στα θυσιαστηρια. και ο ιωδαε εδωσε την επιτηρηση του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στα χερια των ιερεων των λευιτων, που ο δαβιδ ειχε διαιρεσει για τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ωστε να μεταφερουν τα ολοκαυτωματα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καθωσ ειναι γραμμενο στον νομο του μωυση, με ευφροσυνη και με υμνουσ, συμφωνα με τη διαταξη του δαβιδ. και εστησε τουσ πυλωρουσ στισ πυλεσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να μη μπαινει μεσα κανενασ ακαθαρτοσ για οποιοδηποτε πραγμα. και πηρε τουσ εκατονταρχουσ, και τουσ δυνατουσ, και τουσ αρχοντεσ του λαου, και ολοκληρο τον λαο τησ γησ, και κατεβασε τον βασιλια απο τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και περασαν μεσα απο την ψηλη πυλη στο σπιτι του βασιλια, και καθισαν τον βασιλια στον θρονο τησ βασιλειασ. και ολοκληροσ ο λαοσ τησ γησ ευφρανθηκε· και η πολη ησυχασε· και τη γοθολια τη θανατωσαν με μαχαιρα.

24

ο ιωασ ηταν ηλικιασ επτα χρονων οταν βασιλευσε· και βασιλευσε 40 χρονια στην ιερουσαλημ· και το ονομα τησ μητερασ του ηταν σιβια, απο τη βηρ-σαβεε. και ο ιωασ εκανε το ευθυ μπροστα στον κυριο, ολεσ τισ ημερεσ του ιωδαε του ιερεα. και ο ιωδαε πηρε σ' αυτον δυο γυναικεσ, και γεννησε γιουσ και θυγατερεσ. και υστερα απ' αυτα ηρθε στην καρδια του ιωασ, να ανακαινισει τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και καθωσ συγκεντρωσε τουσ ιερεισ και τουσ λευιτεσ, τουσ ειπε: βγειτε εξω, στισ πολεισ του ιηhυδα, και να συγκεντρωνετε ασημι απο ολοκληρο τον ισραηλ για επισκευη του οικου του θεου σασ καθε χρονο, και επισπευστε το πραγμα· ομωσ, οι λευιτεσ δεν επεσπευσαν. και ο βασιλιασ καλεσε τον ιωδαε τον αρχηγο, και του ειπε: γιατι δεν ζητησεσ απο τουσ λευιτεσ να εισπραξουν απο τον ιηhυδα και απο την ιερουσαλημ τον φορο του μωυση, του δουλου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και απο τη συναγωγη του ισραηλ, για τη σκηνη του μαρτυριου; ( επειδη, η γοθολια, η ασεβησ, και οι γιοι τησ, κατεφθειραν τον οικο του θεου· ακομα και ολα τα αφιερωματα του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τα αφιερωσαν ωσ αναθηματα στουσ βααλειμ). εκαναν, λοιπον, συμφωνα με την προσταγη του βασιλια ενα κιβωτιο, και το εβαλαν στην πυλη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εξω. και διακηρυξαν στον ιηhυδα και στην ιερουσαλημ, να εισφερουν στον κυριο τον φορο του μωυση, του δουλου του θεου, που ειχε επιβληθει επανω στον ισραηλ στην ερημο. και ευφρανθηκαν ολοι οι αρχοντεσ και ολοκληροσ ο λαοσ, και εισεφεραν, και ερριχναν στο κιβωτιο, μεχρισ οτου γεμιστει. και οταν το κιβωτιο φεροταν στουσ επιστατεσ του βασιλια διαμεσου των λευιτων, και οταν αυτοι εβλεπαν οτι το ασημι ηταν πολυ, ερχοταν ο γραμματεασ του βασιλια, και ο επιστατησ του πρωτου ιερεα, και αδειαζαν το κιβωτιο, και, φερνοντασ το, το εβαζαν παλι στον τοπο του. ετσι εκαναν καθε ημερα, και συγκεντρωναν πολυ ασημι. και το εδινε ο βασιλιασ και ο ιωδαε σ' εκεινουσ που εκτελουσαν το εργο τησ υπηρεσιασ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και μισθωναν κτιστεσ και ξυλουργουσ για να ανακαινισουν τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· ακομα και σιδηρουργουσ και χαλκουργουσ, για να επισκευασουν τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κι αυτοι που εργαζονταν, το εργο εργαζονταν, και διαμεσου αυτων το εργο τησ επισκευησ προχωρησε· και αποκατεστησαν τον οικο του θεου στην προηγουμενη του κατασταση, και τον στερεωσαν. και αφου τελειωσαν, εφεραν μπροστα στον βασιλια και στον ιωδαε το ασημι που ειχε απομεινει, και απ' αυτο κατασκευασαν σκευη για τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σκευη υπηρεσιασ και ολοκαυτωσησ και φιαλεσ, και σκευη χρυσα και ασημενια. και προσφεραν ολοκαυτωματα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παντοτινα, ολεσ τισ ημερεσ του ιωδαε. και ο ιωδαε γερασε, και ηταν πληρησ ημερων, και πεθανε· οταν πεθανε, ηταν ηλικιασ 130 χρονων. και τον εθαψαν στην πολη του δαβιδ, μαζι με τουσ βασιλιαδεσ· επειδη, επραξε καλο στον ισραηλ, και στον θεο, και στην οικογενεια του. και μετα τον θανατο του ιωδαε ηρθαν οι αρχοντεσ του ιηhυδα, και προσκυνησαν τον βασιλια· τοτε, ο βασιλιασ τουσ εισακουσε· και εγκατελειψαν τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου των πατερων τουσ, και λατρευαν τα αλση και τα ειδωλα· και ηρθε η οργη εναντια στον ιηhυδα και την ιερουσαλημ, γι' αυτη την ανομια τουσ. εστειλε, βεβαια, σ' αυτουσ προφητεσ, για να τουσ επαναφερουν στον κυριο, και διαμαρτυρηθηκαν εναντιον τουσ· αλλ' αυτοι δεν εδωσαν ακροαση. και το πνευμα του θεου περιχυθηκε επανω στον ζαχαρια, τον γιο του ιωδαε του ιερεα, και αφου σταθηκε λιγο πιο ψηλα απο τον λαο, τουσ ειπε: γιατι εσεισ παραβαινετε τισ εντολεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; σιγουρα, δεν θα ευοδωθειτε· επειδη, εσεισ εγκαταλειψατε τον κυριο, κι αυτοσ σασ εγκατελειψε. και συνωμοτησαν εναντιον του· και τον λιθοβολησαν με πετρεσ, με προσταγη του βασιλια, στην αυλη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο ιωασ δεν θυμηθηκε το ελεοσ που ειχε κανει σ' αυτον ο πατερασ του, ο ιωδαε, αλλα θανατωσε τον γιο του· κι ενω πεθαινε, ειπε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ασ δει, και ασ το εκζητησει. και στο τελοσ του χρονου ανεβηκε ο στρατοσ τησ συριασ εναντιον του· και ηρθαν εναντιον του ιηhυδα και εναντιον τησ ιερουσαλημ, και εξολοθρευσαν ολουσ τουσ αρχοντεσ του λαου αναμεσα απο τον λαο, και ολα τα λαφυρα τουσ τα εστειλαν στον βασιλια τησ δαμασκου. αν και ο στρατοσ τησ συριασ ηρθε με λιγουσ ανδρεσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ομωσ παρεδωσε στο χερι τουσ εναν υπερβολικα μεγαλον στρατο, επειδη ειχαν εγκαταλειψει τον κυριο τον θεο των πατερων τουσ· και εκαναν κριση εναντια στον ιωασ. και αφου αναχωρησαν απ' αυτον, αφηνοντασ τον με μεγαλεσ αρρωστιεσ, οι δουλοι του συνωμοτησαν εναντιον του, εξαιτιασ του αιματοσ των γιων του ιωδαε του ιερεα, και τον θανατωσαν επανω στο κρεβατι του, και πεθανε· και τον εθαψαν στην πολη του δαβιδ, δεν τον εθαψαν ομωσ στουσ ταφουσ των βασιλιαδων. κι εκεινοι που συνωμοτησαν εναντιον του ησαν οι εξησ: ο ζαβαδ, ο γιοσ τησ σιμεαθ τησ αμμωνιτισσασ, και ο ιωζαβαδ, ο γιοσ τησ σιμριθ τησ μωαβιτισσασ. και για τουσ γιουσ του και το πληθοσ των φορτιων κατω απ' αυτον, και την επισκευη του οικου του θεου, δεστε, ειναι γραμμενα στα υπομνηματα του βιβλιου των βασιλιαδων. και αντ' αυτου βασιλευσε ο αμασιασ, ο γιοσ του.

25

ο αμασιασ βασιλευσε σε ηλικια 25 χρονων, και βασιλευσε 29 χρονια στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν ιωαδαν, απο την ιερουσαλημ. και επραξε το ευθυ μπροστα στον κυριο, ομωσ οχι με τελεια καρδια. και καθωσ η βασιλεια του κραταιωθηκε σ' αυτον, θανατωσε τουσ δουλουσ του, που ειχαν φονευσει τον βασιλια, τον πατερα του· τα παιδια τουσ, ομωσ, δεν τα θανατωσε, καθωσ ειναι γραμμενο στον νομο, στο βιβλιο του μωυση, οπου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε προσταξει, λεγοντασ: οι πατερεσ δεν θα θανατωνονται για τα παιδια ουτε τα παιδια θα θανατωνονται για τουσ πατερεσ· αλλα, καθε ενασ θα θανατωνεται για το δικο του αμαρτημα. και ο αμασιασ συγκεντρωσε τον ιηhυδα, και απ' αυτουσ εκανε χιλιαρχουσ, και εκατονταρχουσ, κατα οικογενειεσ πατριων, μεσα απο ολοκληρο τον ιηhυδα, και τον βενιαμιν· και τουσ αριθμησε απο 20 χρονων κι επανω, και τουσ βρηκε 300.000, εκλεκτουσ, που εβγαιναν σε πολεμο, οι οποιοι κρατουσαν λογχη και ασπιδα. ακομα, μισθωσε απο τον ισραηλ 100.000 ισχυρουσ με δυναμη, για 100 ταλαντα ασημι. και ηρθε σ' αυτον ενασ ανθρωποσ του θεου, λεγοντασ: βασιλια, ασ μη ερθει μαζι σου ο στρατοσ του ισραηλ· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δεν ειναι μαζι με τον ισραηλ, με ολουσ τουσ γιουσ εφραιμ· αν θελεισ, ομωσ, να πασ, καν' το· ενδυναμωσου για τον πολεμο· αλλ' ο θεοσ θα σε κατατροπωσει μπροστα στον εχθρο· επειδη, ο θεοσ εχει δυναμη να βοηθησει, και να κατατροπωσει. και ο αμασιασ ειπε στον ανθρωπο του θεου: αλλα τι θα κανουμε για τα 100 ταλαντα, που εδωσα στον στρατο του ισραηλ; και ο ανθρωποσ του θεου απαντησε: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειναι δυνατοσ να σου δωσει περισσσοτερα απ' αυτα. τοτε ο αμασιασ τουσ διαχωρισε, τον στρατο που ειχε ερθει σ' αυτον απο τον εφραιμ, για να επιστρεψουν στον τοπο τουσ· και αναψε υπερβολικα ο θυμοσ τουσ εναντια στον ιηhυδα, και γυρισαν στον τοπο με εξαψη θυμου. και ο αμασιασ ενδυναμωθηκε, και εβγαλε τον λαο του, και πηγε στην κοιλαδα του αλατιου, και παταξε τουσ γιουσ του σηειρ, 10.000. οι γιοι του ιηhυδα αιχμαλωτισαν και 10.000 ζωντανουσ, και τουσ εφεραν στην ακρη του γκρεμου, και τουσ καταγκρεμιζαν απο την ακρη του γκρεμου, ωστε ολοι εγιναν κομματια. οι ανδρεσ, ομωσ, του στρατου που ειχε αποπεμψει ο αμασιασ, για να μη πανε μαζι του σε πολεμο, επιτεθηκαν επανω στισ πολεισ του ιηhυδα, απο τη σαμαρεια μεχρι τη βαιθ-ωρων, και παταξαν 3.000 απ' αυτουσ, και πηραν πολλα λαφυρα. και ο αμασιασ, αφου επεστρεψε απο τη σφαγη των ιδουμαιων, εφερε μαζι του τουσ θεουσ των γιων του σηειρ, και τουσ εστησε ωσ θεουσ για τον εαυτο του, και προσκυνησε μπροστα τουσ, και θυμιασε σ' αυτουσ. γι' αυτο, εξαφθηκε η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εναντια στον αμασια· και του εστειλε εναν προφητη, και του ειπε: γιατι εκζητησεσ τουσ θεουσ του λαου, που δεν μπορεσαν να ελευθερωσουν τον λαο απο το χερι σου; κι ενω του μιλουσε, ο βασιλιασ ειπε σ' αυτον: συμβουλο του βασιλια σε εκανα; παψε· γιατι να θανατωθεισ; και ο προφητησ επαψε, λεγοντασ: ξερω οτι ο θεοσ θελησε να σε εξολοθρευσει, επειδη εκανεσ αυτο, και δεν υπακουσεσ τη συμβουλη μου. τοτε, ο βασιλιασ αμασιασ εκανε συμβουλιο, και εστειλε στον ιωασ, τον γιο του ιωαχαζ, γιου του ιηου, τον βασιλια του ισραηλ, λεγοντασ: ελα, να δουμε ο ενασ τον αλλον, προσωπικα. και ο ιωασ, ο βασιλιασ του ισραηλ, εστειλε στον αμασια, τον βασιλια του ιηhυδα, λεγοντασ: η αγκαθια στον λιβανο εστειλε στον κεδρο, που ειναι στον λιβανο, λεγοντασ: δωσε τη θυγατερα σου στον γιο μου για γυναικα· ομωσ, διαβηκε ενα θηριο του χωραφιου, που ειναι στον λιβανο, και καταπατησε την αγκαθια. εσυ λεσ: να, παταξα τον εδωμ· και η καρδια σου υψωθηκε σε καυχηση· καθησε, τωρα, στο σπιτι σου· γιατι μπλεκεσαι σε κακο, για το οποιο θα επεφτεσ, εσυ και ο ιηhυδασ μαζι σου; ο αμασιασ, ομωσ, δεν τον ακουσε· επειδη, αυτο εγινε απο τον θεο, για να τουσ παραδωσει στο χερι των εχθρων, επειδη εκζητησαν τουσ θεουσ του εδωμ. ανεβηκε, λοιπον, ο ιωασ, ο βασιλιασ του ισραηλ· και ειδαν ο ενασ τον αλλον, προσωπικα, αυτοσ και ο αμασιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, στη βαιθ-σεμεσ, που ειναι του ιηhυδα. και ο ιηhυδασ χτυπηθηκε μπροστα στον ισραηλ, και καθε ενασ εφυγε στισ σκηνεσ του. και ο ιωασ, ο βασιλιασ του ισραηλ, συνελαβε τον αμασια, τον βασιλια του ιηhυδα, τον γιο του ιωασ, γιου του ιωαχαζ, στη βαιθ-σεμεσ, και τον εφερε στην ιερουσαλημ, και κατεδαφισε το τειχοσ τησ ιερουσαλημ απο την πυλη του εφραιμ μεχρι την πυλη τησ γωνιασ, 400 πηχεσ. και παιρνοντασ ολο το χρυσαφι και το ασημι, και ολα τα σκευη που βρεθηκαν στον οικο του θεου, μαζι με τον ωβηδ-εδωμ, και τουσ θησαυρουσ του σπιτιου του βασιλια, και ανθρωπουσ ωσ ενεχυρα, γυρισε στη σαμαρεια. και ο αμασιασ ο βασιλιασ, ο γιοσ του ιωασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, εζησε υστερα απο τον θανατο του ιωασ, γιου του ιωαχαζ, βασιλια του ισραηλ, 15 χρονια. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του αμασια, οι πρωτεσ και οι τελευταιεσ, δεστε, δεν ειναι γραμμενεσ στο βιβλιο των βασιλιαδων του ιηhυδα και του ισραηλ; και υστερα, αφου ο αμασιασ στραφηκε απο το να ακολουθει τον κυριο, εκαναν συνωμοσια εναντιον του στην ιερουσαλημ· και εφυγε στη λαχεισ· ομωσ, εστειλαν απο πισω του στη λαχεισ, και τον θανατωσαν εκει. και τον εφεραν επανω σε αλογα, και τον εθαψαν μαζι με τουσ πατερεσ του σε μια πολη του ιηhυδα.

26

και ολοκληροσ ο λαοσ του ιηhυδα πηρε τον οζια, που ηταν ηλικιασ 16 χρονων, και τον εκαναν βασιλια, αντι του πατερα του, του αμασια. αυτοσ οικοδομησε την αιλωθ, και την επεστρεψε στον ιηhυδα, αφου ο βασιλιασ κοιμηθηκε με τουσ πατερεσ του. ο οζιασ ηταν ηλικιασ 16 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε 52 χρονια στην ιερουσαλημ· και το ονομα τησ μητερασ του ηταν ιεχολια, απο την ιερουσαλημ. και επραξε το ευθυ μπροστα στον κυριο, συμφωνα με ολα οσα ειχε πραξει ο αμασιασ, ο πατερασ του. και εκζητουσε τον θεο στισ ημερεσ του ζαχαρια, του νοημονα στισ ορασεισ του θεου· και οσον καιρο εκζητουσε τον κυριο, ο θεοσ τον ευοδωνε. και βγηκε και πολεμησε εναντια στουσ φιλισταιουσ, και γκρεμισε το τειχοσ τησ γαθ, και το τειχοσ τησ ιαβνη, και το τειχοσ τησ αζωτου, και οικοδομησε πολεισ μεσα στην αζωτο, και μεσα στουσ φιλισταιουσ. και ο θεοσ τον βοηθησε εναντια στουσ φιλισταιουσ, και εναντια στουσ αραβεσ, που κατοικουσαν στη γουρ-βααλ, και εναντια στουσ μεουνειμ. και οι αμμωνιτεσ εδωσαν δωρα στον οζια· και το ονομα του διαδοθηκε μεχρι την εισοδο τησ αιγυπτου· επειδη, κραταιωθηκε στο επακρον. και ο οζιασ οικοδομησε πυργουσ στην ιερουσαλημ, επανω στην πυλη τησ γωνιασ, κι επανω στην πυλη τησ φαραγγασ, κι επανω στισ γωνιεσ, και τουσ οχυρωσε. ακομα, οικοδομησε πυργουσ στην ερημο, και ανοιξε πολλα πηγαδια· επειδη, ειχε πολλα κτηνη, και στουσ χαμηλουσ τοπουσ και στισ πεδιαδεσ· και γεωργουσ και αμπελουργουσ, στην ορεινη περιοχη και στον καρμηλο· επειδη, αγαπουσε τη γεωργια. και ο οζιασ ειχε στρατοαπο πολεμιστεσ, που εβγαιναν σε πολεμο κατα ταγματα, συμφωνα με τον αριθμο τησ απαριθμησησ τουσ, που ειχε γινει απο τον γραμματεα ιειηλ και τον μαασια, τον επιστατη, με την οδηγια του ανανια, ενοσ απο τουσ στρατηγουσ του βασιλια. ολοκληροσ ο αριθμοσ των αρχηγων των πατριων των ισχυρων σε δυναμη ηταν 2.600. και κατω απο την οδηγια τουσ υπηρχε μια πολεμικη δυναμη, 307.500, δυνατοι και ανδρειοι στον πολεμο, για να βοηθουν τον βασιλια εναντια στουσ εχθρουσ. και ο οζιασ ετοιμασε σ' αυτουσ, σε ολοκληρο τον στρατο, επιμηκεισ ασπιδεσ και λογχεσ, περικεφαλαιεσ και θωρακεσ, και τοξα και σφενδονεσ για πετρεσ. και εκανε μηχανεσ στην ιερουσαλημ, που ειχαν εφευρεθει απο μηχανικουσ, για να ειναι επανω στουσ πυργουσ, και επανω στισ γωνιεσ, ωστε μ' αυτεσ να ριχνουν βελη και μεγαλεσ πετρεσ· και το ονομα του διαδοθηκε μακρια· επειδη, βοηθιοταν θαυμασια, μεχρισ οτου κραταιωθηκε. αλλα, αφου κραταιωθηκε, υψωθηκε η καρδια του σε διαφθορα· και ασεβησε στον κυριο τον θεο του, και μπηκε στον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh για να θυμιασει επανω στο θυσιαστηριο του θυμιαματοσ. και ο ιερεασ αζαριασ μπηκε μεσα πισω απ' αυτον, και μαζι του 80 ιερεισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δυνατοι ανδρεσ· και αντισταθηκαν στον βασιλια οζια, και του ειπαν: οζια, δεν ανηκει σε σενα να θυμιασεισ στον κυριο, αλλα στουσ ιερεισ, τουσ γιουσ του ααρων, τουσ καθιερωμενουσ να θυμιαζουν· βγεσ εξω απο το θυσιαστηριο· επειδη, ασεβησεσ· κι αυτο δεν θα ειναι για δοξα σε σενα απο τον κυριο τον θεο. και ο οζιασ, εχοντασ στο χερι του ενα θυμιατηριο για να θυμιασει, θυμωσε· κι ενω θυμωσε εναντια στουσ ιερεισ, η λεπρα ξεπροβαλε στο μετωπο του, μπροστα στουσ ιερεισ, μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, κοντα στο θυσιαστηριο του θυμιαματοσ. και ο αζαριασ, ο πρωτοσ ιερεασ, τον κοιταξε, και ολοι οι ιερεισ, και να, ηταν λεπροσ στο μετωπο του· και βιαστηκαν να τον βγαλουν απο εκει· κι αυτοσ ο ιδιοσ βιαστηκε να βγει, επειδη τον παταξε φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο οζιασ, ο βασιλιασ, ηταν λεπροσ μεχρι την ημερα του θανατου του· και κατοικουσε σε ξεχωρισμενο σπιτι, λεπροσ· επειδη, αποκοπηκε απο τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· την δε επιτηρηση στο παλατι του βασιλια ειχε ο ιωθαμ, ο γιοσ του, κρινοντασ τον λαο τησ γησ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του οζια, οι πρωτεσ και οι τελευταιεσ, γραφτηκαν απο τον προφητη ησαια, τον γιο του αμωσ. και ο οζιασ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και τον εθαψαν μαζι με τουσ πατερεσ του στο πεδιο τησ ταφησ των βασιλιαδων· επειδη, ειπαν: ειναι λεπροσ. και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωθαμ, ο γιοσ του.

27

ο ιωθαμ ηταν ηλικιασ 25 χρονων οταν βασιλευσε· και βασιλευσε 16 χρονια στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν ιερουσα, θυγατερα του σαδωκ. και επραξε το ευθυ μπροστα στον κυριο, συμφωνα με ολα οσα ειχε πραξει ο οζιασ, ο πατερασ του· δεν μπηκε, ομωσ, μεσα στον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο λαοσ ηταν ακομα διεφθαρμενοσ. αυτοσ οικοδομησε την ψηλη πυλη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κι επανω στο τειχοσ του οφηλ οικοδομησε πολλα. ακομα, οικοδομησε πολεισ στην ορεινη περιοχη του ιηhυδα, και στουσ δρυμουσ οικοδομησε φρουρια και πυργουσ. και καθωσ πολεμουσε με τον βασιλια των γιων του αμμων, υπερισχυσε εναντιον τουσ. και κατα τον χρονο εκεινο οι γιοι του αμμων του εδωσαν 100 ταλαντα ασημι, και 10.000 κορουσ σιταριου, και 10.000 κορουσ κριθαριου. τοσα του πληρωσαν οι γιοι του αμμων, και τον δευτερο χρονο, και τον τριτο χρονο. και ο ιωθαμ κραταιωθηκε, επειδη κατευθυνε τουσ δρομουσ του μπροστα στον κυριο τον θεο του. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωθαμ, και ολοι οι πολεμοι του, και οι δρομοι του, να, ειναι γραμμενα στο βιβλιο των βασιλιαδων του ισραηλ και του ιηhυδα. ηταν ηλικιασ 25 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε 16 χρονια στην ιερουσαλημ. και ο ιωθαμ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και τον εθαψαν στην πολη του δαβιδ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο αχαζ, ο γιοσ του.

28

ο αχαζ ηταν ηλικιασ 20 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε 16 χρονια στην ιερουσαλημ· ομωσ, δεν επραξε το ευθυ μπροστα στον κυριο, οπωσ ο πατερασ του ο δαβιδ· αλλα περπατησε στουσ δρομουσ των βασιλιαδων του ισραηλ, κι ακομα εκανε χωνευτα ειδωλα στουσ βααλειμ. κι αυτοσ θυμιασε στην κοιλαδα του εννομ, και περασε τα παιδια του μεσα απο τη φωτια, συμφωνα με τα βδελυγματα των εθνων, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε εκδιωξει απο μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ. και θυσιαζε και θυμιαζε επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ, κι επανω στουσ λοφουσ, και κατω απο καθε πρασινο δεντρο. γι' αυτο, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του τον παρεδωσε στο χερι του βασιλια τησ συριασ· και τον παταξαν, και πηραν απ' αυτουσ αιχμαλωτουσ ενα μεγαλο πληθοσ, και τουσ εφεραν στη δαμασκο. κι ακομα, παραδοθηκε στο χερι του βασιλια του ισραηλ, που τον παταξε με μεγαλη σφαγη. επειδη, ο φεκα, ο γιοσ του ρεμαλια, θανατωσε απο τον ιηhυδα 120.000 μεσα σε μια ημερα, ολουσ τουσ ισχυρουσ σε δυναμη, επειδη εγκατελειψαν τον κυριο τον θεο των πατερων τουσ. και ο ζιχρι, ενασ δυνατοσ ανδρασ απο τον εφραιμ, θανατωσε τον μαασια, τον γιο του βασιλια, και τον αζρικαμ, τον επιστατη του παλατιου, και τον ελκανα, τον 2ο υστερα απο τον βασιλια. και οι γιοι ισραηλ αιχμαλωτισαν απο τουσ αδελφουσ τουσ 200.000, γυναικεσ, γιουσ, και θυγατερεσ, κι ακομα πηραν απ' αυτουσ πολλα λαφυρα, και εφεραν τα λαφυρα στη σαμαρεια. και ηταν εκει ο προφητησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ονομαζοταν ωβηδ· και βγηκε σε συναντηση του στρατου, που ερχοταν στη σαμαρεια, και τουσ ειπε: δεστε, επειδη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ των πατερων σασ οργιστηκε εναντια στον ιηhυδα, τουσ παρεδωσε στο χερι σασ· κι εσεισ τουσ θανατωσατε με μανια, που εφτασε μεχρι τον ουρανο· και τωρα λετε να υποταξετε στον εαυτο σασ τουσ γιουσ του ιηhυδα και την ιερουσαλημ για δουλουσ και δουλεσ· δεν ειναι με σασ, μαλιστα με σασ, αμαρτιεσ εναντια στον κυριο τον θεο σασ; τωρα, λοιπον, ακουστε με και επιστρεψτε τουσ αιχμαλωτουσ, που αιχμαλωτισατε απο τουσ αδελφουσ σασ· επειδη, η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh επικειται σε σασ. και σηκωθηκαν μερικοι απο τουσ αρχοντεσ των γιων του εφραιμ, ο αζαριασ, ο γιοσ του ιωαναν, ο βαραχιασ, ο γιοσ του μεσιλλεμωθ, και ο εζεκιασ, ο γιοσ του σαλλουμ, και ο αμασα, ο γιοσ του αδλαι, εναντια στουσ ερχομενουσ απο τον πολεμο, και τουσ ειπαν: δεν θα φερετε εδω μεσα τουσ αιχμαλωτουσ, επειδη, ενω ανομησαμε στον κυριο, θελετε να προσθεσετε στισ αμαρτιεσ μασ, και στισ ανομιεσ μασ· επειδη, η ανομια μασ ειναι μεγαλη, και οργη θυμου κρεμεται επανω στον ισραηλ. και οι πολεμιστεσ αφησαν τουσ αιχμαλωτουσ και τα λαφυρα μπροστα στουσ αρχοντεσ και σε ολοκληρη τη συναγωγη. και αφου σηκωθηκαν οι ανδρεσ που ονομαστηκαν με το ονομα τουσ, πηραν τουσ αιχμαλωτουσ, και ολουσ οσουσ απ' αυτουσ ησαν γυμνοι, τουσ εντυσαν απο τα λαφυρα· και αφου τουσ εντυσαν, και τουσ εβαλαν υποδηματα, και τουσ εδωσαν να φανε και να πιουν, και τουσ αλειψαν, και ολουσ τουσ αδυνατουσ μεταξυ τουσ τουσ μετακομισαν επανω σε γαιδουρια, και τουσ εφεραν στην ιεριχω, την πολη των φοινικων, στουσ αδελφουσ τουσ· και γυρισαν στη σαμαρεια. κατα την εποχη εκεινη, ο βασιλιασ αχαζ εστειλε στουσ βασιλιαδεσ τησ ασσυριασ, για να τον βοηθησουν. επειδη, καθωσ ξαναηρθαν οι ιδουμαιοι, παταξαν τον ιηhυδα, και πηραν αιχμαλωτουσ. και οι φιλισταιοι εφορμωντασ στισ πολεισ τησ πεδινησ περιοχησ, και τησ μεσημβρινησ, του ιηhυδα, φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσαν τη βαιθ-σεμεσ, και την αιαλων, και τη γεδηρωθ, και τη σοκχω και τισ κωμοπολεισ τησ, και τη θαμνα και τισ κωμοπολεισ τησ, και τη γιμζω και τισ κωμοπολεισ τησ· και κατοικησαν εκει. επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ταπεινωσε τον ιηhυδα, εξαιτιασ του αχαζ, του βασιλια του ισραηλ· για τον λογο οτι, αφησε να κυριαρχησει διαφθορα στον ιηhυδα, και ασεβησε στον κυριο υπερβολικα. και ηρθε σ' αυτον ο θελγαθ-φελνασαρ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ, και τον κατεθλιψε, αντι να τον ενδυναμωσει. επειδη, ο αχαζ, παιρνοντασ τουσ θησαυρουσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και του σπιτιου του βασιλια, και των αρχοντων, τουσ εδωσε στον βασιλια τησ ασσυριασ· ομωσ, οχι για βοηθεια του. και στον καιρο τησ στενοχωριασ του παρανομησε στον κυριο ακομα περισσοτερο, αυτοσ ο βασιλιασ ο αχαζ. και θυσιαζε στουσ θεουσ τησ δαμασκου, που τον ειχαν παταξει· και ελεγε: επειδη, οι θεοι του βασιλια τησ συριασ τουσ βοηθουν, θα θυσιασω σ' αυτουσ, για να βοηθησουν κι εμενα. εκεινοι, ομωσ, σταθηκαν η φθορα του, και ολοκληρου του ισραηλ. και ο αχαζ συγκεντρωσε τα σκευη του οικου του θεου, και κατεκοψε τα σκευη του οικου του θεου, και εκλεισε τισ θυρεσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και εκανε για τον εαυτο του θυσιαστηρια σε καθε γωνια μεσα στην ιερουσαλημ. και σε καθε πολη του ιηhυδα εκανε ψηλουσ τοπουσ, για να θυμιαζει σε αλλουσ θεουσ, και παροργισε τον κυριο, τον θεο των πατερων του. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του, οι πρωτεσ και οι τελευταιεσ, και ολοι οι δρομοι του, δεστε, ειναι γραμμενα στο βιβλιο των βασιλιαδων του ιηhυδα και του ισραηλ. και ο αχαζ κοιμηθηκε με τουσ πατερεσ του, και τον εθαψαν στην πολη, στην ιερουσαλημ· δεν τον εφεραν, ομωσ, στουσ ταφουσ των βασιλιαδων του ισραηλ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο εζεκιασ, ο γιοσ του.

29

ο εζεκιασ βασιλευσε σε ηλικια 25 χρονων, και βασιλευσε 29 χρονια στην ιερουσαλημ. και το ονομα τησ μητερασ του ηταν αβια, θυγατερα του ζαχαρια. και επραξε το ευθυ μπροστα στον κυριο, συμφωνα με ολα οσα επραξε ο πατερασ του ο δαβιδ. αυτοσ, στον πρωτο χρονο τησ βασιλειασ του, τον πρωτο μηνα, ανοιξε τισ πορτεσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τισ επισκευασε. και εφερε μεσα τουσ ιερεισ και τουσ λευιτεσ, και τουσ συγκεντρωσε στην ανατολικη πλατεια, και τουσ ειπε: ακουστε με, λευιτεσ: αγιαστειτε τωρα, και αγιαστε τον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου των πατερων σασ, και βγαλτε εξω την ακαθαρσια απο τον αγιο τοπο. επειδη, οι πατερεσ μασ παρανομησαν, και επραξαν πονηρα μπροστα στον κυριο τον θεο μασ, και τον εγκατελειψαν, και απεστρεψαν τα προσωπα τουσ απο το κατοικητηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και γυρισαν τισ πλατεσ· και εκλεισαν τισ πορτεσ του προναου, και εσβησαν τα λυχναρια, και δεν θυμιαζαν θυμιαμα, και δεν προσφεραν ολοκαυτωματα στον θεο του ισραηλ, στον αγιο τοπο. γι' αυτο, η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηρθε επανω στον ιηhυδα και την ιερουσαλημ, και τουσ παρεδωσε σε διασπορα, σε εκσταση, και σε συριγμο, οπωσ βλεπετε με τα ματια σασ. επειδη, να, οι πατερεσ μασ επεσαν με μαχαιρα· και οι γιοι μασ, και οι θυγατερεσ μασ, και οι γυναικεσ μασ, γι' αυτο ειναι σε αιχμαλωσια. τωρα, λοιπον, εχω στην καρδια μου να κανω διαθηκη προσ τον κυριο τον θεο του ισραηλ, για να αποστρεψει την οργη του θυμου του απο μασ. παιδια μου, μη πλανιεστε τωρα· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σασ εκλεξε για να παραστεκεστε μπροστα του, να τον υπηρετειτε, και να ειστε υπηρετεσ του, και να θυμιαζετε. τοτε, σηκωθηκαν οι λευιτεσ, ο μααθ ο γιοσ του αμασαι, και ο ιωαλ ο γιοσ του αζαρια, απο τουσ γιουσ τυν κααθιτων· και απο τουσ γιουσ του μεραρι, ο κεισ ο γιοσ του αβδι, ο αζαριασ ο γιοσ του ιαλελεηλ· και απο τουσ γηρσωνιτεσ, ο ιωαχ ο γιοσ του ζιμα, και ο εδεν ο γιοσ του ιωαχ· και απο τουσ γιουσ του ελισαφαν, ο σιμρι, και ο ιειηλ· και απο τουσ γιουσ του ασαφ, ο ζαχαριασ, και ο ματθανιασ· και απο τουσ γιουσ του αιμαν, ο ιεχιηλ, και ο σιμει· και απο τουσ γιουσ του ιεδουθουν, ο σεμαιασ, και ο οζιηλ. και συγκεντρωσαν τουσ αδελφουσ τουσ, και αγιαστηκαν, και ηρθαν, οπωσ προσταξε ο βασιλιασ, με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να καθαρισουν τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οι ιερεισ μπηκαν μεσα στο εσωτερο του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για να τον καθαρισουν· και εβγαλαν ολη την ακαθαρσια, που βρεθηκε στον ναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στην αυλη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και οι λευιτεσ, αφου την πηραν, την εφεραν εξω στον χειμαρρο των κεδρων. και αρχισαν να αγιαζουν την πρωτη ημερα του πρωτου μηνα, και την ογδοη ημερα του μηνα μπηκαν στο προναο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και αγιασαν τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σε οκτω ημερεσ, και τη 16η ημερα του πρωτου μηνα τελειωσαν. τοτε, μπηκαν στον εζεκια τον βασιλια, και ειπαν: καθαρισαμε ολοκληρο τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το θυσιαστηριο τησ ολοκαυτωσησ, και ολα τα σκευη του, και την τραπεζα τησ προθεσησ, και ολα τα σκευη τησ· και ολα τα σκευη, που ειχε μιανει ο αχαζ, στην εποχη τησ βασιλειασ του, οταν αποστατησε, τα ετοιμασαμε, και τα αγιασαμε· και δεστε, ειναι μπροστα στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τοτε, σηκωθηκε ο βασιλιασ εζεκιασ, και αφου συγκεντρωσε τουσ αρχοντεσ τησ πολησ, ανεβηκε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εφεραν επτα μοσχαρια, και επτα κριαρια, και επτα αρνια, και επτα τραγουσ, για προσφορα περι αμαρτιασ για τη βασιλεια, και για το αγιαστηριο, και για τον ιηhυδα. και ειπε στουσ ιερεισ, τουσ γιουσ του ααρων, να τα προσφερουν επανω στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και εσφαξαν τα μοσχαρια· και αφου οι ιερεισ παρελαβαν το αιμα, ραντισαν επανω στο θυσιαστηριο· παρομοια, εσφαξαν τα κριαρια, και ραντισαν το αιμα επανω στο θυσιαστηριο· και εσφαξαν τα αρνια, και ραντισαν το αιμα επανω στο θυσιαστηριο. επειτα, εφεραν τουσ τραγουσ, για την προσφορα περι αμαρτιασ, μπροστα στον βασιλια και στη συναξη, κι εκεινοι εβαλαν τα χερια τουσ επανω τουσ· και οι ιερεισ τουσ εσφαξαν, και ραντισαν το αιμα τουσ περι αμαρτιασ επανω στο θυσιαστηριο, για να κανουν εξιλεωση για ολοκληρο τον ισραηλ· επειδη, ο βασιλιασ ειχε προσταξει το ολοκαυτωμα και την προσφορα περι αμαρτιασ, για ολοκληρο τον ισραηλ. και τοποθετησε τουσ λευιτεσ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με κυμβαλα, με ψαλτηρια, και με κιθαρεσ, συμφωνα με την προσταγη του δαβιδ, και του γαδ, του βλεποντα του βασιλια, και του προφητη ναθαν· επειδη, η προσταγη ηταν απο τον κυριο, διαμεσου των προφητων του. και σταθηκαν οι λευιτεσ με τα οργανα του δαβιδ, και οι ιερεισ με τισ σαλπιγγεσ. και ο εζεκιασ ειπε να προσφερουν την ολοκαυτωση επανω στο θυσιαστηριο. και οταν αρχισε η ολοκαυτωση, αρχισε ο υμνοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, με τισ σαλπιγγεσ, και με τα οργανα τα προσδιορισμενα απο τον δαβιδ, τον βασιλια του ισραηλ. και ολοκληρη η συναξη προσκυνουσε, και οι ψαλτωδοι εψαλλαν και οι σαλπιγκτεσ σαλπιζαν· ολο αυτο εξακολουθουσε μεχρισ οτου τελειωσε η ολοκαυτωση. και καθωσ τελειωσαν να προσφερουν, εσκυψαν ο βασιλιασ και ολοι εκεινοι που βρεθηκαν μαζι του, και προσκυνησαν. και στουσ λευιτεσ ειπε ο βασιλιασ εζεκιασ, και οι αρχοντεσ, να υμνουν τον κυριο, με τα λογια του δαβιδ, και του ασαφ του βλεποντα. και υμνησαν με ευφροσυνη, και αφου εσκυψαν, προσκυνησαν. τοτε, ο εζεκιασ απαντωντασ ειπε: τωρα, ειστε καθιερωμενοι στον κυριο· ελατε, και προσφερετε θυσιεσ και ευχαριστηριεσ προσφορεσ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και η συναξη προσφερε θυσιεσ και ευχαριστηριεσ προσφορεσ, καθενασ που ηταν προθυμοσ στην καρδια, προσφερε ολοκαυτωματα. και ο αριθμοσ των ολοκαυτωματων, που προσφερε η συναξη, εγινε 70 μοσχαρια, 100 κριαρια, 200 αρνια· ολα αυτα ησαν για ολοκαυτωση στον κυριο. και τα αφιερωματα ησαν 600 βοδια και 3.000 προβατα. οι ιερεισ, ομωσ, ησαν λιγοι, και δεν μπορουσαν να γδερνουν ολα τα ολοκαυτωματα· γι' αυτο, οι αδελφοι τουσ οι λευιτεσ τουσ βοηθησαν, μεχρισ οτου συντελεστηκε η εργασια, και μεχρισ οτου οι ιερεισ αγιαστηκαν· επειδη, οι λευιτεσ σταθηκαν πιο ευθεισ στην καρδια στο να αγιαστουν, παρα οι ιερεισ. ακομα δε τα ολοκαυτωματα ησαν πολλα, μαζι με τα λιπη των ειρηνικων προσφορων, και μαζι με τισ σπονδεσ για καθε ολοκαυτωμα. ετσι αποκατασταθηκε η υπηρεσια του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο εζεκιασ ευφρανθηκε, και ολοκληροσ ο λαοσ, οτι ο θεοσ ειχε προδιαθεσει τον λαο· επειδη, το πραγμα εγινε ξαφνικα.

30

και ο εζεκιασ εστειλε σε ολοκληρο τον ισραηλ και τον ιηhυδα· εγραψε ακομα επιστολεσ στον εφραιμ και στον μανασση, για ναρθουν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh στην ιερουσαλημ, για να κανουν πασχα στον κυριο τον θεο του ισραηλ. επειδη, ο βασιλιασ εκανε συμβουλιο, και οι αρχοντεσ του, και ολοκληρη η συναξη του λαου στην ιερουσαλημ να κανουν το πασχα στον δευτερο μηνα. επειδη, δεν μπορεσαν να το κανουν κατα την εποχη εκεινη, για τον λογο οτι οι ιερεισ δεν ησαν αρκετα αγιασμενοι, και ο λαοσ δεν ηταν συγκεντρωμενοσ στην ιερουσαλημ. και το πραγμα αρεσε στον βασιλια, και σε ολοκληρη τη συναξη. γι' αυτο, αποφασισαν να διακηρυξουν μεσα σε ολοκληρο τον ισραηλ, απο τη βηρ-σαβεε μεχρι τη δαν, ναρθουν για να κανουν πασχα στον κυριο τον θεο του ισραηλ, στην ιερουσαλημ· επειδη, απο πολυ χρονο δεν ειχαν κανει συμφωνα με το γραμμενο. και οι ταχυδρομοι πηγαν με τισ επιστολεσ, απο τον βασιλια και τουσ αρχοντεσ του, μεσα απο ολοκληρο τον ισραηλ και τον ιηhυδα, και συμφωνα με την προσταγη του βασιλια, λεγοντασ: γιοι του ισραηλ, επιστρεψτε στον κυριο τον θεο του αβραhαμ, του ισαακ, και του ισραηλ· κι αυτοσ θα επιστρεψει σ' εκεινουσ που απο σασ εναπεμειναν, οσοι διασωθηκατε απο το χερι των βασιλιαδων τησ ασσυριασ· και μη γινεστε οπωσ οι πατερεσ σασ, και οπωσ οι αδελφοι σασ, που ασεβησαν στον κυριο τον θεο των πατερων τουσ· και τουσ παρεδωσε σε ερημωση, οπωσ βλεπετε· τωρα, μη σκληρυνετε τον τραχηλο σασ, οπωσ οι πατερεσ σασ· υποταχθειτε στον κυριο, και μπειτε μεσα στο αγιαστηριο του, που αγιασε στον αιωνα· και δουλεψτε τον κυριο τον θεο σασ, για να αποστρεψει την εξαψη του θυμου του απο σασ· επειδη, αν επιστρεψετε στον κυριο, οι αδελφοι σασ και τα παιδια σασ θα βρουν ελεοσ μπροστα σ' αυτουσ που τουσ αιχμαλωτισαν, και θα επανελθουν σ' αυτη τη γη· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ σασ ειναι οικτιρμονασ και ελεημονασ, και δεν θα αποστρεψει απο σασ το προσωπο του, αν επιστρεψετε σ' αυτον. και οι ταχυδρομοι περασαν μεσα απο πολη σε πολη, μεσα απο τη γη του εφραιμ και του μανασση, και μεχρι τον ζαβουλων· ομωσ, εκεινοι τουσ περιγελασαν, και τουσ χλευασαν. μερικοι, ομωσ, απο τον ασηρ και τον μανασση και τον ζαβουλων ταπεινωθηκαν, και ηρθαν στην ιερουσαλημ. και επανω στον ιηhυδα ηταν το χερι του θεου, ωστε να τουσ δωσει μια καρδια, για να κανουν την προσταγη του βασιλια και των αρχοντων, συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και συγκεντρωθηκαν στην ιερουσαλημ, πολυσ λαοσ, για να κανουν τη γιορτη των αζυμων στον δευτερο μηνα, μια υπερβολικα μεγαλη συναξη. και αφου σηκωθηκαν, αφαιρεσαν τα θυσιαστηρια που υπηρχαν στην ιερουσαλημ· και αφαιρεσαν ολα τα θυσιαστηρια του θυμιαματοσ, και τα ερριξαν στον χειμαρρο των κεδρων. και θυσιασαν το πασχα τη 14η ημερα του δευτερου μηνα· και οι ιερεισ και οι λευιτεσ ντραπηκαν, και αφου αγιαστηκαν, εφεραν ολοκαυτωματα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και σταθηκαν στον τοπο τουσ, συμφωνα με την ταξη τουσ, συμφωνα με τον νομο του μωυση, του ανθρωπου του θεου· και οι ιερεισ ραντιζαν το αιμα, παιρνοντασ απο το χερι των λευιτων. επειδη, υπηρχαν πολλοι μεσα στη συναξη, που δεν ειχαν αγιαστει· γι' αυτο, οι λευιτεσ πηραν το φορτιο να σφαξουν τα αρνια του πασχα για καθεναν που δεν ηταν καθαροσ, για να τουσ αγιασουν στον κυριο. επειδη, ενα μεγαλο μεροσ απο τον λαο, πολλοι απο τον εφραιμ, και τον μανασση, τον ισσαχαρ, και τον ζαβουλων δεν ειχαν καθαριστει, αλλ' ετρωγαν το πασχα, οχι συμφωνα με το γραμμενο· ο εζεκιασ, ομωσ, δεηθηκε γι' αυτουσ, λεγοντασ: ο αγαθοσ κυριοσ ασ γινει ελεημονασ σε καθεναν, που κατευθυνει την καρδια του στο να εκζητει τον θεο, τον κυριο τον θεο των πατερων του, ακομα και αν δεν καθαριστηκε συμφωνα με τον καθαρισμο του αγιαστηριου. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εισακουσε τον εζεκια, και συγχωρεσε τον λαο. και οι γιοι ισραηλ, αυτοι που βρεθηκαν στην ιερουσαλημ, εκαναν επτα ημερεσ τη γιορτη των αζυμων με μεγαλη ευφροσυνη· και οι λευιτεσ και οι ιερεισ υμνουσαν καθημερινα, τον κυριο, με δυνατα οργανα. και ο εζεκιασ μιλησε συμφωνα με την καρδια ολων των λευιτων που ειχαν αγαθη συνεση για τον κυριο· και ετρωγαν στη γιορτη επτα ημερεσ, θυσιαζοντασ ειρηνικεσ θυσιεσ, και δοξολογωνταστον κυριο τον θεο των πατερων τουσ. και ολοκληρη η συναγωγη εκανε συμβουλιο για να κανουν αλλεσ επτα ημερεσ· και εκαναν ευφροσυνη αλλεσ επτα ημερεσ. επειδη, ο εζεκιασ, ο βασιλιασ του ιηhυδα, προσφερε στη συναξη, 1.000 βοδια και 7.000 προβατα· και οι αρχοντεσ προσφεραν στη συναξη, 1.000 βοδια και 10.000 προβατα· και αγιαστηκαν πολλοι ιερεισ. και ευφρανθηκαν, ολοκληρη η συναξη του ιηhυδα, και οι ιερεισ και οι λευιτεσ, και ολοκληρη η συναξη, που ειχε συγκεντρωθει απο τον ισραηλ, και οι ξενοι, που ειχαν ερθει απο τη γη του ισραηλ, κι εκεινοι που κατοικουσαν στη γη του ιηhυδα. και εγινε μεγαλη ευφροσυνη στην ιερουσαλημ· επειδη, απο τισ ημερεσ του σολομωντα, του γιου του δαβιδ, του βασιλια του ισραηλ, δεν ειχε γινει τετοιο πραγμα στην ιερουσαλημ. υστερα απ' αυτα, αφου οι ιερεισ και οι λευιτεσ σηκωθηκαν, ευλογησαν τον λαο· και η φωνη τουσ εισακουστηκε, και η προσευχη τουσ ηρθε στον ουρανο, το αγιο κατοικητηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh.

31

και αφου συντελεστηκαν ολα αυτα, ολοκληροσ ο ισραηλ, αυτοι που βρεθηκαν, βγηκαν εξω στισ πολεισ του ιηhυδα και συντριψαν τα αγαλματα, και κατεκοψαν τα αλση, και γκρεμισαν τουσ ψηλουσ τοπουσ και τα θυσιαστηρια απο ολοκληρο τον ιηhυδα και τον βενιαμιν· το ιδιο εκαναν και στον εφραιμ και τον μανασση, μεχρισ οτου τελειωσαν. τοτε, ολοι οι γιοι ισραηλ επεστρεψαν, καθε ενασ στην ιδιοκτησια του, στισ πολεισ τουσ. και ο εζεκιασ εβαλε σε ταξη τισ διαιρεσεισ των ιερεων και των λευιτων, συμφωνα με τισ διαιρεσεισ τουσ, καθε εναν συμφωνα με την υπηρεσια του, τουσ ιερεισ και τουσ λευιτεσ, για τα ολοκαυτωματα και τισ ειρηνικεσ προσφορεσ, για να υπηρετουν, και να δοξολογουν, και να υμνουν, στισ πυλεσ των σκηνωματων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ρυθμισε και το μεριδιο του βασιλια, απο τα υπαρχοντα του, για τισ ολοκαυτωσεισ, για τισ πρωινεσ και τισ εσπερινεσ ολοκαυτωσεισ, και για τισ ολοκαυτωσεισ των σαββατων, και των νεομηνιων, και των επισημων γιορτων, συμφωνα με το γραμμενο στον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ακομα, ειπε στον λαο, που κατοικουσε στην ιερουσαλημ, να δινει τη μεριδα των ιερεων και των λευιτων, για να ενισχυονται στον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και καθωσ διαδοθηκε ο λογοσ, οι γιοι ισραηλ εφεραν απαρχεσ απο σιταρι, και κρασι, και λαδι, και μελι, και απο ολα τα γεννηματα του χωραφιου σε αφθονια· ακομα, εφεραν σε αφθονια τα δεκατα απο καθε πραγμα. και οι γιοι του ισραηλ και του ιηhυδα, που κατοικουσαν στισ πολεισ του ιηhυδα, κι αυτοι εφεραν τα δεκατα απο βοδια και προβατα, και τα δεκατα των αγιων πραγματων, που αφιερωνονταν στον κυριο τον θεο τουσ, και τα εβαλαν σε σωρουσ. στον τριτο μηνα αρχισαν να κανουν τουσ σωρουσ, και στον εβδομο μηνα τελειωσαν. και οταν ο εζεκιασ και οι αρχοντεσ ηρθαν και ειδαν τουσ σωρουσ, ευλογησαν τον κυριο, και τον λαο του τον ισραηλ. επειτα, ο εζεκιασ ρωτησε τουσ ιερεισ και τουσ λευιτεσ για τουσ σωρουσ. και ο αζαριασ, ο πρωτοσ ιερεασ, απο την οικογενεια του σαδωκ, του απαντησε, και ειπε: αφοτου αρχισαν να φερνουν τισ προσφορεσ στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, φαγαμε σε χορτασμο, και περισσευσε πληθωρα· επειδη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευλογησε τον λαο του· κι αυτο που εναπεμεινε ειναι η μεγαλη αυτη αφθονια. τοτε, ο εζεκιασ ειπε να ετοιμασουν τα ταμεια στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και τα ετοιμασαν, και εφεραν μεσα με πιστοτητα τισ προσφορεσ, και τα δεκατα, και τα αφιερωματα· και επιστατησ σ' αυτουσ ηταν ο χωνανιασ ο λευιτησ, και υστερα απ' αυτον ο σιμει ο αδελφοσ του. και ο ιεχιηλ, και ο αζαζιασ, και ο ναχαθ, και ο ασαηλ, και ο ιεριμωθ, και ο ιωζαβαδ, και ο ελιηλ, και ο ισμαχιασ, και ο μααθ, και ο βεναιασ, ησαν επιτηρητεσ, κατω απο την οδηγια του χωνανια και του σιμει του αδελφου του, με προσταγη του βασιλια εζεκια, και του αζαρια του επιστατη του οικου του θεου. και ο κωρη, ο γιοσ του ιεμνα του λευιτη, ο πυλωροσ προσ ανατολασ, ηταν υπευθυνοσ στισ προαιρετικεσ προσφορεσ του θεου, για να διανεμει τισ προσφορεσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τα αγιοτατα πραγματα. και μαζι του ηταν ο εδεν, και ο μινιαμειν, και ο ιηhοσυα, και ο σεμαιασ, ο αμαριασ, και ο σεχανιασ, στισ πολεισ των ιερεων, εμπιστευμενοι να διανεμουν στουσ αδελφουσ τουσ, συμφωνα με τισ διαιρεσεισ τουσ, το ιδιο στον μεγαλο και στον μικρο, σε καθε εναν που εμπαινε μεσα στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το καθημερινο του μεριδιο, στα καθηκοντα τησ υπηρεσιασ του, συμφωνα με τισ διαιρεσεισ τουσ, εκτοσ απο τα αρσενικα τουσ, που απαριθμηθηκαν κατα γενεαλογια, απο ηλικιασ τριων χρονων κι επανω· και η απαριθμηση των ιερεων, και των λευιτων, εγινε, συμφωνα με την οικογενεια των πατριων τουσ, απο ηλικιασ 20 χρονων κι επανω, συμφωνα με τα καθηκοντα τουσ, συμφωνα με τισ διαιρεσεισ τουσ· και σε ολα τα παιδια τουσ, τισ γυναικεσ τουσ, και τουσ γιουσ τουσ, και τισ θυγατερεσ τουσ, σε ολοκληρη τη συναξη, που απαριθμηθηκαν κατα γενεαλογια· επειδη, με πιστοτητα αγιαστηκαν στα αγια. και για τουσ γιουσ του ααρων τουσ ιερεισ, στα χωραφια των προαστιων των πολεων τουσ, σε καθε μια πολη ησαν ανθρωποι διορισμενοι ονομαστικα για να δινουν μεριδια σε ολα τα αρσενικα αναμεσα στουσ ιερεισ, και σε ολα οσα απαριθμηθηκαν αναμεσα στουσ λευιτεσ. και ο εζεκιασ εκανε με τον ιδιο τροπο σε ολοκληρο τον ιηhυδα· και επραξε το καλο και το ευθυ και το αληθινο, μπροστα στον κυριο τον θεο του. και σε καθε εργο που αρχισε στην υπηρεσια του οικου του θεου, και σε καθε νομο, και στα προσταγματα, εκζητωντασ τον θεο του, το εκανε με ολοκληρη την καρδια του, και ευοδωνοταν.

32

υστερα απο τα πραγματα αυτα, κι αυτη την αληθεια, ο σενναχειρειμ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ, ηρθε και μπηκε μεσα στον ιηhυδα, και στρατοπεδευσε εναντια στισ οχυρεσ πολεισ, και ειπε να τισ υποταξει στον εαυτο του. και ο εζεκιασ, βλεποντασ οτι ηρθε ο σενναχειρειμ, και σκοποσ του ηταν να πολεμησει εναντιον τησ ιερουσαλημ, εκανε συμβουλιο με τουσ αρχοντεσ του, και μαζι με τουσ δυνατουσ του, να φραξει τα νερα των πηγων, που ησαν εξω απο την πολη· και συνεργαστηκαν μαζι του. και συγκεντρωθηκε πολυσ λαοσ, και εφραξαν ολεσ τισ πηγεσ, και τον ποταμο που ερρεε διαμεσου τησ γησ, λεγοντασ: για ποιον λογο, οταν ερθουν οι βασιλιαδεσ τησ ασσυριασ, να βρουν πολυ νερο; και αφου ενδυναμωθηκε, ανοικοδομησε ολοκληρο το χαλασμενο τειχοσ, και το ανυψωσε μεχρι τουσ πυργουσ, και επισκευασε ενα αλλο τειχοσ εξω, και επισκευασε τη μιλλω, την πολη του δαβιδ, και εκανε πολλα οπλα και επιμηκεισ ασπιδεσ. και εβαλε πολεμαρχουσ επικεφαλησ του λαου, και τουσ συγκεντρωσε κοντα του στην πλατεια τησ πυλησ τησ πολησ, και μιλησε συμφωνα με την καρδια τουσ, λεγοντασ: ρνδυναμωνεστε και γινεστε ανδρειοι, μη φοβηθειτε, ουτε να τρομαξετε, απο το προσωπο του βασιλια τησ ασσυριασ, και απο το προσωπο ολου του πληθουσ αυτων που ειναι μαζι του· επειδη, περισσοτεροι ειναι μαζι μασ παρα μαζι του· μαζι του ειναι σαρκινοι βραχιονεσ· μαζι μασ, ομωσ, ειναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ, για να μασ βοηθαει, και να μαχεται τισ μαχεσ μασ. και ο λαοσ ενθαρρυνθηκε με τα λογια του εζεκια, του βασιλια του ιηhυδα. υστερα απ' αυτα, ο σενναχειρειμ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ, (ενω αυτοσ, εχοντασ μαζι του ολη τη δυναμη του, πολιορκουσε τη λαχεισ), εστειλε τουσ δουλουσ του, στην ιερουσαλημ, στον εζεκια, τον βασιλια του ιηhυδα, που ηταν στην ιερουσαλημ, λεγοντασ: ετσι λεει ο σενναχειρειμ, ο βασιλιασ τησ ασσυριασ: σε τι εχετε πεποιθηση και καθεστε, ενω ειστε πολιορκημενοι στην ιερουσαλημ; δεν σασ εξαπαταει ο εζεκιασ για να σασ παραδωσει σε θανατο απο πεινα και απο διψα, λεγοντασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ μασ θα μασ ελευθερωσει απο το χερι του βασιλια τησ ασσυριασ; αυτοσ ο ιδιοσ ο εζεκιασ δεν σηκωσε τουσ ψηλουσ τοπουσ του, και τα θυσιαστηρια του, και ειπε στον ιηhυδα και στην ιερουσαλημ, λεγοντασ: μπροστα σε ενα θυσιαστηριο μονον θα προσκυνατε, κι επανω σ' αυτο θα θυμιαζετε; δεν ξερετε τι εχω κανει εγω, και οι πατερεσ μου, σε ολουσ τουσ λαουσ τησ γησ; μπορεσαν οι θεοι των εθνων τησ γησ να λυτρωσουν τουσ τοπουσ τουσ απο το χερι μου; ποιοσ απ' ολουσ τουσ θεουσ εκεινων των εθνων, που οι πατερεσ μου εξολοθρευσαν, μπορεσε να λυτρωσει τον λαο του απο το χερι μου, ωστε ο θεοσ σασ να μπορεσει να σασ λυτρωσει απο το χερι μου; τωρα, λοιπον, ασ μη σασ πλαναει ο εζεκιασ, και ασ μη σασ εξαπαταει ετσι, και μη τον πιστευετε· επειδη, κανενασ θεοσ κανενοσ εθνουσ η βασιλειασ δεν μπορεσε να λυτρωσει τον λαο του απο το χερι μου, και απο το χερι των πατερων μου· πολυ λιγοτερο θα μπορεσει ο θεοσ σασ να σασ λυτρωσει απο το χερι μου. κι ακομα περισσοτερα μιλησαν οι δουλοι του εναντια στον κυριο τον θεο, και εναντια στον δουλο του τον εζεκια. εγραψε και επιστολεσ για να ονειδισει τον κυριο τον θεο του ισραηλ, και να μιλησει εναντιον του, λεγοντασ: οπωσ οι θεοι των εθνων τησ γησ δεν λυτρωσαν τον λαο τουσ απο το χερι μου, ετσι και ο θεοσ του εζεκια δεν θα λυτρωσει τον λαο του απο το χερι μου. τοτε, βοησαν με μεγαλη φωνη, ιηhυδαιστι, προσ τον λαο τησ ιερουσαλημ, που ηταν επανω στο τειχοσ, για να τουσ φοβισουν και να τουσ ταραξουν, ωστε να φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσουν την πολη· και μιλησαν εναντιον του θεου τησ ιερουσαλημ, οπωσ ειχαν κανει εναντια στουσ θεουσ τησ γησ, που ειναι εργα χεριων ανθρωπων. και ο βασιλιασ εζεκιασ προσευχηθηκε γι' αυτα, και ο προφητησ ησαιασ, ο γιοσ του αμωσ, και βοησαν προσ τον ουρανο. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστειλε εναν αγγελο, που αφανισε ολουσ τουσ ισχυρουσ με δυναμη, και τουσ αρχοντεσ, και τουσ στρατηγουσ μεσα στο στρατοπεδο του βασιλια τησ ασσυριασ. και επεστρεψε στη γη του, με καταντροπιασμενο το προσωπο. και οταν μπηκε στον οικο του θεου του, εκεινοι που βγηκαν απο τα σπλαχνα του, τον θανατωσαν εκει με μαχαιρα. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσωσε τον εζεκια, και τουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, απο το χερι του σενναχειρειμ, του βασιλια τησ ασσυριασ, και απο το χερι ολων, και τουσ ασφαλισε ολογυρα. και πολλοι εφεραν δωρα προσ τον κυριο στην ιερουσαλημ, και πολυτιμα πραγματα στον εζεκια, τον βασιλια του ιηhυδα· και απο τοτε μεγαλυνθηκε μπροστα σε ολα τα εθνη. κατα τισ ημερεσ εκεινεσ, ο εζεκιασ αρρωστησε μεχρι θανατου· και προσευχηθηκε στον κυριο· και τον εισακουσε, και του εδωσε ενα σημαδι. ομωσ, ο εζεκιασ δεν ανταπεδωσε συμφωνα με την ευεργεσια που του εγινε· επειδη, υψωθηκε η καρδια του· γι' αυτο, ηρθε οργη επανω του, κι επανω στον ιηhυδα και στην ιερουσαλημ. και για την επαρση τησ καρδιασ του, ο εζεκιασ ταπεινωθηκε, αυτοσ και οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ, και δεν ηρθε επανω τουσ, στισ ημερεσ του εζεκια, η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο εζεκιασ απεκτησε πλουτο και μεγαλη δοξα, σε υπερβολικο βαθμο· και εκανε στον εαυτο του θησαυρουσ απο ασημι, και χρυσαφι, και πολυτιμεσ πετρεσ, και αρωματα, και ασπιδεσ, και απο καθε ειδοσ επιθυμητα σκευη· και αποθηκεσ για το εισοδημα του σιταριου, και του κρασιου, και του λαδιου· και σταυλουσ για κτηνη καθε ειδουσ, και μανδρεσ για κοπαδια. και εκανε πολεισ για τον εαυτο του, και απεκτησε προβατα και βοδια σε πληθοσ· επειδη, ο θεοσ εδωσε σ' αυτον περιουσια υπερβολικα μεγαλη. ακομα, αυτοσ ο εζεκιασ εφραξε την επανω εξοδο των νερων του γιων, και τα κατευθυνε προσ τα κατω, δυτικα απο την πολη του δαβιδ. και ο εζεκιασ ευοδωθηκε σε ολα τα εργα του. με τουσ πρεσβευτεσ, ομωσ, των αρχοντων τησ βαβυλωνασ, που εστειλαν σ' αυτον για να ερευνησουν για το θαυμα που ειχε γινει στη γη, ο θεοσ τον εγκατελειψε, για να τον δοκιμασει, ωστε να γνωρισει ολα οσα ησαν μεσα στην καρδια του. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του εζεκια, και τα ελεη του, δεστε, ειναι γραμμενα στην οραση του προφητη ησαια, του γιου του αμωσ, στο βιβλιο των βασιλιαδων του ιηhυδα, και του ισραηλ. και ο εζεκιασ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και τον εθαψαν στον πιο ψηλο απο τουσ ταφουσ των γιων του δαβιδ· και ολοκληροσ ο ιηhυδασ και οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ του εκαναν στον θανατο του τιμεσ· και αντ' αυτου βασιλευσε ο μανασσησ, ο γιοσ του.

33

ο μανασσησ ηταν 12 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε 55 χρονια στην ιερουσαλημ. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, συμφωνα με τα βδελυγματα των εθνων, τα οποια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε εκδιωξει μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ· και ανοικοδομησε τουσ ψηλουσ τοπουσ, τουσ οποιουσ ο πατερασ του ο εζεκιασ ειχε καταστρεψει, και ανεγειρε θυσιαστηρια στουσ βααλειμ, και εκανε αλση, και προσκυνησε ολοκληρη τη στρατια του ουρανου, και τα λατρευσε. και οικοδομησε θυσιαστηρια στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, για τον οποιο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε πει: στην ιερουσαλημ θα ειναι το ονομα μου στον αιωνα. και οικοδομησε θυσιαστηρια σε ολοκληρη τη στρατια του ουρανου, μεσα στισ δυο αυλεσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κι αυτοσ διαπερασε τουσ γιουσ του μεσα απο τη φωτια στην κοιλαδα του γιου του εννομ· και προμαντευε καιρουσ, και εκανε οιωνισμουσ και μαγειεσ, και συστησε ανταποκριτεσ δαιμονιων και επαοιδουσ· επραξε πολλα πονηρα πραγματα μπροστα στον κυριο, για να τον παροργισει. και εστησε το γλυπτο, την εικονα που ειχε κανει, στον οικο του θεου, για τον οποιο ο θεοσ ειχε πει στον δαβιδ και στον σολομωντα τον γιο του: μεσα σ' αυτον τον οικο, και στην ιερουσαλημ, που διαλεξα απο ολεσ τισ φυλεσ του ισραηλ, θα βαλω το ονομα μου στον αιωνα· και δεν θα μετασαλευσω το ποδι του ισραηλ απο τη γη που παρεδωσα στουσ πατερεσ σασ· αν μονον προσεξουν να κανουν ολα οσα εχω προσταξει σ' αυτουσ, συμφωνα με ολοκληρο τον νομο και τα διαταγματα και τισ κρισεισ, που δοθηκαν διαμεσου του μωυση. και ο μανασσησ πλανησε τον ιηhυδα και τουσ κατοικουσ τησ ιερουσαλημ, ωστε να πραττουν πονηροτερα απο τα εθνη, που φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειχε αφανισει μπροστα απο τουσ γιουσ ισραηλ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μιλησε στον μανασση, και στον λαο του· ομωσ, δεν εδωσαν προσοχη. γι' αυτο, εφερε εναντιον τουσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τουσ αρχοντεσ του στρατου του βασιλια τησ ασσυριασ, και επιασαν τον μανασση αναμεσα στουσ θαμνουσ, και αφου τον εδεσαν με αλυσιδεσ, τον εφεραν στη βαβυλωνα. και ενω ηταν μεσα σε θλιψη, ικετευσε τον κυριο τον θεο του, και ταπεινωθηκε υπερβολικα μπροστα στον θεο των πατερων του, και προσευχηθηκε σ' αυτον· τοτε, ο θεοσ τον ελεησε, και ακουσε τη δεηση του, και τον επανεφερε στην ιερουσαλημ, στο βασιλειο του. τοτε, γνωρισε ο μανασσησ οτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτοσ ειναι ο θεοσ. και υστερα απ' αυτο, οικοδομησε ενα τειχοσ εξω απο την πολη του δαβιδ, προσ δυσμασ του γιων, στην κοιλαδα, μεχρι την ιχθυικη εισοδο τησ πυλησ, και περικυκλωσε το οφηλ, και το υψωσε σε μεγαλο υψοσ, και εβαλε πολεμαρχουσ σε ολεσ τισ οχυρωμενεσ πολεισ του ιηhυδα. και αφαιρεσε τουσ ξενουσ θεουσ, και την εικονα απο τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ολα τα θυσιαστηρια, που ειχε οικοδομησει επανω στο βουνο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και στην ιερουσαλημ· και τα ερριξε εξω απο την πολη. και ανορθωσε το θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και θυσιασε επανω σ' αυτο θυσιεσ ειρηνικεσ και ευχαριστηριεσ, και προσταξε τον ιηhυδα να λατρευει τον κυριο τον θεο του ισραηλ. ο λαοσ, ομωσ, θυσιαζε ακομα επανω στουσ ψηλουσ τοπουσ, ομωσ μονον στον κυριο τον θεο τουσ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του μανασση, και η προσευχη του, που εκανε στον θεο του, και τα λογια των βλεποντων, που του μιλησαν στο ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του ισραηλ, δεστε, ειναι γραμμενα στα χρονικα των βασιλιαδων του ισραηλ. και η προσευχη του, και πωσ εισακουστηκε, και ολεσ οι αμαρτιεσ του, και η αποστασια του, και τα μερη οπου ειχε οικοδομησει ψηλουσ τοπουσ, και ειχε στησει τα αλση και τα γλυπτα, πριν ταπεινωθει, δεστε, ειναι γραμμενα στα λογια των βλεποντων. και ο μανασσησ κοιμηθηκε μαζι με τουσ πατερεσ του, και τον εθαψαν στο σπιτι του· και αντ' αυτου βασιλευσε ο αμμων, ο γιοσ του. ο αμμων ηταν ηλικιασ 22 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε δυο χρονια στην ιερουσαλημ. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο, οπωσ ειχε πραξει ο μανασσησ, ο πατερασ του· και ο αμμων θυσιαζε σε ολα τα γλυπτα, που ειχε κανει ο πατερασ του, ο μανασσησ, και τα λατρευε· και δεν ταπεινωθηκε μπροστα στον κυριο, οπωσ ειχε ταπεινωθει ο πατερασ του, ο μανασσησ· αλλ' αυτοσ, ο αμμων, ανομησε περισσοτερο και περισσοτερο. και οι δουλοι του συνωμοτησαν εναντιον του, και τον θανατωσαν μεσα στο σπιτι του. και ο λαοσ τησ γησ θανατωσε ολουσ εκεινουσ που ειχαν συνωμοτησει εναντια στον βασιλια αμμων· και ο λαοσ τησ γησ εκανε, αντ' αυτου, βασιλια τον ιωσια, τον γιο του.

34

ο ιωσιασ ηταν ηλικιασ οκτω χρονων οταν βασιλευσε· και βασιλευσε 31 χρονια στην ιερουσαλημ. και επραξε το ευθυ μπροστα στον κυριο, και περπατησε στουσ δρομουσ του πατερα του, του δαβιδ, και δεν ξεκλινε δεξια η αριστερα. και στον ογδοο χρονο τησ βασιλειασ του, ενω ηταν ακομα νεοσ, αρχισε να εκζητει τον θεο του πατερα του, του δαβιδ· και στον 12ο χρονο αρχισε να καθαριζει τον ιηhυδα και την ιερουσαλημ, απο τουσ ψηλουσ τοπουσ, και απο τα αλση, και τα γλυπτα και τα χωνευτα. και μπροστα του κατεστρεψαν τα θυσιαστηρια των βααλειμ· και καταγκρεμισε τα ειδωλα που ησαν επανω απ' αυτα· και τα αλση, και τα γλυπτα, και τα χωνευτα, τα κατασυντριψε, και τα λεπτυνε σε σκονη, και την ερριξε επανω στα μνηματα εκεινων που θυσιαζαν σ' αυτα. και εκαψε τα κοκαλα των ιερεων επανω στα θυσιαστηρια τουσ, και καθαρισε τον ιηhυδα και την ιερουσαλημ. και εκανε το ιδιο στισ πολεισ του μανασση, και του εφραιμ, και του συμεων, και μεχρι του νεφθαλι, ολογυρα στουσ ερημωμενουσ τοπουσ τουσ. και αφου κατεστρεψε τα θυσιαστηρια και τα αλση, και καταλεπτυνε τα γλυπτα σε σκονη, και κατεκοψε ολα τα ειδωλα μεσα απο ολοκληρη τη γη του ισραηλ, γυρισε στην ιερουσαλημ. και στον 18ο χρονο τησ βασιλειασ του, αφου καθαρισε τη γη και τον ναο, εστειλε τον σαφαν, τον γιο του αζαλια, και τον μαασια, τον αρχοντα τησ πολησ, και τον ιωαχ, τον γιο του ιωαχαζ, τον υπομνηματογραφο, για να επισκευασουν τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θεου του. και οταν ηρθαν στον χελκια, τον μεγαλο ιερεα, παρεδωσαν το ασημι που ειχε μπει μεσα στον οικο του θεου, το οποιο οι λευιτεσ, που φυλαγαν τισ θυρεσ, ειχαν συναξει απο το χερι του μανασση και του εφραιμ, και απο ολοκληρο το υπολοιπο του ισραηλ, και απο ολοκληρον τον ιηhυδα και τον βενιαμιν· και γυρισαν στην ιερουσαλημ. και τα εδωσαν στο χερι εκεινων που εκαναν τα εργα, και εκεινων που επιστατουσαν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· κι εκεινοι που εκαναν τα εργα, τα οποια εργαζονταν στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, το παρεδωσαν για να επισκευασουν και να επιδιορθωσουν τον οικο· στουσ μαραγκουσ και οικοδομουσ το εδωσαν, για να αγορασουν πελεκητεσ πετρεσ, και ξυλα για δοκουσ, και για να στεγασουν τα οικηματα που ειχαν καταστρεψει οι βασιλιαδεσ του ιηhυδα. και οι ανδρεσ εργαζονταν το εργο με πιστοτητα· και επανω σ' αυτουσ επιτηρητεσ ησαν ο ιααθ και ο οβαδια, οι λευιτεσ, απο τουσ γιουσ του μεραρι· και ο ζαχαριασ και ο μεσσουλαμ, απο τουσ γιουσ των κααθιτων, για να επισπευδουν το εργο· και απο τουσ λευιτεσ ολοι οι επιστημονεσ μουσικων οργανων. ακομα, ειχαν την επιβλεψη στουσ αχθοφορουσ και τουσ εργοδιωκτεσ ολων των εργαζομενων, σε οποιαδηποτε υπηρεσια· και απο τουσ λευιτεσ ησαν γραμματεισ, και επιστατεσ, και θυρωροι. και ενω εβγαζαν το ασημι, που ειχε μπει στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο χελκιασ ο ιερεασ βρηκε το βιβλιο του νομου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε δοθει διαμεσου του μωυση. και ο χελκιασ αποκριθηκε και ειπε στον σαφαν τον γραμματεα: βρηκα ενα βιβλιο του νομου στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο χελκιασ εδωσε το βιβλιο στον σαφαν. και ο σαφαν εφερε το βιβλιο στον βασιλια, και επειτα εδωσε λογο στον βασιλια, λεγοντασ: οι δουλοι σου κανουν καθε τι που τουσ οριστηκε· και αριθμησαν το ασημι που βρεθηκε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και το παρεδωσαν στο χερι των επιστατων, και στο χερι εκεινων που κανουν τα εργα. και ο σαφαν ο γραμματεασ ανηγγειλε στον βασιλια, λεγοντασ: ο ιερεασ χελκιασ μου εδωσε ενα βιβλιο. και ο σαφαν το διαβασε μπροστα στον βασιλια. και καθωσ ο βασιλιασ ακουσε τα λογια του νομου, εσχισε τα ιματια του. και ο βασιλιασ προσταξε τον χελκια και τον αχικαμ, τον γιο του σαφαν, και τον αβδων, τον γιο του μιχαια, και τον σαφαν τον γραμματεα, και τον ασαια, τον δουλο του βασιλια, λεγοντασ: πηγαινετε, ρωτηστε τον κυριο για μενα, και για οσουσ εναπεμειναν στον ισραηλ και τον ιηhυδα, και για τα λογια του βιβλιου που βρεθηκε· επειδη, η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ξεχυθηκε επανω μασ, ειναι μεγαλη, για το οτι οι πατερεσ μασ δεν φυλαξαν τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ωστε να πραξουν συμφωνα με ολα τα γραμμενα μεσα στο βιβλιο. τοτε, πηγε ο χελκιασ, και οι απεσταλμενοι απο τον βασιλια, προσ την προφητισσα ολδα, τη γυναικα του σαλλουμ, γιου του τικβα, γιου του ασρα, του ιματιοφυλακα, (κι αυτη κατοικουσε στην ιερουσαλημ, προσ το μισνε)· και τησ μιλησαν συμφωνα μ' αυτα. κι εκεινη τουσ ειπε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ: πειτε στον ανθρωπο που σασ εστειλε σε μενα: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh: δεσ, εγω φερνω κακα επανω σ' αυτο τον τοπο, κι επανω στουσ κατοικουσ του, ολεσ τισ καταρεσ τισ γραμμενεσ στο βιβλιο, που διαβασαν μπροστα στον βασιλια του ιηhυδα· επειδη, με εγκατελειψαν, και θυμιασαν σε αλλουσ θεουσ, για να με παροργισουν εξαιτιασ ολων των εργων των χεριων τουσ· γι' αυτο, ο θυμοσ μου θα ξεχυθει επανω σε τουτο τον τοπο, και δεν θα σβησει. και στον βασιλια του ιηhυδα, που σασ εστειλε για να ρωτησετε τον κυριο, ετσι θα του πειτε: ετσι λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ισραηλ, για τα λογια που ακουσεσ· επειδη, απαλυνθηκε η καρδια σου, και ταπεινωθηκεσ μπροστα στον θεο, οταν ακουσεσ τα λογια του εναντια σ' αυτον τον τοπο, και εναντια στουσ κατοικουσ του, και ταπεινωθηκεσ μπροστα μου, και εσχισεσ τα ιματια σου, και εκλαψεσ μπροστα μου, γι' αυτο κι εγω σε εισακουσα, λεει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· δεσ, εγω θα σε συναξω στουσ πατερεσ σου, και θα συναχθεισ στον ταφο σου με ειρηνη, και τα ματια σου δεν θα δουν ολα τα κακα, που εγω θα φερνω επανω σε τουτο τον τοπο, κι επανω στουσ κατοικουσ του. -και εφεραν απαντηση στον βασιλια. και ο βασιλιασ εστειλε και συγκεντρωσε ολουσ τουσ πρεσβυτερουσ του ιηhυδα και τησ ιερουσαλημ. και ο βασιλιασ ανεβηκε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ολοι οι ανδρεσ του ιηhυδα, και οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ, και οι ιερεισ, και οι λευιτεσ, και ολοκληροσ ο λαοσ, απο τον μεγαλο μεχρι τον μικρο· και διαβασαν σε επηκοον τουσ ολα τα λογια του βιβλιου τησ διαθηκησ, που βρεθηκε στον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ο βασιλιασ, αφου σταθηκε στον τοπο του, εκανε τη συνθηκη μπροστα στον κυριο, να περπαταει πισω απο τον κυριο, και να φυλαττει τισ εντολεσ του, και τα μαρτυρια του, και τα διαταγματα του, με ολοκληρη την καρδια του, και με ολοκληρη την ψυχη του, ωστε να εκτελει τα λογια τησ διαθηκησ, που ησαν γραμμενα σε τουτο το βιβλιο. και εκανε να σταθουν σε τουτο ολοι οσοι βρεθηκαν στην ιερουσαλημ και στον βενιαμιν. και οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ εκαναν συμφωνα με τη διαθηκη του θεου, του θεου των πατερων τουσ. και ο ιωσιασ αφαιρεσε ολα τα βδελυγματα απο ολουσ τουσ τοπουσ των γιων ισραηλ, και οσουσ βρεθηκαν στον ισραηλ, τουσ εκανε να λατρευουν τον κυριο τον θεο τουσ· σε ολεσ τισ ημερεσ του δεν απομακρυνθηκαν πισω απο τον κυριο τον θεο των πατερων τουσ.

35

ο ιωσιασ εκανε επιπλεον πασχα στον κυριο στην ιερουσαλημ· και θυσιασαν το πασχα τη 14η ημερα του πρωτου μηνα. και εβαλε ιερεισ στισ υπηρεσιεσ τουσ, και τουσ ενισχυσε στην υπηρεσια του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και ειπε στουσ λευιτεσ, αυτουσ που διδασκαν ολοκληρο τον ισραηλ, τουσ καθιερωμενουσ στον κυριο: βαλτε την αγια κιβωτο στον οικο, τον οποιο εχει οικοδομησει ο σολομωντασ, ο γιοσ του δαβιδ, του βασιλια του ισραηλ· δεν θα τη βασταζετε πλεον επανω σε ωμουσ· δουλευετε τωρα τον κυριο τον θεο σασ, και τον λαο του τον ισραηλ· και ετοιμαστειτε συμφωνα με τισ οικογενειεσ των πατριων σασ, κατα τισ διαιρεσεισ σασ, συμφωνα με το γραμμενο του δαβιδ, του βασιλια του ισραηλ, και συμφωνα με το γραμμενο του σολομωντα, του γιου του. και σταθειτε στο αγιαστηριο, συμφωνα με τισ διαιρεσεισ των οικογενειων των πατριων υπερ των αδελφων σασ, των γιων του λαου, και συμφωνα με τη διαιρεση των οικογενειων των πατριων των λευιτων. και θυσιαστε το πασχα, και αγιαστειτε, και ετοιμαστε το στουσ αδελφουσ σασ, για να κανουν συμφωνα με τον λογο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που δοθηκε διαμεσου του μωυση. και ο ιωσιασ προσφερε στον λαο προβατα, αρνια, και κατσικακια, τα εδωσε ολα για τισ θυσιεσ του πασχα, για ολουσ οσουσ παραβρεθηκαν, 30.000 τον αριθμο, και 3.000 βοδια· αυτα ησαν απο τα υπαρχοντα του βασιλια. και οι αρχοντεσ του το προσφεραν προαιρετικα στον λαο, στουσ ιερεισ, και στουσ λευιτεσ. ο χελκιασ, και ο ζαχαριασ, και ο ιεχιηλ, οι αρχοντεσ του οικου του θεου, εδωσαν στουσ ιερεισ, για τισ θυσιεσ του πασχα, 2.600 αρνια και κατσικια, και 300 βοδια. και ο χωνανιασ, και ο σεμαιασ, και ο ναθανιηλ, οι αδελφοι του, και ο ασαβιασ, και ο ιειηλ, και ο ιωζαβαδ, αρχοντεσ των λευιτων, προσφεραν στουσ λευιτεσ για θυσιεσ του πασχα, 5.000 αρνια και κατσικια, και 500 βοδια. και ετοιμαστηκε η υπηρεσια, και οι ιερεισ σταθηκαν στον τοπο τουσ, και οι λευιτεσ στισ διαιρεσεισ τουσ, συμφωνα με την προσταγη του βασιλια. και θυσιασαν το πασχα, και οι ιερεισ ραντισαν το αιμα απο το χερι τουσ, και οι λευιτεσ εγδαραν τα θυματα. και διαιρεσαν τα ολοκαυτωματα, για να τα δωσουν συμφωνα με τισ διαιρεσεισ των οικογενειων των πατριων του λαου, για να προσφερουν στον κυριο, συμφωνα με το γραμμενο στο βιβλιο του μωυση· το ιδιο και για τα βοδια. και το πασχα εψησαν με φωτια, συμφωνα με το διαταγμενο· και εψησαν τα αγια σε χυτρεσ, και σε καζανια, και σε κακαβια, και τα μοιρασαν γρηγορα αναμεσα σε ολοκληρο τον λαο. και επειτα, ετοιμασαν στον εαυτο τουσ, και στουσ ιερεισ· επειδη, οι ιερεισ, οι γιοι του ααρων, καταγινονταν στο να προσφερουν ολοκαυτωματα και τα λιπη μεχρι αργα τη νυχτα· γι' αυτο, οι λευιτεσ ετοιμασαν για τον εαυτο τουσ, και για τουσ ιερεισ, τουσ γιουσ του ααρων. και οι ψαλτωδοι, οι γιοι του ασαφ, ησαν στον τοπο τουσ, συμφωνα με τη διαταγη του δαβιδ, και του ασαφ, και του αιμαν, και του ιεδουθουν, του βλεποντα του βασιλια, και οι πυλωροι φυλαγαν σε καθε μια πυλη· δεν ηταν αναγκη να απομακρυνθουν απο τισ υπηρεσιεσ τουσ· επειδη, οι αδελφοι τουσ οι λευιτεσ ετοιμασαν γι' αυτουσ. και ετοιμαστηκε ολοκληρη η υπηρεσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh την ιδια ημερα, για να κανουν το πασχα, και να προσφερουν ολοκαυτωματα επανω στο θυσιαστηριο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συμφωνα με την προσταγη του βασιλια ιωσια. και οι γιοι ισραηλ, που παραβρεθηκαν, εκαναν κατα τον καιρο εκεινο το πασχα, και τη γιορτη των αζυμων επτα ημερεσ. και δεν ειχε γινει πασχα στον ισραηλ σαν εκεινο, απο τισ ημερεσ του σαμουαλ του προφητη· ουτε ολοι οι βασιλιαδεσ του ισραηλ ειχαν κανει σαν το πασχα που εκανε ο ιωσιασ, και οι ιερεισ, και οι λευιτεσ, και ολοκληροσ ο ιηhυδασ και ο ισραηλ, αυτοι που παραβρεθηκαν, και οι κατοικοι τησ ιερουσαλημ. και στον 18ο χρονο τησ βασιλειασ του ιωσια εγινε τουτο το πασχα. υστερα απο ολα αυτα, αφου ο ιωσιασ ετοιμασε τον οικο, ανεβηκε ο νεχαω, ο βασιλιασ τησ αιγυπτου για να πολεμησει στη χαρκεμισ προσ τον ευφρατη· και ο ιωσιασ βγηκε εναντιον του. και του εστειλε μηνυτεσ, λεγοντασ: τι υπαρχει αναμεσα σε σενα και σε μενα, βασιλια του ιηhυδα; δεν ερχομαι εναντιον σου, αλλ' εναντιον του οικου με τον οποιο εχω πολεμο· και ο θεοσ με προσταξε να σπευσω· κρατησε αποσταση απο τον θεο, που ειναι μαζι μου, για να μη σε εξολοθρευσει. εντουτοισ, ο ιωσιασ δεν απεστρεψε το προσωπο του απ' αυτον· αλλα, μετασχηματιστηκε, για να πολεμησει εναντιον του, και δεν εισακουσε τα λογια του νεχαω, που ησαν απο το στομα του θεου, και ηρθε να πολεμησει στην κοιλαδα μεγιδδω. και οι τοξοτεσ τοξευσαν επανω στον βασιλια ιωσια· και ο βασιλιασ ειπε στουσ δουλουσ του: βγαλτε με εξω, επειδη πληγωθηκα βαρια. και οι δουλοι του τον εβγαλαν απο την αμαξα του, και τον επιβιβασαν στη δευτερη αμαξα του· και τον εφεραν στην ιερουσαλημ, και πεθανε· και θαφτηκε στουσ ταφουσ των πατερων του. και ολοκληροσ ο ιηhυδασ και η ιερουσαλημ πενθησαν για τον ιωσια. και ο ιερεμιασ θρηνησε για τον ιωσια· και ολοι οι ψαλτεσ και οι ψαλτριεσ, μεχρι σημερα, αναφερουν στουσ θρηνουσ τουσ τον ιωσια, και τουσ εκαναν επισημο θεσμο στον ισραηλ· και δεστε, ειναι γραμμενοι στουσ θρηνουσ. και οι υπολοιπεσ πραξεισ του ιωσια, και τα ελεη του, συμφωνα με το γραμμενο στον νομο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τα εργα του, τα πρωτα και τα τελευταια, δεστε, ειναι γραμμενα στο βιβλιο των βασιλιαδων του ισραηλ και του ιηhυδα.

36

και ο λαοσ τησ γησ πηρε τον ιωαχαζ, τον γιο του ιωσια, και τον εκαναν βασιλια στην ιερουσαλημ, αντι του πατερα του. ο ιωαχαζ ηταν ηλικιασ 23 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε τρεισ μηνεσ στην ιερουσαλημ. και ο βασιλιασ τησ αιγυπτου τον καθαιρεσε στην ιερουσαλημ, και καταδικασε τη γη σε προστιμο απο 100 ταλαντα ασημι, και ενα ταλαντο χρυσαφι. και ο βασιλιασ τησ αιγυπτου εκανε βασιλια επανω στον ιηhυδα και την ιερουσαλημ τον ελιακειμ, τον αδελφο του, και αλλαξε το ονομα του σε ιωακειμ. ενω, τον ιωαχαζ, τον αδελφο του, ο νεχαω τον πηρε, και τον εφερε στην αιγυπτο. ο ιωακειμ ηταν ηλικιασ 25 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε 11 χρονια στην ιερουσαλημ· και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο τον θεο του. εναντιον του ανεβηκε ο ναβουχοδονοσορασ, ο βασιλιασ τησ βαβυλωνασ, και τον εδεσε με αλυσιδεσ, για να τον φερει στη βαβυλωνα. και απο τα σκευη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο ναβουχοδονοσορασ εφερε στη βαβυλωνα, και τα εβαλε στον ναο του στη βαβυλωνα. και οι λοιπεσ πραξεισ του ιωακειμ, και τα βδελυγματα του οσα εκανε, και οσα βρεθηκαν σ' αυτον, δεστε, ειναι γραμμενα στο βιβλιο των βασιλιαδων του ισραηλ και του ιηhυδα· και αντ' αυτου βασιλευσε ο ιωαχειν, ο γιοσ του. ο ιωαχειν ηταν ηλικιασ 18 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε τρεισ μηνεσ και δεκα ημερεσ στην ιερουσαλημ· και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο. και στο τελοσ του χρονου, αφου ο βασιλιασ ναβουχοδονοσορασ εστειλε, τον εφερε στη βαβυλωνα, μαζι με τα εκλεκτα σκευη του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh· και τον σεδεκια, τον αδελφο του, τον εκανε βασιλια επανω στον ιηhυδα και στην ιερουσαλημ. ο σεδεκιασ ηταν ηλικιασ 21 χρονων οταν βασιλευσε, και βασιλευσε 11 χρονια στην ιερουσαλημ. και επραξε πονηρα μπροστα στον κυριο τον θεο του· δεν ταπεινωθηκε μπροστα στον ιερεμια τον προφητη, ο οποιοσ μιλουσε απο το στομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. κι ακομα, αποστατησε εναντια στον βασιλια ναβουχοδονοσορα, που τον ειχε ορκισει στον θεο· και σκληρυνε τον τραχηλο του, και πεισματωσε την καρδια του, ωστε να μη επιστρεψει στον κυριο τον θεο του ισραηλ. ακομα, ολοι οι πρωτοι απο τουσ ιερεισ, και ο λαοσ, αθετησαν υπερβολικα τον νομο και επραξαν συμφωνα με ολα τα βδελυγματα των εθνων, και μολυναν τον οικο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που τον ειχε αγιασει στην ιερουσαλημ. και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ των πατερων τουσ, τουσ παρηγγειλε διαμεσου των απεσταλμενων του, σηκωνομενοσ το πρωι και εξαποστελλοντασ· επειδη, λυποταν τον λαο του, και το κατοικητηριο του. αυτοι, ομωσ, χλευαζαν τουσ απεσταλμενουσ του θεου, και καταφρονουσαν τα λογια του, και κοροιδευαν τουσ προφητεσ του, μεχρισ οτου η οργη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανεβηκε εναντιον του λαου του, ωστε θεραπεια δεν υπηρχε. γι' αυτο, εφερε εναντιον τουσ τον βασιλια των χαλδαιων, και θανατωσε τουσ νεουσ τουσ με μαχαιρα μεσα στον οικο του αγιαστηριου τουσ, και δεν λυπηθηκε νεον η παρθενα, γεροντα η σκυφτον· ολουσ τουσ παρεδωσε στο χερι του. και ολα τα σκευη του οικου του θεου, μεγαλα και μικρα, και τουσ θησαυρουσ του οικου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τουσ θησαυρουσ του βασιλια, και των αρχοντων του, τα εφερε ολα στη βαβυλωνα. και κατεκαψαν τον οικο του θεου, και κατεσκαψαν το τειχοσ τησ ιερουσαλημ, και κατεκαψαν ολα τα παλατια τησ με φωτια, και αφανισαν ολα τα πολυτιμα σκευη τησ. και οσουσ ξεφυγαν τη μαχαιρα, τουσ μετοικισε στη βαβυλωνα, οπου ησαν δουλοι σ' αυτον και στουσ γιουσ του, μεχρι τον καιρο τησ βασιλειασ των περσων· για να εκπληρωθει ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που ειχε γινει διαμεσου του στοματοσ του ιερεμια, μεχρισ οτου η γη χαρει τα σαββατα τησ· επειδη, ολο τον καιρο τησ ερημωσησ τησ φυλαγε σαββατο, μεχρισ οτου συμπληρωθουν 70 χρονια. και στον πρωτο χρονο του κυρου, του βασιλια τησ περσιασ, για να εκπληρωθει ο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που εγινε διαμεσου του στοματοσ του ιερεμια, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh διεγειρε το πνευμα του κυρου, του βασιλια τησ περσιασ, και διακηρυξε μεσα σε ολοκληρο το βασιλειο του, και μαλιστα εγγραφωσ, λεγοντασ: ετσι λεει ο κυροσ, ο βασιλιασ τησ περσιασ: φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ο θεοσ του ουρανου, εδωσε σε μενα ολα τα βασιλεια τησ γησ· κι αυτοσ με προσταξε να του οικοδομησω εναν οικο στην ιερουσαλημ, που ειναι στην ιηhυδαια· ποιοσ απο σασ ειναι απο ολοκληρο τον λαο του; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ο θεοσ του ασ ειναι μαζι του, και ασ ανεβει.

προσ ῥωμαιουσσ

1

παυλοσ δουλοσ ιηhοσυα χριστου, κλητοσ αποστολοσ αφωρισμενοσ εισ ευαγγελιον θεου, (hο προεπηγγειλατο δια των προφητων αυτου εν γραφαισ hαγιαισ), περι του hυιου αυτου (του γενομενου εκ σπερματοσ δαυιδ κατα σαρκα, του hορισθεντοσ hυιου θεου εν δυναμει κατα πνευμα hαγιωσυνησ εξ αναστασεωσ νεκρων), ιηhοσυα χριστου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων, δι hου ελαβομεν χαριν και αποστολην εισ hυπακοην πιστεωσ εν πασιν τοισ εθνεσιν hυπερ του ονοματοσ αυτου, εν hοισ εστε και hυμεισ κλητοι ιηhοσυα χριστου, πασιν τοισ ουσιν εν ρωμη αγαπητοισ θεου, κλητοισ hαγιοισ • xαρισ hυμιν και ειρηνη απο θεου πατροσ hημων και κυριου ιηhοσυα χριστου. πρωτον μεν ευχαριστω τω θεω μου δια ιηhοσυα χριστου περι παντων hυμων, hοτι hη πιστισ hυμων καταγγελλεται εν hολω τω κοσμω. μαρτυσ γαρ μου εστιν hο θεοσ, hω λατρευω εν τω πνευματι μου εν τω ευαγγελιω του hυιου αυτου, hωσ αδιαλειπτωσ μνειαν hυμων ποιουμαι, παντοτε επι των προσευχων μου δεομενοσ ειπωσ ηδη ποτε ευοδωθησομαι εν τω θεληματι του θεου ελθειν προσ hυμασ. επιποθω γαρ ιδειν hυμασ, hινα τι μεταδω χαρισμα hυμιν πνευματικον εισ το στηριχθηναι hυμασ, τουτο δε εστιν συνπαρακληθηναι εν hυμιν δια τησ εν αλληλοισ πιστεωσ, hυμων τε και εμου. ου θελω δε hυμασ αγνοειν, αδελφοι, hοτι πολλακισ προεθεμην ελθειν προσ hυμασ, (και εκωλυθην αχρι του δευρο), hινα τινα καρπον σχω και εν hυμιν καθωσ και εν τοισ λοιποισ εθνεσιν. hελλησιν τε και βαρβαροισ, σοφοισ τε και ανοητοισ οφειλετησ ειμι • hουτωσ το κατ εμε προθυμον και hυμιν τοισ εν ρωμη ευαγγελισασθαι. ου γαρ επαισχυνομαι το ευαγγελιον, δυναμισ γαρ θεου εστιν εισ σωτηριαν παντι τω πιστευοντι, ιηhυδαιω τε πρωτον και hελληνι. δικαιοσυνη γαρ θεου εν αυτω αποκαλυπτεται εκ πιστεωσ εισ πιστιν, καθωσ γεγραπται • hο δε δικαιοσ εκ πιστεωσ ζησεται. αποκαλυπτεται γαρ οργη θεου απ ουρανου επι πασαν ασεβειαν και αδικιαν ανθρωπων των την αληθειαν εν αδικια κατεχοντων • διοτι το γνωστον του θεου φανερον εστιν εν αυτοισ • hο θεοσ γαρ αυτοισ εφανερωσεν • τα γαρ αορατα αυτου απο κτισεωσ κοσμου τοισ ποιημασιν νοουμενα καθοραται, hη τε αιδιοσ αυτου δυναμισ και θειοτησ, εισ το ειναι αυτουσ αναπολογητουσ • διοτι γνοντεσ τον θεον ουχ hωσ θεον εδοξασαν η ηυχαριστησαν • αλλ εματαιωθησαν εν τοισ διαλογισμοισ αυτων και εσκοτισθη hη ασυνετοσ αυτων καρδια • φασκοντεσ ειναι σοφοι εμωρανθησαν, και ηλλαξαν την δοξαν του αφθαρτου θεου εν hομοιωματι εικονοσ φθαρτου ανθρωπου και πετεινων και τετραποδων και hερπετων. διο και παρεδωκεν αυτουσ hο θεοσ εν ταισ επιθυμιαισ των καρδιων αυτων εισ ακαθαρσιαν του ατιμαζεσθαι τα σωματα αυτων εν hεαυτοισ • hοιτινεσ μετηλλαξαν την αληθειαν του θεου εν τω ψευδει, και εσεβασθησαν και ελατρευσαν τη κτισει παρα τον κτισαντα, hοσ εστιν ευλογητοσ εισ τουσ αιωνασ. αμην. δια τουτο παρεδωκεν αυτουσ hο θεοσ εισ παθη ατιμιασ, hαι τε γαρ θηλειαι αυτων μετηλλαξαν την φυσικην χρησιν εισ την παρα φυσιν • hομοιωσ τε και hοι αρσενεσ αφεντεσ την φυσικην χρησιν τησ θηλειασ εξεκαυθησαν εν τη ορεξει αυτων εισ αλληλουσ, αρσενεσ εν αρσεσιν την ασχημοσυνην κατεργαζομενοι και την αντιμισθιαν hην εδει τησ πλανησ αυτων εν hεαυτοισ απολαμβανοντεσ. και καθωσ ουκ εδοκιμασαν τον θεον εχειν εν επιγνωσει, παρεδωκεν αυτουσ hο θεοσ εισ αδοκιμον νουν, ποιειν τα μη καθηκοντα, πεπληρωμενουσ παση αδικια πονηρια πλεονεξια κακια, — μεστουσ φθονου φονου εριδοσ δολου κακοηθειασ, — ψιθυριστασ, καταλαλουσ, θεοστυγεισ, hυβριστασ, hυπερηφανουσ, αλαζονασ, εφευρετασ κακων, γονευσιν απειθεισ, ασυνετουσ, ασυνθετουσ, αστοργουσ, ανελεημονασ, hοιτινεσ το δικαιωμα του θεου επιγνοντεσ, hοτι hοι τα τοιαυτα πρασσοντεσ αξιοι θανατου εισιν, ου μονον αυτα ποιουσιν, αλλα και συνευδοκουσιν τοισ πρασσουσιν.

2

διο αναπολογητοσ ει, ω ανθρωπε πασ hο κρινων • εν hω γαρ κρινεισ τον hετερον, σεαυτον κατακρινεισ, τα γαρ αυτα πρασσεισ hο κρινων. οιδαμεν δε hοτι το κριμα του θεου εστιν κατα αληθειαν επι τουσ τα τοιαυτα πρασσοντασ. λογιζη δε τουτο, ω ανθρωπε hο κρινων τουσ τα τοιαυτα πρασσοντασ και ποιων αυτα, hοτι συ εκφευξη το κριμα του θεου; η του πλουτου τησ χρηστοτητοσ αυτου και τησ ανοχησ και τησ μακροθυμιασ καταφρονεισ, αγνοων hοτι το χρηστον του θεου εισ μετανοιαν σε αγει; κατα δε την σκληροτητα σου και αμετανοητον καρδιαν θησαυριζεισ σεαυτω οργην εν hημερα οργησ και αποκαλυψεωσ δικαιοκρισιασ του θεου, hοσ αποδωσει hεκαστω κατα τα εργα αυτου • τοισ μεν καθ hυπομονην εργου αγαθου δοξαν και τιμην και αφθαρσιαν ζητουσιν, ζωην αιωνιον • τοισ δε εξ εριθειασ και απειθουσιν τη αληθεια, πειθομενοισ δε τη αδικια, οργη και θυμοσ • θλιψισ και στενοχωρια επι πασαν ψυχην ανθρωπου του κατεργαζομενου το κακον, ιηhυδαιου τε πρωτον και hελληνοσ • δοξα δε και τιμη και ειρηνη παντι τω εργαζομενω το αγαθον, ιηhυδαιω τε πρωτον και hελληνι • ου γαρ εστιν προσωπολημψια παρα τω θεω. hοσοι γαρ ανομωσ hημαρτον, ανομωσ και απολουνται • και hοσοι εν νομω hημαρτον, δια νομου κριθησονται • (ου γαρ hοι ακροαται του νομου δικαιοι παρα τω θεω • αλλ hοι ποιηται του νομου δικαιωθησονται • hοταν γαρ εθνη τα μη νομον εχοντα φυσει τα του νομου ποιωσιν, hουτοι νομον μη εχοντεσ hεαυτοισ εισιν νομοσ, hοιτινεσ ενδεικνυνται το εργον του νομου γραπτον εν ταισ καρδιαισ αυτων, συνμαρτυρουσησ αυτων τησ συνειδησεωσ και μεταξυ αλληλων των λογισμων κατηγορουντων η και απολογουμενων), εν hημερα hοτε κρινει hο θεοσ τα κρυπτα των ανθρωπων κατα το ευαγγελιον μου δια ιηhοσυα χριστου. ει δε συ ιηhυδαιοσ επονομαζη και επαναπαυη τω νομω και καυχασαι εν θεω και γινωσκεισ το θελημα και δοκιμαζεισ τα διαφεροντα κατηχουμενοσ εκ του νομου, πεποιθασ τε σεαυτον hοδηγον ειναι τυφλων, φωσ των εν σκοτει, παιδευτην αφρονων, διδασκαλον νηπιων, εχοντα την μορφωσιν τησ γνωσεωσ και τησ αληθειασ εν τω νομω • hο ουν διδασκων hετερον σεαυτον ου διδασκεισ; hο κηρυσσων μη κλεπτειν κλεπτεισ; hο λεγων μη μοιχευειν μοιχευεισ; hο βδελυσσομενοσ τα ειδωλα hιεροσυλεισ; hοσ εν νομω καυχασαι, δια τησ παραβασεωσ του νομου τον θεον ατιμαζεισ; το γαρ ονομα του θεου δι hυμασ βλασφημειται εν τοισ εθνεσιν, καθωσ γεγραπται. περιτομη μεν γαρ ωφελει εαν νομον πρασσησ • εαν δε παραβατησ νομου ησ, hη περιτομη σου ακροβυστια γεγονεν. εαν ουν hη ακροβυστια τα δικαιωματα του νομου φυλασση, ουχι hη ακροβυστια αυτου εισ περιτομην λογισθησεται • και κρινει hη εκ φυσεωσ ακροβυστια τον νομον τελουσα σε τον δια γραμματοσ και περιτομησ παραβατην νομου; ου γαρ hο εν τω φανερω ιηhυδαιοσ εστιν, ουδε hη εν τω φανερω εν σαρκι περιτομη • αλλ hο εν τω κρυπτω ιηhυδαιοσ, και περιτομη καρδιασ εν πνευματι ου γραμματι • hου hο επαινοσ ουκ εξ ανθρωπων αλλ εκ του θεου.

3

τι ουν το περισσον του ιηhυδαιου, η τισ hη ωφελεια τησ περιτομησ; πολυ κατα παντα τροπον, πρωτον μεν γαρ hοτι επιστευθησαν τα λογια του θεου. τι γαρ; ει ηπιστησαν τινεσ, μη hη απιστια αυτων την πιστιν του θεου καταργησει; μη γενοιτο • γινεσθω δε hο θεοσ αληθησ, πασ δε ανθρωποσ ψευστησ, καθωσ γεγραπται • hοπωσ αν δικαιωθησ εν τοισ λογοισ σου και νικησησ εν τω κρινεσθαι σε. ει δε hη αδικια hημων θεου δικαιοσυνην συνιστησιν, τι ερουμεν; μη αδικοσ hο θεοσ hο επιφερων την οργην; (κατα ανθρωπον λεγω). μη γενοιτο • επει πωσ κρινει hο θεοσ τον κοσμον; ει γαρ hη αληθεια του θεου εν τω εμω ψευσματι επερισσευσεν εισ την δοξαν αυτου, τι ετι καγω hωσ hαμαρτωλοσ κρινομαι; και μη καθωσ βλασφημουμεθα και καθωσ φασιν τινεσ hημασ λεγειν hοτι ποιησωμεν τα κακα hινα ελθη τα αγαθα; hων το κριμα ενδικον εστιν. τι ουν; προεχομεθα; ου παντωσ. προητιασαμεθα γαρ ιηhυδαιουσ τε και hελληνασ παντασ hυφ hαμαρτιαν ειναι, καθωσ γεγραπται hοτι ουκ εστιν δικαιοσ ουδε hεισ • ουκ εστιν hο συνιων, ουκ εστιν hο εκζητων τον θεον • παντεσ εξεκλιναν, hαμα ηχρειωθησαν • ουκ εστιν ποιων χρηστοτητα, ουκ εστιν hεωσ hενοσ • ταφοσ ανεωγμενοσ hο λαρυγξ αυτων, ταισ γλωσσαισ αυτων εδολιουσαν, ιοσ ασπιδων hυπο τα χειλη αυτων • hων το στομα αρασ και πικριασ γεμει • οξεισ hοι ποδεσ αυτων εκχεαι hαιμα, συντριμμα και ταλαιπωρια εν ταισ hοδοισ αυτων, και hοδον ειρηνησ ουκ εγνωσαν • ουκ εστιν φοβοσ θεου απεναντι των οφθαλμων αυτων. οιδαμεν δε hοτι hοσα hο νομοσ λεγει τοισ εν τω νομω λαλει, hινα παν στομα φραγη και hυποδικοσ γενηται πασ hο κοσμοσ τω θεω. διοτι εξ εργων νομου ου δικαιωθησεται πασα σαρξ ενωπιον αυτου, δια γαρ νομου επιγνωσισ hαμαρτιασ. νυνι δε χωρισ νομου δικαιοσυνη θεου πεφανερωται, μαρτυρουμενη hυπο του νομου και των προφητων, δικαιοσυνη δε θεου δια πιστεωσ ιηhοσυα χριστου, εισ παντασ και επι παντασ τουσ πιστευοντασ • ου γαρ εστιν διαστολη, παντεσ γαρ hημαρτον και hυστερουνται τησ δοξησ του θεου, — δικαιουμενοι δωρεαν τη αυτου χαριτι δια τησ απολυτρωσεωσ τησ εν χριστω ιηhοσυα, hον προεθετο hο θεοσ hιλαστηριον δια τησ πιστεωσ εν τω αυτου hαιματι, εισ ενδειξιν τησ δικαιοσυνησ αυτου, δια την παρεσιν των προγεγονοτων hαμαρτηματων εν τη ανοχη του θεου, προσ την ενδειξιν τησ δικαιοσυνησ αυτου εν τω νυν καιρω, εισ το ειναι αυτον δικαιον και δικαιουντα τον εκ πιστεωσ ιηhοσυα. που ουν hη καυχησισ; εξεκλεισθη. δια ποιου νομου; των εργων; ουχι, αλλα δια νομου πιστεωσ • λογιζομεθα γαρ δικαιουσθαι πιστει ανθρωπον χωρισ εργων νομου. η ιηhυδαιων hο θεοσ μονον; ουχι και εθνων; ναι και εθνων • επειπερ hεισ hο θεοσ hοσ δικαιωσει περιτομην εκ πιστεωσ και ακροβυστιαν δια τησ πιστεωσ. νομον ουν καταργουμεν δια τησ πιστεωσ; μη γενοιτο • αλλα νομον hιστωμεν.

4

τι ουν ερουμεν αβραhαμ τον πατερα hημων hευρηκεναι κατα σαρκα; ει γαρ αβραhαμ εξ εργων εδικαιωθη, εχει καυχημα, αλλ ου προσ τον θεον • τι γαρ hη γραφη λεγει; επιστευσεν δε αβραhαμ τω θεω, και ελογισθη αυτω εισ δικαιοσυνην. τω δε εργαζομενω hο μισθοσ ου λογιζεται κατα χαριν αλλα κατα οφειλημα • τω δε μη εργαζομενω, πιστευοντι δε επι τον δικαιουντα τον ασεβη, λογιζεται hη πιστισ αυτου εισ δικαιοσυνην • καθαπερ και δαυιδ λεγει τον μακαρισμον του ανθρωπου hω hο θεοσ λογιζεται δικαιοσυνην χωρισ εργων • μακαριοι hων αφεθησαν hαι ανομιαι και hων επεκαλυφθησαν hαι hαμαρτιαι • μακαριοσ ανηρ hω ου μη λογισηται κυριοσ hαμαρτιαν. hο μακαρισμοσ ουν hουτοσ επι την περιτομην η και επι την ακροβυστιαν; λεγομεν γαρ hοτι ελογισθη τω αβραhαμ hη πιστισ εισ δικαιοσυνην. πωσ ουν ελογισθη; εν περιτομη οντι η εν ακροβυστια; ουκ εν περιτομη αλλ εν ακροβυστια. και σημειον ελαβεν περιτομησ σφραγιδα τησ δικαιοσυνησ τησ πιστεωσ τησ εν τη ακροβυστια, εισ το ειναι αυτον πατερα παντων των πιστευοντων δι ακροβυστιασ, εισ το λογισθηναι και αυτοισ την δικαιοσυνην, και πατερα περιτομησ τοισ ουκ εκ περιτομησ μονον αλλα και τοισ στοιχουσιν τοισ ιχνεσν τησ εν ακροβυστια πιστεωσ του πατροσ hημων αβραhαμ. ου γαρ δια νομου hη επαγγελια τω αβραhαμ η τω σπερματι αυτου, το κληρονομον αυτον ειναι κοσμον, αλλα δια δικαιοσυνησ πιστεωσ. ει γαρ hοι εκ νομου κληρονομοι, κεκενωται hη πιστισ και κατηργηται hη επαγγελια • hο γαρ νομοσ οργην κατεργαζεται, hου δε ουκ εστιν νομοσ, ουδε παραβασισ. δια τουτο εκ πιστεωσ hινα κατα χαριν, εισ το ειναι βεβαιαν την επαγγελιαν παντι τω σπερματι, ου τω εκ του νομου μονον αλλα και τω εκ πιστεωσ αβραhαμ, hοσ εστιν πατηρ παντων hημων, (καθωσ γεγραπται hοτι πατερα πολλων εθνων τεθεικα σε), κατεναντι hου επιστευσεν θεου του ζωοποιουντοσ τουσ νεκρουσ και καλουντοσ τα μη οντα hωσ οντα • hοσ παρ ελπιδα επ ελπιδι επιστευσεν, εισ το γενεσθαι αυτον πατερα πολλων εθνων κατα το ειρημενον • hουτωσ εσται το σπερμα σου. και μη ασθενησασ τη πιστει ου κατενοησεν το hεαυτου σωμα ηδη νενεκρωμενον, hεκατονταετησ που hυπαρχων, και την νεκρωσιν τησ μητρασ σαρρασ • εισ δε την επαγγελιαν του θεου ου διεκριθη τη απιστια, αλλ ενεδυναμωθη τη πιστει δουσ δοξαν τω θεω, και πληροφορηθεισ hοτι hο επηγγελται δυνατοσ εστιν και ποιησαι. διο και ελογισθη αυτω εισ δικαιοσυνην. ουκ εγραφη δε δι αυτον μονον hοτι ελογισθη αυτω, αλλα και δι hημασ, hοισ μελλει λογιζεσθαι τοισ πιστευουσιν επι τον εγειραντα ιηhοσυα τον κυριον hημων εκ νεκρων, hοσ παρεδοθη δια τα παραπτωματα hημων και ηγερθη δια την δικαιωσιν hημων.

5

δικαιωθεντεσ ουν εκ πιστεωσ ειρηνην εχομεν προσ τον θεον δια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, δι hου και την προσαγωγην εσχηκαμεν τη πιστει εισ την χαριν ταυτην εν hη hεστηκαμεν, και καυχωμεθα επ ελπιδι τησ δοξησ του θεου. ου μονον δε, αλλα και καυχωμεθα εν ταισ θλιψεσιν, ειδοτεσ hοτι hη θλιψισ hυπομονην κατεργαζεται, hη δε hυπομονη δοκιμην, hη δε δοκιμη ελπιδα • hη δε ελπισ ου καταισχυνει, hοτι hη αγαπη του θεου εκκεχυται εν ταισ καρδιαισ hημων δια πνευματοσ hαγιου του δοθεντοσ hημιν. ετι γαρ χριστοσ οντων hημων ασθενων ετι κατα καιρον hυπερ ασεβων απεθανεν. μολισ γαρ hυπερ δικαιου τισ αποθανειται, (hυπερ γαρ του αγαθου ταχα τισ και τολμα αποθανειν) • συνιστησιν δε την hεαυτου αγαπην hο θεοσ εισ hημασ hοτι ετι hαμαρτωλων οντων hημων χριστοσ hυπερ hημων απεθανεν. πολλω ουν μαλλον δικαιωθεντεσ νυν εν τω hαιματι αυτου σωθησομεθα δι αυτου απο τησ οργησ. ει γαρ εχθροι οντεσ κατηλλαγημεν τω θεω δια του θανατου του hυιου αυτου, πολλω μαλλον καταλλαγεντεσ σωθησομεθα εν τη ζωη αυτου. ου μονον δε, αλλα και καυχωμενοι εν τω θεω δια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, δι hου νυν την καταλλαγην ελαβομεν. δια τουτο hωσπερ δι hενοσ ανθρωπου hη hαμαρτια εισ τον κοσμον εισηλθεν και δια τησ hαμαρτιασ hο θανατοσ, και hουτωσ εισ παντασ ανθρωπουσ hο θανατοσ διηλθεν, εφ hω παντεσ hημαρτον • (αχρι γαρ νομου hαμαρτια ην εν κοσμω • hαμαρτια δε ουκ ελλογειται μη οντοσ νομου • αλλ εβασιλευσεν hο θανατοσ απο αδαμ μεχρι μωυσεωσ και επι τουσ μη hαμαρτησαντασ επι τω hομοιωματι τησ παραβασεωσ αδαμ, hοσ εστιν τυποσ του μελλοντοσ. αλλ ουχ hωσ το παραπτωμα, hουτωσ και το χαρισμα; ει γαρ τω του hενοσ παραπτωματι hοι πολλοι απεθανον, πολλω μαλλον hη χαρισ του θεου και hη δωρεα εν χαριτι τη του hενοσ ανθρωπου ιηhοσυα χριστου εισ τουσ πολλουσ επερισσευσεν. και ουχ hωσ δι hενοσ hαμαρτησαντοσ το δωρημα; το μεν γαρ κριμα εξ hενοσ εισ κατακριμα, το δε χαρισμα εκ πολλων παραπτωματων εισ δικαιωμα. ει γαρ τω του hενοσ παραπτωματι hο θανατοσ εβασιλευσεν δια του hενοσ, πολλω μαλλον hοι την περισσειαν τησ χαριτοσ και τησ δωρεασ τησ δικαιοσυνησ λαμβανοντεσ εν ζωη βασιλευσουσιν δια του hενοσ ιηhοσυα χριστου) • αρα ουν hωσ δι hενοσ παραπτωματοσ εισ παντασ ανθρωπουσ εισ κατακριμα, hουτωσ και δι hενοσ δικαιωματοσ εισ παντασ ανθρωπουσ εισ δικαιωσιν ζωησ. hωσπερ γαρ δια τησ παρακοησ του hενοσ ανθρωπου hαμαρτωλοι κατεσταθησαν hοι πολλοι, hουτωσ και δια τησ hυπακοησ του hενοσ δικαιοι κατασταθησονται hοι πολλοι. νομοσ δε παρεισηλθεν hινα πλεοναση το παραπτωμα • hου δε επλεονασεν hη hαμαρτια, hυπερεπερισσευσεν hη χαρισ, hινα hωσπερ εβασιλευσεν hη hαμαρτια εν τω θανατω, hουτωσ και hη χαρισ βασιλευση δια δικαιοσυνησ εισ ζωην αιωνιον δια ιηhοσυα χριστου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων.

6

τι ουν ερουμεν; επιμενωμεν τη hαμαρτια, hινα hη χαρισ πλεοναση; μη γενοιτο • hοιτινεσ απεθανομεν τη hαμαρτια, πωσ ετι ζησομεν εν αυτη; η αγνοειτε hοτι hοσοι εβαπτισθημεν εισ χριστον ιηhοσυα, εισ τον θανατον αυτου εβαπτισθημεν; συνεταφημεν ουν αυτω δια του βαπτισματοσ εισ τον θανατον, hινα hωσπερ ηγερθη χριστοσ εκ νεκρων δια τησ δοξησ του πατροσ, hουτωσ και hημεισ εν καινοτητι ζωησ περιπατησωμεν. ει γαρ συμφυτοι γεγοναμεν τω hομοιωματι του θανατου αυτου, αλλα και τησ αναστασεωσ εσομεθα • τουτο γινωσκοντεσ hοτι hο παλαιοσ hημων ανθρωποσ συνεσταυρωθη, hινα καταργηθη το σωμα τησ hαμαρτιασ, του μηκετι δουλευειν hημασ τη hαμαρτια. hο γαρ αποθανων δεδικαιωται απο τησ hαμαρτιασ. ει δε απεθανομεν συν χριστω, πιστευομεν hοτι και συνζησομεν αυτω, ειδοτεσ hοτι χριστοσ εγερθεισ εκ νεκρων ουκετι αποθνησκει • θανατοσ αυτου ουκετι φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυει. hο γαρ απεθανεν, τη hαμαρτια απεθανεν εφαπαξ • hο δε ζη, ζη τω θεω. hουτωσ και hυμεισ λογιζεσθε hεαυτουσ νεκρουσ μεν τη hαμαρτια, ζωντασ δε τω θεω εν χριστω ιηhοσυα. μη ουν βασιλευετω hη hαμαρτια εν τω θνητω hυμων σωματι εισ το hυπακουειν ταισ επιθυμιαισ αυτου • μηδε παριστανετε τα μελη hυμων hοπλα αδικιασ τη hαμαρτια, αλλα παραστησατε hεαυτουσ τω θεω hωσ εκ νεκρων ζωντασ και τα μελη hυμων hοπλα δικαιοσυνησ τω θεω. hαμαρτια γαρ hυμων ου φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσει, ου γαρ εστε hυπο νομον αλλ hυπο χαριν. τι ουν; hαμαρτησωμεν, hοτι ουκ εσμεν hυπο νομον αλλ hυπο χαριν; μη γενοιτο. ουκ οιδατε hοτι hω παριστανετε hεαυτουσ δουλουσ εισ hυπακοην, δουλοι εστε hω hυπακουετε, ητοι hαμαρτιασ εισ θανατον η hυπακοησ εισ δικαιοσυνην; χαρισ δε τω θεω hοτι ητε δουλοι τησ hαμαρτιασ, hυπηκουσατε δε εκ καρδιασ εισ hον παρεδοθητε τυπον διδαχησ. ελευθερωθεντεσ δε απο τησ hαμαρτιασ εδουλωθητε τη δικαιοσυνη, (ανθρωπινον λεγω δια την ασθενειαν τησ σαρκοσ hυμων). hωσπερ γαρ παρεστησατε τα μελη hυμων δουλα τη ακαθαρσια και τη ανομια εισ την ανομιαν, hουτωσ νυν παραστησατε τα μελη hυμων δουλα τη δικαιοσυνη εισ hαγιασμον. hοτε γαρ δουλοι ητε τησ hαμαρτιασ, ελευθεροι ητε τη δικαιοσυνη. τινα ουν καρπον ειχετε τοτε εφ hοισ νυν επαισχυνεσθε; το γαρ τελοσ εκεινων θανατοσ. νυνι δε ελευθερωθεντεσ απο τησ hαμαρτιασ, δουλωθεντεσ δε τω θεω εχετε τον καρπον hυμων εισ hαγιασμον, το δε τελοσ ζωην αιωνιον. τα γαρ οψωνια τησ hαμαρτιασ θανατοσ • το δε χαρισμα του θεου ζωη αιωνιοσ εν χριστω ιηhοσυα τω κυριω hημων.

7

η αγνοειτε, αδελφοι, (γινωσκουσιν γαρ νομον λαλω), hοτι hο νομοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυει του ανθρωπου εφ hοσον χρονον ζη; hη γαρ hυπανδροσ γυνη τω ζωντι ανδρι δεδεται νομω • εαν δε αποθανη hο ανηρ, κατηργηται απο του νομου του ανδροσ. αρα ουν ζωντοσ του ανδροσ μοιχαλισ χρηματισει εαν γενηται ανδρι hετερω • εαν δε αποθανη hο ανηρ, ελευθερα εστιν απο του νομου, του μη ειναι αυτην μοιχαλιδα γενομενην ανδρι hετερω. hωστε, αδελφοι μου, και hυμεισ εθανατωθητε τω νομω δια του σωματοσ του χριστου, εισ το γενεσθαι hυμασ hετερω, τω εκ νεκρων εγερθεντι, hινα καρποφορησωμεν τω θεω. hοτε γαρ ημεν εν τη σαρκι, τα παθηματα των hαμαρτιων τα δια του νομου ενηργειτο εν τοισ μελεσιν hημων εισ το καρποφορησαι τω θανατω • νυνι δε κατηργηθημεν απο του νομου, αποθανοντεσ εν hω κατειχομεθα, hωστε δουλευειν hημασ εν καινοτητι πνευματοσ και ου παλαιοτητι γραμματοσ. τι ουν ερουμεν; hο νομοσ hαμαρτια; μη γενοιτο • αλλα την hαμαρτιαν ουκ εγνων ει μη δια νομου • την τε γαρ επιθυμιαν ουκ ηδειν ει μη hο νομοσ ελεγεν • ουκ επιθυμησεισ. αφορμην δε λαβουσα hη hαμαρτια δια τησ εντολησ κατειργασατο εν εμοι πασαν επιθυμιαν, χωρισ γαρ νομου hαμαρτια νεκρα. εγω δε εζων χωρισ νομου ποτε • ελθουσησ δε τησ εντολησ hη hαμαρτια ανεζησεν, εγω δε απεθανον • και hευρεθη μοι hη εντολη hη εισ ζωην, hαυτη εισ θανατον. hη γαρ hαμαρτια αφορμην λαβουσα δια τησ εντολησ εξηπατησεν με και δι αυτησ απεκτεινεν. hωστε hο μεν νομοσ hαγιοσ και hη εντολη hαγια και δικαια και αγαθη. το ουν αγαθον εμοι εγενετο θανατοσ; μη γενοιτο • αλλ hη hαμαρτια, hινα φανη hαμαρτια, δια του αγαθου μοι κατεργαζομενη θανατον, hινα γενηται καθ hυπερβολην hαμαρτωλοσ hη hαμαρτια δια τησ εντολησ. οιδαμεν γαρ hοτι hο νομοσ πνευματικοσ εστιν • εγω δε σαρκινοσ ειμι, πεπραμενοσ hυπο την hαμαρτιαν • hο γαρ κατεργαζομαι ου γινωσκω, ου γαρ hο θελω τουτο πρασσω, αλλ hο μισω τουτο ποιω. ει δε hο ου θελω τουτο ποιω, συμφημι τω νομω hοτι καλοσ. νυνι δε ουκετι εγω κατεργαζομαι αυτο αλλ hη οικουσα εν εμοι hαμαρτια. οιδα γαρ hοτι ουκ οικει εν εμοι, τουτ εστιν εν τη σαρκι μου, αγαθον • το γαρ θελειν παρακειται μοι, το δε κατεργαζεσθαι το καλον ουχ hευρισκω. ου γαρ hο θελω ποιω αγαθον, αλλα hο ου θελω κακον τουτο πρασσω. ει δε hο ου θελω εγω τουτο ποιω, ουκετι εγω κατεργαζομαι αυτο αλλ hη οικουσα εν εμοι hαμαρτια. hευρισκω αρα τον νομον τω θελοντι εμοι ποιειν το καλον hοτι εμοι το κακον παρακειται • συνηδομαι γαρ τω νομω του θεου κατα τον εσω ανρθωπον • βλεπω δε hετερον νομον εν τοισ μελεσιν μου αντιστρατευομενον τω νομω του νοοσ μου και αιχμαλωτιζοντα με εν τω νομω τησ hαμαρτιασ τω οντι εν τοισ μελεσιν μου. ταλαιπωροσ εγω ανθρωποσ, τισ με ρυσεται εκ του σωματοσ του θανατου τουτου; ευχαριστω τω θεω δια ιηhοσυα χριστου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων. αρα ουν αυτοσ εγω τω μεν νοι δουλευω νομω θεου, τη δε σαρκι νομω hαμαρτιασ.

8

ουδεν αρα νυν κατακριμα τοισ εν χριστω ιηhοσυα • hο γαρ νομοσ του πνευματοσ τησ ζωησ εν χριστω ιηhοσυα ηλευθερωσεν με απο του νομου τησ hαμαρτιασ και του θανατου • το γαρ αδυνατον του νομου, εν hω ησθενει δια τησ σαρκοσ, hο θεοσ τον hεαυτου hυιον πεμψασ εν hομοιωματι σαρκοσ hαμαρτιασ και περι hαμαρτιασ κατεκρινεν την hαμαρτιαν εν τη σαρκι, hινα το δικαιωμα του νομου πληρωθη εν hημιν τοισ μη κατα σαρκα περιπατουσιν αλλα κατα πνευμα. hοι γαρ κατα σαρκα οντεσ τα τησ σαρκοσ φρονουσιν • hοι δε κατα πνευμα τα του πνευματοσ • το γαρ φρονημα τησ σαρκοσ θανατοσ • το δε φρονημα του πνευματοσ ζωη και ειρηνη • διοτι το φρονημα τησ σαρκοσ εχθρα εισ θεον, τω γαρ νομω του θεου ουχ hυποτασσεται, ουδε γαρ δυναται. hοι δε εν σαρκι οντεσ θεω αρεσαι ου δυνανται. hυμεισ δε ουκ εστε εν σαρκι αλλ εν πνευματι, ειπερ πνευμα θεου οικει εν hυμιν • ει δε τισ πνευμα χριστου ουκ εχει, hουτοσ ουκ εστιν αυτου. ει δε χριστοσ εν hυμιν, το μεν σωμα νεκρον δια hαμαρτιαν, το δε πνευμα ζωη δια δικαιοσυνην. ει δε το πνευμα του εγειραντοσ ιηhοσυα εκ νεκρων οικει εν hυμιν, hο εγειρασ χριστον εκ νεκρων ζωοποιησει και τα θνητα σωματα hυμων δια το ενοικουν αυτου πνευμα εν hυμιν. αρα ουν, αδελφοι, οφειλεται εσμεν ου τη σαρκι του κατα σαρκα ζην • ει γαρ κατα σαρκα ζητε, μελλετε αποθνησκειν • ει δε πνευματι τασ πραξεισ του σωματοσ θανατουτε, ζησεσθε. hοσοι γαρ πνευματι θεου αγονται, hουτοι hυιοι εισιν θεου. ου γαρ ελαβετε πνευμα δουλειασ παλιν εισ φοβον, αλλ ελαβετε πνευμα hυιοθεσιασ, εν hω κραζομεν • αββα hο πατηρ. αυτο το πνευμα συνμαρτυρει τω πνευματι hημων hοτι εσμεν τεκνα θεου • ει δε τεκνα, και κληρονομοι • κληρονομοι μεν θεου, συνκληρονομοι δε χριστου • ειπερ συνπασχομεν hινα και συνδοξασθωμεν. λογιζομαι γαρ hοτι ουκ αξια τα παθηματα του νυν καιρου προσ την μελλουσαν δοξαν αποκαλυφθηναι εισ hημασ. hη γαρ αποκαραδοκια τησ κτισεωσ την αποκαλυψιν των hυιων του θεου απεκδεχεται. τη γαρ ματαιοτητι hη κτισισ hυπεταγη, (ουχ hεκουσα αλλα δια τον hυποταξαντα), επ hελπιδι hοτι και αυτη hη κτισισ ελευθερωθησεται απο τησ δουλειασ τησ φθορασ εισ την ελευθεριαν τησ δοξησ των τεκνων του θεου. οιδαμεν γαρ hοτι πασα hη κτισισ συστεναζει και συνωδινει αχρι του νυν • ου μονον δε, αλλα και αυτοι την απαρχην του πνευματοσ εχοντεσ hημεισ, και αυτοι εν hεαυτοισ στεναζομεν hυιοθεσιαν απεκδεχομενοι, την απολυτρωσιν του σωματοσ hημων. τη γαρ ελπιδι εσωθημεν • ελπισ δε βλεπομενη ουκ εστιν ελπισ • hο γαρ βλεπει τισ, τι και ελπιζει; ει δε hο ου βλεπομεν ελπιζομεν, δι hυπομονησ απεκδεχομεθα. hωσαυτωσ δε και το πνευμα συναντιλαμβανεται τη ασθενεια hημων • το γαρ τι προσευξωμεθα καθο δει ουκ οιδαμεν • αλλ αυτο το πνευμα hυπερεντυγχανει στεναγμοισ αλαλητοισ • hο δε ερευνων τασ καρδιασ οιδεν τι το φρονημα του πνευματοσ, hοτι κατα θεον εντυγχανει hυπερ hαγιων • οιδαμεν δε hοτι τοισ αγαπωσιν τον θεον παντα συνεργει εισ αγαθον, τοισ κατα προθεσιν κλητοισ ουσιν. hοτι hουσ προεγνω, και προωρισεν συμμορφουσ τησ εικονοσ του hυιου αυτου, εισ το ειναι αυτον πρωτοτοκον εν πολλοισ αδελφοισ. hουσ δε προωρισεν, τουτουσ και εκαλεσεν • και hουσ εκαλεσεν, τουτουσ και εδικαιωσεν • hουσ δε εδικαιωσεν, τουτουσ και εδοξασεν. τι ουν ερουμεν προσ ταυτα; ει hο θεοσ hυπερ hημων, τισ καθ hημων; hοσ γε του ιδιου hυιου ουκ εφεισατο, αλλ hυπερ hημων παντων παρεδωκεν αυτον, πωσ ουχι και συν αυτω τα παντα hημιν χαρισεται; τισ εγκαλεσει κατα εκλεκτων θεου; θεοσ hο δικαιων • τισ hο κατακρινων; χριστοσ hο αποθανων, μαλλον δε και εγερθεισ, hοσ και εστιν εν δεξια του θεου, hοσ και εντυγχανει hυπερ hημων • τισ hημασ χωρισει απο τησ αγαπησ του χριστου; θλιψισ η στενοχωρια η διωγμοσ η λιμοσ η γυμνοτησ η κινδυνοσ η μαχαιρα; καθωσ γεγραπται hοτι hενεκεν σου θανατουμεθα hολην την hημεραν • ελογισθημεν hωσ προβατα σφαγησ. αλλ εν τουτοισ πασιν hυπερνικωμεν δια του αγαπησαντοσ hημασ. πεπεισμαι γαρ hοτι ουτε θανατοσ ουτε ζωη, ουτε αγγελοι ουτε αρχαι, ουτε ενεστωτα ουτε μελλοντα, ουτε δυναμεισ ουτε hυψωμα ουτε βαθοσ ουτε τισ κτισισ hετερα δυνησεται hημασ χωρισαι απο τησ αγαπησ του θεου τησ εν χριστω ιηhοσυα τω κυριω hημων.

9

αληθειαν λεγω εν χριστω • ου ψευδομαι, συνμαρτυρουσησ μοι τησ συνειδησεωσ μου εν πνευματι hαγιω, hοτι λυπη μοι εστιν μεγαλη και αδιαλειπτοσ οδυνη τη καρδια μου • ηυχομην γαρ αυτοσ εγω αναθεμα ειναι απο του χριστου hυπερ των αδελφων μου των συγγενων μου κατα σαρκα, hοιτινεσ εισιν ισραηλειται, hων hη hυιοθεσια και hη δοξα και hαι διαθηκαι και hη νομοθεσια και hη λατρεια και hαι επαγγελιαι • hων hοι πατερεσ, και εξ hων hο χριστοσ το κατα σαρκα, hο ων επι παντων θεοσ ευλογητοσ εισ τουσ αιωνασ. αμην. ουχ hοιον δε hοτι εκπεπτωκεν hο λογοσ του θεου, ου γαρ παντεσ hοι εξ ισραηλ hουτοι ισραηλ • ουδ hοτι εισιν σπερμα αβραhαμ παντεσ τεκνα • αλλ εν ισαακ κληθησεται σοι σπερμα • τουτ εστιν, ου τα τεκνα τησ σαρκοσ ταυτα τεκνα του θεου • αλλα τα τεκνα τησ επαγγελιασ λογιζεται εισ σπερμα. επαγγελιασ γαρ hο λογοσ hουτοσ • κατα τον καιρον τουτον ελευσομαι και εσται τη σαρρα hυιοσ. ου μονον δε, αλλα και ρεβεκκα εξ hενοσ κοιτην εχουσα, ισαακ του πατροσ hημων, (μηπω γαρ γεννηθεντων μηδε πραξαντων τι αγαθον η φαυλον, hινα hη κατ εκλογην προθεσισ του θεου μενη, ουκ εξ εργων αλλ εκ του καλουντοσ), ερρεθη αυτη hοτι hο μειζων δουλευσει τω ελασσονι • καθωσ γεγραπται •τον ιακωβ ηγαπησα, τον δε ησαυ εμισησα. τι ουν ερουμεν; μη αδικια παρα τω θεω; μη γενοιτο. τω μωυσει γαρ λεγει • ελεησω hον αν ελεω, και οικτειρησω hον αν οικτειρω. αρα ουν ου του θελοντοσ ουδε του τρεχοντοσ, αλλα του ελεωντοσ θεου. λεγει γαρ hη γραφη τω φαραω hοτι εισ αυτο τουτο εξηγειρα σε, hοπωσ ενδειξωμαι εν σοι την δυναμιν μου, και hοπωσ διαγγελη το ονομα μου εν παση τη γη. αρα ουν hον θελει ελεει, hον δε θελει σκληρυνει. ερεισ μοι ουν • τι ετι μεμφεται; τω γαρ βουληματι αυτου τισ ανθεστηκεν; μενουνγε, ω ανθρωπε, συ τισ ει hο ανταποκρινομενοσ τω θεω; μη ερει το πλασμα τω πλασαντι • τι με εποιησασ hουτωσ; η ουκ εχει εξουσιαν hο κεραμευσ του πηλου εκ του αυτου φυραματοσ ποιησαι hο μεν εισ τιμην σκευοσ, hο δε εισ ατιμιαν; ει δε θελων hο θεοσ ενδειξασθαι την οργην και γνωρισαι το δυνατον αυτου ηνεγκεν εν πολλη μακροθυμια σκευη οργησ κατηρτισμενα εισ απωλειαν • και hινα γνωριση τον πλουτον τησ δοξησ αυτου επι σκευη ελεουσ, hα προητοιμασεν εισ δοξαν; hουσ και εκαλεσεν, hημασ, ου μονον εξ ιηhυδαιων αλλα και εξ εθνων • hωσ και εν τω hωσηε λεγει • καλεσω τον ου λαον μου λαον μου και την ουκ ηγαπημενην ηγαπημενην • και εσται εν τω τοπω hου ερρεθη αυτοισ ου λαοσ μου hυμεισ, εκει κληθησονται hυιοι θεου ζωντοσ. hησαιασ δε κραζει hυπερ του ισραηλ • εαν η hο αριθμοσ των hυιων ισραηλ hωσ hη αμμοσ τησ θαλασσησ, το καταλειμμα σωθησεται. λογον γαρ συντελων και συντεμνων εν δικαιοσυνη, hοτι λογον συντετμημενον ποιησει κυριοσ επι τησ γησ. και καθωσ προειρηκεν hησαιασ • ει μη κυριοσ σαβαωθ εγκατελιπεν hημιν σπερμα, hωσ σοδομα αν εγενηθημεν και hωσ γομορρα αν hωμοιωθημεν. τι ουν ερουμεν; hοτι εθνη τα μη διωκοντα δικαιοσυνην κατελαβεν δικαιοσυνην, δικαιοσυνην δε την εκ πιστεωσ. ισραηλ δε διωκων νομον δικαιοσυνησ εισ νομον ουκ εφθασεν. δια τι; hοτι ουκ εκ πιστεωσ αλλ hωσ εξ εργων • προσεκοψαν γαρ τω λιθω του προσκομματοσ, καθωσ γεγραπται • ιδου τιθημι εν σιων λιθον προσκομματοσ και πετραν σκανδαλου, και hο πιστευων επ αυτω ου καταισχυνθησεται.

10

αδελφοι, hη μεν ευδοκια τησ εμησ καρδιασ και hη δεησισ προσ τον θεον hυπερ αυτων εισ σωτηριαν. μαρτυρω γαρ αυτοισ hοτι ζηλον θεου εχουσιν, αλλ ου κατ επιγνωσιν. αγνοουντεσ γαρ την του θεου δικαιοσυνην και την ιδιαν δικαιοσυνην ζητουντεσ στησαι, τη δικαιοσυνη του θεου ουχ hυπεταγησαν. τελοσ γαρ νομου χριστοσ εισ δικαιοσυνην παντι τω πιστευοντι. μωυσησ γαρ γραφει την δικαιοσυνην την εκ του νομου, hοτι hο ποιησασ αυτα ανθρωποσ ζησεται εν αυτοισ. hη δε εκ πιστεωσ δικαιοσυνη hουτωσ λεγει • μη ειπησ εν τη καρδια σου • τισ αναβησεται εισ τον ουρανον; τουτ εστιν χριστον καταγαγειν • η • τισ καταβησεται εισ την αβυσσον; τουτ εστιν χριστον εκ νεκρων αναγαγειν. αλλα τι λεγει; εγγυσ σου το ρημα εστιν, εν τω στοματι σου και εν τη καρδια σου, τουτ εστιν το ρημα τησ πιστεωσ hο κηρυσσομεν, hοτι εαν hομολογησησ εν τω στοματι σου κυριον ιηhοσυα, και πιστευσησ εν τη καρδια σου hοτι hο θεοσ αυτον ηγειρεν εκ νεκρων, σωθηση. καρδια γαρ πιστευεται εισ δικαιοσυνην, στοματι δε hομολογειται εισ σωτηριαν. λεγει γαρ hη γραφη • πασ hο πιστευων επ αυτω ου καταισχυνθησεται. ου γαρ εστιν διαστολη ιηhυδαιου τε και hελληνοσ, hο γαρ αυτοσ κυριοσ παντων, πλουτων εισ παντασ τουσ επικαλουμενουσ αυτον • πασ γαρ hοσ αν επικαλεσηται εισ το ονομα κυριου σωθησεται. πωσ ουν επικαλεσονται εισ hον ουκ επιστευσαν; πωσ δε πιστευσουσιν hου ουκ ηκουσαν; πωσ δε ακουσουσιν χωρισ κηρυσσοντοσ; πωσ δε κηρυξουσιν εαν μη αποσταλωσιν; καθωσ γεγραπται • hωσ hωραιοι hοι ποδεσ των ευαγγελιζομενων ειρηνην, των ευαγγελιζομενων αγαθα. αλλ ου παντεσ hυπηκουσαν τω ευαγγελιω • hησαιασ γαρ λεγει • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τισ επιστευσεν τη ακοη hημων; αρα hη πιστισ εξ ακοησ, hη δε ακοη δια ρηματοσ θεου. αλλα λεγω, μη ουκ ηκουσαν; μενουνγε, εισ πασαν την γην εξηλθεν hο φθογγοσ αυτων, και εισ τα περατα τησ οικουμενησ τα ρηματα αυτων. αλλα λεγω, μη ισραηλ ουκ εγνω; πρωτοσ μωυσησ λεγει • εγω παραζηλωσω hυμασ επ ουκ εθνει • επ εθνει ασυνετω παροργιω hυμασ. hησαιασ δε αποτολμα και λεγει • hευρεθην τοισ εμε μη ζητουσιν, εμφανησ εγενομην τοισ εμε μη επερωτωσιν. προσ δε τον ισραηλ λεγει • hολην την hημεραν εξεπετασα τασ χειρασ μου προσ λαον απειθουντα και αντιλεγοντα.

11

λεγω ουν, μη απωσατο hο θεοσ τον λαον αυτου; μη γενοιτο • και γαρ εγω ισραηλειτησ ειμι, εκ σπερματοσ αβραhαμ, φυλησ βενιαμειν. ουκ απωσατο hο θεοσ τον λαον αυτου hον προεγνω. η ουκ οιδατε εν hηλια τι λεγει hη γραφη, hωσ εντυγχανει τω θεω κατα του ισραηλ; φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τουσ προφητασ σου απεκτειναν • τα θυσιαστηρια σου κατεσκαψαν • καγω hυπελειφθην μονοσ και ζητουσιν την ψυχην μου. αλλα τι λεγει αυτω hο χρηματισμοσ; κατελιπον εμαυτω hεπτακισχιλιουσ ανδρασ, hοιτινεσ ουκ εκαμψαν γονυ τη βααλ. hουτωσ ουν και εν τω νυν καιρω λειμμα κατ εκλογην χαριτοσ γεγονεν. ει δε χαριτι, ουκετι εξ εργων, επει hη χαρισ ουκετι γινεται χαρισ. τι ουν; hο επιζητει ισραηλ, τουτο ουκ επετυχεν, hη δε εκλογη επετυχεν, hοι δε λοιποι επωρωθησαν, καθωσ γεγραπται • εδωκεν αυτοισ hο θεοσ πνευμα κατανυξεωσ, οφθαλμουσ του μη βλεπειν και ωτα του μη ακουειν, hεωσ τησ σημερον hημερασ. και δαυιδ λεγει • γενηθητω hη τραπεζα αυτων εισ παγιδα και εισ θηραν και εισ σκανδαλον και εισ ανταποδομα αυτοισ • σκοτισθητωσαν hοι οφθαλμοι αυτων του μη βλεπειν • και τον νωτον αυτων δια παντοσ συνκαμψον. λεγω ουν, μη επταισαν hινα πεσωσιν; μη γενοιτο • αλλα τω αυτων παραπτωματι hη σωτηρια τοισ εθνεσιν, εισ το παραζηλωσαι αυτουσ. ει δε το παραπτωμα αυτων πλουτοσ κοσμου και το hηττημα αυτων πλουτοσ εθνων, ποσω μαλλον το πληρωμα αυτων. hυμιν γαρ λεγω τοισ εθνεσιν, εφ hοσον μεν ειμι εγω εθνων αποστολοσ, την διακονιαν μου δοξαζω, ειπωσ παραζηλωσω μου την σαρκα και σωσω τινασ εξ αυτων. ει γαρ hη αποβολη αυτων καταλλαγη κοσμου, τισ hη προσλημψισ ει μη ζωη εκ νεκρων; ει δε hη απαρχη hαγια, και το φυραμα • και ει hη ριζα hαγια, και hοι κλαδοι. ει δε τινεσ των κλαδων εξεκλασθησαν, συ δε αγριελαιοσ ων ενεκεντρισθησ εν αυτοισ και συνκοινωνοσ τησ ριζησ και τησ πιοτητοσ τησ ελαιασ εγενου, μη κατακαυχω των κλαδων • ει δε κατακαυχασαι, ου συ την ριζαν βασταζεισ αλλ hη ριζα σε. ερεισ ουν • εξεκλασθησαν hοι κλαδοι hινα εγω ενκεντρισθω. καλωσ • τη απιστια εξεκλασθησαν, συ δε τη πιστει hεστηκασ. μη hυψηλοφρονει, αλλα φοβου, (ει γαρ hο θεοσ των κατα φυσιν κλαδων ουκ εφεισατο), μηπωσ ουδε σου φεισεται. ιδε ουν χρηστοτητα και αποτομιαν θεου • επι μεν τουσ πεσοντασ αποτομια • επι δε σε χρηστοτησ θεου, εαν επιμεινησ τη χρηστοτητι • επει και συ εκκοπηση. κακεινοι δε, εαν μη επιμεινωσιν τη απιστια, ενκεντρισθησονται, δυνατοσ γαρ εστιν hο θεοσ παλιν ενκεντρισαι αυτουσ. ει γαρ συ εκ τησ κατα φυσιν εξεκοπησ αγριελαιου και παρα φυσιν ενεκεντρισθησ εισ καλλιελαιον, ποσω μαλλον hουτοι hοι κατα φυσιν ενκεντρισθησονται τη ιδια ελαια. ου γαρ θελω hυμασ αγνοειν, αδελφοι, το μυστηριον τουτο, hινα μη ητε παρ hεαυτοισ φρονιμοι, hοτι πωρωσισ απο μερουσ τω ισραηλ γεγονεν αχρισ hου το πληρωμα των εθνων εισελθη • και hουτωσ πασ ισραηλ σωθησεται, καθωσ γεγραπται • hηξει εκ σιων hο ρυομενοσ • αποστρεψει ασεβειασ απο ιακωβ. και hαυτη αυτοισ hη παρ εμου διαθηκη, hοταν αφελωμαι τασ hαμαρτιασ αυτων. κατα μεν το ευαγγελιον εχθροι δι hυμασ • κατα δε την εκλογην αγαπητοι δια τουσ πατερασ. αμεταμελητα γαρ τα χαρισματα και hη κλησισ του θεου. hωσπερ γαρ και hυμεισ ποτε ηπειθησατε τω θεω, νυν δε ηλεηθητε τη τουτων απειθεια, hουτωσ και hουτοι νυν ηπειθησαν τω hυμετερω ελεει hινα και αυτοι ελεηθωσιν. συνεκλεισεν γαρ hο θεοσ τουσ παντασ εισ απειθειαν, hινα τουσ παντασ ελεηση. ω βαθοσ πλουτου και σοφιασ και γνωσεωσ θεου • hωσ ανεξεραυνητα τα κριματα αυτου και ανεξιχνιαστοι hαι hοδοι αυτου. τισ γαρ εγνω νουν κυριου; η τισ συμβουλοσ αυτου εγενετο; η τισ προεδωκεν αυτω, και ανταποδοθησεται αυτω; hοτι εξ αυτου και δι αυτου και εισ αυτον τα παντα • αυτω hη δοξα εισ τουσ αιωνασ. αμην.

12

παρακαλω ουν hυμασ, αδελφοι, δια των οικτιρμων του θεου, παραστησαι τα σωματα hυμων θυσιαν ζωσαν hαγιαν ευαρεστον τω θεω, την λογικην λατρειαν hυμων. και μη συνσχηματιζεσθε τω αιωνι τουτω, αλλα μεταμορφουσθε τη ανακαινωσει του νοοσ [hυμων], εισ το δοκιμαζειν hυμασ τι το θελημα του θεου, το αγαθον και ευαρεστον και τελειον. λεγω γαρ δια τησ χαριτοσ τησ δοθεισησ μοι παντι τω οντι εν hυμιν, μη hυπερφρονειν παρ hο δει φρονειν, αλλα φρονειν εισ το σωφρονειν, hεκαστω hωσ hο θεοσ εμερισεν μετρον πιστεωσ. καθαπερ γαρ εν hενι σωματι μελη πολλα εχομεν, τα δε μελη παντα ου την αυτην εχει πραξιν, hουτωσ hοι πολλοι hεν σωμα εσμεν εν χριστω, hο δε καθ hεισ αλληλων μελη. εχοντεσ δε χαρισματα κατα την χαριν την δοθεισαν hημιν διαφορα, ειτε προφητειαν, κατα την αναλογιαν τησ πιστεωσ • ειτε διακονιαν, εν τη διακονια • ειτε hο διδασκων, εν τη διδασκαλια • ειτε hο παρακαλων, εν τη παρακλησει • hο μεταδιδουσ, εν hαπλοτητι • hο προισταμενοσ, εν σπουδη • hο ελεων, εν hιλαροτητι. hη αγαπη ανυποκριτοσ • αποστυγουντεσ το πονηρον, κολλωμενοι τω αγαθω • τη φιλαδελφια, εισ αλληλουσ φιλοστοργοι • τη τιμη, αλληλουσ προηγουμενοι • τη σπουδη, μη οκνηροι • τω πνευματι ζεοντεσ • τω κυριω δουλευοντεσ • τη ελπιδι χαιροντεσ • τη θλιψει hυπομενοντεσ • τη προσευχη προσκαρτερουντεσ • ταισ χρειαισ των hαγιων κοινωνουντεσ • την φιλοξενιαν διωκοντεσ. ευλογειτε τουσ διωκοντασ hυμασ • ευλογειτε και μη καταρασθε. χαιρειν μετα χαιροντων, και κλαιειν μετα κλαιοντων • το αυτο εισ αλληλουσ φρονουντεσ • μη τα hυψηλα φρονουντεσ αλλα τοισ ταπεινοισ συναπαγομενοι. μη γινεσθε φρονιμοι παρ hεαυτοισ • μηδενι κακον αντι κακου αποδιδοντεσ • προνοουμενοι καλα ενωπιον παντων ανθρωπων • ει δυνατον, το εξ hυμων, μετα παντων ανθρωπων ειρηνευοντεσ • μη hεαυτουσ εκδικουντεσ, αγαπητοι • αλλα δοτε τοπον τη οργη, γεγραπται γαρ • εμοι εκδικησισ • εγω ανταποδωσω, λεγει κυριοσ. εαν ουν πεινα hο εχθροσ σου, ψωμιζε αυτον • εαν διψα, ποτιζε αυτον • τουτο γαρ ποιων ανθρακασ πυροσ σωρευσεισ επι την κεφαλην αυτου. μη νικω hυπο του κακου, αλλα νικα εν τω αγαθω το κακον.

13

πασα ψυχη εξουσιαισ hυπερεχουσαισ hυποτασσεσθω • ου γαρ εστιν εξουσια ει μη απο θεου • hαι δε ουσαι hυπο θεου τεταγμεναι εισιν • hωστε hο αντιτασσομενοσ τη εξουσια τη του θεου διαταγη ανθεστηκεν • hοι δε ανθεστηκοτεσ hεαυτοισ κριμα λημψονται. hοι γαρ αρχοντεσ ουκ εισιν φοβοσ τω αγαθω εργω αλλα τω κακω. θελεισ δε μη φοβεισθαι την εξουσιαν; το αγαθον ποιει, και hεξεισ επαινον εξ αυτησ • θεου γαρ διακονοσ εστιν σοι εισ το αγαθον • εαν δε το κακον ποιησ, φοβου • ου γαρ εικη την μαχαιραν φορει • θεου γαρ διακονοσ εστιν εκδικοσ εισ οργην τω το κακον πρασσοντι. διο αναγκη hυποτασσεσθαι, ου μονον δια την οργην αλλα και δια την συνειδησιν. δια τουτο γαρ και φορουσ τελειτε • λειτουργοι γαρ θεου εισιν εισ αυτο τουτο προσκαρτερουντεσ. αποδοτε πασιν τασ οφειλασ, τω τον φορον τον φορον, τω το τελοσ το τελοσ, τω τον φοβον τον φοβον, τω την τιμην την τιμην. μηδενι μηδεν οφειλετε, ει μη το αλληλουσ αγαπαν, hο γαρ αγαπων τον hετερον νομον πεπληρωκεν. το γαρ ου μοιχευσεισ, ου φονευσεισ, ου κλεψεισ, ουκ επιθυμησεισ, και ει τισ hετερα εντολη, εν τουτω τω λογω ανακεφαλαιουται, εν τω αγαπησεισ τον πλησιον σου hωσ σεαυτον. hη αγαπη τω πλησιον κακον ουκ εργαζεται • πληρωμα ουν νομου hη αγαπη. και τουτο • ειδοτεσ τον καιρον, hοτι hωρα hημασ ηδη εξ hυπνου εγερθηναι, νυν γαρ εγγυτερον hημων hη σωτηρια η hοτε επιστευσαμεν • hη νυξ προεκοψεν, hη δε hημερα ηγγικεν • αποθωμεθα ουν τα εργα του σκοτουσ, ενδυσωμεθα δε τα hοπλα του φωτοσ. hωσ εν hημερα ευσχημονωσ περιπατησωμεν • μη κωμοισ και μεθαισ • μη κοιταισ και ασελγειαισ • μη εριδι και ζηλω. αλλ ενδυσασθε τον κυριον ιηhοσυα χριστον, και τησ σαρκοσ προνοιαν μη ποιεισθε εισ επιθυμιασ.

14

τον δε ασθενουντα τη πιστει προσλαμβανεσθε • μη εισ διακρισεισ διαλογισμων. hοσ μεν πιστευει φαγειν παντα • hο δε ασθενων λαχανα εσθιει • hο εσθιων τον μη εσθιοντα μη εξουθενειτω • και hο μη εσθιων τον εσθιοντα μη κρινετω, hο θεοσ γαρ αυτον προσελαβετο. συ τισ ει hο κρινων αλλοτριον οικετην; τω ιδιω κυριω στηκει η πιπτει • σταθησεται δε, δυνατει γαρ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh στησαι αυτον. hοσ μεν κρινει hημεραν παρ hημεραν, hοσ δε κρινει πασαν hημεραν • hεκαστοσ εν τω ιδιω νοι πληροφορεισθω. hο φρονων την hημεραν κυριω φρονει • και hο εσθιων κυριω εσθιει, ευχαριστει γαρ τω θεω • και hο μη εσθιων κυριω ουκ εσθιει, και ευχαριστει τω θεω. ουδεισ γαρ hημων hεαυτω ζη, και ουδεισ hεαυτω αποθνησκει • εαν τε γαρ ζωμεν, τω κυριω ζωμεν, εαν τε αποθνησκωμεν, τω κυριω αποθνησκομεν • εαν τε ουν ζωμεν εαν τε αποθνησκωμεν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσμεν. εισ τουτο γαρ χριστοσ απεθανεν και εζησεν hινα και νεκρων και ζωντων φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυση. συ δε τι κρινεισ τον αδελφον σου; η και συ τι εξουθενεισ τον αδελφον σου; παντεσ γαρ παραστησομεθα τω βηματι του θεου • γεγραπται γαρ • ζω εγω, λεγει κυριοσ, hοτι εμοι καμψει παν γονυ και πασα γλωσσα εξομολογησεται τω θεω. αρα ουν hεκαστοσ hημων περι hεαυτου λογον δωσει τω θεω. μηκετι ουν αλληλουσ κρινωμεν • αλλα τουτο κρινατε μαλλον, το μη τιθεναι προσκομμα τω αδελφω η σκανδαλον. οιδα και πεπεισμαι εν κυριω ιηhοσυα hοτι ουδεν κοινον δι hεαυτου, ει μη τω λογιζομενω τι κοινον ειναι, εκεινω κοινον. ει γαρ δια βρωμα hο αδελφοσ σου λυπειται, ουκετι κατα αγαπην περιπατεισ. μη τω βρωματι σου εκεινον απολλυε hυπερ hου χριστοσ απεθανεν. μη βλασφημεισθω ουν hυμων το αγαθον. ου γαρ εστιν hη βασιλεια του θεου βρωσισ και ποσισ, αλλα δικαιοσυνη και ειρηνη και χαρα εν πνευματι hαγιω. hο γαρ εν τουτω δουλευων τω χριστω ευαρεστοσ τω θεω και δοκιμοσ τοισ ανθρωποισ. αρα ουν τα τησ ειρηνησ διωκωμεν και τα τησ οικοδομησ τησ εισ αλληλουσ. μη hενεκεν βρωματοσ καταλυε το εργον του θεου. παντα μεν καθαρα • αλλα κακον τω ανθρωπω τω δια προσκομματοσ εσθιοντι. καλον το μη φαγειν κρεα μηδε πιειν οινον μηδε εν hω hο αδελφοσ σου προσκοπτει η σκανδαλιζεται η ασθενει. συ πιστιν εχεισ • κατα σεαυτον εχε ενωπιον του θεου • μακαριοσ hο μη κρινων hεαυτον εν hω δοκιμαζει • hο δε διακρινομενοσ εαν φαγη κατακεκριται, hοτι ουκ εκ πιστεωσ. παν δε hο ουκ εκ πιστεωσ, hαμαρτια εστιν.

15

οφειλομεν δε hημεισ hοι δυνατοι τα ασθενηματα των αδυνατων βασταζειν και μη hεαυτοισ αρεσκειν. hεκαστοσ hημων τω πλησιον αρεσκετω εισ το αγαθον προσ οικοδομην • και γαρ hο χριστοσ ουχ hεαυτω ηρεσεν, αλλα καθωσ γεγραπται • hοι ονειδισμοι των ονειδιζοντων σε επεπεσαν επ εμε. hοσα γαρ προεγραφη, εισ την hημετεραν διδασκαλιαν εγραφη, hινα δια τησ hυπομονησ και δια τησ παρακλησεωσ των γραφων την ελπιδα εχωμεν. hο δε θεοσ τησ hυπομονησ και τησ παρακλησεωσ δωη hυμιν το αυτο φρονειν εν αλληλοισ κατα χριστον ιηhοσυα, hινα hομοθυμαδον εν hενι στοματι δοξαζητε τον θεον και πατερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου. διο προσλαμβανεσθε αλληλουσ, καθωσ και hο χριστοσ προσελαβετο hυμασ, εισ δοξαν του θεου. λεγω γαρ ιηhοσυα χριστον διακονον γεγενησθαι περιτομησ hυπερ αληθειασ θεου, εισ το βεβαιωσαι τασ επαγγελιασ των πατερων, τα δε εθνη hυπερ ελεουσ δοξασαι τον θεον, καθωσ γεγραπται • δια τουτο εξομολογησομαι σοι εν εθνεσιν και τω ονοματι σου ψαλω. και παλιν λεγει • ευφρανθητε εθνη μετα του λαου αυτου. και παλιν • αινειτε τον κυριον παντα τα εθνη, και επαινεσατωσαν αυτον παντεσ hοι λαοι. και παλιν hησαιασ λεγει • εσται hη ριζα του ιεσσαι και hο ανισταμενοσ αρχειν εθνων • επ αυτω εθνη ελπιουσιν. hο δε θεοσ τησ ελπιδοσ πληρωσαι hυμασ πασησ χαρασ και ειρηνησ εν τω πιστευειν, εισ το περισσευειν hυμασ εν τη ελπιδι εν δυναμει πνευματοσ hαγιου. πεπεισμαι δε, αδελφοι [μου], και αυτοσ εγω περι hυμων, hοτι και αυτοι μεστοι εστε αγαθωσυνησ, πεπληρωμενοι πασησ γνωσεωσ, δυναμενοι και αλληλουσ νουθετειν. τολμηροτερον δε εγραψα hυμιν, αδελφοι, απο μερουσ, hωσ επαναμιμνησκων hυμασ δια την χαριν την δοθεισαν μοι hυπο του θεου εισ το ειναι με λειτουργον χριστου ιηhοσυα εισ τα εθνη, hιερουργουντα το ευαγγελιον του θεου, hινα γενηται hη προσφορα των εθνων ευπροσδεκτοσ, hηγιασμενη εν πνευματι hαγιω. εχω ουν καυχησιν εν χριστω ιηhοσυα τα προσ τον θεον. ου γαρ τολμησω τι λαλειν hων ου κατειργασατο χριστοσ δι εμου εισ hυπακοην εθνων, λογω και εργω, εν δυναμει σημειων και τερατων, εν δυναμει πνευματοσ θεου • hωστε με απο hιερουσαλημ και κυκλω μεχρι του ιλλυρικου πεπληρωκεναι το ευαγγελιον του χριστου • hουτωσ δε φιλοτιμουμενον, ευαγγελιζεσθαι ουχ hοπου ωνομασθη χριστοσ, (hινα μη επ αλλοτριον θεμελιον οικοδομω), αλλα καθωσ γεγραπται • hοισ ουκ ανηγγελη περι αυτου οψονται, και hοι ουκ ακηκοασιν συνησουσιν. διο και ενεκοπτομην τα πολλα του ελθειν προσ hυμασ • νυνι δε μηκετι τοπον εχων εν τοισ κλιμασιν τουτοισ, επιποθιαν δε εχων του ελθειν προσ hυμασ απο πολλων ετων, hωσ αν πορευωμαι εισ την σπανιαν • ελπιζω γαρ διαπορευομενοσ θεασασθαι hυμασ και hυφ hυμων προπεμφθηναι εκει, εαν hυμων πρωτον απο μερουσ εμπλησθω • νυνι δε πορευομαι εισ hιερουσαλημ διακονων τοισ hαγιοισ • ευδοκησαν γαρ μακεδονια και αχαια κοινωνιαν τινα ποιησασθαι εισ τουσ πτωχουσ των hαγιων των εν hιερουσαλημ • ευδοκησαν γαρ, και οφειλεται εισιν αυτων • ει γαρ τοισ πνευματικοισ αυτων εκοινωνησαν τα εθνη, οφειλουσιν και εν τοισ σαρκικοισ λειτουργησαι αυτοισ. τουτο ουν επιτελεσασ και σφραγισαμενοσ αυτοισ τον καρπον τουτον, απελευσομαι δι hυμων εισ σπανιαν. οιδα δε hοτι ερχομενοσ προσ hυμασ εν πληρωματι ευλογιασ χριστου ελευσομαι. παρακαλω δε hυμασ, αδελφοι, δια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου και δια τησ αγαπησ του πνευματοσ συναγωνισασθαι μοι εν ταισ προσευχαισ hυπερ εμου προσ τον θεον, hινα ρυσθω απο των απειθουντων εν τη ιηhυδαια και hη διακονια μου hη εισ hιερουσαλημ ευπροσδεκτοσ γενηται τοισ hαγιοισ, hινα εν χαρα ελθω προσ hυμασ δια θεληματοσ θεου και συναναπαυσωμαι hυμιν. hο δε θεοσ τησ ειρηνησ μετα παντων hυμων. αμην.

16

συνιστημι δε hυμιν φοιβην την αδελφην hημων, ουσαν διακονον τησ εκκλησιασ τησ εν κενχρεαισ, hινα αυτην προσδεξησθε εν κυριω αξιωσ των hαγιων και παραστητε αυτη εν hω αν hυμων χρηζη πραγματι • και γαρ αυτη προστατισ πολλων εγενηθη και εμου αυτου. ασπασασθε πρισκαν και ακυλαν τουσ συνεργουσ μου εν χριστω ιηhοσυα, (hοιτινεσ hυπερ τησ ψυχησ μου τον hεαυτων τραχηλον hυπεθηκαν • hοισ ουκ εγω μονοσ ευχαριστω αλλα και πασαι hαι εκκλησιαι των εθνων), και την κατ οικον αυτων εκκλησιαν. ασπασασθε επαινετον τον αγαπητον μου, hοσ εστιν απαρχη τησ ασιασ εισ χριστον. ασπασασθε μαριαμ, hητισ πολλα εκοπιασεν εισ hυμασ. ασπασασθε ανδρονικον και ιουνιαν τουσ συγγενεισ μου και συναιχμαλωτουσ μου, hοιτινεσ εισιν επισημοι εν τοισ αποστολοισ, hοι και προ εμου γεγονασιν εν χριστω. ασπασασθε αμπλιαν τον αγαπητον μου εν κυριω. ασπασασθε ουρβανον τον συνεργον hημων εν χριστω και σταχυν τον αγαπητον μου. ασπασασθε απελλην τον δοκιμον εν χριστω. ασπασασθε τουσ εκ των αριστοβουλου. ασπασασθε hηρωδιωνα τον συγγενη μου. ασπασασθε τουσ εκ των ναρκισσου τουσ οντασ εν κυριω. ασπασασθε τρυφαιναν και τρυφωσαν τασ κοπιωσασ εν κυριω. ασπασασθε περσιδα την αγαπητην, hητισ πολλα εκοπιασεν εν κυριω. ασπασασθε ρουφον τον εκλεκτον εν κυριω και την μητερα αυτου και εμου. ασπασασθε ασυγκριτον, φλεγοντα, hερμαν, πατροβαν, hερμην, και τουσ συν αυτοισ αδελφουσ. ασπασασθε φιλολογον και ιουλιαν, νηρεα και την αδελφην αυτου, και ολυμπαν και τουσ συν αυτοισ παντασ hαγιουσ. ασπασασθε αλληλουσ εν φιληματι hαγιω. ασπαζονται hυμασ hαι εκκλησιαι πασαι του χριστου. παρακαλω δε hυμασ, αδελφοι, σκοπειν τουσ τασ διχοστασιασ και τα σκανδαλα παρα την διδαχην hην hυμεισ εμαθετε ποιουντασ • και εκκλινατε απ αυτων • hοι γαρ τοιουτοι τω κυριω hημων χριστω ου δουλευουσιν αλλα τη hεαυτων κοιλια • και δια τησ χρηστολογιασ και ευλογιασ εξαπατωσιν τασ καρδιασ των ακακων. hη γαρ hυμων hυπακοη εισ παντασ αφικετο. εφ hυμιν ουν χαιρω • θελω δε hυμασ σοφουσ μεν ειναι εισ το αγαθον, ακεραιουσ δε εισ το κακον. hο δε θεοσ τησ ειρηνησ συντριψει τον σαταναν hυπο τουσ ποδασ hυμων εν ταχει. hη χαρισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου μεθ hυμων. ασπαζεται hυμασ τιμοθεοσ hο συνεργοσ μου, και λουκιοσ και ιασων και σωσιπατροσ hοι συγγενεισ μου. ασπαζομαι hυμασ εγω τερτιοσ, hο γραψασ την επιστολην, εν κυριω. ασπαζεται hυμασ γαιοσ hο ξενοσ μου και hολησ τησ εκκλησιασ. ασπαζεται hυμασ εραστοσ hο οικονομοσ τησ πολεωσ και κουαρτοσ hο αδελφοσ. hη χαρισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου μετα παντων hυμων. αμην. τω δε δυναμενω hυμασ στηριξαι κατα το ευαγγελιον μου και το κηρυγμα ιηhοσυα χριστου, κατα αποκαλυψιν μυστηριου χρονοισ αιωνιοισ σεσιγημενου, φανερωθεντοσ δε νυν δια τε γραφων προφητικων κατ επιταγην του αιωνιου θεου εισ hυπακοην πιστεωσ εισ παντα τα εθνη γνωρισθεντοσ, μονω σοφω θεω, δια ιηhοσυα χριστου, — hω hη δοξα εισ τουσ αιωνασ. αμην.

κορινθιουσ α’

1

παυλοσ, κλητοσ αποστολοσ ιηhοσυα χριστου δια θεληματοσ θεου, και σωσθενησ hο αδελφοσ, τη εκκλησια του θεου τη ουση εν κορινθω, hηγιασμενοισ εν χριστω ιηhοσυα, κλητοισ hαγιοισ, συν πασιν τοισ επικαλουμενοισ το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου εν παντι τοπω, αυτων τε και hημων • χαρισ hυμιν και ειρηνη απο θεου πατροσ hημων και κυριου ιηhοσυα χριστου. ευχαριστω τω θεω μου παντοτε περι hυμων επι τη χαριτι του θεου τη δοθειση hυμιν εν χριστω ιηhοσυα, hοτι εν παντι επλουτισθητε εν αυτω, εν παντι λογω και παση γνωσει, καθωσ το μαρτυριον του χριστου εβεβαιωθη εν hυμιν, hωστε hυμασ μη hυστερεισθαι εν μηδενι χαρισματι, απεκδεχομενουσ την αποκαλυψιν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, hοσ και βεβαιωσει hυμασ hεωσ τελουσ ανεγκλητουσ εν τη hημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου. πιστοσ hο θεοσ, δι hου εκληθητε εισ κοινωνιαν του hυιου αυτου ιηhοσυα χριστου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων. παρακαλω δε hυμασ, αδελφοι, δια του ονοματοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, hινα το αυτο λεγητε παντεσ και μη η εν hυμιν σχισματα, ητε δε κατηρτισμενοι εν τω αυτω νοι και εν τη αυτη γνωμη. εδηλωθη γαρ μοι περι hυμων, αδελφοι μου, hυπο των χλοησ, hοτι εριδεσ εν hυμιν εισιν. λεγω δε τουτο hοτι hεκαστοσ hυμων λεγει • εγω μεν ειμι παυλου • εγω δε απολλω • εγω δε κηφα • εγω δε χριστου. μεμερισται hο χριστοσ; μη παυλοσ εσταυρωθη hυπερ hυμων, η εισ το ονομα παυλου εβαπτισθητε; ευχαριστω τω θεω hοτι ουδενα hυμων εβαπτισα ει μη κρισπον και γαιον, hινα μη τισ ειπη hοτι εισ το εμον ονομα εβαπτισα. εβαπτισα δε και τον στεφανα οικον • λοιπον ουκ οιδα ει τινα αλλον εβαπτισα. ου γαρ απεστειλεν με χριστοσ βαπτιζειν αλλ ευαγγελιζεσθαι, ουκ εν σοφια λογου, hινα μη κενωθη hο σταυροσ του χριστου • hο λογοσ γαρ hο του σταυρου τοισ μεν απολλυμενοισ μωρια εστιν, τοισ δε σωζομενοισ hημιν δυναμισ θεου εστιν. γεγραπται γαρ • απολω την σοφιαν των σοφων, και την συνεσιν των συνετων αθετησω. που σοφοσ; που γραμματευσ; που συνζητητησ του αιωνοσ τουτου; ουχι εμωρανεν hο θεοσ την σοφιαν του κοσμου; επειδη γαρ εν τη σοφια του θεου ουκ εγνω hο κοσμοσ δια τησ σοφιασ τον θεον, ευδοκησεν hο θεοσ δια τησ μωριασ του κηρυγματοσ σωσαι τουσ πιστευοντασ • επειδη και ιηhυδαιοι σημεια αιτουσιν και hελληνεσ σοφιαν ζητουσιν • hημεισ δε κηρυσσομεν χριστον εσταυρωμενον, ιηhυδαιοισ μεν σκανδαλον, εθνεσιν δε μωριαν, αυτοισ δε τοισ κλητοισ, ιηhυδαιοισ τε και hελλησιν, χριστον θεου δυναμιν και θεου σοφιαν • hοτι το μωρον του θεου σοφωτερον των ανθρωπων εστιν, και το ασθενεσ του θεου ισχυροτερον των ανθρωπων εστιν. βλεπετε γαρ την κλησιν hυμων, αδελφοι, hοτι ου πολλοι σοφοι κατα σαρκα, ου πολλοι δυνατοι, ου πολλοι ευγενεισ • αλλα τα μωρα του κοσμου εξελεξατο hο θεοσ hινα καταισχυνη τουσ σοφουσ • και τα ασθενη του κοσμου εξελεξατο hο θεοσ hινα καταισχυνη τα ισχυρα • και τα αγενη του κοσμου και τα εξουθενημενα εξελεξατο hο θεοσ, και τα μη οντα, hινα τα οντα καταργηση • hοπωσ μη καυχησηται πασα σαρξ ενωπιον του θεου. εξ αυτου δε hυμεισ εστε εν χριστω ιηhοσυα, hοσ εγενηθη σοφια hημιν απο θεου, δικαιοσυνη τε και hαγιασμοσ και απολυτρωσισ, hινα καθωσ γεγραπται hο καυχωμενοσ εν κυριω καυχασθω.

2

καγω ελθων προσ hυμασ, αδελφοι, ηλθον ου καθ hυπεροχην λογου η σοφιασ καταγγελλων hυμιν το μαρτυριον του θεου • ου γαρ εκρινα τι ειδεναι εν hυμιν ει μη ιηhοσυα χριστον και τουτον εσταυρωμενον. καγω εν ασθενεια και εν φοβω και εν τρομω πολλω εγενομην προσ hυμασ • και hο λογοσ μου και το κηρυγμα μου ουκ εν πειθοισ σοφιασ λογοισ, αλλ εν αποδειξει πνευματοσ και δυναμεωσ, hινα hη πιστισ hυμων μη η εν σοφια ανθρωπων αλλ εν δυναμει θεου. σοφιαν δε λαλουμεν εν τοισ τελειοισ, σοφιαν δε ου του αιωνοσ τουτου ουδε των αρχοντων του αιωνοσ τουτου των καταργουμενων • αλλα λαλουμεν θεου σοφιαν εν μυστηριω, την αποκεκρυμμενην, hην προωρισεν hο θεοσ προ των αιωνων εισ δοξαν hημων • hην ουδεισ των αρχοντων του αιωνοσ τουτου εγνωκεν, (ει γαρ εγνωσαν, ουκ αν τον κυριον τησ δοξησ εσταυρωσαν), αλλα καθωσ γεγραπται • hα οφθαλμοσ ουκ ειδεν και ουσ ουκ ηκουσεν και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη, hα hητοιμασεν hο θεοσ τοισ αγαπωσιν αυτον, hημιν δε απεκαλυψεν hο θεοσ δια του πνευματοσ αυτου • το γαρ πνευμα παντα ερευνα, και τα βαθη του θεου. τισ γαρ οιδεν ανθρωπων τα του ανθρωπου ει μη το πνευμα του ανθρωπου το εν αυτω; hουτωσ και τα του θεου ουδεισ εγνωκεν ει μη το πνευμα του θεου. hημεισ δε ου το πνευμα του κοσμου ελαβομεν αλλα το πνευμα το εκ του θεου, hινα ειδωμεν τα hυπο του θεου χαρισθεντα hημιν • hα και λαλουμεν ουκ εν διδακτοισ ανθρωπινησ σοφιασ λογοισ, αλλ εν διδακτοισ πνευματοσ, πνευματικοισ πνευματικα συνκρινοντεσ. ψυχικοσ δε ανθρωποσ ου δεχεται τα του πνευματοσ του θεου, μωρια γαρ αυτω εστιν • και ου δυναται γνωναι hοτι πνευματικωσ ανακρινεται. hο δε πνευματικοσ ανακρινει μεν παντα • αυτοσ δε hυπ hουδενοσ ανακρινεται • τισ γαρ εγνω νουν κυριου, hοσ συμβιβασει αυτον; hημεισ δε νουν χριστου εχομεν.

3

καγω, αδελφοι, ουκ ηδυνηθην λαλησαι hυμιν hωσ πνευματικοισ αλλ hωσ σαρκινοισ, hωσ νηπιοισ εν χριστω. γαλα hυμασ εποτισα, ου βρωμα, ουπω γαρ εδυνασθε, αλλ ουδε ετι νυν δυνασθε, ετι γαρ σαρκικοι εστε. hοπου γαρ εν hυμιν ζηλοσ και ερισ, ουχι σαρκικοι εστε και κατα ανθρωπον περιπατειτε; hοταν γαρ λεγη τισ εγω μεν ειμι παυλου • hετεροσ δε εγω απολλω, ουκ ανθρωποι εστε; τισ ουν εστιν απολλωσ; τισ δε παυλοσ; διακονοι δι hων επιστευσατε, και hεκαστω hωσ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωκεν. εγω εφυτευσα, απολλωσ εποτισεν • αλλα hο θεοσ ηυξανεν. hωστε ουτε hο φυτευων εστιν τι ουτε hο ποτιζων, αλλ hο αυξανων θεοσ. hο φυτευων δε και hο ποτιζων hεν εισιν • hεκαστοσ δε τον ιδιον μισθον λημψεται κατα τον ιδιον κοπον. θεου γαρ εσμεν συνεργοι • θεου γεωργιον, θεου οικοδομη εστε. κατα την χαριν του θεου την δοθεισαν μοι hωσ σοφοσ αρχιτεκτων θεμελιον τεθεικα, αλλοσ δε εποικοδομει • hεκαστοσ δε βλεπετω πωσ εποικοδομει. θεμελιον γαρ αλλον ουδεισ δυναται θειναι παρα τον κειμενον, hοσ εστιν ιηhοσυα χριστοσ. ει δε τισ εποικοδομει επι τον θεμελιον τουτον χρυσον, αργυρον, λιθουσ τιμιουσ, ξυλα, χορτον, καλαμην, hεκαστου το εργον φανερον γενησεται, hη γαρ hημερα δηλωσει, hοτι εν πυρι αποκαλυπτεται • και hεκαστου το εργον hοποιον εστιν το πυρ δοκιμασει. ει τινοσ το εργον μενει hο εποικοδομησεν, μισθον λημψεται • ει τινοσ το εργον κατακαησεται, ζημιωθησεται, αυτοσ δε σωθησεται, hουτωσ δε hωσ δια πυροσ. ουκ οιδατε hοτι ναοσ θεου εστε και το πνευμα του θεου οικει εν hυμιν; ει τινοσ τον ναον του θεου φθειρει, φθερει αυτον hο θεοσ, hο γαρ ναοσ του θεου hαγιοσ εστιν, hοιτινεσ εστε hυμεισ. μηδεισ hεαυτον εξαπατατω • ει τισ δοκει σοφοσ ειναι εν hυμιν εν τω αιωνι τουτω, μωροσ γενεσθω, hινα γενηται σοφοσ • hη γαρ σοφια του κοσμου τουτου μωρια παρα τω θεω εστιν • γεγραπται γαρ • hο δρασσομενοσ τουσ σοφουσ εν τη πανουργια αυτων • και παλιν • κυριοσ γινωσκει τουσ διαλογισμουσ των σοφων hοτι εισιν ματαιοι. hωστε μηδεισ καυχασθω εν ανθρωποισ, παντα γαρ hυμων εστιν, ειτε παυλοσ ειτε απολλωσ ειτε κηφασ, ειτε κοσμοσ ειτε ζωη ειτε θανατοσ, ειτε ενεστωτα ειτε μελλοντα • παντα hυμων εστιν, hυμεισ δε χριστου, χριστοσ δε θεου.

4

hουτωσ hημασ λογιζεσθω ανθρωποσ, hωσ hυπηρετασ χριστου και οικονομουσ μυστηριων θεου. hωδε λοιπον ζητειται εν τοισ οικονομοισ hινα πιστοσ τισ hευρεθη. εμοι δε εισ ελαχιστον εστιν, hινα hυφ hυμων ανακριθω η hυπο ανθρωπινησ hημερασ • αλλ ουδε εμαυτον ανακρινω. ουδεν γαρ εμαυτω συνοιδα • αλλ ουκ εν τουτω δεδικαιωμαι • hο δε ανακρινων με κυριοσ εστιν. hωστε μη προ καιρου τι κρινετε, hεωσ αν ελθη hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hοσ και φωτισει τα κρυπτα του σκοτουσ και φανερωσει τασ βουλασ των καρδιων • και τοτε hο επαινοσ γενησεται hεκαστω απο του θεου. ταυτα δε, αδελφοι, μετεσχηματισα εισ εμαυτον και απολλω δι hυμασ, hινα εν hημιν μαθητε το μη hυπερ hο γεγραπται φρονειν, hινα μη hεισ hυπερ του hενοσ φυσιουσθε κατα του hετερου. τισ γαρ σε διακρινει; τι δε εχεισ hο ουκ ελαβεσ; ει δε και ελαβεσ, τι καυχασαι hωσ μη λαβων; ηδη κεκορεσμενοι εστε • ηδη επλουτησατε • χωρισ hημων εβασιλευσατε • και οφελον γε εβασιλευσατε, hινα και hημεισ hυμιν συμβασιλευσωμεν. δοκω γαρ hοτι hο θεοσ hημασ τουσ αποστολουσ εσχατουσ απεδειξεν, hωσ επιθανατιουσ • hοτι θεατρον εγενηθημεν τω κοσμω και αγγελοισ και ανθρωποισ. hημεισ μωροι δια χριστον, hυμεισ δε φρονιμοι εν χριστω • hημεισ ασθενεισ, hυμεισ δε ισχυροι • hυμεισ ενδοξοι, hημεισ δε ατιμοι. αχρι τησ αρτι hωρασ και πεινωμεν και διψωμεν και γυμνιτευομεν και κολαφιζομεθα και αστατουμεν και κοπιωμεν εργαζομενοι ταισ ιδιαισ χερσιν • λοιδορουμενοι ευλογουμεν, διωκομενοι ανεχομεθα, βλασφημουμενοι παρακαλουμεν • hωσ περικαθαρματα του κοσμου εγενηθημεν, παντων περιψημα hεωσ αρτι. ουκ εντρεπων hυμασ γραφω ταυτα, αλλ hωσ τεκνα μου αγαπητα νουθετω. εαν γαρ μυριουσ παιδαγωγουσ εχητε εν χριστω, αλλ ου πολλουσ πατερασ • εν γαρ χριστω ιηhοσυα δια του ευαγγελιου εγω hυμασ εγεννησα. παρακαλω ουν hυμασ, μιμηται μου γινεσθε. δια τουτο επεμψα hυμιν τιμοθεον, hοσ εστιν μου τεκνον αγαπητον και πιστον εν κυριω, hοσ hυμασ αναμνησει τασ hοδουσ μου τασ εν χριστω, καθωσ πανταχου εν παση εκκλησια διδασκω. hωσ μη ερχομενου δε μου προσ hυμασ εφυσιωθησαν τινεσ • ελευσομαι δε ταχεωσ προσ hυμασ, εαν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεληση, και γνωσομαι ου τον λογον των πεφυσιωμενων αλλα την δυναμιν. ου γαρ εν λογω hη βασιλεια του θεου αλλ εν δυναμει. τι θελετε; εν ραβδω ελθω προσ hυμασ, η εν αγαπη πνευματι τε πραυτητοσ;

5

hολωσ ακουεται εν hυμιν πορνεια, και τοιαυτη πορνεια hητισ ουδε εν τοισ εθνεσιν, hωστε γυναικα τινα του πατροσ εχειν. και hυμεισ πεφυσιωμενοι εστε, και ουχι μαλλον επενθησατε, hινα αρθη εκ μεσου hυμων hο το εργον τουτο ποιησασ; εγω μεν γαρ απων τω σωματι, παρων δε τω πνευματι, ηδη κεκρικα hωσ παρων τον hουτωσ τουτο κατεργασαμενον, εν τω ονοματι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, (συναχθεντων hυμων και του εμου πνευματοσ συν τη δυναμει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου), παραδουναι τον τοιουτον τω σατανα εισ ολεθρον τησ σαρκοσ, hινα το πνευμα σωθη εν τη hημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα. ου καλον το καυχημα hυμων • ουκ οιδατε hοτι μικρα ζυμη hολον το φυραμα ζυμοι; εκκαθαρατε την παλαιαν ζυμην, hινα ητε νεον φυραμα, καθωσ εστε αζυμοι. και γαρ το πασχα hημων ετυθη χριστοσ • hωστε hεορταζωμεν μη εν ζυμη παλαια μηδε εν ζυμη κακιασ και πονηριασ, αλλ εν αζυμοισ ειλικρινειασ και αληθειασ. εγραψα hυμιν εν τη επιστολη μη συναναμιγνυσθαι πορνοισ, ου παντωσ τοισ πορνοισ του κοσμου τουτου η τοισ πλεονεκταισ και hαρπαξιν η ειδωλολατραισ, επει ωφειλετε αρα εκ του κοσμου εξελθειν • νυνι δε εγραψα hυμιν μη συναναμιγνυσθαι εαν τισ αδελφοσ ονομαζομενοσ η πορνοσ η πλεονεκτησ η ειδωλολατρησ η λοιδοροσ η μεθυσοσ η hαρπαξ, τω τοιουτω μηδε συνεσθιειν. τι γαρ μοι και τουσ εξω κρινειν; ουχι τουσ εσω hυμεισ κρινετε; τουσ δε εξω hο θεοσ κρινει. εξαρατε τον πονηρον εξ hυμων αυτων.

6

τολμα τισ hυμων πραγμα εχων προσ τον hετερον κρινεσθαι επι των αδικων και ουχι επι των hαγιων; η ουκ οιδατε hοτι hοι hαγιοι τον κοσμον κρινουσιν; και ει εν hυμιν κρινεται hο κοσμοσ, αναξιοι εστε κριτηριων ελαχιστων; ουκ οιδατε hοτι αγγελουσ κρινουμεν, μητιγε βιωτικα; βιωτικα μεν ουν κριτηρια εαν εχητε, τουσ εξουθενημενουσ εν τη εκκλησια, τουτουσ καθιζετε. προσ εντροπην hυμιν λεγω • hουτωσ ουκ ενι εν hυμιν σοφοσ, ουδε hεισ, hοσ δυνησεται διακριναι ανα μεσον του αδελφου αυτου; αλλα αδελφοσ μετα αδελφου κρινεται, και τουτο επι απιστων; ηδη μεν ουν hολωσ hηττημα hυμιν εστιν, hοτι κριματα εχετε μεθ hεαυτων. δια τι ουχι μαλλον αδικεισθε; δια τι ουχι μαλλον αποστερεισθε; αλλα hυμεισ αδικειτε και αποστερειτε, και τουτο αδελφουσ. η ουκ οιδατε hοτι αδικοι θεου βασιλειαν ου κληρονομησουσιν; μη πλανασθε • ουτε πορνοι ουτε ειδωλολατραι ουτε μοιχοι ουτε μαλακοι ουτε αρσενοκοιται ουτε κλεπται ουτε πλεονεκται, ουτε μεθυσοι, ου λοιδοροι, ουχ hαρπαγεσ βασιλειαν θεου κληρονομησουσιν. και ταυτα τινεσ ητε • αλλα απελουσασθε, αλλα hηγιασθητε, αλλα εδικαιωθητε εν τω ονοματι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα, και εν τω πνευματι του θεου hημων. παντα μοι εξεστιν, αλλ ου παντα συμφερει • παντα μοι εξεστιν, αλλ ουκ εγω εξουσιασθησομαι hυπο τινοσ. τα βρωματα τη κοιλια, και hη κοιλια τοισ βρωμασιν • hο δε θεοσ και ταυτην και ταυτα καταργησει. το δε σωμα ου τη πορνεια αλλα τω κυριω, και hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh τω σωματι. hο δε θεοσ και τον κυριον ηγειρεν και hημασ εξεγερει δια τησ δυναμεωσ αυτου. ουκ οιδατε hοτι τα σωματα hυμων μελη χριστου εστιν; αρασ ουν τα μελη του χριστου ποιησω πορνησ μελη; μη γενοιτο. η ουκ οιδατε hοτι hο κολλωμενοσ τη πορνη hεν σωμα εστιν; εσονται γαρ, φησιν, hοι δυο εισ σαρκα μιαν. hο δε κολλωμενοσ τω κυριω hεν πνευμα εστιν. φευγετε την πορνειαν • παν hαμαρτημα hο εαν ποιηση ανθρωποσ εκτοσ του σωματοσ εστιν, hο δε πορνευων εισ το ιδιον σωμα hαμαρτανει. η ουκ οιδατε hοτι το σωμα hυμων ναοσ του εν hυμιν hαγιου πνευματοσ εστιν, hου εχετε απο θεου; και ουκ εστε hεαυτων • ηγορασθητε γαρ τιμησ. δοξασατε δη τον θεον εν τω σωματι hυμων.

7

περι δε hων εγραψατε μοι, καλον ανθρωπω γυναικοσ μη hαπτεσθαι • δια δε τασ πορνειασ hεκαστοσ την hεαυτου γυναικα εχετω, και hεκαστη τον ιδιον ανδρα εχετω. τη γυναικι hο ανηρ την οφειλην αποδιδοτω, hομοιωσ δε και hη γυνη τω ανδρι. hη γυνη του ιδιου σωματοσ ουκ εξουσιαζει αλλα hο ανηρ • hομοιωσ δε και hο ανηρ του ιδιου σωματοσ ουκ εξουσιαζει αλλα hη γυνη. μη αποστερειτε αλληλουσ, ει μητι αν εκ συμφωνου προσ καιρον hινα σχολασητε τη προσευχη και παλιν επι το αυτο ητε, hινα μη πειραζη hυμασ hο σατανασ δια την ακρασιαν hυμων. τουτο δε λεγω κατα συγγνωμην, ου κατ επιταγην • θελω δε παντασ ανθρωπουσ ειναι hωσ και εμαυτον • αλλ hεκαστοσ ιδιον εχει χαρισμα εκ θεου, hο μεν hουτωσ, hο δε hουτωσ. λεγω δε τοισ αγαμοισ και ταισ χηραισ, καλον αυτοισ εαν μεινωσιν hωσ καγω. ει δε ουκ εγκρατευονται, γαμησατωσαν, κρεισσον γαρ εστιν γαμησαι η πυρουσθαι. τοισ δε γεγαμηκοσιν παραγγελλω, ουκ εγω αλλ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γυναικα απο ανδροσ μη χωρισθηναι • (εαν δε και χωρισθη, μενετω αγαμοσ η τω ανδρι καταλλαγητω) • και ανδρα γυναικα μη αφιεναι. τοισ δε λοιποισ λεγω εγω, ουχ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh • ει τισ αδελφοσ γυναικα εχει απιστον, και αυτη συνευδοκει οικειν μετ αυτου, μη αφιετω αυτην • και γυνη hητισ εχει ανδρα απιστον, και αυτοσ συνευδοκει οικειν μετ αυτησ, μη αφιετω τον ανδρα. hηγιασται γαρ hο ανηρ hο απιστοσ εν τη γυναικι, και hηγιασται hη γυνη hη απιστοσ εν τω αδελφω • επει αρα τα τεκνα hυμων ακαθαρτα εστιν • νυν δε hαγια εστιν. ει δε hο απιστοσ χωριζεται, χωριζεσθω • ου δεδουλωται hο αδελφοσ η hη αδελφη εν τοισ τοιουτοισ • εν δε ειρηνη κεκληκεν hημασ hο θεοσ. τι γαρ οιδασ, γυναι, ει τον ανδρα σωσεισ; η τι οιδασ, ανερ, ει την γυναικα σωσεισ; ει μη hεκαστω hωσ εμερισεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hεκαστον hωσ κεκληκεν hο θεοσ, hουτωσ περιπατειτω • και hουτωσ εν ταισ εκκλησιαισ πασαισ διατασσομαι. περιτετμημενοσ τισ εκληθη, μη επισπασθω. εν ακροβυστια τισ εκληθη, μη περιτεμνεσθω. hη περιτομη ουδεν εστιν, και hη ακροβυστια ουδεν εστιν, αλλα τηρησισ εντολων θεου. hεκαστοσ εν τη κλησει hη εκληθη, εν ταυτη μενετω. δουλοσ εκληθησ, μη σοι μελετω • αλλ ει και δυνασαι ελευθεροσ γενεσθαι, μαλλον χρησαι • hο γαρ εν κυριω κληθεισ δουλοσ απελευθεροσ κυριου εστιν • hομοιωσ και hο ελευθεροσ κληθεισ δουλοσ εστιν χριστου. τιμησ ηγορασθητε • μη γινεσθε δουλοι ανθρωπων. hεκαστοσ εν hω εκληθη, αδελφοι, εν τουτω μενετω παρα θεω. περι δε των παρθενων επιταγην κυριου ουκ εχω, γνωμην δε διδωμι hωσ ηλεημενοσ hυπο κυριου πιστοσ ειναι. νομιζω ουν τουτο καλον hυπαρχειν δια την ενεστωσαν αναγκην, hοτι καλον ανθρωπω το hουτωσ ειναι. δεδεσαι γυναικι, μη ζητει λυσιν. λελυσαι απο γυναικοσ, μη ζητει γυναικα. εαν δε και γαμησησ, ουχ hημαρτεσ • και εαν γημη hη παρθενοσ, ουχ hημαρτεν • θλιψιν δε τη σαρκι hεξουσιν hοι τοιουτοι • εγω δε hυμων φειδομαι. τουτο δε φημι, αδελφοι, hο καιροσ συνεσταλμενοσ εστιν • το λοιπον hινα και hοι εχοντεσ γυναικασ hωσ μη εχοντεσ ωσιν • και hοι κλαιοντεσ hωσ μη κλαιοντεσ • και hοι χαιροντεσ hωσ μη χαιροντεσ • και hοι αγοραζοντεσ hωσ μη κατεχοντεσ • και hοι χρωμενοι τον κοσμον hωσ μη καταχρωμενοι • παραγει γαρ το σχημα του κοσμου τουτου. θελω δε hυμασ αμεριμνουσ ειναι. hο αγαμοσ μεριμνα τα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πωσ αρεσει τω κυριω • hο δε γαμησασ μεριμνα τα του κοσμου, πωσ αρεσει τη γυναικι. μεμερισται hη γυνη και hη παρθενοσ • hη αγαμοσ μεριμνα τα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hινα η hαγια και σωματι και πνευματι • hη δε γαμησασα μεριμνα τα του κοσμου, πωσ αρεσει τω ανδρι. τουτο δε προσ το hυμων αυτων συμφορον λεγω, ουχ hινα βροχον hυμιν επιβαλω, αλλα προσ το ευσχημον και ευπαρεδρον τω κυριω απερισπαστωσ. ει δε τισ ασχημονειν επι την παρθενον αυτου νομιζει, εαν η hυπερακμοσ, και hουτωσ οφειλει γινεσθαι, hο θελει ποιειτω, ουχ hαμαρτανει • γαμειτωσαν. hοσ δε hεστηκεν εν τη καρδια αυτου hεδραιοσ, μη εχων αναγκην, εξουσιαν δε εχει περι του ιδιου θεληματοσ, και τουτο κεκρικεν εν τη καρδια αυτου, τηρειν την hεαυτου παρθενον, καλωσ ποιει. hωστε και hο γαμιζων καλωσ ποιει • και hο μη γαμιζων κρεισσον ποιει. γυνη δεδεται εφ hοσον χρονον ζη hο ανηρ αυτησ • εαν δε κοιμηθη hο ανηρ, ελευθερα εστιν hω θελει γαμηθηναι, μονον εν κυριω • μακαριωτερα δε εστιν εαν hουτωσ μεινη, κατα την εμην γνωμην • δοκω δε καγω πνευμα θεου εχειν.

8

περι δε των ειδωλοθυτων οιδαμεν, — (hοτι παντεσ γνωσιν εχομεν • hη γνωσισ φυσιοι, hη δε αγαπη οικοδομει. ει τισ δοκει ειδεναι τι, ουδεπω ουδεν εγνωκεν καθωσ δει γνωναι • ει δε τισ αγαπα τον θεον, hουτοσ εγνωσται hυπ αυτου). — περι τησ βρωσεωσ ουν των ειδωλοθυτων οιδαμεν hοτι ουδεν ειδωλον εν κοσμω, και hοτι ουδεισ θεοσ hετεροσ ει μη hεισ. και γαρ ειπερ εισιν λεγομενοι θεοι ειτε εν ουρανω ειτε επι γησ, (hωσπερ εισιν θεοι πολλοι και κυριοι πολλοι), αλλ hημιν hεισ θεοσ hο πατηρ, εξ hου τα παντα και hημεισ εισ αυτον, και hεισ κυριοσ ιηhοσυα χριστοσ, δι hου τα παντα και hημεισ δι αυτου. αλλ ουκ εν πασιν hη γνωσισ • τινεσ δε τη συνειδησει hεωσ αρτι του ειδωλου hωσ ειδωλοθυτον εσθιουσιν, και hη συνειδησισ αυτων ασθενησ ουσα μολυνεται. βρωμα δε hημασ ου παριστησιν τω θεω • ουτε εαν μη φαγωμεν, hυστερουμεθα • ουτε εαν φαγωμεν, περισσευομεν. βλεπετε δε μηπωσ hη εξουσια hυμων hαυτη προσκομμα γενηται τοισ ασθενεσιν. εαν γαρ τισ ιδη σε τον εχοντα γνωσιν εν ειδωλειω κατακειμενον, ουχι hη συνειδησισ αυτου ασθενουσ οντοσ οικοδομηθησεται εισ το τα ειδωλοθυτα εσθιειν; και απολειται hο ασθενων εν τη ση γνωσει, hο αδελφοσ δι hον χριστοσ απεθανεν. hουτωσ δε hαμαρτανοντεσ εισ τουσ αδελφουσ και τυπτοντεσ αυτων την συνειδησιν ασθενουσαν εισ χριστον hαμαρτανετε. διοπερ ει βρωμα σκανδαλιζει τον αδελφον μου, ου μη φαγω κρεα εισ τον αιωνα, hινα μη τον αδελφον μου σκανδαλισω.

9

ουκ ειμι ελευθεροσ; ουκ ειμι αποστολοσ; ουχι ιηhοσυα τον κυριον hημων hεωρακα; ου το εργον μου hυμεισ εστε εν κυριω; ει αλλοισ ουκ ειμι αποστολοσ, αλλα γε hυμιν ειμι • hη γαρ σφραγισ τησ εμησ αποστολησ hυμεισ εστε εν κυριω. hη εμη απολογια τοισ εμε ανακρινουσιν hαυτη εστιν. μη ουκ εχομεν εξουσιαν φαγειν και πειν; μη ουκ εχομεν εξουσιαν αδελφην γυναικα περιαγειν, hωσ και hοι λοιποι αποστολοι και hοι αδελφοι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και κηφασ; η μονοσ εγω και βαρναβασ ουκ εχομεν εξουσιαν του μη εργαζεσθαι; τισ στρατευεται ιδιοισ οψωνιοισ ποτε; τισ φυτευει αμπελωνα και εκ του καρπου αυτου ουκ εσθιει; η τισ ποιμαινει ποιμνην και εκ του γαλακτοσ τησ ποιμνησ ουκ εσθιει; μη κατα ανθρωπον ταυτα λαλω, η και hο νομοσ ταυτα ου λεγει; εν γαρ τω μωυσεωσ νομω γεγραπται • ου φιμωσεισ βουν αλοωντα. μη των βοων μελει τω θεω; η δι hημασ παντωσ λεγει; δι hημασ γαρ εγραφη, hοτι επ ελπιδι οφειλει hο αροτριων αροτριαν, και hο αλοων επ ελπιδι του μετεχειν. ει hημεισ hυμιν τα πνευματικα εσπειραμεν, μεγα ει hημεισ hυμων τα σαρκικα θερισομεν; ει αλλοι τησ hυμων εξουσιασ μετεχουσιν, ου μαλλον hημεισ; αλλ ουκ εχρησαμεθα τη εξουσια ταυτη, αλλα παντα στεγομεν hινα μη εγκοπην τινα δωμεν τω ευαγγελιω του χριστου. ουκ οιδατε hοτι hοι τα hιερα εργαζομενοι εκ του hιερου εσθιουσιν; hοι τω θυσιαστηριω προσεδρευοντεσ τω θυσιαστηριω συμμεριζονται; hουτωσ και hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh διεταξεν τοισ το ευαγγελιον καταγγελλουσιν εκ του ευαγγελιου ζην. εγω δε ου κεχρημαι ουδενι τουτων, ουκ εγραψα δε ταυτα hινα hουτωσ γενηται εν εμοι • καλον γαρ μοι μαλλον αποθανειν η το καυχημα μου hινα τισ κενωσει. εαν γαρ ευαγγελιζωμαι, ουκ εστιν μοι καυχημα, αναγκη γαρ μοι επικειται, ουαι γαρ μοι εστιν εαν μη ευαγγελιζωμαι. ει γαρ hεκων τουτο πρασσω, μισθον εχω • ει δε ακων, οικονομιαν πεπιστευμαι. τισ ουν μου εστιν hο μισθοσ; hινα ευαγγελιζομενοσ αδαπανον θησω το ευαγγελιον εισ το μη καταχρησασθαι τη εξουσια μου εν τω ευαγγελιω. ελευθεροσ γαρ ων εκ παντων πασιν εμαυτον εδουλωσα, hινα τουσ πλειονασ κερδησω • και εγενομην τοισ ιηhυδαιοισ hωσ ιηhυδαιοσ, hινα ιηhυδαιουσ κερδησω • τοισ hυπο νομον hωσ hυπο νομον, μη ων αυτοσ hυπο νομον, hινα τουσ hυπο νομον κερδησω • τοισ ανομοισ hωσ ανομοσ, (μη ων ανομοσ θεω αλλ εννομοσ χριστω), hινα κερδησω τουσ ανομουσ • εγενομην τοισ ασθενεσιν ασθενησ, hινα τουσ ασθενεισ κερδησω • τοισ πασιν γεγονα παντα, hινα παντωσ τινασ σωσω. παντα δε ποιω δια το ευαγγελιον, hινα συγκοινωνοσ αυτου γενωμαι. ουκ οιδατε hοτι hοι εν σταδιω τρεχοντεσ παντεσ μεν τρεχουσιν, hεισ δε λαμβανει το βραβειον; hουτωσ τρεχετε hινα καταλαβητε. πασ δε hο αγωνιζομενοσ παντα εγκρατευεται, εκεινοι μεν ουν hινα φθαρτον στεφανον λαβωσιν • hημεισ δε αφθαρτον. εγω τοινυν hουτωσ τρεχω hωσ ουκ αδηλωσ • hουτωσ πυκτευω hωσ ουκ αερα δερων • αλλ hυπωπιαζω μου το σωμα και δουλαγωγω, μηπωσ αλλοισ κηρυξασ αυτοσ αδοκιμοσ γενωμαι.

10

ου θελω γαρ hυμασ αγνοειν, αδελφοι, hοτι hοι πατερεσ hημων παντεσ hυπο την νεφελην ησαν και παντεσ δια τησ θαλασσησ διηλθον, και παντεσ εισ τον μωυσην εβαπτισαντο εν τη νεφελη και εν τη θαλασση, και παντεσ το αυτο βρωμα πνευματικον εφαγον, και παντεσ το αυτο πομα πνευματικον επιον, επινον γαρ εκ πνευματικησ ακολουθουσησ πετρασ, hη δε πετρα ην hο χριστοσ. αλλ ουκ εν τοισ πλειοσιν αυτων ευδοκησεν hο θεοσ • κατεστρωθησαν γαρ εν τη ερημω. ταυτα δε τυποι hημων εγενηθησαν, εισ το μη ειναι hημασ επιθυμητασ κακων, καθωσ κακεινοι επεθυμησαν. μηδε ειδωλολατραι γινεσθε, καθωσ τινεσ αυτων, hωσπερ γεγραπται • εκαθισεν hο λαοσ φαγειν και πιειν, και ανεστησαν παιζειν. μηδε πορνευωμεν, καθωσ τινεσ αυτων επορνευσαν και επεσαν εν μια hημερα εικοσι τρεισ χιλιαδεσ. μηδε εκπειραζωμεν τον χριστον, καθωσ τινεσ αυτων επειρασαν και hυπο των οφεων απωλοντο. μηδε γογγυζετε, καθωσ τινεσ αυτων εγογγυσαν και απωλοντο hυπο του ολοθρευτου. ταυτα δε παντα τυποι συνεβαινεν εκεινοισ, εγραφη δε προσ νουθεσιαν hημων, εισ hουσ τα τελη των αιωνων κατηντηκεν. hωστε hο δοκων hεσταναι βλεπετω μη πεση. πειρασμοσ hυμασ ουκ ειληφεν ει μη ανθρωπινοσ • πιστοσ δε hο θεοσ, hοσ ουκ εασει hυμασ πειρασθηναι hυπερ hο δυνασθε, αλλα ποιησει συν τω πειρασμω και την εκβασιν του δυνασθαι hυπενεγκειν. διοπερ, αγαπητοι μου, φευγετε απο τησ ειδωλολατρειασ. hωσ φρονιμοισ λεγω • κρινατε hυμεισ hο φημι. το ποτηριον τησ ευλογιασ hο ευλογουμεν, ουχι κοινωνια του hαιματοσ του χριστου εστιν; τον αρτον hον κλωμεν, ουχι κοινωνια του σωματοσ του χριστου εστιν; hοτι hεισ αρτοσ, hεν σωμα hοι πολλοι εσμεν, hοι γαρ παντεσ εκ του hενοσ αρτου μετεχομεν. βλεπετε τον ισραηλ κατα σαρκα • ουχ hοι εσθιοντεσ τασ θυσιασ κοινωνοι του θυσιαστηριου εισιν; τι ουν φημι; hοτι ειδωλοθυτον τι εστιν, η hοτι ειδωλον τι εστιν; αλλ hοτι hα θυουσιν τα εθνη, δαιμονιοισ θυουσιν και ου θεω • ου θελω δε hυμασ κοινωνουσ των δαιμονιων γινεσθαι. ου δυνασθε ποτηριον κυριου πινειν και ποτηριον δαιμονιων • ου δυνασθε τραπεζησ κυριου μετεχειν και τραπεζησ δαιμονιων. η παραζηλουμεν τον κυριον; μη ισχυροτεροι αυτου εσμεν; παντα εξεστιν, αλλ ου παντα συμφερει • παντα εξεστιν, αλλ ου παντα οικοδομει. μηδεισ το hεαυτου ζητειτω αλλα το του hετερου. παν το εν μακελλω πωλουμενον εσθιετε μηδεν ανακρινοντεσ δια την συνειδησιν, του γαρ κυριου hη γη και το πληρωμα αυτησ. ει δε τισ καλει hυμασ των απιστων και θελετε πορευεσθαι, παν το παρατιθεμενον hυμιν εσθιετε μηδεν ανακρινοντεσ δια την συνειδησιν. εαν δε τισ hυμιν ειπη • τουτο hιεροθυτον εστιν, μη εσθιετε δι εκεινον τον μηνυσαντα και την συνειδησιν. συνειδησιν δε λεγω ουχι την hεαυτου αλλα την του hετερου • hινα τι γαρ hη ελευθερια μου κρινεται hυπο αλλησ συνειδησεωσ; ει εγω χαριτι μετεχω, τι βλασφημουμαι hυπερ hου εγω ευχαριστω; ειτε ουν εσθιετε ειτε πινετε ειτε τι ποιειτε, παντα εισ δοξαν θεου ποιειτε. απροσκοποι γινεσθε και ιηhυδαιοισ και hελλησιν και τη εκκλησια του θεου • καθωσ καγω παντα πασιν αρεσκω μη ζητων το εμαυτου συμφορον αλλα το των πολλων, hινα σωθωσιν.

11

μιμηται μου γινεσθε, καθωσ καγω χριστου. επαινω δε hυμασ hοτι παντα μου μεμνησθε και καθωσ παρεδωκα hυμιν τασ παραδοσεισ κατεχετε. θελω δε hυμασ ειδεναι hοτι παντοσ ανδροσ hη κεφαλη hο χριστοσ εστιν • κεφαλη δε γυναικοσ hο ανηρ • κεφαλη δε του χριστου hο θεοσ. πασ ανηρ προσευχομενοσ η προφητευων κατα κεφαλησ εχων καταισχυνει την κεφαλην αυτου • πασα δε γυνη προσευχομενη η προφητευουσα ακατακαλυπτω τη κεφαλη καταισχυνει την κεφαλην αυτησ, hεν γαρ εστιν και το αυτο τη εξυρημενη. ει γαρ ου κατακαλυπτεται γυνη, και κειρασθω. ει δε αισχρον γυναικι το κειρασθαι η ξυρασθαι, κατακαλυπτεσθω. ανηρ μεν γαρ ουκ οφειλει κατακαλυπτεσθαι την κεφαλην, εικων και δοξα θεου hυπαρχων • γυνη δε δοξα ανδροσ εστιν. ου γαρ εστιν ανηρ εκ γυναικοσ, αλλα γυνη εξ ανδροσ • και γαρ ουκ εκτισθη ανηρ δια την γυναικα, αλλα γυνη δια τον ανδρα. δια τουτο οφειλει hη γυνη εξουσιαν εχειν επι τησ κεφαλησ δια τουσ αγγελουσ. πλην ουτε γυνη χωρισ ανδροσ ουτε ανηρ χωρισ γυναικοσ εν κυριω • hωσπερ γαρ hη γυνη εκ του ανδροσ, hουτωσ και hο ανηρ δια τησ γυναικοσ • τα δε παντα εκ του θεου. εν hυμιν αυτοισ κρινατε • πρεπον εστιν γυναικα ακατακαλυπτον τω θεω προσευχεσθαι; ουδε hη φυσισ αυτη διδασκει hυμασ hοτι ανηρ μεν εαν κομα ατιμια αυτω εστιν, γυνη δε εαν κομα, δοξα αυτη εστιν; hοτι hη κομη αντι περιβολαιου δεδοται αυτη. ει δε τισ δοκει φιλονεικοσ ειναι, hημεισ τοιαυτην συνηθειαν ουκ εχομεν, ουδε hαι εκκλησιαι του θεου. τουτο δε παραγγελλων ουκ επαινω hοτι ουκ εισ το κρεισσον αλλα εισ το hησσον συνερχεσθε. πρωτον μεν γαρ συνερχομενων hυμων εν εκκλησια ακουω σχισματα εν hυμιν hυπαρχειν, και μεροσ τι πιστευω • δει γαρ και hαιρεσεισ εν hυμιν ειναι, hινα hοι δοκιμοι φανεροι γενωνται εν hυμιν. συνερχομενων ουν hυμων επι το αυτο ουκ εστιν κυριακον δειπνον φαγειν • hεκαστοσ γαρ το ιδιον δειπνον προλαμβανει εν τω φαγειν, και hοσ μεν πεινα, hοσ δε μεθυει. μη γαρ οικιασ ουκ εχετε εισ το εσθιειν και πινειν; η τησ εκκλησιασ του θεου καταφρονειτε, και καταισχυνετε τουσ μη εχοντασ; τι ειπω hυμιν; επαινεσω hυμασ; εν τουτω ουκ επαινω. εγω γαρ παρελαβον απο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hο και παρεδωκα hυμιν, hοτι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα εν τη νυκτι hη παρεδιδετο ελαβεν αρτον και ευχαριστησασ εκλασεν και ειπεν • τουτο μου εστιν το σωμα το hυπερ hυμων • τουτο ποιειτε εισ την εμην αναμνησιν. hωσαυτωσ και το ποτηριον μετα το δειπνησαι λεγων • τουτο το ποτηριον hη καινη διαθηκη εστιν εν τω εμω hαιματι • τουτο ποιειτε, hοσακισ εαν πινητε, εισ την εμην αναμνησιν. hοσακισ γαρ αν εσθιητε τον αρτον τουτον και το ποτηριον πινητε, τον θανατον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καταγγελλετε, αχρισ hου ελθη. hωστε hοσ αν εσθιη τον αρτον η πινη το ποτηριον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αναξιωσ, ενοχοσ εσται του σωματοσ και του hαιματοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. δοκιμαζετω δε ανθρωποσ hεαυτον, και hουτωσ εκ του αρτου εσθιετω και εκ του ποτηριου πινετω • hο γαρ εσθιων και πινων κριμα hεαυτω εσθιει και πινει μη διακρινων το σωμα. δια τουτο εν hυμιν πολλοι ασθενεισ και αρρωστοι και κοιμωνται hικανοι. ει δε hεαυτουσ διεκρινομεν, ουκ αν εκρινομεθα • κρινομενοι δε hυπο κυριου παιδευομεθα, hινα μη συν τω κοσμω κατακριθωμεν. hωστε, αδελφοι μου, συνερχομενοι εισ το φαγειν αλληλουσ εκδεχεσθε • ει τισ πεινα, εν οικω εσθιετω, hινα μη εισ κριμα συνερχησθε. τα δε λοιπα hωσ αν ελθω διαταξομαι.

12

περι δε των πνευματικων, αδελφοι, ου θελω hυμασ αγνοειν. οιδατε hοτι hοτε εθνη ητε προσ τα ειδωλα τα αφωνα hωσ αν ηγεσθε απαγομενοι. διο γνωριζω hυμιν hοτι ουδεισ εν πνευματι θεου λαλων λεγει αναθεμα ιηhοσυα • και ουδεισ δυναται ειπειν • κυριοσ ιηhοσυα, ει μη εν πνευματι hαγιω. διαιρεσεισ δε χαρισματων εισιν, το δε αυτο πνευμα • και διαιρεσεισ διακονιων εισιν, και hο αυτοσ κυριοσ • και διαιρεσεισ ενεργηματων εισιν, hο δε αυτοσ θεοσ hο ενεργων τα παντα εν πασιν. hεκαστω δε διδοται hη φανερωσισ του πνευματοσ προσ το συμφερον. hω μεν γαρ δια του πνευματοσ διδοται λογοσ σοφιασ • αλλω δε λογοσ γνωσεωσ κατα το αυτο πνευμα • hετερω δε πιστισ εν τω αυτω πνευματι • αλλω δε χαρισματα ιαματων εν τω αυτω πνευματι • αλλω δε ενεργηματα δυναμεων • αλλω δε προφητεια • αλλω δε διακρισεισ πνευματων • hετερω δε γενη γλωσσων • αλλω δε hερμηνεια γλωσσων. παντα δε ταυτα ενεργει το hεν και το αυτο πνευμα, διαιρουν ιδια hεκαστω καθωσ βουλεται. καθαπερ γαρ το σωμα hεν εστιν και μελη εχει πολλα, παντα δε τα μελη του σωματοσ πολλα οντα hεν εστιν σωμα, hουτωσ και hο χριστοσ. και γαρ εν hενι πνευματι hημεισ παντεσ εισ hεν σωμα εβαπτισθημεν, ειτε ιηhυδαιοι ειτε hελληνεσ, ειτε δουλοι ειτε ελευθεροι • και παντεσ εισ hεν πνευμα εποτισθημεν. και γαρ το σωμα ουκ εστιν hεν μελοσ αλλα πολλα. εαν ειπη hο πουσ hοτι ουκ ειμι χειρ, ουκ ειμι εκ του σωματοσ, ου παρα τουτο ουκ εστιν εκ του σωματοσ; και εαν ειπη το ουσ hοτι ουκ ειμι οφθαλμοσ, ουκ ειμι εκ του σωματοσ, ου παρα τουτο ουκ εστιν εκ του σωματοσ; ει hολον το σωμα οφθαλμοσ, που hη ακοη; ει hολον ακοη, που hη οσφρησισ; νυνι δε hο θεοσ εθετο τα μελη, hεν hεκαστον αυτων εν τω σωματι καθωσ ηθελησεν. ει δε ην τα παντα hεν μελοσ, που το σωμα; νυν δε πολλα μεν μελη, hεν δε σωμα. ου δυναται hο οφθαλμοσ ειπειν τη χειρι χρειαν σου ουκ εχω • η παλιν hη κεφαλη τοισ ποσιν χρειαν hυμων ουκ εχω • αλλα πολλω μαλλον τα δοκουντα μελη του σωματοσ ασθενεστερα hυπαρχειν αναγκαια εστιν • και hα δοκουμεν ατιμοτερα ειναι του σωματοσ, τουτοισ τιμην περισσοτεραν περιτιθεμεν • και τα ασχημονα hημων ευσχημοσυνην περισσοτεραν εχει, τα δε ευσχημονα hημων ου χρειαν εχει. αλλα hο θεοσ συνεκερασεν το σωμα, τω hυστερουντι περισσοτεραν δουσ τιμην, hινα μη η σχισμα εν τω σωματι, αλλα το αυτο hυπερ αλληλων μεριμνωσιν τα μελη. και ειτε πασχει hεν μελοσ, συνπασχει παντα τα μελη • ειτε δοξαζεται hεν μελοσ, συνχαιρει παντα τα μελη. hυμεισ δε εστε σωμα χριστου και μελη εκ μερουσ. και hουσ μεν εθετο hο θεοσ εν τη εκκλησια πρωτον αποστολουσ, δευτερον προφητασ, τριτον διδασκαλουσ, επειτα δυναμεισ, επειτα χαρισματα ιαματων, αντιλημψεισ, κυβερνησεισ, γενη γλωσσων. μη παντεσ αποστολοι; μη παντεσ προφηται; μη παντεσ διδασκαλοι; μη παντεσ δυναμεισ; μη παντεσ χαρισματα εχουσιν ιαματων; μη παντεσ γλωσσαισ λαλουσιν; μη παντεσ διερμηνευουσιν; ζηλουτε δε τα χαρισματα τα μειζονα • και ετι καθ hυπερβολην hοδον hυμιν δεικνυμι.

13

εαν ταισ γλωσσαισ των ανθρωπων λαλω και των αγγελων, αγαπην δε μη εχω, γεγονα χαλκοσ ηχων η κυμβαλον αλαλαζον. και εαν εχω προφητειαν και ειδω τα μυστηρια παντα και πασαν την γνωσιν, και εαν εχω πασαν την πιστιν hωστε ορη μεθισταναι, αγαπην δε μη εχω, ουδεν ειμι. και εαν ψωμισω παντα τα hυπαρχοντα μου, και εαν παραδω το σωμα μου hινα καυθησωμαι, αγαπην δε μη εχω, ουδεν ωφελουμαι. hη αγαπη μακροθυμει • χρηστευεται • hη αγαπη ου ζηλοι • hη αγαπη ου περπερευεται • ου φυσιουται • ουκ ασχημονει • ου ζητει τα hεαυτησ • ου παροξυνεται • ου λογιζεται το κακον • ου χαιρει επι τη αδικια, συνχαιρει δε τη αληθεια • παντα στεγει, παντα πιστευει, παντα ελπιζει, παντα hυπομενει. hη αγαπη ουδεποτε εκπιπτει. ειτε δε προφητειαι; καταργηθησονται • ειτε γλωσσαι; παυσονται • ειτε γνωσισ; καταργηθησεται. εκ μερουσ γαρ γινωσκομεν και εκ μερουσ προφητευομεν • hοταν δε ελθη το τελειον, το εκ μερουσ καταργηθησεται. hοτε ημην νηπιοσ, hωσ νηπιοσ ελαλουν, hωσ νηπιοσ εφρονουν, hωσ νηπιοσ ελογιζομην • hοτε γεγονα ανηρ, κατηργηκα τα του νηπιου. βλεπομεν γαρ αρτι δι εσοπτρου εν αινιγματι, τοτε δε προσωπον προσ προσωπον • αρτι γινωσκω εκ μερουσ, τοτε δε επιγνωσομαι καθωσ και επεγνωσθην. νυνι δε μενει πιστισ, ελπισ, αγαπη, τα τρια ταυτα • μειζων δε τουτων hη αγαπη.

14

διωκετε την αγαπην, ζηλουτε δε τα πνευματικα, μαλλον δε hινα προφητευητε. hο γαρ λαλων γλωσση ουκ ανθρωποισ λαλει αλλα τω θεω, ουδεισ γαρ ακουει • πνευματι δε λαλει μυστηρια. hο δε προφητευων ανθρωποισ λαλει οικοδομην και παρακλησιν και παραμυθιαν. hο λαλων γλωσση hεαυτον οικοδομει • hο δε προφητευων εκκλησιαν οικοδομει. θελω δε παντασ hυμασ λαλειν γλωσσαισ, μαλλον δε hινα προφητευητε • μειζων δε hο προφητευων η hο λαλων γλωσσαισ, εκτοσ ει μη διερμηνευη, hινα hη εκκλησια οικοδομην λαβη. νυν δε, αδελφοι, εαν ελθω προσ hυμασ γλωσσαισ λαλων, τι hυμασ ωφελησω εαν μη hυμιν λαλησω η εν αποκαλυψει η εν γνωσει η εν προφητεια η εν διδαχη; hομωσ τα αψυχα φωνην διδοντα, ειτε αυλοσ ειτε κιθαρα, εαν διαστολην τοισ φθογγοισ μη δω, πωσ γνωσθησεται το αυλουμενον η το κιθαριζομενον; και γαρ εαν αδηλον φωνην σαλπιγξ δω, τισ παρασκευασεται εισ πολεμον; hουτωσ και hυμεισ δια τησ γλωσσησ εαν μη ευσημον λογον δωτε, πωσ γνωσθησεται το λαλουμενον; εσεσθε γαρ εισ αερα λαλουντεσ. τοσαυτα ει τυχοι γενη φωνων εισιν εν κοσμω, και ουδεν αυτων αφωνον • εαν ουν μη ειδω την δυναμιν τησ φωνησ, εσομαι τω λαλουντι βαρβαροσ και hο λαλων εν εμοι βαρβαροσ. hουτωσ και hυμεισ, επει ζηλωται εστε πνευματων, προσ την οικοδομην τησ εκκλησιασ ζητειτε hινα περισσευητε. διοπερ hο λαλων γλωσση προσευχεσθω hινα διερμηνευη. εαν γαρ προσευχωμαι γλωσση, το πνευμα μου προσευχεται, hο δε νουσ μου ακαρποσ εστιν. τι ουν εστιν; προσευξομαι τω πνευματι, προσευξομαι δε και τω νοι • ψαλω τω πνευματι, ψαλω δε και τω νοι. επει εαν ευλογησησ πνευματι, hο αναπληρων τον τοπον του ιδιωτου πωσ ερει το αμην επι τη ση ευχαριστια, επειδη τι λεγεισ ουκ οιδεν; συ μεν γαρ καλωσ ευχαριστεισ • αλλ hο hετεροσ ουκ οικοδομειται. ευχαριστω τω θεω, παντων hυμων μαλλον γλωσση λαλω • αλλ εν εκκλησια θελω πεντε λογουσ τω νοι μου λαλησαι, hινα και αλλουσ κατηχησω, η μυριουσ λογουσ εν γλωσση. αδελφοι, μη παιδια γινεσθε ταισ φρεσιν, αλλα τη κακια νηπιαζετε • ταισ δε φρεσιν τελειοι γινεσθε. εν τω νομω γεγραπται hοτι εν hετερογλωσσοισ και εν χειλεσιν hετεροισ λαλησω τω λαω τουτω • και ουδ hουτωσ εισακουσονται μου, λεγει κυριοσ. hωστε hαι γλωσσαι εισ σημειον εισιν ου τοισ πιστευουσιν αλλα τοισ απιστοισ • hη δε προφητεια ου τοισ απιστοισ αλλα τοισ πιστευουσιν. εαν ουν συνελθη hη εκκλησια hολη επι το αυτο και παντεσ γλωσσαισ λαλωσιν, εισελθωσιν δε ιδιωται η απιστοι, ουκ ερουσιν hοτι μαινεσθε; εαν δε παντεσ προφητευωσιν, εισελθη δε τισ απιστοσ η ιδιωτησ, ελεγχεται hυπο παντων, ανακρινεται hυπο παντων • τα κρυπτα τησ καρδιασ αυτου φανερα γινεται • και hουτωσ πεσων επι προσωπον προσκυνησει τω θεω απαγγελλων hοτι οντωσ hο θεοσ εν hυμιν εστιν. τι ουν εστιν, αδελφοι; hοταν συνερχησθε, hεκαστοσ hυμων ψαλμον εχει, διδαχην εχει, γλωσσαν εχει, αποκαλυψιν εχει, hερμηνειαν εχει • παντα προσ οικοδομην γινεσθω. ειτε γλωσση τισ λαλει, κατα δυο η το πλειστον τρεισ, και ανα μεροσ, και hεισ διερμηνευετω • εαν δε μη η διερμηνευτησ, σιγατω εν εκκλησια, hεαυτω δε λαλειτω και τω θεω • προφηται δε δυο η τρεισ λαλειτωσαν, και hοι αλλοι διακρινετωσαν • εαν δε αλλω αποκαλυφθη καθημενω, hο πρωτοσ σιγατω. δυνασθε γαρ καθ hενα παντεσ προφητευειν, hινα παντεσ μανθανωσιν και παντεσ παρακαλωνται. και πνευματα προφητων προφηταισ hυποτασσεται. ου γαρ εστιν ακαταστασιασ hο θεοσ αλλα ειρηνησ, hωσ εν πασαισ ταισ εκκλησιαισ των hαγιων. hαι γυναικεσ hυμων εν ταισ εκκλησιαισ σιγατωσαν, ου γαρ επιτρεπεται αυταισ λαλειν • αλλ hυποτασσεσθωσαν, καθωσ και hο νομοσ λεγει. ει δε τι μαθειν θελουσιν, εν οικω τουσ ιδιουσ ανδρασ επερωτατωσαν, αισχρον γαρ εστιν γυναικι εν εκκλησια λαλειν. η αφ hυμων hο λογοσ του θεου εξηλθεν, η εισ hυμασ μονουσ κατηντησεν; ει τισ δοκει προφητησ ειναι η πνευματικοσ, επιγινωσκετω hα γραφω hυμιν hοτι κυριου εστιν εντολη. ει δε τισ αγνοει, αγνοειτω. hωστε, αδελφοι, ζηλουτε το προφητευειν, και το λαλειν γλωσσαισ μη κωλυετε. παντα δε ευσχημονωσ και κατα ταξιν γινεσθω.

15

γνωριζω δε hυμιν, αδελφοι, το ευαγγελιον hο ευηγγελισαμην hυμιν, hο και παρελαβετε, εν hω και hεστηκατε, δι hου και σωζεσθε, τινι λογω ευηγγελισαμην hυμιν ει κατεχετε, εκτοσ ει μη εικη επιστευσατε. παρεδωκα γαρ hυμιν εν πρωτοισ, hο και παρελαβον, hοτι χριστοσ απεθανεν hυπερ των hαμαρτιων hημων κατα τασ γραφασ, και hοτι εταφη, και hοτι εγηγερται τη τριτη hημερα κατα τασ γραφασ • και hοτι ωφθη κηφα, ειτα τοισ δωδεκα. επειτα ωφθη επανω πεντακοσιοισ αδελφοισ εφαπαξ, εξ hων hοι πλειονεσ μενουσιν hεωσ αρτι, τινεσ δε και εκοιμηθησαν. επειτα ωφθη ιακωβω, ειτα τοισ αποστολοισ πασιν • εσχατον δε παντων hωσπερει τω εκτρωματι ωφθη καμοι. εγω γαρ ειμι hο ελαχιστοσ των αποστολων, hοσ ουκ ειμι hικανοσ καλεισθαι αποστολοσ, διοτι εδιωξα την εκκλησιαν του θεου. χαριτι δε θεου ειμι hο ειμι • και hη χαρισ αυτου hη εισ εμε ου κενη εγενηθη, αλλα περισσοτερον αυτων παντων εκοπιασα, ουκ εγω δε αλλ hη χαρισ του θεου hη συν εμοι. ειτε ουν εγω ειτε εκεινοι, hουτωσ κηρυσσομεν και hουτωσ επιστευσατε. ει δε χριστοσ κηρυσσεται hοτι εκ νεκρων εγηγερται, πωσ λεγουσιν εν hυμιν τινεσ hοτι αναστασισ νεκρων ουκ εστιν; ει δε αναστασισ νεκρων ουκ εστιν, ουδε χριστοσ εγηγερται • ει δε χριστοσ ουκ εγηγερται, κενον αρα και το κηρυγμα hημων, κενη δε και hη πιστισ hυμων • hευρισκομεθα δε και ψευδομαρτυρεσ του θεου, hοτι εμαρτυρησαμεν κατα του θεου hοτι ηγειρεν τον χριστον, hον ουκ ηγειρεν ειπερ αρα νεκροι ουκ εγειρονται. ει γαρ νεκροι ουκ εγειρονται, ουδε χριστοσ εγηγερται • ει δε χριστοσ ουκ εγηγερται, ματαια hη πιστισ hυμων, ετι εστε εν ταισ hαμαρτιαισ hυμων • αρα και hοι κοιμηθεντεσ εν χριστω απωλοντο. ει εν τη ζωη ταυτη εν χριστω ηλπικοτεσ εσμεν μονον, ελεεινοτεροι παντων ανθρωπων εσμεν. (νυνι δε χριστοσ εγηγερται εκ νεκρων, απαρχη των κεκοιμημενων. επειδη γαρ δι ανθρωπου hο θανατοσ, και δι ανθρωπου αναστασισ νεκρων • hωσπερ γαρ εν τω αδαμ παντεσ αποθνησκουσιν, hουτωσ και εν τω χριστω παντεσ ζωοποιηθησονται • hεκαστοσ δε εν τω ιδιω ταγματι • απαρχη χριστοσ • επειτα hοι του χριστου εν τη παρουσια αυτου • ειτα το τελοσ, hοταν παραδω την βασιλειαν τω θεω και πατρι, hοταν καταργηση πασαν αρχην και πασαν εξουσιαν και δυναμιν. δει γαρ αυτον βασιλευειν αχρι hου θη παντασ τουσ εχθρουσ hυπο τουσ ποδασ αυτου • εσχατοσ εχθροσ καταργειται hο θανατοσ. παντα γαρ hυπεταξεν hυπο τουσ ποδασ αυτου. hοταν δε ειπη hοτι παντα hυποτετακται, δηλον hοτι εκτοσ του hυποταξαντοσ αυτω τα παντα. hοταν δε hυποταγη αυτω τα παντα, τοτε και αυτοσ hο hυιοσ hυποταγησεται τω hυποταξαντι αυτω τα παντα, hινα η hο θεοσ τα παντα εν πασιν). επει τι ποιηhοσυασιν hοι βαπτιζομενοι hυπερ των νεκρων; ει hολωσ νεκροι ουκ εγειρονται; τι και βαπτιζονται hυπερ αυτων; τι και hημεισ κινδυνευομεν πασαν hωραν; καθ hημεραν αποθνησκω, νη την hυμετεραν καυχησιν, hην εχω εν χριστω ιηhοσυα τω κυριω hημων. ει κατα ανθρωπον εθηριομαχησα εν εφεσω, τι μοι το οφελοσ, ει νεκροι ουκ εγειρονται; φαγωμεν και πιωμεν, αυριον γαρ αποθνησκομεν. μη πλανασθε • φθειρουσιν ηθη χρηστα hομιλιαι κακαι. εκνηψατε δικαιωσ και μη hαμαρτανετε • αγνωσιαν γαρ θεου τινεσ εχουσιν, προσ εντροπην hυμιν λεγω. αλλ ερει τισ • πωσ εγειρονται hοι νεκροι; ποιω δε σωματι ερχονται; αφρων, συ hο σπειρεισ, ου ζωοποιειται εαν μη αποθανη • και hο σπειρεισ, ου το σωμα το γενησομενον σπειρεισ, αλλα γυμνον κοκκον ει τυχοι σιτου η τινοσ των λοιπων • hο δε θεοσ αυτω διδωσιν σωμα καθωσ ηθελησεν, και hεκαστω των σπερματων το ιδιον σωμα. ου πασα σαρξ hη αυτη σαρξ • αλλα αλλη μεν ανθρωπων, αλλη δε σαρξ κτηνων, αλλη δε πτηνων, αλλη δε ιχθυων • και σωματα επουρανια, και σωματα επιγεια • αλλ hετερα μεν hη των επουρανιων δοξα, hετερα δε hη των επιγειων • αλλη δοξα hηλιου, και αλλη δοξα σεληνησ, και αλλη δοξα αστερων, αστηρ γαρ αστεροσ διαφερει εν δοξη. hουτωσ και hη αναστασισ των νεκρων • σπειρεται εν φθορα, εγειρεται εν αφθαρσια • σπειρεται εν ατιμια, εγειρεται εν δοξη • σπειρεται εν ασθενεια, εγειρεται εν δυναμει • σπειρεται σωμα ψυχικον, εγειρεται σωμα πνευματικον. ει εστιν σωμα ψυχικον, εστιν και πνευματικον • hουτωσ και γεγραπται • εγενετο hο πρωτοσ ανθρωποσ αδαμ εισ ψυχην ζωσαν, hο εσχατοσ αδαμ εισ πνευμα ζωοποιουν. αλλ ου πρωτον το πνευματικον αλλα το ψυχικον • επειτα το πνευματικον. hο πρωτοσ ανθρωποσ εκ γησ, χοικοσ • hο δευτεροσ ανθρωποσ εξ ουρανου. hοιοσ hο χοικοσ, τοιουτοι και hοι χοικοι • και hοιοσ hο επουρανιοσ, τοιουτοι και hοι επουρανιοι. και καθωσ εφορεσαμεν την εικονα του χοικου, φορεσομεν και την εικονα του επουρανιου. τουτο δε φημι, αδελφοι, hοτι σαρξ και hαιμα βασιλειαν θεου κληρονομησαι ου δυναται, ουδε hη φθορα την αφθαρσιαν κληρονομει. ιδου μυστηριον hυμιν λεγω • παντεσ μεν ου κοιμηθησομεθα, παντεσ δε αλλαγησομεθα • εν ατομω, εν ριπη οφθαλμου, εν τη εσχατη σαλπιγγι, σαλπισει γαρ και hοι νεκροι εγερθησονται αφθαρτοι και hημεισ αλλαγησομεθα. δει γαρ το φθαρτον τουτο ενδυσασθαι αφθαρσιαν και το θνητον τουτο ενδυσασθαι αθανασιαν. hοταν δε το φθαρτον τουτο ενδυσηται αφθαρσιαν και το θνητον τουτο ενδυσηται αθανασιαν, τοτε γενησεται hο λογοσ hο γεγραμμενοσ • κατεποθη hο θανατοσ εισ νικοσ. που σου θανατε το κεντρον; που σου θανατε το νικοσ; το δε κεντρον του θανατου hη hαμαρτια • hη δε δυναμισ τησ hαμαρτιασ hο νομοσ. τω δε θεω χαρισ τω διδοντι hημιν το νικοσ δια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου. hωστε, αδελφοι μου αγαπητοι, hεδραιοι γινεσθε, αμετακινητοι, περισσευοντεσ εν τω εργω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh παντοτε, ειδοτεσ hοτι hο κοποσ hυμων ουκ εστιν κενοσ εν κυριω.

16

περι δε τησ λογιασ τησ εισ τουσ hαγιουσ, hωσπερ διεταξα ταισ εκκλησιαισ τησ γαλατιασ, hουτωσ και hυμεισ ποιησατε. κατα μιαν σαββατου hεκαστοσ hυμων παρ hεαυτω τιθετω θησαυριζων hο τι εαν ευοδωται, hινα μη hοταν ελθω τοτε λογιαι γινωνται. hοταν δε παραγενωμαι, hουσ εαν δοκιμασητε, δι επιστολων τουτουσ πεμψω απενεγκειν την χαριν hυμων εισ hιερουσαλημ. εαν δε η αξιον του καμε πορευεσθαι, συν εμοι πορευσονται. ελευσομαι δε προσ hυμασ hοταν μακεδονιαν διελθω, μακεδονιαν γαρ διερχομαι • προσ hυμασ δε τυχον παραμενω η και παραχειμασω, hινα hυμεισ με προπεμψητε hου εαν πορευωμαι • ου θελω γαρ hυμασ αρτι εν παροδω ιδειν, ελπιζω γαρ χρονον τινα επιμειναι προσ hυμασ, εαν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh επιτρεψη. επιμενω δε εν εφεσω hεωσ τησ πεντηκοστησ • θυρα γαρ μοι ανεωγεν μεγαλη και ενεργησ, και αντικειμενοι πολλοι. εαν δε ελθη τιμοθεοσ, βλεπετε hινα αφοβωσ γενηται προσ hυμασ, το γαρ εργον κυριου εργαζεται hωσ καγω. μη τισ ουν αυτον εξουθενηση • προπεμψατε δε αυτον εν ειρηνη, hινα ελθη προσ με, εκδεχομαι γαρ αυτον μετα των αδελφων. περι δε αππολω του αδελφου, πολλα παρεκαλεσα αυτον hινα ελθη προσ hυμασ μετα των αδελφων, και παντωσ ουκ ην θελημα hινα νυν ελθη • ελευσεται δε hοταν ευκαιρηση. γρηγορειτε, στηκετε εν τη πιστει • ανδριζεσθε, κραταιουσθε. παντα hυμων εν αγαπη γινεσθω. παρακαλω δε hυμασ, αδελφοι, (οιδατε την οικιαν στεφανα, hοτι εστιν απαρχη τησ αχαιασ και εισ διακονιαν τοισ hαγιοισ εταξαν hεαυτουσ), hινα και hυμεισ hυποτασσησθε τοισ τοιουτοισ και παντι τω συνεργουντι και κοπιωντι. χαιρω δε επι τη παρουσια στεφανα και φορτουνατου και αχαικου, hοτι το hυμετερον hυστερημα αυτοι ανεπληρωσαν • ανεπαυσαν γαρ το εμον πνευμα και το hυμων • επιγινωσκετε ουν τουσ τοιουτουσ. ασπαζονται hυμασ hαι εκκλησιαι τησ ασιασ. ασπαζεται hυμασ εν κυριω πολλα ακυλασ και πρισκιλλα συν τη κατ οικον αυτων εκκλησια. ασπαζονται hυμασ hοι αδελφοι παντεσ. ασπασασθε αλληλουσ εν φιληματι hαγιω. hο ασπασμοσ τη εμη χειρι παυλου. ει τισ ου φιλει τον κυριον [ιηhοσυα χριστον], ητω αναθεμα, μαραναθα. hη χαρισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα χριστου μεθ hυμων. hη αγαπη μου μετα παντων hυμων εν χριστω ιηhοσυα. αμην.

κορινθιουσ β’

1

παυλοσ αποστολοσ ιηhοσυα χριστου δια θεληματοσ θεου και τιμοθεοσ hο αδελφοσ τη εκκλησια του θεου τη ουση εν κορινθω συν τοισ hαγιοισ πασιν τοισ ουσιν εν hολη τη αχαια • χαρισ hυμιν και ειρηνη απο θεου πατροσ hημων και κυριου ιηhοσυα χριστου. ευλογητοσ hο θεοσ και πατηρ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, hο πατηρ των οικτιρμων και θεοσ πασησ παρακλησεωσ, hο παρακαλων hημασ επι παση τη θλιψει hημων, εισ το δυνασθαι hημασ παρακαλειν τουσ εν παση θλιψει δια τησ παρακλησεωσ hησ παρακαλουμεθα αυτοι hυπο του θεου. hοτι καθωσ περισσευει τα παθηματα του χριστου εισ hημασ, hουτωσ δια του χριστου περισσευει και hη παρακλησισ hημων. ειτε δε θλιβομεθα, hυπερ τησ hυμων παρακλησεωσ και σωτηριασ τησ ενεργουμενησ εν hυπομονη των αυτων παθηματων hων και hημεισ πασχομεν, (και hη ελπισ hημων βεβαια hυπερ hυμων) • ειτε παρακαλουμεθα, hυπερ τησ hυμων παρακλησεωσ και σωτηριασ • ειδοτεσ hοτι hωσ κοινωνοι εστε των παθηματων, hουτωσ και τησ παρακλησεωσ. ου γαρ θελομεν hυμασ αγνοειν, αδελφοι, περι τησ θλιψεωσ hημων τησ γενομενησ [hημιν] εν τη ασια, hοτι καθ hυπερβολην εβαρηθημεν, hυπερ δυναμιν, hωστε εξαπορηθηναι hημασ και του ζην. αλλα αυτοι εν hεαυτοισ το αποκριμα του θανατου εσχηκαμεν, hινα μη πεποιθοτεσ ωμεν εφ hεαυτοισ αλλ επι τω θεω τω εγειροντι τουσ νεκρουσ, hοσ εκ τηλικουτου θανατου ερρυσατο hημασ και ρυεται • εισ hον ηλπικαμεν hοτι και ετι ρυσεται, συνυπουργουντων και hυμων hυπερ hημων τη δεησει, hινα εκ πολλων προσωπων το εισ hημασ χαρισμα δια πολλων ευχαριστηθη hυπερ hημων. hη γαρ καυχησισ hημων hαυτη εστιν, το μαρτυριον τησ συνειδησεωσ hημων hοτι εν hαπλοτητι και ειλικρινεια του θεου, ουκ εν σοφια σαρκικη αλλ εν χαριτι θεου, ανεστραφημεν εν τω κοσμω, περισσοτερωσ δε προσ hυμασ. ου γαρ αλλα γραφομεν hυμιν αλλ η hα αναγινωσκετε η και επιγινωσκετε, ελπιζω δε hοτι hεωσ τελουσ επιγνωσεσθε, καθωσ και επεγνωτε hημασ απο μερουσ, hοτι καυχημα hυμων εσμεν καθαπερ και hυμεισ hημων εν τη hημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα. και ταυτη τη πεποιθησει εβουλομην προτερον ελθειν προσ hυμασ, hινα δευτεραν χαριν σχητε, και δι hυμων διελθειν εισ μακεδονιαν, και παλιν απο μακεδονιασ ελθειν προσ hυμασ • και hυφ hυμων προπεμφθηναι εισ την ιηhυδαιαν. τουτο ουν βουλευομενοσ μητι αρα τη ελαφρια εχρησαμην; η hα βουλευομαι κατα σαρκα βουλευομαι, hινα η παρ εμοι το ναι ναι και το ου ου; πιστοσ δε hο θεοσ hοτι hο λογοσ hημων hο προσ hυμασ ουκ εστιν ναι και ου. hο γαρ του θεου hυιοσ ιηhοσυα χριστοσ hο εν hυμιν δι hημων κηρυχθεισ, δι εμου και σιλουανου και τιμοθεου, ουκ εγενετο ναι και ου, αλλα ναι εν αυτω γεγονεν • hοσαι γαρ επαγγελιαι θεου, εν αυτω το ναι και εν αυτω το αμην, τω θεω προσ δοξαν δι hημων. hο δε βεβαιων hημασ συν hυμιν εισ χριστον και χρισασ hημασ θεοσ, hο και σφραγισαμενοσ hημασ και δουσ τον αρραβωνα του πνευματοσ εν ταισ καρδιαισ hημων. εγω δε μαρτυρα τον θεον επικαλουμαι επι την εμην ψυχην, hοτι φειδομενοσ hυμων ουκετι ηλθον εισ κορινθον, ουχ hοτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυομεν hυμων τησ πιστεωσ, αλλα συνεργοι εσμεν τησ χαρασ hυμων • τη γαρ πιστει hεστηκατε.

2

εκρινα δε εμαυτω τουτο, το μη παλιν εν λυπη προσ hυμασ ελθειν. ει γαρ εγω λυπω hυμασ, και τισ εστιν hο ευφραινων με ει μη hο λυπουμενοσ εξ εμου; και εγραψα τουτο αυτο hινα μη ελθων λυπην σχω αφ hων εδει με χαιρειν, πεποιθωσ επι παντασ hυμασ hοτι hη εμη χαρα παντων hυμων εστιν • εκ γαρ πολλησ θλιψεωσ και συνοχησ καρδιασ εγραψα hυμιν δια πολλων δακρυων, ουχ hινα λυπηθητε, αλλα την αγαπην hινα γνωτε hην εχω περισσοτερωσ εισ hυμασ. ει δε τισ λελυπηκεν, ουκ εμε λελυπηκεν, αλλα απο μερουσ, (hινα μη επιβαρω), παντασ hυμασ. hικανον τω τοιουτω hη επιτιμια hαυτη hη hυπο των πλειονων, hωστε τουναντιον μαλλον hυμασ χαρισασθαι και παρακαλεσαι, μηπωσ τη περισσοτερα λυπη καταποθη hο τοιουτοσ. διο παρακαλω hυμασ κυρωσαι εισ αυτον αγαπην. εισ τουτο γαρ και εγραψα, hινα γνω την δοκιμην hυμων, ει εισ παντα hυπηκοοι εστε. hω δε τι χαριζεσθε, καγω • και γαρ εγω hο κεχαρισμαι, ει τι κεχαρισμαι, δι hυμασ εν προσωπω χριστου • hινα μη πλεονεκτηθωμεν hυπο του σατανα, ου γαρ αυτου τα νοηματα αγνοουμεν. ελθων δε εισ την τρωαδα εισ το ευαγγελιον του χριστου, και θυρασ μοι ανεωγμενησ εν κυριω, ουκ εσχηκα ανεσιν τω πνευματι μου τω μη hευρειν με τιτον τον αδελφον μου • αλλα αποταξαμενοσ αυτοισ εξηλθον εισ μακεδονιαν. τω δε θεω χαρισ τω παντοτε θριαμβευοντι hημασ εν τω χριστω και την οσμην τησ γνωσεωσ αυτου φανερουντι δι hημων εν παντι τοπω. hοτι χριστου ευωδια εσμεν τω θεω εν τοισ σωζομενοισ και εν τοισ απολλυμενοισ • hοισ μεν οσμη εκ θανατου εισ θανατον, hοισ δε οσμη εκ ζωησ εισ ζωην. και προσ ταυτα τισ hικανοσ; ου γαρ εσμεν hωσ hοι πολλοι καπηλευοντεσ τον λογον του θεου • αλλ hωσ εξ ειλικρινειασ, αλλ hωσ εκ θεου κατενωπιον του θεου εν χριστω λαλουμεν.

3

αρχομεθα παλιν hεαυτουσ συνιστανειν; η μη χρηζομεν hωσ τινεσ συστατικων επιστολων προσ hυμασ η εξ hυμων συστατικων; hη επιστολη hημων hυμεισ εστε, ενγεγραμμενη εν ταισ καρδιαισ hημων, γινωσκομενη και αναγινωσκομενη hυπο παντων ανθρωπων • φανερουμενοι hοτι εστε επιστολη χριστου διακονηθεισα hυφ hημων, ενγεγραμμενη ου μελανι αλλα πνευματι θεου ζωντοσ, ουκ εν πλαξιν λιθιναισ αλλ εν πλαξιν καρδιαισ σαρκιναισ. πεποιθησιν δε τοιαυτην εχομεν δια του χριστου προσ τον θεον • ουχ hοτι hικανοι εσμεν λογισασθαι τι αφ hεαυτων hωσ εξ hεαυτων, αλλ hη hικανοτησ hημων εκ του θεου, hοσ και hικανωσεν hημασ διακονουσ καινησ διαθηκησ, ου γραμματοσ αλλα πνευματοσ, το γαρ γραμμα αποκτεννει, το δε πνευμα ζωοποιει. (ει δε hη διακονια του θανατου εν γραμμασιν εντετυπωμενη λιθοισ εγενηθη εν δοξη, hωστε μη δυνασθαι ατενισαι τουσ hυιουσ ισραηλ εισ το προσωπον μωυσεωσ δια την δοξαν του προσωπου αυτου την καταργουμενην, πωσ ουχι μαλλον hη διακονια του πνευματοσ εσται εν δοξη; ει γαρ hη διακονια τησ κατακρισεωσ δοξα, πολλω μαλλον περισσευει hη διακονια τησ δικαιοσυνησ εν δοξη. και γαρ ου δεδοξασται το δεδοξασμενον εν τουτω τω μερει hεινεκεν τησ hυπερβαλλουσησ δοξησ. ει γαρ το καταργουμενον δια δοξησ, πολλω μαλλον το μενον εν δοξη. εχοντεσ ουν τοιαυτην ελπιδα πολλη παρρησια χρωμεθα • και ου καθαπερ μωυσησ ετιθει καλυμμα επι το προσωπον αυτου, προσ το μη ατενισαι τουσ hυιουσ ισραηλ εισ το τελοσ του καταργουμενου. αλλ επωρωθη τα νοηματα αυτων, αχρι γαρ τησ σημερον hημερασ το αυτο καλυμμα επι τη αναγνωσει τησ παλαιασ διαθηκησ μενει, μη ανακαλυπτομενον hοτι εν χριστω καταργειται. αλλ hεωσ σημερον hηνικα αναγινωσκηται μωυσησ καλυμμα επι την καρδιαν αυτων κειται • hηνικα δ αν επιστρεψη προσ κυριον, περιαιρειται το καλυμμα). hο δε κυριοσ το πνευμα εστιν • hου δε το πνευμα κυριου, ελευθερια. hημεισ δε παντεσ ανακεκαλυμμενω προσωπω την δοξαν κυριου κατοπτριζομενοι την αυτην εικονα μεταμορφουμεθα απο δοξησ εισ δοξαν, καθαπερ απο κυριου πνευματοσ.

4

δια τουτο εχοντεσ την διακονιαν ταυτην, καθωσ ηλεηθημεν, ουκ εγκακουμεν, αλλα απειπαμεθα τα κρυπτα τησ αισχυνησ, μη περιπατουντεσ εν πανουργια μηδε δολουντεσ τον λογον του θεου, αλλα τη φανερωσει τησ αληθειασ συνισταντεσ hεαυτουσ προσ πασαν συνειδησιν ανθρωπων ενωπιον του θεου • ει δε και εστιν κεκαλυμμενον το ευαγγελιον hημων, εν τοισ απολλυμενοισ εστιν κεκαλυμμενον, εν hοισ hο θεοσ του αιωνοσ τουτου ετυφλωσεν τα νοηματα των απιστων εισ το μη αυγασαι τον φωτισμον του ευαγγελιου τησ δοξησ του χριστου, hοσ εστιν εικων του θεου. ου γαρ hεαυτουσ κηρυσσομεν αλλα χριστον ιηhοσυα κυριον, hεαυτουσ δε δουλουσ hυμων δια ιηhοσυα. hοτι hο θεοσ hο ειπων εκ σκοτουσ φωσ λαμψαι, hοσ ελαμψεν εν ταισ καρδιαισ hημων προσ φωτισμον τησ γνωσεωσ τησ δοξησ του θεου εν προσωπω χριστου. εχομεν δε τον θησαυρον τουτον εν οστρακινοισ σκευεσιν, hινα hη hυπερβολη τησ δυναμεωσ η του θεου και μη εξ hημων • εν παντι θλιβομενοι, αλλ ου στενοχωρουμενοι • απορουμενοι, αλλ ουκ εξαπορουμενοι • διωκομενοι, αλλ ουκ εγκαταλειπομενοι • καταβαλλομενοι, αλλ ουκ απολλυμενοι • παντοτε την νεκρωσιν του ιηhοσυα εν τω σωματι περιφεροντεσ, hινα και hη ζωη του ιηhοσυα εν τω σωματι hημων φανερωθη. αει γαρ hημεισ hοι ζωντεσ εισ θανατον παραδιδομεθα δια ιηhοσυα, hινα και hη ζωη του ιηhοσυα φανερωθη εν τη θνητη σαρκι hημων. hωστε hο θανατοσ εν hημιν ενεργειται, hη δε ζωη εν hυμιν. εχοντεσ δε το αυτο πνευμα τησ πιστεωσ, κατα το γεγραμμενον επιστευσα, διο ελαλησα, και hημεισ πιστευομεν, διο και λαλουμεν • ειδοτεσ hοτι hο εγειρασ τον κυριον ιηhοσυα και hημασ συν ιηhοσυα εγερει και παραστησει συν hυμιν. τα γαρ παντα δι hυμασ, hινα hη χαρισ πλεονασασα δια των πλειονων την ευχαριστιαν περισσευση εισ την δοξαν του θεου. διο ουκ εγκακουμεν • αλλ ει και hο εξω hημων ανθρωποσ διαφθειρεται, αλλ hο εσωθεν ανακαινουται hημερα και hημερα. το γαρ παραυτικα ελαφρον τησ θλιψεωσ hημων καθ hυπερβολην εισ hυπερβολην αιωνιον βαροσ δοξησ κατεργαζεται hημιν, μη σκοπουντων hημων τα βλεπομενα αλλα τα μη βλεπομενα • τα γαρ βλεπομενα προσκαιρα, τα δε μη βλεπομενα αιωνια.

5

οιδαμεν γαρ hοτι εαν hη επιγειοσ hημων οικια του σκηνουσ καταλυθη, οικοδομην εκ θεου εχομεν, οικιαν αχειροποιητον αιωνιον εν τοισ ουρανοισ. και γαρ εν τουτω στεναζομεν το οικητηριον hημων το εξ ουρανου επενδυσασθαι επιποθουντεσ, ειγε και ενδυσαμενοι ου γυμνοι hευρεθησομεθα. και γαρ hοι οντεσ εν τω σκηνει στεναζομεν βαρουμενοι • εφ hω ου θελομεν εκδυσασθαι αλλ επενδυσασθαι, hινα καταποθη το θνητον hυπο τησ ζωησ. hο δε κατεργασαμενοσ hημασ εισ αυτο τουτο θεοσ, hο και δουσ hημιν τον αρραβωνα του πνευματοσ. θαρρουντεσ ουν παντοτε και ειδοτεσ hοτι ενδημουντεσ εν τω σωματι εκδημουμεν απο φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δια πιστεωσ γαρ περιπατουμεν, ου δια ειδουσ • θαρρουμεν δε και ευδοκουμεν μαλλον εκδημησαι εκ του σωματοσ και ενδημησαι προσ τον κυριον. διο και φιλοτιμουμεθα, ειτε ενδημουντεσ ειτε εκδημουντεσ, ευαρεστοι αυτω ειναι • τουσ γαρ παντασ hημασ φανερωθηναι δει εμπροσθεν του βηματοσ του χριστου, hινα κομισηται hεκαστοσ τα δια του σωματοσ προσ hα επραξεν, ειτε αγαθον ειτε κακον. ειδοτεσ ουν τον φοβον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ανθρωπουσ πειθομεν, θεω δε πεφανερωμεθα, ελπιζω δε και εν ταισ συνειδησεσιν hυμων πεφανερωσθαι. ου παλιν hεαυτουσ συνιστανομεν hυμιν, αλλα αφορμην διδοντεσ hυμιν καυχηματοσ hυπερ hημων, hινα εχητε προσ τουσ εν προσωπω καυχωμενουσ και ου καρδια. ειτε γαρ εξεστημεν, θεω • ειτε σωφρονουμεν, hυμιν. hη γαρ αγαπη του χριστου συνεχει hημασ, κριναντασ τουτο, hοτι ει hεισ hυπερ παντων απεθανεν, αρα hοι παντεσ απεθανον, και hυπερ παντων απεθανεν hινα hοι ζωντεσ μηκετι hεαυτοισ ζωσιν αλλα τω hυπερ αυτων αποθανοντι και εγερθεντι. hωστε hημεισ απο του νυν ουδενα οιδαμεν κατα σαρκα • ει δε και εγνωκαμεν κατα σαρκα χριστον, αλλα νυν ουκετι γινωσκομεν. hωστε ει τισ εν χριστω, καινη κτισισ, τα αρχαια παρηλθεν • ιδου γεγονεν καινα τα παντα • τα δε παντα εκ του θεου του καταλλαξαντοσ hημασ hεαυτω δια χριστου και δοντοσ hημιν την διακονιαν τησ καταλλαγησ, hωσ hοτι θεοσ ην εν χριστω κοσμον καταλλασσων hεαυτω, μη λογιζομενοσ αυτοισ τα παραπτωματα αυτων και θεμενοσ εν hημιν τον λογον τησ καταλλαγησ. hυπερ χριστου ουν πρεσβευομεν, hωσ του θεου παρακαλουντοσ δι hημων • δεομεθα hυπερ χριστου καταλλαγητε τω θεω. τον μη γνοντα hαμαρτιαν hυπερ hημων hαμαρτιαν εποιησεν, hινα hημεισ γενωμεθα δικαιοσυνη θεου εν αυτω.

6

συνεργουντεσ δε και παρακαλουμεν μη εισ κενον την χαριν του θεου δεξασθαι hυμασ, (λεγει γαρ • καιρω δεκτω επηκουσα σου, και εν hημερα σωτηριασ εβοηθησα σοι. ιδου νυν καιροσ ευπροσδεκτοσ, ιδου νυν hημερα σωτηριασ) • μηδεμιαν εν μηδενι διδοντεσ προσκοπην, hινα μη μωμηθη hη διακονια, αλλ εν παντι συνισταντεσ hεαυτουσ hωσ θεου διακονοι, εν hυπομονη πολλη, εν θλιψεσιν, εν αναγκαισ, εν στενοχωριαισ, εν πληγαισ, εν φυλακαισ, εν ακαταστασιαισ, εν κοποισ, εν αγρυπνιαισ, εν νηστειαισ, εν hαγνοτητι, εν γνωσει, εν μακροθυμια, εν χρηστοτητι, εν πνευματι hαγιω, εν αγαπη ανυποκριτω, εν λογω αληθειασ, εν δυναμει θεου • δια των hοπλων τησ δικαιοσυνησ των δεξιων και αριστερων, δια δοξησ και ατιμιασ, δια δυσφημιασ και ευφημιασ • hωσ πλανοι και αληθεισ • hωσ αγνοουμενοι και επιγινωσκομενοι • hωσ αποθνησκοντεσ και ιδου ζωμεν • hωσ παιδευομενοι και μη θανατουμενοι • hωσ λυπουμενοι αει δε χαιροντεσ • hωσ πτωχοι πολλουσ δε πλουτιζοντεσ • hωσ μηδεν εχοντεσ και παντα κατεχοντεσ. το στομα hημων ανεωγεν προσ hυμασ, κορινθιοι, hη καρδια hημων πεπλατυνται • ου στενοχωρεισθε εν hημιν, στενοχωρεισθε δε εν τοισ σπλαγχνοισ hυμων • την δε αυτην αντιμισθιαν, (hωσ τεκνοισ λεγω), πλατυνθητε και hυμεισ. μη γινεσθε hετεροζυγουντεσ απιστοισ • τισ γαρ μετοχη δικαιοσυνη και ανομια; η τισ κοινωνια φωτι προσ σκοτοσ; τισ δε συμφωνησισ χριστου προσ βελιαρ; η τισ μερισ πιστω μετα απιστου; τισ δε συγκαταθεσισ ναω θεου μετα ειδωλων; hυμεισ γαρ ναοσ θεου εστε ζωντοσ, καθωσ ειπεν hο θεοσ hοτι ενοικησω εν αυτοισ και εμπεριπατησω, και εσομαι αυτων θεοσ και αυτοι εσονται μου λαοσ. διο εξελθατε εκ μεσου αυτων και αφορισθητε, λεγει κυριοσ, και ακαθαρτου μη hαπτεσθε, καγω εισδεξομαι hυμασ • και εσομαι hυμιν εισ πατερα, και hυμεισ εσεσθε μοι εισ hυιουσ και θυγατερασ, λεγει κυριοσ παντοκρατωρ. ταυτασ ουν εχοντεσ τασ επαγγελιασ, αγαπητοι, καθαρισωμεν hεαυτουσ απο παντοσ μολυσμου σαρκοσ και πνευματοσ, επιτελουντεσ hαγιωσυνην εν φοβω θεου.

7

χωρησατε hημασ • ουδενα ηδικησαμεν, ουδενα εφθειραμεν, ουδενα επλεονεκτησαμεν. 2 ου προσ κατακρισιν λεγω, προειρηκα γαρ hοτι εν ταισ καρδιαισ hημων εστε εισ το συναποθανειν και συνζην. πολλη μοι παρρησια προσ hυμασ, πολλη μοι καυχησισ hυπερ hυμων • πεπληρωμαι τη παρακλησει • hυπερπερισσευομαι τη χαρα επι παση τη θλιψει hημων. και γαρ ελθοντων hημων εισ μακεδονιαν ουδεμιαν εσχηκεν ανεσιν hη σαρξ hημων, αλλ εν παντι θλιβομενοι • εξωθεν μαχαι, εσωθεν φοβοι. αλλ hο παρακαλων τουσ ταπεινουσ παρεκαλεσεν hημασ hο θεοσ εν τη παρουσια τιτου, ου μονον δε εν τη παρουσια αυτου, αλλα και εν τη παρακλησει hη παρεκληθη εφ hυμιν, αναγγελλων hημιν την hυμων επιποθησιν, τον hυμων οδυρμον, τον hυμων ζηλον hυπερ εμου hωστε με μαλλον χαρηναι. hοτι ει και ελυπησα hυμασ εν τη επιστολη, ου μεταμελομαι, ει και μετεμελομην • (βλεπω γαρ hοτι hη επιστολη εκεινη ει και προσ hωραν ελυπησεν hυμασ). νυν χαιρω, ουχ hοτι ελυπηθητε, αλλ hοτι ελυπηθητε εισ μετανοιαν • ελυπηθητε γαρ κατα θεον, hινα εν μηδενι ζημιωθητε εξ hημων. hη γαρ κατα θεον λυπη μετανοιαν εισ σωτηριαν αμεταμελητον εργαζεται • hη δε του κοσμου λυπη θανατον κατεργαζεται. ιδου γαρ αυτο τουτο το κατα θεον λυπηθηναι hυμασ ποσην κατειργασατο hυμιν σπουδην, αλλα απολογιαν, αλλα αγανακτησιν, αλλα φοβον, αλλα επιποθησιν, αλλα ζηλον, αλλα εκδικησιν • εν παντι συνεστησατε hεαυτουσ hαγνουσ ειναι τω πραγματι. αρα ει και εγραψα hυμιν, ουχ hενεκεν του αδικησαντοσ ουδε hενεκεν του αδικηθεντοσ αλλ hενεκεν του φανερωθηναι την σπουδην hημων την hυπερ hυμων προσ hυμασ ενωπιον του θεου. δια τουτο παρακεκλημεθα. επι δε τη παρακλησει hημων περισσοτερωσ μαλλον εχαρημεν επι τη χαρα τιτου, hοτι αναπεπαυται το πνευμα αυτου απο παντων hυμων. hοτι ει τι αυτω hυπερ hυμων κεκαυχημαι, ου κατησχυνθην • αλλ hωσ παντα εν αληθεια ελαλησαμεν hυμιν, hουτωσ και hη καυχησισ hημων hη επι τιτου αληθεια εγενηθη, και τα σπλαγχνα αυτου περισσοτερωσ εισ hυμασ εστιν αναμιμνησκομενου την παντων hυμων hυπακοην, hωσ μετα φοβου και τρομου εδεξασθε αυτον. χαιρω hοτι εν παντι θαρρω εν hυμιν.

8

γνωριζομεν δε hυμιν, αδελφοι, την χαριν του θεου την δεδομενην εν ταισ εκκλησιαισ τησ μακεδονιασ • hοτι εν πολλη δοκιμη θλιψεωσ hη περισσεια τησ χαρασ αυτων και hη κατα βαθουσ πτωχεια αυτων επερισσευσεν εισ τον πλουτον τησ hαπλοτητοσ αυτων. hοτι κατα δυναμιν, (μαρτυρω), και παρα δυναμιν αυθαιρετοι, μετα πολλησ παρακλησεωσ δεομενοι hημων την χαριν και την κοινωνιαν τησ διακονιασ τησ εισ τουσ hαγιουσ • και ου καθωσ ηλπισαμεν, αλλ hεαυτουσ εδωκαν πρωτον τω κυριω και hημιν δια θεληματοσ θεου • εισ το παρακαλεσαι hημασ τιτον, hινα καθωσ προενηρξατο hουτωσ και επιτελεση εισ hυμασ και την χαριν ταυτην. αλλ hωσπερ εν παντι περισσευετε, πιστει και λογω και γνωσει και παση σπουδη και τη εξ hυμων εν hημιν αγαπη, — hινα και εν ταυτη τη χαριτι περισσευητε. ου κατ επιταγην λεγω, αλλα δια τησ hετερων σπουδησ και το τησ hυμετερασ αγαπησ γνησιον δοκιμαζων. γινωσκετε γαρ την χαριν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, hοτι δι hυμασ επτωχευσεν πλουσιοσ ων, hινα hυμεισ τη εκεινου πτωχεια πλουτησητε. και γνωμην εν τουτω διδωμι, τουτο γαρ hυμιν συμφερει, hοιτινεσ ου μονον το ποιησαι αλλα και το θελειν προενηρξασθε απο περυσι. νυνι δε και το ποιησαι επιτελεσατε, hοπωσ καθαπερ hη προθυμια του θελειν, hουτωσ και το επιτελεσαι εκ του εχειν • ει γαρ hη προθυμια προκειται, καθο εαν εχη ευπροσδεκτοσ, ου καθο ουκ εχει • ου γαρ hινα αλλοισ ανεσισ, hυμιν δε θλιψισ, αλλ εξ ισοτητοσ • εν τω νυν καιρω το hυμων περισσευμα εισ το εκεινων hυστερημα, hινα και το εκεινων περισσευμα γενηται εισ το hυμων hυστερημα, hοπωσ γενηται ισοτησ, καθωσ γεγραπται • hο το πολυ ουκ επλεονασεν, και hο το ολιγον ουκ ηλαττονησεν. χαρισ δε τω θεω τω διδοντι την αυτην σπουδην hυπερ hυμων εν τη καρδια τιτου • hοτι την μεν παρακλησιν εδεξατο • σπουδαιοτεροσ δε hυπαρχων αυθαιρετοσ εξηλθεν προσ hυμασ. συνεπεμψαμεν δε μετ αυτου τον αδελφον, hου hο επαινοσ εν τω ευαγγελιω δια πασων των εκκλησιων • (ου μονον δε, αλλα και χειροτονηθεισ hυπο των εκκλησιων συνεκδημοσ hημων συν τη χαριτι ταυτη τη διακονουμενη hυφ hημων προσ την αυτου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δοξαν και προθυμιαν hημων) • στελλομενοι τουτο, μη τισ hημασ μωμησηται εν τη hαδροτητι ταυτη τη διακονουμενη hυφ hημων • προνοουμεν γαρ καλα ου μονον ενωπιον κυριου αλλα και ενωπιον ανθρωπων. συνεπεμψαμεν δε αυτοισ τον αδελφον hημων, hον εδοκιμασαμεν εν πολλοισ πολλακισ σπουδαιον οντα, νυνι δε πολυ σπουδαιοτερον πεποιθησει πολλη τη εισ hυμασ. ειτε hυπερ τιτου, κοινωνοσ εμοσ και εισ hυμασ συνεργοσ • ειτε αδελφοι hημων, αποστολοι εκκλησιων, δοξα χριστου. την ουν ενδειξιν τησ αγαπησ hυμων και hημων καυχησεωσ hυπερ hυμων εισ αυτουσ ενδειξασθε εισ προσωπον των εκκλησιων.

9

περι μεν γαρ τησ διακονιασ τησ εισ τουσ hαγιουσ περισσον μοι εστιν το γραφειν hυμιν • οιδα γαρ την προθυμιαν hυμων hην hυπερ hυμων καυχωμαι μακεδοσιν, hοτι αχαια παρεσκευασται απο περυσι • και hο εξ hυμων ζηλοσ ηρεθισεν τουσ πλειονασ • επεμψα δε τουσ αδελφουσ, hινα μη το καυχημα hημων το hυπερ hυμων κενωθη εν τω μερει τουτω, hινα καθωσ ελεγον παρεσκευασμενοι ητε, μηπωσ εαν ελθωσιν συν εμοι μακεδονεσ και hευρωσιν hυμασ απαρασκευαστουσ καταισχυνθωμεν hημεισ, (hινα μη λεγωμεν hυμεισ), εν τη hυποστασει ταυτη. αναγκαιον ουν hηγησαμην παρακαλεσαι τουσ αδελφουσ hινα προελθωσιν εισ hυμασ και προκαταρτισωσιν την προεπηγγελμενην ευλογιαν hυμων, ταυτην hετοιμην ειναι hουτωσ hωσ ευλογιαν και μη hωσ πλεονεξιαν. τουτο δε, hο σπειρων φειδομενωσ φειδομενωσ και θερισει, και hο σπειρων επ ευλογιαισ επ ευλογιαισ και θερισει. hεκαστοσ καθωσ προηρηται τη καρδια, μη εκ λυπησ η εξ αναγκησ, hιλαρον γαρ δοτην αγαπα hο θεοσ. δυνατει δε hο θεοσ πασαν χαριν περισσευσαι εισ hυμασ, hινα εν παντι παντοτε πασαν αυταρκειαν εχοντεσ περισσευητε εισ παν εργον αγαθον, καθωσ γεγραπται • εσκορπισεν, εδωκεν τοισ πενησιν, hη δικαιοσυνη αυτου μενει εισ τον αιωνα. hο δε επιχορηγων σπερμα τω σπειροντι και αρτον εισ βρωσιν χορηγησει και πληθυνει τον σπορον hυμων και αυξησει τα γενηματα τησ δικαιοσυνησ hυμων, εν παντι πλουτιζομενοι εισ πασαν hαπλοτητα, hητισ κατεργαζεται δι hημων ευχαριστιαν τω θεω. hοτι hη διακονια τησ λειτουργιασ ταυτησ ου μονον εστιν προσαναπληρουσα τα hυστερηματα των hαγιων, αλλα και περισσευουσα δια πολλων ευχαριστιων των θεω • δια τησ δοκιμησ τησ διακονιασ ταυτησ δοξαζοντεσ τον θεον επι τη hυποταγη τησ hομολογιασ hυμων εισ το ευαγγελιον του χριστου και hαπλοτητι τησ κοινωνιασ εισ αυτουσ και εισ παντασ, και αυτων δεησει hυπερ hυμων επιποθουντων hυμασ δια την hυπερβαλλουσαν χαριν του θεου εφ hυμιν. χαρισ τω θεω επι τη ανεκδιηγητω αυτου δωρεα.

10

αυτοσ δε εγω παυλοσ παρακαλω hυμασ δια τησ πραυτητοσ και επιεικειασ του χριστου, hοσ κατα προσωπον μεν ταπεινοσ εν hυμιν, απων δε θαρρω εισ hυμασ • δεομαι δε το μη παρων θαρρησαι τη πεποιθησει hη λογιζομαι τολμησαι επι τινασ τουσ λογιζομενουσ hημασ hωσ κατα σαρκα περιπατουντασ. εν σαρκι γαρ περιπατουντεσ ου κατα σαρκα στρατευομεθα • τα γαρ hοπλα τησ στρατειασ hημων ου σαρκικα αλλα δυνατα τω θεω προσ καθαιρεσιν οχυρωματων, λογισμουσ καθαιρουντεσ και παν hυψωμα επαιρομενον κατα τησ γνωσεωσ του θεου, και αιχμαλωτιζοντεσ παν νοημα εισ την hυπακοην του χριστου, και εν hετοιμω εχοντεσ εκδικησαι πασαν παρακοην, hοταν πληρωθη hυμων hη hυπακοη. τα κατα προσωπον βλεπετε; ει τισ πεποιθεν hεαυτω χριστου ειναι, τουτο λογιζεσθω παλιν εφ hεαυτου, hοτι καθωσ αυτοσ χριστου, hουτωσ και hημεισ. εαν τε γαρ και περισσοτερον τι καυχησωμαι περι τησ εξουσιασ hημων hησ εδωκεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημιν εισ οικοδομην και ουκ εισ καθαιρεσιν hυμων, ουκ αισχυνθησομαι • hινα μη δοξω hωσ αν εκφοβειν hυμασ δια των επιστολων. hοτι hαι μεν επιστολαι, φησιν, βαρειαι και ισχυραι, hη δε παρουσια του σωματοσ ασθενησ και hο λογοσ εξουθενημενοσ. τουτο λογιζεσθω hο τοιουτοσ, hοτι hοιοι εσμεν τω λογω δι επιστολων αποντεσ, τοιουτοι και παροντεσ τω εργω. ου γαρ τολμωμεν εγκριναι η συγκριναι hεαυτουσ τισιν των hεαυτουσ συνιστανοντων • αλλα αυτοι εν hεαυτοισ hεαυτουσ μετρουντεσ και συγκρινοντεσ hεαυτουσ hεαυτοισ ου συνιουσιν • hημεισ δε ουκ εισ τα αμετρα καυχησομεθα, αλλα κατα το μετρον του κανονοσ, hου εμερισεν hημιν hο θεοσ μετρου, εφικεσθαι αχρι και hυμων. ου γαρ hωσ μη εφικνουμενοι εισ hυμασ hυπερεκτεινομεν hεαυτουσ, (αχρι γαρ και hυμων εφθασαμεν εν τω ευαγγελιω του χριστου), ουκ εισ τα αμετρα καυχωμενοι εν αλλοτριοισ κοποισ, ελπιδα δε εχοντεσ αυξανομενησ τησ πιστεωσ hυμων εν hυμιν μεγαλυνθηναι κατα τον κανονα hημων εισ περισσειαν, εισ τα hυπερεκεινα hυμων ευαγγελισασθαι, ουκ εν αλλοτριω κανονι εισ τα hετοιμα καυχησασθαι. hο δε καυχωμενοσ εν κυριω καυχασθω • ου γαρ hο hεαυτον συνιστανων, εκεινοσ εστιν δοκιμοσ, αλλ hον hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh συνιστησιν.

11

οφελον ανειχεσθε μου μικρον τι αφροσυνησ • αλλα και ανεχεσθε μου. ζηλω γαρ hυμασ θεου ζηλω • hηρμοσαμην γαρ hυμασ hενι ανδρι, παρθενον hαγνην παραστησαι τω χριστω. φοβουμαι δε μηπωσ hωσ hο οφισ ευαν εξηπατησεν εν τη πανουργια αυτου, hουτωσ φθαρη τα νοηματα hυμων απο τησ hαπλοτητοσ τησ εισ τον χριστον. ει μεν γαρ hο ερχομενοσ αλλον ιηhοσυα κηρυσσει hον ουκ εκηρυξαμεν, η πνευμα hετερον λαμβανετε hο ουκ ελαβετε, η ευαγγελιον hετερον hο ουκ εδεξασθε, καλωσ ανειχεσθε. λογιζομαι γαρ μηδεν hυστερηκεναι των hυπερλιαν αποστολων. ει δε και ιδιωτησ τω λογω, αλλ ου τη γνωσει • αλλ εν παντι φανερωθεντεσ εν πασιν εισ hυμασ. η hαμαρτιαν εποιησα εμαυτον ταπεινων hινα hυμεισ hυψωθητε, hοτι δωρεαν το του θεου ευαγγελιον ευηγγελισαμην hυμιν; αλλασ εκκλησιασ εσυλησα λαβων οψωνιον προσ την hυμων διακονιαν. και παρων προσ hυμασ και hυστερηθεισ ου κατεναρκησα ουδενοσ • (το γαρ hυστερημα μου προσανεπληρωσαν hοι αδελφοι ελθοντεσ απο μακεδονιασ) • και εν παντι αβαρη hυμιν εμαυτον ετηρησα και τηρησω. εστιν αληθεια χριστου εν εμοι, hοτι hη καυχησισ hαυτη ου φραγησεται εισ εμε εν τοισ κλιμασιν τησ αχαιασ. δια τι; hοτι ουκ αγαπω hυμασ; hο θεοσ οιδεν. hο δε ποιω, και ποιησω, hινα εκκοψω την αφορμην των θελοντων αφορμην, hινα εν hω καυχωνται hευρεθωσιν καθωσ και hημεισ. hοι γαρ τοιουτοι ψευδαποστολοι, εργαται δολιοι, μετασχηματιζομενοι εισ αποστολουσ χριστου • και ου θαυμαστον, αυτοσ γαρ hο σατανασ μετασχηματιζεται εισ αγγελον φωτοσ • ου μεγα ουν ει και hοι διακονοι αυτου μετασχηματιζονται hωσ διακονοι δικαιοσυνησ, hων το τελοσ εσται κατα τα εργα αυτων. παλιν λεγω, μη τισ με δοξη αφρονα ειναι • ει δε μη γε, καν hωσ αφρονα δεξασθε με, hινα καγω μικρον τι καυχησωμαι. hο λαλω, ου κατα κυριον λαλω, αλλ hωσ εν αφροσυνη, εν ταυτη τη hυποστασει τησ καυχησεωσ. επει πολλοι καυχωνται κατα την σαρκα, καγω καυχησομαι. hηδεωσ γαρ ανεχεσθε των αφρονων φρονιμοι οντεσ. ανεχεσθε γαρ ει τισ hυμασ καταδουλοι, ει τισ κατεσθιει, ει τισ λαμβανει, ει τισ επαιρεται, ει τισ hυμασ εισ προσωπον δερει. κατα ατιμιαν λεγω, hωσ hοτι hημεισ ησθενησαμεν • εν hω δ αν τισ τολμα, (εν αφροσυνη λεγω), τολμω καγω. hεβραιοι εισιν; καγω. ισραηλιται εισιν; καγω. σπερμα αβραhαμ εισιν; καγω. διακονοι χριστου εισιν; (παραφρονων λαλω), hυπερ εγω • εν κοποισ περισσοτερωσ, εν πληγαισ hυπερβαλλοντωσ, εν φυλακαισ περισσοτερωσ, εν θανατοισ πολλακισ, (hυπο ιηhυδαιων πεντακισ τεσσερακοντα παρα μιαν ελαβον • τρισ εραβδισθην • hαπαξ ελιθασθην • τρισ εναυαγησα • νυχθημερον εν τω βυθω πεποιηκα) • hοδοιποριαισ πολλακισ, κινδυνοισ ποταμων, κινδυνοισ ληστων, κινδυνοισ εκ γενουσ, κινδυνοισ εξ εθνων, κινδυνοισ εν πολει, κινδυνοισ εν ερημια, κινδυνοισ εν θαλασση, κινδυνοισ εν ψευδαδελφοισ, εν κοπω και μοχθω, εν αγρυπνιαισ πολλακισ, εν λιμω και διψει, εν νηστειαισ πολλακισ, εν ψυχει και γυμνοτητι • χωρισ των παρεκτοσ hη επιστασισ μοι hη καθ hημεραν, hη μεριμνα πασων των εκκλησιων. τισ ασθενει, και ουκ ασθενω; τισ σκανδαλιζεται, και ουκ εγω πυρουμαι; ει καυχασθαι δει, τα τησ ασθενειασ μου καυχησομαι. hο θεοσ και πατηρ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα οιδεν, (hο ων ευλογητοσ εισ τουσ αιωνασ), hοτι ου ψευδομαι. εν δαμασκω hο εθναρχησ αρετα του βασιλεωσ εφρουρει την δαμασκηνων πολιν, πιασαι με θελων • και δια θυριδοσ εν σαργανη εχαλασθην δια του τειχουσ και εξεφυγον τασ χειρασ αυτου.

12

καυχασθαι δη ου συμφερει μοι, ελευσομαι γαρ εισ οπτασιασ και αποκαλυψεισ κυριου. οιδα ανθρωπον εν χριστω προ ετων δεκατεσσαρων, (ειτε εν σωματι ουκ οιδα • ειτε εκτοσ του σωματοσ ουκ οιδα • hο θεοσ οιδεν), hαρπαγεντα τον τοιουτον hεωσ τριτου ουρανου. και οιδα τον τοιουτον ανθρωπον, (ειτε εν σωματι ειτε εκτοσ του σωματοσ ουκ οιδα, hο θεοσ οιδεν), hοτι hηρπαγη εισ τον παραδεισον και ηκουσεν αρρητα ρηματα, hα ουκ εξον ανθρωπω λαλησαι. hυπερ του τοιουτου καυχησομαι, hυπερ δε εμαυτου ου καυχησομαι ει μη εν ταισ ασθενειαισ μου. εαν γαρ θελησω καυχησασθαι, ουκ εσομαι αφρων, αληθειαν γαρ ερω • φειδομαι δε, μη τισ εισ εμε λογισηται hυπερ hο βλεπει με η ακουει τι εξ εμου. και τη hυπερβολη των αποκαλυψεων hινα μη hυπεραιρωμαι, εδοθη μοι σκολοψ τη σαρκι, αγγελοσ σατανα hινα με κολαφιζη, hινα μη hυπεραιρωμαι. hυπερ τουτου τρισ τον κυριον παρεκαλεσα hινα αποστη απ εμου • και ειρηκεν μοι • αρκει σοι hη χαρισ μου, hη γαρ δυναμισ μου εν ασθενεια τελειουται. hηδιστα ουν μαλλον καυχησομαι εν ταισ ασθενειαισ μου, hινα επισκηνωση επ εμε hη δυναμισ του χριστου. διο ευδοκω εν ασθενειαισ, εν hυβρεσιν, εν αναγκαισ, εν διωγμοισ, εν στενοχωριαισ hυπερ χριστου • hοταν γαρ ασθενω, τοτε δυνατοσ ειμι. γεγονα αφρων, hυμεισ με ηναγκασατε • εγω γαρ ωφειλον hυφ hυμων συνιστασθαι • ουδεν γαρ hυστερησα των hυπερλιαν αποστολων, ει και ουδεν ειμι. τα μεν σημεια του αποστολου κατηργασθη εν hυμιν εν παση hυπομονη, σημειοισ και τερασιν και δυναμεσιν. τι γαρ εστιν hο hηττηθητε hυπερ τασ λοιπασ εκκλησιασ, ει μη hοτι αυτοσ εγω ου κατεναρκησα hυμων; χαρισασθε μοι την αδικιαν ταυτην. ιδου τριτον τουτο hετοιμωσ εχω ελθειν προσ hυμασ • και ου καταναρκησω, ου γαρ ζητω τα hυμων αλλα hυμασ • ου γαρ οφειλει τα τεκνα τοισ γονευσιν θησαυριζειν, αλλ hοι γονεισ τοισ τεκνοισ. εγω δε hηδιστα δαπανησω και εκδαπανηθησομαι hυπερ των ψυχων hυμων, ει και περισσοτερωσ hυμασ αγαπων hηττον αγαπωμαι. εστω δε, εγω ου κατεβαρησα hυμασ, αλλα hυπαρχων πανουργοσ δολω hυμασ ελαβον. μη τινα hων απεσταλκα προσ hυμασ, δι αυτου επλεονεκτησα hυμασ; παρεκαλεσα τιτον και συναπεστειλα τον αδελφον. μητι επλεονεκτησεν hυμασ τιτοσ; ου τω αυτω πνευματι περιεπατησαμεν; ου τοισ αυτοισ ιχνεσιν; παλαι δοκειτε hοτι hυμιν απολογουμεθα. κατενωπιον του θεου εν χριστω λαλουμεν, τα δε παντα, αγαπητοι, hυπερ τησ hυμων οικοδομησ. φοβουμαι γαρ μηπωσ ελθων ουχ hοιουσ θελω hευρω hυμασ καγω hευρεθω hυμιν hοιον ου θελετε, μηπωσ ερεισ, ζηλοι, θυμοι, εριθειαι, καταλαλιαι, ψιθυρισμοι, φυσιωσεισ, ακαταστασιαι, μη παλιν ελθοντοσ μου ταπεινωση με hο θεοσ μου προσ hυμασ, και πενθησω πολλουσ των προημαρτηκοτων και μη μετανοησαντων επι τη ακαθαρσια και πορνεια και ασελγεια hη επραξαν.

13

τριτον τουτο ερχομαι προσ hυμασ • επι στοματοσ δυο μαρτυρων και τριων σταθησεται παν ρημα. προειρηκα και προλεγω, hωσ παρων το δευτερον και απων νυν, τοισ προημαρτηκοσιν και τοισ λοιποισ πασιν, hοτι εαν ελθω εισ το παλιν ου φεισομαι. επει δοκιμην ζητειτε του εν εμοι λαλουντοσ χριστου, (hοσ εισ hυμασ ουκ ασθενει αλλα δυνατει εν hυμιν • και γαρ ει εσταυρωθη εξ ασθενειασ, αλλα ζη εκ δυναμεωσ θεου • και γαρ hημεισ ασθενουμεν εν αυτω, αλλα ζησομεν συν αυτω εκ δυναμεωσ θεου εισ hυμασ), hεαυτουσ πειραζετε ει εστε εν τη πιστει • hεαυτουσ δοκιμαζετε. η ουκ επιγινωσκετε hεαυτουσ hοτι ιηhοσυα χριστοσ εν hυμιν εστιν; ει μητι αδοκιμοι εστε • ελπιζω δε hοτι γνωσεσθε hοτι hημεισ ουκ εσμεν αδοκιμοι. ευχομεθα δε προσ τον θεον μη ποιησαι hυμασ κακον μηδεν, ουχ hινα hημεισ δοκιμοι φανωμεν, αλλ hινα hυμεισ το καλον ποιητε, hημεισ δε hωσ αδοκιμοι ωμεν • ου γαρ δυναμεθα τι κατα τησ αληθειασ, αλλ hυπερ τησ αληθειασ. χαιρομεν γαρ hοταν hημεισ ασθενωμεν, hυμεισ δε δυνατοι ητε • τουτο δε και ευχομεθα, την hυμων καταρτισιν. δια τουτο ταυτα απων γραφω, hινα παρων μη αποτομωσ χρησωμαι κατα την εξουσιαν hην hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εδωκεν μοι εισ οικοδομην και ουκ εισ καθαιρεσιν. λοιπον, αδελφοι, χαιρετε, καταρτιζεσθε, παρακαλεισθε, το αυτο φρονειτε, ειρηνευετε, και hο θεοσ τησ αγαπησ και ειρηνησ εσται μεθ hυμων. ασπασασθε αλληλουσ εν hαγιω φιληματι. ασπαζονται hυμασ hοι hαγιοι παντεσ. hη χαρισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα χριστου και hη αγαπη του θεου και hη κοινωνια του hαγιου πνευματοσ μετα παντων hυμων.

γαλατασ

1

παυλοσ αποστολοσ, ουκ απ ανθρωπων ουδε δι ανθρωπου, αλλα δια ιηhοσυα χριστου και θεου πατροσ του εγειραντοσ αυτον εκ νεκρων, και hοι συν εμοι παντεσ αδελφοι, ταισ εκκλησιαισ τησ γαλατιασ • χαρισ hυμιν και ειρηνη απο θεου πατροσ και κυριου hημων ιηhοσυα χριστου, του δοντοσ hεαυτον περι των hαμαρτιων hημων, hοπωσ εξεληται hημασ εκ του ενεστωτοσ αιωνοσ πονηρου κατα το θελημα του θεου και πατροσ hημων, hω hη δοξα εισ τουσ αιωνασ των αιωνων • αμην. θαυμαζω hοτι hουτωσ ταχεωσ μετατιθεσθε απο του καλεσαντοσ hυμασ εν χαριτι χριστου εισ hετερον ευαγγελιον, hο ουκ εστιν αλλο • ει μη τινεσ εισιν hοι ταρασσοντεσ hυμασ και θελοντεσ μεταστρεψαι το ευαγγελιον του χριστου. αλλα και εαν hημεισ η αγγελοσ εξ ουρανου ευαγγελιζηται hυμιν παρ hο ευηγγελισαμεθα hυμιν, αναθεμα εστω. hωσ προειρηκαμεν, και αρτι παλιν λεγω • ει τισ hυμασ ευαγγελιζεται παρ hο παρελαβετε, αναθεμα εστω. αρτι γαρ ανθρωπουσ πειθω η τον θεον; η ζητω ανθρωποισ αρεσκειν; ει ετι ανθρωποισ ηρεσκον, χριστου δουλοσ ουκ αν ημην. γνωριζω δε hυμιν, αδελφοι, το ευαγγελιον το ευαγγελισθεν hυπ εμου hοτι ουκ εστιν κατα ανθρωπον. ουδε γαρ εγω παρα ανθρωπου παρελαβον αυτο ουτε εδιδαχθην, αλλα δι αποκαλυψεωσ ιηhοσυα χριστου. ηκουσατε γαρ την εμην αναστροφην ποτε εν τω ιηhυδαισμω, hοτι καθ hυπερβολην εδιωκον την εκκλησιαν του θεου και επορθουν αυτην, και προεκοπτον εν τω ιηhυδαισμω hυπερ πολλουσ συνηλικιωτασ εν τω γενει μου, περισσοτερωσ ζηλωτησ hυπαρχων των πατρικων μου παραδοσεων. hοτε δε ευδοκησεν hο θεοσ hο αφορισασ με εκ κοιλιασ μητροσ μου και καλεσασ δια τησ χαριτοσ αυτου αποκαλυψαι τον hυιον αυτου εν εμοι, hινα ευαγγελιζωμαι αυτον εν τοισ εθνεσιν, ευθεωσ ου προσανεθεμην σαρκι και hαιματι, ουδε ανηλθον εισ hιεροσολυμα προσ τουσ προ εμου αποστολουσ, αλλα απηλθον εισ αραβιαν, και παλιν hυπεστρεψα εισ δαμασκον. επειτα μετα ετη τρια ανηλθον εισ hιεροσολυμα hιστορησαι κηφαν, και επεμεινα προσ αυτον hημερασ δεκαπεντε • hετερον δε των αποστολων ουκ ειδον ει μη ιακωβον τον αδελφον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. hα δε γραφω hυμιν, ιδου ενωπιον του θεου hοτι ου ψευδομαι. επειτα ηλθον εισ τα κλιματα τησ συριασ και τησ κιλικιασ. ημην δε αγνοουμενοσ τω προσωπω ταισ εκκλησιαισ τησ ιηhυδαιασ ταισ εν χριστω, μονον δε ακουοντεσ ησαν hοτι hο διωκων hημασ ποτε νυν ευαγγελιζεται την πιστιν hην ποτε επορθει • και εδοξαζον εν εμοι τον θεον.

2

επειτα δια δεκατεσσαρων ετων παλιν ανεβην εισ hιεροσολυμα μετα βαρναβα, συνπαραλαβων και τιτον. ανεβην δε κατα αποκαλυψιν, και ανεθεμην αυτοισ το ευαγγελιον hο κηρυσσω εν τοισ εθνεσιν, κατ ιδιαν δε τοισ δοκουσιν, μηπωσ εισ κενον τρεχω η εδραμον, (αλλ ουδε τιτοσ hο συν εμοι, hελλην ων, ηναγκασθη περιτμηθηναι) • δια δε τουσ παρεισακτουσ ψευδαδελφουσ, hοιτινεσ παρεισηλθον κατασκοπησαι την ελευθεριαν hημων hην εχομεν εν χριστω ιηhοσυα, hινα hημασ καταδουλωσουσιν • hοισ ουδε προσ hωραν ειξαμεν τη hυποταγη, hινα hη αληθεια του ευαγγελιου διαμεινη προσ hυμασ. απο δε των δοκουντων ειναι τι, — hοποιοι ποτε ησαν ουδεν μοι διαφερει • προσωπον θεοσ ανθρωπου ου λαμβανει —, εμοι γαρ hοι δοκουντεσ ουδεν προσανεθεντο • αλλα τουναντιον ιδοντεσ hοτι πεπιστευμαι το ευαγγελιον τησ ακροβυστιασ καθωσ πετροσ τησ περιτομησ, (hο γαρ ενεργησασ πετρω εισ αποστολην τησ περιτομησ ενηργησεν καμοι εισ τα εθνη), και γνοντεσ την χαριν την δοθεισαν μοι, ιακωβοσ και κηφασ και ιωαννησ, hοι δοκουντεσ στυλοι ειναι, δεξιασ εδωκαν εμοι και βαρναβα κοινωνιασ, hινα hημεισ μεν εισ τα εθνη, αυτοι δε εισ την περιτομην, μονον των πτωχων hινα μνημονευωμεν, hο και εσπουδασα αυτο τουτο ποιησαι. hοτε δε ηλθεν κηφασ εισ αντιοχειαν, κατα προσωπον αυτω αντεστην, hοτι κατεγνωσμενοσ ην. προ του γαρ ελθειν τινασ απο ιακωβου μετα των εθνων συνησθιεν • hοτε δε ηλθον, hυπεστελλεν και αφωριζεν hεαυτον, φοβουμενοσ τουσ εκ περιτομησ • και συνυπεκριθησαν αυτω και hοι λοιποι ιηhυδαιοι, hωστε και βαρναβασ συναπηχθη αυτων τη hυποκρισει. αλλ hοτε ειδον hοτι ουκ ορθοποδουσιν προσ την αληθειαν του ευαγγελιου, ειπον τω κηφα εμπροσθεν παντων • ει συ ιηhυδαιοσ hυπαρχων εθνικωσ ζησ και ουκ ιηhυδαικωσ, πωσ τα εθνη αναγκαζεισ ιηhυδαιζειν; hημεισ φυσει ιηhυδαιοι και ουκ εξ εθνων hαμαρτωλοι, ειδοτεσ δε hοτι ου δικαιουται ανθρωποσ εξ εργων νομου εαν μη δια πιστεωσ ιηhοσυα χριστου, και hημεισ εισ χριστον ιηhοσυα επιστευσαμεν, hινα δικαιωθωμεν εκ πιστεωσ χριστου και ουκ εξ εργων νομου • διοτι εξ εργων νομου ου δικαιωθησεται πασα σαρξ. ει δε ζητουντεσ δικαιωθηναι εν χριστω hευρεθημεν και αυτοι hαμαρτωλοι, αρα χριστοσ hαμαρτιασ διακονοσ; μη γενοιτο. ει γαρ hα κατελυσα ταυτα παλιν οικοδομω, παραβατην εμαυτον συνιστανω. εγω γαρ δια νομου νομω απεθανον hινα θεω ζησω. χριστω συνεσταυρωμαι • ζω δε ουκετι εγω, ζη δε εν εμοι χριστοσ • hο δε νυν ζω εν σαρκι, εν πιστει ζω τη του hυιου του θεου του αγαπησαντοσ με και παραδοντοσ hεαυτον hυπερ εμου. ουκ αθετω την χαριν του θεου • ει γαρ δια νομου δικαιοσυνη, αρα χριστοσ δωρεαν απεθανεν.

3

ω ανοητοι γαλαται, τισ hυμασ εβασκανεν, hοισ κατ οφθαλμουσ ιηhοσυα χριστοσ προεγραφη [εν hυμιν] εσταυρωμενοσ; τουτο μονον θελω μαθειν αφ hυμων • εξ εργων νομου το πνευμα ελαβετε η εξ ακοησ πιστεωσ; hουτωσ ανοητοι εστε; εναρξαμενοι πνευματι νυν σαρκι επιτελεισθε; τοσαυτα επαθετε εικη, ειγε και εικη; hο ουν επιχορηγων hυμιν το πνευμα και ενεργων δυναμεισ εν hυμιν, εξ εργων νομου η εξ ακοησ πιστεωσ; καθωσ αβραhαμ επιστευσεν τω θεω, και ελογισθη αυτω εισ δικαιοσυνην. γινωσκετε αρα hοτι hοι εκ πιστεωσ, hουτοι εισιν hυιοι αβραhαμ. προιδουσα δε hη γραφη hοτι εκ πιστεωσ δικαιοι τα εθνη hο θεοσ, προευηγγελισατο τω αβραhαμ hοτι ενευλογηθησονται εν σοι παντα τα εθνη. hωστε hοι εκ πιστεωσ ευλογουνται συν τω πιστω αβραhαμ. hοσοι γαρ εξ εργων νομου εισιν, hυπο καταραν εισιν • γεγραπται γαρ hοτι επικαταρατοσ πασ hοσ ουκ εμμενει εν πασιν τοισ γεγραμμενοισ εν τω βιβλιω του νομου του ποιησαι αυτα. hοτι δε εν νομω ουδεισ δικαιουται παρα τω θεω δηλον, hοτι hο δικαιοσ εκ πιστεωσ ζησεται. hο δε νομοσ ουκ εστιν εκ πιστεωσ, αλλ hο ποιησασ αυτα ζησεται εν αυτοισ. χριστοσ hημασ εξηγορασεν εκ τησ καταρασ του νομου γενομενοσ hυπερ hημων καταρα, (γεγραπται γαρ • επικαταρατοσ πασ hο κρεμαμενοσ επι ξυλου), hινα εισ τα εθνη hη ευλογια του αβραhαμ γενηται εν χριστω ιηhοσυα, hινα την επαγγελιαν του πνευματοσ λαβωμεν δια τησ πιστεωσ. αδελφοι, κατα ανθρωπον λεγω • hομωσ ανθρωπου κεκυρωμενην διαθηκην ουδεισ αθετει η επιδιατασσεται. τω δε αβραhαμ ερρεθησαν hαι επαγγελιαι και τω σπερματι αυτου. ου λεγει • και τοισ σπερμασιν, hωσ επι πολλων • αλλ hωσ εφ hενοσ • και τω σπερματι σου, hοσ εστιν χριστοσ. τουτο δε λεγω • διαθηκην προκεκυρωμενην hυπο του θεου hο μετα τετρακοσια και τριακοντα ετη γεγονωσ νομοσ ουκ ακυροι, εισ το καταργησαι την επαγγελιαν. ει γαρ εκ νομου hη κληρονομια, ουκετι εξ επαγγελιασ • τω δε αβραhαμ δι επαγγελιασ κεχαρισται hο θεοσ. τι ουν hο νομοσ; των παραβασεων χαριν προσετεθη, αχρισ hου ελθη το σπερμα hω επηγγελται, διαταγεισ δι αγγελων, εν χειρι μεσιτου. hο δε μεσιτησ hενοσ ουκ εστιν, hο δε θεοσ hεισ εστιν. hο ουν νομοσ κατα των επαγγελιων του θεου; μη γενοιτο. ει γαρ εδοθη νομοσ hο δυναμενοσ ζωοποιησαι, οντωσ αν εκ νομου ην hη δικαιοσυνη. αλλα συνεκλεισεν hη γραφη τα παντα hυπο hαμαρτιαν, hινα hη επαγγελια εκ πιστεωσ ιηhοσυα χριστου δοθη τοισ πιστευουσιν. προ του δε ελθειν την πιστιν hυπο νομον εφρουρουμεθα συνκλειομενοι εισ την μελλουσαν πιστιν αποκαλυφθηναι • hωστε hο νομοσ παιδαγωγοσ hημων γεγονεν εισ χριστον, hινα εκ πιστεωσ δικαιωθωμεν • ελθουσησ δε τησ πιστεωσ ουκετι hυπο παιδαγωγον εσμεν, παντεσ γαρ hυιοι θεου εστε δια τησ πιστεωσ εν χριστω ιηhοσυα. hοσοι γαρ εισ χριστον εβαπτισθητε, χριστον ενεδυσασθε • ουκ ενι ιηhυδαιοσ ουδε hελλην, ουκ ενι δουλοσ ουδε ελευθεροσ, ουκ ενι αρσεν και θηλυ • παντεσ γαρ hυμεισ hεισ εστε εν χριστω ιηhοσυα. ει δε hυμεισ χριστου, αρα του αβραhαμ σπερμα εστε, κατ επαγγελιαν κληρονομοι.

4

λεγω δε, εφ hοσον χρονον hο κληρονομοσ νηπιοσ εστιν, ουδεν διαφερει δουλου κυριοσ παντων ων • αλλα hυπο επιτροπουσ εστιν και οικονομουσ αχρι τησ προθεσμιασ του πατροσ. hουτωσ και hημεισ, hοτε ημεν νηπιοι, hυπο τα στοιχεια του κοσμου ημεν δεδουλωμενοι • hοτε δε ηλθεν το πληρωμα του χρονου, εξαπεστειλεν hο θεοσ τον hυιον αυτου, γενομενον εκ γυναικοσ, γενομενον hυπο νομον, hινα τουσ hυπο νομον εξαγοραση, hινα την hυιοθεσιαν απολαβωμεν. hοτι δε εστε hυιοι, εξαπεστειλεν hο θεοσ το πνευμα του hυιου αυτου εισ τασ καρδιασ hημων, κραζον • αββα hο πατηρ • hωστε ουκετι ει δουλοσ αλλα hυιοσ • ει δε hυιοσ, και κληρονομοσ δια θεου. αλλα τοτε μεν ουκ ειδοτεσ θεον εδουλευσατε τοισ φυσει μη ουσιν θεοισ • νυν δε γνοντεσ θεον, μαλλον δε γνωσθεντεσ hυπο θεου, πωσ επιστρεφετε παλιν επι τα ασθενη και πτωχα στοιχεια hοισ παλιν ανωθεν δουλευειν θελετε; hημερασ παρατηρεισθε και μηνασ και καιρουσ και ενιαυτουσ. φοβουμαι hυμασ μηπωσ εικη κεκοπιακα εισ hυμασ. γινεσθε hωσ εγω, hοτι καγω hωσ hυμεισ, αδελφοι • δεομαι hυμων. ουδεν με ηδικησατε • οιδατε δε hοτι δι ασθενειαν τησ σαρκοσ ευηγγελισαμην hυμιν το προτερον • και τον πειρασμον μου τον εν τη σαρκι μου ουκ εξουθενησατε ουδε εξεπτυσατε • αλλ hωσ αγγελον θεου εδεξασθε με, hωσ χριστον ιηhοσυα. τισ ουν ην hο μακαρισμοσ hυμων; μαρτυρω γαρ hυμιν hοτι ει δυνατον τουσ οφθαλμουσ hυμων εξορυξαντεσ αν εδωκατε μοι. hωστε εχθροσ hυμων γεγονα αληθευων hυμιν; ζηλουσιν hυμασ ου καλωσ, αλλα εκκλεισαι hυμασ θελουσιν, hινα αυτουσ ζηλουτε. καλον δε το ζηλουσθαι εν καλω παντοτε, και μη μονον εν τω παρειναι με προσ hυμασ. τεκνια μου, hουσ παλιν ωδινω αχρισ hου μορφωθη χριστοσ εν hυμιν, ηθελον δε παρειναι προσ hυμασ αρτι και αλλαξαι την φωνην μου, hοτι απορουμαι εν hυμιν. λεγετε μοι, hοι hυπο νομον θελοντεσ ειναι, τον νομον ουκ ακουετε; γεγραπται γαρ hοτι αβραhαμ δυο hυιουσ εσχεν, hενα εκ τησ παιδισκησ και hενα εκ τησ ελευθερασ. αλλ hο μεν εκ τησ παιδισκησ κατα σαρκα γεγεννηται, hο δε εκ τησ ελευθερασ δια τησ επαγγελιασ. hατινα εστιν αλληγορουμενα • hαυται γαρ εισιν δυο διαθηκαι, μια μεν απο ορουσ σινα εισ δουλειαν γεννωσα, hητισ εστιν αγαρ. το γαρ αγαρ σινα οροσ εστιν εν τη αραβια, συστοιχει δε τη νυν hιερουσαλημ, δουλευει γαρ μετα των τεκνων αυτησ. hη δε ανω hιερουσαλημ ελευθερα εστιν, hητισ εστιν μητηρ hημων. γεγραπται γαρ • ευφρανθητι στειρα hη ου τικτουσα • ρηξον και βοησον hη ουκ ωδινουσα • hοτι πολλα τα τεκνα τησ ερημου μαλλον η τησ εχουσησ τον ανδρα. hυμεισ δε, αδελφοι, κατα ισαακ επαγγελιασ τεκνα εστε. αλλ hωσπερ τοτε hο κατα σαρκα γεννηθεισ εδιωκεν τον κατα πνευμα, hουτωσ και νυν. αλλα τι λεγει hη γραφη; εκβαλε την παιδισκην και τον hυιον αυτησ, ου γαρ μη κληρονομησει hο hυιοσ τησ παιδισκησ μετα του hυιου τησ ελευθερασ. αρα, αδελφοι, ουκ εσμεν παιδισκησ τεκνα αλλα τησ ελευθερασ.

5

τη ελευθερια hημασ χριστοσ ηλευθερωσεν • στηκετε ουν και μη παλιν ζυγω δουλειασ ενεχεσθε. ιδε εγω παυλοσ λεγω hυμιν, hοτι εαν περιτεμνησθε χριστοσ hυμασ ουδεν ωφελησει • μαρτυρομαι δε παλιν παντι ανθρωπω περιτεμνομενω hοτι οφειλετησ εστιν hολον τον νομον ποιησαι. κατηργηθητε απο του χριστου hοιτινεσ εν νομω δικαιουσθε • τησ χαριτοσ εξεπεσατε. hημεισ γαρ πνευματι εκ πιστεωσ ελπιδα δικαιοσυνησ απεκδεχομεθα. εν γαρ χριστω ιηhοσυα ουτε περιτομη τι ισχυει ουτε ακροβυστια, αλλα πιστισ δι αγαπησ ενεργουμενη. ετρεχετε καλωσ, τισ hυμασ ενεκοψεν τη αληθεια μη πειθεσθαι; hη πεισμονη ουκ εκ του καλουντοσ hυμασ. μικρα ζυμη hολον το φυραμα ζυμοι. εγω πεποιθα εισ hυμασ εν κυριω hοτι ουδεν αλλο φρονησετε • hο δε ταρασσων hυμασ βαστασει το κριμα, hοστισ αν η. εγω δε, αδελφοι, ει περιτομην ετι κηρυσσω, τι ετι διωκομαι; αρα κατηργηται το σκανδαλον του σταυρου. οφελον και αποκοψονται hοι αναστατουντεσ hυμασ. hυμεισ γαρ επ ελευθερια εκληθητε, αδελφοι • μονον μη την ελευθεριαν εισ αφορμην τη σαρκι, αλλα δια τησ αγαπησ δουλευετε αλληλοισ • hο γαρ πασ νομοσ εν hενι λογω πληρουται, εν τω αγαπησεισ τον πλησιον σου hωσ σεαυτον. ει δε αλληλουσ δακνετε και κατεσθιετε, βλεπετε μη hυπο αλληλων αναλωθητε. λεγω δε, πνευματι περιπατειτε και επιθυμιαν σαρκοσ ου μη τελεσητε. hη γαρ σαρξ επιθυμει κατα του πνευματοσ, το δε πνευμα κατα τησ σαρκοσ • ταυτα δε αλληλοισ αντικειται, hινα μη hα αν θελητε ταυτα ποιητε. ει δε πνευματι αγεσθε, ουκ εστε hυπο νομον. φανερα δε εστιν τα εργα τησ σαρκοσ, hατινα εστιν πορνεια, ακαθαρσια, ασελγεια, ειδωλολατρεια, φαρμακεια, εχθραι, ερεισ, ζηλοι, θυμοι, εριθειαι, διχοστασιαι, hαιρεσεισ, φθονοι, φονοι, μεθαι, κωμοι, και τα hομοια τουτοισ, hα προλεγω hυμιν καθωσ και προειπον, hοτι hοι τα τοιαυτα πρασσοντεσ βασιλειαν θεου ου κληρονομησουσιν. hο δε καρποσ του πνευματοσ εστιν αγαπη, χαρα, ειρηνη, μακροθυμια, χρηστοτησ, αγαθωσυνη, πιστισ, πραυτησ, εγκρατεια • κατα των τοιουτων ουκ εστιν νομοσ. hοι δε του χριστου την σαρκα εσταυρωσαν συν τοισ παθημασιν και ταισ επιθυμιαισ. ει ζωμεν πνευματι, πνευματι και στοιχωμεν. μη γινωμεθα κενοδοξοι, αλληλουσ προκαλουμενοι, αλληλοισ φθονουντεσ.

6

αδελφοι, εαν και προλημφθη ανθρωποσ εν τινι παραπτωματι, hυμεισ hοι πνευματικοι καταρτιζετε τον τοιουτον εν πνευματι πραοτητοσ, σκοπων σεαυτον, μη και συ πειρασθησ. αλληλων τα βαρη βασταζετε, και hουτωσ αναπληρωσατε τον νομον του χριστου • ει γαρ δοκει τισ ειναι τι μηδεν ων, hεαυτον φρεναπατα • το δε εργον hεαυτου δοκιμαζετω hεκαστοσ, και τοτε εισ hεαυτον μονον το καυχημα hεξει και ουκ εισ τον hετερον • hεκαστοσ γαρ το ιδιον φορτιον βαστασει. κοινωνειτω δε hο κατηχουμενοσ τον λογον τω κατηχουντι εν πασιν αγαθοισ. μη πλανασθε • θεοσ ου μυκτηριζεται • hο γαρ εαν σπειρη ανθρωποσ, τουτο και θερισει. hοτι hο σπειρων εισ την σαρκα hεαυτου εκ τησ σαρκοσ θερισει φθοραν • hο δε σπειρων εισ το πνευμα εκ του πνευματοσ θερισει ζωην αιωνιον. το δε καλον ποιουντεσ μη εγκακωμεν, καιρω γαρ ιδιω θερισομεν μη εκλυομενοι. αρα ουν hωσ καιρον εχομεν, εργαζωμεθα το αγαθον προσ παντασ, μαλιστα δε προσ τουσ οικειουσ τησ πιστεωσ. ιδητε πηλικοισ hυμιν γραμμασιν εγραψα τη εμη χειρι. hοσοι θελουσιν ευπροσωπησαι εν σαρκι, hουτοι αναγκαζουσιν hυμασ περιτεμνεσθαι, μονον hινα τω σταυρω του χριστου μη διωκωνται. ουδε γαρ hοι περιτεμνομενοι αυτοι νομον φυλασσουσιν • αλλα θελουσιν hυμασ περιτεμνεσθαι hινα εν τη hυμετερα σαρκι καυχησωνται. εμοι δε μη γενοιτο καυχασθαι ει μη εν τω σταυρω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, δι hου εμοι κοσμοσ εσταυρωται καγω τω κοσμω. ουτε γαρ περιτομη τι εστιν ουτε ακροβυστια, αλλα καινη κτισισ. και hοσοι τω κανονι τουτω στοιχησουσιν, ειρηνη επ αυτουσ και ελεοσ, και επι τον ισραηλ του θεου. του λοιπου κοπουσ μοι μηδεισ παρεχετω, εγω γαρ τα στιγματα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα εν τω σωματι μου βασταζω. hη χαρισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου μετα του πνευματοσ hυμων, αδελφοι. αμην.

εφεσιουσ

1

παυλοσ αποστολοσ ιηhοσυα χριστου δια θεληματοσ θεου τοισ hαγιοισ τοισ ουσιν εν εφεσω και πιστοισ εν χριστω ιηhοσυα • χαρισ hυμιν και ειρηνη απο θεου πατροσ hημων και κυριου ιηhοσυα χριστου. ευλογητοσ hο θεοσ και πατηρ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, hο ευλογησασ hημασ εν παση ευλογια πνευματικη εν τοισ επουρανιοισ εν χριστω • καθωσ εξελεξατο hημασ εν αυτω προ καταβολησ κοσμου, ειναι hημασ hαγιουσ και αμωμουσ κατενωπιον αυτου εν αγαπη, προορισασ hημασ εισ hυιοθεσιαν δια ιηhοσυα χριστου εισ αυτον, κατα την ευδοκιαν του θεληματοσ αυτου, εισ επαινον δοξησ τησ χαριτοσ αυτου, εν hη εχαριτωσεν hημασ εν τω ηγαπημενω • εν hω εχομεν την απολυτρωσιν δια του hαιματοσ αυτου, την αφεσιν των παραπτωματων, κατα το πλουτοσ τησ χαριτοσ αυτου • hησ επερισσευσεν εισ hημασ, εν παση σοφια και φρονησει, γνωρισασ hημιν το μυστηριον του θεληματοσ αυτου, κατα την ευδοκιαν αυτου hην προεθετο εν αυτω εισ οικονομιαν του πληρωματοσ των καιρων, ανακεφαλαιωσασθαι τα παντα εν τω χριστω, τα εν τοισ ουρανοισ και τα επι τησ γησ, εν αυτω, εν hω και εκληρωθημεν προορισθεντεσ κατα προθεσιν του τα παντα ενεργουντοσ κατα την βουλην του θεληματοσ αυτου, εισ το ειναι hημασ εισ επαινον δοξησ αυτου, τουσ προηλπικοτασ εν τω χριστω • εν hω και hυμεισ, ακουσαντεσ τον λογον τησ αληθειασ, το ευαγγελιον τησ σωτηριασ hυμων • εν hω και πιστευσαντεσ εσφραγισθητε τω πνευματι τησ επαγγελιασ τω hαγιω, hοσ εστιν αρραβων τησ κληρονομιασ hημων, εισ απολυτρωσιν τησ περιποιησεωσ, εισ επαινον τησ δοξησ αυτου. δια τουτο καγω, ακουσασ την καθ hυμασ πιστιν εν τω κυριω ιηhοσυα και την αγαπην την εισ παντασ τουσ hαγιουσ, ου παυομαι ευχαριστων hυπερ hυμων, μνειαν ποιουμενοσ επι των προσευχων μου, hινα hο θεοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, hο πατηρ τησ δοξησ, δωη hυμιν πνευμα σοφιασ και αποκαλυψεωσ εν επιγνωσει αυτου, πεφωτισμενουσ τουσ οφθαλμουσ τησ καρδιασ hυμων, εισ το ειδεναι hυμασ τισ εστιν hη ελπισ τησ κλησεωσ αυτου, και τισ hο πλουτοσ τησ δοξησ τησ κληρονομιασ αυτου εν τοισ hαγιοισ, και τι το hυπερβαλλον μεγεθοσ τησ δυναμεωσ αυτου εισ hημασ τουσ πιστευοντασ κατα την ενεργειαν του κρατουσ τησ ισχυοσ αυτου, hην ενηργησεν εν τω χριστω εγειρασ αυτον εκ νεκρων • (και εκαθισεν εν δεξια αυτου εν τοισ επουρανιοισ hυπερανω πασησ αρχησ και εξουσιασ και δυναμεωσ και κυριοτητοσ και παντοσ ονοματοσ ονομαζομενου, ου μονον εν τω αιωνι τουτω αλλα και εν τω μελλοντι • και παντα hυπεταξεν hυπο τουσ ποδασ αυτου, και αυτον εδωκεν κεφαλην hυπερ παντα τη εκκλησια, hητισ εστιν το σωμα αυτου, το πληρωμα του τα παντα εν πασιν πληρουμενου) •

2

και hυμασ οντασ νεκρουσ τοισ παραπτωμασιν και ταισ hαμαρτιαισ hυμων, (εν hαισ ποτε περιεπατησατε κατα τον αιωνα του κοσμου τουτου, κατα τον αρχοντα τησ εξουσιασ του αεροσ, του πνευματοσ του νυν ενεργουντοσ εν τοισ hυιοισ τησ απειθειασ • εν hοισ και hημεισ παντεσ ανεστραφημεν ποτε εν ταισ επιθυμιαισ τησ σαρκοσ hημων, ποιουντεσ τα θεληματα τησ σαρκοσ και των διανοιων • και ημεν τεκνα φυσει οργησ hωσ και hοι λοιποι. hο δε θεοσ πλουσιοσ ων εν ελεει, δια την πολλην αγαπην αυτου hην ηγαπησεν hημασ), και οντασ hημασ νεκρουσ τοισ παραπτωμασιν συνεζωοποιησεν τω χριστω, (χαριτι εστε σεσωσμενοι), και συνηγειρεν και συνεκαθισεν εν τοισ επουρανιοισ εν χριστω ιηhοσυα, hινα ενδειξηται εν τοισ αιωσιν τοισ επερχομενοισ τον hυπερβαλλοντα πλουτον τησ χαριτοσ αυτου εν χρηστοτητι εφ hημασ εν χριστω ιηhοσυα. τη γαρ χαριτι εστε σεσωσμενοι δια τησ πιστεωσ, και τουτο ουκ εξ hυμων, θεου το δωρον • ουκ εξ εργων, hινα μη τισ καυχησηται • αυτου γαρ εσμεν ποιημα, κτισθεντεσ εν χριστω ιηhοσυα επι εργοισ αγαθοισ, hοισ προητοιμασεν hο θεοσ hινα εν αυτοισ περιπατησωμεν. διο μνημονευετε hοτι hυμεισ ποτε τα εθνη εν σαρκι, hοι λεγομενοι ακροβυστια hυπο τησ λεγομενησ περιτομησ εν σαρκι χειροποιητου, hοτι ητε εν τω καιρω εκεινω χωρισ χριστου, απηλλοτριωμενοι τησ πολιτειασ του ισραηλ και ξενοι των διαθηκων τησ επαγγελιασ, ελπιδα μη εχοντεσ και αθεοι εν τω κοσμω. νυνι δε εν χριστω ιηhοσυα hυμεισ hοι ποτε οντεσ μακραν εγγυσ εγενηθητε εν τω hαιματι του χριστου. αυτοσ γαρ εστιν hη ειρηνη hημων, hο ποιησασ τα αμφοτερα hεν και το μεσοτοιχον του φραγμου λυσασ, την εχθραν εν τη σαρκι αυτου, τον νομον των εντολων εν δογμασιν, καταργησασ, hινα τουσ δυο κτιση εν hεαυτω εισ hενα καινον ανθρωπον ποιων ειρηνην • και αποκαταλλαξη τουσ αμφοτερουσ εν hενι σωματι τω θεω δια του σταυρου, αποκτεινασ την εχθραν εν αυτω. και ελθων ευηγγελισατο ειρηνην hυμιν τοισ μακραν και ειρηνην τοισ εγγυσ • hοτι δι αυτου εχομεν την προσαγωγην hοι αμφοτεροι εν hενι πνευματι προσ τον πατερα. αρα ουν ουκετι εστε ξενοι και παροικοι, αλλ εστε συνπολιται των hαγιων και οικειοι του θεου, εποικοδομηθεντεσ επι τω θεμελιω των αποστολων και προφητων, οντοσ ακρογωνιαιου αυτου ιηhοσυα χριστου, εν hω πασα hη οικοδομη συναρμολογουμενη αυξει εισ ναον hαγιον εν κυριω • εν hω και hυμεισ συνοικοδομεισθε εισ κατοικητηριον του θεου εν πνευματι.

3

τουτου χαριν εγω παυλοσ hο δεσμιοσ του χριστου ιηhοσυα hυπερ hυμων των εθνων, — (ειγε ηκουσατε την οικονομιαν τησ χαριτοσ του θεου τησ δοθεισησ μοι εισ hυμασ, hοτι κατα αποκαλυψιν εγνωρισθη μοι το μυστηριον, (καθωσ προεγραψα εν ολιγω • προσ hο δυνασθε αναγινωσκοντεσ νοησαι την συνεσιν μου εν τω μυστηριω του χριστου), hο hετεραισ γενεαισ ουκ εγνωρισθη τοισ hυιοισ των ανθρωπων hωσ νυν απεκαλυφθη τοισ hαγιοισ αποστολοισ αυτου και προφηταισ εν πνευματι, ειναι τα εθνη συνκληρονομα και συνσωμα και συνμετοχα τησ επαγγελιασ αυτου εν χριστω ιηhοσυα δια του ευαγγελιου • hου εγενομεν διακονοσ κατα την δωρεαν τησ χαριτοσ του θεου την δοθεισαν μοι κατα την ενεργειαν τησ δυναμεωσ αυτου. εμοι τω ελαχιστοτερω παντων hαγιων εδοθη hη χαρισ hαυτη, εν τοισ εθνεσιν ευαγγελισασθαι τον ανεξιχνιαστον πλουτον του χριστου, και φωτισαι παντασ τισ hη οικονομια του μυστηριου του αποκεκρυμμενου απο των αιωνων εν τω θεω τω τα παντα κτισαντι • hινα γνωρισθη νυν ταισ αρχαισ και ταισ εξουσιαισ εν τοισ επουρανιοισ δια τησ εκκλησιασ hη πολυποικιλοσ σοφια του θεου, κατα προθεσιν των αιωνων hην εποιησεν εν χριστω ιηhοσυα τω κυριω hημων, εν hω εχομεν την παρρησιαν και προσαγωγην εν πεποιθησει δια τησ πιστεωσ αυτου. διο αιτουμαι μη ενκακειν εν ταισ θλιψεσιν μου hυπερ hυμων, hητισ εστιν δοξα hυμων. — τουτου χαριν καμπτω τα γονατα μου προσ τον πατερα [φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου], εξ hου πασα πατρια εν ουρανοισ και επι γησ ονομαζεται • hινα δωη hυμιν κατα τον πλουτον τησ δοξησ αυτου δυναμει κραταιωθηναι δια του πνευματοσ αυτου εισ τον εσω ανθρωπον • κατοικησαι τον χριστον δια τησ πιστεωσ εν ταισ καρδιαισ hυμων, εν αγαπη ερριζωμενοι και τεθεμελιωμενοι • hινα εξισχυσητε καταλαβεσθαι συν πασιν τοισ hαγιοισ τι το πλατοσ και μηκοσ και βαθοσ και hυψοσ, — γνωναι τε την hυπερβαλλουσαν τησ γνωσεωσ αγαπην του χριστου • hινα πληρωθητε εισ παν το πληρωμα του θεου. τω δε δυναμενω hυπερ παντα ποιησαι hυπερεκπερισσου hων αιτουμεθα η νοουμεν κατα την δυναμιν την ενεργουμενην εν hημιν, αυτω hη δοξα εν τη εκκλησια εν χριστω ιηhοσυα εισ πασασ τασ γενεασ του αιωνοσ των αιωνων • αμην.)

4

παρακαλω ουν hυμασ εγω hο δεσμιοσ εν κυριω, αξιωσ περιπατησαι τησ κλησεωσ hησ εκληθητε, μετα πασησ ταπεινοφροσυνησ και πραυτητοσ, μετα μακροθυμιασ, ανεχομενοι αλληλων εν αγαπη • σπουδαζοντεσ τηρειν την hενοτητα του πνευματοσ εν τω συνδεσμω τησ ειρηνησ. hεν σωμα και hεν πνευμα, καθωσ και εκληθητε εν μια ελπιδι τησ κλησεωσ hυμων. hεισ κυριοσ, μια πιστισ, hεν βαπτισμα. hεισ θεοσ και πατηρ παντων, hο επι παντων και δια παντων και εν πασιν hημιν. hενι δε hεκαστω hημων εδοθη hη χαρισ κατα το μετρον τησ δωρεασ του χριστου. διο λεγει • αναβασ εισ hυψοσ ηχμαλωτευσεν αιχμαλωσιαν και εδωκεν δοματα τοισ ανθρωποισ. το δε ανεβη τι εστιν ει μη hοτι και κατεβη εισ τα κατωτερα μερη τησ γησ; hο καταβασ αυτοσ εστιν και hο αναβασ hυπερανω παντων των ουρανων, hινα πληρωση τα παντα • και αυτοσ εδωκεν τουσ μεν αποστολουσ, τουσ δε προφητασ, τουσ δε ευαγγελιστασ, τουσ δε ποιμενασ και διδασκαλουσ, προσ τον καταρτισμον των hαγιων εισ εργον διακονιασ, εισ οικοδομην του σωματοσ του χριστου • μεχρι καταντησωμεν hοι παντεσ εισ την hενοτητα τησ πιστεωσ και τησ επιγνωσεωσ του hυιου του θεου, εισ ανδρα τελειον, εισ μετρον hηλικιασ του πληρωματοσ του χριστου, hινα μηκετι ωμεν νηπιοι, κλυδωνιζομενοι και περιφερομενοι παντι ανεμω τησ διδασκαλιασ εν τη κυβεια των ανθρωπων, εν πανουργια προσ την μεθοδειαν τησ πλανησ • αληθευοντεσ δε εν αγαπη αυξησωμεν εισ αυτον τα παντα, hοσ εστιν hη κεφαλη, hο χριστοσ • εξ hου παν το σωμα συναρμολογουμενον και συνβιβαζομενον δια πασησ hαφησ τησ επιχορηγιασ κατ ενεργειαν εν μετρω hενοσ hεκαστου μερουσ την αυξησιν του σωματοσ ποιειται εισ οικοδομην hεαυτου εν αγαπη. τουτο ουν λεγω και μαρτυρομαι εν κυριω, μηκετι hυμασ περιπατειν, καθωσ και τα λοιπα εθνη περιπατει εν ματαιοτητι του νοοσ αυτων, εσκοτισμενοι τη διανοια οντεσ, απηλλοτριωμενοι τησ ζωησ του θεου, δια την αγνοιαν την ουσαν εν αυτοισ, δια την πωρωσιν τησ καρδιασ αυτων • hοιτινεσ απηλγηκοτεσ hεαυτουσ παρεδωκαν τη ασελγεια εισ εργασιαν ακαθαρσιασ πασησ εν πλεονεξια. hυμεισ δε ουχ hουτωσ εμαθετε τον χριστον, ειγε αυτον ηκουσατε και εν αυτω εδιδαχθητε καθωσ εστιν αληθεια εν τω ιηhοσυα, αποθεσθαι hυμασ κατα την προτεραν αναστροφην τον παλαιον ανθρωπον τον φθειρομενον κατα τασ επιθυμιασ τησ απατησ, ανανεουσθαι δε τω πνευματι του νοοσ hυμων και ενδυσασθαι τον καινον ανθρωπον τον κατα θεον κτισθεντα εν δικαιοσυνη και hοσιοτητι τησ αληθειασ. διο αποθεμενοι το ψευδοσ λαλειτε αληθειαν hεκαστοσ μετα του πλησιον αυτου • hοτι εσμεν αλληλων μελη. οργιζεσθε και μη hαμαρτανετε • hο hηλιοσ μη επιδυετω επι τω παροργισμω hυμων • μηδε διδοτε τοπον τω διαβολω. hο κλεπτων μηκετι κλεπτετω, μαλλον δε κοπιατω εργαζομενοσ ταισ ιδιαισ χερσιν το αγαθον, hινα εχη μεταδιδοναι τω χρειαν εχοντι. πασ λογοσ σαπροσ εκ του στοματοσ hυμων μη εκπορευεσθω, αλλ ει τισ αγαθοσ προσ οικοδομην τησ χρειασ, hινα δω χαριν τοισ ακουουσιν. και μη λυπειτε το πνευμα το hαγιον του θεου, εν hω εσφραγισθητε εισ hημεραν απολυτρωσεωσ. πασα πικρια και θυμοσ και οργη και κραυγη και βλασφημια αρθητω αφ hυμων συν παση κακια • γινεσθε δε εισ αλληλουσ χρηστοι, ευσπλαγχνοι, χαριζομενοι hεαυτοισ καθωσ και hο θεοσ εν χριστω εχαρισατο hυμιν.

5

γινεσθε ουν μιμηται του θεου hωσ τεκνα αγαπητα, και περιπατειτε εν αγαπη, καθωσ και hο χριστοσ ηγαπησεν hημασ και παρεδωκεν hεαυτον hυπερ hημων προσφοραν και θυσιαν τω θεω εισ οσμην ευωδιασ. πορνεια δε και πασα ακαθαρσια η πλεονεξια μηδε ονομαζεσθω εν hυμιν, καθωσ πρεπει hαγιοισ • και αισχροτησ και μωρολογια η ευτραπελια, τα ουκ ανηκοντα, αλλα μαλλον ευχαριστια. τουτο γαρ ιστε, γινωσκοντεσ hοτι πασ πορνοσ η ακαθαρτοσ η πλεονεκτησ, (hοσ εστιν ειδωλολατρησ), ουκ εχει κληρονομιαν εν τη βασιλεια του χριστου και θεου. μηδεισ hυμασ απατατω κενοισ λογοισ • δια ταυτα γαρ ερχεται hη οργη του θεου επι τουσ hυιουσ τησ απειθειασ. μη ουν γινεσθε συνμετοχοι αυτων • ητε γαρ ποτε σκοτοσ, νυν δε φωσ εν κυριω • hωσ τεκνα φωτοσ περιπατειτε, (hο γαρ καρποσ του φωτοσ εν παση αγαθωσυνη και δικαιοσυνη και αληθεια), δοκιμαζοντεσ τι εστιν ευαρεστον τω κυριω. και μη συνκοινωνειτε τοισ εργοισ τοισ ακαρποισ του σκοτουσ, μαλλον δε και ελεγχετε • τα γαρ κρυφη γινομενα hυπ αυτων αισχρον εστιν και λεγειν. τα δε παντα ελεγχομενα hυπο του φωτοσ φανερουται • παν γαρ το φανερουμενον φωσ εστιν • διο λεγει • εγειρε hο καθευδων και αναστα εκ των νεκρων, και επιφαυσει σοι hο χριστοσ. βλεπετε ουν πωσ ακριβωσ περιπατειτε, μη hωσ ασοφοι αλλ hωσ σοφοι • εξαγοραζομενοι τον καιρον, hοτι hαι hημεραι πονηραι εισιν. δια τουτο μη γινεσθε αφρονεσ, αλλα συνιετε τι το θελημα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και μη μεθυσκεσθε οινω, εν hω εστιν ασωτια • αλλα πληρουσθε εν πνευματι, λαλουντεσ hεαυτοισ ψαλμοισ και hυμνοισ και ωδαισ πνευματικαισ, αδοντεσ και ψαλλοντεσ εν τη καρδια hυμων τω κυριω • ευχαριστουντεσ παντοτε hυπερ παντων εν ονοματι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου τω θεω και πατρι • hυποτασσομενοι αλληλοισ εν φοβω χριστου. hαι γυναικεσ, τοισ ιδιοισ ανδρασιν [hυποτασσεσθε] hωσ τω κυριω • hοτι ανηρ εστιν κεφαλη τησ γυναικοσ hωσ και hο χριστοσ κεφαλη τησ εκκλησιασ, αυτοσ σωτηρ του σωματοσ. αλλ hωσ hη εκκλησια hυποτασσεται τω χριστω, hουτωσ και hαι γυναικεσ τοισ ανδρασιν εν παντι. hοι ανδρεσ, αγαπατε τασ γυναικασ hεαυτων, καθωσ και hο χριστοσ ηγαπησεν την εκκλησιαν και hεαυτον παρεδωκεν hυπερ αυτησ, hινα αυτην hαγιαση καθαρισασ τω λουτρω του hυδατοσ εν ρηματι • hινα παραστηση αυτοσ hεαυτω ενδοξον την εκκλησιαν, μη εχουσαν σπιλον η ρυτιδα η τι των τοιουτων, αλλ hινα η hαγια και αμωμοσ. hουτωσ οφειλουσιν και hοι ανδρεσ αγαπαν τασ hεαυτων γυναικασ hωσ τα hεαυτων σωματα • hο αγαπων την hεαυτου γυναικα hεαυτον αγαπα. ουδεισ γαρ ποτε την hεαυτου σαρκα εμισησεν, αλλ εκτρεφει και θαλπει αυτην, καθωσ και hο χριστοσ την εκκλησιαν • hοτι μελη εσμεν του σωματοσ αυτου, — εκ τησ σαρκοσ αυτου και εκ των οστεων αυτου. αντι τουτου καταλειψει ανθρωποσ τον πατερα αυτου και την μητερα και προσκολληθησεται προσ την γυναικα αυτου • και εσονται hοι δυο εισ σαρκα μιαν. το μυστηριον τουτο μεγα εστιν • εγω δε λεγω εισ χριστον και εισ την εκκλησιαν. πλην και hυμεισ hοι καθ hενα hεκαστοσ την hεαυτου γυναικα hουτωσ αγαπατω hωσ hεαυτον • hη δε γυνη hινα φοβηται τον ανδρα.

6

τα τεκνα, hυπακουετε τοισ γονευσιν hυμων εν κυριω, τουτο γαρ εστιν δικαιον. τιμα τον πατερα σου και την μητερα, (hητισ εστιν εντολη πρωτη εν επαγγελια), hινα ευ σοι γενηται και εση μακροχρονιοσ επι τησ γησ. και hοι πατερεσ, μη παροργιζετε τα τεκνα hυμων, αλλα εκτρεφετε αυτα εν παιδεια και νουθεσια κυριου. hοι δουλοι, hυπακουετε τοισ κυριοισ κατα σαρκα μετα φοβου και τρομου εν hαπλοτητι τησ καρδιασ hυμων hωσ τω χριστω, μη κατ οφθαλμοδουλιαν hωσ ανθρωπαρεσκοι, αλλ hωσ δουλοι χριστου ποιουντεσ το θελημα του θεου εκ ψυχησ, μετ ευνοιασ δουλευοντεσ hωσ τω κυριω και ουκ ανθρωποισ, ειδοτεσ hοτι hεκαστοσ hο εαν ποιηση αγαθον, τουτο κομισεται παρα κυριου, ειτε δουλοσ ειτε ελευθεροσ. και hοι κυριοι, τα αυτα ποιειτε προσ αυτουσ, ανιεντεσ την απειλην, ειδοτεσ hοτι και αυτων και hυμων hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστιν εν ουρανοισ και προσωπολημψια ουκ εστιν παρ αυτω. το λοιπον, αδελφοι μου, ενδυναμουσθε εν κυριω και εν τω κρατει τησ ισχυοσ αυτου • ενδυσασθε την πανοπλιαν του θεου προσ το δυνασθαι hυμασ στηναι προσ τασ μεθοδειασ του διαβολου • hοτι ουκ εστιν hημιν hη παλη προσ hαιμα και σαρκα, αλλα προσ τασ αρχασ, προσ τασ εξουσιασ, προσ τουσ κοσμοκρατορασ του σκοτουσ τουτου, προσ τα πνευματικα τησ πονηριασ εν τοισ επουρανιοισ. δια τουτο αναλαβετε την πανοπλιαν του θεου, hινα δυνηθητε αντιστηναι εν τη hημερα τη πονηρα και hαπαντα κατεργασαμενοι στηναι. στητε ουν περιζωσαμενοι την οσφυν hυμων εν αληθεια, και ενδυσαμενοι τον θωρακα τησ δικαιοσυνησ, και hυποδησαμενοι τουσ ποδασ εν hετοιμασια του ευαγγελιου τησ ειρηνησ, επι πασιν αναλαβοντεσ τον θυρεον τησ πιστεωσ, εν hω δυνησεσθε παντα τα βελη του πονηρου τα πεπυρωμενα σβεσαι. και την περικεφαλαιαν του σωτηριου δεξασθε, και την μαχαιραν του πνευματοσ, hο εστιν ρημα θεου • δια πασησ προσευχησ και δεησεωσ προσευχομενοι εν παντι καιρω εν πνευματι, και εισ αυτο αγρυπνουντεσ εν παση προσκαρτερησει και δεησει περι παντων των hαγιων, και hυπερ εμου, hινα μοι δοθη λογοσ εν ανοιξει του στοματοσ μου, εν παρρησια γνωρισαι το μυστηριον του ευαγγελιου, hυπερ hου πρεσβευω εν hαλυσει, hινα εν αυτω παρρησιασωμαι hωσ δει με λαλησαι. hινα δε ειδητε και hυμεισ τα κατ εμε, τι πρασσω, παντα γνωρισει hυμιν τυχικοσ hο αγαπητοσ αδελφοσ και πιστοσ διακονοσ εν κυριω, hον επεμψα προσ hυμασ εισ αυτο τουτο, hινα γνωτε τα περι hημων και παρακαλεση τασ καρδιασ hυμων. ειρηνη τοισ αδελφοισ και αγαπη μετα πιστεωσ απο θεου πατροσ και κυριου ιηhοσυα χριστου. hη χαρισ μετα παντων των αγαπωντων τον κυριον hημων ιηhοσυα χριστον εν αφθαρσια.

φιλιππησιουσ

1

παυλοσ και τιμοθεοσ δουλοι ιηhοσυα χριστου πασιν τοισ hαγιοισ εν χριστω ιηhοσυα τοισ ουσιν εν φιλιπποισ συν επισκοποισ και διακονοισ • χαρισ hυμιν και ειρηνη απο θεου πατροσ hημων και κυριου ιηhοσυα χριστου. ευχαριστω τω θεω μου επι παση τη μνεια hυμων παντοτε, εν παση δεησει μου, hυπερ παντων hυμων μετα χαρασ την δεησιν ποιουμενοσ, επι τη κοινωνια hυμων εισ το ευαγγελιον απο τησ πρωτησ hημερασ αχρι του νυν • πεποιθωσ αυτο τουτο, hοτι hο εναρξαμενοσ εν hυμιν εργον αγαθον επιτελεσει αχρισ hημερασ ιηhοσυα χριστου • καθωσ εστιν δικαιον εμοι τουτο φρονειν hυπερ παντων hυμων, δια το εχειν με εν τη καρδια hυμασ, εν τε τοισ δεσμοισ μου και εν τη απολογια και βεβαιωσει του ευαγγελιου συνκοινωνουσ μου τησ χαριτοσ παντασ hυμασ οντασ. μαρτυσ γαρ μου εστιν hο θεοσ, hωσ επιποθω παντασ hυμασ εν σπλαγχνοισ χριστου ιηhοσυα. και τουτο προσευχομαι, hινα hη αγαπη hυμων ετι μαλλον και μαλλον περισσευη εν επιγνωσει και παση αισθησει, εισ το δοκιμαζειν hυμασ τα διαφεροντα, hινα ητε ειλικρινεισ και απροσκοποι εισ hημεραν χριστου, πεπληρωμενοι καρπον δικαιοσυνησ τον δια ιηhοσυα χριστου εισ δοξαν και επαινον θεου. γινωσκειν δε hυμασ βουλομαι, αδελφοι, hοτι τα κατ εμε μαλλον εισ προκοπην του ευαγγελιου εληλυθεν • hωστε τουσ δεσμουσ μου φανερουσ εν χριστω γενεσθαι εν hολω τω πραιτωριω και τοισ λοιποισ πασιν, και τουσ πλειονασ των αδελφων εν κυριω πεποιθοτασ τοισ δεσμοισ μου περισσοτερωσ τολμαν αφοβωσ τον λογον λαλειν. τινεσ μεν και δια φθονον και εριν, τινεσ δε και δι ευδοκιαν τον χριστον κηρυσσουσιν • hοι μεν εξ αγαπησ, ειδοτεσ hοτι εισ απολογιαν του ευαγγελιου κειμαι • hοι δε εξ εριθειασ τον χριστον καταγγελλουσιν, ουχ hαγνωσ, οιομενοι θλιψιν εγειρεν τοισ δεσμοισ μου. τι γαρ; πλην παντι τροπω, ειτε προφασει ειτε αληθεια, χριστοσ καταγγελλεται • και εν τουτω χαιρω αλλα και χαρησομαι. οιδα γαρ hοτι τουτο μοι αποβησεται εισ σωτηριαν δια τησ hυμων δεησεωσ και επιχορηγιασ του πνευματοσ ιηhοσυα χριστου, κατα την αποκαραδοκιαν και ελπιδα μου hοτι εν ουδενι αισχυνθησομαι, αλλ εν παση παρρησια hωσ παντοτε και νυν μεγαλυνθησεται χριστοσ εν τω σωματι μου, ειτε δια ζωησ ειτε δια θανατου. εμοι γαρ το ζην χριστοσ, και το αποθανειν κερδοσ • ει δε το ζην εν σαρκι, τουτο μοι καρποσ εργου • και τι hαιρησομαι ου γνωριζω • συνεχομαι δε εκ των δυο, την επιθυμιαν εχων εισ το αναλυσαι και συν χριστω ειναι, πολλω γαρ μαλλον κρεισσον • το δε επιμενειν εν τη σαρκι αναγκαιοτερον δι hυμασ. και τουτο πεποιθωσ οιδα, hοτι μενω και συμπαραμενω πασιν hυμιν εισ την hυμων προκοπην και χαραν τησ πιστεωσ, hινα το καυχημα hυμων περισσευη εν χριστω ιηhοσυα εν εμοι δια τησ εμησ παρουσιασ παλιν προσ hυμασ. μονον αξιωσ του ευαγγελιου του χριστου πολιτευεσθε, hινα ειτε ελθων και ιδων hυμασ ειτε απων ακουσω τα περι hυμων, hοτι στηκετε εν hενι πνευματι, μια ψυχη συναθλουντεσ τη πιστει του ευαγγελιου, και μη πτυρομενοι εν μηδενι hυπο των αντικειμενων, hητισ εστιν αυτοισ ενδειξισ απωλειασ, hυμων δε σωτηριασ, και τουτο απο θεου • hοτι hυμιν εχαρισθη το hυπερ χριστου, ου μονον το εισ αυτον πιστευειν αλλα και το hυπερ αυτου πασχειν, τον αυτον αγωνα εχοντεσ, hοιον ειδετε εν εμοι και νυν ακουετε εν εμοι.

2

ει τισ ουν παρακλησισ εν χριστω, ει τι παραμυθιον αγαπησ, ει τισ κοινωνια πνευματοσ, ει τισ σπλαγχνα και οικτιρμοι, πληρωσατε μου την χαραν hινα το αυτο φρονητε, την αυτην αγαπην εχοντεσ, συμψυχοι, το hεν φρονουντεσ. μηδεν κατ εριθειαν η κατα κενοδοξιαν • αλλα τη ταπεινοφροσυνη αλληλουσ hηγουμενοι hυπερεχοντασ hεαυτων, μη τα hεαυτων hεκαστοσ σκοπουντεσ αλλα και τα hετερων hεκαστοι. τουτο γαρ φρονεισθω εν hυμιν hο και εν χριστω ιηhοσυα, hοσ εν μορφη θεου hυπαρχων ουχ hαρπαγμον hηγησατο το ειναι ισα θεω, αλλ hεαυτον εκενωσεν μορφην δουλου λαβων, εν hομοιωματι ανθρωπων γενομενοσ • και σχηματι hευρεθεισ hωσ ανθρωποσ εταπεινωσεν hεαυτον, γενομενοσ hυπηκοοσ μεχρι θανατου, θανατου δε σταυρου. διο και hο θεοσ αυτον hυπερυψωσεν και εχαρισατο αυτω το ονομα το hυπερ παν ονομα, hινα εν τω ονοματι ιηhοσυα παν γονυ καμψη επουρανιων και επιγειων και καταχθονιων, και πασα γλωσσα εξομολογησηται hοτι κυριοσ ιηhοσυα χριστοσ εισ δοξαν θεου πατροσ. hωστε, αγαπητοι μου, καθωσ παντοτε hυπηκουσατε, μη hωσ εν τη παρουσια μου μονον αλλα νυν πολλω μαλλον εν τη απουσια μου, μετα φοβου και τρομου την hεαυτων σωτηριαν κατεργαζεσθε • θεοσ γαρ εστιν hο ενεργων εν hυμιν και το θελειν και το ενεργειν hυπερ τησ ευδοκιασ. παντα ποιειτε χωρισ γογγυσμων και διαλογισμων, hινα γενησθε αμεμπτοι και ακεραιοι, τεκνα θεου αμωμητα μεσον γενεασ σκολιασ και διεστραμμενησ, εν hοισ φαινεσθε hωσ φωστηρεσ εν κοσμω, λογον ζωησ επεχοντεσ, εισ καυχημα εμοι εισ hημεραν χριστου, hοτι ουκ εισ κενον εδραμον ουδε εισ κενον εκοπιασα. αλλ ει και σπενδομαι επι τη θυσια και λειτουργια τησ πιστεωσ hυμων, χαιρω και συγχαιρω πασιν hυμιν. το δ αυτο και hυμεισ χαιρετε και συγχαιρετε μοι. ελπιζω δε εν κυριω ιηhοσυα τιμοθεον ταχεωσ πεμψαι hυμιν, hινα καγω ευψυχω γνουσ τα περι hυμων • ουδενα γαρ εχω ισοψυχον, hοστισ γνησιωσ τα περι hυμων μεριμνησει • hοι παντεσ γαρ τα hεαυτων ζητουσιν, ου τα ιηhοσυα χριστου. την δε δοκιμην αυτου γινωσκετε, hοτι hωσ πατρι τεκνον συν εμοι εδουλευσεν εισ το ευαγγελιον. τουτον μεν ουν ελπιζω πεμψαι hωσ αν αφιδω τα περι εμε εξαυτησ. πεποιθα δε εν κυριω hοτι και αυτοσ ταχεωσ ελευσομαι • αναγκαιον δε hηγησαμην επαφροδιτον τον αδελφον και συνεργον και συστρατιωτην μου, hυμων δε αποστολον και λειτουργον τησ χρειασ μου, πεμψαι προσ hυμασ. επειδη επιποθων ην παντασ hυμασ και αδημονων, διοτι ηκουσατε hοτι ησθενησεν • και γαρ ησθενησεν παραπλησιον θανατω, αλλα hο θεοσ ηλεησεν αυτον, ουκ αυτον δε μονον αλλα και εμε, hινα μη λυπην επι λυπην σχω. σπουδαιοτερωσ ουν επεμψα αυτον hινα ιδοντεσ αυτον παλιν χαρητε καγω αλυποτεροσ ω. προσδεχεσθε ουν αυτον εν κυριω μετα πασησ χαρασ, και τουσ τοιουτουσ εντιμουσ εχετε • hοτι δια το εργον μεχρι θανατου ηγγισεν παραβολευσαμενοσ τη ψυχη, hινα αναπληρωση το hυμων hυστερημα τησ προσ με λειτουργιασ.

3

το λοιπον, αδελφοι μου, χαιρετε εν κυριω • τα αυτα γραφειν hυμιν εμοι μεν ουκ οκνηρον, hυμιν δε ασφαλεσ. βλεπετε τουσ κυνασ, βλεπετε τουσ κακουσ εργατασ, βλεπετε την κατατομην • hημεισ γαρ εσμεν hη περιτομη, hοι πνευματι θεου λατρευοντεσ και καυχωμενοι εν χριστω ιηhοσυα και ουκ εν σαρκι πεποιθοτεσ, καιπερ εγω εχων πεποιθησιν και εν σαρκι. ει τισ δοκει αλλοσ πεποιθεναι εν σαρκι, εγω μαλλον • περιτομη οκταημεροσ, εκ γενουσ ισραηλ, φυλησ βενιαμειν, hεβραιοσ εξ hεβραιων • κατα νομον φαρισαιοσ • κατα ζηλοσ διωκων την εκκλησιαν • κατα δικαιοσυνην την εν νομω γενομενοσ αμεμπτοσ. αλλ hατινα ην μοι κερδη, ταυτα hηγημαι δια τον χριστον ζημιαν. αλλα μενουνγε και hηγουμαι παντα ζημιαν ειναι δια το hυπερεχον τησ γνωσεωσ χριστου ιηhοσυα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, δι hον τα παντα εζημιωθην, και hηγουμαι σκυβαλα hινα χριστον κερδησω, και hευρεθω εν αυτω μη εχων εμην δικαιοσυνην την εκ νομου αλλα την δια πιστεωσ χριστου, την εκ θεου δικαιοσυνην επι τη πιστει • του γνωναι αυτον και την δυναμιν τησ αναστασεωσ αυτου και την κοινωνιαν των παθηματων αυτου, συμμορφιζομενοσ τω θανατω αυτου, ειπωσ καταντησω εισ την εξαναστασιν την εκ νεκρων. ουχ hοτι ηδη ελαβον η ηδη τετελειωμαι, διωκω δε ει και καταλαβω, εφ hω και κατελημφθην hυπο χριστου. αδελφοι, εγω εμαυτον ου λογιζομαι κατειληφεναι • hεν δε, τα μεν οπισω επιλανθανομενοσ, τοισ δε εμπροσθεν επεκτεινομενοσ, κατα σκοπον διωκω εισ το βραβειον τησ ανω κλησεωσ του θεου εν χριστω ιηhοσυα. hοσοι ουν τελειοι, τουτο φρονωμεν • και ει τι hετερωσ φρονειτε, και τουτο hο θεοσ hυμιν αποκαλυψει • πλην εισ hο εφθασαμεν, τω αυτω στοιχειν. συμμιμηται μου γινεσθε, αδελφοι, και σκοπειτε τουσ hουτω περιπατουντασ καθωσ εχετε τυπον hημασ. πολλοι γαρ περιπατουσιν, hουσ πολλακισ ελεγον hυμιν, νυν δε και κλαιων λεγω, τουσ εχθρουσ του σταυρου του χριστου, hων το τελοσ απωλεια, hων hο θεοσ hη κοιλια και hη δοξα εν τη αισχυνη αυτων, hοι τα επιγεια φρονουντεσ. hημων γαρ το πολιτευμα εν ουρανοισ hυπαρχει, εξ hου και σωτηρα απεκδεχομεθα κυριον ιηhοσυα χριστον, hοσ μετασχηματισει το σωμα τησ ταπεινωσεωσ hημων συμμορφον τω σωματι τησ δοξησ αυτου, κατα την ενεργειαν του δυνασθαι αυτον και hυποταξαι αυτω τα παντα.

4

hωστε, αδελφοι μου αγαπητοι και επιποθητοι, χαρα και στεφανοσ μου, hουτωσ στηκετε εν κυριω, αγαπητοι. ευοδιαν παρακαλω και συντυχην παρακαλω το αυτο φρονειν εν κυριω. ναι ερωτω και σε, γνησιε συζυγε, συλλαμβανου αυταισ, hαιτινεσ εν τω ευαγγελιω συνηθλησαν μοι μετα και κλημεντοσ και των λοιπων συνεργων μου, hων τα ονοματα εν βιβλω ζωησ. χαιρετε εν κυριω παντοτε • παλιν ερω, χαιρετε. το επιεικεσ hυμων γνωσθητω πασιν ανθρωποισ • hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εγγυσ • μηδεν μεριμνατε, αλλ εν παντι τη προσευχη και τη δεησει μετα ευχαριστιασ τα αιτηματα hυμων γνωριζεσθω προσ τον θεον • και hη ειρηνη του θεου hη hυπερεχουσα παντα νουν φρουρησει τασ καρδιασ hυμων και τα νοηματα hυμων εν χριστω ιηhοσυα. το λοιπον, αδελφοι, hοσα εστιν αληθη, hοσα σεμνα, hοσα δικαια, hοσα hαγνα, hοσα προσφιλη, hοσα ευφημα, ει τισ αρετη και ει τισ επαινοσ, ταυτα λογιζεσθε • hα και εμαθετε και παρελαβετε και ηκουσατε και ειδετε εν εμοι, ταυτα πρασσετε, και hο θεοσ τησ ειρηνησ εσται μεθ hυμων. εχαρην δε εν κυριω μεγαλωσ hοτι ηδη ποτε ανεθαλετε το hυπερ εμου φρονειν, εφ hω και εφρονειτε, ηκαιρεισθε δε • ουχ hοτι καθ hυστερησιν λεγω, εγω γαρ εμαθον εν hοισ ειμι αυταρκησ ειναι. οιδα και ταπεινουσθαι, οιδα και περισσευειν • εν παντι και εν πασιν μεμυημαι, και χορταζεσθαι και πειναν, και περισσευειν και hυστερεισθαι. παντα ισχυω εν τω ενδυναμουντι με. πλην καλωσ εποιησατε συγκοινωνησαντεσ μου τη θλιψει. οιδατε δε και hυμεισ, φιλιππησιοι, hοτι εν αρχη του ευαγγελιου, hοτε εξηλθον απο μακεδονιασ, ουδεμια μοι εκκλησια εκοινωνησεν εισ λογον δοσεωσ και λημψεωσ ει με hυμεισ μονοι • hοτι και εν θεσσαλονικη και hαπαξ και δισ εισ την χρειαν μοι επεμψατε • ουχ hοτι επιζητω το δομα, αλλ επιζητω τον καρπον τον πλεοναζοντα εισ λογον hυμων. απεχω δε παντα και περισσευω • πεπληρωμαι δεξαμενοσ παρα επαφροδιτου τα παρ hυμων, οσμην ευωδιασ, θυσιαν δεκτην ευαρεσ¬τον τω θεω • hο δε θεοσ μου πληρωσει πασαν χρειαν hυμων κατα το πλουτοσ αυτου εν δοξη εν χριστω ιηhοσυα. τω δε θεω και πατρι hημων hη δοξα εισ τουσ αιωνασ των αιωνων • αμην. ασπασασθε παντα hαγιον εν χριστω ιηhοσυα. ασπαζονται hυμασ hοι συν εμοι αδελφοι. ασπαζονται hυμασ παντεσ hοι hαγιοι, μαλιστα δε hοι εκ τησ καισαροσ οικιασ. hη χαρισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα χριστου μετα του πνευματοσ hυμων. αμην.

κολοσσαεισ

1

παυλοσ αποστολοσ χριστου ιηhοσυα δια θεληματοσ θεου και τιμοθεοσ hο αδελφοσ τοισ εν κολασσαισ hαγιοισ και πιστοισ αδελφοισ εν χριστω • χαρισ hυμιν και ειρηνη απο θεου πατροσ hημων [και κυριου ιηhοσυα χριστου]. ευχαριστουμεν τω θεω και πατρι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου παντοτε περι hυμων προσευχομενοι, ακουσαντεσ την πιστιν hυμων εν xριστω ιηhοσυα και την αγαπην hην εχετε εισ παντασ τουσ hαγιουσ, δια την ελπιδα την αποκειμενην hυμιν εν τοισ ουρανοισ, hην προηκουσατε εν τω λογω τησ αληθειασ του ευαγγελιου του παροντοσ εισ hυμασ καθωσ και εν παντι τω κοσμω, και εστιν καρποφορουμενον και αυξανομενον καθωσ και εν hυμιν, αφ hησ hημερασ ηκουσατε και επεγνωτε την χαριν του θεου εν αληθεια, καθωσ εμαθετε απο επαφρα του αγαπητου συνδουλου hημων, hοσ εστιν πιστοσ hυπερ hυμων διακονοσ του χριστου, hο και δηλωσασ hημιν την hυμων αγαπην εν πνευματι. δια τουτο και hημεισ, αφ hησ hημερασ ηκουσαμεν, ου παυομεθα hυπερ hυμων προσευχομενοι και αιτουμενοι, hινα πληρωθητε την επιγνωσιν του θεληματοσ αυτου εν παση σοφια και συνεσει πνευματικη, περιπατησαι αξιωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εισ πασαν αρεσκειαν, εν παντι εργω αγαθω καρποφορουντεσ και αυξανομενοι τη επιγνωσει του θεου • εν παση δυναμει δυναμουμενοι κατα το κρατοσ τησ δοξησ αυτου εισ πασαν hυπομονην και μακροθυμιαν, μετα χαρασ, ευχαριστουντεσ τω πατρι τω hικανωσαντι hημασ εισ την μεριδα του κληρου των hαγιων εν τω φωτι • hοσ ερρυσατο hημασ εκ τησ εξουσιασ του σκοτουσ και μετεστησεν εισ την βασιλειαν του hυιου τησ αγαπησ αυτου, εν hω εχομεν την απολυτρωσιν, την αφεσιν των hαμαρτιων • hοσ εστιν εικων του θεου του αορατου, πρωτοτοκοσ πασησ κτισεωσ • hοτι εν αυτω εκτισθη τα παντα, τα εν τοισ ουρανοισ και τα επι τησ γησ, τα hορατα και τα αορατα, ειτε θρονοι ειτε κυριοτητεσ ειτε αρχαι ειτε εξουσιαι • τα παντα δι αυτου και εισ αυτον εκτισται • και αυτοσ εστιν προ παντων και τα παντα εν αυτω συνεστηκεν • και αυτοσ εστιν hη κεφαλη του σωματοσ, τησ εκκλησιασ, hοσ εστιν αρχη, πρωτοτοκοσ εκ των νεκρων, hινα γενηται εν πασιν αυτοσ πρωτευων • hοτι εν αυτω ευδοκησεν παν το πληρωμα κατοικησαι και δι αυτου αποκαταλλαξαι τα παντα εισ αυτον, ειρηνοποιησασ δια του hαιματοσ του σταυρου αυτου, δι αυτου, ειτε τα επι τησ γησ ειτε τα εν τοισ ουρανοισ. και hυμασ ποτε οντασ απηλλοτριωμενουσ και εχθρουσ τη διανοια εν τοισ εργοισ τοισ πονηροισ, νυνι δε αποκατηλλαξεν εν τω σωματι τησ σαρκοσ αυτου δια του θανατου, παραστησαι hυμασ hαγιουσ και αμωμουσ και ανεγκλητουσ κατενωπιον αυτου, ειγε επιμενετε τη πιστει τεθεμελιωμενοι και hεδραιοι και μη μετακινουμενοι απο τησ ελπιδοσ του ευαγγελιου hου ηκουσατε, του κηρυχθεντοσ εν παση κτισει τη hυπο τον ουρανον, hου εγενομην εγω παυλοσ διακονοσ. νυν χαιρω εν τοισ παθημασιν hυπερ hυμων, και ανταναπληρω τα hυστερηματα των θλιψεων του χριστου εν τη σαρκι μου hυπερ του σωματοσ αυτου, hο εστιν hη εκκλησια, hησ εγενομην εγω διακονοσ κατα την οικονομιαν του θεου την δοθεισαν μοι εισ hυμασ πληρωσαι τον λογον του θεου, το μυστηριον το αποκεκρυμμενον απο των αιωνων και απο των γενεων, νυνι δε εφανερωθη τοισ hαγιοισ αυτου, hοισ ηθελησεν hο θεοσ γνωρισαι τισ hο πλουτοσ τησ δοξησ του μυστηριου τουτου εν τοισ εθνεσιν, hοσ εστιν χριστοσ εν hυμιν hη ελπισ τησ δοξησ, hον hημεισ καταγγελλομεν νουθετουντεσ παντα ανθρωπον και διδασκοντεσ παντα ανθρωπον εν παση σοφια, hινα παραστησωμεν παντα ανθρωπον τελειον εν χριστω • εισ hο και κοπιω αγωνιζομενοσ κατα την ενεργειαν αυτου την ενεργουμενην εν εμοι εν δυναμει.

2

θελω γαρ hυμασ ειδεναι hηλικον αγωνα εχω hυπερ hυμων και των εν λαοδικεια και hοσοι ουχ hεωρακασιν το προσωπον μου εν σαρκι, hινα παρακληθωσιν hαι καρδιαι αυτων, συμβιβασθεντεσ εν αγαπη και εισ παν το πλουτοσ τησ πληροφοριασ τησ συνεσεωσ, εισ επιγνωσιν του μυστηριου του θεου, εν hω εισιν παντεσ hοι θησαυροι τησ σοφιασ και τησ γνωσεωσ αποκρυφοι. τουτο δε λεγω hινα μηδεισ hυμασ παραλογιζηται εν πιθανολογια • ει γαρ και τη σαρκι απειμι, αλλα τω πνευματι συν hυμιν ειμι, χαιρων και βλεπων hυμων την ταξιν και το στερεωμα τησ εισ χριστον πιστεωσ hυμων. hωσ ουν παρελαβετε τον χριστον ιηhοσυα τον κυριον, εν αυτω περιπατειτε, ερριζωμενοι και εποικοδομουμενοι εν αυτω και βεβαιουμενοι εν τη πιστει, καθωσ εδιδαχθητε, περισσευοντεσ εν αυτη εν ευχαριστια. βλεπετε μη τισ hυμασ εσται hο συλαγωγων δια τησ φιλοσοφιασ και κενησ απατησ κατα την παραδοσιν των ανθρωπων, κατα τα στοιχεια του κοσμου και ου κατα χριστον • hοτι εν αυτω κατοικει παν το πληρωμα τησ θεοτητοσ σωματικωσ • και εστε εν αυτω πεπληρωμενοι, hοσ εστιν hη κεφαλη πασησ αρχησ και εξουσιασ, εν hω και περιετμηθητε περιτομη αχειροποιητω, εν τη απεκδυσει του σωματοσ τησ σαρκοσ εν τη περιτομη του χριστου, συνταφεντεσ αυτω εν τω βαπτισματι, εν hω και συνηγερθητε δια τησ πιστεωσ τησ ενεργειασ του θεου του εγειραντοσ αυτον εκ των νεκρων. και hυμασ νεκρουσ οντασ εν τοισ παραπτωμασιν και τη ακροβυστια τησ σαρκοσ hυμων, συνεζωοποιησεν hυμασ συν αυτω, χαρισαμενοσ hημιν παντα τα παραπτωματα • εξαλειψασ το καθ hημων χειρογραφον τοισ δογμασιν hο ην hυπεναντιον hημιν, και αυτο ηρκεν εκ του μεσου, προσηλωσασ αυτο τω σταυρω • απεκδυσαμενοσ τασ αρχασ και τασ εξουσιασ εδειγματισεν εν παρρησια, θριαμβευσασ αυτουσ εν αυτω. μη ουν τισ hυμασ κρινετω εν βρωσει η εν ποσει η εν μερει hεορτησ η νουμηνιασ η σαββατων, hα εστιν σκια των μελλοντων • το δε σωμα χριστου. μηδεισ hυμασ καταβραβευετω θελων εν ταπεινοφροσυνη και θρησκεια των αγγελων, hα μη hεωρακεν εμβατευων, εικη φυσιουμενοσ hυπο του νοοσ τησ σαρκοσ αυτου, και ου κρατων την κεφαλην, εξ hου παν το σωμα δια των hαφων και συνδεσμων επιχορηγουμενον και συμβιβαζομενον αυξει την αυξησιν του θεου. ει απεθανετε συν χριστω απο των στοιχειων του κοσμου, τι hωσ ζωντεσ εν κοσμω δογματιζεσθε, — μη hαψη μηδε γευση μηδε θιγησ, — (hα εστιν παντα εισ φθοραν τη αποχρησει), κατα τα ενταλματα και διδασκαλιασ των ανθρωπων, (hατινα εστιν λογον μεν εχοντα σοφιασ εν εθελοθρησκεια και ταπεινοφροσυνη και αφειδια σωματοσ, ουκ εν τιμη τινι), προσ πλησμονην τησ σαρκοσ;

3

ει ουν συνηγερθητε τω χριστω, τα ανω ζητειτε, hου hο χριστοσ εστιν εν δεξια του θεου καθημενοσ • τα ανω φρονειτε, μη τα επι τησ γησ • απεθανετε γαρ, και hη ζωη hυμων κεκρυπται συν τω χριστω εν τω θεω. hοταν hο χριστοσ φανερωθη, hη ζωη hημων, τοτε και hυμεισ συν αυτω φανερωθησεσθε εν δοξη. νεκρωσατε ουν τα μελη hυμων τα επι τησ γησ, πορνειαν, ακαθαρσιαν, παθοσ, επιθυμιαν κακην, και την πλεονεξιαν, hητισ εστιν ειδωλολατρεια • δι hα ερχεται hη οργη του θεου επι τουσ hυιουσ τησ απειθειασ • εν hοισ και hυμεισ περιεπατησατε ποτε hοτε εζητε εν τουτοισ. νυνι δε αποθεσθε και hυμεισ τα παντα, οργην, θυμον, κακιαν, βλασφημιαν, αισχρολογιαν εκ του στοματοσ hυμων. μη ψευδεσθε εισ αλληλουσ, απεκδυσαμενοι τον παλαιον ανθρωπον συν ταισ πραξεσιν αυτου και ενδυσαμενοι τον νεον τον ανακαινουμενον εισ επιγνωσιν κατ εικονα του κτισαντοσ αυτον, hοπου ουκ ενι hελλην και ιηhυδαιοσ, περιτομη και ακροβυστια, βαρβαροσ, σκυθησ, δουλοσ, ελευθεροσ • αλλα τα παντα και εν πασιν χριστοσ. ενδυσασθε ουν hωσ εκλεκτοι του θεου hαγιοι και ηγαπημενοι σπλαγχνα οικτιρμου, χρηστοτητα, ταπεινοφροσυνην, πραυτητα, μακροθυμιαν, ανεχομενοι αλληλων και χαριζομενοι hεαυτοισ, εαν τισ προσ τινα εχη μομφην • καθωσ και hο χριστοσ εχαρισατο hυμιν, hουτωσ και hυμεισ. επι πασιν δε τουτοισ την αγαπην, hητισ εστιν συνδεσμοσ τησ τελειοτητοσ. και hη ειρηνη του χριστου βραβευετω εν ταισ καρδιαισ hυμων, εισ hην και εκληθητε εν hενι σωματι • και ευχαριστοι γινεσθε. hο λογοσ του χριστου ενοικειτω εν hυμιν πλουσιωσ, εν παση σοφια διδασκοντεσ και νουθετουντεσ hεαυτουσ, ψαλμοισ, hυμνοισ, ωδαισ πνευματικαισ, εν χαριτι αδοντεσ εν ταισ καρδιαισ hυμων τω θεω. και παν hο τι αν ποιητε εν λογω η εν εργω, παντα εν ονοματι κυριου ιηhοσυα, ευχαριστουντεσ τω θεω πατρι δι αυτου. hαι γυναικεσ, hυποτασσεσθε τοισ ανδρασιν, hωσ ανηκεν εν κυριω. hοι ανδρεσ, αγαπατε τασ γυναικασ και μη πικραινεσθε προσ αυτασ. τα τεκνα, hυπακουετε τοισ γονευσιν κατα παντα, τουτο γαρ ευαρεστον εστιν εν κυριω. hοι πατερεσ, μη ερεθιζετε τα τεκνα hυμων, hινα μη αθυμωσιν. hοι δουλοι, hυπακουετε κατα παντα τοισ κατα σαρκα κυριοισ, μη εν οφθαλμοδουλειαισ hωσ ανθρωπαρεσκοι, αλλ εν hαπλοτητι καρδιασ φοβουμενοι τον κυριον. hο εαν ποιητε, εκ ψυχησ εργαζεσθε hωσ τω κυριω και ουκ ανθρωποισ, ειδοτεσ hοτι απο κυριου απολημψεσθε την ανταποδοσιν τησ κληρονομιασ • τω κυριω χριστω δουλευετε. hο γαρ αδικων κομιειται hο ηδικησεν • και ουκ εστιν προσωπολημψια.

4

hοι κυριοι, το δικαιον και την ισοτητα τοισ δουλοισ παρεχεσθε, ειδοτεσ hοτι και hυμεισ εχετε κυριον εν ουρανοισ. τη προσευχη προσκαρτερειτε, γρηγορουντεσ εν αυτη εν ευχαριστια • προσευχομενοι hαμα και περι hημων, hινα hο θεοσ ανοιξη hημιν θυραν του λογου λαλησαι το μυστηριον του χριστου, δι hο και δεδεμαι, hινα φανερωσω αυτο hωσ δει με λαλησαι. εν σοφια περιπατειτε προσ τουσ εξω, τον καιρον εξαγοραζομενοι. hο λογοσ hυμων παντοτε εν χαριτι, hαλατι ηρτυμενοσ, ειδεναι πωσ δει hυμασ hενι hεκαστω αποκρινεσθαι. τα κατ εμε παντα γνωρισει hυμιν τυχικοσ hο αγαπητοσ αδελφοσ και πιστοσ διακονοσ και συνδουλοσ εν κυριω, hον επεμψα προσ hυμασ εισ αυτο τουτο, hινα γνω τα περι hυμων και παρακαλεση τασ καρδιασ hυμων, συν ονησιμω τω πιστω και αγαπητω αδελφω, hοσ εστιν εξ hυμων. παντα hυμιν γνωριουσιν τα hωδε. ασπαζεται hυμασ αρισταρχοσ hο συναιχμαλωτοσ μου, και μαρκοσ hο ανεψιοσ βαρναβα, περι hου ελαβετε εντολασ, (εαν ελθη προσ hυμασ, δεξασθε αυτον), και ιηhοσυα hο λεγομενοσ ιουστοσ, hοι οντεσ εκ περιτομησ. hουτοι μονοι συνεργοι εισ την βασιλειαν του θεου, hοιτινεσ εγενηθησαν μοι παρηγορια. ασπαζεται hυμασ επαφρασ hο εξ hυμων, δουλοσ χριστου ιηhοσυα, παντοτε αγωνιζομενοσ hυπερ hυμων εν ταισ προσευχαισ, hινα στητε τελειοι και πεπληροφορημενοι εν παντι θεληματι του θεου • μαρτυρω γαρ αυτω hοτι εχει πολυν πονον hυπερ hυμων και των εν λαοδικεια και των εν hιεραπολει. ασπαζεται hυμασ λουκασ hο ιατροσ hο αγαπητοσ και δημασ. ασπασασθε τουσ εν λαοδικεια αδελφουσ και νυμφαν και την κατ οικον αυτου εκκλησιαν. και hοταν αναγνωσθη παρ hυμιν hη επιστολη, ποιησατε hινα και εν τη λαοδικεων εκκλησια αναγνωσθη, και την εκ λαοδικειασ hινα και hυμεισ αναγνωτε. και ειπατε αρχιππω • βλεπε την διακονιαν hην παρελαβεσ εν κυριω, hινα αυτην πληροισ. hο ασπασμοσ τη εμη χειρι παυλου. μνημονευετε μου των δεσμων. hη χαρισ μεθ hυμων.

θεσσαλονικεισ α’

1

παυλοσ και σιλουανοσ και τιμοθεοσ τη εκκλησια θεσσαλονικεων εν θεω πατρι και κυριω ιηhοσυα χριστω • χαρισ hυμιν και ειρηνη. ευχαριστουμεν τω θεω παντοτε περι παντων hυμων, μνειαν hυμων ποιουμενοι επι των προσευχων hημων, αδιαλειπτωσ μνημονευοντεσ hυμων του εργου τησ πιστεωσ και του κοπου τησ αγαπησ και τησ hυπομονησ τησ ελπιδοσ του κυρου hημων ιηhοσυα χριστου εμπροσθεν του θεου και πατροσ hημων, ειδοτεσ, αδελφοι ηγαπημενοι hυπο θεου, την εκλογην hυμων. hοτι το ευαγγελιον hημων ουκ εγενηθη εισ hυμασ εν λογω μονον αλλα και εν δυναμει και εν πνευματι hαγιω και εν πληροφορια πολλη, καθωσ οιδατε hοιοι εγενηθημεν εν hυμιν δι hυμασ. και hυμεισ μιμηται hημων εγενηθητε και φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δεξαμενοι τον λογον εν θλιψει πολλη μετα χαρασ πνευματοσ hαγιου • hωστε γενεσθαι hυμασ τυπουσ πασιν τοισ πιστευουσιν εν τη μακεδονια και εν τη αχαια. αφ hυμων γαρ εξηχηται hο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ου μονον εν τη μακεδονια και εν τη αχαια, αλλ εν παντι τοπω hη πιστισ hυμων hη προσ τον θεον εξεληλυθεν, hωστε μη χρειαν εχειν hημασ λαλειν τι. αυτοι γαρ περι hημων απαγγελλουσιν hοποιαν εισοδον εσχομεν προσ hυμασ, και πωσ επεστρεψατε προσ τον θεον απο των ειδωλων δουλευειν θεω ζωντι και αληθινω, και αναμενειν τον hυιον αυτου εκ των ουρανων, hον ηγειρεν εκ των νεκρων, ιηhοσυα τον ρυομενον hημασ απο τησ οργησ τησ ερχομενησ.

2

αυτοι γαρ οιδατε, αδελφοι, την εισοδον hημων την προσ hυμασ, hοτι ου κενη γεγονεν • αλλα προπαθοντεσ και hυβρισθεντεσ καθωσ οιδατε εν φιλιπποισ, επαρρησιασαμεθα εν τω θεω hημων λαλησαι προσ hυμασ το ευαγγελιον του θεου εν πολλω αγωνι. hη γαρ παρακλησισ hημων ουκ εκ πλανησ ουδε εξ ακαθαρσιασ ουδε εν δολω • αλλα καθωσ δεδοκιμασμεθα hυπο του θεου πιστευθηναι το ευαγγελιον hουτωσ λαλουμεν, ουχ hωσ ανθρωποισ αρεσκοντεσ, αλλα θεω τω δοκιμαζοντι τασ καρδιασ hημων. ουτε γαρ ποτε εν λογω κολακειασ εγενηθημεν, καθωσ οιδατε, ουτε εν προφασει πλεονεξιασ, θεοσ μαρτυσ • ουτε ζητουντεσ εξ ανθρωπων δοξαν, ουτε αφ hυμων ουτε απ αλλων, δυναμενοι εν βαρει ειναι hωσ χριστου αποστολοι • αλλ εγενηθημεν ηπιοι εν μεσω hυμων. hωσ αν τροφοσ θαλπη τα hεαυτησ τεκνα, hουτωσ hομειρομενοι hυμων ευδοκουμεν μεταδουναι hυμιν ου μονον το ευαγγελιον του θεου αλλα και τασ hεαυτων ψυχασ, διοτι αγαπητοι hημιν εγενηθητε. μνημονευετε γαρ, αδελφοι, τον κοπον hημων και τον μοχθον • νυκτοσ και hημερασ εργαζομενοι προσ το μη επιβαρησαι τινα hυμων εκηρυξαμεν εισ hυμασ το ευαγγελιον του θεου. hυμεισ μαρτυρεσ και hο θεοσ, hωσ hοσιωσ και δικαιωσ και αμεμπτωσ hυμιν τοισ πιστευουσιν εγενηθημεν, καθαπερ οιδατε hωσ hενα hεκαστον hυμων hωσ πατηρ τεκνα hεαυτου παρακαλουντεσ hυμασ και παραμυθουμενοι και μαρτυρομενοι εισ το περιπατειν hυμασ αξιωσ του θεου του καλουντοσ hυμασ εισ την hεαυτου βασιλειαν και δοξαν. και δια τουτο και hημεισ ευχαριστουμεν τω θεω αδιαλειπτωσ, hοτι παραλαβοντεσ λογον ακοησ παρ hημων του θεου εδεξασθε ου λογον ανθρωπων αλλα (καθωσ εστιν αληθωσ) λογον θεου, hοσ και ενεργειται εν hυμιν τοισ πιστευουσιν. hυμεισ γαρ μιμηται εγενηθητε, αδελφοι, των εκκλησιων του θεου των ουσων εν τη ιηhυδαια εν χριστω ιηhοσυα • hοτι τα αυτα επαθετε και hυμεισ hυπο των ιδιων συμφυλετων, καθωσ και αυτοι hυπο των ιηhυδαιων, των και τον κυριον αποκτειναντων ιηhοσυα και τουσ προφητασ, και hημασ εκδιωξαντων και θεω μη αρεσκοντων και πασιν ανθρωποισ εναντιων, κωλυοντων hημασ τοισ εθνεσιν λαλησαι hινα σωθωσιν, εισ το αναπληρωσαι αυτων τασ hαμαρτιασ παντοτε • εφθασεν δε επ αυτουσ hη οργη εισ τελοσ. hημεισ δε, αδελφοι, απορφανισθεντεσ αφ hυμων προσ καιρον hωρασ, προσωπω ου καρδια, περισσοτερωσ εσπουδασαμεν το προσωπον hυμων ιδειν εν πολλη επιθυμια • διοτι ηθελησαμεν ελθειν προσ hυμασ, εγω μεν παυλοσ και hαπαξ και δισ, και ενεκοψεν hημασ hο σατανασ. τισ γαρ hημων ελπισ η χαρα η στεφανοσ καυχησεωσ; η ουχι και hυμεισ εμπροσθεν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα εν τη αυτου παρουσια; hυμεισ γαρ εστε hη δοξα hημων και hη χαρα.

3

διο μηκετι στεγοντεσ ευδοκησαμεν καταλειφθηναι εν αθηναισ μονοι, και επεμψαμεν τιμοθεον, τον αδελφον hημων και συνεργον του θεου εν τω ευαγγελιω του χριστου, εισ το στηριξαι hυμασ και παρακαλεσαι hυπερ τησ πιστεωσ hυμων το μηδενα σαινεσθαι εν ταισ θλιψεσιν ταυταισ • αυτοι γαρ οιδατε hοτι εισ τουτο κειμεθα. και γαρ hοτε προσ hυμασ ημεν, προελεγομεν hυμιν hοτι μελλομεν θλιβεσθαι, καθωσ και εγενετο και οιδατε. δια τουτο καγω μηκετι στεγων επεμψα εισ το γνωναι την πιστιν hυμων, μηπωσ επειρασεν hυμασ hο πειραζων και εισ κενον γενηται hο κοποσ hημων. αρτι δε ελθοντοσ τιμοθεου προσ hημασ αφ hυμων και ευαγγελισαμενου hημιν την πιστιν και την αγαπην hυμων, και hοτι εχετε μνειαν hημων αγαθην παντοτε, επιποθουντεσ hημασ ιδειν καθαπερ και hημεισ hυμασ • δια τουτο παρεκληθημεν, αδελφοι, εφ hυμιν επι παση τη αναγκη και θλιψει hημων δια τησ hυμων πιστεωσ • hοτι νυν ζωμεν εαν hυμεισ στηκετε εν κυριω. τινα γαρ ευχαριστιαν δυναμεθα τω θεω ανταποδουναι περι hυμων επι παση τη χαρα hη χαιρομεν δι hυμασ εμπροσθεν του θεου hημων, νυκτοσ και hημερασ hυπερεκπερισσου δεομενοι εισ το ιδειν hυμων το προσωπον και καταρτισαι τα hυστερηματα τησ πιστεωσ hυμων; αυτοσ δε hο θεοσ και πατηρ hημων και hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα κατευθυναι την hοδον hημων προσ hυμασ • hυμασ δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh πλεονασαι και περισσευσαι τη αγαπη εισ αλληλουσ και εισ παντασ καθαπερ και hημεισ εισ hυμασ, εισ το στηριξαι hυμων τασ καρδιασ αμεμπτουσ εν hαγιωσυνη εμπροσθεν του θεου και πατροσ hημων εν τη παρουσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα μετα παντων των hαγιων αυτου.

4

λοιπον ουν, αδελφοι, ερωτωμεν hυμασ και παρακαλουμεν εν κυριω ιηhοσυα, hινα καθωσ παρελαβετε παρ hημων το πωσ δει hυμασ περιπατειν και αρεσκειν θεω, καθωσ και περιπατειτε, hινα περισσευητε μαλλον. οιδατε γαρ τινασ παραγγελιασ εδωκαμεν hυμιν δια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα. τουτο γαρ εστιν θελημα του θεου, hο hαγιασμοσ hυμων, απεχεσθαι hυμασ απο τησ πορνειασ, ειδεναι hεκαστον hυμων το hεαυτου σκευοσ κτασθαι εν hαγιασμω και τιμη, μη εν παθει επιθυμιασ καθαπερ και τα εθνη τα μη ειδοτα τον θεον • το μη hυπερβαινειν και πλεονεκτειν εν τω πραγματι τον αδελφον αυτου, διοτι εκδικοσ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh περι παντων τουτων, καθωσ και προειπομεν hυμιν και διεμαρτυραμεθα. ου γαρ εκαλεσεν hημασ hο θεοσ επι ακαθαρσια αλλ εν hαγιασμω. τοιγαρουν hο αθετων ουκ ανθρωπον αθετει αλλα τον θεον τον και δοντα το πνευμα αυτου το hαγιον εισ hυμασ. περι δε τησ φιλαδελφιασ ου χρειαν εχετε γραφειν hυμιν • αυτοι γαρ hυμεισ θεοδιδακτοι εστε εισ το αγαπαν αλληλουσ • και γαρ ποιειτε αυτο εισ παντασ τουσ αδελφουσ τουσ εν hολη τη μακεδονια • παρακαλουμεν δε hυμασ, αδελφοι, περισσευειν μαλλον και φιλοτιμεισθαι hησυχαζειν και πρασσειν τα ιδια και εργαζεσθαι ταισ ιδιαισ χερσιν hυμων, καθωσ hυμιν παρηγγειλαμεν, hινα περιπατητε ευσχημονωσ προσ τουσ εξω και μηδενοσ χρειαν εχητε. ου θελομεν δε hυμασ αγνοειν, αδελφοι, περι των κεκοιμημενων, hινα μη λυπησθε καθωσ και hοι λοιποι hοι μη εχοντεσ ελπιδα. ει γαρ πιστευομεν hοτι ιηhοσυα απεθανεν και ανεστη, hουτωσ και hο θεοσ τουσ κοιμηθεντασ δια του ιηhοσυα αξει συν αυτω. (τουτο γαρ hυμιν λεγομεν εν λογω κυριου, hοτι hημεισ hοι ζωντεσ hοι περιλειπομενοι εισ την παρουσιαν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ου μη φθασωμεν τουσ κοιμηθεντασ. hοτι αυτοσ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εν κελευσματι, εν φωνη αρχαγγελου και εν σαλπιγγι θεου καταβησεται απ ουρανου • και hοι νεκροι εν χριστω αναστησονται πρωτον • επειτα hημεισ hοι ζωντεσ hοι περιλειπομενοι hαμα συν αυτοισ hαρπαγησομεθα εν νεφελαισ εισ απαντησιν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh εισ αερα • και hουτωσ παντοτε συν κυριω εσομεθα. hωστε παρακαλειτε αλληλουσ εν τοισ λογοισ τουτοισ.)

5

περι δε των χρονων και των καιρων, αδελφοι, ου χρειαν εχετε hυμιν γραφεσθαι • αυτοι γαρ ακριβωσ οιδατε hοτι hη hημερα κυριου hωσ κλεπτησ εν νυκτι hουτωσ ερχεται. hοταν λεγωσιν ειρηνη και ασφαλεια, τοτε αιφνιδιοσ αυτοισ εφισταται ολεθροσ hωσπερ hη ωδιν τη εν γαστρι εχουση, και ου μη εκφυγωσιν. hυμεισ δε, αδελφοι, ουκ εστε εν σκοτει, hινα hη hημερα hυμασ hωσ κλεπτησ καταλαβη • παντεσ γαρ hυμεισ hυιοι φωτοσ εστε και hυιοι hημερασ • ουκ εσμεν νυκτοσ ουδε σκοτουσ. αρα ουν μη καθευδωμεν hωσ hοι λοιποι, αλλα γρηγορωμεν και νηφωμεν • hοι γαρ καθευδοντεσ νυκτοσ καθευδουσιν, και hοι μεθυσκομενοι νυκτοσ μεθυουσιν • hημεισ δε hημερασ οντεσ νηφωμεν, ενδυσαμενοι θωρακα πιστεωσ και αγαπησ και περικεφαλαιαν ελπιδα σωτηριασ • hοτι ουκ εθετο hημασ hο θεοσ εισ οργην αλλ εισ περιποιησιν σωτηριασ δια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, του αποθανοντοσ hυπερ hημων hινα, ειτε γρηγορωμεν ειτε καθευδωμεν, hαμα συν αυτω ζησωμεν. διο παρακαλειτε αλληλουσ και οικοδομειτε hεισ τον hενα, καθωσ και ποιειτε. ερωτωμεν δε hυμασ, αδελφοι, ειδεναι τουσ κοπιωντασ εν hυμιν και προισταμενουσ hυμων εν κυριω και νουθετουντασ hυμασ, και hηγεισθαι αυτουσ hυπερεκπερισσου εν αγαπη δια το εργον αυτων. ειρηνευετε εν hεαυτοισ. παρακαλουμεν δε hυμασ, αδελφοι, νουθετειτε τουσ ατακτουσ, παραμυθεισθε τουσ ολιγοψυχουσ, αντεχεσθε των ασθενων, μακροθυμειτε προσ παντασ. hορατε μη τισ κακον αντι κακου τινι αποδω • αλλα παντοτε το αγαθον διωκετε και εισ αλληλουσ και εισ παντασ. παντοτε χαιρετε. αδιαλειπτωσ προσευχεσθε. εν παντι ευχαριστειτε, τουτο γαρ θελημα θεου εν χριστω ιηhοσυα εισ hυμασ. το πνευμα μη σβεννυτε • προφητειασ μη εξουθενειτε, παντα δε δοκιμαζετε • το καλον κατεχετε. απο παντοσ ειδουσ πονηρου απεχεσθε. αυτοσ δε hο θεοσ τησ ειρηνησ hαγιασαι hυμασ hολοτελεισ • και hολοκληρον hυμων το πνευμα και hη ψυχη και το σωμα αμεμπτωσ εν τη παρουσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου τηρηθειη. πιστοσ hο καλων hυμασ, hοσ και ποιησει. αδελφοι, προσευχεσθε περι hημων. ασπασασθε τουσ αδελφουσ παντασ εν φιληματι hαγιω. ορκιζω hυμασ τον κυριον, αναγνωσθηναι την επιστολην πασιν τοισ hαγιοισ αδελφοισ. hη χαρισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου μεθ hυμων.

θεσσαλονικεισ β’

1

παυλοσ και σιλουανοσ και τιμοθεοσ τη εκκλησια θεσσαλονικεων εν θεω πατρι hημων και κυριω ιηhοσυα χριστω • χαρισ hυμιν και ειρηνη απο θεου πατροσ hημων και κυριου ιηhοσυα χριστου. ευχαριστειν οφειλομεν τω θεω παντοτε περι hυμων, αδελφοι, καθωσ αξιον εστιν, hοτι hυπεραυξανει hη πιστισ hυμων και πλεοναζει hη αγαπη hενοσ hεκαστου παντων hυμων εισ αλληλουσ, hωστε hημασ αυτουσ εν hυμιν εγκαυχασθαι εν ταισ εκκλησιαισ του θεου hυπερ τησ hυπομονησ hυμων και πιστεωσ εν πασιν τοισ διωγμοισ hυμων και ταισ θλιψεσιν hαισ ανεχεσθε, ενδειγμα τησ δικαιασ κρισεωσ του θεου εισ το καταξιωθηναι hυμασ τησ βασιλειασ του θεου, hυπερ hησ και πασχετε • ειπερ δικαιον παρα θεω ανταποδουναι τοισ θλιβουσιν hυμασ θλιψιν και hυμιν τοισ θλιβομενοισ ανεσιν μεθ hημων, εν τη αποκαλυψει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα απ ουρανου μετ αγγελων δυναμεωσ αυτου εν πυρι φλογοσ, διδοντοσ εκδικησιν τοισ μη ειδοσιν θεον και τοισ μη hυπακουουσιν τω ευαγγελιω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου • hοιτινεσ δικην τισουσιν ολεθρον αιωνιον απο προσωπου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και απο τησ δοξησ τησ ισχυοσ αυτου, hοταν ελθη ενδοξασθηναι εν τοισ hαγιοισ αυτου και θαυμασθηναι εν πασιν τοισ πιστευσασιν, hοτι επιστευθη το μαρτυριον hημων εφ hυμασ, εν τη hημερα εκεινη. εισ hο και προσευχομεθα παντοτε περι hυμων, hινα hυμασ αξιωση τησ κλησεωσ hο θεοσ hημων και πληρωση πασαν ευδοκιαν αγαθωσυνησ και εργον πιστεωσ εν δυναμει, hοπωσ ενδοξασθη το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα [χριστου] εν hυμιν, και hυμεισ εν αυτω κατα την χαριν του θεου hημων και κυριου ιηhοσυα χριστου.

2

ερωτωμεν δε hυμασ, αδελφοι, hυπερ τησ παρουσιασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου και hημων επισυναγωγησ επ αυτον, εισ το μη ταχεωσ σαλευθηναι hυμασ απο του νοοσ μηδε θροεισθαι, μητε δια πνευματοσ μητε δια λογου μητε δι επιστολησ hωσ δι hημων, hωσ hοτι ενεστηκεν hη hημερα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. μη τισ hυμασ εξαπατηση κατα μηδενα τροπον, hοτι εαν μη ελθη hη αποστασια πρωτον και αποκαλυφθη hο ανθρωποσ τησ hαμαρτιασ, hο hυιοσ τησ απωλειασ, hο αντικειμενοσ και hυπεραιρομενοσ επι παντα λεγομενον θεον η σεβασμα, hωστε αυτον εισ τον ναον του θεου καθισαι, αποδεικνυντα hεαυτον hοτι εστιν θεοσ. ου μνημονευετε hοτι ετι ων προσ hυμασ ταυτα ελεγον hυμιν; και νυν το κατεχον οιδατε, εισ το αποκαλυφθηναι αυτον εν τω hεαυτου καιρω. το γαρ μυστηριον ηδη ενεργειται τησ ανομιασ • μονον hο κατεχων αρτι hεωσ εκ μεσου γενηται. και τοτε αποκαλυφθησεται hο ανομοσ, (hον hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα αναλωσει τω πνευματι του στοματοσ αυτου και καταργησει τη επιφανεια τησ παρουσιασ αυτου), hου εστιν hη παρουσια κατ ενεργειαν του σατανα εν παση δυναμει και σημειοισ και τερασιν ψευδουσ και εν παση απατη αδικιασ τοισ απολλυμενοισ, ανθ hων την αγαπην τησ αληθειασ ουκ εδεξαντο εισ το σωθηναι αυτουσ. και δια τουτο πεμπει αυτοισ hο θεοσ ενεργειαν πλανησ εισ το πιστευσαι αυτουσ τω ψευδει, hινα κριθωσιν παντεσ hοι μη πιστευσαντεσ τη αληθεια αλλ ευδοκησαντεσ εν τη αδικια. hημεισ δε οφειλομεν ευχαριστειν τω θεω παντοτε περι hυμων, αδελφοι ηγαπημενοι hυπο κυριου, hοτι hειλατο hυμασ hο θεοσ απ αρχησ εισ σωτηριαν εν hαγιασμω πνευματοσ και πιστει αληθειασ, εισ hο εκαλεσεν hυμασ δια του ευαγγελιου hημων, εισ περιποιησιν δοξησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου. αρα ουν, αδελφοι, στηκετε και κρατειτε τασ παραδοσεισ hασ εδιδαχθητε ειτε δια λογου ειτε δι επιστολησ hημων. αυτοσ δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστοσ και hο θεοσ και πατηρ hημων, hο αγαπησασ hημασ και δουσ παρακλησιν αιωνιαν και ελπιδα αγαθην εν χαριτι, παρακαλεσαι hυμων τασ καρδιασ και στηριξαι εν παντι εργω και λογω αγαθω.

3

το λοιπον προσευχεσθε, αδελφοι, περι hημων, hινα hο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τρεχη και δοξαζηται καθωσ και προσ hυμασ • και hινα ρυσθωμεν απο των ατοπων και πονηρων ανθρωπων, ου γαρ παντων hη πιστισ • πιστοσ δε εστιν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh hοσ στηριξει hυμασ και φυλαξει απο του πονηρου. πεποιθαμεν δε εν κυριω εφ hυμασ, hοτι hα παραγγελλομεν και ποειτε και ποιησετε. hο δε κυριοσ κατευθυναι hυμων τασ καρδιασ εισ την αγαπην του θεου και εισ την hυπομονην του χριστου. παραγγελλομεν δε hυμιν, αδελφοι, εν ονοματι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, στελλεσθαι hυμασ απο παντοσ αδελφου ατακτωσ περιπατουντοσ και μη κατα την παραδοσιν hην παρελαβεν παρ hημων. αυτοι γαρ οιδατε πωσ δει μιμεισθαι hημασ • hοτι ουκ ητακτησαμεν εν hυμιν, ουδε δωρεαν αρτον εφαγομεν παρα τινοσ, αλλ εν κοπω και μοχθω νυκτα και hημεραν εργαζομενοι προσ το μη επιβαρησαι τινα hυμων • ουχ hοτι ουκ εχομεν εξουσιαν, αλλ hινα hεαυτουσ τυπον δωμεν hυμιν εισ το μιμεισθαι hημασ. και γαρ hοτε ημεν προσ hυμασ, τουτο παρηγγελλομεν hυμιν, hοτι ει τισ ου θελει εργαζεσθαι, μηδε εσθιετω. ακουομεν γαρ τινασ περιπατουντασ εν hυμιν ατακτωσ, μηδεν εργαζομενουσ αλλα περιεργαζομενουσ. τοισ δε τοιουτοισ παραγγελλομεν και παρακαλουμεν εν κυριω ιηhοσυα χριστω hινα μετα hησυχιασ εργαζομενοι τον hεαυτων αρτον εσθιωσιν. hυμεισ δε, αδελφοι, μη εγκακησητε καλοποιουντεσ. ει δε τισ ουχ hυπακουει τω λογω hημων δια τησ επιστολησ, τουτον σημειουσθε και μη συναναμιγνυσθε αυτω, hινα εντραπη • και μη hωσ εχθρον hηγεισθε, αλλα νουθετειτε hωσ αδελφον. αυτοσ δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ ειρηνησ δωη hυμιν την ειρηνην δια παντοσ εν παντι τροπω. hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh μετα παντων hυμων. hο ασπασμοσ τη εμη χειρι παυλου • hο εστιν σημειον εν παση επιστολη • hουτωσ γραφω. hη χαρισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου μετα παντων hυμων.

τιμοθεον α’

1

παυλοσ αποστολοσ ιηhοσυα χριστου κατ επιταγην θεου σωτηροσ hημων και χριστου ιηhοσυα τησ ελπιδοσ hημων τιμοθεω γνησιω τεκνω εν πιστει • χαρισ, ελεοσ, ειρηνη απο θεου πατροσ και χριστου ιηhοσυα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων. καθωσ παρεκαλεσα σε προσμειναι εν εφεσω, πορευομενοσ εισ μακεδονιαν, hινα παραγγειλησ τισιν μη hετεροδιδασκαλειν μηδε προσεχειν μυθοισ και γενεαλογιαισ απεραντοισ, hαιτινεσ ζητησεισ παρεχουσιν μαλλον η οικονομιαν θεου την εν πιστει, (το δε τελοσ τησ παραγγελιασ εστιν αγαπη εκ καθαρασ καρδιασ και συνειδησεωσ αγαθησ και πιστεωσ ανυποκριτου, hων τινεσ αστοχησαντεσ εξετραπησαν εισ ματαιολογιαν, θελοντεσ ειναι νομοδιδασκαλοι, μη νοουντεσ μητε hα λεγουσιν μητε περι τινων διαβεβαιουνται. οιδαμεν δε hοτι καλοσ hο νομοσ, εαν τισ αυτω νομιμωσ χρηται, ειδωσ τουτο, hοτι δικαιω νομοσ ου κειται, ανομοισ δε και ανυποτακτοισ, ασεβεσι και hαμαρτωλοισ, ανοσιοισ και βεβηλοισ, πατραλωαισ και μητραλωαισ, ανδροφονοισ, πορνοισ, αρσενοκοιταισ, ανδραποδισταισ, ψευσταισ, επιορκοισ, και ει τι hετερον τη hυγιαινουση διδασκαλια αντικειται, κατα το ευαγγελιον τησ δοξησ του μακαριου θεου, hο επιστευθην εγω. και χαριν εχω τω ενδυναμωσαντι με χριστω ιηhοσυα τω κυριω hημων, hοτι πιστον με hηγησατο θεμενοσ εισ διακονιαν, τον προτερον οντα βλασφημον και διωκτην και hυβριστην • αλλα ηλεηθην, hοτι αγνοων εποιησα εν απιστια • hυπερεπλεονασεν δε hη χαρισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων μετα πιστεωσ και αγαπησ τησ εν χριστω ιηhοσυα. πιστοσ hο λογοσ και πασησ αποδοχησ αξιοσ, hοτι χριστοσ ιηhοσυα ηλθεν εισ τον κοσμον hαμαρτωλουσ σωσαι, hων πρωτοσ ειμι εγω. αλλα δια τουτο ηλεηθην, hινα εν εμοι πρωτω ενδειξηται ιηhοσυα χριστοσ την hαπασαν μακροθυμιαν, προσ hυποτυπωσιν των μελλοντων πιστευειν επ αυτω εισ ζωην αιωνιον. τω δε βασιλει των αιωνων, αφθαρτω αορατω, μονω θεω, τιμη και δοξα εισ τουσ αιωνασ των αιωνων, αμην.) — ταυτην την παραγγελιαν παρατιθεμαι σοι, τεκνον τιμοθεε, κατα τασ προαγουσασ επι σε προφητειασ, hινα στρατευη εν αυταισ την καλην στρατειαν, εχων πιστιν και αγαθην συνειδησιν, hην τινεσ απωσαμενοι περι την πιστιν εναυαγησαν • hων εστιν hυμεναιοσ και αλεξανδροσ, hουσ παρεδωκα τω σατανα hινα παιδευθωσιν μη βλασφημειν.

2

παρακαλω ουν πρωτον παντων ποιεισθαι δεησεισ, προσευχασ, εντευξεισ, ευχαριστιασ hυπερ παντων ανθρωπων, hυπερ βασιλεων και παντων των εν hυπεροχη οντων, hινα ηρεμον και hησυχιον βιον διαγωμεν εν παση ευσεβεια και σεμνοτητι • τουτο γαρ καλον και αποδεκτον ενωπιον του σωτηροσ hημων θεου, hοσ παντασ ανθρωπουσ θελει σωθηναι και εισ επιγνωσιν αληθειασ ελθειν • hεισ γαρ θεοσ, hεισ και μεσιτησ θεου και ανθρωπων, ανθρωποσ χριστοσ ιηhοσυα, hο δουσ hεαυτον αντιλυτρον hυπερ παντων, το μαρτυριον καιροισ ιδιοισ, εισ hο ετεθην εγω κηρυξ και αποστολοσ, (αληθειαν λεγω, ου ψευδομαι), διδασκαλοσ εθνων εν πιστει και αλεθεια. βουλομαι ουν προσευχεσθαι τουσ ανδρασ εν παντι τοπω επαιροντασ hοσιουσ χειρασ χωρισ οργησ και διαλογισμου. hωσαυτωσ και γυναικασ εν καταστολη κοσμιω, μετα αιδουσ και σωφροσυνησ κοσμειν hεαυτασ, μη εν πλεγμασιν και χρυσω η μαργαριταισ η hιματισμω πολυτελει, αλλ hο πρεπει γυναιξιν επαγγελλομεναισ θεοσεβειαν, δι εργων αγαθων. γυνη εν hησυχια μανθανετω εν παση hυποταγη • γυναικι δε διδασκειν ουκ επιτρεπω, ουδε αυθεντειν ανδροσ, αλλ ειναι εν hησυχια • αδαμ γαρ πρωτοσ επλασθη, ειτα hευα • και αδαμ ουκ ηπατηθη, hη δε γυνη εξαπατηθεισα εν παραβασει γεγονεν • σωθησεται δε δια τησ τεκνογονιασ, εαν μεινωσιν εν πιστει και αγαπη και hαγιασμω μετα σωφροσυνησ.

3

πιστοσ hο λογοσ ει τισ επισκοπησ ορεγεται, καλου εργου επιθυμει • δει ουν τον επισκοπον ανεπιλημπτον ειναι, μιασ γυναικοσ ανδρα, νηφαλιον, σωφρονα, κοσμιον, φιλοξενον, διδακτικον, μη παροινον, μη πληκτην, αλλ επιεικη, αμαχον, αφιλαργυρον, του ιδιου οικου καλωσ προισταμενον, τεκνα εχοντα εν hυποταγη μετα πασησ σεμνοτητοσ. (ει δε τισ του ιδιου οικου προστηναι ουκ οιδεν, πωσ εκκλησιασ θεου επιμελησεται;) μη νεοφυτον, hινα μη τυφωθεισ εισ κριμα εμπεση του διαβολου. δει δε αυτον και μαρτυριαν καλην εχειν απο των εξωθεν, hινα μη εισ ονειδισμον εμπεση και παγιδα του διαβολου. διακονουσ hωσαυτωσ σεμνουσ, μη διλογουσ, μη οινω πολλω προσεχοντασ, μη αισχροκερδεισ, εχοντασ το μυστηριον τησ πιστεωσ εν καθαρα συνειδησει • και hουτοι δε δοκιμαζεσθωσαν πρωτον • ειτα διακονειτωσαν ανεγκλητοι οντεσ. γυναικασ hωσαυτωσ σεμνασ, μη διαβολουσ, νηφαλιουσ, πιστασ εν πασιν. διακονοι εστωσαν μιασ γυναικοσ ανδρεσ, τεκνων καλωσ προισταμενοι και των ιδιων οικων • hοι γαρ καλωσ διακονησαντεσ βαθμον hεαυτοισ καλον περιποιουνται και πολλην παρρησιαν εν πιστει τη εν χριστω ιηhοσυα. ταυτα σοι γραφω ελπιζων ελθειν προσ σε ταχιον • εαν δε βραδυνω, hινα ειδησ πωσ δει εν οικω θεου αναστρεφεσθαι, hητισ εστιν εκκλησια θεου ζωντοσ, στυλοσ και hεδραιωμα τησ αληθειασ. και hομολογουμενωσ μεγα εστιν το τησ ευσεβειασ μυστηριον • θεοσ εφανερωθη εν σαρκι, εδικαιωθη εν πνευματι, ωφθη αγγελοισ, εκηρυχθη εν εθνεσιν, επιστευθη εν κοσμω, ανελημφθη εν δοξη.    

4

το δε πνευμα ρητωσ λεγει hοτι εν hυστεροισ καιροισ αποστησονται τινεσ τησ πιστεωσ, προσεχοντεσ πνευμασιν πλανοισ και διδασκαλιαισ δαιμονιων, εν hυποκρισει ψευδολογων, κεκαυτηριασμενων την ιδιαν συνειδησιν, κωλυοντων γαμειν, απεχεσθαι βρωματων, hα hο θεοσ εκτισεν εισ μεταλημψιν μετα ευχαριστιασ τοισ πιστοισ και επεγνωκοσιν την αληθειαν • hοτι παν κτισμα θεου καλον, και ουδεν αποβλητον μετα ευχαριστιασ λαμβανομενον, hαγιαζεται γαρ δια λογου θεου και εντευξεωσ. ταυτα hυποτιθεμενοσ τοισ αδελφοισ καλοσ εση διακονοσ χριστου ιηhοσυα, εντρεφομενοσ τοισ λογοισ τησ πιστεωσ και τησ καλησ διδασκαλιασ hη παρηκολουθηκασ. τουσ δε βεβηλουσ και γραωδεισ μυθουσ παραιτου, γυμναζε δε σεαυτον προσ ευσεβειαν • hη γαρ σωματικη γυμνασια προσ ολιγον εστιν ωφελιμοσ, hη δε ευσεβεια προσ παντα ωφελιμοσ εστιν, επαγγελιαν εχουσα ζωησ τησ νυν και τησ μελλουσησ. πιστοσ hο λογοσ και πασησ αποδοχησ αξιοσ • εισ τουτο γαρ κοπιωμεν και ονειδιζομεθα, hοτι ηλπικαμεν επι θεω ζωντι, hοσ εστιν σωτηρ παντων ανθρωπων, μαλιστα πιστων. παραγγελλε ταυτα και διδασκε. μηδεισ σου τησ νεοτητοσ καταφρονειτω • αλλα τυποσ γινου των πιστων, εν λογω, εν αναστροφη, εν αγαπη, εν πιστει, εν hαγνεια. hεωσ ερχομαι προσεχε τη αναγνωσει, τη παρακλησει, τη διδασκαλια. μη αμελει του εν σοι χαρισματοσ, hο εδοθη σοι δια προφητειασ μετα επιθεσεωσ των χειρων του πρεσβυτεριου. ταυτα μελετα • εν τουτοισ ισθι, hινα σου hη προκοπη φανερα hη πασιν. επεχε σεαυτω και τη διδασκαλια • επιμενε αυτοισ, τουτο γαρ ποιων και σεαυτον σωσεισ και τουσ ακουοντασ σου.

5

πρεσβυτερω μη επιπληξησ αλλα παρακαλει hωσ πατερα, νεωτερουσ hωσ αδελφουσ, πρεσβυτερασ hωσ μητερασ, νεωτερασ hωσ αδελφασ εν παση hαγνεια. χηρασ τιμα τασ οντωσ χηρασ • ει δε τισ χηρα τεκνα η εκγονα εχει, μανθανετωσαν πρωτον τον ιδιον οικον ευσεβειν και αμοιβασ αποδιδοναι τοισ προγονοισ, τουτο γαρ εστιν αποδεκτον ενωπιον του θεου. hη δε οντωσ χηρα και μεμονωμενη ηλπικεν επι τον θεον και προσμενει ταισ δεησεσιν και ταισ προσευχαισ νυκτοσ και hημερασ. hη δε σπαταλωσα ζωσα τεθνηκεν. και ταυτα παραγγελλε hινα ανεπιλημπτοι ωσιν. ει δε τισ των ιδιων και μαλιστα οικειων ου προνοει, την πιστιν ηρνηται και εστιν απιστου χειρων. χηρα καταλεγεσθω μη ελαττον ετων hεξηκοντα γεγονυια, hενοσ ανδροσ γυνη, εν εργοισ καλοισ μαρτυρουμενη, ει ετεκνοτροφησεν, ει εξενοδοχησεν, ει hαγιων ποδασ ενιψεν, ει θλιβομενοισ επηρκεσεν, ει παντι εργω αγαθω επηκολουθησεν. νεωτερασ δε χηρασ παραιτου • hοταν γαρ καταστρηνιασωσιν του χριστου, γαμειν θελουσιν, εχουσαι κριμα hοτι την πρωτην πιστιν ηθετησαν • hαμα δε και αργαι μανθανουσιν περιερχομεναι τασ οικιασ • ου μονον δε αργαι αλλα και φλυαροι και περιεργοι, λαλουσαι τα μη δεοντα. βουλομαι ουν νεωτερασ γαμειν, τεκνογονειν, οικοδεσποτειν, μηδεμιαν αφορμην διδοναι τω αντικειμενω λοιδοριασ χαριν • ηδη γαρ τινεσ εξετραπησαν οπισω του σατανα. ει τισ πιστοσ η πιστη εχει χηρασ, επαρκειτω αυταισ και μη βαρεισθω hη εκκλησια, hινα ταισ οντωσ χηραισ επαρκεση. hοι καλωσ προεστωτεσ πρεσβυτεροι διπλησ τιμησ αξιουσθωσαν, μαλιστα hοι κοπιωντεσ εν λογω και διδασκαλια • λεγει γαρ hη γραφη • βουν αλοωντα ου φιμωσεισ, και αξιοσ hο εργατησ του μισθου αυτου. κατα πρεσβυτερου κατηγοριαν μη παραδεχου, εκτοσ ει μη επι δυο η τριων μαρτυρων. τουσ hαμαρτανοντασ ενωπιον παντων ελεγχε, hινα και hοι λοιποι φοβον εχωσιν. διαμαρτυρομαι ενωπιον του θεου και χριστου ιηhοσυα και των εκλεκτων αγγελων, hινα ταυτα φυλαξησ χωρισ προκριματοσ, μηδεν ποιων κατα προσκλισιν. χειρασ ταχεωσ μηδενι επιτιθει μηδε κοινωνει hαμαρτιαισ αλλοτριαισ • σεαυτον hαγνον τηρει. μηκετι hυδροποτει, αλλα οινω ολιγω χρω δια τον στομαχον σου και τασ πυκνασ σου ασθενειασ. τινων ανθρωπων hαι hαμαρτιαι προδηλοι εισιν προαγουσαι εισ κρισιν • τισιν δε και επακολουθουσιν. hωσαυτωσ και τα εργα τα καλα προδηλα εισιν, και τα αλλωσ εχοντα κρυβηναι ου δυνανται.

6

hοσοι εισιν hυπο ζυγον δουλοι τουσ ιδιουσ δεσποτασ πασησ τιμησ αξιουσ hηγεισθωσαν, hινα μη το ονομα του θεου και hη διδασκαλια βλασφημηται • hοι δε πιστουσ εχοντεσ δεσποτασ μη καταφρονειτωσαν, hοτι αδελφοι εισιν, αλλα μαλλον δουλευετωσαν, hοτι πιστοι εισιν και αγαπητοι hοι τησ ευεργεσιασ αντιλαμβανομενοι. ταυτα διδασκε και παρακαλει. ει τισ hετεροδιδασκαλει και μη προσερχεται hυγιαινουσιν λογοισ τοισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου και τη κατ ευσεβειαν διδασκαλια, τετυφωται, μηδεν επισταμενοσ, αλλα νοσων περι ζητησεισ και λογομαχιασ, εξ hων γινεται φθονοσ, ερεισ βλασφημιαι, hυπονοιαι πονηραι, διαπαρατριβαι διεφθαρμενων ανθρωπων τον νουν και απεστερημενων τησ αληθειασ, νομιζοντων πορισμον ειναι την ευσεβειαν. εστιν δε πορισμοσ μεγασ hη ευσεβεια μετα αυταρκειασ. ουδεν γαρ εισηνεγκαμεν εισ τον κοσμον, δηλον hοτι ουδε εξενεγκειν τι δυναμεθα. εχοντεσ δε διατροφασ και σκεπασματα, τουτοισ αρκεσθησομεθα. hοι δε βουλομενοι πλουτειν εμπιπτουσιν εισ πειρασμον και παγιδα και επιθυμιασ πολλασ ανοητουσ και βλαβερασ, hαιτινεσ βυθιζουσιν τουσ ανθρωπουσ εισ ολεθρον και απωλειαν • ριζα γαρ παντων των κακων εστιν hη φιλαργυρια, hησ τινεσ ορεγομενοι απεπλανηθησαν απο τησ πιστεωσ και hεαυτουσ περιεπειραν οδυναισ πολλαισ. συ δε, ω ανθρωπε του θεου, ταυτα φευγε, διωκε δε δικαιοσυνην, ευσεβειαν, πιστιν, αγαπην, hυπομονην, πραυπαθιαν. αγωνιζου τον καλον αγωνα τησ πιστεωσ • επιλαβου τησ αιωνιου ζωησ, εισ hην εκληθησ και hωμολογησασ την καλην hομολογιαν ενωπιον πολλων μαρτυρων. παραγγελλω σοι ενωπιον του θεου του ζωογονουντοσ τα παντα και χριστου ιηhοσυα του μαρτυρησαντοσ επι ποντιου πιλατου την καλην hομολογιαν, τηρησαι σε την εντολην ασπιλον ανεπιλημπτον μεχρι τησ επιφανειασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, hην καιροισ ιδιοισ δειξει hο μακαριοσ και μονοσ δυναστησ, hο βασιλευσ των βασιλευοντων και κυριοσ των φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυοντων, hο μονοσ εχων αθανασιαν, φωσ οικων απροσιτον, hον ειδεν ουδεισ ανθρωπων ουδε ιδειν δυναται, — hω τιμη και κρατοσ αιωνιον • αμην. τοισ πλουσιοισ εν τω νυν αιωνι παραγγελλε μη hυψηλοφρονειν μηδε ηλπικεναι επι πλουτου αδηλοτητι, αλλ εν τω θεω τω παρεχοντι hημιν παντα πλουσιωσ εισ απολαυσιν • αγαθοεργειν • πλουτειν εν εργοισ καλοισ • ευμεταδοτουσ ειναι, κοινωνικουσ, αποθησαυριζοντασ hεαυτοισ θεμελιον καλον εισ το μελλον, hινα επιλαβωνται τησ οντωσ ζωησ. ω τιμοθεε, την παραθηκην φυλαξον εκτρεπομενοσ τασ βεβηλουσ κενοφωνιασ και αντιθεσεισ τησ ψευδωνυμου γνωσεωσ, hην τινεσ επαγγελλομενοι περι την πιστιν ηστοχησαν. hη χαρισ μετα σου.

τιμοθεον β’

1

παυλοσ αποστολοσ ιηhοσυα χριστου δια θεληματοσ θεου κατ επαγγελιαν ζωησ τησ εν χριστω ιηhοσυα τιμοθεω αγαπητω τεκνω • χαρισ, ελεοσ, ειρηνη απο θεου πατροσ και χριστου ιηhοσυα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων. χαριν εχω τω θεω, hω λατρευω απο προγονων εν καθαρα συνειδησει, hωσ αδιαλειπτον εχω την περι σου μνειαν εν ταισ δεησεσιν μου νυκτοσ και hημερασ, (επιποθων σε ιδειν, μεμνημενοσ σου των δακρυων, hινα χαρασ πληρωθω), hυπομνησιν λαμβανων τησ εν σοι ανυποκριτου πιστεωσ, hητισ ενωκησεν πρωτον εν τη μαμμη σου λωιδι και τη μητρι σου ευνικη, πεπει-σμαι δε hοτι και εν σοι. δι hην αιτιαν αναμιμνησκω σε αναζωπυρειν το χαρισμα του θεου, hο εστιν εν σοι δια τησ επιθεσεωσ των χειρων μου • ου γαρ εδωκεν hημιν hο θεοσ πνευμα δειλιασ, αλλα δυναμεωσ και αγαπησ και σωφρονισμου. μη ουν επαισχυνθησ το μαρτυριον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων μηδε εμε τον δεσμιον αυτου, αλλα συγκακοπαθησον τω ευαγγελιω κατα δυναμιν θεου, του σωσαντοσ hημασ και καλεσαντοσ κλησει hαγια, ου κατα τα εργα hημων αλλα κατα ιδιαν προθεσιν και χαριν την δοθεισαν hημιν εν χριστω ιηhοσυα προ χρονων αιωνιων, φανερωθεισαν δε νυν δια τησ επιφανειασ του σωτηροσ hημων ιηhοσυα χριστου, καταργησαντοσ μεν τον θανατον, φωτισαντοσ δε ζωην και αφθαρσιαν δια του ευαγγελιου • εισ hο ετεθην εγω κηρυξ και αποστολοσ και διδασκαλοσ εθνων. δι hην αιτιαν και ταυτα πασχω • αλλ ουκ επαισχυνομαι, οιδα γαρ hω πεπιστευκα, και πεπεισμαι hοτι δυνατοσ εστιν την παραθηκην μου φυλαξαι εισ εκεινην την hημεραν. hυποτυπωσιν εχε hυγιαινοντων λογων hων παρ εμου ηκουσασ εν πιστει και αγαπη τη εν χριστω ιηhοσυα. την καλην παραθηκην φυλαξον δια πνευματοσ hαγιου του ενοικουντοσ εν hημιν. οιδασ τουτο, hοτι απεστραφησαν με παντεσ hοι εν τη ασια, hων εστιν φυγελοσ και hερμογενησ. δωη ελεοσ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh τω ονησιφορου οικω, hοτι πολλακισ με ανεψυξεν και την hαλυσιν μου ουκ επησχυνθη, αλλα γενομενοσ εν ρωμη σπουδαιοτερον εζητησεν με και hευρεν. δωη αυτω hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh hευρειν ελεοσ παρα κυριου εν εκεινη τη hημερα • και hοσα εν εφεσω διηκονησεν, βελτιον συ γινωσκεισ.

2

συ ουν, τεκνον μου, ενδυναμου εν τη χαριτι τη εν χριστω ιηhοσυα • και hα ηκουσασ παρ εμου δια πολλων μαρτυρων, ταυτα παραθου πιστοισ ανθρωποισ, hοιτινεσ hικανοι εσονται και hετερουσ διδαξαι. συγκακοπαθησον hωσ καλοσ στρατιωτησ ιηhοσυα χριστου. ουδεισ στρατευομενοσ εμπλεκεται ταισ του βιου πραγματειαισ, hινα τω στρατολογησαντι αρεση • εαν δε και αθλη τισ, ου στεφανουται εαν μη νομιμωσ αθληση • τον κοπιωντα γεωργον δει πρωτον των καρπων μεταλαμβανειν. νοει hο λεγω • δωσει γαρ σοι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh συνεσιν εν πασιν. μνημονευε ιηhοσυα χριστον εγηγερμενον εκ νεκρων, εκ σπερματοσ δαυιδ, κατα το ευαγγελιον μου, εν hω κακοπαθω μεχρι δεσμων hωσ κακουργοσ • αλλα hο λογοσ του θεου ου δεδεται. δια τουτο παντα hυπομενω δια τουσ εκλεκτουσ, hινα και αυτοι σωτηριασ τυχωσιν τησ εν χριστω ιηhοσυα μετα δοξησ αιωνιου. πιστοσ hο λογοσ • ει γαρ συναπεθανομεν, και συζησομεν • ει hυπομενομεν, και συμβασιλευσομεν • ει αρνουμεθα, κακεινοσ αρνησεται hημασ • ει απιστουμεν, εκεινοσ πιστοσ μενει, αρνησασθαι γαρ hεαυτον ου δυναται. ταυτα hυπομιμνησκε, διαμαρτυρομενοσ ενωπιον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μη λογομαχειν, επ ουδεν χρησιμον, επι καταστροφη των ακουοντων. σπουδασον σεαυτον δοκιμον παραστησαι τω θεω, εργατην ανεπαισχυντον, ορθοτομουντα τον λογον τησ αληθειασ • τασ δε βεβηλουσ κενοφωνιασ περιιστασο, επι πλειον γαρ προκοψουσιν ασεβειασ, και hο λογοσ αυτων hωσ γαγγραινα νομην hεξει, hων εστιν hυμεναιοσ και φιλητοσ, hοιτινεσ περι την αληθειαν ηστοχησαν, λεγοντεσ την αναστασιν ηδη γεγονεναι, και ανατρεπουσιν την τινων πιστιν. hο μεντοι στερεοσ θεμελιοσ του θεου hεστηκεν, εχων την σφραγιδα ταυτην • εγνω κυριοσ τουσ οντασ αυτου, και • αποστητω απο αδικιασ πασ hο ονομαζων το ονομα κυριου. εν μεγαλη δε οικια ουκ εστιν μονον σκευη χρυσα και αργυρα, αλλα και ξυλινα και οστρακινα • και hα μεν εισ τιμην hα δε εισ ατιμιαν. εαν ουν τισ εκκαθαρη hεαυτον απο τουτων, εσται σκευοσ εισ τιμην, hηγιασμενον, ευχρηστον τω δεσποτη, εισ παν εργον αγαθον hητοιμασμενον. τασ δε νεωτερικασ επιθυμιασ φευγε, διωκε δε δικαιοσυνην, πιστιν, αγαπην, ειρηνην μετα των επικαλουμενων τον κυριον εκ καθαρασ καρδιασ • τασ δε μωρασ και απαιδευτουσ ζητησεισ παραιτου, ειδωσ hοτι γεννωσιν μαχασ. δουλον δε κυριου ου δει μαχεσθαι αλλα ηπιον ειναι προσ παντασ, διδακτικον, ανεξικακον, εν πραυτητι παιδευοντα τουσ αντιδιατιθεμενουσ, μηποτε δωη αυτοισ hο θεοσ μετανοιαν εισ επιγνωσιν αληθειασ, και ανανηψωσιν εκ τησ του διαβολου παγιδοσ, εζωγρημενοι hυπ αυτου, εισ το εκεινου θελημα.

3

τουτο δε γινωσκε, hοτι εν εσχαταισ hημεραισ ενστησονται καιροι χαλεποι • εσονται γαρ hοι ανθρωποι φιλαυτοι, φιλαργυροι, αλαζονεσ, hυπερηφανοι, βλασφημοι, γονευσιν απειθεισ, αχαριστοι, ανοσιοι, αστοργοι, ασπονδοι, διαβολοι, ακρατεισ, ανημεροι, αφιλαγαθοι, προδοται, προπετεισ, τετυφωμενοι, φιληδονοι μαλλον η φιλοθεοι, εχοντεσ μορφωσιν ευσεβειασ την δε δυναμιν αυτησ ηρνημενοι. και τουτουσ αποτρεπου. εκ τουτων γαρ εισιν hοι ενδυνοντεσ εισ τασ οικιασ και αιχμαλωτιζοντεσ γυναικαρια σεσωρευμενα hαμαρτιαισ, αγομενα επιθυμιαισ ποικιλαισ, παντοτε μανθανοντα και μηδεποτε εισ επιγνωσιν αληθειασ ελθειν δυναμενα. hον τροπον δε ιαννησ και ιαμβρησ αντεστησαν μωυσει, hουτωσ και hουτοι ανθιστανται τη αλεθεια, ανθρωποι κατεφθαρμενοι τον νουν, αδοκιμοι περι την πιστιν • αλλ ου προκοψουσιν επι πλειον, hη γαρ ανοια αυτων εκδηλοσ εσται πασιν, hωσ και hη εκεινων εγενετο. συ δε παρηκολουθηκασ μου τη διδασκαλια, τη αγωγη, τη προθεσει, τη πιστει, τη μακροθυμια, τη αγαπη, τη hυπομονη, τοισ διωγμοισ, τοισ παθημασιν, hοια μοι εγενετο εν αντιοχεια, εν ικονιω, εν λυστροισ, hοιουσ διωγμουσ hυπηνεγκα • και εκ παντων με ερρυσατο hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και παντεσ δε hοι θελοντεσ ευσεβωσ ζην εν χριστω ιηhοσυα διωχθησονται • πονηροι δε ανθρωποι και γοητεσ προκοψουσιν επι το χειρον πλανωντεσ και πλανωμενοι. συ δε μενε εν hοισ εμαθεσ και επιστωθησ, ειδωσ παρα τινοσ εμαθεσ, και hοτι απο βρεφουσ τα hιερα γραμματα οιδασ τα δυναμενα σε σοφισαι εισ σωτηριαν δια πιστεωσ τησ εν χριστω ιηhοσυα. πασα γραφη θεοπνευστοσ και ωφελιμοσ προσ διδασκαλιαν, προσ ελεγχον, προσ επανορθωσιν, προσ παιδειαν την εν δικαιοσυνη, hινα αρτιοσ η hο του θεου ανθρωποσ, προσ παν εργον αγαθον εξηρτισμενοσ.

4

διαμαρτυρομαι ενωπιον του θεου και χριστου ιηhοσυα του μελλοντοσ κρινειν ζωντασ και νεκρουσ, και την επιφανειαν αυτου και την βασιλειαν αυτου, κηρυξον τον λογον, επιστηθι ευκαιρωσ ακαιρωσ, ελεγξον, επιτιμησον, παρακαλεσον, εν παση μακροθυμια και διδαχη • εσται γαρ καιροσ hοτι τησ hυγιαινουσησ διδασκαλιασ ουκ ανεξονται • αλλα κατα τασ ιδιασ επιθυμιασ hεαυτοισ επισωρευσουσιν διδασκαλουσ κνηθομενοι την ακοην, και απο μεν τησ αληθειασ την ακοην αποστρεψουσιν, επι δε τουσ μυθουσ εκτραπησονται. συ δε νηφε εν πασιν, κακοπαθησον, εργον ποιησον ευαγγελιστου, την διακονιαν σου πληροφορησον • εγω γαρ ηδη σπενδομαι, και hο καιροσ τησ εμησ αναλυσεωσ εφεστηκεν • τον αγωνα τον καλον ηγωνισμαι, τον δρομον τετελεκα, την πιστιν τετηρηκα • λοιπον αποκειται μοι hο τησ δικαιοσυνησ στεφανοσ, hον αποδωσει μοι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εν εκεινη τη hημερα, hο δικαιοσ κριτησ, ου μονον δε εμοι αλλα και πασιν τοισ ηγαπηκοσιν την επιφανειαν αυτου. σπουδασον ελθειν προσ με ταχεωσ, δημασ γαρ με εγκατελιπεν αγαπησασ τον νυν αιωνα • και επορευθη εισ θεσσαλονικην, κρησκησ εισ γαλατιαν, τιτοσ εισ δαλματιαν • λουκασ εστιν μονοσ μετ εμου. μαρκον αναλαβων αγε μετα σεαυτου, εστιν γαρ μοι ευχρηστοσ εισ διακονιαν. τυχικον δε απεστειλα εισ εφεσον. τον φελονην, hον απελιπον εν τρωαδι παρα καρπω ερχομενοσ φερε, και τα βιβλια, μαλιστα τασ μεμβρανασ. αλεξανδροσ hο χαλκευσ πολλα μοι κακα ενεδειξατο • αποδωσει αυτω hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh κατα τα εργα αυτου. hον και συ φυλασσου, λιαν γαρ ανθεστηκεν τοισ hημετεροισ λογοισ. εν τη πρωτη μου απολογια ουδεισ μοι συμπαρεγενετο, αλλα παντεσ με εγκατελιπον • μη αυτοισ λογισθειη. hο δε κυριοσ μοι παρεστη και ενεδυναμωσεν με, hινα δι εμου το κηρυγμα πληροφορηθη και ακουσωσιν παντα τα εθνη • και ερρυσθην εκ στοματοσ λεοντοσ. ρυσεται με hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh απο παντοσ εργου πονηρου και σωσει εισ την βασιλειαν αυτου την επουρανιον • hω hη δοξα εισ τουσ αιωνασ των αιωνων • αμην. ασπασαι πρισκαν και ακυλαν και τον ονησιφορου οικον. εραστοσ εμεινεν εν κορινθω, τροφιμον δε απελιπον εν μιλητω ασθενουντα. σπουδασον προ χειμωνοσ ελθειν. ασπαζεται σε ευβουλοσ και πουδησ, και λινοσ και κλαυδια, και hοι αδελφοι παντεσ. hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα χριστοσ μετα του πνευματοσ σου. hη χαρισ μεθ hυμων.

τιτον

1

παυλοσ δουλοσ θεου, αποστολοσ δε ιηhοσυα χριστου κατα πιστιν εκλεκτων θεου και επιγνωσιν αληθειασ τησ κατ ευσεβειαν επ ελπιδι ζωησ αιωνιου, hην επηγγειλατο hο αψευδησ θεοσ προ χρονων αιωνιων • εφανερωσεν δε καιροισ ιδιοισ τον λογον αυτου εν κηρυγματι, hο επιστευθην εγω κατ επιταγην του σωτηροσ hημων θεου, — τιτω γνησιω τεκνω κατα κοινην πιστιν • χαρισ και ειρηνη απο θεου πατροσ και χριστου ιηhοσυα του σωτηροσ hημων. τουτου χαριν απελιπον σε εν κρητη, hινα τα λειποντα επιδιορθωση και καταστησησ κατα πολιν πρεσβυτερουσ, hωσ εγω σοι διεταξαμην • ει τισ εστιν ανεγκλητοσ, μιασ γυναικοσ ανηρ, τεκνα εχων πιστα, μη εν κατηγορια ασωτιασ η ανυποτακτα. δει γαρ τον επισκοπον ανεγκλητον ειναι hωσ θεου οικονομον, μη αυθαδη, μη οργιλον, μη παροινον, μη πληκτην, μη αισχροκερδη, αλλα φιλοξενον, φιλαγαθον, σωφρονα, δικαιον, hοσιον, εγκρατη, αντεχομενον του κατα την διδαχην πιστου λογου, hινα δυνατοσ η και παρακαλειν εν τη διδασκαλια τη hυγιαινουση και τουσ αντιλεγοντασ ελεγχειν. εισιν γαρ πολλοι ανυποτακτοι, ματαιολογοι και φρεναπαται, μαλιστα hοι εκ περιτομησ, hουσ δει επιστομιζειν, hοιτινεσ hολουσ οικουσ ανατρεπουσιν διδασκοντεσ hα μη δει αισχρου κερδουσ χαριν. ειπεν τισ εξ αυτων ιδιοσ αυτων προφητησ κρητεσ αει ψευσται, κακα θηρια, γαστερεσ αργαι. hη μαρτυρια hαυτη εστιν αληθησ • δι hην αιτιαν ελεγχε αυτουσ αποτομωσ, hινα hυγιαινωσιν εν τη πιστει, μη προσεχοντεσ ιηhυδαικοισ μυθοισ και εντολαισ ανθρωπων αποστρεφομενων την αληθειαν. παντα καθαρα τοισ καθαροισ • τοισ δε μεμιαμμενοισ και απιστοισ ουδεν καθαρον, αλλα μεμιανται αυτων και hο νουσ και hη συνειδησισ. θεον hομολογουσιν ειδεναι, τοισ δε εργοισ αρνουνται, βδελυκτοι οντεσ και απειθεισ και προσ παν αργον αγαθον αδοκιμοι.

2

συ δε λαλει hα πρεπει τη hυγιαινουση διδασκαλια • πρεσβυτασ νηφαλιουσ ειναι, σεμνουσ, σωφρονασ, hυγιαινοντασ τη πιστει, τη αγαπη, τη hυπομονη. πρεσβυτιδασ hωσαυτωσ εν καταστηματι hιεροπρεπεισ, μη διαβολουσ, μη οινω πολλω δεδουλωμενασ, καλοδιδασκαλουσ, hινα σωφρονιζωσιν τασ νεασ φιλανδρουσ ειναι, φιλοτεκνουσ, σωφρονασ, hαγνασ, οικουργουσ, αγαθασ, hυποτασσομενασ τοισ ιδιοισ ανδρασιν, hινα μη hο λογοσ του θεου βλασφημηται. τουσ νεωτερουσ hωσαυτωσ παρακαλει σωφρονειν, περι παντα σεαυτον παρεχομενοσ τυπον καλων εργων, εν τη διδασκαλια αφθοριαν, σεμνοτητα, λογον hυγιη ακαταγνωστον, hινα hο εξ εναντιασ εντραπη μηδεν εχων λεγειν περι hημων φαυλον. δουλουσ ιδιοισ δεσποταισ hυποτασσεσθαι, εν πασιν ευαρεστουσ ειναι, μη αντιλεγοντασ • μη νοσφιζομενουσ, αλλα πασαν πιστιν ενδεικνυμενουσ αγαθην, hινα την διδασκαλιαν την του σωτηροσ hημων θεου κοσμωσιν εν πασιν. επεφανη γαρ hη χαρισ του θεου hη σωτηριοσ πασιν ανθρωποισ, παιδευουσα hημασ, hινα αρνησαμενοι την ασεβειαν και τασ κοσμικασ επιθυμιασ σωφρονωσ και δικαιωσ και ευσεβωσ ζησωμεν εν τω νυν αιωνι, προσδεχομενοι την μακαριαν ελπιδα και επιφανειαν τησ δοξησ του μεγαλου θεου και σωτηροσ hημων ιηhοσυα χριστου, hοσ εδωκεν hεαυτον hυπερ hημων hινα λυτρωσηται hημασ απο πασησ ανομιασ και καθαριση hεαυτω λαον περιουσιον, ζηλωτην καλων εργων. ταυτα λαλει και παρακαλει και ελεγχε μετα πασησ επιταγησ. μηδεισ σου περιφρονειτω.

3

hυπομιμνησκε αυτουσ αρχαισ και εξουσιαισ hυποτασσεσθαι, πειθαρχειν, προσ παν εργον αγαθον hετοιμουσ ειναι, μηδενα βλασφημειν, αμαχουσ ειναι, επιεικεισ, πασαν ενδεικνυμενουσ πραυτητα προσ παντασ ανθρωπουσ. ημεν γαρ ποτε και hημεισ ανοητοι, απειθεισ, πλανωμενοι, δουλευοντεσ επιθυμιαισ και hηδοναισ ποικιλαισ, εν κακια και φθονω διαγοντεσ, στυγητοι, μισουντεσ αλληλουσ. hοτε δε hη χρηστοτησ και hη φιλανθρωπια επεφανη του σωτηροσ hημων θεου, ουκ εξ εργων των εν δικαιοσυνη hα εποιησαμεν hημεισ, αλλα κατα το αυτου ελεοσ εσωσεν hημασ δια λουτρου παλιγγενεσιασ και ανακαινωσεωσ πνευματοσ hαγιου, hου εξεχεεν εφ hημασ πλουσιωσ δια ιηhοσυα χριστου του σωτηροσ hημων, hινα δικαιωθεντεσ τη εκεινου χαριτι κληρονομοι γενηθωμεν κατ ελπιδα ζωησ αιωνιου. πιστοσ hο λογοσ, και περι τουτων βουλομαι σε διαβεβαιουσθαι, hινα φροντιζωσιν καλων εργων προιστασθαι hοι πεπιστευκοτεσ θεω • ταυτα εστιν καλα και ωφελιμα τοισ ανθρωποισ. μωρασ δε ζητησεισ και γενεαλογιασ και ερεισ και μαχασ νομικασ περιιστασο, εισιν γαρ ανωφελεισ και ματαιοι. hαιρετικον ανθρωπον μετα μιαν και δευτεραν νουθεσιαν παραιτου, ειδωσ hοτι εξεστραπται hο τοιουτοσ και hαμαρτανει ων αυτοκατακριτοσ. hοταν πεμψω αρτεμαν προσ σε η τυχικον, σπουδασον ελθειν προσ με εισ νικοπολιν, εκει γαρ κεκρικα παραχειμασαι. ζηναν τον νομικον και απολλω σπουδαιωσ προπεμψον, hινα μηδεν αυτοισ λειπη • μανθανετωσαν δε και hοι hημετεροι καλων εργων προιστασθαι εισ τασ αναγκαιασ χρειασ, hινα μη ωσιν ακαρποι. ασπαζονται σε hοι μετ εμου παντεσ. ασπασαι τουσ φιλουντασ hημασ εν πιστει. hη χαρισ μετα παντων hυμων.

φιλημονα

1

παυλοσ δεσμιοσ ιηhοσυα χριστου και τιμοθεοσ hο αδελφοσ φιλημονι τω αγαπητω και συνεργω hημων και απφια τη αδελφη και αρχιππω τω συστρατιωτη hημων και τη κατ οικον σου εκκλησια • χαρισ hυμιν και ειρηνη απο θεου πατροσ hημων και κυριου ιηhοσυα χριστου. ευχαριστω τω θεω μου παντοτε μνειαν σου ποιουμενοσ επι των προσευχων μου, ακουων σου την αγαπην και την πιστιν hην εχεισ προσ τον κυριον ιηhοσυα και εισ παντασ τουσ hαγιουσ • hοπωσ hη κοινωνια τησ πιστεωσ σου ενεργησ γενηται εν επιγνωσει παντοσ αγαθου του εν hημιν εισ χριστον ιηhοσυα. χαραν γαρ εχομεν πολλην και παρακλησιν επι τη αγαπη σου, hοτι τα σπλαγχνα των hαγιων αναπεπαυται δια σου, αδελφε. διο πολλην εν χριστω παρρησιαν εχων επιτασσειν σοι το ανηκον, δια την αγαπην μαλλον παρακαλω, τοιουτοσ ων hωσ παυλοσ πρεσβυτησ, νυνι δε και δεσμιοσ ιηhοσυα χριστου • παρακαλω σε περι του εμου τεκνου, hον εγεννησα εν τοισ δεσμοισ, ονησιμον, τον ποτε σοι αχρηστον, νυνι δε σοι και εμοι ευχρηστον, hον ανεπεμψα σοι, — αυτον, τουτ εστιν τα εμα σπλαγχνα. hον εγω εβουλομην προσ εμαυτον κατεχειν, hινα hυπερ σου μοι διακονη εν τοισ δεσμοισ του ευαγγελιου • χωρισ δε τησ σησ γνωμησ ουδεν ηθελησα ποιησαι, hινα μη hωσ κατα αναγκην το αγαθον σου η αλλα κατα hεκουσιον. ταχα γαρ δια τουτο εχωρισθη προσ hωραν, hινα αιωνιον αυτον απεχησ, ουκετι hωσ δουλον αλλ hυπερ δουλον, αδελφον αγαπητον, μαλιστα εμοι, ποσω δε μαλλον σοι και εν σαρκι και εν κυριω. ει ουν με εχεισ κοινωνον, προσλαβου αυτον hωσ εμε • ει δε τι ηδικησεν σε η οφειλει, τουτο εμοι ελλογα. εγω παυλοσ εγραψα τη εμη χειρι • εγω αποτισω, hινα μη λεγω σοι hοτι και σεαυτον μοι προσοφειλεισ. ναι, αδελφε, εγω σου οναιμην εν κυριω • αναπαυσον μου τα σπλαγχνα εν χριστω. πεποιθωσ τη hυπακοη σου εγραψα σοι, ειδωσ hοτι και hυπερ hο λεγω ποιησεισ. hαμα δε και hετοιμαζε μοι ξενιαν, ελπιζω γαρ hοτι δια των προσευχων hυμων χαρισθησομαι hυμιν. ασπαζεται σε επαφρασ hο συναιχμαλωτοσ μου εν χριστω ιηhοσυα, μαρκοσ, αρισταρχοσ, δημασ, λουκασ, hοι συνεργοι μου. hη χαρισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου μετα του πνευματοσ hυμων.

ἑβραιουσ επιστολη

1

πολυμερωσ και πολυτροπωσ παλαι hο θεοσ λαλησασ τοισ πατρασιν εν τοισ προφηταισ επ εσχατου των hημερων τουτων ελαλησεν hημιν εν hυιω, hον εθηκεν κληρονομον παντων, δι hου και εποιησεν τουσ αιωνασ, hοσ ων απαυγασμα τησ δοξησ και χαρακτηρ τησ hυποστασεωσ αυτου, φερων τε τα παντα τω ρηματι τησ δυναμεωσ αυτου, δι hεαυτου καθαρισμον των hαμαρτιων ποιησαμενοσ εκαθισεν εν δεξια τησ μεγαλωσυνησ εν hυψηλοισ • τοσουτω κρειττων γενομενοσ των αγγελων hοσω διαφορωτερον παρ αυτουσ κεκληρονομηκεν ονομα. τινι γαρ ειπεν ποτε των αγγελων • hυιοσ μου ει συ, εγω σημερον γεγεννηκα σε; και παλιν • εγω εσομαι αυτω εισ πατερα και αυτοσ εσται μοι εισ hυιον; hοταν δε παλιν εισαγαγη τον πρωτοτοκον εισ την οικουμενην, λεγει • και προσκυνησατωσαν αυτω παντεσ αγγελοι θεου. και προσ μεν τουσ αγγελουσ λεγει • hο ποιων τουσ αγγελουσ αυτου πνευματα και τουσ λειτουργουσ αυτου πυροσ φλογα. προσ δε τον hυιον • hο θρονοσ σου hο θεοσ εισ τον αιωνα του αιωνοσ • ραβδοσ ευθυτητοσ hη ραβδοσ τησ βασιλειασ σου • ηγαπησασ δικαιοσυνην και εμισησασ ανομιαν • δια τουτο εχρισεν σε hο θεοσ, hο θεοσ σου, ελαιον αγαλλιασεωσ παρα τουσ μετοχουσ σου. και • συ κατ αρχασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, την γην εθεμελιωσασ, και εργα των χειρων σου εισιν hοι ουρανοι • αυτοι απολουνται, συ δε διαμενεισ • και παντεσ hωσ hιματιον παλαιωθησονται, και hωσει περιβολαιον hελιξεισ αυτουσ και αλλαγησονται • συ δε hο αυτοσ ει και τα ετη σου ουκ εκλειψουσιν. προσ τινα δε των αγγελων ειρηκεν ποτε • καθου εκ δεξιων μου hεωσ αν θω τουσ εχθρουσ σου hυποποδιον των ποδων σου; ουχι παντεσ εισιν λειτουργικα πνευματα εισ διακονιαν αποστελλομενα δια τουσ μελλοντασ κληρονομειν σωτηριαν;

2

δια τουτο δει περισσοτερωσ προσεχειν hημασ τοισ ακουσθεισιν, μηποτε παραρυωμεν. ει γαρ hο δι αγγελων λαληθεισ λογοσ εγενετο βεβαιοσ, και πασα παραβασισ και παρακοη ελαβεν ενδικον μισθαποδοσιαν, πωσ hημεισ εκφευξομεθα τηλικαυτησ αμελησαντεσ σωτηριασ, hητισ αρχην λαβουσα λαλεισθαι δια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hυπο των ακουσαντων εισ hημασ εβεβαιωθη, συνεπιμαρτυρουντοσ του θεου σημειοισ τε και τερασιν και ποικιλαισ δυναμεσιν και πνευματοσ hαγιου μερισμοισ κατα την αυτου θελησιν; ου γαρ αγγελοισ hυπεταξεν την οικουμενην την μελλουσαν περι hησ λαλουμεν • διεμαρτυρατο δε που τισ λεγων • τι εστιν ανθρωποσ hοτι μιμνησκη αυτου, η hυιοσ ανθρωπου hοτι επισκεπτη αυτον; ηλαττωσασ αυτον βραχυ τι παρ αγγελουσ • δοξη και τιμη εστεφανωσασ αυτον, [και κατεστησασ αυτον επι τα εργα των χειρων σου], παντα hυπεταξασ hυποκατω των ποδων αυτου • εν τω γαρ hυποταξαι αυτω τα παντα ουδεν αφηκεν αυτω ανυποτακτον • νυν δε ουπω hορωμεν αυτω τα παντα hυποτεταγμενα • τον δε βραχυ τι παρ αγγελουσ ηλαττωμενον βλεπομεν ιηhοσυα δια το παθημα του θανατου δοξη και τιμη εστεφανωμενον, hοπωσ χαριτι θεου hυπερ παντοσ γευσηται θανατου. επρεπεν γαρ αυτω, δι hον τα παντα και δι hου τα παντα, πολλουσ hυιουσ εισ δοξαν αγαγοντα τον αρχηγον τησ σωτηριασ αυτων δια παθηματων τελειωσαι. hο τε γαρ hαγιαζων και hοι hαγιαζομενοι εξ hενοσ παντεσ • δι hην αιτιαν ουκ επαισχυνεται αδελφουσ αυτουσ καλειν, λεγων • απαγγελω το ονομα σου τοισ αδελφοισ μου • εν μεσω εκκλησιασ hυμνησω σε. και παλιν • εγω εσομαι πεποιθωσ επ αυτω. και παλιν • ιδου εγω και τα παιδια hα μοι εδωκεν hο θεοσ. επει ουν τα παιδια κεκοινωνηκεν hαιματοσ και σαρκοσ, και αυτοσ παραπλησιωσ μετεσχεν των αυτων, hινα δια του θανατου καταργηση τον το κρατοσ εχοντα του θανατου, τουτ εστιν τον διαβολον • και απαλλαξη τουτουσ hοσοι φοβω θανατου δια παντοσ του ζην ενοχοι ησαν δουλειασ. ου γαρ δηπου αγγελων επιλαμβανεται, αλλα σπερματοσ αβραhαμ επιλαμβανεται. hοθεν ωφειλεν κατα παντα τοισ αδελφοισ hομοιωθηναι, hινα ελεημων γενηται και πιστοσ αρχιερευσ τα προσ τον θεον, εισ το hιλασκεσθαι τασ hαμαρτιασ του λαου. εν hω γαρ πεπονθεν αυτοσ πειρασθεισ, δυναται τοισ πειραζομενοισ βοηθησαι.

3

hοθεν, αδελφοι hαγιοι, κλησεωσ επουρανιου μετοχοι, κατανοησατε τον αποστολον και αρχιερεα τησ hομολογιασ hημων ιηhοσυα, πιστον οντα τω ποιησαντι αυτον hωσ και μωυσησ εν hολω τω οικω αυτου. πλειονοσ γαρ hουτοσ δοξησ παρα μωυσην ηξιωται καθ hοσον πλειονα τιμην εχει του οικου hο κατασκευασασ αυτον. πασ γαρ οικοσ κατασκευαζεται hυπο τινοσ • hο δε παντα κατασκευασασ θεοσ. και μωυσησ μεν πιστοσ εν hολω τω οικω αυτου hωσ θεραπων εισ μαρτυριον των λαληθησομενων • χριστοσ δε hωσ hυιοσ επι τον οικον αυτου • hου οικοσ εσμεν hημεισ εανπερ την παρρησιαν και το καυχημα τησ ελπιδοσ μεχρι τελουσ βεβαιαν κατασχωμεν. διο, καθωσ λεγει το πνευμα το hαγιον • σημερον εαν τησ φωνησ αυτου ακουσητε, μη σκληρυνητε τασ καρδιασ hυμων hωσ εν τω παραπικρασμω κατα την hημεραν του πειρασμου εν τη ερημω, hου επειρασαν hοι πατερεσ hυμων εν δοκιμασια και ειδον τα εργα μου τεσσερακοντα ετη. διο προσωχθισα τη γενεα ταυτη και ειπον • αει πλανωνται τη καρδια, αυτοι δε ουκ εγνωσαν τασ hοδουσ μου. hωσ ωμοσα εν τη οργη μου • ει εισελευσονται εισ την καταπαυσιν μου. βλεπετε, αδελφοι, μηποτε εσται εν τινι hυμων καρδια πονηρα απιστιασ εν τω αποστηναι απο θεου ζωντοσ • αλλα παρακαλειτε hεαυτουσ καθ hεκαστην hημεραν, αχρισ hου το σημερον καλειται, hινα μη σκληρυνθη τισ εξ hυμων απατη τησ hαμαρτιασ. μετοχοι γαρ του χριστου γεγοναμεν, εανπερ την αρχην τησ hυποστασεωσ μεχρι τελουσ βεβαιαν κατασχωμεν, εν τω λεγεσθαι • σημερον εαν τησ φωνησ αυτου ακουσητε, μη σκληρυνητε τασ καρδιασ hυμων hωσ εν τω παραπικρασμω. (τινεσ γαρ ακουσαντεσ παρεπικραναν; αλλ ου παντεσ hοι εξελθοντεσ εξ αιγυπτου δια μωυσεωσ; τισιν δε προσωχθισεν τεσσερακοντα ετη; ουχι τοισ hαμαρτησασιν, hων τα κωλα επεσεν εν τη ερημω; τισιν δε ωμοσεν μη εισελευσεσθαι εισ την καταπαυσιν αυτου ει μη τοισ απειθησασιν; και βλεπομεν hοτι ουκ ηδυνηθησαν εισελθειν δι απιστιαν.)

4

φοβηθωμεν ουν μηποτε καταλειπομενησ επαγγελιασ εισελθειν εισ την καταπαυσιν αυτου δοκη τισ εξ hυμων hυστερηκεναι • και γαρ εσμεν ευηγγελισμενοι καθαπερ κακεινοι • αλλ ουκ ωφελησεν hο λογοσ τησ ακοησ εκεινουσ μη συνκεκερασμενοσ τη πιστει τοισ ακουσασιν. εισερχομεθα γαρ εισ την καταπαυσιν hοι πιστευσαντεσ, καθωσ ειρηκεν • hωσ ωμοσα εν τη οργη μου • ει εισελευσονται εισ την καταπαυσιν μου, καιτοι των εργων απο καταβολησ κοσμου γενηθεντων. ειρηκεν γαρ που περι τησ hεβδομησ hουτωσ • και κατεπαυσεν hο θεοσ εν τη hημερα τη hεβδομη απο παντων των εργων αυτου • και εν τουτω παλιν • ει εισελευσονται εισ την καταπαυσιν μου. επει ουν απολειπεται τινασ εισελθειν εισ αυτην, και hοι προτερον ευαγγελισθεντεσ ουκ εισηλθον δι απειθειαν, παλιν τινα hοριζει hημεραν, σημερον, εν δαυιδ λεγων μετα τοσουτον χρονον, καθωσ προειρηται • σημερον εαν τησ φωνησ αυτου ακουσητε, μη σκληρυνητε τασ καρδιασ hυμων. ει γαρ αυτουσ ιηhοσυα κατεπαυσεν, ουκ αν περι αλλησ ελαλει μετα ταυτα hημερασ. αρα απολειπεται σαββατισμοσ τω λαω του θεου. hο γαρ εισελθων εισ την καταπαυσιν αυτου και αυτοσ κατεπαυσεν απο των εργων αυτου, hωσπερ απο των ιδιων hο θεοσ. σπουδασωμεν ουν εισελθειν εισ εκεινην την καταπαυσιν, hινα μη εν τω αυτω τισ hυποδειγματι πεση τησ απειθειασ. ζων γαρ hο λογοσ του θεου και ενεργησ και τομωτεροσ hυπερ πασαν μαχαιραν διστομον και διικνουμενοσ αχρι μερισμου ψυχησ και πνευματοσ, hαρμων τε και μυελων, και κριτικοσ ενθυμησεων και εννοιων καρδιασ. και ουκ εστιν κτισισ αφανησ ενωπιον αυτου, παντα δε γυμνα και τετραχηλισμενα τοισ οφθαλμοισ αυτου, προσ hον hημιν hο λογοσ. εχοντεσ ουν αρχιερεα μεγαν διεληλυθοτα τουσ ουρανουσ, ιηhοσυα τον hυιον του θεου, κρατωμεν τησ hομολογιασ • ου γαρ εχομεν αρχιερεα μη δυναμενον συμπαθησαι ταισ ασθενειαισ hημων, πεπειρασμενον δε κατα παντα καθ hομοιοτητα χωρισ hαμαρτιασ. προσερχωμεθα ουν μετα παρρησιασ τω θρονω τησ χαριτοσ, hινα λαβωμεν ελεοσ και χαριν hευρωμεν εισ ευκαιρον βοηθειαν.

5

πασ γαρ αρχιερευσ εξ ανθρωπων λαμβανομενοσ hυπερ ανθρωπων καθισταται τα προσ τον θεον, hινα προσφερη δωρα τε και θυσιασ hυπερ hαμαρτιων, μετριοπαθειν δυναμενοσ τοισ αγνοουσιν και πλανωμενοισ, επει και αυτοσ περικειται ασθενειαν • και δι αυτην οφειλει, καθωσ περι του λαου, hουτωσ και περι hεαυτου προσφερειν περι hαμαρτιων. και ουχ hεαυτω τισ λαμβανει την τιμην • αλλα καλουμενοσ hυπο του θεου, καθωσπερ και ααρων. hουτωσ και hο χριστοσ ουχ hεαυτον εδοξασεν γενηθηναι αρχιερεα, αλλ hο λαλησασ προσ αυτον • hυιοσ μου ει συ • εγω σημερον γεγεννηκα σε • καθωσ και εν hετερω λεγει • συ hιερευσ εισ τον αιωνα κατα την ταξιν μελχισεδεκ • hοσ εν ταισ hημεραισ τησ σαρκοσ αυτου δεησεισ τε και hικετηριασ προσ τον δυναμενον σωζειν αυτον εκ θανατου μετα κραυγησ ισχυρασ και δακρυων προσενεγκασ και εισακουσθεισ απο τησ ευλαβειασ, καιπερ ων hυιοσ, εμαθεν αφ hων επαθεν την hυπακοην • και τελειωθεισ εγενετο πασιν τοισ hυπακουουσιν αυτω αιτιοσ σωτηριασ αιωνιου, προσαγορευθεισ hυπο του θεου αρχιερευσ κατα την ταξιν μελχισεδεκ, περι hου πολυσ hημιν hο λογοσ και δυσερμηνευτοσ λεγειν, επει νωθροι γεγονατε ταισ ακοαισ. και γαρ οφειλοντεσ ειναι διδασκαλοι δια τον χρονον, παλιν χρειαν εχετε του διδασκειν hυμασ τινα τα στοιχεια τησ αρχησ των λογιων του θεου, και γεγονατε χρειαν εχοντεσ γαλακτοσ και ου στερεασ τροφησ • πασ γαρ hο μετεχων γαλακτοσ απειροσ λογου δικαιοσυνησ, νηπιοσ γαρ εστιν • τελειων δε εστιν hη στερεα τροφη, των δια την hεξιν τα αισθητηρια γεγυμνασμενα εχοντων προσ διακρισιν καλου τε και κακου.

6

διο αφεντεσ τον τησ αρχησ του χριστου λογον επι την τελειοτητα φερωμεθα, μη παλιν θεμελιον καταβαλλομενοι μετανοιασ απο νεκρων εργων και πιστεωσ επι θεον, βαπτισμων διδαχησ επιθεσεωσ τε χειρων, αναστασεωσ τε νεκρων και κριματοσ αιωνιου. και τουτο ποιησομεν, εανπερ επιτρεπη hο θεοσ. αδυνατον γαρ τουσ hαπαξ φωτισθεντασ γευσαμενουσ τε τησ δωρεασ τησ επουρανιου και μετοχουσ γενηθεντασ πνευματοσ hαγιου και καλον γευσαμενουσ θεου ρημα δυναμεισ τε μελλοντοσ αιωνοσ, και παραπεσοντασ, παλιν ανακαινιζειν εισ μετανοιαν, ανασταυρουντασ hεαυτοισ τον hυιον του θεου και παραδειγματιζοντασ. γη γαρ hη πιουσα τον επ αυτησ πολλακισ ερχομενον hυετον και τικτουσα βοτανην ευθετον εκεινοισ δι hουσ και γεωργειται, μεταλαμβανει ευλογιασ απο του θεου • εκφερουσα δε ακανθασ και τριβολουσ, αδοκιμοσ και καταρασ εγγυσ, hησ το τελοσ εισ καυσιν. πεπεισμεθα δε περι hυμων, αγαπητοι, τα κρεισσονα και εχομενα σωτηριασ, ει και hουτωσ λαλουμεν. ου γαρ αδικοσ hο θεοσ επιλαθεσθαι του εργου hυμων και τησ αγαπησ hησ ενεδειξασθε εισ το ονομα αυτου, διακονησαντεσ τοισ hαγιοισ και διακονουντεσ. επιθυμουμεν δε hεκαστον hυμων την αυτην ενδεικνυσθαι σπουδην προσ την πληροφοριαν τησ ελπιδοσ αχρι τελουσ • hινα μη νωθροι γενησθε, μιμηται δε των δια πιστεωσ και μακροθυμιασ κληρονομουντων τασ επαγγελιασ. τω γαρ αβραhαμ επαγγειλαμενοσ hο θεοσ, επει κατ hουδενοσ ειχεν μειζονοσ ομοσαι, ωμοσεν καθ hεαυτου, λεγων • ει μην ευλογων ευλογησω σε και πληθυνων πληθυνω σε. και hουτωσ μακροθυμησασ επετυχεν τησ επαγγελιασ. ανθρωποι μεν γαρ κατα του μειζονοσ ομνυουσιν, και πασησ αυτοισ αντιλογιασ περασ εισ βεβαιωσιν hο hορκοσ. εν hω περισσοτερον βουλομενοσ hο θεοσ επιδειξαι τοισ κληρονομοισ τησ επαγγελιασ το αμεταθετον τησ βουλησ αυτου εμεσιτευσεν hορκω, hινα δια δυο πραγματων αμεταθετων, εν hοισ αδυνατον ψευσασθαι τον θεον, ισχυραν παρακλησιν εχωμεν hοι καταφυγοντεσ κρατησαι τησ προκειμενησ ελπιδοσ, hην hωσ αγκυραν εχομεν τησ ψυχησ ασφαλη τε και βεβαιαν και εισερχομενην εισ το εσωτερον του καταπετασματοσ, hοπου προδρομοσ hυπερ hημων εισηλθεν ιηhοσυα, κατα την ταξιν μελχισεδεκ αρχιερευσ γενομενοσ εισ τον αιωνα.

7

hουτοσ γαρ hο μελχισεδεκ, βασιλευσ σαλημ, hιερευσ του θεου του hυψιστου, hο συναντησασ αβραhαμ hυποστρεφοντι απο τησ κοπησ των βασιλεων και ευλογησασ αυτον, hω και δεκατην απο παντων εμερισεν αβραhαμ, πρωτον μεν hερμηνευομενοσ βασιλευσ δικαιοσυνησ, επειτα δε και βασιλευσ σαλημ, hο εστιν βασιλευσ ειρηνησ • απατωρ, αμητωρ, αγενεαλογητοσ, μητε αρχην hημερων μητε ζωησ τελοσ εχων, αφωμοιωμενοσ δε τω hυιω του θεου, μενει hιερευσ εισ το διηνεκεσ. θεωρειτε δε πηλικοσ hουτοσ, hω και δεκατην αβραhαμ εδωκεν εκ των ακροθινιων hο πατριαρχησ. και hοι μεν εκ των hυιων λευι την hιερατειαν λαμβανοντεσ εντολην εχουσιν αποδεκατουν τον λαον κατα τον νομον, τουτ εστιν τουσ αδελφουσ αυτων, καιπερ εξεληλυθοτασ εκ τησ οσφυοσ αβραhαμ • hο δε μη γενεαλογουμενοσ εξ αυτων δεδεκατωκεν τον αβραhαμ και τον εχοντα τασ επαγγελιασ ευλογηκεν. χωρισ δε πασησ αντιλογιασ το ελαττον hυπο του κρειττονοσ ευλογειται. και hωδε μεν δεκατασ αποθνησκοντεσ ανθρωποι λαμβανουσιν, εκει δε μαρτυρουμενοσ hοτι ζη • και hωσ εποσ ειπειν, δια αβραhαμ και λευι hο δεκατασ λαμβανων δεδεκατωται, ετι γαρ εν τη οσφυι του πατροσ ην hοτε συνηντησεν αυτω hο μελχισεδεκ. ει μεν ουν τελειωσισ δια τησ λευιτικησ hιερωσυνησ ην, (hο λαοσ γαρ επ αυτησ νενομοθετηται), τισ ετι χρεια κατα την ταξιν μελχισεδεκ hετερον ανιστασθαι hιερεα και ου κατα την ταξιν ααρων λεγεσθαι; μετατιθεμενησ γαρ τησ hιερωσυνησ εξ αναγκησ και νομου μεταθεσισ γινεται. εφ hον γαρ λεγεται ταυτα, φυλησ hετερασ μετεσχηκεν, αφ hησ ουδεισ προσεσχηκεν τω θυσιαστηριω • προδηλον γαρ hοτι εξ ιηhυδα ανατεταλκεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων, εισ hην φυλην περι hιερεων ουδεν μωυσησ ελαλησεν. και περισσοτερον ετι καταδηλον εστιν, ει κατα την hομοιοτητα μελχισεδεκ ανισταται hιερευσ hετεροσ, hοσ ου κατα νομον εντολησ σαρκινησ γεγονεν αλλα κατα δυναμιν ζωησ ακαταλυτου. μαρτυρειται γαρ hοτι συ hιερευσ εισ τον αιωνα κατα την ταξιν μελχισεδεκ. αθετησισ μεν γαρ γινεται προαγουσησ εντολησ δια το αυτησ ασθενεσ και ανωφελεσ, (ουδεν γαρ ετελειωσεν hο νομοσ), επεισαγωγη δε κρειττονοσ ελπιδοσ, δι hησ εγγιζομεν τω θεω. και καθ hοσον ου χωρισ hορκωμοσιασ, (hοι μεν γαρ χωρισ hορκωμοσιασ εισιν hιερεισ γεγονοτεσ, hο δε μετα hορκωμοσιασ δια του λεγοντοσ προσ αυτον • ωμοσεν κυριοσ, και ου μεταμεληθησεται • συ hιερευσ εισ τον αιωνα [κατα την ταξιν μελχισεδεκ]), κατα τοσουτο κρειττονοσ διαθηκησ γεγονεν εγγυοσ ιηhοσυα. και hοι μεν πλειονεσ εισιν γεγονοτεσ hιερεισ δια το θανατω κωλυεσθαι παραμενειν • hο δε δια το μενειν αυτον εισ τον αιωνα απαραβατον εχει την hιερωσυνην. hοθεν και σωζειν εισ το παντελεσ δυναται τουσ προσερχομενουσ δι αυτου τω θεω, παντοτε ζων εισ το εντυγχανειν hυπερ αυτων. τοιουτοσ γαρ hημιν επρεπεν αρχιερευσ, hοσιοσ, ακακοσ, αμιαντοσ, κεχωρισμενοσ απο των hαμαρτωλων, και hυψηλοτεροσ των ουρανων γενομενοσ, hοσ ουκ εχει καθ hημεραν αναγκην, hωσπερ hοι αρχιερεισ, προτερον hυπερ των ιδιων hαμαρτιων θυσιασ αναφερειν, επειτα των του λαου • τουτο γαρ εποιησεν εφαπαξ hεαυτον ανενεγκασ. hο νομοσ γαρ ανθρωπουσ καθιστησιν αρχιερεισ εχοντασ ασθενειαν, hο λογοσ δε τησ hορκωμοσιασ τησ μετα τον νομον hυιον εισ τον αιωνα τετελειωμενον.

8

κεφαλαιον δε επι τοισ λεγομενοισ, τοιουτον εχομεν αρχιερεα hοσ εκαθισεν εν δεξια του θρονου τησ μεγαλωσυνησ εν τοισ ουρανοισ, των hαγιων λειτουργοσ και τησ σκηνησ τησ αληθινησ, hην επηξεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ουκ ανθρωποσ. πασ γαρ αρχιερευσ εισ το προσφερειν δωρα τε και θυσιασ καθισταται • hοθεν αναγκαιον εχειν τι και τουτον hο προσενεγκη. ει μεν ουν ην επι γησ, ουδ αν ην hιερευσ, οντων των προσφεροντων κατα τον νομον τα δωρα, hοιτινεσ hυποδειγματι και σκια λατρευουσιν των επουρανιων • καθωσ κεχρηματισται μωυσησ μελλων επιτελειν την σκηνην • hορα γαρ φησιν ποιησεισ παντα κατα τον τυπον τον δειχθεντα σοι εν τω ορει. νυνι δε διαφορωτερασ τετυχεν λειτουργιασ, hοσω και κρειττονοσ εστιν διαθηκησ μεσιτησ, hητισ επι κρειττοσιν επαγγελιαισ νενομοθετηται • ει γαρ hη πρωτη εκεινη ην αμεμπτοσ, ουκ αν δευτερασ εζητειτο τοποσ • μεμφομενοσ γαρ αυτοισ λεγει • ιδου hημεραι ερχονται, λεγει κυριοσ, και συντελεσω επι τον οικον ισραηλ και επι τον οικον ιηhυδα διαθηκην καινην, ου κατα την διαθηκην hην εποιησα τοισ πατρασιν αυτων εν hημερα επιλαβομενου μου τησ χειροσ αυτων εξαγαγειν αυτουσ εκ γησ αιγυπτου • hοτι αυτοι ουκ ενεμειναν εν τη διαθηκη μου, καγω ημελησα αυτων, λεγει κυριοσ. hοτι hαυτη hη διαθηκη hην διαθησομαι τω οικω ισραηλ μετα τασ hημερασ εκεινασ, λεγει κυριοσ • διδουσ νομουσ μου εισ την διανοιαν αυτων, και επι καρδιασ αυτων επιγραψω αυτουσ, και εσομαι αυτοισ εισ θεον και αυτοι εσονται μοι εισ λαον, και ου μη διδαξωσιν hεκαστοσ τον πολιτην αυτου και hεκαστοσ τον αδελφον αυτου λεγων γνωθι τον κυριον • hοτι παντεσ ειδησουσιν με απο μικρου hεωσ μεγαλου αυτων • hοτι hιλεωσ εσομαι ταισ αδικιαισ αυτων, και των hαμαρτιων αυτων και των ανομιων αυτων ου μη μνησθω ετι. εν τω λεγειν καινην, πεπαλαιωκεν την πρωτην • το δε παλαιουμενον και γηρασκον εγγυσ αφανισμου.

9

ειχεν μεν ουν και hη πρωτη δικαιωματα λατρειασ το τε hαγιον κοσμικον. σκηνη γαρ κατεσκευασθη hη πρωτη, εν hη hη τε λυχνια και hη τραπεζα και hη προθεσισ των αρτων, hητισ λεγεται hαγια • μετα δε το δευτερον καταπετασμα σκηνη hη λογομενη hαγια hαγιων, χρυσουν εχουσα θυμιατηριον και την κιβωτον τησ διαθηκησ περικεκαλυμμενην παντοθεν χρυσιω, εν hη σταμνοσ χρυση εχουσα το μαννα και hη ραβδοσ ααρων hη βλαστησασα και hαι πλακεσ τησ διαθηκησ • hυπερανω δε αυτησ χερουβιμ δοξησ κατασκιαζοντα το hιλαστηριον • περι hων ουκ εστιν νυν λεγειν κατα μεροσ. τουτων δε hουτωσ κατεσκευασμενων εισ μεν την πρωτην σκηνην δια παντοσ εισιασιν hοι hιερεισ τασ λατρειασ επι¬τελουντεσ • εισ δε την δευτεραν hαπαξ του ενιαυτου μονοσ hο αρχιερευσ, ου χωρισ hαιματοσ hο προσφερει hυπερ hεαυτου και των του λαου αγνοηματων, τουτο δηλουντοσ του πνευματοσ του hαγιου • μηπω πεφανερωσθαι την των hαγιων hοδον ετι τησ πρωτησ σκηνησ εχουσησ στασιν, hητισ παραβολη εισ τον καιρον τον ενεστηκοτα, καθ hον δωρα τε και θυσιαι προσφερονται μη δυναμεναι κατα συνειδησιν τελειωσαι τον λατρευοντα, μονον επι βρωμασιν και πομασιν και διαφοροισ βαπτισμοισ, δικαιωματα σαρκοσ μεχρι καιρου διορθωσεωσ επικειμενα. χριστοσ δε παραγενομενοσ αρχιερευσ των μελλοντων αγαθων, δια τησ μειζονοσ και τελειοτερασ σκηνησ ου χειροποιητου, τουτ εστιν ου ταυτησ τησ κτισεωσ, ουδε δι hαιματοσ τραγων και μοσχων, δια δε του ιδιου hαιματοσ, εισηλθεν εφαπαξ εισ τα hαγια, αιωνιαν λυτρωσιν hευραμενοσ. ει γαρ το hαιμα τραγων και ταυρων, — και σποδοσ δαμαλεωσ ραντιζουσα τουσ κεκοινωμενουσ, — hαγιαζει προσ την τησ σαρκοσ καθαροτητα, ποσω μαλλον το hαιμα του χριστου, hοσ δια πνευματοσ αιωνιου hεαυτον προσηνεγκεν αμωμον τω θεω, καθαριει την συνειδησιν hυμων απο νεκρων εργων εισ το λατρευειν θεω ζωντι. και δια τουτο διαθηκησ καινησ μεσιτησ εστιν, hοπωσ θανατου γενομενου εισ απολυτρωσιν των επι τη πρωτη διαθηκη παραβασεων την επαγγελιαν λαβωσιν hοι κεκλημενοι τησ αιωνιου κληρονομιασ. (hοπου γαρ διαθηκη, θανατον αναγκη φερεσθαι του διαθεμενου • διαθηκη γαρ επι νεκροισ βεβαια, επει μηποτε ισχυει hοτε ζη hο διαθεμενοσ). hοθεν ουδε hη πρωτη χωρισ hαιματοσ εγκεκαινισται. λαληθεισησ γαρ πασησ εντολησ κατα τον νομον hυπο μωυσεωσ παντι τω λαω, λαβων το hαιμα των μοσχων και των τραγων μετα hυδατοσ και εριου κοκκινου και hυσσωπου, αυτο τε το βιβλιον και παντα τον λαον ερραντισεν λεγων • τουτο το hαιμα τησ διαθηκησ hησ ενετειλατο προσ hυμασ hο θεοσ. και την σκηνην δε και παντα τα σκευη τησ λειτουργιασ τω hαιματι hομοιωσ ερραντισεν. και σχεδον εν hαιματι παντα καθαριζεται κατα τον νομον, και χωρισ hαιματεκχυσιασ ου γινεται αφεσισ. αναγκη ουν τα μεν hυποδειγματα των εν τοισ ουρανοισ τουτοισ καθαριζεσθαι, αυτα δε τα επουρανια κρειττοσιν θυσιαισ παρα ταυτασ. ου γαρ εισ χειροποιητα hαγια εισηλθεν hο χριστοσ, αντιτυπα των αληθινων, αλλ εισ αυτον τον ουρανον, νυν εμφανισθηναι τω προσωπω του θεου hυπερ hημων, — ουδ hινα πολλακισ προσφερη hεαυτον, hωσπερ hο αρχιερευσ εισερχεται εισ τα hαγια κατ ενιαυτον εν hαιματι αλλοτριω, (επει εδει αυτον πολλακισ παθειν απο καταβολησ κοσμου) • νυνι δε hαπαξ επι συντελεια των αιωνων εισ αθετησιν hαμαρτιασ δια τησ θυσιασ αυτου πεφανερωται. και καθ hοσον αποκειται τοισ ανθρωποισ hαπαξ αποθανειν, — μετα δε τουτο κρισισ, hουτωσ και hο χριστοσ, hαπαξ προσενεχθεισ εισ το πολλων ανενεγκειν hαμαρτιασ, εκ δευτερου χωρισ hαμαρτιασ οφθησεται τοισ αυτον απεκδεχομενοισ εισ σωτηριαν.

10

σκιαν γαρ εχων hο νομοσ των μελλοντων αγαθων, ουκ αυτην την εικονα των πραγματων, κατ ενιαυτον ταισ αυταισ θυσιαισ hασ προσφερουσιν εισ το διηνεκεσ ουδεποτε δυναται τουσ προσερχομενουσ τελειωσαι. επει ουκ αν επαυσαντο προσφερομεναι δια το μηδεμιαν εχειν ετι συνειδησιν hαμαρτιων τουσ λατρευοντασ hαπαξ κεκαθαρισμενουσ; αλλ εν αυταισ αναμνησισ hαμαρτιων κατ ενιαυτον. αδυνατον γαρ hαιμα ταυρων και τραγων αφαιρειν hαμαρτιασ. διο εισερχομενοσ εισ τον κοσμον λεγει • θυσιαν και προσφοραν ουκ ηθελησασ, σωμα δε κατηρτισω μοι. hολοκαυτωματα και περι hαμαρτιασ ουκ ευδοκησασ • τοτε ειπον • ιδου hηκω, εν κεφαλιδι βιβλιου γεγραπται περι εμου, του ποιησαι hο θεοσ το θελημα σου. ανωτερον λεγων hοτι θυσιασ και προσφορασ και hολοκαυτωματα και περι hαμαρτιασ ουκ ηθελησασ ουδε ευδοκησασ, hαιτινεσ κατα τον νομον προσφερονται, — τοτε ειρηκεν • ιδου hηκω του ποιησαι το θελημα σου. αναιρει το πρωτον hινα το δευτερον στηση. εν hω θεληματι hηγιασμενοι εσμεν δια τησ προσφορασ του σωματοσ ιηhοσυα χριστου εφαπαξ. — και πασ μεν hιερευσ hεστηκεν καθ hημεραν λειτουργων και τασ αυτασ πολλακισ προσφερων θυσιασ, hαιτινεσ ουδεποτε δυνανται περιελειν hαμαρτιασ • hουτοσ δε μιαν hυπερ hαμαρτιων προσενεγκασ θυσιαν εισ το διηνεκεσ εκαθισεν εν δεξια του θεου, το λοιπον εκδεχομενοσ hεωσ τεθωσιν hοι εχθροι αυτου hυποποδιον των ποδων αυτου. μια γαρ προσφορα τετελειωκεν εισ το διηνεκεσ τουσ hαγιαζομενουσ. μαρτυρει δε hημιν και το πνευμα το hαγιον • μετα γαρ το ειρηκεναι • hαυτη hη διαθηκη hην διαθησομαι προσ αυτουσ μετα τασ hημερασ εκεινασ, λεγει κυριοσ • διδουσ νομουσ μου επι καρδιασ αυτων, και επι των διανοιων αυτων επιγραψω αυτουσ, και των hαμαρτιων αυτων και των ανομιων αυτων ου μη μνησθησομαι ετι. hοπου δε αφεσισ τουτων, ουκετι προσφορα περι hαμαρτιασ. εχοντεσ ουν, αδελφοι, παρρησιαν εισ την εισοδον των hαγιων εν τω hαιματι ιηhοσυα, hην ενεκαινισεν hημιν hοδον προσφατον και ζωσαν δια του καταπετασματοσ, τουτ εστιν τησ σαρκοσ αυτου, και hιερεα μεγαν επι τον οικον του θεου, προσερχωμεθα μετα αληθινησ καρδιασ εν πληροφορια πιστεωσ ρεραντισμενοι τασ καρδιασ απο συνειδησεωσ πονηρασ και λελουμενοι το σωμα hυδατι καθαρω. κατεχωμεν την hομολογιαν τησ ελπιδοσ ακλινη, πιστοσ γαρ hο επαγγειλαμενοσ • και κατανοωμεν αλληλουσ εισ παροξυσμον αγαπησ και καλων εργων, μη εγκαταλειποντεσ την επισυναγωγην hεαυτων, καθωσ εθοσ τισιν, αλλα παρακαλουντεσ, και τοσουτω μαλλον hοσω βλεπετε εγγιζουσαν την hημεραν. hεκουσιωσ γαρ hαμαρτανοντων hημων μετα το λαβειν την επιγνωσιν τησ αληθειασ, ουκετι περι hαμαρτιων απολειπεται θυσια, φοβερα δε τισ εκδοχη κρισεωσ και πυροσ ζηλοσ εσθιειν μελλοντοσ τουσ hυπεναντιουσ. αθετησασ τισ νομον μωυσεωσ χωρισ οικτιρμων επι δυσιν η τρισιν μαρτυσιν αποθνησκει • ποσω δοκειτε χειρονοσ αξιωθησεται τιμωριασ hο τον hυιον του θεου καταπατησασ και το hαιμα τησ διαθηκησ κοινον hηγησαμενοσ, εν hω hηγιασθη, και το πνευμα τησ χαριτοσ ενυβρισασ; οιδαμεν γαρ τον ειποντα • εμοι εκδικησισ • εγω ανταποδωσω, λεγει κυριοσ • και παλιν • κρινει κυριοσ τον λαον αυτου. φοβερον το εμπεσειν εισ χειρασ θεου ζωντοσ. αναμιμνησκεσθε δε τασ προτερον hημερασ, εν hαισ φωτισθεντεσ πολλην αθλησιν hυπεμεινατε παθηματων, τουτο μεν ονειδισμοισ τε και θλιψεσιν θεατριζομενοι, τουτο δε κοινωνοι των hουτωσ αναστρεφομενων γενηθεντεσ. και γαρ τοισ δεσμιοισ συνεπαθησατε, και την hαρπαγην των hυπαρχοντων hυμων μετα χαρασ προσεδεξασθε, γινωσκοντεσ εχειν hεαυτοισ κρειττονα hυπαρξιν και μενουσαν. μη αποβαλητε ουν την παρρησιαν hυμων, hητισ εχει μεγαλην μισθαποδοσιαν. hυπομονησ γαρ εχετε χρειαν hινα το θελημα του θεου ποιησαντεσ κομισησθε την επαγγελιαν. ετι γαρ μικρον hοσον hοσον, hο ερχομενοσ hηξει και ου χρονιει • hο δε δικαιοσ εκ πιστεωσ ζησεται • και εαν hυποστειληται, ουκ ευδοκει hη ψυχη μου εν αυτω. hημεισ δε ουκ εσμεν hυποστολησ εισ απωλειαν, αλλα πιστεωσ εισ περιποιησιν ψυχησ.

11

εστιν δε πιστισ ελπιζομενων hυποστασισ, πραγματων ελεγχοσ ου βλεπομενων. εν ταυτη γαρ εμαρτυρηθησαν hοι πρεσβυτεροι. πιστει νοουμεν κατηρτισθαι τουσ αιωνασ ρηματι θεου, εισ το μη εκ φαινομενων το βλεπομενον γεγονεναι. πιστει πλειονα θυσιαν hαβελ παρα καιν προσηνεγκεν τω θεω, δι hησ εμαρτυρηθη ειναι δικαιοσ, μαρτυρουντοσ επι τοισ δωροισ αυτου του θεου • και δι αυτησ αποθανων ετι λαλει. πιστει hενωχ μετετεθη του μη ιδειν θανατον • και ουχ hηυρισκετο διοτι μετεθηκεν αυτον hο θεοσ • προ γαρ τησ μεταθεσεωσ μεμαρτυρηται ευαρεστηκεναι τω θεω. χωρισ δε πιστεωσ αδυνατον ευαρεστησαι • πιστευσαι γαρ δει τον προσερχομενον τω θεω hοτι εστιν και τοισ εκζητουσιν αυτον μισθαποδοτησ γινεται. πιστει χρηματισθεισ νωε περι των μηδεπω βλεπομενων, ευλαβηθεισ κατεσκευασεν κιβωτον εισ σωτηριαν του οικου αυτου • δι hησ κατεκρινεν τον κοσμον και τησ κατα πιστιν δικαιοσυνησ εγενετο κληρονομοσ. πιστει καλουμενοσ αβραhαμ hυπηκουσεν εξελθειν εισ τοπον hον ημελλεν λαμβανειν εισ κληρονομιαν • και εξηλθεν μη επισταμενοσ που ερχεται. πιστει παρωκησεν εισ την γην τησ επαγγελιασ hωσ αλλοτριαν, εν σκηναισ κατοικησασ μετα ισαακ και ιακωβ των συγκληρονομων τησ επαγγελιασ τησ αυτησ • εξεδεχετο γαρ την τουσ θεμελιουσ εχουσαν πολιν, hησ τεχνιτησ και δημιουργοσ hο θεοσ. πιστει και αυτη σαρρα δυναμιν εισ καταβολην σπερματοσ ελαβεν και παρα καιρον hηλικιασ, επει πιστον hηγησατο τον επαγγειλαμενον • διο και αφ hενοσ εγεννηθησαν, και ταυτα νενεκρωμενου, καθωσ τα αστρα του ουρανου τω πληθει και hωσ hη αμμοσ hη παρα το χειλοσ τησ θαλασσησ hη αναριθμητοσ. κατα πιστιν απεθανον hουτοι παντεσ, μη λαβοντεσ τασ επαγγελιασ, αλλα πορρωθεν αυτασ ιδοντεσ και ασπασαμενοι, και hομολογησαντεσ hοτι ξενοι και παρεπιδημοι εισιν επι τησ γησ. hοι γαρ τοιαυτα λεγοντεσ εμφανιζουσιν hοτι πατριδα επιζητουσιν • και ει μεν εκεινησ εμνημονευον αφ hησ εξεβησαν, ειχον αν καιρον ανακαμψαι • νυν δε κρειττονοσ ορεγονται, τουτ εστιν επουρανιου • διο ουκ επαισχυνεται αυτουσ hο θεοσ θεοσ επικαλεισθαι αυτων, hητοιμασεν γαρ αυτοισ πολιν. πιστει προσενηνοχεν αβραhαμ τον ισαακ πειραζομενοσ • και τον μονογενη προσεφερεν hο τασ επαγγελιασ αναδεξαμενοσ, προσ hον ελαληθη hοτι εν ισαακ κληθησεται σοι σπερμα, λογισαμενοσ hοτι και εκ νεκρων εγειρειν δυνατοσ hο θεοσ, hοθεν αυτον και εν παραβολη εκομισατο. πιστει περι μελλοντων ευλογησεν ισαακ τον ιακωβ και τον ησαυ. πιστει ιακωβ αποθνησκων hεκαστον των hυιων ιωσηφ ευλογησεν και προσεκυνησεν επι το ακρον τησ ραβδου αυτου. πιστει ιωσηφ τελευτων περι τησ εξοδου των hυιων ισραηλ εμνημονευσεν και περι των οστεων αυτου ενετειλατο. πιστει μωυσησ γεννηθεισ εκρυβη τριμηνον hυπο των πατερων αυτου, διοτι ειδον αστειον το παιδιον, και ουκ εφοβηθησαν το διαταγμα του βασιλεωσ. πιστει μωυσησ μεγασ γενομενοσ ηρνησατο λεγεσθαι hυιοσ θυγατροσ φαραω, μαλλον hελομενοσ συγκακουχεισθαι τω λαω του θεου η προσκαιρον εχειν hαμαρτιασ απολαυσιν, μειζονα πλουτον hηγησαμενοσ των αιγυπτου θησαυρων τον ονειδισμον του χριστου • απεβλεπεν γαρ εισ την μισθαποδοσιαν. πιστει κατελιπεν αιγυπτον, μη φοβηθεισ τον θυμον του βασιλεωσ, τον γαρ αορατον hωσ hορων εκαρτερησεν. πιστει πεποιηκεν το πασχα και την προσχυσιν του hαιματοσ, hινα μη hο ολοθρευων τα πρωτοτοκα θιγη αυτων. πιστει διεβησαν την ερυθραν θαλασσαν hωσ δια ξηρασ γησ, hησ πειραν λαβοντεσ hοι αιγυπτιοι κατεποθησαν. πιστει τα τειχη hιεριχω επεσεν κυκλωθεντα επι hεπτα hημερασ. πιστει ρααβ hη πορνη ου συναπωλετο τοισ απειθησασιν, δεξαμενη τουσ κατασκοπουσ μετ ειρηνησ. και τι ετι λεγω; επιλειψει με γαρ διηγουμενον hο χρονοσ περι γεδεων, βαρακ τε και σαμψων και ιεφθαε, δαυιδ τε και σαμουαλ και των προφητων, hοι δια πιστεωσ κατηγωνισαντο βασιλειασ, ειργασαντο δικαιοσυνην, επετυχον επαγγελιων, εφραξαν στοματα λεοντων, εσβεσαν δυναμιν πυροσ, εφυγον στοματα μαχαιρησ, ενεδυναμωθησαν απο ασθενειασ, εγενηθησαν ισχυροι εν πολεμω, παρεμβολασ εκλιναν αλλοτριων. ελαβον γυναικεσ εξ αναστασεωσ τουσ νεκρουσ αυτων • αλλοι δε ετυμπανισθησαν, ου προσδεξαμενοι την απολυτρωσιν, hινα κρειττονοσ αναστασεωσ τυχωσιν • hετεροι δε εμπαιγμων και μαστιγων πειραν ελαβον, ετι δε δεσμων και φυλακησ • ελιθασθησαν, επρισθησαν, επειρασθησαν • εν φονω μαχαιρησ απεθανον • περιηλθον εν μηλωταισ, εν αιγειοισ δερμασιν, hυστερουμενοι, θλιβομενοι, κακουχουμενοι, (hων ουκ ην αξιοσ hο κοσμοσ), εν ερημιαισ πλανωμενοι και ορεσιν και σπηλαιοισ και ταισ οπαισ τησ γησ. και hουτοι παντεσ μαρτυρηθεντεσ δια τησ πιστεωσ ουκ εκομισαντο την επαγγελιαν, του θεου περι hημων κρειττον τι προβλεψαμενου, hινα μη χωρισ hημων τελειωθωσιν.

12

τοιγαρουν και hημεισ, τοσουτον εχοντεσ περικειμενον hημιν νεφοσ μαρτυρων, ογκον αποθεμενοι παντα και την ευπεριστατον hαμαρτιαν, δι hυπομονησ τρεχωμεν τον προκειμενον hημιν αγωνα, αφορωντεσ εισ τον τησ πιστεωσ αρχηγον και τελειωτην ιηhοσυα, hοσ αντι τησ προκειμενησ αυτω χαρασ hυπεμεινεν σταυρον αισχυνησ καταφρονησασ, εν δεξια τε του θρονου του θεου κεκαθικεν. αναλογισασθε γαρ τον τοιαυτην hυπομεμενηκοτα hυπο των hαμαρτωλων εισ hεαυτον αντιλογιαν, hινα μη καμητε ταισ ψυχαισ hυμων εκλυομενοι. ουπω μεχρισ hαιματοσ αντικατεστητε προσ την hαμαρτιαν ανταγωνιζομενοι, και εκλελησθε τησ παρακλησεωσ, hητισ hυμιν hωσ hυιοισ διαλεγεται • hυιε μου, μη ολιγωρει παιδειασ κυριου, μηδε εκλυου hυπ αυτου ελεγχομενοσ • hον γαρ αγαπα κυριοσ παιδευει, μαστιγοι δε παντα hυιον hον παραδεχεται. εισ παιδειαν hυπομενετε • hωσ hυιοισ hυμιν προσφερεται hο θεοσ, τισ γαρ εστιν hυιοσ hον ου παιδευει πατηρ; ει δε χωρισ εστε παιδειασ, hησ μετοχοι γεγονασιν παντεσ, αρα νοθοι εστε και ουχ hυιοι. ειτα τουσ μεν τησ σαρκοσ hημων πατερασ ειχομεν παιδευτασ και ενετρεπομεθα • ου πολυ μαλλον hυποταγησομεθα τω πατρι των πνευματων και ζησομεν; hοι μεν γαρ προσ ολιγασ hημερασ κατα το δοκουν αυτοισ επαιδευον • hο δε επι το συμφερον εισ το μεταλαβειν τησ hαγιοτητοσ αυτου. πασα δε παιδεια προσ μεν το παρον ου δοκει χαρασ ειναι αλλα λυπησ • hυστερον δε καρπον ειρηνικον τοισ δι αυτησ γεγυμνασμενοισ αποδιδωσιν δικαιοσυνησ. διο τασ παρειμενασ χειρασ και τα παραλελυμενα γονατα ανορθωσατε, και τροχιασ ορθασ ποιησατε τοισ ποσιν hυμων, hινα μη το χωλον εκτραπη, ιαθη δε μαλλον. ειρηνην διωκετε μετα παντων και τον hαγιασμον, hου χωρισ ουδεισ οψεται τον κυριον, επισκοπουντεσ μη τισ hυστερων απο τησ χαριτοσ του θεου • μη τισ ριζα πικριασ ανω φυουσα ενοχλη και δι αυτησ μιανθωσιν hοι πολλοι • μη τισ πορνοσ η βεβηλοσ hωσ ησαυ, hοσ αντι βρωσεωσ μιασ απεδοτο τα πρωτοτοκια αυτου • ιστε γαρ hοτι και μετεπειτα θελων κληρονομησαι την ευλογιαν απεδοκιμασθη, (μετανοιασ γαρ τοπον ουχ hευρεν), καιπερ μετα δακρυων εκζητησασ αυτην. ου γαρ προσεληλυθατε ψηλαφωμενω και κεκαυμενω πυρι και γνοφω και σκοτω και θυελλη και σαλπιγγοσ ηχω και φωνη ρηματων, hησ hοι ακουσαντεσ παρητησαντο μη προστεθηναι αυτοισ λογον • (ουκ εφερον γαρ το διαστελλομενον • καν θηριον θιγη του ορουσ, λιθοβοληθησεται • και, hουτωσ φοβερον ην το φανταζομενον, μωυσησ ειπεν • εκφοβοσ ειμι και εντρομοσ) • αλλα προσεληλυθατε σιων ορει • και πολει θεου ζωντοσ, hιερουσαλημ επουρανιω • και μυριασιν αγγελων, πανηγυρει • και εκκλησια πρωτοτοκων απογεγραμμενων εν ουρανοισ • και κριτη θεω παντων • και πνευμασι δικαιων τετελειωμενων • και διαθηκησ νεασ μεσιτη ιηhοσυα • και hαιματι ραντισμου κρειττον λαλουντι παρα τον hαβελ. βλεπετε μη παραιτησησθε τον λαλουντα • ει γαρ εκεινοι ουκ εφυγον τον επι γησ παραιτησαμενοι χρηματιζοντα, πολυ μαλλον hημεισ hοι τον απ ουρανων αποστρεφομενοι, hου hη φωνη την γην εσαλευσεν τοτε • νυν δε επηγγελται λεγων • ετι hαπαξ εγω σεισω ου μονον την γην αλλα και τον ουρανον. το δε ετι hαπαξ δηλοι την των σαλευομενων μεταθεσιν hωσ πεποιημενων, hινα μεινη τα μη σαλευομενα. διο βασιλειαν ασαλευτον παραλαμβανοντεσ εχωμεν χαριν, δι hησ λατρευωμεν ευαρεστωσ τω θεω, μετα ευλαβειασ και δεουσ. και γαρ hο θεοσ hημων πυρ καταναλισκον.

13

hη φιλαδελφια μενετω. τησ φιλοξενιασ μη επιλανθανεσθε • δια ταυτησ γαρ ελαθον τινεσ ξενισαντεσ αγγελουσ. μιμνησκεσθε των δεσμιων hωσ συνδεδεμενοι, των κακουχουμενων hωσ και αυτοι οντεσ εν σωματι. τιμιοσ hο γαμοσ εν πασιν και hη κοιτη αμιαντοσ • πορνουσ δε και μοιχουσ κρινει hο θεοσ. αφιλαργυροσ hο τροποσ, αρκουμενοι τοισ παρουσιν • αυτοσ γαρ ειρηκεν • ου μη σε ανω ουδ ου μη σε εγκαταλιπω • hωστε θαρρουντασ hημασ λεγειν • κυριοσ εμοι βοηθοσ, και ου φοβηθησομαι, τι ποιησει μοι ανθρωποσ; μνημονευετε των hηγουμενων hυμων, hοιτινεσ ελαλησαν hυμιν τον λογον του θεου, hων αναθεωρουντεσ την εκβασιν τησ αναστροφησ μιμεισθε την πιστιν. ιηhοσυα χριστοσ εχθεσ και σημερον hο αυτοσ και εισ τουσ αιωνασ. διδαχαισ ποικιλαισ και ξεναισ μη παραφερεσθε, καλον γαρ χαριτι βεβαιουσθαι την καρδιαν, ου βρωμασιν, εν hοισ ουκ ωφεληθησαν hοι περιπατησαντεσ. εχομεν θυσιαστηριον εξ hου φαγειν ουκ εχουσιν εξουσιαν hοι τη σκηνη λατρευοντεσ • hων γαρ εισφερεται ζωων το hαιμα περι hαμαρτιασ εισ τα hαγια δια του αρχιερεωσ, τουτων τα σωματα κατακαιεται εξω τησ παρεμβολησ. διο και ιηhοσυα, hινα hαγιαση δια του ιδιου hαιματοσ τον λαον, εξω τησ πυλησ επαθεν. τοινυν εξερχωμεθα προσ αυτον εξω τησ παρεμβολησ τον ονειδισμον αυτου φεροντεσ • ου γαρ εχομεν hωδε μενουσαν πολιν, αλλα την μελλουσαν επιζητουμεν. δι αυτου ουν αναφερωμεν θυσιαν αινεσεωσ δια παντοσ τω θεω, τουτ εστιν καρπον χειλεων hομολογουντων τω ονοματι αυτου. τησ δε ευποιιασ και κοινωνιασ μη επιλανθανεσθε, τοιαυταισ γαρ θυσιαισ ευαρεστειται hο θεοσ. πειθεσθε τοισ hηγουμενοισ hυμων και hυπεικετε, αυτοι γαρ αγρυπνουσιν hυπερ των ψυχων hυμων hωσ λογον αποδωσοντεσ • hινα μετα χαρασ τουτο ποιωσιν και μη στεναζοντεσ, αλυσιτελεσ γαρ hυμιν τουτο. προσευχεσθε περι hημων, πεποιθαμεν γαρ hοτι καλην συνειδησιν εχομεν, εν πασιν καλωσ θελοντεσ αναστρεφεσθαι. περισσοτερωσ δε παρακαλω τουτο ποιησαι, hινα ταχιον αποκατασταθω hυμιν. hο δε θεοσ τησ ειρηνησ, hο αναγαγων εκ νεκρων τον ποιμενα των προβατων τον μεγαν εν hαιματι διαθηκησ αιωνιου, τον κυριον hημων ιηhοσυα, καταρτισαι hυμασ εν παντι εργω αγαθω εισ το ποιησαι το θελημα αυτου, ποιων εν hημιν το ευαρεστον ενωπιον αυτου δια ιηhοσυα χριστου, hω hη δοξα εισ τουσ αιωνασ των αιωνων • αμην. παρακαλω δε hυμασ, αδελφοι, ανεχεσθε του λογου τησ παρακλησεωσ, και γαρ δια βραχεων επεστειλα hυμιν. γινωσκετε τον αδελφον hημων τιμοθεον απολελυμενον, μεθ hου εαν ταχιον ερχηται οψομαι hυμασ. ασπασασθε παντασ τουσ hηγουμενουσ hυμων και παντασ τουσ hαγιουσ. ασπαζονται hυμασ hοι απο τησ ιταλιασ. hη χαρισ μετα παντων hυμων • αμην.

ιακωβου επιστολη

1

ιακωβοσ θεου και κυριου ιηhοσυα χριστου δουλοσ ταισ δωδεκα φυλαισ ταισ εν τη διασπορα, χαιρειν. πασαν χαραν hηγησασθε, αδελφοι μου, hοταν πειρασμοισ περιπεσητε ποικιλοισ, γινωσκοντεσ hοτι το δοκιμιον hυμων τησ πιστεωσ κατεργαζεται hυπομονην. hη δε hυπομονη εργον τελειον εχετω, hινα ητε τελειοι και hολοκληροι, εν μηδενι λειπομενοι. ει δε τισ hυμων λειπεται σοφιασ, αιτειτω παρα του διδοντοσ θεου πασιν hαπλωσ και μη ονειδιζοντοσ, και δοθησεται αυτω • αιτειτω δε εν πιστει, μηδεν διακρινομενοσ • hο γαρ διακρινομενοσ εοικεν κλυδωνι θαλασσησ ανεμιζομενω και ριπιζομενω • μη γαρ οιεσθω hο ανθρωποσ εκεινοσ hοτι λημψεται τι παρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh • ανηρ διψυχοσ, ακαταστατοσ εν πασαισ ταισ hοδοισ αυτου. καυχασθω δε hο αδελφοσ hο ταπεινοσ εν τω hυψει αυτου, hο δε πλουσιοσ εν τη ταπεινωσει αυτου, hοτι hωσ ανθοσ χορτου παρελευσεται. ανετειλεν γαρ hο hηλιοσ συν τω καυσωνι και εξηρανεν τον χορτον, και το ανθοσ αυτου εξεπεσεν και hη ευπρεπεια του προσωπου αυτου απωλετο • hουτωσ και hο πλουσιοσ εν ταισ πορειαισ αυτου μαρανθησεται. μακαριοσ ανηρ hοσ hυπομενει πειρασμον • hοτι δοκιμοσ γενομενοσ λημψεται τον στεφανον τησ ζωησ, hον επηγγειλατο τοισ αγαπωσιν αυτον. μηδεισ πειραζομενοσ λεγετω hοτι απο θεου πειραζομαι • hο γαρ θεοσ απειραστοσ εστιν κακων, πειραζει δε αυτοσ ουδενα. hεκαστοσ δε πειραζεται hυπο τησ ιδιασ επιθυμιασ εξελκομενοσ και δελεαζομενοσ • ειτα hη επιθυμια συλλαβουσα τικτει hαμαρτιαν, hη δε hαμαρτια αποτελεσθεισα αποκυει θανατον. μη πλανασθε, αδελφοι μου αγαπητοι • πασα δοσισ αγαθη και παν δωρημα τελειον ανωθεν εστιν καταβαινον απο του πατροσ των φωτων, παρ hω ουκ ενι παραλλαγη η τροπησ αποσκιασμα. βουληθεισ απεκυησεν hημασ λογω αληθειασ, εισ το ειναι hημασ απαρχην τινα των αυτου κτισματων. hωστε, αδελφοι μου αγαπητοι, εστω πασ ανθρωποσ ταχυσ εισ το ακουσαι, βραδυσ εισ το λαλησαι, βραδυσ εισ οργην • οργη γαρ ανδροσ δικαιοσυνην θεου ου κατεργαζεται. διο αποθεμενοι πασαν ρυπαριαν και περισσειαν κακιασ εν πραυτητι δεξασθε τον εμφυτον λογον τον δυναμενον σωσαι τασ ψυχασ hυμων. γινεσθε δε ποιηται λογου και μη μονον ακροαται παραλογιζομενοι hεαυτουσ. hοτι ει τισ ακροατησ λογου εστιν και ου ποιητησ, hουτοσ εοικεν ανδρι κατανοουντι το προσωπον τησ γενεσεωσ αυτου εν εσοπτρω • κατενοησεν γαρ hεαυτον και απεληλυθεν και ευθεωσ επελαθετο hοποιοσ ην. hο δε παρακυψασ εισ νομον τελειον τον τησ ελευθεριασ και παραμεινασ, ουκ ακροατησ επιλησμονησ γενομενοσ αλλα ποιητησ εργου, hουτοσ μακαριοσ εν τη ποιησει αυτου εσται. ει τισ δοκει θρησκοσ ειναι, μη χαλιναγωγων γλωσσαν αυτου αλλα απατων καρδιαν αυτου, τουτου ματαιοσ hη θρησκεια. θρησκεια καθαρα και αμιαντοσ παρα θεω και πατρι hαυτη εστιν, επισκεπτεσθαι ορφανουσ και χηρασ εν τη θλιψει αυτων, ασπιλον hεαυτον τηρειν απο του κοσμου.

2

αδελφοι μου, μη εν προσωπολημψιαισ εχετε την πιστιν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου τησ δοξησ. εαν γαρ εισελθη εισ την συναγωγην hυμων ανηρ χρυσοδακτυλιοσ εν εσθητι λαμπρα, εισελθη δε και πτωχοσ εν ρυπαρα εσθητι, και επιβλεψητε επι τον φορουντα την εσθητα την λαμπραν και ειπητε συ καθου hωδε καλωσ • και τω πτωχω ειπητε συ στηθι εκει • η καθου hωδε hυπο το hυποποδιον μου • ου διεκριθητε εν hεαυτοισ και εγενεσθε κριται διαλογισμων πονηρων; ακουσατε, αδελφοι μου αγαπητοι • ουχ hο θεοσ εξελεξατο τουσ πτωχουσ τω κοσμω πλουσιουσ εν πιστει και κληρονομουσ τησ βασιλειασ hησ επηγγειλατο τοισ αγαπωσιν αυτον; hυμεισ δε ητιμασατε τον πτωχον. ουχ hοι πλουσιοι καταδυναστευουσιν hυμων, και αυτοι hελκουσιν hυμασ εισ κριτηρια; ουκ αυτοι βλασφημουσιν το καλον ονομα το επικληθεν εφ hυμασ; ει μεντοι νομον τελειτε βασιλικον κατα την γραφην • αγαπησεισ τον πλησιον σου hωσ σεαυτον, καλωσ ποιειτε • ει δε προσωπολημπτειτε, hαμαρτιαν εργαζεσθε, ελεγχομενοι hυπο του νομου hωσ παραβαται. hοστισ γαρ hολον τον νομον τηρηση, πταιση δε εν hενι, γεγονεν παντων ενοχοσ. hο γαρ ειπων • μη μοιχευσησ, ειπεν και • μη φονευσησ. ει δε ου μοιχευεισ, φονευεισ δε, γεγονασ παραβατησ νομου. hουτωσ λαλειτε και hουτωσ ποιειτε hωσ δια νομου ελευθεριασ μελλοντεσ κρινεσθαι • hη γαρ κρισισ ανελεοσ τω μη ποιησαντι ελεοσ. κατακαυχαται ελεοσ κρισεωσ. τι το οφελοσ, αδελφοι μου, εαν πιστιν λεγη τισ εχειν, εργα δε μη εχη; μη δυναται hη πιστισ σωσαι αυτον; εαν δε αδελφοσ η αδελφη γυμνοι hυπαρχωσιν και λειπομενοι τησ εφημερου τροφησ, ειπη δε τισ αυτοισ εξ hυμων • hυπαγετε εν ειρηνη, θερμαινεσθε και χορταζεσθε, — μη δωτε δε αυτοισ τα επιτηδεια του σωματοσ, τι το οφελοσ; hουτωσ και hη πιστισ, εαν μη εχη εργα, νεκρα εστιν καθ hεαυτην. αλλ ερει τισ • συ πιστιν εχεισ, καγω εργα εχω. δειξον μοι την πιστιν σου χωρισ των εργων, καγω δειξω σοι εκ των εργων μου την πιστιν μου. συ πιστευεισ hοτι hεισ εστιν hο θεοσ; καλωσ ποιεισ • και τα δαιμονια πιστευουσιν και φρισσουσιν. θελεισ δε γνωναι, ω ανθρωπε κενε, hοτι hη πιστισ χωρισ των εργων νεκρα εστιν; αβραhαμ hο πατηρ hημων ουκ εξ εργων εδικαιωθη, ανενεγκασ ισαακ τον hυιον αυτου επι το θυσιαστηριον; βλεπεισ hοτι hη πιστισ συνηργει τοισ εργοισ αυτου, και εκ των εργων hη πιστισ ετελειωθη. και επληρωθη hη γραφη hη λεγουσα • επιστευσεν δε αβραhαμ τω θεω, και ελογισθη αυτω εισ δικαιοσυνην • και φιλοσ θεου εκληθη. hορατε hοτι εξ εργων δικαιουται ανθρωποσ και ουκ εκ πιστεωσ μονον. hομοιωσ δε και ρααβ hη πορνη ουκ εξ εργων εδικαιωθη, hυποδεξαμενη τουσ αγγελουσ και hετερα hοδω εκβαλουσα; hωσπερ γαρ το σωμα χωρισ πνευματοσ νεκρον εστιν, hουτωσ και hη πιστισ χωρισ των εργων νεκρα εστιν.

3

μη πολλοι διδασκαλοι γινεσθε, αδελφοι μου, ειδοτεσ hοτι μειζον κριμα λημψομεθα • πολλα γαρ πταιομεν hαπαντεσ. ει τισ εν λογω ου πταιει, hουτοσ τελειοσ ανηρ, δυνατοσ χαλιναγωγησαι και hολον το σωμα. ιδε των hιππων τουσ χαλινουσ εισ τα στοματατ βαλλομεν εισ το πειθεσθαι αυτουσ hημιν, και hολον το σωμα αυτων μεταγομεν. ιδου και τα πλοια, τηλικαυτα οντα και hυπο ανεμων σκληρων ελαυνομενα, μεταγεται hυπο ελαχιστου πηδαλιου hοπου αν hη hορμη του ευθυνοντοσ βουληται. hουτωσ και hη γλωσσα μικρον μελοσ εστιν και μεγαλα αυχει. ιδου ολιγον πυρ hηλικην hυλην αναπτει. και hη γλωσσα πυρ. hο κοσμοσ τησ αδικιασ hη γλωσσα καθισταται εν τοισ μελεσιν hημων • hη σπιλουσα hολον το σωμα και φλογιζουσα τον τροχον τησ γενεσεωσ και φλογιζομενη hυπο τησ γεεννησ. πασα γαρ φυσισ θηριων τε και πετεινων, hερπετων τε και εναλιων, δαμαζεται και δεδαμασται τη φυσει τη ανθρωπινη • την δε γλωσσαν ουδεισ δυναται ανθρωπων δαμασαι • ακαταστατον κακον, μεστη ιου θανατηφορου. εν αυτη ευλογουμεν τον κυριον και πατερα, και εν αυτη καταρωμεθα τουσ ανθρωπουσ τουσ καθ hομοιωσιν θεου γεγονοτασ • εκ του αυτου στοματοσ εξερχεται ευλογια και καταρα. ου χρη, αδελφοι μου, ταυτα hουτωσ γινεσθαι. μητι hη πηγη εκ τησ αυτησ οπησ βρυει το γλυκυ και το πικρον; μη δυναται, αδελφοι μου, συκη ελαιασ ποιησαι η αμπελοσ συκα; ουτε hαλυκον γλυκυ ποιησαι hυδωρ. τισ σοφοσ και επιστημων εν hυμιν; δειξατω εκ τησ καλησ αναστροφησ τα εργα αυτου εν πραυτητι σοφιασ. ει δε ζηλον πικρον εχετε και εριθειαν εν τη καρδια hυμων, μη κατακαυχασθε και ψευδεσθε κατα τησ αληθειασ. ουκ εστιν hαυτη hη σοφια ανωθεν κατερχομενη, αλλ επιγειοσ, ψυχικη, δαιμονιωδησ. hοπου γαρ ζηλοσ και εριθεια, εκει ακαταστασια και παν φαυλον πραγμα. hη δε ανωθεν σοφια πρωτον μεν hαγνη εστιν, επειτα ειρηνικη, επιεικησ, ευπειθησ, μεστη ελεουσ και καρπων αγαθων, αδιακριτοσ, ανυποκριτοσ. καρποσ δε δικαιοσυνησ εν ειρηνη σπειρεται τοισ ποιουσιν ειρηνην.

4

ποθεν πολεμοι και ποθεν μαχαι εν hυμιν; ουκ εντευθεν, εκ των hηδονων hυμων των στρατευομενων εν τοισ μελεσιν hυμων; επιθυμειτε, και ουκ εχετε • φονευετε και ζηλουτε, και ου δυνασθε επιτυχειν • μαχεσθε και πολεμειτε • ουκ εχετε δια το μη αιτεισθαι hυμασ • αιτειτε και ου λαμβανετε, διοτι κακωσ αιτεισθε, hινα εν ταισ hηδοναισ hυμων δαπανησητε. μοιχαλιδεσ, ουκ οιδατε hοτι hη φιλια του κοσμου εχθρα του θεου εστιν; hοσ αν ουν βουληθη φιλοσ ειναι του κοσμου, εχθροσ του θεου καθισταται. η δοκειτε hοτι κενωσ hη γραφη λεγει; προσ φθονον επιποθει το πνευμα hο κατωκισεν εν hημιν; μειζονα δε διδωσιν χαριν. διο λεγει • hο θεοσ hυπερηφανοισ αντιτασσεται, ταπεινοισ δε διδωσιν χαριν. hυποταγητε ουν τω θεω. αντιστητε τω διαβολω, και φευξεται αφ hυμων. εγγισατε τω θεω, και εγγιει hυμιν. καθαρισατε χειρασ, hαμαρτωλοι, και hαγνισατε καρδιασ, διψυχοι. ταλαιπωρησατε και πενθησατε και κλαυσατε. hο γελωσ hυμων εισ πενθοσ μετατραπητω και hη χαρα εισ κατηφειαν. ταπεινωθητε ενωπιον κυριου, και hυψωσει hυμασ. μη καταλαλειτε αλληλων, αδελφοι. hο καταλαλων αδελφου η κρινων τον αδελφον αυτου καταλαλει νομου και κρινει νομον. ει δε νομον κρινεισ, ουκ ει ποιητησ νομου αλλα κριτησ. hεισ εστιν hο νομοθετησ και κριτησ, hο δυναμενοσ σωσαι και απολεσαι • συ δε τισ ει, hο κρινων τον πλησιον; αγε νυν hοι λεγοντεσ • σημερον η αυριον πορευσομεθα εισ τηνδε την πολιν και ποιησομεν εκει ενιαυτον και εμπορευσομεθα και κερδησομεν, hοιτινεσ ουκ επιστασθε το τησ αυριον • (ποια γαρ hη ζωη hυμων; ατμισ γαρ εστιν hη προσ ολιγον φαινομενη, επειτα και αφανιζομενη) • αντι του λεγειν hυμασ • εαν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh θεληση και ζησωμεν, και ποιησομεν τουτο η εκεινο. νυν δε καυχασθε εν ταισ αλαζονειαισ hυμων. πασα καυχησισ τοιαυτη πονηρα εστιν. ειδοτι ουν καλον ποιειν και μη ποιουντι, hαμαρτια αυτω εστιν.

5

αγε νυν hοι πλουσιοι • κλαυσατε ολολυζοντεσ επι ταισ ταλαιπωριαισ hυμων ταισ επερχομεναισ. hο πλουτοσ hυμων σεσηπεν, και τα hιματια hυμων σητοβρωτα γεγονεν • hο χρυσοσ hυμων και hο αργυροσ κατιωται και hο ιοσ αυτων εισ μαρτυριον hυμιν εσται και φαγεται τασ σαρκασ hυμων hωσ πυρ • εθησαυρισατε εν εσχαταισ hημεραισ. ιδου hο μισθοσ των εργατων των αμησαντων τασ χωρασ hυμων hο απεστερημενοσ αφ hυμων κραζει, και hαι βοαι των θερισαντων εισ τα ωτα κυριου σαβαωθ εισεληλυθασιν. ετρυφησατε επι τησ γησ και εσπαταλησατε • εθρεψατε τασ καρδιασ hυμων εν hημερα σφαγησ • κατεδικασατε, εφονευσατε τον δικαιον • ουκ αντιτασσεται hυμιν. μακροθυμησατε ουν, αδελφοι, hεωσ τησ παρουσιασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ιδου hο γεωργοσ εκδεχεται τον τιμιον καρπον τησ γησ, μακροθυμων επ αυτω hεωσ αν λαβη hυετον προιμον και οψιμον. μακροθυμησατε και hυμεισ, στηριξατε τασ καρδιασ hυμων, hοτι hη παρουσια φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηγγικεν. μη στεναζετε κατ αλληλων, αδελφοι, hινα μη κριθητε • ιδου hο κριτησ προ των θυρων hεστηκεν. hυποδειγμα λαβετε, αδελφοι μου, τησ κακοπαθιασ και τησ μακροθυμιασ τουσ προφητασ, hοι ελαλησαν εν τω ονοματι κυριου. ιδου μακαριζομεν τουσ hυπομενοντασ. την hυπομονην ιωβ ηκουσατε και το τελοσ κυριου ειδετε, hοτι πολυσπλαγχνοσ εστιν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh και οικτιρμων. προ παντων δε, αδελφοι μου, μη ομνυετε, μητε τον ουρανον μητε την γην μητε αλλον τινα hορκον • ητω δε hυμων το ναι ναι, και το ου ου, hινα μη hυπο κρισιν πεσητε. κακοπαθει τισ εν hυμιν, προσευχεσθω. ευθυμει τισ, ψαλλετω. ασθενει τισ εν hυμιν, προσκαλεσασθω τουσ πρεσβυτερουσ τησ εκκλησιασ, και προσευξασθωσαν επ αυτον, αλειψαντεσ αυτον ελαιω εν τω ονοματι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh • και hη ευχη τησ πιστεωσ σωσει τον καμνοντα, και εγερει αυτον hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh • καν hαμαρτιασ η πεποιηκωσ, αφεθησεται αυτω. εξομολογεισθε ουν αλληλοισ τα παραπτωματα και ευχεσθε hυπερ αλληλων, hοπωσ ιαθητε • πολυ ισχυει δεησισ δικαιου ενεργουμενη. hηλιασ ανθρωποσ ην hομοιοπαθησ hημιν, και προσευχη προσηυξατο του μη βρεξαι, και ουκ εβρεξεν επι τησ γησ ενιαυτουσ τρεισ και μηνασ hεξ • και παλιν προσηυξατο, και hο ουρανοσ hυετον εδωκεν και hη γη εβλαστησεν τον καρπον αυτησ. αδελφοι μου, εαν τισ εν hυμιν πλανηθη απο τησ αληθειασ και επιστρεψη τισ αυτον, γινωσκετω hοτι hο επιστρεψασ hαμαρτωλον εκ πλανησ hοδου αυτου σωσει ψυχην εκ θανατου και καλυψει πληθοσ hαμαρτιων.

πετρου επιστολη α’

1

πετροσ αποστολοσ ιηhοσυα χριστου εκλεκτοισ παρεπιδημοισ διασπορασ ποντου, γαλατιασ, καππαδοκιασ, ασιασ και βιθυνιασ, κατα προγνωσιν θεου πατροσ, εν hαγιασμω πνευματοσ, εισ hυπακοην και ραντισμον hαιματοσ ιηhοσυα χριστου • χαρισ hυμιν και ειρηνην πληθυνθειη. ευλογητοσ hο θεοσ και πατηρ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου, hο κατα το πολυ αυτου ελεοσ αναγεννησασ hημασ εισ ελπιδα ζωσαν δι αναστασεωσ ιηhοσυα χριστου εκ νεκρων, εισ κληρονομιαν αφθαρτον και αμιαντον και αμαραντον, τετηρημενην εν ουρανοισ εισ hυμασ, τουσ εν δυναμει θεου φρουρουμενουσ δια πιστεωσ εισ σωτηριαν hετοιμην αποκαλυφθηναι εν καιρω εσχατω • εν hω αγαλλιασθε, ολιγον αρτι ει δεον εστιν λυπηθεντεσ εν ποικιλοισ πειρασμοισ, hινα το δοκιμιον hυμων τησ πιστεωσ πολυτιμοτερον χρυσιου του απολλυμενου, δια πυροσ δε δοκιμαζομενου, hευρεθη εισ επαινον και δοξαν και τιμην εν αποκαλυψει ιηhοσυα χριστου, hον ουκ ιδοντεσ αγαπατε, εισ hον αρτι μη hορωντεσ πιστευοντεσ δε αγαλλιασθε χαρα ανεκλαλητω και δεδοξασμενη, κομιζομενοι το τελοσ τησ πιστεωσ hυμων, σωτηριαν ψυχων • περι hησ σωτηριασ εξεζητησαν και εξηραυνησαν προφηται hοι περι τησ εισ hυμασ χαριτοσ προφητευσαντεσ, εραυνωντεσ εισ τινα η ποιον καιρον εδηλου το εν αυτοισ πνευμα χριστου προμαρτυρομενον τα εισ χριστον παθηματα και τασ μετα ταυτα δοξασ • hοισ απεκαλυφθη hοτι ουχ hεαυτοισ hυμιν δε διηκονουν αυτα, hα νυν ανηγγελη hυμιν δια των ευαγγελισαμενων hυμασ εν πνευματι hαγιω αποσταλεντι απ ουρανου, εισ hα επιθυμουσιν αγγελοι παρακυψαι. διο αναζωσαμενοι τασ οσφυασ τησ διανοιασ hυμων, νηφοντεσ, τελειωσ ελπισατε επι την φερομενην hυμιν χαριν εν αποκαλυψει ιηhοσυα χριστου, — hωσ τεκνα hυπακοησ μη συσχηματιζομενοι ταισ προτερον εν τη αγνοια hυμων επιθυμιαισ • αλλα κατα τον καλεσαντα hυμασ hαγιον και αυτοι hαγιοι εν παση αναστροφη γενηθητε • διοτι γεγραπται hαγιοι εσεσθε, hοτι εγω hαγιοσ ειμι. και ει πατερα επικαλεισθε τον απροσωπολημπτωσ κρινοντα κατα το hεκαστου εργον, εν φοβω τον τησ παροικιασ hυμων χρονον αναστραφητε, ειδοτεσ hοτι ου φθαρτοισ, αργυριω η χρυσιω, ελυτρωθητε εκ τησ ματαιασ hυμων αναστροφησ πατροπαραδοτου, αλλα τιμιω hαιματι hωσ αμνου αμωμου και ασπιλου χριστου, προεγνωσμενου μεν προ καταβολησ κοσμου, φανερωθεντοσ δε επ εσχατου των χρονων δι hυμασ, τουσ δι αυτου πιστευοντασ εισ θεον τον εγειραντα αυτον εκ νεκρων και δοξαν αυτω δοντα, hωστε την πιστιν hυμων και ελπιδα ειναι εισ θεον. τασ ψυχασ hυμων hηγνικοτεσ εν τη hυπακοη τησ αληθειασ εισ φιλαδελφιαν ανυποκριτον, εκ καθαρασ καρδιασ αλληλουσ αγαπησατε εκτενωσ, αναγεγεννημενοι ουκ εκ σπορασ φθαρτησ αλλα αφθαρτου, δια λογου ζωντοσ θεου και μενοντοσ • διοτι πασα σαρξ hωσ χορτοσ, και πασα δοξα αυτησ hωσ ανθοσ χορτου • εξηρανθη hο χορτοσ, και το ανθοσ εξεπεσεν, το δε ρημα κυριου μενει εισ τον αιωνα. τουτο δε εστιν το ρημα το ευαγγελισθεν εισ hυμασ.

2

αποθεμενοι ουν πασαν κακιαν και παντα δολον και hυποκρισεισ και φθονουσ και πασασ καταλαλιασ, hωσ αρτιγεννητα βρεφη το λογικον αδολον γαλα επιποθησατε, hινα εν αυτω αυξηθητε εισ σωτηριαν, ειπερ εγευσασθε hοτι χρηστοσ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh • προσ hον προσερχομενοι, λιθον ζωντα, hυπο ανθρωπων μεν αποδεδοκιμασμενον παρα δε θεω εκλεκτον, εντιμον, και αυτοι hωσ λιθοι ζωντεσ οικοδομεισθε, οικοσ πνευματικοσ, hιερατευμα hαγιον, ανενεγκαι πνευματικασ θυσιασ ευπροσδεκτουσ τω θεω δια ιηhοσυα χριστου. διοτι περιεχει εν τη γραφη • ιδου τιθημι εν σιων λιθον ακρογωνιαιον εκλεκτον εντιμον • και hο πιστευων επ αυτω ου μη καταισχυνθη. hυμιν ουν hη τιμη τοισ πιστευουσιν • απειθουσιν δε, λιθον hον απεδοκιμασαν hοι οικοδομουντεσ, hουτοσ εγενηθη εισ κεφαλην γωνιασ, και λιθοσ προσκομματοσ και πετρα σκανδαλου, hοι προσκοπτουσιν τω λογω απειθουντεσ, εισ hο και ετεθησαν. hυμεισ δε γενοσ εκλεκτον, βασιλειον hιερατευμα, εθνοσ hαγιον, λαοσ εισ περιποιησιν, hοπωσ τασ αρετασ εξαγγειλητε του εκ σκοτουσ hυμασ καλεσαντοσ εισ το θαυμαστον αυτου φωσ • hοι ποτε ου λαοσ, νυν δε λαοσ θεου • hοι ουκ ηλεημενοι, νυν δε ελεηθεντεσ. αγαπητοι, παρακαλω hωσ παροικουσ και παρεπιδημουσ απεχεσθαι των σαρκικων επιθυμιων, hαιτινεσ στρατευονται κατα τησ ψυχησ, την αναστροφην hυμων εν τοισ εθνεσιν εχοντεσ καλην, hινα εν hω καταλαλουσιν hυμων hωσ κακοποιων, εκ των καλων εργων εποπτευοντεσ δοξασωσιν τον θεον εν hημερα επισκοπησ. hυποταγητε ουν παση ανθρωπινη κτισει δια τον κυριον, ειτε βασιλει hωσ hυπερεχοντι, ειτε hηγεμοσιν hωσ δι αυτου πεμπομενοισ εισ εκδικησιν κακοποιων, επαινον δε αγαθοποιων • hοτι hουτωσ εστιν το θελημα του θεου, αγαθοποιουντασ φιμουν την των αφρονων ανθρωπων αγνωσιαν, hωσ ελευθεροι και μη hωσ επικαλυμμα εχοντεσ τησ κακιασ την ελευθεριαν αλλ hωσ θεου δουλοι. παντασ τιμησατε • την αδελφοτητα αγαπατε • τον θεον φοβεισθε • τον βασιλεα τιματε. hοι οικεται, hυποτασσομενοι εν παντι φοβω τοισ δεσποταισ, ου μονον τοισ αγαθοισ και επιεικεσιν αλλα και τοισ σκολιοισ • τουτο γαρ χαρισ ει δια συνειδησιν θεου hυποφερει τισ λυπασ πασχων αδικωσ. ποιον γαρ κλεοσ ει hαμαρτανοντεσ και κολαφιζομενοι hυπομενειτε; αλλ ει αγαθοποιουντεσ και πασχοντεσ hυπομενειτε, τουτο χαρισ παρα θεω, εισ τουτο γαρ εκληθητε • hοτι και χριστοσ επαθεν hυπερ hυμων, hυμιν hυπολιμπανων hυπογραμμον hινα επακολουθησητε τοισ ιχνεσιν αυτου, hοσ hαμαρτιαν ουκ εποιησεν ουδε hευρεθη δολοσ εν τω στοματι αυτου • hοσ λοιδορουμενοσ ουκ αντελοιδορει, πασχων ουκ ηπειλει, παρεδιδου δε τω κρινοντι δικαιωσ • hοσ τασ hαμαρτιασ hημων αυτοσ ανηνεγκεν εν τω σωματι αυτου επι το ξυλον, hινα ταισ hαμαρτιαισ απογενομενοι τη δικαιοσυνη ζησωμεν • hου τω μωλωπι ιαθητε • ητε γαρ hωσ προβατα πλανωμενοι, αλλ επεστραφητε νυν επι τον ποιμενα και επισκοπον των ψυχων hυμων.

3

hομοιωσ hαι γυναικεσ, hυποτασσομεναι τοισ ιδιοισ ανδρασιν, hινα και ει τινεσ απειθουσιν τω λογω, δια τησ των γυναικων αναστροφησ ανευ λογου κερδηθησονται, εποπτευσαντεσ την εν φοβω hαγνην αναστροφην hυμων, — hων εστω ουχ hο εξωθεν εμπλοκησ τριχων και περιθεσεωσ χρυσιων η ενδυσεωσ hιματιων κοσμοσ, αλλ hο κρυπτοσ τησ καρδιασ ανθρωποσ εν τω αφθαρτω του πραεωσ και hησυχιου πνευματοσ, hο εστιν ενωπιον του θεου πολυτελεσ • hουτωσ γαρ ποτε και hαι hαγιαι γυναικεσ hαι ελπιζουσαι εισ θεον εκοσμουν hεαυτασ, hυποτασσομεναι τοισ ιδιοισ ανδρασιν, hωσ σαρρα hυπηκουσεν τω αβραhαμ, κυριον αυτον καλουσα, hησ εγενηθητε τεκνα αγαθοποιουσαι και μη φοβουμεναι μηδεμιαν πτοησιν. hοι ανδρεσ hομοιωσ, συνοικουντεσ κατα γνωσιν hωσ ασθενεστερω σκευει τω γυναικειω, απονεμοντεσ τιμην hωσ και συγκληρονομοι χαριτοσ ζωησ, εισ το μη εγκοπτεσθαι τασ προσευχασ hυμων. το δε τελοσ παντεσ hομοφρονεσ, συμπαθεισ, φιλαδελφοι, ευσπλαγχνοι, ταπεινοφρονεσ, μη αποδιδοντεσ κακον αντι κακου η λοιδοριαν αντι λοιδοριασ, τουναντιον δε ευλογουντεσ hοτι εισ τουτο εκληθητε hινα ευλογιαν κληρονομησητε • hο γαρ θελων ζωην αγαπαν και ιδειν hημερασ αγαθασ παυσατω την γλωσσαν αυτου απο κακου και χειλη του μη λαλησαι δολον • εκκλινατω απο κακου και ποιησατω αγαθον • ζητησατω ειρηνην και διωξατω αυτην • hοτι οφθαλμοι κυριου επι δικαιουσ και ωτα αυτου εισ δεησιν αυτων • προσωπον δε κυριου επι ποιουντασ κακα. και τισ hο κακωσων hυμασ εαν του αγαθου μιμηται γενησθε; αλλ ει και πασχοιτε δια δικαιοσυνην, μακαριοι •τον δε φοβον αυτων μη φοβηθητε μηδε ταραχθητε, κυριον δε τον χριστον hαγιασατε εν ταισ καρδιαισ hυμων • hετοιμοι δε αει προσ απολογιαν παντι τω αιτουντι hυμασ λογον περι τησ εν hυμιν ελπιδοσ, αλλα μετα πραυτητοσ και φοβου, συνειδησιν εχοντεσ αγαθην, hινα εν hω καταλαλουσιν hυμων hωσ κακοποιων, καταισχυνθωσιν hοι επηρεαζοντεσ hυμων την αγαθην εν χριστω αναστροφην. κρειττον γαρ αγαθοποιουντασ, ει θελοι το θελημα του θεου, πασχειν η κακοποιουντασ • hοτι και χριστοσ hαπαξ περι hαμαρτιων επαθεν, δικαιοσ hυπερ αδικων, hινα hημασ προσαγαγη τω θεω, θανατωθεισ μεν σαρκι ζωοποιηθεισ δε πνευματι, εν hω και τοισ εν φυλακη πνευμασιν πορευθεισ εκηρυξεν, απειθησασιν ποτε hοτε απεξεδεχετο hη του θεου μακροθυμια εν hημεραισ νωε κατασκευαζομενησ κιβωτου, εισ hην ολιγοι, τουτ εστιν οκτω ψυχαι, διεσωθησαν δι hυδατοσ • hο και hυμασ αντιτυπον νυν σωζει, βαπτισμα, ου σαρκοσ αποθεσισ ρυπου, αλλα συνειδησεωσ αγαθησ επερωτημα εισ θεον, δι αναστασεωσ ιηhοσυα χριστου, hοσ εστιν εν δεξια του θεου (πορευθεισ εισ ουρανον), hυποταγεντων αυτω αγγελων και εξουσιων και δυναμεων.

4

χριστου ουν παθοντοσ hυπερ hημων σαρκι και hυμεισ την αυτην εννοιαν hοπλισασθε, hοτι hο παθων σαρκι πεπαυται hαμαρτιασ, εισ το μηκετι ανθρωπων επιθυμιαισ αλλα θεληματι θεου τον επιλοιπον εν σαρκι βιωσαι χρονον. αρκετοσ γαρ hημιν hο παρεληλυθωσ χρονοσ το βουλημα των εθνων κατειργασθαι, πεπορευμενουσ εν ασελγειαισ, επιθυμιαισ, οινοφλυγιαισ, κωμοισ, ποτοισ και αθεμιτοισ ειδωλολατριαισ, εν hω ξενιζονται μη συντρεχοντων hυμων εισ την αυτην τησ ασωτιασ αναχυσιν, βλασφημουντεσ • hοι αποδωσουσιν λογον τω hετοιμωσ εχοντι κριναι ζωντασ και νεκρουσ. εισ τουτο γαρ και νεκροισ ευηγγελισθη, hινα κριθωσι μεν κατα ανθρωπουσ σαρκι • ζωσι δε κατα θεον πνευματι. παντων δε το τελοσ ηγγικεν • σωφρονησατε ουν και νηψατε εισ τασ προσευχασ • προ παντων δε την εισ hεαυτουσ αγαπην εκτενη εχοντεσ, hοτι αγαπη καλυπτει πληθοσ hαμαρτιων • φιλοξενοι εισ αλληλουσ ανευ γογγυσμου. hεκαστοσ καθωσ ελαβεν χαρισμα, εισ hεαυτουσ αυτο διακονουντεσ hωσ καλοι οικονομοι ποικιλησ χαριτοσ θεου. ει τισ λαλει, hωσ λογια θεου • ει τισ διακονει, hωσ εξ ισχυοσ hησ χορηγει hο θεοσ, hινα εν πασιν δοξαζηται hο θεοσ δια ιηhοσυα χριστου, hω εστιν hη δοξα και το κρατοσ εισ τουσ αιωνασ των αιωνων • αμην. αγαπητοι, μη ξενιζεσθε τη εν hυμιν πυρωσει προσ πειρασμον hυμιν γινομενη, hωσ ξενου hυμιν συμβαινοντοσ • αλλα καθο κοινωνειτε τοισ του χριστου παθημασιν χαιρετε, hινα και εν τη αποκαλυψει τησ δοξησ αυτου χαρητε αγαλλιωμενοι. ει ονειδιζεσθε εν ονοματι χριστου, μακαριοι, hοτι το τησ δοξησ και το του θεου πνευμα εφ hυμασ αναπαυεται • [κατα μεν αυτουσ βλασφημειται, κατα δε hυμασ δοξαζεται]. μη γαρ τισ hυμων πασχετω hωσ φονευσ η κλεπτησ η κακοποιοσ η hωσ αλλοτριεπισκοποσ • ει δε hωσ χριστιανοσ, μη αισχυνεσθω, δοξαζετω δε τον θεον εν τω ονοματι τουτω. hοτι hο καιροσ του αρξασθαι το κριμα απο του οικου του θεου • ει δε πρωτον αφ hημων, τι το τελοσ των απειθουντων τω του θεου ευαγγελιω; και ει hο δικαιοσ μολισ σωζεται, hο ασεβησ και hαμαρτωλοσ που φανειται; hωστε και hοι πασχοντεσ κατα το θελημα του θεου πιστω κτιστη παρατιθεσθωσαν τασ ψυχασ αυτων εν αγαθοποιια.

5

πρεσβυτερουσ τουσ εν hυμιν παρακαλω hο συμπρεσβυτεροσ και μαρτυσ των του χριστου παθηματων, hο και τησ μελλουσησ αποκαλυπτεσθαι δοξησ κοινωνοσ • ποιμανατε το εν hυμιν ποιμνιον του θεου, επισκοπουντεσ μη αναγκαστωσ αλλ hεκουσιωσ, μηδε αισχροκερδωσ αλλα προθυμωσ, μηδ hωσ καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυοντεσ των κληρων αλλα τυποι γινομενοι του ποιμνιου • και φανερωθεντοσ του αρχιποιμενοσ κομιεισθε τον αμαραντινον τησ δοξησ στεφανον. hομοιωσ νεωτεροι hυποταγητε πρεσβυτεροισ • παντεσ δε αλληλοισ την ταπεινοφροσυνην εγκομβωσασθε, hοτι hο θεοσ hυπερηφανοισ αντιτασσεται, ταπεινοισ δε διδωσιν χαριν. ταπεινωθητε ουν hυπο την κραταιαν χειρα του θεου, hινα hυμασ hυψωση εν καιρω, πασαν την μεριμναν hυμων επιριψαντεσ επ αυτον, hοτι αυτω μελει περι hυμων. νηψατε, γρηγορησατε • hο αντιδικοσ hυμων διαβολοσ hωσ λεων ωρυομενοσ περιπατει ζητων τινα καταπιη. hω αντιστητε στερεοι τη πιστει, ειδοτεσ τα αυτα των παθηματων τη εν κοσμω hυμων αδελφοτητι επιτελεισθαι. hο δε θεοσ πασησ χαριτοσ hο καλεσασ hυμασ εισ την αιωνιον αυτου δοξαν εν χριστω ιηhοσυα, ολιγον παθοντασ αυτοσ καταρτισει, στηριξει, σθενωσει, θεμελιωσει. αυτω [hη δοξα και] το κρατοσ εισ τουσ αιωνασ των αιωνων • αμην. δια σιλουανου hυμιν του πιστου αδελφου, hωσ λογιζομαι, δι ολιγων εγραψα, παρακαλων και επιμαρτυρων ταυτην ειναι αληθη χαριν του θεου εισ hην hεστηκατε. ασπαζεται hυμασ hη εν βαβυλωνι συνεκλεκτη και μαρκοσ hο hυιοσ μου. ασπασασθε αλληλουσ εν φιληματι αγαπησ. ειρηνη hυμιν πασιν τοισ εν χριστω.

πετρου επιστολη β’

1

συμεων πετροσ δουλοσ και αποστολοσ ιηhοσυα χριστου τοισ ισοτιμον hημιν λαχουσιν πιστιν εν δικαιοσυνη του θεου hημων και σωτηροσ ιηhοσυα χριστου • χαρισ hυμιν και ειρηνη πληθυνθειη εν επιγνωσει του θεου και ιηhοσυα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων. hωσ παντα hημιν τησ θειασ δυναμεωσ αυτου τα προσ ζωην και ευσεβειαν δεδωρημενησ δια τησ επιγνωσεωσ του καλεσαντοσ hημασ δια δοξησ και αρετησ, δι hων τα μεγιστα και τιμια hημιν επαγγελματα δεδωρηται, hινα δια τουτων γενησθε θειασ κοινωνοι φυσεωσ, αποφυγοντεσ τησ εν τω κοσμω εν επιθυμια φθορασ • και αυτο τουτο δε σπουδην πασαν παρεισενεγκαντεσ επιχορηγησατε εν τη πιστει hυμων την αρετην • εν δε τη αρετη την γνωσιν • εν δε τη γνωσει την εγκρατειαν • εν δε τη εγκρατεια την hυπομονην • εν δε τη hυπομονη την ευσεβειαν • εν δε τη ευσεβεια την φιλαδελφιαν • εν δε τη φιλαδελφια την αγαπην • ταυτα γαρ hυμιν hυπαρχοντα και πλεοναζοντα ουκ αργουσ ουδε ακαρπουσ καθιστησιν εισ την φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου επιγνωσιν • hω γαρ μη παρεστιν ταυτα, τυφλοσ εστιν μυωπαζων, ληθην λαβων του καθαρισμου των παλαι αυτου hαμαρτιων. διο μαλλον, αδελφοι, σπουδασατε βεβαιαν hυμων την κλησιν και εκλογην ποιεισθαι, ταυτα γαρ ποιουντεσ ου μη πταισητε ποτε • hουτωσ γαρ πλουσιωσ επιχορηγηθησεται hυμιν hη εισοδοσ εισ την αιωνιον βασιλειαν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων και σωτηροσ ιηhοσυα χριστου. διο μελλησω αει hυμασ hυπομιμνησκειν περι τουτων, καιπερ ειδοτασ και εστηριγμενουσ εν τη παρουση αληθεια. δικαιον δε hηγουμαι, εφ hοσον ειμι εν τουτω τω σκηνωματι, διεγειρειν hυμασ εν hυπομνησει, ειδωσ hοτι ταχινη εστιν hη αποθεσισ του σκηνωματοσ μου, καθωσ και hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστοσ εδηλωσεν μοι • σπουδασω δε και hεκαστοτε εχειν hυμασ μετα την εμην εξοδον την τουτων μνημην ποιεισθαι. ου γαρ σεσοφισμενοισ μυθοισ εξακολουθησαντεσ εγνωρισαμεν hυμιν την φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου δυναμιν και παρουσιαν, αλλ εποπται γενηθεντεσ τησ εκεινου μεγαλειοτητοσ. λαβων γαρ παρα θεου πατροσ τιμην και δοξαν φωνησ ενεχθεισησ αυτω τοιασδε hυπο τησ μεγαλοπρεπουσ δοξησ • hουτοσ εστιν hο hυιοσ μου hο αγαπητοσ, εισ hον εγω ευδοκησα. και ταυτην την φωνην hημεισ ηκουσαμεν εξ ουρανου ενεχθεισαν συν αυτω οντεσ εν τω ορει τω hαγιω. και εχομεν βεβαιοτερον τον προφητικον λογον, hω καλωσ ποιειτε προσεχοντεσ hωσ λυχνω φαινοντι εν αυχμηρω τοπω, hεωσ hου hημερα διαυγαση και φωσφοροσ ανατειλη εν ταισ καρδιαισ hυμων, τουτο πρωτον γινωσκοντεσ, hοτι πασα προφητεια γραφησ ιδιασ επιλυσεωσ ου γινεται. ου γαρ θεληματι ανθρωπου ηνεχθη ποτε προφητεια, αλλ hυπο πνευματοσ hαγιου φερομενοι ελαλησαν hαγιοι θεου ανθρωποι.

2

εγενοντο δε και ψευδοπροφηται εν τω λαω, hωσ και εν hυμιν εσονται ψευδοδιδασκαλοι, hοιτινεσ παρεισαξουσιν hαιρεσεισ απωλειασ, και τον αγορασαντα αυτουσ δεσποτην αρνουμενοι, επαγοντεσ hεαυτοισ ταχινην απωλειαν • και πολλοι εξακολουθησουσιν αυτων ταισ ασελγειαισ, δι hουσ hη hοδοσ τησ αληθειασ βλασφημηθησεται • και εν πλεονεξια πλαστοισ λογοισ hυμασ εμπορευσονται • hοισ το κριμα εκπαλαι ουκ αργει και hη απωλεια αυτων ου νυσταζει. ει γαρ hο θεοσ αγγελων hαμαρτησαντων ουκ εφεισατο, αλλα σειραισ ζοφου ταρταρωσασ παρεδωκεν εισ κρισιν τηρουμενουσ • και αρχαιου κοσμου ουκ εφεισατο, αλλα ογδοον νωε δικαιοσυνησ κηρυκα εφυλαξεν, κατακλυσμον κοσμω ασεβων επαξασ • και πολεισ σοδομων και γομορρασ τεφρωσασ καταστροφη κατεκρινεν, hυποδειγμα μελλοντων ασεβειν τεθεικωσ • και δικαιον λωτ καταπονουμενον hυπο τησ των αθεσμων εν ασελγεια αναστροφησ ερρυσατο, (βλεμματι γαρ και ακοη hο δικαιοσ εγκατοικων εν αυτοισ hημεραν εξ hημερασ ψυχην δικαιαν ανομοισ εργοισ εβασανιζεν), — οιδεν κυριοσ ευσεβεισ εκ πειρασμου ρυεσθαι, αδικουσ δε εισ hημεραν κρισεωσ κολαζομενουσ τηρειν, μαλιστα δε τουσ οπισω σαρκοσ εν επιθυμια μιασμου πορευομενουσ και κυριοτητοσ καταφρονουντασ. τολμηται αυθαδεισ, δοξασ ου τρεμουσιν βλασφημουντεσ, hοπου αγγελοι ισχυι και δυναμει μειζονεσ οντεσ ου φερουσιν κατ αυτων παρα κυριω βλασφημον κρισιν. hουτοι δε, hωσ αλογα ζωα, φυσικα, γεγεννημενα εισ hαλωσιν και φθοραν, εν hοισ αγνοουσιν βλασφημουντεσ, εν τη φθορα αυτων και φθαρησονται, κομιουμενοι μισθον αδικιασ, hηδονην hηγουμενοι την εν hημερα τρυφην • σπιλοι και μωμοι εντρυφωντεσ εν ταισ απαταισ αυτων συνευωχουμενοι hυμιν • οφθαλμουσ εχοντεσ μεστουσ μοιχαλιδοσ και ακαταπαυστουσ hαμαρτιασ • δελεαζοντεσ ψυχασ αστηρικτουσ, καρδιαν γεγυμνασμενην πλεονεξιασ εχοντεσ, καταρασ τεκνα. καταλειποντεσ ευθειαν hοδον επλανηθησαν, εξακολουθησαντεσ τη hοδω του βαλααμ του βοσορ, hοσ μισθον αδικιασ ηγαπησεν • ελεγξιν δε εσχεν ιδιασ παρανομιασ • hυποζυγιον αφωνον εν ανθρωπου φωνη φθεγξαμενον εκωλυσεν την του προφητου παραφρονιαν. hουτοι εισιν πηγαι ανυδροι και hομιχλαι hυπο λαιλαποσ ελαυνομεναι, hοισ hο ζοφοσ του σκοτουσ εισ αιωνα τετηρηται • hυπερογκα γαρ ματαιοτητοσ φθεγγομενοι δελεαζουσιν εν επιθυμιαισ σαρκοσ ασελγειαισ τουσ ολιγωσ αποφευγοντασ τουσ εν πλανη αναστρεφομενουσ • ελευθεριαν αυτοισ επαγγελλομενοι, αυτοι δουλοι hυπαρχοντεσ τησ φθορασ • hω γαρ τισ hηττηται, τουτω δεδουλωται. ει γαρ αποφυγοντεσ τα μιασματα του κοσμου εν επιγνωσει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και σωτηροσ ιηhοσυα χριστου, τουτοισ δε παλιν εμπλακεντεσ hηττωνται, γεγονεν αυτοισ τα εσχατα χειρονα των πρωτων • κρειττον γαρ ην αυτοισ μη επεγνωκεναι την hοδον τησ δικαιοσυνησ, η επιγνουσιν hυποστρεψαι εκ τησ παραδοθεισησ αυτοισ hαγιασ εντολησ • συμβεβηκεν δε αυτοισ το τησ αληθουσ παροιμιασ • κυων επιστρεψασ επι το ιδιον εξεραμα, και hυσ λουσαμενη εισ κυλισμα βορβορου.

3

ταυτην ηδη, αγαπητοι, δευτεραν hυμιν γραφω επιστολην, εν hαισ διεγειρω hυμων εν hυπομνησει την ειλικρινη διανοιαν, μνησθηναι των προειρημενων ρηματων hυπο των hαγιων προφητων και τησ των αποστολων hυμων εντολησ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και σωτηροσ, τουτο πρωτον γινωσκοντεσ, hοτι ελευσονται επ εσχατων των hημερων εν εμπαιγμονη εμπαικται κατα τασ ιδιασ επιθυμιασ αυτων πορευομενοι και λεγοντεσ • που εστιν hη επαγγελια τησ παρουσιασ αυτου; αφ hησ γαρ hοι πατερεσ εκοιμηθησαν, παντα hουτωσ διαμενει απ αρχησ κτισεωσ. λανθανει γαρ αυτουσ τουτο θελοντασ hοτι ουρανοι ησαν εκπαλαι και γη εξ hυδατοσ και δι hυδατοσ συνεστωσα τω του θεου λογω, δι hων hο τοτε κοσμοσ hυδατι κατακλυσθεισ απωλετο. hοι δε νυν ουρανοι και hη γη τω αυτου λογω τεθησαυρισμενοι εισιν πυρι τηρουμενοι εισ hημεραν κρισεωσ και απωλειασ των ασεβων ανθρωπων. hεν δε τουτο μη λανθανετω hυμασ, αγαπητοι, hοτι μια hημερα παρα κυριω hωσ χιλια ετη και χιλια ετη hωσ hημερα μια. ου βραδυνει κυριοσ τησ επαγγελιασ, hωσ τινεσ βραδυτητα hηγουνται, αλλα μακροθυμει εισ hυμασ, μη βουλομενοσ τινασ απολεσθαι αλλα παντασ εισ μετανοιαν χωρησαι. hηξει δε hη hημερα κυριου hωσ κλεπτησ, εν hη hοι ουρανοι ροιζηδον παρελευσονται, στοιχεια δε καυσουμενα λυθησεται, και γη και τα εν αυτη εργα κατακαησεται. τουτων ουν παντων λυομενων ποταπουσ δει hυπαρχειν hυμασ εν hαγιαισ αναστροφαισ και ευσεβειαισ, προσδοκωντασ και σπευδοντασ την παρουσιαν τησ του θεου hημερασ, δι hην ουρανοι πυρουμενοι λυθησονται και στοιχεια καυσουμενα τηκεται. καινουσ δε ουρανουσ και γην καινην κατα το επαγγελμα αυτου προσδοκωμεν, εν hοισ δικαιοσυνη κατοικει. διο, αγαπητοι, ταυτα προσδοκωντεσ σπουδασατε ασπιλοι και αμωμητοι αυτω hευρεθηναι εν ειρηνη • και την φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων μακροθυμιαν σωτηριαν hηγεισθε, καθωσ και hο αγαπητοσ hημων αδελφοσ παυλοσ κατα την δοθεισαν αυτω σοφιαν εγραψεν hυμιν, hωσ και εν πασαισ ταισ επιστολαισ λαλων εν αυταισ περι τουτων, εν hοισ εστιν δυσνοητα τινα, hα hοι αμαθεισ και αστηρικτοι στρεβλουσιν hωσ και τασ λοιπασ γραφασ προσ την ιδιαν αυτων απωλειαν. hυμεισ ουν, αγαπητοι, προγινωσκοντεσ φυλασσεσθε hινα μη τη των αθεσμων πλανη συναπαχθεντεσ εκπεσητε του ιδιου στηριγμου • αυξανετε δε εν χαριτι και γνωσει φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων και σωτηροσ ιηhοσυα χριστου. αυτω hη δοξα και νυν και εισ hημεραν αιωνοσ • αμην.

ιωαννου επιστολη α’

1

hο ην απ αρχησ, hο ακηκοαμεν, hο hεωρακαμεν τοισ οφθαλμοισ hημων, hο εθεασαμεθα και hαι χειρεσ hημων εψηλαφησαν, περι του λογου τησ ζωησ • (και hη ζωη εφανερωθη • και hεωρακαμεν και μαρτυρουμεν και απαγγελλομεν hυμιν την ζωην την αιωνιον, hητισ ην προσ τον πατερα και εφανερωθη hημιν) • hο hεωρακαμεν και ακηκοαμεν, απαγγελλομεν hυμιν, hινα και hυμεισ κοινωνιαν εχητε μεθ hημων • και hη κοινωνια δε hη hημετερα μετα του πατροσ και μετα του hυιου αυτου ιηhοσυα χριστου. και ταυτα γραφομεν hυμιν hινα hη χαρα hυμων η πεπληρωμενη. και εστιν hαυτη hη αγγελια hην ακηκοαμεν απ αυτου και αναγγελλομεν hυμιν, hοτι hο θεοσ φωσ εστιν και σκοτια εν αυτω ουκ εστιν ουδεμια. εαν ειπωμεν hοτι κοινωνιαν εχομεν μετ αυτου, και εν τω σκοτει περιπατωμεν, ψευδομεθα και ου ποιουμεν την αληθειαν • εαν δε εν τω φωτι περιπατωμεν hωσ αυτοσ εστιν εν τω φωτι, κοινωνιαν εχομεν μετ αλληλων και το hαιμα ιηhοσυα χριστου του hυιου αυτου καθαριζει hημασ απο πασησ hαμαρτιασ. εαν ειπωμεν hοτι hαμαρτιαν ουκ εχομεν, hεαυτουσ πλανωμεν και hη αληθεια ουκ εστιν εν hημιν. εαν hομολογωμεν τασ hαμαρτιασ hημων, πιστοσ εστιν και δικαιοσ, hινα αφη hημιν τασ hαμαρτιασ και καθαριση hημασ απο πασησ αδικιασ. εαν ειπωμεν hοτι ουχ hημαρτηκαμεν, ψευστην ποιουμεν αυτον, και hο λογοσ αυτου ουκ εστιν εν hημιν.

2

τεκνια μου, ταυτα γραφω hυμιν hινα μη hαμαρτητε • και εαν τισ hαμαρτη, παρακλητον εχομεν προσ τον πατερα, ιηhοσυα χριστον δικαιον • και αυτοσ hιλασμοσ εστιν περι των hαμαρτιων hημων, ου περι των hημετερων δε μονον αλλα και περι hολου του κοσμου. και εν τουτω γινωσκομεν hοτι εγνωκαμεν αυτον, εαν τασ εντολασ αυτου τηρωμεν. hο λεγων hοτι εγνωκα αυτον, και τασ εντολασ αυτου μη τηρων, ψευστησ εστιν, και εν τουτω hη αληθεια ουκ εστιν. hοσ δ αν τηρη αυτου τον λογον, — αληθωσ εν τουτω hη αγαπη του θεου τετελειωται • εν τουτω γινωσκομεν hοτι εν αυτω εσμεν. hο λεγων εν αυτω μενειν οφειλει καθωσ εκεινοσ περιεπατησεν και αυτοσ hουτωσ περιπατειν. αγαπητοι, ουκ εντολην καινην γραφω hυμιν, αλλ εντολην παλαιαν, hην ειχετε απ αρχησ. hη εντολη hη παλαια εστιν hο λογοσ hον ηκουσατε. παλιν εντολην καινην γραφω hυμιν, hο εστιν αληθεσ εν αυτω και εν hυμιν, hοτι hη σκοτια παραγεται και το φωσ το αληθινον ηδη φαινει. hο λεγων εν τω φωτι ειναι και τον αδελφον αυτου μισων εν τη σκοτια εστιν hεωσ αρτι. hο αγαπων τον αδελφον αυτου εν τω φωτι μενει, και σκανδαλον εν αυτω ουκ εστιν. hο δε μισων τον αδελφον αυτου εν τη σκοτια εστιν και εν τη σκοτια περιπατει, και ουκ οιδεν που hυπαγει, hοτι hη σκοτια ετυφλωσεν τουσ οφθαλμουσ αυτου. γραφω hυμιν, τεκνια, hοτι αφεωνται hυμιν hαι hαμαρτιαι δια το ονομα αυτου. γραφω hυμιν, πατερεσ, hοτι εγνωκατε τον απ αρχησ. γραφω hυμιν, νεανισκοι, hοτι νενικηκατε τον πονηρον. γραφω hυμιν, παιδια, hοτι εγνωκατε τον πατερα. εγραψα hυμιν, πατερεσ, hοτι εγνωκατε τον απ αρχησ. εγραψα hυμιν, νεανισκοι, hοτι ισχυροι εστε και hο λογοσ του θεου εν hυμιν μενει και νενικηκατε τον πονηρον. μη αγαπατε τον κοσμον μηδε τα εν τω κοσμω • εαν τισ αγαπα τον κοσμον, ουκ εστιν hη αγαπη του πατροσ εν αυτω, hοτι παν το εν τω κοσμω, hη επιθυμια τησ σαρκοσ και hη επιθυμια των οφθαλμων και hη αλαζονεια του βιου, ουκ εστιν εκ του πατροσ, αλλ εκ του κοσμου εστιν • και hο κοσμοσ παραγεται και hη επιθυμια αυτου, hο δε ποιων το θελημα του θεου μενει εισ τον αιωνα. παιδια, εσχατη hωρα εστιν • και καθωσ ηκουσατε hοτι αντιχριστοσ ερχεται, και νυν αντιχριστοι πολλοι γεγονασιν, hοθεν γινωσκομεν hοτι εσχατη hωρα εστιν • εξ hημων εξηλθον, αλλ ουκ ησαν εξ hημων • ει γαρ ησαν εξ hημων, μεμενηκεισαν αν μεθ hημων • αλλ hινα φανερωθωσιν hοτι ουκ εισιν παντεσ εξ hημων. και hυμεισ χρισμα εχετε απο του hαγιου και οιδατε παντα. ουκ εγραψα hυμιν hοτι ουκ οιδατε την αληθειαν, αλλ hοτι οιδατε αυτην, και hοτι παν ψευδοσ εκ τησ αληθειασ ουκ εστιν. τισ εστιν hο ψευστησ ει μη hο αρνουμενοσ hοτι ιηhοσυα ουκ εστιν hο χριστοσ; hουτοσ εστιν hο αντιχριστοσ, hο αρνουμενοσ τον πατερα και τον hυιον. πασ hο αρνουμενοσ τον hυιον ουδε τον πατερα εχει • hο hομολογων τον hυιον και τον πατερα εχει. hυμεισ hο ηκουσατε απ αρχησ, εν hυμιν μενετω • εαν εν hυμιν μεινη hο απ αρχησ ηκουσατε, και hυμεισ εν τω hυιω και εν τω πατρι μενειτε. και hαυτη εστιν hη επαγγελια hην αυτοσ επηγγειλατο hημιν, — την ζωην την αιωνιον. ταυτα εγραψα hυμιν περι των πλανωντων hυμασ • και hυμεισ το χρισμα hο ελαβετε απ αυτου, μενει εν hυμιν, και ου χρειαν εχετε hινα τισ διδασκη hυμασ • αλλ hωσ το αυτο χρισμα διδασκει hυμασ περι παντων, και αληθεσ εστιν και ουκ εστιν ψευδοσ, — και καθωσ εδιδαξεν hυμασ, μενειτε εν αυτω. και νυν, τεκνια, μενετε εν αυτω, hινα εαν φανερωθη σχωμεν παρρησιαν και μη αισχυνθωμεν απ αυτου εν τη παρουσια αυτου. εαν ειδητε hοτι δικαιοσ εστιν, γινωσκετε hοτι πασ hο ποιων την δικαιοσυνην εξ αυτου γεγεννηται.

3

ιδετε ποταπην αγαπην δεδωκεν hημιν hο πατηρ hινα τεκνα θεου κληθωμεν • δια τουτο hο κοσμοσ ου γινωσκει hημασ hοτι ουκ εγνω αυτον. αγαπητοι, νυν τεκνα θεου εσμεν, και ουπω εφανερωθη τι εσομεθα • οιδαμεν hοτι εαν φανερωθη hομοιοι αυτω εσομεθα, hοτι οψομεθα αυτον καθωσ εστιν. και πασ hο εχων την ελπιδα ταυτην επ αυτω hαγνιζει hεαυτον, καθωσ εκεινοσ hαγνοσ εστιν. πασ hο ποιων την hαμαρτιαν και την ανομιαν ποιει, και hη hαμαρτια εστιν hη ανομια. και οιδατε hοτι εκεινοσ εφανερωθη, hινα τασ hαμαρτιασ hημων αρη • και hαμαρτια εν αυτω ουκ εστιν. πασ hο εν αυτω μενων ουχ hαμαρτανει • πασ hο hαμαρτανων ουχ hεωρακεν αυτον ουδε εγνωκεν αυτον. τεκνια, μηδεισ πλανατω hυμασ • hο ποιων την δικαιοσυνην δικαιοσ εστιν, καθωσ εκεινοσ δικαιοσ εστιν. hο ποιων την hαμαρτιαν εκ του διαβολου εστιν, hοτι απ αρχησ hο διαβολοσ hαμαρτανει. εισ τουτο εφανερωθη hο hυιοσ του θεου hινα λυση τα εργα του διαβολου. πασ hο γεγεννημενοσ εκ του θεου hαμαρτιαν ου ποιει, hοτι σπερμα αυτου εν αυτω μενει, και ου δυναται hαμαρτανειν, hοτι εκ του θεου γεγεννηται. εν τουτω φανερα εστιν τα τεκνα του θεου και τα τεκνα του διαβολου • πασ hο μη ποιων δικαιοσυνην ουκ εστιν εκ του θεου, και hο μη αγαπων τον αδελφον αυτου. hοτι hαυτη εστιν hη αγγελια hην ηκουσατε απ αρχησ, hινα αγαπωμεν αλληλουσ, ου καθωσ καιν εκ του πονηρου ην και εσφαξεν τον αδελφον αυτου. και χαριν τινοσ εσφαξεν αυτον; hοτι τα εργα αυτου πονηρα ην, τα δε του αδελφου αυτου δικαια. μη θαυμαζετε, αδελφοι, ει μισει hυμασ hο κοσμοσ. hημεισ οιδαμεν hοτι μεταβεβηκαμεν εκ του θανατου εισ την ζωην, hοτι αγαπωμεν τουσ αδελφουσ • hο μη αγαπων τον αδελφον μενει εν τω θανατω. πασ hο μισων τον αδελφον αυτου ανθρωποκτονοσ εστιν, και οιδατε hοτι πασ ανθρωποκτονοσ ουκ εχει ζωην αιωνιον εν αυτω μενουσαν. εν τουτω εγνωκαμεν την αγαπην, hοτι εκεινοσ hυπερ hημων την ψυχην αυτου εθηκεν • και hημεισ οφειλομεν hυπερ των αδελφων τασ ψυχασ θειναι. hοσ δ αν εχη τον βιον του κοσμου και θεωρη τον αδελφον αυτου χρειαν εχοντα και κλειση τα σπλαγχνα αυτου απ αυτου, πωσ hη αγαπη του θεου μενει εν αυτω; τεκνια, μη αγαπωμεν λογω μηδε τη γλωσση, αλλ εν εργω και αληθεια. και εν τουτω γνωσομεθα hοτι εκ τησ αληθειασ εσμεν, και εμπροσθεν αυτου πεισομεν τασ καρδιασ hημων, — hοτι εαν καταγινωσκη hημων hη καρδια, hοτι μειζων εστιν hο θεοσ τησ καρδιασ hημων, και γινωσκει παντα. αγαπητοι, εαν hη καρδια hημων μη καταγινωσκη hημων, παρρησιαν εχομεν προσ τον θεον • και hο εαν αιτωμεν λαμβανομεν απ αυτου, hοτι τασ εντολασ αυτου τηρουμεν και τα αρεστα ενωπιον αυτου ποιουμεν. — και hαυτη εστιν hη εντολη αυτου, hινα πιστευσωμεν τω ονοματι του hυιου αυτου ιηhοσυα χριστου και αγαπωμεν αλληλουσ καθωσ εδωκεν εντολην hημιν • και hο τηρων τασ εντολασ αυτου εν αυτω μενει και αυτοσ εν αυτω • και εν τουτω γινωσκομεν hοτι μενει εν hημιν, εκ του πνευματοσ hου hημιν εδωκεν.

4

αγαπητοι, μη παντι πνευματι πιστευετε, αλλα δοκιμαζετε τα πνευματα ει εκ του θεου εστιν, hοτι πολλοι ψευδοπροφηται εξεληλυθασιν εισ τον κοσμον. εν τουτω γινωσκετε το πνευμα του θεου • παν πνευμα hο hομολογει ιηhοσυα χριστον εν σαρκι εληλυθοτα εκ του θεου εστιν • και παν πνευμα hο μη hομολογει ιηhοσυα χριστον εν σαρκι εληλυθοτα εκ του θεου ουκ εστιν • και τουτο εστιν το του αντιχριστου, hο ακηκοατε hοτι ερχεται, και νυν εν τω κοσμω εστιν ηδη. hυμεισ εκ του θεου εστε, τεκνια, και νενικηκατε αυτουσ, hοτι μειζων εστιν hο εν hυμιν η hο εν τω κοσμω. αυτοι εκ του κοσμου εισιν • δια τουτο εκ του κοσμου λαλουσιν και hο κοσμοσ αυτων ακουει. hημεισ εκ του θεου εσμεν • hο γινωσκων τον θεον ακουει hημων • hοσ ουκ εστιν εκ του θεου ουκ ακουει hημων • εκ τουτου γινωσκομεν το πνευμα τησ αληθειασ και το πνευμα τησ πλανησ. αγαπητοι, αγαπωμεν αλληλουσ, hοτι hη αγαπη εκ του θεου εστιν, και πασ hο αγαπων εκ του θεου γεγεννηται και γινωσκει τον θεον. hο μη αγαπων ουκ εγνω τον θεον, hοτι hο θεοσ αγαπη εστιν. εν τουτω εφανερωθη hη αγαπη του θεου εν hημιν, hοτι τον hυιον αυτου τον μονογενη απεσταλκεν hο θεοσ εισ τον κοσμον hινα ζησωμεν δι αυτου • εν τουτω εστιν hη αγαπη, ουχ hοτι hημεισ ηγαπησαμεν τον θεον, αλλ hοτι αυτοσ ηγαπησεν hημασ και απεστειλεν τον hυιον αυτου hιλασμον περι των hαμαρτιων hημων. αγαπητοι, ει hουτωσ hο θεοσ ηγαπησεν hημασ, και hημεισ οφειλομεν αλληλουσ αγαπαν. θεον ουδεισ πωποτε τεθεαται • εαν αγαπωμεν αλληλουσ, hο θεοσ εν hημιν μενει και hη αγαπη αυτου τετελειωμενη εστιν εν hημιν. εν τουτω γινωσκομεν hοτι εν αυτω μενομεν και αυτοσ εν hημιν, hοτι εκ του πνευματοσ αυτου δεδωκεν hημιν • και hημεισ τεθεαμεθα και μαρτυρουμεν hοτι hο πατηρ απεσταλκεν τον hυιον σωτηρα του κοσμου. hοσ αν hομολογηση hοτι ιηhοσυα εστιν hο hυιοσ του θεου, hο θεοσ εν αυτω μενει και αυτοσ εν τω θεω. και hημεισ εγνωκαμεν και πεπιστευκαμεν την αγαπην hην εχει hο θεοσ εν hημιν. hο θεοσ αγαπη εστιν, και hο μενων εν τη αγαπη εν τω θεω μενει και hο θεοσ εν αυτω. εν τουτω τετελειωται hη αγαπη μεθ hημων, hινα παρρησιαν εχωμεν εν τη hημερα τησ κρισεωσ, hοτι καθωσ εκεινοσ εστιν και hημεισ εσμεν εν τω κοσμω τουτω. φοβοσ ουκ εστιν εν τη αγαπη, αλλ hη τελεια αγαπη εξω βαλλει τον φοβον, hοτι hο φοβοσ κολασιν εχει • hο δε φοβουμενοσ ου τετελειωται εν τη αγαπη. hημεισ αγαπωμεν αυτον, hοτι αυτοσ πρωτοσ ηγαπησεν hημασ. εαν τισ ειπη hοτι αγαπω τον θεον, και τον αδελφον αυτου μιση, ψευστησ εστιν • hο γαρ μη αγαπων τον αδελφον αυτου hον hεωρακεν, τον θεον hον ουχ hεωρακεν πωσ δυναται αγαπαν; και ταυτην την εντολην εχομεν απ αυτου, hινα hο αγαπων τον θεον αγαπα και τον αδελφον αυτου.

5

πασ hο πιστευων hοτι ιηhοσυα εστιν hο χριστοσ, εκ του θεου γεγεννηται • και πασ hο αγαπων τον γεννησαντα αγαπα και τον γεγεννημενον εξ αυτου. εν τουτω γινωσκομεν hοτι αγαπωμεν τα τεκνα του θεου, hοταν τον θεον αγαπωμεν και τασ εντολασ αυτου τηρωμεν • hαυτη γαρ εστιν hη αγαπη του θεου, hινα τασ εντολασ αυτου τηρωμεν, και hαι εντολαι αυτου βαρειαι ουκ εισιν, hοτι παν το γεγεννημενον εκ του θεου νικα τον κοσμον • και hαυτη εστιν hη νικη hη νικησασα τον κοσμον, hη πιστισ hημων. τισ εστιν hο νικων τον κοσμον ει μη hο πιστευων hοτι ιηhοσυα εστιν hο hυιοσ του θεου; hουτοσ εστιν hο ελθων δι hυδατοσ και hαιματοσ, ιηhοσυα hο χριστοσ, ουκ εν τω hυδατι μονον, αλλ εν τω hυδατι και τω hαιματι • και το πνευμα εστιν το μαρτυρουν, hοτι το πνευμα εστιν hη αληθεια • hοτι τρεισ εισιν hοι μαρτυρουντεσ, το πνευμα και το hυδωρ και το hαιμα, και hοι τρεισ εισ το hεν εισιν. ει την μαρτυριαν των ανθρωπων λαμβανομεν, hη μαρτυρια του θεου μειζων εστιν • hοτι hαυτη εστιν hη μαρτυρια του θεου, hην μεμαρτυρηκεν περι του hυιου αυτου. hο πιστευων εισ τον hυιον του θεου εχει την μαρτυριαν εν hεαυτω • hο μη πιστευων τω θεω ψευστην πεποιηκεν αυτον, hοτι ου πεπιστευκεν εισ την μαρτυριαν hην μεμαρτυρηκεν hο θεοσ περι του hυιου αυτου. και hαυτη εστιν hη μαρτυρια, hοτι ζωην αιωνιον εδωκεν hημιν hο θεοσ, και hαυτη hη ζωη εν τω hυιω αυτου εστιν • hο εχων τον hυιον εχει την ζωην, hο μη εχων τον hυιον του θεου την ζωην ουκ εχει. ταυτα εγραψα hυμιν hινα ειδητε hοτι ζωην αιωνιον εχετε, hοι πιστευοντεσ εισ το ονομα του hυιου του θεου. και hαυτη εστιν hη παρρησια hην εχομεν προσ αυτον, hοτι εαν τι αιτωμεθα κατα το θελημα αυτου ακουει hημων • και εαν οιδαμεν hοτι ακουει hημων, hο αν αιτωμεθα, οιδαμεν hοτι εχομεν τα αιτηματα hα ητηκαμεν παρ αυτου. εαν τισ ιδη τον αδελφον αυτου hαμαρτανοντα hαμαρτιαν μη προσ θανατον, αιτησει • και δωσει αυτω ζωην, τοισ hαμαρτανουσιν μη προσ θανατον. εστιν hαμαρτια προσ θανατον • ου περι εκεινησ λεγω hινα ερωτηση. πασα αδικια hαμαρτια εστιν, και εστιν hαμαρτια ου προσ θανατον. οιδαμεν hοτι πασ hο γεγεννημενοσ εκ του θεου ουχ hαμαρτανει, αλλ hο γεννηθεισ εκ του θεου τηρει hεαυτον, και hο πονηροσ ουχ hαπτεται αυτου. οιδαμεν hοτι εκ του θεου εσμεν, και hο κοσμοσ hολοσ εν τω πονηρω κειται. οιδαμεν δε hοτι hο hυιοσ του θεου hηκει, και δεδωκεν hημιν διανοιαν hινα γινωσκωμεν τον αληθινον • και εσμεν εν τω αληθινω, εν τω hυιω αυτου ιηhοσυα χριστω • hουτοσ εστιν hο αληθινοσ θεοσ και ζωη αιωνιοσ. τεκνια, φυλαξατε hεαυτουσ απο των ειδωλων.

ιωαννου επιστολη β’

1

hο πρεσβυτεροσ εκλεκτη κυρια και τοισ τεκνοισ αυτησ, hουσ εγω αγαπω εν αληθεια, — και ουκ εγω μονοσ αλλα και παντεσ hοι εγνωκοτεσ την αληθειαν, — δια την αληθειαν την μενουσαν εν hημιν, και μεθ hημων εσται εισ τον αιωνα. εσται μεθ hυμων χαρισ ελεοσ ειρηνη παρα θεου πατροσ και παρα κυριου ιηhοσυα χριστου του hυιου του πατροσ, εν αληθεια και αγαπη. εχαρην λιαν hοτι hευρηκα εκ των τεκνων σου περιπατουντασ εν αληθεια καθωσ εντολην ελαβομεν παρα του πατροσ. και νυν ερωτω σε, κυρια, ουχ hωσ εντολην γραφων σοι καινην αλλα hην ειχομεν απ αρχησ, hινα αγαπωμεν αλληλουσ • και hαυτη εστιν hη αγαπη, hινα περιπατωμεν κατα τασ εντολασ αυτου. hαυτη εστιν hη εντολη, καθωσ ηκουσατε απ αρχησ, hινα εν αυτη περιπατητε • hοτι πολλοι πλανοι εξηλθον εισ τον κοσμον, hοι μη hομολογουντεσ ιηhοσυα χριστον ερχομενον εν σαρκι • hουτοσ εστιν hο πλανοσ και hο αντιχριστοσ. βλεπετε hεαυτουσ, hινα μη απολεσωμεν hα ειργασαμεθα, αλλα μισθον πληρη απολαβωμεν. πασ hο προαγων και μη μενων εν τη διδαχη του χριστου θεον ουκ εχει. hο μενων εν τη διδαχη, hουτοσ και τον πατερα και τον hυιον εχει. ει τισ ερχεται προσ hυμασ και ταυτην την διδαχην ου φερει, μη λαμβανετε αυτον εισ οικιαν και χαιρειν αυτω μη λεγετε, hο γαρ λεγων αυτω χαιρειν κοινωνει τοισ εργοισ αυτου τοισ πονηροισ. πολλα εχων hυμιν γραφειν ουκ εβουληθην δια χαρτου και μελανοσ, αλλα ελπιζω ελθειν προσ hυμασ και στομα προσ στομα λαλησαι, hινα hη χαρα hημων η πεπληρωμενη. ασπαζεται σε τα τεκνα τησ αδελφησ σου τησ εκληκτησ.

ιωαννου επιστολη γ’

1

hο πρεσβυτεροσ γαιω τω αγαπητω, hον εγω αγαπω εν αληθεια. αγαπητε, περι παντων ευχομαι σε ευοδουσθαι και hυγιαινειν, καθωσ ευοδουται σου hη ψυχη • εχαρην γαρ λιαν ερχομενων αδελφων και μαρτυρουντων σου τη αληθεια, καθωσ συ εν αληθεια περιπατεισ. μειζοτεραν τουτων ουκ εχω χαραν, hινα ακουω τα εμα τεκνα εν τη αληθεια περιπατουντα. αγαπητε, πιστον ποιεισ hο εαν εργαση εισ τουσ αδελφουσ και τουτο ξενουσ, hοι εμαρτυρησαν σου τη αγαπη ενωπιον εκκλησιασ • hουσ καλωσ ποιησεισ προπεμψασ αξιωσ του θεου, hυπερ γαρ του ονοματοσ εξηλθον μηδεν λαμβανοντεσ απο των εθνικων. hημεισ ουν οφειλομεν hυπολαμβανειν τουσ τοιουτουσ, hινα συνεργοι γινωμεθα τη αληθεια. εγραψα τι τη εκκλησια • αλλ hο φιλοπρωτευων αυτων διοτρεφησ ουκ επιδεχεται hημασ • δια τουτο, εαν ελθω, hυπομνησω αυτου τα εργα hα ποιει λογοισ πονηροισ φλυαρων hημασ • και μη αρκουμενοσ επι τουτοισ ουτε αυτοσ επιδεχεται τουσ αδελφουσ και τουσ βουλομενουσ κωλυει και εκ τησ εκκλησιασ εκβαλλει. αγαπητε, μη μιμου το κακον αλλα το αγαθον. hο αγαθοποιων εκ του θεου εστιν • hο κακοποιων ουχ hεωρακεν τον θεον. δημητριω μεμαρτυρηται hυπο παντων και hυπ αυτησ τησ αληθειασ • και hημεισ δε μαρτυρουμεν, και οιδασ hοτι hη μαρτυρια hημων αληθησ εστιν. πολλα ειχον γραψαι σοι, αλλ ου θελω δια μελανοσ και καλαμου σοι γραφειν, ελπιζω δε ευθεωσ ιδειν σε, και στομα προσ στομα λαλησομεν. ειρηνη σοι. ασπαζονται σε hοι φιλοι. ασπαζου τουσ φιλουσ κατ ονομα.

ιουδα επιστολη

1

ιηhυδασ ιηhοσυα χριστου δουλοσ, αδελφοσ δε ιακωβου, τοισ εν θεω πατρι ηγαπημενοισ και ιηhοσυα χριστω τετηρημενοισ κλητοισ • ελεοσ hυμιν και ειρηνη και αγαπη πληθυνθειη. αγαπητοι, πασαν σπουδην ποιουμενοσ γραφειν hυμιν περι τησ κοινησ hημων σωτηριασ, αναγκην εσχον γραψαι hυμιν παρακαλων επαγωνιζεσθαι τη hαπαξ παραδοθειση τοισ hαγιοισ πιστει • παρεισεδυσαν γαρ τινεσ ανθρωποι, hοι παλαι προγεγραμμενοι εισ τουτο το κριμα ασεβεισ, την του θεου hημων χαριν μετατιθεντεσ εισ ασελγειαν και τον μονον δεσποτην και κυριον hημων ιηhοσυα χριστον αρνουμενοι. hυπομνησαι δε hυμασ βουλομαι, ειδοτασ hυμασ hαπαξ παντα, hοτι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh λαον εκ γησ αιγυπτου σωσασ το δευτερον τουσ μη πιστευσαντασ απωλεσεν • αγγελουσ τε τουσ μη τηρησαντασ την hεαυτων αρχην αλλα απολιποντασ το ιδιον οικητηριον εισ κρισιν μεγαλησ hημερασ δεσμοισ αιδιοισ hυπο ζοφον τετηρηκεν • hωσ σοδομα και γομορρα και hαι περι αυτασ πολεισ, τον hομοιον τροπον τουτοισ εκπορνευσασαι και απελθουσαι οπισω σαρκοσ hετερασ, προκεινται δειγμα, πυροσ αιωνιου δικην hυπεχουσαι. hομοιωσ μεντοι και hουτοι ενυπνιαζομενοι σαρκα μεν μιαινουσιν, κυριοτητα δε αθετουσιν, δοξασ δε βλασφημουσιν. hο δε μιχαηλ hο αρχαγγελοσ, hοτε τω διαβολω διακρινομενοσ διελεγετο περι του μωυσεωσ σωματοσ, ουκ ετολμησεν κρισιν επενεγκειν βλασφημιασ • αλλ ειπεν επιτιμησαι σοι κυριοσ. hουτοι δε hοσα μεν ουκ οιδασιν βλασφημουσιν, hοσα δε φυσικωσ hωσ τα αλογα ζωα επιστανται, εν τουτοισ φθειρονται. ουαι αυτοισ, hοτι τη hοδω του καιν επορευθησαν, και τη πλανη του βαλααμ μισθου εξεχυθησαν, και τη αντιλογια του κορε απωλοντο. hουτοι εισιν εν ταισ αγαπαισ hυμων σπιλαδεσ, συνευωχουμενοι αφοβωσ, hεαυτουσ ποιμαινοντεσ • νεφελαι ανυδροι hυπο ανεμων παραφερομεναι • δενδρα φθινοπωρινα, ακαρπα, δισ αποθανοντα, εκριζωθεντα • κυματα αγρια θαλασσησ επαφριζοντα τασ hεαυτων αισχυνασ • αστερεσ πλανηται, hοισ hο ζοφοσ του σκοτουσ εισ αιωνα τετηρηται. προεφητευσεν δε και τουτοισ hεβδομοσ απο αδαμ ενωχ λεγων • ιδου ηλθεν κυριοσ εν hαγιαισ μυριασιν αυτου, ποιησαι κρισιν κατα παντων και ελεγξαι παντασ τουσ ασεβεισ αυτων περι παντων των εργων ασεβειασ αυτων hων ησεβησαν και περι παντων των σκληρων hων ελαλησαν κατ αυτου hαμαρτωλοι ασεβεισ. hουτοι εισιν γογγυσται μεμψιμοιροι, κατα τασ επιθυμιασ hεαυτων πορευομενοι, (και το στομα αυτων λαλει hυπερογκα), θαυμαζοντεσ προσωπα ωφελειασ χαριν. hυμεισ δε, αγαπητοι, μνησθητε των ρηματων των προειρημενων hυπο των αποστολων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου hοτι ελεγον hυμιν hοτι επ εσχατου του χρονου εσονται εμπαικται κατα τασ hεαυτων επιθυμιασ πορευομενοι των ασεβειων • hουτοι εισιν hοι αποδιοριζοντεσ, ψυχικοι, πνευμα μη εχοντεσ. hυμεισ δε, αγαπητοι, εποικοδομουντεσ hεαυτουσ τη hαγιωτατη hυμων πιστει, εν πνευματι hαγιω προσευχομενοι, hεαυτουσ εν αγαπη θεου τηρησατε, προσδεχομενοι το ελεοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου εισ ζωην αιωνιον • και hουσ μεν ελεγχετε διακρινομενουσ • hουσ δε εν φοβω σωζετε εκ πυροσ hαρπαζοντεσ, μισουντεσ και τον απο τησ σαρκοσ εσπιλωμενον χιτωνα. τω δε δυναμενω φυλαξαι hυμασ απταιστουσ και στησαι κατενωπιον τησ δοξησ αυτου αμωμουσ εν αγαλλιασει, μονω θεω σωτηρι hημων δια ιηhοσυα χριστου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων δοξα, μεγαλωσυνη, κρατοσ και εξουσια προ παντοσ του αιωνοσ και νυν και εισ παντασ τουσ αιωνασ • αμην.

ιηhοσυα κατα μαθθαιον

1

βιβλοσ γενεσεωσ ιηhοσυα χριστου hυιου δαυιδ hυιου αβραhαμ. αβραhαμ εγεννησεν τον ισαακ, ισαακ δε εγεννησεν τον ιακωβ, ιακωβ δε εγεννησεν τον ιηhυδαν και τουσ αδελφουσ αυτου, ιηhυδασ δε εγεννησεν τον φαρεσ και τον ζαρα εκ τησ θαμαρ, φαρεσ δε εγεννησεν τον εσρωμ, εσρωμ δε εγεννησεν τον αραμ, αραμ δε εγεννησεν τον αμιναδαβ, αμιναδαβ δε εγεννησεν τον ναασσων, ναασσων δε εγεννγσεν τον σαλμων, σαλμων δε εγεννησεν τον βοοζ εκ τησ ραχαβ, βοοζ δε εγεννησεν τον ωβηδ εκ τησ ρουθ, ωβηδ δε εγεννησεν τον ιεσσαι, ιεσσαι δε εγεννησεν τον δαυιδ τον βασιλεα, δαυιδ δε hο βασιλευσ εγεννησεν τον σολομωνα εκ τησ του ουριου, σολομων δε εγεννησεν τον ροβοαμ, ροβοαμ δε εγεννησεν τον αβια, αβια δε εγεννησεν τον ασα, ασα δε εγεννησεν τον ιωσαφατ, ιωσαφατ δε εγεννησεν τον ιωραμ, ιωραμ δε εγεννησεν τον οζιαν, οζιασ δε εγεννησεν τον ιωαθαμ, ιωαθαμ δε εγεννησεν τον αχαζ, αχαζ δε εγεννησεν τον εζεκιαν, εζεκιασ δε εγεννησεν τον μανασση, μανασσησ δε εγεννησεν τον αμων, αμων δε εγεννησεν τον ιωσιαν, ιωσιασ δε εγεννησεν τον ιεχονιαν και τουσ αδελφουσ αυτου επι τησ μετοικεσιασ βαβυλωνοσ, μετα δε την μετοικεσιαν βαβυλωνοσ ιεχονιασ εγεννησεν τον σαλαθιηλ, σαλαθιηλ δε εγεννησεν τον ζοροβαβελ, ζοροβαβελ δε εγεννησεν τον αβιουδ, αβιουδ δε εγεννησεν τον ελιακειμ, ελιακειμ δε εγεννησεν τον αζωρ, αζωρ δε εγεννησεν τον σαδωκ, σαδωκ δε εγεννησεν τον αχειμ, αχειμ δε εγεννησεν τον ελιουδ, ελιουδ δε εγεννησεν τον ελεαζαρ, ελεαζαρ δε εγεννησεν τον ματθαν, ματθαν δε εγεννησεν τον ιακωβ, ιακωβ δε εγεννησεν τον ιωσηφ τον ανδρα μαριασ, εξ hησ εγεννηθη ιηhοσυα hο λεγομενοσ χριστοσ. πασαι ουν hαι γενεαι απο αβραhαμ hεωσ δαυιδ γενεαι δεκατεσσαρεσ, και απο δαυιδ hεωσ τησ μετοικεσιασ βαβυλωνοσ γενεαι δεκατεσσαρεσ, και απο τησ μετοικεσιασ βαβυλωνοσ hεωσ του χριστου γενεαι δεκατεσσαρεσ. του δε ιηhοσυα χριστου hη γενεσισ hουτωσ ην. μνηστευθεισησ τησ μητροσ αυτου μαριασ τω ιωσηφ, πριν η συνελθειν αυτουσ hευρεθη εν γαστρι εχουσα εκ πνευματοσ hαγιου. ιωσηφ δε hο ανηρ αυτησ, δικαιοσ ων και μη θελων αυτην παραδειγματισαι, εβουληθη λαθρα απολυσαι αυτην. ταυτα δε αυτου ενθυμηθεντοσ, ιδου αγγελοσ κυριου κατ οναρ εφανη αυτω λεγων • ιωσηφ hυιοσ δαυιδ, μη φοβηθησ παραλαβειν μαριαμ την γυναικα σου • το γαρ εν αυτη γεννηθεν εκ πνευματοσ εστιν hαγιου. τεξεται δε hυιον, και καλεσεισ το ονομα αυτου ιηhοσυα • αυτοσ γαρ σωσει τον λαον αυτου απο των hαμαρτιων αυτων. τουτο δε hολον γεγονεν hινα πληρωθη το ρηθεν hυπο κυριου δια του προφητου λεγοντοσ • ιδου hη παρθενοσ εν γαστρι hεξει και τεξεται hυιον, και καλεσουσιν το ονομα αυτου εμμανουηλ, hο εστιν μεθερμηνευομενον μεθ hημων hο θεοσ. διεγερθεισ δε hο ιωσηφ απο του hυπνου εποιησεν hωσ προσεταξεν αυτω hο αγγελοσ κυριου, και παρελαβεν την γυναικα αυτου • και ουκ εγινωσκεν αυτην hεωσ hου ετεκεν τον hυιον αυτησ τον πρωτοτοκον • και εκαλεσεν το ονομα αυτου ιηhοσυα.

2

του δε ιηhοσυα γεννηθεντοσ εν βηθλεεμ τησ ιηhυδαιασ εν hημεραισ hηρωδου του βασιλεωσ, ιδου μαγοι απο ανατολων παρεγενοντο εισ hιεροσολυμα λεγοντεσ • που εστιν hο τεχθεισ βασιλευσ των ιηhυδαιων; ειδομεν γαρ αυτου τον αστερα εν τη ανατολη, και ηλθομεν προσκυνησαι αυτω. ακουσασ δε hο βασιλευσ hηρωδησ εταραχθη, και πασα ιεροσολυμα μετ αυτου, και συναγαγων παντασ τουσ αρχιερεισ και γραμματεισ του λαου επυνθανετο παρ αυτων που hο χριστοσ γενναται. hοι δε ειπον αυτω • εν βηθλεεμ τησ ιηhυδαιασ • hουτωσ γαρ γεγραπται δια του προφητου • και συ βηθλεεμ, γη ιηhυδα, ουδαμωσ ελαχιστη ει εν τοισ hηγεμοσιν ιηhυδα • εκ σου γαρ εξελευσεται hηγουμενοσ, hοστισ ποιμανει τον λαον μου τον ισραηλ. τοτε hηρωδησ λαθρα καλεσασ τουσ μαγουσ ηκριβωσεν παρ αυτων τον χρονον του φαινομενου αστεροσ, και πεμψασ αυτουσ εισ βηθλεεμ ειπεν • πορευθεντεσ ακριβωσ εξετασατε περι του παιδιου • επαν δε hευρητε, απαγγειλατε μοι, hοπωσ καγω ελθων προσκυνησω αυτω. hοι δε ακουσαντεσ του βασιλεωσ επορευθησαν • και ιδου hο αστηρ hον ειδον εν τη ανατολη προηγεν αυτουσ, hεωσ ελθων εστη επανω hου ην το παιδιον. ιδοντεσ δε τον αστερα εχαρησαν χαραν μεγαλην σφοδρα. και ελθοντεσ εισ την οικιαν ειδον το παιδιον μετα μαριασ τησ μητροσ αυτου, και πεσοντεσ προσεκυνησαν αυτω, και ανοιξαντεσ τουσ θησαυρουσ αυτων προσηνεγκαν αυτω δωρα, χρυσον και λιβανον και σμυρναν. και χρηματισθεντεσ κατ οναρ, μη ανακαμψαι προσ hηρωδην, δι αλλησ hοδου ανεχωρησαν εισ την χωραν αυτων. αναχωρησαντων δε αυτων, ιδου αγγελοσ κυριου φαινεται κατ οναρ τω ιωσηφ λεγων • εγερθεισ παραλαβε το παιδιον και την μητερα αυτου και φευγε εισ αιγυπτον, και ισθι εκει hεωσ αν ειπω σοι • μελλει γαρ hηρωδησ ζητειν το παιδιον του απολεσαι αυτο. hο δε εγερθεισ παρελαβεν το παιδιον και την μητερα αυτου νυκτοσ και ανεχωρησεν εισ αιγυπτον, και ην εκει hεωσ τησ τελευτησ hηρωδου, hινα πληρωθη το ρηθεν hυπο κυριου δια του προφητου λεγοντοσ • εξ αιγυπτου εκαλεσα τον hυιον μου. τοτε hηρωδησ ιδων hοτι ενεπαιχθη hυπο των μαγων, εθυμωθη λιαν, και αποστειλασ ανειλεν παντασ τουσ παιδασ τουσ εν βηθλεεμ και εν πασι τοισ hοριοισ αυτησ απο διετουσ και κατωτερω, κατα τον χρονον hον ηκριβωσεν παρα των μαγων. τοτε επληρωθη το ρηθεν δια hιερεμιου του προφητου λεγοντοσ • φωνη εν ραμα ηκουσθη, [θρηνοσ και] κλαυθμοσ και οδυρμοσ πολυσ, ραχηλ κλαιουσα τα τεκνα αυτησ • και ουκ ηθελεν παρακληθηναι, hοτι ουκ εισιν. τελευτησαντοσ δε του hηρωδου, ιδου αγγελοσ κυριου κατ οναρ φαινεται τω ιωσηφ εν αιγυπτω λεγων • εγερθεισ παραλαβε το παιδιον και την μητερα αυτου και πορευου εισ γην ισραηλ • τεθνηκασιν γαρ hοι ζητουντεσ την ψυχην του παιδιου. hο δε εγερθεισ παρελαβεν το παιδιον και την μητερα αυτου και ηλθεν εισ γην ισραηλ. ακουσασ δε hοτι αρχελαοσ βασιλευει επι τησ ιηhυδαιασ αντι hηρωδου του πατροσ αυτου, εφοβηθη εκει απελθειν • χρηματισθεισ δε κατ οναρ ανεχωρησεν εισ τα μερη τησ γαλιλαιασ, και ελθων κατωκησεν εισ πολιν λεγομενην ναζαρεθ • hοπωσ πληρωθη το ρηθεν δια των προφητων hοτι ναζωραιοσ κληθησεται.

3

εν δε ταισ hημεραισ εκειναισ παραγινεται ιωαννησ hο βαπτιστησ κηρυσσων εν τη ερημω τησ ιηhυδαιασ και λεγων • μετανοειτε • ηγγικεν γαρ hη βασιλεια των ουρανων. hουτοσ γαρ εστιν hο ρηθεισ δια ησαιου του προφητου λεγοντοσ • φωνη βοωντοσ εν τη ερημω • hετοιμασατε την hοδον κυριου, ευθειασ ποιειτε τασ τριβουσ αυτου. αυτοσ δε hο ιωαννησ ειχεν το ενδυμα αυτου απο τριχων καμηλου και ζωνην δερματινην περι την οσφυν αυτου • hη δε τροφη ην αυτου ακριδεσ και μελι αγριον. τοτε εξεπορευετο προσ αυτον hιεροσολυμα και πασα hη ιηhυδαια και πασα hη περιχωροσ του ιορδανου, και εβαπτιζοντο εν τω ιορδανη hυπ αυτου εξομολογουμενοι τασ hαμαρτιασ αυτων. ιδων δε πολλουσ των φαρισαιων και σαδδουκαιων ερχομενουσ επι το βαπτισμα αυτου, ειπεν αυτοισ • γεννηματα εχιδνων, τισ hυπεδειξεν hυμιν φυγειν απο τησ μελλουσησ οργησ; ποιησατε ουν καρπον αξιον τησ μετανοιασ, και μη δοξητε λεγειν εν hεαυτοισ • πατερα εχομεν τον αβραhαμ • λεγω γαρ hυμιν hοτι δυναται hο θεοσ εκ των λιθων τουτων εγειραι τεκνα τω αβραhαμ. ηδη δε hη αξινη προσ την ριζαν των δενδρων κειται • παν ουν δενδρον μη ποιουν καρπον καλον εκκοπτεται και εισ πυρ βαλλεται. εγω μεν hυμασ βαπτιζω εν hυδατι εισ μετανοιαν • hο δε οπισω μου ερχομενοσ ισχυροτεροσ μου εστιν, hου ουκ ειμι hικανοσ τα hυποδηματα βαστασαι • αυτοσ hυμασ βαπτισει εν πνευματι hαγιω και πυρι. hου το πτυον εν τη χειρι αυτου, και διακαθαριει την hαλωνα αυτου, και συναξει τον σιτον αυτου εισ την αποθηκην • το δε αχυρον κατακαυσει πυρι ασβεστω. τοτε παραγινεται hο ιηhοσυα απο τησ γαλιλαιασ επι τον ιορδανην προσ τον ιωαννην του βαπτισθηναι hυπ αυτου • hο δε ιωαννησ διεκωλυεν αυτον λεγων • εγω χρειαν εχω hυπο σου βαπτισθηναι, και συ ερχη προσ με; αποκριθεισ δε hο ιηhοσυα ειπεν προσ αυτον • αφεσ αρτι, hουτωσ γαρ πρεπον εστιν hημιν πληρωσαι πασαν δικαιοσυνην. τοτε αφιησιν αυτον. και βαπτισθεισ hο ιηhοσυα ευθυσ ανεβη απο του hυδατοσ • και ιδου ανεωχθησαν αυτω hοι ουρανοι, και ειδεν το πνευμα του θεου καταβαινον hωσει περιστεραν και ερχομενον επ αυτον. και ιδου φωνη εκ των ουρανων λεγουσα • hουτοσ εστιν hο hυιοσ μου hο αγαπητοσ, εν hω ευδοκησα.

4

τοτε hο ιηhοσυα ανηχθη εισ την ερημον hυπο του πνευματοσ, πειρασθηναι hυπο του διαβολου. και νηστευσασ hημερασ τεσσερακοντα και νυκτασ τεσσερακοντα, hυστερον επεινασεν. και προσελθων αυτω hο πειραζων ειπεν • ει hυιοσ ει του θεου, ειπε hινα hοι λιθοι hουτοι αρτοι γενωνται. hο δε αποκριθεισ ειπεν • γεγραπται • ουκ επ αρτω μονω ζησεται hο ανθρωποσ, αλλ επι παντι ρηματι εκπορευομενω δια στοματοσ θεου. τοτε παραλαμβανει αυτον hο διαβολοσ εισ την hαγιαν πολιν και hιστησιν αυτον επι το πτερυγιον του hιερου, και λεγει αυτω • ει hυιοσ ει του θεου, βαλε σεαυτον κατω • γεγραπται γαρ hοτι τοισ αγγελοισ αυτου εντελειται περι σου και επι χειρων αρουσιν σε, μηποτε προσκοψησ προσ λιθον τον ποδα σου. εφη αυτω hο ιηhοσυα • παλιν γεγραπται • ουκ εκπειρασεισ κυριον τον θεον σου. παλιν παραλαμβανει αυτον hο διαβολοσ εισ οροσ hυψηλον λιαν και δεικνυσιν αυτω πασασ τασ βασιλειασ του κοσμου και την δοξαν αυτων, και λεγει αυτω • ταυτα σοι παντα δωσω, εαν πεσων προσκυνησησ μοι. τοτε λεγει αυτω hο ιηhοσυα • hυπαγε, σατανα • γεγραπται γαρ • κυριον τον θεον σου προσκυνησεισ και αυτω μονω λατρευσεισ. τοτε αφιησιν αυτον hο διαβολοσ, και ιδου αγγελοι προσηλθον και διηκονουν αυτω. ακουσασ δε hοτι ιωαννησ παρεδοθη, ανεχωρησεν εισ την γαλιλαιαν. και καταλιπων την ναζαρεθ ελθων κατωκησεν εισ καπερναουμ την παραθαλασσιαν εν hοριοισ ζαβουλων και νεφθαλιμ, hινα πληρωθη το ρηθεν δια ησαιου του προφητου λεγοντοσ • γη ζαβουλων και γη νεφθαλιμ, hοδον θαλασσησ περαν του ιορδανου, γαλιλαια των εθνων, hο λαοσ hο καθημενοσ εν σκοτει φωσ ειδεν μεγα, και τοισ καθημενοισ εν χωρα και σκια θανατου φωσ ανετειλεν αυτοισ. απο τοτε ηρξατο hο ιηhοσυα κηρυσσειν και λεγειν • μετανοειτε • ηγγικεν γαρ hη βασιλεια των ουρανων. περιπατων δε παρα την θαλασσαν τησ γαλιλαιασ ειδεν δυο αδελφουσ, σιμωνα τον λεγομενον πετρον και ανδρεαν τον αδελφον αυτου, βαλλοντασ αμφιβληστρον εισ την θαλασσαν • ησαν γαρ hαλιεισ. και λεγει αυτοισ • δευτε οπισω μου, και ποιησω hυμασ hαλιεισ ανθρωπων. hοι δε ευθεωσ αφεντεσ τα δικτυα αυτων ηκολουθησαν αυτω. και προβασ εκειθεν ειδεν αλλουσ δυο αδελφουσ, ιακωβον τον του ζεβεδαιου και ιωαννην τον αδελφον αυτου, εν τω πλοιω μετα ζεβεδαιου του πατροσ αυτων καταρτιζοντασ τα δικτυα αυτων, και εκαλεσεν αυτουσ. hοι δε ευθεωσ αφεντεσ το πλοιον και τον πατερα αυτων ηκολουθησαν αυτω. και περιηγεν hολην την γαλιλαιαν hο ιηhοσυα, διδασκων εν ταισ συναγωγαισ αυτων και κηρυσσων το ευαγγελιον τησ βασιλειασ και θεραπευων πασαν νοσον και πασαν μαλακιαν εν τω λαω. και απηλθεν hη ακοη αυτου εισ hολην την συριαν • και προσηνεγκαν αυτω παντασ τουσ κακωσ εχοντασ, ποικιλαισ νοσοισ και βασανοισ συνεχομενουσ, και δαιμονιζομενουσ, και σεληνιαζομενουσ, και παραλυτικουσ, και εθεραπευσεν αυτουσ. και ηκολουθησαν αυτω οχλοι πολλοι απο τησ γαλιλαιασ και δεκαπολεωσ και hιεροσολυμων και ιηhυδαιασ και περαν του ιορδανου.

5

ιδων δε τουσ οχλουσ ανεβη εισ το οροσ • και καθισαντοσ αυτου προσηλθον αυτω hοι μαθηται αυτου • και ανοιξασ το στομα αυτου εδιδασκεν αυτουσ λεγων • μακαριοι hοι πτωχοι τω πνευματι, hοτι αυτων εστιν hη βασιλεια των ουρανων. μακαριοι hοι πενθουντεσ, hοτι αυτοι παρακληθησονται. μακαριοι hοι πραεισ, hοτι αυτοι κληρονομησουσιν την γην. μακαριοι hοι πεινωντεσ και διψωντεσ την δικαιοσυνην, hοτι αυτοι χορτασθησονται. μακαριοι hοι ελεημονεσ, hοτι αυτοι ελεηθησονται. μακαριοι hοι καθαροι τη καρδια, hοτι αυτοι τον θεον οψονται. μακαριοι hοι ειρηνοποιοι, hοτι αυτοι hυιοι θεου κληθησονται. μακαριοι hοι δεδιωγμενοι hενεκεν δικαιοσυνησ, hοτι αυτων εστιν hη βασιλεια των ουρανων. μακαριοι εστε hοταν ονειδισωσιν hυμασ και διωξωσιν και ειπωσιν παν πονηρον καθ hυμων ψευδομενοι hενεκεν εμου. χαιρετε και αγαλλιασθε, hοτι hο μισθοσ hυμων πολυσ εν τοισ ουρανοισ • hουτωσ γαρ εδιωξαν τουσ προφητασ τουσ προ hυμων. hυμεισ εστε το hαλασ τησ γησ • εαν δε το hαλασ μωρανθη, εν τινι hαλισθησεται; εισ ουδεν ισχυει ετι ει μη βληθηναι εξω καταπατεισθαι hυπο των ανθρωπων. hυμεισ εστε το φωσ του κοσμου. ου δυναται πολισ κρυβηναι επανω ορουσ κειμενη • ουδε καιουσιν λυχνον και τιθεασιν αυτον hυπο τον μοδιον αλλ επι την λυχνιαν, και λαμπει πασιν τοισ εν τη οικια. hουτωσ λαμψατω το φωσ hυμων εμπροσθεν των ανθρωπων, hοπωσ ιδωσιν hυμων τα καλα εργα και δοξασωσιν τον πατερα hυμων τον εν τοισ ουρανοισ. μη νομισητε hοτι ηλθον καταλυσαι τον νομον η τουσ προφητασ • ουκ ηλθον καταλυσαι αλλα πληρωσαι. αμην γαρ λεγω hυμιν, hεωσ αν παρελθη hο ουρανοσ και hη γη, ιωτα hεν η μια κεραια ου μη παρελθη απο του νομου, hεωσ αν παντα γενηται. hοσ εαν ουν λυση μιαν των εντολων τουτων των ελαχιστων και διδαξη hουτωσ τουσ ανθρωπουσ, ελαχιστοσ κληθησεται εν τη βασιλεια των ουρανων • hοσ δ αν ποιηση και διδαξη, hουτοσ μεγασ κληθησεται εν τη βασιλεια των ουρανων. λεγω γαρ hυμιν hοτι εαν μη περισσευση hυμων hη δικαιοσυνη πλειον των γραμματεων και φαρισαιων, ου μη εισελθητε εισ την βασιλειαν των ουρανων. ηκουσατε hοτι ερρεθη τοισ αρχαιοισ • ου φονευσεισ • hοσ δ αν φονευση, ενοχοσ εσται τη κρισει. εγω δε λεγω hυμιν hοτι πασ hο οργιζομενοσ τω αδελφω αυτου εικη ενοχοσ εσται τη κρισει • hοσ δ αν ειπη τω αδελφω αυτου • ρακα, ενοχοσ εσται τω συνεδριω • hοσ δ αν ειπη • μωρε, ενοχοσ εσται εισ την γεενναν του πυροσ. εαν ουν προσφερησ το δωρον σου επι το θυσιαστηριον κακει μνησθησ hοτι hο αδελφοσ σου εχει τι κατα σου, αφεσ εκει το δωρον σου εμπροσθεν του θυσιαστηριου και hυπαγε πρωτον διαλλαγηθι τω αδελφω σου, και τοτε ελθων προσφερε το δωρον σου. ισθι ευνοων τω αντιδικω σου ταχυ hεωσ hοτου ει μετ αυτου εν τη hοδω, μηποτε σε παραδω hο αντιδικοσ τω κριτη, και hο κριτησ σε παραδω τω hυπηρετη, και εισ φυλακην βληθηση • αμην λεγω σοι, ου μη εξελθησ εκειθεν hεωσ αν αποδωσ τον εσχατον κοδραντην. ηκουσατε hοτι ερρεθη • ου μοιχευσεισ. εγω δε λεγω hυμιν hοτι πασ hο βλεπων γυναικα προσ το επιθυμησαι αυτην ηδη εμοιχευσεν αυτην εν τη καρδια αυτου. ει δε hο οφθαλμοσ σου hο δεξιοσ σκανδαλιζει σε, εξελε αυτον και βαλε απο σου • συμφερει γαρ σοι hινα αποληται hεν των μελων σου και μη hολον το σωμα σου βληθη εισ γεενναν. και ει hη δεξια σου χειρ σκανδαλιζει σε, εκκοψον αυτην και βαλε απο σου • συμφερει γαρ σοι hινα αποληται hεν των μελων σου και μη hολον το σωμα σου βληθη εισ γεενναν. ερρεθη δε hοτι hοσ αν απολυση την γυναικα αυτου, δοτω αυτη αποστασιον. εγω δε λεγω hυμιν hοτι hοσ αν απολυση την γυναικα αυτου παρεκτοσ λογου πορνειασ, ποιει αυτην μοιχασθαι • και hοσ εαν απολελυμενην γαμηση, μοιχαται. παλιν ηκουσατε hοτι ερρεθη τοισ αρχαιοισ • ουκ επιορκησεισ, αποδωσεισ δε τω κυριω τουσ hορκουσ σου. εγω δε λεγω hυμιν μη ομοσαι hολωσ • μητε εν τω ουρανω, hοτι θρονοσ εστιν του θεου • μητε εν τη γη, hοτι hυποποδιον εστιν των ποδων αυτου • μητε εισ hιεροσολυμα, hοτι πολισ εστιν του μεγαλου βασιλεωσ. μητε εν τη κεφαλη σου ομοσησ, hοτι ου δυνασαι μιαν τριχα λευκην ποιησαι η μελαιναν. εστω δε hο λογοσ hυμων ναι ναι, ου ου • το δε περισσον τουτων εκ του πονηρου εστιν. ηκουσατε hοτι ερρεθη • οφθαλμον αντι οφθαλμου και οδοντα αντι οδοντοσ. εγω δε λεγω hυμιν μη αντιστηναι τω πονηρω • αλλ hοστισ σε ραπιζει εισ την δεξιαν σιαγονα, στρεψον αυτω και την αλλην • και τω θελοντι σοι κριθηναι και τον χιτωνα σου λαβειν, αφεσ αυτω και το hιματιον • και hοστισ σε αγγαρευσει μιλιον hεν, hυπαγε μετ αυτου δυο. τω αιτουντι σε δοσ, και τον θελοντα απο σου δανισασθαι μη αποστραφησ. ηκουσατε hοτι ερρεθη • αγαπησεισ τον πλησιον σου και μισησεισ τον εχθρον σου. εγω δε λεγω hυμιν, αγαπατε τουσ εχθρουσ hυμων, [ευλογειτε τουσ καταρωμενουσ hυμασ, καλωσ ποιειτε τοισ μισουσιν hυμασ] και προσευχεσθε hυπερ των [επηρεαζοντων hυμασ και] διωκοντων hυμασ, hοπωσ γενησθε hυιοι του πατροσ hυμων του εν ουρανοισ, hοτι τον hηλιον αυτου ανατελλει επι πονηρουσ και αγαθουσ και βρεχει επι δικαιουσ και αδικουσ. εαν γαρ αγαπησητε τουσ αγαπωντασ hυμασ, τινα μισθον εχετε; ουχι και hοι τελωναι το αυτο ποιουσιν; και εαν ασπασησθε τουσ αδελφουσ hυμων μονον, τι περισσον ποιειτε; ουχι και hοι εθνικοι hουτωσ ποιουσιν; εσεσθε ουν hυμεισ τελειοι hωσπερ hο πατηρ hυμων hο ουρανιοσ τελειοσ εστιν.

6

προσεχετε την ελεημοσυνην hυμων μη ποιειν εμπροσθεν των ανθρωπων προσ το θεαθηναι αυτοισ • ει δε μη γε, μισθον ουκ εχετε παρα τω πατρι hυμων τω εν τοισ ουρανοισ. hοταν ουν ποιησ ελεημοσυνην, μη σαλπισησ εμπροσθεν σου, hωσπερ hοι hυποκριται ποιουσιν εν ταισ συναγωγαισ και εν ταισ ρυμαισ, hοπωσ δοξασθωσιν hυπο των ανθρωπων. αμην λεγω hυμιν, απεχουσιν τον μισθον αυτων. σου δε ποιουντοσ ελεημοσυνην μη γνωτω hη αριστερα σου τι ποιει hη δεξια σου, hοπωσ η σου hη ελεημοσυνη εν τω κρυπτω • και hο πατηρ σου hο βλεπων εν τω κρυπτω αποδωσει σοι. και hοταν προσευχη, ουκ εση hωσπερ hοι hυποκριται, hοτι φιλουσιν εν ταισ συναγωγαισ και εν ταισ γωνιαισ των πλατειων hεστωτεσ προσευχεσθαι, hοπωσ αν φανωσιν τοισ ανθρωποισ. αμην λεγω hυμιν, απεχουσιν τον μισθον αυτων. συ δε hοταν προσευχη, εισελθε εισ το ταμειον σου και κλεισασ την θυραν σου προσευξαι τω πατρι σου τω εν τω κρυπτω • και hο πατηρ σου hο βλεπων εν τω κρυπτω αποδωσει σοι. προσευχομενοι δε μη βατταλογησητε hωσπερ hοι εθνικοι, δοκουσιν γαρ hοτι εν τη πολυλογια αυτων εισακουσθησονται. μη ουν hομοιωθητε αυτοισ • οιδεν γαρ hο πατηρ hυμων hων χρειαν εχετε προ του hυμασ αιτησαι αυτον. hουτωσ ουν προσευχεσθε hυμεισ • πατερ hημων hο εν τοισ ουρανοισ, hαγιασθητω το ονομα σου • ελθατω hη βασιλεια σου • γενηθητω το θελημα σου hωσ εν ουρανω και επι γησ. τον αρτον hημων τον επιουσιον δοσ hημιν σημερον • και αφεσ hημιν τα οφειληματα hημων, hωσ και hημεισ αφιεμεν τοισ οφειλεταισ hημων • και μη εισενεγκησ hημασ εισ πειρασμον, αλλα ρυσαι hημασ απο του πονηρου. εαν γαρ αφητε τοισ ανθρωποισ τα παραπτωματα αυτων, αφησει και hυμιν hο πατηρ hυμων hο ουρανιοσ • εαν δε μη αφητε τοισ ανθρωποισ τα παραπτωματα αυτων, ουδε hο πατηρ hυμων αφησει τα παραπτωματα hυμων. hοταν δε νηστευητε, μη γινεσθε hωσπερ hοι hυποκριται σκυθρωποι, αφανιζουσιν γαρ τα προσωπα αυτων hοπωσ φανωσιν τοισ ανθρωποισ νηστευοντεσ. αμην λεγω hυμιν, απεχουσιν τον μισθον αυτων. συ δε νηστευων αλειψαι σου την κεφαλην και το προσωπον σου νιψαι, hοπωσ μη φανησ τοισ ανθρωποισ νηστευων αλλα τω πατρι σου τω εν τω κρυπτω • και hο πατηρ σου hο βλεπων εν τω κρυπτω αποδωσει σοι. μη θησαυριζετε hυμιν θησαυρουσ επι τησ γησ, hοπου σησ και βρωσισ αφανιζει, και hοπου κλεπται διορυσσουσιν και κλεπτουσιν • θησαυριζετε δε hυμιν θησαυρουσ εν ουρανω, hοπου ουτε σησ ουτε βρωσισ αφανιζει, και hοπου κλεπται ου διορυσσουσιν ουδε κλεπτουσιν • hοπου γαρ εστιν hο θησαυροσ σου, εκει εσται και hη καρδια σου. hο λυχνοσ του σωματοσ εστιν hο οφθαλμοσ • εαν ουν hο οφθαλμοσ σου hαπλουσ η, hολον το σωμα σου φωτεινον εσται • εαν δε hο οφθαλμοσ σου πονηροσ η, hολον το σωμα σου σκοτεινον εσται. ει ουν το φωσ το εν σοι σκοτοσ εστιν, το σκοτοσ ποσον. ουδεισ δυναται δυσι κυριοισ δουλευειν • η γαρ τον hενα μισησει και τον hετερον αγαπησει, η hενοσ ανθεξεται και του hετερου καταφρονησει • ου δυνασθε θεω δουλευειν και μαμωνα. δια τουτο λεγω hυμιν, μη μεριμνατε τη ψυχη hυμων τι φαγητε και τι πιητε, μηδε τω σωματι hυμων τι ενδυσησθε • ουχι hη ψυχη πλειον εστιν τησ τροφησ και το σωμα του ενδυματοσ; εμβλεψατε εισ τα πετεινα του ουρανου, hοτι ου σπειρουσιν ουδε θεριζουσιν ουδε συναγουσιν εισ αποθηκασ, και hο πατηρ hυμων hο ουρανιοσ τρεφει αυτα. ουχ hυμεισ μαλλον διαφερετε αυτων; τισ δε εξ hυμων μεριμνων δυναται προσθειναι επι την hηλικιαν αυτου πηχυν hενα; και περι ενδυματοσ τι μεριμνατε; καταμαθετε τα κρινα του αγρου πωσ αυξανει • ου κοπια ουδε νηθει • λεγω δε hυμιν hοτι ουδε σολομων εν παση τη δοξη αυτου περιεβαλετο hωσ hεν τουτων. ει δε τον χορτον του αγρου σημερον οντα και αυριον εισ κλιβανον βαλλομενον hο θεοσ hουτωσ αμφιεννυσιν, ου πολλω μαλλον hυμασ, ολιγοπιστοι; μη ουν μεριμνησητε λεγοντεσ τι φαγωμεν; η τι πιωμεν; η τι περιβαλωμεθα; παντα γαρ ταυτα τα εθνη επιζητει • οιδεν γαρ hο πατηρ hυμων hο ουρανιοσ hοτι χρηζετε τουτων hαπαντων. ζητειτε δε πρωτον την βασιλειαν του θεου και την δικαιοσυνην αυτου, και ταυτα παντα προστεθησεται hυμιν. μη ουν μεριμνησητε εισ την αυριον, hη γαρ αυριον μεριμνησει hεαυτησ • αρκετον τη hημερα hη κακια αυτησ.

7

μη κρινετε, hινα μη κριθητε • εν hω γαρ κριματι κρινετε κριθησεσθε, και εν hω μετρω μετρειτε μετρηθησεται hυμιν. τι δε βλεπεισ το καρφοσ το εν τω οφθαλμω του αδελφου σου, την δε εν τω σω οφθαλμω δοκον ου κατανοεισ; η πωσ ερεισ τω αδελφω σου • αφεσ εκβαλω το καρφοσ απο του οφθαλμου σου, και ιδου hη δοκοσ εν τω οφθαλμω σου; hυποκριτα, εκβαλε πρωτον εκ του οφθαλμου σου την δοκον, και τοτε διαβλεψεισ εκβαλειν το καρφοσ εκ του οφθαλμου του αδελφου σου. μη δωτε το hαγιον τοισ κυσιν, μηδε βαλητε τουσ μαργαριτασ hυμων εμπροσθεν των χοιρων, μηποτε καταπατησωσιν αυτουσ εν τοισ ποσιν αυτων και στραφεντεσ ρηξωσιν hυμασ. αιτειτε, και δοθησεται hυμιν • ζητειτε, και hευρησετε • κρουετε, και ανοιγησεται hυμιν. πασ γαρ hο αιτων λαμβανει, και hο ζητων hευρισκει, και τω κρουοντι ανοιγησεται. η τισ εστιν εξ hυμων ανθρωποσ, hον εαν αιτησει hο hυιοσ αυτου αρτον, μη λιθον επιδωσει αυτω; και εαν ιχθυν αιτησει, μη οφιν επιδωσει αυτω; ει ουν hυμεισ πονηροι οντεσ οιδατε δοματα αγαθα διδοναι τοισ τεκνοισ hυμων, ποσω μαλλον hο πατηρ hυμων hο εν τοισ ουρανοισ δωσει αγαθα τοισ αιτουσιν αυτον. παντα ουν hοσα αν θελητε hινα ποιωσιν hυμιν hοι ανθρωποι, hουτωσ και hυμεισ ποιειτε αυτοισ • hουτοσ γαρ εστιν hο νομοσ και hοι προφηται. εισελθατε δια τησ στενησ πυλησ • hοτι πλατεια hη πυλη και ευρυχωροσ hη hοδοσ hη απαγουσα εισ την απωλειαν, και πολλοι εισιν hοι εισερχομενοι δι αυτησ • hοτι στενη hη πυλη και τεθλιμμενη hη hοδοσ hη απαγουσα εισ την ζωην, και ολιγοι εισιν hοι hευρισκοντεσ αυτην. προσεχετε δε απο των ψευδοπροφητων, hοιτινεσ ερχονται προσ hυμασ εν ενδυμασιν προβατων, εσωθεν δε εισιν λυκοι hαρπαγεσ. απο των καρπων αυτων επιγνωσεσθε αυτουσ. μητι συλλεγουσιν απο ακανθων σταφυλην η απο τριβολων συκα; hουτωσ παν δενδρον αγαθον καρπουσ καλουσ ποιει, το δε σαπρον δενδρον καρπουσ πονηρουσ ποιει. ου δυναται δενδρον αγαθον καρπουσ πονηρουσ ποιειν, ουδε δενδρον σαπρον καρπουσ καλουσ ποιειν. παν δενδρον μη ποιουν καρπον καλον εκκοπτεται και εισ πυρ βαλλεται. αρα γε απο των καρπων αυτων επιγνωσεσθε αυτουσ. ου πασ hο λεγων μοι • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εισελευσεται εισ την βασιλειαν των ουρανων, αλλ hο ποιων το θελημα του πατροσ μου του εν ουρανοισ. πολλοι ερουσιν μοι εν εκεινη τη hημερα • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ου τω σω ονοματι επροφητευσαμεν, και τω σω ονοματι δαιμονια εξεβαλομεν, και τω σω ονοματι δυναμεισ πολλασ εποιησαμεν; και τοτε hομολογησω αυτοισ hοτι ουδεποτε εγνων hυμασ • αποχωρειτε απ εμου hοι εργαζομενοι την ανομιαν. πασ ουν hοστισ ακουει μου τουσ λογουσ τουτουσ και ποιει αυτουσ, hομοιωσω αυτον ανδρι φρονιμω, hοστισ ωκοδομησεν αυτου την οικιαν επι την πετραν • και κατεβη hη βροχη και ηλθον hοι ποταμοι και επνευσαν hοι ανεμοι και προσεπεσαν τη οικια εκεινη, και ουκ επεσεν, τεθεμελιωτο γαρ επι την πετραν. και πασ hο ακουων μου τουσ λογουσ τουτουσ και μη ποιων αυτουσ hομοιωθησεται ανδρι μωρω, hοστισ ωκοδομησεν αυτου την οικιαν επι την αμμον • και κατεβη hη βροχη και ηλθον hοι ποταμοι και επνευσαν hοι ανεμοι και προσεκοψαν τη οικια εκεινη, και επεσεν, και ην hη πτωσισ αυτησ μεγαλη. και εγενετο hοτε ετελεσεν hο ιηhοσυα τουσ λογουσ τουτουσ, εξεπλησσοντο hοι οχλοι επι τη διδαχη αυτου • ην γαρ διδασκων αυτουσ hωσ εξουσιαν εχων και ουχ hωσ hοι γραμματεισ αυτων.

8

καταβαντι δε αυτω απο του ορουσ, ηκολουθησαν αυτω οχλοι πολλοι. και ιδου λεπροσ προσελθων προσεκυνει αυτω λεγων • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εαν θελησ, δυνασαι με καθαρισαι. και εκτεινασ την χειρα hηψατο αυτου hο ιηhοσυα λεγων • θελω, καθαρισθητι. και ευθεωσ εκαθαρισθη αυτου hη λεπρα. και λεγει αυτω hο ιηhοσυα • hορα μηδενι ειπησ, αλλα hυπαγε σεαυτον δειξον τω hιερει, και προσενεγκε το δωρον hο προσεταξεν μωυσησ, εισ μαρτυριον αυτοισ. εισελθοντι δε αυτω εισ καπερναουμ, προσηλθεν αυτω hεκατονταρχοσ παρακαλων αυτον και λεγων • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hο παισ μου βεβληται εν τη οικια παραλυτικοσ, δεινωσ βασανιζομενοσ. και λεγει αυτω hο ιηhοσυα • εγω ελθων θεραπευσω αυτον. και αποκριθεισ hο hεκατονταρχοσ εφη • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ουκ ειμι hικανοσ hινα μου hυπο την στεγην εισελθησ • αλλα μονον ειπε λογω, και ιαθησεται hο παισ μου. και γαρ εγω ανθρωποσ ειμι hυπο εξουσιαν, εχων hυπ εμαυτον στρατιωτασ • και λεγω τουτω • πορευθητι, και πορευεται, και αλλω • ερχου, και ερχεται, και τω δουλω μου • ποιησον τουτο, και ποιει. ακουσασ δε hο ιηhοσυα εθαυμασεν και ειπεν τοισ ακολουθουσιν • αμην λεγω hυμιν, ουδε εν τω ισραηλ τοσαυτην πιστιν hευρον. λεγω δε hυμιν hοτι πολλοι απο ανατολων και δυσμων hηξουσιν και ανακλιθησονται μετα αβραhαμ και ισαακ και ιακωβ εν τη βασιλεια των ουρανων • hοι δε hυιοι τησ βασιλειασ εκβληθησονται εισ το σκοτοσ το εξωτερον • εκει εσται hο κλαυθμοσ και hο βρυγμοσ των οδοντων. και ειπεν hο ιηhοσυα τω hεκατονταρχη • hυπαγε, και hωσ επιστευσασ γενηθητω σοι. και ιαθη hο παισ αυτου εν τη hωρα εκεινη. και ελθων hο ιηhοσυα εισ την οικιαν πετρου ειδεν την πενθεραν αυτου βεβλημενην και πυρεσσουσαν • και hηψατο τησ χειροσ αυτησ, και αφηκεν αυτην hο πυρετοσ • και ηγερθη και διηκονει αυτω. οψιασ δε γενομενησ προσηνεγκαν αυτω δαιμονιζομενουσ πολλουσ • και εξεβαλεν τα πνευματα λογω, και παντασ τουσ κακωσ εχοντασ εθεραπευσεν • hοπωσ πληρωθη το ρηθεν δια hησαιου του προφητου λεγοντοσ • αυτοσ τασ ασθενειασ hημων ελαβεν και τασ νοσουσ εβαστασεν. ιδων δε hο ιηhοσυα πολλουσ οχλουσ περι αυτον εκελευσεν απελθειν εισ το περαν. και προσελθων hεισ γραμματευσ ειπεν αυτω • διδασκαλε, ακολουθησω σοι hοπου εαν απερχη. και λεγει αυτω hο ιηhοσυα • hαι αλωπεκεσ φωλεουσ εχουσιν και τα πετεινα του ουρανου κατασκηνωσεισ, hο δε hυιοσ του ανθρωπου ουκ εχει που την κεφαλην κλινη. hετεροσ δε των μαθητων αυτου ειπεν αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επιτρεψον μοι πρωτον απελθειν και θαψαι τον πατερα μου. hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτω • ακολουθει μοι, και αφεσ τουσ νεκρουσ θαψαι τουσ hεαυτων νεκρουσ. και εμβαντι αυτω εισ το πλοιον, ηκολουθησαν αυτω hοι μαθηται αυτου. και ιδου σεισμοσ μεγασ εγενετο εν τη θαλασση, hωστε το πλοιον καλυπτεσθαι hυπο των κυματων • αυτοσ δε εκαθευδεν. και προσελθοντεσ hοι μαθηται ηγειραν αυτον λεγοντεσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σωσον hημασ, απολλυμεθα. και λεγει αυτοισ • τι δειλοι εστε, ολιγοπιστοι; τοτε εγερθεισ επετιμησεν τοισ ανεμοισ και τη θαλασση, και εγενετο γαληνη μεγαλη. hοι δε ανθρωποι εθαυμασαν λεγοντεσ • ποταποσ εστιν hουτοσ, hοτι και hοι ανεμοι και hη θαλασσα hυπακουουσιν αυτω; και ελθοντι αυτω εισ το περαν εισ την χωραν των γεργεσηνων, hυπηντησαν αυτω δυο δαιμονιζομενοι εκ των μνημειων εξερχομενοι, χαλεποι λιαν, hωστε μη ισχυειν τινα παρελθειν δια τησ hοδου εκεινησ. και ιδου εκραξαν λεγοντεσ • τι hημιν και σοι, ιηhοσυα, hυιε του θεου; ηλθεσ hωδε προ καιρου βασανισαι hημασ; ην δε μακραν απ αυτων αγελη χοιρων πολλων βοσκομενη. hοι δε δαιμονεσ παρεκαλουν αυτον λεγοντεσ • ει εκβαλλεισ hημασ, επιτρεψον hημιν απελθειν εισ την αγελην των χοιρων. και ειπεν αυτοισ • hυπαγετε. hοι δε εξελθοντεσ απηλθον εισ την αγελην των χοιρων • και ιδου hωρμησεν πασα hη αγελη των χοιρων κατα του κρημνου εισ την θαλασσαν, και απεθανον εν τοισ hυδασιν. hοι δε βοσκοντεσ εφυγον, και απελθοντεσ εισ την πολιν απηγγειλαν παντα και τα των δαιμονιζομενων. και ιδου πασα hη πολισ εξηλθεν εισ συναντησιν τω ιηhοσυα, και ιδοντεσ αυτον παρεκαλεσαν hοπωσ μεταβη απο των hοριων αυτων.

9

και εμβασ εισ το πλοιον διεπερασεν, και ηλθεν εισ την ιδιαν πολιν. και ιδου προσεφερον αυτω παραλυτικον επι κλινησ βεβλημενον. και ιδων hο ιηhοσυα την πιστιν αυτων ειπεν τω παραλυτικω • θαρσει, τεκνον, αφεωνται σου hαι hαμαρτιαι. και ιδου τινεσ των γραμματεων ειπον εν hεαυτοισ • hουτοσ βλασφημει. και ιδων hο ιηhοσυα τασ ενθυμησεισ αυτων ειπεν • hινα τι hυμεισ ενθυμεισθε πονηρα εν ταισ καρδιαισ hυμων; τι γαρ εστιν ευκοπωτερον, ειπειν αφεωνται σου hαι hαμαρτιαι, η ειπειν εγειρε και περιπατει; hινα δε ειδητε hοτι εξουσιαν εχει hο hυιοσ του ανθρωπου επι τησ γησ αφιεναι hαμαρτιασ – τοτε λεγει τω παραλυτικω • εγερθεισ αρον σου την κλινην και hυπαγε εισ τον οικον σου. και εγερθεισ απηλθεν εισ τον οικον αυτου. ιδοντεσ δε hοι οχλοι εφοβηθησαν και εδοξασαν τον θεον τον δοντα εξουσιαν τοιαυτην τοισ ανθρωποισ. και παραγων hο ιηhοσυα εκειθεν ειδεν ανθρωπον καθημενον επι το τελωνιον, μαθθαιον λεγομενον, και λεγει αυτω • ακολουθει μοι. και αναστασ ηκολουθησεν αυτω. και εγενετο αυτου ανακειμενου εν τη οικια, και ιδου πολλοι τελωναι και hαμαρτωλοι ελθοντεσ συνανεκειντο τω ιηhοσυα και τοισ μαθηταισ αυτου. και ιδοντεσ hοι φαρισαιοι ειπον τοισ μαθηταισ αυτου • δια τι μετα των τελωνων και hαμαρτωλων εσθιει hο διδασκαλοσ hυμων; hο δε ιηhοσυα ακουσασ ειπεν αυτοισ • ου χρειαν εχουσιν hοι ισχυοντεσ ιατρου αλλ hοι κακωσ εχοντεσ. πορευθεντεσ δε μαθετε τι εστιν • ελεον θελω και ου θυσιαν • ου γαρ ηλθον καλεσαι δικαιουσ αλλα hαμαρτωλουσ. τοτε προσερχονται αυτω hοι μαθηται ιωαννου λεγοντεσ • δια τι hημεισ και hοι φαρισαιοι νηστευομεν πολλα, hοι δε μαθηται σου ου νηστευουσιν; και ειπεν αυτοισ hο ιηhοσυα • μη δυνανται hοι hυιοι του νυμφωνοσ πενθειν εφ hοσον μετ αυτων εστιν hο νυμφιοσ; ελευσονται δε hημεραι hοταν απαρθη απ αυτων hο νυμφιοσ, και τοτε νηστευσουσιν. ουδεισ δε επιβαλλει επιβλημα ρακουσ αγναφου επι hιματιω παλαιω • αιρει γαρ το πληρωμα αυτου απο του hιματιου, και χειρον σχισμα γινεται. ουδε βαλλουσιν οινον νεον εισ ασκουσ παλαιουσ • ει δε μη γε, ρηγνυνται hοι ασκοι, και hο οινοσ εκχειται και hοι ασκοι απολλυνται • αλλα βαλλουσιν οινον νεον εισ ασκουσ καινουσ, και αμφοτεροι συντηρουνται. ταυτα αυτου λαλουντοσ αυτοισ, ιδου αρχων hεισ προσελθων προσεκυνει αυτω, λεγων hοτι hη θυγατηρ μου αρτι ετελευτησεν • αλλα ελθων επιθεσ την χειρα σου επ αυτην, και ζησεται. και εγερθεισ hο ιηhοσυα ηκολουθησεν αυτω και hοι μαθηται αυτου. και ιδου γυνη hαιμορροουσα δωδεκα ετη προσελθουσα οπισθεν hηψατο του κρασπεδου του hιματιου αυτου • ελεγεν γαρ εν hεαυτη • εαν μονον hαψωμαι του hιματιου αυτου, σωθησομαι. hο δε ιηhοσυα επιστραφεισ και ιδων αυτην ειπεν • θαρσει, θυγατερ • hη πιστισ σου σεσωκεν σε. και εσωθη hη γυνη απο τησ hωρασ εκεινησ. και ελθων hο ιηhοσυα εισ την οικιαν του αρχοντοσ και ιδων τουσ αυλητασ και τον οχλον θορυβουμενον ελεγεν • αναχωρειτε • ου γαρ απεθανεν το κορασιον αλλα καθευδει. και κατεγελων αυτου. hοτε δε εξεβληθη hο οχλοσ, εισελθων εκρατησεν τησ χειροσ αυτησ, και ηγερθη το κορασιον. και εξηλθεν hη φημη hαυτη εισ hολην την γην εκεινην. και παραγοντι εκειθεν τω ιηhοσυα, ηκολουθησαν αυτω δυο τυφλοι κραζοντεσ και λεγοντεσ • ελεησον hημασ, hυιε δαυιδ. ελθοντι δε εισ την οικιαν προσηλθον αυτω hοι τυφλοι, και λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • πιστευετε hοτι δυναμαι τουτο ποιησαι; λεγουσιν αυτω • ναι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τοτε hηψατο των οφθαλμων αυτων λεγων • κατα την πιστιν hυμων γενηθητω hυμιν. και ηνεωχθησαν αυτων hοι οφθαλμοι. και ενεβριμησατο αυτοισ hο ιηhοσυα λεγων • hορατε μηδεισ γινωσκετω. hοι δε εξελθοντεσ διεφημισαν αυτον εν hολη τη γη εκεινη. αυτων δε εξερχομενων, ιδου προσηνεγκαν αυτω ανθρωπον κωφον δαιμονιζομενον. και εκβληθεντοσ του δαιμονιου ελαλησεν hο κωφοσ. και εθαυμασαν hοι οχλοι λεγοντεσ • ουδεποτε εφανη hουτωσ εν τω ισραηλ. hοι δε φαρισαιοι ελεγον • εν τω αρχοντι των δαιμονιων εκβαλλει τα δαιμονια. και περιηγεν hο ιηhοσυα τασ πολεισ πασασ και τασ κωμασ, διδασκων εν ταισ συναγωγαισ αυτων και κηρυσσων το ευαγγελιον τησ βασιλειασ και θεραπευων πασαν νοσον και πασαν μαλακιαν. ιδων δε τουσ οχλουσ εσπλαγχνισθη περι αυτων, hοτι ησαν εσκυλμενοι και ερριμμενοι hωσει προβατα μη εχοντα ποιμενα. τοτε λεγει τοισ μαθηταισ αυτου • hο μεν θερισμοσ πολυσ, hοι δε εργαται ολιγοι • δεηθητε ουν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θερισμου hοπωσ εκβαλη εργατασ εισ τον θερισμον αυτου.

10

και προσκαλεσαμενοσ τουσ δωδεκα μαθητασ αυτου εδωκεν αυτοισ εξουσιαν πνευματων ακαθαρτων, hωστε εκβαλλειν αυτα και θεραπευειν πασαν νοσον και πασαν μαλακιαν. των δε δωδεκα αποστολων τα ονοματα εστιν ταυτα • πρωτοσ σιμων hο λεγομενοσ πετροσ και ανδρεασ hο αδελφοσ αυτου, ιακωβοσ hο του ζεβεδαιου και ιωαννησ hο αδελφοσ αυτου, φιλιπποσ και βαρθολομαιοσ, θομασ και ματθαιοσ hο τελωνησ, ιακωβοσ hο του hαλφαιου και λεββαιοσ hο επικληθεισ θαδδαιοσ, σιμων hο κανανιτησ και ιηhυδασ hο ισκαριωτησ hο και παραδουσ αυτον. τουτουσ τουσ δωδεκα απεστειλεν hο ιηhοσυα παραγγειλασ αυτοισ λεγων • εισ hοδον εθνων μη απελθητε, και εισ πολιν σαμαρειτων μη εισελθητε • πορευεσθε δε μαλλον προσ τα προβατα τα απολωλοτα οικου ισραηλ. πορευομενοι δε κηρυσσετε λεγοντεσ hοτι ηγγικεν hη βασιλεια των ουρανων. ασθενουντασ θεραπευετε, [νεκρουσ εγειρετε], λεπρουσ καθαριζετε, δαιμονια εκβαλλετε • δωρεαν ελαβετε, δωρεαν δοτε. μη κτησησθε χρυσον μηδε αργυρον μηδε χαλκον εισ τασ ζωνασ hυμων, μη πηραν εισ hοδον μηδε δυο χιτωνασ μηδε hυποδηματα μηδε ραβδον • αξιοσ γαρ hο εργατησ τησ τροφησ αυτου εστιν. εισ hην δ αν πολιν η κωμην εισελθητε, εξετασατε τισ εν αυτη αξιοσ εστιν • κακει μεινατε hεωσ αν εξελθητε. εισερχομενοι δε εισ την οικιαν ασπασασθε αυτην • και εαν μεν η hη οικια αξια, ελθετω hη ειρηνη hυμων επ αυτην, εαν δε μη η αξια, hη ειρηνη hυμων προσ hυμασ επιστραφητω. και hοσ εαν μη δεξηται hυμασ μηδε ακουση τουσ λογουσ hυμων, εξερχομενοι τησ οικιασ η τησ πολεωσ εκεινησ εκτιναξατε τον κονιορτον των ποδων hυμων. αμην λεγω hυμιν, ανεκτοτερον εσται γη σοδομων και γομορρων εν hημερα κρισεωσ η τη πολει εκεινη. ιδου εγω αποστελλω hυμασ hωσ προβατα εν μεσω λυκων • γινεσθε ουν φρονιμοι hωσ hοι οφεισ και ακεραιοι hωσ hαι περιστεραι. προσεχετε δε απο των ανθρωπων • παραδωσουσιν γαρ hυμασ εισ συνεδρια, και εν ταισ συναγωγαισ αυτων μαστιγωσουσιν hυμασ • και επι hηγεμονασ δε και βασιλεισ αχθησεσθε hενεκεν εμου εισ μαρτυριον αυτοισ και τοισ εθνεσιν. hοταν δε παραδωσιν hυμασ, μη μεριμνησητε πωσ η τι λαλησητε • δοθησεται γαρ hυμιν εν εκεινη τη hωρα τι λαλησητε • ου γαρ hυμεισ εστε hοι λαλουντεσ, αλλα το πνευμα του πατροσ hυμων το λαλουν εν hυμιν. παραδωσει δε αδελφοσ αδελφον εισ θανατον και πατηρ τεκνον, και επαναστησονται τεκνα επι γονεισ και θανατωσουσιν αυτουσ. και εσεσθε μισουμενοι hυπο παντων δια το ονομα μου • hο δε hυπομεινασ εισ τελοσ, hουτοσ σωθησεται. hοταν δε διωκωσιν hυμασ εν τη πολει ταυτη, φευγετε εισ την hετεραν • αμην γαρ λεγω hυμιν, ου μη τελεσητε τασ πολεισ του ισραηλ hεωσ αν ελθη hο hυιοσ του ανθρωπου. ουκ εστιν μαθητησ hυπερ τον διδασκαλον, ουδε δουλοσ hυπερ τον κυριον αυτου. αρκετον τω μαθητη hινα γενηται hωσ hο διδασκαλοσ αυτου, και hο δουλοσ hωσ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου. ει τον οικοδεσποτην βεελζεβουλ επεκαλεσαν, ποσω μαλλον τουσ οικιακουσ αυτου. μη ουν φοβηθητε αυτουσ • ουδεν γαρ εστιν κεκαλυμμενον hο ουκ αποκαλυφθησεται και κρυπτον hο ου γνωσθησεται. hο λεγω hυμιν εν τη σκοτια, ειπατε εν τω φωτι • και hο εισ το ουσ ακουετε, κηρυξατε επι των δωματων. και μη φοβεισθε απο των αποκτεννοντων το σωμα, την δε ψυχην μη δυναμενων αποκτειναι • φοβεισθε δε μαλλον τον δυναμενον και ψυχην και σωμα απολεσαι εν γεεννη. ουχι δυο στρουθια ασσαριου πωλειται; και hεν εξ αυτων ου πεσειται επι την γην ανευ του πατροσ hυμων. hυμων δε και hαι τριχεσ τησ κεφαλησ πασαι ηριθμημεναι εισιν. μη ουν φοβεισθε • πολλων στρουθιων διαφερετε hυμεισ. πασ ουν hοστισ hομολογησει εν εμοι εμπροσθεν των ανθρωπων, hομολογησω καγω εν αυτω εμπροσθεν του πατροσ μου του εν ουρανοισ • hοστισ δ αν αρνησηται με εμπροσθεν των ανθρωπων, αρνησομαι καγω αυτον εμπροσθεν του πατροσ μου του εν ουρανοισ. μη νομισητε hοτι ηλθον βαλειν ειρηνην επι την γην • ουκ ηλθον βαλειν ειρηνην αλλα μαχαιραν. ηλθον γαρ διχασαι ανθρωπον κατα του πατροσ αυτου και θυγατερα κατα τησ μητροσ αυτησ και νυμφην κατα τησ πενθερασ αυτησ, και εχθροι του ανθρωπου hοι οικιακοι αυτου. hο φιλων πατερα η μητερα hυπερ εμε ουκ εστιν μου αξιοσ, και hο φιλων hυιον η θυγατερα hυπερ εμε ουκ εστιν μου αξιοσ • και hοσ ου λαμβανει τον σταυρον αυτου και ακολουθει οπισω μου, ουκ εστιν μου αξιοσ. hο hευρων την ψυχην αυτου απολεσει αυτην, και hο απολεσασ την ψυχην αυτου hενεκεν εμου hευρησει αυτην. hο δεχομενοσ hυμασ εμε δεχεται, και hο εμε δεχομενοσ δεχεται τον αποστειλαντα με. hο δεχομενοσ προφητην εισ ονομα προφητου μισθον προφητου λημψεται, και hο δεχομενοσ δικαιον εισ ονομα δικαιου μισθον δικαιου λημψεται. και hοσ εαν ποτιση hενα των μικρων τουτων ποτηριον ψυχρου μονον εισ ονομα μαθητου, αμην λεγω hυμιν, ου μη απολεση τον μισθον αυτου.

11

και εγενετο hοτε ετελεσεν hο ιηhοσυα διατασσων τοισ δωδεκα μαθηταισ αυτου, μετεβη εκειθεν του διδασκειν και κηρυσσειν εν ταισ πολεσιν αυτων. hο δε ιωαννησ ακουσασ εν τω δεσμωτηριω τα εργα του χριστου, πεμψασ δια των μαθητων αυτου ειπεν αυτω • συ ει hο ερχομενοσ, η hετερον προσδοκωμεν; και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • πορευθεντεσ απαγγειλατε ιωαννη hα ακουετε και βλεπετε • τυφλοι αναβλεπουσιν και χωλοι περιπατουσιν, λεπροι καθαριζονται και κωφοι ακουουσιν, και νεκροι εγειρονται και πτωχοι ευαγγελιζονται • και μακαριοσ εστιν hοσ εαν μη σκανδαλισθη εν εμοι. τουτων δε πορευομενων ηρξατο hο ιηhοσυα λεγειν τοισ οχλοισ περι ιωαννου • τι εξηλθατε εισ την ερημον θεασασθαι; καλαμον hυπο ανεμου σαλευομενον; αλλα τι εξηλθατε ιδειν; ανθρωπον εν μαλακοισ hιματιοισ ημφιεσμενον; ιδου hοι τα μαλακα φορουντεσ εν τοισ οικοισ των βασιλεων εισιν. αλλα τι εξηλθατε ιδειν; προφητην; ναι λεγω hυμιν, και περισσοτερον προφητου. hουτοσ γαρ εστιν περι hου γεγραπται • ιδου εγω αποστελλω τον αγγελον μου προ προσωπου σου, hοσ κατασκευασει την hοδον σου εμπροσθεν σου. αμην λεγω hυμιν • ουκ εγηγερται εν γεννητοισ γυναικων μειζων ιωαννου του βαπτιστου • hο δε μικροτεροσ εν τη βασιλεια των ουρανων μειζων αυτου εστιν. απο δε των hημερων ιωαννου του βαπτιστου hεωσ αρτι hη βασιλεια των ουρανων βιαζεται, και βιασται hαρπαζουσιν αυτην. παντεσ γαρ hοι προφηται και hο νομοσ hεωσ ιωαννου επροφητευσαν • και ει θελετε δεξασθαι, αυτοσ εστιν ηλιασ hο μελλων ερχεσθαι. hο εχων ωτα ακουειν ακουετω. τινι δε hομοιωσω την γενεαν ταυτην; hομοια εστιν παιδιοισ καθημενοισ εν αγοραισ, και προσφωνουσιν τοισ hεταιροισ αυτων, και λεγουσιν • ηυλησαμεν hυμιν, και ουκ ωρχησασθε • εθρηνησαμεν hυμιν, και ουκ εκοψασθε. ηλθεν γαρ ιωαννησ μητε εσθιων μητε πινων, και λεγουσιν • δαιμονιον εχει. ηλθεν hο hυιοσ του ανθρωπου εσθιων και πινων, και λεγουσιν • ιδου ανθρωποσ φαγοσ και οινοποτησ, τελωνων φιλοσ και hαμαρτωλων. και εδικαιωθη hη σοφια απο των τεκνων αυτησ. τοτε ηρξατο ονειδιζειν τασ πολεισ εν hαισ εγενοντο hαι πλεισται δυναμεισ αυτου, hοτι ου μετενοησαν • ουαι σοι, χοραζειν, ουαι σοι, βηθσαιδαν • hοτι ει εν τυρω και σιδωνι εγενοντο hαι δυναμεισ hαι γενομεναι εν hυμιν, παλαι αν εν σακκω και σποδω μετενοησαν. πλην λεγω hυμιν, τυρω και σιδωνι ανεκτοτερον εσται εν hημερα κρισεωσ η hυμιν. και συ καπερναουμ, hη hεωσ του ουρανου hυψωθεισα, hεωσ hαδου καταβιβασθηση • hοτι ει εν σοδομοισ εγενοντο hαι δυναμεισ hαι γενομεναι εν σοι, εμειναν αν μεχρι τησ σημερον. πλην λεγω hυμιν hοτι γη σοδομων ανεκτοτερον εσται εν hημερα κρισεωσ η σοι. εν εκεινω τω καιρω αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν • εξομολογουμαι σοι πατερ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ουρανου και τησ γησ, hοτι απεκρυψασ ταυτα απο σοφων και συνετων, και απεκαλυψασ αυτα νηπιοισ • ναι hο πατηρ, hοτι hουτωσ εγενετο ευδοκια εμπροσθεν σου. παντα μοι παρεδοθη hυπο του πατροσ μου, και ουδεισ επιγινωσκει τον hυιον ει μη hο πατηρ, ουδε τον πατερα τισ επιγινωσκει ει μη hο hυιοσ και hω εαν βουληται hο hυιοσ αποκαλυψαι. δευτε προσ με παντεσ hοι κοπιωντεσ και πεφορτισμενοι, καγω αναπαυσω hυμασ. αρατε τον ζυγον μου εφ hυμασ, και μαθετε απ εμου, hοτι πραυσ ειμι και ταπεινοσ τη καρδια, και hευρησετε αναπαυσιν ταισ ψυχαισ hυμων. hο γαρ ζυγοσ μου χρηστοσ και το φορτιον μου ελαφρον εστιν.

12

εν εκεινω τω καιρω επορευθη hο ιηhοσυα τοισ σαββασιν δια των σποριμων • hοι δε μαθηται αυτου επεινασαν, και ηρξαντο τιλλειν σταχυασ και εσθιειν. hοι δε φαρισαιοι ιδοντεσ ειπαν αυτω • ιδου hοι μαθηται σου ποιουσιν hο ουκ εξεστιν ποιειν εν σαββατω. hο δε ειπεν αυτοισ • ουκ ανεγνωτε τι εποιησεν δαυιδ, hοτε επεινασεν και hοι μετ αυτου; πωσ εισηλθεν εισ τον οικον του θεου και τουσ αρτουσ τησ προθεσεωσ εφαγεν, hουσ ουκ εξον ην αυτω φαγειν ουδε τοισ μετ αυτου, ει μη τοισ hιερευσιν μονοισ; η ουκ ανεγνωτε εν τω νομω hοτι τοισ σαββασιν hοι hιερεισ εν τω hιερω το σαββατον βεβηλουσιν και αναιτιοι εισιν; λεγω δε hυμιν hοτι του hιερου μειζον εστιν hωδε. ει δε εγνωκειτε τι εστιν • ελεοσ θελω και ου θυσιαν, ουκ αν κατεδικασατε τουσ αναιτιουσ. κυριοσ γαρ εστιν του σαββατου hο hυιοσ του ανθρωπου. και μεταβασ εκειθεν ηλθεν εισ την συναγωγην αυτων. και ιδου ανθρωποσ ην την χειρα εχων ξηραν. και επηρωτησαν αυτον λεγοντεσ • ει εξεστιν τοισ σαββασιν θεραπευσαι; hινα κατηγορησωσιν αυτου. hο δε ειπεν αυτοισ • τισ εσται εξ hυμων ανθρωποσ hοσ hεξει προβατον hεν, και εαν εμπεση τουτο τοισ σαββασιν εισ βοθυνον, ουχι κρατησει αυτο και εγερει; ποσω ουν διαφερει ανθρωποσ προβατου. hωστε εξεστιν τοισ σαββασιν καλωσ ποιειν. τοτε λεγει τω ανθρωπω • εκτεινον την χειρα σου. και εξετεινεν, και απεκατεσταθη hυγιησ hωσ hη αλλη. εξελθοντεσ δε hοι φαρισαιοι συμβουλιον ελαβον κατ αυτου, hοπωσ αυτον απολεσωσιν • hο δε ιηhοσυα γνουσ ανεχωρησεν εκειθεν • και ηκολουθησαν αυτω οχλοι πολλοι, και εθεραπευσεν αυτουσ παντασ. και επετιμησεν αυτοισ hινα μη φανερον αυτον ποιησωσιν, hινα πληρωθη το ρηθεν δια ησαιου του προφητου λεγοντοσ • ιδου hο παισ μου hον hηρετισα, hο αγαπητοσ μου εισ hον ευδοκησεν hη ψυχη μου • θησω το πνευμα μου επ αυτον, και κρισιν τοισ εθνεσιν απαγγελει. ουκ ερισει ουδε κραυγασει, ουδε ακουσει τισ εν ταισ πλατειαισ την φωνην αυτου. καλαμον συντετριμμενον ου κατεαξει και λινον τυφομενον ου σβεσει, hεωσ αν εκβαλη εισ νικοσ την κρισιν. και τω ονοματι αυτου εθνη ελπιουσιν. τοτε προσηνεχθη αυτω δαιμονιζομενοσ τυφλοσ και κωφοσ, και εθεραπευσεν αυτον, hωστε τον τυφλον και κωφον και λαλειν και βλεπειν. και εξισταντο παντεσ hοι οχλοι και ελεγον • μητι hουτοσ εστιν hο hυιοσ δαυιδ; hοι δε φαρισαιοι ακουσαντεσ ειπον • hουτοσ ουκ εκβαλλει τα δαιμονια ει μη εν τω βεελζεβουλ αρχοντι των δαιμονιων. ειδωσ δε hο ιηhοσυα τασ ενθυμησεισ αυτων ειπεν αυτοισ • πασα βασιλεια μερισθεισα καθ hεαυτησ ερημουται, και πασα πολισ η οικια μερισθεισα καθ hεαυτησ ου σταθησεται. και ει hο σατανασ τον σαταναν εκβαλλει, εφ hεαυτον εμερισθη • πωσ ουν σταθησεται hη βασιλεια αυτου; και ει εγω εν βεελζεβουλ εκβαλλω τα δαιμονια, hοι hυιοι hυμων εν τινι εκβαλλουσιν; δια τουτο αυτοι hυμων εσονται κριται. ει δε εν πνευματι θεου εγω εκβαλλω τα δαιμονια, αρα εφθασεν εφ hυμασ hη βασιλεια του θεου. η πωσ δυναται τισ εισελθειν εισ την οικιαν του ισχυρου και τα σκευη αυτου διαρπασαι, εαν μη πρωτον δηση τον ισχυρον; και τοτε την οικιαν αυτου διαρπασει. hο μη ων μετ εμου κατ εμου εστιν, και hο μη συναγων μετ εμου σκορπιζει. δια τουτο λεγω hυμιν, πασα hαμαρτια και βλασφημια αφεθησεται τοισ ανθρωποισ, hη δε του πνευματοσ βλασφημια ουκ αφεθησεται τοισ ανθρωποισ. και hοσ εαν ειπη λογον κατα του hυιου του ανθρωπου, αφεθησεται αυτω • hοσ δ αν ειπη κατα του πνευματοσ του hαγιου, ουκ αφεθησεται αυτω ουτε εν τουτω τω αιωνι ουτε εν τω μελλοντι. η ποιησατε το δενδρον καλον και τον καρπον αυτου καλον, η ποιησατε το δενδρον σαπρον και τον καρπον αυτου σαπρον • εκ γαρ του καρπου το δενδρον γινωσκεται. γεννηματα εχιδνων, πωσ δυνασθε αγαθα λαλειν πονηροι οντεσ; εκ γαρ του περισσευματοσ τησ καρδιασ το στομα λαλει. hο αγαθοσ ανθρωποσ εκ του αγαθου θησαυρου εκβαλλει αγαθα, και hο πονηροσ ανθρωποσ εκ του πονηρου θησαυρου εκβαλλει πονηρα. λεγω δε hυμιν hοτι παν ρημα αργον hο εαν λαλησωσιν hοι ανθρωποι, αποδωσουσιν περι αυτου λογον εν hημερα κρισεωσ • εκ γαρ των λογων σου δικαιωθηση, και εκ των λογων σου καταδικασθηση. τοτε απεκριθησαν αυτω τινεσ των γραμματεων και φαρισαιων λεγοντεσ ∙ διδασκαλε, θελομεν απο σου σημειον ιδειν. hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • γενεα πονηρα και μοιχαλισ σημειον επιζητει, και σημειον ου δοθησεται αυτη ει μη το σημειον ιωνα του προφητου. hωσπερ γαρ ην ιωνασ εν τη κοιλια του κητουσ τρεισ hημερασ και τρεισ νυκτασ, hουτωσ εσται hο hυιοσ του ανθρωπου εν τη καρδια τησ γησ τρεισ hημερασ και τρεισ νυκτασ. ανδρεσ νινευειται αναστησονται εν τη κρισει μετα τησ γενεασ ταυτησ και κατακρινουσιν αυτην, hοτι μετενοησαν εισ το κηρυγμα ιωνα, και ιδου πλειον ιωνα hωδε. βασιλισσα νοτου εγερθησεται εν τη κρισει μετα τησ γενεασ ταυτησ και κατακρινει αυτην, hοτι ηλθεν εκ των περατων τησ γησ ακουσαι την σοφιαν σολομωνοσ, και ιδου πλειον σολομωνοσ hωδε. hοταν δε το ακαθαρτον πνευμα εξελθη απο του ανθρωπου, διερχεται δι ανυδρων τοπων ζητουν αναπαυσιν, και ουχ hευρισκει. τοτε λεγει • επιστρεψω εισ τον οικον μου, hοθεν εξηλθον. και ελθον hευρισκει σχολαζοντα, σεσαρωμενον και κεκοσμημενον. τοτε πορευεται και παραλαμβανει μεθ hεαυτου hεπτα hετερα πνευματα πονηροτερα hεαυτου, και εισελθοντα κατοικει εκει • και γινεται τα εσχατα του ανθρωπου εκεινου χειρονα των πρωτων. hουτωσ εσται και τη γενεα ταυτη τη πονηρα. ετι δε αυτου λαλουντοσ τοισ οχλοισ, ιδου hη μητηρ και hοι αδελφοι αυτου hειστηκεισαν εξω ζητουντεσ αυτω λαλησαι. ειπεν δε τισ αυτω • ιδου hη μητηρ σου και hοι αδελφοι σου εξω hεστηκασιν ζητουντεσ σοι λαλησαι. hο δε αποκριθεισ ειπεν τω ειποντι αυτω • τισ εστιν hη μητηρ μου, και τινεσ εισιν hοι αδελφοι μου; και εκτεινασ την χειρα αυτου επι τουσ μαθητασ αυτου ειπεν • ιδου hη μητηρ μου και hοι αδελφοι μου. hοστισ γαρ αν ποιηση το θελημα του πατροσ μου του εν ουρανοισ, αυτοσ μου αδελφοσ και αδελφη και μητηρ εστιν.

13

εν δε τη hημερα εκεινη εξελθων hο ιηhοσυα απο τησ οικιασ εκαθητο παρα την θαλασσαν. και συνηχθησαν προσ αυτον οχλοι πολλοι, hωστε αυτον εισ πλοιον εμβαντα καθησθαι, και πασ hο οχλοσ επι τον αιγιαλον hειστηκει. και ελαλησεν αυτοισ πολλα εν παραβολαισ λεγων • ιδου εξηλθεν hο σπειρων του σπειρειν. και εν τω σπειρειν αυτον hα μεν επεσεν παρα την hοδον, και ηλθεν τα πετεινα και κατεφαγεν αυτα. αλλα δε επεσεν επι τα πετρωδη hοπου ουκ ειχεν γην πολλην, και ευθεωσ εξανετειλεν δια το μη εχειν βαθοσ γησ • hηλιου δε ανατειλαντοσ εκαυματισθη, και δια το μη εχειν ριζαν εξηρανθη. αλλα δε επεσεν επι τασ ακανθασ, και ανεβησαν hαι ακανθαι και απεπνιξαν αυτα. αλλα δε επεσεν επι την γην την καλην και εδιδου καρπον, hο μεν hεκατον, hο δε hεξηκοντα, hο δε τριακοντα. hο εχων ωτα ακουειν ακουετω. και προσελθοντεσ hοι μαθηται ειπαν αυτω • δια τι εν παραβολαισ λαλεισ αυτοισ; hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • hοτι hυμιν δεδοται γνωναι τα μυστηρια τησ βασιλειασ των ουρανων, εκεινοισ δε ου δεδοται. hοστισ γαρ εχει, δοθησεται αυτω και περισσευθησεται • hοστισ δε ουκ εχει, και hο εχει αρθησεται απ αυτου. δια τουτο εν παραβολαισ αυτοισ λαλω, hοτι βλεποντεσ ου βλεπουσιν και ακουοντεσ ουκ ακουουσιν ουδε συνιουσιν, και αναπληρουται αυτοισ hη προφητεια ησαιου hη λεγουσα • ακοη ακουσετε και ου μη συνητε, και βλεποντεσ βλεψετε και ου μη ιδητε. επαχυνθη γαρ hη καρδια του λαου τουτου, και τοισ ωσιν βαρεωσ ηκουσαν, και τουσ οφθαλμουσ αυτων εκαμμυσαν, μηποτε ιδωσιν τοισ οφθαλμοισ και τοισ ωσιν ακουσωσιν και τη καρδια συνωσιν και επιστρεψωσιν και ιασομαι αυτουσ. hυμων δε μακαριοι hοι οφθαλμοι hοτι βλεπουσιν, και τα ωτα hυμων hοτι ακουουσιν. αμην γαρ λεγω hυμιν hοτι πολλοι προφηται και δικαιοι επεθυμησαν ιδειν hα βλεπετε, και ουκ ειδαν, και ακουσαι hα ακουετε, και ουκ ηκουσαν. hυμεισ ουν ακουσατε την πασραβολην του σπειροντοσ. παντοσ ακουοντοσ τον λογον τησ βασιλειασ και μη συνιεντοσ, ερχεται hο πονηροσ και hαρπαζει το εσπαρμενον εν τη καρδια αυτου, hουτοσ εστιν hο παρα την hοδον σπαρεισ. hο δε επι τα πετρωδη σπαρεισ, hουτοσ εστιν hο τον λογον ακουων και ευθυσ μετα χαρασ λαμβανων αυτον, ουκ εχει δε ριζαν εν hεαυτω αλλα προσκαιροσ εστιν • γενομενησ δε θλιψεωσ η διωγμου δια τον λογον ευθυσ σκανδαλιζεται. hο δε εισ τασ ακανθασ σπαρεισ, hουτοσ εστιν hο τον λογον ακουων, και hη μεριμνα του αιωνοσ τουτου και hη απατη του πλουτου συνπνιγει τον λογον, και ακαρποσ γινεται. hο δε επι την καλην γην σπαρεισ, hουτοσ εστιν hο τον λογον ακουων και συνιων, hοσ δη καρποφορει και ποιει hο μεν hεκατον, hο δε hεξηκοντα, hο δε τριακοντα. αλλην παραβολην παρεθηκεν αυτοισ λεγων • hωμοιωθη hη βασιλεια των ουρανων ανθρωπω σπειροντι καλον σπερμα εν τω αγρω αυτου. εν δε τω καθευδειν τουσ ανθρωπουσ ηλθεν αυτου hο εχθροσ και εσπειρεν ζιζανια ανα μεσον του σιτου και απηλθεν. hοτε δε εβλαστησεν hο χορτοσ και καρπον εποιησεν, τοτε εφανη και τα ζιζανια. προσελθοντεσ δε hοι δουλοι του οικοδεσποτου ειπον αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ουχι καλον σπερμα εσπειρασ εν τω σω αγρω; ποθεν ουν εχει ζιζανια; hο δε εφη αυτοισ • εχθροσ ανθρωποσ τουτο εποιησεν. hοι δε δουλοι ειπον αυτω • θελεισ ουν απελθοντεσ συλλεξωμεν αυτα; hο δε εφη • ου, μηποτε συλλεγοντεσ τα ζιζανια εκριζωσητε hαμα αυτοισ τον σιτον. αφετε συναυξανεσθαι αμφοτερα μεχρι του θερισμου, και εν καιρω του θερισμου ερω τοισ θερισταισ • συλλεξατε πρωτον τα ζιζανια και δησατε αυτα εισ δεσμασ προσ το κατακαυσαι αυτα, τον δε σιτον συναγαγετε εισ την αποθηκην μου. αλλην παραβολην παρεθηκεν αυτοισ λεγων • hομοια εστιν hη βασιλεια των ουρανων κοκκω σιναπεωσ, hον λαβων ανθρωποσ εσπειρεν εν τω αγρω αυτου • hο μικροτερον μεν εστιν παντων των σπερματων, hοταν δε αυξηθη μειζον των λαχανων εστιν και γινεται δενδρον, hωστε ελθειν τα πετεινα του ουρανου και κατασκηνουν εν τοισ κλαδοισ αυτου. αλλην παραβολην ελαλησεν αυτοισ • hομοια εστιν hη βασιλεια των ουρανων ζυμη, hην λαβουσα γυνη ενεκρυψεν εισ αλευρου σατα τρια, hεωσ hου εζυμωθη hολον. ταυτα παντα ελαλησεν hο ιηhοσυα εν παραβολαισ τοισ οχλοισ, και χωρισ παραβολησ ουδεν ελαλει αυτοισ, hοπωσ πληρωθη το ρηθεν δια του προφητου λεγοντοσ • ανοιξω εν παραβολαισ το στομα μου, ερευξομαι κεκρυμμενα απο καταβολησ κοσμου. τοτε αφεισ τουσ οχλουσ ηλθεν εισ την οικιαν. και προσηλθαν αυτω hοι μαθηται αυτου λεγοντεσ • φρασον hημιν την παραβολην των ζιζανιων του αγρου. hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • hο σπειρων το καλον σπερμα εστιν hο hυιοσ του ανθρωπου, hο δε αγροσ εστιν hο κοσμοσ • το δε καλον σπερμα, hουτοι εισιν hοι hυιοι τησ βασιλειασ • τα δε ζιζανια εισιν hοι hυιοι του πονηρου, hο δε εχθροσ hο σπειρασ αυτα εστιν hο διαβολοσ • hο δε θερισμοσ συντελεια του αιωνοσ εστιν, hοι δε θερισται αγγελοι εισιν. hωσπερ ουν συλλεγεται τα ζιζανια και πυρι καιεται, hουτωσ εσται εν τη συντελεια του αιωνοσ • αποστελει hο hυιοσ του ανθρωπου τουσ αγγελουσ αυτου, και συλλεξουσιν εκ τησ βασιλειασ αυτου παντα τα σκανδαλα και τουσ ποιουντασ την ανομιαν, και βαλουσιν αυτουσ εισ την καμινον του πυροσ • εκει εσται hο κλαυθμοσ και hο βρυγμοσ των οδοντων. τοτε hοι δικαιοι εκλαμψουσιν hωσ hο hηλιοσ εν τη βασιλεια του πατροσ αυτων. hο εχων ωτα ακουειν ακουετω. παλιν hομοια εστιν hη βασιλεια των ουρανων θησαυρω κεκρυμμενω εν τω αγρω, hον hευρων ανθρωποσ εκρυψεν, και απο τησ χαρασ αυτου hυπαγει και παντα hοσα εχει πωλει και αγοραζει τον αγρον εκεινον. παλιν hομοια εστιν hη βασιλεια των ουρανων ανθρωπω εμπορω ζητουντι καλουσ μαργαριτασ • hευρων δε hενα πολυτιμον μαργαριτην απελθων πεπρακεν παντα hοσα ειχεν και ηγορασεν αυτον. παλιν hομοια εστιν hη βασιλεια των ουρανων σαγηνη βληθειση εισ την θαλασσαν και εκ παντοσ γενουσ συναγαγουση • hην hοτε επληρωθη αναβιβασαντεσ επι τον αιγιαλον και καθισαντεσ συνελεξαν τα καλα εισ αγγη, τα δε σαπρα εξω εβαλον. hουτωσ εσται εν τη συντελεια του αιωνοσ • εξελευσονται hοι αγγελοι και αφοριουσιν τουσ πονηρουσ εκ μεσου των δικαιων, και βαλουσιν αυτουσ εισ την καμινον του πυροσ • εκει εσται hο κλαυθμοσ και hο βρυγμοσ των οδοντων. λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • συνηκατε ταυτα παντα; λεγουσιν αυτω • ναι, [φωνήενσύμφωνο-ιηhοh]. hο δε ειπεν αυτοισ • δια τουτο πασ γραμματευσ μαθητευθεισ τη βασιλεια των ουρανων hομοιοσ εστιν ανθρωπω οικοδεσποτη, hοστισ εκβαλλει εκ του θησαυρου αυτου καινα και παλαια. και εγενετο hοτε ετελεσεν hο ιηhοσυα τασ παραβολασ ταυτασ, μετηρεν εκειθεν. και ελθων εισ την πατριδα αυτου εδιδασκεν αυτουσ εν τη συναγωγη αυτων, hωστε εκπλησσεσθαι αυτουσ και λεγειν • ποθεν τουτω hη σοφια hαυτη και hαι δυναμεισ; ουχ hουτοσ εστιν hο του τεκτονοσ hυιοσ; ουχι hη μητηρ αυτου λεγεται μαριαμ και hοι αδελφοι αυτου ιακωβοσ και ιωσησ και σιμων και ιηhυδασ; και hαι αδελφαι αυτου ουχι πασαι προσ hημασ εισιν; ποθεν ουν τουτω ταυτα παντα; και εσκανδαλιζοντο εν αυτω. hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • ουκ εστιν προφητησ ατιμοσ ει μη εν τη πατριδι αυτου και εν τη οικια αυτου. και ουκ εποιησεν εκει δυναμεισ πολλασ δια την απιστιαν αυτων.

14

εν εκεινω τω καιρω ηκουσεν hηρωδησ hο τετραρχησ την ακοην ιηhοσυα, και ειπεν τοισ παισιν αυτου • hουτοσ εστιν ιωαννησ hο βαπτιστησ • αυτοσ ηγερθη απο των νεκρων, και δια τουτο hαι δυναμεισ ενεργουσιν εν αυτω. hο γαρ hηρωδησ κρατησασ τον ιωαννην εδησεν αυτον και εθετο εν τη φυλακη δια hηρωδιαδα την γυναικα φιλιππου του αδελφου αυτου • ελεγεν γαρ αυτω hο ιωαννησ • ουκ εξεστιν σοι εχειν αυτην. και θελων αυτον αποκτειναι εφοβηθη τον οχλον, hοτι hωσ προφητην αυτον ειχον. γενεσιων δε αγομενων του hηρωδου ωρχησατο hη θυγατηρ τησ hηρωδιαδοσ εν τω μεσω και ηρεσεν τω hηρωδη, hοθεν μεθ hορκου hωμολογησεν αυτη δουναι hο εαν αιτησηται. hη δε προβιβασθεισα hυπο τησ μητροσ αυτησ • δοσ μοι, φησιν, hωδε επι πινακι την κεφαλην ιωαννου του βαπτιστου. και ελυπηθη hο βασιλευσ • δια δε τουσ hορκουσ και τουσ συνανακειμενουσ εκελευσεν δοθηναι, και πεμψασ απεκεφαλισεν τον ιωαννην εν τη φυλακη. και ηνεχθη hη κεφαλη αυτου επι πινακι και εδοθη τω κορασιω, και ηνεγκεν τη μητρι αυτησ. και προσελθοντεσ hοι μαθηται αυτου ηραν το σωμα και εθαψαν αυτο, και ελθοντεσ απηγγειλαν τω ιηhοσυα. και ακουσασ hο ιηhοσυα ανεχωρησεν εκειθεν εν πλοιω εισ ερημον τοπον κατ ιδιαν • και ακουσαντεσ hοι οχλοι ηκολουθησαν αυτω πεζη απο των πολεων. και εξελθων ειδεν πολυν οχλον, και εσπλαγχνισθη επ αυτοισ και εθεραπευσεν τουσ αρρωστουσ αυτων. οψιασ δε γενομενησ προσηλθον αυτω hοι μαθηται αυτου λεγοντεσ • ερημοσ εστιν hο τοποσ και hη hωρα ηδη παρηλθεν • απολυσον τουσ οχλουσ, hινα απελθοντεσ εισ τασ κωμασ αγορασωσιν hεαυτοισ βρωματα. hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • ου χρειαν εχουσιν απελθειν • δοτε αυτοισ hυμεισ φαγειν. hοι δε λεγουσιν αυτω • ουκ εχομεν hωδε ει μη πεντε αρτουσ και δυο ιχθυασ. hο δε ειπεν • φερετε μοι αυτουσ hωδε. και κελευσασ τουσ οχλουσ ανακλιθηναι επι του χορτου, λαβων τουσ πεντε αρτουσ και τουσ δυο ιχθυασ, αναβλεψασ εισ τον ουρανον ευλογησεν και κλασασ εδωκεν τοισ μαθηταισ τουσ αρτουσ, hοι δε μαθηται τοισ οχλοισ. και εφαγον παντεσ και εχορτασθησαν, και ηραν το περισσευον των κλασματων δωδεκα κοφινουσ πληρεισ. hοι δε εσθιοντεσ ησαν ανδρεσ hωσει πεντακισχιλιοι χωρισ γυναικων και παιδιων. και ευθεωσ ηναγκασεν τουσ μαθητασ εμβηναι εισ το πλοιον και προαγειν αυτον εισ το περαν, hεωσ hου απολυση τουσ οχλουσ. και απολυσασ τουσ οχλουσ ανεβη εισ το οροσ κατ ιδιαν προσευξασθαι. οψιασ δε γενομενησ μονοσ ην εκει. το δε πλοιον ηδη μεσον τησ θαλασσησ ην βασανιζομενον hυπο των κυματων, ην γαρ εναντιοσ hο ανεμοσ. τεταρτη δε φυλακη τησ νυκτοσ απηλθεν προσ αυτουσ περιπατων επι την θαλασσαν. και ιδοντεσ αυτον hοι μαθηται επι την θαλασσαν περιπατουντα εταραχθησαν λεγοντεσ hοτι φαντασμα εστιν, και απο του φοβου εκραξαν. ευθεωσ δε ελαλησεν αυτοισ hο ιηhοσυα λεγων • θαρσειτε, εγω ειμι • μη φοβεισθε. αποκριθεισ δε αυτω hο πετροσ ειπεν • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ει συ ει, κελευσον με ελθειν προσ σε επι τα hυδατα. hο δε ειπεν • ελθε. και καταβασ απο του πλοιου hο πετροσ περιεπατησεν επι τα hυδατα ελθειν προσ τον ιηhοσυα. βλεπων δε τον ανεμον ισχυρον εφοβηθη, και αρξαμενοσ καταποντιζεσθαι εκραξεν λεγων • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, σωσον με. ευθεωσ δε hο ιηhοσυα εκτεινασ την χειρα επελαβετο αυτου και λεγει αυτω • ολιγοπιστε, εισ τι εδιστασασ; και εμβαντων αυτων εισ το πλοιον εκοπασεν hο ανεμοσ. hοι δε εν τω πλοιω ελθοντεσ προσεκυνησαν αυτω λεγοντεσ • αληθωσ θεου hυιοσ ει. και διαπερασαντεσ ηλθον εισ την γην γεννησαρεθ. και επιγνοντεσ αυτον hοι ανδρεσ του τοπου εκεινου απεστειλαν εισ hολην την περιχωρον εκεινην, και προσηνεγκαν αυτω παντασ τουσ κακωσ εχοντασ και παρεκαλουν αυτον hινα μονον hαψωνται του κρασπεδου του hιματιου αυτου • και hοσοι hηψαντο διεσωθησαν.

15

τοτε προσερχονται τω ιηhοσυα hοι απο hιεροσολυμων γραμματεισ και φαρισαιοι λεγοντεσ • δια τι hοι μαθηται σου παραβαινουσιν την παραδοσιν των πρεσβυτερων; ου γαρ νιπτονται τασ χειρασ αυτων hοταν αρτον εσθιωσιν. hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • δια τι και hυμεισ παραβαινετε την εντολην του θεου δια την παραδοσιν hυμων; hο γαρ θεοσ ενετειλατο λεγων • τιμα τον πατερα και την μητερα, και • hο κακολογων πατερα η μητερα θανατω τελευτατω. hυμεισ δε λεγετε • hοσ αν ειπη τω πατρι η τη μητρι • δωρον hο εαν εξ εμου ωφεληθησ, και ου μη τιμησει τον πατερα αυτου η την μητερα αυτου • και ηκυρωσατε την εντολην του θεου δια την παραδοσιν hυμων. hυποκριται, καλωσ επροφητευσεν περι hυμων ησαιασ λεγων • hο λαοσ hουτοσ τοισ χειλεσιν με τιμα, hη δε καρδια αυτων πορρω απεχει απ εμου • ματην δε σεβονται με, διδασκοντεσ διδασκαλιασ ενταλματα ανθρωπων. και προσκαλεσαμενοσ τον οχλον ειπεν αυτοισ • ακουετε και συνιετε • ου το εισερχομενον εισ το στομα κοινοι τον ανθρωπον, αλλα το εκπορευομενον εκ του στοματοσ, τουτο κοινοι τον ανθρωπον. τοτε προσελθοντεσ hοι μαθηται αυτου ειπον αυτω • οιδασ hοτι hοι φαρισαιοι ακουσαντεσ τον λογον εσκανδαλισθησαν; hο δε αποκριθεισ ειπεν • πασα φυτεια hην ουκ εφυτευσεν hο πατηρ μου hο ουρανιοσ εκριζωθησεται. αφετε αυτουσ • τυφλοι εισιν hοδηγοι τυφλων • τυφλοσ δε τυφλον εαν hοδηγη, αμφοτεροι εισ βοθυνον πεσουνται. αποκριθεισ δε hο πετροσ ειπεν αυτω • φρασον hημιν την παραβολην ταυτην. hο δε ειπεν • ακμην και hυμεισ ασυνετοι εστε; ουπω νοειτε hοτι παν το εισπορευομενον εισ το στομα εισ την κοιλιαν χωρει και εισ αφεδρωνα εκβαλλεται; τα δε εκπορευομενα εκ του στοματοσ εκ τησ καρδιασ εξερχεται, κακεινα κοινοι τον ανθρωπον. εκ γαρ τησ καρδιασ εξερχονται διαλογισμοι πονηροι, φονοι, μοιχειαι, πορνεια, κλοπαι, ψευδομαρτυριαι, βλασφημιαι. ταυτα εστιν τα κοινουντα τον ανθρωπον • το δε ανιπτοισ χερσιν φαγειν ου κοινοι τον ανθρωπον. και εξελθων εκειθεν hο ιηhοσυα ανεχωρησεν εισ τα μερη τυρου και σιδωνοσ. και ιδου γυνη χαναναια απο των hοριων εκεινων εξελθουσα εκραυγασεν αυτω λεγουσα • ελεησον με, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hυιε δαυιδ • hη θυγατηρ μου κακωσ δαιμονιζεται. hο δε ουκ απεκριθη αυτη λογον. και προσελθοντεσ hοι μαθηται αυτου ηρωτουν αυτον λεγοντεσ • απολυσον αυτην, hοτι κραζει οπισθεν hημων. hο δε αποκριθεισ ειπεν • ουκ απεσταλην ει μη εισ τα προβατα τα απολωλοτα οικου ισραηλ. hη δε ελθουσα προσεκυνησεν αυτω λεγουσα • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, βοηθει μοι. hο δε αποκριθεισ ειπεν • ουκ εστιν καλον λαβειν τον αρτον των τεκνων και βαλειν τοισ κυναριοισ. hη δε ειπεν • ναι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh • και γαρ τα κυναρια εσθιει απο των ψιχιων των πιπτοντων απο τησ τραπεζησ των κυριων αυτων. τοτε αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν αυτη • ω γυναι, μεγαλη σου hη πιστισ • γενηθητω σοι hωσ θελεισ. και ιαθη hη θυγατηρ αυτησ απο τησ hωρασ εκεινησ. και μεταβασ εκειθεν hο ιηhοσυα ηλθεν παρα την θαλασσαν τησ γαλιλαιασ, και αναβασ εισ το οροσ εκαθητο εκει. και προσηλθον αυτω οχλοι πολλοι εχοντεσ μεθ hεαυτων χωλουσ, τυφλουσ, κωφουσ, κυλλουσ, και hετερουσ πολλουσ, και ερριψαν αυτουσ παρα τουσ ποδασ αυτου, και εθεραπευσεν αυτουσ • hωστε τουσ οχλουσ θαυμασαι βλεποντασ κωφουσ λαλουντασ, κυλλουσ hυγιεισ, χωλουσ περιπατουντασ και τυφλουσ βλεποντασ • και εδοξασαν τον θεον ισραηλ. hο δε ιηhοσυα προσκαλεσαμενοσ τουσ μαθητασ αυτου ειπεν • σπλαγχνιζομαι επι τον οχλον, hοτι ηδη hημεραι τρεισ προσμενουσιν μοι και ουκ εχουσιν τι φαγωσιν • και απολυσαι αυτουσ νηστεισ ου θελω, μηποτε εκλυθωσιν εν τη hοδω. και λεγουσιν αυτω hοι μαθηται αυτου • ποθεν hημιν εν ερημια αρτοι τοσουτοι hωστε χορτασαι οχλον τοσουτον; και λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • ποσουσ αρτουσ εχετε; hοι δε ειπον • hεπτα, και ολιγα ιχθυδια. και εκελευσεν τοισ οχλοισ αναπεσειν επι την γην. και λαβων τουσ hεπτα αρτουσ και τουσ ιχθυασ ευχαριστησασ εκλασεν και εδωκεν τοισ μαθηταισ αυτου, hοι δε μαθηται τω οχλω • και εφαγον παντεσ και εχορτασθησαν. και ηραν το περισσευον των κλασματων hεπτα σπυριδασ πληρεισ. hοι δε εσθιοντεσ ησαν τετρακισχιλιοι ανδρεσ χωρισ γυναικων και παιδιων. και απολυσασ τουσ οχλουσ ανεβη εισ το πλοιον και ηλθεν εισ τα hορια μαγαδαν.

16

και προσελθοντεσ hοι φαρισαιοι και σαδδουκαιοι πειραζοντεσ επηρωτησαν αυτον σημειον εκ του ουρανου επιδειξαι αυτοισ. hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • οψιασ γενομενησ λεγετε • ευδια, πυρραζει γαρ hο ουρανοσ • και πρωι • σημερον χειμων, πυρραζει γαρ στυγναζων hο ουρανοσ. το μεν προσωπον του ουρανου γινωσκετε διακρινειν, τα δε σημεια των καιρων ου δυνασθε; γενεα πονηρα και μοιχαλισ σημειον επιζητει, και σημειον ου δοθησεται αυτη ει μη το σημειον ιωνα. και καταλιπων αυτουσ απηλθεν. και ελθοντεσ hοι μαθηται εισ το περαν επελαθοντο αρτουσ λαβειν. hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • hορατε και προσεχετε απο τησ ζυμησ των φαρισαιων και σαδδουκαιων. hοι δε διελογιζοντο εν hεαυτοισ λεγοντεσ • hοτι αρτουσ ουκ ελαβομεν. γνουσ δε hο ιηhοσυα ειπεν • τι διαλογιζεσθε εν hεαυτοισ, ολιγοπιστοι, hοτι αρτουσ ουκ ελαβετε; ουπω νοειτε, ουδε μνημονευετε τουσ πεντε αρτουσ των πεντακισχιλιων και ποσουσ κοφινουσ ελαβετε; ουδε τουσ hεπτα αρτουσ των τετρακισχιλιων και ποσασ σπυριδασ ελαβετε; πωσ ου νοειτε hοτι ου περι αρτων ειπον hυμιν • προσεχετε απο τησ ζυμησ των φαρισαιων και σαδδουκαιων; τοτε συνηκαν hοτι ουκ ειπεν προσεχειν απο τησ ζυμησ του αρτου αλλα απο τησ διδαχησ των φαρισαιων και σαδδουκαιων. ελθων δε hο ιηhοσυα εισ τα μερη καισαρειασ τησ φιλιππου ηρωτα τουσ μαθητασ αυτου λεγων • τινα λεγουσιν με hοι ανθρωποι ειναι τον hυιον του ανθρωπου; hοι δε ειπαν • hoι μεν ιωαννην τον βαπτιστην, αλλοι δε hηλιαν, hετεροι δε hιερεμιαν η hενα των προφητων. λεγει αυτοισ • hυμεισ δε τινα με λεγετε ειναι; αποκριθεισ δε σιμων πετροσ ειπεν • συ ει hο χριστοσ hο hυιοσ του θεου του ζωντοσ. και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν αυτω • μακαριοσ ει, σιμων βαριωνα, hοτι σαρξ και hαιμα ουκ απεκαλυψεν σοι, αλλ hο πατηρ μου hο εν τοισ ουρανοισ. καγω δε σοι λεγω hοτι συ ει πετροσ, και επι ταυτη τη πετρα οικοδομησω μου την εκκλησιαν, και πυλαι hαδου ου κατισχυσουσιν αυτησ. και δωσω σοι τασ κλειδασ τησ βασιλειασ των ουρανων, και hο εαν δησησ επι τησ γησ εσται δεδεμενον εν τοισ ουρανοισ, και hο εαν λυσησ επι τησ γησ εσται λελυμενον εν τοισ ουρανοισ. τοτε διεστειλατο τοισ μαθηταισ hινα μηδενι ειπωσιν hοτι αυτοσ εστιν hο χριστοσ. απο τοτε ηρξατο hο ιηhοσυα δεικνυειν τοισ μαθηταισ αυτου hοτι δει αυτον απελθειν εισ hιεροσολυμα και πολλα παθειν απο των πρεσβυτερων και αρχιερεων και γραμματεων και αποκτανθηναι και τη τριτη hημερα εγερθηναι. και προσλαβομενοσ αυτον hο πετροσ ηρξατο επιτιμαν αυτω λεγον • hιλεωσ σοι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh • ου μη εσται σοι τουτο. hο δε στραφεισ ειπεν τω πετρω • hυπαγε οπισω μου, σατανα • σκανδαλον μου ει, hοτι ου φρονεισ τα του θεου αλλα τα των ανθρωπων. τοτε hο ιηhοσυα ειπεν τοισ μαθηταισ αυτου • ει τισ θελει οπισω μου ελθειν, απαρνησασθω hεαυτον και αρατω τον σταυρον αυτου, και ακολουθειτω μοι. hοσ γαρ εαν θελη την ψυχην αυτου σωσαι, απολεσει αυτην • hοσ δ αν απολεση την ψυχην αυτου hενεκεν εμου, hευρησει αυτην. τι γαρ ωφεληθησεται ανθρωποσ, εαν τον κοσμον hολον κερδηση, την δε ψυχην αυτου ζημιωθη; η τι δωσει ανθρωποσ ανταλλαγμα τησ ψυχησ αυτου; μελλει γαρ hο hυιοσ του ανθρωπου ερχεσθαι εν τη δοξη του πατροσ αυτου μετα των αγγελων αυτου, και τοτε αποδωσει hεκαστω κατα την πραξιν αυτου. αμην λεγω hυμιν, εισιν τινεσ των hωδε hεστωτων hοιτινεσ ου μη γευσωνται θανατου hεωσ αν ιδωσιν τον hυιον του ανθρωπου ερχομενον εν τη βασιλεια αυτου.

17

και μεθ hημερασ hεξ παραλαμβανει hο ιηhοσυα τον πετρον και ιακωβον και ιωαννην τον αδελφον αυτου, και αναφερει αυτουσ εισ οροσ hυψηλον κατ ιδιαν. και μετεμορφωθη εμπροσθεν αυτων, και ελαμψεν το προσωπον αυτου hωσ hο hηλιοσ, τα δε hιματια αυτου εγενετο λευκα hωσ το φωσ. και ιδου ωφθησαν αυτοισ μωυσησ και hηλιασ μετ αυτου συλλαλουντεσ. αποκριθεισ δε hο πετροσ ειπεν τω ιηhοσυα • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καλον εστιν hημασ hωδε ειναι • ει θελεισ, ποιησωμεν hωδε τρεισ σκηνασ, σοι μιαν και μωυσει μιαν και hηλια μιαν. ετι αυτου λαλουντοσ, ιδου νεφελη φωτεινη επεσκιασεν αυτουσ, και ιδου φωνη εκ τησ νεφελησ λεγουσα • hουτοσ εστιν hο hυιοσ μου hο αγαπητοσ, εν hω ευδοκησα • αυτου ακουετε. και ακουσαντεσ hοι μαθηται επεσαν επι προσωπον αυτων και εφοβηθησαν σφοδρα. και προσελθων hο ιηhοσυα hηψατο αυτων και ειπεν • εγερθητε και μη φοβεισθε. επαραντεσ δε τουσ οφθαλμουσ αυτων ουδενα ειδον ει μη τον ιηhοσυα μονον. και καταβαινοντων αυτων εκ του ορουσ ενετειλατο αυτοισ hο ιηhοσυα λεγων • μηδενι ειπητε το hοραμα hεωσ hου hο hυιοσ του ανθρωπου εκ νεκρων αναστη. και επηρωτησαν αυτον hοι μαθηται αυτου λεγοντεσ • τι ουν hοι γραμματεισ λεγουσιν hοτι hηλιαν δει ελθειν πρωτον; hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • hηλιασ μεν ερχεται πρωτον και αποκαταστησει παντα • λεγω δε hυμιν hοτι hηλιασ ηδη ηλθεν, και ουκ επεγνωσαν αυτον, αλλα εποιησαν εν αυτω hοσα ηθελησαν • hουτωσ και hο hυιοσ του ανθρωπου μελλει πασχειν hυπ αυτων. τοτε συνηκαν hοι μαθηται hοτι περι ιωαννου του βαπτιστου ειπεν αυτοισ. και ελθοντων αυτων προσ τον οχλον, προσηλθεν αυτω ανθρωποσ γονυπετων αυτον και λεγων • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ελεησον μου τον hυιον, hοτι σεληνιαζεται και κακωσ πασχει • πολλακισ γαρ πιπτει εισ το πυρ και πολλακισ εισ το hυδωρ. και προσηνεγκα αυτον τοισ μαθηταισ σου, και ουκ ηδυνηθησαν αυτον θεραπευσαι. αποκριθεισ δε hο ιηhοσυα ειπεν • ω γενεα απιστοσ και διεστραμμενη, hεωσ ποτε μεθ hυμων εσομαι; hεωσ ποτε ανεξομαι hυμων; φερετε μοι αυτον hωδε. και επετιμησεν αυτω hο ιηhοσυα, και εξηλθεν απ αυτου το δαιμονιον, και εθεραπευθη hο παισ απο τησ hωρασ εκεινησ. τοτε προσελθοντεσ hοι μαθηται τω ιηhοσυα κατ ιδιαν ειπον • δια τι hημεισ ουκ ηδυνηθημεν εκβαλειν αυτο; hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • δια την απιστιαν hυμων • αμην γαρ λεγω hυμιν, εαν εχητε πιστιν hωσ κοκκον σιναπεωσ, ερειτε τω ορει τουτω • μεταβηθι εντευθεν εκει, και μεταβησεται • και ουδεν αδυνατησει hυμιν. τουτο δε το γενοσ ουκ εκπορευεται ει μη εν προσευχη και νηστεια. αναστρεφομενων δε αυτων εν τη γαλιλαια ειπεν αυτοισ hο ιηhοσυα • μελλει hο hυιοσ του ανθρωπου παραδιδοσθαι εισ χειρασ ανθρωπων, και αποκτενουσιν αυτον, και τη τριτη hημερα εγερθησεται. και ελυπηθησαν σφοδρα. ελθοντων δε αυτων εισ καπερναουμ προσηλθον hοι τα διδραχμα λαμβανοντεσ τω πετρω και ειπαν • hο διδασκαλοσ hυμων ου τελει τα διδραχμα; λεγει • ναι. και hοτε εισηλθεν εισ την οικιαν, προεφθασεν αυτον hο ιηhοσυα λεγων • τι σοι δοκει, σιμων; hοι βασιλεισ τησ γησ απο τινων λαμβανουσιν τελη η κηνσον; απο των hυιων αυτων η απο των αλλοτριων; λεγει αυτω hο πετροσ • απο των αλλοτριων. εφη αυτω hο ιηhοσυα • αρα γε ελευθεροι εισιν hοι hυιοι. hινα δε μη σκανδαλισωμεν αυτουσ, πορευθεισ εισ θαλασσαν βαλε αγκιστρον και τον αναβαντα πρωτον ιχθυν αρον, και ανοιξασ το στομα αυτου hευρησεισ στατηρα • εκεινον λαβων δοσ αυτοισ αντι εμου και σου.

18

εν εκεινη τη hωρα προσηλθον hοι μαθηται τω ιηhοσυα λεγοντεσ • τισ αρα μειζων εστιν εν τη βασιλεια των ουρανων; και προσκαλεσαμενοσ hο ιηhοσυα παιδιον εστησεν αυτο εν μεσω αυτων και ειπεν • αμην λεγω hυμιν, εαν μη στραφητε και γενησθε hωσ τα παιδια, ου μη εισελθητε εισ την βασιλειαν των ουρανων. hοστισ ουν ταπεινωσει hεαυτον hωσ το παιδιον τουτο, hουτοσ εστιν hο μειζων εν τη βασιλεια των hουρανων. και hοσ εαν δεξηται hεν παιδιον τοιουτο επι τω ονοματι μου, εμε δεχεται. hοσ δ αν σκανδαλιση hενα των μικρων τουτων των πιστευοντων εισ εμε, συμφερει αυτω hινα κρεμασθη μυλοσ ονικοσ εισ τον τραχηλον αυτου και καταποντισθη εν τω πελαγει τησ θαλασσησ. ουαι τω κοσμω απο των σκανδαλων • αναγκη γαρ εστιν ελθειν τα σκανδαλα, πλην ουαι τω ανθρωπω εκεινω δι hου το σκανδαλον ερχεται. ει δε hη χειρ σου η hο πουσ σου σκανδαλιζει σε, εκκοψον αυτα και βαλε απο σου • καλον σοι εστιν εισελθειν εισ την ζωην χωλον η κυλλον η δυο χειρασ η δυο ποδασ εχοντα βληθηναι εισ το πυρ το αιωνιον. και ει hο οφθαλμοσ σου σκανδαλιζει σε, εξελε αυτον και βαλε απο σου • καλον σοι εστιν μονοφθαλμον εισ την ζωην εισελθειν, η δυο οφθαλμουσ εχοντα βληθηναι εισ την γεενναν του πυροσ. hορατε μη καταφρονησητε hενοσ των μικρων τουτων • λεγω γαρ hυμιν hοτι hοι αγγελοι αυτων εν ουρανοισ δια παντοσ βλεπουσιν το προσωπον του πατροσ μου του εν ουρανοισ. ηλθεν γαρ hο hυιοσ του ανθρωπου σωσαι το απολωλοσ. τι hυμιν δοκει; εαν γενηται τινι ανθρωπω hεκατον προβατα και πλανηθη hεν εξ αυτων, ουχι αφεισ τα ενενηκοντα εννεα επι τα ορη πορευθεισ ζητει το πλανωμενον; και εαν γενηται hευρειν αυτο, αμην λεγω hυμιν hοτι χαιρει επ αυτω μαλλον η επι τοισ ενενηκοντα εννεα τοισ μη πεπλανημενοισ. hουτωσ ουκ εστιν θελημα εμπροσθεν του πατροσ hυμων του εν ουρανοισ hινα αποληται hεισ των μικρων τουτων. εαν δε hαμαρτηση εισ σε hο αδελφοσ σου, hυπαγε ελεγξον αυτον μεταξυ σου και αυτου μονου. εαν σου ακουση, εκερδησασ τον αδελφον σου • εαν δε μη ακουση, παραλαβε μετα σου ετι hενα η δυο, hινα επι στοματοσ δυο μαρτυρων η τριων σταθη παν ρημα • εαν δε παρακουση αυτων, ειπε τη εκκλησια • εαν δε και τησ εκκλησιασ παρακουση, εστω σοι hωσπερ hο εθνικοσ και hο τελωνησ. αμην λεγω hυμιν • hοσα εαν δησητε επι τησ γησ εσται δεδεμενα εν τω ουρανω, και hοσα εαν λυσητε επι τησ γησ εσται λελυμενα εν τω ουρανω. παλιν λεγω hυμιν hοτι εαν δυο hυμων συμφωνησωσιν επι τησ γησ περι παντοσ πραγματοσ hου εαν αιτησωνται, γενησεται αυτοισ παρα του πατροσ μου του εν ουρανοισ. hου γαρ εισιν δυο η τρεισ συνηγμενοι εισ το εμον ονομα, εκει ειμι εν μεσω αυτων. τοτε προσελθων αυτω hο πετροσ ειπεν • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ποσακισ hαμαρτησει εισ εμε hο αδελφοσ μου και αφησω αυτω; hεωσ hεπτακισ; λεγει αυτω hο ιηhοσυα • ου λεγω σοι hεωσ hεπτακισ αλλα hεωσ hεβδομηκοντακισ hεπτα. δια τουτο hωμοιωθη hη βασιλεια των ουρανων ανθρωπω βασιλει, hοσ ηθελησεν συναραι λογον μετα των δουλων αυτου. αρξαμενου δε αυτου συναιρειν, προσηνεχθη αυτω hεισ οφειλετησ μυριων ταλαντων. μη εχοντοσ δε αυτου αποδουναι, εκελευσεν αυτον hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου πραθηναι και την γυναικα αυτου και τα τεκνα και παντα hοσα εχει, και αποδοθηναι. πεσων ουν hο δουλοσ προσεκυνει αυτω λεγων • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μακροθυμησον επ εμοι, και παντα σοι αποδωσω. σπλαγχνισθεισ δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh του δουλου εκεινου απελυσεν αυτον, και το δανειον αφηκεν αυτω. εξελθων δε hο δουλοσ εκεινοσ hευρεν hενα των συνδουλων αυτου, hοσ ωφειλεν αυτω hεκατον δηναρια, και κρατησασ αυτον επνιγεν λεγων • αποδοσ ει τι οφειλεισ. πεσων ουν hο συνδουλοσ αυτου εισ τουσ ποδασ αυτου παρεκαλει αυτον λεγων • μακροθυμησον επ εμοι, και αποδωσω σοι. hο δε ουκ ηθελεν, αλλα απελθων εβαλεν αυτον εισ φυλακην hεωσ hου αποδω το οφειλομενον. ιδοντεσ δε hοι συνδουλοι αυτου τα γενομενα ελυπηθησαν σφοδρα, και ελθοντεσ διεσαφησαν τω κυριω hεαυτων παντα τα γενομενα. τοτε προσκαλεσαμενοσ αυτον hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου λεγει αυτω • δουλε πονηρε, πασαν την οφειλην εκεινην αφηκα σοι, επει παρεκαλεσασ με • ουκ εδει και σε ελεησαι τον συνδουλον σου, hωσ καγω σε ηλεησα; και οργισθεισ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου παρεδωκεν αυτον τοισ βασανισταισ, hεωσ hου αποδω παν το οφειλομενον αυτω. hουτωσ και hο πατηρ μου hο ουρανιοσ ποιησει hυμιν, εαν μη αφητε hεκαστοσ τω αδελφω αυτου απο των καρδιων hυμων.

19

και εγενετο hοτε ετελεσεν hο ιηhοσυα τουσ λογουσ τουτουσ, μετηρεν απο τησ γαλιλαιασ και ηλθεν εισ τα hορια τησ ιηhυδαιασ περαν του ιορδανου. και ηκολουθησαν αυτω οχλοι πολλοι, και εθεραπευσεν αυτουσ εκει. και προσηλθον αυτω hοι φαρισαιοι πειραζοντεσ αυτον και λεγοντεσ αυτω • ει εξεστιν ανθρωπω απολυσαι την γυναικα αυτου κατα πασαν αιτιαν; hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • ουκ ανεγνωτε hοτι hο ποιησασ απ αρχησ αρσεν και θηλυ εποιησεν αυτουσ, και ειπεν • hενεκεν τουτου καταλειψει ανθρωποσ τον πατερα και την μητερα και κολληθησεται τη γυναικι αυτου, και εσονται hοι δυο εισ σαρκα μιαν; hωστε ουκετι εισιν δυο αλλα σαρξ μια. hο ουν hο θεοσ συνεζευξεν, ανθρωποσ μη χωριζετω. λεγουσιν αυτω • τι ουν μωυσησ ενετειλατο δουναι βιβλιον αποστασιου και απολυσαι αυτην; λεγει αυτοισ hοτι μωυσησ προσ την σκληροκαρδιαν hυμων επετρεψεν hυμιν απολυσαι τασ γυναικασ hυμων, απ αρχησ δε ου γεγονεν hουτωσ. λεγω δε hυμιν hοτι hοσ αν απολυση την γυναικα αυτου μη επι πορνεια και γαμηση αλλην μοιχαται, και hο απολελυμενην γαμων μοιχαται. λεγουσιν αυτω hοι μαθηται αυτου • ει hουτωσ εστιν hη αιτια του ανθρωπου μετα τησ γυναικοσ, ου συμφερει γαμησαι. hο δε ειπεν αυτοισ • ου παντεσ χωρουσιν τον λογον τουτον, αλλ hοισ δεδοται. εισιν γαρ ευνουχοι hοιτινεσ εκ κοιλιασ μητροσ εγεννηθησαν hουτωσ, και εισιν ευνουχοι hοιτινεσ ευνουχισθησαν hυπο των ανθρωπων, και εισιν ευνουχοι hοιτινεσ ευνουχισαν hεαυτουσ δια την βασιλειαν των ουρανων. hο δυναμενοσ χωρειν χωρειτω. τοτε προσηνεχθησαν αυτω παιδια, hινα τασ χειρασ επιθη αυτοισ και προσευξηται • hοι δε μαθηται επετιμησαν αυτοισ. hο δε ιηhοσυα ειπεν • αφετε τα παιδια και μη κωλυετε αυτα ελθειν προσ με • των γαρ τοιουτων εστιν hη βασιλεια των ουρανων. και επιθεισ αυτοισ τασ χειρασ επορευθη εκειθεν. και ιδου hεισ προσελθων ειπεν αυτω • διδασκαλε, τι αγαθον ποιησω hινα σχω ζωην αιωνιον; hο δε ειπεν αυτω • τι με ερωτασ περι του αγαθου; hεισ εστιν hο αγαθοσ. ει δε θελεισ εισ την ζωην εισελθειν, τηρησον τασ εντολασ. λεγει αυτω • ποιασ; hο δε ιηhοσυα ειπεν • το ου φονευσεισ, ου μοιχευσεισ, ου κλεψεισ, ου ψευδομαρτυρησεισ, τιμα τον πατερα και την μητερα, και αγαπησεισ τον πλησιον σου hωσ σεαυτον. λεγει αυτω hο νεανισκοσ • παντα ταυτα εφυλαξα • τι ετι hυστερω; εφη αυτω hο ιηhοσυα • ει θελεισ τελειοσ ειναι, hυπαγε πωλησον σου τα hυπαρχοντα και δοσ πτωχοισ, και hεξεισ θησαυρον εν ουρανω, και δευρο ακολουθει μοι. ακουσασ δε hο νεανισκοσ τον λογον απηλθεν λυπουμενοσ • ην γαρ εχων κτηματα πολλα. hο δε ιηhοσυα ειπεν τοισ μαθηταισ αυτου • αμην λεγω hυμιν hοτι πλουσιοσ δυσκολωσ εισελευσεται εισ την βασιλειαν των ουρανων. παλιν δε λεγω hυμιν, ευκοπωτερον εστιν καμηλον δια τρυπηματοσ ραφιδοσ εισελθειν η πλουσιον εισ την βασιλειαν του θεου εισελθειν. ακουσαντεσ δε hοι μαθηται εξεπλησσοντο σφοδρα λεγοντεσ • τισ αρα δυναται σωθηναι; εμβλεψασ δε hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • παρα ανθρωποισ τουτο αδυνατον εστιν, παρα δε θεω παντα δυνατα. τοτε αποκριθεισ hο πετροσ ειπεν αυτω • ιδου hημεισ αφηκαμεν παντα και ηκολουθησαμεν σοι • τι αρα εσται hημιν; hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • αμην λεγω hυμιν hοτι hυμεισ hοι ακολουθησαντεσ μοι, εν τη παλιγγενεσια, hοταν καθιση hο hυιοσ του ανθρωπου επι θρονου δοξησ αυτου, καθησεσθε και hυμεισ επι δωδεκα θρονουσ κρινοντεσ τασ δωδεκα φυλασ του ισραηλ. και πασ hοστισ αφηκεν οικιασ η αδελφουσ η αδελφασ η πατερα η μητερα η γυναικα η τεκνα η αγρουσ hενεκεν του ονοματοσ μου, hεκατονταπλασιονα λημψεται και ζωην αιωνιον κληρονομησει. πολλοι δε εσονται πρωτοι εσχατοι και εσχατοι πρωτοι.

20

hομοια γαρ εστιν hη βασιλεια των ουρανων ανθρωπω οικοδεσποτη, hοστισ εξηλθεν hαμα πρωι μισθωσασθαι εργατασ εισ τον αμπελωνα αυτου. συμφωνησασ δε μετα των εργατων εκ δηναριου την hημεραν απεστειλεν αυτουσ εισ τον αμπελωνα αυτου. και εξελθων περι τριτην hωραν ειδεν αλλουσ hεστωτασ εν τη αγορα αργουσ κακεινοισ ειπεν • hυπαγετε και hυμεισ εισ τον αμπελωνα, και hο εαν η δικαιον δωσω hυμιν. hοι δε απηλθον. παλιν εξελθων περι hεκτην και ενατην hωραν εποιησεν hωσαυτωσ. περι δε την hενδεκατην hωραν εξελθων hευρεν αλλουσ hεστωτασ, και λεγει αυτοισ • τι hωδε hεστηκατε hολην την hημεραν αργοι; λεγουσιν αυτω • hοτι ουδεισ hημασ εμισθωσατο. λεγει αυτοισ • hυπαγετε και hυμεισ εισ τον αμπελωνα, και hο εαν η δικαιον λημψεσθε. οψιασ δε γενομενησ λεγει hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh του αμπελωνοσ τω επιτροπω αυτου • καλεσον τουσ εργατασ και αποδοσ αυτοισ τον μισθον, αρξαμενοσ απο των εσχατων hεωσ των πρωτων. και ελθοντεσ hοι περι την hενδεκατην hωραν ελαβον ανα δηναριον. και ελθοντεσ hοι πρωτοι ενομισαν hοτι πλειον λημψονται • και ελαβον και αυτοι ανα δηναριον. λαβοντεσ δε εγογγυζον κατα του οικοδεσποτου λεγοντεσ hοτι hουτοι hοι εσχατοι μιαν hωραν εποιησαν, και ισουσ hημιν αυτουσ εποιησασ τοισ βαστασασιν το βαροσ τησ hημερασ και τον καυσωνα. hο δε αποκριθεισ ειπεν hενι αυτων • hεταιρε, ουκ αδικω σε • ουχι δηναριου συνεφωνησασ μοι; αρον το σον και hυπαγε. θελω δε τουτω τω εσχατω δουναι hωσ και σοι • η ουκ εξεστιν μοι hο θελω ποιησαι εν τοισ εμοισ; η hο οφθαλμοσ σου πονηροσ εστιν hοτι εγω αγαθοσ ειμι; hουτωσ εσονται hοι εσχατοι πρωτοι και hοι πρωτοι εσχατοι, πολλοι γαρ εισιν κλητοι, ολιγοι δε εκλεκτοι. και αναβαινων hο ιηhοσυα εισ hιεροσολυμα παρελαβεν τουσ δωδεκα μαθητασ κατ ιδιαν εν τη hοδω και ειπεν αυτοισ • ιδου αναβαινομεν εισ hιεροσολυμα, και hο hυιοσ του ανθρωπου παραδοθησεται τοισ αρχιερευσιν και γραμματευσιν, και κατακρινουσιν αυτον θανατω, και παραδωσουσιν αυτον τοισ εθνεσιν εισ το εμπαιξαι και μαστιγωσαι και σταυρωσαι, και τη τριτη hημερα αναστησεται. τοτε προσηλθεν αυτω hη μητηρ των hυιων ζεβεδαιου μετα των hυιων αυτησ, προσκυνουσα και αιτουσα τι απ αυτου. hο δε ειπεν αυτη • τι θελεισ; λεγει αυτω • ειπε hινα καθισωσιν hουτοι hοι δυο hυιοι μου hεισ εκ δεξιων σου και hεισ εξ ευωνυμων σου εν τη βασιλεια σου. αποκριθεισ δε hο ιηhοσυα ειπεν • ουκ οιδατε τι αιτεισθε. δυνασθε πιειν το ποτηριον hο εγω μελλω πινειν; λεγουσιν αυτω • δυναμεθα. και λεγει αυτοισ • το μεν ποτηριον μου πιεσθε, το δε καθισαι εκ δεξιων μου και εξ ευωνυμων μου ουκ εστιν εμον δουναι, αλλ hοισ hητοιμασται hυπο του πατροσ μου. και ακουσαντεσ hοι δεκα ηγανακτησαν περι των δυο αδελφων. hο δε ιηhοσυα προσκαλεσαμενοσ αυτουσ ειπεν • οιδατε hοτι hοι αρχοντεσ των εθνων καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυουσιν αυτων και hοι μεγαλοι κατεξουσιαζουσιν αυτων. ουχ hουτωσ εσται εν hυμιν • αλλ hοσ εαν θελη εν hυμιν μεγασ γενεσθαι, εσται hυμων διακονοσ, και hοσ αν θελη εν hυμιν ειναι πρωτοσ, εστω hυμων δουλοσ • hωσπερ hο hυιοσ του ανθρωπου ουκ ηλθεν διακονηθηναι, αλλα διακονησαι και δουναι την ψυχην αυτου λυτρον αντι πολλων. και εκπορευομενων αυτων απο hιερειχω ηκολουθησεν αυτω οχλοσ πολυσ. και ιδου δυο τυφλοι καθημενοι παρα την hοδον, ακουσαντεσ hοτι ιηhοσυα παραγει, εκραξαν λεγοντεσ • ελεησον hημασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hυιοσ δαυιδ. hο δε οχλοσ επετιμησεν αυτοισ hινα σιωπησωσιν • hοι δε μειζον εκραζον λεγοντεσ • ελεησον hημασ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hυιοσ δαυιδ. και στασ hο ιηhοσυα εφωνησεν αυτουσ και ειπεν • τι θελετε ποιησω hυμιν; λεγουσιν αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hινα ανοιχθωσιν hημων hοι οφθαλμοι. σπλαγχνισθεισ δε hο ιηhοσυα hηψατο των οφθαλμων αυτων, και ευθεωσ ανεβλεψαν αυτων hοι οφθαλμοι, και ηκολουθησαν αυτω.

21

και hοτε ηγγισαν εισ hιεροσολυμα και ηλθον εισ βηθφαγη προσ το οροσ των ελαιων, τοτε hο ιηhοσυα απεστειλεν δυο μαθητασ λεγων αυτοισ • πορευθητε εισ την κωμην την απεναντι hυμων, και ευθεωσ hευρησετε ονον δεδεμενην και πωλον μετ αυτησ • λυσαντεσ αγαγετε μοι. και εαν τισ hυμιν ειπη τι, ερειτε hοτι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτων χρειαν εχει • ευθεωσ δε αποστελει αυτουσ. τουτο δε hολον γεγονεν hινα πληρωθη το ρηθεν δια του προφητου λεγοντοσ • ειπατε τη θυγατρι σιων • ιδου hο βασιλευσ σου ερχεται σοι πραυσ και επιβεβηκωσ επι ονον και επι πωλον hυιον hυποζυγιου. πορευθεντεσ δε hοι μαθηται και ποιησαντεσ καθωσ προσεταξεν αυτοισ hο ιηhοσυα, ηγαγον την ονον και τον πωλον, και επεθηκαν επανω αυτων τα hιματια αυτων, και επεκαθισεν επανω αυτων. hο δε πλειστοσ οχλοσ εστρωσαν hεαυτων τα hιματια εν τη hοδω, αλλοι δε εκοπτον κλαδουσ απο των δενδρων και εστρωννυον εν τη hοδω. hοι δε οχλοι hοι προαγοντεσ αυτον και hοι ακολουθουντεσ εκραζον λεγοντεσ • hωσαννα τω hυιω δαυιδ • ευλογημενοσ hο ερχομενοσ εν ονοματι κυριου • hωσαννα εν τοισ hυψιστοισ. και εισελθοντοσ αυτου εισ hιεροσολυμα εσεισθη πασα hη πολισ λεγουσα • τισ εστιν hουτοσ; hοι δε οχλοι ελεγον • hουτοσ εστιν ιηhοσυα hο προφητησ hο απο ναζαρεθ τησ γαλιλαιασ. και εισηλθεν ιηhοσυα εισ το hιερον του θεου, και εξεβαλεν παντασ τουσ πωλουντασ και αγοραζοντασ εν τω hιερω, και τασ τραπεζασ των κολλυβιστων κατεστρεψεν, και τασ καθεδρασ των πωλουντων τασ περιστερασ, και λεγει αυτοισ • γεγραπται • hο οικοσ μου οικοσ προσευχησ κληθησεται, hυμεισ δε αυτον εποιησατε σπηλαιον ληστων. και προσηλθον αυτω τυφλοι και χωλοι εν τω hιερω, και εθεραπευσεν αυτουσ. ιδοντεσ δε hοι αρχιερεισ και hοι γραμματεισ τα θαυμασια hα εποιησεν και τουσ παιδασ τουσ κραζοντασ εν τω hιερω και λεγοντασ • hωσαννα τω hυιω δαυιδ, ηγανακτησαν. και ειπαν αυτω • ακουεισ τι hουτοι λεγουσιν; hο δε ιηhοσυα λεγει αυτοισ • ναι • ουδεποτε ανεγνωτε hοτι εκ στοματοσ νηπιων και θηλαζοντων κατηρτισω αινον; και καταλιπων αυτουσ εξηλθεν εξω τησ πολεωσ εισ βηθανιαν, και ηυλισθη εκει. πρωιασ δε επαναγων εισ την πολιν επεινασεν. και ιδων συκην μιαν επι τησ hοδου ηλθεν επ αυτην, και ουδεν hευρεν εν αυτη ει μη φυλλα μονον, και λεγει αυτη • μηκετι εκ σου καρποσ γενηται εισ τον αιωνα. και εξηρανθη παραχρημα hη συκη. και ιδοντεσ hοι μαθηται εθαυμασαν λεγοντεσ • πωσ παραχρημα εξηρανθη hη συκη; αποκριθεισ δε hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • αμην λεγω hυμιν, εαν εχητε πιστιν και μη διακριθητε, ου μονον το τησ συκησ ποιησετε, αλλα καν τω ορει τουτω ειπητε • αρθητι και βληθητι εισ την θαλασσαν, γενησεται • και παντα hοσα αν αιτησητε εν τη προσευχη πιστευοντεσ λημψεσθε. και ελθοντι αυτω εισ το hιερον, προσηλθον αυτω διδασκοντι hοι αρχιερεισ και hοι πρεσβυτεροι του λαου λεγοντεσ • εν ποια εξουσια ταυτα ποιεισ; και τισ σοι εδωκεν την εξουσιαν ταυτην; αποκριθεισ δε hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • ερωτησω hυμασ καγω λογον hενα, hον εαν ειπητε μοι, καγω hυμιν ερω εν ποια εξουσια ταυτα ποιω • το βαπτισμα ιωαννου ποθεν ην; εξ ουρανου η εξ ανθρωπων; hοι δε διελογιζοντο παρ hεαυτοισ λεγοντεσ • εαν ειπωμεν • εξ ουρανου, ερει hημιν • δια τι ουν ουκ επιστευσατε αυτω; εαν δε ειπωμεν • εξ ανθρωπων, φοβουμεθα τον οχλον • παντεσ γαρ εχουσιν τον ιωαννην hωσ προφητην. και αποκριθεντεσ τω ιηhοσυα ειπον • ουκ οιδαμεν. εφη αυτοισ και αυτοσ • ουδε εγω λεγω hυμιν εν ποια εξουσια ταυτα ποιω. τι δε hυμιν δοκει; ανθρωποσ ειχεν τεκνα δυο. και προσελθων τω πρωτω ειπεν • τεκνον, hυπαγε σημερον εργαζου εν τω αμπελωνι μου. hο δε αποκριθεισ ειπεν • ου θελω, hυστερον δε μεταμεληθεισ απηλθεν. και προσελθων τω hετερω ειπεν hωσαυτωσ. hο δε αποκριθεισ ειπεν • εγω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ουκ απηλθεν. τισ εκ των δυο εποιησεν το θελημα του πατροσ; λεγουσιν αυτω • hο πρωτοσ. λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • αμην λεγω hυμιν hοτι hοι τελωναι και hαι πορναι προαγουσιν hυμασ εισ την βασιλειαν του θεου. ηλθεν γαρ προσ hυμασ ιωαννησ εν hοδω δικαιοσυνησ, και ουκ επιστευσατε αυτω • hοι δε τελωναι και hαι πορναι επιστευσαν αυτω • hυμεισ δε ιδοντεσ ου μετεμεληθητε hυστερον του πιστευσαι αυτω. αλλην παραβολην ακουσατε. ανθρωποσ ην οικοδεσποτησ hοστισ εφυτευσεν αμπελωνα, και φραγμον αυτω περιεθηκεν και ωρυξεν εν αυτω ληνον και ωκοδομησεν πυργον, και εξεδετο αυτον γεωργοισ, και απεδημησεν. hοτε δε ηγγισεν hο καιροσ των καρπων, απεστειλεν τουσ δουλουσ αυτου προσ τουσ γεωργουσ λαβειν τουσ καρπουσ αυτου. και λαβοντεσ hοι γεωργοι τουσ δουλουσ αυτου hον μεν εδειραν, hον δε απεκτειναν, hον δε ελιθοβολησαν. παλιν απεστειλεν αλλουσ δουλουσ πλειονασ των πρωτων, και εποιησαν αυτοισ hωσαυτωσ. hυστερον δε απεστειλεν προσ αυτουσ τον hυιον αυτου λεγων • εντραπησονται τον hυιον μου. hοι δε γεωργοι ιδοντεσ τον hυιον ειπον εν hεαυτοισ • hουτοσ εστιν hο κληρονομοσ • δευτε αποκτεινωμεν αυτον και κατασχωμεν την κληρονομιαν αυτου. και λαβοντεσ αυτον εξεβαλον εξω του αμπελωνοσ και απεκτειναν. hοταν ουν ελθη hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh του αμπελωνοσ, τι ποιησει τοισ γεωργοισ εκεινοισ; λεγουσιν αυτω • κακουσ κακωσ απολεσει αυτουσ, και τον αμπελωνα εκδωσεται αλλοισ γεωργοισ, hοιτινεσ αποδωσουσιν αυτω τουσ καρπουσ εν τοισ καιροισ αυτων. λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • ουδεποτε ανεγνωτε εν ταισ γραφαισ • λιθον hον απεδοκιμασαν hοι οικοδομουντεσ, hουτοσ εγενηθη εισ κεφαλην γωνιασ • παρα κυριου εγενετο hαυτη και εστιν θαυμαστη εν οφθαλμοισ hημων; δια τουτο λεγω hυμιν hοτι αρθησεται αφ hυμων hη βασιλεια του θεου και δοθησεται εθνει ποιουντι τουσ καρπουσ αυτησ. και hο πεσων επι τον λιθον τουτον συνθλασθησεται • εφ hον δ αν πεση, λικμησει αυτον. και ακουσαντεσ hοι αρχιερεισ και hοι φαρισαιοι τασ παραβολασ αυτου εγνωσαν hοτι περι αυτων λεγει • και ζητουντεσ αυτον κρατησαι εφοβηθησαν τουσ οχλουσ, επειδη hωσ προφητην αυτον ειχον.

22

και αποκριθεισ hο ιηhοσυα παλιν ειπεν αυτοισ εν παραβολαισ, λεγων • hωμοιωθη hη βασιλεια των ουρανων ανθρωπω βασιλει, hοστισ εποιησεν γαμουσ τω hυιω αυτου. και απεστειλεν τουσ δουλουσ αυτου καλεσαι τουσ κεκλημενουσ εισ τουσ γαμουσ, και ουκ ηθελον ελθειν. παλιν απεστειλεν αλλουσ δουλουσ λεγων • ειπατε τοισ κεκλημενοισ • ιδου το αριστον μου hητοιμακα, hοι ταυροι μου και τα σιτιστα τεθυμενα, και παντα hετοιμα • δευτε εισ τουσ γαμουσ. hοι δε αμελησαντεσ απηλθον, hοσ μεν εισ τον ιδιον αγρον, hοσ δε επι την εμποριαν αυτου • hοι δε λοιποι κρατησαντεσ τουσ δουλουσ αυτου hυβρισαν και απεκτειναν. hο δε βασιλευσ [ακουσασ] ωργισθη, και πεμψασ τα στρατευματα αυτου απωλεσεν τουσ φονεισ εκεινουσ και την πολιν αυτων ενεπρησεν. τοτε λεγει τοισ δουλοισ αυτου • hο μεν γαμοσ hετοιμοσ εστιν, hοι δε κεκλημενοι ουκ ησαν αξιοι. πορευεσθε ουν επι τασ διεξοδουσ των hοδων, και hοσουσ εαν hευρητε καλεσατε εισ τουσ γαμουσ. και εξελθοντεσ hοι δουλοι εκεινοι εισ τασ hοδουσ συνηγαγον παντασ hοσουσ hευρον, πονηρουσ τε και αγαθουσ • και επλησθη hο γαμοσ ανακειμενων. εισελθων δε hο βασιλευσ θεασασθαι τουσ ανακειμενουσ ειδεν εκει ανθρωπον ουκ ενδεδυμενον ενδυμα γαμου. και λεγει αυτω • hεταιρε, πωσ εισηλθεσ hωδε μη εχων ενδυμα γαμου; hο δε εφιμωθη. τοτε ειπεν hο βασιλευσ τοισ διακονοισ • δησαντεσ αυτου ποδασ και χειρασ αρατε αυτον και εκβαλετε εισ το σκοτοσ το εξωτερον • εκει εσται hο κλαυθμοσ και hο βρυγμοσ των οδοντων. πολλοι γαρ εισιν κλητοι, ολιγοι δε εκλεκτοι. τοτε πορευθεντεσ hοι φαρισαιοι συμβουλιον ελαβον hοπωσ αυτον παγιδευσωσιν εν λογω. και αποστελλουσιν αυτω τουσ μαθητασ αυτων μετα των hηρωδιανων λεγοντεσ • διδασκαλε, οιδαμεν hοτι αληθησ ει και την hοδον του θεου εν αληθεια διδασκεισ, και ου μελει σοι περι ουδενοσ • ου γαρ βλεπεισ εισ προσωπον ανθρωπων • ειπε ουν hημιν, τι σοι δοκει • εξεστιν δουναι κηνσον καισαρι η ου; γνουσ δε hο ιηhοσυα την πονηριαν αυτων ειπεν • τι με πειραζετε, hυποκριται; επιδειξατε μοι το νομισμα του κηνσου. hοι δε προσηνεγκαν αυτω δηναριον. και λεγει αυτοισ • τινοσ hη εικων hαυτη και hη επιγραφη; λεγουσιν αυτω • καισαροσ. τοτε λεγει αυτοισ • αποδοτε ουν τα καισαροσ καισαρι και τα του θεου τω θεω. και ακουσαντεσ εθαυμασαν, και αφεντεσ αυτον απηλθαν. εν εκεινη τη hημερα προσηλθον αυτω σαδδουκαιοι, hοι λεγοντεσ μη ειναι αναστασιν, και επηρωτησαν αυτον λεγοντεσ • διδασκαλε, μωυσησ ειπεν • εαν τισ αποθανη μη εχων τεκνα, επιγαμβρευσει hο αδελφοσ αυτου την γυναικα αυτου και αναστησει σπερμα τω αδελφω αυτου. ησαν δε παρ hημιν hεπτα αδελφοι, και hο πρωτοσ γημασ ετελευτησεν, και μη εχων σπερμα αφηκεν την γυναικα αυτου τω αδελφω αυτου. hομοιωσ και hο δευτεροσ και hο τριτοσ, hεωσ των hεπτα. hυστερον δε παντων απεθανεν και hη γυνη. εν τη αναστασει ουν τινοσ των hεπτα εσται γυνη; παντεσ γαρ εσχον αυτην. αποκριθεισ δε hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • πλανασθε, μη ειδοτεσ τασ γραφασ μηδε την δυναμιν του θεου • εν γαρ τη αναστασει ουτε γαμουσιν ουτε εκγαμιζονται, αλλ hωσ αγγελοι του θεου εν τω ουρανω εισιν. περι δε τησ αναστασεωσ των νεκρων ουκ ανεγνωτε το ρηθεν hυμιν hυπο του θεου λεγοντοσ • εγω ειμι hο θεοσ αβραhαμ και hο θεοσ ισαακ και hο θεοσ ιακωβ; ουκ εστιν hο θεοσ θεοσ νεκρων αλλα ζωντων. και ακουσαντεσ hοι οχλοι εξεπλησσοντο επι τη διδαχη αυτου. hοι δε φαρισαιοι ακουσαντεσ hοτι εφιμωσεν τουσ σαδδουκαιουσ, συνηχθησαν επι το αυτο, και επηρωτησεν hεισ εξ αυτων νομικοσ πειραζων αυτον και λεγων • διδασκαλε, ποια εντολη μεγαλη εν τω νομω; hο δε εφη αυτω • αγαπησεισ κυριον τον θεον σου εν hολη τη καρδια σου και εν hολη τη ψυχη σου και εν hολη τη διανοια σου • hαυτη εστιν hη μεγαλη και πρωτη εντολη. δευτερα δε hομοια αυτη • αγαπησεισ τον πλησιον σου hωσ σεαυτον. εν ταυταισ ταισ δυσιν εντολαισ hολοσ hο νομοσ κρεμαται και hοι προφηται. συνηγμενων δε των φαρισαιων επηρωτησεν αυτουσ hο ιηhοσυα λεγων • τι hυμιν δοκει περι του χριστου; τινοσ hυιοσ εστιν; λεγουσιν αυτω • του δαυιδ. λεγει αυτοισ • πωσ ουν δαυιδ εν πνευματι κυριον αυτον καλει, λεγον • ειπεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh τω κυριω μου καθου εκ δεξιων μου hεωσ αν θω τουσ εχθρουσ σου hυποκατω των ποδων σου; ει ουν δαυιδ καλει αυτον κυριον, πωσ hυιοσ αυτου εστιν; και ουδεισ εδυνατο αποκριθηναι αυτω λογον, ουδε ετολμησεν τισ απ εκεινησ τησ hημερασ επερωτησαι αυτον ουκετι.

23

τοτε hο ιηhοσυα ελαλησεν τοισ οχλοισ και τοισ μαθηταισ αυτου λεγων • επι τησ μωυσεωσ καθεδρασ εκαθισαν hοι γραμματεισ και hοι φαρισαιοι. παντα ουν hοσα εαν ειπωσιν hυμιν ποιησατε και τηρειτε, κατα δε τα εργα αυτων μη ποιειτε • λεγουσιν γαρ και ου ποιουσιν. δεσμευουσιν δε φορτια βαρεα και δυσβαστακτα και επιτιθεασιν επι τουσ ωμουσ των ανθρωπων, αυτοι δε τω δακτυλω αυτων ου θελουσιν κινησαι αυτα. παντα δε τα εργα αυτων ποιουσιν προσ το θεαθηναι τοισ ανθρωποισ • πλατυνουσιν γαρ τα φυλακτηρια αυτων και μεγαλυνουσιν τα κρασπεδα των hιματιων αυτων, φιλουσιν δε την πρωτοκλισιαν εν τοισ δειπνοισ και τασ πρωτοκαθεδριασ εν ταισ συναγωγαισ και τουσ ασπασμουσ εν ταισ αγοραισ και καλεισθαι hυπο των ανθρωπων ραββει ραββει. hυμεισ δε μη κληθητε ραββει • hεισ γαρ εστιν hυμων hο καθηγητησ, [hο χριστοσ], παντεσ δε hυμεισ αδελφοι εστε. και πατερα μη καλεσητε hυμων επι τησ γησ • hεισ γαρ εστιν hο πατηρ hυμων hο εν τοισ ουρανοισ. μηδε κληθητε καθηγηται • hεισ γαρ hυμων εστιν hο καθηγητησ, hο χριστοσ. hο δε μειζων hυμων εσται hυμων διακονοσ. hοστισ δε hυψωσει hεαυτον ταπεινωθησεται, και hοστισ ταπεινωσει hεαυτον hυψωθησεται. ουαι δε hυμιν, γραμματεισ και φαρισαιοι hυποκριται, hοτι κλειετε την βασιλειαν των ουρανων εμπροσθεν των ανθρωπων • hυμεισ γαρ ουκ εισερχεσθε, ουδε τουσ εισερχομενουσ αφιετε εισελθειν. ουαι hυμιν, γραμματεισ και φαρισαιοι hυποκριται, hοτι περιαγετε την θαλασσαν και την ξηραν ποιησαι hενα προσηλυτον, και hοταν γενηται, ποιειτε αυτον hυιον γεεννησ διπλοτερον hυμων. ουαι hυμιν, hοδηγοι τυφλοι hοι λεγοντεσ • hοσ αν ομοση εν τω ναω, ουδεν εστιν • hοσ δ αν ομοση εν τω χρυσω του ναου, οφειλει. μωροι και τυφλοι, τισ γαρ μειζων εστιν, hο χρυσοσ η hο ναοσ hο hαγιαζων τον χρυσον; και • hοσ αν ομοση εν τω θυσιαστηριω, ουδεν εστιν • hοσ δ αν ομοση εν τω δωρω τω επανω αυτου, οφειλει. τυφλοι, τι γαρ μειζον, το δωρον η το θυσιαστηριον το hαγιαζον το δωρον; hο ουν ομοσασ εν τω θυσιαστηριω ομνυει εν αυτω και εν πασιν τοισ επανω αυτου • και hο ομοσασ εν τω ναω ομνυει εν αυτω και εν τω κατοικησαντι αυτον, και hο ομοσασ εν τω ουρανω ομνυει εν τω θρονω του θεου και εν τω καθημενω επανω αυτου. ουαι hυμιν, γραμματεισ και φαρισαιοι hυποκριται, hοτι αποδεκατουτε το hηδυοσμον και το ανηθον και το κυμινον, και αφηκατε τα βαρυτερα του νομου, την κρισιν και τον ελεον και την πιστιν • ταυτα εδει ποιησαι κακεινα μη αφιεναι. hοδηγοι τυφλοι, hοι διυλιζοντεσ τον κωνωπα, την δε καμηλον καταπινοντεσ. ουαι hυμιν, γραμματεισ και φαρισαιοι hυποκριται, hοτι καθαριζετε το εξωθεν του ποτηριου και τησ παροψιδοσ, εσωθεν δε γεμουσιν εξ hαρπαγησ και ακρασιασ. φαρισαιε τυφλε, καθαρισον πρωτον το εντοσ του ποτηριου και τησ παροψιδοσ, hινα γενηται και το εκτοσ αυτων καθαρον. ουαι hυμιν, γραμματεισ και φαρισαιοι hυποκριται, hοτι παρομοιαζετε ταφοισ κεκονιαμενοισ, hοιτινεσ εξωθεν μεν φαινονται hωραιοι, εσωθεν δε γεμουσιν οστεων νεκρων και πασησ ακαθαρσιασ. hουτωσ και hυμεισ εξωθεν μεν φαινεσθε τοισ ανθρωποισ δικαιοι, εσωθεν δε εστε μεστοι hυποκρισεωσ και ανομιασ. ουαι hυμιν, γραμματεισ και φαρισαιοι hυποκριται, hοτι οικοδομειτε τουσ ταφουσ των προφητων και κοσμειτε τα μνημεια των δικαιων, και λεγετε • ει ημεθα εν ταισ hημεραισ των πατερων hημων, ουκ αν ημεθα κοινωνοι αυτων εν τω hαιματι των προφητων. hωστε μαρτυρειτε hεαυτοισ hοτι hυιοι εστε των φονευσαντων τουσ προφητασ. και hυμεισ... πληρωσατε το μετρον των πατερων hυμων. οφεισ, γεννηματα εχιδνων, πωσ φυγητε απο τησ κρισεωσ τησ γεεννησ; δια τουτο ιδου εγω αποστελλω προσ hυμασ προφητασ και σοφουσ και γραμματεισ • και εξ αυτων αποκτενειτε και σταυρωσετε, και εξ αυτων μαστιγωσετε εν ταισ συναγωγαισ hυμων και διωξετε απο πολεωσ εισ πολιν • hοπωσ ελθη εφ hυμασ παν hαιμα δικαιον εκχυννομενον επι τησ γησ απο του hαιματοσ αβελ του δικαιου hεωσ του hαιματοσ ζαχαριου hυιου βαραχιου, hον εφονευσατε μεταξυ του ναου και του θυσιαστηριου. αμην λεγω hυμιν, hηξει παντα ταυτα επι την γενεαν ταυτην. hιερουσαλημ hιερουσαλημ, hη αποκτεινουσα τουσ προφητασ και λιθοβολουσα τουσ απεσταλμενουσ προσ αυτην, ποσακισ ηθελησα επισυναγαγειν τα τεκνα σου, hον τροπον επισυναγει ορνισ τα νοσσια αυτησ hυπο τασ πτερυγασ, και ουκ ηθελησατε. ιδου αφιεται hυμιν hο οικοσ hυμων ερημοσ. λεγω γαρ hυμιν, ου μη με ιδητε απ αρτι hεωσ αν ειπητε • ευλογημενοσ hο ερχομενοσ εν ονοματι κυριου.

24

και εξελθων hο ιηhοσυα επορευετο απο του hιερου, και προσηλθον hοι μαθηται αυτου επιδειξαι αυτω τασ οικοδομασ του hιερου. hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • ου βλεπετε παντα ταυτα; αμην λεγω hυμιν, ου μη αφεθη hωδε λιθοσ επι λιθον, hοσ ου καταλυθησεται. καθημενου δε αυτου επι του ορουσ των ελαιων προσηλθον αυτω hοι μαθηται κατ ιδιαν λεγοντεσ • ειπε hημιν, ποτε ταυτα εσται, και τι το σημειον τησ σησ παρουσιασ και συντελειασ του αιωνοσ; και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • βλεπετε μη τισ hυμασ πλανηση • πολλοι γαρ ελευσονται επι τω ονοματι μου λεγοντεσ • εγω ειμι hο χριστοσ, και πολλουσ πλανησουσιν. μελλησετε δε ακουειν πολεμουσ και ακοασ πολεμων • hορατε μη θροεισθε • δει γαρ παντα γενεσθαι, αλλ ουπω εστιν το τελοσ. εγερθησεται γαρ εθνοσ επι εθνοσ και βασιλεια επι βασιλειαν, και εσονται λιμοι και λοιμοι και σεισμοι κατα τοπουσ. παντα δε ταυτα αρχη ωδινων. τοτε παραδωσουσιν hυμασ εισ θλιψιν και αποκτενουσιν hυμασ, και εσεσθε μισουμενοι hυπο παντων των εθνων δια το ονομα μου. και τοτε σκανδαλισθησονται πολλοι και αλληλουσ παραδωσουσιν και μισησουσιν αλληλουσ • και πολλοι ψευδοπροφηται εγερθησονται και πλανησουσιν πολλουσ • και δια το πληθυνθηναι την ανομιαν ψυγησεται hη αγαπη των πολλων. hο δε hυπομεινασ εισ τελοσ, hουτοσ σωθησεται. και κηρυχθησεται τουτο το ευαγγελιον τησ βασιλειασ εν hολη τη οικουμενη εισ μαρτυριον πασιν τοισ εθνεσιν, και τοτε hηξει το τελοσ. hοταν ουν ιδητε το βδελυγμα τησ ερημωσεωσ το ρηθεν δια δανιαλ του προφητου hεστωσ εν τοπω hαγιω, (hο αναγινωσκων νοειτω •) τοτε hοι εν τη ιηhυδαια φευγετωσαν επι τα ορη, hο επι του δωματοσ μη καταβαινετω αραι τα εκ τησ οικιασ αυτου, και hο εν τω αγρω μη επιστρεψατω οπισω αραι το hιματιον αυτου. ουαι δε ταισ εν γαστρι εχουσαισ και ταισ θηλαζουσαισ εν εκειναισ ταισ hημεραισ. προσευχεσθε δε hινα μη γενηται hη φυγη hυμων χειμωνοσ μηδε σαββατω. εσται γαρ τοτε θλιψισ μεγαλη, hοια ου γεγονεν απ αρχησ κοσμου hεωσ του νυν ουδ ου μη γενηται. και ει μη εκολοβωθησαν hαι hημεραι εκειναι, ουκ αν εσωθη πασα σαρξ • δια δε τουσ εκλεκτουσ κολοβωθησονται hαι hημεραι εκειναι. τοτε εαν τισ hυμιν ειπη • ιδου hωδε hο χριστοσ, η • hωδε, μη πιστευσητε. εγερθησονται γαρ ψευδοχριστοι και ψευδοπροφηται, και δωσουσιν σημεια μεγαλα και τερατα, hωστε πλανησαι, ει δυνατον, και τουσ εκλεκτουσ. ιδου προειρηκα hυμιν. εαν ουν ειπωσιν hυμιν • ιδου εν τη ερημω εστιν, μη εξελθητε • ιδου εν τοισ ταμειοισ, μη πιστευσητε • hωσπερ γαρ hη αστραπη εξερχεται απο ανατολων και φαινεται hεωσ δυσμων, hουτωσ εσται hη παρουσια του hυιου του ανθρωπου. hοπου γαρ εαν η το πτωμα, εκει συναχθησονται hοι αετοι. ευθεωσ δε μετα την θλιψιν των hημερων εκεινων hο hηλιοσ σκοτισθησεται, και hη σεληνη ου δωσει το φεγγοσ αυτησ, και hοι αστερεσ πεσουνται απο του ουρανου, και hαι δυναμεισ των ουρανων σαλευθησονται. και τοτε φανησεται το σημειον του hυιου του ανθρωπου εν τω ουρανω, και τοτε κοψονται πασαι hαι φυλαι τησ γησ και οψονται τον hυιον του ανθρωπου ερχομενον επι των νεφελων του ουρανου μετα δυναμεωσ και δοξησ πολλησ. και αποστελει τουσ αγγελουσ αυτου μετα σαλπιγγοσ φωνησ μεγαλησ, και επισυναξουσιν τουσ εκλεκτουσ αυτου εκ των τεσσαρων ανεμων απ ακρων ουρανων hεωσ ακρων αυτων. απο δε τησ συκησ μαθετε την παραβολην • hοταν ηδη hο κλαδοσ αυτησ γενηται hαπαλοσ και τα φυλλα εκφυη, γινωσκετε hοτι εγγυσ το θεροσ • hουτωσ και hυμεισ hοταν ιδητε παντα ταυτα, γινωσκετε hοτι εγγυσ εστιν επι θυραισ. αμην λεγω hυμιν, ου μη παρελθη hη γενεα hαυτη hεωσ αν παντα ταυτα γενηται. hο ουρανοσ και hη γη παρελευσεται, hοι δε λογοι μου ου μη παρελθωσιν. περι δε τησ hημερασ εκεινησ και hωρασ ουδεισ οιδεν, ουδε hοι αγγελοι των ουρανων, ει μη hο πατηρ μου μονοσ. hωσπερ δε hαι hημεραι του νωε, hουτωσ εσται και hη παρουσια του hυιου του ανθρωπου. hωσπερ γαρ ησαν εν ταισ hημεραισ ταισ προ του κατακλυσμου τρωγοντεσ και πινοντεσ, γαμουντεσ και εκγαμιζοντεσ, αχρι hησ hημερασ εισηλθεν νωε εισ την κιβωτον, και ουκ εγνωσαν hεωσ ηλθεν hο κατακλυσμοσ και ηρεν hαπαντασ, hουτωσ εσται και hη παρουσια του hυιου του ανθρωπου. τοτε δυο εσονται εν τω αγρω, hο hεισ παραλαμβανεται και hο hεισ αφιεται • δυο αληθουσαι εν τω μυλω, μια παραλαμβανεται και μια αφιεται. γρηγορειτε ουν, hοτι ουκ οιδατε ποια hωρα hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh hυμων ερχεται. εκεινο δε γινωσκετε, hοτι ει ηδει hο οικοδεσποτησ ποια φυλακη hο κλεπτησ ερχεται, εγρηγορησεν αν και ουκ αν ειασεν διορυγηναι την οικιαν αυτου. δια τουτο και hυμεισ γινεσθε hετοιμοι, hοτι hη hωρα ου δοκειτε hο hυιοσ του ανθρωπου ερχεται. τισ αρα εστιν hο πιστοσ δουλοσ και φρονιμοσ, hον κατεστησεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου επι τησ οικετειασ αυτου του δουναι αυτοισ την τροφην εν καιρω; μακαριοσ hο δουλοσ εκεινοσ hον ελθων hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου hευρησει hουτωσ ποιουντα • αμην λεγω hυμιν hοτι επι πασιν τοισ hυπαρχουσιν αυτου καταστησει αυτον. εαν δε ειπη hο κακοσ δουλοσ εκεινοσ εν τη καρδια αυτου • χρονιζει hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ελθειν, και αρξηται τυπτειν τουσ συνδουλουσ αυτου, εσθιη δε και πινη μετα των μεθυοντων, hηξει hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh του δουλου εκεινου εν hημερα hη ου προσδοκα και εν hωρα hη ου γινωσκει, και διχοτομησει αυτον, και το μεροσ αυτου μετα των hυποκριτων θησει • εκει εσται hο κλαυθμοσ και hο βρυγμοσ των οδοντων.

25

τοτε hομοιωθησεται hη βασιλεια των ουρανων δεκα παρθενοισ, hαιτινεσ λαβουσαι τασ λαμπαδασ αυτων εξηλθον εισ απαντησιν του νυμφιου. πεντε δε ησαν εξ αυτων φρονιμοι και πεντε μωραι. hαιτινεσ μωραι, λαβουσαι τασ λαμπαδασ αυτων ουκ ελαβον μεθ hεαυτων ελαιον • hαι δε φρονιμοι ελαβον ελαιον εν τοισ αγγειοισ αυτων μετα των λαμπαδων αυτων. χρονιζοντοσ δε του νυμφιου ενυσταξαν πασαι και εκαθευδον. μεσησ δε νυκτοσ κραυγη γεγονεν • ιδου hο νυμφιοσ, εξερχεσθε εισ απαντησιν αυτου. τοτε ηγερθησαν πασαι hαι παρθενοι εκειναι, και εκοσμησαν τασ λαμπαδασ αυτων. hαι δε μωραι ταισ φρονιμοισ ειπαν • δοτε hημιν εκ του ελαιου hυμων, hοτι hαι λαμπαδεσ hημων σβεννυνται. απεκριθησαν δε hαι φρονιμοι λεγουσαι • μηποτε ου μη αρκεση hημιν και hυμιν • πορευεσθε μαλλον προσ τουσ πωλουντασ και αγορασατε hεαυταισ. απερχομενων δε αυτων αγορασαι ηλθεν hο νυμφιοσ, και hαι hετοιμοι εισηλθον μετ αυτου εισ τουσ γαμουσ, και εκλεισθη hη θυρα. hυστερον δε ερχονται και hαι λοιπαι παρθενοι λεγουσαι • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ανοιξον hημιν. hο δε αποκριθεισ ειπεν • αμην λεγω hυμιν, ουκ οιδα hυμασ. γρηγορειτε ουν, hοτι ουκ οιδατε την hημεραν ουδε την hωραν. hωσπερ γαρ ανθρωποσ αποδημων εκαλεσεν τουσ ιδιουσ δουλουσ και παρεδωκεν αυτοισ τα hυπαρχοντα αυτου, και hω μεν εδωκεν πεντε ταλαντα, hω δε δυο, hω δε hεν, hεκαστω κατα την ιδιαν δυναμιν, και απεδημησεν ευθεωσ. πορευθεισ δε hο τα πεντε ταλαντα λαβων ηργασατο εν αυτοισ και εποιησεν αλλα πεντε ταλαντα. hωσαυτωσ και hο τα δυο εκερδησεν και αυτοσ αλλα δυο. hο δε το hεν λαβων απελθων ωρυξεν εν τη γη και εκρυψεν το αργυριον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου. μετα δε χρονον πολυν ερχεται hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh των δουλων εκεινων και συναιρει μετ αυτων λογον. και προσελθων hο τα πεντε ταλαντα λαβων προσηνεγκεν αλλα πεντε ταλαντα λεγων • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πεντε ταλαντα μοι παρεδωκασ, ιδε αλλα πεντε ταλαντα εκερδησα επ αυτοισ. εφη αυτω hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου • ευ, δουλε αγαθε και πιστε, επι ολιγα ησ πιστοσ, επι πολλων σε καταστησω • εισελθε εισ την χαραν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου. προσελθων δε και hο τα δυο ταλαντα λαβων ειπεν • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δυο ταλαντα μοι παρεδωκασ, ιδε αλλα δυο ταλαντα εκερδησα επ αυτοισ. εφη αυτω hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου • ευ, δουλε αγαθε και πιστε, επι ολιγα ησ πιστοσ, επι πολλων σε καταστησω • εισελθε εισ την χαραν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh σου. προσελθων δε και hο το hεν ταλαντον ειληφωσ ειπεν • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εγνων σε hοτι σκληροσ ει ανθρωποσ, θεριζων hοπου ουκ εσπειρασ, και συναγων hοθεν ου διεσκορπισασ, και φοβηθεισ απελθων εκρυψα το ταλαντον σου εν τη γη • ιδε εχεισ το σον. αποκριθεισ δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου ειπεν αυτω • πονηρε δουλε και οκνηρε, ηδεισ hοτι θεριζω hοπου ουκ εσπειρα, και συναγω hοθεν ου διεσκορπισα; εδει ουν σε βαλειν το αργυριον μου τοισ τραπεζιταισ, και ελθων εγω εκομισαμην αν το εμον συν τοκω. αρατε ουν απ αυτου το ταλαντον και δοτε τω εχοντι τα δεκα ταλαντα • τω γαρ εχοντι παντι δοθησεται και περισσευθησεται • απο δε του μη εχοντοσ, και hο εχει αρθησεται απ αυτου. και τον αχρειον δουλον εκβαλετε εισ το σκοτοσ το εξωτερον • εκει εσται hο κλαυθμοσ και hο βρυγμοσ των οδοντων. hοταν δε ελθη hο hυιοσ του ανθρωπου εν τη δοξη αυτου και παντεσ hοι αγγελοι μετ αυτου, τοτε καθισει επι θρονου δοξησ αυτου • και συναχθησονται εμπροσθεν αυτου παντα τα εθνη, και αφοριει αυτουσ απ αλληλων, hωσπερ hο ποιμην αφοριζει τα προβατα απο των εριφων, και στησει τα μεν προβατα εκ δεξιων αυτου, τα δε εριφια εξ ευωνυμων. τοτε ερει hο βασιλευσ τοισ εκ δεξιων αυτου • δευτε hοι ευλογημενοι του πατροσ μου, κληρονομησατε την hητοιμασμενην hυμιν βασιλειαν απο καταβολησ κοσμου. επεινασα γαρ και εδωκατε μοι φαγειν, εδιψησα και εποτισατε με, ξενοσ ημην και συνηγαγετε με, γυμνοσ και περιεβαλετε με, ησθενησα και επεσκεψασθε με, εν φυλακη ημην και ηλθατε προσ με. τοτε αποκριθησονται αυτω hοι δικαιοι λεγοντεσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ποτε σε ειδομεν πεινωντα και εθρεψαμεν; η διψωντα και εποτισαμεν; ποτε δε σε ειδομεν ξενον και συνηγαγομεν; η γυμνον και περιεβαλομεν; ποτε δε σε ειδομεν ασθενη η εν φυλακη και ηλθομεν προσ σε; και αποκριθεισ hο βασιλευσ ερει αυτοισ • αμην λεγω hυμιν, εφ hοσον εποιησατε hενι τουτων των αδελφων μου των ελαχιστων, εμοι εποιησατε. τοτε ερει και τοισ εξ ευωνυμων • πορευεσθε απ εμου hοι κατηραμενοι εισ το πυρ το αιωνιον το hητοιμασμενον τω διαβολω και τοισ αγγελοισ αυτου. επεινασα γαρ και ουκ εδωκατε μοι φαγειν, εδιψησα και ουκ εποτισατε με, ξενοσ ημην και ου συνηγαγετε με, γυμνοσ και ου περιεβαλετε με, ασθενησ και εν φυλακη και ουκ επεσκεψασθε με. τοτε αποκριθησονται και αυτοι λεγοντεσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ποτε σε ειδομεν πεινωντα η διψωντα η ξενον η γυμνον η ασθενη η εν φυλακη, και ου διηκονησαμεν σοι; τοτε αποκριθησεται αυτοισ λεγων • αμην λεγω hυμιν, εφ hοσον ουκ εποιησατε hενι τουτων των ελαχιστων, ουδε εμοι εποιησατε. και απελευσονται hουτοι εισ κολασιν αιωνιον, hοι δε δικαιοι εισ ζωην αιωνιον.

26

και εγενετο hοτε ετελεσεν hο ιηhοσυα παντασ τουσ λογουσ τουτουσ, ειπεν τοισ μαθηταισ αυτου • οιδατε hοτι μετα δυο hημερασ το πασχα γινεται, και hο hυιοσ του ανθρωπου παραδιδοται εισ το σταυρωθηναι. τοτε συνηχθησαν hοι αρχιερεισ και hοι πρεσβυτεροι του λαου εισ την αυλην του αρχιερεωσ του λεγομενου καιαφα, και συνεβουλευσαντο hινα τον ιηhοσυα δολω κρατησωσιν και αποκτεινωσιν. ελεγον δε • μη εν τη hεορτη, hινα μη θορυβοσ γενηται εν τω λαω. του δε ιηhοσυα γενομενου εν βηθανια εν οικια σιμωνοσ του λεπρου, προσηλθεν αυτω γυνη αλαβαστρον μυρου εχουσα βαρυτιμου και κατεχεεν επι την κεφαλην αυτου ανακειμενου. ιδοντεσ δε hοι μαθηται ηγανακτησαν λεγοντεσ • εισ τι hη απωλεια hαυτη; εδυνατο γαρ τουτο πραθηναι πολλου και δοθηναι τοισ πτωχοισ. γνουσ δε hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • τι κοπουσ παρεχετε τη γυναικι; εργον γαρ καλον ειργασατο εισ εμε. παντοτε γαρ τουσ πτωχουσ εχετε μεθ hεαυτων, εμε δε ου παντοτε εχετε • βαλουσα γαρ hαυτη το μυρον τουτο επι του σωματοσ μου προσ το ενταφιασαι με εποιησεν. αμην λεγω hυμιν, hοπου εαν κηρυχθη το ευαγγελιον τουτο εν hολω τω κοσμω, λαληθησεται και hο εποιησεν hαυτη εισ μνημοσυνον αυτησ. τοτε πορευθεισ hεισ των δωδεκα, hο λεγομενοσ ιηhυδασ ισκαριωτησ, προσ τουσ αρχιερεισ ειπεν • τι θελετε μοι δουναι, καγω hυμιν παραδωσω αυτον; hοι δε εστησαν αυτω τριακοντα αργυρια. και απο τοτε εζητει ευκαιριαν hινα αυτον παραδω. τη δε πρωτη των αζυμων προσηλθον hοι μαθηται τω ιηhοσυα λεγοντεσ • που θελεισ hετοιμασωμεν σοι φαγειν το πασχα; hο δε ειπεν • hυπαγετε εισ την πολιν προσ τον δεινα και ειπατε αυτω • hο διδασκαλοσ λεγει • hο καιροσ μου εγγυσ εστιν, προσ σε ποιω το πασχα μετα των μαθητων μου. και εποιησαν hοι μαθηται hωσ συνεταξεν αυτοισ hο ιηhοσυα, και hητοιμασαν το πασχα. οψιασ δε γενομενησ ανεκειτο μετα των δωδεκα. και εσθιοντων αυτων ειπεν • αμην λεγω hυμιν hοτι hεισ εξ hυμων παραδωσει με. και λυπουμενοι σφοδρα ηρξαντο λεγειν αυτω hεκαστοσ αυτων • μητι εγω ειμι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; hο δε αποκριθεισ ειπεν • hο εμβαψασ μετ εμου εν τω τρυβλιω την χειρα, hουτοσ με παραδωσει. hο μεν hυιοσ του ανθρωπου hυπαγει καθωσ γεγραπται περι αυτου, ουαι δε τω ανθρωπω εκεινω δι hου hο hυιοσ του ανθρωπου παραδιδοται • καλον ην αυτω ει ουκ εγεννηθη hο ανθρωποσ εκεινοσ. αποκριθεισ δε ιηhυδασ hο παραδιδουσ αυτον ειπεν • μητι εγω ειμι, ραββει; λεγει αυτω • συ ειπασ. εσθιοντων δε αυτων λαβων hο ιηhοσυα τον αρτον και ευλογησασ εκλασεν και εδιδου τοισ μαθηταισ και ειπεν • λαβετε φαγετε • τουτο εστιν το σωμα μου. και λαβων το ποτηριον και ευχαριστησασ εδωκεν αυτοισ λεγων • πιετε εξ αυτου παντεσ, τουτο γαρ εστιν το hαιμα μου το τησ καινησ διαθηκησ, το περι πολλων εκχυννομενον εισ αφεσιν hαμαρτιων. λεγω δε hυμιν hοτι ου μη πιω απ αρτι εκ τουτου του γενηματοσ τησ αμπελου hεωσ τησ hημερασ εκεινησ hοταν αυτο πινω μεθ hυμων καινον εν τη βασιλεια του πατροσ μου. και hυμνησαντεσ εξηλθον εισ το οροσ των ελαιων. τοτε λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • παντεσ hυμεισ σκανδαλισθησεσθε εν εμοι εν τη νυκτι ταυτη • γεγραπται γαρ • παταξω τον ποιμενα, και διασκορπισθησονται τα προβατα τησ ποιμνησ. μετα δε το εγερθηναι με προαξω hυμασ εισ την γαλιλαιαν. αποκριθεισ δε hο πετροσ ειπεν αυτω • ει παντεσ σκανδαλισθησονται εν σοι, εγω ουδεποτε σκανδαλισθησομαι. εφη αυτω hο ιηhοσυα • αμην λεγω σοι hοτι εν ταυτη τη νυκτι πριν αλεκτορα φωνησαι τρισ απαρνηση με. λεγει αυτω hο πετροσ • καν δεη με συν σοι αποθανειν, ου μη σε απαρνησομαι. hομοιωσ και παντεσ hοι μαθηται ειπον. τοτε ερχεται μετ αυτων hο ιηhοσυα εισ χωριον λεγομενον γεθσημανει, και λεγει τοισ μαθηταισ • καθισατε αυτου hεωσ hου απελθων προσευξωμαι εκει. και παραλαβων τον πετρον και τουσ δυο hυιουσ ζεβεδαιου ηρξατο λυπεισθαι και αδημονειν. τοτε λεγει αυτοισ • περιλυποσ εστιν hη ψυχη μου hεωσ θανατου • μεινατε hωδε και γρηγορειτε μετ εμου. και προελθων μικρον επεσεν επι προσωπον αυτου προσευχομενοσ και λεγων • πατερ μου, ει δυνατον εστιν, παρελθατω απ εμου το ποτηριον τουτο • πλην ουκ hωσ εγω θελω αλλ hωσ συ. και ερχεται προσ τουσ μαθητασ και hευρισκει αυτουσ καθευδοντασ, και λεγει τω πετρω • hουτωσ ουκ ισχυσατε μιαν hωραν γρηγορησαι μετ εμου; γρηγορειτε και προσευχεσθε, hινα μη εισελθητε εισ πειρασμον • το μεν πνευμα προθυμον, hη δε σαρξ ασθενησ. παλιν εκ δευτερου απελθων προσηυξατο λεγων • πατερ μου, ει ου δυναται τουτο παρελθειν απ εμου εαν μη αυτο πιω, γενηθητω το θελημα σου. και ελθων παλιν hευρεν αυτουσ καθευδοντασ, ησαν γαρ αυτων hοι οφθαλμοι βεβαρημενοι. και αφεισ αυτουσ παλιν απελθων προσηυξατο εκ τριτου τον αυτον λογον ειπων. τοτε ερχεται προσ τουσ μαθητασ και λεγει αυτοισ • καθευδετε το λοιπον και αναπαυεσθε. ιδου ηγγικεν hη hωρα και hο hυιοσ του ανθρωπου παραδιδοται εισ χειρασ hαμαρτωλων. εγειρεσθε, αγωμεν • ιδου ηγγικεν hο παραδιδουσ με. και ετι αυτου λαλουντοσ, ιδου ιηhυδασ hεισ των δωδεκα ηλθεν, και μετ αυτου οχλοσ πολυσ μετα μαχαιρων και ξυλων απο των αρχιερεων και πρεσβυτερων του λαου. hο δε παραδιδουσ αυτον εδωκεν αυτοισ σημειον λεγων • hον αν φιλησω, αυτοσ εστιν • κρατησατε αυτον. και ευθεωσ προσελθων τω ιηhοσυα ειπεν • χαιρε, ραββει, και κατεφιλησεν αυτον. hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτω • hεταιρε, εφ hο παρει; τοτε προσελθοντεσ επεβαλον τασ χειρασ επι τον ιηhοσυα και εκρατησαν αυτον. και ιδου hεισ των μετα ιηhοσυα εκτεινασ την χειρα απεσπασεν την μαχαιραν αυτου, και παταξασ τον δουλον του αρχιερεωσ αφειλεν αυτου το ωτιον. τοτε λεγει αυτω hο ιηhοσυα • αποστρεψον σου την μαχαιραν εισ τον τοπον αυτησ • παντεσ γαρ hοι λαβοντεσ μαχαιραν εν μαχαιρη απολουνται. η δοκεισ hοτι ου δυναμαι αρτι παρακαλεσαι τον πατερα μου, και παραστησει μοι πλειουσ η δωδεκα λεγεωνασ αγγελων; πωσ ουν πληρωθωσιν hαι γραφαι, hοτι hουτωσ δει γενεσθαι; εν εκεινη τη hωρα ειπεν hο ιηhοσυα τοισ οχλοισ • hωσ επι ληστην εξηλθατε μετα μαχαιρων και ξυλων συλλαβειν με; καθ hημεραν προσ hυμασ εκαθεζομην διδασκων εν τω hιερω, και ουκ εκρατησατε με. τουτο δε hολον γεγονεν hινα πληρωθωσιν hαι γραφαι των προφητων. τοτε hοι μαθηται παντεσ αφεντεσ αυτον εφυγον. hοι δε κρατησαντεσ τον ιηhοσυα απηγαγον προσ καιαφαν τον αρχιερεα, hοπου hοι γραμματεισ και hοι πρεσβυτεροι συνηχθησαν. hο δε πετροσ ηκολουθει αυτω απο μακροθεν hεωσ τησ αυλησ του αρχιερεωσ, και εισελθων εσω εκαθητο μετα των hυπηρετων ιδειν το τελοσ. hοι δε αρχιερεισ και hοι πρεσβυτεροι και το συνεδριον hολον εζητουν ψευδομαρτυριαν κατα του ιηhοσυα, hοπωσ αυτον θανατωσωσιν, και ουχ hευρον, πολλων προσελθοντων ψευδομαρτυρων. hυστερον δε προσελθοντεσ δυο ψευδομαρτυρεσ ειπον • hουτοσ εφη • δυναμαι καταλυσαι τον ναον του θεου και δια τριων hημερων οικοδομησαι αυτον. και αναστασ hο αρχιερευσ ειπεν αυτω • ουδεν αποκρινη τι hουτοι σου καταμαρτυρουσιν; hο δε ιηhοσυα εσιωπα. και αποκριθεισ hο αρχιερευσ ειπεν αυτω • εξορκιζω σε κατα του θεου του ζωντοσ, hινα hημιν ειπησ ει συ ει hο χριστοσ hο hυιοσ του θεου. λεγει αυτω hο ιηhοσυα • συ ειπασ • πλην λεγω hυμιν, απ αρτι οψεσθε τον hυιον του ανθρωπου καθημενον εκ δεξιων τησ δυναμεωσ και ερχομενον επι των νεφελων του ουρανου. τοτε hο αρχιερευσ διερρηξεν τα hιματια αυτου λεγων • εβλασφημησεν • τι ετι χρειαν εχομεν μαρτυρων; ιδε νυν ηκουσατε την βλασφημιαν αυτου • τι hυμιν δοκει; hοι δε αποκριθεντεσ ειπον • ενοχοσ θανατου εστιν. τοτε ενεπτυσαν εισ το προσωπον αυτου και εκολαφισαν αυτον, hοι δε εραπισαν λεγοντεσ • προφητευσον hημιν, χριστε, τισ εστιν hο παισασ σε; hο δε πετροσ εξω εκαθητο εν τη αυλη • και προσηλθεν αυτω μια παιδισκη λεγουσα • και συ ησθα μετα ιηhοσυα του γαλιλαιου. hο δε ηρνησατο εμπροσθεν παντων λεγων • ουκ οιδα τι λεγεισ. εξελθοντα δε αυτον εισ τον πυλωνα ειδεν αυτον αλλη και λεγει τοισ εκει • και hουτοσ ην μετα ιηhοσυα του ναζωραιου. και παλιν ηρνησατο μετα hορκου hοτι ουκ οιδα τον ανθρωπον. μετα μικρον δε προσελθοντεσ hοι hεστωτεσ ειπον τω πετρω • αληθωσ και συ εξ αυτων ει, και γαρ hη λαλια σου δηλον σε ποιει. τοτε ηρξατο καταθεματιζειν και ομνυειν hοτι ουκ οιδα τον ανθρωπον • και ευθεωσ αλεκτωρ εφωνησεν. και εμνησθη hο πετροσ του ρηματοσ ιηhοσυα ειρηκοτοσ αυτω hοτι πριν αλεκτορα φωνησαι τρισ απαρνηση με • και εξελθων εξω εκλαυσεν πικρωσ.

27

πρωιασ δε γενομενησ συμβουλιον ελαβον παντεσ hοι αρχιερεισ και hοι πρεσβυτεροι του λαου κατα του ιηhοσυα, hωστε θανατωσαι αυτον. και δησαντεσ αυτον απηγαγον και παρεδωκαν αυτον ποντιω πιλατω τω hηγεμονι. τοτε ιδων ιηhυδασ hο παραδιδουσ αυτον hοτι κατεκριθη, μεταμεληθεισ εστρεψεν τα τριακοντα αργυρια τοισ αρχιερευσιν και τοισ περσβυτεροισ λεγων • hημαρτον παραδουσ hαιμα αθωον. hοι δε ειπαν • τι προσ hημασ; συ οψη. και ριψασ τα αργυρια εν τω ναω ανεχωρησεν, και απελθων απηγξατο. hοι δε αρχιερεισ λαβοντεσ τα αργυρια ειπαν • ουκ εξεστιν βαλειν αυτα εισ τον κορβαναν, επει τιμη hαιματοσ εστιν. συμβουλιον δε λαβοντεσ ηγορασαν εξ αυτων τον αγρον του κεραμεωσ εισ ταφην τοισ ξενοισ. διο εκληθη hο αγροσ εκεινοσ αγροσ hαιματοσ hεωσ τησ σημερον. τοτε επληρωθη το ρηθεν δια ιερεμιου του προφητου λεγοντοσ • και ελαβον τα τριακοντα αργυρια, την τιμην του τετιμημενου hον ετιμησαντο απο hυιων ισραηλ, και εδωκαν αυτα εισ τον αγρον του κεραμεωσ, καθα συνεταξεν μοι κυριοσ. hο δε ιηhοσυα εστη εμπροσθεν του hηγεμονοσ • και επηρωτησεν αυτον hο hηγεμων λεγων • συ ει hο βασιλευσ των ιηhυδαιων; hο δε ιηhοσυα εφη αυτω • συ λεγεισ. και εν τω κατηγορεισθαι αυτον hυπο των αρχιερεων και των πρεσβυτερων ουδεν απεκρινατο. τοτε λεγει αυτω hο πειλατοσ • ουκ ακουεισ ποσα σου καταμαρτυρουσιν; και ουκ απεκριθη αυτω προσ ουδε hεν ρημα, hωστε θαυμαζειν τον hηγεμονα λιαν. κατα δε hεορτην ειωθει hο hηγεμων απολυειν hενα τω οχλω δεσμιον hον ηθελον. ειχον δε τοτε δεσμιον επισημον, λεγομενον βαραββαν. συνηγμενων ουν αυτων ειπεν αυτοισ hο πειλατοσ • τινα θελετε απολυσω hυμιν, βαραββαν η ιηhοσυα τον λεγομενον χριστον; ηδει γαρ hοτι δια φθονον παρεδωκαν αυτον. καθημενου δε αυτου επι του βηματοσ απεστειλεν προσ αυτον hη γυνη αυτου λεγουσα • μηδεν σοι και τω δικαιω εκεινω • πολλα γαρ επαθον σημερον κατ οναρ δι αυτον. hοι δε αρχιερεισ και hοι πρσβυτεροι επεισαν τουσ οχλουσ hινα αιτησωνται τον βαραββαν, τον δε ιηhοσυα απολεσωσιν. αποκριθεισ δε hο hηγεμων ειπεν αυτοισ • τινα θελετε απο των δυο απολυσω hυμιν; hοι δε ειπον • βαραββαν. λεγει αυτοισ hο πειλατοσ • τι ουν ποιησω ιηhοσυα τον λεγομενον χριστον; λεγουσιν παντεσ • σταυρωθητω. hο δε hηγεμων εφη • τι γαρ κακον εποιησεν; hοι δε περισσωσ εκραζον λεγοντεσ • σταυρωθητω. ιδων δε hο πειλατοσ hοτι ουδεν ωφελει αλλα μαλλον θορυβοσ γινεται, λαβων hυδωρ απενιψατο τασ χειρασ απεναντι του οχλου λεγων • αθωοσ ειμι απο του hαιματοσ του δικαιου τουτου • hυμεισ οψεσθε. και αποκριθεισ πασ hο λαοσ ειπεν • το hαιμα αυτου εφ hημασ και επι τα τεκνα hημων. τοτε απελυσεν αυτοισ τον βαραββαν, τον δε ιηhοσυα φραγελλωσασ παρεδωκεν hινα σταυρωθη. τοτε hοι στρατιωται του hηγεμονοσ παραλαβοντεσ τον ιηhοσυα εισ το πραιτωριον συνηγαγον επ αυτον hολην την σπειραν. και εκδυσαντεσ αυτον περιεθηκαν αυτω χλαμυδα κοκκινην, και πλεξαντεσ στεφανον εξ ακανθων επεθηκαν επι την κεφαλην αυτου και καλαμον εν τη δεξια αυτου, και γονυπετησαντεσ εμπροσθεν αυτου ενεπαιζον αυτω λεγοντεσ • χαιρε, hο βασιλευσ των ιηhυδαιων. και εμπτυσαντεσ εισ αυτον ελαβον τον καλαμον και ετυπτον εισ την κεφαλην αυτου. και hοτε ενεπαιξαν αυτω, εξεδυσαν αυτον την χλαμυδα και ενεδυσαν αυτον τα hιματια αυτου, και απηγαγον αυτον εισ το σταυρωσαι. εξερχομενοι δε hευρον ανθρωπον κυρηναιον, ονοματι σιμωνα • τουτον ηγγαρευσαν, hινα αρη τον σταυρον αυτου. και ελθοντεσ εισ τοπον λεγομενον γολγοθα, hο εστιν λεγομενοσ κρανιου τοποσ, εδωκαν αυτω πιειν οξοσ μετα χολησ μεμιγμενον • και γευσαμενοσ ουκ ηθελεν πιειν. σταυρωσαντεσ δε αυτον διεμερισαντο τα hιματια αυτου βαλλοντεσ κληρον, και καθημενοι ετηρουν αυτον εκει. και επεθηκαν επανω τησ κεφαλησ αυτου την αιτιαν αυτου γεγραμμενην • hουτοσ εστιν ιηhοσυα hο βασιλευσ των ιηhυδαιων. τοτε σταυρουνται συν αυτω δυο λησται, hεισ εκ δεξιων και hεισ εξ ευωνυμων. hοι δε παραπορευομενοι εβλασφημουν αυτον, κινουντεσ τασ κεφαλασ αυτων και λεγοντεσ • hο καταλυων τον ναον και εν τρισιν hημεραισ οικοδομων, σωσον σεαυτον, ει hυιοσ ει του θεου, καταβηθι απο του σταυρου. hομοιωσ δε και hοι αρχιερεισ εμπαιζοντεσ μετα των γραμματεων και πρεσβυτερων ελεγον • αλλουσ εσωσεν, hεαυτον ου δυναται σωσαι • ει βασιλευσ ισραηλ εστιν, καταβατω νυν απο του σταυρου, και πιστευσομεν επ αυτον. πεποιθεν επι τον θεον, ρυσασθω νυν αυτον, ει θελει αυτον • ειπεν γαρ hοτι θεου ειμι hυιοσ. το δ αυτο και hοι λησται hοι συνσταυρωθεντεσ αυτω ωνειδιζον αυτον. απο δε hεκτησ hωρασ σκοτοσ εγενετο επι πασαν την γην hεωσ hωρασ ενατησ. περι δε την ενατην hωραν ανεβοησεν hο ιηhοσυα φωνη μεγαλη λεγων • hηλι, hηλι, λαμα σαβαχθανι; τουτ εστιν • θεε μου, θεε μου, hινα τι με εγκατελιπεσ; τινεσ δε των εκει hεστωτων ακουσαντεσ ελεγον hοτι hηλιαν φωνει hουτοσ. και ευθεωσ δραμων hεισ εξ αυτων και λαβων σπογγον πλησασ τε οξουσ και περιθεισ καλαμω εποτιζεν αυτον. hοι δε λοιποι ελεγον • αφεσ • ιδωμεν ει ερχεται hηλιασ σωσων αυτον. hο δε ιηhοσυα παλιν κραξασ φωνη μεγαλη αφηκεν το πνευμα. και ιδου το καταπετασμα του ναου εσχισθη εισ δυο απο ανωθεν hεωσ κατω, και hη γη εσεισθη, και hαι πετραι εσχισθησαν, και τα μνημεια ανεωχθησαν, και πολλα σωματα των κεκοιμημενων hαγιων ηγερθη, και εξελθοντεσ εκ των μνημειων μετα την εγερσιν αυτου εισηλθον εισ την hαγιαν πολιν και ενεφανισθησαν πολλοισ. hο δε hεκατονταρχοσ και hοι μετ αυτου τηρουντεσ τον ιηhοσυα ιδοντεσ τον σεισμον και τα γενομενα εφοβηθησαν σφοδρα, λεγοντεσ • αληθωσ θεου hυιοσ ην hουτοσ. ησαν δε εκει γυναικεσ πολλαι απο μακροθεν θεωρουσαι, hαιτινεσ ηκολουθησαν τω ιηhοσυα απο τησ γαλιλαιασ διακονουσαι αυτω • εν hαισ ην μαρια hη μαγδαληνη, και μαρια hη του ιακωβου και ιωση μητηρ, και hη μητηρ των hυιων ζεβεδαιου. οψιασ δε γενομενησ ηλθεν ανθρωποσ πλουσιοσ απο αριμαθαιασ, τουνομα ιωσηφ, hοσ και αυτοσ εμαθητευσεν τω ιηhοσυα. hουτοσ προσελθων τω πειλατω ητησατο το σωμα του ιηhοσυα. τοτε hο πειλατοσ εκελευσεν αποδοθηναι το σωμα. και λαβων το σωμα hο ιωσηφ ενετυλιξεν αυτο σινδονι καθαρα, και εθηκεν αυτο εν τω καινω αυτου μνημειω, hο ελατομησεν εν τη πετρα, και προσκυλισασ λιθον μεγαν τη θυρα του μνημειου απηλθεν. ην δε εκει μαρια hη μαγδαληνη και hη αλλη μαρια, καθημεναι απεναντι του ταφου. τη δε επαυριον, hητισ εστιν μετα την παρασκευην, συνηχθησαν hοι αρχιερεισ και hοι φαρισαιοι προσ πειλατον λεγοντεσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εμνησθημεν hοτι εκεινοσ hο πλανοσ ειπεν ετι ζων • μετα τρεισ hημερασ εγειρομαι. κελευσον ουν ασφαλισθηναι τον ταφον hεωσ τησ τριτησ hημερασ, μηποτε ελθοντεσ hοι μαθηται αυτου κλεψωσιν αυτον και ειπωσιν τω λαω • ηγερθη απο των νεκρων, και εσται hη εσχατη πλανη χειρων τησ πρωτησ. εφη δε αυτοισ hο πειλατοσ • εχετε κουστωδιαν • hυπαγετε ασφαλισασθε, hωσ οιδατε. hοι δε πορευθεντεσ ησφαλισαντο τον ταφον σφραγισαντεσ τον λιθον μετα τησ κουστωδιασ.

28

οψε δε σαββατων, τη επιφωσκουση εισ μιαν σαββατων, ηλθεν μαρια hη μαγδαληνη και hη αλλη μαρια θεωρησαι τον ταφον. και ιδου σεισμοσ εγενετο μεγασ • αγγελοσ γαρ κυριου καταβασ εξ ουρανου προσελθων απεκυλισεν τον λιθον και εκαθητο επανω αυτου. ην δε hη ειδεα αυτου hωσ αστραπη, και το ενδυμα αυτου λευκον hωσει χιων. απο δε του φοβου αυτου εσεισθησαν hοι τηρουντεσ και εγενοντο hωσ νεκροι. αποκριθεισ δε hο αγγελοσ ειπεν ταισ γυναιξιν • μη φοβεισθε hυμεισ • οιδα γαρ hοτι ιηhοσυα τον εσταυρωμενον ζητειτε. ουκ εστιν hωδε • ηγερθη γαρ, καθωσ ειπεν • δευτε ιδετε τον τοπον hοπου εκειτο hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ταχυ πορευθεισαι ειπατε τοισ μαθηταισ αυτου hοτι ηγερθη απο των νεκρων, και ιδου προαγει hυμασ εισ την γαλιλαιαν, εκει αυτον οψεσθε. ιδου ειπον hυμιν. και εξελθουσαι ταχυ απο του μνημειου μετα φοβου και χαρασ μεγαλησ εδραμον απαγγειλαι τοισ μαθηταισ αυτου. hωσ δε επορευοντο απαγγειλαι τοισ μαθηταισ αυτου, και ιδου ιηhοσυα απηντησεν αυταισ λεγων • χαιρετε. hαι δε προσελθουσαι εκρατησαν αυτου τουσ ποδασ και προσεκυνησαν αυτω. τοτε λεγει αυταισ hο ιηhοσυα • μη φοβεισθε • hυπαγετε απαγγειλατε τοισ αδελφοισ μου, hινα απελθωσιν εισ την γαλιλαιαν, κακει με οψονται. πορευομενων δε αυτων, ιδου τινεσ τησ κουστωδιασ ελθοντεσ εισ την πολιν απηγγειλαν τοισ αρχιερευσιν hαπαντα τα γενομενα. και συναχθεντεσ μετα των πρεσβυτερων συμβουλιον τε λαβοντεσ αργυρια hικανα εδωκαν τοισ στρατιωταισ, λεγοντεσ • ειπατε hοτι hοι μαθηται αυτου νυκτοσ ελθοντεσ εκλεψαν αυτον hημων κοιμωμενων. και εαν ακουσθη τουτο επι του hηγεμονοσ, hημεισ πεισομεν αυτον και hυμασ αμεριμνουσ ποιησομεν. hοι δε λαβοντεσ τα αργυρια εποιησαν hωσ εδιδαχθησαν. και διεφημισθη hο λογοσ hουτοσ παρα ιηhυδαιοισ μεχρι τησ σημερον. hοι δε hενδεκα μαθηται επορευθησαν εισ την γαλιλαιαν εισ το οροσ hου εταξατο αυτοισ hο ιηhοσυα. και ιδοντεσ αυτον προσεκυνησαν αυτω, hοι δε εδιστασαν. και προσελθων hο ιηhοσυα ελαλησεν αυτοισ λεγων • εδοθη μοι πασα εξουσια εν ουρανω και επι γησ. πορευθεντεσ ουν μαθητευσατε παντα τα εθνη, βαπτιζοντεσ αυτουσ εισ το ονομα του πατροσ και του hυιου και του hαγιου πνευματοσ, διδασκοντεσ αυτουσ τηρειν παντα hοσα ενετειλαμην hυμιν. και ιδου εγω μεθ hυμων ειμι πασασ τασ hημερασ hεωσ τησ συντελειασ του αιωνοσ.

ιηhοσυα κατα μαρκον

1

αρχη του ευαγγελιου ιηhοσυα χριστου hυιου θεου. hωσ γεγραπται εν τω hησαια τω προφητη • ιδου εγω αποστελλω τον αγγελον μου προ προσωπου σου, hοσ κατασκευασει την hοδον σου • φωνη βοωντοσ εν τη ερημω • hετοιμασατε την hοδον κυριου, ευθειασ ποιειτε τασ τριβουσ αυτου • εγενετο ιωαννησ βαπτιζων εν τη ερημω και κηρυσσων βαπτισμα μετανοιασ εισ αφεσιν hαμαρτιων. και εξεπορευετο προσ αυτον πασα hη ιηhυδαια χωρα και hοι hιεροσολυμιται παντεσ, και εβαπτιζοντο εν τω ιορδανη ποταμω hυπ αυτου εξομολογουμενοι τασ hαμαρτιασ αυτων. ην δε hο ιωαννησ ενδεδυμενοσ τριχασ καμηλου και ζωνην δερματινην περι την οσφυν αυτου, και εσθιων ακριδασ και μελι αγριον. και εκηρυσσεν λεγων • ερχεται hο ισχυροτεροσ μου οπισω μου, hου ουκ ειμι hικανοσ κυψασ λυσαι τον hιμαντα των hυποδηματων αυτου. εγω μεν εβαπτισα hυμασ εν hυδατι, αυτοσ δε βαπτισει hυμασ εν πνευματι hαγιω. και εγενετο εν εκειναισ ταισ hημεραισ ηλθεν ιηhοσυα απο ναζαρεθ τησ γαλιλαιασ και εβαπτισθη hυπο ιωαννου εισ τον ιορδανην. και ευθεωσ αναβαινων απο του hυδατοσ ειδεν σχιζομενουσ τουσ ουρανουσ και το πνευμα hωσ περιστεραν καταβαινον επ αυτον. και φωνη εγενετο εκ των ουρανων • συ ει hο hυιοσ μου hο αγαπητοσ, εν σοι ευδοκησα. και ευθυσ το πνευμα αυτον εκβαλλει εισ την ερημον. και ην εν τη ερημω hημερασ τεσσερακοντα πειραζομενοσ hυπο του σατανα, και ην μετα των θηριων, και hοι αγγελοι διηκονουν αυτω. μετα δε το παραδοθηναι τον ιωαννην ηλθεν ιηhοσυα εισ την γαλιλαιαν, κηρυσσων το ευαγγελιον τησ βασιλειασ του θεου, και λεγων hοτι πεπληρωται hο καιροσ και ηγγικεν hη βασιλεια του θεου • μετανοειτε και πιστευετε εν τω ευαγγελιω. περιπατων δε παρα την θαλασσαν τησ γαλιλαιασ ειδεν σιμωνα και ανδρεαν τον αδελφον σιμωνοσ αμφιβαλλοντασ αμφιβληστρον εν τη θαλασση • ησαν γαρ hαλιεισ. και ειπεν αυτοισ hο ιηhοσυα • δευτε οπισω μου, και ποιησω hυμασ γενεσθαι hαλιεισ ανθρωπων. και ευθεωσ αφεντεσ τα δικτυα αυτων ηκολουθησαν αυτω. και προβασ εκειθεν ολιγον ειδεν ιακωβον τον του ζεβεδαιου και ιωαννην τον αδελφον αυτου, και αυτουσ εν τω πλοιω καταρτιζοντασ τα δικτυα, και ευθεωσ εκαλεσεν αυτουσ. και αφεντεσ τον πατερα αυτων ζεβεδαιον εν τω πλοιω μετα των μισθωτων απηλθον οπισω αυτου. και εισπορευονται εισ καπερναουμ • και ευθεωσ τοισ σαββασιν εισελθων εισ την συναγωγην εδιδασκεν. και εξεπλησσοντο επι τη διδαχη αυτου • ην γαρ διδασκων αυτουσ hωσ εξουσιαν εχων, και ουχ hωσ hοι γραμματεισ. και ην εν τη συναγωγη αυτων ανθρωποσ εν πνευματι ακαθαρτω, και ανεκραξεν λεγων • εα, τι hημιν και σοι, ιηhοσυα ναζαρηνε; ηλθεσ απολεσαι hημασ; οιδα σε τισ ει, hο hαγιοσ του θεου. και επετιμησεν αυτω hο ιηhοσυα λεγων • φιμωθητι και εξελθε εξ αυτου. και σπαραξαν αυτον το πνευμα το ακαθαρτον και κραξαν φωνη μεγαλη εξηλθεν εξ αυτου. και εθαμβηθησαν παντεσ, hωστε συνζητειν προσ hεαυτουσ λεγοντασ • τι εστιν τουτο; τισ hη διδαχη hη καινη hαυτη; hοτι κατ εξουσιαν και τοισ πνευμασιν τοισ ακαθαρτοισ επιτασσει, και hυπακουουσιν αυτω. εξηλθεν δε hη ακοη αυτου ευθυσ εισ hολην την περιχωρον τησ γαλιλαιασ. και ευθεωσ εκ τησ συναγωγησ εξελθοντεσ ηλθον εισ την οικιαν σιμωνοσ και ανδρεου μετα ιακωβου και ιωαννου. hη δε πενθερα σιμωνοσ κατεκειτο πυρεσσουσα, και ευθεωσ λεγουσιν αυτω περι αυτησ. και προσελθων ηγειρεν αυτην κρατησασ τησ χειροσ αυτησ • και αφηκεν αυτην hο πυρετοσ ευθεωσ, και διηκονει αυτοισ. οψιασ δε γενομενησ, hοτε εδυ hο hηλιοσ, εφερον προσ αυτον παντασ τουσ κακωσ εχοντασ και τουσ δαιμονιζομενουσ • και hη πολισ hολη επισυνηγμενη ην προσ την θυραν. και εθεραπευσεν πολλουσ κακωσ εχοντασ ποικιλαισ νοσοισ, και δαιμονια πολλα εξεβαλεν, και ουκ ηφιεν λαλειν τα δαιμονια, hοτι ηδεισαν αυτον. και πρωι εννυχον λιαν αναστασ εξηλθεν και απηλθεν εισ ερημον τοπον, κακει προσηυχετο. και κατεδιωξαν αυτον hο σιμων και hοι μετ αυτου, και hευροντεσ αυτον λεγουσιν αυτω hοτι παντεσ ζητουσιν σε. και λεγει αυτοισ • αγωμεν αλλαχου εισ τασ εχομενασ κωμοπολεισ, hινα και εκει κηρυξω • εισ τουτο γαρ εξεληλυθα. και ην κηρυσσων εισ τασ συναγωγασ αυτων εισ hολην την γαλιλαιαν και τα δαιμονια εκβαλλων. και ερχεται προσ αυτον λεπροσ, παρακαλων αυτον και γονυπετων αυτον και λεγων αυτω hοτι εαν θελησ, δυνασαι με καθαρισαι. hο δε ιηhοσυα σπλαγχνισθεισ εκτεινασ την χειρα hηψατο αυτου και λεγει αυτω • θελω, καθαρισθητι. και ειποντοσ αυτου ευθεωσ απηλθεν απ αυτου hη λεπρα, και εκαθερισθη. και εμβριμησαμενοσ αυτω ευθεωσ εξεβαλεν αυτον, και λεγει αυτω • hορα μηδενι μηδεν ειπησ, αλλα hυπαγε σεαυτον δειξον τω hιερει και προσενεγκε περι του καθαρισμου σου hα προσεταξεν μωυσησ εισ μαρτυριον αυτοισ. hο δε εξελθων ηρξατο κηρυσσειν πολλα και διαφημιζειν τον λογον, hωστε μηκετι αυτον δυνασθαι φανερωσ εισ πολιν εισελθειν, αλλα εξω εν ερημοισ τοποισ ην • και ηρχοντο προσ αυτον παντοθεν.

2

και εισηλθεν παλιν εισ καπερναουμ δι hημερων, και ηκουσθη hοτι εισ οικον εστιν. και ευθεωσ συνηχθησαν πολλοι, hωστε μηκετι χωρειν μηδε τα προσ την θυραν, και ελαλει αυτοισ τον λογον. και ερχονται προσ αυτον παραλυτικον φεροντεσ αιρομενον hυπο τεσσαρων. και μη δυναμενοι προσεγγισαι αυτω δια τον οχλον, απεστεγασαν την στεγην hοπου ην, και εξορυξαντεσ χαλωσιν τον κραβαττον εφ hω hο παραλυτικοσ κατεκειτο. ιδων δε hο ιηhοσυα την πιστιν αυτων λεγει τω παραλυτικω • τεκνον, αφεωνται σου hαι hαμαρτιαι. ησαν δε τινεσ των γραμματεων εκει καθημενοι και διαλογιζομενοι εν ταισ καρδιαισ αυτων • τι hουτοσ hουτωσ λαλει; βλασφημει • τισ δυναται αφιεναι hαμαρτιασ ει μη hεισ hο θεοσ; και ευθεωσ επιγνουσ hο ιηhοσυα τω πνευματι αυτου hοτι hουτωσ αυτοι διαλογιζονται εν hεαυτοισ, ειπεν αυτοισ • τι ταυτα διαλογιζεσθε εν ταισ καρδιαισ hυμων; τι εστιν ευκοπωτερον, ειπειν τω παραλυτικω • αφεωνται σοι hαι hαμαρτιαι; η ειπειν • εγειρε αρον σου τον κραβαττον και περιπατει; hινα δε ειδητε hοτι εξουσιαν εχει hο hυιοσ του ανθρωπου επι τησ γησ αφιεναι hαμαρτιασ — λεγει τω παραλυτικω • σοι λεγω, εγειρε αρον τον κραβαττον σου και hυπαγε εισ τον οικον σου. και ηγερθη ευθεωσ και αρασ τον κραβαττον εξηλθεν εναντιον παντων, hωστε εξιστασθαι παντασ και δοξαζειν τον θεον λεγοντασ hοτι ουδεποτε hουτωσ ειδομεν. και εξηλθεν παλιν παρα την θαλασσαν • και πασ hο οχλοσ ηρχετο προσ αυτον, και εδιδασκεν αυτουσ. και παραγων ειδεν λευειν τον του hαλφαιου καθημενον επι το τελωνιον, και λεγει αυτω • ακολουθει μοι. και αναστασ ηκολουθησεν αυτω. και εγενετο εν τω κατακεισθαι αυτον εν τη οικια αυτου, και πολλοι τελωναι και hαμαρτωλοι συνανεκειντο τω ιηhοσυα και τοισ μαθηταισ αυτου • ησαν γαρ πολλοι, και ηκολουθουν αυτω. και hοι γραμματεισ και hοι φαρισαιοι, ιδοντεσ αυτον εσθιοντα μετα των τελωνων και hαμαρτωλων ελεγον τοισ μαθηταισ αυτου • τι hοτι μετα των τελωνων και hαμαρτωλων εσθιει και πινει; και ακουσασ hο ιηhοσυα λεγει αυτοισ • ου χρειαν εχουσιν hοι ισχυοντεσ ιατρου, αλλ hοι κακωσ εχοντεσ • ουκ ηλθον καλεσαι δικαιουσ αλλα hαμαρτωλουσ. και ησαν hοι μαθηται ιωαννου και hοι φαρισαιοι νηστευοντεσ • και ερχονται και λεγουσιν αυτω • δια τι hοι μαθηται ιωαννου και hοι των φαρισαιων νηστευουσιν, hοι δε σοι μαθηται ου νηστευουσιν; και ειπεν αυτοισ hο ιηhοσυα • μη δυνανται hοι hυιοι του νυμφωνοσ εν hω hο νυμφιοσ μετ αυτων εστιν νηστευειν; hοσον χρονον μεθ hεαυτων εχουσιν τον νυμφιον, ου δυνανται νηστευειν. ελευσονται δε hημεραι hοταν απαρθη απ αυτων hο νυμφιοσ, και τοτε νηστευσουσιν εν εκεινη τη hημερα. ουδεισ επιβλημα ρακουσ αγναφου επιραπτει επι hιματιω παλαιω • ει δε μη, αιρει το πληρωμα αυτου το καινον του παλαιου, και χειρον σχισμα γινεται. και ουδεισ βαλλει οινον νεον εισ ασκουσ παλαιουσ • ει δε μη, ρησσει hο οινοσ τουσ ασκουσ, και hο οινοσ εκχειται, και hοι ασκοι απολουνται • αλλα οινον νεον εισ ασκουσ καινουσ βλητεον. και εγενετο παραπορευεσθαι αυτον εν τοισ σαββασιν δια των σποριμων, και ηρξαντο hοι μαθηται αυτου hοδον ποιειν τιλλοντεσ τουσ σταχυασ. και hοι φαρισαιοι ελεγον αυτω • ιδε τι ποιουσιν τοισ σαββασιν hο ουκ εξεστιν; και αυτοσ ελεγεν αυτοισ • ουδεποτε ανεγνωτε, τι εποιησεν δαυιδ, hοτε χρειαν εσχεν και επεινασεν αυτοσ και hοι μετ αυτου; πωσ εισηλθεν εισ τον οικον του θεου επι αβιαθαρ αρχιερεωσ, και τουσ αρτουσ τησ προθεσεωσ εφαγεν, hουσ ουκ εξεστιν φαγειν ει μη τοισ hιερευσιν, και εδωκεν και τοισ συν αυτω ουσιν; και ελεγεν αυτοισ • το σαββατον δια τον ανθρωπον εγενετο, ουχ hο ανθρωποσ δια το σαββατον • hωστε κυριοσ εστιν hο hυιοσ του ανθρωπου και του σαββατου.

3

και εισηλθεν παλιν εισ την συναγωγην • και ην εκει ανθρωποσ εξηραμμενην εχων την χειρα. και παρετηρουν αυτον ει τοισ σαββασιν θεραπευσει αυτον, hινα κατηγορησωσιν αυτου. και λεγει τω ανθρωπω τω εξηραμμενην εχοντι την χειρα • εγειρε εισ το μεσον. και λεγει αυτοισ • εξεστιν τοισ σαββασιν αγαθοποιησαι η κακοποιησαι; ψυχην σωσαι η αποκτειναι; hοι δε εσιωπων. και περιβλεψαμενοσ αυτουσ μετ οργησ, συλλυπουμενοσ επι τη πωρωσει τησ καρδιασ αυτων λεγει τω ανθρωπω • εκτεινον την χειρα σου. και εξετεινεν, και απεκατεσταθη hη χειρ αυτου. και εξελθοντεσ hοι φαρισαιοι ευθεωσ μετα των hηρωδιανων συμβουλιον εποιουν κατ αυτου, hοπωσ αυτον απολεσωσιν. και hο ιηhοσυα μετα των μαθητων αυτου ανεχωρησεν προσ την θαλασσαν, και πολυ πληθοσ απο τησ γαλιλαιασ ηκολουθησεν αυτω, και απο τησ ιηhυδαιασ και απο hιεροσολυμων και απο τησ ιδουμαιασ και περαν του ιορδανου και hοι περι τυρον και σιδωνα, πληθοσ πολυ, ακουσαντεσ hοσα εποιει, ηλθον προσ αυτον. και ειπεν τοισ μαθηταισ αυτου hινα πλοιαριον προσκαρτερη αυτω δια τον οχλον, hινα μη θλιβωσιν αυτον. πολλουσ γαρ εθεραπευσεν, hωστε επιπιπτειν αυτω hινα αυτου hαψωνται hοσοι ειχον μαστιγασ. και τα πνευματα τα ακαθαρτα, hοταν αυτον εθεωρει, προσεπιπτον αυτω και εκραζον λεγοντα hοτι συ ει hο hυιοσ του θεου. και πολλα επετιμα αυτοισ hινα μη φανερον αυτον ποιησωσιν. και αναβαινει εισ το οροσ, και προσκαλειται hουσ ηθελεν αυτοσ, και απηλθον προσ αυτον. και εποιησεν δωδεκα hινα ωσιν μετ αυτου, και hινα αποστελλη αυτουσ κηρυσσειν και εχειν εξουσιαν [θεραπευειν τασ νοσουσ και] εκβαλλειν τα δαιμονια • και επεθηκεν τω σιμωνι ονομα πετρον, και ιακωβον τον του ζεβεδαιου και ιωαννην τον αδελφον του ιακωβου, και επεθηκεν αυτοισ ονοματα βοανηργεσ, hο εστιν hυιοι βροντησ • και ανδρεαν και φιλιππον και βαρθολομαιον και ματθαιον και θωμαν και ιακωβον τον του hαλφαιου και θαδδαιον και σιμωνα, τον κανανιτην και ιηhυδαν ισκαριωτην, hοσ και παρεδωκεν αυτον. και ερχονται εισ οικον • και συνερχεται παλιν hο οχλοσ, hωστε μη δυνασθαι αυτουσ μηδε αρτον φαγειν. και ακουσαντεσ hοι παρ αυτου εξηλθον κρατησαι αυτον • ελεγον γαρ hοτι εξεστη. και hοι γραμματεισ hοι απο hιεροσολυμων καταβαντεσ ελεγον hοτι βεελζεβουλ εχει, και hοτι εν τω αρχοντι των δαιμονιων εκβαλλει τα δαιμονια. και προσκαλεσαμενοσ αυτουσ εν παραβολαισ ελεγεν αυτοισ • πωσ δυναται σατανασ σαταναν εκβαλλειν; και εαν βασιλεια εφ hεαυτην μερισθη, ου δυναται σταθηναι hη βασιλεια εκεινη. και εαν οικια εφ hεαυτην μερισθη, ου δυναται σταθηναι hη οικια εκεινη. και ει hο σατανασ ανεστη εφ hεαυτον και μεμερισται, ου δυναται σταθηναι, αλλα τελοσ εχει. ουδεισ δυναται τα σκευη του ισχυρου εισελθων εισ την οικιαν αυτου διαρπασαι, εαν μη πρωτον τον ισχυρον δηση, και τοτε την οικιαν αυτου διαρπασει. αμην λεγω hυμιν hοτι παντα αφεθησεται τοισ hυιοισ των ανθρωπων τα hαμαρτηματα και hαι βλασφημιαι, hοσασ αν βλασφημησωσιν • hοσ δ αν βλασφημηση εισ το πνευμα το hαγιον, ουκ εχει αφεσιν εισ τον αιωνα, αλλα ενοχοσ εστιν αιωνιου κρισεωσ. hοτι ελεγον • πνευμα ακαθαρτον εχει. ερχονται ουν hοι αδελφοι αυτου και hη μητηρ αυτου, και εξω hεστωτεσ απεστειλαν προσ αυτον καλουντεσ αυτον • και εκαθητο περι αυτον οχλοσ. ειπον δε αυτω • ιδου hη μητηρ σου και hοι αδελφοι σου εξω ζητουσιν σε. και απεκριθη αυτοισ λεγων • tισ εστιν hη μητηρ μου η hοι αδελφοι μου; και περιβλεψαμενοσ κυκλω τουσ περι αυτον καθημενουσ λεγει • ιδε hη μητηρ μου και hοι αδελφοι μου. hοσ γαρ αν ποιηση το θελημα του θεου, hουτοσ αδελφοσ μου και αδελφη και μητηρ εστιν.

4

και παλιν ηρξατο διδασκειν παρα την θαλασσαν. και συνηχθη προσ αυτον οχλοσ πολυσ, hωστε αυτον εμβαντα εισ το πλοιον καθησθαι εν τη θαλασση, και πασ hο οχλοσ προσ την θαλασσαν επι τησ γησ ην. και εδιδασκεν αυτουσ εν παραβολαισ πολλα, και ελεγεν αυτοισ εν τη διδαχη αυτου • ακουετε • ιδου εξηλθεν hο σπειρων του σπειραι. και εγενετο εν τω σπειρειν hο μεν επεσεν παρα την hοδον, και ηλθεν τα πετεινα και κατεφαγεν αυτο. αλλο δε επεσεν επι το πετρωδεσ, hοπου ουκ ειχεν γην πολλην, και ευθεωσ εξανετειλεν δια το μη εχειν βαθοσ γησ • και hοτε ανετειλεν hο hηλιοσ, εκαυματισθη, και δια το μη εχειν ριζαν εξηρανθη. και αλλο επεσεν εισ τασ ακανθασ, και ανεβησαν hαι ακανθαι και συνεπνιξαν αυτο, και καρπον ουκ εδωκεν. και αλλο επεσεν εισ την γην την καλην, και εδιδου καρπον αναβαινοντα και αυξανομενον, και εφερεν hεν τριακοντα και hεν hεξηκοντα και hεν hεκατον. και ελεγεν • hο εχων ωτα ακουειν, ακουετω. hοτε δε εγενετο κατα μονασ, ηρωτων αυτον hοι περι αυτον συν τοισ δωδεκα την παραβολην. και ελεγεν αυτοισ • hυμιν δεδοται το μυστηριον τησ βασιλειασ του θεου • εκεινοισ δε τοισ εξω εν παραβολαισ τα παντα γινεται, hινα βλεποντεσ βλεπωσιν και μη ιδωσιν, και ακουοντεσ ακουωσιν και μη συνιωσιν, μηποτε επιστρεψωσιν, και αφεθη αυτοισ τα hαμαρτηματα. και λεγει αυτοισ • ουκ οιδατε την παραβολην ταυτην; και πωσ πασασ τασ παραβολασ γνωσεσθε; hο σπειρων τον λογον σπειρει. hουτοι δε εισιν hοι παρα την hοδον hοπου σπειρεται hο λογοσ, και hοταν ακουσωσιν, ευθεωσ ερχεται hο σατανασ και αιρει τον λογον τον εσπαρμενον εν αυτοισ. και hουτοι εισιν hομοιωσ hοι επι τα πετρωδη σπειρομενοι, hοι hοταν ακουσωσιν τον λογον ευθεωσ μετα χαρασ λαμβανουσιν αυτον, και ουκ εχουσιν ριζαν εν hεαυτοισ αλλα προσκαιροι εισιν, ειτα γενομενησ θλιψεωσ η διωγμου δια τον λογον ευθεωσ σκανδαλιζονται. και αλλοι εισιν hοι εισ τασ ακανθασ σπειρομενοι • hουτοι εισιν hοι τον λογον ακουσαντεσ, και hαι μεριμναι του αιωνοσ και hη απατη του πλουτου και hαι περι τα λοιπα επιθυμιαι εισπορευομεναι συνπνιγουσιν τον λογον, και ακαρποσ γινεται. και hουτοι εισιν hοι επι την γην την καλην σπαρεντεσ, hοιτινεσ ακουουσιν τον λογον και παραδεχονται, και καρποφορουσιν hεν τριακοντα και hεν hεξηκοντα και hεν hεκατον. και ελεγεν αυτοισ • μητι hο λυχνοσ ερχεται hινα hυπο τον μοδιον τεθη η hυπο την κλινην; ουχ hινα επι την λυχνιαν επιτεθη; ου γαρ εστιν τι κρυπτον, εαν μη φανερωθη • ουδε εγενετο αποκρυφον, αλλ hινα εισ φανερον ελθη. ει τισ εχει ωτα ακουειν, ακουετω. και ελεγεν αυτοισ • βλεπετε τι ακουετε. εν hω μετρω μετρειτε μετρηθησεται hυμιν • και προστεθησεται hυμιν [τοισ ακουουσιν]. hοσ γαρ εχει, δοθησεται αυτω • και hοσ ουκ εχει, και hο εχει αρθησεται απ αυτου. και ελεγεν • hουτωσ εστιν hη βασιλεια του θεου, hωσ εαν ανθρωποσ βαλη τον σπορον επι τησ γησ, και καθευδη και εγειρηται νυκτα και hημεραν, και hο σποροσ βλαστανη και μηκυνηται, hωσ ουκ οιδεν αυτοσ. αυτοματη hη γη καρποφορει, πρωτον χορτον, ειτα σταχυν, ειτα πληρη σιτον εν τω σταχυι. hοταν δε παραδω hο καρποσ, ευθεωσ αποστελλει το δρεπανον, hοτι παρεστηκεν hο θερισμοσ. και ελεγεν • πωσ hομοιωσωμεν την βασιλειαν του θεου, η εν τινι αυτην παραβολη θωμεν; hωσ κοκκον σιναπεωσ, hοσ hοταν σπαρη επι τησ γησ, μικροτεροσ παντων των σπερματων εστιν των επι τησ γησ, και hοταν σπαρη, αναβαινει και γινεται παντων των λαχανων μειζων, και ποιει κλαδουσ μεγαλουσ, hωστε δυνασθαι hυπο την σκιαν αυτου τα πετεινα του ουρανου κατασκηνουν. και τοιαυταισ παραβολαισ πολλαισ ελαλει αυτοισ τον λογον, καθωσ εδυναντο ακουειν • χωρισ δε παραβολησ ουκ ελαλει αυτοισ, κατ ιδιαν δε τοισ μαθηταισ αυτου επελυεν παντα. και λεγει αυτοισ εν εκεινη τη hημερα οψιασ γενομενησ • διελθωμεν εισ το περαν. και αφεντεσ τον οχλον παραλαμβανουσιν αυτον hωσ ην εν τω πλοιω, και αλλα δε πλοια ην μετ αυτου. και γινεται λαιλαψ ανεμου μεγαλη, τα δε κυματα επεβαλλεν εισ το πλοιον, hωστε αυτο ηδη γεμιζεσθαι. και ην αυτοσ εν τη πρυμνη επι το προσκεφαλαιον καθευδων • και διεγειρουσιν αυτον και λεγουσιν αυτω • διδασκαλε, ου μελει σοι hοτι απολλυμεθα; και διεγερθεισ επετιμησεν τω ανεμω και ειπεν τη θαλασση • σιωπα, πεφιμωσο. και εκοπασεν hο ανεμοσ, και εγενετο γαληνη μεγαλη. και ειπεν αυτοισ • τι δειλοι εστε hουτωσ; πωσ ουχ εχετε πιστιν; και εφοβηθησαν φοβον μεγαν, και ελεγον προσ αλληλουσ • τισ αρα hουτοσ εστιν, hοτι και hο ανεμοσ και hη θαλασσα hυπακουουσιν αυτω;

5

και ηλθον εισ το περαν τησ θαλασσησ εισ την χωραν των γαδαρηνων. και εξελθοντι αυτω εκ του πλοιου, ευθεωσ απηντησεν αυτω εκ των μνημειων ανθρωποσ εν πνευματι ακαθαρτω, hοσ την κατοικησιν ειχεν εν τοισ μνημασιν, και ουτε hαλυσεσιν ουδεισ εδυνατο αυτον δησαι, δια το αυτον πολλακισ πεδαισ και hαλυσεσιν δεδεσθαι, και διεσπασθαι hυπ αυτου τασ hαλυσεισ και τασ πεδασ συντετριφθαι, και ουδεισ ισχυεν αυτον δαμασαι • και δια παντοσ νυκτοσ και hημερασ εν τοισ μνημασιν και εν τοισ ορεσιν ην κραζων και κατακοπτων hεαυτον λιθοισ. ιδων δε τον ιηhοσυα απο μακροθεν εδραμεν και προσεκυνησεν αυτω, και κραξασ φωνη μεγαλη λεγει • τι εμοι και σοι, ιηhοσυα hυιε του θεου του hυψιστου; hορκιζω σε τον θεον, μη με βασανισησ. ελεγεν γαρ αυτω • εξελθε το πνευμα το ακαθαρτον εκ του ανθρωπου. και επηρωτα αυτον • τι ονομα σοι; και λεγει αυτω • λεγεων ονομα μοι, hοτι πολλοι εσμεν. και παρεκαλει αυτον πολλα hινα μη αυτουσ αποστειλη εξω τησ χωρασ. ην δε εκει προσ τω ορει αγελη χοιρων μεγαλη βοσκομενη • και παρεκαλεσαν αυτον λεγοντεσ • πεμψον hημασ εισ τουσ χοιρουσ, hινα εισ αυτουσ εισελθωμεν. και επετρεψεν αυτοισ ευθεωσ hο ιηhοσυα. και εξελθοντα τα πνευματα τα ακαθαρτα εισηλθον εισ τουσ χοιρουσ, και hωρμησεν hη αγελη κατα του κρημνου εισ την θαλασσαν, ησαν δε hωσ δισχιλιοι, και επνιγοντο εν τη θαλασση. και hοι βοσκοντεσ αυτουσ εφυγον και απηγγειλαν εισ την πολιν και εισ τουσ αγρουσ • και εξηλθον ιδειν τι εστιν το γεγονοσ. και ερχονται προσ τον ιηhοσυα, και θεωρουσιν τον δαιμονιζομενον καθημενον hιματισμενον και σωφρονουντα, τον εσχηκοτα τον λεγεωνα, και εφοβηθησαν. και διηγησαντο αυτοισ hοι ιδοντεσ πωσ εγενετο τω δαιμονιζομενω και περι των χοιρων. και ηρξαντο παρακαλειν αυτον απελθειν απο των hοριων αυτων. και εμβαινοντοσ αυτου εισ το πλοιον, παρεκαλει αυτον hο δαιμονισθεισ hινα μετ αυτου η. και ουκ αφηκεν αυτον, αλλα λεγει αυτω • hυπαγε εισ τον οικον σου προσ τουσ σουσ, και αναγγειλον αυτοισ hοσα σοι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh πεποιηκεν και ηλεησεν σε. και απηλθεν, και ηρξατο κηρυσσειν εν τη δεκαπολει hοσα εποιησεν αυτω hο ιηhοσυα, και παντεσ εθαυμαζον. και διαπερασαντοσ του ιηhοσυα εν τω πλοιω παλιν εισ το περαν, συνηχθη οχλοσ πολυσ επ αυτον, και ην παρα την θαλασσαν. και ερχεται hεισ των αρχισυναγωγων, ονοματι ιαειροσ, και ιδων αυτον πιπτει προσ τουσ ποδασ αυτου, και παρεκαλει αυτον πολλα, λεγων hοτι το θυγατριον μου εσχατωσ εχει, hινα ελθων επιθησ τασ χειρασ αυτη hινα σωθη και ζηση. και απηλθεν μετ αυτου • και ηκολουθει αυτω οχλοσ πολυσ, και συνεθλιβον αυτον. και γυνη ουσα εν ρυσει hαιματοσ ετη δωδεκα, και πολλα παθουσα hυπο πολλων ιατρων και δαπανησασα τα παρ αυτησ παντα, και μηδεν ωφεληθεισα αλλα μαλλον εισ το χειρον ελθουσα, ακουσασα περι του ιηhοσυα ελθουσα εν τω οχλω οπισθεν hηψατο του hιματιου αυτου • ελεγεν γαρ hοτι εαν hαψωμαι καν των hιματιων αυτου, σωθησομαι. και ευθεωσ εξηρανθη hη πηγη του hαιματοσ αυτησ, και εγνω τω σωματι hοτι ιαται απο τησ μαστιγοσ. και ευθεωσ hο ιηhοσυα επιγνουσ εν hεαυτω την εξ αυτου δυναμιν εξελθουσαν, επιστραφεισ εν τω οχλω ελεγεν • τισ μου hηψατο των hιματιων; και ελεγον αυτω hοι μαθηται αυτου • βλεπεισ τον οχλον συνθλιβοντα σε, και λεγεισ • τισ μου hηψατο; και περιεβλεπετο ιδειν την τουτο ποιησασαν. hη δε γυνη φοβηθεισα και τρεμουσα, ειδυια hο γεγονεν επ αυτη, ηλθεν και προσεπεσεν αυτω και ειπεν αυτω πασαν την αληθειαν. hο δε ειπεν αυτη • θυγατερ, hη πιστισ σου σεσωκεν σε • hυπαγε εισ ειρηνην, και ισθι hυγιησ απο τησ μαστιγοσ σου. ετι αυτου λαλουντοσ ερχονται απο του αρχισυναγωγου λεγοντεσ hοτι hη θυγατηρ σου απεθανεν, τι ετι σκυλλεισ τον διδασκαλον; hο δε ιηhοσυα ευθεωσ ακουσασ τον λογον λαλουμενον λεγει τω αρχισυναγωγω • μη φοβου, μονον πιστευε. και ουκ αφηκεν ουδενα μετ αυτου συνακολουθησαι ει μη πετρον και ιακωβον και ιωαννην τον αδελφον ιακωβου. και ερχεται εισ τον οικον του αρχισυναγωγου, και θεωρει θορυβον και κλαιοντασ και αλαλαζοντασ πολλα, και εισελθων λεγει αυτοισ • τι θορυβεισθε και κλαιετε; το παιδιον ουκ απεθανεν αλλα καθευδει. και κατεγελων αυτου. hο δε εκβαλων παντασ παραλαμβανει τον πατερα του παιδιου και την μητερα και τουσ μετ αυτου, και εισπορευεται hοπου ην το παιδιον ανακειμενον. και κρατησασ τησ χειροσ του παιδιου λεγει αυτη • ταλιθα κουμι, hο εστιν μεθερμηνευομενον • tο κορασιον, σοι λεγω, εγειρε. και ευθεωσ ανεστη το κορασιον και περιεπατει • ην γαρ ετων δωδεκα • και εξεστησαν εκστασει μεγαλη. και διεστειλατο αυτοισ πολλα hινα μηδεισ γνοι τουτο, και ειπεν δοθηναι αυτη φαγειν.

6

και εξηλθεν εκειθεν, και ηλθεν εισ την πατριδα αυτου, και ακολουθουσιν αυτω hοι μαθηται αυτου. και γενομενου σαββατου ηρξατο εν τη συναγωγη διδασκειν • και πολλοι ακουοντεσ εξεπλησσοντο, λεγοντεσ • ποθεν τουτω ταυτα; και τισ hη σοφια hη δοθεισα αυτω, και δυναμεισ τοιαυται δια των χειρων αυτου γινονται; ουχ hουτοσ εστιν hο τεκτων, hο hυιοσ μαριασ, αδελφοσ δε ιακωβου και ιωση και ιηhυδα και σιμωνοσ; και ουκ εισιν hαι αδελφαι αυτου hωδε προσ hημασ; και εσκανδαλιζοντο εν αυτω. ελεγεν δε αυτοισ hο ιηhοσυα hοτι ουκ εστιν προφητησ ατιμοσ ει μη εν τη πατριδι αυτου και εν τοισ συγγενεσιν και εν τη οικια αυτου. και ουκ εδυνατο εκει ουδεμιαν δυναμιν ποιησαι, ει μη ολιγοισ αρρωστοισ επιθεισ τασ χειρασ εθεραπευσεν. και εθαυμαζεν δια την απιστιαν αυτων. και περιηγεν τασ κωμασ κυκλω διδασκων. και προσκαλειται τουσ δωδεκα, και ηρξατο αυτουσ αποστελλειν δυο δυο, και εδιδου αυτοισ εξουσιαν των πνευματων των ακαθαρτων, και παρηγγειλεν αυτοισ hινα μηδεν αιρωσιν εισ hοδον ει μη ραβδον μονον, μη πηραν, μη αρτον, μη εισ την ζωνην χαλκον, αλλα hυποδεδεμενουσ σανδαλια, και μη ενδυσησθε δυο χιτωνασ. και ελεγεν αυτοισ • hοπου εαν εισελθητε εισ οικιαν, εκει μενετε hεωσ αν εξελθητε εκειθεν. και hοσοι εαν μη δεξωνται hυμασ μηδε ακουσωσιν hυμων, εκπορευομενοι εκειθεν εκτιναξατε τον χουν τον hυποκατω των ποδων hυμων εισ μαρτυριον αυτοισ. και εξελθοντεσ εκηρυξαν hινα μετανοησωσιν, και δαιμονια πολλα εξεβαλλον, και ηλειφον ελαιω πολλουσ αρρωστουσ και εθεραπευον. και ηκουσεν hο βασιλευσ hηρωδησ, φανερον γαρ εγενετο το ονομα αυτου, και ελεγεν hοτι ιωαννησ hο βαπτιζων εκ νεκρων ανεστη, και δια τουτο ενεργουσιν hαι δυναμεισ εν αυτω. αλλοι δε ελεγον hοτι hηλιασ εστιν • αλλοι δε ελεγον hοτι προφητησ εστιν hωσ hεισ των προφητων. ακουσασ δε hο hηρωδησ ειπεν hοτι hον εγω απεκεφαλισα ιωαννην, hουτοσ εστιν • αυτοσ ηγερθη εκ νεκρων. αυτοσ γαρ hο hηρωδησ αποστειλασ εκρατησεν τον ιωαννην και εδησεν αυτον εν φυλακη δια hηρωδιαδα, την γυναικα φιλιππου του αδελφου αυτου, hοτι αυτην εγαμησεν • ελεγεν γαρ hο ιωαννησ τω hηρωδη hοτι ουκ εξεστιν σοι εχειν την γυναικα του αδελφου σου. hη δε hηρωδιασ ενειχεν αυτω και ηθελεν αυτον αποκτειναι, και ουκ ηδυνατο • hο γαρ hηρωδησ εφοβειτο τον ιωαννην, ειδωσ αυτον ανδρα δικαιον και hαγιον, και συνετηρει αυτον, και ακουσασ αυτου πολλα εποιει, και hηδεωσ αυτου ηκουεν. και γενομενησ hημερασ ευκαιρου, hοτε hηρωδησ τοισ γενεσιοισ αυτου δειπνον εποιει τοισ μεγιστασιν αυτου και τοισ χιλιαρχοισ και τοισ πρωτοισ τησ γαλιλαιασ, και εισελθουσησ τησ θυγατροσ αυτησ τησ hηρωδιαδοσ και ορχησαμενησ, ηρεσεν τω hηρωδη και τοισ συνανακειμενοισ. hο δε βασιλευσ ειπεν τω κορασιω • αιτησον με hο εαν θελησ, και δωσω σοι • και ωμοσεν αυτη hοτι hο εαν με αιτησησ δωσω σοι hεωσ hημισουσ τησ βασιλειασ μου. hη δε εξελθουσα ειπεν τη μητρι αυτησ • τι αιτησωμαι; hη δε ειπεν • την κεφαλην ιωαννου του βαπτιστου. και εισελθουσα ευθεωσ μετα σπουδησ προσ τον βασιλεα ητησατο λεγουσα • θελω hινα μοι δωσ εξαυτησ επι πινακι την κεφαλην ιωαννου του βαπτιστου. και περιλυποσ γενομενοσ hο βασιλευσ δια τουσ hορκουσ και τουσ συνανακειμενουσ ουκ ηθελησεν αυτην αθετησαι. και ευθεωσ αποστειλασ hο βασιλευσ σπεκουλατορα επεταξεν ενεγκαι την κεφαλην αυτου. hο δε απελθων απεκεφαλισεν αυτον εν τη φυλακη, και ηνεγκεν την κεφαλην αυτου επι πινακι και εδωκεν αυτην τω κορασιω, και το κορασιον εδωκεν αυτην τη μητρι αυτησ. και ακουσαντεσ hοι μαθηται αυτου ηλθον και ηραν το πτωμα αυτου και εθηκαν αυτο εν μνημειω. και συναγονται hοι αποστολοι προσ τον ιηhοσυα, και απηγγειλαν αυτω παντα και hοσα εποιησαν και hοσα εδιδαξαν. και ειπεν αυτοισ • δευτε hυμεισ αυτοι κατ ιδιαν εισ ερημον τοπον και αναπαυσασθε ολιγον. ησαν γαρ hοι ερχομενοι και hοι hυπαγοντεσ πολλοι, και ουδε φαγειν ευκαιρουν. και απηλθον εισ ερημον τοπον τω πλοιω κατ ιδιαν. και ειδον αυτουσ hυπαγοντασ και επεγνωσαν πολλοι, και πεζη απο πασων των πολεων συνεδραμον εκει και προηλθον αυτουσ, [και συνηλθον προσ αυτον]. και εξελθων hο ιηhοσυα ειδεν πολυν οχλον, και εσπλαγχνισθη επ αυτοισ, hοτι ησαν hωσ προβατα μη εχοντα ποιμενα, και ηρξατο διδασκειν αυτουσ πολλα. και ηδη hωρασ πολλησ γενομενησ προσελθοντεσ αυτω hοι μαθηται αυτου λεγουσιν hοτι ερημοσ εστιν hο τοποσ και ηδη hωρα πολλη • απολυσον αυτουσ, hινα απελθοντεσ εισ τουσ κυκλω αγρουσ και κωμασ αγορασωσιν hεαυτοισ αρτουσ • τι γαρ φαγωσιν ουκ εχουσιν. hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • δοτε αυτοισ hυμεισ φαγειν. και λεγουσιν αυτω • απελθοντεσ αγορασωμεν δηναριων διακοσιων αρτουσ, και δωσομεν αυτοισ φαγειν; hο δε λεγει αυτοισ • ποσουσ αρτουσ εχετε; hυπαγετε και ιδετε. και γνοντεσ λεγουσιν • πεντε, και δυο ιχθυασ. και επεταξεν αυτοισ ανακλιναι παντασ συμποσια συμποσια επι τω χλωρω χορτω. και ανεπεσαν πρασιαι πρασιαι, ανα hεκατον και ανα πεντηκοντα. και λαβων τουσ πεντε αρτουσ και τουσ δυο ιχθυασ αναβλεψασ εισ τον ουρανον ευλογησεν, και κατεκλασεν τουσ αρτουσ και εδιδου τοισ μαθηταισ αυτου hινα παραθωσιν αυτοισ, και τουσ δυο ιχθυασ εμερισεν πασιν. και εφαγον παντεσ και εχορτασθησαν • και ηραν κλασματων δωδεκα κοφινουσ πληρεισ, και απο των ιχθυων. και ησαν hοι φαγοντεσ τουσ αρτουσ πεντακισχιλιοι ανδρεσ. και ευθεωσ ηναγκασεν τουσ μαθητασ αυτου εμβηναι εισ το πλοιον και προαγειν εισ το περαν προσ βηθσαιδαν, hεωσ αυτοσ απολυει τον οχλον. και αποταξαμενοσ αυτοισ απηλθεν εισ το οροσ προσευξασθαι. και οψιασ γενομενησ ην το πλοιον εν μεσω τησ θαλασσησ, και αυτοσ μονοσ επι τησ γησ. και ιδων αυτουσ βασανιζομενουσ εν τω ελαυνειν, ην γαρ hο ανεμοσ εναντιοσ αυτοισ, περι τεταρτην φυλακην τησ νυκτοσ ερχεται προσ αυτουσ περιπατων επι τησ θαλασσησ, και ηθελεν παρελθειν αυτουσ. hοι δε ιδοντεσ αυτον περιπατουντα επι τησ θαλασσησ εδοξαν φαντασμα ειναι, και ανεκραξαν • παντεσ γαρ αυτον ειδον και εταραχθησαν. και ευθεωσ ελαλησεν μετ αυτων, και λεγει αυτοισ • θαρσειτε, εγω ειμι • μη φοβεισθε. και ανεβη προσ αυτουσ εισ το πλοιον, και εκοπασεν hο ανεμοσ. και λιαν εκ περισσου εν hεαυτοισ εξισταντο και εθαυμαζον • ου γαρ συνηκαν επι τοισ αρτοισ, ην γαρ αυτων hη καρδια πεπωρωμενη. και διαπερασαντεσ ηλθον επι την γην γεννησαρεθ και προσωρμισθησαν. και εξελθοντων αυτων εκ του πλοιου ευθεωσ επιγνοντεσ αυτον περιεδραμον hολην την περιχωρον εκεινην και ηρξαντο επι τοισ κραβαττοισ τουσ κακωσ εχοντασ περιφερειν, hοπου ηκουον hοτι εκει εστιν. και hοπου αν εισεπορευετο εισ κωμασ η πολεισ η αγρουσ, εν ταισ αγοραισ ετιθουν τουσ ασθενουντασ, και παρεκαλουν αυτον hινα καν του κρασπεδου του hιματιου αυτου hαψωνται • και hοσοι αν hηπτοντο αυτου εσωζοντο.

7

και συναγονται προσ αυτον hοι φαρισαιοι και τινεσ των γραμματεων ελθοντεσ απο hιεροσολυμων. και ιδοντεσ τινασ των μαθητων αυτου κοιναισ χερσιν, τουτ εστιν ανιπτοισ, εσθιοντασ αρτουσ, — hοι γαρ φαρισαιοι και παντεσ hοι ιηhυδαιοι εαν μη πυγμη νιψωνται τασ χειρασ ουκ εσθιουσιν, κρατουντεσ την παραδοσιν των πρεσβυτερων, και απ αγορασ εαν μη βαπτισωνται ουκ εσθιουσιν. και αλλα πολλα εστιν hα παρελαβον κρατειν, βαπτισμουσ ποτηριων και ξεστων και χαλκιων και κλινων. — επειτα επερωτωσιν αυτον hοι φαρισαιοι και hοι γραμματεισ • δια τι hοι μαθηται σου ου περιπατουσιν κατα την παραδοσιν των πρεσβυτερων, αλλα κοιναισ χερσιν εσθιουσιν τον αρτον; hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ hοτι καλωσ προεφητευσεν ησαιασ περι hυμων των hυποκριτων, hωσ γεγραπται hουτοσ hο λαοσ τοισ χειλεσιν με τιμα, hη δε καρδια αυτων πορρω απεχει απ εμου • ματην δε σεβονται με διδασκοντεσ διδασκαλιασ ενταλματα ανθρωπων. αφεντεσ γαρ την εντολην του θεου κρατειτε την παραδοσιν των ανθρωπων • βαπτισμουσ ξεστων και ποτηριων και αλλα παρομοια τοιαυτα πολλα ποιειτε. και ελεγεν αυτοισ • καλωσ αθετειτε την εντολην του θεου, hινα την παραδοσιν hυμων τηρησητε. μωυσησ γαρ ειπεν • τιμα τον πατερα σου και την μητερα σου, και • hο κακολογων πατερα η μητερα θανατω τελευτατω. hυμεισ δε λεγετε • εαν ειπη ανθρωποσ τω πατρι η τη μητρι • κορβαν, hο εστιν δωρον, hο εαν εξ εμου ωφεληθησ • και ουκετι αφιετε αυτον ουδεν ποιησαι τω πατρι αυτου η τη μητρι αυτου, ακυρουντεσ τον λογον του θεου τη παραδοσει hυμων hη παρεδωκατε • και παρομοια τοιαυτα πολλα ποιειτε. και προσκαλεσαμενοσ παλιν τον οχλον ελεγεν αυτοισ • ακουετε μου παντεσ και συνιετε. ουδεν εστιν εξωθεν του ανθρωπου εισπορευομενον εισ αυτον hο δυναται αυτον κοινωσαι • αλλα τα εκπορευομενα απ αυτου, εκεινα εστιν τα κοινουντα τον ανθρωπον. ει τισ εχει ωτα ακουειν, ακουετω. και hοτε εισηλθεν εισ οικον απο του οχλου, επηρωτων αυτον hοι μαθηται αυτου περι τησ παραβολησ. και λεγει αυτοισ • hουτωσ και hυμεισ ασυνετοι εστε; ου νοειτε hοτι παν το εξωθεν εισπερευομενον εισ τον ανθρωπον ου δυναται αυτον κοινωσαι, hοτι ουκ εισπορευεται αυτου εισ την καρδιαν αλλ εισ την κοιλιαν, και εισ τον αφεδρωνα εκπορευεται, καθαριζων παντα τα βρωματα; ελεγεν δε hοτι το εκ του ανθρωπου εκπορευομενον, εκεινο κοινοι τον ανθρωπον. εσωθεν γαρ εκ τησ καρδιασ των ανθρωπων hοι διαλογισμοι hοι κακοι εκπορευονται, μοιχειαι, πορνειαι, φονοι, κλοπαι, πλεονεξιαι, πονηριαι, δολοσ, ασελγεια, οφθαλμοσ πονηροσ, βλασφημια, hυπερηφανια, αφροσυνη • παντα ταυτα τα πονηρα εσωθεν εκπορευεται και κοινοι τον ανθρωπον. και εκειθεν αναστασ απηλθεν εισ τα μεθορια τυρου και σιδωνοσ. και εισελθων εισ οικιαν ουδενα ηθελεν γνωναι, και ουκ ηδυνηθη λαθειν • ακουσασα γαρ γυνη περι αυτου, hησ ειχεν το θυγατριον αυτησ πνευμα ακαθαρτον, ελθουσα προσεπεσεν προσ τουσ ποδασ αυτου • ην δε hη γυνη hελληνισ, συροφοινικισσα τω γενει • και ηρωτα αυτον hινα το δαιμονιον εκβαλη εκ τησ θυγατροσ αυτησ. hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτη • αφεσ πρωτον χορτασθηναι τα τεκνα • ου γαρ καλον εστιν λαβειν τον αρτον των τεκνων και βαλειν τοισ κυναριοισ. hη δε απεκριθη και λεγει αυτω • ναι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh • και γαρ τα κυναρια hυποκατω τησ τραπεζησ εσθιει απο των ψιχιων των παιδιων. και ειπεν αυτη • δια τουτον τον λογον hυπαγε, εξεληλυθεν το δαιμονιον εκ τησ θυγατροσ σου. και απελθουσα εισ τον οικον αυτησ hευρεν το δαιμονιον εξεληλυθοσ, και την θυγατερα βεβλημενην επι τησ κλινησ. και παλιν εξελθων εκ των hοριων τυρου και σιδωνοσ ηλθεν εισ την θαλασσαν τησ γαλιλαιασ ανα μεσον των hοριων δεκαπολεωσ. και φερουσιν αυτω κωφον μογιλαλον, και παρακαλουσιν αυτον hινα επιθη αυτω την χειρα. και απολαβομενοσ αυτον απο του οχλου κατ ιδιαν εβαλεν τουσ δακτυλουσ αυτου εισ τα ωτα αυτου και πτυσασ hηψατο τησ γλωσσησ αυτου, και αναβλεψασ εισ τον ουρανον εστεναξεν και λεγει αυτω • εφφαθα, hο εστιν διανοιχθητι. και ευθεωσ διηνοιχθησαν αυτου hαι ακοαι, και ελυθη hο δεσμοσ τησ γλωσσησ αυτου, και ελαλει ορθωσ. και διεστειλατο αυτοισ hινα μηδενι ειπωσιν • hοσον δε αυτοισ διεστελλετο, μαλλον περισσοτερον εκηρυσσον. και hυπερπερισσωσ εξεπλησσοντο λεγοντεσ • καλωσ παντα πεποιηκεν, και τουσ κωφουσ ποιει ακουειν και τουσ αλαλουσ λαλειν.

8

εν εκειναισ ταισ hημεραισ παμπολλου οχλου οντοσ και μη εχοντων τι φαγωσιν, προσκαλεσαμενοσ τουσ μαθητασ αυτου λεγει αυτοισ • σπλαγχνιζομαι επι τον οχλον, hοτι ηδη hημεραι τρεισ προσμενουσιν μοι και ουκ εχουσιν τι φαγωσιν • και εαν απολυσω αυτουσ νηστεισ εισ οικον αυτων, εκλυθησονται εν τη hοδω • τινεσ γαρ αυτων μακροθεν hηκασιν. και απεκριθησαν αυτω hοι μαθηται αυτου • ποθεν τουτουσ δυνησεται τισ hωδε χορτασαι αρτων επ ερημιασ; και επηρωτα αυτουσ • ποσουσ εχετε αρτουσ; hοι δε ειπον • hεπτα. και παρηγγειλεν τω οχλω αναπεσειν επι τησ γησ • και λαβων τουσ hεπτα αρτουσ ευχαριστησασ εκλασεν και εδιδου τοισ μαθηταισ αυτου hινα παραθωσιν • και παρεθηκαν τω οχλω. και ειχον ιχθυδια ολιγα • και ευλογησασ ειπεν παραθειναι και αυτα. εφαγον δε και εχορτασθησαν, και ηραν περισσευματα κλασματων hεπτα σπυριδασ. ησαν δε hοι φαγοντεσ hωσ τετρακισχιλιοι. και απελυσεν αυτουσ. και ευθεωσ εμβασ εισ το πλοιον μετα των μαθητων αυτου ηλθεν εισ τα μερη δαλμανουθα. και εξηλθον hοι φαρισαιοι και ηρξαντο συνζητειν αυτω, ζητουντεσ παρ αυτου σημειον απο του ουρανου, πειραζοντεσ αυτον. και αναστεναξασ τω πνευματι αυτου λεγει • τι hη γενεα hαυτη ζητει σημειον; αμην λεγω hυμιν, ει δοθησεται τη γενεα ταυτη σημειον. και αφεισ αυτουσ εμβασ παλιν εισ πλοιον απηλθεν εισ το περαν. και επελαθοντο λαβειν αρτουσ, και ει μη hενα αρτον ουκ ειχον μεθ hεαυτων εν τω πλοιω. και διεστελλετο αυτοισ λεγων • hορατε, βλεπετε απο τησ ζυμησ των φαρισαιων και τησ ζυμησ hηρωδου. και διελογιζοντο προσ αλληλουσ λεγοντεσ hοτι αρτουσ ουκ εχομεν. και γνουσ hο ιηhοσυα λεγει αυτοισ • τι διαλογιζεσθε hοτι αρτουσ ουκ εχετε; ουπω νοειτε ουδε συνιετε; ετι πεπωρωμενην εχετε την καρδιαν hυμων; οφθαλμουσ εχοντεσ ου βλεπετε, και ωτα εχοντεσ ουκ ακουετε; και ου μνημονευετε; hοτε τουσ πεντε αρτουσ εκλασα εισ τουσ πεντακισχιλιουσ, ποσουσ κοφινουσ πληρεισ κλασματων ηρατε; λεγουσιν αυτω • δωδεκα. hοτε δε τουσ hεπτα εισ τουσ τετρακισχιλιουσ, ποσων σπυριδων πληρωματα κλασματων ηρατε; hοι δε ειπον • hεπτα. και ελεγεν αυτοισ • πωσ ου συνιετε; και ερχεται εισ βηθσαιδαν. και φερουσιν αυτω τυφλον, και παρακαλουσιν αυτον hινα αυτου hαψηται. και επιλαβομενοσ τησ χειροσ του τυφλου εξηγαγεν αυτον εξω τησ κωμησ • και πτυσασ εισ τα ομματα αυτου, επιθεισ τασ χειρασ αυτω, επηρωτα αυτον ει τι βλεπει. και αναβλεψασ ελεγεν • βλεπω τουσ ανθρωπουσ, hοτι hωσ δενδρα hορω περιπατουντασ. ειτα παλιν επεθηκεν τασ χειρασ επι τουσ οφθαλμουσ αυτου, και εποιησεν αυτον αναβλεψαι • και απεκατεσταθη, και ενεβλεπεν τηλαυγωσ hαπαντα. και απεστειλεν αυτον εισ οικον αυτου λεγων • μηδε εισ την κωμην εισελθησ, μηδε ειπησ τινι εν τη κωμη. και εξηλθεν hο ιηhοσυα και hοι μαθηται αυτου εισ τασ κωμασ καισαρειασ τησ φιλιππου • και εν τη hοδω επηρωτα τουσ μαθητασ αυτου λεγων αυτοισ • τινα με λεγουσιν hοι ανθρωποι ειναι; hοι δε απεκριθησαν • ιωαννην τον βαπτιστην, και αλλοι hηλιαν, αλλοι δε hενα των προφητων. και αυτοσ επηρωτα αυτουσ • hυμεισ δε τινα με λεγετε ειναι; αποκριθεισ δε hο πετροσ λεγει αυτω • συ ει hο χριστοσ. και επετιμησεν αυτοισ hινα μηδενι λεγωσιν περι αυτου. και ηρξατο διδασκειν αυτουσ hοτι δει τον hυιον του ανθρωπου πολλα παθειν και αποδοκιμασθηναι απο των πρεσβυτερων και των αρχιερεων και των γραμματεων και αποκτανθηναι και μετα τρεισ hημερασ αναστηναι. και παρρησια τον λογον ελαλει. και προσλαβομενοσ αυτον hο πετροσ ηρξατο επιτιμαν αυτω. hο δε επιστραφεισ και ιδων τουσ μαθητασ αυτου επετιμησεν τω πετρω λεγων • hυπαγε οπισω μου, σατανα, hοτι ου φρονεισ τα του θεου αλλα τα των ανθρωπων. και προσκαλεσαμενοσ τον οχλον συν τοισ μαθηταισ αυτου ειπεν αυτοισ • hοστισ θελει οπισω μου ακολουθειν, απαρνησασθω hεαυτον και αρατω τον σταυρον αυτου, και ακολουθειτω μοι. hοσ γαρ αν θελη την ψυχην αυτου σωσαι, απολεσει αυτην • hοσ δ αν απολεση την hεαυτου ψυχην hενεκεν εμου και του ευαγγελιου, σωσει αυτην. τι γαρ ωφελησει ανθρωπον εαν κερδηση τον κοσμον hολον και ζημιωθη την ψυχην αυτου; η τι δωσει ανθρωποσ ανταλλαγμα τησ ψυχησ αυτου; hοσ γαρ εαν επαισχυνθη με και τουσ εμουσ λογουσ εν τη γενεα ταυτη τη μοιχαλιδι και hαμαρτωλω, και hο hυιοσ του ανθρωπου επαισχυνθησεται αυτον, hοταν ελθη εν τη δοξη του πατροσ αυτου μετα των αγγελων των hαγιων.

9

και ελεγεν αυτοισ • αμην λεγω hυμιν hοτι εισιν τινεσ των hωδε hεστηκοτων hοιτινεσ ου μη γευσωνται θανατου hεωσ αν ιδωσιν την βασιλειαν του θεου εληλυθυιαν εν δυναμει. και μεθ hημερασ hεξ παραλαμβανει hο ιηhοσυα τον πετρον και τον ιακωβον και τον ιωαννην, και αναφερει αυτουσ εισ οροσ hυψηλον κατ ιδιαν μονουσ. και μετεμορφωθη εμπροσθεν αυτων, και τα hιματια αυτου εγενετο στιλβοντα λευκα λιαν hωσ χιων, hοια γναφευσ επι τησ γησ ου δυναται hουτωσ λευκαναι. και ωφθη αυτοισ hηλιασ συν μωυσει, και ησαν συλλαλουντεσ τω ιηhοσυα. και αποκριθεισ hο πετροσ λεγει τω ιηhοσυα • ραββει, καλον εστιν hημασ hωδε ειναι, και ποιησωμεν σκηνασ τρεισ • σοι μιαν και μωυσει μιαν και hηλια μιαν. ου γαρ ηδει τι λαλησει, ησαν γαρ εκφοβοι. και εγενετο νεφελη επισκιαζουσα αυτοισ, και ηλθεν φωνη εκ τησ νεφελησ • hουτοσ εστιν hο hυιοσ μου hο αγαπητοσ, αυτου ακουετε. και εξαπινα περιβλεψαμενοι ουκετι ουδενα ειδον αλλα τον ιηhοσυα μονον μεθ hεαυτων. καταβαινοντων δε αυτων απο του ορουσ, διεστειλατο αυτοισ hινα μηδενι διηγησωνται hα ειδον, ει μη hοταν hο hυιοσ του ανθρωπου εκ νεκρων αναστη. και τον λογον εκρατησαν, προσ hεαυτουσ συνζητουντεσ τι εστιν το εκ νεκρων αναστηναι. και επηρωτων αυτον λεγοντεσ • hοτι λεγουσιν hοι γραμματεισ hοτι hηλιαν δει ελθειν πρωτον; hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • hηλιασ μεν ελθων πρωτον αποκαθιστανει παντα • και πωσ γεγραπται επι τον hυιον του ανθρωπου hινα πολλα παθη και εξουδενωθη; αλλα λεγω hυμιν hοτι και hηλιασ εληλυθεν, και εποιησαν αυτω hοσα ηθελησαν, καθωσ γεγραπται επ αυτον. και ελθων προσ τουσ μαθητασ ειδεν οχλον πολυν περι αυτουσ και γραμματεισ συνζητουντασ αυτοισ. και ευθεωσ πασ hο οχλοσ ιδων αυτον εξεθαμβηθη, και προστρεχοντεσ ησπαζοντο αυτον. και επηρωτησεν αυτουσ • τι συνζητειτε προσ αυτουσ; και απεκριθη αυτω hεισ εκ του οχλου • διδασκαλε, ηνεγκα τον hυιον μου προσ σε, εχοντα πνευμα αλαλον • και hοπου εαν αυτον καταλαβη, ρησσει αυτον, και αφριζει και τριζει τουσ οδοντασ αυτου και ξηραινεται • και ειπον τοισ μαθηταισ σου hινα αυτο εκβαλωσιν, και ουκ ισχυσαν. hο δε αποκριθεισ αυτοισ λεγει • ω γενεα απιστοσ, hεωσ ποτε προσ hυμασ εσομαι; hεωσ ποτε ανεξομαι hυμων; φερετε αυτον προσ με. και ηνεγκαν αυτον προσ αυτον • και ιδων αυτον, ευθεωσ το πνευμα εσπαραξεν αυτον, και πεσων επι τησ γησ εκυλιετο αφριζων. και επηρωτησεν τον πατερα αυτου • ποσοσ χρονοσ εστιν hωσ τουτο γεγονεν αυτω; hο δε ειπεν • εκ παιδιοθεν • και πολλακισ αυτον και εισ το πυρ εβαλεν και εισ hυδατα, hινα απολεση αυτον • αλλ ει τι δυνασαι, βοηθησον hημιν σπλαγχνισθεισ εφ hημασ. hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτω • το • ει δυνασαι, πιστευσαι • παντα δυνατα τω πιστευοντι. και ευθεωσ κραξασ hο πατηρ του παιδιου μετα δακρυων ελεγεν • πιστευω • βοηθει μου τη απιστια. ιδων δε hο ιηhοσυα hοτι επισυντρεχει οχλοσ, επετιμησεν τω πνευματι τω ακαθαρτω λεγων αυτω • το πνευμα το αλαλον και κωφον, εγω σοι επιτασσω, εξελθε εξ αυτου και μηκετι εισελθησ εισ αυτον. και κραξασ και πολλα σπαραξασ εξηλθεν • και εγενετο hωσει νεκροσ, hωστε τουσ πολλουσ λεγειν hοτι απεθανεν. hο δε ιηhοσυα κρατησασ αυτον τησ χειροσ ηγειρεν αυτον, και ανεστη. και εισεθοντα αυτον εισ οικον, hοι μαθηται αυτου επηρωτων αυτον κατ ιδιαν • hοτι hημεισ ουκ ηδυνηθημεν εκβαλειν αυτο; και ειπεν αυτοισ • τουτο το γενοσ εν ουδενι δυναται εξελθειν ει μη εν προσευχη και νηστεια. και εκειθεν εξελθοντεσ παρεπορευοντο δια τησ γαλιλαιασ, και ουκ ηθελεν hινα τισ γνω • εδιδασκεν γαρ τουσ μαθητασ αυτου, και ελεγεν αυτοισ hοτι hο hυιοσ του ανθρωπου παραδιδοται εισ χειρασ ανθρωπων, και αποκτενουσιν αυτον, και αποκτανθεισ τη τριτη hημερα αναστησεται. hοι δε ηγνοουν το ρημα, και εφοβουντο αυτον επερωτησαι. και ηλθεν εισ καπερναουμ. και εν τη οικια γενομενοσ επηρωτα αυτουσ • τι εν τη hοδω διελογιζεσθε; hοι δε εσιωπων • προσ αλληλουσ γαρ διελεχθησαν εν τη hοδω τισ μειζων. και καθισασ εφωνησεν τουσ δωδεκα και λεγει αυτοισ • ει τισ θελει πρωτοσ ειναι, εσται παντων εσχατοσ και παντων διακονοσ. και λαβων παιδιον εστησεν αυτο εν μεσω αυτων, και εναγκαλισαμενοσ αυτο ειπεν αυτοισ • hοσ αν hεν των τοιουτων παιδιων δεξηται επι τω ονοματι μου, εμε δεχεται • και hοσ αν εμε δεξηται, ουκ εμε δεχεται αλλα τον αποστειλαντα με. απεκριθη δε αυτω ιωαννησ, λεγων • διδασκαλε, ειδομεν τινα τω ονοματι σου εκβαλλοντα δαιμονια, hοσ ουκ ακολουθει hημιν, και εκωλυσαμεν αυτον, hοτι ουκ ακολουθει hημιν. hο δε ιηhοσυα ειπεν • μη κωλυετε αυτον • ουδεισ γαρ εστιν hοσ ποιησει δυναμιν επι τω ονοματι μου και δυνησεται ταχυ κακολογησαι με • hοσ γαρ ουκ εστιν καθ hημων, hυπερ hημων εστιν. hοσ γαρ αν ποτιση hυμασ ποτηριον hυδατοσ εν ονοματι hοτι χριστου εστε, αμην λεγω hυμιν hοτι ου μη απολεση τον μισθον αυτου. και hοσ εαν σκανδαλιση hενα των μικρων των πιστευοντων εισ εμε, καλον εστιν αυτω μαλλον ει περικειται λιθοσ μυλικοσ περι τον τραχηλον αυτου και βεβληται εισ την θαλασσαν. και εαν σκανδαλιζη σε hη χειρ σου, αποκοψον αυτην • καλον σοι εστιν κυλλον εισελθειν εισ την ζωην, η τασ δυο χειρασ εχοντα απελθειν εισ την γεενναν, εισ το πυρ το ασβεστον, hοπου hο σκωληξ αυτων ου τελευτα και το πυρ ου σβεννυται. και εαν hο πουσ σου σκανδαλιζη σε, αποκοψον αυτον • καλον εστιν σε εισελθειν εισ την ζωην χωλον, η τουσ δυο ποδασ εχοντα βληθηναι εισ την γεενναν, εισ το πυρ το ασβεστον, hοπου hο σκωληξ αυτων ου τελευτα και το πυρ ου σβεννυται. και εαν hο οφθαλμοσ σου σκανδαλιζη σε, εκβαλε αυτον • καλον σοι εστιν μονοφθαλμον εισελθειν εισ την βασιλειαν του θεου, η δυο οφθαλμουσ εχοντα βληθηναι εισ την γεενναν του πυροσ, hοπου hο σκωληξ αυτων ου τελευτα και το πυρ ου σβεννυται. πασ γαρ πυρι hαλισθησεται, και πασα θυσια hαλι hαλισθησεται. καλον το hαλασ • εαν δε το hαλασ αναλον γενηται, εν τινι αυτο αρτυσετε; εχετε εν hεαυτοισ hαλα, και ειρηνευετε εν αλληλοισ.

10

κακειθεν αναστασ ερχεται εισ τα hορια τησ ιηhυδαιασ και περαν του ιορδανου, και συνπορευονται παλιν οχλοι προσ αυτον, και hωσ ειωθει παλιν εδιδασκεν αυτουσ. και προσελθοντεσ φαρισαιοι επηρωτησαν αυτον ει εξεστιν ανδρι γυναικα απολυσαι, πειραζοντεσ αυτον. hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • τι hυμιν ενετειλατο μωυσησ; hοι δε ειπον • μωυσησ επετρεψεν βιβλιον αποστασιου γραψαι και απολυσαι. και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • προσ την σκληροκαρδιαν hυμων εγραψεν hυμιν την εντολην ταυτην. απο δε αρχησ κτισεωσ αρσεν και θηλυ εποιησεν αυτουσ hο θεοσ • hενεκεν τουτου καταλειψει ανθρωποσ τον πατερα αυτου και την μητερα, και προσκολληθησεται προσ την γυναικα αυτου, και εσονται hοι δυο εισ σαρκα μιαν • hωστε ουκετι εισιν δυο αλλα μια σαρξ. hο ουν hο θεοσ συνεζευξεν, ανθρωποσ μη χωριζετω. και εν τη οικια παλιν hοι μαθηται αυτου περι τουτου επηρωτησαν αυτον. και λεγει αυτοισ • hοσ εαν απολυση την γυναικα αυτου και γαμηση αλλην, μοιχαται επ αυτην • και εαν γυνη απολυση τον ανδρα αυτησ και γαμηθη αλλω, μοιχαται. και προσεφερον αυτω παιδια hινα hαψηται αυτων • hοι δε μαθηται επετιμων τοισ προσφερουσιν. ιδων δε hο ιηhοσυα ηγανακτησεν και ειπεν αυτοισ • αφετε τα παιδια ερχεσθαι προσ με, μη κωλυετε αυτα • των γαρ τοιουτων εστιν hη βασιλεια του θεου. αμην λεγω hυμιν, hοσ εαν μη δεξηται την βασιλειαν του θεου hωσ παιδιον, ου μη εισελθη εισ αυτην. και εναγκαλισαμενοσ αυτα, τιθεισ τασ χειρασ επ αυτα, ευλογει αυτα. και εκπορευομενου αυτου εισ hοδον, προσδραμων hεισ και γονυπετησασ αυτον επηρωτα αυτον • διδασκαλε αγαθε, τι ποιησω hινα ζωην αιωνιον κληρονομησω; hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτω • τι με λεγεισ αγαθον; ουδεισ αγαθοσ ει μη hεισ hο θεοσ. τασ εντολασ οιδασ • μη μοιχευσησ, μη φονευσησ, μη κλεψησ, μη ψευδομαρτυρησησ, μη αποστερησησ, τιμα τον πατερα σου και την μητερα. hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτω • διδασκαλε, ταυτα παντα εφυλαξαμην εκ νεοτητοσ μου. hο δε ιηhοσυα εμβλεψασ αυτω ηγαπησεν αυτον και ειπεν αυτω • hεν σοι hυστερει • hυπαγε, hοσα εχεισ πωλησον και δοσ πτωχοισ, και hεξεισ θησαυρον εν ουρανω, και δευρο ακολουθει μοι αρασ τον σταυρον. hο δε στυγνασασ επι τω λογω απηλθεν λυπουμενοσ • ην γαρ εχων κτηματα πολλα. και περιβλεψαμενοσ hο ιηhοσυα λεγει τοισ μαθηταισ αυτου • πωσ δυσκολωσ hοι τα χρηματα εχοντεσ εισ την βασιλειαν του θεου εισελευσονται. hοι δε μαθηται εθαμβουντο επι τοισ λογοισ αυτου • hο δε ιηhοσυα παλιν αποκριθεισ λεγει αυτοισ • τεκνα, πωσ δυσκολον εστιν τουσ πεποιθοτασ επι χρημασιν εισ την βασιλειαν του θεου εισελθειν. ευκοπωτερον εστιν καμηλον δια τρυμαλιασ ραφιδοσ διελθειν η πλουσιον εισ την βασιλειαν του θεου εισελθειν. hοι δε περισσωσ εξεπλησσοντο λεγοντεσ προσ hεαυτουσ • και τισ δυναται σωθηναι; εμβλεψασ δε αυτοισ hο ιηhοσυα λεγει • παρα ανθρωποισ αδυνατον, αλλ ου παρα τω θεω • παντα γαρ δυνατα εστιν παρα τω θεω. ηρξατο hο πετροσ λεγειν αυτω • ιδου hημεισ αφηκαμεν παντα και ηκολουθησαμεν σοι. αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν • αμην λεγω hυμιν, ουδεισ εστιν hοσ αφηκεν οικιαν η αδελφουσ η αδελφασ η πατερα η μητερα η γυναικα η τεκνα η αγρουσ hενεκεν εμου και hενεκεν του ευαγγελιου, εαν μη λαβη hεκατονταπλασιονα νυν εν τω καιρω τουτω οικιασ και αδελφουσ και αδελφασ και μητερασ και τεκνα και αγρουσ μετα διωγμων, και εν τω αιωνι τω ερχομενω ζωην αιωνιον. πολλοι δε εσονται πρωτοι εσχατοι και εσχατοι πρωτοι. ησαν δε εν τη hοδω αναβαινοντεσ εισ hιεροσολυμα, και ην προαγων αυτουσ hο ιηhοσυα, και εθαμβουντο, και ακολουθουντεσ εφοβουντο. και παραλαβων παλιν τουσ δωδεκα ηρξατο αυτοισ λεγειν τα μελλοντα αυτω συμβαινειν, hοτι ιδου αναβαινομεν εισ hιεροσολυμα, και hο hυιοσ του ανθρωπου παραδοθησεται τοισ αρχιερευσιν και τοισ γραμματευσιν, και κατακρινουσιν αυτον θανατω και παραδωσουσιν αυτον τοισ εθνεσιν, και εμπαιξουσιν αυτω και μαστιγωσουσιν αυτον και εμπτυσουσιν αυτω και αποκτενουσιν αυτον, και τη τριτη ημερα αναστησεται. και προσπορευονται αυτω ιακωβοσ και ιωαννησ hυιοι ζεβεδαιου λεγοντεσ • διδασκαλε, θελομεν hινα hο εαν αιτησωμεν σε ποιησησ hημιν. hο δε ειπεν αυτοισ • τι θελετε ποιησαι με hυμιν; hοι δε ειπον αυτω • δοσ hημιν hινα hεισ εκ δεξιων σου και hεισ εξ ευωνυμων σου καθισωμεν εν τη δοξη σου. hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • ουκ οιδατε τι αιτεισθε. δυνασθε πιειν το ποτηριον hο εγω πινω, η το βαπτισμα hο εγω βαπτιζομαι βαπτισθηναι; hοι δε ειπον αυτω • δυναμεθα. hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • το μεν ποτηριον hο εγω πινω πιεσθε, και το βαπτισμα hο εγω βαπτιζομαι βαπτισθησεσθε • το δε καθισαι εκ δεξιων μου η εξ ευωνυμων ουκ εστιν εμον δουναι, αλλ hοισ hητοιμασται. και ακουσαντεσ hοι δεκα ηρξαντο αγανακτειν περι ιακωβου και ιωαννου. hο δε ιηhοσυα προσκαλεσαμενοσ αυτουσ λεγει αυτοισ • οιδατε hοτι hοι δοκουντεσ αρχειν των εθνων καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυουσιν αυτων, και hοι μεγαλοι αυτων κατεξουσιαζουσιν αυτων. ουχ hουτωσ δε εστιν εν hυμιν, αλλ hοσ εαν θελη γενεσθαι μεγασ εν hυμιν, εσται hυμων διακονοσ, και hοσ εαν θελη hυμων γενεσθαι πρωτοσ, εσται παντων δουλοσ. και γαρ hο hυιοσ του ανθρωπου ουκ ηλθεν διακονηθηναι, αλλα διακονησαι και δουναι την ψυχην αυτου λυτρον αντι πολλων. και ερχονται εισ ιεριχω. και εκπορευομενου αυτου απο hιεριχω και των μαθητων αυτου και οχλου hικανου hο hυιοσ τιμαιου βαρτιμαιοσ, hο τυφλοσ, εκαθητο παρα την hοδον προσαιτων. και ακουσασ hοτι ιηhοσυα hο ναζωραιοσ εστιν, ηρξατο κραζειν και λεγειν • hο hυιοσ δαυιδ ιηhοσυα, ελεησον με. και επετιμων αυτω πολλοι hινα σιωπηση • hο δε πολλω μαλλον εκραζεν • hυιε δαυιδ, ελεησον με. και στασ hο ιηhοσυα ειπεν αυτον φωνηθηναι. και φωνουσιν τον τυφλον λεγοντεσ αυτω • θαρσει, εγειρε, φωνει σε. hο δε αποβαλων το hιματιον αυτου αναπηδησασ ηλθεν προσ τον ιηhοσυα. και αποκριθεισ λεγει αυτω hο ιηhοσυα • τι θελεισ ποιησω σοι; hο δε τυφλοσ ειπεν αυτω • ραββουνι, hινα αναβλεψω. hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτω • hυπαγε, hη πιστισ σου σεσωκεν σε. και ευθεωσ ανεβλεψεν, και ηκολουθει αυτω εν τη hοδω.

11

και hοτε εγγιζουσιν εισ hιεροσολυμα, εισ βηθφαγη και βηθανιαν, προσ το οροσ των ελαιων, αποστελλει δυο των μαθητων αυτου και λεγει αυτοισ • hυπαγετε εισ την κωμην την κατεναντι hυμων, και ευθεωσ εισπορευομενοι εισ αυτην hευρησετε πωλον δεδεμενον, εφ hον ουπω ουδεισ ανθρωπων κεκαθικεν • λυσατε αυτον και φερετε. και εαν τισ hυμιν ειπη • τι ποιειτε τουτο; ειπατε hοτι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου χρειαν εχει, και ευθεωσ αυτον αποστελλει hωδε. απηλθον δε και hευρον πωλον δεδεμενον προσ την θυραν εξω επι του αμφοδου, και λυουσιν αυτον. και τινεσ των εκει hεστηκοτων ελεγον αυτοισ • τι ποιειτε λυοντεσ τον πωλον; hοι δε ειπον αυτοισ καθωσ ενετειλατο hο ιηhοσυα • και αφηκαν αυτουσ. και ηγαγον τον πωλον προσ τον ιηhοσυα, και επεβαλον αυτω τα hιματια αυτων, και εκαθισεν επ αυτω. πολλοι δε τα hιματια αυτων εστρωσαν εισ την hοδον, αλλοι δε στοιβαδασ εκοπτον εκ των δενδρων και εστρωννυον εισ την hοδον. και hοι προαγοντεσ και hοι ακολουθουντεσ εκραζον • hωσαννα • ευλογημενοσ hο ερχομενοσ εν ονοματι κυριου • ευλογημενη hη ερχομενη βασιλεια του πατροσ hημων δαυιδ • hωσαννα εν τοισ hυψιστοισ. και εισηλθεν εισ hιεροσολυμα εισ το hιερον • και περιβλεψαμενοσ παντα, οψιασ ηδη ουσησ τησ hωρασ, εξηλθεν εισ βηθανιαν μετα των δωδεκα. και τη επαυριον εξελθοντων αυτων απο βηθανιασ επεινασεν. και ιδων συκην απο μακροθεν εχουσαν φυλλα, ηλθεν ει αρα τι hευρησει εν αυτη, και ελθων επ αυτην ουδεν hευρεν ει μη φυλλα • ου γαρ ην καιροσ συκων. και αποκριθεισ ειπεν αυτη • μηκετι εκ σου εισ τον αιωνα μηδεισ καρπον φαγοι. και ηκουον hοι μαθηται αυτου. και ερχονται εισ hιεροσολυμα. και εισελθων εισ το hιερον ηρξατο εκβαλλειν τουσ πωλουντασ και τουσ αγοραζοντασ εν τω hιερω, και τασ τραπεζασ των κολλυβιστων και τασ καθεδρασ των πωλουντων τασ περιστερασ κατεστρεψεν, και ουκ ηφιεν hινα τισ διενεγκη σκευοσ δια του hιερου. και εδιδασκεν λεγων αυτοισ • ου γεγραπται hοτι hο οικοσ μου οικοσ προσευχησ κληθησεται πασιν τοισ εθνεσιν; hυμεισ δε εποιησατε αυτον σπηλαιον ληστων. και ηκουσαν hοι αρχιερεισ και hοι γραμματεισ, και εζητουν πωσ αυτον απολεσωσιν • εφοβουντο γαρ αυτον, hοτι πασ hο οχλοσ εξεπλησσετο επι τη διδαχη αυτου. και hοτε οψε εγενετο, εξεπορευετο εξω τησ πολεωσ. και πρωι παραπορευομενοι ειδον την συκην εξηραμμενην εκ ριζων. και αναμνησθεισ hο πετροσ λεγει αυτω • ραββι, ιδε hη συκη hην κατηρασω εξηρανται. και αποκριθεισ hο ιηhοσυα λεγει αυτοισ • εχετε πιστιν θεου. αμην λεγω hυμιν hοτι hοσ αν ειπη τω ορει τουτω • αρθητι και βληθητι εισ την θαλασσαν, και μη διακριθη εν τη καρδια αυτου, αλλα πιστευση hοτι hα λεγει γινεται, εσται αυτω hο εαν ειπη. δια τουτο λεγω hυμιν, παντα hοσα προσευχομενοι αιτεισθε, πιστευετε hοτι λαμβανετε, και εσται hυμιν. και hοταν στηκετε προσευχομενοι, αφιετε ει τι εχετε κατα τινοσ, hινα και hο πατηρ hυμων hο εν τοισ ουρανοισ αφη hυμιν τα παραπτωματα hυμων. ει δε hυμεισ ουκ αφιετε, ουδε hο πατηρ hυμων hο εν τοισ ουρανοισ αφησει τα παραπτωματα hυμων. και ερχονται παλιν εισ hιεροσολυμα. και εν τω hιερω περιπατουντοσ αυτου ερχονται προσ αυτον hοι hαρχιερεισ και hοι γραμματεισ και hοι πρεσβυτεροι, και λεγουσιν αυτω • εν ποια εξουσια ταυτα ποιεισ; και τισ σοι την εξουσιαν ταυτην εδωκεν hινα ταυτα ποιησ; hο δε ιηhοσυα αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • επερωτησω hυμασ καγω hενα λογον, και αποκριθητε μοι, και ερω hυμιν εν ποια εξουσια ταυτα ποιω. το βαπτισμα το ιωαννου εξ ουρανου ην η εξ ανθρωπων; αποκριθητε μοι. και διελογιζοντο προσ hεαυτουσ λεγοντεσ • εαν ειπωμεν • εξ ουρανου, ερει • δια τι ουν ουκ επιστευσατε αυτω; αλλα ειπωμεν • εξ ανθρωπων; εφοβουντο τον λαον • hαπαντεσ γαρ ειχον τον ιωαννην hοτι οντωσ προφητησ ην. και αποκριθεντεσ λεγουσιν τω ιηhοσυα • ουκ οιδαμεν. και hο ιηhοσυα λεγει αυτοισ • ουδε εγω λεγω hυμιν εν ποια εξουσια ταυτα ποιω.

12

και ηρξατο αυτοισ εν παραβολαισ λεγειν • αμπελωνα εφυτευσεν ανθρωποσ, και περιεθηκεν φραγμον και ωρυξεν hυποληνιον και ωκοδομησεν πυργον, και εξεδετο αυτον γεωργοισ, και απεδημησεν. και απεστειλεν προσ τουσ γεωργουσ τω καιρω δουλον, hινα παρα των γεωργων λαβη απο του καρπου του αμπελωνοσ • hοι δε λαβοντεσ αυτον εδειραν και απεστειλαν κενον. και παλιν απεστειλεν προσ αυτουσ αλλον δουλον • κακεινον εκεφαλιωσαν και ητιμασαν. και αλλον απεστειλεν • κακεινον απεκτειναν, και πολλουσ αλλουσ, τουσ μεν δεροντεσ, τουσ δε αποκτεννοντεσ. ετι ουν hενα hυιον εχων αγαπητον • απεστειλεν και αυτον προσ αυτουσ εσχατον λεγων hοτι εντραπησονται τον hυιον μου. εκεινοι δε hοι γεωργοι ειπον προσ hεαυτουσ hοτι hουτοσ εστιν hο κληρονομοσ • δευτε αποκτεινωμεν αυτον, και hημων εσται hη κληρονομια. και λαβοντεσ αυτον απεκτειναν, και εξεβαλον αυτον εξω του αμπελωνοσ. τι ουν ποιησει hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh του αμπελωνοσ; ελευσεται και απολεσει τουσ γεωργουσ, και δωσει τον αμπελωνα αλλοισ. ουδε την γραφην ταυτην ανεγνωτε • λιθον hον απεδοκιμασαν hοι οικοδομουντεσ, hουτοσ εγενηθη εισ κεφαλην γωνιασ • παρα κυριου εγενετο hαυτη και εστιν θαυμαστη εν οφθαλμοισ hημων; και εζητουν αυτον κρατησαι • και εφοβηθησαν τον οχλον, εγνωσαν γαρ hοτι προσ αυτουσ την παραβολην ειπεν. και αφεντεσ αυτον απηλθον. και αποστελλουσιν προσ αυτον τινασ των φαρισαιων και των hηρωδιανων, hινα αυτον αγρευσωσιν λογω. hοι δε ελθοντεσ λεγουσιν αυτω • διδασκαλε, οιδαμεν hοτι αληθησ ει και ου μελει σοι περι ουδενοσ • ου γαρ βλεπεισ εισ προσωπον ανθρωπων, αλλ επ αληθειασ την hοδον του θεου διδασκεισ • εξεστιν κηνσον καισαρι δουναι η ου; δωμεν η μη δωμεν; hο δε ειδωσ αυτων την hυποκρισιν ειπεν αυτοισ • τι με πειραζετε; φερετε μοι δηναριον hινα ιδω. hοι δε ηνεγκαν. και λεγει αυτοισ • τινοσ hη εικων hαυτη και η επιγραφη; hοι δε ειπαν αυτω • καισαροσ. και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • αποδοτε τα καισαροσ καισαρι και τα του θεου τω θεω. και εξεθαυμαζον επ αυτω. και ερχονται σαδδουκαιοι προσ αυτον, hοιτινεσ λεγουσιν αναστασιν μη ειναι, και επηρωτησαν αυτον λεγοντεσ • διδασκαλε, μωυσησ εγραψεν hημιν hοτι εαν τινοσ αδελφοσ αποθανη και καταλιπη γυναικα και τεκνα μη αφη, hινα λαβη hο αδελφοσ αυτου την γυναικα αυτου και εξαναστηση σπερμα τω αδελφω αυτου. hεπτα αδελφοι ησαν • και hο πρωτοσ ελαβεν γυναικα, και αποθνησκων ουκ αφηκεν σπερμα • και hο δευτεροσ ελαβεν αυτην και απεθανεν, και ουδε αυτοσ αφηκεν σπερμα • και hο τριτοσ hωσαυτωσ • και ελαβον αυτην hοι hεπτα και ουκ αφηκαν σπερμα. εσχατη παντων απεθανεν και hη γυνη. εν τη αναστασει, hοταν αναστωσιν, τινοσ αυτων εσται γυνη; hοι γαρ hεπτα εσχον αυτην γυναικα. και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • ου δια τουτο πλανασθε μη ειδοτεσ τασ γραφασ μηδε την δυναμιν του θεου; hοταν γαρ εκ νεκρων αναστωσιν, ουτε γαμουσιν ουτε γαμιζονται, αλλ εισιν hωσ αγγελοι εν τοισ ουρανοισ. περι δε των νεκρων, hοτι εγειρονται, ουκ ανεγνωτε εν τη βιβλω μωυσεωσ επι του βατου hωσ ειπεν αυτω hο θεοσ λεγων • εγω hο θεοσ αβραhαμ και hο θεοσ ισαακ και hο θεοσ ιακωβ; ουκ εστιν hο θεοσ νεκρων αλλα ζωντων • hυμεισ ουν πολυ πλανασθε. και προσελθων hεισ των γραμματεων, ακουσασ αυτων συνζητουντων, ειδωσ hοτι καλωσ αυτοισ απεκριθη, επηρωτησεν αυτον • ποια εστιν πρωτη παντων εντολη; hο δε ιηhοσυα απεκριθη αυτω hοτι πρωτη παντων εντολη • ακουε, ισραηλ, κυριοσ hο θεοσ hημων κυριοσ hεισ εστιν, και αγαπησεισ κυριον τον θεον σου εξ hολησ τησ καρδιασ σου και εξ hολησ τησ ψυχησ σου και εξ hολησ τησ διανοιασ σου και εξ hολησ τησ ισχυοσ σου • hαυτη πρωτη εντολη. και δευτερα hομοια hαυτη • αγαπησεισ τον πλησιον σου hωσ σεαυτον. μειζων τουτων αλλη εντολη ουκ εστιν. και ειπεν αυτω hο γραμματευσ • καλωσ, διδασκαλε, επ αληθειασ ειπασ hοτι hεισ εστιν και ουκ εστιν αλλοσ πλην αυτου • και το αγαπαν αυτον εξ hολησ τησ καρδιασ και εξ hολησ τησ συνεσεωσ και εξ hολησ τησ ψυχησ και εξ hολησ τησ ισχυοσ, και το αγαπαν τον πλησιον hωσ hεαυτον πλειον εστιν παντων των hολοκαυτωματων και θυσιων. και hο ιηhοσυα, ιδων αυτον hοτι νουνεχωσ απεκριθη, ειπεν αυτω • ου μακραν ει απο τησ βασιλειασ του θεου. και ουδεισ ουκετι ετολμα αυτον επερωτησαι. και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ελεγεν διδασκων εν τω hιερω • πωσ λεγουσιν hοι γραμματεισ hοτι hο χριστοσ hυιοσ εστιν δαυιδ; αυτοσ γαρ δαυιδ ειπεν εν πνευματι hαγιω • ειπεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh τω κυριω μου • καθου εκ δεξιων μου hεωσ αν θω τουσ εχθρουσ σου hυποποδιον των ποδων σου. αυτοσ ουν δαυιδ λεγει αυτον κυριον, και ποθεν hυιοσ αυτου εστιν; και hο πολυσ οχλοσ ηκουεν αυτου hηδεωσ. και ελεγεν αυτοισ εν τη διδαχη αυτου • βλεπετε απο των γραμματεων των θελοντων εν στολαισ περιπατειν και ασπασμουσ εν ταισ αγοραισ και πρωτοκαθεδριασ εν ταισ συναγωγαισ και πρωτοκλισιασ εν τοισ δειπνοισ • hοι κατεσθιοντεσ τασ οικιασ των χηρων και προφασει μακρα προσευχομενοι • hουτοι λημψονται περισσοτερον κριμα. και καθισασ hο ιηhοσυα κατεναντι του γαζοφυλακιου εθεωρει πωσ hο οχλοσ βαλλει χαλκον εισ το γαζοφυλακιον. και πολλοι πλουσιοι εβαλλον πολλα • και ελθουσα μια χηρα πτωχη εβαλεν λεπτα δυο, hο εστιν κοδραντησ. και προσκαλεσαμενοσ τουσ μαθητασ αυτου ειπεν αυτοισ • αμην λεγω hυμιν hοτι hη χηρα hαυτη hη πτωχη πλειον παντων εβαλεν των βαλλοντων εισ το γαζοφυλακιον • παντεσ γαρ εκ του περισσευοντοσ αυτοισ εβαλον, hαυτη δε εκ τησ hυστερησεωσ αυτησ παντα hοσα ειχεν εβαλεν, hολον τον βιον αυτησ.

13

και εκπορευομενου αυτου εκ του hιερου, λεγει αυτω hεισ των μαθητων αυτου • διδασκαλε, ιδε ποταποι λιθοι και ποταπαι οικοδομαι. και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν αυτω • βλεπεισ ταυτασ τασ μεγαλασ οικοδομασ; ου μη αφεθη λιθοσ επι λιθω, hοσ ου μη καταλυθη. και καθημενου αυτου εισ το οροσ των ελαιων κατεναντι του hιερου, επηρωτων αυτον κατ ιδιαν πετροσ και ιακωβοσ και ιωαννησ και ανδρεασ • ειπε hημιν, ποτε ταυτα εσται, και τι το σημειον hοταν μελλη ταυτα παντα συντελεισθαι; hο δε ιηhοσυα αποκριθεισ αυτοισ ηρξατο λεγειν • βλεπετε μη τισ hυμασ πλανηση • πολλοι γαρ ελευσονται επι τω ονοματι μου λεγοντεσ hοτι εγω ειμι, και πολλουσ πλανησουσιν. hοταν δε ακουσητε πολεμουσ και ακοασ πολεμων, μη θροεισθε • δει γαρ γενεσθαι, αλλ ουπω το τελοσ. εγερθησεται γαρ εθνοσ επι εθνοσ και βασιλεια επι βασιλειαν, και εσονται σεισμοι κατα τοπουσ, και εσονται λιμοι και ταραχαι. αρχαι ωδινων ταυτα. βλεπετε δε hυμεισ hεαυτουσ • παραδωσουσιν γαρ hυμασ εισ συνεδρια και εισ συναγωγασ • δαρησεσθε και επι hηγεμονων και βασιλεων σταθησεσθε hενεκεν εμου, εισ μαρτυριον αυτοισ. και εισ παντα τα εθνη δει πρωτον κηρυχθηναι το ευαγγελιον. hοταν δε αγωσιν hυμασ παραδιδοντεσ, μη προμεριμνατε τι λαλησητε μηδε μελετατε, αλλ hο εαν δοθη hυμιν εν εκεινη τη hωρα, τουτο λαλειτε • ου γαρ εστε hυμεισ hοι λαλουντεσ αλλα το πνευμα το hαγιον. παραδωσει δε αδελφοσ αδελφον εισ θανατον και πατηρ τεκνον, και επαναστησονται τεκνα επι γονεισ και θανατωσουσιν αυτουσ • και εσεσθε μισουμενοι hυπο παντων δια το ονομα μου. hο δε hυπομεινασ εισ τελοσ, hουτοσ σωθησεται. hοταν δε ιδητε το βδελυγμα τησ ερημωσεωσ hεστωσ hοπου ου δει, (hο αναγινωσκων νοειτω), τοτε hοι εν τη ιηhυδαια φευγετωσαν εισ τα ορη, hο δε επι του δωματοσ μη καταβατω εισ την οικιαν μηδε εισελθατω αραι τι εκ τησ οικιασ αυτου, και hο εισ τον αγρον ων μη επιστρεψατω εισ τα οπισω αραι το hιματιον αυτου. ουαι δε ταισ εν γαστρι εχουσαισ και ταισ θηλαζουσαισ εν εκειναισ ταισ hημεραισ. προσευχεσθε δε hινα μη γενηται χειμωνοσ • εσονται γαρ hαι hημεραι εκειναι θλιψισ, hοια ου γεγονεν τοιαυτη απ αρχησ κτισεωσ, hησ εκτισεν hο θεοσ, hεωσ του νυν και ου μη γενηται. και ει μη κυριοσ εκολοβωσεν τασ hημερασ, ουκ αν εσωθη πασα σαρξ • αλλα δια τουσ εκλεκτουσ hουσ εξελεξατο εκολοβωσεν τασ hημερασ. και τοτε εαν τισ hυμιν ειπη • ιδου, hωδε hο χριστοσ, η ιδου, εκει, μη πιστευετε • εγερθησονται γαρ ψευδοχριστοι και ψευδοπροφηται και δωσουσιν σημεια και τερατα προσ το αποπλαναν, ει δυνατον, και τουσ εκλεκτουσ. hυμεισ δε βλεπετε • ιδου, προειρηκα hυμιν παντα. αλλ εν εκειναισ ταισ hημεραισ μετα την θλιψιν εκεινην hο hηλιοσ σκοτισθησεται, και hη σεληνη ου δωσει το φεγγοσ αυτησ, και hοι αστερεσ του ουρανου εσονται εκπιπτοντεσ, και hαι δυναμεισ hαι εν τοισ ουρανοισ σαλευθησονται. και τοτε οψονται τον hυιον του ανθρωπου ερχομενον εν νεφελαισ μετα δυναμεωσ πολλησ και δοξησ. και τοτε αποστελει τουσ αγγελουσ αυτου και επισυναξει τουσ εκλεκτουσ αυτου εκ των τεσσαρων ανεμων απ ακρου γησ hεωσ ακρου ουρανου. απο δε τησ συκησ μαθετε την παραβολην • hοταν ηδη hο κλαδοσ αυτησ hαπαλοσ γενηται και εκφυη τα φυλλα, γινωσκετε hοτι εγγυσ το θεροσ εστιν • hουτωσ και hυμεισ, hοταν ιδητε ταυτα γινομενα, γινωσκετε hοτι εγγυσ εστιν επι θυραισ. αμην λεγω hυμιν hοτι ου μη παρελθη hη γενεα hαυτη μεχρισ hου παντα ταυτα γενηται. hο ουρανοσ και hη γη παρελευσεται, hοι δε λογοι μου ου μη παρελθωσιν. περι δε τησ hημερασ εκεινησ η τησ hωρασ ουδεισ οιδεν, ουδε hοι αγγελοι hοι εν ουρανω ουδε hο hυιοσ, ει μη hο πατηρ. βλεπετε, αγρυπνειτε και προσευχεσθε • ουκ οιδατε γαρ ποτε hο καιροσ εστιν. hωσ ανθρωποσ αποδημοσ αφεισ την οικιαν αυτου και δουσ τοισ δουλοισ αυτου την εξουσιαν, και hεκαστω το εργον αυτου, και τω θυρωρω ενετειλατο hινα γρηγορη. γρηγορειτε ουν • ουκ οιδατε γαρ ποτε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ οικιασ ερχεται, οψε η μεσονυκτιον η αλεκτοροφωνιασ η πρωι, μη ελθων εξαιφνησ hευρη hυμασ καθευδοντασ. hα δε hυμιν λεγω, πασιν λεγω, γρηγορειτε.

14

ην δε το πασχα και τα αζυμα μετα δυο hημερασ. και εζητουν hοι αρχιερεισ και hοι γραμματεισ πωσ αυτον εν δολω κρατησαντεσ αποκτεινωσιν • ελεγον γαρ • μη εν τη hεορτη, μηποτε θορυβοσ εσται του λαου. και οντοσ αυτου εν βηθανια εν τη οικια σιμωνοσ του λεπρου, κατακειμενου αυτου ηλθεν γυνη εχουσα αλαβαστρον μυρου ναρδου πιστικησ πολυτελουσ, και συντριψασα τον αλαβαστρον κατεχεεν αυτου τησ κεφαλησ. ησαν δε τινεσ αγανακτουντεσ προσ hεαυτουσ και λεγοντεσ • εισ τι hη απωλεια hαυτη του μυρου γεγονεν; ηδυνατο γαρ τουτο το μυρον πραθηναι επανω τριακοσιων δηναριων και δοθηναι τοισ πτωχοισ • και ενεβριμωντο αυτη. hο δε ιηhοσυα ειπεν • αφετε αυτην • τι αυτη κοπουσ παρεχετε; καλον εργον ειργασατο εν εμοι. παντοτε γαρ τουσ πτωχουσ εχετε μεθ hεαυτων, και hοταν θελητε δυνασθε αυτουσ ευ ποιησαι, εμε δε ου παντοτε εχετε. hο εσχεν hαυτη εποιησεν • προελαβεν μυρισαι μου το σωμα εισ τον ενταφιασμον. αμην δε λεγω hυμιν, hοπου εαν κηρυχθη το ευαγγελιον τουτο εισ hολον τον κοσμον, και hο εποιησεν hαυτη λαληθησεται εισ μνημοσυνον αυτησ. και ιηhυδασ ισκαριωθ hεισ των δωδεκα απηλθεν προσ τουσ αρχιερεισ hινα παραδω αυτον αυτοισ. hοι δε ακουσαντεσ εχαρησαν και επηγγειλαντο αυτω αργυριον δουναι • και εζητει πωσ αυτον ευκαιρωσ παραδω. και τη πρωτη hημερα των αζυμων, hοτε το πασχα εθυον, λεγουσιν αυτω hοι μαθηται αυτου • που θελεισ απελθοντεσ hετοιμασωμεν hινα φαγησ το πασχα; και αποστελλει δυο των μαθητων αυτου και λεγει αυτοισ • hυπαγετε εισ την πολιν, και απαντησει hυμιν ανθρωποσ κεραμιον hυδατοσ βασταζων • ακολουθησατε αυτω και hοπου εαν εισελθη ειπατε τω οικοδεσποτη hοτι hο διδασκαλοσ λεγει • που εστιν το καταλυμα μου, hοπου το πασχα μετα των μαθητων μου φαγω; και αυτοσ hυμιν δειξει αναγαιον μεγα εστρωμενον hετοιμον • εκει hετοιμασατε hημιν. και εξηλθον hοι μαθηται αυτου και ηλθον εισ την πολιν και hευρον καθωσ ειπεν αυτοισ, και hητοιμασαν το πασχα. και οψιασ γενομενησ ερχεται μετα των δωδεκα. και ανακειμενων αυτων και εσθιοντων ειπεν hο ιηhοσυα • αμην λεγω hυμιν hοτι hεισ εξ hυμων παραδωσει με, hο εσθιων μετ εμου. hοι δε ηρξαντο λυπεισθαι και λεγειν αυτω hεισ καθ hεισ • μητι εγω; και αλλοσ • μητι εγω; hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • hεισ εκ των δωδεκα, hο εμβαπτομενοσ μετ εμου εισ το τρυβλιον. hο μεν hυιοσ του ανθρωπου hυπαγει καθωσ γεγραπται περι αυτου • ουαι δε τω ανθρωπω εκεινω δι hου hο hυιοσ του ανθρωπου παραδιδοται • καλον ην αυτω ει ουκ εγενηθη hο ανθρωποσ εκεινοσ. και εσθιοντων αυτων λαβων hο ιηhοσυα αρτον ευλογησασ εκλασεν και εδωκεν αυτοισ και ειπεν • λαβετε • τουτο εστιν το σωμα μου. και λαβων το ποτηριον ευχαριστησασ εδωκεν αυτοισ, και επιον εξ αυτου παντεσ. και ειπεν αυτοισ • τουτο εστιν το hαιμα μου το τησ καινησ διαθηκησ το περι πολλων εκχυννομενον. αμην λεγω hυμιν hοτι ουκετι ου μη πιω εκ του γενηματοσ τησ αμπελου hεωσ τησ hημερασ εκεινησ hοταν αυτο πινω καινον εν τη βασιλεια του θεου. και hυμνησαντεσ εξηλθον εισ το οροσ των ελαιων. και λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα hοτι παντεσ σκανδαλισθησεσθε, hοτι γεγραπται • παταξω τον ποιμενα, και διασκορπισθησονται τα προβατα. αλλα μετα το εγερθηναι με προαξω hυμασ εισ την γαλιλαιαν. hο δε πετροσ εφη αυτω • και ει παντεσ σκανδαλισθησονται, αλλ ουκ εγω. και λεγει αυτω hο ιηhοσυα • αμην λεγω σοι hοτι συ σημερον εν τη νυκτι ταυτη πριν η δισ αλεκτορα φωνησαι τρισ απαρνηση με. hο δε εκ περισσου ελεγεν μαλλον • εαν με δεη συναποθανειν σοι, ου μη σε απαρνησομαι. hωσαυτωσ δε και παντεσ ελεγον. και ερχονται εισ χωριον hου το ονομα γεθσημανει, και λεγει τοισ μαθηταισ αυτου • καθισατε hωδε hεωσ προσευξωμαι. και παραλαμβανει τον πετρον και ιακωβον και ιωαννην μεθ hεαυτου, και ηρξατο εκθαμβεισθαι και αδημονειν, και λεγει αυτοισ • περιλυποσ εστιν hη ψυχη μου hεωσ θανατου • μεινατε hωδε και γρηγορειτε. και προελθων μικρον επεσεν επι τησ γησ, και προσηυχετο hινα ει δυνατον εστιν παρελθη απ αυτου hη hωρα, και ελεγεν • αββα hο πατηρ, παντα δυνατα σοι • παρενεγκε το ποτηριον τουτο απ εμου • αλλ ου τι εγω θελω αλλα τι συ. και ερχεται και hευρισκει αυτουσ καθευδοντασ, και λεγει τω πετρω • σιμων, καθευδεισ; ουκ ισχυσασ μιαν hωραν γρηγορησαι; γρηγορειτε και προσευχεσθε, hινα μη εισελθητε εισ πειρασμον • το μεν πνευμα προθυμον, hη δε σαρξ ασθενησ. και παλιν απελθων προσηυξατο τον αυτον λογον ειπων. και hυποστρεψασ hευρεν αυτουσ παλιν καθευδοντασ, ησαν γαρ hοι οφθαλμοι αυτων καταβαρυνομενοι, και ουκ ηδεισαν τι αποκριθωσιν αυτω. και ερχεται το τριτον και λεγει αυτοισ • καθευδετε λοιπον και αναπαυεσθε • απεχει • ηλθεν hη hωρα, ιδου παραδιδοται hο hυιοσ του ανθρωπου εισ τασ χειρασ των hαμαρτωλων. εγειρεσθε, αγωμεν • ιδου hο παραδιδουσ με ηγγικεν. και ευθεωσ ετι αυτου λαλουντοσ παραγινεται ιηhυδασ hεισ των δωδεκα, και μετ αυτου οχλοσ πολυσ μετα μαχαιρων και ξυλων παρα των αρχιερεων και των γραμματεων και των πρεσβυτερων. δεδωκει δε hο παραδιδουσ αυτον συσσημον αυτοισ λεγων • hον αν φιλησω, αυτοσ εστιν • κρατησατε αυτον και απαγαγετε ασφαλωσ. και ελθων ευθεωσ προσελθων αυτω λεγει • ραββει ραββει, και κατεφιλησεν αυτον • hοι δε επεβαλον τασ χειρασ αυτω και εκρατησαν αυτον. hεισ δε τισ των παρεστηκοτων σπασαμενοσ την μαχαιραν επαισεν τον δουλον του αρχιερεωσ και αφειλεν αυτου το ωτιον. και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • hωσ επι ληστην εξηλθατε μετα μαχαιρων και ξυλων συλλαβειν με; καθ hημεραν ημην προσ hυμασ εν τω hιερω διδασκων, και ουκ εκρατησατε με • αλλ hινα πληρωθωσιν hαι γραφαι. και αφεντεσ αυτον παντεσ εφυγον. και hεισ τισ νεανισκοσ ηκολουθησεν αυτω περιβεβλημενοσ σινδονα επι γυμνου, και κρατουσιν αυτον • hο δε καταλιπων την σινδονα γυμνοσ εφυγεν απ αυτων. και απηγαγον τον ιηhοσυα προσ τον αρχιερεα, και συνερχονται αυτω παντεσ hοι αρχιερεισ και hοι πρεσβυτεροι και hοι γραμματεισ. και hο πετροσ απο μακροθεν ηκολουθησεν αυτω hεωσ εσω εισ την αυλην του αρχιερεωσ, και ην συγκαθημενοσ μετα των hυπηρετων και θερμαινομενοσ προσ το φωσ. hοι δε αρχιερεισ και hολον το συνεδριον εζητουν κατα του ιηhοσυα μαρτυριαν εισ το θανατωσαι αυτον, και ουχ hευρισκον • πολλοι γαρ εψευδομαρτυρουν κατ αυτου, και ισαι hαι μαρτυριαι ουκ ησαν. και τινεσ ανασταντεσ εψευδομαρτυρουν κατ αυτου λεγοντεσ hοτι hημεισ ηκουσαμεν αυτου λεγοντοσ hοτι εγω καταλυσω τον ναον τουτον τον χειροποιητον και δια τριων hημερων αλλον αχειροποιητον οικοδομησω. και ουδε hουτωσ ιση ην hη μαρτυρια αυτων. και αναστασ hο αρχιερευσ εισ μεσον επηρωτησεν τον ιηhοσυα λεγων • ουκ αποκρινη ουδεν; τι hουτοι σου καταμαρτυρουσιν; hο δε εσιωπα και ουδεν απεκρινατο. παλιν hο αρχιερευσ επηρωτα αυτον και λεγει αυτω • συ ει hο χριστοσ hο hυιοσ του ευλογητου; hο δε ιηhοσυα ειπεν • εγω ειμι, και οψεσθε τον hυιον του ανθρωπου εκ δεξιων καθημενον τησ δυναμεωσ και ερχομενον μετα των νεφελων του ουρανου. hο δε αρχιερευσ διαρρηξασ τουσ χιτωνασ αυτου λεγει • τι ετι χρειαν εχομεν μαρτυρων; ηκουσατε τησ βλασφημιασ • τι hυμιν φαινεται; hοι δε παντεσ κατεκριναν αυτον ειναι ενοχον θανατου. και ηρξαντο τινεσ εμπτυειν αυτω και περικαλυπτειν το προσωπον αυτου και κολαφιζειν αυτον και λεγειν αυτω • προφητευσον, και hοι hυπηρεται ραπισμασιν αυτον εβαλλον. και οντοσ του πετρου εν τη αυλη κατω ερχεται μια των παιδισκων του αρχιερεωσ, και ιδουσα τον πετρον θερμαινομενον εμβλεψασα αυτω λεγει • και συ μετα του ναζαρηνου ιηhοσυα ησθα. hο δε ηρνησατο λεγων • ουκ οιδα ουδε επισταμαι τι συ λεγεισ. και εξηλθεν εξω εισ το προαυλιον, και αλεκτωρ εφωνησεν. και hη παιδισκη ιδουσα αυτον παλιν ηρξατο λεγειν τοισ παρεστηκοσιν hοτι hουτοσ εξ αυτων εστιν. hο δε παλιν ηρνειτο. και μετα μικρον παλιν hοι παρεστωτεσ ελεγον τω πετρω • αληθωσ εξ αυτων ει • και γαρ γαλιλαιοσ ει. hο δε ηρξατο αναθεματιζειν και ομνυναι hοτι ουκ οιδα τον ανθρωπον τουτον hον λεγετε. και εκ δευτερου αλεκτωρ εφωνησεν. και ανεμνησθη hο πετροσ το ρημα hωσ ειπεν αυτω hο ιηhοσυα hοτι πριν αλεκτορα φωνησαι δισ απαρνηση με τρισ • και επιβαλων εκλαιεν.

15

και ευθεωσ επι το πρωι συμβουλιον ποιησαντεσ hοι αρχιερεισ μετα των πρεσβυτερων και γραμματεων και hολον το συνεδριον, δησαντεσ τον ιηhοσυα απηνεγκαν και παρεδωκαν τω πειλατω. και επηρωτησεν αυτον hο πειλατοσ • συ ει hο βασιλευσ των ιηhυδαιων; hο δε αποκριθεισ ειπεν αυτω • συ λεγεισ. και κατηγορουν αυτου hοι αρχιερεισ πολλα. hο δε πειλατοσ παλιν επηρωτησεν αυτον λεγων • ουκ αποκρινη ουδεν; ιδε ποσα σου καταμαρτυρουσιν. hο δε ιηhοσυα ουκετι ουδεν απεκριθη, hωστε θαυμαζειν τον πειλατον. κατα δε hεορτην απελυεν αυτοισ hενα δεσμιον hονπερ ητουντο. ην δε hο λεγομενοσ βαραββασ μετα των συνστασιαστων δεδεμενοσ, hοιτινεσ εν τη στασει φονον πεποιηκεισαν. και αναβοησασ hο οχλοσ ηρξατο αιτεισθαι καθωσ αει εποιει αυτοισ. hο δε πειλατοσ απεκριθη αυτοισ λεγων • θελετε απολυσω hυμιν τον βασιλεα των ιηhυδαιων; εγινωσκεν γαρ hοτι δια φθονον παραδεδωκεισαν αυτον hοι αρχιερεισ. hοι δε αρχιερεισ ανεσεισαν τον οχλον hινα μαλλον τον βαραββαν απολυση αυτοισ. hο δε πειλατοσ αποκριθεισ παλιν ειπεν αυτοισ • τι ουν θελετε ποιησω hον λεγετε τον βασιλεα των ιηhυδαιων; hοι δε παλιν εκραξαν • σταυρωσον αυτον. hο δε πειλατοσ ελεγεν αυτοισ • τι γαρ κακον εποιησεν; hοι δε περισσωσ εκραξαν • σταυρωσον αυτον. hο δε πειλατοσ βουλομενοσ τω οχλω το hικανον ποιησαι απελυσεν αυτοισ τον βαραββαν, και παρεδωκεν τον ιηhοσυα φραγελλωσασ hινα σταυρωθη. hοι δε στρατιωται απηγαγον αυτον εσω τησ αυλησ, hο εστιν πραιτωριον, και συγκαλουσιν hολην την σπειραν. και ενδυουσιν αυτον πορφυραν και περιτιθεασιν αυτω πλεξαντεσ ακανθινον στεφανον • και ηρξαντο ασπαζεσθαι αυτον • χαιρε, hο βασιλευσ των ιηhυδαιων • και ετυπτον αυτου την κεφαλην καλαμω και ενεπτυον αυτω, και τιθεντεσ τα γονατα προσεκυνουν αυτω. και hοτε ενεπαιξαν αυτω, εξεδυσαν αυτον την πορφυραν και ενεδυσαν αυτον τα hιματια τα ιδια. και εξαγουσιν αυτον hινα σταυρωσουσιν αυτον. και αγγαρευουσιν παραγοντα τινα σιμωνα κυρηναιον, ερχομενον απ αγρου, τον πατερα αλεξανδρου και ρουφου, hινα αρη τον σταυρον αυτου. και φερουσιν αυτον επι γολγοθα τοπον, hο εστιν μεθερμηνευομενον κρανιου τοποσ. και εδιδουν αυτω πιειν εσμυρνισμενον οινον • hο δε ουκ ελαβεν. και σταυρωσαντεσ αυτον διαμεριζονται τα hιματια αυτου, βαλλοντεσ κληρον επ αυτα τισ τι αρη. ην δε hωρα τριτη και εσταυρωσαν αυτον. και ην hη επιγραφη τησ αιτιασ αυτου επιγεγραμμενη • hο βασιλευσ των ιηhυδαιων. και συν αυτω σταυρουσιν δυο ληστασ, hενα εκ δεξιων και hενα εξ ευωνυμων αυτου. [και επληρωθη hη γραφη hη λεγουσα • και μετα ανομων ελογισθη]. και hοι παραπορευομενοι εβλασφημουν αυτον κινουντεσ τασ κεφαλασ αυτων και λεγοντεσ • ουα hο καταλυων τον ναον και εν τρισιν hημεραισ οικοδομων, σωσον σεαυτον και καταβα απο του σταυρου. hομοιωσ και hοι αρχιερεισ εμπαιζοντεσ προσ αλληλουσ μετα των γραμματεων ελεγον • αλλουσ εσωσεν, hεαυτον ου δυναται σωσαι • hο χριστοσ hο βασιλευσ του ισραηλ, καταβατω νυν απο του σταυρου, hινα ιδωμεν και πιστευσωμεν. και hοι συνεσταυρωμενοι αυτω ωνειδιζον αυτον. γενομενησ δε hωρασ hεκτησ σκοτοσ εγενετο εφ hολην την γην hεωσ hωρασ ενατησ. και τη hωρα τη ενατη εβοησεν hο ιηhοσυα φωνη μεγαλη λεγων • hελωι hελωι λαμα σαβαχθανει; hο εστιν μεθερμηνευομενον • hο θεοσ μου hο θεοσ μου, εισ τι με εγκατελιπεσ; και τινεσ των παρεστηκοτων ακουσαντεσ ελεγον • ιδου, hηλιαν φωνει. δραμων δε hεισ και γεμισασ σπογγον οξουσ περιθεισ τε καλαμω εποτιζεν αυτον, λεγων • αφετε ιδωμεν ει ερχεται hηλιασ καθελειν αυτον. hο δε ιηhοσυα αφεισ φωνην μεγαλην εξεπνευσεν. και το καταπετασμα του ναου εσχισθη εισ δυο απο ανωθεν hεωσ κατω. ιδων δε hο κεντυριων hο παρεστηκωσ εξ εναντιασ αυτου hοτι hουτωσ κραξασ εξεπνευσεν, ειπεν • αληθωσ hο ανθρωποσ hουτοσ hυιοσ ην θεου. ησαν δε και γυναικεσ απο μακροθεν θεωρουσαι, εν hαισ ην και μαρια hη μαγδαληνη και μαρια hη του ιακωβου του μικρου και ιωση μητηρ και σαλωμη, hαι hοτε ην εν τη γαλιλαια ηκολουθουν αυτω και διηκονουν αυτω, και αλλαι πολλαι hαι συναναβασαι αυτω εισ hιεροσολυμα. και ηδη οψιασ γενομενησ, επει ην παρασκευη, hο εστιν προσαββατον, ελθων ιωσηφ hο απο hαριμαθαιασ, ευσχημων βουλευτησ, hοσ και αυτοσ ην προσδεχομενοσ την βασιλειαν του θεου, τολμησασ εισηλθεν προσ πειλατον και ητησατο το σωμα του ιηhοσυα. hο δε πειλατοσ εθαυμασεν ει ηδη τεθνηκεν, και προσκαλεσαμενοσ τον κεντυριωνα επηρωτησεν αυτον ει παλαι απεθανεν • και γνουσ απο του κεντυριωνοσ εδωρησατο το σωμα τω ιωσηφ. και αγορασασ σινδονα, καθελων αυτον ενειλησεν τη σινδονι και κατεθηκεν αυτον εν μνημειω hο ην λελατομημενον εκ πετρασ, και προσεκυλισεν λιθον επι την θυραν του μνημειου. hη δε μαρια hη μαγδαληνη και μαρια hη ιωση εθεωρουν που τεθειται.

16

και διαγενομενου του σαββατου μαρια hη μαγδαληνη και μαρια hη του ιακωβου και σαλωμη ηγορασαν αρωματα, hινα ελθουσαι αλειψωσιν αυτον. και λιαν πρωι τησ μιασ σαββατων ερχονται επι το μνημειον, ανατειλαντοσ του hηλιου. και ελεγον προσ hεαυτασ • τισ αποκυλισει hημιν τον λιθον εκ τησ θυρασ του μνημειου; και αναβλεψασαι θεωρουσιν hοτι αποκεκυλισται hο λιθοσ • ην γαρ μεγασ σφοδρα. και εισελθουσαι εισ το μνημειον ιδον νεανισκον καθημενον εν τοισ δεξιοισ περιβεβλημενον στολην λευκην, και εξεθαμβηθησαν. hο δε λεγει αυταισ • μη εκθαμβεισθε • ιηhοσυα ζητειτε τον ναζαρηνον τον εσταυρωμενον • ηγερθη, ουκ εστιν hωδε • ιδε hο τοποσ hοπου εθηκαν αυτον. αλλα hυπαγετε ειπατε τοισ μαθηταισ αυτου και τω πετρω hοτι προαγει hυμασ εισ την γαλιλαιαν • εκει αυτον οψεσθε, καθωσ ειπεν hυμιν. και εξελθουσαι εφυγον απο του μνημειου. ειχεν δε αυτασ τρομοσ και εκστασισ • και ουδενι ουδεν ειπον • εφοβουντο γαρ. αναστασ δε πρωι πρωτη σαββατου εφανη πρωτον μαρια τη μαγδαληνη, αφ hησ εκβεβληκει hεπτα δαιμονια. εκεινη πορευθεισα απηγγειλεν τοισ μετ αυτου γενομενοισ, πενθουσιν και κλαιουσιν. κακεινοι ακουσαντεσ hοτι ζη και εθεαθη hυπ αυτησ ηπιστησαν. μετα δε ταυτα δυσιν εξ αυτων περιπατουσιν εφανερωθη εν hετερα μορφη, πορευομενοισ εισ αγρον. κακεινοι απελθοντεσ απηγγειλαν τοισ λοιποισ • ουδε εκεινοισ επιστευσαν. hυστερον ανακειμενοισ αυτοισ τοισ hενδεκα εφανερωθη, και ωνειδισεν την απιστιαν αυτων και σκληροκαρδιαν, hοτι τοισ θεασαμενοισ αυτον εγηγερμενον ουκ επιστευσαν. και ειπεν αυτοισ • πορευθεντεσ εισ τον κοσμον hαπαντα κηρυξατε το ευαγγελιον παση τη κτισει. hο πιστευσασ και βαπτισθεισ σωθησεται, hο δε απιστησασ κατακριθησεται. σημεια δε τοισ πιστευσασιν ταυτα παρακολουθησει • εν τω ονοματι μου δαιμονια εκβαλουσιν, γλωσσαισ λαλησουσιν καιναισ, οφεισ αρουσιν, καν θανασιμον τι πιωσιν ου μη αυτουσ βλαψη, επι αρρωστουσ χειρασ επιθησουσιν και καλωσ hεξουσιν. hο μεν ουν κυριοσ μετα το λαλησαι αυτοισ ανελημφθη εισ τον ουρανον και εκαθισεν εκ δεξιων του θεου. εκεινοι δε εξελθοντεσ εκηρυξαν πανταχου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh συνεργουντοσ και τον λογον βεβαιουντοσ δια των επακολουθουντων σημειων.

ιηhοσυα κατα λουκαν

1

επειδηπερ πολλοι επεχειρησαν αναταξασθαι διηγησιν περι των πεπληροφορημενων εν hημιν πραγματων, καθωσ παρεδοσαν hημιν hοι απ αρχησ αυτοπται και hυπηρεται γενομενοι του λογου, εδοξε καμοι παρηκολουθηκοτι ανωθεν πασιν ακριβωσ καθεξησ σοι γραψαι, κρατιστε θεοφιλε, hινα επιγνωσ περι hων κατηχηθησ λογων την ασφαλειαν. εγενετο εν ταισ hημεραισ hηρωδου του βασιλεωσ τησ ιηhυδαιασ hιερευσ τισ ονοματι ζαχαριασ εξ εφημεριασ αβια • και hη γυνη αυτου εκ των θυγατερων ααρων, και το ονομα αυτησ ελισαβετ. ησαν δε δικαιοι αμφοτεροι ενωπιον του θεου, πορευομενοι εν πασαισ ταισ εντολαισ και δικαιωμασιν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αμεμπτοι. και ουκ ην αυτοισ τεκνον, καθοτι hη ελισαβετ ην στειρα, και αμφοτεροι προβεβηκοτεσ εν ταισ hημεραισ αυτων ησαν. εγενετο δε εν τω hιερατευειν αυτον εν τη ταξει τησ εφημεριασ αυτου εναντι του θεου, κατα το εθοσ τησ hιερατειασ ελαχεν του θυμιασαι εισελθων εισ τον ναον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και παν το πληθοσ ην του λαου προσευχομενον εξω τη hωρα του θυμιαματοσ. ωφθη δε αυτω αγγελοσ κυριου hεστωσ εκ δεξιων του θυσιαστηριου του θυμιαματοσ. και εταραχθη ζαχαριασ ιδων, και φοβοσ επεπεσεν επ αυτον. ειπεν δε προσ αυτον hο αγγελοσ • μη φοβου, ζαχαρια, διοτι εισηκουσθη hη δεησισ σου, και hη γυνη σου ελισαβετ γεννησει hυιον σοι, και καλεσεισ το ονομα αυτου ιωαννην. και εσται χαρα σοι και αγαλλιασισ, και πολλοι επι τη γενεσει αυτου χαρησονται. εσται γαρ μεγασ ενωπιον κυριου, και οινον και σικερα ου μη πιη, και πνευματοσ hαγιου πλησθησεται ετι εκ κοιλιασ μητροσ αυτου, και πολλουσ των hυιων ισραηλ επιστρεψει επι κυριον τον θεον αυτων. και αυτοσ προελευσεται ενωπιον αυτου εν πνευματι και δυναμει hηλιου, επιστρεψαι καρδιασ πατερων επι τεκνα και απειθεισ εν φρονησει δικαιων, hετοιμασαι κυριω λαον κατεσκευασμενον. και ειπεν ζαχαριασ προσ τον αγγελον • κατα τι γνωσομαι τουτο; εγω γαρ ειμι πρεσβυτησ και hη γυνη μου προβεβηκυια εν ταισ hημεραισ αυτησ. και αποκριθεισ hο αγγελοσ ειπεν αυτω • εγω ειμι γαβριηλ hο παρεστηκωσ ενωπιον του θεου, και απεσταλην λαλησαι προσ σε και ευαγγελισασθαι σοι ταυτα • και ιδου εση σιωπων και μη δυναμενοσ λαλησαι αχρι hησ hημερασ γενηται ταυτα, ανθ hων ουκ επιστευσασ τοισ λογοισ μου, hοιτινεσ πληρωθησονται εισ τον καιρον αυτων. και ην hο λαοσ προσδοκων τον ζαχαριαν, και εθαυμαζον εν τω χρονιζειν αυτον εν τω ναω. εξελθων δε ουκ εδυνατο λαλησαι αυτοισ, και επεγνωσαν hοτι οπτασιαν hεωρακεν εν τω ναω • και αυτοσ ην διανευων αυτοισ, και διεμενεν κωφοσ. και εγενετο hωσ επλησθησαν hαι hημεραι τησ λειτουργιασ αυτου, απηλθεν εισ τον οικον αυτου. μετα δε ταυτασ τασ hημερασ συνελαβεν ελισαβετ hη γυνη αυτου, και περιεκρυβεν hεαυτην μηνασ πεντε, λεγουσα hοτι hουτωσ μοι πεποιηκεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εν hημεραισ hαισ επειδεν αφελειν το ονειδοσ μου εν ανθρωποισ. εν δε τω μηνι τω hεκτω απεσταλη hο αγγελοσ γαβριηλ hυπο του θεου εισ πολιν τησ γαλιλαιασ hη ονομα ναζαρεθ, προσ παρθενον εμνηστευμενην ανδρι hω ονομα ιωσηφ, εξ οικου δαυιδ, και το ονομα τησ παρθενου μαριαμ. και εισελθων hο αγγελοσ προσ αυτην ειπεν • χαιρε κεχαριτωμενη, hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh μετα σου, ευλογημενη συ εν γυναιξιν. hη δε ιδουσα διεταραχθη επι τω λογω αυτου, και διελογιζετο ποταποσ ειη hο ασπασμοσ hουτοσ. και ειπεν hο αγγελοσ αυτη • μη φοβου, μαριαμ, hευρεσ γαρ χαριν παρα τω θεω. και ιδου συλλημψη εν γαστρι και τεξη hυιον, και καλεσεισ το ονομα αυτου ιηhοσυα. hουτοσ εσται μεγασ και hυιοσ hυψιστου κληθησεται, και δωσει αυτω κυριοσ hο θεοσ τον θρονον δαυιδ του πατροσ αυτου, και βασιλευσει επι τον οικον ιακωβ εισ τουσ αιωνασ, και τησ βασιλειασ αυτου ουκ εσται τελοσ. ειπεν δε μαριαμ προσ τον αγγελον • πωσ εσται τουτο, επει ανδρα ου γινωσκω; και αποκριθεισ hο αγγελοσ ειπεν αυτη • πνευμα hαγιον επελευσεται επι σε, και δυναμισ hυψιστου επισκιασει σοι • διο και το γεννωμενον hαγιον κληθησεται hυιοσ θεου. και ιδου ελισαβετ hη συγγενησ σου και αυτη συνειληφυια hυιον εν γηρει αυτησ, και hουτοσ μην hεκτοσ εστιν αυτη τη καλουμενη στειρα • hοτι ουκ αδυνατησει παρα του θεου παν ρημα. ειπεν δε μαριαμ • ιδου hη δουλη κυριου • γενοιτο μοι κατα το ρημα σου. και απηλθεν απ αυτησ hο αγγελοσ. αναστασα δε μαριαμ εν ταισ hημεραισ ταυταισ επορευθη εισ την ορεινην μετα σπουδησ εισ πολιν ιηhυδα, και εισηλθεν εισ τον οικον ζαχαριου και ησπασατο την ελισαβετ. και εγενετο hωσ ηκουσεν hη ελισαβετ τον ασπασμον τησ μαριασ, εσκιρτησεν το βρεφοσ εν τη κοιλια αυτησ • και επλησθη πνευματοσ hαγιου hη ελισαβετ, και ανεφωνησεν φωνη μεγαλη και ειπεν • ευλογημενη συ εν γυναιξιν, και ευλογημενοσ hο καρποσ τησ κοιλιασ σου. και ποθεν μοι τουτο hινα ελθη hη μητηρ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου προσ με; ιδου γαρ hωσ εγενετο hη φωνη του ασπασμου σου εισ τα ωτα μου, εσκιρτησεν το βρεφοσ εν αγαλλιασει εν τη κοιλια μου. και μακαρια hη πιστευσασα hοτι εσται τελειωσισ τοισ λελαλημενοισ αυτη παρα κυριου. και ειπεν μαριαμ • μεγαλυνει hη ψυχη μου τον κυριον, και ηγαλλιασεν το πνευμα μου επι τω θεω τω σωτηρι μου, hοτι επεβλεψεν επι την ταπεινωσιν τησ δουλησ αυτου • ιδου γαρ απο του νυν μακαριουσιν με πασαι hαι γενεαι, hοτι εποιησεν μοι μεγαλα hο δυνατοσ, και hαγιον το ονομα αυτου • και το ελεοσ αυτου εισ γενεασ γενεων τοισ φοβουμενοισ αυτον. εποιησεν κρατοσ εν βραχιονι αυτου, διεσκορπισεν hυπερηφανουσ διανοια καρδιασ αυτων • καθειλεν δυναστασ απο θρονων και hυψωσεν ταπεινουσ, πεινωντασ ενεπλησεν αγαθων και πλουτουντασ εξαπεστειλεν κενουσ. αντελαβετο ισραηλ παιδοσ αυτου, μνησθηναι ελεουσ (καθωσ ελαλησεν προσ τουσ πατερασ hημων) τω αβραhαμ και τω σπερματι αυτου εισ τον αιωνα. εμεινεν δε μαριαμ συν αυτη hωσει μηνασ τρεισ, και hυπεστρεψεν εισ τον οικον αυτησ. τη δε ελισαβετ επλησθη hο χρονοσ του τεκειν αυτην, και εγεννησεν hυιον. και ηκουσαν hοι περιοικοι και hοι συγγενεισ αυτησ hοτι εμεγαλυνεν κυριοσ το ελεοσ αυτου μετ αυτησ, και συνεχαιρον αυτη. και εγενετο εν τη ογδοη hημερα ηλθον περιτεμειν το παιδιον, και εκαλουν αυτο επι τω ονοματι του πατροσ αυτου ζαχαριαν. και αποκριθεισα hη μητηρ αυτου ειπεν • ουχι, αλλα κληθησεται ιωαννησ. και ειπον προσ αυτην hοτι ουδεισ εστιν εν τη συγγενεια σου hοσ καλειται τω ονοματι τουτω. ενενευον δε τω πατρι αυτου το τι αν θελοι καλεισθαι αυτον. και αιτησασ πινακιδιον εγραψεν λεγων • ιωαννησ εστιν το ονομα αυτου. και εθαυμασαν παντεσ. ανεωχθη δε το στομα αυτου παραχρημα και hη γλωσσα αυτου, και ελαλει ευλογων τον θεον. και εγενετο επι παντασ φοβοσ τουσ περιοικουντασ αυτουσ, και εν hολη τη ορεινη τησ ιηhυδαιασ διελαλειτο παντα τα ρηματα ταυτα, και εθεντο παντεσ hοι ακουσαντεσ εν τη καρδια αυτων, λεγοντεσ • τι αρα το παιδιον τουτο εσται; και χειρ κυριου ην μετ αυτου. και ζαχαριασ hο πατηρ αυτου επλησθη πνευματοσ hαγιου και επροφητευσεν λεγων • ευλογητοσ κυριοσ hο θεοσ του ισραηλ, hοτι επεσκεψατο και εποιησεν λυτρωσιν τω λαω αυτου, και ηγειρεν κερασ σωτηριασ hημιν εν τω οικω δαυιδ του παιδοσ αυτου, καθωσ ελαλησεν δια στοματοσ των hαγιων των απ αιωνοσ προφητων αυτου, σωτηριαν εξ εχθρων hημων και εκ χειροσ παντων των μισουντων hημασ, ποιησαι ελεοσ μετα των πατερων hημων και μνησθηναι διαθηκησ hαγιασ αυτου, hορκον hον ωμοσεν προσ αβραhαμ τον πατερα hημων, του δουναι hημιν αφοβωσ εκ χειροσ των εχθρων hημων ρυσθεντασ λατρευειν αυτω εν hοσιοτητι και δικαιοσυνη ενωπιον αυτου πασασ τασ hημερασ hημων. και συ παιδιον προφητησ hυψιστου κληθηση • προπορευση γαρ προ προσωπου κυριου hετοιμασαι hοδουσ αυτου, του δουναι γνωσιν σωτηριασ τω λαω αυτου εν αφεσει hαμαρτιων αυτων δια σπλαγχνα ελεουσ θεου hημων, εν hοισ επεσκεψατο hημασ ανατολη εξ hυψουσ επιφαναι τοισ εν σκοτει και σκια θανατου καθημενοισ, του κατευθυναι τουσ ποδασ hημων εισ hοδον ειρηνησ. το δε παιδιον ηυξανεν και εκραταιουτο πνευματι, και ην εν ταισ ερημοισ hεωσ hημερασ αναδειξεωσ αυτου προσ τον ισραηλ.

2

εγενετο δε εν ταισ hημεραισ εκειναισ εξηλθεν δογμα παρα καισαροσ αυγουστου απογραφεσθαι πασαν την οικουμενην. (hαυτη hη απογραφη πρωτη εγενετο hηγεμονευοντοσ τησ συριασ κυρηνιου.) και επορευοντο παντεσ απογραφεσθαι, hεκαστοσ εισ την ιδιαν πολιν. ανεβη δε και ιωσηφ απο τησ γαλιλαιασ εκ πολεωσ ναζαρεθ εισ την ιηhυδαιαν εισ πολιν δαυιδ hητισ καλειται βηθλεεμ, δια το ειναι αυτον εξ οικου και πατριασ δαυιδ, απογραψασθαι συν μαριαμ τη εμνηστευμενη αυτω γυναικι, ουση εγκυω. εγενετο δε εν τω ειναι αυτουσ εκει επλησθησαν hαι hημεραι του τεκειν αυτην, και ετεκεν τον hυιον αυτησ τον πρωτοτοκον, και εσπαργανωσεν αυτον και ανεκλινεν αυτον εν τη φατνη, διοτι ουκ ην αυτοισ τοποσ εν τω καταλυματι. και ποιμενεσ ησαν εν τη χωρα τη αυτη αγραυλουντεσ και φυλασσοντεσ φυλακασ τησ νυκτοσ επι την ποιμνην αυτων. και ιδου αγγελοσ κυριου επεστη αυτοισ και δοξα κυριου περιελαμψεν αυτουσ, και εφοβηθησαν φοβον μεγαν. και ειπεν αυτοισ hο αγγελοσ • μη φοβεισθε, ιδου γαρ ευαγγελιζομαι hυμιν χαραν μεγαλην, hητισ εσται παντι τω λαω, hοτι ετεχθη hυμιν σημερον σωτηρ, hοσ εστιν χριστοσ κυριοσ, εν πολει δαυιδ. και τουτο hυμιν το σημειον, hευρησετε βρεφοσ εσπαργανωμενον και κειμενον εν φατνη. και εξαιφνησ εγενετο συν τω αγγελω πληθοσ στρατιασ ουρανιου αινουντων τον θεον και λεγοντων • δοξα εν hυψιστοισ θεω, και επι γησ ειρηνη • εν ανθρωποισ ευδοκια. και εγενετο hωσ απηλθον απ αυτων εισ τον ουρανον hοι αγγελοι, και hοι ανθρωποι hοι ποιμενεσ ειπον προσ αλληλουσ • διελθωμεν δη hεωσ βηθλεεμ και ιδωμεν το ρημα τουτο το γεγονοσ hο hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εγνωρισεν hημιν. και ηλθον σπευσαντεσ, και ανευρον την τε μαριαμ και τον ιωσηφ και το βρεφοσ κειμενον εν τη φατνη • ιδοντεσ δε διεγνωρισαν περι του ρηματοσ του λαληθεντοσ αυτοισ περι του παιδιου τουτου. και παντεσ hοι ακουσαντεσ εθαυμασαν περι των λαληθεντων hυπο των ποιμενων προσ αυτουσ • hη δε μαριαμ παντα συνετηρει τα ρηματα ταυτα συμβαλλουσα εν τη καρδια αυτησ. και hυπεστρεψαν hοι ποιμενεσ δοξαζοντεσ και αινουντεσ τον θεον επι πασιν hοισ ηκουσαν και ιδον καθωσ ελαληθη προσ αυτουσ. και hοτε επλησθησαν hημεραι οκτω του περιτεμειν αυτον, και εκληθη το ονομα αυτου ιηhοσυα, το κληθεν hυπο του αγγελου προ του συλλημφθηναι αυτον εν τη κοιλια. και hοτε επλησθησαν hαι hημεραι του καθαρισμου αυτων, κατα τον νομον μωυσεωσ, ανηγαγον αυτον εισ hιεροσολυμα παραστησαι τω κυριω, (καθωσ γεγραπται εν νομω κυριου hοτι παν αρσεν διανοιγον μητραν hαγιον τω κυριω κληθησεται), και του δουναι θυσιαν κατα το ειρημενον εν νομω κυριου, ζευγοσ τρυγονων η δυο νεοσσουσ περιστερων. και ιδου ην ανθρωποσ εν hιερουσαλημ hω ονομα συμεων, και hο ανθρωποσ hουτοσ δικαιοσ και ευλαβησ, προσδεχομενοσ παρακλησιν του ισραηλ, και πνευμα ην hαγιον επ αυτον • και ην αυτω κεχρηματισμενον hυπο του πνευματοσ του hαγιου, μη ιδειν θανατον πριν η ιδη τον χριστον κυριου. και ηλθεν εν τω πνευματι εισ το hιερον • και εν τω εισαγαγειν τουσ γονεισ το παιδιον ιηhοσυα του ποιησαι αυτουσ κατα το ειθισμενον του νομου περι αυτου, και αυτοσ εδεξατο αυτο εισ τασ αγκαλασ και ευλογησεν τον θεον και ειπεν • νυν απολυεισ τον δουλον σου, δεσποτα, κατα το ρημα σου εν ειρηνη • hοτι ειδον hοι οφθαλμοι μου το σωτηριον σου, hο hητοιμασασ κατα προσωπον παντων των λαων, φωσ εισ αποκαλυψιν εθνων και δοξαν λαου σου ισραηλ. και ην hο πατηρ αυτου και hη μητηρ θαυμαζοντεσ επι τοισ λαλουμενοισ περι αυτου. και ευλογησεν αυτουσ συμεων και ειπεν προσ μαριαμ την μητερα αυτου • ιδου hουτοσ κειται εισ πτωσιν και αναστασιν πολλων εν τω ισραηλ και εισ σημειον αντιλεγομενον (και σου δε αυτησ την ψυχην διελευσεται ρομφαια), hοπωσ αν αποκαλυφθωσιν εκ πολλων καρδιων διαλογισμοι. και ην αννα προφητισ, θυγατηρ φανουηλ, εκ φυλησ ασηρ (hαυτη προβεβηκυια εν hημεραισ πολλαισ, ζησασα ετη μετα ανδροσ hεπτα απο τησ παρθενιασ αυτησ, και αυτη χηρα hωσ ετων ογδοηκοντα τεσσαρων), hη ουκ αφιστατο απο του hιερου νηστειαισ και δεησεσιν λατρευουσα νυκτα και hημεραν. και hαυτη αυτη τη hωρα επιστασα ανθωμολογειτο τω κυριω και ελαλει περι αυτου πασιν τοισ προσδεχομενοισ λυτρωσιν εν ιερουσαλημ. και hωσ ετελεσαν hαπαντα τα κατα τον νομον κυριου, hυπεστρεψαν εισ την γαλιλαιαν εισ την πολιν hεαυτων ναζαρεθ. το δε παιδιον ηυξανεν και εκραταιουτο πληρουμενον σοφιασ, και χαρισ θεου ην επ αυτο. και επορευοντο hοι γονεισ αυτου κατ ετοσ εισ ιερουσαλημ τη hεορτη του πασχα. και hοτε εγενετο ετων δωδεκα, αναβαντων αυτων εισ hιεροσολυμα κατα το εθοσ τησ hεορτησ, και τελειωσαντων τασ hημερασ, εν τω hυποστρεφειν αυτουσ hυπεμεινεν ιηhοσυα hο παισ εν ιερουσαλημ, και ουκ εγνωσαν hοι γονεισ αυτου. νομισαντεσ δε αυτον εν τη συνοδια ειναι ηλθον hημερασ hοδον και ανεζητουν αυτον εν τοισ συγγενεσιν και τοισ γνωστοισ, και μη hευροντεσ hυπεστρεψαν εισ ιερουσαλημ ζητουντεσ αυτον. και εγενετο μεθ hημερασ τρεισ hευρον αυτον εν τω hιερω καθεζομενον εν μεσω των διδασκαλων και ακουοντα αυτων και επερωτωντα αυτουσ • εξισταντο δε παντεσ hοι ακουοντεσ αυτου επι τη συνεσει και ταισ αποκρισεσιν αυτου. και ιδοντεσ αυτον εξεπλαγησαν, και προσ αυτον hη μητηρ αυτου ειπεν • τεκνον, τι εποιησασ hημιν hουτωσ; ιδου hο πατηρ σου καγω οδυνωμενοι εζητουμεν σε. και ειπεν προσ αυτουσ • τι hοτι εζητειτε με; ουκ ηδειτε hοτι εν τοισ του πατροσ μου δει ειναι με; και αυτοι ου συνηκαν το ρημα hο ελαλησεν αυτοισ. και κατεβη μετ αυτων και ηλθεν εισ ναζαρεθ • και ην hυποτασσομενοσ αυτοισ. και hη μητηρ αυτου διετηρει παντα τα ρηματα ταυτα εν τη καρδια αυτησ. και ιηhοσυα προεκοπτεν σοφια και hηλικια και χαριτι παρα θεω και ανθρωποισ.

3

εν ετει δε πεντεκαιδεκατω τησ hηγεμονιασ τιβεριου καισαροσ, hηγεμονευοντοσ ποντιου πειλατου τησ ιηhυδαιασ, και τετραρχουντοσ τησ γαλιλαιασ hηρωδου, φιλιππου δε του αδελφου αυτου τετραρχουντοσ τησ ιτουραιασ και τραχωνιτιδοσ χωρασ, και λυσανιου τησ αβιληνησ τετραρχουντοσ, επι αρχιερεωσ αννα και καιαφα, εγενετο ρημα θεου επι ιωαννην τον ζαχαριου hυιον εν τη ερημω. και ηλθεν εισ πασαν την περιχωρον του ιορδανου κηρυσσων βαπτισμα μετανοιασ εισ αφεσιν hαμαρτιων • hωσ γεγραπται εν βιβλω λογων hησαιου του προφητου • φωνη βοωντοσ εν τη ερημω • hετοιμασατε την hοδον κυριου, ευθειασ ποιειτε τασ τριβουσ αυτου. πασα φαραγξ πληρωθησεται και παν οροσ και βουνοσ ταπεινωθησεται, και εσται τα σκολια εισ ευθειαν και hαι τραχειαι εισ hοδουσ λειασ • και οψεται πασα σαρξ το σωτηριον του θεου. ελεγεν ουν τοισ εκπορευομενοισ οχλοισ βαπτισθηναι hυπ αυτου • γεννηματα εχιδνων, τισ hυπεδειξεν hυμιν φυγειν απο τησ μελλουσησ οργησ; ποιησατε ουν καρπουσ αξιουσ τησ μετανοιασ, και μη αρξησθε λεγειν εν hεαυτοισ • πατερα εχομεν τον αβραhαμ • λεγω γαρ hυμιν hοτι δυναται hο θεοσ εκ των λιθων τουτων εγειραι τεκνα τω αβραhαμ. ηδη δε και hη αξινη προσ την ριζαν των δενδρων κειται • παν ουν δενδρον μη ποιουν καρπον καλον εκκοπτεται και εισ πυρ βαλλεται. και επηρωτων αυτον hοι οχλοι λεγοντεσ • τι ουν ποιησωμεν; αποκριθεισ δε λεγει αυτοισ • hο εχων δυο χιτωνασ μεταδοτω τω μη εχοντι, και hο εχων βρωματα hομοιωσ ποιειτω. ηλθον δε και τελωναι βαπτισθηναι και ειπον προσ αυτον • διδασκαλε, τι ποιησωμεν; hο δε ειπεν προσ αυτουσ • μηδεν πλεον παρα το διατεταγμενον hυμιν πρασσετε. επηρωτων δε αυτον και στρατευομενοι λεγοντεσ • και hυμεισ τι ποιησωμεν; και ειπεν προσ αυτουσ • μηδενα διασεισητε μηδε συκοφαντησητε, και αρκεισθε τοισ οψωνιοισ hυμων. προσδοκωντοσ δε του λαου και διαλογιζομενων παντων εν ταισ καρδιαισ αυτων περι του ιωαννου, μηποτε αυτοσ ειη hο χριστοσ, απεκρινατο hο ιωαννησ hαπασιν λεγων • εγω μεν hυδατι βαπτιζω hυμασ • ερχεται δε hο ισχυροτεροσ μου, hου ουκ ειμι hικανοσ λυσαι τον hιμαντα των hυποδηματων αυτου • αυτοσ hυμασ βαπτισει εν πνευματι hαγιω και πυρι • hου το πτυον εν τη χειρι αυτου, και διακαθαριει την hαλωνα αυτου, και συναξει τον σιτον εισ την αποθηκην αυτου, το δε αχυρον κατακαυσει πυρι ασβεστω. πολλα μεν ουν και hετερα παρακαλων ευηγγελιζετο τον λαον • hο δε hηρωδησ hο τετραρχησ, ελεγχομενοσ hυπ αυτου περι hηρωδιαδοσ τησ γυναικοσ του αδελφου αυτου και περι παντων hων εποιησεν πονηρων hο hηρωδησ, προσεθηκεν και τουτο επι πασιν και κατεκλεισεν τον ιωαννην εν τη φυλακη. εγενετο δε εν τω βαπτισθηναι hαπαντα τον λαον και ιηhοσυα βαπτισθεντοσ και προσευχομενου ανεωχθηναι τον ουρανον, και καταβηναι το πνευμα το hαγιον σωματικω ειδει hωσει περιστεραν επ αυτον, και φωνην εξ ουρανου γενεσθαι • συ ει hο hυιοσ μου hο αγαπητοσ, εν σοι ευδοκησα. και αυτοσ ην hο ιηhοσυα hωσει ετων τριακοντα αρχομενοσ, ων hωσ ενομιζετο hυιοσ ιωσηφ • του ηλει του ματθατ του λευι του μελχει του ιαννα του ιωσηφ του ματταθιου του αμωσ του ναουμ του εσλει το ναγγαι του μααθ του ματταθιου του σεμεει του ιωσηφ του ιηhυδα του ιωαναν του ρησα του ζοροβαβελ του σαλαθιηλ του νηρει του μελχει του αδδει το κωσαμ, του ελμαδαμ του ηρ του ιωση του ελιεζερ του ιωρειμ του ματθατ του λευει του συμεων του ιηhυδα του ιωσηφ του ιωναν του ελιακειμ του μελεα του μαιναν του ματταθα του ναθαν του δαυιδ του ιεσσαι του ιωβηδ του βοοσ του σαλμων του ναασσων του αμιναδαβ του αραμ του hεσρωμ του φαρεσ του ιηhυδα του ιακωβ του ισαακ του αβραhαμ του θαρα του ναχωρ του σερουχ του ραγαυ του φαλεκ του εβερ του σαλα του αρφαξαδ του σημ του νωε του λαμεχ του μαθουσαλα του hενωχ του ιαρεδ του μαλελεηλ του καιναν του ενωσ του σηθ του αδαμ του θεου.

4

ιηhοσυα δε πνευματοσ hαγιου πληρησ hυπεστρεψεν απο του ιορδανου, και ηγετο εν τω πνευματι εν τη ερημω hημερασ τεσσερακοντα πειραζομενοσ hυπο του διαβολου. και ουκ εφαγεν ουδεν εν ταισ hημεραισ εκειναισ • και συντελεσθεισων αυτων επεινασεν. και ειπεν αυτω hο διαβολοσ • ει hυιοσ ει του θεου, ειπε τω λιθω τουτω hινα γενηται αρτοσ. και απεκριθη ιηhοσυα προσ αυτον λεγων • γεγραπται hοτι ουκ επ αρτω μονω ζησεται hο ανθρωποσ, αλλ επι παντι ρηματι θεου. και αναγαγων αυτον hο διαβολοσ εισ οροσ hυψηλον εδειξεν αυτω πασασ τασ βασιλειασ τησ οικουμενησ εν στιγμη χρονου. και ειπεν αυτω hο διαβολοσ • σοι δωσω την εξουσιαν ταυτην hαπασαν και την δοξαν αυτων, hοτι εμοι παραδεδοται και hω εαν θελω διδωμι αυτην • συ ουν εαν προσκυνησησ ενωπιον εμου, εσται σου πασα. και αποκριθεισ αυτω ειπεν hο ιηhοσυα • γεγραπται • προσκυνησεισ κυριον τον θεον σου και αυτω μονω λατρευσεισ. και ηγαγεν αυτον εισ hιερουσαλημ και εστησεν αυτον επι το πτερυγιον του hιερου, και ειπεν αυτω • ει hυιοσ ει του θεου, βαλε σεαυτον εντευθεν κατω • γεγραπται γαρ hοτι τοισ αγγελοισ αυτου εντελειται περι σου του διαφυλαξαι σε • και hοτι επι χειρων αρουσιν σε μηποτε προσκοψησ προσ λιθον τον ποδα σου. και αποκριθεισ ειπεν αυτω hο ιηhοσυα hοτι ειρηται • ουκ εκπειρασεισ κυριον τον θεον σου. και συντελεσασ παντα πειρασμον hο διαβολοσ απεστη απ αυτου αχρι καιρου. και hυπεστρεψεν hο ιηhοσυα εν τη δυναμει του πνευματοσ εισ την γαλιλαιαν • και φημη εξηλθεν καθ hολησ τησ περιχωρου περι αυτου. και αυτοσ εδιδασκεν εν ταισ συναγωγαισ αυτων, δοξαζομενοσ hυπο παντων. και ηλθεν εισ την ναζαρεθ, hου ην τεθραμμενοσ • και εισηλθεν κατα το ειωθοσ αυτω εν τη hημερα των σαββατων εισ την συναγωγην, και ανεστη αναγνωναι. και επεδοθη αυτω βιβλιον του προφητου hησαιου • και αναπτυξασ το βιβλιον hευρεν τον τοπον hου ην γεγραμμενον • πνευμα κυριου επ εμε, hου hεινεκεν εχρισεν με ευαγγελισασθαι πτωχοισ, απεσταλκεν με κηρυξαι αιχμαλωτοισ αφεσιν και τυφλοισ αναβλεψιν, αποστειλαι τεθραυσμενουσ εν αφεσει, κηρυξαι ενιαυτον κυριου δεκτον. και πτυξασ το βιβλιον αποδουσ τω hυπηρετη εκαθισεν • και παντων εν τη συναγωγη ησαν hοι οφθαλμοι ατενιζοντεσ αυτω. ηρξατο δε λεγειν προσ αυτουσ hοτι σημερον πεπληρωται hη γραφη hαυτη εν τοισ ωσιν hυμων. και παντεσ εμαρτυρουν αυτω και εθαυμαζον επι τοισ λογοισ τησ χαριτοσ τοισ εκπορευομενοισ εκ του στοματοσ αυτου και ελεγον • ουχ hουτοσ εστιν hο hυιοσ ιωσηφ; και ειπεν προσ αυτουσ • παντωσ ερειτε μοι την παραβολην ταυτην • ιατρε, θεραπευσον σεαυτον • hοσα ηκουσαμεν γενομενα εισ την καπερναουμ, ποιησον και hωδε εν τη πατριδι σου. ειπεν δε • αμην λεγω hυμιν hοτι ουδεισ προφητησ δεκτοσ εστιν εν τη πατριδι αυτου. επ αληθειασ δε λεγω hυμιν, πολλαι χηραι ησαν εν ταισ hημεραισ hηλιου εν τω ισραηλ, hοτε εκλεισθη hο ουρανοσ επι ετη τρια και μηνασ hεξ, hωσ εγενετο λιμοσ μεγασ επι πασαν την γην, και προσ ουδεμιαν αυτων επεμφθη hηλιασ ει μη εισ σαρεπτα τησ σιδωνιασ προσ γυναικα χηραν. και πολλοι λεπροι ησαν επι hελισαιου του προφητου εν τω ισραηλ • και ουδεισ αυτων εκαθερισθη ει μη ναιμαν hο συροσ. και επλησθησαν παντεσ θυμου εν τη συναγωγη ακουοντεσ ταυτα • και ανασταντεσ εξεβαλον αυτον εξω τησ πολεωσ, και ηγαγον αυτον hεωσ οφρυοσ του ορουσ εφ hου hη πολισ αυτων ωκοδομητο, hωστε κατακρημνισαι αυτον. αυτοσ δε διελθων δια μεσου αυτων επορευετο. και κατηλθεν εισ καπερναουμ, πολιν τησ γαλιλαιασ, και ην διδασκων αυτουσ εν τοισ σαββασιν. και εξεπλησσοντο επι τη διδαχη αυτου, hοτι εν εξουσια ην hο λογοσ αυτου. και εν τη συναγωγη ην ανθρωποσ εχων πνευμα δαιμονιου ακαθαρτου • και ανεκραξεν φωνη μεγαλη λεγων • εα, τι hημιν και σοι, ιηhοσυα ναζαρηνε; ηλθεσ απολεσαι hημασ; οιδα σε τισ ει, hο hαγιοσ του θεου. και επετιμησεν αυτω hο ιηhοσυα λεγων • φιμωθητι και εξελθε απ αυτου. και ριψαν αυτον το δαιμονιον εισ το μεσον εξηλθεν απ αυτου, μηδεν βλαψαν αυτον. και εγενετο θαμβοσ επι παντασ, και συνελαλουν προσ αλληλουσ λεγοντεσ • τισ hο λογοσ hουτοσ, hοτι εν εξουσια και δυναμει επιτασσει τοισ ακαθαρτοισ πνευμασιν και εξερχονται; και εξεπορευετο ηχοσ περι αυτου εισ παντα τοπον τησ περιχωρου. αναστασ δε απο τησ συναγωγησ εισηλθεν εισ την οικιαν σιμωνοσ. πενθερα δε του σιμωνοσ ην συνεχομενη πυρετω μεγαλω, και ηρωτησαν αυτον περι αυτησ. και επιστασ επανω αυτησ επετιμησεν τω πυρετω και αφηκεν αυτην • παραχρημα δε αναστασα διηκονει αυτοισ. δυνοντοσ δε του hηλιου παντεσ hοσοι ειχον ασθενουντασ νοσοισ ποικιλαισ ηγαγον αυτουσ προσ αυτον • hο δε hενι hεκαστω αυτων τασ χειρασ επιθεισ εθεραπευσεν αυτουσ. εξηρχετο δε και δαιμονια απο πολλων, κραυγαζοντα και λεγοντα hοτι συ ει hο hυιοσ του θεου. και επιτιμων ουκ εια αυτα λαλειν, hοτι ηδεισαν τον χριστον αυτον ειναι. γενομενησ δε hημερασ εξελθων επορευθη εισ ερημον τοπον • και hοι οχλοι επεζητουν αυτον και ηλθον hεωσ αυτου • και κατειχον αυτον του μη πορευεσθαι απ αυτων. hο δε ειπεν προσ αυτουσ hοτι και ταισ hετεραισ πολεσιν ευαγγελισασθαι με δει την βασιλειαν του θεου • hοτι εισ τουτο απεσταλην. και ην κηρυσσων εν ταισ συναγωγαισ τησ γαλιλαιασ.

5

εγενετο δε εν τω τον οχλον επικεισθαι αυτω του ακουειν τον λογον του θεου, και αυτοσ ην hεστωσ παρα την λιμνην γεννησαρετ, και ιδεν δυο πλοια hεστωτα παρα την λιμνην • hοι δε hαλιεισ αποβαντεσ απ αυτων επλυνον τα δικτυα. εμβασ δε εισ hεν των πλοιων, hο ην του σιμωνοσ, ηρωτησεν αυτον απο τησ γησ επαναγαγειν ολιγον • και καθισασ εδιδασκεν εκ του πλοιου τουσ οχλουσ. hωσ δε επαυσατο λαλων, ειπεν προσ τον σιμωνα • επαναγαγε εισ το βαθοσ, και χαλασατε τα δικτυα hυμων εισ αγραν. και αποκριθεισ hο σιμων ειπεν αυτω • επιστατα, δι hολησ τησ νυκτοσ κοπιασαντεσ ουδεν ελαβομεν • επι δε τω ρηματι σου χαλασω το δικτυον. και τουτο ποιησαντεσ συνεκλεισαν πληθοσ ιχθυων πολυ, διερηγνυτο δε το δικτυον αυτων. και κατενευσαν τοισ μετοχοισ τοισ εν τω hετερω πλοιω του ελθοντασ συλλαβεσθαι αυτοισ • και ηλθον και επλησαν αμφοτερα τα πλοια, hωστε βυθιζεσθαι αυτα. ιδων δε σιμων πετροσ προσεπεσεν τοισ γονασιν του ιηhοσυα λεγων • εξελθε απ εμου, hοτι ανηρ hαμαρτωλοσ ειμι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. θαμβοσ γαρ περιεσχεν αυτον και παντασ τουσ συν αυτω επι τη αγρα των ιχθυων hη συνελαβον, hομοιωσ δε και ιακωβον και ιωαννην hυιουσ ζεβεδαιου, hοι ησαν κοινωνοι τω σιμωνι. και ειπεν προσ τον σιμωνα hο ιηhοσυα • μη φοβου • απο του νυν ανθρωπουσ εση ζωγρων. και καταγαγοντεσ τα πλοια επι την γην, αφεντεσ hαπαντα ηκολουθησαν αυτω. και εγενετο εν τω ειναι αυτον εν μια των πολεων, και ιδου ανηρ πληρησ λεπρασ • και ιδων τον ιηhοσυα, πεσων επι προσωπον εδεηθη αυτου λεγων • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εαν θελησ, δυνασαι με καθαρισαι. και εκτεινασ την χειρα hηψατο αυτου ειπων • θελω, καθαρισθητι. και ευθεωσ hη λεπρα απηλθεν απ αυτου. και αυτοσ παρηγγειλεν αυτω μηδενι ειπειν, αλλα απελθων δειξον σεαυτον τω hιερει, και προσενεγκε περι του καθαρισμου σου καθωσ προσεταξεν μωυσησ, εισ μαρτυριον αυτοισ. διηρχετο δε μαλλον hο λογοσ περι αυτου, και συνηρχοντο οχλοι πολλοι ακουειν και θεραπευεσθαι απο των ασθενειων αυτων • αυτοσ δε ην hυποχωρων εν ταισ ερημοισ και προσευχομενοσ. και εγενετο εν μια των hημερων και αυτοσ ην διδασκων. και ησαν καθημενοι φαρισαιοι και νομοδιδασκαλοι, hοι ησαν εληλυθοτεσ εκ πασησ κωμησ τησ γαλιλαιασ και ιηhυδαιασ και hιερουσαλημ • και δυναμισ κυριου ην εισ το ιασθαι αυτουσ. και ιδου ανδρεσ φεροντεσ επι κλινησ ανθρωπον hοσ ην παραλελυμενοσ, και εζητουν αυτον εισενεγκειν και θειναι ενωπιον αυτου. και μη hευροντεσ ποιασ εισενεγκωσιν αυτον δια τον οχλον, αναβαντεσ επι το δωμα δια των κεραμων καθηκαν αυτον συν τω κλινιδιω εισ το μεσον εμπροσθεν του ιηhοσυα. και ιδων την πιστιν αυτων ειπεν • ανθρωπε, αφεωνται σοι hαι hαμαρτιαι σου. και ηρξαντο διαλογιζεσθαι hοι γραμματεισ και hοι φαρισαιοι λεγοντεσ • τισ εστιν hουτοσ hοσ λαλει βλασφημιασ; τισ δυναται αφιεναι hαμαρτιασ ει μη μονοσ hο θεοσ; επιγνουσ δε hο ιηhοσυα τουσ διαλογισμουσ αυτων αποκριθεισ ειπεν προσ αυτουσ • τι διαλογιζεσθε εν ταισ καρδιαισ hυμων; τι εστιν ευκοπωτερον, ειπειν • αφεωνται σοι hαι hαμαρτιαι σου, η ειπειν • εγειρε και περιπατει; hινα δε ειδητε hοτι εξουσιαν εχει hο hυιοσ του ανθρωπου επι τησ γησ αφιεναι hαμαρτιασ – ειπεν τω παραλελυμενω • σοι λεγω, εγειρε και αρασ το κλινιδιον σου πορευου εισ τον οικον σου. και παραχρημα αναστασ ενωπιον αυτων, αρασ εφ hο κατεκειτο, απηλθεν εισ τον οικον αυτου δοξαζων τον θεον. και εκστασισ ελαβεν hαπαντασ και εδοξαζον τον θεον, και επλησθησαν φοβου λεγοντεσ hοτι ιδομεν παραδοξα σημερον. και μετα ταυτα εξηλθεν • και εθεασατο τελωνην ονοματι λευειν καθημενον επι το τελωνιον, και ειπεν αυτω • ακολουθει μοι. και καταλιπων hαπαντα αναστασ ηκολουθησεν αυτω. και εποιησεν δοχην μεγαλην λευεισ αυτω εν τη οικια αυτου • και ην οχλοσ τελωνων πολυσ και αλλων hοι ησαν μετ αυτων κατακειμενοι. και εγογγυζον hοι γραμματεισ αυτων και hοι φαρισαιοι προσ τουσ μαθητασ αυτου λεγοντεσ • δια τι μετα των τελωνων και hαμαρτωλων εσθιετε και πινετε; και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν προσ αυτουσ • ου χρειαν εχουσιν hοι hυγιαινοντεσ ιατρου αλλα hοι κακωσ εχοντεσ • ουκ εληλυθα καλεσαι δικαιουσ αλλα hαμαρτωλουσ εισ μετανοιαν. hοι δε ειπον προσ αυτον • δια τι hοι μαθηται ιωαννου νηστευουσιν πυκνα και δεησεισ ποιουνται, hομοιωσ και hοι των φαρισαιων, hοι δε σοι εσθιουσιν και πινουσιν. hο δε ειπεν προσ αυτουσ • μη δυνασθε τουσ hυιουσ του νυμφωνοσ, εν hω hο νυμφιοσ μετ αυτων εστιν ποιησαι νηστευειν; ελευσονται δε hημεραι, και hοταν απαρθη απ αυτων hο νυμφιοσ, τοτε νηστευσουσιν εν εκειναισ ταισ hημεραισ. ελεγεν δε και παραβολην προσ αυτουσ hοτι ουδεισ επιβλημα hιματιου καινου επιβαλλει επι hιματιον παλαιον • ει δε μη γε, και το καινον σχισει και τω παλαιω ου συμφωνησει το επιβλημα το απο του καινου. και ουδεισ βαλλει οινον νεον εισ ασκουσ παλαιουσ • ει δε μη γε, ρηξει hο οινοσ hο νεοσ τουσ ασκουσ, και αυτοσ εκχυθησεται, και hοι ασκοι απολουνται • αλλα οινον νεον εισ ασκουσ καινουσ βλητεον, και αμφοτεροι συντηρουνται. και ουδεισ πιων παλαιον ευθεωσ θελει νεον • λεγει γαρ • hο παλαιοσ χρηστοτεροσ εστιν.

6

εγενετο δε εν σαββατω δευτεροπρωτω διαπορευεσθαι αυτον δια σποριμων, και ετιλλον hοι μαθηται αυτου τουσ σταχυασ και ησθιον ψωχοντεσ ταισ χερσιν. τινεσ δε των φαρισαιων ειπον αυτοισ • τι ποιειτε hο ουκ εξεστιν ποιειν εν τοισ σαββασιν; και αποκριθεισ προσ αυτουσ ειπεν hο ιηhοσυα • ουδε τουτο ανεγνωτε hο εποιησεν δαυιδ, hοποτε επεινασεν αυτοσ και hοι μετ αυτου οντεσ, hωσ εισηλθεν εισ τον οικον του θεου και τουσ αρτουσ τησ προθεσεωσ ελαβεν και εφαγεν και εδωκεν και τοισ μετ αυτου, hουσ ουκ εξεστιν φαγειν ει μη μονουσ τουσ hιερεισ; και ελεγεν αυτοισ hοτι κυριοσ εστιν hο hυιοσ του ανθρωπου και του σαββατου. εγενετο δε και εν hετερω σαββατω εισελθειν αυτον εισ την συναγωγην και διδασκειν. και ην εκει ανθρωποσ, και hη χειρ αυτου hη δεξια ην ξηρα. παρετηρουντο δε hοι γραμματεισ και hοι φαρισαιοι ει εν τω σαββατω θεραπευσει, hινα hευρωσιν κατηγοριαν αυτου. αυτοσ δε ηδει τουσ διαλογισμουσ αυτων, και ειπεν τω ανθρωπω τω ξηραν εχοντι την χειρα • εγειρε και στηθι εισ το μεσον. hο δε αναστασ εστη. ειπεν ουν hο ιηhοσυα προσ αυτουσ • επερωτησω hυμασ ει εξεστιν τω σαββατω αγαθοποιησαι η κακοποιησαι, ψυχην σωσαι η απολεσαι; και περιβλεψαμενοσ παντασ αυτουσ ειπεν αυτω • εκτεινον την χειρα σου. hο δε εποιησεν, και απεκατεσταθη hη χειρ αυτου hωσ hη αλλη. αυτοι δε επλησθησαν ανοιασ, και διελαλουν προσ αλληλουσ τι αν ποιησειαν τω ιηhοσυα. εγενετο δε εν ταισ hημεραισ ταυταισ εξελθειν αυτον εισ το οροσ προσευξασθαι, και ην διανυκτερευων εν τη προσευχη του θεου. και hοτε εγενετο hημερα, προσεφωνησεν τουσ μαθητασ αυτου. και εκλεξαμενοσ απ αυτων δωδεκα, hουσ και αποστολουσ ωνομασεν • σιμωνα hον και ωνομασεν πετρον, και ανδρεαν τον αδελφον αυτου, ιακωβον και ιωαννην, φιλιππον και βαρθολομαιον, ματθαιον και θωμαν, ιακωβον τον του αλφαιου και σιμωνα τον καλουμενον ζηλωτην, ιηhυδαν ιακωβου και ιηhυδαν ισκαριωτην, hοσ και εγενετο προδοτησ, και καταβασ μετ αυτων εστη επι τοπου πεδινου, και οχλοσ μαθητων αυτου, και πληθοσ πολυ του λαου απο πασησ τησ ιηhυδαιασ και hιερουσαλημ και τησ παραλιου τυρου και σιδωνοσ, hοι ηλθον ακουσαι αυτου και ιαθηναι απο των νοσων αυτων • και hοι ενοχλουμενοι απο πνευματων ακαθαρτων εθεραπευοντο • και πασ hο οχλοσ εζητει hαπτεσθαι αυτου, hοτι δυναμισ παρ αυτου εξηρχετο και ιατο παντασ. και αυτοσ επαρασ τουσ οφθαλμουσ αυτου εισ τουσ μαθητασ αυτου ελεγεν • μακαριοι hοι πτωχοι, hοτι hυμετερα εστιν hη βασιλεια του θεου. μακαριοι hοι πεινωντεσ νυν, hοτι χορτασθησεσθε. μακαριοι hοι κλαιοντεσ νυν, hοτι γελασετε. μακαριοι εστε hοταν μισησωσιν hυμασ hοι ανθρωποι, και hοταν αφορισωσιν hυμασ και ονειδισωσιν και εκβαλωσιν το ονομα hυμων hωσ πονηρον hενεκα του hυιου του ανθρωπου. χαρητε εν εκεινη τη hημερα και σκιρτησατε, ιδου γαρ hο μισθοσ hυμων πολυσ εν τω ουρανω • κατα ταυτα γαρ εποιουν τοισ προφηταισ hοι πατερεσ αυτων. πλην ουαι hυμιν τοισ πλουσιοισ, hοτι απεχετε την παρακλησιν hυμων. ουαι hυμιν hοι εμπεπλησμενοι, hοτι πεινασετε. ουαι hυμιν hοι γελωντεσ νυν, hοτι πενθησετε και κλαυσετε. ουαι hοταν καλωσ ειπωσιν hυμασ παντεσ hοι ανθρωποι • κατα ταυτα γαρ εποιουν τοισ ψευδοπροφηταισ hοι πατερεσ αυτων. αλλα hυμιν λεγω τοισ ακουουσιν • αγαπατε τουσ εχθρουσ hυμων, καλωσ ποιειτε τοισ μισουσιν hυμασ, ευλογειτε τουσ καταρωμενουσ hυμασ, προσευχεσθε hυπερ των επηρεαζοντων hυμασ. τω τυπτοντι σε επι την σιαγονα παρεχε και την αλλην, και απο του αιροντοσ σου το hιματιον και τον χιτωνα μη κωλυσησ. παντι αιτουντι σε διδου, και απο του αιροντοσ τα σα μη απαιτει. και καθωσ θελετε hινα ποιωσιν hυμιν hοι ανθρωποι, και hυμεισ ποιειτε αυτοισ hομοιωσ. και ει αγαπατε τουσ αγαπωντασ hυμασ, ποια hυμιν χαρισ εστιν; και γαρ hοι hαμαρτωλοι τουσ αγαπωντασ αυτουσ αγαπωσιν. και εαν αγαθοποιητε τουσ αγαθοποιουντασ hυμασ, ποια hυμιν χαρισ εστιν; και γαρ hοι hαμαρτωλοι το αυτο ποιουσιν. και εαν δανιζετε παρ hων ελπιζετε απολαβειν, ποια hυμιν χαρισ εστιν; και γαρ hαμαρτωλοι hαμαρτωλοισ δανιζουσιν hινα απολαβωσιν τα ισα. πλην αγαπατε τουσ εχθρουσ hυμων και αγαθοποιειτε και δανιζετε μηδεν απελπιζοντεσ • και εσται hο μισθοσ hυμων πολυσ, και εσεσθε hυιοι hυψιστου, hοτι αυτοσ χρηστοσ εστιν επι τουσ αχαριστουσ και πονηρουσ. γινεσθε ουν οικτιρμονεσ, καθωσ και hο πατηρ hυμων οικτιρμων εστιν. και μη κρινετε, και ου μη κριθητε • και μη καταδικαζετε, και ου μη καταδικασθητε • απολυετε, και απολυθησεσθε • διδοτε, και δοθησεται hυμιν • μετρον καλον πεπιεσμενον και σεσαλευμενον και hυπερεκχυννομενον δωσουσιν εισ τον κολπον hυμων • τω γαρ αυτω μετρω hω μετρειτε αντιμετρηθησεται hυμιν. ειπεν δε και παραβολην αυτοισ • μητι δυναται τυφλοσ τυφλον hοδηγειν; ουχι αμφοτεροι εισ βοθυνον πεσουνται; ουκ εστιν μαθητησ hυπερ τον διδασκαλον αυτου • κατηρτισμενοσ δε πασ εσται hωσ hο διδασκαλοσ αυτου. τι δε βλεπεισ το καρφοσ το εν τω οφθαλμω του αδελφου σου, την δε δοκον την εν τω ιδιω οφθαλμω ου κατανοεισ; η πωσ δυνασαι λεγειν τω αδελφω σου • αδελφε, αφεσ εκβαλω το καρφοσ το εν τω οφθαλμω σου, αυτοσ την εν τω οφθαλμω σου δοκον ου βλεπων; hυποκριτα, εκβαλε πρωτον την δοκον εκ του οφθαλμου σου, και τοτε διαβλεψεισ εκβαλειν το καρφοσ το εν τω οφθαλμω του αδελφου σου. ου γαρ εστιν δενδρον καλον ποιουν καρπον σαπρον, ουδε δενδρον σαπρον ποιουν καρπον καλον. hεκαστον γαρ δενδρον εκ του ιδιου καρπου γινωσκεται • ου γαρ εξ ακανθων συλλεγουσιν συκα, ουδε εκ βατου τρυγωσιν σταφυλην. hο αγαθοσ ανθρωποσ εκ του αγαθου θησαυρου τησ καρδιασ αυτου προφερει το αγαθον, και hο πονηροσ ανθρωποσ εκ του πονηρου προφερει το πονηρον • εκ γαρ του περισσευματοσ τησ καρδιασ λαλει το στομα αυτου. τι δε με καλειτε • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και ου ποιειτε hα λεγω; πασ hο ερχομενοσ προσ με και ακουων μου των λογων και ποιων αυτουσ, hυποδειξω hυμιν τινι εστιν hομοιοσ • hομοιοσ εστιν ανθρωπω οικοδομουντι οικιαν, hοσ εσκαψεν και εβαθυνεν και εθηκεν θεμελιον επι την πετραν • πλημμυρησ δε γενομενησ προσερρηξεν hο ποταμοσ τη οικια εκεινη, και ουκ ισχυσεν σαλευσαι αυτην, τεθεμελιωτο γαρ επι την πετραν. hο δε ακουσασ και μη ποιησασ hομοιοσ εστιν ανθρωπω οικοδομησαντι οικιαν επι την γην χωρισ θεμελιου, hη προσερρηξεν hο ποταμοσ, και ευθεωσ επεσεν, και εγενετο το ρηγμα τησ οικιασ εκεινησ μεγα.”

7

επειδη επληρωσεν παντα τα ρηματα αυτου εισ τασ ακοασ του λαου, εισηλθεν εισ καπερναουμ. hεκατονταρχου δε τινοσ δουλοσ κακωσ εχων ημελλεν τελευταν, hοσ ην αυτω εντιμοσ. ακουσασ δε περι του ιηhοσυα απεστειλεν προσ αυτον πρεσβυτερουσ των ιηhυδαιων, ερωτων αυτον hοπωσ ελθων διασωση τον δουλον αυτου. hοι δε παραγενομενοι προσ τον ιηhοσυα παρεκαλουν αυτον σπουδαιωσ λεγοντεσ hοτι αξιοσ εστιν hω παρεξη τουτο • αγαπα γαρ το εθνοσ hημων, και την συναγωγην αυτοσ ωκοδομησεν hημιν. hο δε ιηhοσυα επορευετο συν αυτοισ. ηδη δε αυτου ου μακραν απεχοντοσ απο τησ οικιασ, επεμψεν προσ αυτον hο hεκατονταρχοσ φιλουσ λεγων αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μη σκυλλου, ου γαρ ειμι hικανοσ hινα hυπο την στεγην μου εισελθησ • διο ουδε εμαυτον ηξιωσα προσ σε ελθειν • αλλα ειπε λογω, και ιαθησεται hο παισ μου. και γαρ εγω ανθρωποσ ειμι hυπο εξουσιαν τασσομενοσ, εχων hυπ εμαυτον στρατιωτασ, και λεγω τουτω • πορευθητι, και πορευεται, και αλλω • ερχου, και ερχεται, και τω δουλω μου • ποιησον τουτο, και ποιει. ακουσασ δε ταυτα hο ιηhοσυα εθαυμασεν αυτον, και στραφεισ τω ακολουθουντι αυτω οχλω ειπεν • λεγω hυμιν, ουδε εν τω ισραηλ τοσαυτην πιστιν hευρον. και hυποστρεψαντεσ hοι πεμφθεντεσ εισ τον οικον hευρον τον ασθενουντα δουλον hυγιαινοντα. και εγενετο εν τη hεξησ επορευετο εισ πολιν καλουμενην ναιν, και συνεπορευοντο αυτω hοι μαθηται αυτου hικανοι και οχλοσ πολυσ. hωσ δε ηγγισεν τη πυλη τησ πολεωσ, και ιδου εξεκομιζετο τεθνηκωσ hυιοσ μονογενησ τη μητρι αυτου, και hαυτη χηρα, και οχλοσ τησ πολεωσ hικανοσ συν αυτη. και ιδων αυτην hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εσπλαγχνισθη επ αυτη και ειπεν αυτη • μη κλαιε. και προσελθων hηψατο τησ σορου, hοι δε βασταζοντεσ εστησαν, και ειπεν • νεανισκε, σοι λεγω, εγερθητι. και ανεκαθισεν hο νεκροσ και ηρξατο λαλειν, και εδωκεν αυτον τη μητρι αυτου. ελαβεν δε φοβοσ hαπαντασ, και εδοξαζον τον θεον λεγοντεσ hοτι προφητησ μεγασ ηγερθη εν hημιν, και hοτι επεσκεψατο hο θεοσ τον λαον αυτου. και εξηλθεν hο λογοσ hουτοσ εν hολη τη ιηhυδαια περι αυτου και εν παση τη περιχωρω. και απηγγειλαν ιωαννει hοι μαθηται αυτου περι παντων τουτων. και προσκαλεσαμενοσ δυο τινασ των μαθητων αυτου hο ιωαννησ επεμψεν προσ τον ιηhοσυα λεγων • συ ει hο ερχομενοσ, η αλλον προσδοκωμεν; παραγενομενοι δε προσ αυτον hοι ανδρεσ ειπον • ιωαννησ hο βαπτιστησ απεσταλκεν hημασ προσ σε λεγων • συ ει hο ερχομενοσ, η αλλον προσδοκωμεν; (εν εκεινη τη hωρα εθεραπευσεν πολλουσ απο νοσων και μαστιγων και πνευματων πονηρων, και τυφλοισ πολλοισ εχαρισατο βλεπειν). και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • πορευθεντεσ απαγγειλατε ιωαννει hα ειδετε και ηκουσατε, hοτι τυφλοι αναβλεπουσιν, χωλοι περιπατουσιν, λεπροι καθαριζονται, κωφοι ακουουσιν, νεκροι εγειρονται, πτωχοι ευαγγελιζονται • και μακαριοσ εστιν hοσ εαν μη σκανδαλισθη εν εμοι. απελθοντων δε των αγγελων ιωαννου ηρξατο λεγειν προσ τουσ οχλουσ περι ιωαννου • τι εξηλθατε εισ την ερημον θεασασθαι; καλαμον hυπο ανεμου σαλευομενον; αλλα τι εξηλθατε ιδειν; ανθρωπον εν μαλακοισ hιματιοισ ημφιεσμενον; ιδου hοι εν hιματισμω ενδοξω και τρυφη hυπαρχοντεσ εν τοισ βασιλειοισ εισιν. αλλα τι εξεληλυθατε ιδειν; προφητην; ναι λεγω hυμιν, και περισσοτερον προφητου. hουτοσ εστιν περι hου γεγραπται • ιδου αποστελλω τον αγγελον μου προ προσωπου σου, hοσ κατασκευασει την hοδον σου εμπροσθεν σου • λεγω γαρ hυμιν, μειζων εν γεννητοισ γυναικων προφητησ ιωαννου του βαπτιστου ουδεισ εστιν • hο δε μικροτεροσ εν τη βασιλεια του θεου μειζων αυτου εστιν. (και πασ hο λαοσ ακουσασ και hοι τελωναι εδικαιωσαν τον θεον, βαπτισθεντεσ το βαπτισμα ιωαννου • hοι δε φαρισαιοι και hοι νομικοι την βουλην του θεου ηθετησαν εισ hεαυτουσ, μη βαπτισθεντεσ hυπ αυτου). τινι ουν hομοιωσω τουσ ανθρωπουσ τησ γενεασ ταυτησ, και τινι εισιν hομοιοι; hομοιοι εισιν παιδιοισ τοισ εν αγορα καθημενοισ και προσφωνουσιν αλληλοισ και λεγουσιν • hυλησαμεν hυμιν και ουκ ωρχησασθε, εθρηνησαμεν hυμιν και ουκ εκλαυσατε. εληλυθεν γαρ ιωαννησ hο βαπτιστησ μητε αρτον εσθιων μητε οινον πινων, και λεγετε • δαιμονιον εχει. εληλυθεν hο hυιοσ του ανθρωπου εσθιων και πινων, και λεγετε • ιδου ανθρωποσ φαγοσ και οινοποτησ, φιλοσ τελωνων και hαμαρτωλων. και εδικαιωθη hη σοφια απο των τεκνων αυτησ παντων. ηρωτα δε τισ αυτον των φαρισαιων hινα φαγη μετ αυτου. και εισελθων εισ την οικιαν του φαρισαιου ανεκλιθη. και ιδου γυνη εν τη πολει hητισ ην hαμαρτωλοσ, και επιγνουσα hοτι κατακειται εν τη οικια του φαρισαιου, κομισασα αλαβαστρον μυρου και στασα οπισω παρα τουσ ποδασ αυτου κλαιουσα, ηρξατο βρεχειν τουσ ποδασ αυτου τοισ δακρυσιν και ταισ θριξιν τησ κεφαλησ αυτησ εξεμασσεν και κατεφιλει τουσ ποδασ αυτου και ηλειφεν τω μυρω. ιδων δε hο φαρισαιοσ hο καλεσασ αυτον ειπεν εν hεαυτω λεγων • hουτοσ ει ην προφητησ, εγινωσκεν αν τισ και ποταπη hη γυνη hητισ hαπτεται αυτου, hοτι hαμαρτωλοσ εστιν. και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν προσ αυτον • σιμων, εχω σοι τι ειπειν. hο δε φησιν • διδασκαλε ειπε. δυο χρεοφειλεται ησαν δανιστη τινι • hο hεισ ωφειλεν δηναρια πεντακοσια, hο δε hετεροσ πεντηκοντα. μη εχοντων δε αυτων αποδουναι, αμφοτεροισ εχαρισατο. τισ ουν αυτων, ειπε, πλειον αυτον αγαπησει; αποκριθεισ δε hο σιμων ειπεν • hυπολαμβανω hοτι hω το πλειον εχαρισατο. hο δε ειπεν αυτω • ορθωσ εκρινασ. και στραφεισ προσ την γυναικα τω σιμωνι εφη • βλεπεισ ταυτην την γυναικα; εισηλθον σου εισ την οικιαν, hυδωρ επι τουσ ποδασ μου ουκ εδωκασ • hαυτη δε τοισ δακρυσιν εβρεξεν μου τουσ ποδασ και ταισ θριξιν αυτησ εξεμαξεν. φιλημα μοι ουκ εδωκασ • hαυτη δε αφ hησ εισηλθον ου διελιπεν καταφιλουσα μου τουσ ποδασ. ελαιω την κεφαλην μου ουκ ηλειψασ • hαυτη δε μυρω ηλειψεν τουσ ποδασ μου. hου χαριν λεγω σοι, αφεωνται hαι hαμαρτιαι αυτησ hαι πολλαι, hοτι ηγαπησεν πολυ • hω δε ολιγον αφιεται, ολιγον αγαπα. ειπεν δε αυτη • αφεωνται σου hαι hαμαρτιαι. και ηρξαντο hοι συνανακειμενοι λεγειν εν hεαυτοισ • τισ hουτοσ εστιν, hοσ και hαμαρτιασ αφιησιν; ειπεν δε προσ την γυναικα • hη πιστισ σου σεσωκεν σε, πορευου εισ ειρηνην.

8

και εγενετο εν τω καθεξησ και αυτοσ διωδευεν κατα πολιν και κωμην κηρυσσων και ευαγγελιζομενοσ την βασιλειαν του θεου και hοι δωδεκα συν αυτω, και γυναικεσ τινεσ hαι ησαν τεθεραπευμεναι απο πνευματων πονηρων και ασθενειων, μαρια hη καλουμενη μαγδαληνη, αφ hησ δαιμονια hεπτα εξεληλυθει, και ιωαννα γυνη χουζα επιτροπου hηρωδου και σουσαννα και hετεραι πολλαι, hαιτινεσ διηκονουν αυτω εκ των hυπαρχοντων αυταισ. συνιοντοσ δε οχλου πολλου και των κατα πολιν επιπορευομενων προσ αυτον ειπεν δια παραβολησ • εξηλθεν hο σπειρων του σπειραι τον σπορον αυτου. και εν τω σπειρειν αυτον hο μεν επεσεν παρα την hοδον, και κατεπατηθη και τα πετεινα του ουρανου κατεφαγεν αυτο. και hετερον επεσεν επι την πετραν, και φυεν εξηρανθη δια το μη εχειν ικμαδα. και hετερον επεσεν εν μεσω των ακανθων, και συμφυεισαι hαι ακανθαι απεπνιξαν αυτο. και hετερον επεσεν εισ την γην την αγαθην και φυεν εποιησεν καρπον hεκατονταπλασιονα. ταυτα λεγων εφωνει • hο εχων ωτα ακουειν ακουετω. επηρωτων δε αυτον hοι μαθηται αυτου λεγοντεσ • τισ ειη hη παραβολη hαυτη. hο δε ειπεν • hυμιν δεδοται γνωναι τα μυστηρια τησ βασιλειασ του θεου, τοισ δε λοιποισ εν παραβολαισ, hινα βλεποντεσ μη βλεπωσιν και ακουοντεσ μη συνιωσιν. εστιν δε hαυτη hη παραβολη • hο σποροσ εστιν hο λογοσ του θεου • hοι δε παρα την hοδον εισιν hοι ακουοντεσ, ειτα ερχεται hο διαβολοσ και αιρει τον λογον απο τησ καρδιασ αυτων, hινα μη πιστευσαντεσ σωθωσιν. hοι δε επι τησ πετρασ hοι hοταν ακουσωσιν μετα χαρασ δεχονται τον λογον, και hουτοι ριζαν ουκ εχουσιν, hοι προσ καιρον πιστευουσιν και εν καιρω πειρασμου αφιστανται. το δε εισ τασ ακανθασ πεσον, hουτοι εισιν hοι ακουσαντεσ, και hυπο μεριμνων και πλουτου και hηδονων του βιου πορευομενοι συνπνιγονται και ου τελεσφορουσιν. το δε εν τη καλη γη, hουτοι εισιν hοιτινεσ εν καρδια καλη και αγαθη ακουσαντεσ τον λογον κατεχουσιν και καρποφορουσιν εν hυπομονη. ουδεισ δε λυχνον hαψασ καλυπτει αυτον σκευει η hυποκατω κλινησ τιθησιν, αλλ επι λυχνιασ επιτιθησιν, hινα hοι εισπορευομενοι βλεπωσιν το φωσ. ου γαρ εστιν κρυπτον hο ου φανερον γενησεται, ουδε αποκρυφον hο ου γνωσθησεται και εισ φανερον ελθη. βλεπετε ουν πωσ ακουετε • hοσ γαρ εαν εχη, δοθησεται αυτω, και hοσ αν μη εχη, και hο δοκει εχειν αρθησεται απ αυτου. παρεγενοντο δε προσ αυτον hη μητηρ και hοι αδελφοι αυτου, και ουκ ηδυναντο συντυχειν αυτω δια τον οχλον. και απηγγελη αυτω λεγοντων • hη μητηρ σου και hοι αδελφοι σου hεστηκασιν εξω ιδειν σε θελοντεσ. hο δε αποκριθεισ ειπεν προσ αυτουσ • μητηρ μου και αδελφοι μου hουτοι εισιν hοι τον λογον του θεου ακουοντεσ και ποιουντεσ. εγενετο δε εν μια των hημερων και αυτοσ ενεβη εισ πλοιον και hοι μαθηται αυτου. και ειπεν προσ αυτουσ • διελθωμεν εισ το περαν τησ λιμνησ • και ανηχθησαν. πλεοντων δε αυτων αφυπνωσεν • και κατεβη λαιλαψ ανεμου εισ την λιμνην, και συνεπληρουντο και εκινδυνευον. προσελθοντεσ δε διηγειραν αυτον λεγοντεσ • επιστατα επιστατα, απολλυμεθα. hο δε εγερθεισ επετιμησεν τω ανεμω και τω κλυδωνι του hυδατοσ • και επαυσαντο, και εγενετο γαληνη. ειπεν δε αυτοισ • που hη πιστισ hυμων; φοβηθεντεσ δε εθαυμασαν, λεγοντεσ προσ αλληλουσ • τισ αρα hουτοσ εστιν, hοτι και τοισ ανεμοισ επιτασσει και τω hυδατι, και hυπακουουσιν αυτω; και κατεπλευσαν εισ την χωραν των γαδαρηνων, hητισ εστιν αντιπερα τησ γαλιλαιασ. εξελθοντι δε αυτω επι την γην, hυπηντησεν αυτω ανηρ τισ εκ τησ πολεωσ hοσ ειχεν δαιμονια εκ κρονων hικανων, και hιματιον ουκ ενεδιδυσκετο, και εν οικια ουκ εμενεν αλλ εν τοισ μνημασιν. ιδων δε τον ιηhοσυα, και ανακραξασ προσεπεσεν αυτω και φωνη μεγαλη ειπεν • τι εμοι και σοι, ιηhοσυα hυιε του θεου του hυψιστου; δεομαι σου, μη με βασανισησ. παρηγγελλεν γαρ τω πνευματι τω ακαθαρτω εξελθειν απο του ανθρωπου • πολλοισ γαρ χρονοισ συνηρπακει αυτον, και εδεσμειτο, hαλυσεσιν και πεδαισ φυλασσομενοσ • και διαρρησσων τα δεσμα ηλαυνετο hυπο του δαιμονοσ εισ τασ ερημουσ. επηρωτησεν δε αυτον hο ιηhοσυα λεγων • τι σοι εστιν ονομα; hο δε ειπεν • λεγεων, hοτι δαιμονια πολλα εισηλθεν εισ αυτον. και παρεκαλει αυτον hινα μη επιταξη αυτοισ εισ την αβυσσον απελθειν. ην δε εκει αγελη χοιρων hικανων βοσκομενων εν τω ορει • και παρεκαλουν αυτον hινα επιτρεψη αυτοισ εισ εκεινουσ εισελθειν • και επετρεψεν αυτοισ. εξελθοντα δε τα δαιμονια απο του ανθρωπου εισηλθον εισ τουσ χοιρουσ, και hωρμησεν hη αγελη κατα του κρημνου εισ την λιμνην και απεπνιγη. ιδοντεσ δε hοι βοσκοντεσ το γεγονοσ εφυγον και απηγγειλαν εισ την πολιν και εισ τουσ αγρουσ. εξηλθον δε ιδειν το γεγονοσ, και ηλθον προσ τον ιηhοσυα, και hευρον καθημενον τον ανθρωπον, αφ hου τα δαιμονια εξεληλυθει, hιματισμενον και σωφρονουντα παρα τουσ ποδασ του ιηhοσυα, και εφοβηθησαν. απηγγειλαν δε αυτοισ και hοι ιδοντεσ πωσ εσωθη hο δαιμονισθεισ. και ηρωτησαν αυτον hαπαν το πληθοσ τησ περιχωρου των γαδαρηνων απελθειν απ αυτων, hοτι φοβω μεγαλω συνειχοντο • αυτοσ δε εμβασ εισ το πλοιον hυπεστρεψεν. εδεετο δε αυτου hο ανηρ αφ hου εξεληλυθει τα δαιμονια, ειναι συν αυτω • απελυσεν δε αυτον λεγων • hυποστρεφε εισ τον οικον σου, και διηγου hοσα εποιησεν σοι hο θεοσ. και απηλθεν, καθ hολην την πολιν κηρυσσων hοσα εποιησεν αυτω hο ιηhοσυα. εγενετο δε εν τω hυποστρεψαι τον ιηhοσυα απεδεξατο αυτον hο οχλοσ, ησαν γαρ παντεσ προσδοκωντεσ αυτον. και ιδου ηλθεν ανηρ hω ονομα ιαειροσ, (και αυτοσ αρχων τησ συναγωγησ hυπηρχεν), και πεσων παρα τουσ ποδασ του ιηhοσυα παρεκαλει αυτον εισελθειν εισ τον οικον αυτου, hοτι θυγατηρ μονογενησ ην αυτω hωσ ετων δωδεκα και hαυτη απεθνησκεν. εν δε τω hυπαγειν αυτον hοι οχλοι συνεπνιγον αυτον. και γυνη ουσα εν ρυσει hαιματοσ απο ετων δωδεκα, hητισ ιατροισ προσαναλωσασα hολον τον βιον ουκ ισχυσεν απ ουδενοσ θεραπευθηναι, προσελθουσα οπισθεν hηψατο του κρασπεδου του hιματιου αυτου • και παραχρημα εστη hη ρυσισ του hαιματοσ αυτησ. και ειπεν hο ιηhοσυα • τισ hο hαψαμενοσ μου; αρνουμενων δε παντων ειπεν hο πετροσ και hοι συν αυτω • επιστατα, hοι οχλοι συνεχουσιν σε και αποθλιβουσιν, και λεγεισ • τισ hο hαψαμενοσ μου; hο δε ιηhοσυα ειπεν • hηψατο μου τισ, εγω γαρ εγνων δυναμιν εξελθουσαν απ εμου. ιδουσα δε hη γυνη hοτι ουκ ελαθεν, τρεμουσα ηλθεν και προσπεσουσα αυτω δι hην αιτιαν hηψατο αυτου απηγγειλεν ενωπιον παντοσ του λαου, και hωσ ιαθη παραχρημα. hο δε ειπεν αυτη • θαρσει, θυγατερ • hη πιστισ σου σεσωκεν σε • πορευου εισ ειρηνην. ετι αυτου λαλουντοσ ερχεται τισ παρα του αρχισυναγωγου λεγων αυτω hοτι τεθνηκεν hη θυγατηρ σου • μη σκυλλε τον διδασκαλον. hο δε ιηhοσυα ακουσασ απεκριθη αυτω λεγων • μη φοβου, μονον πιστευε, και σωθησεται. ελθων δε εισ την οικιαν ουκ αφηκεν εισελθειν ουδενα ει μη πετρον και ιωαννην και ιακωβον και τον πατερα τησ παιδοσ και την μητερα. εκλαιον δε παντεσ και εκοπτοντο αυτην • hο δε ειπεν • μη κλαιετε, ου γαρ απεθανεν αλλα καθευδει. και κατεγελων αυτου, ειδοτεσ hοτι απεθανεν. αυτοσ δε εκβαλων παντασ εξω και κρατησασ τησ χειροσ αυτησ εφωνησεν λεγων • hη παισ, εγειρου. και επεστρεψεν το πνευμα αυτησ, και ανεστη παραχρημα, και διεταξεν αυτη δοθηναι φαγειν. και εξεστησαν hοι γονεισ αυτησ • hο δε παρηγγειλεν αυτοισ μηδενι ειπειν το γεγονοσ.

9

συγκαλεσαμενοσ δε τουσ δωδεκα εδωκεν αυτοισ δυναμιν και εξουσιαν επι παντα τα δαιμονια και νοσουσ θεραπευειν. και απεστειλεν αυτουσ κηρυσσειν την βασιλειαν του θεου και ιασθαι τουσ ασθενεισ • και ειπεν προσ αυτουσ • μηδεν αιρετε εισ την hοδον, μητε ραβδον μητε πηραν μητε αρτον μητε αργυριον, μητε ανα δυο χιτωνασ εχειν. και εισ hην αν οικιαν εισελθητε, εκει μενετε και εκειθεν εξερχεσθε. και hοσοι αν μη δεχωνται hυμασ, εξερχομενοι απο τησ πολεωσ εκεινησ και τον κονιορτον απο των ποδων hυμων αποτιναξετε εισ μαρτυριον επ αυτουσ. εξερχομενοι δε διηρχοντο κατα τασ κωμασ ευαγγελιζομενοι και θεραπευοντεσ πανταχου. ηκουσεν δε hηρωδησ hο τετραρχησ τα γινομενα hυπ αυτου παντα, και διηπορει δια το λεγεσθαι hυπο τινων hοτι ιωαννησ εγηγερται εκ νεκρων, hυπο τινων δε hοτι hηλιασ εφανη, αλλων δε hοτι προφητησ hεισ των αρχαιων ανεστη. και ειπεν hηρωδησ • ιωαννην εγω απεκεφαλισα • τισ δε εστιν hουτοσ περι hου εγω ακουω τοιαυτα; και εζητει ιδειν αυτον. και hυποστρεψαντεσ hοι αποστολοι διηγησαντο αυτω hοσα εποιησαν. και παραλαβων αυτουσ hυπεχωρησεν κατ ιδιαν εισ τοπον ερημον πολεωσ καλουμενησ βηθσαιδα. hοι δε οχλοι γνοντεσ ηκολουθησαν αυτω. και δεξαμενοσ αυτουσ ελαλει αυτοισ περι τησ βασιλειασ του θεου, και τουσ χρειαν εχοντασ θεραπειασ ιατο. hη δε hημερα ηρξατο κλινειν • προσελθοντεσ δε hοι δωδεκα ειπον αυτω • απολυσον τον οχλον, hινα πορευθεντεσ εισ τασ κυκλω κωμασ και τουσ αγρουσ καταλυσωσιν και hευρωσιν επισιτισμον, hοτι hωδε εν ερημω τοπω εσμεν. ειπεν δε προσ αυτουσ • δοτε αυτοισ hυμεισ φαγειν. hοι δε ειπον • ουκ εισιν hημιν πλειον η πεντε αρτοι και ιχθυεσ δυο, ει μητι πορευθεντεσ hημεισ αγορασωμεν εισ παντα τον λαον τουτον βρωματα. ησαν γαρ hωσει ανδρεσ πεντακισχιλιοι. ειπεν δε προσ τουσ μαθητασ αυτου • κατακλινατε αυτουσ κλισιασ ανα πεντηκοντα. και εποιησαν hουτωσ και ανεκλιναν hαπαντασ. λαβων δε τουσ πεντε αρτουσ και τουσ δυο ιχθυασ, αναβλεψασ εισ τον ουρανον ευλογησεν αυτουσ και κατεκλασεν, και εδιδου τοισ μαθηταισ παρατιθεναι τω οχλω. και εφαγον και εχορτασθησαν παντεσ, και ηρθη το περισσευσαν αυτοισ, κλασματων κοφινοι δωδεκα. και εγενετο εν τω ειναι αυτον προσευχομενον κατα μονασ συνησαν αυτω hοι μαθηται, και επηρωτησεν αυτουσ λεγων • τινα με λεγουσιν hοι οχλοι ειναι; hοι δε αποκριθεντεσ ειπον • ιωαννην τον βαπτιστην, αλλοι δε hηλιαν, αλλοι δε hοτι προφητησ τισ των αρχαιων ανεστη. ειπεν δε αυτοισ • hυμεισ δε τινα με λεγετε ειναι; αποκριθεισ δε hο πετροσ ειπεν • τον χριστον του θεου. hο δε επιτιμησασ αυτοισ παρηγγειλεν μηδενι λεγειν τουτο, ειπων hοτι δει τον hυιον του ανθρωπου πολλα παθειν και αποδοκιμασθηναι απο των πρεσβυτερων και αρχιερεων και γραμματεων και αποκτανθηναι και τη τριτη hημερα εγερθηναι. ελεγεν δε προσ παντασ • ει τισ θελει οπισω μου ερχεσθαι, αρνησασθω hεαυτον και αρατω τον σταυρον αυτου καθ hημεραν, και ακολουθειτω μοι. hοσ γαρ αν θελη την ψυχην αυτου σωσαι, απολεσει αυτην • hοσ δ αν απολεση την ψυχην αυτου hενεκεν εμου, hουτοσ σωσει αυτην. τι γαρ ωφελειται ανθρωποσ κερδησασ τον κοσμον hολον, hεαυτον δε απολεσασ η ζημιωθεισ; hοσ γαρ αν επαισχυνθη με και τουσ εμουσ λογουσ, τουτον hο hυιοσ του ανθρωπου επαισχυνθησεται, hοταν ελθη εν τη δοξη αυτου και του πατροσ και των hαγιων αγγελων. λεγω δε hυμιν αληθωσ, εισιν τινεσ των αυτου hεστωτων hοι ου μη γευσωνται θανατου hεωσ αν ιδωσιν την βασιλειαν του θεου. εγενετο δε μετα τουσ λογουσ τουτουσ, hωσει hημεραι οκτω, και παραλαβων πετρον και ιωαννην και ιακωβον ανεβη εισ το οροσ προσευξασθαι. και εγενετο εν τω προσευχεσθαι αυτον το ειδοσ του προσωπου αυτου hετερον και hο hιματισμοσ αυτου λευκοσ εξαστραπτων. και ιδου ανδρεσ δυο συνελαλουν αυτω, hοιτινεσ ησαν μωυσησ και hηλιασ, hοι οφθεντεσ εν δοξη ελεγον την εξοδον αυτου hην ημελλεν πληρουν εν hιερουσαλημ. hο δε πετροσ και hοι συν αυτω ησαν βεβαρημενοι hυπνω • διαγρηγορησαντεσ δε ιδον την δοξαν αυτου και τουσ δυο ανδρασ τουσ συνεστωτασ αυτω. και εγενετο εν τω διαχωριζεσθαι αυτουσ απ αυτου ειπεν πετροσ προσ τον ιηhοσυα • επιστατα, καλον εστιν hημασ hωδε ειναι, και ποιησωμεν σκηνασ τρεισ, μιαν σοι και μιαν μωυσει και μιαν hηλια, μη ειδωσ hο λεγει. ταυτα δε αυτου λεγοντοσ εγενετο νεφελη και επεσκιασεν αυτουσ • εφοβηθησαν δε εν τω εισελθειν αυτουσ εισ την νεφελην. και φωνη εγενετο εκ τησ νεφελησ λεγουσα • hουτοσ εστιν hο hυιοσ μου hο αγαπητοσ, αυτου ακουετε. και εν τω γενεσθαι την φωνην hευρεθη ιηhοσυα μονοσ. και αυτοι εσιγησαν και ουδενι απηγγειλαν εν εκειναισ ταισ hημεραισ ουδεν hων hεωρακασιν. εγενετο δε εν τη hεξησ hημερα κατελθοντων αυτων απο του ορουσ συνηντησεν αυτω οχλοσ πολυσ. και ιδου ανηρ απο του οχλου ανεβοησεν λεγων • διδασκαλε, δεομαι σου, επιβλεψαι επι τον hυιον μου, hοτι μονογενησ μοι εστιν, και ιδου πνευμα λαμβανει αυτον και εξαιφνησ κραζει και σπαρασσει αυτον μετα αφρου, και μογισ αποχωρει απ αυτου συντριβον αυτον. και εδεηθην των μαθητων σου hινα εκβαλωσιν αυτο, και ουκ ηδυνηθησαν. αποκριθεισ δε hο ιηhοσυα ειπεν • ω γενεα απιστοσ και διεστραμμενη, hεωσ ποτε εσομαι προσ hυμασ και ανεξομαι hυμων; προσαγαγε hωδε τον hυιον σου. ετι δε προσερχομενου αυτου ερρηξεν αυτον το δαιμονιον και συνεσπαραξεν • επετιμησεν δε hο ιηhοσυα τω πνευματι τω ακαθαρτω, και ιασατο τον παιδα και απεδωκεν αυτον τω πατρι αυτου. εξεπλησσοντο δε παντεσ επι τη μεγαλειοτητι του θεου. παντων δε θαυμαζοντων επι πασιν hοισ εποιει hο ιηhοσυα, ειπεν προσ τουσ μαθητασ αυτου • θεσθε hυμεισ εισ τα ωτα hυμων τουσ λογουσ τουτουσ • hο γαρ hυιοσ του ανθρωπου μελλει παραδιδοσθαι εισ χειρασ ανθρωπων. hοι δε ηγνοουν το ρημα τουτο, και ην παρακεκαλυμμενον απ αυτων hινα μη αισθωνται αυτο, και εφοβουντο ερωτησαι αυτον περι του ρηματοσ τουτου. εισηλθεν δε διαλογισμοσ εν αυτοισ, το τισ αν ειη μειζων αυτων. hο δε ιηhοσυα ιδων τον διαλογισμον τησ καρδιασ αυτων, επιλαβομενοσ παιδιου εστησεν αυτο παρ hεαυτω, και ειπεν αυτοισ • hοσ εαν δεξηται τουτο το παιδιον επι τω ονοματι μου, εμε δεχεται • και hοσ εαν εμε δεξηται, δεχεται τον αποστειλαντα με • hο γαρ μικροτεροσ εν πασιν hυμιν hυπαρχων, hουτοσ εστιν μεγασ. αποκριθεισ δε hο ιωαννησ ειπεν • επιστατα, ειδομεν τινα επι τω ονοματι σου εκβαλλοντα δαιμονια, και εκωλυσαμεν αυτον, hοτι ουκ ακολουθει μεθ hημων. και ειπεν προσ αυτον hο ιηhοσυα • μη κωλυετε • hοσ γαρ ουκ εστιν καθ hυμων, hυπερ hυμων εστιν. εγενετο δε εν τω συμπληρουσθαι τασ hημερασ τησ αναλημψεωσ αυτου, και αυτοσ το προσωπον αυτου εστηριξεν του πορευεσθαι εισ hιερουσαλημ • και απεστειλεν αγγελουσ προ προσωπου hεαυτου. και πορευθεντεσ εισηλθον εισ κωμην σαμαρειτων, hωστε hετοιμασαι αυτω • και ουκ εδεξαντο αυτον, hοτι το προσωπον αυτου ην πορευομενον εισ hιερουσαλημ. ιδοντεσ δε hοι μαθηται αυτου ιακωβοσ και ιωαννησ ειπον • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θελεισ ειπωμεν πυρ καταβηναι απο του ουρανου και αναλωσαι αυτουσ, hωσ και hηλιασ εποιησεν; στραφεισ δε επετιμησεν αυτοισ [και ειπεν • ουκ οιδατε hοιου πνευματοσ εστε hυμεισ]. και επορευθησαν εισ hετεραν κωμην. εγενετο δε πορευομενων αυτων εν τη hοδω ειπεν τισ προσ αυτον • ακολουθησω σοι hοπου εαν απερχη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. και ειπεν αυτω hο ιηhοσυα • hαι αλωπεκεσ φωλεουσ εχουσιν και τα πετεινα του ουρανου κατασκηνωσεισ, hο δε hυιοσ του ανθρωπου ουκ εχει που την κεφαλην κλινη. ειπεν δε προσ hετερον • ακολουθει μοι. hο δε ειπεν • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, επιτρεψον μοι απελθοντι πρωτον θαψαι τον πατερα μου. ειπεν δε αυτω hο ιηhοσυα • αφεσ τουσ νεκρουσ θαψαι τουσ hεαυτων νεκρουσ, συ δε απελθων διαγγελλε την βασιλειαν του θεου. ειπεν δε και hετεροσ • ακολουθησω σοι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh • πρωτον δε επιτρεψον μοι αποταξασθαι τοισ εισ τον οικον μου. ειπεν δε hο ιηhοσυα προσ αυτον • ουδεισ επιβαλων την χειρα αυτου επ αροτρον και βλεπων εισ τα οπισω ευθετοσ εστιν τη βασιλεια του θεου.

10

μετα δε ταυτα ανεδειξεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh και hετερουσ hεβδομηκοντα, και απεστειλεν αυτουσ ανα δυο προ προσωπου αυτου εισ πασαν πολιν και τοπον hου ημελλεν αυτοσ ερχεσθαι. ελεγεν ουν προσ αυτουσ • hο μεν θερισμοσ πολυσ, hοι δε εργαται ολιγοι • δεηθητε ουν φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του θερισμου hοπωσ εκβαλη εργατασ εισ τον θερισμον αυτου. hυπαγετε • ιδου εγω αποστελλω hυμασ hωσ αρνασ εν μεσω λυκων. μη βασταζετε βαλλαντιον, μη πηραν, μηδε hυποδηματα, και μηδενα κατα την hοδον ασπασησθε. εισ hην δ αν οικιαν εισερχησθε, πρωτον λεγετε • ειρηνη τω οικω τουτω. και εαν η εκει hυιοσ ειρηνησ, επαναπαυσεται επ αυτον hη ειρηνη hυμων • ει δε μη γε, εφ hυμασ ανακαμψει. εν αυτη δε τη οικια μενετε εσθιοντεσ και πινοντεσ τα παρ αυτων • αξιοσ γαρ hο εργατησ του μισθου αυτου εστιν. μη μεταβαινετε εξ οικιασ εισ οικιαν. και εισ hην αν πολιν εισερχησθε και δεχωνται hυμασ, εσθιετε τα παρατιθεμενα hυμιν, και θεραπευετε τουσ εν αυτη ασθενεισ και λεγετε αυτοισ • ηγγικεν εφ hυμασ hη βασιλεια του θεου. εισ hην δ αν πολιν εισελθητε και μη δεχωνται hυμασ, εξελθοντεσ εισ τασ πλατειασ αυτησ ειπατε • και τον κονιορτον τον κολληθεντα hημιν εκ τησ πολεωσ hυμων εισ τουσ ποδασ hημων απομασσομεθα hυμιν • πλην τουτο γινωσκετε hοτι ηγγικεν hη βασιλεια του θεου. λεγω hυμιν hοτι σοδομοισ εν τη hημερα εκεινη ανεκτοτερον εσται η τη πολει εκεινη. ουαι σοι χοραζειν, ουαι σοι βηθσαιδα • hοτι ει εν τυρω και σιδωνι εγενοντο hαι δυναμεισ hαι γενομεναι εν hυμιν, παλαι αν εν σακκω και σποδω καθημενοι μετενοησαν. πλην τυρω και σιδωνι ανεκτοτερον εσται εν τη κρισει η hυμιν. και συ καπερναουμ, hη hεωσ του ουρανου hυψωθεισα, hεωσ hαδου καταβιβασθηση. hο ακουων hυμων εμου ακουει, και hο αθετων hυμασ εμε αθετει • hο δε εμε αθετων αθετει τον αποστειλαντα με. hυπεστρεψαν δε hοι hεβδομηκοντα μετα χαρασ λεγοντεσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και τα δαιμονια hυποτασσεται hημιν εν τω ονοματι σου. ειπεν δε αυτοισ • εθεωρουν τον σαταναν hωσ αστραπην εκ του ουρανου πεσοντα. ιδου διδωμι hυμιν την εξουσιαν του πατειν επανω οφεων και σκορπιων, και επι πασαν την δυναμιν του εχθρου, και ουδεν hυμασ ου μη αδικησει. πλην εν τουτω μη χαιρετε hοτι τα πνευματα hυμιν hυποτασσεται, χαιρετε δε hοτι τα ονοματα hυμων εγγεγραπται εν τοισ ουρανοισ. εν αυτη τη hωρα ηγαλλιασατο τω πνευματι hο ιηhοσυα και ειπεν • εξομολογουμαι σοι πατερ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh του ουρανου και τησ γησ, hοτι απεκρυψασ ταυτα απο σοφων και συνετων και απεκαλυψασ αυτα νηπιοισ • ναι hο πατηρ, hοτι hουτωσ εγενετο ευδοκια εμπροσθεν σου. παντα μοι παρεδοθη hυπο του πατροσ μου, και ουδεισ γινωσκει τισ εστιν hο hυιοσ ει μη hο πατηρ, και τισ εστιν hο πατηρ ει μη hο hυιοσ και hω εαν βουληται hο hυιοσ αποκαλυψαι. και στραφεισ προσ τουσ μαθητασ κατ ιδιαν ειπεν • μακαριοι hοι οφθαλμοι hοι βλεποντεσ hα βλεπετε. λεγω γαρ hυμιν hοτι πολλοι προφηται και βασιλεισ ηθελησαν ιδειν hα hυμεισ βλεπετε, και ουκ ειδoν, και ακουσαι hα ακουετε, και ουκ ηκουσαν. και ιδου νομικοσ τισ ανεστη εκπειραζων αυτον και λεγων • διδασκαλε, τι ποιησασ ζωην αιωνιον κληρονομησω; hο δε ειπεν προσ αυτον • εν τω νομω τι γεγραπται; πωσ αναγινωσκεισ; hο δε αποκριθεισ ειπεν • αγαπησεισ κυριον τον θεον σου εξ hολησ τησ καρδιασ σου και εξ hολησ τησ ψυχησ σου και εξ hολησ τησ ισχυοσ σου και εξ hολησ τησ διανοιασ σου, και τον πλησιον σου hωσ σεαυτον. ειπεν δε αυτω • ορθωσ απεκριθησ • τουτο ποιει, και ζηση. hο δε θελων δικαιωσαι hεαυτον ειπεν προσ τον ιηhοσυα • και τισ εστιν μου πλησιον; hυπολαβων δε hο ιηhοσυα ειπεν • ανθρωποσ τισ κατεβαινεν απο hιερουσαλημ εισ hιεριχω και λησταισ περιεπεσεν, hοι και εκδυσαντεσ αυτον και πληγασ επιθεντεσ απηλθον, αφεντεσ hημιθανη τυγχανοντα. κατα συγκυριαν δε hιερευσ τισ κατεβαινεν εν τη hοδω εκεινη, και ιδων αυτον αντιπαρηλθεν • hομοιωσ δε και λευιτησ γενομενοσ κατα τον τοπον, ελθων και ιδων αντιπαρηλθεν. σαμαρειτησ δε τισ hοδευων ηλθεν κατ αυτον και ιδων εσπλαγχνισθη, και προσελθων κατεδησεν τα τραυματα αυτου επιχεων ελαιον και οινον, επιβιβασασ δε αυτον επι το ιδιον κτηνοσ ηγαγεν αυτον εισ πανδοχειον και επεμεληθη αυτου. και επι την αυριον εξελθων εκβαλων δυο δηναρια εδωκεν τω πανδοχει και ειπεν αυτω • επιμεληθητι αυτου, και hο τι αν προσδαπανησησ εγω εν τω επανερχεσθαι με αποδωσω σοι. τισ τουτων των τριων πλησιον δοκει σοι γεγονεναι του εμπεσοντοσ εισ τουσ ληστασ; hο δε ειπεν • hο ποιησασ το ελεοσ μετ αυτου. ειπεν δε αυτω hο ιηhοσυα • πορευου και συ ποιει hομοιωσ. εγενετο δε εν τω πορευεσθαι αυτουσ και αυτοσ εισηλθεν εισ κωμην τινα. γυνη δε τισ ονοματι μαρθα hυπεδεξατο αυτον εισ τον οικον αυτησ. και τηδε ην αδελφη καλουμενη μαρια, hη και παρακαθεσθεισα παρα τουσ ποδασ του ιηhοσυα ηκουεν τον λογον αυτου • hη δε μαρθα περιεσπατο περι πολλην διακονιαν • επιστασα δε ειπεν • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ου μελει σοι hοτι hη αδελφη μου μονην με κατελειπεν διακονειν; ειπε ουν αυτη hινα μοι συναντιλαβηται. αποκριθεισ δε ειπεν αυτη hο ιηhοσυα • μαρθα μαρθα, μεριμνασ και τυρβαζη περι πολλα, hενοσ δε εστιν χρεια • μαρια δε την αγαθην μεριδα εξελεξατο hητισ ουκ αφαιρεθησεται απ αυτησ.

11

και εγενετο εν τω ειναι αυτον εν τοπω τινι προσευχομενον, hωσ επαυσατο, ειπεν τισ των μαθητων αυτου προσ αυτον • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, διδαξον hημασ προσευχεσθαι, καθωσ και ιωαννησ εδιδαξεν τουσ μαθητασ αυτου. ειπεν δε αυτοισ • hοταν προσευχεσθε, λεγετε • πατερ, hαγιασθητω το ονομα σου • ελθετω hη βασιλεια σου • τον αρτον hημων τον επιουσιον διδου hημιν το καθ hημεραν • και αφεσ hημιν τασ hαμαρτιασ hημων, και γαρ αυτοι αφιομεν παντι οφειλοντι hημιν • και μη εισενεγκησ hημασ εισ πειρασμον. και ειπεν προσ αυτουσ • τισ εξ hυμων hεξει φιλον, και πορευσεται προσ αυτον μεσονυκτιου και ειπη αυτω • φιλε, χρησον μοι τρεισ αρτουσ, επειδη φιλοσ μου παρεγενετο εξ hοδου προσ με και ουκ εχω hο παραθησω αυτω • κακεινοσ εσωθεν αποκριθεισ ειπη • μη μοι κοπουσ παρεχε • ηδη hη θυρα κεκλεισται, και τα παιδια μου μετ εμου εισ την κοιτην εισιν • ου δυναμαι αναστασ δουναι σοι. λεγω hυμιν, ει και ου δωσει αυτω αναστασ δια το ειναι αυτου φιλον, δια γε την αναιδειαν αυτου εγερθεισ δωσει αυτω hοσων χρηζει. καγω hυμιν λεγω, αιτειτε, και δοθησεται hυμιν • ζητειτε, και hευρησετε • κρουετε, και ανοιγησεται hυμιν • πασ γαρ hο αιτων λαμβανει, και hο ζητων hευρισκει, και τω κρουοντι ανοιγησεται. τινα δε εξ hυμων τον πατερα αιτησει hο hυιοσ αρτον, μη λιθον επιδωσει αυτω; η και ιχθυν, μη αντι ιχθυοσ οφιν επιδωσει αυτω; η και εαν αιτησει ωον, μη επιδωσει αυτω σκορπιον; ει ουν hυμεισ πονηροι hυπαρχοντεσ οιδατε δοματα αγαθα διδοναι τοισ τεκνοισ hυμων, ποσω μαλλον hο πατηρ hο εξ ουρανου δωσει πνευμα hαγιον τοισ αιτουσιν αυτον. και ην εκβαλλων δαιμονιον, και αυτο ην κωφον • εγενετο δε του δαιμονιου εξελθοντοσ ελαλησεν hο κωφοσ • και εθαυμασαν hοι οχλοι. τινεσ δε εξ αυτων ειπον • εν βεελζεβουλ τω αρχοντι των δαιμονιων εκβαλλει τα δαιμονια • hετεροι δε πειραζοντεσ σημειον εξ ουρανου εζητουν παρ αυτου. αυτοσ δε ειδωσ αυτων τα διανοηματα ειπεν αυτοισ • πασα βασιλεια εφ hεαυτην διαμερισθεισα ερημουται, και οικοσ επι οικον πιπτει. ει δε και hο σατανασ εφ hεαυτον διεμερισθη, πωσ σταθησεται hη βασιλεια αυτου; hοτι λεγετε εν βεελζεβουλ εκβαλλειν με τα δαιμονια. ει δε εγω εν βεελζεβουλ εκβαλλω τα δαιμονια, hοι hυιοι hυμων εν τινι εκβαλλουσιν; δια τουτο αυτοι κριται hυμων εσονται. ει δε εν δακτυλω θεου εκβαλλω τα δαιμονια, αρα εφθασεν εφ hυμασ hη βασιλεια του θεου. hοταν hο ισχυροσ καθωπλισμενοσ φυλασση την hεαυτου αυλην, εν ειρηνη εστιν τα hυπαρχοντα αυτου • επαν δε hο ισχυροτεροσ αυτου επελθων νικηση αυτον, την πανοπλιαν αυτου αιρει εφ hη επεποιθει, και τα σκυλα αυτου διαδιδωσιν. hο μη ων μετ εμου κατ εμου εστιν, και hο μη συναγων μετ εμου σκορπιζει. hοταν το ακαθαρτον πνευμα εξελθη απο του ανθρωπου, διερχεται δι ανυδρων τοπων ζητουν αναπαυσιν, και μη hευρισκον λεγει • hυποστρεψω εισ τον οικον μου hοθεν εξηλθον • και ελθον hευρισκει σεσαρωμενον και κεκοσμημενον. τοτε πορευεται και παραλαμβανει hεπτα hετερα πνευματα πονηροτερα hεαυτου, και εισελθοντα κατοικει εκει • και γινεται τα εσχατα του ανθρωπου εκεινου χειρονα των πρωτων. εγενετο δε εν τω λεγειν αυτον ταυτα επαρασα τισ γυνη φωνην εκ του οχλου ειπεν αυτω • μακαρια hη κοιλια hη βαστασασα σε και μαστοι hουσ εθηλασασ. αυτοσ δε ειπεν • μενουν μακαριοι hοι ακουοντεσ τον λογον του θεου και φυλασσοντεσ. των δε οχλων επαθροιζομενων ηρξατο λεγειν • hη γενεα hαυτη γενεα πονηρα εστιν • σημειον ζητει, και σημειον ου δοθησεται αυτη ει μη το σημειον ιωνα. καθωσ γαρ εγενετο ιωνασ σημειον τοισ νινευιταισ, hουτωσ εσται και hο hυιοσ του ανθρωπου τη γενεα ταυτη. βασιλισσα νοτου εγερθησεται εν τη κρισει μετα των ανδρων τησ γενεασ ταυτησ και κατακρινει αυτουσ • hοτι ηλθεν εκ των περατων τησ γησ ακουσαι την σοφιαν σολομωνοσ, και ιδου πλειον σολομωνοσ hωδε. ανδρεσ νινευιται αναστησονται εν τη κρισει μετα τησ γενεασ ταυτησ και κατακρινουσιν αυτην • hοτι μετενοησαν εισ το κηρυγμα ιωνα, και ιδου πλειον ιωνα hωδε. ουδεισ δε λυχνον hαψασ εισ κρυπτην τιθησιν ουδε hυπο τον μοδιον, αλλ επι την λυχνιαν, hινα hοι εισπορευομενοι το φεγγοσ βλεπωσιν. hο λυχνοσ του σωματοσ εστιν hο οφθαλμοσ σου. hοταν hο οφθαλμοσ σου hαπλουσ η, και hολον το σωμα σου φωτεινον εστιν • επαν δε πονηροσ η, και το σωμα σου σκοτεινον. σκοπει ουν μη το φωσ το εν σοι σκοτοσ εστιν. ει ουν το σωμα σου hολον φωτεινον, μη εχον μεροσ τι σκοτεινον, εσται φωτεινον hολον hωσ hοταν hο λυχνοσ τη αστραπη φωτιζη σε. εν δε τω λαλησαι ηρωτα αυτον φαρισαιοσ τισ hοπωσ αριστηση παρ αυτω • εισελθων δε ανεπεσεν. hο δε φαρισαιοσ ιδων εθαυμασεν hοτι ου πρωτον εβαπτισθη προ του αριστου. ειπεν δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ αυτον • νυν hυμεισ hοι φαρισαιοι το εξωθεν του ποτηριου και του πινακοσ καθαριζετε, το δε εσωθεν hυμων γεμει hαρπαγησ και πονηριασ. αφρονεσ, ουχ hο ποιησασ το εξωθεν και το εσωθεν εποιησεν; πλην τα ενοντα δοτε ελεημοσυνην, και ιδου παντα καθαρα hυμιν εστιν. αλλα ουαι hυμιν τοισ φαρισαιοισ, hοτι αποδεκατουτε το hηδυοσμον και το πηγανον και παν λαχανον, και παρερχεσθε την κρισιν και την αγαπην του θεου • ταυτα εδει ποιησαι κακεινα μη αφιεναι. ουαι hυμιν τοισ φαρισαιοισ, hοτι αγαπατε την πρωτοκαθεδριαν εν ταισ συναγωγαισ και τουσ ασπασμουσ εν ταισ αγοραισ. ουαι hυμιν, hοτι εστε hωσ τα μνημεια τα αδηλα, και hοι ανθρωποι περιπατουντεσ επανω ουκ οιδασιν. αποκριθεισ δε τισ των νομικων λεγει αυτω • διδασκαλε, ταυτα λεγων και hημασ hυβριζεισ. hο δε ειπεν • και hυμιν τοισ νομικοισ ουαι, hοτι φορτιζετε τουσ ανθρωπουσ φορτια δυσβαστακτα, και αυτοι hενι των δακτυλων hυμων ου προσψαυετε τοισ φορτιοισ. ουαι hυμιν, hοτι οικοδομειτε τα μνημεια των προφητων, hοι δε πατερεσ hυμων απεκτειναν αυτουσ. αρα μαρτυρειτε και συνευδοκειτε τοισ εργοισ των πατερων hυμων, hοτι αυτοι μεν απεκτειναν αυτουσ, hυμεισ δε οικοδομειτε αυτων τα μνημεια. δια τουτο και hη σοφια του θεου ειπεν • αποστελω εισ αυτουσ προφητασ και αποστολουσ, και εξ αυτων αποκτενουσιν και εκδιωξουσιν, hινα εκζητηθη το hαιμα παντων των προφητων το εκχυννομενον απο καταβολησ κοσμου απο τησ γενεασ ταυτησ, απο του hαιματοσ αβελ hεωσ του hαιματοσ ζαχαριου του απολομενου μεταξυ του θυσιαστηριου και του οικου • ναι λεγω hυμιν, εκζητηθησεται απο τησ γενεασ ταυτησ. ουαι hυμιν τοισ νομικοισ, hοτι ηρατε την κλειδα τησ γνωσεωσ • αυτοι ουκ εισηλθατε και τουσ εισερχομενουσ εκωλυσατε. λεγοντοσ δε αυτου ταυτα προσ αυτουσ ηρξαντο hοι γραμματεισ και hοι φαρισαιοι δεινωσ ενεχειν και αποστοματιζειν αυτον περι πλειονων, ενεδρευοντεσ αυτον, θηρευσαι τι εκ του στοματοσ αυτου.

12

εν hοισ επισυναχθεισων των μυριαδων του οχλου, hωστε καταπατειν αλληλουσ, ηρξατο λεγειν προσ τουσ μαθητασ αυτου πρωτον • προσεχετε hεαυτοισ απο τησ ζυμησ των φαρισαιων, hητισ εστιν hυποκρισισ. ουδεν δε συγκεκαλυμμενον εστιν hο ουκ αποκαλυφθησεται, και κρυπτον hο ου γνωσθησεται. ανθ hων hοσα εν τη σκοτια ειπατε, εν τω φωτι ακουσθησεται, και hο προσ το ουσ ελαλησατε εν τοισ ταμειοισ, κηρυχθησεται επι των δωματων. λεγω δε hυμιν τοισ φιλοισ μου, μη φοβηθητε απο των αποκτεννοντων το σωμα και μετα ταυτα μη εχοντων περισσοτερον τι ποιησαι. hυποδειξω δε hυμιν τινα φοβηθητε • φοβηθητε τον μετα το αποκτειναι εχοντα εξουσιαν εμβαλειν εισ την γεενναν. ναι λεγω hυμιν, τουτον φοβηθητε. ουχι πεντε στρουθια πωλειται ασσαριων δυο; και hεν εξ αυτων ουκ εστιν επιλελησμενον ενωπιον του θεου. αλλα και hαι τριχεσ τησ κεφαλησ hυμων πασαι ηριθμηνται. μη ουν φοβεισθε • πολλων στρουθιων διαφερετε. λεγω δε hυμιν, πασ hοσ αν hομολογηση εν εμοι εμπροσθεν των ανθρωπων, και hο hυιοσ του ανθρωπου hομολογησει εν αυτω εμπροσθεν των αγγελων του θεου • hο δε αρνησαμενοσ με ενωπιον των ανθρωπων απαρνηθησεται ενωπιον των αγγελων του θεου. και πασ hοσ ερει λογον εισ τον hυιον του ανθρωπου, αφεθησεται αυτω • τω δε εισ το hαγιον πνευμα βλασφημησαντι ουκ αφεθησεται. hοταν δε προσφερωσιν hυμασ επι τασ συναγωγασ και τασ αρχασ και τασ εξουσιασ, μη μεριμνατε πωσ η τι απολογησησθε η τι ειπητε • το γαρ hαγιον πνευμα διδαξει hυμασ εν αυτη τη hωρα hα δει ειπειν. ειπεν δε τισ αυτω εκ του οχλου • διδασκαλε, ειπε τω αδελφω μου μερισασθαι μετ εμου την κληρονομιαν. hο δε ειπεν αυτω • ανθρωπε, τισ με κατεστησεν δικαστην η μεριστην εφ hυμασ; ειπεν δε προσ αυτουσ • hορατε και φυλασσεσθε απο πασησ πλεονεξιασ, hοτι ουκ εν τω περισσευειν τινι hη ζωη αυτου εστιν εκ των hυπαρχοντων αυτω. ειπεν δε παραβολην προσ αυτουσ λεγων • ανθρωπου τινοσ πλουσιου ευφορησεν hη χωρα. και διελογιζετο εν hεαυτω λεγων • τι ποιησω, hοτι ουκ εχω που συναξω τουσ καρπουσ μου; και ειπεν • τουτο ποιησω, καθελω μου τασ αποθηκασ και μειζονασ οικοδομησω, και συναξω εκει παντα τα γενηματα μου και τα αγαθα μου, και ερω τη ψυχη μου • ψυχη, εχεισ πολλα αγαθα κειμενα εισ ετη πολλα • αναπαυου, φαγε, πιε, ευφραινου. ειπεν δε αυτω hο θεοσ • αφρων, ταυτη τη νυκτι την ψυχην σου απαιτουσιν απο σου • hα δε hητοιμασασ, τινι εσται; hουτωσ hο θησαυριζων hεαυτω και μη εισ θεον πλουτων. ειπεν δε προσ τουσ μαθητασ αυτου • δια τουτο hυμιν λεγω, μη μεριμνατε τη ψυχη τι φαγητε, μηδε τω σωματι τι ενδυσησθε. hη ψυχη πλειον εστιν τησ τροφησ και το σωμα του ενδυματοσ. κατανοησατε τουσ κορακασ, hοτι ου σπειρουσιν ουδε θεριζουσιν, hοισ ουκ εστιν ταμειον ουδε αποθηκη, και hο θεοσ τρεφει αυτουσ • ποσω μαλλον hυμεισ διαφερετε των πετεινων. τισ δε εξ hυμων μεριμνων δυναται προσθειναι επι την hηλικιαν αυτου πηχυν hενα; ει ουν ουτε ελαχιστον δυνασθε, τι περι των λοιπων μεριμνατε; κατανοησατε τα κρινα, πωσ αυξανει • ου κοπια ουδε νηθει • λεγω δε hυμιν, ουδε σολομων εν παση τη δοξη αυτου περιεβαλετο hωσ hεν τουτων. ει δε τον χορτον σημερον εν αγρω οντα και αυριον εισ κλιβανον βαλλομενον hο θεοσ hουτωσ αμφιεννυσιν, ποσω μαλλον hυμασ, ολιγοπιστοι. και hυμεισ μη ζητειτε τι φαγητε η τι πιητε, και μη μετεωριζεσθε • ταυτα γαρ παντα τα εθνη του κοσμου επιζητει, hυμων δε hο πατηρ οιδεν hοτι χρηζετε τουτων. πλην ζητειτε την βασιλειαν αυτου, και ταυτα προστεθησεται hυμιν. μη φοβου, το μικρον ποιμνιον, hοτι ευδοκησεν hο πατηρ hυμων δουναι hυμιν την βασιλειαν. πωλησατε τα hυπαρχοντα hυμων και δοτε ελεημοσυνην • ποιησατε hεαυτοισ βαλλαντια μη παλαιουμενα, θησαυρον ανεκλειπτον εν τοισ ουρανοισ, hοπου κλεπτησ ουκ εγγιζει ουδε σησ διαφθειρει • hοπου γαρ εστιν hη θησαυροσ hυμων, εκει και hη καρδια hυμων εσται. εστωσαν hυμων hαι οσφυεσ περιεζωσμεναι και hοι λυχνοι καιομενοι • και hυμεισ hομοιοι ανθρωποισ προσδεχομενοισ τον κυριον hεαυτων, ποτε αναλυση εκ των γαμων, hινα ελθοντοσ και κρουσαντοσ ευθεωσ ανοιξωσιν αυτω. μακαριοι hοι δουλοι εκεινοι, hουσ ελθων hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh hευρησει γρηγορουντασ. αμην λεγω hυμιν hοτι περιζωσεται και ανακλινει αυτουσ και παρελθων διακονησει αυτοισ. και εαν ελθη εν τη δευτερα φυλακη και εν τη τριτη φυλακη ελθη και hευρη hουτωσ, μακαριοι εισιν εκεινοι. τουτο δε γινωσκετε, hοτι ει ηδει hο οικοδεσποτησ ποια hωρα hο κλεπτησ ερχεται, εγρηγορησεν αν και ουκ αφηκεν διορυγηναι τον οικον αυτου. και hυμεισ ουν γινεσθε hετοιμοι, hοτι hη hωρα ου δοκειτε hο hυιοσ του ανθρωπου ερχεται. ειπεν δε αυτω hο πετροσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, προσ hημασ την παραβολην ταυτην λεγεισ η και προσ παντασ; ειπεν δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh • τισ αρα εστιν hο πιστοσ οικονομοσ και φρονιμοσ, hον καταστησει hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh επι τησ θεραπειασ αυτου του διδοναι εν καιρω το σιτομετριον; μακαριοσ hο δουλοσ εκεινοσ, hον ελθων hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου hευρησει ποιουντα hουτωσ. αληθωσ λεγω hυμιν hοτι επι πασιν τοισ hυπαρχουσιν αυτου καταστησει αυτον. εαν δε ειπη hο δουλοσ εκεινοσ εν τη καρδια αυτου • χρονιζει hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου ερχεσθαι, και αρξηται τυπτειν τουσ παιδασ και τασ παιδισκασ, εσθιειν τε και πινειν και μεθυσκεσθαι, hηξει hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh του δουλου εκεινου εν hημερα hη ου προσδοκα και εν hωρα hη ου γινωσκει, και διχοτομησει αυτον και το μεροσ αυτου μετα των απιστων θησει. εκεινοσ δε hο δουλοσ hο γνουσ το θελημα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hεαυτου και μη hετοιμασασ μηδε ποιησασ προσ το θελημα αυτου δαρησεται πολλασ • hο δε μη γνουσ, ποιησασ δε αξια πληγων, δαρησεται ολιγασ. παντι δε hω εδοθη πολυ, πολυ ζητηθησεται παρ αυτου, και hω παρεθεντο πολυ, περισσοτερον αιτησουσιν αυτον. πυρ ηλθον βαλειν επι την γην, και τι θελω ει ηδη ανηφθη. βαπτισμα δε εχω βαπτισθηναι, και πωσ συνεχομαι hεωσ hοτου τελεσθη. δοκειτε hοτι ειρηνην παρεγενομην δουναι εν τη γη; ουχι λεγω hυμιν, αλλ η διαμερισμον. εσονται γαρ απο του νυν πεντε εν οικω hενι διαμεμερισμενοι, τρεισ επι δυσιν και δυο επι τρισιν διαμερισθησονται, πατηρ εφ hυιω και hυιοσ επι πατρι, μητηρ επι θυγατρι και θυγατηρ επι μητρι, πενθερα επι την νυμφην αυτησ και νυμφη επι την πενθεραν αυτησ. ελεγεν δε και τοισ οχλοισ • hοταν ιδητε νεφελην ανατελλουσαν απο δυσμων, ευθεωσ λεγετε hοτι ομβροσ ερχεται, και γινεται hουτωσ • και hοταν νοτον πνεοντα, λεγετε hοτι καυσων εσται, και γινεται. hυποκριται, το προσωπον τησ γησ και του ουρανου οιδατε δοκιμαζειν, τον δε καιρον τουτον πωσ ου δοκιμαζετε; τι δε και αφ hεαυτων ου κρινετε το δικαιον; hωσ γαρ hυπαγεισ μετα του αντιδικου σου επ αρχοντα, εν τη hοδω δοσ εργασιαν απηλλαχθαι απ αυτου, μηποτε κατασυρη σε προσ τον κριτην, και hο κριτησ σε παραδωσει τω πρακτορι, και hο πρακτωρ σε βαλει εισ φυλακην. λεγω σοι, ου μη εξελθησ εκειθεν, hεωσ και το εσχατον λεπτον αποδωσ.

13

παρησαν δε τινεσ εν αυτω τω καιρω απαγγελλοντεσ αυτω περι των γαλιλαιων hων το hαιμα πειλατοσ εμιξεν μετα των θυσιων αυτων. και αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • δοκειτε hοτι hοι γαλιλαιοι hουτοι hαμαρτωλοι παρα παντασ τουσ γαλιλαιουσ εγενοντο, hοτι τοιαυτα πεπονθασιν; ουχι λεγω hυμιν, αλλ εαν μη μετανοησητε, παντεσ hωσαυτωσ απολεισθε. η εκεινοι hοι δεκα και οκτω, εφ hουσ επεσεν hο πυργοσ εν τω σιλωαμ και απεκτεινεν αυτουσ, δοκειτε hοτι αυτοι οφειλεται εγενοντο παρα παντασ τουσ ανθρωπουσ τουσ κατοικουντασ hιερουσαλημ; ουχι λεγω hυμιν, αλλ εαν μη μετανοησητε, παντεσ hομοιωσ απολεισθε. ελεγεν δε ταυτην την παραβολην • συκην ειχεν τισ εν τω αμπελωνι αυτου πεφυτευμενην • και ηλθεν ζητων καρπον εν αυτη και ουχ hευρεν. ειπεν δε προσ τον αμπελουργον • ιδου τρια ετη ερχομαι ζητων καρπον εν τη συκη ταυτη και ουχ hευρισκω • εκκοψον αυτην • hινατι και την γην καταργει; hο δε αποκριθεισ λεγει αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αφεσ αυτην και τουτο το ετοσ, hεωσ hοτου σκαψω περι αυτην και βαλω κοπρια, καν μεν ποιηση καρπον • ει δε μη γε, εισ το μελλον εκκοψεισ αυτην. ην δε διδασκων εν μια των συναγωγων εν τοισ σαββασιν. και ιδου γυνη ην πνευμα εχουσα ασθενειασ ετη δεκα και οκτω, και ην συγκυπτουσα και μη δυναμενη ανακυψαι εισ το παντελεσ. ιδων δε αυτην hο ιηhοσυα προσεφωνησεν και ειπεν αυτη • γυναι, απολελυσαι τησ ασθενειασ σου. και επεθηκεν αυτη τασ χειρασ • και παραχρημα ανωρθωθη, και εδοξαζεν τον θεον. αποκριθεισ δε hο αρχισυναγωγοσ, αγανακτων hοτι τω σαββατω εθεραπευσεν hο ιηhοσυα, ελεγεν τω οχλω • hεξ hημεραι εισιν εν hαισ δει εργαζεσθαι • εν αυταισ ουν ερχομενοι θεραπευεσθε και μη τη hημερα του σαββατου. απεκριθη ουν αυτω hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh και ειπεν • hυποκριται, hεκαστοσ hυμων τω σαββατω ου λυει τον βουν αυτου η τον ονον απο τησ φατνησ και απαγαγων ποτιζει; ταυτην δε θυγατερα αβραhαμ ουσαν, hην εδησεν hο σατανασ ιδου δεκα και οκτω ετη, ουκ εδει λυθηναι απο του δεσμου τουτου τη hημερα του σαββατου; και ταυτα λεγοντοσ αυτου κατησχυνοντο παντεσ hοι αντικειμενοι αυτω, και πασ hο οχλοσ εχαιρεν επι πασιν τοισ ενδοξοισ τοισ γινομενοισ hυπ αυτου. ελεγεν δε • τινι hομοια εστιν hη βασιλεια του θεου, και τινι hομοιωσω αυτην; hομοια εστιν κοκκω σιναπεωσ, hον λαβων ανθρωποσ εβαλεν εισ κηπον hεαυτου • και ηυξησεν και εγενετο εισ δενδρον μεγα, και τα πετεινα του ουρανου κατεσκηνωσεν εν τοισ κλαδοισ αυτου. και παλιν ειπεν • τινι hομοιωσω την βασιλειαν του θεου; hομοια εστιν ζυμη, hην λαβουσα γυνη ενεκρυψεν εισ αλευρου σατα τρια, hεωσ hου εζυμωθη hολον. και διεπορευετο κατα πολεισ και κωμασ διδασκων και πορειαν ποιουμενοσ εισ hιερουσαλημ. ειπεν δε τισ αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ει ολιγοι hοι σωζομενοι; hο δε ειπεν προσ αυτουσ • αγωνιζεσθε εισελθειν δια τησ στενησ θυρασ, hοτι πολλοι, λεγω hυμιν, ζητησουσιν εισελθειν και ουκ ισχυσουσιν. αφ hου αν εγερθη hο οικοδεσποτησ και αποκλειση την θυραν, και αρξησθε εξω hεσταναι και κρουειν την θυραν λεγοντεσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ανοιξον hημιν, και αποκριθεισ ερει hυμιν • ουκ οιδα hυμασ ποθεν εστε • τοτε αρξεσθε λεγειν • εφαγομεν ενωπιον σου και επιομεν, και εν ταισ πλατειαισ hημων εδιδαξασ. και ερει • λεγω hυμιν, ουκ οιδα hυμασ ποθεν εστε • αποστητε απ εμου παντεσ hοι εργαται τησ αδικιασ. εκει εσται hο κλαυθμοσ και hο βρυγμοσ των οδοντων, hοταν οψησθε αβραhαμ και ισαακ και ιακωβ και παντασ τουσ προφητασ εν τη βασιλεια του θεου, hυμασ δε εκβαλλομενουσ εξω. και hηξουσιν απο ανατολων και δυσμων και απο βορρα και νοτου, και ανακλιθησονται εν τη βασιλεια του θεου. και ιδου εισιν εσχατοι hοι εσονται πρωτοι, και εισιν πρωτοι hοι εσονται εσχατοι. εν αυτη τη hημερα προσηλθον τινεσ φαρισαιοι λεγοντεσ αυτω • εξελθε και πορευου εντευθεν, hοτι hηρωδησ θελει σε αποκτειναι. και ειπεν αυτοισ • πορευθεντεσ ειπατε τη αλωπεκι ταυτη • ιδου εκβαλλω δαιμονια και ιασεισ επιτελω σημερον και αυριον, και τη τριτη τελειουμαι. πλην δει με σημερον και αυριον και τη εχομενη πορευεσθαι, hοτι ουκ ενδεχεται προφητην απολεσθαι εξω hιερουσαλημ. hιερουσαλημ hιερουσαλημ, hη αποκτεινουσα τουσ προφητασ και λιθοβολουσα τουσ απεσταλμενουσ προσ αυτην, ποσακισ ηθελησα επισυναξαι τα τεκνα σου hον τροπον ορνισ την hεαυτησ νοσσιαν hυπο τασ πτερυγασ, και ουκ ηθελησατε. ιδου αφιεται hυμιν hο οικοσ hυμων • λεγω δε hυμιν hοτι ου μη ιδητε με hεωσ αν hηξει hοτε ειπητε • ευλογημενοσ hο ερχομενοσ εν ονοματι κυριου.

14

και εγενετο εν τω ελθειν αυτον εισ οικον τινοσ των αρχοντων των φαρισαιων σαββατω φαγειν αρτον, και αυτοι ησαν παρατηρουμενοι αυτον. και ιδου ανθρωποσ τισ ην hυδρωπικοσ εμπροσθεν αυτου. και αποκριθεισ hο ιηhοσυα ειπεν προσ τουσ νομικουσ και φαρισαιουσ λεγων • ει εξεστιν τω σαββατω θεραπευειν; hοι δε hησυχασαν. και επιλαβομενοσ ιασατο αυτον και απελυσεν. και αποκριθεισ προσ αυτουσ ειπεν • τινοσ hυμων ονοσ η βουσ εισ φρεαρ εμπεσειται, και ουκ ευθεωσ ανασπασει αυτον εν τη hημερα του σαββατου; και ουκ ισχυσαν ανταποκριθηναι προσ ταυτα. ελεγεν δε προσ τουσ κεκλημενουσ παραβολην, επεχων πωσ τασ πρωτοκλισιασ εξελεγοντο, λεγων προσ αυτουσ • hοταν κληθησ hυπο τινοσ εισ γαμουσ, μη κατακλιθησ εισ την πρωτοκλισιαν, μηποτε εντιμοτεροσ σου η κεκλημενοσ hυπ αυτου, και ελθων hο σε και αυτον καλεσασ ερει σοι • δοσ τουτω τοπον, και τοτε αρξη μετα αισχυνησ τον εσχατον τοπον κατεχειν. αλλ hοταν κληθησ, πορευθεισ αναπεσε εισ τον εσχατον τοπον, hινα hοταν ελθη hο κεκληκωσ σε ειπη σοι • φιλε, προσαναβηθι ανωτερον. τοτε εσται σοι δοξα ενωπιον παντων των συνανακειμενων σοι. hοτι πασ hο hυψων hεαυτον ταπεινωθησεται, και hο ταπεινων hεαυτον hυψωθησεται. ελεγεν δε και τω κεκληκοτι αυτον • hοταν ποιησ αριστον η δειπνον, μη φωνει τουσ φιλουσ σου μηδε τουσ αδελφουσ σου μηδε τουσ συγγενεισ σου μηδε γειτονασ πλουσιουσ, μηποτε και αυτοι σε αντικαλεσωσιν και γενηται σοι ανταποδομα. αλλ hοταν ποιησ δοχην, καλει πτωχουσ, αναπειρουσ, χωλουσ, τυφλουσ • και μακαριοσ εση, hοτι ουκ εχουσιν ανταποδουναι σοι, ανταποδοθησεται γαρ σοι εν τη αναστασει των δικαιων. ακουσασ δε τισ των συνανακειμενων ταυτα ειπεν αυτω • μακαριοσ hοσ φαγεται αρτον εν τη βασιλεια του θεου. hο δε ειπεν αυτω • ανθρωποσ τισ εποιησεν δειπνον μεγα, και εκαλεσεν πολλουσ, και απεστειλεν τον δουλον αυτου τη hωρα του δειπνου ειπειν τοισ κεκλημενοισ • ερχεσθε, hοτι ηδη hετοιμα εστιν παντα. και ηρξαντο απο μιασ παραιτεισθαι παντεσ. hο πρωτοσ ειπεν αυτω • αγρον ηγορασα και εχω αναγκην εξελθειν και ιδειν αυτον • ερωτω σε, εχε με παρητημενον. και hετεροσ ειπεν • ζευγη βοων ηγορασα πεντε και πορευομαι δοκιμασαι αυτα • ερωτω σε, εχε με παρητημενον. και hετεροσ ειπεν • γυναικα εγημα και δια τουτο ου δυναμαι ελθειν. και παραγενομενοσ hο δουλοσ απηγγειλεν τω κυριω αυτου ταυτα. τοτε οργισθεισ hο οικοδεσποτησ ειπεν τω δουλω αυτου • εξελθε ταχεωσ εισ τασ πλατειασ και ρυμασ τησ πολεωσ, και τουσ πτωχουσ και αναπειρουσ και τυφλουσ και χωλουσ εισαγαγε hωδε. και ειπεν hο δουλοσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, γεγονεν hωσ επεταξασ, και ετι τοποσ εστιν. και ειπεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh προσ τον δουλον • εξελθε εισ τασ hοδουσ και φραγμουσ και αναγκασον εισελθειν, hινα γεμισθη μου hο οικοσ • λεγω γαρ hυμιν hοτι ουδεισ των ανδρων εκεινων των κεκλημενων γευσεται μου του δειπνου. συνεπορευοντο δε αυτω οχλοι πολλοι. και στραφεισ ειπεν προσ αυτουσ • ει τισ ερχεται προσ με και ου μισει τον πατερα hεαυτου και την μητερα και την γυναικα και τα τεκνα και τουσ αδελφουσ και τασ αδελφασ, ετι τε και την hεαυτου ψυχην, ου δυναται μου μαθητησ ειναι. και hοστισ ου βασταζει τον σταυρον hεαυτου και ερχεται οπισω μου, ου δυναται μου ειναι μαθητησ. τισ γαρ εξ hυμων θελων πυργον οικοδομησαι ουχι πρωτον καθισασ ψηφιζει την δαπανην, ει εχει εισ απαρτισμον; hινα μηποτε θεντοσ αυτου θεμελιον και μη ισχυοντοσ εκτελεσαι παντεσ hοι θεωρουντεσ αρξωνται αυτω εμπαιζειν, λεγοντεσ hοτι hουτοσ hο ανθρωποσ ηρξατο οικοδομειν και ουκ ισχυσεν εκτελεσαι. η τισ βασιλευσ πορευομενοσ hετερω βασιλει συμβαλειν εισ πολεμον ουχι καθισασ πρωτον βουλευεται ει δυνατοσ εστιν εν δεκα χιλιασιν hυπαντησαι τω μετα εικοσι χιλιαδων ερχομενω επ αυτον; ει δε μη γε, ετι αυτου πορρω οντοσ πρεσβειαν αποστειλασ ερωτα τα προσ ειρηνην. hουτωσ ουν πασ εξ hυμων hοσ ουκ αποτασσεται πασιν τοισ hεαυτου hυπαρχουσιν ου δυναται μου ειναι μαθητησ. καλον ουν το hαλασ • εαν δε και το hαλασ μωρανθη, εν τινι αρτυθησεται; ουτε εισ γην ουτε εισ κοπριαν ευθετον εστιν • εξω βαλλουσιν αυτο. hο εχων ωτα ακουειν ακουετω.

15

ησαν δε αυτω εγγιζοντεσ παντεσ hοι τελωναι και hοι hαμαρτωλοι ακουειν αυτου. και διεγογγυζον hοι φαρισαιοι και hοι γραμματεισ λεγοντεσ hοτι hουτοσ hαμαρτωλουσ προσδεχεται και συνεσθιει αυτοισ. ειπεν δε προσ αυτουσ την παραβολην ταυτην, λεγων • τισ ανθρωποσ εξ hυμων εχων hεκατον προβατα και απολεσασ hεν εξ αυτων ου καταλειπει τα ενενηκοντα εννεα εν τη ερημω και πορευεται επι το απολωλοσ, hεωσ hευρη αυτο; και hευρων επιτιθησιν επι τουσ ωμουσ hεαυτου χαιρων, και ελθων εισ τον οικον συγκαλει τουσ φιλουσ και τουσ γειτονασ λεγων αυτοισ • συγχαρητε μοι, hοτι hευρον το προβατον μου το απολωλοσ. λεγω hυμιν hοτι hουτωσ χαρα εσται εν τω ουρανω επι hενι hαμαρτωλω μετανοουντι η επι ενενηκοντα εννεα δικαιοισ hοιτινεσ ου χρειαν εχουσιν μετανοιασ. η τισ γυνη δραχμασ εχουσα δεκα, εαν απολεση δραχμην μιαν, ουχι hαπτει λυχνον και σαροι την οικιαν και ζητει επιμελωσ hεωσ hοτου hευρη; και hευρουσα συγκαλειται τασ φιλασ και τασ γειτονασ λεγουσα • συγχαρητε μοι, hοτι hευρον την δραχμην hην απωλεσα. hουτωσ, λεγω hυμιν, χαρα γινεται ενωπιον των αγγελων του θεου επι hενι hαμαρτωλω μετανοουντι. ειπεν δε • ανθρωποσ τισ ειχεν δυο hυιουσ. και ειπεν hο νεωτεροσ αυτων τω πατρι • πατερ, δοσ μοι το επιβαλλον μεροσ τησ ουσιασ. και διειλεν αυτοισ τον βιον. και μετ ου πολλασ hημερασ συναγαγων hαπαντα hο νεωτεροσ hυιοσ απεδημησεν εισ χωραν μακραν, και εκει διεσκορπισεν την ουσιαν αυτου ζων ασωτωσ. δαπανησαντοσ δε αυτου παντα εγενετο λιμοσ ισχυρα κατα την χωραν εκεινην, και αυτοσ ηρξατο hυστερεισθαι. και πορευθεισ εκολληθη hενι των πολιτων τησ χωρασ εκεινησ, και επεμψεν αυτον εισ τουσ αγρουσ αυτου βοσκειν χοιρουσ. και επεθυμει γεμισαι την κοιλιαν αυτου απο των κερατιων hων ησθιον hοι χοιροι, και ουδεισ εδιδου αυτω. εισ hεαυτον δε ελθων ειπεν • ποσοι μισθιοι του πατροσ μου περισσευονται αρτων, εγω δε λιμω hωδε απολλυμαι. αναστασ πορευσομαι προσ τον πατερα μου και ερω αυτω • πατερ, hημαρτον εισ τον ουρανον και ενωπιον σου, ουκετι ειμι αξιοσ κληθηναι hυιοσ σου • ποιησον με hωσ hενα των μισθιων σου. και αναστασ ηλθεν προσ τον πατερα hεαυτου. ετι δε αυτου μακραν απεχοντοσ, ιδεν αυτον hο πατηρ αυτου και εσπλαγχνισθη, και δραμων επεπεσεν επι τον τραχηλον αυτου και κατεφιλησεν αυτον. ειπεν δε αυτω hο hυιοσ • πατερ, hημαρτον εισ τον ουρανον και ενωπιον σου, ουκετι ειμι αξιοσ κληθηναι hυιοσ σου. ειπεν δε hο πατηρ προσ τουσ δουλουσ αυτου • εξενεγκατε στολην την πρωτην και ενδυσατε αυτον, και δοτε δακτυλιον εισ την χειρα αυτου και hυποδηματα εισ τουσ ποδασ, και ενεγκαντεσ τον μοσχον τον σιτευτον θυσατε, και φαγοντεσ ευφρανθωμεν, hοτι hoυτοσ hο hυιοσ μου νεκροσ ην και ανεζησεν, ην απολωλωσ και hευρεθη. και ηρξαντο ευφραινεσθαι. ην δε hο hυιοσ αυτου hο πρεσβυτεροσ εν αγρω • και hωσ ερχομενοσ ηγγισεν τη οικια, ηκουσεν συμφωνιασ και χορων, και προσκαλεσαμενοσ hενα των παιδων επυνθανετο τι ειη ταυτα. hο δε ειπεν αυτω hοτι hο αδελφοσ σου hηκει, και εθυσεν hο πατηρ σου τον μοσχον τον σιτευτον, hοτι hυγιαινοντα αυτον απελαβεν. ωργισθη δε και ουκ ηθελεν εισελθειν. hο δε πατηρ αυτου εξελθων παρεκαλει αυτον. hο δε αποκριθεισ ειπεν τω πατρι • ιδου τοσαυτα ετη δουλευω σοι και ουδεποτε εντολην σου παρηλθον, και εμοι ουδεποτε εδωκασ εριφον hινα μετα των φιλων μου ευφρανθω • hοτε δε hο hυιοσ σου hουτοσ hο καταφαγων σου τον βιον μετα πορνων ηλθεν, εθυσασ αυτω τον μοσχον τον σιτευτον. hο δε ειπεν αυτω • τεκνον, συ παντοτε μετ εμου ει, και παντα τα εμα σα εστιν • ευφρανθηναι δε και χαρηναι εδει, hοτι hο αδελφοσ σου hουτοσ νεκροσ ην και ανεζησεν, και απολωλωσ και hευρεθη.

16

ελεγεν δε και προσ τουσ μαθητασ αυτου • ανθρωποσ τισ ην πλουσιοσ hοσ ειχεν οικονομον, και hουτοσ διεβληθη αυτω hωσ διασκορπιζων τα hυπαρχοντα αυτου. και φωνησασ αυτον ειπεν αυτω • τι τουτο ακουω περι σου; αποδοσ τον λογον τησ οικονομιασ σου • ου γαρ δυνηση ετι οικονομειν. ειπεν δε εν hεαυτω hο οικονομοσ • τι ποιησω, hοτι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου αφαιρειται την οικονομιαν απ εμου; σκαπτειν ουκ ισχυω, επαιτειν αισχυνομαι. εγνων τι ποιησω, hινα hοταν μετασταθω τησ οικονομιασ δεξωνται με εισ τουσ οικουσ αυτων. και προσκαλεσαμενοσ hενα hεκαστον των χρεοφειλετων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hεαυτου ελεγεν τω πρωτω • ποσον οφειλεισ τω κυριω μου; hο δε ειπεν • hεκατον βατουσ ελαιου. hο δε ειπεν αυτω • δεξαι σου το γραμμα και καθισασ ταχεωσ γραψον πεντηκοντα. επειτα hετερω ειπεν • συ δε ποσον οφειλεισ; hο δε ειπεν • hεκατον κορουσ σιτου. και λεγει αυτω • δεξαι σου το γραμμα και γραψον ογδοηκοντα. και επηνεσεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh τον οικονομον τησ αδικιασ, hοτι φρονιμωσ εποιησεν. hοτι hοι hυιοι του αιωνοσ τουτου φρονιμωτεροι hυπερ τουσ hυιουσ του φωτοσ εισ την γενεαν την hεαυτων εισιν. καγω hυμιν λεγω, ποιησατε hεαυτοισ φιλουσ εκ του μαμωνα τησ αδικιασ, hινα hοταν εκλειπητε δεξωνται hυμασ εισ τασ αιωνιουσ σκηνασ. hο πιστοσ εν ελαχιστω και εν πολλω πιστοσ εστιν, και hο εν ελαχιστω αδικοσ και εν πολλω αδικοσ εστιν. ει ουν εν τω αδικω μαμωνα πιστοι ουκ εγενεσθε, το αληθινον τισ hυμιν πιστευσει; και ει εν τω αλλοτριω πιστοι ουκ εγενεσθε, το hυμετερον τισ hυμιν δωσει; ουδεισ οικετησ δυναται δυσι κυριοισ δουλευειν • η γαρ τον hενα μισησει και τον hετερον αγαπησει, η hενοσ ανθεξεται και του hετερου καταφρονησει. ου δυνασθε θεω δουλευειν και μαμωνα. ηκουον δε ταυτα παντα και hοι φαρισαιοι φιλαργυροι hυπαρχοντεσ, και εξεμυκτηριζον αυτον. και ειπεν αυτοισ • hυμεισ εστε hοι δικαιουντεσ hεαυτουσ ενωπιον των ανθρωπων, hο δε θεοσ γινωσκει τασ καρδιασ hυμων • hοτι το εν ανθρωποισ hυψηλον βδελυγμα ενωπιον του θεου. hο νομοσ και hοι προφηται hεωσ ιωαννου • απο τοτε hη βασιλεια του θεου ευαγγελιζεται και πασ εισ αυτην βιαζεται. ευκοπωτερον δε εστιν τον ουρανον και την γην παρελθειν η του νομου μιαν κεραιαν πεσειν. πασ hο απολυων την γυναικα αυτου και γαμων hετεραν μοιχευει, και πασ hο απολελυμενην απο ανδροσ γαμων μοιχευει. ανθρωποσ δε τισ ην πλουσιοσ, και ενεδιδυσκετο πορφυραν και βυσσον ευφραινομενοσ καθ hημεραν λαμπρωσ. πτωχοσ δε τισ ονοματι λαζαροσ εβεβλητο προσ τον πυλωνα αυτου hειλκωμενοσ και επιθυμων χορτασθηναι απο των ψιχιων των πιπτοντων απο τησ τραπεζησ του πλουσιου • αλλα και hοι κυνεσ ερχομενοι επελειχον τα hελκη αυτου. εγενετο δε αποθανειν τον πτωχον και απενεχθηναι αυτον hυπο των αγγελων εισ τον κολπον αβραhαμ • απεθανεν δε και hο πλουσιοσ και εταφη. και εν τω hαδη επαρασ τουσ οφθαλμουσ αυτου, hυπαρχων εν βασανοισ, hορα τον αβραhαμ απο μακροθεν και λαζαρον εν τοισ κολποισ αυτου. και αυτοσ φωνησασ ειπεν • πατερ αβραhαμ, ελεησον με και πεμψον λαζαρον hινα βαψη το ακρον του δακτυλου αυτου hυδατοσ και καταψυξη την γλωσσαν μου, hοτι οδυνωμαι εν τη φλογι ταυτη. ειπεν δε αβραhαμ • τεκνον, μνησθητι hοτι απελαβεσ τα αγαθα σου εν τη ζωη σου, και λαζαροσ hομοιωσ τα κακα • νυν δε hωδε παρακαλειται, συ δε οδυνασαι. και επι πασιν τουτοισ μεταξυ hημων και hυμων χασμα μεγα εστηρικται, hοπωσ hοι θελοντεσ διαβηναι ενθεν προσ hυμασ μη δυνωνται, μηδε hοι εκειθεν προσ hημασ διαπερωσιν. ειπεν δε • ερωτω σε ουν, πατερ, hινα πεμψησ αυτον εισ τον οικον του πατροσ μου, εχω γαρ πεντε αδελφουσ, hοπωσ διαμαρτυρηται αυτοισ, hινα μη και αυτοι ελθωσιν εισ τον τοπον τουτον τησ βασανου. λεγει δε αυτω αβραhαμ • εχουσιν μωυσεα και τουσ προφητασ • ακουσατωσαν αυτων. hο δε ειπεν • ουχι, πατερ αβραhαμ, αλλ εαν τισ απο νεκρων πορευθη προσ αυτουσ, μετανοησουσιν. ειπεν δε αυτω • ει μωυσεωσ και των προφητων ουκ ακουουσιν, ουδ εαν τισ εκ νεκρων αναστη πεισθησονται.

17

ειπεν δε προσ τουσ μαθητασ αυτου • ανενδεκτον εστιν του μη ελθειν τα σκανδαλα, ουαι δε δι hου ερχεται • λυσιτελει αυτω ει μυλοσ ονικοσ περικειται περι τον τραχηλον αυτου και ερριπται εισ την θαλασσαν, η hινα σκανδαλιση hενα των μικρων τουτων. προσεχετε hεαυτοισ. εαν hαμαρτη hο αδελφοσ σου, επιτιμησον αυτω, και εαν μετανοηση, αφεσ αυτω • και εαν hεπτακισ τησ hημερασ hαμαρτηση εισ σε και hεπτακισ επιστρεψη προσ σε λεγων • μετανοω, αφησεισ αυτω. και ειπον hοι αποστολοι τω κυριω • προσθεσ hημιν πιστιν. ειπεν δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh • ει εχετε πιστιν hωσ κοκκον σιναπεωσ, ελεγετε αν τη συκαμινω ταυτη • εκριζωθητι και φυτευθητι εν τη θαλασση • και hυπηκουσεν αν hυμιν. τισ δε εξ hυμων δουλον εχων αροτριωντα η ποιμαινοντα, hοσ εισελθοντι εκ του αγρου ερει • ευθεωσ παρελθων αναπεσε; αλλ ουχι ερει αυτω • hετοιμασον τι δειπνησω, και περιζωσαμενοσ διακονει μοι hεωσ φαγω και πιω, και μετα ταυτα φαγεσαι και πιεσαι συ; μη χαριν εχει τω δουλω hοτι εποιησεν τα διαταχθεντα; ου δοκω. hουτωσ και hυμεισ, hοταν ποιησητε παντα τα διαταχθεντα hυμιν, λεγετε hοτι δουλοι αχρειοι εσμεν, hο ωφειλομεν ποιησαι πεποιηκαμεν. και εγενετο εν τω πορευεσθαι αυτον εισ hιερουσαλημ, και αυτοσ διηρχετο δια μεσου σαμαρειασ και γαλιλαιασ. και εισερχομενου αυτου εισ τινα κωμην απηντησαν αυτω δεκα λεπροι ανδρεσ, hοι εστησαν πορρωθεν • και αυτοι ηραν φωνην λεγοντεσ • ιηhοσυα επιστατα, ελεησον hημασ. και ιδων ειπεν αυτοισ • πορευθεντεσ επιδειξατε hεαυτουσ τοισ hιερευσιν. και εγενετο εν τω hυπαγειν αυτουσ εκαθαρισθησαν. hεισ δε εξ αυτων, ιδων hοτι ιαθη, hυπεστρεψεν μετα φωνησ μεγαλησ δοξαζων τον θεον, και επεσεν επι προσωπον παρα τουσ ποδασ αυτου ευχαριστων αυτω • και αυτοσ ην σαμαρειτησ. αποκριθεισ δε hο ιηhοσυα ειπεν • ουχι hοι δεκα εκαθαρισθησαν; hοι δε εννεα που; ουχ hευρεθησαν hυποστρεψαντεσ δουναι δοξαν τω θεω ει μη hο αλλογενησ hουτοσ; και ειπεν αυτω • αναστασ πορευου • hη πιστισ σου σεσωκεν σε. επερωτηθεισ δε hυπο των φαρισαιων ποτε ερχεται hη βασιλεια του θεου, απεκριθη αυτοισ και ειπεν • ουκ ερχεται hη βασιλεια του θεου μετα παρατηρησεωσ • ουδε ερουσιν • ιδου hωδε, η • ιδου εκει. ιδου γαρ hη βασιλεια του θεου εντοσ hυμων εστιν. ειπεν δε προσ τουσ μαθητασ • ελευσονται hημεραι hοτε επιθυμησετε μιαν των hημερων του hυιου του ανθρωπου ιδειν, και ουκ οψεσθε. και ερουσιν hυμιν • ιδου hωδε, η • ιδου εκει. μη απελθητε μηδε διωξητε. hωσπερ γαρ hη αστραπη hη αστραπτουσα εκ τησ hυπο τον ουρανον εισ την hυπ ουρανον λαμπει, hουτωσ εσται hο hυιοσ του ανθρωπου εν τη hημερα αυτου. πρωτον δε δει αυτον πολλα παθειν και αποδοκιμασθηναι απο τησ γενεασ ταυτησ. και καθωσ εγενετο εν ταισ hημεραισ νωε, hουτωσ εσται και εν ταισ hημεραισ του hυιου του ανθρωπου • ησθιον, επινον, εγαμουν, εξεγαμιζοντο, αχρι hησ hημερασ εισηλθεν νωε εισ την κιβωτον • και ηλθεν hο κατακλυσμοσ και απωλεσεν hαπαντασ. hομοιωσ και hωσ εγενετο εν ταισ hημεραισ λωτ • ησθιον, επινον, ηγοραζον, επωλουν, εφυτευον, ωκοδομουν • hη δε hημερα εξηλθεν λωτ απο σοδομων, εβρεξεν πυρ και θειον απ ουρανου και απωλεσεν hαπαντασ. κατα ταυτα εσται hη hημερα hο hυιοσ του ανθρωπου αποκαλυπτεται. εν εκεινη τη hημερα hοσ εσται επι του δωματοσ και τα σκευη αυτου εν τη οικια, μη καταβατω αραι αυτα, και hο εν τω αγρω hομοιωσ μη επιστρεψατω εισ τα οπισω. μνημονευετε τησ γυναικοσ λωτ. hοσ εαν ζητηση την ψυχην αυτου σωσαι, απολεσει αυτην, και hοσ εαν απολεσει αυτην, ζωογονησει αυτην. λεγω hυμιν, ταυτη τη νυκτι εσονται δυο επι κλινησ μιασ, hεισ παραλημφθησεται και hο hετεροσ αφεθησεται • δυο εσονται αληθουσαι επι το αυτο, μια παραλημφθησεται, και hη hετερα αφεθησεται • [δυο εσονται εν τω αγρω, hεισ παραληφθησεται, και hο hετεροσ αφεθησεται]. και αποκριθεντεσ λεγουσιν αυτω • που, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; hο δε ειπεν αυτοισ • hοπου το σωμα, εκει και hοι αετοι επισυναχθησονται.

18

ελεγεν δε και παραβολην αυτοισ προσ το δειν παντοτε προσευχεσθαι αυτουσ και μη ενκακειν, λεγων • κριτησ τισ ην εν τινι πολει τον θεον μη φοβουμενοσ και ανθρωπον μη εντρεπομενοσ. χηρα δε ην εν τη πολει εκεινη, και ηρχετο προσ αυτον λεγουσα • εκδικησον με απο του αντιδικου μου. και ουκ ηθελεν επι χρονον. μετα δε ταυτα ειπεν εν hεαυτω • ει και τον θεον ου φοβουμαι και ανθρωπον ουκ εντρεπομαι, δια γε το παρεχειν μοι κοπον την χηραν ταυτην, εκδικησω αυτην, hινα μη εισ τελοσ ερχομενη hυπωπιαζη με. ειπεν δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh • ακουσατε τι hο κριτησ τησ αδικιασ λεγει • hο δε θεοσ ου μη ποιηση την εκδικησιν των εκλεκτων αυτου των βοωντων προσ αυτον hημερασ και νυκτοσ, και μακροθυμει επ αυτοισ; λεγω hυμιν hοτι ποιησει την εκδικησιν αυτων εν ταχει. πλην hο hυιοσ του ανθρωπου ελθων αρα hευρησει την πιστιν επι τησ γησ; ειπεν δε και προσ τινασ τουσ πεποιθοτασ εφ hεαυτοισ hοτι εισιν δικαιοι και εξουθενουντασ τουσ λοιπουσ την παραβολην ταυτην • ανθρωποι δυο ανεβησαν εισ το hιερον προσευξασθαι, hο hεισ φαρισαιοσ και hο hετεροσ τελωνησ. hο φαρισαιοσ σταθεισ προσ hεαυτον ταυτα προσηυχετο • hο θεοσ, ευχαριστω σοι hοτι ουκ ειμι hωσπερ hοι λοιποι των ανθρωπων, hαρπαγεσ, αδικοι, μοιχοι, η και hωσ hουτοσ hο τελωνησ • νηστευω δισ του σαββατου, αποδεκατω παντα hοσα κτωμαι. και hο τελωνησ μακροθεν hεστωσ ουκ ηθελεν ουδε τουσ οφθαλμουσ εισ τον ουρανον επαραι, αλλ ετυπτεν εισ το στηθοσ αυτου λεγων • hο θεοσ, hιλασθητι μοι τω hαμαρτωλω. λεγω hυμιν, κατεβη hουτοσ δεδικαιωμενοσ εισ τον οικον αυτου η γαρ εκεινοσ • hοτι πασ hο hυψων hεαυτον ταπεινωθησεται, hο δε ταπεινων hεαυτον hυψωθησεται. προσεφερον δε αυτω και τα βρεφη hινα αυτων hαπτηται • ιδοντεσ δε hοι μαθηται επετιμησαν αυτοισ. hο δε ιηhοσυα προσκαλεσαμενοσ αυτα ειπεν • αφετε τα παιδια ερχεσθαι προσ με και μη κωλυετε αυτα, των γαρ τοιουτων εστιν hη βασιλεια του θεου. αμην λεγω hυμιν, hοσ εαν μη δεξηται την βασιλειαν του θεου hωσ παιδιον, ου μη εισελθη εισ αυτην. και επηρωτησεν τισ αυτον αρχων λεγων • διδασκαλε αγαθε, τι ποιησασ ζωην αιωνιον κληρονομησω; ειπεν δε αυτω hο ιηhοσυα • τι με λεγεισ αγαθον; ουδεισ αγαθοσ ει μη hεισ hο θεοσ. τασ εντολασ οιδασ • μη μοιχευσησ, μη φονευσησ, μη κλεψησ, μη ψευδομαρτυρησησ, τιμα τον πατερα σου και την μητερα. hο δε ειπεν • ταυτα παντα εφυλαξα εκ νεοτητοσ μου. ακουσασ δε ταυτα hο ιηhοσυα ειπεν αυτω • ετι hεν σοι λειπει • παντα hοσα εχεισ πωλησον και διαδοσ πτωχοισ, και hεξεισ θησαυρον εν τοισ ουρανοισ, και δευρο ακολουθει μοι. hο δε ακουσασ ταυτα περιλυποσ εγενηθη • ην γαρ πλουσιοσ σφοδρα. ιδων δε αυτον hο ιηhοσυα περιλυπον γενομενον ειπεν • πωσ δυσκολωσ hοι τα χρηματα εχοντεσ εισελευσονται εισ την βασιλειαν του θεου. ευκοπωτερον γαρ εστιν καμηλον δια τρυμαλιασ ραφιδοσ εισελθειν η πλουσιον εισ την βασιλειαν του θεου εισελθειν. ειπον δε hοι ακουσαντεσ • και τισ δυναται σωθηναι; hο δε ειπεν • τα αδυνατα παρα ανθρωποισ δυνατα εστιν παρα τω θεω. ειπεν δε πετροσ • ιδου hημεισ αφηκαμεν παντα και ηκολουθησαμεν σοι. hο δε ειπεν αυτοισ • αμην λεγω hυμιν hοτι ουδεισ εστιν hοσ αφηκεν οικιαν η γονεισ η αδελφουσ η γυναικα η τεκνα hενεκεν τησ βασιλειασ του θεου, hοσ ου μη απολαβη πολλαπλασιονα εν τω καιρω τουτω, και εν τω αιωνι τω ερχομενω ζωην αιωνιον. παραλαβων δε τουσ δωδεκα ειπεν προσ αυτουσ • ιδου αναβαινομεν εισ hιεροσολυμα, και τελεσθησεται παντα τα γεγραμμενα δια των προφητων τω hυιω του ανθρωπου • παραδοθησεται γαρ τοισ εθνεσιν και εμπαιχθησεται και hυβρισθησεται και εμπτυσθησεται, και μαστιγωσαντεσ αποκτενουσιν αυτον, και τη hημερα τη τριτη αναστησεται. και αυτοι ουδεν τουτων συνηκαν, και ην το ρημα τουτο κεκρυμμενον απ αυτων, και ουκ εγινωσκον τα λεγομενα. εγενετο δε εν τω εγγιζειν αυτον εισ hιεριχω τυφλοσ τισ εκαθητο παρα την hοδον προσαιτων. ακουσασ δε οχλου διαπορευομενου επυνθανετο τι ειη τουτο. απηγγειλαν δε αυτω hοτι ιηhοσυα hο ναζωραιοσ παρερχεται. και εβοησεν λεγων • ιηhοσυα hυιε δαυιδ, ελεησον με. και hοι προαγοντεσ επετιμων αυτω hινα σιωπηση • αυτοσ δε πολλω μαλλον εκραζεν • hυιε δαυιδ, ελεησον με. σταθεισ δε hο ιηhοσυα εκελευσεν αυτον αχθηναι προσ αυτον • εγγισαντοσ δε αυτου επηρωτησεν αυτον λεγων • τι σοι θελεισ ποιησω; hο δε ειπεν • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hινα αναβλεψω. και hο ιηhοσυα ειπεν αυτω • αναβλεψον • hη πιστισ σου σεσωκεν σε. και παραχρημα ανεβλεψεν, και ηκολουθει αυτω δοξαζων τον θεον. και πασ hο λαοσ ιδων εδωκεν αινον τω θεω.

19

και εισελθων διηρχετο την hιεριχω. και ιδου ανηρ ονοματι καλουμενοσ ζακχαιοσ, και αυτοσ ην αρχιτελωνησ, και hουτοσ ην πλουσιοσ • και εζητει ιδειν τον ιηhοσυα τισ εστιν, και ουκ ηδυνατο απο του οχλου, hοτι τη hηλικια μικροσ ην. και προδραμων εμπροσθεν ανεβη επι συκομορεαν, hινα ιδη αυτον, hοτι εκεινησ ημελλεν διερχεσθαι. και hωσ ηλθεν επι τον τοπον, αναβλεψασ hο ιηhοσυα ειδεν αυτον και ειπεν προσ αυτον • ζακχαιε, σπευσασ καταβηθι • σημερον γαρ εν τω οικω σου δει με μειναι. και σπευσασ κατεβη, και hυπεδεξατο αυτον χαιρων. και ιδοντεσ παντεσ διεγογγυζον λεγοντεσ hοτι παρα hαμαρτωλω ανδρι εισηλθεν καταλυσαι. σταθεισ δε ζακχαιοσ ειπεν προσ τον κυριον • ιδου τα hημιση των hυπαρχοντων μου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, διδωμι τοισ πτωχοισ, και ει τινοσ τι εσυκοφαντησα αποδιδωμι τετραπλουν. ειπεν δε προσ αυτον hο ιηhοσυα hοτι σημερον σωτηρια τω οικω τουτω εγενετο, καθοτι και αυτοσ hυιοσ αβραhαμ εστιν • ηλθεν γαρ hο hυιοσ του ανθρωπου ζητησαι και σωσαι το απολωλοσ. ακουοντων δε αυτων ταυτα προσθεισ ειπεν παραβολην, δια το εγγυσ αυτον ειναι hιερουσαλημ και δοκειν αυτουσ hοτι παραχρημα μελλει hη βασιλεια του θεου αναφαινεσθαι. ειπεν ουν • ανθρωποσ τισ ευγενησ επορευθη εισ χωραν μακραν, λαβειν hεαυτω βασιλειαν και hυποστρεψαι. καλεσασ δε δεκα δουλουσ hεαυτου εδωκεν αυτοισ δεκα μνασ, και ειπεν προσ αυτουσ • πραγματευσασθε εν hω ερχομαι. hοι δε πολιται αυτου εμισουν αυτον • και απεστειλαν πρεσβειαν οπισω αυτου λεγοντεσ • ου θελομεν τουτον βασιλευσαι εφ hημασ. και εγενετο εν τω επανελθειν αυτον λαβοντα την βασιλειαν, και ειπεν φωνηθηναι αυτω τουσ δουλουσ τουτουσ hοισ εδωκεν το αργυριον, hινα γνω τισ τι διεπραγματευσατο. παρεγενετο δε hο πρωτοσ λεγων • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hη μνα σου προσηργασατο δεκα μνασ. και ειπεν αυτω • ευ, αγαθε δουλε, hοτι εν ελαχιστω πιστοσ εγενου, ισθι εξουσιαν εχων επανω δεκα πολεων. και ηλθεν hο δευτεροσ λεγων • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hη μνα σου, εποιησεν πεντε μνασ. ειπεν δε και τουτω • και συ γινου επανω πεντε πολεων. και hετεροσ ηλθεν λεγων • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ιδου hη μνα σου, hην ειχον αποκειμενην εν σουδαριω • εφοβουμην γαρ σε, hοτι ανθρωποσ αυστηροσ ει, αιρεισ hο ουκ εθηκασ, και θεριζεισ hο ουκ εσπειρασ. λεγει αυτω • εκ του στοματοσ σου κρινω σε, πονηρε δουλε. ηδεισ hοτι εγω ανθρωποσ αυστηροσ ειμι, αιρων hο ουκ εθηκα, και θεριζων hο ουκ εσπειρα; και δια τι ουκ εδωκασ μου το αργυριον επι τραπεζαν; και εγω ελθων συν τοκω αν επραξα αυτο. και τοισ παρεστωσιν ειπεν • αρατε απ αυτου την μναν και δοτε τω τασ δεκα μνασ εχοντι. και ειπον αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εχει δεκα μνασ. λεγω γαρ hυμιν hοτι παντι τω εχοντι δοθησεται, απο δε του μη εχοντοσ και hο εχει αρθησεται απ αυτου. πλην τουσ εχθρουσ μου εκεινουσ, τουσ μη θελησαντασ με βασιλευσαι επ αυτουσ αγαγετε hωδε και κατασφαξατε εμπροσθεν μου. και ειπων ταυτα επορευετο εμπροσθεν, αναβαινων εισ hιεροσολυμα. και εγενετο hωσ ηγγισεν εισ βηθφαγη και βηθανιαν προσ το οροσ το καλουμενον ελαιων, απεστειλεν δυο των μαθητων αυτου ειπων • hυπαγετε εισ την κατεναντι κωμην, εν hη εισπορευομενοι hευρησετε πωλον δεδεμενον, εφ hον ουδεισ πωποτε ανθρωπων εκαθισεν, λυσαντεσ αυτον αγαγετε. και εαν τισ hυμασ ερωτα δια τι λυετε, hουτωσ ερειτε αυτω hοτι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου χρειαν εχει. απελθοντεσ δε hοι απεσταλμενοι hευρον καθωσ ειπεν αυτοισ. λυοντων δε αυτων τον πωλον ειπον hοι κυριοι αυτου προσ αυτουσ • τι λυετε τον πωλον; hοι δε ειπον • hοτι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου χρειαν εχει. και ηγαγον αυτον προσ τον ιηhοσυα • και επιριψαντεσ hεαυτων τα hιματια επι τον πωλον επεβιβασαν τον ιηhοσυα. πορευομενου δε αυτου hυπεστρωννυον τα hιματια αυτων εν τη hοδω. εγγιζοντοσ δε αυτου ηδη προσ τη καταβασει του ορουσ των ελαιων ηρξαντο hαπαν το πληθοσ των μαθητων χαιροντεσ αινειν τον θεον φωνη μεγαλη περι πασων hων ειδον δυναμεων, λεγοντεσ • ευλογημενοσ hο ερχομενοσ βασιλευσ εν ονοματι κυριου • ειρηνη εν ουρανω, και δοξα εν hυψιστοισ. και τινεσ των φαρισαιων απο του οχλου ειπαν προσ αυτον • διδασκαλε, επιτιμησον τοισ μαθηταισ σου. και αποκριθεισ ειπεν αυτοισ • λεγω hυμιν hοτι εαν hουτοι σιωπησουσιν, hοι λιθοι κεκραξονται. και hωσ ηγγισεν, ιδων την πολιν εκλαυσεν επ αυτην, λεγων hοτι ει εγνωσ και συ και γε εν τη hημερα σου ταυτη τα προσ ειρηνην σου • νυν δε εκρυβη απο οφθαλμων σου. hοτι hηξουσιν hημεραι επι σε, και περιβαλουσιν hοι εχθροι σου χαρακα σοι και περικυκλωσουσιν σε και συνεξουσιν σε παντοθεν, και εδαφιουσιν σε και τα τεκνα σου εν σοι, και ουκ αφησουσιν εν σοι λιθον επι λιθω, ανθ hων ουκ εγνωσ τον καιρον τησ επισκοπησ σου. και εισελθων εισ το hιερον ηρξατο εκβαλλειν τουσ πωλουντασ εν αυτω και αγοραζοντασ, λεγων αυτοισ • γεγραπται hοτι hο οικοσ μου οικοσ προσευχησ εστιν • hυμεισ δε αυτον εποιησατε σπηλαιον ληστων. και ην διδασκων το καθ hημεραν εν τω hιερω • hοι δε αρχιερεισ και hοι γραμματεισ εζητουν αυτον απολεσαι και hοι πρωτοι του λαου, και ουχ hευρισκον το τι ποιησωσιν • hο λαοσ γαρ hαπασ εξεκρεματο αυτου ακουων.

20

και εγενετο εν μια των hημερων διδασκοντοσ αυτου τον λαον εν τω hιερω και ευαγγελιζομενου επεστησαν hοι αρχιερεισ και hοι γραμματεισ συν τοισ πρεσβυτεροισ, και ειπον προσ αυτον λεγοντεσ • ειπε hημιν εν ποια εξουσια ταυτα ποιεισ, η τισ εστιν hο δουσ σοι την εξουσιαν ταυτην; αποκριθεισ δε ειπεν προσ αυτουσ • ερωτησω hυμασ καγω hενα λογον, και ειπατε μοι • το βαπτισμα ιωαννου εξ ουρανου ην η εξ ανθρωπων; hοι δε συνελογισαντο προσ hεαυτουσ λεγοντεσ hοτι εαν ειπωμεν • εξ ουρανου, ερει • δια τι ουκ επιστευσατε αυτω; εαν δε ειπωμεν • εξ ανθρωπων, πασ hο λαοσ καταλιθασει hημασ, πεπεισμενοσ γαρ εστιν ιωαννην προφητην ειναι. και απεκριθησαν μη ειδεναι ποθεν. και hο ιηhοσυα ειπεν αυτοισ • ουδε εγω λεγω hυμιν εν ποια εξουσια ταυτα ποιω. ηρξατο δε προσ τον λαον λεγειν την παραβολην ταυτην • ανθρωποσ εφυτευσεν αμπελωνα και εξεδετο αυτον γεωργοισ, και απεδημησεν χρονουσ hικανουσ. και εν καιρω απεστειλεν προσ τουσ γεωργουσ δουλον, hινα απο του καρπου του αμπελωνοσ δωσουσιν αυτω • hοι δε γεωργοι δειραντεσ αυτον εξαπεστειλαν κενον. και προσεθετο πεμψαι hετερον δουλον • hοι δε κακεινον δειραντεσ και ατιμασαντεσ εξαπεστειλαν κενον. και προσεθετο πεμψαι τριτον • hοι δε και τουτον τραυματισαντεσ εξεβαλον. ειπεν δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh του αμπελωνοσ • τι ποιησω; πεμψω τον hυιον μου τον αγαπητον • ισωσ τουτον ιδοντεσ εντραπησονται. ιδοντεσ δε αυτον hοι γεωργοι διελογιζοντο προσ hεαυτουσ λεγοντεσ • hουτοσ εστιν hο κληρονομοσ • αποκτεινωμεν αυτον, hινα hημων γενηται hη κληρονομια. και εκβαλοντεσ αυτον εξω του αμπελωνοσ απεκτειναν. τι ουν ποιησει αυτοισ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh του αμπελωνοσ; ελευσεται και απολεσει τουσ γεωργουσ τουτουσ, και δωσει τον αμπελωνα αλλοισ. ακουσαντεσ δε ειπον • μη γενοιτο. hο δε εμβλεψασ αυτοισ ειπεν • τι ουν εστιν το γεγραμμενον τουτο • λιθον hον απεδοκιμασαν hοι οικοδομουντεσ, hουτοσ εγενηθη εισ κεφαλην γωνιασ; πασ hο πεσων επ εκεινον τον λιθον συνθλασθησεται • εφ hον δ αν πεση, λικμησει αυτον. και εζητησαν hοι αρχιερεισ και hοι γραμματεισ επιβαλειν επ αυτον τασ χειρασ εν αυτη τη hωρα, και εφοβηθησαν τον λαον, εγνωσαν γαρ hοτι προσ αυτουσ την παραβολην ταυτην ειπεν. και παρατηρησαντεσ απεστειλαν εγκαθετουσ hυποκρινομενουσ hεαυτουσ δικαιουσ ειναι, hινα επιλαβωνται αυτου λογου, hωστε παραδουναι αυτον τη αρχη και τη εξουσια του hηγεμονοσ. και επηρωτησαν αυτον λεγοντεσ • διδασκαλε, οιδαμεν hοτι ορθωσ λεγεισ και διδασκεισ και ου λαμβανεισ προσωπον, αλλ επ αληθειασ την hοδον του θεου διδασκεισ • εξεστιν hημασ καισαρι φορον δουναι η ου; κατανοησασ δε αυτων την πανουργιαν ειπεν προσ αυτουσ • τι με πειραζετε; δειξατε μοι δηναριον • τινοσ εχει εικονα και επιγραφην; αποκριθεντεσ δε ειπον • καισαροσ. hο δε ειπεν αυτοισ • αποδοτε τοινυν τα καισαροσ καισαρι και τα του θεου τω θεω. και ουκ ισχυσαν επιλαβεσθαι αυτου ρηματοσ εναντιον του λαου • και θαυμασαντεσ επι τη αποκρισει αυτου εσιγησαν. προσελθοντεσ δε τινεσ των σαδδουκαιων, hοι αντιλεγοντεσ αναστασιν μη ειναι, επηρωτησαν αυτον λεγοντεσ • διδασκαλε, μωυσησ εγραψεν hημιν, εαν τινοσ αδελφοσ αποθανη εχων γυναικα, και hουτοσ ατεκνοσ αποθανη, hινα λαβη hο αδελφοσ αυτου την γυναικα και εξαναστηση σπερμα τω αδελφω αυτου. hεπτα ουν αδελφοι ησαν • και hο πρωτοσ λαβων γυναικα απεθανεν ατεκνοσ • και ελαβεν hο δευτεροσ την γυναικα, και hουτοσ απεθανεν ατεκνοσ • και hο τριτοσ ελαβεν αυτην, hωσαυτωσ δε και hοι hεπτα ου κατελιπον τεκνα και απεθανον. hυστερον δε παντων απεθανεν και hη γυνη. εν τη ουν αναστασει τινοσ αυτων γινεται γυνη; hοι γαρ hεπτα εσχον αυτην γυναικα. και ειπεν αυτοισ hο ιηhοσυα • hοι hυιοι του αιωνοσ τουτου γαμουσιν και εκγαμιζονται, hοι δε καταξιωθεντεσ του αιωνοσ εκεινου τυχειν και τησ αναστασεωσ τησ εκ νεκρων ουτε γαμουσιν ουτε εκγαμιζονται • ουτε γαρ αποθανειν ετι δυνανται, ισαγγελοι γαρ εισιν, και hυιοι εισιν θεου τησ αναστασεωσ hυιοι οντεσ. hοτι δε εγειρονται hοι νεκροι, και μωυσησ εμηνυσεν επι τησ βατου, hωσ λεγει κυριον τον θεον αβραhαμ και τον θεον ισαακ και τον θεον ιακωβ. θεοσ δε ουκ εστιν νεκρων αλλα ζωντων • παντεσ γαρ αυτω ζωσιν. αποκριθεντεσ δε τινεσ των γραμματεων ειπον • διδασκαλε, καλωσ ειπασ. ουκετι δε ετολμων επερωταν αυτον ουδεν. ειπεν δε προσ αυτουσ • πωσ λεγουσιν τον χριστον hυιον δαυιδ ειναι; και αυτοσ δαυιδ λεγει εν βιβλω ψαλμων • ειπεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh τω κυριω μου • καθου εκ δεξιων μου, hεωσ αν θω τουσ εχθρουσ σου hυποποδιον των ποδων σου. δαυιδ ουν κυριον αυτον καλει, και πωσ hυιοσ αυτου εστιν; ακουοντοσ δε παντοσ του λαου ειπεν τοισ μαθηταισ αυτου • προσεχετε απο των γραμματεων των θελοντων περιπατειν εν στολαισ και φιλουντων ασπασμουσ εν ταισ αγοραισ και πρωτοκαθεδριασ εν ταισ συναγωγαισ και πρωτοκλισιασ εν τοισ δειπνοισ, hοι κατεσθιουσιν τασ οικιασ των χηρων και προφασει μακρα προσευχονται • hουτοι λημψονται περισσοτερον κριμα.

21

αναβλεψασ δε ειδεν τουσ βαλλοντασ τα δωρα αυτων εισ το γαζοφυλακιον πλουσιουσ. ειδεν δε τινα και χηραν πενιχραν βαλλουσαν εκει δυο λεπτα, και ειπεν • αληθωσ λεγω hυμιν hοτι hη χηρα hη πτωχη hαυτη πλειον παντων εβαλεν • hαπαντεσ γαρ hουτοι εκ του περισσευοντοσ αυτοισ εβαλον εισ τα δωρα του θεου, hαυτη δε εκ του hυστερηματοσ αυτησ hαπαντα τον βιον hον ειχεν εβαλεν. και τινων λεγοντων περι του hιερου, hοτι λιθοισ καλοισ και αναθημασιν κεκοσμηται ειπεν • ταυτα hα θεωρειτε, ελευσονται hημεραι εν hαισ ουκ αφεθησεται λιθοσ επι λιθω, hοσ ου καταλυθησεται. επηρωτησαν δε αυτον λεγοντεσ • διδασκαλε, ποτε ουν ταυτα εσται, και τι το σημειον hοταν μελλη ταυτα γινεσθαι; hο δε ειπεν • βλεπετε μη πλανηθητε • πολλοι γαρ ελευσονται επι τω ονοματι μου, λεγοντεσ hοτι εγω ειμι και hο καιροσ ηγγικεν • μη πορευθητε οπισω αυτων. hοταν δε ακουσητε πολεμουσ και ακαταστασιασ, μη πτοηθητε • δει γαρ ταυτα γενεσθαι πρωτον, αλλ ουκ ευθεωσ το τελοσ. τοτε ελεγεν αυτοισ • εγερθησεται εθνοσ επ εθνοσ και βασιλεια επι βασιλειαν, σεισμοι τε μεγαλοι κατα τοπουσ και λιμοι και λοιμοι εσονται, φοβητρα τε και σημεια απ ουρανου μεγαλα εσται. προ δε τουτων παντων επιβαλουσιν εφ hυμασ τασ χειρασ αυτων και διωξουσιν, παραδιδοντεσ εισ συναγωγασ και φυλακασ, αγομενουσ επι βασιλεισ και hηγεμονασ hενεκεν του ονοματοσ μου • αποβησεται δε hυμιν εισ μαρτυριον. θετε ουν εν ταισ καρδιαισ hυμων μη προμελεταν απολογηθηναι • εγω γαρ δωσω hυμιν στομα και σοφιαν, hη ου δυνησονται αντειπειν η αντιστηναι παντεσ hοι αντικειμενοι hυμιν. παραδοθησεσθε δε και hυπο γονεων και αδελφων και συγγενων και φιλων, και θανατωσουσιν εξ hυμων, και εσεθε μισουμενοι hυπο παντων δια του ονομα μου. και θριξ εκ τησ κεφαλησ hυμων ου μη αποληται. εν τη hυπομονη hυμων κτησασθε τασ ψυχασ hυμων. hοταν δε ιδητε κυκλουμενην hυπο στρατοπεδων την hιερουσαλημ, τοτε γνωτε hοτι ηγγικεν hη ερημωσισ αυτησ. τοτε hοι εν τη ιηhυδαια φευγετωσαν εισ τα ορη, και hοι εν μεσω αυτησ εκχωρειτωσαν, και hοι εν ταισ χωραισ μη εισερχεσθωσαν εισ αυτην. hοτι hημεραι εκδικησεωσ hαυται εισιν του πλησθηναι παντα τα γεγραμμενα. ουαι δε ταισ εν γαστρι εχουσαισ και ταισ θηλαζουσαισ εν εκειναισ ταισ hημεραισ • εσται γαρ αναγκη μεγαλη επι τησ γησ και οργη τω λαω τουτω, και πεσουνται στοματι μαχαιρασ και αιχμαλωτισθησονται εισ παντα τα εθνη • και hιερουσαλημ εσται πατουμενη hυπο εθνων, αχρι hου πληρωθωσιν καιροι εθνων. και εσται σημεια εν hηλιω και σεληνη και αστροισ, και επι τησ γησ συνοχη εθνων εν απορια ηχουσ θαλασσησ και σαλου, αποψυχοντων ανθρωπων απο φοβου και προσδοκιασ των επερχομενων τη οικουμενη, hαι γαρ δυναμεισ των ουρανων σαλευθησονται. και τοτε οψονται τον hυιον του ανθρωπου ερχομενον εν νεφελη μετα δυναμεωσ και δοξησ πολλησ. αρχομενων δε τουτων γινεσθαι ανακυψατε και επαρατε τασ κεφαλασ hυμων, διοτι εγγιζει hη απολυτρωσισ hυμων. και ειπεν παραβολην αυτοισ • ιδετε την συκην και παντα τα δενδρα • hοταν προβαλωσιν ηδη, βλεποντεσ αφ hεαυτων γινωσκετε hοτι ηδη εγγυσ το θεροσ εστιν. hουτωσ και hυμεισ, hοταν ιδητε ταυτα γινομενα, γινωσκετε hοτι εγγυσ εστιν hη βασιλεια του θεου. αμην λεγω hυμιν hοτι ου μη παρελθη hη γενεα hαυτη hεωσ αν παντα γενηται. hο ουρανοσ και hη γη παρελευσονται, hοι δε λογοι μου ου μη παρελθωσιν. προσεχετε δε hεαυτοισ μηποτε βαρηθωσιν hυμων hαι καρδιαι εν κραιπαλη και μεθη και μεριμναισ βιωτικαισ, και αιφνιδιοσ επιστη εφ hυμασ hη hημερα εκεινη • hωσ παγισ γαρ επελευσεται επι παντασ τουσ καθημενουσ επι προσωπον πασησ τησ γησ. αγρυπνειτε ουν εν παντι καιρω δεομενοι hινα καταξιωθητε εκφυγειν παντα ταυτα τα μελλοντα γινεσθαι, και σταθηναι εμπροσθεν του hυιου του ανθρωπου. ην δε τασ hημερασ εν τω hιερω διδασκων, τασ δε νυκτασ εξερχομενοσ ηυλιζετο εισ το οροσ το καλουμενον ελαιων. και πασ hο λαοσ ωρθριζεν προσ αυτον εν τω hιερω ακουειν αυτου.

22

ηγγιζεν δε hη hεορτη των αζυμων hη λεγομενη πασχα. και εζητουν hοι αρχιερεισ και hοι γραμματεισ το πωσ ανελωσιν αυτον • εφοβουντο γαρ τον λαον. εισηλθεν δε σατανασ εισ ιηhυδαν τον επικαλουμενον ισκαριωτην, οντα εκ του αριθμου των δωδεκα • και απελθων συνελαλησεν τοισ αρχιερευσιν και στρατηγοισ το πωσ αυτον παραδω αυτοισ. και εχαρησαν, και συνεθεντο αυτω αργυριον δουναι. και εξωμολογησεν • και εζητει ευκαιριαν του παραδουναι αυτον ατερ οχλου αυτοισ. ηλθεν δε hη hημερα των αζυμων, εν hη εδει θυεσθαι το πασχα. και απεστειλεν πετρον και ιωαννην ειπων • πορευθεντεσ hετοιμασατε hημιν το πασχα, hινα φαγωμεν. hοι δε ειπον αυτω • που θελεισ hετοιμασωμεν; hο δε ειπεν αυτοισ • ιδου εισελθοντων hυμων εισ την πολιν συναντησει hυμιν ανθρωποσ κεραμιον hυδατοσ βασταζων • ακολουθησατε αυτω εισ την οικιαν hου εισπορευεται. και ερειτε τω οικοδεσποτη τησ οικιασ • λεγει σοι hο διδασκαλοσ • που εστιν το καταλυμα hοπου το πασχα μετα των μαθητων μου φαγω; κακεινοσ hυμιν δειξει αναγαιον μεγα εστρωμενον • εκει hετοιμασατε. απελθοντεσ δε hευρον καθωσ ειρηκεν αυτοισ και hητοιμασαν το πασχα. και hοτε εγενετο hη hωρα, ανεπεσεν και hοι δωδεκα αποστολοι συν αυτω. και ειπεν προσ αυτουσ • επιθυμια επεθυμησα τουτο το πασχα φαγειν μεθ hυμων προ του με παθειν • λεγω γαρ hυμιν hοτι ουκετι ου μη φαγω εξ αυτου hεωσ hοτου πληρωθη εν τη βασιλεια του θεου. και δεξαμενοσ ποτηριον ευχαριστησασ ειπεν • λαβετε τουτο και διαμερισατε hεαυτοισ • λεγω γαρ hυμιν hοτι ου μη πιω απο του γενηματοσ τησ αμπελου hεωσ hοτου hη βασιλεια του θεου ελθη. και λαβων αρτον ευχαριστησασ εκλασεν και εδωκεν αυτοισ λεγων • τουτο εστιν το σωμα μου το hυπερ hυμων διδομενον • τουτο ποιειτε εισ την εμην αναμνησιν • hωσαυτωσ και το ποτηριον μετα το δειπνησαι, λεγων • τουτο το ποτηριον hη καινη διαθηκη εν τω hαιματι μου, το hυπερ hυμων εκχυννομενον • πλην ιδου hη χειρ του παραδιδοντοσ με μετ εμου επι τησ τραπεζησ. και hο μεν hυιοσ του ανθρωπου πορευεται κατα το hωρισμενον, πλην ουαι τω ανθρωπω εκεινω δι hου παραδιδοται. και αυτοι ηρξαντο συζητειν προσ hεαυτουσ το τισ αρα ειη εξ αυτων hο τουτο μελλων πρασσειν. εγενετο δε και φιλονεικια εν αυτοισ, το τισ αυτων δοκει ειναι μειζων. hο δε ειπεν αυτοισ • hοι βασιλεισ των εθνων φωνήενσύμφωνο-ιηhοhυουσιν αυτων, και hοι εξουσιαζοντεσ αυτων ευεργεται καλουνται • hυμεισ δε ουχ hουτωσ, αλλ hο μειζων εν hυμιν γινεσθω hωσ hο νεωτεροσ, και hο hηγουμενοσ hωσ hο διακονων. τισ γαρ μειζων, hο ανακειμενοσ η hο διακονων; ουχι hο ανακειμενοσ; εγω δε ειμι εν μεσω hυμων hωσ hο διακονων. hυμεισ δε εστε hοι διαμεμενηκοτεσ μετ εμου εν τοισ πειρασμοισ μου • καγω διατιθεμαι hυμιν καθωσ διεθετο μοι hο πατηρ μου βασιλειαν, hινα εσθιητε και πινητε επι τησ τραπεζησ μου εν τη βασιλεια μου, και καθησεσθε επι θρονων κρινοντεσ τασ δωδεκα φυλασ του ισραηλ. ειπεν δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh • σιμων σιμων, ιδου hο σατανασ εξητησατο hυμασ του σινιασαι hωσ τον σιτον • εγω δε εδεηθην περι σου hινα μη εκλειπη hη πιστισ σου • και συ ποτε επιστρεψασ στηρισον τουσ αδελφουσ σου. hο δε ειπεν αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μετα σου hετοιμοσ ειμι και εισ φυλακην και εισ θανατον πορευεσθαι. hο δε ειπεν • λεγω σοι, πετρε, ου μη φωνησει σημερον αλεκτωρ πριν η τρισ απαρνηση μη ειδεναι με. και ειπεν αυτοισ • hοτε απεστειλα hυμασ ατερ βαλλαντιου και πηρασ και hυποδηματων, μη τινοσ hυστερησατε; hοι δε ειπον • ουθενοσ. ειπεν ουν αυτοισ • αλλα νυν hο εχων βαλλαντιον αρατω, hομοιωσ και πηραν, και hο μη εχων πωλησατω το hιματιον αυτου και αγορασατω μαχαιραν. λεγω γαρ hυμιν hοτι [ετι] τουτο το γεγραμμενον δει τελεσθηναι εν εμοι, το και μετα ανομων ελογισθη. και γαρ τα περι εμου τελοσ εχει. hοι δε ειπον • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ιδου μαχαιραι hωδε δυο. hο δε ειπεν αυτοισ • hικανον εστιν. και εξελθων επορευθη κατα το εθοσ εισ το οροσ των ελαιων, ηκολουθησαν δε αυτω και hοι μαθηται. γενομενοσ δε επι του τοπου ειπεν αυτοισ • προσευχεσθε μη εισελθειν εισ πειρασμον. και αυτοσ απεσπασθη απ αυτων hωσει λιθου βολην, και θεισ τα γονατα προσηυχετο λεγων • πατερ, ει βουλει παρενεγκειν το ποτηριον τουτο απ εμου • πλην μη το θελημα μου αλλα το σον γινεσθω. ωφθη δε αυτω αγγελοσ απ ουρανου ενισχυων αυτον. και γενομενοσ εν αγωνια εκτενεστερον προσηυχετο • και εγενετο hο hιδρωσ αυτου hωσει θρομβοι hαιματοσ καταβαινοντεσ επι την γην. και αναστασ απο τησ προσευχησ, ελθων προσ τουσ μαθητασ hευρεν αυτουσ κοιμωμενουσ απο τησ λυπησ • και ειπεν αυτοισ • τι καθευδετε; ανασταντεσ προσευχεσθε hινα μη εισελθητε εισ πειρασμον. ετι αυτου λαλουντοσ, ιδου οχλοσ, και hο λεγομενοσ ιηhυδασ hεισ των δωδεκα προηρχετο αυτουσ, και ηγγισεν τω ιηhοσυα φιλησαι αυτον. hο δε ιηhοσυα ειπεν αυτω • ιηhυδα, φιληματι τον hυιον του ανθρωπου παραδιδωσ; ιδοντεσ δε hοι περι αυτον το εσομενον ειπον αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ει παταξομεν εν μαχαιρη; και επαταξεν hεισ τισ εξ αυτων τον δουλον του αρχιερεωσ και αφειλεν αυτου το ουσ το δεξιον. αποκριθεισ δε hο ιηhοσυα ειπεν • εατε hεωσ τουτου • και hαψαμενοσ του ωτιου αυτου ιασατο αυτον. ειπεν δε ιηhοσυα προσ τουσ παραγενομενουσ επ αυτον αρχιερεισ και στρατηγουσ του hιερου και πρεσβυτερουσ • hωσ επι ληστην εξεληλυθατε μετα μαχαιρων και ξυλων; καθ hημεραν οντοσ μου μεθ hυμων εν τω hιερω ουκ εξετεινατε τασ χειρασ επ εμε • αλλ hαυτη hυμων εστιν hη hωρα και hη εξουσια του σκοτουσ. συλλαβοντεσ δε αυτον ηγαγον και εισηγαγον εισ τον οικον του αρχιερεωσ. hο δε πετροσ ηκολουθει μακροθεν. hαψαντων δε πυρ εν μεσω τησ αυλησ και συνκαθισαντων αυτων εκαθητο hο πετροσ εν μεσω αυτων. ιδουσα δε αυτον παιδισκη τισ καθημενον προσ το φωσ και ατενισασα αυτω ειπεν • και hουτοσ συν αυτω ην. hο δε ηρνησατο αυτον λεγων • γυναι, ουκ οιδα αυτον. και μετα βραχυ hετεροσ ιδων αυτον εφη • και συ εξ αυτων ει. hο δε πετροσ ειπεν • ανθρωπε, ουκ ειμι. και διαστασησ hωσει hωρασ μιασ αλλοσ τισ διισχυριζετο λεγων • επ αληθειασ και hουτοσ μετ αυτου ην • και γαρ γαλιλαιοσ εστιν. ειπεν δε hο πετροσ • ανθρωπε, ουκ οιδα hο λεγεισ. και παραχρημα ετι λαλουντοσ αυτου εφωνησεν αλεκτωρ. και στραφεισ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh ενεβλεψεν τω πετρω, και hυπεμνησθη hο πετροσ του λογου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hωσ ειπεν αυτω hοτι πριν αλεκτορα φωνησαι απαρνηση με τρισ. και εξελθων εξω hο πετροσ εκλαυσεν πικρωσ. και hοι ανδρεσ hοι συνεχοντεσ αυτον ενεπαιζον αυτω δεροντεσ, και περικαλυψαντεσ αυτον επηρωτων λεγοντεσ • προφητευσον, τισ εστιν hο παισασ σε; και hετερα πολλα βλασφημουντεσ ελεγον εισ αυτον. και hωσ εγενετο hημερα, συνηχθη το περσβυτεριον του λαου αρχιερεισ τε και γραμματεισ, και ανηγαγον αυτον εισ το συνεδριον hεαυτων, λεγοντεσ • ει συ ει hο χριστοσ, ειπον hημιν. ειπεν δε αυτοισ • εαν hυμιν ειπω, ου μη πιστευσητε • εαν δε ερωτησω, ου μη αποκριθητε μοι η απολυσητε. απο του νυν δε εσται hο hυιοσ του ανθρωπου καθημενοσ εκ δεξιων τησ δυναμεωσ του θεου. ειπον δε παντεσ • συ ουν ει hο hυιοσ του θεου; hο δε προσ αυτουσ εφη • hυμεισ λεγετε, hοτι εγω ειμι. hοι δε ειπον • τι ετι χρειαν εχομεν μαρτυριασ; αυτοι γαρ ηκουσαμεν απο του στοματοσ αυτου.

23

και ανασταν hαπαν το πληθοσ αυτων ηγαγον αυτον επι τον πειλατον. ηρξαντο δε κατηγορειν αυτου λεγοντεσ • τουτον hευρομεν διαστρεφοντα το εθνοσ hημων και κωλυοντα καισαρι φορουσ διδοναι, λεγοντα hεαυτον χριστον βασιλεα ειναι. hο δε πειλατοσ επηρωτησεν αυτον λεγων • συ ει hο βασιλευσ των ιηhυδαιων; hο δε αποκριθεισ αυτω εφη • συ λεγεισ. hο δε πειλατοσ ειπεν προσ τουσ αρχιερεισ και τουσ οχλουσ • ουδεν hευρισκω αιτιον εν τω ανθρωπω τουτω. hοι δε επισχυον λεγοντεσ hοτι ανασειει τον λαον, διδασκων καθ hολησ τησ ιηhυδαιασ, αρξαμενοσ απο τησ γαλιλαιασ hεωσ hωδε. πειλατοσ δε ακουσασ γαλιλαιαν επηρωτησεν ει hο ανθρωποσ γαλιλαιοσ εστιν, και επιγνουσ hοτι εκ τησ εξουσιασ hηρωδου εστιν, ανεπεμψεν αυτον προσ hηρωδην, οντα και αυτον εν hιεροσολυμοισ εν ταυταισ ταισ hημεραισ. hο δε hηρωδησ ιδων τον ιηhοσυα εχαρη λιαν • ην γαρ θελων εξ hικανου ιδειν αυτον δια το ακουειν πολλα περι αυτου • και ηλπιζεν τι σημειον ιδειν hυπ αυτου γινομενον. επηρωτα δε αυτον εν λογοισ hικανοισ • αυτοσ δε ουδεν απεκρινατο αυτω. hειστηκεισαν δε hοι αρχιερεισ και hοι γραμματεισ ευτονωσ κατηγορουντεσ αυτου. εξουθενησασ δε αυτον hο hηρωδησ συν τοισ στρατευμασιν αυτου και εμπαιξασ, περιβαλων αυτον εσθητα λαμπραν ανεπεμψεν αυτον τω πειλατω. εγενοντο δε φιλοι hο τε πειλατοσ και hο hηρωδησ εν αυτη τη hημερα μετ αλληλων • προυπηρχον γαρ εν εχθρα οντεσ προσ αυτουσ. πειλατοσ δε συγκαλεσαμενοσ τουσ αρχιερεισ και τουσ αρχοντασ και τον λαον ειπεν προσ αυτουσ • προσηνεγκατε μοι τον ανθρωπον τουτον hωσ αποστρεφοντα τον λαον, και ιδου εγω ενωπιον hυμων ανακρινασ ουδεν hευρον εν τω ανθρωπω τουτω αιτιον hων κατηγορειτε κατ αυτου. αλλ ουδε hηρωδησ, ανεπεμψα γαρ hυμασ προσ αυτον • και ιδου ουδεν αξιον θανατου εστιν πεπραγμενον αυτω • παιδευσασ ουν αυτον απολυσω. αναγκην δε ειχεν απολυειν αυτοισ κατα hεορτην hενα. ανεκραξαν δε πανπληθει λεγοντεσ • αιρε τουτον, απολυσον δε hημιν βαραββαν (hοστισ ην δια στασιν τινα γενομενην εν τη πολει και φονον βεβλημενοσ εισ φυλακην). παλιν ουν hο πειλατοσ προσεφωνησεν αυτοισ, θελων απολυσαι τον ιηhοσυα. hοι δε επεφωνουν λεγοντεσ • σταυρωσον σταυρωσον αυτον. hο δε τριτον ειπεν προσ αυτουσ • τι γαρ κακον εποιησεν hουτοσ; ουδεν αιτιον θανατου hευρον εν αυτω • παιδευσασ ουν αυτον απολυσω. hοι δε επεκειντο φωναισ μεγαλαισ αιτουμενοι αυτον σταυρωθηναι. και κατισχυον hαι φωναι αυτων και των αρχιερεων. hο δε πειλατοσ επεκρινεν γενεσθαι το αιτημα αυτων. απελυσεν δε τον δια στασιν και φονον βεβλημενον εισ την φυλακην, hον ητουντο • τον δε ιηhοσυα παρεδωκεν τω θεληματι αυτων. και hωσ απηγαγον αυτον, επιλαβομενοι σιμωνοσ τινοσ κυρηναιου ερχομενου απ αγρου επεθηκαν αυτω τον σταυρον φερειν οπισθεν του ιηhοσυα. ηκολουθει δε αυτω πολυ πληθοσ του λαου και γυναικων, hαι εκοπτοντο και εθρηνουν αυτον. στραφεισ δε προσ αυτασ hο ιηhοσυα ειπεν • θυγατερεσ hιερουσαλημ, μη κλαιετε επ εμε • πλην εφ hεαυτασ κλαιετε και επι τα τεκνα hυμων • hοτι ιδου ερχονται hημεραι εν hαισ ερουσιν • μακαριαι hαι στειραι, και κοιλιαι hαι ουκ εγεννησαν, και μαστοι hοι ουκ εθρεψαν. τοτε αρξονται λεγειν τοισ ορεσιν • πεσετε εφ hημασ • και τοισ βουνοισ • καλυψατε hημασ • hοτι ει εν τω hυγρω ξυλω ταυτα ποιουσιν, εν τω ξηρω τι γενηται; ηγοντο δε και hετεροι δυο κακουργοι συν αυτω αναιρεθηναι. και hοτε ηλθον επι τον τοπον τον καλουμενον κρανιον, εκει εσταυρωσαν αυτον και τουσ κακουργουσ, hον μεν εκ δεξιων, hον δε εξ αριστερων. hο δε ιηhοσυα ελεγεν • πατερ, αφεσ αυτοισ, ου γαρ οιδασιν τι ποιουσιν. διαμεριζομενοι δε τα hιματια αυτου εβαλον κληρον. και hειστηκει hο λαοσ θεωρων • εξεμυκτηριζον δε και hοι αρχοντεσ συν αυτοισ λεγοντεσ • αλλουσ εσωσεν, σωσατω hεαυτον, ει hουτοσ εστιν hο χριστοσ, hο του θεου εκλεκτοσ. ενεπαιζον δε αυτω και hοι στρατιωται προσερχομενοι, οξοσ προσφεροντεσ αυτω και λεγοντεσ • ει συ ει hο βασιλευσ των ιηhυδαιων, σωσον σεαυτον. ην δε και επιγραφη επ αυτω γραμμασιν hελληνικοισ και ρωμαικοισ και hεβραικοισ • hoυτοσ εστιν hο βασιλευσ των ιηhυδαιων. hεισ δε των κρεμασθεντων κακουργων εβλασφημει αυτον λεγον • ουχι συ ει hο χριστοσ; σωσον σεαυτον και hημασ. αποκριθεισ δε hο hετεροσ επιτιμα αυτω λεγων • ουδε φοβη συ τον θεον, hοτι εν τω αυτω κριματι ει; και hημεισ μεν δικαιωσ • αξια γαρ hων επραξαμεν απολαμβανομεν • hουτοσ δε ουδεν ατοπον επραξεν. και ελεγεν τω ιηhοσυα • μνησθητι μου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hοταν ελθησ εν τη βασιλεια σου. και ειπεν αυτω hο ιηhοσυα • αμην λεγω σοι, σημερον μετ εμου εση εν τω παραδεισω. ην δε hωσει hωρα hεκτη και σκοτοσ εγενετο εφ hολην την γην hεωσ hωρασ ενατησ, και εσκοτισθη hο hηλιοσ, και εσχισθη το καταπετασμα του ναου μεσον. και φωνησασ φωνη μεγαλη hο ιηhοσυα ειπεν • πατερ, εισ χειρασ σου παρατιθεμαι το πνευμα μου. τουτο δε ειπων εξεπνευσεν. ιδων δε hο hεκατονταρχοσ το γενομενον εδοξασεν τον θεον λεγων • οντωσ hο ανθρωποσ hουτοσ δικαιοσ ην. και παντεσ hοι συνπαραγενομενοι οχλοι επι την θεωριαν ταυτην, θεωρησαντεσ τα γενομενα, τυπτοντεσ τα στηθη hυπεστρεφον. hειστηκεισαν δε παντεσ hοι γνωστοι αυτου μακροθεν, και γυναικεσ hαι συνακολουθησασαι αυτω απο τησ γαλιλαιασ, hορωσαι ταυτα. και ιδου ανηρ ονοματι ιωσηφ βουλευτησ hυπαρχων, ανηρ αγαθοσ και δικαιοσ, (hουτοσ ουκ ην συνκατατεθειμενοσ τη βουλη και τη πραξει αυτων), απο αριμαθαιασ πολεωσ των ιηhυδαιων, hοσ και προσεδεχετο και αυτοσ την βασιλειαν του θεου • hουτοσ προσελθων τω πειλατω ητησατο το σωμα του ιηhοσυα, και καθελων αυτο ενετυλιξεν αυτο σινδονι, και εθηκεν αυτον εν μνηματι λαξευτω, hου ουκ ην ουδεισ ουπω κειμενοσ. και hημερα ην παρασκευησ, και σαββατον επεφωσκεν. κατακολουθησασαι δε γυναικεσ, hαιτινεσ ησαν συνεληλυθυιαι αυτω εκ τησ γαλιλαιασ, εθεασαντο το μνημειον και hωσ ετεθη το σωμα αυτου, hυποστρεψασαι δε hητοιμασαν αρωματα και μυρα • και το μεν σαββατον hησυχασαν κατα την εντολην.

24

τη δε μια των σαββατων ορθρου βαθεωσ ηλθον επι το μνημα φερουσαι hα hητοιμασαν αρωματα. hευρον δε τον λιθον αποκεκυλισμενον απο του μνημειου. και εισελθουσαι ουχ hευρον το σωμα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα. και εγενετο εν τω διαπορεισθαι αυτασ περι τουτου, και ιδου ανδρεσ δυο επεστησαν αυταισ εν εσθησεσιν αστραπτουσαισ. εμφοβων δε γενομενων αυτων και κλινουσων το προσωπον εισ την γην ειπον προσ αυτασ • τι ζητειτε τον ζωντα μετα των νεκρων; ουκ εστιν hωδε, αλλα ηγερθη. μνησθητε hωσ ελαλησεν hυμιν ετι ων εν τη γαλιλαια, λεγων hοτι δει τον hυιον του ανθρωπου παραδοθηναι εισ χειρασ ανθρωπων hαμαρτωλων και σταυρωθηναι και τη τριτη hημερα αναστηναι. και εμνησθησαν των ρηματων αυτου. και hυποστρεψασαι απο του μνημειου απηγγειλαν ταυτα παντα τοισ hενδεκα και πασιν τοισ λοιποισ. ησαν δε hη μαγδαληνη μαρια και ιωαννα και μαρια hη ιακωβου και hαι λοιπαι συν αυταισ hαι ελεγον προσ τουσ αποστολουσ ταυτα. και εφανησαν ενωπιον αυτων hωσει ληροσ τα ρηματα αυτων, και ηπιστουν αυταισ. hο δε πετροσ αναστασ εδραμεν επι το μνημειον, και παρακυψασ βλεπει τα οθονια κειμενα μονα • και απηλθεν προσ hεαυτον θαυμαζων το γεγονοσ. και ιδου δυο εξ αυτων ησαν πορευομενοι εν αυτη τη hημερα εισ κωμην απεχουσαν σταδιουσ hεξηκοντα απο hιερουσαλημ, hη ονομα εμμαουσ. και αυτοι hωμιλουν προσ αλληλουσ περι παντων των συμβεβηκοτων τουτων. και εγενετο εν τω hομιλειν αυτουσ και συνζητειν, και αυτοσ ιηhοσυα εγγισασ συνεπορευετο αυτοισ. hοι δε οφθαλμοι αυτων εκρατουντο του μη επιγνωναι αυτον. ειπεν δε προσ αυτουσ • τινεσ hοι λογοι hουτοι, hουσ αντιβαλλετε προσ αλληλουσ περιπατουντεσ, και εστε σκυθρωποι; αποκριθεισ δε hο hεισ, hω ονομα κλεοπασ, ειπεν προσ αυτον • συ μονοσ παροικεισ hιερουσαλημ και ουκ εγνωσ τα γενομενα εν αυτη εν ταισ hημεραισ ταυταισ; και ειπεν αυτοισ • ποια; hοι δε ειπον αυτω • τα περι ιηhοσυα του ναζωραιου, hοσ εγενετο ανηρ προφητησ δυνατοσ εν εργω και λογω εναντιον του θεου και παντοσ του λαου, hοπωσ τε παρεδωκαν αυτον hοι αρχιερεισ και hοι αρχοντεσ hημων εισ κριμα θανατου και εσταυρωσαν αυτον. hημεισ δε ηλπιζομεν hοτι αυτοσ εστιν hο μελλων λυτρουσθαι τον ισραηλ • αλλα γε και συν πασιν τουτοισ τριτην ταυτην hημεραν αγει σημερον αφ hου ταυτα εγενετο. αλλα και γυναικεσ τινεσ εξ hημων εξεστησαν hημασ, γενομεναι ορθριναι επι το μνημειον, και μη hευρουσαι το σωμα αυτου ηλθον λεγουσαι και οπτασιαν αγγελων hεωρακεναι, hοι λεγουσιν αυτον ζην. και απηλθον τινεσ των συν hημιν επι το μνημειον, και hευρον hουτωσ καθωσ και hαι γυναικεσ ειπον, αυτον δε ουκ ειδον. και αυτοσ ειπεν προσ αυτουσ • ω ανοητοι και βραδεισ τη καρδια του πιστευειν επι πασιν hοισ ελαλησαν hοι προφηται. ουχι ταυτα εδει παθειν τον χριστον και εισελθειν εισ την δοξαν αυτου; και αρξαμενοσ απο μωυσεωσ και απο παντων των προφητων διερμηνευεν αυτοισ εν πασαισ ταισ γραφαισ τα περι hεαυτου. και ηγγισαν εισ την κωμην hου επορευοντο, και αυτοσ προσεποιησατο πορρωτερον πορευεσθαι. και παρεβιασαντο αυτον λεγοντεσ • μεινον μεθ hημων, hοτι προσ hεσπεραν εστιν και κεκλικεν hη hημερα. και εισηλθεν του μειναι συν αυτοισ. και εγενετο εν τω κατακλιθηναι αυτον μετ αυτων, λαβων τον αρτον ευλογησεν και κλασασ επεδιδου αυτοισ. αυτων δε διηνοιχθησαν hοι οφθαλμοι, και επεγνωσαν αυτον • και αυτοσ αφαντοσ εγενετο απ αυτων. και ειπον προσ αλληλουσ • ουχι hη καρδια hημων καιομενη ην εν hημιν, hωσ ελαλει hημιν εν τη hοδω, και hωσ διηνοιγεν hημιν τασ γραφασ; και ανασταντεσ αυτη τη hωρα hυπεστρεψαν εισ hιερουσαλημ, και hευρον συνηθροισμενουσ τουσ hενδεκα και τουσ συν αυτοισ, λεγοντασ hοτι ηγερθη hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh οντωσ και ωφθη σιμωνι. και αυτοι εξηγουντο τα εν τη hοδω και hωσ εγνωσθη αυτοισ εν τη κλασει του αρτου. ταυτα δε αυτων λαλουντων αυτοσ εστη εν μεσω αυτων και λεγει αυτοισ • ειρηνη hυμιν. πτοηθεντεσ δε και εμφοβοι γενομενοι εδοκουν πνευμα θεωρειν. και ειπεν αυτοισ • τι τεταραγμενοι εστε, και δια τι διαλογισμοι αναβαινουσιν εν ταισ καρδιαισ hυμων; ιδετε τασ χειρασ μου και τουσ ποδασ μου, hοτι αυτοσ εγω ειμι • ψηλαφησατε με και ιδετε, hοτι πνευμα σαρκα και οστεα ουκ εχει καθωσ εμε θεωρειτε εχοντα. και τουτο ειπων επεδειξεν αυτοισ τασ χειρασ και τουσ ποδασ. ετι δε απιστουντων αυτων απο τησ χαρασ και θαυμαζοντων, ειπεν αυτοισ • εχετε τι βρωσιμον ενθαδε; hοι δε επεδωκαν αυτω ιχθυοσ οπτου μεροσ και απο μελισσιου κηριου • και λαβων ενωπιον αυτων εφαγεν. ειπεν δε αυτοισ • hουτοι hοι λογοι, hουσ ελαλησα προσ hυμασ ετι ων συν hυμιν, hοτι δει πληρωθηναι παντα τα γεγραμμενα εν τω νομω μωυσεωσ και προφηταισ και ψαλμοισ περι εμου. τοτε διηνοιξεν αυτων τον νουν του συνιεναι τασ γραφασ. και ειπεν αυτοισ hοτι hουτωσ γεγραπται και hουτωσ εδει παθειν τον χριστον και αναστηναι εκ νεκρων τη τριτη hημερα, και κηρυχθηναι επι τω ονοματι αυτου μετανοιαν και αφεσιν hαμαρτιων εισ παντα τα εθνη, αρξαμενον απο hιερουσαλημ. hυμεισ δε εστε μαρτυρεσ τουτων. και ιδου εγω αποστελλω την επαγγελιαν του πατροσ μου εφ hυμασ. hυμεισ δε καθισατε εν τη πολει hεωσ hου ενδυσησθε δυναμιν εξ hυψουσ. εξηγαγεν δε αυτουσ εξω hεωσ εισ βηθανιαν, και επαρασ τασ χειρασ αυτου ευλογησεν αυτουσ. και εγενετο εν τω ευλογειν αυτον αυτουσ διεστη απ αυτων και ανεφερετο εισ τον ουρανον. και αυτοι προσκυνησαντεσ αυτον hυπεστρεψαν εισ hιερουσαλημ μετα χαρασ μεγαλησ, και ησαν δια παντοσ εν τω hιερω αινουντεσ και ευλογουντεσ τον θεον.

πραξεισ αποστολων

1

τον μεν πρωτον λογον εποιησαμην περι παντων, ω θεοφιλε, hων ηρξατο hο ιηhοσυα ποιειν τε και διδασκειν, αχρι hησ hημερασ εντειλαμενοσ τοισ αποστολοισ δια πνευματοσ hαγιου hουσ εξελεξατο ανελημφθη • hoισ και παρεστησεν hεαυτον ζωντα μετα το παθειν αυτον εν πολλοισ τεκμηριοισ, δι hημερων τεσσερακοντα οπτανομενοσ αυτοισ και λεγων τα περι τησ βασιλειασ του θεου. και συναλιζομενοσ παρηγγειλεν αυτοισ απο hιεροσολυμων μη χωριζεσθαι, αλλα περιμενειν την επαγγελιαν του πατροσ hην ηκουσατε μου • hοτι ιωαννησ μεν εβαπτισεν hυδατι, hυμεισ δε βαπτισθησεσθε εν πνευματι hαγιω ου μετα πολλασ ταυτασ hημερασ. hοι μεν ουν συνελθοντεσ επηρωτων αυτον λεγοντεσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ει εν τω χρονω τουτω αποκαθιστανεισ την βασιλειαν τω ισραηλ; ειπεν δε προσ αυτουσ • ουχ hυμων εστιν γνωναι χρονουσ η καιρουσ hουσ hο πατηρ εθετο εν τη ιδια εξουσια • αλλα λημψεσθε δυναμιν επελθοντοσ του hαγιου πνευματοσ εφ hυμασ • και εσεσθε μου μαρτυρεσ εν τε hιερουσαλημ και εν παση τη ιηhυδαια και σαμαρεια και hεωσ εσχατου τησ γησ. και ταυτα ειπων βλεποντων αυτων επηρθη, και νεφελη hυπελαβεν αυτον απο των οφθαλμων αυτων. και hωσ ατενιζοντεσ ησαν εισ τον ουρανον πορευομενου αυτου, και ιδου ανδρεσ δυο παρειστηκεισαν αυτοισ εν εσθητι λευκη, hοι και ειπον • ανδρεσ γαλιλαιοι, τι hεστηκατε εμβλεποντεσ εισ τον ουρανον; hουτοσ hο ιηhοσυα hο αναλημφθεισ αφ hυμων εισ τον ουρανον hουτωσ ελευσεται hον τροπον εθεασασθε αυτον πορευομενον εισ τον ουρανον. τοτε hυπεστρεψαν εισ hιερουσαλημ απο ορουσ του καλουμενου ελαιωνοσ, hο εστιν εγγυσ hιερουσαλημ σαββατου εχον hοδον. και hοτε εισηλθον, ανεβησαν εισ το hυπερωον hου ησαν καταμενοντεσ, hο τε πετροσ και ιωαννησ και ιακωβοσ και ανδρεασ, φιλιπποσ και θωμασ, βαρθολομαιοσ και ματθαιοσ, ιακωβοσ αλφαιου και σιμων hο ζηλωτησ και ιηhυδασ ιακωβου. hουτοι παντεσ ησαν προσκαρτερουντεσ hομοθυμαδον τη προσευχη συν γυναιξιν και μαρια τη μητρι του ιηhοσυα και συν τοισ αδελφοισ αυτου. και εν ταισ hημεραισ ταυταισ αναστασ πετροσ εν μεσω των μαθητων ειπεν, (ην τε οχλοσ ονοματων επι το αυτο hωσ hεκατον εικοσι) • ανδρεσ αδελφοι, εδει πληρωθηναι την γραφην ταυτην hην προειπεν το πνευμα το hαγιον δια στοματοσ δαυιδ περι ιηhυδα του γενομενου hοδηγου τοισ συλλαβουσιν τον ιηhοσυα • hοτι κατηριθμημενοσ ην εν hημιν και ελαχεν τον κληρον τησ διακονιασ ταυτησ • (hουτοσ μεν ουν εκτησατο χωριον εκ μισθου τησ αδικιασ, και πρηνησ γενομενοσ ελακησεν μεσοσ, και εξεχυθη παντα τα σπλαγχνα αυτου. και γνωστον εγενετο πασιν τοισ κατοικουσιν hιερουσαλημ, hωστε κληθηναι το χωριον εκεινο τη ιδια διαλεκτω αυτων ακελδαμα, τουτ εστιν χωριον hαιματοσ) • γεγραπται γαρ εν βιβλω ψαλμων • γενηθητω hη επαυλισ αυτου ερημοσ και μη εστω hο κατοικων εν αυτη, και την επισκοπην αυτου λαβετω hετεροσ. δει ουν των συνελθοντων hημιν ανδρων εν παντι χρονω εν hω εισηλθεν και εξηλθεν εφ hημασ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα, αρξαμενοσ απο του βαπτισματοσ ιωαννου hεωσ τησ hημερασ hησ ανελημφθη αφ hημων, μαρτυρα τησ αναστασεωσ αυτου συν hημιν γενεσθαι hενα τουτων. και εστησαν δυο, ιωσηφ τον καλουμενον βαρσαββαν, hοσ επεκληθη ιουστοσ, και ματθιαν. και προσευξαμενοι ειπον • συ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh καρδιογνωστα παντων, αναδειξον hον εξελεξω εκ τουτων των δυο hενα λαβειν τον κληρον τησ διακονιασ ταυτησ και αποστολησ, αφ hησ παρεβη ιηhυδασ πορευθηναι εισ τον τοπον τον ιδιον. και εδωκαν κληρουσ αυτοισ • και επεσεν hο κληροσ επι ματθιαν, και συγκατεψηφισθη μετα των hενδεκα αποστολων.

2

και εν τω συνπληρουσθαι την hημεραν τησ πεντηκοστησ ησαν παντεσ hομου επι το αυτο. και εγενετο αφνω εκ του ουρανου ηχοσ hωσπερ φερομενησ πνοησ βιαιασ και επληρωσεν hολον τον οικον hου ησαν καθημενοι. και ωφθησαν αυτοισ διαμεριζομεναι γλωσσαι hωσει πυροσ • και εκαθισαν εφ hενα hεκαστον αυτων, και επλησθησαν παντεσ πνευματοσ hαγιου και ηρξαντο λαλειν hετεραισ γλωσσαισ καθωσ το πνευμα εδιδου αποφθεγγεσθαι αυτοισ. ησαν δε εν hιερουσαλημ κατοικουντεσ ιηhυδαιοι, ανδρεσ ευλαβεισ απο παντοσ εθνουσ των hυπο τον ουρανον. γενομενησ δε τησ φωνησ ταυτησ συνηλθεν το πληθοσ και συνεχυθη, hοτι ηκουον hεισ hεκαστοσ τη ιδια διαλεκτω λαλουντων αυτων. εξισταντο δε παντεσ και εθαυμαζον λεγοντεσ • ουκ ιδου hαπαντεσ hουτοι εισιν hοι λαλουντεσ γαλιλαιοι; και πωσ hημεισ ακουομεν hεκαστοσ τη ιδια διαλεκτω hημων εν hη εγεννηθημεν; παρθοι και μηδοι και ελαμειται, και hοι κατοικουντεσ την μεσοποταμιαν, ιηhυδαιαν τε και καππαδοκιαν, ποντον και την ασιαν, φρυγιαν τε και παμφυλιαν, αιγυπτον και τα μερη τησ λιβυησ τησ κατα κυρηνην, και hοι επιδημουντεσ ρωμαιοι, ιηhυδαιοι τε και προσηλυτοι, κρητεσ και αραβεσ, ακουομεν λαλουντων αυτων ταισ hημετεραισ γλωσσαισ τα μεγαλεια του θεου. εξισταντο δε παντεσ και διηπορουν, αλλοσ προσ αλλον λεγοντεσ • τι θελει τουτο ειναι; 13. hετεροι δε διαχλευαζοντεσ ελεγον hοτι γλευκουσ μεμεστωμενοι εισιν. σταθεισ δε πετροσ συν τοισ hενδεκα επηρεν την φωνην αυτου και απεφθεγξατο αυτοισ • ανδρεσ ιηhυδαιοι και hοι κατοικουντεσ hιερουσαλημ hαπαντεσ, τουτο hυμιν γνωστον εστω και ενωτισασθε τα ρηματα μου • ου γαρ hωσ hυμεισ hυπολαμβανετε hουτοι μεθυουσιν, εστιν γαρ hωρα τριτη τησ hημερασ • αλλα τουτο εστιν το ειρημενον δια του προφητου ιωαλ • και εσται εν ταισ εσχαταισ hημεραισ, λεγει hο θεοσ, εκχεω απο του πνευματοσ μου επι πασαν σαρκα, και προφητευσουσιν hοι hυιοι hυμων και hαι θυγατερεσ hυμων, και hοι νεανισκοι hυμων hορασεισ οψονται, και hοι πρεσβυτεροι hυμων ενυπνιοισ ενυπνιασθησονται • καιγε επι τουσ δουλουσ μου και επι τασ δουλασ μου εν ταισ hημεραισ εκειναισ εκχεω απο του πνευματοσ μου, και προφητευσουσιν • και δωσω τερατα εν τω ουρανω ανω και σημεια επι τησ γησ κατω, hαιμα και πυρ και ατμιδα καπνου • hο hηλιοσ μεταστραφησεται εισ σκοτοσ και hη σεληνη εισ hαιμα, πριν η ελθειν την hημεραν κυριου την μεγαλην και επιφανη. και εσται πασ hοσ αν επικαλεσηται το ονομα κυριου σωθησεται. ανδρεσ ισραηλιται, ακουσατε τουσ λογουσ τουτουσ • ιηhοσυα τον ναζωραιον, ανδρα απο του θεου αποδεδειγμενον εισ hυμασ δυναμεσιν και τερασιν και σημειοισ, hοισ εποιησεν δι αυτου hο θεοσ εν μεσω hυμων, καθωσ αυτοι οιδατε, τουτον τη hωρισμενη βουλη και προγνωσει του θεου εκδοτον δια χειροσ ανομων προσπηξαντεσ ανειλατε, hον hο θεοσ ανεστησεν λυσασ τασ ωδινασ του θανατου, καθοτι ουκ ην δυνατον κρατεισθαι αυτον hυπ αυτου. δαυιδ γαρ λεγει εισ αυτον • προορωμην τον κυριον ενωπιον μου δια παντοσ • hοτι εκ δεξιων μου εστιν, hινα μη σαλευθω. δια τουτο ηυφρανθη hη καρδια μου και ηγαλλιασατο hη γλωσσα μου • ετι δε και hη σαρξ μου κατασκηνωσει επ ελπιδι, hοτι ουκ εγκαταλειψεισ την ψυχην μου εισ hαδην ουδε δωσεισ τον hοσιον σου ιδειν διαφθοραν. εγνωρισασ μοι hοδουσ ζωησ, πληρωσεισ με ευφροσυνησ μετα του προσωπου σου. ανδρεσ αδελφοι, εξον ειπειν μετα παρρησιασ προσ hυμασ περι του πατριαρχου δαυιδ, hοτι και ετελευτησεν και εταφη, και το μνημα αυτου εστιν εν hημιν αχρι τησ hημερασ ταυτησ. προφητησ ουν hυπαρχων και ειδωσ hοτι hορκω ωμοσεν αυτω hο θεοσ εκ καρπου τησ οσφυοσ αυτου καθισαι επι τον θρονον αυτου, προιδων ελαλησεν περι τησ αναστασεωσ του χριστου, hοτι ουτε ενκατελειφθη εισ hαδην ουτε hη σαρξ αυτου ειδεν διαφθοραν. τουτον τον ιηhοσυα ανεστησεν hο θεοσ, hου παντεσ hημεισ εσμεν μαρτυρεσ. τη δεξια ουν του θεου hυψωθεισ την τε επαγγελιαν του πνευματοσ του hαγιου λαβων παρα του πατροσ, εξεχεεν τουτο hο hυμεισ βλεπετε και ακουετε. ου γαρ δαυιδ ανεβη εισ τουσ ουρανουσ • λεγει δε αυτοσ • ειπεν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh τω κυριω μου καθου εκ δεξιων μου, hεωσ αν θω τουσ εχθρουσ σου hυποποδιον των ποδων σου. ασφαλωσ ουν γινωσκετω πασ οικοσ ισραηλ hοτι και κυριον αυτον και χριστον hο θεοσ εποιησεν, τουτον τον ιηhοσυα hον hυμεισ εσταυρωσατε. ακουσαντεσ δε κατενυγησαν τη καρδια, ειπον τε προσ τον πετρον και τουσ λοιπουσ αποστολουσ • τι ποιησωμεν, ανδρεσ αδελφοι; πετροσ δε εφη προσ αυτουσ • μετανοησατε, και βαπτισθητω hεκαστοσ hυμων επι τω ονοματι ιηhοσυα χριστου εισ αφεσιν hαμαρτιων • και λημψεσθε την δωρεαν του hαγιου πνευματοσ • hυμιν γαρ εστιν hη επαγγελια και τοισ τεκνοισ hυμων και πασιν τοισ εισ μακραν, hοσουσ αν προσκαλεσηται κυριοσ hο θεοσ hημων. hετεροισ τε λογοισ πλειοσιν διεμαρτυρατο και παρεκαλει λεγων • σωθητε απο τησ γενεασ τησ σκολιασ ταυτησ. hοι μεν ουν αποδεξαμενοι τον λογον αυτου εβαπτισθησαν • και προσετεθησαν εν τη hημερα εκεινη ψυχαι hωσει τρισχιλιαι. ησαν δε προσκαρτερουντεσ τη διδαχη των αποστολων και τη κοινωνια, τη κλασει του αρτου και ταισ προσευχαισ. εγινετο δε παση ψυχη φοβοσ • πολλα τε τερατα και σημεια δια των αποστολων εγινετο. παντεσ δε hοι πιστευοντεσ ησαν επι το αυτο και ειχον hαπαντα κοινα • και τα κτηματα και τασ hυπαρξεισ επιπρασκον και διεμεριζον αυτα πασιν καθοτι αν τισ χρειαν ειχεν. καθ hημεραν τε προσκαρτερουντεσ hομοθυμαδον εν τω hιερω • κλωντεσ τε κατ οικον αρτον, μετελαμβανον τροφησ εν αγαλλιασει και αφελοτητι καρδιασ, αινουντεσ τον θεον και εχοντεσ χαριν προσ hολον τον λαον. hο δε κυριοσ προσετιθει τουσ σωζομενουσ καθ hημεραν τη εκκλησια.

3

επι το αυτο δε πετροσ και ιωαννησ ανεβαινον εισ το hιερον επι την hωραν τησ προσευχησ την ενατην, και τισ ανηρ χωλοσ εκ κοιλιασ μητροσ αυτου hυπαρχων εβασταζετο, hον ετιθουν καθ hημεραν προσ την θυραν του hιερου την λεγομενην hωραιαν του αιτειν ελεημοσυνην παρα των εισπορευομενων εισ το hιερον • hοσ ιδων πετρον και ιωαννην μελλοντασ εισιεναι εισ το hιερον, ηρωτα ελεημοσυνην λαβειν. ατενισασ δε πετροσ εισ αυτον συν τω ιωαννη ειπεν • βλεψον εισ hημασ. hο δε επειχεν αυτοισ προσδοκων τι παρ αυτων λαβειν. ειπεν δε πετροσ • αργυριον και χρυσιον ουχ hυπαρχει μοι, hο δε εχω, τουτο σοι διδωμι • εν τω ονοματι ιηhοσυα χριστου του ναζωραιου εγειρε και περιπατει. και πιασασ αυτον τησ δεξιασ χειροσ ηγειρεν αυτον • παραχρημα δε εστερεωθησαν αυτου hαι βασεισ και τα σφυδρα • και εξαλλομενοσ εστη και περιεπατει • και εισηλθεν συν αυτοισ εισ το hιερον περιπατων και hαλλομενοσ και αινων τον θεον. και ειδεν πασ hο λαοσ αυτον περιπατουντα και αινουντα τον θεον • επεγινωσκον τε αυτον, hοτι hουτοσ ην hο προσ την ελεημοσυνην καθημενοσ επι τη hωραια πυλη του hιερου και επλησθησαν θαμβουσ και εκστασεωσ επι τω συμβεβηκοτι αυτω. κρατουντοσ δε αυτου τον πετρον και τον ιωαννην συνεδραμεν πασ hο λαοσ προσ αυτουσ επι τη στοα τη καλουμενη σολομωνοσ εκθαμβοι. ιδων δε hο πετροσ απεκρινατο προσ τον λαον • ανδρεσ ισραηλειται, τι θαυμαζετε επι τουτω, η hημιν τι ατενιζετε hωσ ιδια δυναμει η ευσεβεια πεποιηκοσιν του περιπατειν αυτον; hο θεοσ αβραhαμ και ισαακ και ιακωβ, hο θεοσ των πατερων hημων, εδοξασεν τον παιδα αυτου ιηhοσυα, hον hυμεισ μεν παρεδωκατε και ηρνησασθε αυτον κατα προσωπον πιλατου, κριναντοσ εκεινου απολυειν. hυμεισ δε τον hαγιον και δικαιον ηρνησασθε, και ητησασθε ανδρα φονεα χαρισθηναι hυμιν • τον δε αρχηγον τησ ζωησ απεκτεινατε, hον hο θεοσ ηγειρεν εκ νεκρων, hου hημεισ μαρτυρεσ εσμεν. και επι τη πιστει του ονοματοσ αυτου τουτον, hον θεωρειτε και οιδατε, εστερεωσεν το ονομα αυτου • και hη πιστισ hη δι αυτου εδωκεν αυτω την hολοκληριαν ταυτην απεναντι παντων hυμων. και νυν, αδελφοι, οιδα hοτι κατα αγνοιαν επραξατε, hωσπερ και hοι αρχοντεσ hυμων • hο δε θεοσ hα προκατηγγειλεν δια στοματοσ παντων των προφητων, παθειν τον χριστον αυτου, επληρωσεν hουτωσ. μετανοησατε ουν και επιστρεψατε εισ το εξαλειφθηναι hυμων τασ hαμαρτιασ, hοπωσ αν ελθωσιν καιροι αναψυξεωσ απο προσωπου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και αποστειλη τον προκεχειρισμενον hυμιν ιηhοσυα χριστον, hον δει ουρανον μεν δεξασθαι αχρι χρονων αποκαταστασεωσ παντων hων ελαλησεν hο θεοσ δια στοματοσ των hαγιων απ αιωνοσ αυτου προφητων. μωυσησ μεν ειπεν hοτι προφητην hυμιν αναστησει κυριοσ hο θεοσ hυμων εκ των αδελφων hυμων hωσ εμε • αυτου ακουσεσθε κατα παντα hοσα αν λαληση προσ hυμασ • εσται δε πασα ψυχη hητισ αν μη ακουση του προφητου εκεινου εξολεθρευθησεται εκ του λαου. και παντεσ δε hοι προφηται απο σαμουαλ και των καθεξησ hοσοι ελαλησαν, και κατηγγειλαν τασ hημερασ ταυτασ. hυμεισ εστε hοι hυιοι των προφητων και τησ διαθηκησ hησ διεθετο hο θεοσ προσ τουσ πατερασ hυμων, λεγων προσ αβραhαμ • και εν τω σπερματι σου ενευλογηθησονται πασαι hαι πατριαι τησ γησ. hυμιν πρωτον hο θεοσ αναστησασ τον παιδα αυτου, απεστειλεν αυτον ευλογουντα hυμασ εν τω αποστρεφειν hεκαστον απο των πονηριων hυμων.

4

λαλουντων δε αυτων προσ τον λαον, επεστησαν αυτοισ hοι hιερεισ και hο στρατηγοσ του hιερου και hοι σαδδουκαιοι, διαπονουμενοι δια το διδασκειν αυτουσ τον λαον και καταγγελλειν εν τω ιηhοσυα την αναστασιν την εκ νεκρων. και επεβαλον αυτοισ τασ χειρασ και εθεντο εισ τηρησιν εισ την αυριον, ην γαρ hεσπερα ηδη. πολλοι δε των ακουσαντων τον λογον επιστευσαν • και εγενηθη hο αριθμοσ των ανδρων hωσει χιλιαδεσ πεντε. εγενετο δε επι την αυριον συναχθηναι αυτων τουσ αρχοντασ και πρεσβυτερουσ και γραμματεισ εν hιερουσαλημ, και ανναν τον αρχιερεα και καιαφαν και ιωαννην και αλεξανδρον και hοσοι ησαν εκ γενουσ αρχιερατικου. και στησαντεσ αυτουσ εν μεσω επυνθανοντο • εν ποια δυναμει η εν ποιω ονοματι εποιησατε τουτο hυμεισ; τοτε πετροσ πλησθεισ πνευματοσ hαγιου ειπεν προσ αυτουσ • αρχοντεσ του λαου και πρεσβυτεροι του ισραηλ, ει hημεισ σημερον ανακρινομεθα επι ευεργεσια ανθρωπου ασθενουσ εν τινι hουτοσ σεσωσται, γνωστον εστω πασιν hυμιν και παντι τω λαω ισραηλ, hοτι εν τω ονοματι ιηhοσυα χριστου του ναζωραιου, hον hυμεισ εσταυρωσατε, hον hο θεοσ ηγειρεν εκ νεκρων • εν τουτω hουτοσ παρεστηκεν ενωπιον hυμων hυγιησ. hουτοσ εστιν hο λιθοσ, hο εξουθενηθεισ hυφ hυμων των οικοδομουντων, hο γενομενοσ εισ κεφαλην γωνιασ • και ουκ εστιν εν αλλω ουδενι hη σωτηρια • ουδε γαρ ονομα εστιν hετερον hυπο τον ουρανον το δεδομενον εν ανθρωποισ εν hω δει σωθηναι hημασ. θεωρουντεσ δε την του πετρου παρρησιαν και ιωαννου, και καταλαβομενοι hοτι ανθρωποι αγραμματοι εισιν και ιδιωται, εθαυμαζον, επεγινωσκον τε αυτουσ hοτι συν τω ιηhοσυα ησαν. τον τε ανθρωπον βλεποντεσ συν αυτοισ hεστωτα τον τεθεραπευμενον ουδεν ειχον αντειπειν. κελευσαντεσ δε αυτουσ εξω του συνεδριου απελθειν, συνεβαλλον προσ αλληλουσ λεγοντεσ • τι ποιησομεν τοισ ανθρωποισ τουτοισ; hοτι μεν γαρ γνωστον σημειον γεγονεν δι αυτων, πασιν τοισ κατοικουσιν hιερουσαλημ φανερον, και ου δυναμεθα αρνησασθαι • αλλ hινα μη επι πλειον διανεμηθη εισ τον λαον, απειλη απειλησωμεθα αυτοισ μηκετι λαλειν επι τω ονοματι τουτω μηδενι ανθρωπων. και καλεσαντεσ αυτουσ παρηγγειλαν το καθολου μη φθεγγεσθαι μηδε διδασκειν επι τω ονοματι του ιηhοσυα. hο δε πετροσ και ιωαννησ αποκριθεντεσ ειπον προσ αυτουσ • ει δικαιον εστιν ενωπιον του θεου, hυμων ακουειν μαλλον η του θεου, κρινατε. ου δυναμεθα γαρ hημεισ hα ειδομεν και ηκουσαμεν μη λαλειν. hοι δε προσαπειλησαμενοι απελυσαν αυτουσ, μηδεν hευρισκοντεσ το πωσ κολασωνται αυτουσ, δια τον λαον • hοτι παντεσ εδοξαζον τον θεον επι τω γεγονοτι. ετων γαρ ην πλειονων τεσσερακοντα hο ανθρωποσ εφ hον εγεγονει το σημειον τουτο τησ ιασεωσ. απολυθεντεσ δε ηλθον προσ τουσ ιδιουσ και απεγγειλαν hοσα προσ αυτουσ hοι αρχιερεισ και hοι πρεσβυτεροι ειπον. hοι δε ακουσαντεσ hομοθυμαδον ηραν φωνην προσ τον θεον και ειπαν • δεσποτα, συ hο θεοσ hο ποιησασ τον ουρανον και την γην και την θαλασσαν και παντα τα εν αυτοισ, hο δια στοματοσ δαυιδ παιδοσ σου ειπων • hινα τι εφρυαξαν εθνη και λαοι εμελετησαν κενα; παρεστησαν hοι βασιλεισ τησ γησ και hοι αρχοντεσ συνηχθησαν επι το αυτο κατα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh και κατα του χριστου αυτου. συνηχθησαν γαρ επ αληθειασ εν τη πολει ταυτη επι τον hαγιον παιδα σου ιηhοσυα, hον εχρισασ, hηρωδησ τε και ποντιοσ πιλατοσ συν εθνεσιν και λαοισ ισραηλ, ποιησαι hοσα hη χειρ σου και hη βουλη σου προωρισεν γενεσθαι. και τα νυν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, εφιδε επι τασ απειλασ αυτων, και δοσ τοισ δουλοισ σου μετα παρρησιασ πασησ λαλειν τον λογον σου, εν τω την χειρα σου εκτεινειν σε εισ ιασιν και σημεια και τερατα γινεσθαι δια του ονοματοσ του hαγιου παιδοσ σου ιηhοσυα. και δεηθεντων αυτων εσαλευθη hο τοποσ εν hω ησαν συνηγμενοι, και επλησθησαν hαπαντεσ του hαγιου πνευματοσ, και ελαλουν τον λογον του θεου μετα παρρησιασ. του δε πληθουσ των πιστευσαντων ην hη καρδια και hη ψυχη μια • και ουδε hεισ τι των hυπαρχοντων αυτω ελεγον ιδιον ειναι • αλλ ην αυτοισ hαπαντα κοινα. και μεγαλη δυναμει απεδιδουν το μαρτυριον hοι αποστολοι τησ αναστασεωσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα • χαρισ τε μεγαλη ην επι παντασ αυτουσ. ουδε γαρ ενδεησ τισ hυπηρχεν εν αυτοισ • hοσοι γαρ κτητορεσ χωριων η οικιων hυπηρχον, πωλουντεσ εφερον τασ τιμασ των πιπρασκομενων και ετιθουν παρα τουσ ποδασ των αποστολων • διεδιδετο δε hεκαστω καθοτι αν τισ χρειαν ειχεν. ιωσηφ δε hο επικληθεισ βαρναβασ απο των αποστολων (hο εστιν μεθερμηνευομενον hυιοσ παρακλησεωσ), λευειτησ, κυπριοσ τω γενει, hυπαρχοντοσ αυτω αγρου, πωλησασ ηνεγκεν το χρημα και εθηκεν παρα τουσ ποδασ των αποστολων.

5

ανηρ δε τισ ανανιασ ονοματι συν σαπφειρη τη γυναικι αυτου επωλησεν κτημα, και ενοσφισατο απο τησ τιμησ, συνειδυιησ και τησ γυναικοσ, και ενεγκασ μεροσ τι παρα τουσ ποδασ των αποστολων εθηκεν. ειπεν δε hο πετροσ • ανανια, δια τι επληρωσεν hο σατανασ την καρδιαν σου, ψευσασθαι σε το πνευμα το hαγιον και νοσφισασθαι απο τησ τιμησ του χωριου; ουχι μενον σοι εμενεν και πραθεν εν τη ση εξουσια hυπηρχεν; τι hοτι εθου εν τη καρδια σου το πραγμα τουτο; ουκ εψευσω ανθρωποισ αλλα τω θεω. ακουων δε hο ανανιασ τουσ λογουσ τουτουσ, πεσων εξεψυξεν. και εγενετο φοβοσ μεγασ επι παντασ τουσ ακουοντασ. ανασταντεσ δε hοι νεωτεροι συνεστειλαν αυτον και εξενεγκαντεσ εθαψαν. εγενετο δε hωσ hωρων τριων διαστημα και hη γυνη αυτου μη ειδυια το γεγονοσ εισηλθεν • απεκριθη δε προσ αυτην hο πετροσ • ειπε μοι, ει τοσουτου το χωριον απεδοσθε; hη δε ειπεν • ναι, τοσουτου. hο δε πετροσ [ειπεν] προσ αυτην • τι hοτι συνεφωνηθη hυμιν πειρασαι το πνευμα κυριου; ιδου hοι ποδεσ των θαψαντων τον ανδρα σου επι τη θυρα, και εξοισουσιν σε. επεσεν δε παραχρημα προσ τουσ ποδασ αυτου και εξεψυξεν. εισελθοντεσ δε hοι νεανισκοι hευρον αυτην νεκραν • και εξενεγκαντεσ εθαψαν προσ τον ανδρα αυτησ. και εγενετο φοβοσ μεγασ εφ hολην την εκκλησιαν και επι παντασ τουσ ακουοντασ ταυτα. δια δε των χειρων των αποστολων εγινετο σημεια και τερατα πολλα εν τω λαω • (και ησαν hομοθυμαδον hαπαντεσ εν τη στοα σολομωνοσ • των δε λοιπων ουδεισ ετολμα κολλασθαι αυτοισ, αλλ εμεγαλυνεν αυτουσ hο λαοσ • μαλλον δε προσετιθεντο πιστευοντεσ τω κυριω, πληθη ανδρων τε και γυναικων) • hωστε κατα τασ πλατειασ εκφερειν τουσ ασθενεισ και τιθεναι επι κλιναριων και κραβαττων, hινα ερχομενου πετρου καν hη σκια επισκιαση τινι αυτων. συνηρχετο δε και το πληθοσ των περιξ πολεων εισ hιερουσαλημ, φεροντεσ ασθενεισ και οχλουμενουσ hυπο πνευματων ακαθαρτων, hοιτινεσ εθεραπευοντο hαπαντεσ. αναστασ δε hο αρχιερευσ και παντεσ hοι συν αυτω, hη ουσα hαιρεσισ των σαδδουκαιων, επλησθησαν ζηλου και επεβαλον τασ χειρασ επι τουσ αποστολουσ και εθεντο αυτουσ εν τηρησει δημοσια. αγγελοσ δε κυριου δια νυκτοσ ηνοιξεν τασ θυρασ τησ φυλακησ, εξαγαγων τε αυτουσ ειπεν • πορευεσθε και σταθεντεσ λαλειτε εν τω hιερω τω λαω παντα τα ρηματα τησ ζωησ ταυτησ. ακουσαντεσ δε εισηλθον hυπο τον ορθρον εισ το hιερον και εδιδασκον. παραγενομενοσ δε hο αρχιερευσ και hοι συν αυτω συνεκαλεσαν το συνεδριον και πασαν την γερουσιαν των hυιων ισραηλ, και απεστειλαν εισ το δεσμωτηριον αχθηναι αυτουσ. hοι δε hυπηρεται παραγενομενοι ουχ hευρον αυτουσ εν τη φυλακη • αναστρεψαντεσ δε απηγγειλαν λεγοντεσ hοτι το δεσμωτηριον hευρομεν κεκλεισμενον εν παση ασφαλεια και τουσ φυλακασ hεστωτασ επι των θυρων • ανοιξαντεσ δε εσω ουδενα hευρομεν. hωσ δε ηκουσαν τουσ λογουσ τουτουσ hο τε hιερευσ και hο στρατηγοσ του hιερου και hοι αρχιερεισ, διηπορουν περι αυτων, τι αν γενοιτο τουτο. παραγενομενοσ δε τισ απηγγειλεν αυτοισ hοτι ιδου hοι ανδρεσ hουσ εθεσθε εν τη φυλακη εισιν εν τω hιερω hεστωτεσ και διδασκοντεσ τον λαον. τοτε απελθων hο στρατηγοσ συν τοισ hυπηρεταισ ηγαγεν αυτουσ, ου μετα βιασ, εφοβουντο γαρ τον λαον μη λιθασθωσιν. αγαγοντεσ δε αυτουσ εστησαν εν τω συνεδριω. και επηρωτησεν αυτουσ hο αρχιερευσ λεγων • παραγγελια παρηγγειλαμην hυμιν μη διδασκειν επι τω ονοματι τουτω, και ιδου πεπληρωκατε την hιερουσαλημ τησ διδαχησ hυμων, και βουλεσθε επαγαγειν εφ hημασ το hαιμα του ανθρωπου τουτου. αποκριθεισ δε πετροσ και hοι αποστολοι ειπαν • πειθαρχειν δει θεω μαλλον η ανθρωποισ. hο θεοσ των πατερων hημων ηγειρεν ιηhοσυα, hον hυμεισ διεχειρισασθε κρεμασαντεσ επι ξυλου • τουτον hο θεοσ αρχηγον και σωτηρα hυψωσεν τη δεξια αυτου, δουναι μετανοιαν τω ισραηλ και αφεσιν hαμαρτιων. και hημεισ εσμεν αυτου μαρτυρεσ των ρηματων τουτων και το πνευμα δε το hαγιον hο εδωκεν hο θεοσ τοισ πειθαρχουσιν αυτω. hοι δε ακουσαντεσ διεπριοντο και εβουλευοντο ανελειν αυτουσ. αναστασ δε τισ εν τω συνεδριω φαρισαιοσ ονοματι γαμαλιηλ, νομοδιδασκαλοσ τιμιοσ παντι τω λαω, εκελευσεν εξω βραχυ τουσ αποστολουσ ποιησαι, ειπεν τε προσ αυτουσ • ανδρεσ ισραηλειται, προσεχετε hεαυτοισ επι τοισ ανθρωποισ τουτοισ τι μελλετε πρασσειν. προ γαρ τουτων των hημερων ανεστη θευδασ, λεγων ειναι τινα hεαυτον, hω προσεκλιθη αριθμοσ ανδρων hωσει τετρακοσιων • hοσ ανηρεθη, και παντεσ hοσοι επειθοντο αυτω διελυθησαν και εγενοντο εισ ουδεν. μετα τουτον ανεστη ιηhυδασ hο γαλιλαιοσ εν ταισ hημεραισ τησ απογραφησ και απεστησεν λαον [hικανον] οπισω αυτου • κακεινοσ απωλετο, και παντεσ hοσοι επειθοντο αυτω διεσκορπισθησαν. και τα νυν λεγω hυμιν, αποστητε απο των ανθρωπων τουτων και εασατε αυτουσ • hοτι εαν η εξ ανθρωπων hη βουλη hαυτη η το εργον τουτο, καταλυθησεται • ει δε εκ θεου εστιν, ου δυνησεσθε καταλυσαι αυτουσ, μηποτε και θεομαχοι hευρεθητε. επεισθησαν δε αυτω. και προσκαλεσαμενοι τουσ αποστολουσ, δειραντεσ παρηγγειλαν μη λαλειν επι τω ονοματι του ιηhοσυα, και απελυσαν αυτουσ. hοι μεν ουν επορευοντο χαιροντεσ απο προσωπου του συνεδριου, hοτι hυπερ του ονοματοσ κατηξιωθησαν ατιμασθηναι • πασαν τε hημεραν εν τω hιερω και κατ οικον ουκ επαυοντο διδασκοντεσ και ευαγγελιζομενοι τον χριστον ιηhοσυα.

6

εν δε ταισ hημεραισ ταυταισ πληθυνοντων των μαθητων εγενετο γογγυσμοσ των hελληνιστων προσ τουσ hεβραιουσ, hοτι παρεθεωρουντο εν τη διακονια τη καθημερινη hαι χηραι αυτων. προσκαλεσαμενοι δε hοι δωδεκα το πληθοσ των μαθητων ειπον • ουκ αρεστον εστιν hημασ καταλειψαντασ τον λογον του θεου διακονειν τραπεζαισ. επισκεψασθε ουν, αδελφοι, ανδρασ εξ hυμων μαρτυρουμενουσ hεπτα πληρησ πνευματοσ hαγιου και σοφιασ, hουσ καταστησομεν επι τησ χρειασ ταυτησ. hημεισ δε τη προσευχη και τη διακνια του λογου προσκαρτερησομεν. και ηρεσεν hο λογοσ ενωπιον παντοσ του πληθουσ • και εξελεξαντο στεφανον, ανδρα πληρησ πιστεωσ και πνευματοσ hαγιου, και φιλιππον και προχορον και νικανορα και τιμωνα και παρμεναν και νικολαον προσηλυτον αντιοχεα, hουσ εστησαν ενωπιον των αποστολων • και προσευξαμενοι επεθηκαν αυτοισ τασ χειρασ. και hο λογοσ του θεου ηυξανεν, και επληθυνετο hο αριθμοσ των μαθητων εν hιερουσαλημ σφοδρα, πολυσ τε οχλοσ των hιερεων hυπηκουον τη πιστει. στεφανοσ δε πληρησ χαριτοσ και δυναμεωσ εποιει τερατα και σημεια μεγαλα εν τω λαω. ανεστησαν δε τινεσ των εκ τησ συναγωγησ τησ λεγομενησ λιβερτινων και κυρηναιων και αλεξανδρεων και των απο κιλικιασ και ασιασ συνζητουντεσ τω στεφανω. και ουκ ισχυον αντιστηναι τη σοφια και τω πνευματι hω ελαλει. τοτε hυπεβαλον ανδρασ λεγοντασ hοτι ακηκοαμεν αυτου λαλουντοσ ρηματα βλασφημα εισ μωυσην και τον θεον. συνεκινησαν τε τον λαον και τουσ πρεσβυτερουσ και τουσ γραμματεισ • και επισταντεσ συνηρπασαν αυτον και ηγαγον εισ το συνεδριον. εστησαν τε μαρτυρασ ψευδεισ λεγοντασ • hο ανθρωποσ hουτοσ ου παυεται ρηματα λαλων κατα του τοπου του hαγιου και του νομου • ακηκοαμεν γαρ αυτου λεγοντοσ hοτι ιηhοσυα hο ναζωραιοσ hουτοσ καταλυσει τον τοπον τουτον και αλλαξει τα εθη hα παρεδωκεν hημιν μωυσησ. και ατενισαντεσ εισ αυτον hαπαντεσ hοι καθεζομενοι εν τω συνεδριω ειδον το προσωπον αυτου hωσει προσωπον αγγελου.

7

ειπεν δε hο αρχιερευσ • ει αρα ταυτα hουτωσ εχει; hο δε εφη • ανδρεσ αδελφοι και πατερεσ, ακουσατε • hο θεοσ τησ δοξησ ωφθη τω πατρι hημων αβραhαμ οντι εν τη μεσοποταμια πριν η κατοικησαι αυτον εν χαρραν, και ειπεν προσ αυτον • εξελθε εκ τησ γησ σου και εκ τησ συγγενειασ σου, και δευρο εισ την γην hην αν σοι δειξω. τοτε εξελθων εκ γησ χαλδαιων κατωκησεν εν χαρραν • κακειθεν μετα το αποθανειν τον πατερα αυτου μετωκισεν αυτον εισ την γην ταυτην εισ hην hυμεισ νυν κατοικειτε. και ουκ εδωκεν αυτω κληρονομιαν εν αυτη ουδε βημα ποδοσ, και επηγγειλατο δουναι αυτην εισ κατασχεσιν αυτω και τω σπερματι αυτου μετ αυτον, ουκ οντοσ αυτω τεκνου. ελαλησεν δε hουτωσ hο θεοσ, hοτι εσται το σπερμα αυτου παροικον εν γη αλλοτρια, και δουλωσουσιν αυτο και κακωσουσιν ετη τετρακοσια • και το εθνοσ hω εαν δουλευσωσιν κρινω εγω, ειπεν hο θεοσ, και μετα ταυτα εξελευσονται και λατρευσουσιν μοι εν τω τοπω τουτω. και εδωκεν αυτω διαθηκην περιτομησ • και hουτωσ εγεννησεν τον ισαακ και περιετεμεν αυτον τη hημερα τη ογδοη, και hο ισαακ τον ιακωβ, και hο ιακωβ τουσ δωδεκα πατριαρχασ. και hοι πατριαρχαι ζηλωσαντεσ τον ιωσηφ απεδοντο εισ αιγυπτον • και ην hο θεοσ μετ αυτου • και εξειλατο αυτον εκ πασων των θλιψεων αυτου, και εδωκεν αυτω χαριν και σοφιαν εναντιον φαραω βασιλεωσ αιγυπτου • και κατεστησεν αυτον hηγουμενον επ αιγυπτον και hολον τον οικον αυτου. ηλθεν δε λιμοσ εφ hολην την γην αιγυπτον και χανααν και θλιψισ μεγαλη, και ουχ hευρισκον χορτασματα hοι πατερεσ hημων. ακουσασ δε ιακωβ οντα σιτια εν αιγυπτω εξαπεστειλεν τουσ πατερασ hημων πρωτον • και εν τω δευτερω ανεγνωρισθη ιωσηφ τοισ αδελφοισ αυτου, και φανερον εγενετο τω φαραω το γενοσ του ιωσηφ. αποστειλασ δε ιωσηφ μετεκαλεσατο τον πατερα αυτου ιακωβ και πασαν την συγγενειαν εν ψυχαισ hεβδομηκοντα πεντε. και κατεβη ιακωβ εισ αιγυπτον • και ετελευτησεν αυτοσ και hοι πατερεσ hημων, και μετετεθησαν εισ συχεμ και ετεθησαν εν τω μνηματι hω ωνησατο αβραhαμ τιμησ αργυριου παρα των hυιων εμμωρ του συχεμ. καθωσ δε ηγγιζεν hο χρονοσ τησ επαγγελιασ hησ hωμολογησεν hο θεοσ τω αβραhαμ, ηυξησεν hο λαοσ και επληθυνθη εν αιγυπτω, αχρι hου ανεστη βασιλευσ hετεροσ επ αιγυπτον, hοσ ουκ ηδει τον ιωσηφ. hουτοσ κατασοφισαμενοσ το γενοσ hημων εκακωσεν τουσ πατερασ του ποιειν εκθετα τα βρεφη αυτων εισ το μη ζωογονεισθαι. εν hω καιρω εγεννηθη μωυσησ, και ην αστειοσ τω θεω • hοσ ανετραφη μηνασ τρεισ εν τω οικω του πατροσ. εκτεθεντα δε αυτον ανειλατο αυτον hη θυγατηρ φαραω και ανεθρεψατο αυτον hεαυτη εισ hυιον. και επαιδευθη μωυσησ εν παση σοφια αιγυπτιων • ην δε δυνατοσ εν λογοισ και εργοισ αυτου. hωσ δε επληρουτο αυτω τεσσερακονταετησ χρονοσ, ανεβη επι την καρδιαν αυτου επισκεψασθαι τουσ αδελφουσ αυτου τουσ hυιουσ ισραηλ • και ιδων τινα αδικουμενον ημυνατο, και εποιησεν εκδικησιν τω καταπονουμενω παταξασ τον αιγυπτιον. ενομιζεν δε συνιεναι τουσ αδελφουσ αυτου hοτι hο θεοσ δια χειροσ αυτου διδωσιν σωτηριαν αυτοισ • hοι δε ου συνηκαν. τη τε επιουση hημερα ωφθη αυτοισ μαχομενοισ • και συνηλασεν αυτουσ εισ ειρηνην ειπων • ανδρεσ, αδελφοι εστε hυμεισ • hινατι αδικειτε αλληλουσ; hο δε αδικων τον πλησιον απωσατο αυτον ειπων • τισ σε κατεστησεν αρχοντα και δικαστην εφ hημων; μη ανελειν με συ θελεισ hον τροπον ανειλεσ χθεσ τον αιγυπτιον; εφυγεν δε μωυσησ εν τω λογω τουτω, και εγενετο παροικοσ εν γη μαδιαμ, hου εγεννησεν hυιουσ δυο. και πληρωθεντων ετων τεσσερακοντα ωφθη αυτω εν τη ερημω του ορουσ σινα αγγελοσ εν φλογι πυροσ βατου. hο δε μωυσησ ιδων εθαυμαζεν το hοραμα • προσερχομενου δε αυτου κατανοησαι εγενετο φωνη κυριου • εγω hο θεοσ των πατερων σου, hο θεοσ αβραhαμ και ισαακ και ιακωβ. εντρομοσ δε γενομενοσ μωυσησ ουκ ετολμα κατανοησαι. ειπεν δε αυτω hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh • λυσον το hυποδημα των ποδων σου • hο γαρ τοποσ εφ hω hεστηκασ γη hαγια εστιν. ιδων ειδον την κακωσιν του λαου μου του εν αιγυπτω, και του στεναγμου αυτων ηκουσα, και κατεβην εξελεσθαι αυτουσ • και νυν δευρο αποστειλω σε εισ αιγυπτον. τουτον τον μωυσην, hον ηρνησαντο ειποντεσ • τισ σε κατεστησεν αρχοντα και δικαστην; τουτον hο θεοσ αρχοντα και λυτρωτην απεσταλκεν συν χειρι αγγελου του οφθεντοσ αυτω εν τη βατω. hουτοσ εξηγαγεν αυτουσ ποιησασ τερατα και σημεια εν γη αιγυπτω και εν ερυθρα θαλασση και εν τη ερημω ετη τεσσερακοντα. hουτοσ εστιν hο μωυσησ hο ειπασ τοισ hυιοισ ισραηλ • προφητην hυμιν αναστησει hο θεοσ εκ των αδελφων hυμων hωσ εμε • [αυτου ακουσεσθε]. hουτοσ εστιν hο γενομενοσ εν τη εκκλησια εν τη ερημω μετα του αγγελου του λαλουντοσ αυτω εν τω ορει σινα και των πατερων hημων • hοσ εδεξατο λογια ζωντα δουναι hημιν • hω ουκ ηθελησαν hυπηκοοι γενεσθαι hοι πατερεσ hημων • αλλα απωσαντο και εστραφησαν τη καρδια αυτων εισ αιγυπτον, ειποντεσ τω ααρων • ποιησον hημιν θεουσ hοι προπορευσονται hημων, hο γαρ μωυσησ hουτοσ, hοσ εξηγαγεν hημασ εκ γησ αιγυπτου, ουκ οιδαμεν τι γεγονεν αυτω. και εμοσχοποιησαν εν ταισ hημεραισ εκειναισ και ανηγαγον θυσιαν τω ειδωλω, και ευφραινοντο εν τοισ εργοισ των χειρων αυτων. εστρεψεν δε hο θεοσ και παρεδωκεν αυτουσ λατρευειν τη στρατια του ουρανου, καθωσ γεγραπται εν βιβλω των προφητων • μη σφαγια και θυσιασ προσηνεγκατε μοι ετη τεσσερακοντα εν τη ερημω, οικοσ ισραηλ; και ανελαβετε την σκηνην του μολοχ και το αστρον του θεου hυμων ρεμφαν, τουσ τυπουσ hουσ εποιησατε προσκυνειν αυτοισ, και μετοικιω hυμασ επεκεινα βαβυλωνοσ. hη σκηνη του μαρτυριου ην τοισ πατρασιν hημων εν τη ερημω, καθωσ διεταξατο hο λαλων τω μωυση ποιησαι αυτην κατα τον τυπον hον hεωρακει. hην και εισηγαγον διαδεξαμενοι hοι πατερεσ hημων μετα ιηhοσυα εν τη κατασχεσει των εθνων, ων εξωσεν hο θεοσ απο προσωπου των πατερων hημων hεωσ των hημερων δαυιδ, hοσ hευρεν χαριν ενωπιον του θεου και ητησατο hευρειν σκηνωμα τω θεω ιακωβ. σολομων δε ωκοδομησεν αυτω οικον. αλλ ουχ hο hυψιστοσ εν χειροποιητοισ κατοικει, καθωσ hο προφητησ λεγει • hο ουρανοσ μοι θρονοσ, hη δε γη hυποποδιον των ποδων μου. ποιον οικον οικοδομησετε μοι, λεγει κυριοσ, η τισ τοποσ τησ καταπαυσεωσ μου; ουχι hη χειρ μου εποιησεν παντα ταυτα; σκληροτραχηλοι και απεριτμητοι τη καρδια και τοισ ωσιν, hυμεισ αει τω πνευματι τω hαγιω αντιπιπτετε • hωσ hοι πατερεσ hυμων και hυμεισ. τινα των προφητων ουκ εδιωξαν hοι πατερεσ hυμων; και απεκτειναν τουσ προκαταγγειλαντασ περι τησ ελευσεωσ του δικαιου, hου νυν hυμεισ προδοται και φονεισ εγενεσθε, hοιτινεσ ελαβετε τον νομον εισ διαταγασ αγγελων, και ουκ εφυλαξατε. ακουοντεσ δε ταυτα διεπριοντο ταισ καρδιαισ αυτων και εβρυχον τουσ οδοντασ επ αυτον. hυπαρχων δε πληρησ πνευματοσ hαγιου, ατενισασ εισ τον ουρανον ειδεν δοξαν θεου και ιηhοσυα hεστωτα εκ δεξιων του θεου • και ειπεν • ιδου θεωρω τουσ ουρανουσ ανεωγμενουσ και τον hυιον του ανθρωπου εκ δεξιων hεστωτα του θεου. κραξαντεσ δε φωνη μεγαλη συνεσχον τα ωτα αυτων και hωρμησαν hομοθυμαδον επ αυτον • και εκβαλοντεσ εξω τησ πολεωσ ελιθοβολουν • και hοι μαρτυρεσ απεθεντο τα hιματια αυτων παρα τουσ ποδασ νεανιου καλουμενου σαυλου. και ελιθοβολουν τον στεφανον, επικαλουμενον και λεγοντα • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα, δεξαι το πνευμα μου. θεισ δε τα γονατα εκραξεν φωνη μεγαλη • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μη στησησ αυτοισ την hαμαρτιαν ταυτην. και τουτο ειπων εκοιμηθη •

8

σαυλοσ δε ην συνευδοκων τη αναιρεσει αυτου. εγενετο δε εν εκεινη τη hημερα διωγμοσ μεγασ επι την εκκλησιαν την εν hιεροσολυμοισ • παντεσ δε διεσπαρησαν κατα τασ χωρασ τησ ιηhυδαιασ και σαμαρειασ πλην των αποστολων. συνεκομισαν δε τον στεφανον ανδρεσ ευλαβεισ, και εποιησαντο κοπετον μεγαν επ αυτω. σαυλοσ δε ελυμαινετο την εκκλησιαν, κατα τουσ οικουσ εισπορευομενοσ • συρων τε ανδρασ και γυναικασ παρεδιδου εισ φυλακην. hοι μεν ουν διασπαρεντεσ διηλθον ευαγγελιζομενοι τον λογον. φιλιπποσ δε κατελθων εισ πολιν τησ σαμαρειασ εκηρυσσεν αυτοισ τον χριστον. προσειχον δε hοι οχλοι τοισ λεγομενοισ hυπο του φιλιππου hομοθυμαδον εν τω ακουειν αυτουσ και βλεπειν τα σημεια hα εποιει • πολλων γαρ των εχοντων πνευματα ακαθαρτα βοωντα φωνη μεγαλη εξηρχοντο • πολλοι δε παραλελυμενοι και χωλοι εθεραπευθησαν • και εγενετο χαρα μεγαλη εν τη πολει εκεινη. ανηρ δε τισ ονοματι σιμων προυπηρχεν εν τη πολει μαγευων και εξιστανων το εθνοσ τησ σαμαρειασ, λεγων ειναι τινα hεαυτον μεγαν • hω προσειχον παντεσ απο μικρου hεωσ μεγαλου λεγοντεσ • hουτοσ εστιν hη δυναμισ του θεου hη καλουμενη μεγαλη. προσειχον δε αυτω δια το hικανω χρονω ταισ μαγειαισ εξεστακεναι αυτουσ. hοτε δε επιστευσαν τω φιλιππω ευαγγελιζομενω περι τησ βασιλειασ του θεου και του ονοματοσ ιηhοσυα χριστου, εβαπτιζοντο ανδρεσ τε και γυναικεσ. hο δε σιμων και αυτοσ επιστευσεν • και βαπτισθεισ ην προσκαρτερων τω φιλιππω • θεωρων τε σημεια και δυναμεισ μεγαλασ γινομενασ εξιστατο. ακουσαντεσ δε hοι εν hιεροσολυμοισ αποστολοι hοτι δεδεκται hη σαμαρεια τον λογον του θεου, απεστειλαν προσ αυτουσ πετρον και ιωαννην, hοιτινεσ καταβαντεσ προσηυξαντο περι αυτων hοπωσ λαβωσιν πνευμα hαγιον • ουδεπω γαρ ην επ ουδενι αυτων επιπεπτωκοσ, μονον δε βεβαπτισμενοι hυπηρχον εισ το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα. τοτε επετιθουν τασ χειρασ επ αυτουσ, και ελαμβανον πνευμα hαγιον. ιδων δε hο σιμων hοτι δια τησ επιθεσεωσ των χειρων των αποστολων διδοται το πνευμα το hαγιον, προσηνεγκεν αυτοισ χρηματα λεγων • δοτε καμοι την εξουσιαν ταυτην, hινα hω εαν επιθω τασ χειρασ λαμβανη πνευμα hαγιον. πετροσ δε ειπεν προσ αυτον • το αργυριον σου συν σοι ειη εισ απωλειαν, hοτι την δωρεαν του θεου ενομισασ δια χρηματων κτασθαι. ουκ εστιν σοι μερισ ουδε κληροσ εν τω λογω τουτω • hη γαρ καρδια σου ουκ εστιν ευθεια εναντι του θεου. μετανοησον ουν απο τησ κακιασ σου ταυτησ, και δεηθητι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ει αρα αφεθησεται σοι hη επινοια τησ καρδιασ σου • εισ γαρ χολην πικριασ και συνδεσμον αδικιασ hορω σε οντα. αποκριθεισ δε hο σιμων ειπεν • δεηθητε hυμεισ hυπερ εμου προσ τον κυριον, hοπωσ μηδεν επελθη επ εμε hων ειρηκατε. hοι μεν ουν διαμαρτυραμενοι και λαλησαντεσ τον λογον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hυπεστρεφον εισ hιεροσολυμα • πολλασ τε κωμασ των σαμαρειτων ευηγγελιζοντο. αγγελοσ δε κυριου ελαλησεν προσ φιλιππον λεγων • αναστηθι και πορευου κατα μεσημβριαν επι την hοδον την καταβαινουσαν απο hιερουσαλημ εισ γαζαν, hαυτη εστιν ερημοσ. και αναστασ επορευθη. και ιδου ανηρ αιθιοψ ευνουχοσ δυναστησ κανδακησ βασιλισσησ αιθιοπων, hοσ ην επι πασησ τησ γαζησ αυτησ, hοσ εληλυθει προσκυνησων εισ hιερουσαλημ, ην τε hυποστρεφων και καθημενοσ επι του hαρματοσ αυτου και ανεγινωσκεν τον προφητην hησαιαν. ειπεν δε το πνευμα τω φιλιππω • προσελθε και κολληθητι τω hαρματι τουτω. προσδραμων δε hο φιλιπποσ ηκουσεν αυτου αναγινωσκοντοσ τον προφητην hησαιαν, και ειπεν • αραγε γινωσκεισ hα αναγινωσκεισ; hο δε ειπεν • πωσ γαρ αν δυναιμην εαν μη τισ hοδηγηση με; παρεκαλεσεν τε τον φιλιππον αναβαντα καθισαι συν αυτω. hη δε περιοχη τησ γραφησ hην ανεγινωσκεν ην hαυτη • hωσ προβατον επι σφαγην ηχθη • και hωσ αμνοσ εναντιον του κειροντοσ αυτον αφωνοσ, hουτωσ ουκ ανοιγει το στομα αυτου • εν τη ταπεινωσει αυτου hη κρισισ αυτου ηρθη • την δε γενεαν αυτου τισ διηγησεται; hοτι αιρεται απο τησ γησ hη ζωη αυτου. αποκριθεισ δε hο ευνουχοσ τω φιλιππω ειπεν • δεομαι σου, περι τινοσ hο προφητησ λεγει τουτο; περι hεαυτου η περι hετερου τινοσ; ανοιξασ δε hο φιλιπποσ το στομα αυτου και αρξαμενοσ απο τησ γραφησ ταυτησ ευηγγελισατο αυτω τον ιηhοσυα. hωσ δε επορευοντο κατα την hοδον, ηλθον επι τι hυδωρ, και φησιν hο ευνουχοσ • ιδου hυδωρ, τι κωλυει με βαπτισθηναι; και εκελευσεν στηναι το hαρμα, και κατεβησαν αμφοτεροι εισ το hυδωρ, hο τε φιλιπποσ και hο ευνουχοσ • και εβαπτισεν αυτον. hοτε δε ανεβησαν εκ του hυδατοσ, πνευμα κυριου hηρπασεν τον φιλιππον, και ουκ ειδεν αυτον ουκετι hο ευνουχοσ, επορευετο γαρ την hοδον αυτου χαιρων. φιλιπποσ δε hευρεθη εισ αζωτον • και διερχομενοσ ευηγγελιζετο τασ πολεισ πασασ hεωσ του ελθειν αυτον εισ καισαρειαν.

9

hο δε σαυλοσ ετι ενπνεων απειλησ και φονου εισ τουσ μαθητασ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, προσελθων τω αρχιερει ητησατο παρ αυτου επιστολασ εισ δαμασκον προσ τασ συναγωγασ, hοπωσ εαν τινασ hευρη τησ hοδου οντασ, ανδρασ τε και γυναικασ, δεδεμενουσ αγαγη εισ hιερουσαλημ. εν δε τω πορευεσθαι εγενετο αυτον εγγιζειν τη δαμασκω • και εξαιφνησ περιηστραψεν αυτον φωσ εκ του ουρανου. και πεσων επι την γην ηκουσεν φωνην λεγουσαν αυτω • σαουλ σαουλ, τι με διωκεισ; ειπεν δε • τισ ει, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; hο δε [ειπεν] • εγω ειμι ιηhοσυα hον συ διωκεισ. αλλα αναστηθι και εισελθε εισ την πολιν • και λαληθησεται σοι τι σε δει ποιειν. hοι δε ανδρεσ hοι συνοδευοντεσ αυτω hειστηκεισαν ενεοι, ακουοντεσ μεν τησ φωνησ, μηδενα δε θεωρουντεσ. ηγερθη δε hο σαυλοσ απο τησ γησ • ανεωγμενων δε των οφθαλμων αυτου ουδενα εβλεπεν • χειραγωγουντεσ δε αυτον εισηγαγον εισ δαμασκον • και ην hημερασ τρεισ μη βλεπων, και ουκ εφαγεν ουδε επιεν. ην δε τισ μαθητησ εν δαμασκω ονοματι ανανιασ • και ειπεν προσ αυτον hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εν hοραματι • ανανια. hο δε ειπεν • ιδου εγω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. hο δε κυριοσ προσ αυτον • αναστασ πορευθητι επι την ρυμην την καλουμενην ευθειαν και ζητησον εν οικια ιηhυδα σαυλον ονοματι ταρσεα • ιδου γαρ προσευχεται, και ειδεν [εν hοραματι] ανδρα ονοματι ανανιαν εισελθοντα και επιθεντα αυτω χειρα hοπωσ αναβλεψη. απεκριθη δε ανανιασ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ακηκοα απο πολλων περι του ανδροσ τουτου hοσα κακα εποιησεν τοισ hαγιοισ σου εν hιερουσαλημ • και hωδε εχει εξουσιαν παρα των αρχιερεων δησαι παντασ τουσ επικαλουμενουσ το ονομα σου. ειπεν δε προσ αυτον hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh • πορευου, hοτι σκευοσ εκλογησ μοι εστιν hουτοσ του βαστασαι το ονομα μου ενωπιον εθνων τε και βασιλεων hυιων τε ισραηλ • εγω γαρ hυποδειξω αυτω hοσα δει αυτον hυπερ του ονοματοσ μου παθειν. απηλθεν δε ανανιασ και εισηλθεν εισ την οικιαν • και επιθεισ επ αυτον τασ χειρασ ειπεν • σαουλ αδελφε, hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh απεσταλκεν με, ιηhοσυα hο οφθεισ σοι εν τη hοδω hη ηρχου, hοπωσ αναβλεψησ και πλησθησ πνευματοσ hαγιου. και ευθεωσ απεπεσαν απο των οφθαλμων αυτου hωσει λεπιδεσ • ανεβλεψεν τε • και αναστασ εβαπτισθη • και λαβων τροφην ενισχυσεν. εγενετο δε μετα των εν δαμασκω μαθητων hημερασ τινασ • και ευθεωσ εν ταισ συναγωγαισ εκηρυσσεν τον ιηhοσυα, hοτι hουτοσ εστιν hο hυιοσ του θεου. εξισταντο δε παντεσ hοι ακουοντεσ και ελεγον • ουχ hουτοσ εστιν hο πορθησασ εν hιερουσαλημ τουσ επικαλουμενουσ το ονομα τουτο, και hωδε εισ τουτο εληλυθεν hινα δεδεμενουσ αυτουσ αγαγη επι τουσ αρχιερεισ; σαυλοσ δε μαλλον ενεδυναμουτο και συνεχυνεν τουσ ιηhυδαιουσ τουσ κατοικουντασ εν δαμασκω, συνβιβαζων hοτι hουτοσ εστιν hο χριστοσ. hωσ δε επληρουντο hημεραι hικαναι, συνεβουλευσαντο hοι ιηhυδαιοι ανελειν αυτον • εγνωσθη δε τω σαυλω hη επιβουλη αυτων. παρετηρουντο δε και τασ πυλασ hημερασ τε και νυκτοσ, hοπωσ αυτον ανελωσιν. λαβοντεσ δε αυτον hοι μαθηται νυκτοσ καθηκαν δια του τειχουσ χαλασαντεσ εν σπυριδι. παραγενομενοσ δε εισ hιερουσαλημ επειρατο κολλασθαι τοισ μαθηταισ • και παντεσ εφοβουντο αυτον, μη πιστευοντεσ hοτι εστιν μαθητησ • βαρναβασ δε επιλαβομενοσ αυτον ηγαγεν προσ τουσ αποστολουσ και διηγησατο αυτοισ πωσ εν τη hοδω ειδεν τον κυριον και hοτι ελαλησεν αυτω, και πωσ εν δαμασκω επαρρησιασατο εν τω ονοματι του ιηhοσυα. και ην μετ αυτων εισπορευομενοσ και εκπορευομενοσ εισ hιερουσαλημ, και παρρησιαζομενοσ εν τω ονοματι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ελαλει τε και συνεζητει προσ τουσ hελληνιστασ • hοι δε επεχειρουν ανελειν αυτον. επιγνοντεσ δε hοι αδελφοι κατηγαγον αυτον εισ καισαρειαν και εξαπεστειλαν αυτον εισ ταρσον. hαι μεν ουν εκκλησιαι καθ hολησ τησ ιηhυδαιασ και γαλιλαιασ και σαμαρειασ ειχον ειρηνην, οικοδομουμεναι και πορευομεναι τω φοβω φωνήενσύμφωνο-ιηhοh • και τη παρακλησει του hαγιου πνευματοσ επληθυνοντο. εγενετο δε πετρον διερχομενον δια παντων κατελθειν και προσ τουσ hαγιουσ τουσ κατοικουντασ λυδδαν. hευρεν δε εκει ανθρωπον τινα ονοματι αινεαν εξ ετων οκτω κατακειμενον επι κραβαττου, hοσ ην παραλελυμενοσ. και ειπεν αυτω hο πετροσ • αινεα, ιαται σε ιηhοσυα hο χριστοσ • αναστηθι και στρωσον σεαυτω. και ευθεωσ ανεστη. και ειδον αυτον παντεσ hοι κατοικουντεσ λυδδαν και τον σαρωνα, hοιτινεσ επεστρεψαν επι τον κυριον. εν ιοππη δε τισ ην μαθητρια ονοματι ταβιθα, hη διερμηνευομενη λεγεται δορκασ • hαυτη ην πληρησ εργων αγαθων και ελεημοσυνων hων εποιει. εγενετο δε εν ταισ hημεραισ εκειναισ ασθενησασαν αυτην αποθανειν • λουσαντεσ δε αυτην εθηκαν εν hυπερωω. εγγυσ δε ουσησ λυδδησ τη ιοππη hοι μαθηται ακουσαντεσ hοτι πετροσ εστιν εν αυτη απεστειλαν δυο ανδρασ προσ αυτον παρακαλουντεσ • μη οκνησησ διελθειν hεωσ hημων. αναστασ δε πετροσ συνηλθεν αυτοισ. hον παραγενομενον ανηγαγον εισ το hυπερωον • και παρεστησαν αυτω πασαι hαι χηραι κλαιουσαι και επιδεικνυμεναι χιτωνασ και hιματια hοσα εποιει μετ αυτων ουσα hη δορκασ. εκβαλων δε εξω παντασ hο πετροσ και θεισ τα γονατα προσηυξατο • και επιστρεψασ προσ το σωμα ειπεν • ταβιθα, αναστηθι. hη δε ηνοιξεν τουσ οφθαλμουσ αυτησ, και ιδουσα τον πετρον ανεκαθισεν • δουσ δε αυτη χειρα ανεστησεν αυτην • φωνησασ δε τουσ hαγιουσ και τασ χηρασ παρεστησεν αυτην ζωσαν. γνωστον δε εγενετο καθ hολησ τησ ιοππησ • και πολλοι επιστευσαν επι τον κυριον. εγενετο δε hημερασ hικανασ μειναι αυτον εν ιοππη παρα τινι σιμωνι βυρσει.

10

ανηρ δε τισ εν καισαρεια ονοματι κορνηλιοσ, hεκατονταρχησ εκ σπειρησ τησ καλουμενησ ιταλικησ, ευσεβησ και φοβουμενοσ τον θεον συν παντι τω οικω αυτου, ποιων τε ελεημοσυνασ πολλασ τω λαω και δεομενοσ του θεου δια παντοσ, ειδεν εν hοραματι φανερωσ, hωσει περι hωραν ενατην τησ hημερασ, αγγελον του θεου εισελθοντα προσ αυτον και ειποντα αυτω • κορνηλιε. hο δε ατενισασ αυτω και εμφοβοσ γενομενοσ ειπεν • τι εστιν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; ειπεν δε αυτω • hαι προσευχαι σου και hαι ελεημοσυναι σου ανεβησαν εισ μνημοσυνον εμπροσθεν του θεου. και νυν πεμψον ανδρασ εισ ιοππην και μεταπεμψαι σιμωνα hοσ επικαλειται πετροσ • hουτοσ ξενιζεται παρα τινι σιμωνι βυρσει, hω εστιν οικια παρα θαλασσαν. hωσ δε απηλθεν hο αγγελοσ hο λαλων αυτω, φωνησασ δυο των οικετων αυτου και στρατιωτην ευσεβη των προσκαρτερουντων αυτω, και εξηγησαμενοσ αυτοισ hαπαντα απεστειλεν αυτουσ εισ την ιοππην. τη δε επαυριον hοδοιπορουντων εκεινων και τη πολει εγγιζοντων ανεβη πετροσ επι το δωμα προσευξασθαι περι hωραν hεκτην. εγενετο δε προσπεινοσ και ηθελεν γευσασθαι • παρασκευαζοντων δε αυτων εγενετο επ αυτον εκστασισ. και θεωρει τον ουρανον ανεωγμενον και καταβαινον σκευοσ τι hωσ οθονην μεγαλην, τεσσαρσιν αρχαισ [δεδεμενον και] καθιεμενον επι τησ γησ, εν hω hυπηρχεν παντα τα τετραποδα και hερπετα τησ γησ και τα πετεινα του ουρανου. και εγενετο φωνη προσ αυτον • αναστασ πετρε θυσον και φαγε. hο δε πετροσ ειπεν • μηδαμωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hοτι ουδεποτε εφαγον παν κοινον η ακαθαρτον. και φωνη παλιν εκ δευτερου προσ αυτον • hα hο θεοσ εκαθαρισεν συ μη κοινου. τουτο δε εγενετο επι τρισ, και ευθυσ ανελημφθη το σκευοσ εισ τον ουρανον. hωσ δε εν hεαυτω διηπορει hο πετροσ, τι αν ειη το hοραμα hο ειδεν, και ιδου hοι ανδρεσ hοι απεσταλμενοι απο του κορνηλιου διερωτησαντεσ την οικιαν του σιμωνοσ επεστησαν επι τον πυλωνα. και φωνησαντεσ επυνθανοντο ει σιμων hο επικαλουμενοσ πετροσ ενθαδε ξενιζεται. του δε πετρου διενθυμουμενου περι του hοραματοσ ειπεν αυτω το πνευμα • ιδου ανδρεσ τρεισ ζητουσιν σε • αλλα αναστασ καταβηθι, και πορευου συν αυτοισ μηδεν διακρινομενοσ hοτι εγω απεσταλκα αυτουσ. καταβασ δε πετροσ προσ τουσ ανδρασ ειπεν • ιδου εγω ειμι hον ζητειτε • τισ hη αιτια δι hην παρεστε; hοι δε ειπον • κορνηλιοσ hεκατονταρχησ, ανηρ δικαιοσ και φοβουμενοσ τον θεον, μαρτυρουμενοσ τε hυπο hολου του εθνουσ των ιηhυδαιων, εχρηματισθη hυπο αγγελου hαγιου μεταπεμψασθαι σε εισ τον οικον αυτου και ακουσαι ρηματα παρα σου. εισκαλεσαμενοσ ουν αυτουσ εξενισεν • τη δε επαυριον αναστασ εξηλθεν συν αυτοισ • και τινεσ των αδελφων των απο ιοππησ συνηλθον αυτω. τη δε επαυριον εισηλθον εισ την καισαρειαν. hο δε κορνηλιοσ ην προσδοκων αυτουσ, συνκαλεσαμενοσ τουσ συγγενεισ αυτου και τουσ αναγκαιουσ φιλουσ. hωσ δε εγενετο του εισελθειν τον πετρον, συναντησασ αυτω hο κορνηλιοσ πεσων επι τουσ ποδασ προσεκυνησεν. hο δε πετροσ ηγειρεν αυτον λεγων • αναστηθι • καγω αυτοσ ανθρωποσ ειμι. και συνομιλων αυτω εισηλθεν, και hευρισκει συνεληλυθοτασ πολλουσ. εφη τε προσ αυτουσ • hυμεισ επιστασθε hωσ αθεμιτον εστιν ανδρι ιηhυδαιω κολλασθαι η προσερχεσθαι αλλοφυλω • καμοι hο θεοσ εδειξεν μηδενα κοινον η ακαθαρτον λεγειν ανθρωπον • διο και αναντιρρητωσ ηλθον μεταπεμφθεισ. πυνθανομαι ουν, τινι λογω μετεπεμψασθε με; και hο κορνηλιοσ εφη • απο τεταρτησ hημερασ μεχρι ταυτησ τησ hωρασ ημην νηστευων και την ενατην πορσευχομενοσ εν τω οικω μου • και ιδου ανηρ εστη ενωπιον μου εν εσθητι λαμπρα και φησιν • κορνηλιε, εισηκουσθη σου hη προσευχη και hαι ελεημοσυναι σου εμνησθησαν ενωπιον του θεου. πεμψον ουν εισ ιοππην και μετακαλεσαι σιμωνα hοσ επικαλειται πετροσ • hουτοσ ξενιζεται εν οικια σιμωνοσ βυρσεωσ παρα θαλασσαν, hοσ παραγενομενοσ λαλησει σοι. εξαυτησ ουν επεμψα προσ σε, συ τε καλωσ εποιησασ παραγενομενοσ. νυν ουν παντεσ hημεισ ενωπιον του θεου παρεσμεν ακουσαι παντα τα προστεταγμενα σοι hυπο του θεου. ανοιξασ δε πετροσ το στομα ειπεν • επ αληθειασ καταλαμβανομαι hοτι ουκ εστιν προσωπολημπτησ hο θεοσ, αλλ εν παντι εθνει hο φοβουμενοσ αυτον και εργαζομενοσ δικαιοσυνην δεκτοσ αυτω εστιν. τον λογον hον απεστειλεν τοισ hυιοισ ισραηλ ευαγγελιζομενοσ ειρηνην δια ιηhοσυα χριστου, (hουτοσ εστιν παντων κυριοσ), hυμεισ οιδατε, το γενομενον ρημα καθ hολησ τησ ιηhυδαιασ, αρξαμενον απο τησ γαλιλαιασ μετα το βαπτισμα hο εκηρυξεν ιωαννησ, ιηhοσυα τον απο ναζαρεθ, hωσ εχρισεν αυτον hο θεοσ πνευματι hαγιω και δυναμει, hοσ διηλθεν ευεργετων και ιωμενοσ παντασ τουσ καταδυναστευομενουσ hυπο του διαβολου • hοτι hο θεοσ ην μετ αυτου • (και hημεισ μαρτυρεσ παντων hων εποιησεν εν τε τη χωρα των ιηhυδαιων και εν hιερουσαλημ) • hον και ανειλον κρεμασαντεσ επι ξυλου • τουτον hο θεοσ ηγειρεν τη τριτη hημερα και εδωκεν αυτον εμφανη γενεσθαι, ου παντι τω λαω, αλλα μαρτυσιν τοισ προκεχειροτονημενοισ hυπο του θεου, hημιν, hοιτινεσ συνεφαγομεν και συνεπιομεν αυτω μετα το αναστηναι αυτον εκ νεκρων. και παρηγγειλεν hημιν κηρυξαι τω λαω και διαμαρτυρασθαι hοτι αυτοσ εστιν hο hωρισμενοσ hυπο του θεου κριτησ ζωντων και νεκρων. τουτω παντεσ hοι προφηται μαρτυρουσιν, αφεσιν hαμαρτιων λαβειν δια του ονοματοσ αυτου παντα τον πιστευοντα εισ αυτον. ετι λαλουντοσ του πετρου τα ρηματα ταυτα επεπεσεν το πνευμα το hαγιον επι παντασ τουσ ακουοντασ τον λογον. και εξεστησαν hοι εκ περιτομησ πιστοι hοσοι συνηλθαν τω πετρω, hοτι και επι τα εθνη hη δωρεα του hαγιου πνευματοσ εκκεχυται, ηκουον γαρ αυτων λαλουντων γλωσσαισ και μεγαλυνοντων τον θεον. τοτε απεκριθη πετροσ • μητι το hυδωρ δυναται κωλυσαι τισ του μη βαπτισθηναι τουτουσ, hοιτινεσ το πνευμα το hαγιον ελαβον hωσ και hημεισ; προσεταξεν τε αυτουσ βαπτισθηναι εν τω ονοματι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. τοτε ηρωτησαν αυτον επιμειναι hημερασ τινασ.

11

ηκουσαν δε hοι αποστολοι και hοι αδελφοι hοι οντεσ κατα την ιηhυδαιαν hοτι και τα εθνη εδεξαντο τον λογον του θεου. και hοτε ανεβη πετροσ εισ hιερουσαλημ, διεκρινοντο προσ αυτον hοι εκ περιτομησ λεγοντεσ hοτι προσ ανδρασ ακροβυστιαν εχοντασ εισηλθεσ, και συνεφαγεσ αυτοισ. αρξαμενοσ δε πετροσ εξετιθετο αυτοισ καθεξησ λεγων • εγω ημην εν πολει ιοππη προσευχομενοσ, και ειδον εν εκστασει hοραμα, καταβαινον σκευοσ τι hωσ οθονην μεγαλην τεσσαρσιν αρχαισ καθιεμενην εκ του ουρανου • και ηλθεν αχρι εμου • εισ hην ατενισασ κατενοουν και ειδον τα τετραποδα τησ γησ και τα θηρια και τα hερπετα και τα πετεινα του ουρανου • ηκουσα δε και φωνησ λεγουσησ μοι • αναστασ πετρε θυσον και φαγε. ειπον δε • μηδαμωσ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hοτι κοινον η ακαθαρτον ουδεποτε εισηλθεν εισ το στομα μου. απεκριθη δε φωνη εκ δευτερου εκ του ουρανου • hα hο θεοσ εκαθαρισεν συ μη κοινου. τουτο δε εγενετο επι τρισ, και ανεσπασθη παλιν hαπαντα εισ τον ουρανον. και ιδου εξαυτησ τρεισ ανδρεσ επεστησαν επι την οικιαν εν hη ημην, απεσταλμενοι απο καισαρειασ προσ με. ειπεν δε το πνευμα μοι συνελθειν αυτοισ μηδεν διακρινομενον • ηλθον δε συν εμοι και hοι hεξ αδελφοι hουτοι, και εισηλθομεν εισ τον οικον του ανδροσ. απηγγειλεν τε hημιν πωσ ειδεν τον αγγελον εν τω οικω αυτου σταθεντα και ειποντα αυτω • αποστειλον εισ ιοππην και μεταπεμψαι σιμωνα τον επικαλουμενον πετρον, hοσ λαλησει ρηματα προσ σε εν hοισ σωθηση συ και πασ hο οικοσ σου. εν δε τω αρξασθαι με λαλειν επεπεσεν το πνευμα το hαγιον επ αυτουσ hωσπερ και εφ hημασ εν αρχη. εμνησθην δε του ρηματοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hωσ ελεγεν • ιωαννησ μεν εβαπτισεν hυδατι, hυμεισ δε βαπτισθησεσθε εν πνευματι hαγιω. ει ουν την ισην δωρεαν εδωκεν αυτοισ hο θεοσ hωσ και hημιν πιστευσασιν επι τον κυριον ιηhοσυα χριστον, εγω τισ ημην δυνατοσ κωλυσαι τον θεον; ακουσαντεσ δε ταυτα hησυχασαν, και εδοξασαν τον θεον λεγοντεσ • αραγε και τοισ εθνεσιν hο θεοσ την μετανοιαν εδωκεν εισ ζωην. hοι μεν ουν διασπαρεντεσ απο τησ θλιψεωσ τησ γενομενησ επι στεφανω διηλθον hεωσ φοινικησ και κυπρου και αντιοχειασ, μηδενι λαλουντεσ τον λογον ει μη μονον ιηhυδαιοισ. ησαν δε τινεσ εξ αυτων ανδρεσ κυπριοι και κυρηναιοι, hοιτινεσ ελθοντεσ εισ αντιοχειαν ελαλουν και προσ τουσ hελληνασ, ευαγγελιζομενοι τον κυριον ιηhοσυα • και ην χειρ κυριου μετ αυτων • πολυσ τε αριθμοσ hο πιστευσασ επεστρεψεν επι τον κυριον. ηκουσθη δε hο λογοσ εισ τα ωτα τησ εκκλησιασ τησ ουσησ εν hιεροσολυμοισ περι αυτων • και εξαπεστειλαν βαρναβαν διελθειν hεωσ αντιοχειασ • hοσ παραγενομενοσ και ιδων την χαριν του θεου εχαρη • και παρεκαλει παντασ τη προθεσει τησ καρδιασ προσμενειν τω κυριω, hοτι ην ανηρ αγαθοσ και πληρησ πνευματοσ hαγιου και πιστεωσ • και προσετεθη οχλοσ hικανοσ τω κυριω. εξηλθεν δε εισ ταρσον αναζητησαι σαυλον • και hευρων ηγαγεν αυτον εισ αντιοχειαν. εγενετο δε αυτοισ και ενιαυτον hολον συναχθηναι εν τη εκκλησια και διδαξαι οχλον hικανον, χρηματισαι τε πρωτον εν αντιοχεια τουσ μαθητασ χριστιανουσ. εν ταυταισ δε ταισ hημεραισ κατηλθον απο hιεροσολυμων προφηται εισ αντιοχειαν. αναστασ δε hεισ εξ αυτων ονοματι αγαβοσ εσημανεν δια του πνευματοσ λιμον μεγαν μελλειν εσεσθαι εφ hολην την οικουμενην, hητισ και εγενετο επι κλαυδιου. των δε μαθητων καθωσ ευπορειτο τισ, hωρισαν hεκαστοσ αυτων εισ διακονιαν πεμψαι τοισ κατοικουσιν εν τη ιηhυδαια αδλφοισ • hο και εποιησαν αποστειλαντεσ προσ τουσ πρεσβυτερουσ δια χειροσ βαρναβα και σαυλου.

12

κατ εκεινον δε τον καιρον επεβαλεν hηρωδησ hο βασιλευσ τασ χειρασ κακωσαι τινασ των απο τησ εκκλησιασ, ανειλεν δε ιακωβον τον αδελφον ιωαννου μαχαιρη. και ιδων hοτι αρεστον εστιν τοισ ιηhυδαιοισ, προσεθετο συλλαβειν και πετρον • (ησαν δε hαι hημεραι των αζυμων) • hον και πιασασ εθετο εισ φυκακην, παραδουσ τεσσαρσιν τετραδιοισ στρατιωτων φυλασσειν αυτον, βουλομενοσ μετα το πασχα αναγαγειν αυτον τω λαω. hο μεν ουν πετροσ ετηρειτο εν τη φυκακη • προσευχη δε ην εκτενησ γινομενη hυπο τησ εκκλησιασ προσ τον θεον περι αυτου. hοτε δε ημελλεν προαγειν αυτον hο hηρωδησ, τη νυκτι εκεινη ην hο πετροσ κοιμωμενοσ μεταξυ δυο στρατιωτων, δεδεμενοσ hαλυσεσιν δυσιν • φυλακεσ τε προ τησ θυρασ ετηρουν την φυλακην. και ιδου αγγελοσ κυριου επεστη, και φωσ ελαμψεν εν τω οικηματι • παταξασ δε την πλευραν του πετρου ηγειρεν αυτον λεγων • αναστα εν ταχει. και εξεπεσον αυτου hαι hαλυσεισ εκ των χειρων. ειπεν τε hο αγγελοσ προσ αυτον • ζωσαι και hυποδησαι τα σανδαλια σου. εποιησεν δε hουτωσ. και λεγει αυτω • περιβαλου το hιματιον σου και ακολουθει μοι. και εξελθων ηκολουθει αυτω • και ουκ ηδει hοτι αληθεσ εστιν το γινομενον δια του αγγελου, εδοκει δε hοραμα βλεπειν. διελθοντεσ δε πρωτην φυλακην και δευτεραν ηλθον επι την πυλην την σιδηραν την φερουσαν εισ την πολιν, hητισ αυτοματη ηνοιχθη αυτοισ • και εξελθοντεσ προηλθον ρυμην μιαν • και ευθεωσ απεστη hο αγγελοσ απ αυτου. και hο πετροσ εν hεαυτω γενομενοσ ειπεν • νυν οιδα αληθωσ hοτι εξαπεστειλεν κυριοσ τον αγγελον αυτου και εξειλατο με εκ χειροσ hηρωδου και πασησ τησ προσδοκιασ του λαου των ιηhυδαιων. συνιδων τε ηλθεν επι την οικιαν μαριασ τησ μητροσ ιωαννου του επικαλουμενου μαρκου, hου ησαν hικανοι συνηθροισμενοι και προσευχομενοι. κρουσαντοσ δε αυτου την θυραν του πυλωνοσ προσηλθεν παιδισκη hυπακουσαι ονοματι ροδη • και επιγνουσα την φωνην του πετρου απο τησ χαρασ ουκ ηνοιξεν τον πυλωνα • εισδραμουσα δε απηγγειλεν hεσταναι τον πετρον προ του πυλωνοσ. hοι δε προσ αυτην ειπον • μαινη. hη δε διισχυριζετο hουτωσ εχειν. hοι δε ελεγον • hο αγγελοσ αυτου εστιν. hο δε πετροσ επεμενεν κρουων • ανοιξαντεσ δε ειδον αυτον και εξεστησαν. κατασεισασ δε αυτοισ τη χειρι σιγαν διηγησατο αυτοισ πωσ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτον εξηγαγεν εκ τησ φυλακησ • ειπεν τε • απαγγειλατε ιακωβω και τοισ αδελφοισ ταυτα. και εξελθων επορευθη εισ hετερον τοπον. γενομενησ δε hημερασ ην ταραχοσ ουκ ολιγοσ εν τοισ στρατιωταισ, τι αρα hο πετροσ εγενετο. hηρωδησ δε επιζητησασ αυτον και μη hευρων, ανακρινασ τουσ φυλακασ εκελευσεν απαχθηναι. και κατελθων απο τησ ιηhυδαιασ εισ την καισαρειαν διετριβεν. ην δε θυμομαχων τυριοισ και σιδωνιοισ • hομοθυμαδον δε παρησαν προσ αυτον, και πεισαντεσ βλαστον τον επι του κοιτωνοσ του βασιλεωσ ητουντο ειρηνην δια το τρεφεσθαι αυτων την χωραν απο τησ βασιλικησ. τακτη δε hημερα hο hηρωδησ ενδυσαμενοσ εσθητα βασιλικην και καθισασ επι του βηματοσ εδημηγορει προσ αυτουσ. hο δε δημοσ επεφωνει • θεου φωνη και ουκ ανθρωπου. παραχρημα δε επαταξεν αυτον αγγελοσ κυριου ανθ hων ουκ εδωκεν την δοξαν τω θεω • και γενομενοσ σκωληκοβρωτοσ εξεψυξεν. hο δε λογοσ του θεου ηυξανεν και επληθυνετο. βαρναβασ δε και σαυλοσ hυπεστρεψαν εξ hιερουσαλημ, πληρωσαντεσ την διακονιαν, συμπαραλαβοντεσ και ιωαννην τον επικληθεντα μαρκον.

13

ησαν δε εν αντιοχεια κατα την ουσαν εκκλησιαν προφηται και διδασκαλοι • hο τε βαρναβασ και συμεων hο καλουμενοσ νιγερ, και λουκιοσ hο κυρηναιοσ, μαναην τε hηρωδου του τετραρχου συντροφοσ και σαυλοσ. λειτουργουντων δε αυτων τω κυριω και νηστευοντων ειπεν το πνευμα το hαγιον • αφορισατε δη μοι τον βαρναβαν και τον σαυλον εισ το εργον hο προσκεκλημαι αυτουσ. τοτε νηστευσαντεσ και προσευξαμενοι και επιθεντεσ τασ χειρασ αυτοισ απελυσαν. αυτοι μεν ουν εκπεμφθεντεσ hυπο του πνευματοσ του hαγιου κατηλθον εισ σελευκειαν • εκειθεν τε απεπλευσαν εισ κυπρον. και γενομενοι εν σαλαμινι, κατηγγελλον τον λογον του θεου εν ταισ συναγωγαισ των ιηhυδαιων • ειχον δε και ιωαννην hυπηρετην. διελθοντεσ δε hολην την νησον αχρι παφου, hευρον ανδρα τινα, μαγον ψευδοπροφητην ιηhυδαιον, hω ονομα βαριηhοσυα, hοσ ην συν τω ανθυπατω σεργιω παυλω, ανδρι συνετω. hουτοσ προσκαλεσαμενοσ βαρναβαν και σαυλον επεζητησεν ακουσαι τον λογον του θεου. ανθιστατο δε αυτοισ ελυμασ hο μαγοσ (hουτωσ γαρ μεθερμηνευεται το ονομα αυτου), ζητων διαστρεψαι τον ανθυπατον απο τησ πιστεωσ. σαυλοσ δε, hο και παυλοσ, πλησθεισ πνευματοσ hαγιου ατενισασ εισ αυτον ειπεν • ω πληρησ παντοσ δολου και πασησ ραδιουργιασ, hυιε διαβολου, εχθρε πασησ δικαιοσυνησ, ου παυση διαστρεφων τασ hοδουσ κυριου τασ ευθειασ; και νυν ιδου χειρ κυριου επι σε, και εση τυφλοσ μη βλεπων τον hηλιον αχρι καιρου. παραχρημα τε επεπεσεν επ αυτον αχλυσ και σκοτοσ • και περιαγων εζητει χειραγωγουσ. τοτε ιδων hο ανθυπατοσ το γεγονοσ επιστευσεν, εκπλησσομενοσ επι τη διδαχη φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. αναχθεντεσ δε απο τησ παφου hοι περι παυλον ηλθον εισ περγην τησ παμφυλιασ. ιωαννησ δε αποχωρησασ απ αυτων hυπεστρεψεν εισ hιεροσολυμα. αυτοι δε διελθοντεσ απο τησ περγησ παρεγενοντο εισ αντιοχειαν τησ πισιδιασ • και εισελθοντεσ εισ την συναγωγην τη hημερα των σαββατων εκαθισαν. μετα δε την αναγνωσιν του νομου και των προφητων απεστειλαν hοι αρχισυναγωγοι προσ αυτουσ λεγοντεσ • ανδρεσ αδελφοι, ει τισ εστιν εν hυμιν λογοσ παρακλησεωσ προσ τον λαον, λεγετε. αναστασ δε παυλοσ και κατασεισασ τη χειρι ειπεν • ανδρεσ ισραηλειται και hοι φοβουμενοι τον θεον, ακουσατε. hο θεοσ του λαου τουτου εξελεξατο τουσ πατερασ hημων, και τον λαον hυψωσεν εν τη παροικια εν γη αιγυπτω • και μετα βραχιονοσ hυψηλου εξηγαγεν αυτουσ εξ αυτησ. και hωσ τεσσερακονταετη χρονον ετροφοφορησεν αυτουσ εν τη ερημω • και καθελων εθνη hεπτα εν γη χανααν κατεκληρονομησεν αυτοισ την γην αυτων. και μετα ταυτα hωσ ετεσιν τετρακοσιοισ και πεντηκοντα εδωκεν κριτασ hεωσ σαμουαλ του προφητου. κακειθεν ητησαντο βασιλεα, και εδωκεν αυτοισ hο θεοσ τον σαουλ hυιον κεισ, ανδρα εκ φυλησ βενιαμειν, ετη τεσσερακοντα. και μεταστησασ αυτον ηγειρεν αυτοισ τον δαυιδ εισ βασιλεα hω και ειπεν μαρτυρησασ • hευρον δαυιδ τον του ιεσσαι, ανδρα κατα την καρδιαν μου, hοσ ποιησει παντα τα θεληματα μου. τουτου hο θεοσ απο του σπερματοσ κατ επαγγελιαν ηγαγεν τω ισραηλ σωτηρα ιηhοσυα, προκηρυξαντοσ ιωαννου προ πορσωπου τησ εισοδου αυτου βαπτισμα μετανοιασ παντι τω λαω ισραηλ. hωσ δε επληρου ιωαννησ τον δρομον, ελεγεν • τινα με hυπονοειτε ειναι; ουκ ειμι εγω • αλλ ιδου ερχεται μετ εμε hου ουκ ειμι αξιοσ το hυποδημα των ποδων λυσαι. ανδρεσ αδελφοι, hυιοι γενουσ αβραhαμ και hοι εν hυμιν φοβουμενοι τον θεον, hυμιν hο λογοσ τησ σωτηριασ ταυτησ εξαπεσταλη • hοι γαρ κατοικουντεσ εν hιερουσαλημ και hοι αρχοντεσ αυτων τουτον αγνοησαντεσ και τασ φωνασ των προφητων τασ κατα παν σαββατον αναγινωσκομενασ κριναντεσ επληρωσαν. και μηδεμιαν αιτιαν θανατου hευροντεσ ητησαντο πιλατον αναιρεθηναι αυτον. hωσ δε ετελεσαν παντα τα περι αυτου γεγραμμενα, καθελοντεσ απο του ξυλου εθηκαν εισ μνημειον. hο δε θεοσ ηγειρεν αυτον εκ νεκρων, hοσ ωφθη επι hημερασ πλειουσ τοισ συναναβασιν αυτω απο τησ γαλιλαιασ εισ hιερουσαλημ, hοιτινεσ νυν εισιν μαρτυρεσ αυτου προσ τον λαον. και hημεισ hυμασ ευαγγελιζομεθα την προσ τουσ πατερασ επαγγελιαν γενομενην, hοτι ταυτην hο θεοσ εκπεπληρωκεν τοισ τεκνοισ αυτων hημιν αναστησασ ιηhοσυα • hωσ και εν τω ψαλμω τω δευτερω γεγραπται • hυιοσ μου ει συ, εγω σημερον γεγεννηκα σε. hοτι δε ανεστησεν αυτον εκ νεκρων μηκετι μελλοντα hυποστρεφειν εισ διαφθοραν, hουτωσ ειρηκεν hοτι δωσω hυμιν τα hοσια δαυιδ τα πιστα. διο και εν hετερω λεγει • ου δωσεισ τον hοσιον σου ιδειν διαφθοραν. δαυιδ μεν γαρ ιδια γενεα hυπηρετησασ τη του θεου βουλη εκοιμηθη και προσετεθη προσ τουσ πατερασ αυτου και ειδεν διαφθοραν • hον δε hο θεοσ ηγειρεν, ουκ ειδεν διαφθοραν. γνωστον ουν εστω hυμιν, ανδρεσ αδελφοι, hοτι δια τουτου hυμιν αφεσισ hαμαρτιων καταγγελλεται, και απο παντων hων ουκ ηδυνηθητε εν νομω μωυσεωσ δικαιωθηναι, εν τουτω πασ hο πιστευων δικαιουται. βλεπετε ουν μη επελθη εφ hυμασ το ειρημενον εν τοισ προφηταισ • ιδετε, hοι καταφρονηται, και θαυμασατε και αφανισθητε • hοτι εργον εργαζομαι εγω εν ταισ hημεραισ hυμων, εργον hο ου μη πιστευσητε εαν τισ εκδιηγηται hυμιν. εξιοντων δε αυτων παρεκαλουν εισ το μεταξυ σαββατον λαληθηναι αυτοισ τα ρηματα ταυτα. λυθεισησ δε τησ συναγωγησ ηκολουθησαν πολλοι των ιηhυδαιων και των σεβομενων προσηλυτων τω παυλω και τω βαρναβα, hοιτινεσ προσλαλουντεσ αυτοισ επειθον αυτουσ προσμενειν τη χαριτι του θεου. τω τε ερχομενω σαββατω σχεδον πασα hη πολισ συνηχθη ακουσαι τον λογον του θεου • ιδοντεσ δε hοι ιηhυδαιοι τουσ οχλουσ επλησθησαν ζηλου, και αντελεγον τοισ hυπο του παυλου λεγομενοισ αντιλεγοντεσ και βλασφημουντεσ. παρρησιασαμενοι δε hο παυλοσ και hο βαρναβασ ειπον • hυμιν ην αναγκαιον πρωτον λαληθηναι τον λογον του θεου • επειδη δε απωθεισθε αυτον και ουκ αξιουσ κρινετε hεαυτουσ τησ αιωνιου ζωησ, ιδου στρεφομεθα εισ τα εθνη, hουτωσ γαρ εντεταλται hημιν hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh • τεθεικα σε εισ φωσ εθνων του ειναι σε εισ σωτηριαν hεωσ εσχατου τησ γησ. ακουοντα δε τα εθνη εχαιρον και εδοξαζον τον λογον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh • και επιστευσαν hοσοι ησαν τεταγμενοι εισ ζωην αιωνιον. διεφερετο δε hο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh δι hολησ τησ χωρασ. hοι δε ιηhυδαιοι παρωτρυναν τασ σεβομενασ γυναικασ τασ ευσχημονασ και τουσ πρωτουσ τησ πολεωσ • και επηγειραν διωγμον επι τον παυλον και βαρναβαν, και εξεβαλον αυτουσ απο των hοριων αυτων. hοι δε εκτιναξαμενοι τον κονιορτον των ποδων αυτων επ αυτουσ ηλθον εισ ικονιον. hοι δε μαθηται επληρουντο χαρασ και πνευματοσ hαγιου.

14

εγενετο δε εν ικονιω κατα το αυτο εισελθειν αυτουσ εισ την συναγωγην των ιηhυδαιων και λαλησαι hουτωσ hωστε πιστευσαι ιηhυδαιων τε και hελληνων πολυ πληθοσ. hοι δε απειθουντεσ ιηhυδαιοι επηγειραν και εκακωσαν τασ ψυχασ των εθνων κατα των αδελφων. hικανον μεν ουν χρονον διετριψαν παρρησιαζομενοι επι τω κυριω τω μαρτυρουντι τω λογω τησ χαριτοσ αυτου, διδοντι σημεια και τερατα γινεσθαι δια των χειρων αυτων. εσχισθη δε το πληθοσ τησ πολεωσ, και hοι μεν ησαν συν τοισ ιηhυδαιοισ, hοι δε συν τοισ αποστολοισ. hωσ δε εγενετο hορμη των εθνων τε και ιηhυδαιων συν τοισ αρχουσιν αυτων hυβρισαι και λιθοβολησαι αυτουσ, συνιδοντεσ κατεφυγον εισ τασ πολεισ τησ λυκαονιασ λυστραν και δερβην και την περιχωρον • κακει ησαν ευαγγελιζομενοι. και τισ ανηρ εν λυστροισ αδυνατοσ τοισ ποσιν εκαθητο, χωλοσ εκ κοιλιασ μητροσ αυτου, hοσ ουδεποτε περιπεπατηκει. hουτοσ ηκουεν του παυλου λαλουντοσ, hοσ ατενισασ αυτω και ιδων hοτι πιστιν εχει του σωθηναι, ειπεν μεγαλη τη φονη • αναστηθι επι τουσ ποδασ σου ορθοσ. και hηλλετο και περιεπατει. hοι δε οχλοι ιδοντεσ hο εποιησεν παυλοσ επηραν την φωνην αυτων λυκαονιστι λεγοντεσ • hοι θεοι hομοιωθεντεσ ανθρωποισ κατεβησαν προσ hημασ. εκαλουν τε τον μεν βαρναβαν δια, τον δε παυλον hερμην, επειδη αυτοσ ην hο hηγουμενοσ του λογου. hο τε hιερευσ του διοσ του οντοσ προ τησ πολεωσ, ταυρουσ και στεμματα επι τουσ πυλωνασ ενεγκασ, συν τοισ οχλοισ ηθελεν θυειν. ακουσαντεσ δε hοι αποστολοι βαρναβασ και παυλοσ, διαρρηξαντεσ τα hιματια αυτων εξεπηδησαν εισ τον οχλον, κραζοντεσ και λεγοντεσ • ανδρεσ, τι ταυτα ποιειτε; και hημεισ hομοιοπαθεισ εσμεν hυμιν ανθρωποι • ευαγγελιζομενοι hυμασ απο τουτων των ματαιων επιστρεφειν επι τον θεον τον ζωντα, hοσ εποιησεν τον ουρανον και την γην και την θαλασσαν και παντα τα εν αυτοισ • hοσ εν ταισ παρωχημεναισ γενεαισ ειασεν παντα τα εθνη πορευεσθαι ταισ hοδοισ αυτων • καιτοιγε ουκ αμαρτυρον hεαυτον αφηκεν αγαθοποιων, ουρανοθεν hυμιν hυετουσ διδουσ και καιρουσ καρποφορουσ, εμπιπλων τροφησ και ευφροσυνησ τασ καρδιασ hυμων. και ταυτα λεγοντεσ μολισ κατεπαυσαν τουσ οχλουσ του μη θυειν αυτοισ. επηλθον δε απο αντιοχειασ και ικονιου ιηhυδαιοι • και πεισαντεσ τουσ οχλουσ και λιθασαντεσ τον παυλον εσυρον εξω τησ πολεωσ, νομισαντεσ αυτον τεθναναι. κυκλωσαντων δε των μαθητων αυτον αναστασ εισηλθεν εισ την πολιν • και τη επαυριον εξηλθεν συν τω βαρναβα εισ δερβην. ευαγγελισαμενοι τε την πολιν εκεινην και μαθητευσαντεσ hικανουσ hυπεστρεψαν εισ την λυστραν και ικονιον και αντιοχειαν, επιστηριζοντεσ τασ ψυχασ των μαθητων, παρακαλουντεσ εμμενειν τη πιστει, και hοτι δια πολλων θλιψεων δει hημασ εισελθειν εισ την βασιλειαν του θεου. χειροτονησαντεσ δε αυτοισ πρεσβυτερουσ κατ εκκλησιαν, προσευξαμενοι μετα νηστειων παρεθεντο αυτουσ τω κυριω εισ hον πεπιστευκεισαν. και διελθοντεσ την πισιδιαν ηλθον εισ παμφυλιαν • και λαλησαντεσ εν περγη τον λογον κατεβησαν εισ ατταλειαν • κακειθεν απεπλευσαν εισ αντιοχειαν, hοθεν ησαν παραδεδομενοι τη χαριτι του θεου εισ το εργον hο επληρωσαν. παραγενομενοι δε και συναγαγοντεσ την εκκλησιαν, ανηγγελλον hοσα εποιησεν hο θεοσ μετ αυτων και hοτι ηνοιξεν τοισ εθνεσιν θυραν πιστεωσ. διετριβον δε χρονον ουκ ολιγον συν τοισ μαθηταισ.

15

και τινεσ κατελθοντεσ απο τησ ιηhυδαιασ εδιδασκον τουσ αδελφουσ, hοτι εαν μη περιτμηθητε τω εθει μωυσεωσ, ου δυνασθε σωθηναι. γενομενησ ουν στασεωσ και ζητησεωσ ουκ ολιγησ τω παυλω και τω βαρναβα προσ αυτουσ, εταξαν αναβαινειν παυλον και βαρναβαν και τινασ αλλουσ εξ αυτων προσ τουσ αποστολουσ και πρεσβυτερουσ εισ hιερουσαλημ περι του ζητηματοσ τουτου. hοι μεν ουν προπεμφθεντεσ hυπο τησ εκκλησιασ διηρχοντο την φοινικην και σαμαρειαν, εκδιηγουμενοι την επιστροφην των εθνων • και εποιουν χαραν μεγαλην πασιν τοισ αδελφοισ. παραγενομενοι δε εισ hιερουσαλημ απεδεχθησαν hυπο τησ εκκλησιασ και των αποστολων και των πρεσβυτερων • ανηγγειλαν τε hοσα hο θεοσ εποιησεν μετ αυτων. εξανεστησαν δε τινεσ των απο τησ hαιρεσεωσ των φαρισαιων πεπιστευκοτεσ, λεγοντεσ hοτι δει περιτεμνειν αυτουσ παραγγελλειν τε τηρειν τον νομον μωυσεωσ. συνηχθησαν δε hοι αποστολοι και hοι πρεσβυτεροι ιδειν περι του λογου τουτου. πολλησ δε συνζητησεωσ γενομηνησ αναστασ πετροσ ειπεν προσ αυτουσ • ανδρεσ αδελφοι, hυμεισ επιστασθε hοτι αφ hημερων αρχαιων εν hυμιν εξελεξατο hο θεοσ δια του στοματοσ μου ακουσαι τα εθνη τον λογον του ευαγγελιου και πιστευσαι. και hο καρδιογνωστησ θεοσ εμαρτυρησεν αυτοισ δουσ αυτοισ το πνευμα το hαγιον καθωσ και hημιν • και ουθεν διεκρινεν μεταξυ hημων τε και αυτων, τη πιστει καθαρισασ τασ καρδιασ αυτων. νυν ουν τι πειραζετε τον θεον, επιθειναι ζυγον επι τον τραχηλον των μαθητων hον ουτε hοι πατερεσ hημων ουτε hημεισ ισχυσαμεν βαστασαι; αλλα δια τησ χαριτοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα πιστευομεν σωθηναι καθ hον τροπον κακεινοι. εσιγησεν δε παν το πληθοσ • και ηκουον βαρναβα και παυλου εξηγουμενων hοσα εποιησεν hο θεοσ σημεια και τερατα εν τοισ εθνεσιν δι αυτων. μετα δε το σιγησαι αυτουσ απεκριθη ιακωβοσ λεγων • ανδρεσ αδελφοι, ακουσατε μου. συμεων εξηγησατο καθωσ πρωτον hο θεοσ επεσκεψατο λαβειν εξ εθνων λαον τω ονοματι αυτου. και τουτω συμφωνουσιν hοι λογοι των προφητων, καθωσ γεγραπται • μετα ταυτα αναστρεψω και ανοικοδομησω την σκηνην δαυιδ την πεπτωκυιαν, και τα κατεσκαμμενα αυτησ ανοικοδομησω και ανορθωσω αυτην, hοπωσ αν εκζητησωσιν hοι καταλοιποι των ανθρωπων τον κυριον, και παντα τα εθνη εφ hουσ επικεκληται το ονομα μου επ αυτουσ, λεγει κυριοσ hο ποιων ταυτα γνωστα απ αιωνοσ. διο εγω κρινω μη παρενοχλειν τοισ απο των εθνων επιστρεφουσιν επι τον θεον, αλλα επιστειλαι αυτοισ του απεχεσθαι απο των αλισγηματων των ειδωλων και τησ πορνειασ και του πνικτου και του hαιματοσ • μωυσησ γαρ εκ γενεων αρχαιων κατα πολιν τουσ κηρυσσοντασ αυτον εχει, εν ταισ συναγωγαισ κατα παν σαββατον αναγινωσκομενοσ. τοτε εδοξε τοισ αποστολοισ και τοισ πρεσβυτεροισ συν hολη τη εκκλησια, εκλεξαμενουσ ανδρασ εξ αυτων πεμψαι εισ αντιοχειαν συν τω παυλω και βαρναβα, ιηhυδαν τον καλουμενον βαρσαββαν και σιλαν, ανδρασ hηγουμενουσ εν τοισ αδελφοισ, γραψαντεσ δια χειροσ αυτων ταδε • hοι αποστολοι και hοι πρεσβυτεροι και hοι αδελφοι τοισ κατα την αντιοχειαν και συριαν και κιλικιαν αδελφοισ τοισ εξ εθνων χαιρειν. επειδη ηκουσαμεν hοτι τινεσ εξ hημων εξελθοντεσ εταραξαν hυμασ λογοισ ανασκευαζοντεσ τασ ψυχασ hυμων [λεγοντεσ περιτεμνεσθαι και τηρειν τον νομον], (hοισ ου διεστειλαμεθα), εδοξεν hημιν γενομενοισ hομοθυμαδον, εκλεξαμενοισ ανδρασ πεμψαι προσ hυμασ συν τοισ αγαπητοισ hημων βαρναβα και παυλω, ανθρωποισ παραδεδωκοσιν τασ ψυχασ αυτων hυπερ του ονοματοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων ιηhοσυα χριστου. απεσταλκαμεν ουν ιηhυδαν και σιλαν, και αυτουσ δια λογου απαγγελλοντασ τα αυτα. εδοξεν γαρ τω hαγιω πνευματι και hημιν, μηδεν πλεον επιτιθεσθαι hυμιν βαροσ πλην τουτων των επαναγκεσ, απεχεσθαι ειδωλοθυτων και hαιματοσ και πνικτων και πορνειασ, εξ hων διατηρουντεσ hεαυτουσ ευ πραξετε. ερρωσθε. hοι μεν ουν απολυθεντεσ ηλθον εισ αντιοχειαν, και συναγαγοντεσ το πληθοσ επεδωκαν την επιστολην. αναγνοντεσ δε εχαρησαν επι τη παρακλησει. ιηhυδασ τε και σιλασ, και αυτοι προφηται οντεσ, δια λογου πολλου παρεκαλεσαν τουσ αδελφουσ και επεστηριξαν. ποιησαντεσ δε χρονον απελυθησαν μετ ειρηνησ απο των αδελφων προσ τουσ αποστειλαντασ αυτουσ. παυλοσ δε και βαρναβασ διετριβον εν αντιοχεια, διδασκοντεσ και ευαγγελιζομενοι μετα και hετερων πολλων τον λογον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. μετα δε τινασ hημερασ ειπεν παυλοσ προσ βαρναβαν • επιστρεψαντεσ δη επισκεψωμεθα τουσ αδελφουσ κατα πασαν πολιν εν hαισ κατηγγειλαμεν τον λογον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, πωσ εχουσιν. βαρναβασ δε εβουλευσατο συνπαραλαβειν και ιωαννην τον καλουμενον μαρκον. παυλοσ δε ηξιου, τον αποσταντα απ αυτων απο παμφυλιασ και μη συνελθοντα αυτοισ εισ το εργον, μη συνπαραλαμβανειν τουτον. εγενετο ουν παροξυσμοσ, hωστε αποχωρισθηναι αυτουσ απ αλληλων, τον τε βαρναβαν παραλαβοντα τον μαρκον εκπλευσαι εισ κυπρον. παυλοσ δε επιλεξαμενοσ σιλαν εξηλθεν παραδοθεισ τη χαριτι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hυπο των αδελφων. διηρχετο δε την συριαν και κιλικιαν επιστηριζων τασ εκκλησιασ.

16

κατηντησεν δε εισ δερβην και λυστραν. και ιδου μαθητησ τισ ην εκει ονοματι τιμοθεοσ, hυιοσ γυναικοσ ιηhυδαιασ πιστησ, πατροσ δε hελληνοσ, hοσ εμαρτυρειτο hυπο των εν λυστροισ και ικονιω αδελφων. τουτον ηθελησεν hο παυλοσ συν αυτω εξελθειν, και λαβων περιετεμεν αυτον δια τουσ ιηhυδαιουσ τουσ οντασ εν τοισ τοποισ εκεινοισ • ηδεισαν γαρ hαπαντεσ τον πατερα αυτου hοτι hελλην hυπηρχεν. hωσ δε διεπορευοντο τασ πολεισ, παρεδιδουν αυτοισ φυλασσειν τα δογματα τα κεκριμενα hυπο των αποστολων και πρεσβυτερων των εν hιεροσολυμοισ. hαι μεν ουν εκκλησιαι εστερεουντο τη πιστει και επερισσευον τω αριθμω καθ hημεραν. διηλθον δε την φρυγιαν και γαλατικην χωραν, κωλυθεντεσ hυπο του hαγιου πνευματοσ λαλησαι τον λογον εν τη ασια • ελθοντεσ δε κατα την μυσιαν επειραζον εισ την βιθυνιαν πορευεσθαι, και ουκ ειασεν αυτουσ το πνευμα ιηhοσυα. παρελθοντεσ δε την μυσιαν κατεβησαν εισ τρωαδα. και hοραμα δια τησ νυκτοσ τω παυλω ωφθη, ανηρ μακεδων τισ ην hεστωσ, και παρακαλων αυτον και λεγων • διαβασ εισ μακεδονιαν βοηθησον hημιν. hωσ δε το hοραμα ειδεν, ευθεωσ εζητησαμεν εξελθειν εισ μακεδονιαν, συνβιβαζοντεσ hοτι προσκεκληται hημασ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh ευαγγελισασθαι αυτουσ. αναχθεντεσ ουν απο τρωαδοσ ευθυδρομησαμεν εισ σαμοθρακην, τη δε επιουση εισ νεαπολιν, κακειθεν εισ φιλιππουσ, hητισ εστιν πρωτη τησ μεριδοσ τησ μακεδονιασ πολισ, κολωνια • ημεν δε εν ταυτη τη πολει διατριβοντεσ hημερασ τινασ. τη τε hημερα των σαββατων εξηλθομεν εξω τησ πυλησ παρα ποταμον hου ενομιζετο προσευχη ειναι • και καθισαντεσ ελαλουμεν ταισ συνελθουσαισ γυναιξιν. και τισ γυνη ονοματι λυδια, πορφυροπωλισ πολεωσ θυατειρων σεβομενη τον θεον, ηκουεν, hησ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh διηνοιξεν την καρδιαν προσεχειν τοισ λαλουμενοισ hυπο του παυλου. hωσ δε εβαπτισθη και hο οικοσ αυτησ, παρεκαλεσεν λεγουσα • ει κεκρικατε με πιστην τω κυριω ειναι, εισελθοντεσ εισ τον οικον μου μεινατε. και παρεβιασατο hημασ. εγενετο δε πορευομενων hημων εισ προσευχην, παιδισκην τινα εχουσαν πνευμα πυθωνα hυπαντησαι hημιν, hητισ εργασιαν πολλην παρειχεν τοισ κυριοισ αυτησ μαντευομενη. hαυτη κατακολουθησασα τω παυλω και hημιν εκραζεν λεγουσα • hουτοι hοι ανθρωποι δουλοι του θεου του hυψιστου εισιν, hοιτινεσ καταγγελλουσιν hυμιν hοδον σωτηριασ. τουτο δε εποιει επι πολλασ hημερασ. διαπονηθεισ δε hο παυλοσ και επιστρεψασ τω πνευματι ειπεν • παραγγελλω σοι εν ονοματι ιηhοσυα χριστου εξελθειν απ αυτησ. και εξηλθεν αυτη τη hωρα. ιδοντεσ δε hοι κυριοι αυτησ hοτι εξηλθεν hη ελπισ τησ εργασιασ αυτων, επιλαβομενοι τον παυλον και τον σιλαν hειλκυσαν εισ την αγοραν επι τουσ αρχοντασ. και προσαγαγοντεσ αυτουσ τοισ στρατηγοισ ειπον • hουτοι hοι ανθρωποι εκταρασσουσιν hημων την πολιν, ιηhυδαιοι hυπαρχοντεσ, και καταγγελλουσιν εθη hα ουκ εξεστιν hημιν παραδεχεσθαι ουδε ποιειν ρωμαιοισ ουσιν. και συνεπεστη hο οχλοσ κατ αυτων • και hοι στρατηγοι περιρηξαντεσ αυτων τα hιματια εκελευον ραβδιζειν. πολλασ τε επιθεντεσ αυτοισ πληγασ εβαλον εισ φυλακην, παραγγειλαντεσ τω δεσμοφυλακι ασφαλωσ τηρειν αυτουσ, hοσ παραγγελιαν τοιαυτην ειληφωσ εβαλεν αυτουσ εισ την εσωτεραν φυλακην και τουσ ποδασ ησφαλισατο αυτων εισ το ξυλον. κατα δε το μεσονυκτιον παυλοσ και σιλασ προσευχομενοι hυμνουν τον θεον • επηκροωντο δε αυτων hοι δεσμιοι. αφνω δε σεισμοσ εγενετο μεγασ, hωστε σαλευθηναι τα θεμελια του δεσμωτηριου • ηνοιχθησαν τε παραχρημα hαι θυραι πασαι, και παντων τα δεσμα ανεθη. εξυπνοσ δε γενομενοσ hο δεσμοφυλαξ και ιδων ανεωγμενασ τασ θυρασ τησ φυλακησ, σπασαμενοσ μαχαιραν ημελλεν hεαυτον αναιρειν, νομιζων εκπεφευγεναι τουσ δεσμιουσ. εφωνησεν δε φωνη μεγαλη hο παυλοσ λεγων • μηδεν πραξησ σεαυτω κακον • hαπαντεσ γαρ εσμεν ενθαδε. αιτησασ δε φωτα εισεπηδησεν, και εντρομοσ γενομενοσ προσεπεσεν τω παυλω και τω σιλα, και προαγαγων αυτουσ εξω εφη • κυριοι, τι με δει ποιειν hινα σωθω; hοι δε ειπον • πιστευσον επι τον κυριον ιηhοσυα, και σωθηση συ και hο οικοσ σου. και ελαλησαν αυτω τον λογον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh συν πασιν τοισ εν τη οικια αυτου. και παραλαβων αυτουσ εν εκεινη τη hωρα τησ νυκτοσ ελουσεν απο των πληγων • και εβαπτισθη αυτοσ και hοι αυτου παντεσ παραχρημα. αναγαγων τε αυτουσ εισ τον οικον αυτου παρεθηκεν τραπεζαν • και ηγαλλιασατο πανοικει πεπιστευκωσ τω θεω. hημερασ δε γενομενησ απεστειλαν hοι στρατηγοι τουσ ραβδουχουσ λεγοντεσ • απολυσον τουσ ανθρωπουσ εκεινουσ. απηγγειλεν δε hο δεσμοφυλαξ τουσ λογουσ τουτουσ προσ τον παυλον, hοτι απεσταλκασιν hοι στρατηγοι hινα απολυθητε • νυν ουν εξελθοντεσ πορευεσθε εν ειρηνη. hο δε παυλοσ εφη προσ αυτουσ • δειραντεσ hημασ δημοσια ακατακριτουσ, ανθρωπουσ ρωμαιουσ hυπαρχοντασ, εβαλον εισ φυλακην • και νυν λαθρα hημασ εκβαλλουσιν; ου γαρ, αλλα ελθοντεσ αυτοι hημασ εξαγαγετωσαν. απηγγειλαν δε τοισ στρατηγοισ hοι ραβδουχοι τα ρηματα ταυτα • και εφοβηθησαν ακουσαντεσ hοτι ρωμαιοι εισιν. και ελθοντεσ παρεκαλεσαν αυτουσ, και εξαγαγοντεσ ηρωτων εξελθειν τησ πολεωσ. εξελθοντεσ δε εκ τησ φυλακησ εισηλθον προσ την λυδιαν • και ιδοντεσ τουσ αδελφουσ παρεκαλεσαν αυτουσ, και εξηλθον.

17

διοδευσαντεσ δε την αμφιπολιν και την απολλωνιαν ηλθον εισ θεσσαλονικην, hοπου ην hη συναγωγη των ιηhυδαιων. κατα δε το ειωθοσ τω παυλω εισηλθεν προσ αυτουσ, και επι σαββατα τρια διελεξατο αυτοισ απο των γραφων, διανοιγων και παρατιθεμενοσ hοτι τον χριστον εδει παθειν και αναστηναι εκ νεκρων • και hοτι hουτοσ εστιν hο χριστοσ, ιηhοσυα hον εγω καταγγελλω hυμιν. και τινεσ εξ αυτων επεισθησαν και προσεκληρωθησαν τω παυλω και τω σιλα, των τε σεβομενων hελληνων πληθοσ πολυ, γυναικων τε των πρωτων ουκ ολιγαι. ζηλωσαντεσ δε hοι ιηhυδαιοι και προσλαβομενοι των αγοραιων τινασ ανδρασ πονηρουσ και οχλοποιησαντεσ εθορυβουν την πολιν, επισταντεσ τε τη οικια ιασονοσ εζητουν αυτουσ προαγαγειν εισ τον δημον. μη hευροντεσ δε αυτουσ εσυρον ιασονα και τινασ αδελφουσ επι τουσ πολιταρχασ, βοωντεσ hοτι hοι την οικουμενην αναστατωσαντεσ hουτοι και ενθαδε παρεισιν, hουσ hυποδεδεκται ιασων • και hουτοι παντεσ απεναντι των δογματων καισαροσ πρασσουσιν, βασιλεα λεγοντεσ hετερον ειναι ιηhοσυα. εταραξαν δε τον οχλον και τουσ πολιταρχασ ακουοντασ ταυτα. και λαβοντεσ το hικανον παρα του ιασονοσ και των λοιπων απελυσαν αυτουσ. hοι δε αδελφοι ευθεωσ δια τησ νυκτοσ εξεπεμψαν τον τε παυλον και τον σιλαν εισ βεροιαν, hοιτινεσ παραγενομενοι εισ την συναγωγην των ιηhυδαιων απηεσαν. hουτοι δε ησαν ευγενεστεροι των εν θεσσαλονικη, hοιτινεσ εδεξαντο τον λογον μετα πασησ προθυμιασ, το καθ hημεραν ανακρινοντεσ τασ γραφασ, ει εχοι ταυτα hουτωσ. πολλοι μεν ουν εξ αυτων επιστευσαν, και των hελληνιδων γυναικων των ευσχημονων και ανδρων ουκ ολιγοι. hωσ δε εγνωσαν hοι απο τησ θεσσαλονικησ ιηhυδαιοι hοτι και εν τη βεροια κατηγγελη hυπο του παυλου hο λογοσ του θεου, ηλθον κακει σαλευοντεσ τουσ οχλουσ. ευθεωσ δε τοτε τον παυλον εξαπεστειλαν hοι αδελφοι πορευεσθαι hωσ επι την θαλασσαν • hυπεμεινεν τε hο τε σιλασ και hο τιμοθεοσ εκει. hοι δε καθιστωντεσ τον παυλον ηγαγον αυτον hεωσ αθηνων • και λαβοντεσ εντολην προσ τον σιλαν και τιμοθεον, hινα hωσ ταχιστα ελθωσιν προσ αυτον, εξηεσαν. εν δε ταισ αθηναισ εκδεχομενου αυτουσ του παυλου, παρωξυνετο το πνευμα αυτου εν αυτω, θεωρουντι κατειδωλον ουσαν την πολιν. διελεγετο μεν ουν εν τη συναγωγη τοισ ιηhυδαιοισ και τοισ σεβομενοισ και εν τη αγορα κατα πασαν hημεραν προσ τουσ παρατυγχανοντασ. τινεσ δε και των επικουρειων και των στοικων φιλοσοφων συνεβαλλον αυτω, και τινεσ ελεγον • τι αν θελοι hο σπερμολογοσ hουτοσ λεγειν; hοι δε • ξενων δαιμονιων δοκει καταγγελευσ ειναι • hοτι τον ιηhοσυα και την αναστασιν ευηγγελιζετο αυτοισ. επιλαβομενοι τε αυτου επι τον αρειον παγον ηγαγον, λεγοντεσ • δυναμεθα γνωναι τισ hη καινη hαυτη hη hυπο σου λαλουμενη διδαχη; ξενιζοντα γαρ τινα εισφερεισ εισ τασ ακοασ hημων • βουλομεθα ουν γνωναι τι αν θελοι ταυτα ειναι. αθηναιοι δε παντεσ και hοι επιδημουντεσ ξενοι εισ ουδεν hετερον ηυκαιρουν η λεγειν τι η ακουειν καινοτερον. σταθεισ δε hο παυλοσ εν μεσω του αρειου παγου εφη • ανδρεσ αθηναιοι, κατα παντα hωσ δεισιδαιμονεστερουσ hυμασ θεωρω. διερχομενοσ γαρ και αναθεωρων τα σεβασματα hυμων hευρον και βωμον εν hω επεγεγραπτο • αγνωστω θεω. hον ουν αγνοουντεσ ευσεβειτε, τουτον εγω καταγγελλω hυμιν. hο θεοσ hο ποιησασ τον κοσμον και παντα τα εν αυτω, hουτοσ ουρανου και γησ hυπαρχων κυριοσ ουκ εν χειροποιητοισ ναοισ κατοικει • ουδε hυπο χειρων ανθρωπων θεραπευεται hωσ προσδεομενοσ τινοσ, αυτοσ διδουσ πασιν ζωην και πνοην και τα παντα • εποιησεν τε εξ hενοσ hαιματοσ παν εθνοσ ανθρωπων κατοικειν επι παν το προσωπον τησ γησ, hορισασ προστεταγμενουσ καιρουσ και τασ hοροθεσιασ τησ κατοικιασ αυτων, ζητειν τον θεον, ει αραγε ψηλαφησειαν αυτον και hευροιεν, καιτοιγε ου μακραν απο hενοσ hεκαστου hημων hυπαρχοντα • εν αυτω γαρ ζωμεν και κινουμεθα και εσμεν, hωσ και τινεσ των καθ hυμασ ποιητων ειρηκασιν, του γαρ και γενοσ εσμεν. γενοσ ουν hυπαρχοντεσ του θεου ουκ οφειλομεν νομιζειν, χρυσω η αργυρω η λιθω, χαραγματι τεχνησ και ενθυμησεωσ ανθρωπου, το θειον ειναι hομοιον. τουσ μεν ουν χρονουσ τησ αγνοιασ hυπεριδων hο θεοσ, τα νυν παραγγελλει τοισ ανθρωποισ παντασ πανταχου μετανοειν • καθοτι εστησεν hημεραν εν hη μελλει κρινειν την οικουμενην εν δικαιοσυνη, εν ανδρι hω hωρισεν, πιστιν παρασχων πασιν αναστησασ αυτον εκ νεκρων. ακουσαντεσ δε αναστασιν νεκρων hοι μεν εχλευαζον, hοι δε ειπον • ακουσομεθα σου περι τουτου και παλιν. hουτωσ hο παυλοσ εξηλθεν εκ μεσου αυτων. τινεσ δε ανδρεσ κολληθεντεσ αυτω επιστευσαν, εν hοισ και διονυσιοσ hο αρεοπαγιτησ και γυνη ονοματι δαμαρισ, και hετεροι συν αυτοισ.

18

μετα ταυτα χωρισθεισ εκ των αθηνων ηλθεν εισ κορινθον • και hευρων τινα ιηhυδαιον ονοματι ακυλαν, ποντικον τω γενει, προσφατωσ εληλυθοτα απο τησ ιταλιασ, και πρισκιλλαν γυναικα αυτου, (δια το διατεταχεναι κλαυδιον χωριζεσθαι παντασ τουσ ιηhυδαιουσ εκ τησ ρωμησ), προσηλθεν αυτοισ • και δια το hομοτεχνον ειναι εμενεν παρ αυτοισ, και ηργαζετο, ησαν γαρ σκηνοποιοι τη τεχνη. διελεγετο δε εν τη συναγωγη κατα παν σαββατον επειθεν τε ιηhυδαιουσ και hελληνασ. hωσ δε κατηλθον απο τησ μακεδονιασ hο τε σιλασ και hο τιμοθεοσ, συνειχετο τω λογω hο παυλοσ, διαμαρτυρομενοσ τοισ ιηhυδαιοισ ειναι τον χριστον ιηhοσυα. αντιτασσομενων δε αυτων και βλασφημουντων εκτιναξαμενοσ τα hιματια ειπεν προσ αυτουσ • το hαιμα hυμων επι την κεφαλην hυμων • καθαροσ εγω • απο του νυν εισ τα εθνη πορευσομαι. και μεταβασ εκειθεν εισηλθεν εισ οικιαν τινοσ ονοματι ιουστου σεβομενου τον θεον, hου hη οικια ην συνομορουσα τη συναγωγη. κρισποσ δε hο αρχισυναγωγοσ επιστευσεν τω κυριω συν hολω τω οικω αυτου • και πολλοι των κορινθιων ακουοντεσ επιστευον και εβαπτιζοντο. ειπεν δε hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εν νυκτι δι hοραματοσ τω παυλω • μη φοβου, αλλα λαλει και μη σιωπησησ, διοτι εγω ειμι μετα σου • και ουδεισ επιθησεται σοι του κακωσαι σε, διοτι λαοσ εστιν μοι πολυσ εν τη πολει ταυτη. εκαθισεν δε ενιαυτον και μηνασ hεξ διδασκων εν αυτοισ τον λογον του θεου. γαλλιωνοσ δε ανθυπατευοντοσ τησ αχαιασ κατεπεστησαν hομοθυμαδον hοι ιηhυδαιοι τω παυλω και ηγαγον αυτον επι το βημα, λεγοντεσ hοτι παρα τον νομον hουτοσ αναπειθει τουσ ανθρωπουσ σεβεσθαι τον θεον. μελλοντοσ δε του παυλου ανοιγειν το στομα ειπεν hο γαλλιων προσ τουσ ιηhυδαιουσ • ει μεν ην αδικημα τι η ραδιουργημα πονηρον, ω ιηhυδαιοι, κατα λογον αν ηνεσχομην hυμων • ει δε ζητηματα εστιν περι λογου και ονοματων και νομου του καθ hυμασ, οψεσθε αυτοι • κριτησ [γαρ] εγω τουτων ου βουλομαι ειναι. και απηλασεν αυτουσ απο του βηματοσ. επιλαβομενοι δε παντεσ σωσθενην τον αρχισυναγωγον ετυπτον εμπροσθεν του βηματοσ • και ουδεν τουτων τω γαλλιωνι εμελεν. hο δε παυλοσ ετι προσμεινασ hημερασ hικανασ, τοισ αδελφοισ αποταξαμενοσ εξεπλει εισ την συριαν, και συν αυτω πρισκιλλα και ακυλασ, κειραμενοσ την κεφαλην εν κεγχρεαισ, ειχεν γαρ ευχην. κατηντησεν δε εισ εφεσον, κακεινουσ κατελιπεν αυτου • αυτοσ δε εισελθων εισ την συναγωγην διελεχθη τοισ ιηhυδαιοισ. ερωτωντων δε αυτων επι πλειονα χρονον μειναι παρ αυτοισ ουκ επενευσεν, αλλ απεταξατο αυτοισ ειπων • [δει με παντωσ την hεορτην την ερχομενην ποιησαι εισ hιεροσολυμα] • παλιν ανακαμψω προσ hυμασ του θεου θελοντοσ. και ανηχθη απο τησ εφεσου. και κατελθων εισ καισαρειαν, αναβασ και ασπασαμενοσ την εκκλησιαν κατεβη εισ αντιοχειαν. και ποιησασ χρονον τινα εξηλθεν, διερχομενοσ καθεξησ την γαλατικην χωραν και φρυγιαν, επιστηριζων παντασ τουσ μαθητασ. ιηhυδαιοσ δε τισ απολλωσ ονοματι, αλεξανδρευσ τω γενει, ανηρ λογιοσ, κατηντησεν εισ εφεσον, δυνατοσ ων εν ταισ γραφαισ. hουτοσ ην κατηχημενοσ την hοδον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh • και ζεων τω πνευματι ελαλει και εδιδασκεν ακριβωσ τα περι του ιηhοσυα, επισταμενοσ μονον το βαπτισμα ιωαννου. hουτοσ τε ηρξατο παρρησιαζεσθαι εν τη συναγωγη. ακουσαντεσ δε αυτου ακυλασ και πρισκιλλα προσελαβοντο αυτον και ακριβεστερον αυτω εξεθεντο την του θεου hοδον. βουλομενου δε αυτου διελθειν εισ την αχαιαν, προτρεψαμενοι hοι αδελφοι εγραψαν τοισ μαθηταισ αποδεξασθαι αυτον • hοσ παραγενομενοσ συνεβαλετο πολυ τοισ πεπιστευκοσιν δια τησ χαριτοσ • ευτονωσ γαρ τοισ ιηhυδαιοισ διακατηλεγχετο δημοσια επιδεικνυσ δια των γραφων ειναι τον χριστον ιηhοσυα.

19

εγενετο δε εν τω τον απολλω ειναι εν κορινθω παυλον διελθοντα τα ανωτερικα μερη ελθειν εισ εφεσον • και hευρων τινασ μαθητασ, ειπεν προσ αυτουσ • ει πνευμα hαγιον ελαβετε πιστευσαντεσ; hοι δε προσ αυτον • αλλ ουδε ει πνευμα hαγιον εστιν ηκουσαμεν. ειπεν τε • εισ τι ουν εβαπτισθητε; hοι δε ειπον • εισ το ιωαννου βαπτισμα. ειπεν δε παυλοσ • ιωαννησ μεν εβαπτισεν βαπτισμα μετανοιασ, τω λαω λεγων εισ τον ερχομενον μετ αυτον hινα πιστευσωσιν, τουτ εστιν εισ τον ιηhοσυα. ακουσαντεσ δε εβαπτισθησαν εισ το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα • και επιθεντοσ αυτοισ του παυλου χειρασ ηλθεν το πνευμα το hαγιον επ αυτουσ, ελαλουν τε γλωσσαισ και επροφητευον. ησαν δε hοι παντεσ ανδρεσ hωσει δωδεκα. εισελθων δε εισ την συναγωγην επαρρησιαζετο επι μηνασ τρεισ διαλεγομενοσ και πειθων τα περι τησ βασιλειασ του θεου. hωσ δε τινεσ εσκληρυνοντο και ηπειθουν κακολογουντεσ την hοδον ενωπιον του πληθουσ, αποστασ απ αυτων αφωρισεν τουσ μαθητασ, καθ hημεραν διαλεγομενοσ εν τη σχολη τυραννου. τουτο δε εγενετο επι ετη δυο, hωστε παντασ τουσ κατοικουντασ την ασιαν ακουσαι τον λογον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ιηhυδαιουσ τε και hελληνασ. δυναμεισ τε ου τασ τυχουσασ εποιει hο θεοσ δια των χειρων παυλου, hωστε και επι τουσ ασθενουντασ αποφερεσθαι απο του χρωτοσ αυτου σουδαρια η σιμικινθια • και απαλλασσεσθαι απ αυτων τασ νοσουσ, τα τε πνευματα τα πονηρα εκπορευεσθαι. επεχειρησαν δε τινεσ και των περιερχομενων ιηhυδαιων εξορκιστων ονομαζειν επι τουσ εχοντασ τα πνευματα τα πονηρα το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα, λεγοντεσ • hορκιζω hυμασ τον ιηhοσυα hον παυλοσ κηρυσσει. ησαν δε τινοσ σκευα ιηhυδαιου αρχιερεωσ hεπτα hυιοι hοι τουτο ποιουντεσ. αποκριθεν δε το πνευμα το πονηρον ειπεν αυτοισ • τον ιηhοσυα γινωσκω και τον παυλον επισταμαι • hυμεισ δε τινεσ εστε; και εφαλλομενοσ επ αυτουσ hο ανθρωποσ εν hω ην το πνευμα το πονηρον, και καταφωνήενσύμφωνο-ιηhοhυσασ αμφοτερων ισχυσεν κατ αυτων, hωστε γυμνουσ και τετραυματισμενουσ εκφυγειν εκ του οικου εκεινου. τουτο δε εγενετο γνωστον πασιν ιηhυδαιοισ τε και hελλησιν τοισ κατοικουσιν την εφεσον • και επεπεσεν φοβοσ επι παντασ αυτουσ, και εμεγαλυνετο το ονομα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα. πολλοι τε των πεπιστευκοτων ηρχοντο εξομολογουμενοι και αναγγελλοντεσ τασ πραξεισ αυτων. hικανοι δε των τα περιεργα πραξαντων συνενεγκαντεσ τασ βιβλουσ κατεκαιον ενωπιον παντων • και συνεψηφισαν τασ τιμασ αυτων και hευρον αργυριου μυριαδασ πεντε. hουτωσ κατα κρατοσ hο λογοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ηυξανεν και ισχυεν. hωσ δε επληρωθη ταυτα, εθετο hο παυλοσ εν τω πνευματι διελθων την μακεδονιαν και αχαιαν πορευεσθαι εισ hιεροσολυμα, ειπων hοτι μετα το γενεσθαι με εκει δει με και ρωμην ιδειν. αποστειλασ δε εισ την μακεδονιαν δυο των διακονουντων αυτω, τιμοθεον και εραστον, αυτοσ επεσχεν χρονον εισ την ασιαν. εγενετο δε κατα τον καιρον εκεινον ταραχοσ ουκ ολιγοσ περι τησ hοδου • δημητριοσ γαρ τισ ονοματι, αργυροκοποσ, ποιων ναουσ αργυρουσ αρτεμιδοσ παρειχετο τοισ τεχνιταισ εργασιαν ουκ ολιγην, hουσ συναθροισασ και τουσ περι τα τοιαυτα εργατασ ειπεν • ανδρεσ, επιστασθε hοτι εκ ταυτησ τησ εργασιασ hη ευπορια hημων εστιν • και θεωρειτε και ακουετε hοτι ου μονον εφεσου αλλα σχεδον πασησ τησ ασιασ hο παυλοσ hουτοσ πεισασ μετεστησεν hικανον οχλον, λεγων hοτι ουκ εισιν θεοι hοι δια χειρων γινομενοι. ου μονον δε τουτο κινδυνευει hημιν το μεροσ εισ απελεγμον ελθειν, αλλα και το τησ μεγαλησ θεασ hιερον αρτεμιδοσ εισ ουθεν λογισθηναι, μελλειν τε και καθαιρεισθαι την μεγαλειοτητα αυτησ, hην hολη hη ασια και hη οικουμενη σεβεται. ακουσαντεσ δε και γενομενοι πληρεισ θυμου εκραζον λεγοντεσ • μεγαλη hη αρτεμισ εφεσιων. και επλησθη hη πολισ [hολη] τησ συγχυσεωσ • hωρμησαν τε hομοθυμαδον εισ το θεατρον συναρπασαντεσ γαιον και αρισταρχον μακεδονασ, συνεκδημουσ παυλου. του δε παυλου βουλομενου εισελθειν εισ τον δημον, ουκ ειων αυτον hοι μαθηται • τινεσ δε και των ασιαρχων, οντεσ αυτω φιλοι, πεμψαντεσ προσ αυτον παρεκαλουν μη δουναι hεαυτον εισ το θεατρον. αλλοι μεν ουν αλλο τι εκραζον • ην γαρ hη εκκλησια συγκεχυμενη, και hοι πλειουσ ουκ ηδεισαν τινοσ hενεκεν συνεληλυθεισαν. εκ δε του οχλου προεβιβασαν αλεξανδρον, προβαλοντων αυτον των ιηhυδαιων • hο δε αλεξανδροσ κατασεισασ την χειρα ηθελεν απολογεισθαι τω δημω. επιγνοντεσ δε hοτι ιηhυδαιοσ εστιν, φωνη εγενετο μια εκ παντων hωσ επι hωρασ δυο κραζοντων • μεγαλη hη αρτεμισ εφεσιων. καταστειλασ δε hο γραμματευσ τον οχλον φησιν • ανδρεσ εφεσιοι, τισ γαρ εστιν ανθρωποσ hοσ ου γινωσκει την εφεσιων πολιν νεωκορον ουσαν τησ μεγαλησ αρτεμιδοσ και του διοπετουσ; αναντιρρητων ουν οντων τουτων δεον εστιν hυμασ κατεσταλμενουσ hυπαρχειν και μηδεν προπετεσ πρασσειν • ηγαγετε γαρ τουσ ανδρασ τουτουσ ουτε hιεροσυλουσ, ουτε βλασφημουντασ την θεον hυμων. ει μεν ουν δημητριοσ και hοι συν αυτω τεχνιται εχουσιν προσ τινα λογον, αγοραιοι αγονται και ανθυπατοι εισιν, εγκαλειτωσαν αλληλοισ. ει δε τι περι hετερων επιζητειτε, εν τη εννομω εκκλησια επιλυθησεται • και γαρ κινδυνευομεν εγκαλεισθαι στασεωσ περι τησ σημερον, μηδενοσ αιτιου hυπαρχοντοσ περι hου δυνησομεθα αποδουναι λογον τησ συστροφησ ταυτησ. και ταυτα ειπων απελυσεν την εκκλησιαν.

20

μετα δε το παυσασθαι τον θορυβον προσκαλεσαμενοσ hο παυλοσ τουσ μαθητασ και ασπασαμενοσ εξηλθεν πορευθηναι εισ την μακεδονιαν. διελθων δε τα μερη εκεινα και παρακαλεσασ αυτουσ λογω πολλω ηλθεν εισ την hελλαδα. ποιησασ τε μηνασ τρεισ, γενομενησ αυτω επιβουλησ hυπο των ιηhυδαιων μελλοντι αναγεσθαι εισ την συριαν, εγενετο γνωμη του hυποστρεφειν δια μακεδονιασ. συνειπετο δε αυτω αχρι τησ ασιασ σωπατροσ πυρρου βεροιαιοσ, θεσσαλονικεων δε αρισταρχοσ και σεκουνδοσ, και γαιοσ, δερβαιοσ και τιμοθεοσ, ασιανοι δε τυχικοσ και τροφιμοσ. hουτοι προελθοντεσ εμενον hημασ εν τρωαδι. hημεισ δε εξεπλευσαμεν μετα τασ hημερασ των αζυμων απο φιλιππων, και ηλθομεν προσ αυτουσ εισ την τρωαδα αχρι hημερων πεντε, hου διετριψαμεν hημερασ hεπτα. εν δε τη μια των σαββατων συνηγμενων hημων κλασαι αρτον hο παυλοσ διελεγετο αυτοισ, μελλων εξιεναι τη επαυριον, παρετεινεν τε τον λογον μεχρι μεσονυκτιου. ησαν δε λαμπαδεσ hικαναι εν τω hυπερωω hου ημεν συνηγμενοι. καθημενοσ δε τισ νεανιασ ονοματι ευτυχοσ επι τησ θυριδοσ, καταφερομενοσ hυπνω βαθει, διαλεγομενου του παυλου επι πλειον, κατενεχθεισ απο του hυπνου επεσεν απο του τριστεγου κατω και ηρθη νεκροσ. καταβασ δε hο παυλοσ επεπεσεν αυτω και συνπεριλαβων ειπεν • μη θορυβεισθε, hη γαρ ψυχη αυτου εν αυτω εστιν. αναβασ δε και κλασασ τον αρτον και γευσαμενοσ, εφ hικανον τε hομιλησασ αχρι αυγησ, hουτωσ εξηλθεν. ηγαγον δε τον παιδα ζωντα, και παρεκληθησαν ου μετριωσ. hημεισ δε προελθοντεσ επι το πλοιον ανηχθημεν εισ την ασσον εκειθεν μελλοντεσ αναλαμβανειν τον παυλον • hουτωσ γαρ ην διατεταγμενοσ μελλων αυτοσ πεζευειν. hωσ δε συνεβαλεν hημιν εισ την ασσον, αναλαβοντεσ αυτον ηλθομεν εισ μιτυληνην. κακειθεν αποπλευσαντεσ τη επιουση κατηντησαμεν αντικρυσ χιου • τη δε hετερα παρεβαλομεν εισ σαμον • και μειναντεσ εν τρωγυλιω τη εχομενη ηλθομεν εισ μιλητον • κεκρικει γαρ hο παυλοσ παραπλευσαι την εφεσον, hοπωσ μη γενηται αυτω χρονοτριβησαι εν τη ασια • εσπευδεν γαρ, ει δυνατον ειη αυτω, την hημεραν τησ πεντηκοστησ γενεσθαι εισ hιεροσολυμα. απο δε τησ μιλητου πεμψασ εισ εφεσον μετεκαλεσατο τουσ πρεσβυτερουσ τησ εκκλησιασ • hωσ δε παρεγενοντο προσ αυτον, ειπεν αυτοισ • hυμεισ επιστασθε, απο πρωτησ hημερασ αφ hησ επεβην εισ την ασιαν, πωσ μεθ hυμων τον παντα χρονον εγενομην, δουλευων τω κυριω μετα πασησ ταπεινοφροσυνησ και δακρυων και πειρασμων των συμβαντων μοι εν ταισ επιβουλαισ των ιηhυδαιων • hωσ ουδεν hυπεστειλαμην των συμφεροντων του μη αναγγειλαι hυμιν και διδαξαι hυμασ δημοσια και κατ οικουσ, διαμαρτυρομενοσ ιηhυδαιοισ τε και hελλησιν την εισ τον θεον μετανοιαν και πιστιν εισ τον κυριον hημων ιηhοσυα χριστον. και νυν ιδου εγω δεδεμενοσ τω πνευματι πορευομαι εισ hιερουσαλημ, τα εν αυτη συναντησοντα μοι μη ειδωσ, πλην hοτι το πνευμα το hαγιον κατα πολιν διαμαρτυρεται μοι λεγον hοτι δεσμα και θλιψεισ με μενουσιν. αλλ hουδενοσ λογου ποιουμαι την ψυχην τιμιαν εμαυτω, hωσ τελειωσαι τον δρομον μου και την διακονιαν hην ελαβον παρα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα, διαμαρτυρασθαι το ευαγγελιον τησ χαριτοσ του θεου. και νυν ιδου εγω οιδα hοτι ουκετι οψεσθε το προσωπον μου hυμεισ παντεσ εν hοισ διηλθον κηρυσσων την βασιλειαν του θεου. διο μαρτυρομαι hυμιν εν τη σημερον hημερα hοτι καθαροσ εγω απο του hαιματοσ παντων • ου γαρ hυπεστειλαμην του μη αναγγειλαι hυμιν πασαν την βουλην του θεου. προσεχετε ουν hεαυτοισ και παντι τω ποιμνιω, εν hω hυμασ το πνευμα το hαγιον εθετο επισκοπουσ, ποιμαινειν την εκκλησιαν του θεου, hην περιεποιησατο δια του hαιματοσ του ιδιου. εγω οιδα hοτι εισελευσονται μετα την αφιξιν μου λυκοι βαρεισ εισ hυμασ, μη φειδομενοι του ποιμνιου • και εξ hυμων αυτων αναστησονται ανδρεσ λαλουντεσ διεστραμμενα του αποσπαν τουσ μαθητασ οπισω αυτων. διο γρηγορειτε, μνημονευοντεσ hοτι τριετιαν νυκτα και hημεραν ουκ επαυσαμην μετα δακρυων νουθετων hενα hεκαστον. και τα νυν παρατιθημαι hυμασ τω θεω και τω λογω τησ χαριτοσ αυτου, τω δυναμενω εποικοδομησαι και δουναι [hυμιν] κληρονομιαν εν τοισ hηγιασμενοισ πασιν. αργυριου η χρυσιου η hιματισμου hουδενοσ επεθυμησα. αυτοι γινωσκετε hοτι ταισ χρειαισ μου και τοισ ουσιν μετ εμου hυπηρετησαν hαι χειρεσ hαυται. παντα hυπεδειξα hυμιν, hοτι hουτωσ κοπιωντασ δει αντιλαμβανεσθαι των ασθενουντων, μνημονευειν τε των λογων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα, hοτι αυτοσ ειπεν • μακαριον εστιν μαλλον διδοναι η λαμβανειν. και ταυτα ειπων, θεισ τα γονατα αυτου συν πασιν αυτοισ προσηυξατο. hικανοσ δε εγενετο κλαυθμοσ παντων, και επιπεσοντεσ επι τον τραχηλον του παυλου κατεφιλουν αυτον, οδυνωμενοι μαλιστα επι τω λογω hω ειρηκει, hοτι ουκετι μελλουσιν το προσωπον αυτου θεωρειν. προεπεμπον δε αυτον εισ το πλοιον.

21

hωσ δε εγενετο αναχθηναι hημασ αποσπασθεντασ απ αυτων, ευθυδρομησαντεσ ηλθομεν εισ την κω, τη δε hεξησ εισ την ροδον κακειθεν εισ παταρα. και hευροντεσ πλοιον διαπερων εισ φοινικην, επιβαντεσ ανηχθημεν. αναφανεντεσ δε την κυπρον και καταλιποντεσ αυτην ευωνυμον επλεομεν εισ συριαν, και κατηχθημεν εισ τυρον • εκεισε γαρ ην το πλοιον αποφορτιζομενον τον γομον. και ανευροντεσ τουσ μαθητασ επεμειναμεν αυτου hημερασ hεπτα • hοιτινεσ τω παυλω ελεγον δια του πνευματοσ μη αναβαινειν εισ hιεροσολυμα. hοτε δε εγενετο hημασ εξαρτισαι τασ hημερασ, εξελθοντεσ επορευομεθα προπεμποντων hημασ παντων συν γυναιξιν και τεκνοισ hεωσ εξω τησ πολεωσ • και θεντεσ τα γονατα επι τον αιγιαλον προσηυξαμεθα. και ασπασαμενοι αλληλουσ, επεβημεν εισ το πλοιον • εκεινοι δε hυπεστρεψαν εισ τα ιδια. hημεισ δε τον πλουν διανυσαντεσ απο τυρου κατηντησαμεν εισ πτολεμαιδα • και ασπασαμενοι τουσ αδελφουσ εμειναμεν hημεραν μιαν παρ αυτοισ. τη δε επαυριον εξελθοντεσ ηλθομεν εισ καισαρειαν • και εισελθοντεσ εισ τον οικον φιλιππου του ευαγγελιστου, οντοσ εκ των hεπτα, εμειναμεν παρ αυτω. τουτω δε ησαν θυγατερεσ παρθενοι τεσσαρεσ προφητευουσαι. επιμενοντων δε hημων hημερασ πλειουσ κατηλθεν τισ απο τησ ιηhυδαιασ προφητησ ονοματι αγαβοσ • και ελθων προσ hημασ και αρασ την ζωνην του παυλου, δησασ τε αυτου τουσ ποδασ και τασ χειρασ ειπεν • ταδε λεγει το πνευμα το hαγιον • τον ανδρα hου εστιν hη ζωνη hαυτη, hουτωσ δησουσιν εν hιερουσαλημ hοι ιηhυδαιοι και παραδωσουσιν εισ χειρασ εθνων. hωσ δε ηκουσαμεν ταυτα, παρεκαλουμεν hημεισ τε και hοι εντοπιοι του μη αναβαινειν αυτον εισ hιερουσαλημ. απεκριθη δε hο παυλοσ • τι ποιειτε κλαιοντεσ και συνθρυπτοντεσ μου την καρδιαν; εγω γαρ ου μονον δεθηναι αλλα και αποθανειν εισ hιερουσαλημ hετοιμωσ εχω hυπερ του ονοματοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα. μη πειθομενου δε αυτου hησυχασαμεν ειποντεσ • το θελημα φωνήενσύμφωνο-ιηhοh γενεσθω. μετα δε τασ hημερασ ταυτασ επισκευασαμενοι ανεβαινομεν εισ hιεροσολυμα. συνηλθον δε και των μαθητων απο καισαρειασ συν hημιν, αγοντεσ παρ hω ξενισθωμεν μνασωνι τινι κυπριω, αρχαιω μαθητη. γενομενων δε hημων εισ hιεροσολυμα, ασμενωσ απεδεξαντο hημασ hοι αδελφοι. τη δε επιουση εισηει hο παυλοσ συν hημιν προσ ιακωβον, παντεσ τε παρεγενοντο hοι πρεσβυτεροι. και ασπασαμενοσ αυτουσ εξηγειτο καθ hεν hεκαστον hων εποιησεν hο θεοσ εν τοισ εθνεσιν δια τησ διακονιασ αυτου. hοι δε ακουσαντεσ εδοξαζον τον θεον, ειπον τε αυτω • θεωρεισ, αδελφε, ποσαι μυριαδεσ εισιν ιηhυδαιων των πεπιστευκοτων • και παντεσ ζηλωται του νομου hυπαρχουσιν. κατηχηθησαν δε περι σου hοτι αποστασιαν διδασκεισ απο μωυσεωσ τουσ κατα τα εθνη παντασ ιηhυδαιουσ, λεγων μη περιτεμνειν αυτουσ τα τεκνα μηδε τοισ εθεσιν περιπατειν. τι ουν εστιν; παντωσ δει πληθοσ συνελθειν, ακουσονται γαρ hοτι εληλυθασ. τουτο ουν ποιησον hο σοι λεγομεν • εισιν hημιν ανδρεσ τεσσαρεσ ευχην εχοντεσ εφ hεαυτων • τουτουσ παραλαβων hαγνισθητι συν αυτοισ, και δαπανησον επ αυτοισ hινα ξυρησονται την κεφαλην, και γνωσονται παντεσ hοτι hων κατηχηνται περι σου ουδεν εστιν, αλλα στοιχεισ και αυτοσ φυλασσων τον νομον. περι δε των πεπιστευκοτων εθνων hημεισ επεστειλαμεν κριναντεσ μηδεν τοιουτον τηρειν αυτουσ ει μη φυλασσεσθαι αυτουσ το τε ειδωλοθυτον και hαιμα και πνικτον και πορνειαν. τοτε hο παυλοσ παραλαβων τουσ ανδρασ τη εχομενη hημερα συν αυτοισ hαγνισθεισ εισηει εισ το hιερον, διαγγελλων την εκπληρωσιν των hημερων του hαγνισμου hεωσ hου προσηνεχθη hυπερ hενοσ hεκαστου αυτων hη προσφορα. hωσ δε εμελλον hαι hεπτα hημεραι συντελεισθαι, hοι απο τησ ασιασ ιηhυδαιοι θεασαμενοι αυτον εν τω hιερω συνεχεον παντα τον οχλον, και επεβαλον επ αυτον τασ χειρασ, κραζοντεσ • ανδρεσ ισραηλιται, βοηθειτε • hουτοσ εστιν hο ανθρωποσ hο κατα του λαου και του νομου και του τοπου τουτου παντασ πανταχη διδασκων • ετι τε και hελληνασ εισηγαγεν εισ το hιερον και κεκοινωκεν τον hαγιον τοπον τουτον. ησαν γαρ προεωρακοτεσ τροφιμον τον εφεσιον εν τη πολει συν αυτω, hον ενομιζον hοτι εισ το hιερον εισηγαγεν hο παυλοσ. εκινηθη τε hη πολισ hολη και εγενετο συνδρομη του λαου • και επιλαβομενοι του παυλου hειλκον αυτον εξω του hιερου • και ευθεωσ εκλεισθησαν hαι θυραι. ζητουντων τε αυτον αποκτειναι ανεβη φασισ τω χιλιαρχω τησ σπειρησ hοτι hολη συγκεχυται hιερουσαλημ • hοσ εξαυτησ παραλαβων στρατιωτασ και hεκατονταρχουσ κατεδραμεν επ αυτουσ • hοι δε ιδοντεσ τον χιλιαρχον και τουσ στρατιωτασ επαυσαντο τυπτοντεσ τον παυλον. τοτε εγγισασ hο χιλιαρχοσ επελαβετο αυτου και εκελευσεν δεθηναι hαλυσεσιν δυσιν, και επυνθανετο τισ αν ειη και τι εστιν πεποιηκωσ. αλλοι δε αλλο τι εβοων εν τω οχλω • μη δυναμενοσ δε γνωναι το ασφαλεσ δια τον θορυβον εκελευσεν αγεσθαι αυτον εισ την παρεμβολην. hοτε δε εγενετο επι τουσ αναβαθμουσ, συνεβη βασταζεσθαι αυτον hυπο των στρατιωτων δια την βιαν του οχλου • ηκολουθει γαρ το πληθοσ του λαου κραζοντεσ • αιρε αυτον. μελλων τε εισαγεσθαι εισ την παρεμβολην hο παυλοσ λεγει τω χιλιαρχω • ει εξεστιν μοι ειπειν τι προσ σε; hο δε εφη • hελληνιστι γινωσκεισ; ουκ αρα συ ει hο αιγυπτιοσ hο προ τουτων των hημερων αναστατωσασ και εξαγαγων εισ την ερημον τουσ τετρακισχιλιουσ ανδρασ των σικαριων; ειπεν δε hο παυλοσ • εγω ανθρωποσ μεν ειμι ιηhυδαιοσ, ταρσευσ, τησ κιλικιασ ουκ ασημου πολεωσ πολιτησ • δεομαι δε σου, επιτρεψον μοι λαλησαι προσ τον λαον. επιτρεψαντοσ δε αυτου hο παυλοσ hεστωσ επι των αναβαθμων κατεσεισεν τη χειρι τω λαω, πολλησ δε σιγησ γενομενησ προσεφωνησεν τη hεβραιδι διαλεκτω λεγων •

22

ανδρεσ αδελφοι και πατερεσ, ακουσατε μου τησ προσ hυμασ νυνι απολογιασ. ακουσαντεσ δε hοτι τη hεβραιδι διαλεκτω προσεφωνει αυτοισ, μαλλον παρεσχον hησυχιαν • και φησιν • εγω μεν ειμι ανηρ ιηhυδαιοσ, γεγεννημενοσ εν ταρσω τησ κιλικιασ, ανατεθραμμενοσ δε εν τη πολει ταυτη, παρα τουσ ποδασ γαμαλιηλ πεπαιδευμενοσ κατα ακριβειαν του πατρωου νομου, ζηλωτησ hυπαρχων του θεου καθωσ παντεσ hυμεισ εστε σημερον • hοσ ταυτην την hοδον εδιωξα αχρι θανατου, δεσμευων και παραδιδουσ εισ φυλακασ ανδρασ τε και γυναικασ, hωσ και hο αρχιερευσ μαρτυρει μοι και παν το πρεσβυτεριον, παρ hων και επιστολασ δεξαμενοσ προσ τουσ αδελφουσ εισ δαμασκον επορευομην, αξων και τουσ εκεισε οντασ δεδεμενουσ εισ hιερουσαλημ hινα τιμωρηθωσιν. εγενετο δε μοι πορευομενω και εγγιζοντι τη δαμασκω περι μεσημβριαν εξαιφνησ εκ του ουρανου περιαστραψαι φωσ hικανον περι εμε. επεσα τε εισ το εδαφοσ και ηκουσα φωνησ λεγουσησ μοι • σαουλ σαουλ, τι με διωκεισ; εγω δε απεκριθην • τισ ει, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; ειπεν τε προσ με • εγω ειμι ιηhοσυα hο ναζωραιοσ hον συ διωκεισ. hοι δε συν εμοι οντεσ το μεν φωσ εθεασαντο και εμφοβοι εγενοντο, την δε φωνην ουκ ηκουσαν του λαλουντοσ μοι. ειπον δε • τι ποιησω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; hο δε κυριοσ ειπεν προσ με • αναστασ πορευου εισ δαμασκον, κακει σοι λαληθησεται περι παντων hων τετακται σοι ποιησαι. hωσ δε ουκ ενεβλεπον απο τησ δοξησ του φωτοσ εκεινου, χειραγωγουμενοσ hυπο των συνοντων μοι ηλθον εισ δαμασκον. ανανιασ δε τισ, ανηρ ευλαβησ κατα τον νομον, μαρτυρουμενοσ hυπο παντων των κατοικουντων ιηhυδαιων, ελθων προσ με και επιστασ ειπεν μοι • σαουλ αδελφε, αναβλεψον. καγω αυτη τη hωρα ανεβλεψα εισ αυτον. hο δε ειπεν • hο θεοσ των πατερων hημων προεχειρισατο σε γνωναι το θελημα αυτου και ιδειν τον δικαιον και ακουσαι φωνην εκ του στοματοσ αυτου • hοτι εση μαρτυσ αυτω προσ παντασ ανθρωπουσ hων hεωρακασ και ηκουσασ. και νυν τι μελλεισ; αναστασ βαπτισαι και απολουσαι τασ hαμαρτιασ σου, επικαλεσαμενοσ το ονομα αυτου. εγενετο δε μοι hυποστρεψαντι εισ hιερουσαλημ και προσευχομενου μου εν τω hιερω γενεσθαι με εν εκστασει και ιδειν αυτον λεγοντα μοι • σπευσον και εξελθε εν ταχει εξ hιερουσαλημ • διοτι ου παραδεξονται σου την μαρτυριαν περι εμου. καγω ειπον • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, αυτοι επιστανται hοτι εγω ημην φυλακιζων και δερων κατα τασ συναγωγασ τουσ πιστευοντασ επι σε • και hοτε εξεχειτο το hαιμα στεφανου του μαρτυροσ σου, και αυτοσ ημην εφεστωσ και συνευδοκων και φυλασσων τα hιματια των αναιρουντων αυτον. και ειπεν προσ με • πορευου, hοτι εγω εισ εθνη μακραν εξαποστελω σε. ηκουον δε αυτου αχρι τουτου του λογου, και επηραν την φωνην αυτων λεγοντεσ • αιρε απο τησ γησ τον τοιουτον, ου γαρ καθηκεν αυτον ζην. κραυγαζοντων τε αυτων και ριπτουντων τα hιματια και κονιορτον βαλλοντων εισ τον αερα, εκελευσεν hο χιλιαρχοσ εισαγεσθαι αυτον εισ την παρεμβολην, ειπων μαστιξιν ανεταζεσθαι αυτον, hινα επιγνω δι hην αιτιαν hουτωσ επεφωνουν αυτω. hωσ δε προετειναν αυτον τοισ hιμασιν, ειπεν προσ τον hεστωτα hεκατονταρχον hο παυλοσ • ει ανθρωπον ρωμαιον και ακατακριτον εξεστιν hυμιν μαστιζειν; ακουσασ δε hο hεκατονταρχησ προσελθων τω χιλιαρχω απηγγειλεν λεγων • τι μελλεισ ποιειν; hο γαρ ανθρωποσ hουτοσ ρωμαιοσ εστιν. προσελθων δε hο χιλιαρχοσ ειπεν αυτω • λεγε μοι, συ ρωμαιοσ ει; hο δε εφη • ναι. απεκριθη τε hο χιλιαρχοσ • εγω πολλου κεφαλαιου την πολιτειαν ταυτην εκτησαμην. hο δε παυλοσ εφη • εγω δε και γεγεννημαι. ευθεωσ ουν απεστησαν απ αυτου hοι μελλοντεσ αυτον ανεταζειν • και hο χιλιαρχοσ δε εφοβηθη, επιγνουσ hοτι ρωμαιοσ εστιν και hοτι ην αυτον δεδεκωσ. τη δε επαυριον βουλομενοσ γνωναι το ασφαλεσ, το τι κατηγορειται hυπο των ιηhυδαιων, ελυσεν αυτον και εκελευσεν συνελθειν τουσ αρχιερεισ και παν το συνεδριον • και καταγαγων τον παυλον εστησεν εισ αυτουσ.

23

ατενισασ δε παυλοσ τω συνεδριω ειπεν • ανδρεσ αδελφοι, εγω παση συνειδησει αγαθη πεπολιτευμαι τω θεω αχρι ταυτησ τησ hημερασ. hο δε αρχιερευσ ανανιασ επεταξεν τοισ παρεστωσιν αυτω τυπτειν αυτου το στομα. τοτε hο παυλοσ προσ αυτον ειπεν • τυπτειν σε μελλει hο θεοσ, τοιχε κεκονιαμενε • και συ καθη κρινων με κατα τον νομον, και παρανομων κελευεισ με τυπτεσθαι; hοι δε παρεστωτεσ ειπον • τον αρχιερεα του θεου λοιδορεισ; εφη τε hο παυλοσ • ουκ ηδειν, αδελφοι, hοτι εστιν αρχιερευσ • γεγραπταιτ γαρ αρχοντα του λαου σου ουκ ερεισ κακωσ. γνουσ δε hο παυλοσ hοτι το hεν μεροσ εστιν σαδδουκαιων το δε hετερον φαρισαιων, εκραζεν εν τω συνεδριω • ανδρεσ αδελφοι, εγω φαρισαιοσ ειμι, hυιοσ φαρισαιου • περι ελπιδοσ και αναστασεωσ νεκρων εγω κρινομαι. τουτο δε αυτου λαλησαντοσ εγενετο στασισ των φαρισαιων και σαδδουκαιων, και εσχισθη το πληθοσ • σαδδουκαιοι μεν γαρ λεγουσιν μη ειναι αναστασιν μηδε αγγελον μητε πνευμα, φαρισαιοι δε hομολογουσιν τα αμφοτερα. εγενετο δε κραυγη μεγαλη • και ανασταντεσ τινεσ των γραμματεων του μερουσ των φαρισαιων διεμαχοντο λεγοντεσ • ουδεν κακον hευρισκομεν εν τω ανθρωπω τουτω • ει δε πνευμα ελαλησεν αυτω η αγγελοσ; πολλησ δε γενομενησ στασεωσ φοβηθεισ hο χιλιαρχοσ μη διασπασθη hο παυλοσ hυπ αυτων, εκελευσεν το στρατευμα καταβαν hαρπασαι αυτον εκ μεσου αυτων αγειν τε εισ την παρεμβολην. τη δε επιουση νυκτι επιστασ αυτω hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh ειπεν • θαρσει • hωσ γαρ διεμαρτυρω τα περι εμου εισ hιερουσαλημ, hουτωσ σε δει και εισ ρωμην μαρτυρησαι. γενομενησ δε hημερασ ποιησαντεσ συστροφην hοι ιηhυδαιοι ανεθεματισαν hεαυτουσ, λεγοντεσ μητε φαγειν μητε πιειν hεωσ hου αποκτεινωσιν τον παυλον. ησαν δε πλειουσ τεσσερακοντα hοι ταυτην την συνωμοσιαν πεποιηκοτεσ, hοιτινεσ προσελθοντεσ τοισ αρχιερευσιν και τοισ πρεσβυτεροισ ειπον • αναθεματι ανεθεματισαμεν hεαυτουσ μηδενοσ γευσασθαι hεωσ hου αποκτεινωμεν τον παυλον. νυν ουν hυμεισ εμφανισατε τω χιλιαρχω συν τω συνεδριω, hοπωσ καταγαγη αυτον προσ hυμασ hωσ μελλοντασ διαγινωσκειν ακριβεστερον τα περι αυτου • hημεισ δε προ του εγγισαι αυτον hετοιμοι εσμεν του ανελειν αυτον. ακουσασ δε hο hυιοσ τησ αδελφησ παυλου το ενεδρον, παραγενομενοσ και εισελθων εισ την παρεμβολην απηγγειλεν τω παυλω. προσκαλεσαμενοσ δε hο παυλοσ hενα των hεκατονταρχων εφη • τον νεανιαν τουτον απαγαγε προσ τον χιλιαρχον, εχει γαρ τι απαγγειλαι αυτω. hο μεν ουν παραλαβων αυτον ηγαγεν προσ τον χιλιαρχον και φησιν • hο δεσμιοσ παυλοσ προσκαλεσαμενοσ με ηρωτησεν τουτον τον νεανιαν αγαγειν προσ σε, εχοντα τι λαλησαι σοι. επιλαβομενοσ δε τησ χειροσ αυτου hο χιλιαρχοσ και αναχωρησασ κατ ιδιαν επυνθανετο • τι εστιν hο εχεισ απαγγειλαι μοι; ειπεν δε hοτι hοι ιηhυδαιοι συνεθεντο του ερωτησαι σε hοπωσ αυριον τον παυλον καταγαγησ εισ το συνεδριον hωσ μελλων τι ακριβεστερον πυνθανεσθαι περι αυτου. συ ουν μη πεισθησ αυτοισ, ενεδρευουσιν γαρ αυτον εξ αυτων ανδρεσ πλειουσ τεσσερακοντα, hοιτινεσ ανεθεματισαν hεαυτουσ μητε φαγειν μητε πιειν hεωσ hου ανελωσιν αυτον • και νυν hετοιμοι εισιν προσδεχομενοι την απο σου επαγγελιαν. hο μεν ουν χιλιαρχοσ απελυσεν τον νεανιαν, παραγγειλασ μηδενι εκλαλησαι hοτι ταυτα ενεφανισασ προσ με. και προσκαλεσαμενοσ δυο τινασ των hεκατονταρχων ειπεν • hετοιμασατε στρατιωτασ διακοσιουσ, hοπωσ πορευθωσιν hεωσ καισαρειασ, και hιππεισ hεβδομηκοντα και δεξιολαβουσ διακοσιουσ απο τριτησ hωρασ τησ νυκτοσ • κτηνη τε παραστησαι, hινα επιβιβασαντεσ τον παυλον διασωσωσι προσ φηλικα τον hηγεμονα, γραψασ επιστολην περιεχουσαν τον τυπον τουτον • κλαυδιοσ λυσιασ τω κρατιστω hηγεμονι φηλικι χαιρειν. τον ανδρα τουτον συλλημφθεντα hυπο των ιηhυδαιων και μελλοντα αναιρεισθαι hυπ αυτων επιστασ συν τω στρατευματι εξειλομην, μαθων hοτι ρωμαιοσ εστιν. βουλομενοσ δε γνωναι την αιτιαν δι hην ενεκαλουν αυτω, κατηγαγον αυτον εισ το συνεδριον αυτων • hον hευρον εγκαλουμενον περι ζητηματων του νομου αυτων, μηδεν δε αξιον θανατου η δεσμων εγκλημα εχοντα. μηνυθεισησ δε μοι επιβουλησ εισ τον ανδρα μελλειν εσεσθαι [hυπο των ιηhυδαιων], εξαυτησ επεμψα προσ σε, παραγγειλασ και τοισ κατηγοροισ λεγειν τα προσ αυτον επι σου. ερρωσο. hοι μεν ουν στρατιωται κατα το διατεταγμενον αυτοισ αναλαβοντεσ τον παυλον ηγαγον δια νυκτοσ εισ την αντιπατριδα. τη δε επαυριον εασαντεσ τουσ hιππεισ πορευεσθαι συν αυτω, hυπεστρεψαν εισ την παρεμβολην. hοιτινεσ εισελθοντεσ εισ την καισαρειαν και αναδοντεσ την επιστολην τω hηγεμονι, παρεστησαν και τον παυλον αυτω. αναγνουσ δε και επερωτησασ εκ ποιασ επαρχειασ εστιν, και πυθομενοσ hοτι απο κιλικιασ, διακουσομαι σου, εφη, hοταν και hοι κατηγοροι σου παραγενωνται. εκελευσεν τε αυτον εν τω πραιτωριω του hηρωδου φυλασσεσθαι.

24

μετα δε πεντε hημερασ κατεβη hο αρχιερευσ ανανιασ μετα των πρεσβυτερων και ρητοροσ τερτυλλου τινοσ, hοιτινεσ ενεφανισαν τω hηγεμονι κατα του παυλου. κληθεντοσ δε αυτου ηρξατο κατηγορειν hο τερτυλλοσ λεγων • πολλησ ειρηνησ τυγχανοντεσ δια σου και κατορθωματων γινομενων τω εθνει τουτω δια τησ σησ προνοιασ, παντη τε και πανταχου αποδεχομεθα, κρατιστε φηλιξ, μετα πασησ ευχαριστιασ. hινα δε μη επι πλειον σε ενκοπτω, παρακαλω ακουσαι σε hημων συντομωσ τη ση επιεικεια • hευροντεσ γαρ τον ανδρα τουτον λοιμον και κινουντα στασεισ πασιν τοισ ιηhυδαιοισ τοισ κατα την οικουμενην, πρωτοστατην τε τησ των ναζωραιων hαιρεσεωσ • hοσ και το hιερον επειρασεν βεβηλωσαι, hον και εκρατησαμεν, [και κατα τον hημετερον νομον ηθελησαμεν κριναι • παρελθων δε λυσιασ hο χιλιαρχοσ, μετα πολλησ βιασ εκ των χειρων hημων απηγαγε, κελευσασ τουσ κατηγορουσ αυτου ερχεσθαι επι σε] • παρ hου δυνηση αυτοσ ανακρινασ περι παντων τουτων επιγνωναι hων hημεισ κατηγορουμεν αυτου. συνεπεθεντο δε και hοι ιηhυδαιοι φασκοντεσ ταυτα hουτωσ εχειν. απεκριθη τε hο παυλοσ, νευσαντοσ αυτω του hηγεμονοσ λεγειν • εκ πολλων ετων οντα σε κριτην τω εθνει τουτω επισταμενοσ, ευθυμοτερον τα περι εμαυτου απολογουμαι • δυναμενου σου επιγνωναι hοτι ου πλειουσ εισιν μοι hημεραι δωδεκα αφ hησ ανεβην προσκυνησων εισ hιερουσαλημ. και ουτε εν τω hιερω hευρον με προσ τινα διαλεγομενον η επισυστασιν ποιουντα οχλου, ουτε εν ταισ συναγωγαισ ουτε κατα την πολιν • ουτε παραστησαι δυνανται περι hων νυν κατηγορουσιν μου. hομολογω δε τουτο σοι, hοτι κατα την hοδον hην λεγουσιν hαιρεσιν, hουτωσ λατρευω τω πατρωω θεω, πιστευων πασιν τοισ κατα τον νομον και τοισ προφηταισ γεγραμμενοισ, ελπιδα εχων εισ τον θεον, hην και αυτοι hουτοι προσδεχονται, αναστασιν μελλειν εσεσθαι δικαιων τε και αδικων. εν τουτω και αυτοσ ασκω απροσκοπον συνειδησιν εχειν προσ τον θεον και τουσ ανθρωπουσ δια παντοσ. δι ετων δε πλειονων παρεγενομην ελεημοσυνασ ποιησων εισ το εθνοσ μου και προσφορασ. εν hοισ hευρον με hηγνισμενον εν τω hιερω, ου μετα οχλου ουδε μετα θορυβου. τινεσ δε απο τησ ασιασ ιηhυδαιοι, hουσ εδει επι σου παρειναι και κατηγορειν, ει τι εχοιεν προσ με • η αυτοι hουτοι ειπατωσαν τι hευρον εν εμοι αδικημα σταντοσ μου επι του συνεδριου, η περι μιασ ταυτησ φωνησ hησ εκεκραξα hεστωσ εν αυτοισ hοτι περι αναστασεωσ νεκρων εγω κρινομαι σημερον hυφ hυμων. ανεβαλετο δε αυτουσ hο φηλιξ, ακριβεστερον ειδωσ τα περι τησ hοδου, ειπων • hοταν λυσιασ hο χιλιαρχοσ καταβη, διαγνωσομαι τα καθ hυμασ • διαταξαμενοσ τω hεκατονταρχη τηρεισθαι αυτον εχειν τε ανεσιν και μηδενα κωλυειν των ιδιων αυτου hυπηρετειν αυτω. μετα δε hημερασ τινασ παραγενομενοσ hο φηλιξ συν δρουσιλλη τη γυναικι αυτου ουση ιηhυδαια μετεπεμψατο τον παυλον, και ηκουσεν αυτου περι τησ εισ χριστον πιστεωσ. διαλεγομενου δε αυτου περι δικαιοσυνησ και εγκρατειασ και του κριματοσ του μελλοντοσ, εμφοβοσ γενομενοσ hο φηλιξ απεκριθη • το νυν εχον πορευου • καιρον δε μεταλαβων μετακαλεσομαι σε, hαμα και ελπιζων hοτι χρηματα δοθησεται αυτω hυπο του παυλου • διο και πυκνοτερον αυτον μεταπεμπομενοσ hωμιλει αυτω. διετιασ δε πληρωθεισησ ελαβεν διαδοχον hο φηλιξ πορκιον φηστον • θελων τε χαριτα καταθεσθαι τοισ ιηhυδαιοισ hο φηλιξ κατελιπεν τον παυλον δεδεμενον.

25

φηστοσ ουν επιβασ τη επαρχεια μετα τρεισ hημερασ ανεβη εισ hιεροσολυμα απο καισαρειασ. ενεφανισαν τε αυτω hοι αρχιερεισ και hοι πρωτοι των ιηhυδαιων κατα του παυλου • και παρεκαλουν αυτον αιτουμενοι χαριν κατ αυτου, hοπωσ μεταπεμψηται αυτον εισ hιερουσαλημ, ενεδραν ποιουντεσ ανελειν αυτον κατα την hοδον. hο μεν ουν φηστοσ απεκριθη τηρεισθαι τον παυλον εν καισαρεια, hεαυτον δε μελλειν εν ταχει εκπορευεσθαι. hοι ουν εν hυμιν, φησιν, δυνατοι συνκαταβαντεσ • ει τι εστιν εν τω ανδρι ατοπον, κατηγορειτωσαν αυτου. διατριψασ δε εν αυτοισ hημερασ ου πλειουσ οκτω η δεκα, καταβασ εισ καισαρειαν • τη επαυριον καθισασ επι του βηματοσ εκελευσεν τον παυλον αχθηναι. παραγενομενου δε αυτου περιεστησαν hοι απο hιεροσολυμων καταβεβηκοτεσ ιηhυδαιοι, πολλα και βαρεα αιτιωματα καταφεροντεσ, hα ουκ ισχυον αποδειξαι • του παυλου απολογουμενου hοτι ουτε εισ τον νομον των ιηhυδαιων ουτε εισ το hιερον ουτε εισ καισαρα τι hημαρτον. hο φηστοσ δε θελων τοισ ιηhυδαιοισ χαριν καταθεσθαι, αποκριθεισ τω παυλω ειπεν • θελεισ εισ hιεροσολυμα αναβασ εκει περι τουτων κρινεσθαι επ εμου; ειπεν δε hο παυλοσ • επι του βηματοσ καισαροσ hεστωσ ειμι, hου με δει κρινεσθαι. ιηhυδαιουσ ουδεν ηδικησα, hωσ και συ καλλιον επιγινωσκεισ. ει μεν ουν αδικω και αξιον θανατου πεπραχα τι, ου παραιτουμαι το αποθανειν • ει δε ουδεν εστιν hων hουτοι κατηγορουσιν μου, ουδεισ με δυναται αυτοισ χαρισασθαι • καισαρα επικαλουμαι. τοτε hο φηστοσ συνλαλησασ μετα του συμβουλιου απεκριθη • καισαρα επικεκλησαι, επι καισαρα πορευση. hημερων δε διαγενομενων τινων αγριππασ hο βασιλευσ και βερνικη κατηντησαν εισ καισαρειαν ασπασαμενοι τον φηστον. hωσ δε πλειουσ hημερασ διετριβον εκει, hο φηστοσ τω βασιλει ανεθετο τα κατα τον παυλον λεγων • ανηρ τισ εστιν καταλελειμμενοσ hυπο φηλικοσ δεσμιοσ, περι hου γενομενου μου εισ hιεροσολυμα ενεφανισαν hοι αρχιερεισ και hοι πρεσβυτεροι των ιηhυδαιων, αιτουμενοι κατ αυτου δικην • προσ hουσ απεκριθην hοτι ουκ εστιν εθοσ ρωμαιοισ χαριζεσθαι τινα ανθρωπον πριν η hο κατηγορουμενοσ κατα προσωπον εχοι τουσ κατηγορουσ τοπον τε απολογιασ λαβοι περι του εγκληματοσ. συνελθοντων ουν αυτων ενθαδε αναβολην μηδεμιαν ποιησαμενοσ, τη hεξησ καθισασ επι του βηματοσ εκελευσα αχθηναι τον ανδρα • περι hου σταθεντεσ hοι κατηγοροι ουδεμιαν αιτιαν επεφερον hων hυπενοουν εγω, ζητηματα δε τινα περι τησ ιδιασ δεισιδαιμονιασ ειχον προσ αυτον και περι τινοσ ιηhοσυα τεθνηκοτοσ, hον εφασκεν hο παυλοσ ζην. απορουμενοσ δε εγω εισ την περι τουτων ζητησιν ελεγον ει βουλοιτο πορευεσθαι εισ hιεροσολυμα κακει κρινεσθαι περι τουτων. του δε παυλου επικαλεσαμενου τηρηθηναι αυτον εισ την του σεβαστου διαγνωσιν, εκελευσα τηρεισθαι αυτον hεωσ hου πεμψω αυτον προσ καισαρα. αγριππασ δε προσ τον φηστον [εφη] • εβουλομην και αυτοσ του ανθρωπου ακουσαι. hο δε • αυριον, φησιν, ακουση αυτου. τη ουν επαυριον ελθοντοσ του αγριππα και τησ βερνικησ μετα πολλησ φαντασιασ, και εισελθοντων εισ το ακροατηριον συν τε τοισ χιλιαρχοισ και ανδρασιν τοισ κατ εξοχην τησ πολεωσ, και κελευσαντοσ του φηστου ηχθη hο παυλοσ. και φησιν hο φηστοσ • αγριππα βασιλευ και παντεσ hοι συνπαροντεσ hημιν ανδρεσ, θεωρειτε τουτον περι hου παν το πληθοσ των ιηhυδαιων ενετυχον μοι εν τε hιεροσολυμοισ και ενθαδε, επιβοωντεσ μη δειν αυτον ζην μηκετι. εγω δε καταλαβομενοσ μηδεν αξιον θανατου αυτον πεπραχεναι, αυτου δε τουτου επικαλεσαμενου τον σεβαστον εκρινα πεμπειν αυτον. περι hου ασφαλεσ τι γραψαι τω κυριω ουκ εχω, διο προηγαγον αυτον εφ hυμων και μαλιστα επι σου, βασιλευ αγριππα, hοπωσ τησ ανακρισεωσ γενομενησ σχω τι γραψαι • αλογον γαρ μοι δοκει πεμποντα δεσμιον μη και τασ κατ αυτου αιτιασ σημαναι.

26

αγριππασ δε προσ τον παυλον εφη • επιτρεπεται σοι hυπερ σεαυτου λεγειν. τοτε hο παυλοσ εκτεινασ την χειρα απελογειτο • περι παντων hων εγκαλουμαι hυπο ιηhυδαιων, βασιλευ αγριππα, hηγημαι εμαυτον μακαριον επι σου μελλων σημερον απολογεισθαι, μαλιστα γνωστην οντα σε παντων των κατα ιηhυδαιουσ εθων τε και ζητηματων • διο δεομαι σου μακροθυμωσ ακουσαι μου. την μεν ουν βιωσιν μου εκ νεοτητοσ την απ αρχησ γενομενην εν τω εθνει μου εν hιεροσολυμοισ ισασιν παντεσ hοι ιηhυδαιοι, προγινωσκοντεσ με ανωθεν, εαν θελωσιν μαρτυρειν, hοτι κατα την ακριβεστατην hαιρεσιν τησ hημετερασ θρησκειασ εζησα φαρισαιοσ. και νυν επ ελπιδι τησ προσ τουσ πατερασ hημων επαγγελιασ γενομενησ hυπο του θεου hεστηκα κρινομενοσ, εισ hην το δωδεκαφυλον hημων εν εκτενεια νυκτα και hημεραν λατρευον ελπιζει καταντησαι • περι hησ ελπιδοσ εγκαλουμαι hυπο ιηhυδαιων, βασιλευ. τι απιστον κρινεται παρ hυμιν ει hο θεοσ νεκρουσ εγειρει; εγω μεν ουν εδοξα εμαυτω προσ το ονομα ιηhοσυα του ναζωραιου δειν πολλα εναντια πραξαι • hο και εποιησα εν hιεροσολυμοισ • και πολλουσ των hαγιων εγω εν φυλακαισ κατεκλεισα, την παρα των αρχιερεων εξουσιαν λαβων • αναιρουμενων τε αυτων κατηνεγκα ψηφον • και κατα πασασ τασ συναγωγασ πολλακισ τιμωρων αυτουσ ηναγκαζον βλασφημειν • περισσωσ τε εμμαινομενοσ αυτοισ εδιωκον hεωσ και εισ τασ εξω πολεισ. εν hοισ και πορευομενοσ εισ την δαμασκον μετ εξουσιασ και επιτροπησ τησ παρα των αρχιερεων, hημερασ μεσησ κατα την hοδον ειδον, βασιλευ, ουρανοθεν hυπερ την λαμπροτητα του hηλιου περιλαμψαν με φωσ και τουσ συν εμοι πορευομενουσ. παντων δε καταπεσοντων hημων εισ την γην ηκουσα φωνην λαλουσαν προσ με και λεγουσαν τη hεβραιδι διαλεκτω • σαουλ σαουλ, τι με διωκεισ; σκληρον σοι προσ κεντρα λακτιζειν. εγω δε ειπον • τισ ει, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh; hο δε κυριοσ ειπεν • εγω ειμι ιηhοσυα hον συ διωκεισ. αλλα αναστηθι και στηθι επι τουσ ποδασ σου • εισ τουτο γαρ ωφθην σοι, προχειρισασθαι σε hυπηρετην και μαρτυρα hων τε ειδεσ hων τε οφθησομαι σοι, εξαιρουμενοσ σε εκ του λαου και εκ των εθνων, εισ hουσ εγω αποστελλω σε, ανοιξαι οφθαλμουσ αυτων, του επιστρεψαι απο σκοτουσ εισ φωσ και τησ εξουσιασ του σατανα επι τον θεον • του λαβειν αυτουσ αφεσιν hαμαρτιων και κληρον εν τοισ hηγιασμενοισ πιστει τη εισ εμε. hοθεν, βασιλευ αγριππα, ουκ εγενομην απειθησ τη ουρανιω οπτασια • αλλα τοισ εν δαμασκω πρωτον και hιεροσολυμοισ, εισ πασαν τε την χωραν τησ ιηhυδαιασ και τοισ εθνεσιν απηγγελλον μετανοειν και επιστρεφειν επι τον θεον, αξια τησ μετανοιασ εργα πρασσοντασ. hενεκα τουτων με hοι ιηhυδαιοι συλλαβομενοι εν τω hιερω επειρωντο διαχειρισασθαι. επικουριασ ουν τυχων τησ απο του θεου, αχρι τησ hημερασ ταυτησ hεστηκα μαρτυρομενοσ μικρω τε και μεγαλω, ουδεν εκτοσ λεγων hων τε hοι προφηται ελαλησαν μελλοντων γινεσθαι και μωυσησ, ει παθητοσ hο χριστοσ, ει πρωτοσ εξ αναστασεωσ νεκρων φωσ μελλει καταγγελλειν τω τε λαω και τοισ εθνεσιν. ταυτα δε αυτου απολογουμενου hο φηστοσ μεγαλη τη φωνη φησιν • μαινη, παυλε • τα πολλα σε γραμματα εισ μανιαν περιτρεπει. hο δε παυλοσ • ου μαινομαι, φησιν, κρατιστε φηστε, αλλα αληθειασ και σωφροσυνησ ρηματα αποφθεγγομαι • επισταται γαρ περι τουτων hο βασιλευσ προσ hον και παρρησιαζομενοσ λαλω, λανθανειν γαρ αυτον τι τουτων ου πειθομαι ουδεν • ου γαρ εστιν εν γωνια πεπραγμενον τουτο. πιστευεισ, βασιλευ αγριππα, τοισ προφηταισ; οιδα hοτι πιστευεισ. hο δε αγριππασ προσ τον παυλον • εν ολιγω με πειθεισ χριστιανον γενεσθαι. hο δε παυλοσ • ευξαιμην αν τω θεω και εν ολιγω και εν πολλω ου μονον σε αλλα και παντασ τουσ ακουοντασ μου σημερον γενεσθαι τοιουτουσ hοποιοσ καγω ειμι, παρεκτοσ των δεσμων τουτων. ανεστη τε hο βασιλευσ και hο hηγεμων hη τε βερνικη και hοι συγκαθημενοι αυτοισ • και αναχωρησαντεσ ελαλουν προσ αλληλουσ λεγοντεσ hοτι ουδεν θανατου αξιον η δεσμων πρασσει hο ανθρωποσ hουτοσ. αγριππασ δε τω φηστω εφη • απολελυσθαι εδυνατο hο ανθρωποσ hουτοσ ει μη επεκεκλητο καισαρα.

27

hωσ δε εκριθη του αποπλειν hημασ εισ την ιταλιαν, παρεδιδουν τον τε παυλον και τινασ hετερουσ δεσμωτασ hεκατονταρχη ονοματι ιουλιω σπειρησ σεβαστησ. επιβαντεσ δε πλοιω αδραμυττηνω μελλοντι πλειν τουσ κατα την ασιαν τοπουσ, ανηχθημεν οντοσ συν hημιν αρισταρχου μακεδονοσ θεσσαλονικεωσ. τη τε hετερα κατηχθημεν εισ σιδωνα, φιλανθρωπωσ τε hο ιουλιοσ τω παυλω χρησαμενοσ επετρεψεν προσ τουσ φιλουσ πορευθεντα επιμελειασ τυχειν. κακειθεν αναχθεντεσ hυπεπλευσαμεν την κυπρον δια το τουσ ανεμουσ ειναι εναντιουσ, το τε πελαγοσ το κατα την κιλικιαν και παμφυλιαν διαπλευσαντεσ κατηλθομεν εισ μυρα τησ λυκιασ. κακει hευρων hο hεκατονταρχοσ πλοιον αλεξανδρινον πλεον εισ την ιταλιαν ενεβιβασεν hημασ εισ αυτο. εν hικαναισ δε hημεραισ βραδυπλοουντεσ και μολισ γενομενοι κατα την κνιδον, μη προσεωντοσ hημασ του ανεμου, hυπεπλευσαμεν την κρητην κατα σαλμωνην, μολισ τε παραλεγομενοι αυτην ηλθομεν εισ τοπον τινα καλουμενον καλουσ λιμενασ, hω εγγυσ ην πολισ λασαια. hικανου δε χρονου διαγενομενου και οντοσ ηδη επισφαλουσ του πλοοσ δια το και την νηστειαν ηδη παρεληλυθεναι, παρηνει hο παυλοσ λεγων αυτοισ • ανδρεσ, θεωρω hοτι μετα hυβρεωσ και πολλησ ζημιασ ου μονον του φορτιου και του πλοιου αλλα και των ψυχων hημων μελλειν εσεσθαι τον πλουν. hο δε hεκατονταρχησ τω κυβερνητη και τω ναυκληρω επειθετο μαλλον η τοισ hυπο του παυλου λεγομενοισ. ανευθετου δε του λιμενοσ hυπαρχοντοσ προσ παραχειμασιαν, hοι πλειουσ εθεντο βουλην αναχθηναι εκειθεν, ειπωσ δυναιντο καταντησαντεσ εισ φοινικα παραχειμασαι λιμενα τησ κρητησ βλεποντα κατα λιβα και κατα χωρον. hυποπνευσαντοσ δε νοτου δοξαντεσ τησ προθεσεωσ κεκρατηκεναι, αραντεσ ασσον παρελεγοντο την κρητην. μετ ου πολυ δε εβαλεν κατ αυτησ ανεμοσ τυφωνικοσ hο καλουμενοσ ευροκλυδων. συναρπασθεντοσ δε του πλοιου και μη δυναμενου αντοφθαλμειν τω ανεμω επιδοντεσ εφερομεθα. νησιον δε τι hυποδραμοντεσ καλουμενον κλαυδην μολισ ισχυσαμεν περικρατεισ γενεσθαι τησ σκαφησ, hην αραντεσ βοηθειαισ εχρωντο, hυποζωννυντεσ το πλοιον • φοβουμενοι τε μη εισ την συρτιν εκπεσωσιν, χαλασαντεσ το σκευοσ, hουτωσ εφεροντο. σφοδρωσ δε χειμαζομενων hημων τη hεξησ εκβολην εποιουντο. και τη τριτη αυτοχειρεσ την σκευην του πλοιου ερριψαν. μητε δε hηλιου μητε αστρων επιφαινοντων επι πλειονασ hημερασ, χειμωνοσ τε ουκ ολιγου επικειμενου, λοιπον περιηρειτο πασα ελπισ του σωζεσθαι hημασ. πολλησ τε ασιτιασ hυπαρχουσησ, τοτε σταθεισ hο παυλοσ εν μεσω αυτων ειπεν • εδει μεν, ω ανδρεσ, πειθαρχησαντασ μοι μη αναγεσθαι απο τησ κρητησ κερδησαι τε την hυβριν ταυτην και την ζημιαν. και τα νυν παραινω hυμασ ευθυμειν • αποβολη γαρ ψυχησ ουδεμια εσται εξ hυμων πλην του πλοιου. παρεστη γαρ μοι ταυτη τη νυκτι αγγελοσ του θεου hου ειμι, hω και λατρευω, λεγων • μη φοβου, παυλε • καισαρι σε δει παραστηναι • και ιδου κεχαρισται σοι hο θεοσ παντασ τουσ πλεοντασ μετα σου. διο ευθυμειτε, ανδρεσ • πιστευω γαρ τω θεω hοτι hουτωσ εσται καθ hον τροπον λελαληται μοι. εισ νησον δε τινα δει hημασ εκπεσειν. hωσ δε τεσσαρεσκαιδεκατη νυξ εγενετο διαφερομενων hημων εν τω αδρια, κατα μεσον τησ νυκτοσ hυπενοουν hοι ναυται προσαγειν τινα αυτοισ χωραν • και βολισαντεσ hευρον οργυιασ εικοσι • βραχυ δε διαστησαντεσ και παλιν βολισαντεσ hευρον οργυιασ δεκαπεντε. φοβουμενοι τε μηπωσ εισ τραχεισ τοπουσ εκπεσωμεν, εκ πρυμνησ ριψαντεσ αγκυρασ τεσσαρασ ευχοντο hημεραν γενεσθαι. των δε ναυτων ζητουντων φυγειν εκ του πλοιου και χαλασαντων την σκαφην εισ την θαλασσαν προφασει hωσ εκ πρωρασ μελλοντων αγκυρασ εκτεινειν, ειπεν hο παυλοσ τω hεκατονταρχη και τοισ στρατιωταισ • εαν μη hουτοι μεινωσιν εν τω πλοιω, hυμεισ σωθηναι ου δυνασθε. τοτε απεκοψαν hοι στρατιωται τα σχοινια τησ σκαφησ και ειασαν αυτην εκπεσειν. αχρι δε hου ημελλεν hημερα γινεσθαι, παρεκαλει hο παυλοσ hαπαντασ μεταλαβειν τροφησ λεγων • τεσσαρεσκαιδεκατην σημερον hημεραν προσδοκωντεσ ασιτοι διατελειτε, μηδεν προσλαβομενοι • διο παρακαλω hυμασ μεταλαβειν τροφησ, τουτο γαρ προσ τησ hυμετερασ σωτηριασ hυπαρχει • hουδενοσ γαρ hυμων θριξ εκ τησ κεφαλησ απολειται. ειπων δε ταυτα και λαβων αρτον ευχαριστησεν τω θεω ενωπιον παντων και κλασασ ηρξατο εσθιειν. ευθυμοι δε γενομενοι παντεσ και αυτοι προσελαβοντο τροφησ. ημεν δε εν τω πλοιω hαι πασαι ψυχαι διακοσιαι hεβδομηκοντα hεξ. κορεσθεντεσ δε τροφησ εκουφιζον το πλοιον εκβαλλομενοι τον σιτον εισ την θαλασσαν. hοτε δε hημερα εγενετο, την γην ουκ επεγινωσκον • κολπον δε τινα κατενοουν εχοντα αιγιαλον, εισ hον εβουλευσαντο ει δυναιντο εξωσαι το πλοιον. και τασ αγκυρασ περιελοντεσ ειων εισ την θαλασσαν, hαμα ανεντεσ τασ ζευκτηριασ των πηδαλιων • και επαραντεσ τον αρτεμωνα τη πνεουση κατειχον εισ τον αιγιαλον. περιπεσοντεσ δε εισ τοπον διθαλασσον επωκειλαν την ναυν • και hη μεν πρωρα ερεισασα εμεινεν ασαλευτοσ, hη δε πρυμνα ελυετο hυπο τησ βιασ των κυματων. των δε στρατιωτων βουλη εγενετο hινα τουσ δεσμωτασ αποκτεινωσιν, μη τισ εκκολυμβησασ διαφυγη. hο δε hεκατονταρχησ βουλομενοσ διασωσαι τον παυλον εκωλυσεν αυτουσ του βουληματοσ, εκελευσεν τε τουσ δυναμενουσ κολυμβαν απορριψαντασ πρωτουσ επι την γην εξιεναι • και τουσ λοιπουσ hουσ μεν επι σανισιν, hουσ δε επι τινων των απο του πλοιου. και hουτωσ εγενετο παντασ διασωθηναι επι την γην.

28

και διασωθεντεσ τοτε επεγνωμεν hοτι μελιτη hη νησοσ καλειται. hοι δε βαρβαροι παρειχον ου την τυχουσαν φιλανθρωπιαν hημιν • αναψαντεσ γαρ πυραν προσελαβοντο παντασ hημασ δια τον hυετον τον εφεστωτα και δια το ψυχοσ. συστρεψαντοσ δε του παυλου φρυγανων τι πληθοσ και επιθεντοσ επι την πυραν, εχιδνα απο τησ θερμησ εξελθουσα καθηψεν τησ χειροσ αυτου. hωσ δε ειδον hοι βαρβαροι κρεμαμενον το θηριον εκ τησ χειροσ αυτου, ελεγον προσ αλληλουσ • παντωσ φονευσ εστιν hο ανθρωποσ hουτοσ, hον διασωθεντα εκ τησ θαλασσησ hη δικη ζην ουκ ειασεν. hο μεν ουν αποτιναξαμενοσ το θηριον εισ το πυρ επαθεν ουδεν κακον • hοι δε προσεδοκων αυτον μελλειν πιμπρασθαι η καταπιπτειν αφνω νεκρον. επι πολυ δε αυτων προσδοκωντων και θεωρουντων μηδεν ατοπον εισ αυτον γινομενον, μεταβαλλομενοι ελεγον θεον αυτον ειναι. εν δε τοισ περι τον τοπον εκεινον hυπηρχεν χωρια τω πρωτω τησ νησου ονοματι ποπλιω, hοσ αναδεξαμενοσ hημασ τρεισ hημερασ φιλοφρονωσ εξενισεν. εγενετο δε τον πατερα του ποπλιου πυρετοισ και δυσεντεριω συνεχομενον κατακεισθαι • προσ hον hο παυλοσ εισελθων και προσευξαμενοσ, επιθεισ τασ χειρασ αυτω, ιασατο αυτον. τουτου δε γενομενου και hοι λοιποι hοι εχοντεσ ασθενειασ εν τη νησω προσηρχοντο και εθεραπευοντο. hοι και πολλαισ τιμαισ ετιμησαν hημασ • και αναγομενοισ επεθεντο τα προσ την χρειαν. μετα δε τρεισ μηνασ ανηχθημεν εν πλοιω παρακεχειμακοτι εν τη νησω, αλεξανδρινω, παρασημω διοσκουροισ. και καταχθεντεσ εισ συρακουσασ επεμειναμεν hημερασ τρεισ. hοθεν περιελθοντεσ κατηντησαμεν εισ ρηγιον • και μετα μιαν hημεραν επιγενομενου νοτου δευτεραιοι ηλθομεν εισ ποτιολουσ, hου hευροντεσ αδελφουσ παρεκληθημεν επ αυτοισ επιμειναι hημερασ hεπτα • και hουτωσ εισ την ρωμην ηλθομεν. κακειθεν hοι αδελφοι ακουσαντεσ τα περι hημων ηλθον εισ απαντησιν hημιν αχρι αππιου φορου και τριων ταβερνων • hουσ ιδων hο παυλοσ ευχαριστησασ τω θεω ελαβεν θαρσοσ. hοτε δε εισηλθομεν εισ ρωμην, [hο hεχατονταρχοσ παρεδωκεν τουσ δεσμιουσ τω στρατοπεδαρχη], τω δε παυλω επετραπη μενειν καθ hεαυτον συν τω φυλασσοντι αυτον στρατιωτη. εγενετο δε μετα hημερασ τρεισ συνκαλεσασθαι αυτον τουσ οντασ των ιηhυδαιων πρωτουσ • συνελθοντων δε αυτων ελεγεν προσ αυτουσ • ανδρεσ αδελφοι, εγω ουδεν εναντιον ποιησασ τω λαω η τοισ εθεσιν τοισ πατρωοισ, δεσμιοσ εξ hιεροσολυμων παρεδοθην εισ τασ χειρασ των ρωμαιων, hοιτινεσ ανακριναντεσ με εβουλοντο απολυσαι δια το μηδεμιαν αιτιαν θανατου hυπαρχειν εν εμοι. αντιλεγοντων δε των ιηhυδαιων ηναγκασθην επικαλεσασθαι καισαρα, ουχ hωσ του εθνουσ μου εχων τι κατηγορησαι. δια ταυτην ουν την αιτιαν παρεκαλεσα hυμασ ιδειν και προσλαλησαι, hενεκεν γαρ τησ ελπιδοσ του ισραηλ την hαλυσιν ταυτην περικειμαι. hοι δε προσ αυτον ειπον • hημεισ ουτε γραμματα περι σου εδεξαμεθα απο τησ ιηhυδαιασ • ουτε παραγενομενοσ τισ των αδελφων απηγγειλεν η ελαλησεν τι περι σου πονηρον • αξιουμεν δε παρα σου ακουσαι hα φρονεισ • περι μεν γαρ τησ hαιρεσεωσ ταυτησ γνωστον εστιν hημιν hοτι πανταχου αντιλεγεται. ταξαμενοι δε αυτω hημεραν hηκον προσ αυτον εισ την ξενιαν πλειονεσ • hοισ εξετιθετο διαμαρτυρομενοσ την βασιλειαν του θεου, πειθων τε αυτουσ περι του ιηhοσυα απο τε του νομου μωυσεωσ και των προφητων, απο πρωι hεωσ hεσπερασ. και hοι μεν επειθοντο τοισ λεγομενοισ • hοι δε ηπιστουν. ασυμφωνοι δε οντεσ προσ αλληλουσ απελυοντο ειποντοσ του παυλου ρημα hεν, hοτι καλωσ το πνευμα το hαγιον ελαλησεν δια ησαιου του προφητου προσ τουσ πατερασ hημων λεγον • πορευθητι προσ τον λαον τουτον και ειπον • ακοη ακουσετε και ου μη συνητε, και βλεποντεσ βλεψετε και ου μη ιδητε • επαχυνθη γαρ hη καρδια του λαου τουτου, και τοισ ωσιν βαρεωσ ηκουσαν, και τουσ οφθαλμουσ αυτων εκαμμυσαν, μηποτε ιδωσιν τοισ οφθαλμοισ και τοισ ωσιν ακουσωσιν και τη καρδια συνωσιν και επιστρεψωσιν, και ιασομαι αυτουσ. γνωστον ουν εστω hυμιν hοτι τοισ εθνεσιν απεσταλη τουτο το σωτηριον του θεου • αυτοι και ακουσονται. [και ταυτα αυτου ειποντοσ απηλθον hοι ιηhυδαιοι, πολλην εχοντεσ εν hεαυτοισ συζητησιν]. εμεινεν δε διετιαν hολην εν ιδιω μισθωματι, και απεδεχετο παντασ τουσ εισπορευομενουσ προσ αυτον, κηρυσσων την βασιλειαν του θεου και διδασκων τα περι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα χριστου μετα πασησ παρρησιασ ακωλυτωσ.

ιηhοσυα κατα ιωαννην

1

εν αρχη ην hο λογοσ, και hο λογοσ ην προσ τον θεον, και θεοσ ην hο λογοσ. hουτοσ ην εν αρχη προσ τον θεον. παντα δι αυτου εγενετο, και χωρισ αυτου εγενετο ουδε hεν hο γεγονεν. εν αυτω ζωη ην, και hη ζωη ην το φωσ των ανθρωπων. και το φωσ εν τη σκοτια φαινει, και hη σκοτια αυτο ου κατελαβεν. εγενετο ανθρωποσ, απεσταλμενοσ παρα θεου, ονομα αυτω ιωαννησ. hουτοσ ηλθεν εισ μαρτυριαν, hινα μαρτυρηση περι του φωτοσ, hινα παντεσ πιστευσωσιν δι αυτου. ουκ ην εκεινοσ το φωσ, αλλ hινα μαρτυρηση περι του φωτοσ • ην το φωσ το αληθινον hο φωτιζει παντα ανθρωπον ερχομενον εισ τον κοσμον. εν τω κοσμω ην, και hο κοσμοσ δι αυτου εγενετο, και hο κοσμοσ αυτον ουκ εγνω. εισ τα ιδια ηλθεν, και hοι ιδιοι αυτον ου παρελαβον. hοσοι δε ελαβον αυτον, εδωκεν αυτοισ εξουσιαν τεκνα θεου γενεσθαι, τοισ πιστευουσιν εισ το ονομα αυτου, hοι ουκ εξ hαιματων ουδε εκ θεληματοσ σαρκοσ ουδε εκ θεληματοσ ανδροσ αλλ εκ θεου εγεννηθησαν. και hο λογοσ σαρξ εγενετο και εσκηνωσεν εν hημιν (και εθεασαμεθα την δοξαν αυτου, δοξαν hωσ μονογενουσ παρα πατροσ) πληρησ χαριτοσ και αληθειασ • ιωαννησ μαρτυρει περι αυτου και κεκραγεν λεγων • hουτοσ ην hον ειπον hο οπισω μου ερχομενοσ εμπροσθεν μου γεγονεν, hοτι πρωτοσ μου ην • hοτι εκ του πληρωματοσ αυτου hημεισ παντεσ ελαβομεν, και χαριν αντι χαριτοσ. hοτι hο νομοσ δια μωυσεωσ εδοθη • hη χαρισ και hη αληθεια δια ιηhοσυα χριστου εγενετο. θεον ουδεισ hεωρακεν πωποτε • hο μονογενησ hυιοσ hο ων εισ τον κολπον του πατροσ, εκεινοσ εξηγησατο. και hαυτη εστιν hη μαρτυρια του ιωαννου, hοτε απεστειλαν hοι ιηhυδαιοι εξ hιεροσολυμων hιερεισ και λευιτασ hινα ερωτησωσιν αυτον • συ τισ ει; και hωμολογησεν και ουκ ηρνησατο, και hωμολογησεν hοτι εγω ουκ ειμι hο χριστοσ. και ηρωτησαν αυτον • τι ουν; hηλιασ ει συ; και λεγει • ουκ ειμι. hο προφητησ ει συ; και απεκριθη • ου. ειπον ουν αυτω • τισ ει; hινα αποκρισιν δωμεν τοισ πεμψασιν hημασ • τι λεγεισ περι σεαυτου; εφη • εγω φωνη βοωντοσ εν τη ερημω • ευθυνατε την hοδον κυριου, καθωσ ειπεν hησαιασ hο προφητησ. και απεσταλμενοι ησαν εκ των φαρισαιων. και ηρωτησαν αυτον και ειπον αυτω • τι ουν βαπτιζεισ, ει συ ουκ ει hο χριστοσ ουδε hηλιασ ουδε hο προφητησ; απεκριθη αυτοισ hο ιωαννησ λεγων • εγω βαπτιζω εν hυδατι • μεσοσ hυμων hεστηκεν hον hυμεισ ουκ οιδατε, hο οπισω μου ερχομενοσ, hου εγω ουκ ειμι αξιοσ hινα λυσω αυτου τον hιμαντα του hυποδηματοσ. ταυτα εν βηθανια εγενετο περαν του ιορδανου, hοπου ην ιωαννησ βαπτιζων. τη επαυριον βλεπει τον ιηhοσυα ερχομενον προσ αυτον, και λεγει • ιδε hο αμνοσ του θεου hο αιρων την hαμαρτιαν του κοσμου. hουτοσ εστιν περι hου εγω ειπον • οπισω μου ερχεται ανηρ hοσ εμπροσθεν μου γεγονεν, hοτι πρωτοσ μου ην. καγω ουκ ηδειν αυτον, αλλ hινα φανερωθη τω ισραηλ, δια τουτο ηλθον εγω εν hυδατι βαπτιζων. και εμαρτυρησεν ιωαννησ λεγων hοτι τεθεαμαι το πνευμα καταβαινον hωσ περιστεραν εξ ουρανου, και εμεινεν επ αυτον. καγω ουκ ηδειν αυτον, αλλ hο πεμψασ με βαπτιζειν εν hυδατι, εκεινοσ μοι ειπεν • εφ hον αν ιδησ το πνευμα καταβαινον και μενον επ αυτον, hουτοσ εστιν hο βαπτιζων εν πνευματι hαγιω. καγω hεωρακα, και μεμαρτυρηκα hοτι hουτοσ εστιν hο hυιοσ του θεου. τη επαυριον παλιν hειστηκει hο ιωαννησ και εκ των μαθητων αυτου δυο • και εμβλεψασ τω ιηhοσυα περιπατουντι λεγει • ιδε hο αμνοσ του θεου. και ηκουσαν αυτου hοι δυο μαθηται λαλουντοσ, και ηκολουθησαν τω ιηhοσυα. στραφεισ δε hο ιηhοσυα και θεασαμενοσ αυτουσ ακολουθουντασ λεγει αυτοισ • τι ζητειτε; hοι δε ειπον αυτω • ραββι, (hο λεγεται hερμηνευομενον διδασκαλε), που μενεισ; λεγει αυτοισ • ερχεσθε και ιδετε. ηλθον ουν και ειδον που μενει • και παρ αυτω εμειναν την hημεραν εκεινην • hωρα ην hωσ δεκατη. ην ανδρεασ hο αδελφοσ σιμωνοσ πετρου hεισ εκ των δυο των ακουσαντων παρα ιωαννου και ακολουθησαντων αυτω • hευρισκει hουτοσ πρωτον τον αδελφον τον ιδιον σιμωνα και λεγει αυτω • hευρηκαμεν τον μεσσιαν, (hο εστιν μεθερμηνευομενον χριστοσ). και ηγαγεν αυτον προσ τον ιηhοσυα. εμβλεψασ αυτω hο ιηhοσυα ειπεν • συ ει σιμων hο hυιοσ ιωνα, συ κληθηση κηφασ, (hο hερμηνευεται πετροσ). τη επαυριον ηθελησεν εξελθειν εισ την γαλιλαιαν. και hευρισκει φιλιππον, και λεγει αυτω hο ιηhοσυα • ακολουθει μοι. ην δε hο φιλιπποσ απο βηθσαιδα, εκ τησ πολεωσ ανδρεου και πετρου. hευρισκει φιλιπποσ τον ναθαναηλ και λεγει αυτω • hον εγραψεν μωυσησ εν τω νομω και hοι προφηται, hευρηκαμεν, ιηhοσυα τον hυιον του ιωσηφ τον απο ναζαρετ. και ειπεν αυτω ναθαναηλ • εκ ναζαρετ δυναται τι αγαθον ειναι; λεγει αυτω hο φιλιπποσ • ερχου και ιδε. ειδεν hο ιηhοσυα τον ναθαναηλ ερχομενον προσ αυτον και λεγει περι αυτου • ιδε αληθωσ ισραηλιτησ, εν hω δολοσ ουκ εστιν. λεγει αυτω ναθαναηλ • ποθεν με γινωσκεισ; απεκριθη ιηhοσυα και ειπεν αυτω • προ του σε φιλιππον φωνησαι οντα hυπο την συκην ειδον σε. απεκριθη ναθαναηλ και λεγει αυτω • ραββι, συ ει hο hυιοσ του θεου • συ ει hο βασιλευσ του ισραηλ. απεκριθη ιηhοσυα και ειπεν αυτω • hοτι ειπον σοι hοτι ειδον σε hυποκατω τησ συκησ, πιστευεισ; μειζω τουτων οψη. και λεγει αυτω • αμην αμην λεγω hυμιν, απ αρτι οψεσθε τον ουρανον ανεωγοτα και τουσ αγγελουσ του θεου αναβαινοντασ και καταβαινοντασ επι τον hυιον του ανθρωπου.

2

και τη hημερα τη τριτη γαμοσ εγενετο εν κανα τησ γαλιλαιασ, και ην hη μητηρ του ιηhοσυα εκει • εκληθη δε και hο ιηhοσυα και hοι μαθηται αυτου εισ τον γαμον. και hυστερησαντοσ οινου λεγει hη μητηρ του ιηhοσυα προσ αυτον • οινον ουκ εχουσιν. λεγει αυτη hο ιηhοσυα • τι εμοι και σοι, γυναι; ουπω hηκει hη hωρα μου. λεγει hη μητηρ αυτου τοισ διακονοισ • hο τι αν λεγη hυμιν, ποιησατε. ησαν δε εκει hυδριαι λιθιναι hεξ κειμεναι κατα τον καθαρισμον των ιηhυδαιων, χωρουσαι ανα μετρητασ δυο η τρεισ. λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • γεμισατε τασ hυδριασ hυδατοσ. και εγεμισαν αυτασ hεωσ ανω. και λεγει αυτοισ • αντλησατε νυν και φερετε τω αρχιτρικλινω. και ηνεγκαν. hωσ δε εγευσατο hο αρχιτρικλινοσ το hυδωρ οινον γεγενημενον, και ουκ ηδει ποθεν εστιν (hοι δε διακονοι ηδεισαν hοι ηντληκοτεσ το hυδωρ), φωνει τον νυμφιον hο αρχιτρικλινοσ και λεγει αυτω • πασ ανθρωποσ πρωτον τον καλον οινον τιθησιν, και hοταν μεθυσθωσιν, τοτε τον ελασσω • συ τετηρηκασ τον καλον οινον hεωσ αρτι. ταυτην εποιησεν την αρχην των σημειων hο ιηhοσυα εν κανα τησ γαλιλαιασ και εφανερωσεν την δοξαν αυτου • και επιστευσαν εισ αυτον hοι μαθηται αυτου. μετα τουτο κατεβη εισ καπερναουμ αυτοσ και hη μητηρ αυτου και hοι αδελφοι αυτου και hοι μαθηται αυτου • και εκει εμειναν ου πολλασ hημερασ. και εγγυσ ην το πασχα των ιηhυδαιων, και ανεβη εισ hιεροσολυμα hο ιηhοσυα. και hευρεν εν τω hιερω τουσ πωλουντασ βοασ και προβατα και περιστερασ και τουσ κερματιστασ καθημενουσ, και ποιησασ φραγελλιον εκ σχοινιων παντασ εξεβαλεν εκ του hιερου, τα τε προβατα και τουσ βοασ • και των κολλυβιστων εξεχεεν το κερμα και τασ τραπεζασ ανεστρεψεν. και τοισ τασ περιστερασ πωλουσιν ειπεν • αρατε ταυτα εντευθεν • μη ποιειτε τον οικον του πατροσ μου οικον εμποριου. εμνησθησαν hοι μαθηται αυτου hοτι γεγραμμενον εστιν • hο ζηλοσ του οικου σου καταφαγεται με. απεκριθησαν ουν hοι ιηhυδαιοι και ειπoν αυτω • τι σημειον δεικνυεισ hημιν, hοτι ταυτα ποιεισ; απεκριθη ιηhοσυα και ειπεν αυτοισ • λυσατε τον ναον τουτον, και εν τρισιν hημεραισ εγερω αυτον. ειπον ουν hοι ιηhυδαιοι • τεσσερακοντα και hεξ ετεσιν ωκοδομηθη hο ναοσ hουτοσ, και συ εν τρισιν hημεραισ εγερεισ αυτον; εκεινοσ δε ελεγεν περι του ναου του σωματοσ αυτου. hοτε ουν ηγερθη εκ νεκρων, εμνησθησαν hοι μαθηται αυτου hοτι τουτο ελεγεν • και επιστευσαν τη γραφη και τω λογω hω ειπεν hο ιηhοσυα. hωσ δε ην εν τοισ hιεροσολυμοισ εν τω πασχα εν τη hεορτη, πολλοι επιστευσαν εισ το ονομα αυτου, θεωρουντεσ αυτου τα σημεια hα εποιει • αυτοσ δε hο ιηhοσυα ουκ επιστευεν hεαυτον αυτοισ δια το αυτον γινωσκειν παντασ, και hοτι ου χρειαν ειχεν hινα τισ μαρτυρηση περι του ανθρωπου • αυτοσ γαρ εγινωσκεν τι ην εν τω ανθρωπω.

3

ην δε ανθρωποσ εκ των φαρισαιων, νικοδημοσ ονομα αυτω, αρχων των ιηhυδαιων. hουτοσ ηλθεν προσ αυτον νυκτοσ και ειπεν αυτω • ραββει, οιδαμεν hοτι απο θεου εληλυθασ διδασκαλοσ • ουδεισ γαρ δυναται ταυτα τα σημεια ποιειν hα συ ποιεισ, εαν μη η hο θεοσ μετ αυτου. απεκριθη hο ιηhοσυα και ειπεν αυτω • αμην αμην λεγω σοι, εαν μη τισ γεννηθη ανωθεν, ου δυναται ιδειν την βασιλειαν του θεου. λεγει προσ αυτον hο νικοδημοσ • πωσ δυναται ανθρωποσ γεννηθηναι γερων ων; μη δυναται εισ την κοιλιαν τησ μητροσ αυτου δευτερον εισελθειν και γεννηθηναι; απεκριθη ιηhοσυα • αμην αμην λεγω σοι, εαν μη τισ γεννηθη εξ hυδατοσ και πνευματοσ, ου δυναται εισελθειν εισ την βασιλειαν του θεου. το γεγεννημενον εκ τησ σαρκοσ σαρξ εστιν, και το γεγεννημενον εκ του πνευματοσ πνευμα εστιν. μη θαυμασησ hοτι ειπον σοι • δει hυμασ γεννηθηναι ανωθεν. το πνευμα hοπου θελει πνει, και την φωνην αυτου ακουεισ, αλλ ουκ οιδασ ποθεν ερχεται και που hυπαγει • hουτωσ εστιν πασ hο γεγεννημενοσ εκ του πνευματοσ. απεκριθη νικοδημοσ και ειπεν αυτω • πωσ δυναται ταυτα γενεσθαι; απεκριθη ιηhοσυα και ειπεν αυτω • συ ει hο διδασκαλοσ του ισραηλ και ταυτα ου γινωσκεισ; αμην αμην λεγω σοι hοτι hο οιδαμεν λαλουμεν και hο hεωρακαμεν μαρτυρουμεν, και την μαρτυριαν hημων ου λαμβανετε. ει τα επιγεια ειπον hυμιν και ου πιστευετε, πωσ εαν ειπω hυμιν τα επουρανια πιστευσετε; και ουδεισ αναβεβηκεν εισ τον ουρανον ει μη hο εκ του ουρανου καταβασ, hο hυιοσ του ανθρωπου hο ων εν τω ουρανω. και καθωσ μωυσησ hυψωσεν τον οφιν εν τη ερημω, hουτωσ hυψωθηναι δει τον hυιον του ανθρωπου, hινα πασ hο πιστευων εισ αυτον μη αποληται αλλ εχη ζωην αιωνιον. hουτωσ γαρ ηγαπησεν hο θεοσ τον κοσμον, hωστε τον hυιον αυτου τον μονογενη εδωκεν, hινα πασ hο πιστευων εισ αυτον μη αποληται αλλ εχη ζωην αιωνιον. ου γαρ απεστειλεν hο θεοσ τον hυιον αυτου εισ τον κοσμον hινα κρινη τον κοσμον, αλλ hινα σωθη hο κοσμοσ δι αυτου. hο πιστευων εισ αυτον ου κρινεται • hο δε μη πιστευων ηδη κεκριται, hοτι μη πεπιστευκεν εισ το ονομα του μονογενουσ hυιου του θεου. hαυτη δε εστιν hη κρισισ, hοτι το φωσ εληλυθεν εισ τον κοσμον και ηγαπησαν hοι ανθρωποι μαλλον το σκοτοσ η το φωσ • ην γαρ αυτων πονηρα τα εργα. πασ γαρ hο φαυλα πρασσων μισει το φωσ και ουκ ερχεται προσ το φωσ, hινα μη ελεγχθη τα εργα αυτου • hο δε ποιων την αληθειαν ερχεται προσ το φωσ, hινα φανερωθη αυτου τα εργα, hοτι εν θεω εστιν ειργασμενα. μετα ταυτα ηλθεν hο ιηhοσυα και hοι μαθηται αυτου εισ την ιηhυδαιαν γην • και εκει διετριβεν μετ αυτων και εβαπτιζεν. ην δε και ιωαννησ βαπτιζων εν αινων εγγυσ του σαλειμ, hοτι hυδατα πολλα ην εκει • και παρεγινοντο και εβαπτιζοντο. ουπω γαρ ην βεβλημενοσ εισ την φυλακην hο ιωαννησ. εγενετο ουν ζητησισ εκ των μαθητων ιωαννου μετα ιηhυδαιου περι καθαρισμου. και ηλθον προσ τον ιωαννην και ειπον αυτω • ραββει, hοσ ην μετα σου περαν του ιορδανου, hω συ μεμαρτυρηκασ, ιδε hουτοσ βαπτιζει και παντεσ ερχονται προσ αυτον. απεκριθη ιωαννησ και ειπεν • ου δυναται ανθρωποσ λαμβανειν ουδεν, εαν μη η δεδομενον αυτω εκ του ουρανου. αυτοι hυμεισ μοι μαρτυρειτε hοτι ειπον • ουκ ειμι εγω hο χριστοσ, αλλ hοτι απεσταλμενοσ ειμι εμπροσθεν εκεινου. hο εχων την νυμφην νυμφιοσ εστιν • hο δε φιλοσ του νυμφιου, hο hεστηκωσ και ακουων αυτου, χαρα χαιρει δια την φωνην του νυμφιου • hαυτη ουν hη χαρα hη εμη πεπληρωται. εκεινον δει αυξανειν, εμε δε ελαττουσθαι. hο ανωθεν ερχομενοσ επανω παντων εστιν. hο ων εκ τησ γησ εκ τησ γησ εστιν και εκ τησ γησ λαλει. hο εκ του ουρανου ερχομενοσ επανω παντων εστιν • και hο hεωρακεν και ηκουσεν, τουτο μαρτυρει, και την μαρτυριαν αυτου ουδεισ λαμβανει. hο λαβων αυτου την μαρτυριαν εσφραγισεν hοτι hο θεοσ αληθησ εστιν • hον γαρ απεστειλεν hο θεοσ, τα ρηματα του θεου λαλει, ου γαρ εκ μετρου διδωσιν hο θεοσ το πνευμα. hο πατηρ αγαπα τον hυιον, και παντα δεδωκεν εν τη χειρι αυτου. hο πιστευων εισ τον hυιον εχει ζωην αιωνιον • hο δε απειθων τω hυιω ουκ οψεται ζωην, αλλ hη οργη του θεου μενει επ αυτον.

4

hωσ ουν εγνω hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh hοτι ηκουσαν hοι φαρισαιοι hοτι ιηhοσυα πλειονασ μαθητασ ποιει και βαπτιζει η ιωαννησ, (καιτοιγε ιηhοσυα αυτοσ ουκ εβαπτιζεν αλλ hοι μαθηται αυτου), αφηκεν την ιηhυδαιαν και απηλθεν παλιν εισ την γαλιλαιαν. εδει δε αυτον διερχεσθαι δια τησ σαμαρειασ. ερχεται ουν εισ πολιν τησ σαμαρειασ λεγομενην συχαρ, πλησιον του χωριου hου εδωκεν ιακωβ ιωσηφ τω hυιω αυτου. ην δε εκει πηγη του ιακωβ. hο ουν ιηhοσυα κεκοπιακωσ εκ τησ hοδοιποριασ εκαθεζετο hουτωσ επι τη πηγη • hωρα ην hωσ hεκτη. ερχεται γυνη εκ τησ σαμαρειασ αντλησαι hυδωρ. λεγει αυτη hο ιηhοσυα • δοσ μοι πιειν • (hοι γαρ μαθηται αυτου απεληλυθεισαν εισ την πολιν, hινα τροφασ αγορασωσιν). λεγει ουν αυτω hη γυνη hη σαμαρειτισ • πωσ συ ιηhυδαιοσ ων παρ εμου πιειν αιτεισ γυναικοσ σαμαρειτιδοσ ουσησ; (ου γαρ συνχρωνται ιηhυδαιοι σαμαρειταισ). απεκριθη ιηhοσυα και ειπεν αυτη • ει ηδεισ την δωρεαν του θεου, και τισ εστιν hο λεγων σοι • δοσ μοι πιειν, συ αν ητησασ αυτον και εδωκεν αν σοι hυδωρ ζων. λεγει αυτω hη γυνη • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ουτε αντλημα εχεισ, και το φρεαρ εστιν βαθυ • ποθεν ουν εχεισ το hυδωρ το ζων; μη συ μειζων ει του πατροσ hημων ιακωβ, hοσ εδωκεν hημιν το φρεαρ, και αυτοσ εξ αυτου επιεν και hοι hυιοι αυτου και τα θρεμματα αυτου; απεκριθη ιηhοσυα και ειπεν αυτη • πασ hο πινων εκ του hυδατοσ τουτου διψησει παλιν • hοσ δ αν πιη εκ του hυδατοσ hου εγω δωσω αυτω, ου μη διψησει εισ τον αιωνα • αλλα το hυδωρ hο δωσω αυτω γενησεται εν αυτω πηγη hυδατοσ hαλλομενου εισ ζωην αιωνιον. λεγει προσ αυτον hη γυνη • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δοσ μοι τουτο το hυδωρ, hινα μη διψω μηδε ερχωμαι ενθαδε αντλειν. λεγει αυτη hο ιηhοσυα • hυπαγε φωνησον τον ανδρα σου και ελθε ενθαδε. απεκριθη hη γυνη και ειπεν • ουκ εχω ανδρα. λεγει αυτη hο ιηhοσυα • καλωσ ειπασ hοτι ανδρα ουκ εχω • πεντε γαρ ανδρασ εσχεσ, και νυν hον εχεισ ουκ εστιν σου ανηρ • τουτο αληθεσ ειρηκασ. λεγει αυτω hη γυνη • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θεωρω hοτι προφητησ ει συ. hοι πατερεσ hημων εν τω ορει τουτω προσεκυνησαν • και hυμεισ λεγετε hοτι εν hιεροσολυμοισ εστιν hο τοποσ hοπου προσκυνειν δει. λεγει αυτη hο ιηhοσυα • γυναι, πιστευσον μοι, hοτι ερχεται hωρα hοτε ουτε εν τω ορει τουτω ουτε εν hιεροσολυμοισ προσκυνησετε τω πατρι. hυμεισ προσκυνειτε hο ουκ οιδατε • hημεισ προσκυνουμεν hο οιδαμεν, hοτι hη σωτηρια εκ των ιηhυδαιων εστιν. αλλα ερχεται hωρα και νυν εστιν, hοτε hοι αληθινοι προσκυνηται προσκυνησουσιν τω πατρι εν πνευματι και αληθεια • και γαρ hο πατηρ τοιουτουσ ζητει τουσ προσκυνουντασ αυτον. πνευμα hο θεοσ, και τουσ προσκυνουντασ αυτον εν πνευματι και αληθεια δει προσκυνειν. λεγει αυτω hη γυνη • οιδα hοτι μεσσιασ ερχεται hο λεγομενοσ χριστοσ • hοταν ελθη εκεινοσ, αναγγελει hημιν παντα. λεγει αυτη hο ιηhοσυα • εγω ειμι, hο λαλων σοι. και επι τουτω ηλθον hοι μαθηται αυτου • και εθαυμαζον hοτι μετα γυναικοσ ελαλει • ουδεισ μεντοι ειπεν • τι ζητεισ η τι λαλεισ μετ αυτησ; αφηκεν ουν την hυδριαν αυτησ hη γυνη και απηλθεν εισ την πολιν και λεγει τοισ ανθρωποισ • δευτε ιδετε ανθρωπον hοσ ειπεν μοι παντα hοσα εποιησα • μητι hουτοσ εστιν hο χριστοσ; εξηλθον εκ τησ πολεωσ και ηρχοντο προσ αυτον. εν δε τω μεταξυ ηρωτων αυτον hοι μαθηται λεγοντεσ • ραββει, φαγε. hο δε ειπεν αυτοισ • εγω βρωσιν εχω φαγειν hην hυμεισ ουκ οιδατε. ελεγον ουν hοι μαθηται προσ αλληλουσ • μη τισ ηνεγκεν αυτω φαγειν; λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • εμον βρωμα εστιν hινα ποιω το θελημα του πεμψαντοσ με και τελειωσω αυτου το εργον. ουχ hυμεισ λεγετε hοτι ετι τετραμηνοσ εστιν και hο θερισμοσ ερχεται; ιδου λεγω hυμιν, επαρατε τουσ οφθαλμουσ hυμων και θεασασθε τασ χωρασ, hοτι λευκαι εισιν προσ θερισμον ηδη. hο θεριζων μισθον λαμβανει και συναγει καρπον εισ ζωην αιωνιον, hινα και hο σπειρων hομου χαιρη και hο θεριζων. εν γαρ τουτω hο λογοσ εστιν hο αληθινοσ, hοτι αλλοσ εστιν hο σπειρων και αλλοσ hο θεριζων. εγω απεστειλα hυμασ θεριζειν hο ουχ hυμεισ κεκοπιακατε • αλλοι κεκοπιακασιν, και hυμεισ εισ τον κοπον αυτων εισεληλυθατε. εκ δε τησ πολεωσ εκεινησ πολλοι επιστευσαν εισ αυτον των σαμαρειτων δια τον λογον τησ γυναικοσ μαρτυρουσησ hοτι ειπεν μοι παντα hοσα εποιησα. hωσ ουν ηλθον προσ αυτον hοι σαμαρειται, ηρωτων αυτον μειναι παρ αυτοισ • και εμεινεν εκει δυο hημερασ. και πολλω πλειουσ επιστευσαν δια τον λογον αυτου, τη τε γυναικι ελεγον hοτι ουκετι δια την σην λαλιαν πιστευομεν • αυτοι γαρ ακηκοαμεν, και οιδαμεν hοτι hουτοσ εστιν αληθωσ hο σωτηρ του κοσμου. μετα δε τασ δυο hημερασ εξηλθεν εκειθεν και απηλθεν εισ την γαλιλαιαν • αυτοσ γαρ ιηhοσυα εμαρτυρησεν hοτι προφητησ εν τη ιδια πατριδι τιμην ουκ εχει. hοτε ουν ηλθεν εισ την γαλιλαιαν, εδεξαντο αυτον hοι γαλιλαιοι, παντα hεωρακοτεσ hοσα εποιησεν εν hιεροσολυμοισ εν τη hεορτη • και αυτοι γαρ ηλθον εισ την hεορτην. ηλθεν ουν παλιν εισ την κανα τησ γαλιλαιασ, hοπου εποιησεν το hυδωρ οινον. και ην τισ βασιλικοσ, hου hο hυιοσ ησθενει εν καπερναουμ • hουτοσ ακουσασ hοτι ιηhοσυα hηκει εκ τησ ιηhυδαιασ εισ την γαλιλαιαν, απηλθεν προσ αυτον και ηρωτα αυτον hινα καταβη και ιασηται αυτου τον hυιον • ημελλεν γαρ αποθνησκειν. ειπεν ουν hο ιηhοσυα προσ αυτον • εαν μη σημεια και τερατα ιδητε, ου μη πιστευσητε. λεγει προσ αυτον hο βασιλικοσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, καταβηθι πριν αποθανειν το παιδιον μου. λεγει αυτω hο ιηhοσυα • πορευου, hο hυιοσ σου ζη. και επιστευσεν hο ανθρωποσ τω λογω hω ειπεν αυτω hο ιηhοσυα, και επορευετο. ηδη δε αυτου καταβαινοντοσ, hοι δουλοι αυτου hυπηντησαν αυτω και ηγγειλαν hοτι hο παισ αυτου ζη. επυθετο ουν την hωραν παρ αυτων εν hη κομψοτερον εσχεν • και ειπον αυτω hοτι εχθεσ hωραν hεβδομην αφηκεν αυτον hο πυρετοσ. εγνω ουν hο πατηρ hοτι εν εκεινη τη hωρα εν hη ειπεν αυτω hο ιηhοσυα hοτι hο hυιοσ σου ζη. και επιστευσεν αυτοσ και hη οικια αυτου hολη. τουτο παλιν δευτερον σημειον εποιησεν hο ιηhοσυα ελθων εκ τησ ιηhυδαιασ εισ την γαλιλαιαν.

5

μετα ταυτα ην hεορτη των ιηhυδαιων, και ανεβη hο ιηhοσυα εισ hιεροσολυμα. εστιν δε εν τοισ hιεροσολυμοισ επι τη προβατικη κολυμβηθρα hη επιλεγομενη hεβραιστι βηθεσδα, πεντε στοασ εχουσα. εν ταυταισ κατεκειτο πληθοσ των ασθενουντων, τυφλων, χωλων, ξηρων, εκδεχομενων την του hυδατοσ κινησιν. αγγελοσ γαρ κατα καιρον κατεβαινεν εν τη κολυμβηθρα και εταρασσε το hυδωρ • hο ουν πρωτοσ εμβασ μετα την ταραχην του hυδατοσ hυγιησ εγινετο, hω δηποτε κατειχετο νοσηματι. ην δε τισ ανθρωποσ εκει τριακοντα και οκτω ετη εχων εν τη ασθενεια αυτου • τουτον ιδων hο ιηhοσυα κατακειμενον, και γνουσ hοτι πολυν ηδη χρονον εχει, λεγει αυτω • θελεισ hυγιησ γενεσθαι; απεκριθη αυτω hο ασθενων • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ανθρωπον ουκ εχω hινα hοταν ταραχθη το hυδωρ βαλη με εισ την κολυμβηθραν • εν hω δε ερχομαι εγω, αλλοσ προ εμου καταβαινει. λεγει αυτω hο ιηhοσυα • εγειρε αρον τον κραβαττον σου και περιπατει. και ευθεωσ εγενετο hυγιησ hο ανθρωποσ, και ηρεν τον κραβαττον αυτου και περιεπατει. ην δε σαββατον εν εκεινη τη hημερα. ελεγον ουν hοι ιηhυδαιοι τω τεθεραπευμενω • σαββατον εστιν, ουκ εξεστιν σοι αραι τον κραβαττον. απεκριθη αυτοισ • hο ποιησασ με hυγιη, εκεινοσ μοι ειπεν • αρον τον κραβαττον σου και περιπατει. ηρωτησαν ουν αυτον • τισ εστιν hο ανθρωποσ hο ειπων σοι • αρον τον κραβαττον σου και περιπατει; hο δε ιαθεισ ουκ ηδει τισ εστιν • hο γαρ ιηhοσυα εξενευσεν οχλου οντοσ εν τω τοπω. μετα ταυτα hευρισκει αυτον hο ιηhοσυα εν τω hιερω και ειπεν αυτω • ιδε hυγιησ γεγονασ • μηκετι hαμαρτανε, hινα μη χειρον σοι τι γενηται. απηλθεν hο ανθρωποσ και ανηγγειλεν τοισ ιηhυδαιοισ hοτι ιηhοσυα εστιν hο ποιησασ αυτον hυγιη. και δια τουτο εδιωκον τον ιηhοσυα hοι ιηhυδαιοι, [και εζητουν αυτον αποκτειναι], hοτι ταυτα εποιει εν σαββατω. hο δε ιηhοσυα απεκρινατο αυτοισ • hο πατηρ μου hεωσ αρτι εργαζεται, καγω εργαζομαι. δια τουτο ουν μαλλον εζητουν αυτον hοι ιηhυδαιοι αποκτειναι, hοτι ου μονον ελυεν το σαββατον, αλλα και πατερα ιδιον ελεγεν τον θεον, ισον hεαυτον ποιων τω θεω. απεκρινατο ουν hο ιηhοσυα και ειπεν αυτοισ • αμην αμην λεγω hυμιν, ου δυναται hο hυιοσ ποιειν αφ hεαυτου ουδεν, εαν μη τι βλεπη τον πατερα ποιουντα • hα γαρ αν εκεινοσ ποιη, ταυτα και hο hυιοσ hομοιωσ ποιει. hο γαρ πατηρ φιλει τον hυιον και παντα δεικνυσιν αυτω hα αυτοσ ποιει, και μειζονα τουτων δειξει αυτω εργα, hινα hυμεισ θαυμαζητε. hωσπερ γαρ hο πατηρ εγειρει τουσ νεκρουσ και ζωοποιει, hουτωσ και hο hυιοσ hουσ θελει ζωοποιει • ουδε γαρ hο πατηρ κρινει ουδενα, αλλα την κρισιν πασαν δεδωκεν τω hυιω, hινα παντεσ τιμωσι τον hυιον καθωσ τιμωσι τον πατερα. hο μη τιμων τον hυιον ου τιμα τον πατερα τον πεμψαντα αυτον. αμην αμην λεγω hυμιν hοτι hο τον λογον μου ακουων και πιστευων τω πεμψαντι με εχει ζωην αιωνιον, και εισ κρισιν ουκ ερχεται • αλλα μεταβεβηκεν εκ του θανατου εισ την ζωην. αμην αμην λεγω hυμιν hοτι ερχεται hωρα και νυν εστιν, hοτε hοι νεκροι ακουσονται τησ φωνησ του hυιου του θεου και hοι ακουσαντεσ ζησονται. hωσπερ γαρ hο πατηρ εχει ζωην εν hεαυτω, hουτωσ εδωκεν και τω hυιω ζωην εχειν εν hεαυτω • και εξουσιαν εδωκεν αυτω και κρισιν ποιειν, hοτι hυιοσ ανθρωπου εστιν. μη θαυμαζετε τουτο, hοτι ερχεται hωρα εν hη παντεσ hοι εν τοισ μνημειοισ ακουσονται τησ φωνησ αυτου, και εκπορευσονται hοι τα αγαθα ποιησαντεσ εισ αναστασιν ζωησ, hοι δε τα φαυλα πραξαντεσ εισ αναστασιν κρισεωσ. ου δυναμαι εγω ποιειν απ εμαυτου ουδεν • καθωσ ακουω κρινω, και hη κρισισ hη εμη δικαια εστιν, hοτι ου ζητω το θελημα το εμον αλλα το θελημα του πεμψαντοσ με. εαν εγω μαρτυρω περι εμαυτου, hη μαρτυρια μου ουκ εστιν αληθησ. αλλοσ εστιν hο μαρτυρων περι εμου, και οιδα hοτι αληθησ εστιν hη μαρτυρια hην μαρτυρει περι εμου. hυμεισ απεσταλκατε προσ ιωαννην, και μεμαρτυρηκεν τη αληθεια • εγω δε ου παρα ανθρωπου την μαρτυριαν λαμβανω, αλλα ταυτα λεγω hινα hυμεισ σωθητε. εκεινοσ ην hο λυχνοσ hο καιομενοσ και φαινων, hυμεισ δε ηθελησατε αγαλλιαθηναι προσ hωραν εν τω φωτι αυτου • εγω δε εχω την μαρτυριαν μειζων του ιωαννου • τα γαρ εργα hα εδωκεν μοι hο πατηρ hινα τελειωσω αυτα, αυτα τα εργα hα ποιω μαρτυρει περι εμου hοτι hο πατηρ με απεσταλκεν. και hο πεμψασ με πατηρ, εκεινοσ μεμαρτυρηκεν περι εμου. ουτε φωνην αυτου ακηκοατε πωποτε, ουτε ειδοσ αυτου hεωρακατε, και τον λογον αυτου ουκ εχετε μενοντα εν hυμιν • hοτι hον απεστειλεν εκεινοσ, τουτω hυμεισ ου πιστευετε. ερευνατε τασ γραφασ, hοτι hυμεισ δοκειτε εν αυταισ ζωην αιωνιον εχειν, και εκειναι εισιν hαι μαρτυρουσαι περι εμου • και ου θελετε ελθειν προσ με, hινα ζωην εχητε. δοξαν παρα ανθρωπων ου λαμβανω, αλλα εγνωκα hυμασ hοτι την αγαπην του θεου ουκ εχετε εν hεαυτοισ. εγω εληλυθα εν τω ονοματι του πατροσ μου, και ου λαμβανετε με • εαν αλλοσ ελθη εν τω ονοματι τω ιδιω, εκεινον λημψεσθε. πωσ δυνασθε hυμεισ πιστευσαι, δοξαν παρα αλληλων λαμβανοντεσ, και την δοξαν την παρα του μονου θεου ου ζητειτε; μη δοκειτε hοτι εγω κατηγορησω hυμων προσ τον πατερα • εστιν hο κατηγορων hυμων μωυσησ, εισ hον hυμεισ ηλπικατε. ει γαρ επιστευετε μωυσει, επιστευετε αν εμοι • περι γαρ εμου εκεινοσ εγραψεν. ει δε τοισ εκεινου γραμμασιν ου πιστευετε, πωσ τοισ εμοισ ρημασιν πιστευσετε;

6

μετα ταυτα απηλθεν hο ιηhοσυα περαν τησ θαλασσησ τησ γαλιλαιασ τησ τιβεριαδοσ. και ηκολουθει αυτω οχλοσ πολυσ, hοτι hεωρων τα σημεια hα εποιει επι των ασθενουντων. ανηλθεν δε εισ το οροσ hο ιηhοσυα, και εκει εκαθητο μετα των μαθητων αυτου. ην δε εγγυσ το πασχα hη hεορτη των ιηhυδαιων. επαρασ ουν τουσ οφθαλμουσ hο ιηhοσυα και θεασαμενοσ hοτι πολυσ οχλοσ ερχεται προσ αυτον, λεγει προσ τον φιλιππον • ποθεν αγορασωμεν αρτουσ hινα φαγωσιν hουτοι; τουτο δε ελεγεν πειραζων αυτον • αυτοσ γαρ ηδει τι εμελλεν ποιειν. απεκριθη αυτω φιλιπποσ • διακοσιων δηναριων αρτοι ουκ αρκουσιν αυτοισ, hινα hεκαστοσ βραχυ τι λαβη. λεγει αυτω hεισ εκ των μαθητων αυτου, ανδρεασ hο αδελφοσ σιμωνοσ πετρου • εστιν παιδαριον hεν hωδε hοσ εχει πεντε αρτουσ κριθινουσ και δυο οψαρια • αλλα ταυτα τι εστιν εισ τοσουτουσ; ειπεν δε hο ιηhοσυα • ποιησατε τουσ ανθρωπουσ αναπεσειν. ην δε χορτοσ πολυσ εν τω τοπω. ανεπεσαν ουν hοι ανδρεσ τον αριθμον hωσει πεντακισχιλιοι. ελαβεν δε τουσ αρτουσ hο ιηhοσυα • και ευχαριστησασ διεδωκεν τοισ ανακειμενοισ, hομοιωσ και εκ των οψαριων hοσον ηθελον. hωσ δε ενεπλησθησαν, λεγει τοισ μαθηταισ αυτου • συναγαγετε τα περισσευσαντα κλασματα, hινα μη τι αποληται. συνηγαγον ουν, και εγεμισαν δωδεκα κοφινουσ κλασματων εκ των πεντε αρτων των κριθινων, hα επερισσευσεν τοισ βεβρωκοσιν. hοι ουν ανθρωποι ιδοντεσ hο εποιησεν σημειον hο ιηhοσυα ελεγον hοτι hουτοσ εστιν αληθωσ hο προφητησ hο ερχομενοσ εισ τον κοσμον. ιηhοσυα ουν γνουσ hοτι μελλουσιν ερχεσθαι και hαρπαζειν αυτον hινα ποιησωσιν βασιλεα, ανεχωρησεν παλιν εισ το οροσ αυτοσ μονοσ. hωσ δε οψια εγενετο, κατεβησαν hοι μαθηται αυτου επι την θαλασσαν, και εμβαντεσ εισ το πλοιον ηρχοντο περαν τησ θαλασσησ εισ καπερναουμ. και σκοτια ηδη εγεγονει και ουκ εληλυθει προσ αυτουσ hο ιηhοσυα, hη τε θαλασσα ανεμου μεγαλου πνεοντοσ διηγειρετο. εληλακοτεσ ουν hωσ σταδιουσ εικοσι πεντε η τριακοντα θεωρουσιν τον ιηhοσυα περιπατουντα επι τησ θαλασσησ και εγγυσ του πλοιου γινομενον, και εφοβηθησαν. hο δε λεγει αυτοισ • εγω ειμι • μη φοβεισθε. ηθελον ουν λαβειν αυτον εισ το πλοιον • και ευθεωσ το πλοιον εγενετο επι τησ γησ εισ hην hυπηγον. τη επαυριον hο οχλοσ hο hεστηκωσ περαν τησ θαλασσησ ιδων hοτι πλοιαριον αλλο ουκ ην εκει ει μη hεν, εκεινο εισ hο ενεβησαν hοι μαθηται αυτου, και hοτι ου συνεισηλθεν τοισ μαθηταισ αυτου hο ιηhοσυα εισ το πλοιον αλλα μονοι hοι μαθηται αυτου απηλθον, (αλλα δε ηλθεν πλοιαρια εκ τιβεριαδοσ εγγυσ του τοπου hοπου εφαγον τον αρτον ευχαριστησαντοσ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh) • hοτε ουν ειδεν hο οχλοσ hοτι ιηhοσυα ουκ εστιν εκει ουδε hοι μαθηται αυτου, ενεβησαν αυτοι εισ τα πλοια και ηλθον εισ καπερναουμ ζητουντεσ τον ιηhοσυα. και hευροντεσ αυτον περαν τησ θαλασσησ ειπον αυτω • ραββι, ποτε hωδε γεγονασ; απεκριθη αυτοισ hο ιηhοσυα και ειπεν • αμην αμην λεγω hυμιν, ζητειτε με ουχ hοτι ειδετε σημεια, αλλ hοτι εφαγετε εκ των αρτων και εχορτασθητε. εργαζεσθε μη την βρωσιν την απολλυμενην, αλλα την βρωσιν την μενουσαν εισ ζωην αιωνιον, hην hο hυιοσ του ανθρωπου hυμιν δωσει • τουτον γαρ hο πατηρ εσφραγισεν hο θεοσ. ειπον ουν προσ αυτον • τι ποιωμεν hινα εργαζωμεθα τα εργα του θεου; απεκριθη hο ιηhοσυα και ειπεν αυτοισ • τουτο εστιν το εργον του θεου hινα πιστευσητε εισ hον απεστειλεν εκεινοσ. ειπον ουν αυτω • τι ουν ποιεισ συ σημειον, hινα ιδωμεν και πιστευσωμεν σοι; τι εργαζη; hοι πατερεσ hημων το μαννα εφαγον εν τη ερημω, καθωσ εστιν γεγραμμενον • αρτον εκ του ουρανου εδωκεν αυτοισ φαγειν. ειπεν ουν αυτοισ hο ιηhοσυα • αμην αμην λεγω hυμιν, ου μωυσησ δεδωκεν hυμιν τον αρτον εκ του ουρανου, αλλ hο πατηρ μου διδωσιν hυμιν τον αρτον εκ του ουρανου τον αληθινον • hο γαρ αρτοσ του θεου εστιν hο καταβαινων εκ του ουρανου και ζωην διδουσ τω κοσμω. ειπον ουν προσ αυτον • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, παντοτε δοσ hημιν τον αρτον τουτον. ειπεν δε αυτοισ hο ιηhοσυα • εγω ειμι hο αρτοσ τησ ζωησ. hο ερχομενοσ προσ με ου μη πειναση, και hο πιστευων εισ εμε ου μη διψησει πωποτε. αλλ ειπον hυμιν hοτι και hεωρακατε με και ου πιστευετε. παν hο διδωσιν μοι hο πατηρ προσ εμε hηξει, και τον ερχομενον προσ με ου μη εκβαλω εξω • hοτι καταβεβηκα απο του ουρανου ουχ hινα ποιω το θελημα το εμον αλλα το θελημα του πεμψαντοσ με. τουτο δε εστιν το θελημα του πεμψαντοσ με, hινα παν hο δεδωκεν μοι μη απολεσω εξ αυτου, αλλα αναστησω αυτο εν τη εσχατη hημερα. τουτο γαρ εστιν το θελημα του πατροσ μου, hινα πασ hο θεωρων τον hυιον και πιστευων εισ αυτον εχη ζωην αιωνιον και αναστησω αυτον εγω εν τη εσχατη hημερα. εγογγυζον ουν hοι ιηhυδαιοι περι αυτου, hοτι ειπεν • εγω ειμι hο αρτοσ hο καταβασ εκ του ουρανου, και ελεγον • ουχ hουτοσ εστιν ιηhοσυα hο hυιοσ ιωσηφ, hου hημεισ οιδαμεν τον πατερα και την μητερα; πωσ ουν λεγει hουτοσ hοτι εκ του ουρανου καταβεβηκα; απεκριθη ουν hο ιηhοσυα και ειπεν αυτοισ • μη γογγυζετε μετ αλληλων. ουδεισ δυναται ελθειν προσ με εαν μη hο πατηρ hο πεμψασ με hελκυση αυτον • και εγω αναστησω αυτον τη εσχατη hημερα. εστιν γεγραμμενον εν τοισ προφηταισ • και εσονται παντεσ διδακτοι θεου. πασ hο ακουσασ παρα του πατροσ και μαθων ερχεται προσ με. ουχ hοτι τον πατερα τισ hεωρακεν ει μη hο ων παρα του θεου, hουτοσ hεωρακεν τον πατερα. αμην αμην λεγω hυμιν, hο πιστευων εισ εμε εχει ζωην αιωνιον. εγω ειμι hο αρτοσ τησ ζωησ. hοι πατερεσ hυμων εφαγον το μαννα εν τη ερημω και απεθανον • hουτοσ εστιν hο αρτοσ hο εκ του ουρανου καταβαινων, hινα τισ εξ αυτου φαγη και μη αποθανη. εγω ειμι hο αρτοσ hο ζων hο εκ του ουρανου καταβασ • εαν τισ φαγη εκ τουτου του αρτου, ζησεται εισ τον αιωνα • και hο αρτοσ δε hον εγω δωσω hη σαρξ μου εστιν, hην εγω δωσω hυπερ τησ του κοσμου ζωησ. εμαχοντο ουν προσ αλληλουσ hοι ιηhυδαιοι λεγοντεσ • πωσ δυναται hουτοσ hημιν δουναι την σαρκα φαγειν; ειπεν ουν αυτοισ hο ιηhοσυα • αμην αμην λεγω hυμιν, εαν μη φαγητε την σαρκα του hυιου του ανθρωπου και πιητε αυτου το hαιμα, ουκ εχετε ζωην εν hεαυτοισ. hο τρωγων μου την σαρκα και πινων μου το hαιμα εχει ζωην αιωνιον, καγω αναστησω αυτον εν τη εσχατη hημερα. hη γαρ σαρξ μου αληθωσ εστιν βρωσισ, και το hαιμα μου αληθωσ εστιν ποσισ. hο τρωγων μου την σαρκα και πινων μου το hαιμα εν εμοι μενει καγω εν αυτω. καθωσ απεστειλεν με hο ζων πατηρ καγω ζω δια τον πατερα, και hο τρωγων με κακεινοσ ζησεται δι εμε. hουτοσ εστιν hο αρτοσ hο εκ του ουρανου καταβασ, ου καθωσ εφαγον hοι πατερεσ και απεθανον • hο τρωγων τουτον τον αρτον ζησεται εισ τον αιωνα. ταυτα ειπεν εν συναγωγη διδασκων εν καπερναουμ. πολλοι ουν ακουσαντεσ εκ των μαθητων αυτου ειπον • σκληροσ εστιν hουτοσ hο λογοσ • τισ δυναται αυτου ακουειν; ειδωσ δε hο ιηhοσυα εν hεαυτω hοτι γογγυζουσιν περι τουτου hοι μαθηται αυτου, ειπεν αυτοισ • τουτο hυμασ σκανδαλιζει; εαν ουν θεωρητε τον hυιον του ανθρωπου αναβαινοντα hοπου ην το προτερον; το πνευμα εστιν το ζωοποιουν, hη σαρξ ουκ ωφελει ουδεν • τα ρηματα hα εγω λελαληκα hυμιν πνευμα εστιν και ζωη εστιν. αλλ εισιν εξ hυμων τινεσ hοι ου πιστευουσιν • ηδει γαρ εξ αρχησ hο ιηhοσυα τινεσ εισιν hοι μη πιστευοντεσ και τισ εστιν hο παραδωσων αυτον. και ελεγεν • δια τουτο ειρηκα hυμιν hοτι ουδεισ δυναται ελθειν προσ με εαν μη η δεδομενον αυτω εκ του πατροσ. εκ τουτου πολλοι απηλθον των μαθητων αυτου εισ τα οπισω και ουκετι μετ αυτου περιεπατουν. ειπεν ουν hο ιηhοσυα τοισ δωδεκα • μη και hυμεισ θελετε hυπαγειν; απεκριθη αυτω σιμων πετροσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, προσ τινα απελευσομεθα; ρηματα ζωησ αιωνιου εχεισ • και hημεισ πεπιστευκαμεν και εγνωκαμεν hοτι συ ει hο hαγιοσ του θεου. απεκριθη αυτοισ hο ιηhοσυα • ουκ εγω hυμασ τουσ δωδεκα εξελεξαμην, και εξ hυμων hεισ διαβολοσ εστιν; ελεγεν δε τον ιηhυδαν σιμωνοσ ισκαριωτην • hουτοσ γαρ ημελλεν αυτον παραδιδοναι, hεισ ων εκ των δωδεκα.

7

και μετα ταυτα περιεπατει hο ιηhοσυα εν τη γαλιλαια • ου γαρ ηθελεν εν τη ιηhυδαια περιπατειν, hοτι εζητουν αυτον hοι ιηhυδαιοι αποκτειναι. ην δε εγγυσ hη hεορτη των ιηhυδαιων hη σκηνοπηγια. ειπον ουν προσ αυτον hοι αδελφοι αυτου • μεταβηθι εντευθεν και hυπαγε εισ την ιηhυδαιαν, hινα και hοι μαθηται σου θεωρησωσιν τα εργα σου hα ποιεισ • ουδεισ γαρ εν κρυπτω τι ποιει και ζητει αυτοσ εν παρρησια ειναι • ει ταυτα ποιεισ, φανερωσον σεαυτον τω κοσμω. ουδε γαρ hοι αδελφοι αυτου επιστευον εισ αυτον. λεγει ουν αυτοισ hο ιηhοσυα • hο καιροσ hο εμοσ ουπω παρεστιν, hο δε καιροσ hο hυμετεροσ παντοτε εστιν hετοιμοσ. ου δυναται hο κοσμοσ μισειν hυμασ • εμε δε μισει, hοτι εγω μαρτυρω περι αυτου hοτι τα εργα αυτου πονηρα εστιν. hυμεισ αναβητε εισ την hεορτην ταυτην • εγω ουκ αναβαινω εισ την hεορτην ταυτην, hοτι hο εμοσ καιροσ ουπω πεπληρωται. ταυτα ειπων αυτοισ εμεινεν εν τη γαλιλαια. hωσ δε ανεβησαν hοι αδελφοι αυτου, τοτε και αυτοσ ανεβη εισ την hεορτην, ου φανερωσ αλλ hωσ εν κρυπτω. hοι ουν ιηhυδαιοι εζητουν αυτον εν τη hεορτη και ελεγον • που εστιν εκεινοσ; και γογγυσμοσ περι αυτου ην πολυσ εν τοισ οχλοισ. hοι μεν ελεγον hοτι αγαθοσ εστιν, αλλοι ελεγον • ου, αλλα πλανα τον οχλον. ουδεισ μεντοι παρρησια ελαλει περι αυτου δια τον φοβον των ιηhυδαιων. ηδη δε τησ hεορτησ μεσουσησ ανεβη hο ιηhοσυα εισ το hιερον και εδιδασκεν. εθαυμαζον ουν hοι ιηhυδαιοι λεγοντεσ • πωσ hουτοσ γραμματα οιδεν μη μεμαθηκωσ; απεκριθη ουν αυτοισ hο ιηhοσυα και ειπεν • hη εμη διδαχη ουκ εστιν εμη αλλα του πεμψαντοσ με. εαν τισ θελη το θελημα αυτου ποιειν, γνωσεται περι τησ διδαχησ ποτερον εκ του θεου εστιν η εγω απ εμαυτου λαλω. hο αφ hεαυτου λαλων την δοξαν την ιδιαν ζητει • hο δε ζητων την δοξαν του πεμψαντοσ αυτον, hουτοσ αληθησ εστιν και αδικια εν αυτω ουκ εστιν. ου μωυσησ δεδωκεν hυμιν τον νομον; και ουδεισ εξ hυμων ποιει τον νομον. τι με ζητειτε αποκτειναι; απεκριθη hο οχλοσ και ειπεν • δαιμονιον εχεισ • τισ σε ζητει αποκτειναι; απεκριθη hο ιηhοσυα και ειπεν αυτοισ • hεν εργον εποιησα και παντεσ θαυμαζετε. δια τουτο μωυσησ δεδωκεν hυμιν την περιτομην, (ουχ hοτι εκ του μωυσεωσ εστιν, αλλ εκ των πατερων), και εν σαββατω περιτεμνετε ανθρωπον. ει περιτομην λαμβανει ανθρωποσ εν σαββατω hινα μη λυθη hο νομοσ μωυσεωσ, εμοι χολατε hοτι hολον ανθρωπον hυγιη εποιησα εν σαββατω; μη κρινετε κατ οψιν, αλλα την δικαιαν κρισιν κρινατε. ελεγον ουν τινεσ εκ των hιεροσολυμιτων • ουχ hουτοσ εστιν hον ζητουσιν αποκτειναι; και ιδε παρρησια λαλει, και ουδεν αυτω λεγουσιν • μηποτε αληθωσ εγνωσαν hοι αρχοντεσ hοτι hουτοσ εστιν hο χριστοσ; αλλα τουτον οιδαμεν ποθεν εστιν • hο δε χριστοσ hοταν ερχηται, ουδεισ γινωσκει ποθεν εστιν. εκραξεν ουν εν τω hιερω διδασκων hο ιηhοσυα και λεγων • καμε οιδατε και οιδατε ποθεν ειμι • και απ εμαυτου ουκ εληλυθα, αλλ εστιν αληθινοσ hο πεμψασ με, hον hυμεισ ουκ οιδατε • εγω οιδα αυτον, hοτι παρ αυτου ειμι κακεινοσ με απεστειλεν. εζητουν ουν αυτον πιασαι • και ουδεισ επεβαλεν επ αυτον την χειρα, hοτι ουπω εληλυθει hη hωρα αυτου. εκ του οχλου δε πολλοι επιστευσαν εισ αυτον, και ελεγον hοτι hο χριστοσ hοταν ελθη, μητι πλειονα σημεια ποιησει hων hουτοσ εποιησεν; ηκουσαν hοι φαρισαιοι του οχλου γογγυζοντοσ περι αυτου ταυτα, και απεστειλαν hυπηρετασ hοι φαρισαιοι και hοι αρχιερεισ hινα πιασωσιν αυτον. ειπεν ουν hο ιηhοσυα • ετι χρονον μικρον μεθ hυμων ειμι και hυπαγω προσ τον πεμψαντα με. ζητησετε με και ουχ hευρησετε • και hοπου ειμι εγω hυμεισ ου δυνασθε ελθειν. ειπον ουν hοι ιηhυδαιοι προσ hεαυτουσ • που hουτοσ μελλει πορευεσθαι, hοτι hημεισ ουχ hευρησομεν αυτον; μη εισ την διασποραν των hελληνων μελλει πορευεσθαι και διδασκειν τουσ hελληνασ; τισ εστιν hουτοσ hο λογοσ hον ειπεν • ζητησετε με και ουχ hευρησετε • και hοπου ειμι εγω hυμεισ ου δυνασθε ελθειν. εν δε τη εσχατη hημερα τη μεγαλη τησ hεορτησ hειστηκει hο ιηhοσυα και εκραξεν λεγων • εαν τισ διψα, ερχεσθω προσ με και πινετω. hο πιστευων εισ εμε, καθωσ ειπεν hη γραφη, ποταμοι εκ τησ κοιλιασ αυτου ρευσουσιν hυδατοσ ζωντοσ. (τουτο δε ειπεν περι του πνευματοσ hου ημελλον λαμβανειν hοι πιστευοντεσ εισ αυτον • ουπω γαρ ην πνευμα, hοτι ιηhοσυα ουδεπω εδοξασθη). εκ του οχλου ουν ακουσαντεσ των λογων τουτων ελεγον • hουτοσ εστιν αληθωσ hο προφητησ. αλλοι ελεγον • hουτοσ εστιν hο χριστοσ. αλλοι ελεγον • μη γαρ εκ τησ γαλιλαιασ hο χριστοσ ερχεται; ουχι hη γραφη ειπεν hοτι εκ του σπερματοσ δαυιδ και απο βηθλεεμ τησ κωμησ, hοπου ην δαυιδ, hο χριστοσ ερχεται; σχισμα ουν εγενετο εν τω οχλω δι αυτον • τινεσ δε ηθελον εξ αυτων πιασαι αυτον • αλλ ουδεισ επεβαλεν επ αυτον τασ χειρασ. ηλθον ουν hοι hυπηρεται προσ τουσ αρχιερεισ και φαρισαιουσ, και ειπον αυτοισ εκεινοι • δια τι ουκ ηγαγετε αυτον; απεκριθησαν hοι hυπηρεται • ουδεποτε hουτωσ ελαλησεν ανθρωποσ hωσ hουτοσ hο ανθρωποσ. απεκριθησαν ουν αυτοισ hοι φαρισαιοι • μη και hυμεισ πεπλανησθε; μη τισ εκ των αρχοντων επιστευσεν εισ αυτον η εκ των φαρισαιων; αλλ hο οχλοσ hουτοσ hο μη γινωσκων τον νομον επαρατοι εισιν. λεγει νικοδημοσ προσ αυτουσ, hεισ ων εξ αυτων • μη hο νομοσ hημων κρινει τον ανθρωπον εαν μη ακουση πρωτον παρ αυτου και γνω τι ποιει; απεκριθησαν και ειπον αυτω • μη και συ εκ τησ γαλιλαιασ ει; ερευνησον και ιδε hοτι προφητησ εκ τησ γαλιλαιασ ουκ εγηγερται. και επορευθη hεκαστοσ εισ τον οικον αυτου. ιηhοσυα δε επορευθη εισ το οροσ των ελαιων.

8

ορθρου δε παλιν παρεγενετο εισ το hιερον, και πασ hο λαοσ ηρχετο προσ αυτον • και καθισασ εδιδασκεν αυτουσ. αγουσιν δε hοι γραμματεισ και hοι φαρισαιοι προσ αυτον γυναικα επι μοιχεια κατειλημμενην • και στησαντεσ αυτην εν μεσω, λεγουσιν αυτω • διδασκαλε, hαυτη hη γυνη κατεληφθη επ αυτοφωρω μοιχευομενη. εν δε τω νομω μωυσησ hημιν ενετειλατο τασ τοιαυτασ λιθαζειν • συ ουν τι λεγεισ; τουτο δε ελεγον πειραζοντεσ αυτον, hινα εχωσιν κατηγορειν αυτου. hο δε ιηhοσυα κατω κυψασ τω δακτυλω κατεγραφεν εισ την γην. hωσ δε επεμενον ερωτωντεσ αυτον, ανακυψασ ειπεν προσ αυτουσ • hο αναμαρτητοσ hυμων πρωτοσ επ αυτην τον λιθον βαλετω. και παλιν κατω κυψασ εγραφεν εισ την γην. hοι δε ακουσαντεσ εξηρχοντο hεισ καθ hεισ, αρξαμενοι απο των πρεσβυτερων hεωσ των εσχατων • και κατελειφθη μονοσ hο ιηhοσυα και hη γυνη εν μεσω ουσα. ανακυψασ δε hο ιηhοσυα και μηδενα θεασαμενοσ πλην τησ γυναικοσ ειπεν αυτη • γυναι, που εισιν εκεινοι hοι κατηγοροι σου; ουδεισ σε κατεκρινεν; hη δε ειπεν • ουδεισ, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh. ειπεν δε αυτη hο ιηhοσυα • ουδε εγω σε κατακρινω • πορευου, απο του νυν μηκετι hαμαρτανε. παλιν ουν αυτοισ ελαλησεν hο ιηhοσυα λεγων • εγω ειμι το φωσ του κοσμου • hο ακολουθων εμοι ου μη περιπατηση εν τη σκοτια, αλλ hεξει το φωσ τησ ζωησ. ειπον ουν αυτω hοι φαρισαιοι • συ περι σεαυτου μαρτυρεισ • hη μαρτυρια σου ουκ εστιν αληθησ. απεκριθη ιηhοσυα και ειπεν αυτοισ • καν εγω μαρτυρω περι εμαυτου, αληθησ εστιν hη μαρτυρια μου, hοτι οιδα ποθεν ηλθον και που hυπαγω • hυμεισ δε ουκ οιδατε ποθεν ερχομαι και που hυπαγω. hυμεισ κατα την σαρκα κρινετε, εγω ου κρινω ουδενα. και εαν κρινω δε εγω, hη κρισισ hη εμη αληθησ εστιν, hοτι μονοσ ουκ ειμι, αλλ εγω και hο πεμψασ με πατηρ. και εν τω νομω δε τω hυμετερω γεγραπται hοτι δυο ανθρωπων hη μαρτυρια αληθησ εστιν. εγω ειμι hο μαρτυρων περι εμαυτου, και μαρτυρει περι εμου hο πεμψασ με πατηρ. ελεγον ουν αυτω • που εστιν hο πατηρ σου; απεκριθη ιηhοσυα • ουτε εμε οιδατε ουτε τον πατερα μου • ει εμε ηδειτε, και τον πατερα μου ηδειτε αν. ταυτα τα ρηματα ελαλησεν εν τω γαζοφυλακιω διδασκων εν τω hιερω • και ουδεισ επιασεν αυτον, hοτι ουπω εληλυθει hη hωρα αυτου. ειπεν ουν παλιν αυτοισ [hο ιηhοσυα] • εγω hυπαγω και ζητησετε με, και εν τη hαμαρτια hυμων αποθανεισθε • hοπου εγω hυπαγω hυμεισ ου δυνασθε ελθειν. ελεγον ουν hοι ιηhυδαιοι • μητι αποκτενει hεαυτον, hοτι λεγει • hοπου εγω hυπαγω hυμεισ ου δυνασθε ελθειν; και ειπεν αυτοισ • hυμεισ εκ των κατω εστε, εγω εκ των ανω ειμι • hυμεισ εκ του κοσμου τουτου εστε, εγω ουκ ειμι εκ του κοσμου τουτου. ειπον ουν hυμιν hοτι αποθανεισθε εν ταισ hαμαρτιαισ hυμων • εαν γαρ μη πιστευσητε hοτι εγω ειμι, αποθανεισθε εν ταισ hαμαρτιαισ hυμων. ελεγον ουν αυτω • συ τισ ει; και ειπεν αυτοισ hο ιηhοσυα • την αρχην hο τι και λαλω hυμιν. πολλα εχω περι hυμων λαλειν και κρινειν • αλλ hο πεμψασ με αληθησ εστιν, καγω hα ηκουσα παρ αυτου, ταυτα λαλω εισ τον κοσμον. ουκ εγνωσαν hοτι τον πατερα αυτοισ ελεγεν. ειπεν ουν αυτοισ hο ιηhοσυα • hοταν hυψωσητε τον hυιον του ανθρωπου, τοτε γνωσεσθε hοτι εγω ειμι, και απ εμαυτου ποιω ουδεν, αλλα καθωσ εδιδαξεν με hο πατηρ, ταυτα λαλω. και hο πεμψασ με μετ εμου εστιν • ουκ αφηκεν με μονον, hοτι εγω τα αρεστα αυτω ποιω παντοτε. ταυτα αυτου λαλουντοσ πολλοι επιστευσαν εισ αυτον. ελεγεν ουν hο ιηhοσυα προσ τουσ πεπιστευκοτασ αυτω ιηhυδαιουσ • εαν hυμεισ μεινητε εν τω λογω τω εμω, αληθωσ μαθηται μου εστε, και γνωσεσθε την αληθειαν, και hη αληθεια ελευθερωσει hυμασ. απεκριθησαν προσ αυτον • σπερμα αβραhαμ εσμεν και ουδενι δεδουλευκαμεν πωποτε • πωσ συ λεγεισ hοτι ελευθεροι γενησεσθε; απεκριθη αυτοισ hο ιηhοσυα • αμην αμην λεγω hυμιν hοτι πασ hο ποιων την hαμαρτιαν δουλοσ εστιν τησ hαμαρτιασ. hο δε δουλοσ ου μενει εν τη οικια εισ τον αιωνα • hο hυιοσ μενει εισ τον αιωνα. εαν ουν hο hυιοσ hυμασ ελευθερωση, οντωσ ελευθεροι εσεσθε. οιδα hοτι σπερμα αβραhαμ εστε • αλλα ζητειτε με αποκτειναι, hοτι hο λογοσ hο εμοσ ου χωρει εν hυμιν. εγω hο hεωρακα παρα τω πατρι μου λαλω • και hυμεισ ουν hα ηκουσατε παρα του πατροσ hυμων ποιειτε. απεκριθησαν και ειπον αυτω • hο πατηρ hημων αβραhαμ εστιν. λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • ει τεκνα του αβραhαμ ητε, τα εργα του αβραhαμ εποιειτε • νυν δε ζητειτε με αποκτειναι, ανθρωπον hοσ την αληθειαν hυμιν λελαληκα, hην ηκουσα παρα του θεου • τουτο αβραhαμ ουκ εποιησεν. hυμεισ ποιειτε τα εργα του πατροσ hυμων. ειπον ουν αυτω • hημεισ εκ πορνειασ ου γεγεννημεθα, hενα πατερα εχομεν τον θεον. ειπεν αυτοισ hο ιηhοσυα • ει hο θεοσ πατηρ hυμων ην, ηγαπατε αν εμε, εγω γαρ εκ του θεου εξηλθον και hηκω • ουδε γαρ απ εμαυτου εληλυθα, αλλ εκεινοσ με απεστειλεν. δια τι την λαλιαν την εμην ου γινωσκετε; hοτι ου δυνασθε ακουειν τον λογον τον εμον. hυμεισ εκ του πατροσ του διαβολου εστε και τασ επιθυμιασ του πατροσ hυμων θελετε ποιειν. εκεινοσ ανθρωποκτονοσ ην απ αρχησ και εν τη αληθεια ουκ hεστηκεν, hοτι ουκ εστιν αληθεια εν αυτω. hοταν λαλη το ψευδοσ, εκ των ιδιων λαλει, hοτι ψευστησ εστιν και hο πατηρ αυτου. εγω δε hοτι την αληθειαν λεγω, ου πιστευετε μοι. τισ εξ hυμων ελεγχει με περι hαμαρτιασ; ει αληθειαν λεγω, δια τι hυμεισ ου πιστευετε μοι; hο ων εκ του θεου τα ρηματα του θεου ακουει • δια τουτο hυμεισ ουκ ακουετε, hοτι εκ του θεου ουκ εστε. απεκριθησαν hοι ιηhυδαιοι και ειπον αυτω • ου καλωσ λεγομεν hημεισ hοτι σαμαρειτησ ει συ και δαιμονιον εχεισ; απεκριθη ιηhοσυα • εγω δαιμονιον ουκ εχω, αλλα τιμω τον πατερα μου, και hυμεισ ατιμαζετε με. εγω δε ου ζητω την δοξαν μου • εστιν hο ζητων και κρινων. αμην αμην λεγω hυμιν, εαν τισ τον λογον τον εμον τηρηση, θανατον ου μη θεωρηση εισ τον αιωνα. ειπον ουν αυτω hοι ιηhυδαιοι • νυν εγνωκαμεν hοτι δαιμονιον εχεισ • αβραhαμ απεθανεν και hοι προφηται, και συ λεγεισ • εαν τισ τον λογον μου τηρηση, ου μη γευσηται θανατου εισ τον αιωνα. μη συ μειζων ει του πατροσ hημων αβραhαμ, hοστισ απεθανεν; και hοι προφηται απεθανον. τινα σεαυτον ποιεισ; απεκριθη ιηhοσυα • εαν εγω δοξαζω εμαυτον, hη δοξα μου ουδεν εστιν • εστιν hο πατηρ μου hο δοξαζων με, hον hυμεισ λεγετε hοτι θεοσ hημων εστιν, και ουκ εγνωκατε αυτον, εγω δε οιδα αυτον • και εαν ειπω hοτι ουκ οιδα αυτον, εσομαι hομοιοσ hυμων ψευστησ • αλλ οιδα αυτον και τον λογον αυτου τηρω. αβραhαμ hο πατηρ hυμων ηγαλλιασατο hινα ιδη την hημεραν την εμην, και ειδεν και εχαρη. ειπον ουν hοι ιηhυδαιοι προσ αυτον • πεντηκοντα ετη ουπω εχεισ και αβραhαμ hεωρακασ; ειπεν αυτοισ hο ιηhοσυα • αμην αμην λεγω hυμιν, πριν αβραhαμ γενεσθαι εγω ειμι. ηραν ουν λιθουσ hινα βαλωσιν επ αυτον • ιηhοσυα δε εκρυβη και εξηλθεν εκ του hιερου.

9

και παραγων ιδεν ανθρωπον τυφλον εκ γενετησ. και ηρωτησαν αυτον hοι μαθηται αυτου λεγοντεσ • ραββει, τισ hημαρτεν, hουτοσ η hοι γονεισ αυτου, hινα τυφλοσ γεννηθη; απεκριθη ιηhοσυα • ουτε hουτοσ hημαρτεν ουτε hοι γονεισ αυτου, αλλ hινα φανερωθη τα εργα του θεου εν αυτω. εμε δει εργαζεσθαι τα εργα του πεμψαντοσ με hεωσ hημερα εστιν • ερχεται νυξ hοτε ουδεισ δυναται εργαζεσθαι. hοταν εν τω κοσμω ω, φωσ ειμι του κοσμου. ταυτα ειπων επτυσεν χαμαι και εποιησεν πηλον εκ του πτυσματοσ, και επεχρισεν αυτου τον πηλον επι τουσ οφθαλμουσ, και ειπεν αυτω • hυπαγε νιψαι εισ την κολυμβηθραν του σιλωαμ (hο hερμηνευεται απεσταλμενοσ). απηλθεν ουν και ενιψατο, και ηλθεν βλεπων. hοι ουν γειτονεσ και hοι θεωρουντεσ αυτον το προτερον, hοτι προσαιτησ ην, ελεγον • ουχ hουτοσ εστιν hο καθημενοσ και προσαιτων; αλλοι ελεγον hοτι hουτοσ εστιν. αλλοι ελεγον • ουχι, αλλ hομοιοσ αυτω εστιν. εκεινοσ ελεγεν hοτι εγω ειμι. ελεγον ουν αυτω • πωσ ηνεωχθησαν σου hοι οφθαλμοι; απεκριθη εκεινοσ και ειπεν • ανθρωποσ λεγομενοσ ιηhοσυα πηλον εποιησεν και επεχρισεν μου τουσ οφθαλμουσ και ειπεν μοι hυπαγε εισ τον σιλωαμ και νιψαι. απελθων δε και νιψαμενοσ ανεβλεψα. ειπον ουν αυτω • που εστιν εκεινοσ; λεγει • ουκ οιδα. αγουσιν αυτον προσ τουσ φαρισαιουσ, τον ποτε τυφλον. ην δε σαββατον hοτε τον πηλον εποιησεν hο ιηhοσυα και ανεωξεν αυτου τουσ οφθαλμουσ. παλιν ουν ηρωτων αυτον και hοι φαρισαιοι πωσ ανεβλεψεν. hο δε ειπεν αυτοισ • πηλον επεθηκεν μου επι τουσ οφθαλμουσ, και ενιψαμην και βλεπω. ελεγον ουν εκ των φαρισαιων τινεσ • hουτοσ hο ανθρωποσ ουκ εστιν παρα θεου, hοτι το σαββατον ου τηρει. αλλοι ελεγον • πωσ δυναται ανθρωποσ hαμαρτωλοσ τοιαυτα σημεια ποιειν; και σχισμα ην εν αυτοισ. λεγουσιν ουν τω τυφλω παλιν • συ τι λεγεισ περι αυτου, hοτι ηνοιξεν σου τουσ οφθαλμουσ; hο δε ειπεν hοτι προφητησ εστιν. ουκ επιστευσαν ουν hοι ιηhυδαιοι περι αυτου, hοτι τυφλοσ ην και ανεβλεψεν, hεωσ hοτου εφωνησαν τουσ γονεισ αυτου του αναβλεψαντοσ, και ηρωτησαν αυτουσ λεγοντεσ • hουτοσ εστιν hο hυιοσ hυμων, hον hυμεισ λεγετε hοτι τυφλοσ εγεννηθη; πωσ ουν αρτι βλεπει; απεκριθησαν [αυτοισ] hοι γονεισ αυτου και ειπον • οιδαμεν hοτι hουτοσ εστιν hο hυιοσ hημων και hοτι τυφλοσ εγεννηθη • πωσ δε νυν βλεπει ουκ οιδαμεν, η τισ ηνοιξεν αυτου τουσ οφθαλμουσ hημεισ ουκ οιδαμεν • αυτοσ hηλικιαν εχει, αυτον ερωτησατε, αυτοσ περι hεαυτου λαλησει. ταυτα ειπον hοι γονεισ αυτου hοτι εφοβουντο τουσ ιηhυδαιουσ • ηδη γαρ συνετεθειντο hοι ιηhυδαιοι hινα εαν τισ αυτον hομολογηση χριστον, αποσυναγωγοσ γενηται. δια τουτο hοι γονεισ αυτου ειπον hοτι hηλικιαν εχει, αυτον ερωτησατε. εφωνησαν ουν εκ δευτερου τον ανθρωπον, hοσ ην τυφλοσ, και ειπον αυτω • δοσ δοξαν τω θεω • hημεισ οιδαμεν hοτι hο ανθρωποσ hουτοσ hαμαρτωλοσ εστιν. απεκριθη ουν εκεινοσ • ει hαμαρτωλοσ εστιν ουκ οιδα • hεν οιδα, hοτι τυφλοσ ων αρτι βλεπω. ειπον δε αυτω παλιν • τι εποιησεν σοι; πωσ ηνοιξεν σου τουσ οφθαλμουσ; απεκριθη αυτοισ • ειπον hυμιν ηδη και ουκ ηκουσατε • τι παλιν θελετε ακουειν; μη και hυμεισ θελετε αυτου μαθηται γενεσθαι; ελοιδορησαν αυτον και ειπον • συ μαθητησ ει εκεινου, hημεισ δε του μωυσεωσ εσμεν μαθηται • hημεισ οιδαμεν hοτι μωυσει λελαληκεν hο θεοσ, τουτον δε ουκ οιδαμεν ποθεν εστιν. απεκριθη hο ανθρωποσ και ειπεν αυτοισ • εν γαρ τουτω θαυμαστον εστιν, hοτι hυμεισ ουκ οιδατε ποθεν εστιν, και ανεωξεν μου τουσ οφθαλμουσ. οιδαμεν δε hοτι hαμαρτωλων hο θεοσ ουκ ακουει, αλλ εαν τισ θεοσεβησ η και το θελημα αυτου ποιη, τουτου ακουει. εκ του αιωνοσ ουκ ηκουσθη hοτι ηνοιξεν τισ οφθαλμουσ τυφλου γεγεννημενου • ει μη ην hουτοσ παρα θεου, ουκ ηδυνατο ποιειν ουδεν. απεκριθησαν και ειπον αυτω • εν hαμαρτιαισ συ εγεννηθησ hολοσ, και συ διδασκεισ hημασ; και εξεβαλον αυτον εξω. ηκουσεν hο ιηhοσυα hοτι εξεβαλον αυτον εξω, και hευρων αυτον ειπεν αυτω • συ πιστευεισ εισ τον hυιον του θεου; απεκριθη εκεινοσ και ειπεν • tισ εστιν, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hινα πιστευσω εισ αυτον; ειπεν δε αυτω hο ιηhοσυα • και hεωρακασ αυτον, και hο λαλων μετα σου εκεινοσ εστιν. hο δε εφη • πιστευω, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh • και προσεκυνησεν αυτω. και ειπεν hο ιηhοσυα • εισ κριμα εγω εισ τον κοσμον τουτον ηλθον, hινα hοι μη βλεποντεσ βλεπωσιν και hοι βλεποντεσ τυφλοι γενωνται. και ηκουσαν εκ των φαρισαιων ταυτα hοι οντεσ μετ αυτου, και ειπον αυτω • μη και hημεισ τυφλοι εσμεν; ειπεν αυτοισ hο ιηhοσυα • ει τυφλοι ητε, ουκ αν ειχετε hαμαρτιαν • νυν δε λεγετε hοτι βλεπομεν • hη hαμαρτια hυμων μενει.

10

αμην αμην λεγω hυμιν, hο μη εισερχομενοσ δια τησ θυρασ εισ την αυλην των προβατων αλλα αναβαινων αλλαχοθεν, εκεινοσ κλεπτησ εστιν και ληστησ. hο δε εισερχομενοσ δια τησ θυρασ ποιμην εστιν των προβατων. τουτω hο θυρωροσ ανοιγει, και τα προβατα τησ φωνησ αυτου ακουει, και τα ιδια προβατα φωνει κατ ονομα και εξαγει αυτα. και hοταν τα ιδια παντα εκβαλη, εμπροσθεν αυτων πορευεται • και τα προβατα αυτω ακολουθει, hοτι οιδασιν την φωνην αυτου • αλλοτριω δε ου μη ακολουθησουσιν, αλλα φευξονται απ αυτου, hοτι ουκ οιδασιν των αλλοτριων την φωνην. ταυτην την παροιμιαν ειπεν αυτοισ hο ιηhοσυα • εκεινοι δε ουκ εγνωσαν τινα ην hα ελαλει αυτοισ. ειπεν ουν παλιν αυτοισ hο ιηhοσυα • αμην αμην λεγω hυμιν hοτι εγω ειμι hη θυρα των προβατων. παντεσ hοσοι ηλθον προ εμου, κλεπται εισιν και λησται • αλλ ουκ ηκουσαν αυτων τα προβατα. εγω ειμι hη θυρα • δι εμου εαν τισ εισελθη, σωθησεται • και εισελευσεται και εξελευσεται και νομην hευρησει. hο κλεπτησ ουκ ερχεται ει μη hινα κλεψη και θυση και απολεση • εγω ηλθον hινα ζωην εχωσιν και περισσον εχωσιν. εγω ειμι hο ποιμην hο καλοσ • hο ποιμην hο καλοσ την ψυχην αυτου τιθησιν hυπερ των προβατων • hο μισθωτοσ δε και ουκ ων ποιμην, hου ουκ εστιν τα προβατα ιδια, θεωρει τον λυκον ερχομενον και αφιησιν τα προβατα και φευγει • και hο λυκοσ hαρπαζει αυτα και σκορπιζει τα προβατα. hο δε μισθωτοσ φευγει hοτι μισθωτοσ εστιν και ου μελει αυτω περι των προβατων. εγω ειμι hο ποιμην hο καλοσ, και γινωσκω τα εμα και γινωσκομαι hυπο των εμων, καθωσ γινωσκει με hο πατηρ καγω γινωσκω τον πατερα • και την ψυχην μου τιθημι hυπερ των προβατων. και αλλα προβατα εχω, hα ουκ εστιν εκ τησ αυλησ ταυτησ • κακεινα με δει αγαγειν • και τησ φωνησ μου ακουσουσιν, και γενησεται μια ποιμνη, hεισ ποιμην. δια τουτο hο πατηρ με αγαπα, hοτι εγω τιθημι την ψυχην μου, hινα παλιν λαβω αυτην. ουδεισ αιρει αυτην απ εμου, αλλ εγω τιθημι αυτην απ εμαυτου • εξουσιαν εχω θειναι αυτην, και εξουσιαν εχω παλιν λαβειν αυτην • ταυτην την εντολην ελαβον παρα του πατροσ μου. σχισμα παλιν εγενετο εν τοισ ιηhυδαιοισ δια τουσ λογουσ τουτουσ • ελεγον δε πολλοι εξ αυτων • δαιμονιον εχει και μαινεται • τι αυτου ακουετε; αλλοι ελεγον • ταυτα τα ρηματα ουκ εστιν δαιμονιζομενου • μη δαιμονιον δυναται τυφλων οφθαλμουσ ανοιγειν; εγενετο δε τα εγκαινια εν τοισ hιεροσολυμοισ, και χειμων ην. και περιεπατει hο ιηhοσυα εν τω hιερω εν τη στοα σολομωνοσ. εκυκλωσαν ουν αυτον hοι ιηhυδαιοι και ελεγον αυτω • hεωσ ποτε την ψυχην hημων αιρεισ; ει συ ει hο χριστοσ, ειπε hημιν παρρησια. απεκριθη αυτοισ hο ιηhοσυα • ειπον hυμιν, και ου πιστευετε. τα εργα hα εγω ποιω εν τω ονοματι του πατροσ μου, ταυτα μαρτυρει περι εμου • αλλα hυμεισ ου πιστευετε, ου γαρ εστε εκ των προβατων των εμων, καθωσ ειπον hυμιν. τα προβατα τα εμα τησ φωνησ μου ακουει καγω γινωσκω αυτα, και ακολουθουσιν μοι, καγω ζωην αιωνιον διδωμι αυτοισ και ου μη απολωνται εισ τον αιωνα, και ουχ hαρπασει τισ αυτα εκ τησ χειροσ μου. hο πατηρ μου, hοσ δεδωκεν μοι, μειζων παντων εστιν, και ουδεισ δυναται hαρπαζειν εκ τησ χειροσ του πατροσ μου. εγω και hο πατηρ hεν εσμεν. εβαστασαν ουν παλιν λιθουσ hοι ιηhυδαιοι hινα λιθασωσιν αυτον. απεκριθη αυτοισ hο ιηhοσυα • πολλα εργα καλα εδειξα hυμιν εκ του πατροσ μου • δια ποιον αυτων εργον λιθαζετε με; απεκριθησαν αυτω hοι ιηhυδαιοι • περι καλου εργου ου λιθαζομεν σε αλλα περι βλασφημιασ, και hοτι συ ανθρωποσ ων ποιεισ σεαυτον θεον. απεκριθη αυτοισ hο ιηhοσυα • ουκ εστιν γεγραμμενον εν τω νομω hυμων hοτι εγω ειπα • θεοι εστε; ει εκεινουσ ειπεν θεουσ, προσ hουσ hο λογοσ του θεου εγενετο, (και ου δυναται λυθηναι hη γραφη), hον hο πατηρ hηγιασεν και απεστειλεν εισ τον κοσμον, hυμεισ λεγετε hοτι βλασφημεισ, hοτι ειπον • hυιοσ του θεου ειμι; ει ου ποιω τα εργα του πατροσ μου, μη πιστευετε μοι • ει δε ποιω, καν εμοι μη πιστευητε, τοισ εργοισ πιστευσατε, hινα γνωτε και πιστευσητε hοτι εν εμοι hο πατηρ καγω εν αυτω. εζητουν ουν αυτον παλιν πιασαι • και εξηλθεν εκ τησ χειροσ αυτων, και απηλθεν παλιν περαν του ιορδανου εισ τον τοπον hοπου ην ιωαννησ το πρωτον βαπτιζων, και εμεινεν εκει. και πολλοι ηλθον προσ αυτον και ελεγον hοτι ιωαννησ μεν σημειον εποιησεν ουδεν • παντα δε hοσα ειπεν ιωαννησ περι τουτου αληθη ην. και επιστευσαν πολλοι εισ αυτον εκει.

11

ην δε τισ ασθενων, λαζαροσ απο βηθανιασ, εκ τησ κωμησ μαριασ και μαρθασ τησ αδελφησ αυτησ. (ην δε μαρια hη αλειψασα τον κυριον μυρω και εκμαξασα τουσ ποδασ αυτου ταισ θριξιν αυτησ, hησ hο αδελφοσ λαζαροσ ησθενει). απεστειλαν ουν hαι αδελφαι προσ αυτον λεγουσαι • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ιδε hον φιλεισ ασθενει. ακουσασ δε hο ιηhοσυα ειπεν • hαυτη hη ασθενεια ουκ εστιν προσ θανατον αλλ hυπερ τησ δοξησ του θεου, hινα δοξασθη hο hυιοσ του θεου δι αυτησ. ηγαπα δε hο ιηhοσυα την μαρθαν και την αδελφην αυτησ και τον λαζαρον. hωσ ουν ηκουσεν hοτι ασθενει, τοτε μεν εμεινεν εν hω ην τοπω δυο hημερασ. επειτα μετα τουτο λεγει τοισ μαθηταισ αυτου • αγωμεν εισ την ιηhυδαιαν παλιν. λεγουσιν αυτω hοι μαθηται • ραββει, νυν εζητουν σε λιθασαι hοι ιηhυδαιοι, και παλιν hυπαγεισ εκει; απεκριθη ιηhοσυα • ουχι δωδεκα hωραι εισιν τησ hημερασ; εαν τισ περιπατη εν τη hημερα, ου προσκοπτει, hοτι το φωσ του κοσμου τουτου βλεπει • εαν δε τισ περιπατη εν τη νυκτι, προσκοπτει, hοτι το φωσ ουκ εστιν εν αυτω. ταυτα ειπεν • και μετα τουτο λεγει αυτοισ • λαζαροσ hο φιλοσ hημων κεκοιμηται • αλλα πορευομαι hινα εξυπνισω αυτον. ειπον ουν αυτω hοι μαθηται • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ει κεκοιμηται, σωθησεται. ειρηκει δε hο ιηhοσυα περι του θανατου αυτου • εκεινοι δε εδοξαν hοτι περι τησ κοιμησεωσ του hυπνου λεγει. τοτε ουν ειπεν αυτοισ hο ιηhοσυα παρρησια • λαζαροσ απεθανεν • και χαιρω δι hυμασ, hινα πιστευσητε, hοτι ουκ ημην εκει. αλλα αγωμεν προσ αυτον. ειπεν ουν θωμασ hο λεγομενοσ διδυμοσ τοισ συνμαθηταισ • αγωμεν και hημεισ hινα αποθανωμεν μετ αυτου. ελθων ουν hο ιηhοσυα hευρεν αυτον τεσσαρασ hημερασ ηδη εχοντα εν τω μνημειω. ην δε hη βηθανια εγγυσ των hιεροσολυμων hωσ απο σταδιων δεκαπεντε. πολλοι δε εκ των ιηhυδαιων εληλυθεισαν προσ την μαρθαν και μαριαν, hινα παραμυθησωνται αυτασ περι του αδελφου αυτων. hη ουν μαρθα hωσ ηκουσεν hοτι ιηhοσυα ερχεται, hυπηντησεν αυτω • μαρια δε εν τω οικω εκαθεζετο. ειπεν ουν hη μαρθα προσ τον ιηhοσυα • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ει ησ hωδε, ουκ αν απεθανεν hο αδελφοσ μου • αλλα και νυν οιδα hοτι hοσα αν αιτηση τον θεον, δωσει σοι hο θεοσ. λεγει αυτη hο ιηhοσυα • αναστησεται hο αδελφοσ σου. λεγει αυτω μαρθα • οιδα hοτι αναστησεται εν τη αναστασει εν τη εσχατη hημερα. ειπεν αυτη hο ιηhοσυα • εγω ειμι hη αναστασισ και hη ζωη • hο πιστευων εισ εμε καν αποθανη ζησεται • και πασ hο ζων και πιστευων εισ εμε ου μη αποθανη εισ τον αιωνα. πιστευεισ τουτο; λεγει αυτω • ναι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh • εγω πεπιστευκα hοτι συ ει hο χριστοσ hο hυιοσ του θεου hο εισ τον κοσμον ερχομενοσ. και τουτο ειπουσα απηλθεν και εφωνησεν μαριαν την αδελφην αυτησ λαθρα ειπουσα • hο διδασκαλοσ παρεστιν και φωνει σε. εκεινη hωσ ηκουσεν, εγειρεται ταχυ και ηρχεται προσ αυτον. (ουπω δε εληλυθει hο ιηhοσυα εισ την κωμην, αλλ ην εν τω τοπω hοπου hυπηντησεν αυτω hη μαρθα). hοι ουν ιηhυδαιοι hοι οντεσ μετ αυτησ εν τη οικια και παραμυθουμενοι αυτην, ιδοντεσ την μαριαν hοτι ταχεωσ ανεστη και εξηλθεν, ηκολουθησαν αυτη, λεγοντεσ hοτι hυπαγει εισ το μνημειον hινα κλαυση εκει. hη ουν μαρια hωσ ηλθεν hοπου ην ιηhοσυα, ιδουσα αυτον επεσεν αυτου εισ τουσ ποδασ, λεγουσα αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ει ησ hωδε, ουκ αν απεθανεν μου hο αδελφοσ. ιηhοσυα ουν hωσ ιδεν αυτην κλαιουσαν και τουσ συνελθοντασ αυτη ιηhυδαιουσ κλαιοντασ, ενεβριμησατο τω πνευματι και εταραξεν hεαυτον, και ειπεν • που τεθεικατε αυτον; λεγουσιν αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ερχου και ιδε. εδακρυσεν hο ιηhοσυα. ελεγον ουν hοι ιηhυδαιοι • ιδε πωσ εφιλει αυτον. τινεσ δε εξ αυτων ειπον • ουκ ηδυνατο hουτοσ hο ανοιξασ τουσ οφθαλμουσ του τυφλου ποιησαι hινα και hουτοσ μη αποθανη; ιηhοσυα ουν παλιν εμβριμωμενοσ εν hεαυτω ερχεται εισ το μνημειον (ην δε σπηλαιον, και λιθοσ επεκειτο επ αυτω). λεγει hο ιηhοσυα • αρατε τον λιθον. λεγει αυτω hη αδελφη του τετελευτηκοτοσ μαρθα • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ηδη οζει, τεταρταιοσ γαρ εστιν. λεγει αυτη hο ιηhοσυα • ουκ ειπον σοι hοτι εαν πιστευσησ οψη την δοξαν του θεου; ηραν ουν τον λιθον. hο δε ιηhοσυα ηρεν τουσ οφθαλμουσ ανω και ειπεν • πατερ, ευχαριστω σοι hοτι ηκουσασ μου. εγω δε ηδειν hοτι παντοτε μου ακουεισ • αλλα δια τον οχλον τον περιεστωτα ειπον, hινα πιστευσωσιν hοτι συ με απεστειλασ. και ταυτα ειπων φωνη μεγαλη εκραυγασεν • λαζαρε, δευρο εξω. και εξηλθεν hο τεθνηκωσ δεδεμενοσ τουσ ποδασ και τασ χειρασ κειριαισ • και hη οψισ αυτου σουδαριω περιεδεδετο. λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • λυσατε αυτον και αφετε αυτον hυπαγειν. πολλοι ουν εκ των ιηhυδαιων, hοι ελθοντεσ προσ την μαριαν και θεασαμενοι hα εποιησεν hο ιηhοσυα, επιστευσαν εισ αυτον • τινεσ δε εξ αυτων απηλθον προσ τουσ φαρισαιουσ και ειπον αυτοισ hα εποιησεν hο ιηhοσυα. συνηγαγον ουν hοι αρχιερεισ και hοι φαρισαιοι συνεδριον, και ελεγον • τι ποιουμεν, hοτι hουτοσ hο ανθρωποσ πολλα ποιει σημεια; εαν αφωμεν αυτον hουτωσ, παντεσ πιστευσουσιν εισ αυτον, και ελευσονται hοι ρωμαιοι και αρουσιν hημων και τον τοπον και το εθνοσ. hεισ δε τισ εξ αυτων καιαφασ, αρχιερευσ ων του ενιαυτου εκεινου, ειπεν αυτοισ • hυμεισ ουκ οιδατε ουδεν, ουδε λογιζεσθε hοτι συμφερει hημιν hινα hεισ ανθρωποσ αποθανη hυπερ του λαου και μη hολον το εθνοσ αποληται. τουτο δε αφ hεαυτου ουκ ειπεν, αλλα αρχιερευσ ων του ενιαυτου εκεινου προεφητευσεν hοτι ημελλεν ιηhοσυα αποθνησκειν hυπερ του εθνουσ • και ουχ hυπερ του εθνουσ μονον, αλλ hινα και τα τεκνα του θεου τα διεσκορπισμενα συναγαγη εισ hεν. απ εκεινησ ουν τησ hημερασ συνεβουλευσαντο hινα αποκτεινωσιν αυτον. ιηhοσυα ουν ουκετι παρρησια περιεπατει εν τοισ ιηhυδαιοισ • αλλα απηλθεν εκειθεν εισ την χωραν εγγυσ τησ ερημου, εισ εφραιμ λεγομενην πολιν • κακει διετριβεν μετα των μαθητων. ην δε εγγυσ το πασχα των ιηhυδαιων, και ανεβησαν πολλοι εισ hιεροσολυμα εκ τησ χωρασ προ του πασχα, hινα hαγνισωσιν hεαυτουσ. εζητουν ουν τον ιηhοσυα και ελεγον μετ αλληλων εν τω hιερω hεστηκοτεσ • τι δοκει hυμιν; hοτι ου μη ελθη εισ την hεορτην; δεδωκεισαν δε hοι αρχιερεισ και hοι φαρισαιοι εντολην hινα εαν τισ γνω που εστιν μηνυση, hοπωσ πιασωσιν αυτον.

12

hο ουν ιηhοσυα προ hεξ hημερων του πασχα ηλθεν εισ βηθανιαν, hοπου ην λαζαροσ, hο τεθνηκωσ hον ηγειρεν εκ νεκρων hο ιηhοσυα. εποιησαν ουν αυτω δειπνον εκει • και hη μαρθα διηκονει, hο δε λαζαροσ hεισ ην των ανακειμενων συν αυτω. hη ουν μαρια λαβουσα λιτραν μυρου ναρδου πιστικησ πολυτιμου ηλειψεν τουσ ποδασ του ιηhοσυα και εξεμαξεν ταισ θριξιν αυτησ τουσ ποδασ αυτου • hη δε οικια επληρωθη εκ τησ οσμησ του μυρου. λεγει ουν hεισ εκ των μαθητων αυτου, ιηhυδασ σιμωνοσ ισκαριωτησ, hο μελλων αυτον παραδιδοναι • δια τι τουτο το μυρον ουκ επραθη τριακοσιων δηναριων και εδοθη πτωχοισ; ειπεν δε τουτο ουχ hοτι περι των πτωχων εμελεν αυτω, αλλ hοτι κλεπτησ ην και το γλωσσοκομον ειχεν και τα βαλλομενα εβασταζεν. ειπεν ουν hο ιηhοσυα • αφεσ αυτην, hινα εισ την hημεραν του ενταφιασμου μου τηρηση αυτο • τουσ πτωχουσ γαρ παντοτε εχετε μεθ hεαυτων, εμε δε ου παντοτε εχετε. εγνω ουν οχλοσ πολυσ εκ των ιηhυδαιων hοτι εκει εστιν, και ηλθον ου δια τον ιηhοσυα μονον, αλλ hινα και τον λαζαρον ιδωσιν hον ηγειρεν εκ νεκρων. εβουλευσαντο δε hοι αρχιερεισ hινα και τον λαζαρον αποκτεινωσιν, hοτι πολλοι δι αυτον hυπηγον των ιηhυδαιων και επιστευον εισ τον ιηhοσυα. τη επαυριον οχλοσ πολυσ hο ελθων εισ την hεορτην, ακουσαντεσ hοτι ερχεται ιηhοσυα εισ hιεροσολυμα, ελαβον τα βαια των φοινικων και εξηλθον εισ hυπαντησιν αυτω, και εκραζον • hωσαννα, ευλογημενοσ hο ερχομενοσ εν ονοματι κυριου, hο βασιλευσ του ισραηλ. hευρων δε hο ιηhοσυα οναριον εκαθισεν επ αυτο, καθωσ εστιν γεγραμμενον • μη φοβου, θυγατηρ σιων • ιδου hο βασιλευσ σου ερχεται καθημενοσ επι πωλον ονου. ταυτα δε ουκ εγνωσαν hοι μαθηται αυτου το πρωτον • αλλ hοτε εδοξασθη ιηhοσυα, τοτε εμνησθησαν hοτι ταυτα ην επ αυτω γεγραμμενα και ταυτα εποιησαν αυτω. εμαρτυρει ουν hο οχλοσ hο ων μετ αυτου hοτι τον λαζαρον εφωνησεν εκ του μνημειου και ηγειρεν αυτον εκ νεκρων. δια τουτο και hυπηντησεν αυτω hο οχλοσ, hοτι ηκουσαν τουτο αυτον πεποιηκεναι το σημειον. hοι ουν φαρισαιοι ειπoν προσ hεαυτουσ • θεωρειτε hοτι ουκ ωφελειτε ουδεν • ιδε hο κοσμοσ οπισω αυτου απηλθεν. ησαν δε hελληνεσ τινεσ εκ των αναβαινοντων hινα προσκυνησωσιν εν τη hεορτη. hουτοι ουν προσηλθον φιλιππω τω απο βηθσαιδα τησ γαλιλαιασ, και ηρωτων αυτον λεγοντεσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, θελομεν τον ιηhοσυα ιδειν. ερχεται φιλιπποσ και λεγει τω ανδρεα, και παλιν ερχεται ανδρεασ και φιλιπποσ και λεγουσιν τω ιηhοσυα. hο δε ιηhοσυα απεκρινατο αυτοισ λεγων • εληλυθεν hη hωρα hινα δοξασθη hο hυιοσ του ανθρωπου. αμην αμην λεγω hυμιν, εαν μη hο κοκκοσ του σιτου πεσων εισ την γην αποθανη, αυτοσ μονοσ μενει • εαν δε αποθανη, πολυν καρπον φερει. hο φιλων την ψυχην αυτου απολεσει αυτην, και hο μισων την ψυχην αυτου εν τω κοσμω τουτω εισ ζωην αιωνιον φυλαξει αυτην. εαν εμοι τισ διακονη, εμοι ακολουθειτω • και hοπου ειμι εγω, εκει και hο διακονοσ hο εμοσ εσται • εαν τισ εμοι διακονη, τιμησει αυτον hο πατηρ. νυν hη ψυχη μου τεταρακται, και τι ειπω; πατερ, σωσον με εκ τησ hωρασ ταυτησ; αλλα δια τουτο ηλθον εισ την hωραν ταυτην. πατερ, δοξασον σου το ονομα. ηλθεν ουν φωνη εκ του ουρανου • και εδοξασα και παλιν δοξασω. hο ουν οχλοσ hο hεστωσ και ακουσασ ελεγεν βροντην γεγονεναι • αλλοι ελεγον • αγγελοσ αυτω λελαληκεν. απεκριθη hο ιηhοσυα και ειπεν • ου δι εμε hη φωνη hαυτη γεγονεν αλλα δι hυμασ. νυν κρισισ εστιν του κοσμου τουτου • νυν hο αρχων του κοσμου τουτου εκβληθησεται εξω. καγω εαν hυψωθω εκ τησ γησ, παντασ hελκυσω προσ εμαυτον. τουτο δε ελεγεν σημαινων ποιω θανατω ημελλεν αποθνησκειν. απεκριθη αυτω hο οχλοσ • hημεισ ηκουσαμεν εκ του νομου hοτι hο χριστοσ μενει εισ τον αιωνα • και πωσ συ λεγεισ hοτι δει hυψωθηναι τον hυιον του ανθρωπου; τισ εστιν hουτοσ hο hυιοσ του ανθρωπου; ειπεν ουν αυτοισ hο ιηhοσυα • ετι μικρον χρονον το φωσ εν hυμιν εστιν • περιπατειτε hεωσ το φωσ εχετε, hινα μη σκοτια hυμασ καταλαβη • και hο περιπατων εν τη σκοτια ουκ οιδεν που hυπαγει. hεωσ το φωσ εχετε, πιστευετε εισ το φωσ, hινα hυιοι φωτοσ γενησθε. ταυτα ελαλησεν hο ιηhοσυα, και απελθων εκρυβη απ αυτων. τοσαυτα δε αυτου σημεια πεποιηκοτοσ εμπροσθεν αυτων ουκ επιστευον εισ αυτον, hινα hο λογοσ hησαιου του προφητου πληρωθη, hον ειπεν • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τισ επιστευσεν τη ακοη hημων; και hο βραχιων κυριου τινι απεκαλυφθη; δια τουτο ουκ ηδυναντο πιστευειν hοτι παλιν ειπεν hησαιασ • τετυφλωκεν αυτων τουσ οφθαλμουσ και επωρωσεν αυτων την καρδιαν, hινα μη ιδωσιν τοισ οφθαλμοισ και νοησωσιν τη καρδια και επιστραφωσιν και ιασομαι αυτουσ. ταυτα ειπεν hησαιασ hοτι ειδεν την δοξαν αυτου, και ελαλησεν περι αυτου. hομωσ μεντοι και εκ των αρχοντων πολλοι επιστευσαν εισ αυτον • αλλα δια τουσ φαρισαιουσ ουχ hωμολογουν, hινα μη αποσυναγωγοι γενωνται • ηγαπησαν γαρ την δοξαν των ανθρωπων μαλλον ηπερ την δοξαν του θεου. ιηhοσυα δε εκραξεν και ειπεν • hο πιστευων εισ εμε ου πιστευει εισ εμε αλλ εισ τον πεμψαντα με • και hο θεωρων εμε θεωρει τον πεμψαντα με. εγω φωσ εισ τον κοσμον εληλυθα, hινα πασ hο πιστευων εισ εμε εν τη σκοτια μη μεινη. και εαν τισ μου ακουση των ρηματων και μη φυλαξη, εγω ου κρινω αυτον • ου γαρ ηλθον hινα κρινω τον κοσμον αλλ hινα σωσω τον κοσμον. hο αθετων εμε και μη λαμβανων τα ρηματα μου εχει τον κρινοντα αυτον • hο λογοσ hον ελαλησα, εκεινοσ κρινει αυτον εν τη εσχατη hημερα. hοτι εγω εξ εμαυτου ουκ ελαλησα, αλλ hο πεμψασ με πατηρ αυτοσ μοι εντολην δεδωκεν τι ειπω και τι λαλησω • και οιδα hοτι hη εντολη αυτου ζωη αιωνιοσ εστιν. hα ουν εγω λαλω, καθωσ ειρηκεν μοι hο πατηρ, hουτωσ λαλω.

13

προ δε τησ hεορτησ του πασχα ειδωσ hο ιηhοσυα hοτι ηλθεν αυτου hη hωρα hινα μεταβη εκ του κοσμου τουτου προσ τον πατερα, αγαπησασ τουσ ιδιουσ τουσ εν τω κοσμω, εισ τελοσ ηγαπησεν αυτουσ. και δειπνου γινομενου, του διαβολου ηδη βεβληκοτοσ εισ την καρδιαν ιηhυδα σιμωνοσ ισκαριωτου hινα αυτον παραδω, ειδωσ hο ιηhοσυα hοτι παντα δεδωκεν αυτω hο πατηρ εισ τασ χειρασ, και hοτι απο θεου εξηλθεν και προσ τον θεον hυπαγει, εγειρεται εκ του δειπνου και τιθησιν τα hιματια • και λαβων λεντιον διεζωσεν hεαυτον. ειτα βαλλει hυδωρ εισ τον νιπτηρα, και ηρξατο νιπτειν τουσ ποδασ των μαθητων και εκμασσειν τω λεντιω hω ην διεζωσμενοσ. ερχεται ουν προσ σιμωνα πετρον • και λεγει αυτω εκεινοσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συ μου νιπτεισ τουσ ποδασ; απεκριθη ιηhοσυα και ειπεν αυτω • hο εγω ποιω συ ουκ οιδασ αρτι, γνωση δε μετα ταυτα. λεγει αυτω πετροσ • ου μη νιψησ τουσ ποδασ μου εισ τον αιωνα. απεκριθη ιηhοσυα αυτω • εαν μη νιψω σε, ουκ εχεισ μεροσ μετ εμου. λεγει αυτω σιμων πετροσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, μη τουσ ποδασ μου μονον αλλα και τασ χειρασ και την κεφαλην. λεγει αυτω hο ιηhοσυα • hο λελουμενοσ ουκ εχει χρειαν η τουσ ποδασ νιψασθαι, αλλ εστιν καθαροσ hολοσ • και hυμεισ καθαροι εστε, αλλ ουχι παντεσ. ηδει γαρ τον παραδιδοντα αυτον • δια τουτο ειπεν • ουχι παντεσ καθαροι εστε. hοτε ουν ενιψεν τουσ ποδασ αυτων και ελαβεν τα hιματια αυτου, αναπεσων παλιν, ειπεν αυτοισ • γινωσκετε τι πεποιηκα hυμιν; hυμεισ φωνειτε με • hο διδασκαλοσ, και • hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και καλωσ λεγετε • ειμι γαρ • ει ουν εγω ενιψα hυμων τουσ ποδασ hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh και hο διδασκαλοσ, και hυμεισ οφειλετε αλληλων νιπτειν τουσ ποδασ. hυποδειγμα γαρ εδωκα hυμιν, hινα καθωσ εγω εποιησα hυμιν και hυμεισ ποιητε. αμην αμην λεγω hυμιν, ουκ εστιν δουλοσ μειζων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου, ουδε αποστολοσ μειζων του πεμψαντοσ αυτον. ει ταυτα οιδατε, μακαριοι εστε εαν ποιητε αυτα. ου περι παντων hυμων λεγω • εγω οιδα hουσ εξελεξαμην • αλλ hινα hη γραφη πληρωθη • hο τρωγων μετ εμου τον αρτον επηρεν επ εμε την πτερναν αυτου. απ αρτι λεγω hυμιν προ του γενεσθαι, hινα hοταν γενηται πιστευσητε hοτι εγω ειμι. αμην αμην λεγω hυμιν, hο λαμβανων αν τινα πεμψω εμε λαμβανει, hο δε εμε λαμβανων λαμβανει τον πεμψαντα με. ταυτα ειπων hο ιηhοσυα εταραχθη τω πνευματι και εμαρτυρησεν και ειπεν • αμην αμην λεγω hυμιν hοτι hεισ εξ hυμων παραδωσει με. εβλεπον ουν εισ αλληλουσ hοι μαθηται, απορουμενοι περι τινοσ λεγει. ην δε ανακειμενοσ hεισ εκ των μαθητων αυτου εν τω κολπω του ιηhοσυα, hον ηγαπα hο ιηhοσυα. νευει ουν τουτω σιμων πετροσ πυθεσθαι τισ αν ειη περι hου λεγει. επιπεσων δε εκεινοσ επι το στηθοσ του ιηhοσυα λεγει αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τισ εστιν; αποκρινεται hο ιηhοσυα • εκεινοσ εστιν hω εγω εμβαψασ το ψωμιον επιδωσω. και εμβαψασ το ψωμιον διδωσιν ιηhυδα σιμωνοσ ισκαριωτη. και μετα το ψωμιον, τοτε εισηλθεν εισ εκεινον hο σατανασ. λεγει ουν αυτω hο ιηhοσυα • hο ποιεισ ποιησον ταχιον. τουτο δε ουδεισ εγνω των ανακειμενων προσ τι ειπεν αυτω • τινεσ γαρ εδοκουν, επει το γλωσσοκομον ειχεν hο ιηhυδασ, hοτι λεγει αυτω hο ιηhοσυα • αγορασον hων χρειαν εχομεν εισ την hεορτην, η τοισ πτωχοισ hινα τι δω. λαβων ουν το ψωμιον εκεινοσ ευθεωσ εξηλθεν • ην δε νυξ. hοτε ουν εξηλθεν, λεγει hο ιηhοσυα • νυν εδοξασθη hο hυιοσ του ανθρωπου, και hο θεοσ εδοξασθη εν αυτω. ει hο θεοσ εδοξασθη εν αυτω, και hο θεοσ δοξασει αυτον εν hεαυτω, και ευθυσ δοξασει αυτον. τεκνια, ετι μικρον μεθ hυμων ειμι • ζητησετε με, και καθωσ ειπον τοισ ιηhυδαιοισ hοτι hοπου εγω hυπαγω hυμεισ ου δυνασθε ελθειν, και hυμιν λεγω αρτι. εντολην καινην διδωμι hυμιν, hινα αγαπατε αλληλουσ • καθωσ ηγαπησα hυμασ, hινα και hυμεισ αγαπατε αλληλουσ. εν τουτω γνωσονται παντεσ hοτι εμοι μαθηται εστε, εαν αγαπην εχητε εν αλληλοισ. λεγει αυτω σιμων πετροσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, που hυπαγεισ; απεκριθη αυτω hο ιηhοσυα • hοπου hυπαγω ου δυνασαι μοι νυν ακολουθησαι, hυστερον δε ακολουθησεισ μοι. λεγει αυτω πετροσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δια τι ου δυναμαι σοι ακολουθησαι αρτι; την ψυχην μου hυπερ σου θησω. αποκρινεται ιηhοσυα • την ψυχην σου hυπερ εμου θησεισ. αμην αμην λεγω σοι, ου μη αλεκτωρ φωνηση hεωσ hου απαρνηση με τρισ.

14

μη ταρασσεσθω hυμων hη καρδια • πιστευετε εισ τον θεον, και εισ εμε πιστευετε. εν τη οικια του πατροσ μου μοναι πολλαι εισιν • ει δε μη, ειπον αν hυμιν, hοτι πορευομαι hετοιμασαι τοπον hυμιν. και εαν πορευθω και hετοιμασω hυμιν τοπον, παλιν ερχομαι και παραλημψομαι hυμασ προσ εμαυτον, hινα hοπου ειμι εγω και hυμεισ ητε. και hοπου εγω hυπαγω οιδατε και την hοδον οιδατε. λεγει αυτω θωμασ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ουκ οιδαμεν που hυπαγεισ • και πωσ δυναμεθα την hοδον ειδεναι; λεγει αυτω hο ιηhοσυα • εγω ειμι hη hοδοσ και hη αληθεια και hη ζωη • ουδεισ ερχεται προσ τον πατερα ει μη δι εμου. ει εγνωκειτε με, και τον πατερα μου εγνωκειτε αν • και απ αρτι γινωσκετε αυτον και hεωρακατε αυτον. λεγει αυτω φιλιπποσ • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, δειξον hημιν τον πατερα, και αρκει hημιν. λεγει αυτω ιηhοσυα • τοσουτον χρονον μεθ hυμων ειμι, και ουκ εγνωκασ με, φιλιππε; hο hεωρακωσ εμε hεωρακεν τον πατερα • και πωσ συ λεγεισ • δειξον hημιν τον πατερα; ου πιστευεισ hοτι εγω εν τω πατρι και hο πατηρ εν εμοι εστιν; τα ρηματα hα εγω λαλω hυμιν απ εμαυτου ου λαλω • hο δε πατηρ hο εν εμοι μενων αυτοσ ποιει τα εργα. πιστευετε μοι hοτι εγω εν τω πατρι και hο πατηρ εν εμοι • ει δε μη, δια τα εργα αυτα πιστευετε μοι. αμην αμην λεγω hυμιν, hο πιστευων εισ εμε, τα εργα hα εγω ποιω κακεινοσ ποιησει, και μειζονα τουτων ποιησει • hοτι εγω προσ τον πατερα πορευομαι • και hο τι αν αιτησητε εν τω ονοματι μου, τουτο ποιησω, hινα δοξασθη hο πατηρ εν τω hυιω. εαν τι αιτησητε εν τω ονοματι μου εγω ποιησω. εαν αγαπατε με, τασ εντολασ τασ εμασ τηρησατε • και εγω ερωτησω τον πατερα και αλλον παρακλητον δωσει hυμιν, hινα η μεθ hυμων εισ τον αιωνα, το πνευμα τησ αληθειασ, hο hο κοσμοσ ου δυναται λαβειν, hοτι ου θεωρει αυτο ουδε γινωσκει αυτο • hυμεισ δε γινωσκετε αυτο, hοτι παρ hυμιν μενει και εν hυμιν εσται. ουκ αφησω hυμασ ορφανουσ, ερχομαι προσ hυμασ. ετι μικρον και hο κοσμοσ με ουκετι θεωρει • hυμεισ δε θεωρειτε με • hοτι εγω ζω και hυμεισ ζησεσθε. εν εκεινη τη hημερα γνωσεσθε hυμεισ hοτι εγω εν τω πατρι μου και hυμεισ εν εμοι καγω εν hυμιν. hο εχων τασ εντολασ μου και τηρων αυτασ, εκεινοσ εστιν hο αγαπων με • hο δε αγαπων με αγαπηθησεται hυπο του πατροσ μου • και εγω αγαπησω αυτον και εμφανισω αυτω εμαυτον. λεγει αυτω ιηhυδασ (ουχ hο ισκαριωτησ) • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τι γεγονεν hοτι hημιν μελλεισ εμφανιζειν σεαυτον και ουχι τω κοσμω; απεκριθη ιηhοσυα και ειπεν αυτω • εαν τισ αγαπα με, τον λογον μου τηρησει, και hο πατηρ μου αγαπησει αυτον • και προσ αυτον ελευσομεθα και μονην παρ αυτω ποιησομεν. hο μη αγαπων με τουσ λογουσ μου ου τηρει. και hο λογοσ hον ακουετε ουκ εστιν εμοσ αλλα του πεμψαντοσ με πατροσ. ταυτα λελαληκα hυμιν παρ hυμιν μενων • hο δε παρακλητοσ, το πνευμα το hαγιον hο πεμψει hο πατηρ εν τω ονοματι μου, εκεινοσ hυμασ διδαξει παντα και hυπομνησει hυμασ παντα hα ειπον hυμιν. ειρηνην αφιημι hυμιν, ειρηνην την εμην διδωμι hυμιν • ου καθωσ hο κοσμοσ διδωσιν εγω διδωμι hυμιν. μη ταρασσεσθω hυμιν hη καρδια μηδε δειλιατω. ηκουσατε hοτι εγω ειπον hυμιν • hυπαγω και ερχομαι προσ hυμασ. ει ηγαπατε με, εχαρητε αν hοτι πορευομαι προσ τον πατερα, hοτι hο πατηρ μου μειζων μου εστιν. και νυν ειρηκα hυμιν πριν γενεσθαι, hινα hοταν γενηται πιστευσητε. ουκετι πολλα λαλησω μεθ hυμων, ερχεται γαρ hο του κοσμου αρχων, και εν εμοι ουκ εχει ουδεν • αλλ hινα γνω hο κοσμοσ hοτι αγαπω τον πατερα, και καθωσ ενετειλατο μοι hο πατηρ, hουτωσ ποιω. εγειρεσθε, αγωμεν εντευθεν.

15

εγω ειμι hη αμπελοσ hη αληθινη, και hο πατηρ μου hο γεωργοσ εστιν. παν κλημα εν εμοι μη φερον καρπον, αιρει αυτο • και παν το καρπον φερον, καθαιρει αυτο hινα πλειονα καρπον φερη. ηδη hυμεισ καθαροι εστε δια τον λογον hον λελαληκα hυμιν. μεινατε εν εμοι, καγω εν hυμιν. καθωσ το κλημα ου δυναται καρπον φερειν αφ hεαυτου εαν μη μεινη εν τη αμπελω, hουτωσ ουδε hυμεισ εαν μη εν εμοι μενητε. εγω ειμι hη αμπελοσ, hυμεισ τα κληματα. hο μενων εν εμοι καγω εν αυτω, hουτοσ φερει καρπον πολυν • hοτι χωρισ εμου ου δυνασθε ποιειν ουδεν. εαν μη τισ μενη εν εμοι, εβληθη εξω hωσ το κλημα και εξηρανθη, και συναγουσιν αυτα και εισ το πυρ βαλλουσιν, και καιεται. εαν μεινητε εν εμοι και τα ρηματα μου εν hυμιν μεινη, hο εαν θελητε αιτησεσθε, και γενησεται hυμιν. εν τουτω εδοξασθη hο πατηρ μου, hινα καρπον πολυν φερητε • και γενησεσθε εμοι μαθηται. καθωσ ηγαπησεν με hο πατηρ, καγω ηγαπησα hυμασ • μεινατε εν τη αγαπη τη εμη. εαν τασ εντολασ μου τηρησητε, μενειτε εν τη αγαπη μου, καθωσ εγω τασ εντολασ του πατροσ μου τετηρηκα και μενω αυτου εν τη αγαπη. ταυτα λελαληκα hυμιν hινα hη χαρα hη εμη εν hυμιν η και hη χαρα hυμων πληρωθη. hαυτη εστιν hη εντολη hη εμη, hινα αγαπατε αλληλουσ καθωσ ηγαπησα hυμασ. μειζονα ταυτησ αγαπην ουδεισ εχει, hινα τισ την ψυχην αυτου θη hυπερ των φιλων αυτου. hυμεισ φιλοι μου εστε, εαν ποιητε hοσα εγω εντελλομαι hυμιν. ουκετι λεγω hυμασ δουλουσ, hοτι hο δουλοσ ουκ οιδεν τι ποιει αυτου hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh • hυμασ δε ειρηκα φιλουσ, hοτι παντα hα ηκουσα παρα του πατροσ μου εγνωρισα hυμιν. ουχ hυμεισ με εξελεξασθε, αλλ εγω εξελεξαμην hυμασ, και εθηκα hυμασ hινα hυμεισ hυπαγητε και καρπον φερητε και hο καρποσ hυμων μενη, hινα hο τι αν αιτησητε τον πατερα εν τω ονοματι μου δω hυμιν. ταυτα εντελλομαι hυμιν, hινα αγαπατε αλληλουσ. ει hο κοσμοσ hυμασ μισει, γινωσκετε hοτι εμε πρωτον hυμων μεμισηκεν. ει εκ του κοσμου ητε, hο κοσμοσ αν το ιδιον εφιλει • hοτι δε εκ του κοσμου ουκ εστε, αλλ εγω εξελεξαμην hυμασ εκ του κοσμου, δια τουτο μισει hυμασ hο κοσμοσ. μνημονευετε του λογου hου εγω ειπον hυμιν • ουκ εστιν δουλοσ μειζων φωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτου. ει εμε εδιωξαν, και hυμασ διωξουσιν • ει τον λογον μου ετηρησαν, και τον hυμετερον τηρησουσιν. αλλα ταυτα παντα ποιηhοσυασιν hυμιν δια το ονομα μου, hοτι ουκ οιδασιν τον πεμψαντα με. ει μη ηλθον και ελαλησα αυτοισ, hαμαρτιαν ουκ ειχον • νυν δε προφασιν ουκ εχουσιν περι τησ hαμαρτιασ αυτων. hο εμε μισων και τον πατερα μου μισει. ει τα εργα μη εποιησα εν αυτοισ hα ουδεισ αλλοσ εποιησεν, hαμαρτιαν ουκ ειχον • νυν δε και hεωρακασιν και μεμισηκασιν και εμε και τον πατερα μου. αλλ hινα πληρωθη hο λογοσ hο γεγραμμενοσ εν τω νομω αυτων hοτι εμισησαν με δωρεαν. hοταν δε ελθη hο παρακλητοσ hον εγω πεμψω hυμιν παρα του πατροσ, το πνευμα τησ αληθειασ hο παρα του πατροσ εκπορευεται, εκεινοσ μαρτυρησει περι εμου. και hυμεισ δε μαρτυρειτε, hοτι απ αρχησ μετ εμου εστε.

16

ταυτα λελαληκα hυμιν hινα μη σκανδαλισθητε. αποσυναγωγουσ ποιηhοσυασιν hυμασ • αλλ ερχεται hωρα hινα πασ hο αποκτεινασ hυμασ δοξη λατρειαν προσφερειν τω θεω. και ταυτα ποιηhοσυασιν hοτι ουκ εγνωσαν τον πατερα ουδε εμε. αλλα ταυτα λελαληκα hυμιν hινα hοταν ελθη hη hωρα μνημονευητε αυτων, hοτι εγω ειπον hυμιν • ταυτα δε hυμιν εξ αρχησ ουκ ειπον, hοτι μεθ hυμων ημην. νυν δε hυπαγω προσ τον πεμψαντα με, και ουδεισ εξ hυμων ερωτα με • που hυπαγεισ; αλλ hοτι ταυτα λελαληκα hυμιν, hη λυπη πεπληρωκεν hυμων την καρδιαν. αλλ εγω την αληθειαν λεγω hυμιν, συμφερει hυμιν hινα εγω απελθω • εαν γαρ εγω μη απελθω, hο παρακλητοσ ουκ ελευσεται προσ hυμασ • εαν δε πορευθω, πεμψω αυτον προσ hυμασ. και ελθων εκεινοσ ελεγξει τον κοσμον περι hαμαρτιασ και περι δικαιοσυνησ και περι κρισεωσ • περι hαμαρτιασ μεν, hοτι ου πιστευουσιν εισ εμε • περι δικαιοσυνησ δε, hοτι προσ τον πατερα μου hυπαγω και ουκετι θεωρειτε με • περι δε κρισεωσ, hοτι hο αρχων του κοσμου τουτου κεκριται. ετι πολλα εχω λεγειν hυμιν, αλλ ου δυνασθε βασταζειν αρτι. hοταν δε ελθη εκεινοσ, το πνευμα τησ αληθειασ, hοδηγησει hυμασ εισ την αληθειαν πασαν • ου γαρ λαλησει αφ hεαυτου, αλλ hοσα εαν ακουση λαλησει, και τα ερχομενα αναγγελει hυμιν. εκεινοσ εμε δοξασει, hοτι εκ του εμου λημψεται και αναγγελει hυμιν. παντα hοσα εχει hο πατηρ εμα εστιν • δια τουτο ειπον hοτι εκ του εμου λαμβανει και αναγγελει hυμιν. μικρον και ου θεωρειτε με, και παλιν μικρον και οψεσθε με, [hοτι hυπαγω προσ τον πατερα]. ειπον ουν εκ των μαθητων αυτου προσ αλληλουσ • τι εστιν τουτο hο λεγει hημιν • μικρον και ου θεωρειτε με, και παλιν μικρον και οψεσθε με; και • hοτι hυπαγω προσ τον πατερα; ελεγον ουν • τουτο τι εστιν hο λεγει το μικρον; ουκ οιδαμεν τι λαλει. εγνω ουν hο ιηhοσυα hοτι ηθελον αυτον ερωταν, και ειπεν αυτοισ • περι τουτου ζητειτε μετ αλληλων hοτι ειπον • μικρον και ου θεωρειτε με, και παλιν μικρον και οψεσθε με; αμην αμην λεγω hυμιν hοτι κλαυσετε και θρηνησετε hυμεισ, hο δε κοσμοσ χαρησεται • hυμεισ δε λυπηθησεσθε, αλλ hη λυπη hυμων εισ χαραν γενησεται. hη γυνη hοταν τικτη λυπην εχει, hοτι ηλθεν hη hωρα αυτησ • hοταν δε γεννηση το παιδιον, ουκετι μνημονευει τησ θλιψεωσ δια την χαραν hοτι εγεννηθη ανθρωποσ εισ τον κοσμον. και hυμεισ ουν λυπην μεν νυν εχετε • παλιν δε οψομαι hυμασ, και χαρησεται hυμων hη καρδια, και την χαραν hυμων ουδεισ αιρει αφ hυμων. και εν εκεινη τη hημερα εμε ουκ ερωτησετε ουδεν. αμην αμην λεγω hυμιν hοτι hοσα αν αιτησητε τον πατερα εν τω ονοματι μου, δωσει hυμιν. hεωσ αρτι ουκ ητησατε ουδεν εν τω ονοματι μου • αιτειτε και λημψεσθε, hινα hη χαρα hυμων η πεπληρωμενη. ταυτα εν παροιμιαισ λελαληκα hυμιν • ερχεται hωρα hοτε ουκετι εν παροιμιαισ λαλησω hυμιν, αλλα παρρησια περι του πατροσ απαγγελω hυμιν. εν εκεινη τη hημερα εν τω ονοματι μου αιτησεσθε, και ου λεγω hυμιν hοτι εγω ερωτησω τον πατερα περι hυμων • αυτοσ γαρ hο πατηρ φιλει hυμασ, hοτι hυμεισ εμε πεφιληκατε και πεπιστευκατε hοτι εγω παρα του θεου εξηλθον. εξηλθον παρα του πατροσ και εληλυθα εισ τον κοσμον • παλιν αφιημι τον κοσμον και πορευομαι προσ τον πατερα. λεγουσιν αυτω hοι μαθηται αυτου • ιδε νυν παρρησια λαλεισ, και παροιμιαν ουδεμιαν λεγεισ. νυν οιδαμεν hοτι οιδασ παντα και ου χρειαν εχεισ hινα τισ σε ερωτα • εν τουτω πιστευομεν hοτι απο θεου εξηλθεσ. απεκριθη αυτοισ hο ιηhοσυα • αρτι πιστευετε; ιδου ερχεται hωρα και εληλυθεν hινα σκορπισθητε hεκαστοσ εισ τα ιδια και εμε μονον αφητε • και ουκ ειμι μονοσ, hοτι hο πατηρ μετ εμου εστιν. ταυτα λελαληκα hυμιν hινα εν εμοι ειρηνην εχητε. εν τω κοσμω θλιψιν εχετε • αλλα θαρσειτε, εγω νενικηκα τον κοσμον.

17

ταυτα ελαλησεν hο ιηhοσυα, και επηρεν τουσ οφθαλμουσ αυτου εισ τον ουρανον και ειπεν • πατερ, εληλυθεν hη hωρα • δοξασον σου τον hυιον, hινα hο hυιοσ σου δοξαση σε, καθωσ εδωκασ αυτω εξουσιαν πασησ σαρκοσ, hινα παν hο δεδωκασ αυτω δωση αυτοισ ζωην αιωνιον. hαυτη δε εστιν hη αιωνιοσ ζωη, hινα γινωσκωσιν σε τον μονον αληθινον θεον και hον απεστειλασ ιηhοσυα χριστον. εγω σε εδοξασα επι τησ γησ, το εργον ετελειωσα hο δεδωκασ μοι hινα ποιησω • και νυν δοξασον με συ, πατερ, παρα σεαυτω τη δοξη hη ειχον προ του τον κοσμον ειναι παρα σοι. εφανερωσα σου το ονομα τοισ ανθρωποισ hουσ δεδωκασ μοι εκ του κοσμου • σοι ησαν και εμοι αυτουσ δεδωκασ • και τον λογον σου τετηρηκασιν. νυν εγνωκαν hοτι παντα hοσα δεδωκασ μοι παρα σου εστιν • hοτι τα ρηματα hα δεδωκασ μοι δεδωκα αυτοισ, και αυτοι ελαβον • και εγνωσαν αληθωσ hοτι παρα σου εξηλθον, και επιστευσαν hοτι συ με απεστειλασ. εγω περι αυτων ερωτω • ου περι του κοσμου ερωτω, αλλα περι hων δεδωκασ μοι, hοτι σοι εισιν, (και τα εμα παντα σα εστιν, και τα σα εμα), και δεδοξασμαι εν αυτοισ. και ουκετι ειμι εν τω κοσμω, και hουτοι εν τω κοσμω εισιν, και εγω προσ σε ερχομαι. πατερ hαγιε, τηρησον αυτουσ εν τω ονοματι σου hω δεδωκασ μοι, hινα ωσιν hεν καθωσ hημεισ. hοτε ημην μετ αυτων εγω ετηρουν αυτουσ εν τω ονοματι σου • hουσ δεδωκασ μοι εφυλαξα, και ουδεισ εξ αυτων απωλετο ει μη hο hυιοσ τησ απωλειασ, hινα hη γραφη πληρωθη. νυν δε προσ σε ερχομαι, και ταυτα λαλω εν τω κοσμω hινα εχωσιν την χαραν την εμην πεπληρωμενην εν hεαυτοισ. εγω δεδωκα αυτοισ τον λογον σου, και hο κοσμοσ εμισησεν αυτουσ, hοτι ουκ εισιν εκ του κοσμου καθωσ εγω ουκ ειμι εκ του κοσμου. ουκ ερωτω hινα αρησ αυτουσ εκ του κοσμου, αλλ hινα τηρησησ αυτουσ εκ του πονηρου. εκ του κοσμου ουκ εισιν καθωσ εγω ουκ ειμι εκ του κοσμου. hαγιασον αυτουσ εν τη αληθεια • hο λογοσ hο σοσ αληθεια εστιν. καθωσ εμε απεστειλασ εισ τον κοσμον, καγω απεστειλα αυτουσ εισ τον κοσμον • και hυπερ αυτων εγω hαγιαζω εμαυτον, hινα ωσιν και αυτοι hηγιασμενοι εν αληθεια. ου περι τουτων δε ερωτω μονον, αλλα και περι των πιστευοντων δια του λογου αυτων εισ εμε, hινα παντεσ hεν ωσιν, καθωσ συ, πατερ, εν εμοι καγω εν σοι, hινα και αυτοι εν hημιν hεν ωσιν, hινα hο κοσμοσ πιστευση hοτι συ με απεστειλασ. και εγω την δοξαν hην δεδωκασ μοι δεδωκα αυτοισ, hινα ωσιν hεν καθωσ hημεισ hεν εσμεν, εγω εν αυτοισ και συ εν εμοι, hινα ωσιν τετελειωμενοι εισ hεν, και hινα γινωσκη hο κοσμοσ hοτι συ με απεστειλασ και ηγαπησασ αυτουσ καθωσ εμε ηγαπησασ. πατερ, hουσ δεδωκασ μοι, θελω hινα hοπου ειμι εγω κακεινοι ωσιν μετ εμου, hινα θεωρωσιν την δοξαν την εμην, hην δεδωκασ μοι hοτι ηγαπησασ με προ καταβολησ κοσμου. πατερ δικαιε, και hο κοσμοσ σε ουκ εγνω, εγω δε σε εγνων • και hουτοι εγνωσαν hοτι συ με απεστειλασ. και εγνωρισα αυτοισ το ονομα σου και γνωρισω, hινα hη αγαπη hην ηγαπησασ με εν αυτοισ η καγω εν αυτοισ.

18

ταυτα ειπων hο ιηhοσυα εξηλθεν συν τοισ μαθηταισ αυτου περαν του χειμαρρου του κεδρων, hοπου ην κηποσ, εισ hον εισηλθεν αυτοσ και hοι μαθηται αυτου. ηδει δε και ιηhυδασ hο παραδιδουσ αυτον τον τοπον, hοτι πολλακισ συνηχθη hο ιηhοσυα εκει μετα των μαθητων αυτου. hο ουν ιηhυδασ λαβων την σπειραν και εκ των αρχιερεων και φαρισαιων hυπηρετασ ερχεται εκει μετα φανων και λαμπαδων και hοπλων. ιηhοσυα ουν ειδωσ παντα τα ερχομενα επ αυτον εξελθων ειπεν αυτοισ • τινα ζητειτε; απεκριθησαν αυτω • ιηhοσυα τον ναζωραιον. λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • εγω ειμι. hειστηκει δε και ιηhυδασ hο παραδιδουσ αυτον μετ αυτων. hωσ ουν ειπεν αυτοισ • εγω ειμι, απηλθον εισ τα οπισω και επεσον χαμαι. παλιν ουν επηρωτησεν αυτουσ • τινα ζητειτε; hοι δε ειπον • ιηhοσυα τον ναζωραιον. απεκριθη ιηhοσυα • ειπον hυμιν hοτι εγω ειμι • ει ουν εμε ζητειτε, αφετε τουτουσ hυπαγειν • hινα πληρωθη hο λογοσ hον ειπεν, hοτι hουσ δεδωκασ μοι, ουκ απωλεσα εξ αυτων ουδενα. σιμων ουν πετροσ εχων μαχαιραν hειλκυσεν αυτην και επαισεν τον του αρχιερεωσ δουλον και απεκοψεν αυτου το ωτιον το δεξιον • ην δε ονομα τω δουλω μαλχοσ. ειπεν ουν hο ιηhοσυα τω πετρω • βαλε την μαχαιραν εισ την θηκην • το ποτηριον hο δεδωκεν μοι hο πατηρ, ου μη πιω αυτο; hη ουν σπειρα και hο χιλιαρχοσ και hοι hυπηρεται των ιηhυδαιων συνελαβον τον ιηhοσυα και εδησαν αυτον, και απηγαγον αυτον προσ ανναν πρωτον • ην γαρ πενθεροσ του καιαφα, hοσ ην αρχιερευσ του ενιαυτου εκεινου. ην δε καιαφασ hο συμβουλευσασ τοισ ιηhυδαιοισ hοτι συμφερει hενα ανθρωπον απολεσθαι hυπερ του λαου. ηκολουθει δε τω ιηhοσυα σιμων πετροσ και hο αλλοσ μαθητησ • hο δε μαθητησ εκεινοσ ην γνωστοσ τω αρχιερει και συνεισηλθεν τω ιηhοσυα εισ την αυλην του αρχιερεωσ • hο δε πετροσ hειστηκει προσ τη θυρα εξω. εξηλθεν ουν hο μαθητησ hο αλλοσ hοσ ην γνωστοσ τω αρχιερει, και ειπεν τη θυρωρω και εισηγαγεν τον πετρον. λεγει ουν hη παιδισκη hη θυρωροσ τω πετρω • μη και συ εκ των μαθητων ει του ανθρωπου τουτου; λεγει εκεινοσ • ουκ ειμι. hειστηκεισαν δε hοι δουλοι και hοι hυπηρεται ανθρακιαν πεποιηκοτεσ, hοτι ψυχοσ ην, και εθερμαινοντο • ην δε μετ αυτων hο πετροσ hεστωσ και θερμαινομενοσ. hο ουν αρχιερευσ ηρωτησεν τον ιηhοσυα περι των μαθητων αυτου και περι τησ διδαχησ αυτου. απεκριθη αυτω hο ιηhοσυα • εγω παρρησια λελαληκα τω κοσμω • εγω παντοτε εδιδαξα εν συναγωγη και εν τω hιερω, hοπου παντεσ hοι ιηhυδαιοι συνερχονται, και εν κρυπτω ελαλησα ουδεν. τι με ερωτασ; επερωτησον τουσ ακηκοοτασ τι ελαλησα αυτοισ • ιδε hουτοι οιδασιν hα ειπον εγω. ταυτα δε αυτου ειποντοσ hεισ των hυπηρετων παρεστηκωσ εδωκεν ραπισμα τω ιηhοσυα ειπων • hουτωσ αποκρινη τω αρχιερει; απεκριθη αυτω hο ιηhοσυα • ει κακωσ ελαλησα, μαρτυρησον περι του κακου • ει δε καλωσ, τι με δερεισ; απεστειλεν ουν αυτον hο αννασ δεδεμενον προσ καιαφαν τον αρχιερεα. ην δε σιμων πετροσ hεστωσ και θερμαινομενοσ • ειπον ουν αυτω • μη και συ εκ των μαθητων αυτου ει; ηρνησατο εκεινοσ και ειπεν • ουκ ειμι. λεγει hεισ εκ των δουλων του αρχιερεωσ, συγγενησ ων hου απεκοψεν πετροσ το ωτιον • ουκ εγω σε ειδον εν τω κηπω μετ αυτου; παλιν ουν ηρνησατο πετροσ • και ευθεωσ αλεκτωρ εφωνησεν. αγουσιν ουν τον ιηhοσυα απο του καιαφα εισ το πραιτωριον, (ην δε πρωι) • και αυτοι ουκ εισηλθον εισ το πραιτωριον, hινα μη μιανθωσιν αλλα φαγωσιν το πασχα. εξηλθεν ουν hο πειλατοσ προσ αυτουσ και ειπεν • τινα κατηγοριαν φερετε κατα του ανθρωπου τουτου; απεκριθησαν και ειπον αυτω • ει μη ην hουτοσ κακοποιοσ, ουκ αν σοι παρεδωκαμεν αυτον. ειπεν ουν αυτοισ hο πειλατοσ • λαβετε αυτον hυμεισ και κατα τον νομον hυμων κρινατε αυτον. ειπον ουν αυτω hοι ιηhυδαιοι • hημιν ουκ εξεστιν αποκτειναι ουδενα • hινα hο λογοσ του ιηhοσυα πληρωθη, hον ειπεν σημαινων ποιω θανατω ημελλεν αποθνησκειν. εισηλθεν ουν εισ το πραιτωριον παλιν hο πειλατοσ και εφωνησεν τον ιηhοσυα και ειπεν αυτω • συ ει hο βασιλευσ των ιηhυδαιων; απεκριθη αυτω hο ιηhοσυα • αφ hεαυτου συ τουτο λεγεισ, η αλλοι σοι ειπον περι εμου; απεκριθη hο πειλατοσ • μητι εγω ιηhυδαιοσ ειμι; το εθνοσ το σον και hοι αρχιερεισ παρεδωκαν σε εμοι • τι εποιησασ; απεκριθη ιηhοσυα • hη βασιλεια hη εμη ουκ εστιν εκ του κοσμου τουτου. ει εκ του κοσμου τουτου ην hη βασιλεια hη εμη, hοι hυπηρεται αν hοι εμοι ηγωνιζοντο, hινα μη παραδοθω τοισ ιηhυδαιοισ • νυν δε hη βασιλεια hη εμη ουκ εστιν εντευθεν. ειπεν ουν αυτω hο πειλατοσ • ουκουν βασιλευσ ει συ; απεκριθη hο ιηhοσυα • συ λεγεισ, hοτι βασιλευσ ειμι εγω. εγω εισ τουτο γεγεννημαι και εισ τουτο εληλυθα εισ τον κοσμον hινα μαρτυρησω τη αληθεια. πασ hο ων εκ τησ αληθειασ ακουει μου τησ φωνησ. λεγει αυτω hο πειλατοσ • τι εστιν αληθεια; και τουτο ειπων παλιν εξηλθεν προσ τουσ ιηhυδαιουσ • και λεγει αυτοισ • εγω ουδεμιαν αιτιαν hευρισκω εν αυτω • εστιν δε συνηθεια hυμιν hινα hενα hυμιν απολυσω εν τω πασχα • βουλεσθε ουν hυμιν απολυσω τον βασιλεα των ιηhυδαιων; εκραυγασαν ουν παλιν παντεσ λεγοντεσ • μη τουτον, αλλα τον βαραββαν. ην δε hο βαραββασ ληστησ.

19

τοτε ουν ελαβεν hο πειλατοσ τον ιηhοσυα και εμαστιγωσεν. και hοι στρατιωται πλεξαντεσ στεφανον εξ ακανθων επεθηκαν αυτου τη κεφαλη, και hιματιον πορφυρουν περιεβαλον αυτον, και ηρχοντο προσ αυτον και ελεγον • χαιρε hο βασιλευσ των ιηhυδαιων • και εδιδουν αυτω ραπισματα. και εξηλθεν παλιν εξω hο πειλατοσ και λεγει αυτοισ • ιδε αγω hυμιν αυτον εξω, hινα γνωτε hοτι ουδεμιαν εν αυτω αιτιαν hευρισκω. εξηλθεν ουν hο ιηhοσυα εξω, φορων τον ακανθινον στεφανον και το πορφυρουν hιματιον. και λεγει αυτοισ • ιδε hο ανθρωποσ. hοτε ουν ιδον αυτον hοι αρχιερεισ και hοι hυπηρεται, εκραυγασαν λεγοντεσ • σταυρωσον σταυρωσον αυτον. λεγει αυτοισ hο πειλατοσ • λαβετε αυτον hυμεισ και σταυρωσατε • εγω γαρ ουχ hευρισκω εν αυτω αιτιαν. απεκριθησαν αυτω hοι ιηhυδαιοι • hημεισ νομον εχομεν, και κατα τον νομον hημων οφειλει αποθανειν, hοτι hεαυτον hυιον θεου εποιησεν. hοτε ουν ηκουσεν hο πειλατοσ τουτον τον λογον, μαλλον εφοβηθη, και εισηλθεν εισ το πραιτωριον παλιν και λεγει τω ιηhοσυα • ποθεν ει συ; hο δε ιηhοσυα αποκρισιν ουκ εδωκεν αυτω. λεγει ουν αυτω hο πειλατοσ • εμοι ου λαλεισ; ουκ οιδασ hοτι εξουσιαν εχω απολυσαι σε και εξουσιαν εχω σταυρωσαι σε; απεκριθη hο ιηhοσυα • ουκ ειχεσ εξουσιαν ουδεμιαν κατ εμου ει μη ην σοι δεδομενον ανωθεν • δια τουτο hο παραδιδουσ με σοι μειζονα hαμαρτιαν εχει. εκ τουτου εζητει hο πειλατοσ απολυσαι αυτον • hοι δε ιηhυδαιοι εκραυγαζον λεγοντεσ • εαν τουτον απολυσησ, ουκ ει φιλοσ του καισαροσ • πασ hο βασιλεα hεαυτον ποιων αντιλεγει τω καισαρι. hο ουν πειλατοσ ακουσασ των λογων τουτων ηγαγεν εξω τον ιηhοσυα, και εκαθισεν επι βηματοσ εισ τοπον λεγομενον λιθοστρωτον, hεβραιστι δε γαββαθα • (ην δε παρασκευη του πασχα, hωρα ην hωσ hεκτη) • και λεγει τοισ ιηhυδαιοισ • ιδε hο βασιλευσ hυμων. hοι δε εκραυγασαν • αρον αρον, σταυρωσον αυτον. λεγει αυτοισ hο πειλατοσ • τον βασιλεα hυμων σταυρωσω; απεκριθησαν hοι αρχιερεισ • ουκ εχομεν βασιλεα ει μη καισαρα. τοτε ουν παρεδωκεν αυτον αυτοισ hινα σταυρωθη • παρελαβον δε τον ιηhοσυα και απηγαγον. και βασταζων τον σταυρον αυτου εξηλθεν εισ τον λεγομενον κρανιου τοπον, hο λεγεται hεβραιστι γολγοθα, hοπου αυτον εσταυρωσαν, και μετ αυτου αλλουσ δυο εντευθεν και εντευθεν, μεσον δε τον ιηhοσυα. εγραψεν δε και τιτλον hο πειλατοσ και εθηκεν επι του σταυρου • ην δε γεγραμμενον • ιηhοσυα hο ναζωραιοσ hο βασιλευσ των ιηhυδαιων. τουτον ουν τον τιτλον πολλοι ανεγνωσαν των ιηhυδαιων, hοτι εγγυσ ην hο τοποσ τησ πολεωσ hοπου εσταυρωθη hο ιηhοσυα • και ην γεγραμμενον hεβραιστι, hελληνιστι, ρωμαιστι. ελεγον ουν τω πειλατω hοι αρχιερεισ των ιηhυδαιων • μη γραφε hο βασιλευσ των ιηhυδαιων, αλλ hοτι εκεινοσ ειπεν • βασιλευσ ειμι των ιηhυδαιων. απεκριθη hο πειλατοσ • hο γεγραφα, γεγραφα. hοι ουν στρατιωται, hοτε εσταυρωσαν τον ιηhοσυα, ελαβον τα hιματια αυτου, και εποιησαν τεσσαρα μερη, hεκαστω στρατιωτη μεροσ, και τον χιτωνα. ην δε hο χιτων αραφοσ, εκ των ανωθεν hυφαντοσ δι hολου. ειπον ουν προσ αλληλουσ • μη σχισωμεν αυτον, αλλα λαχωμεν περι αυτου, τινοσ εσται • hινα hη γραφη πληρωθη hη λεγουσα • διεμερισαντο τα hιματια μου hεαυτοισ και επι τον hιματισμον μου εβαλον κληρον. hοι μεν ουν στρατιωται ταυτα εποιησαν. hειστηκεισαν δε παρα τω σταυρω του ιηhοσυα hη μητηρ αυτου και hη αδελφη τησ μητροσ αυτου, μαρια hη του κλωπα και μαρια hη μαγδαληνη. ιηhοσυα ουν ιδων την μητερα και τον μαθητην παρεστωτα hον ηγαπα, λεγει τη μητρι αυτου • γυναι, ιδου hο hυιοσ σου. ειτα λεγει τω μαθητη • ιδου hη μητηρ σου. και απ εκεινησ τησ hωρασ ελαβεν hο μαθητησ αυτην εισ τα ιδια. μετα τουτο ειδωσ hο ιηhοσυα hοτι ηδη παντα τετελεσται, hινα τελειωθη hη γραφη, λεγει • διψω. σκευοσ ουν εκειτο οξουσ μεστον. hοι δε πλησαντεσ σπογγον οξουσ και hυσσωπω περιθεντεσ προσηνεγκαν αυτου τω στοματι. hοτε ουν ελαβεν το οξοσ hο ιηhοσυα, ειπεν • τετελεσται. και κλινασ την κεφαλην παρεδωκεν το πνευμα. hοι ουν ιηhυδαιοι, hινα μη μεινη επι του σταυρου τα σωματα εν τω σαββατω, επει παρασκευη ην, (ην γαρ μεγαλη hη hημερα εκεινου του σαββατου), ηρωτησαν τον πειλατον hινα κατεαγωσιν αυτων τα σκελη και αρθωσιν. ηλθον ουν hοι στρατιωται, και του μεν πρωτου κατεαξαν τα σκελη και του αλλου του συνσταυρωθεντοσ αυτω. επι δε τον ιηhοσυα ελθοντεσ hωσ ειδον αυτον ηδη τεθνηκοτα, ου κατεαξαν αυτου τα σκελη • αλλ hεισ των στρατιωτων λογχη αυτου την πλευραν ενυξεν, και ευθυσ εξηλθεν hαιμα και hυδωρ. και hο hεωρακωσ μεμαρτυρηκεν • και αληθινη αυτου εστιν hη μαρτυρια • κακεινοσ οιδεν hοτι αληθη λεγει, hινα και hυμεισ πιστευσητε. εγενετο γαρ ταυτα hινα hη γραφη πληρωθη • οστουν ου συντριβησεται αυτου. και παλιν hετερα γραφη λεγει • οψονται εισ hον εξεκεντησαν. μετα δε ταυτα ηρωτησεν τον πειλατον hο ιωσηφ hο απο αριμαθαιασ, ων μαθητησ του ιηhοσυα κεκρυμμενοσ δε δια τον φοβον των ιηhυδαιων, hινα αρη το σωμα του ιηhοσυα • και επετρεψεν hο πειλατοσ. ηλθεν ουν και ηρεν το σωμα του ιηhοσυα. ηλθεν δε και νικοδημοσ, hο ελθων προσ τον ιηhοσυα νυκτοσ το πρωτον, φερων μιγμα σμυρνησ και αλοησ hωσ λιτρασ hεκατον. ελαβον ουν το σωμα του ιηhοσυα και εδησαν αυτο εν οθονιοισ μετα των αρωματων, καθωσ εθοσ εστιν τοισ ιηhυδαιοισ ενταφιαζειν. ην δε εν τω τοπω hοπου εσταυρωθη κηποσ, και εν τω κηπω μνημειον καινον, εν hω ουδεπω ουδεισ ετεθη. εκει ουν δια την παρασκευην των ιηhυδαιων, hοτι εγγυσ ην το μνημειον, εθηκαν τον ιηhοσυα.

20

τη δε μια των σαββατων μαρια hη μαγδαληνη ερχεται πρωι σκοτιασ ετι ουσησ εισ το μνημειον • και βλεπει τον λιθον ηρμενον εκ του μνημειου. τρεχει ουν και ερχεται προσ σιμωνα πετρον και προσ τον αλλον μαθητην hον εφιλει hο ιηhοσυα, και λεγει αυτοισ • ηραν τον κυριον εκ του μνημειου, και ουκ οιδαμεν που εθηκαν αυτον. εξηλθεν ουν hο πετροσ και hο αλλοσ μαθητησ, και ηρχοντο εισ το μνημειον. ετρεχον δε hοι δυο hομου • και hο αλλοσ μαθητησ προεδραμεν ταχιον του πετρου και ηλθεν πρωτοσ εισ το μνημειον • και παρακυψασ βλεπει κειμενα τα οθονια • ου μεντοι εισηλθεν. ερχεται ουν σιμων πετροσ ακολουθων αυτω, και εισηλθεν εισ το μνημειον • και θεωρει τα οθονια κειμενα, και το σουδαριον, hο ην επι τησ κεφαλησ αυτου, ου μετα των οθονιων κειμενον αλλα χωρισ εντετυλιγμενον εισ hενα τοπον. τοτε ουν εισηλθεν και hο αλλοσ μαθητησ hο ελθων πρωτοσ εισ το μνημειον, και ειδεν και επιστευσεν • ουδεπω γαρ ηδεισαν την γραφην, hοτι δει αυτον εκ νεκρων αναστηναι. απηλθον ουν παλιν προσ hεαυτουσ hοι μαθηται. μαρια δε hειστηκει προσ τω μνημειω κλαιουσα εξω. hωσ ουν εκλαιεν, παρεκυψεν εισ το μνημειον • και θεωρει δυο αγγελουσ εν λευκοισ καθεζομενουσ, hενα προσ τη κεφαλη και hενα προσ τοισ ποσιν, hοπου εκειτο το σωμα του ιηhοσυα. και λεγουσιν αυτη εκεινοι • γυναι, τι κλαιεισ; λεγει αυτοισ hοτι ηραν τον κυριον μου, και ουκ οιδα που εθηκαν αυτον. ταυτα ειπουσα εστραφη εισ τα οπισω, και θεωρει τον ιηhοσυα hεστωτα • και ουκ ηδει hοτι ιηhοσυα εστιν. λεγει αυτη hο ιηhοσυα • γυναι, τι κλαιεισ; τινα ζητεισ; εκεινη δοκουσα hοτι hο κηπουροσ εστιν, λεγει αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, ει συ εβαστασασ αυτον, ειπε μοι που εθηκασ αυτον, καγω αυτον αρω. λεγει αυτη hο ιηhοσυα • μαρια. στραφεισα εκεινη λεγει αυτω hεβραιστι • ραββουνι, (hο λεγεται διδασκαλε). λεγει αυτη hο ιηhοσυα • μη μου hαπτου • ουπω γαρ αναβεβηκα προσ τον πατερα μου • πορευου δε προσ τουσ αδελφουσ μου και ειπε αυτοισ • αναβαινω προσ τον πατερα μου και πατερα hυμων και θεον μου και θεον hυμων. ερχεται μαρια hη μαγδαληνη αγγελλουσα τοισ μαθηταισ hοτι hεωρακεν τον κυριον και ταυτα ειπεν αυτη. ουσησ ουν οψιασ τη hημερα εκεινη τη μια σαββατων, και των θυρων κεκλεισμενων hοπου ησαν hοι μαθηται δια τον φοβον των ιηhυδαιων, ηλθεν hο ιηhοσυα και εστη εισ το μεσον. και λεγει αυτοισ • ειρηνη hυμιν. και τουτο ειπων εδειξεν τασ χειρασ και την πλευραν αυτοισ. εχαρησαν ουν hοι μαθηται ιδοντεσ τον κυριον. ειπεν ουν αυτοισ hο ιηhοσυα παλιν • ειρηνη hυμιν • καθωσ απεσταλκεν με hο πατηρ, καγω πεμπω hυμασ. και τουτο ειπων ενεφυσησεν και λεγει αυτοισ • λαβετε πνευμα hαγιον • αν τινων αφητε τασ hαμαρτιασ, αφεωνται αυτοισ • αν τινων κρατητε, κεκρατηνται. θωμασ δε hεισ εκ των δωδεκα, hο λεγομενοσ διδυμοσ, ουκ ην μετ αυτων hοτε ηλθεν hο ιηhοσυα. ελεγον ουν αυτω hοι αλλοι μαθηται • hεωρακαμεν τον κυριον. hο δε ειπεν αυτοισ • εαν μη ιδω εν ταισ χερσιν αυτου τον τυπον των hηλων και βαλω τον δακτυλον μου εισ τον τυπον των hηλων και βαλω την χειρα μου εισ την πλευραν αυτου, ου μη πιστευσω. και μεθ hημερασ οκτω παλιν ησαν εσω hοι μαθηται αυτου, και θωμασ μετ αυτων. ερχεται hο ιηhοσυα των θυρων κεκλεισμενων • και εστη εισ το μεσον και ειπεν • ειρηνη hυμιν. ειτα λεγει τω θωμα • φερε τον δακτυλον σου hωδε και ιδε τασ χειρασ μου • και φερε την χειρα σου και βαλε εισ την πλευραν μου • και μη γινου απιστοσ αλλα πιστοσ. απεκριθη θωμασ και ειπεν αυτω • hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου και hο θεοσ μου. λεγει αυτω hο ιηhοσυα • hοτι hεωρακασ με, πεπιστευκασ • μακαριοι hοι μη ιδοντεσ και πιστευσαντεσ. πολλα μεν ουν και αλλα σημεια εποιησεν hο ιηhοσυα ενωπιον των μαθητων αυτου, hα ουκ εστιν γεγραμμενα εν τω βιβλιω τουτω. ταυτα δε γεγραπται hινα πιστευσητε hοτι ιηhοσυα εστιν hο χριστοσ hο hυιοσ του θεου, και hινα πιστευοντεσ ζωην εχητε εν τω ονοματι αυτου.

21

μετα ταυτα εφανερωσεν hεαυτον παλιν hο ιηhοσυα τοισ μαθηταισ επι τησ θαλασσησ τησ τιβεριαδοσ • εφανερωσεν δε hουτωσ • ησαν hομου σιμων πετροσ και θωμασ hο λεγομενοσ διδυμοσ και ναθαναηλ hο απο κανα τησ γαλιλαιασ και hοι του ζεβεδαιου και αλλοι εκ των μαθητων αυτου δυο. λεγει αυτοισ σιμων πετροσ • hυπαγω hαλιευειν. λεγουσιν αυτω • ερχομεθα και hημεισ συν σοι. εξηλθον και ενεβησαν εισ το πλοιον • και εν εκεινη τη νυκτι επιασαν ουδεν. πρωιασ δε ηδη γινομενησ εστη ιηhοσυα εισ τον αιγιαλον • ου μεντοι ηδεισαν hοι μαθηται hοτι ιηhοσυα εστιν. λεγει ουν αυτοισ hο ιηhοσυα • παιδια, μη τι προσφαγιον εχετε; απεκριθησαν αυτω • ου. hο δε ειπεν αυτοισ • βαλετε εισ τα δεξια μερη του πλοιου το δικτυον, και hευρησετε. εβαλον ουν, και ουκετι αυτο hελκυσαι ισχυον απο του πληθουσ των ιχθυων. λεγει ουν hο μαθητησ εκεινοσ hον ηγαπα hο ιηhοσυα τω πετρω • hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστιν. σιμων ουν πετροσ ακουσασ hοτι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστιν, τον επενδυτην διεζωσατο, ην γαρ γυμνοσ, και εβαλεν hεαυτον εισ την θαλασσαν. hοι δε αλλοι μαθηται τω πλοιαριω ηλθον, (ου γαρ ησαν μακραν απο τησ γησ αλλα hωσ απο πηχων διακοσιων), συροντεσ το δικτυον των ιχθυων. hωσ ουν απεβησαν εισ την γην, βλεπουσιν ανθρακιαν κειμενην και οψαριον επικειμενον και αρτον. λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • ενεγκατε απο των οψαριων hων επιασατε νυν. ανεβη σιμων πετροσ και hειλκυσεν το δικτυον εισ την γην μεστον ιχθυων μεγαλων hεκατον πεντηκοντα τριων • και τοσουτων οντων ουκ εσχισθη το δικτυον. λεγει αυτοισ hο ιηhοσυα • δευτε αριστησατε. ουδεισ δε ετολμα των μαθητων εξετασαι αυτον • συ τισ ει; ειδοτεσ hοτι hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh εστιν. ερχεται hο ιηhοσυα και λαμβανει τον αρτον και διδωσιν αυτοισ, και το οψαριον hομοιωσ. τουτο ηδη τριτον εφανερωθη hο ιηhοσυα τοισ μαθηταισ εγερθεισ εκ νεκρων. hοτε ουν ηριστησαν, λεγει τω σιμωνι πετρω hο ιηhοσυα • σιμων ιωνα, αγαπασ με πλειον τουτων; λεγει αυτω • ναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συ οιδασ hοτι φιλω σε. λεγει αυτω • βοσκε τα αρνια μου. λεγει αυτω παλιν δευτερον • σιμων ιωνα, αγαπασ με; λεγει αυτω • ναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συ οιδασ hοτι φιλω σε. λεγει αυτω • ποιμαινε τα προβατα μου. λεγει αυτω το τριτον • σιμων ιωνα, φιλεισ με; ελυπηθη hο πετροσ hοτι ειπεν αυτω το τριτον • φιλεισ με; και ειπεν αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, συ παντα οιδασ, συ γινωσκεισ hοτι φιλω σε. λεγει αυτω hο ιηhοσυα • βοσκε τα προβατα μου. αμην αμην λεγω σοι, hοτε ησ νεωτεροσ, εζωννυεσ σεαυτον και περιεπατεισ hοπου ηθελεσ • hοταν δε γηρασησ, εκτενεισ τασ χειρασ σου, και αλλοσ σε ζωσει και οισει hοπου ου θελεισ. τουτο δε ειπεν σημαινων ποιω θανατω δοξασει τον θεον. και τουτο ειπων λεγει αυτω • ακολουθει μοι. επιστραφεισ hο πετροσ βλεπει τον μαθητην hον ηγαπα hο ιηhοσυα ακολουθουντα, hοσ και ανεπεσεν εν τω δειπνω επι το στηθοσ αυτου και ειπεν • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, τισ εστιν hο παραδιδουσ σε; τουτον ιδων hο πετροσ λεγει τω ιηhοσυα • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, hουτοσ δε τι; λεγει αυτω hο ιηhοσυα • εαν αυτον θελω μενειν hεωσ ερχομαι, τι προσ σε; συ μοι ακολουθει. εξηλθεν ουν hο λογοσ hουτοσ εισ τουσ αδελφουσ hοτι hο μαθητησ εκεινοσ ουκ αποθνησκει • και ουκ ειπεν αυτω hο ιηhοσυα hοτι ουκ αποθνησκει αλλ • εαν αυτον θελω μενειν hεωσ ερχομαι, τι προσ σε; hουτοσ εστιν hο μαθητησ hο μαρτυρων περι τουτων και γραψασ ταυτα, και οιδαμεν hοτι αληθησ εστιν hη μαρτυρια αυτου. εστιν δε και αλλα πολλα hοσα εποιησεν hο ιηhοσυα, hατινα εαν γραφηται καθ hεν, ουδε αυτον οιμαι τον κοσμον χωρησαι τα γραφομενα βιβλια.

αποκαλυψισ

1

αποκαλυψισ ιηhοσυα χριστου, hην εδωκεν αυτω hο θεοσ, δειξαι τοισ δουλοισ αυτου hα δει γενεσθαι εν ταχει • και εσημανεν αποστειλασ δια του αγγελλου αυτου τω δουλω αυτου ιωαννη, hοσ εμαρτυρησεν τον λογον του θεου και την μαρτυριαν ιηhοσυα χριστου, hοσα ειδεν. μακαριοσ hο αναγινωσκων και hοι ακουοντεσ τουσ λογουσ τησ προφητειασ και τηρουντεσ τα εν αυτη γεγραμμενα, hο γαρ καιροσ εγγυσ. ιωαννησ ταισ hεπτα εκκλησιαισ ταισ εν τη ασια • χαρισ hυμιν και ειρηνη απο hο ων και hο ην και hο ερχομενοσ, και απο των hεπτα πνευματων hα εστιν ενωπιον του θρονου αυτου, και απο ιηhοσυα χριστου, hο μαρτυσ hο πιστοσ, hο πρωτοτοκοσ των νεκρων και hο αρχων των βασιλεων τησ γησ. τω αγαπωντι hημασ και λουσαντι hημασ απο των hαμαρτιων hημων εν τω hαιματι αυτου • και εποιησεν hημασ βασιλειαν, hιερεισ τω θεω και πατρι αυτου • αυτω hη δοξα και το κρατοσ εισ τουσ αιωνασ των αιωνων • αμην. ιδου ερχεται μετα των νεφελων, και οψεται αυτον πασ οφθαλμοσ και hοιτινεσ αυτον εξεκεντησαν • και κοψονται επ αυτον πασαι hαι φυλαι τησ γησ. ναι, αμην. εγω ειμι το αλφα και το ω, λεγει κυριοσ hο θεοσ, hο ων και hο ην και hο ερχομενοσ, hο παντοκρατωρ. εγω ιωαννησ, hο αδελφοσ hυμων και συγκοινωνοσ εν τη θλιψει και βασιλεια και hυπομονη εν ιηhοσυα, εγενομην εν τη νησω τη καλουμενη πατμω δια τον λογον του θεου και δια την μαρτυριαν ιηhοσυα χριστου. εγενομην εν πνευματι εν τη κυριακη hημερα, και ηκουσα οπισω μου φωνην μεγαλην hωσ σαλπιγγοσ λεγουσησ • hο βλεπεισ γραψον εισ βιβλιον και πεμψον ταισ hεπτα εκκλησιαισ, εισ εφεσον και εισ σμυρναν και εισ περγαμοσ και εισ θυατειρα και εισ σαρδεισ και εισ φιλαδελφειαν και εισ λαοδικειαν. και επεστρεψα βλεπειν την φωνην hητισ ελαλει μετ εμου • και επιστρεψασ ειδον hεπτα λυχνιασ χρυσασ, και εν μεσω των [hεπτα] λυχνιων hομοιον hυιω ανθρωπου, ενδεδυμενον ποδηρη και περιεζωσμενον προσ τοισ μαστοισ ζωνην χρυσαν. hη δε κεφαλη αυτου και hαι τριχεσ λευκαι hωσ εριον λευκον, hωσ χιων • και hοι οφθαλμοι αυτου hωσ φλοξ πυροσ • και hοι ποδεσ αυτου hομοιοι χαλκολιβανω hωσ εν καμινω πεπυρωμενοι • και hη φωνη αυτου hωσ φωνη hυδατων πολλων • και εχων εν τη δεξια χειρι αυτου αστερασ hεπτα • και εκ του στοματοσ αυτου ρομφαια διστομοσ οξεια εκπορευομενη • και hη οψισ αυτου hωσ hο hηλιοσ φαινει εν τη δυναμει αυτου. και hοτε ειδον αυτον, επεσα προσ τουσ ποδασ αυτου hωσ νεκροσ • και εθηκεν την δεξιαν αυτου επ εμε λεγων • μη φοβου • εγω ειμι hο πρωτοσ και hο εσχατοσ και hο ζων • και εγενομην νεκροσ • και ιδου ζων ειμι εισ τουσ αιωνασ των αιωνων • και εχω τασ κλεισ του θανατου και του hαδου. γραψον ουν hα ειδεσ και hα εισιν και hα μελλει γινεσθαι μετα ταυτα. το μυστηριον των hεπτα αστερων hουσ ειδεσ επι τησ δεξιασ μου, και τασ hεπτα λυχνιασ τασ χρυσασ • hοι hεπτα αστερεσ αγγελοι των hεπτα εκκλησιων εισιν, και hαι λυχνιαι hαι hεπτα hεπτα εκκλησιαι εισιν.

2

τω αγγελω τησ εν εφεσω εκκλησιασ γραψον • ταδε λεγει hο κρατων τουσ hεπτα αστερασ εν τη δεξια αυτου, hο περιπατων εν μεσω των hεπτα λυχνιων των χρυσων • οιδα τα εργα σου και τον κοπον σου και την hυπομονην σου, και hοτι ου δυνη βαστασαι κακουσ • και επειρασασ τουσ λεγοντασ hεαυτουσ αποστολουσ και ουκ εισιν, και hευρεσ αυτουσ ψευδεισ • και hυπομονην εχεισ, και εβαστασασ δια το ονομα μου, και ουκ εκοπιασασ • αλλ εχω κατα σου hοτι την αγαπην σου την πρωτην αφηκασ. μνημονευε ουν ποθεν πεπτωκασ, και μετανοησον και τα πρωτα εργα ποιησον • ει δε μη, ερχομαι σοι και κινησω την λυχνιαν σου εκ του τοπου αυτησ, εαν μη μετανοησησ. αλλα τουτο εχεισ, hοτι μισεισ τα εργα των νικολαιτων, hα καγω μισω. hο εχων ουσ ακουσατω τι το πνευμα λεγει ταισ εκκλησιαισ. τω νικωντι δωσω αυτω φαγειν εκ του ξυλου τησ ζωησ, hο εστιν εν τω παραδεισω του θεου. και τω αγγελω τησ εν σμυρνη εκκλησιασ γραψον • ταδε λεγει hο πρωτοσ και hο εσχατοσ, hοσ εγενετο νεκροσ και εζησεν • οιδα σου την θλιψιν και την πτωχειαν, (αλλα πλουσιοσ ει), και την βλασφημιαν εκ των λεγοντων ιηhυδαιουσ ειναι hεαυτουσ • και ουκ εισιν αλλα συναγωγη του σατανα. μηδεν φοβου hα μελλεισ πασχειν. ιδου μελλει βαλλειν hο διαβολοσ εξ hυμων εισ φυλακην hινα πειρασθητε • και hεξετε θλιψιν hημερων δεκα. γινου πιστοσ αχρι θανατου, και δωσω σοι τον στεφανον τησ ζωησ. hο εχων ουσ ακουσατω τι το πνευμα λεγει ταισ εκκλησιαισ. hο νικων ου μη αδικηθη εκ του θανατου του δευτερου. και τω αγγελω τησ εν περγαμω εκκλησιασ γραψον • ταδε λεγει hο εχων την ρομφαιαν την διστομον την οξειαν • οιδα που κατοικεισ, hοπου hο θρονοσ του σατανα • και κρατεισ το ονομα μου, και ουκ ηρνησω την πιστιν μου, και εν ταισ hημεραισ εν hαισ αντιπασ hο μαρτυσ μου hο πιστοσ, hοσ απεκτανθη παρ hυμιν, hοπου hο σατανασ κατοικει. αλλ εχω κατα σου ολιγα, hοτι εχεισ εκει κρατουντασ την διδαχην βαλααμ, hοσ εδιδασκεν τω βαλακ βαλειν σκανδαλον ενωπιον των hυιων ισραηλ φαγειν ειδωλοθυτα και πορνευσαι. hουτωσ εχεισ και συ κρατουντασ την διδαχην των νικολαιτων hομοιωσ. μετανοησον ουν • ει δε μη, ερχομαι σοι ταχυ και πολεμησω μετ αυτων εν τη ρομφαια του στοματοσ μου. hο εχων ουσ ακουσατω τι το πνευμα λεγει ταισ εκκλησιαισ. τω νικωντι δωσω αυτω του μαννα του κεκρυμμενου, και δωσω αυτω ψηφον λευκην, και επι την ψηφον ονομα καινον γεγραμμενον hο ουδεισ οιδεν ει μη hο λαμβανων. και τω αγγελω τησ εν θυατειροισ εκκλησιασ γραψον • ταδε λεγει hο hυιοσ του θεου, hο εχων τουσ οφθαλμουσ αυτου hωσ φλογα πυροσ, και hοι ποδεσ αυτου hομοιοι χαλκολιβανω • οιδα σου τα εργα και την αγαπην και την πιστιν και την διακονιαν και την hυπομονην σου, και τα εργα σου τα εσχατα πλειονα των πρωτων. αλλ εχω κατα σου hοτι αφεισ την γυναικα ιεζαβελ, hη λεγουσα hεαυτην προφητιν • και διδασκει και πλανα τουσ εμουσ δουλουσ πορνευσαι και φαγειν ειδωλοθυτα. και εδωκα αυτη χρονον hινα μετανοηση • και ου θελει μετανοησαι εκ τησ πορνειασ αυτησ. ιδου βαλλω αυτην εισ κλινην, και τουσ μοιχευοντασ μετ αυτησ εισ θλιψιν μεγαλην, εαν μη μετανοησωσιν εκ των εργων αυτησ • και τα τεκνα αυτησ αποκτενω εν θανατω • και γνωσονται πασαι hαι εκκλησιαι hοτι εγω ειμι hο εραυνων νεφρουσ και καρδιασ • και δωσω hυμιν hεκαστω κατα τα εργα hυμων. hυμιν δε λεγω τοισ λοιποισ τοισ εν θυατειροισ, hοσοι ουκ εχουσιν την διδαχην ταυτην, hοιτινεσ ουκ εγνωσαν τα βαθεα του σατανα, hωσ λεγουσιν • ου βαλλω εφ hυμασ αλλο βαροσ • πλην hο εχετε κρατησατε αχρι hου αν hηξω. και hο νικων και hο τηρων αχρι τελουσ τα εργα μου, — δωσω αυτω εξουσιαν επι των εθνων • και ποιμανει αυτουσ εν ραβδω σιδηρα, hωσ τα σκευη τα κεραμικα συντριβεται, hωσ καγω ειληφα παρα του πατροσ μου • και δωσω αυτω τον αστερα τον πρωινον. hο εχων ουσ ακουσατω τι το πνευμα λεγει ταισ εκκλησιαισ.

3

και τω αγγελω τησ εν σαρδεσιν εκκλησιασ γραψον • ταδε λεγει hο εχων τα hεπτα πνευματα του θεου και τουσ hεπτα αστερασ • οιδα σου τα εργα, — hοτι ονομα εχεισ hοτι ζησ, και νεκροσ ει. γινου γρηγορων, και στηρισον τα λοιπα hα εμελλον αποθανειν, ου γαρ hευρηκα σου τα εργα πεπληρωμενα ενωπιον του θεου μου. μνημονευε ουν πωσ ειληφασ και ηκουσασ, και τηρει και μετανοησον. εαν ουν μη γρηγορησησ, hηξω [επι σε] hωσ κλεπτησ, και ου μη γνωση ποιαν hωραν hηξω επι σε. αλλα εχεισ ολιγα ονοματα εν σαρδεσιν hοι ουκ εμολυναν τα hιματια αυτων • και περιπατησουσιν μετ εμου εν λευκοισ, hοτι αξιοι εισιν. hο νικων, hουτοσ περιβαλειται εν hιματιοισ λευκοισ, και ου μη εξαλειψω το ονομα αυτου εκ τησ βιβλου τησ ζωησ, και hομολογησω το ονομα αυτου ενωπιον του πατροσ μου και ενωπιον των αγγελων αυτου. hο εχων ουσ ακουσατω τι το πνευμα λεγει ταισ εκκλησιαισ. και τω αγγελω τησ εν φιλαδελφεια εκκλησιασ γραψον • ταδε λεγει hο αγιοσ, hο αληθινοσ, hο εχων την κλειν του δαυιδ, hο ανοιγων και ουδεισ κλεισει, και κλειων και ουδεισ ανοιξει • οιδα σου τα εργα • ιδου δεδωκα ενωπιον σου θυραν ηνεωγμενην, hην ουδεισ δυναται κλεισαι αυτην, hοτι μικραν εχεισ δυναμιν, και ετηρησασ μου τον λογον και ουκ ηρνησω το ονομα μου. ιδου διδω εκ τησ συναγωγησ του σατανα των λεγοντων hεαυτουσ ιηhυδαιουσ ειναι, — και ουκ εισιν αλλα ψευδονται • ιδου ποιησω αυτουσ hινα hηξουσιν και προσκυνησουσιν ενωπιον των ποδων σου, και γνωσιν hοτι εγω ηγαπησα σε. hοτι ετηρησασ τον λογον τησ hυπομονησ μου, καγω σε τηρησω εκ τησ hωρασ του πειρασμου τησ μελλουσησ ερχεσθαι επι τησ οικουμενησ hολησ, πειρασαι τουσ κατοικουντασ επι τησ γησ. ερχομαι ταχυ • κρατει hο εχεισ, hινα μηδεισ λαβη τον στεφανον σου. hο νικων, ποιησω αυτον στυλον εν τω ναω του θεου μου, και εξω ου μη εξελθη ετι • και γραψω επ αυτον το ονομα του θεου μου και το ονομα τησ πολεωσ του θεου μου, τησ καινησ ιερουσαλημ hη καταβαινουσα εκ του ουρανου απο του θεου μου, και το ονομα μου το καινον. hο εχων ουσ ακουσατω τι το πνευμα λεγει ταισ εκκλησιαισ. και τω αγγελω τησ εν λαοδικεια εκκλησιασ γραψον • ταδε λεγει hο αμην, hο μαρτυσ hο πιστοσ και αληθινοσ, hη αρχη τησ κτισεωσ του θεου • οιδα σου τα εργα, — hοτι ουτε ψυχροσ ει ουτε ζεστοσ. οφελον ψυχροσ ησ η ζεστοσ. hουτωσ hοτι χλιαροσ ει, και ουτε ζεστοσ ουτε ψυχροσ, μελλω σε εμεσαι εκ του στοματοσ μου. hοτι λεγεισ hοτι πλουσιοσ ειμι και πεπλουτηκα και ουδενοσ χρειαν εχω, και ουκ οιδασ hοτι συ ει hο ταλαιπωροσ και hο ελεεινοσ, και πτωχοσ, και τυφλοσ, και γυμνοσ, συμβουλευω σοι αγορασαι παρ εμου χρυσιον πεπυρωμενον εκ πυροσ hινα πλουτησησ, και hιματια λευκα hινα περιβαλη και μη φανερωθη hη αισχυνη τησ γυμνοτητοσ σου, και κολλυριον εγχρισαι τουσ οφθαλμουσ σου hινα βλεπησ. εγω hοσουσ εαν φιλω ελεγχω και παιδευω • ζηλωσον ουν και μετανοησον. ιδου hεστηκα επι την θυραν και κρουω • εαν τισ ακουση τησ φωνησ μου και ανοιξη την θυραν, εισελευσομαι προσ αυτον και δειπνησω μετ αυτου και αυτοσ μετ εμου. hο νικων, δωσω αυτω καθισαι μετ εμου εν τω θρονω μου, hωσ καγω ενικησα και εκαθισα μετα του πατροσ μου εν τω θρονω αυτου. hο εχων ουσ ακουσατω τι το πνευμα λεγει ταισ εκκλησιαισ.

4

μετα ταυτα ειδον, και ιδου θυρα ηνεωγμενη εν τω ουρανω, και hη φωνη hη πρωτη hην ηκουσα hωσ σαλπιγγοσ λαλουσησ μετ εμου λεγων • αναβα hωδε, και δειξω σοι hα δει γενεσθαι μετα ταυτα. ευθεωσ εγενομην εν πνευματι, και ιδου θρονοσ εκειτο εν τω ουρανω, και επι τον θρονον καθημενοσ • και hο καθημενοσ hομοιοσ hορασει λιθω ιασπιδι και σαρδιω • και ιρισ κυκλοθεν του θρονου hομοιοσ hορασει σμαραγδινω • και κυκλοθεν του θρονου θρονοι εικοσι τεσσαρεσ, και επι τουσ θρονουσ εικοσι τεσσαρασ πρεσβυτερουσ καθημενουσ περιβεβλημενουσ εν hιματιοισ λευκοισ, και επι τασ κεφαλασ αυτων στεφανουσ χρυσουσ. και εκ του θρονου εκπορευονται αστραπαι και φωναι και βρονται • και hεπτα λαμπαδεσ πυροσ καιομεναι ενωπιον του θρονου, hα εστιν τα hεπτα πνευματα του θεου • και ενωπιον του θρονου hωσ θαλασσα hυαλινη hομοια κρυσταλλω • και εν μεσω του θρονου και κυκλω του θρονου τεσσαρα ζωα γεμοντα οφθαλμων εμπροσθεν και οπισθεν. και το ζωον το πρωτον hομοιον λεοντι • και το δευτερον ζωον hομοιον μοσχω • και το τριτον ζωον εχων το προσωπον hωσ ανθρωπου • και το τεταρτον ζωον hομοιον αετω πετομενω. και τα τεσσαρα ζωα, hεν καθ hεν αυτων εχων ανα πτερυγασ hεξ, κυκλοθεν και εσωθεν γεμουσιν οφθαλμων • και αναπαυσιν ουκ εχουσιν hημερασ και νυκτοσ λεγοντεσ • hαγιοσ hαγιοσ hαγιοσ κυριοσ hο θεοσ hο παντοκρατωρ, hο ην και hο ων και hο ερχομενοσ. και hοταν δωσουσιν τα ζωα δοξαν και τιμην και ευχαριστιαν τω καθημενω επι τω θρονω, τω ζωντι εισ τουσ αιωνασ των αιωνων, πεσουνται hοι εικοσι τεσσαρεσ πρεσβυτεροι ενωπιον του καθημενου επι του θρονου, και προσκυνησουσιν τω ζωντι εισ τουσ αιωνασ των αιωνων • και βαλουσιν τουσ στεφανουσ αυτων ενωπιον του θρονου λεγοντεσ • αξιοσ ει, hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh και hο θεοσ hημων, λαβειν την δοξαν και την τιμην και την δυναμιν • hοτι συ εκτισασ τα παντα, και δια το θελημα σου ησαν και εκτισθησαν.

5

και ειδον επι την δεξιαν του καθημενου επι του θρονου βιβλιον γεγραμμενον εσωθεν και οπισθεν, κατεσφραγισμενον σφραγισιν hεπτα. και ειδον αγγελον ισχυρον κηρυσσοντα εν φωνη μεγαλη • τισ αξιοσ ανοιξαι το βιβλιον και λυσαι τασ σφραγιδασ αυτου; και ουδεισ εδυνατο εν τω ουρανω ουδε επι τησ γησ ουδε hυποκατω τησ γησ ανοιξαι το βιβλιον ουδε βλεπειν αυτο. και εγω εκλαιον πολυ, hοτι ουδεισ αξιοσ hευρεθη ανοιξαι το βιβλιον ουτε βλεπειν αυτο. και hεισ εκ των πρεσβυτερων λεγει μοι • μη κλαιε • ιδου ενικησεν hο λεων hο εκ τησ φυλησ ιηhυδα, hη ριζα δαυιδ, ανοιξαι το βιβλιον και τασ hεπτα σφραγιδασ αυτου. και ειδον εν μεσω του θρονου και των τεσσαρων ζωων και εν μεσω των πρεσβυτερων αρνιον hεστηκωσ hωσ εσφαγμενον, εχων κερατα hεπτα και οφθαλμουσ hεπτα, hα εισιν τα hεπτα πνευματα του θεου αποστελλομενα εισ πασαν την γην. και ηλθεν και ειληφεν εκ τησ δεξιασ του καθημενου επι του θρονου. και hοτε ελαβεν το βιβλιον, τα τεσσαρα ζωα και hοι εικοσι τεσσαρεσ πρεσβυτεροι επεσαν ενωπιον του αρνιου, εχοντεσ hεκαστοσ κιθαραν και φιαλασ χρυσασ γεμουσασ θυμιαματων, hαι εισιν hαι προσευχαι των hαγιων. και αδουσιν ωδην καινην λεγοντεσ • αξιοσ ει λαβειν το βιβλιον και ανοιξαι τασ σφραγιδασ αυτου • hοτι εσφαγησ και ηγορασασ τω θεω εν τω hαιματι σου εκ πασησ φυλησ και γλωσσησ και λαου και εθνουσ • και εποιησασ αυτουσ τω θεω hημων βασιλεισ και hιερεισ • και βασιλευσουσιν επι τησ γησ. και ειδον, και ηκουσα φωνην αγγελων πολλων κυκλω του θρονου και των ζωων και των πρεσβυτερων • και ην hο αριθμοσ αυτων μυριαδεσ μυριαδων και χιλιαδεσ χιλιαδων, λεγοντεσ φωνη μεγαλη • αξιοσ εστιν το αρνιον το εσφαγμενον λαβειν την δυναμιν και πλουτον και σοφιαν και ισχυν και τιμην και δοξαν και ευλογιαν. και παν κτισμα hο εν τω ουρανω και επι τησ γησ και hυποκατω τησ γησ και επι τησ θαλασσησ εστιν, και τα εν αυτοισ παντα, ηκουσα λεγοντα • τω καθημενω επι τω θρονω και τω αρνιω hη ευλογια και hη τιμη και hη δοξα και το κρατοσ εισ τουσ αιωνασ των αιωνων. και τα τεσσαρα ζωα ελεγον • αμην. και hοι πρεσβυτεροι επεσαν και προσεκυνησαν.

6

και ειδον hοτε ηνοιξεν το αρνιον μιαν εκ των hεπτα σφραγιδων, και ηκουσα hενοσ εκ των τεσσαρων ζωων λεγοντοσ hωσ φωνη βροντησ • ερχου [και ιδε]. και ειδον, και ιδου hιπποσ λευκοσ, και hο καθημενοσ επ αυτον εχων τοξον • και εδοθη αυτω στεφανοσ και εξηλθεν νικων και hινα νικηση. και hοτε ηνοιξεν την σφραγιδα την δευτεραν, ηκουσα του δευτερου ζωου λεγοντοσ • ερχου [και ιδε]. και εξηλθεν αλλοσ hιπποσ πυρροσ • και τω καθημενω επ αυτον εδοθη αυτω λαβειν την ειρηνην εκ τησ γησ και hινα αλληλουσ σφαξωσιν • και εδοθη αυτω μαχαιρα μεγαλη. και hοτε ηνοιξεν την σφραγιδα την τριτην, ηκουσα του τριτου ζωου λεγοντοσ • ερχου [και ιδε]. και ειδον, και ιδου hιπποσ μελασ • και hο καθημενοσ επ αυτον εχων ζυγον εν τη χειρι αυτου. και ηκουσα hωσ φωνην εν μεσω των τεσσαρων ζωων λεγουσαν • χοινιξ σιτου δηναριου, και τρεισ χοινικεσ κριθων δηναριου • και το ελαιον και τον οινον μη αδικησησ. και hοτε ηνοιξεν την σφραγιδα την τεταρτην, ηκουσα [φωνην] του τεταρτου ζωου λεγοντοσ • ερχου [και ιδε]. και ειδον, και ιδου hιπποσ χλωροσ • και hο καθημενοσ επανω αυτου, ονομα αυτω hο θανατοσ • και hο hαδησ ηκολουθει μετ αυτου • και εδοθη αυτω εξουσια επι το τεταρτον τησ γησ, αποκτειναι εν ρομφαια και εν λιμω και εν θανατω και hυπο των θηριων τησ γησ. και hοτε ηνοιξεν την πεμπτην σφραγιδα, ειδον hυποκατω του θυσιαστηριου τασ ψυχασ των εσφαγμενων δια τον λογον του θεου και δια την μαρτυριαν hην ειχον. και εκραξαν φωνη μεγαλη λεγοντεσ • hεωσ ποτε, hο δεσποτησ hο hαγιοσ και αληθινοσ, ου κρινεισ και εκδικεισ το hαιμα hημων εκ των κατοικουντων επι τησ γησ; και εδοθη αυτοισ hεκαστω στολη λευκη • και ερρεθη αυτοισ hινα αναπαυσωνται ετι χρονον μικρον, hεωσ πληρωθωσιν και hοι συνδουλοι αυτων και hοι αδελφοι αυτων hοι μελλοντεσ αποκτεννεσθαι hωσ και αυτοι. και ειδον hοτε ηνοιξεν την σφραγιδα την hεκτην, και σεισμοσ μεγασ εγενετο, και hο hηλιοσ εγενετο μελασ hωσ σακκοσ τριχινοσ, και hη σεληνη hολη εγενετο hωσ hαιμα • και hοι αστερεσ του ουρανου επεσαν εισ την γην, hωσ συκη βαλλει τουσ ολυνθουσ αυτησ hυπο ανεμου μεγαλου σειομενη. και hο ουρανοσ απεχωρισθη hωσ βιβλιον hελισσομενον, και παν οροσ και νησοσ εκ των τοπων αυτων εκινηθησαν. και hοι βασιλεισ τησ γησ και hοι μεγιστανεσ και hοι χιλιαρχοι και hοι πλουσιοι και hοι ισχυροι και πασ δουλοσ και ελευθεροσ εκρυψαν hεαυτουσ εισ τα σπηλαια και εισ τασ πετρασ των ορεων • και λεγουσιν τοισ ορεσιν και ταισ πετραισ • πεσετε εφ hημασ και κρυψατε hημασ απο προσωπου του καθημενου επι του θρονου και απο τησ οργησ του αρνιου • hοτι ηλθεν hη hημερα hη μεγαλη τησ οργησ αυτου, και τισ δυναται σταθηναι;

7

και μετα τουτο ειδον τεσσαρασ αγγελουσ hεστωτασ επι τασ τεσσαρασ γωνιασ τησ γησ, κρατουντασ τουσ τεσσαρασ ανεμουσ τησ γησ, hινα μη πνεη ανεμοσ επι τησ γησ μητε επι τησ θαλασσησ μητε επι παν δενδρον. και ειδον αλλον αγγελον αναβαινοντα απο ανατολησ hηλιου, εχοντα σφραγιδα θεου ζωντοσ • και εκραξεν φωνη μεγαλη τοισ τεσσαρσιν αγγελοισ hοισ εδοθη αυτοισ αδικησαι την γην και την θαλασσαν, λεγων • μη αδικησητε την γην μητε την θαλασσαν μητε τα δενδρα, αχρι σφραγισωμεν τουσ δουλουσ του θεου hημων επι των μετωπων αυτων. και ηκουσα τον αριθμον των εσφραγισμενων, hεκατον τεσσερακοντα τεσσαρεσ χιλιαδεσ εσφραγισμενοι εκ πασησ φυλησ hυιων ισραηλ • εκ φυλησ ιηhυδα δωδεκα χιλιαδεσ εσφραγισμενοι • εκ φυλησ ρουβην δωδεκα χιλιαδεσ • εκ φυλησ γαδ δωδεκα χιλιαδεσ • εκ φυλησ ασηρ δωδεκα χιλιαδεσ • εκ φυλησ νεφθαλιμ δωδεκα χιλιαδεσ • εκ φυλησ μανασση δωδεκα χιλιαδεσ • εκ φυλησ συμεων δωδεκα χιλιαδεσ • εκ φυλησ λευι δωδεκα χιλιαδεσ • εκ φυλησ ισσαχαρ δωδεκα χιλιαδεσ • εκ φυλησ ζαβουλων δωδεκα χιλιαδεσ • εκ φυλησ ιωσηφ δωδεκα χιλιαδεσ • εκ φυλησ βενιαμιν δωδεκα χιλιαδεσ εσφραγισμενοι. μετα ταυτα ειδον, και ιδου οχλοσ πολυσ, hον αριθμησαι αυτον ουδεισ εδυνατο, εκ παντοσ εθνουσ και φυλων και λαων και γλωσσων, hεστωτεσ ενωπιον του θρονου και ενωπιον του αρνιου, περιβεβλημενουσ στολασ λευκασ, και φοινικεσ εν ταισ χερσιν αυτων. και κραζουσιν φωνη μεγαλη λεγοντεσ • hη σωτηρια τω θεω hημων τω καθημενω επι τω θρονω και τω αρνιω. — και παντεσ hοι αγγελοι hειστηκεισαν κυκλω του θρονου και των πρεσβυτερων και των τεσσαρων ζωων • και επεσαν ενωπιον του θρονου επι τα προσωπα αυτων και προσεκυνησαν τω θεω, λεγοντεσ • αμην • hη ευλογια και hη δοξα και hη σοφια και hη ευχαριστια και hη τιμη και hη δυναμισ και hη ισχυσ τω θεω hημων εισ τουσ αιωνασ των αιωνων • αμην. και απεκριθη hεισ εκ των πρεσβυτερων λεγων μοι • hουτοι hοι περιβεβλημενοι τασ στολασ τασ λευκασ τινεσ εισιν και ποθεν ηλθον; και ειρηκα αυτω • φωνήενσύμφωνο-ιηhοh μου, συ οιδασ. και ειπεν μοι • hουτοι εισιν hοι ερχομενοι εκ τησ θλιψεωσ τησ μεγαλησ, και επλυναν τασ στολασ αυτων και ελευκαναν αυτασ εν τω hαιματι του αρνιου. δια τουτο εισιν ενωπιον του θρονου του θεου, και λατρευουσιν αυτω hημερασ και νυκτοσ εν τω ναω αυτου • και hο καθημενοσ επι του θρονου σκηνωσει επ αυτουσ. ου πεινασουσιν ετι ουδε διψησουσιν ετι, ουδε μη πεση επ αυτουσ hο hηλιοσ ουδε παν καυμα, hοτι το αρνιον το ανα μεσον του θρονου ποιμανει αυτουσ και hοδηγησει αυτουσ επι ζωησ πηγασ hυδατων, και εξαλειψει hο θεοσ παν δακρυον εκ των οφθαλμων αυτων.

8

και hοταν ηνοιξεν την σφραγιδα την hεβδομην, εγενετο σιγη εν τω ουρανω hωσ hημιωριον. και ειδον τουσ hεπτα αγγελουσ hοι ενωπιον του θεου hεστηκασιν, και εδοθησαν αυτοισ hεπτα σαλπιγγεσ. και αλλοσ αγγελοσ ηλθεν και εσταθη επι το θυσθαστηριον εχων λιβανωτον χρυσουν • και εδοθη αυτω θυμιαματα πολλα, hινα δωσει ταισ προσευχαισ των hαγιων παντων επι το θυσιαστηριον το χρυσουν το ενωπιον του θρονου. και ανεβη hο καπνοσ των θυμιαματων ταισ προσευχαισ των hαγιων εκ χειροσ του αγγελου ενωπιον του θεου. και ειληφεν hο αγγελοσ τον λιβανωτον, και εγεμισεν αυτον εκ του πυροσ του θυσιαστηριου • και εβαλεν εισ την γην • και εγενοντο φωναι και βρονται και αστραπαι και σεισμοσ. και hοι hεπτα αγγελοι hοι εχοντεσ τασ hεπτα σαλπιγγασ hητοιμασαν hεαυτουσ hινα σαλπισωσιν. και hο πρωτοσ εσαλπισεν • και εγενετο χαλαζα και πυρ μεμιγμενα εν hαιματι και εβληθη εισ την γην • και το τριτον τησ γησ κατεκαη • και το τριτον των δενδρων κατεκαη, και πασ χορτοσ χλωροσ κατεκαη. και hο δευτεροσ αγγελοσ εσαλπισεν • και hωσ οροσ μεγα πυρι καιομενον εβληθη εισ την θαλασσαν • και εγενετο το τριτον τησ θαλασσησ hαιμα, και απεθανεν το τριτον των κτισματων των εν τη θαλασση τα εχοντα ψυχασ, και το τριτον των πλοιων διεφθαρησαν. και hο τριτοσ αγγελοσ εσαλπισεν • και επεσεν εκ του ουρανου αστηρ μεγασ καιομενοσ hωσ λαμπασ • και επεσεν επι το τριτον των ποταμων και επι τασ πηγασ των hυδατων. και το ονομα του αστεροσ λεγεται hο αψινθοσ • και εγενετο το τριτον των hυδατων εισ αψινθον, και πολλοι των ανθρωπων απεθανον εκ των hυδατων, hοτι επικρανθησαν. και hο τεταρτοσ αγγελοσ εσαλπισεν • και επληγη το τριτον του hηλιου και το τριτον τησ σεληνησ και το τριτον των αστερων, hινα σκοτισθη το τριτον αυτων και hη hημερα μη φανη το τριτον αυτησ, και hη νυξ hομοιωσ. και ειδον, και ηκουσα hενοσ αετου πετομενου εν μεσουρανηματι λεγοντοσ φωνη μεγαλη • ουαι ουαι ουαι τοισ κατοικουσιν επι τησ γησ εκ των λοιπων φωνων τησ σαλπιγγοσ των τριων αγγελων των μελλοντων σαλπιζειν.

9

και hο πεμπτοσ αγγελοσ εσαλπισεν • και ειδον αστερα εκ του ουρανου πεπτωκοτα εισ την γην • και εδοθη αυτω hη κλεισ του φρεατοσ τησ αβυσσου • και ηνοιξεν το φρεαρ τησ αβυσσου, και ανεβη καπνοσ εκ του φρεατοσ hωσ καπνοσ καμινου μεγαλησ, και εσκοτισθη hο hηλιοσ και hο αηρ εκ του καπνου του φρεατοσ. και εκ του καπνου εξηλθον ακριδεσ εισ την γην • και εδοθη αυταισ εξουσια hωσ εχουσιν εξουσιαν hοι σκορπιοι τησ γησ. και ερρεθη αυταισ hινα μη αδικησωσιν τον χορτον τησ γησ ουδε παν χλωρον ουδε παν δενδρον, ει μη τουσ ανθρωπουσ hοιτινεσ ουκ εχουσιν την σφραγιδα του θεου επι των μετωπων αυτων. και εδοθη αυτοισ hινα μη αποκτεινωσιν αυτουσ, αλλ hινα βασανισθησονται μηνασ πεντε • και hο βασανισμοσ αυτων hωσ βασανισμοσ σκορπιου, hοταν παιση ανθρωπον. και εν ταισ hημεραισ εκειναισ ζητησουσιν hοι ανθρωποι τον θανατον και ου μη hευρησουσιν αυτον • και επιθυμησουσιν αποθανειν και φευγει hο θανατοσ απ αυτων. και τα hομοιωματα των ακριδων hομοια hιπποισ hητοιμασμενοισ εισ πολεμον • και επι τασ κεφαλασ αυτων hωσ στεφανοι hομοιοι χρυσω • και τα προσωπα αυτων hωσ προσωπα ανθρωπων • και ειχον τριχασ hωσ τριχασ γυναικων, και hοι οδοντεσ αυτων hωσ λεοντων ησαν • και ειχον θωρακασ hωσ θωρακασ σιδηρουσ, και hη φωνη των πτερυγων αυτων hωσ φωνη hαρματων hιππων πολλων τρεχοντων εισ πολεμον • και εχουσιν ουρασ hομοιασ σκορπιοισ και κεντρα • και εν ταισ ουραισ αυτων hη εξουσια αυτων αδικησαι τουσ ανθρωπουσ μηνασ πεντε. εχουσιν επ αυτων βασιλεα, τον αγγελον τησ αβυσσου, ονομα αυτω hεβραιστι αβαδδων, και εν τη hελληνικη ονομα εχει απολλυων. hη ουαι hη μια απηλθεν • ιδου ερχεται ετι δυο ουαι μετα ταυτα. και hο hεκτοσ αγγελοσ εσαλπισεν • και ηκουσα φωνην μιαν εκ των τεσσαρων κερατων του θυσιαστηριου του χρυσου του ενωπιον του θεου, λεγουσαν τω hεκτω αγγελω, hο εχων την σαλπιγγα • λυσον τουσ τεσσαρασ αγγελουσ τουσ δεδεμενουσ επι τω ποταμω τω μεγαλω ευφρατη. και ελυθησαν hοι τεσσαρεσ αγγελοι hοι hητοιμασμενοι εισ την hωραν και hημεραν και μηνα και ενιαυτον, hινα αποκτεινωσιν το τριτον των ανθρωπων. και hο αριθμοσ των στρατευματων του hιππικου δυο μυριαδεσ μυριαδων, ηκουσα τον αριθμον αυτων. και hουτωσ ειδον τουσ hιππουσ εν τη hορασει και τουσ καθημενουσ επ αυτων, εχοντασ θωρακασ πυρινουσ και hυακινθινουσ και θειωδεισ • και hαι κεφαλαι των hιππων hωσ κεφαλαι λεοντων • και εκ των στοματων αυτων εκπορευεται πυρ και καπνοσ και θειον. απο των τριων πληγων τουτων απεκτανθησαν το τριτον των ανθρωπων, εκ του πυροσ και του καπνου και του θειου του εκπορευομενου εκ των στοματων αυτων • hη γαρ εξουσια των hιππων εν τω στοματι αυτων εστιν και εν ταισ ουραισ αυτων • hαι γαρ ουραι αυτων hομοιαι οφεσιν, εχουσαι κεφαλασ, και εν αυταισ αδικουσιν. και hοι λοιποι των ανθρωπων, hοι ουκ απεκτανθησαν εν ταισ πληγαισ ταυταισ, ου μετενοησαν εκ των εργων των χειρων αυτων, hινα μη προσκυνησουσιν τα δαιμονια και τα ειδωλα τα χρυσα και τα αργυρα και τα χαλκα και τα λιθινα και τα ξυλινα, hα ουτε βλεπειν δυνανται ουτε ακουειν ουτε περιπατειν • και ου μετενοησαν εκ των φονων αυτων ουτε εκ των φαρμακειων αυτων ουτε εκ τησ πορνειασ αυτων ουτε εκ των κλεμματων αυτων.

10

και ειδον αλλον αγγελον ισχυρον καταβαινοντα εκ του ουρανου, περιβεβλημενον νεφελην, και hη ιρισ επι τησ κεφαλησ αυτου, και το προσωπον αυτου hωσ hο hηλιοσ, και hοι ποδεσ αυτου hωσ στυλοι πυροσ, και εχων εν τη χειρι αυτου βιβλαριδιον ηνεωγμενον. και εθηκεν τον ποδα αυτου τον δεξιον επι τησ θαλασσησ, τον δε ευωνυμον επι τησ γησ • και εκραξεν φωνη μεγαλη hωσπερ λεων μυκαται • και hοτε εκραξεν, ελαλησαν hαι hεπτα βρονται τασ hεαυτων φωνασ. και hοτε ελαλησαν hαι hεπτα βρονται, ημελλον γραφειν • και ηκουσα φωνην εκ του ουρανου λεγουσαν • σφραγισον hα ελαλησαν hαι hεπτα βρονται, και μη αυτα γραψησ. και hο αγγελοσ, hον ειδον hεστωτα επι τησ θαλασσησ και επι τησ γησ, ηρεν την χειρα αυτου την δεξιαν εισ τον ουρανον, και ωμοσεν εν τω ζωντι εισ τουσ αιωνασ των αιωνων, hοσ εκτισεν τον ουρανον και τα εν αυτω και την γην και τα εν αυτη και την θαλασσαν και τα εν αυτη, hοτι χρονοσ ουκετι εσται, αλλ εν ταισ hημεραισ τησ φωνησ του hεβδομου αγγελου, hοταν μελλη σαλπιζειν, και ετελεσθη το μυστηριον του θεου, hωσ ευηγγελισεν τουσ hεαυτου δουλουσ τουσ προφητασ. και hη φωνη hην ηκουσα εκ του ουρανου παλιν λαλουσαν μετ εμου και λεγουσαν • hυπαγε λαβε το βιβλαριδιον το ηνεωγμενον εν τη χειρι του αγγελου του hεστωτοσ επι τησ θαλασσησ και επι τησ γησ. και απηλθον προσ τον αγγελον, λεγων αυτω δουναι μοι το βιβλαριδιον. και λεγει μοι • λαβε και καταφαγε αυτο • και πικρανει σου την κοιλιαν, αλλ εν τω στοματι σου εσται γλυκυ hωσ μελι. και ελαβον το βιβλαριδιον εκ τησ χειροσ του αγγελου και κατεφαγον αυτο • και ην εν τω στοματι μου hωσ μελι γλυκυ • και hοτε εφαγον αυτο, επικρανθη hη κοιλια μου. και λεγουσιν μοι • δει σε παλιν προφητευσαι επι λαοισ και εθνεσιν και γλωσσαισ και βασιλευσιν πολλοισ.

11

και εδοθη μοι καλαμοσ hομοιοσ ραβδω, λεγων • εγειρε και μετρησον τον ναον του θεου και το θυσιαστηριον και τουσ προσκυνουντασ εν αυτω • και την αυλην την εξωθεν του ναου εκβαλε εξω και μη αυτην μετρησησ, hοτι εδοθη τοισ εθνεσιν, και την πολιν την hαγιαν πατησουσιν μηνασ τεσσερακοντα δυο. και δωσω τοισ δυσιν μαρτυσιν μου, και προφητευσουσιν hημερασ χιλιασ διακοσιασ hεξηκοντα περιβεβλημενοι σακκουσ. hουτοι εισιν hαι δυο ελαιαι και hαι δυο λυχνιαι hαι ενωπιον φωνήενσύμφωνο-ιηhοh τησ γησ hεστωτεσ. και ει τισ αυτουσ θελει αδικησαι, πυρ εκπορευεται εκ του στοματοσ αυτων και κατεσθιει τουσ εχθρουσ αυτων • και ει τισ θελει αυτουσ αδικησαι, hουτωσ δει αυτον αποκτανθηναι. hουτοι εχουσιν την εξουσιαν κλεισαι τον ουρανον, hινα μη hυετοσ βρεχη τασ hημερασ τησ προφητειασ αυτων • και εξουσιαν εχουσιν επι των hυδατων στρεφειν αυτα εισ hαιμα και παταξαι την γην εν παση πληγη hοσακισ εαν θελησωσιν. και hοταν τελεσωσιν την μαρτυριαν αυτων, το θηριον το αναβαινον εκ τησ αβυσσου ποιησει μετ αυτων πολεμον και νικησει αυτουσ και αποκτενει αυτουσ • και το πτωμα αυτων επι τησ πλατειασ τησ πολεωσ τησ μεγαλησ, hητισ καλειται πνευματικωσ σοδομα και αιγυπτοσ, hοπου και hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh αυτων εσταυρωθη. και βλεπουσιν εκ των λαων και φυλων και γλωσσων και εθνων το πτωμα αυτων hημερασ τρεισ και hημισυ, και τα πτωματα αυτων ουκ αφιουσιν τεθηναι εισ μνημα. και hοι κατοικουντεσ επι τησ γησ χαιρουσιν επ αυτοισ και ευφραινονται και δωρα πεμψουσιν αλληλοισ, hοτι hουτοι hοι δυο προφηται εβασανισαν τουσ κατοικουντασ επι τησ γησ. και μετα τασ τρεισ hημερασ και hημισυ πνευμα ζωησ εκ του θεου εισηλθεν εν αυτοισ • και εστησαν επι τουσ ποδασ αυτων, και φοβοσ μεγασ επεπεσεν επι τουσ θεωρουντασ αυτουσ. και ηκουσα φωνην μεγαλην εκ του ουρανου λεγουσαν αυτοισ • αναβατε hωδε. και ανεβησαν εισ τον ουρανον εν τη νεφελη, και εθεωρησαν αυτουσ hοι εχθροι αυτων. και εν εκεινη τη hωρα εγενετο σεισμοσ μεγασ • και το δεκατον τησ πολεωσ επεσεν, και απεκτανθησαν εν τω σεισμω ονοματα ανθρωπων χιλιαδεσ hεπτα • και hοι λοιποι εμφοβοι εγενοντο και εδωκαν δοξαν τω θεω του ουρανου. hη ουαι hη δευτερα απηλθεν • ιδου hη ουαι hη τριτη ερχεται ταχυ. και hο hεβδομοσ αγγελοσ εσαλπισεν • και εγενοντο φωναι μεγαλαι εν τω ουρανω λεγοντεσ • εγενετο hη βασιλεια του κοσμου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hημων και του χριστου αυτου, και βασιλευσει εισ τουσ αιωνασ των αιωνων. και hοι εικοσι τεσσαρεσ πρεσβυτεροι hοι ενωπιον του θεου καθημενοι επι τουσ θρονουσ αυτων επεσαν επι τα προσωπα αυτων και προσεκυνησαν τω θεω, λεγοντεσ • ευχαριστουμεν σοι, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hο θεοσ hο παντοκρατωρ, hο ων και hο ην, hοτι ειληφασ την δυναμιν σου την μεγαλην και εβασιλευσασ. και τα εθνη ωργισθησαν • και ηλθεν hη οργη σου και hο καιροσ των νεκρων κριθηναι, και δουναι τον μισθον τοισ δουλοισ σου τοισ προφηταισ και τοισ hαγιοισ και τοισ φοβουμενοισ το ονομα σου, τουσ μικρουσ και τουσ μεγαλουσ, και διαφθειραι τουσ διαφθειροντασ την γην. και ηνοιγη hο ναοσ του θεου εν τω ουρανω, και ωφθη hη κιβωτοσ τησ διαθηκησ αυτου εν τω ναω αυτου, και εγενοντο αστραπαι και φωναι και βρονται και σεισμοσ και χαλαζα μεγαλη.

12

και σημειον μεγα ωφθη εν τω ουρανω, γυνη περιβεβλημενη τον hηλιον, και hη σεληνη hυποκατω των ποδων αυτησ, και επι τησ κεφαλησ αυτησ στεφανοσ αστερων δωδεκα. και εν γαστρι εχουσα κραζει, ωδινουσα και βασανιζομενη τεκειν. και ωφθη αλλο σημειον εν των ουρανω, και ιδου δρακων πυρροσ μεγασ, εχων κεφαλασ hεπτα και κερατα δεκα και επι τασ κεφαλασ αυτου hεπτα διαδηματα • και hη ουρα αυτου συρει το τριτον των αστερων του ουρανου, και εβαλεν αυτουσ εισ την γην. και hο δρακων hεστηκεν ενωπιον τησ γυναικοσ τησ μελλουσησ τεκειν, hινα hοταν τεκη το τεκνον αυτησ καταφαγη. και ετεκεν hυιον αρσενα, hοσ μελλει ποιμαινειν παντα τα εθνη εν ραβδω σιδηρα • και hηρπασθη το τεκνον αυτησ προσ τον θεον και προσ τον θρονον αυτου. και hη γυνη εφυγεν εισ την ερημον, hοπου εχει εκει τοπον hητοιμασμενον απο του θεου, hινα εκει τρεφωσιν αυτην hημερασ χιλιασ διακοσιασ hεξηκοντα. και εγενετο πολεμοσ εν τω ουρανω, hο μιχαηλ και hοι αγγελοι αυτου του πολεμησαι μετα του δρακοντοσ. και hο δρακων επολεμησεν και hοι αγγελοι αυτου • και ουκ ισχυσεν, ουδε τοποσ hευρεθη αυτων ετι εν τω ουρανω. και εβληθη hο δρακων hο μεγασ, hο οφισ hο αρχαιοσ, hο καλουμενοσ διαβολοσ και hο σατανασ, hο πλανων την οικουμενην hολην, — εβληθη εισ την γην, και hοι αγγελοι αυτου μετ αυτου εβληθησαν. και ηκουσα φωνην μεγαλην εν τω ουρανω λεγουσαν • αρτι εγενετο hη σωτηρια και hη δυναμισ και hη βασιλεια του θεου hημων και hη εξουσια του χριστου αυτου, hοτι εβληθη hο κατηγοροσ των αδελφων hημων, hο κατηγορων αυτουσ ενωπιον του θεου hημων hημερασ και νυκτοσ • και αυτοι ενικησαν αυτον δια το hαιμα του αρνιου και δια τον λογον τησ μαρτυριασ αυτων • και ουκ ηγαπησαν την ψυχην αυτων αχρι θανατου. δια τουτο ευφραινεσθε, hοι ουρανοι και hοι εν αυτοισ σκηνουντεσ. ουαι τη γη και τη θαλασση, hοτι κατεβη hο διαβολοσ προσ hυμασ εχων θυμον μεγαν, ειδωσ hοτι ολιγον καιρον εχει. και hοτε ειδεν hο δρακων hοτι εβληθη εισ την γην, εδιωξεν την γυναικα hητισ ετεκεν τον αρσενα. και εδοθησαν τη γυναικι hαι δυο πτερυγεσ του αετου του μεγαλου, hινα πετηται εισ την ερημον εισ τον τοπον αυτησ, hοπου τρεφεται εκει καιρον και καιρουσ και hημισυ καιρου απο προσωπου του οφεωσ. και εβαλεν hο οφισ εκ του στοματοσ αυτου οπισω τησ γυναικοσ hυδωρ hωσ ποταμον, hινα αυτην ποταμοφορητον ποιηση • και εβοηθησεν hη γη τη γυναικι και ηνοιξεν hη γη το στομα αυτησ και κατεπιεν τον ποταμον hον εβαλεν hο δρακων εκ του στοματοσ αυτου. και ωργισθη hο δρακων επι τη γυναικι, και απηλθεν ποιησαι πολεμον μετα των λοιπων του σπερματοσ αυτησ, των τηρουντων τασ εντολασ του θεου και εχοντων την μαρτυριαν ιηhοσυα. και εσταθην επι την αμμον τησ θαλασσησ •

13

και ειδον εκ τησ θαλασσησ θηριον αναβαινον, εχον κερατα δεκα και κεφαλασ hεπτα, και επι των κερατων αυτου δεκα διαδηματα, και επι τασ κεφαλασ αυτου ονοματα βλασφημιασ. και το θηριον hο ειδον ην hομοιον παρδαλει, και hοι ποδεσ αυτου hωσ αρκου, και το στομα αυτου hωσ στομα λεοντοσ • και εδωκεν αυτω hο δρακων την δυναμιν αυτου και τον θρονον αυτου και εξουσιαν μεγαλην • και μιαν εκ των κεφαλων αυτου hωσ εσφαγμενην εισ θανατον • και hη πληγη του θανατου αυτου εθεραπευθη, και εθαυμασθη hολη hη γη οπισω του θηριου. και προσεκυνησαν τω δρακοντι, hοτι εδωκεν την εξουσιαν τω θηριω • και προσεκυνησαν το θηριον λεγοντεσ • τισ hομοιοσ τω θηριω, και τισ δυναται πολεμησαι μετ αυτου; και εδοθη αυτω στομα λαλουν μεγαλα και βλασφημιασ • και εδοθη αυτω εξουσια ποιησαι μηνασ τεσσερακοντα δυο. και ηνοιξεν το στομα αυτου εισ βλασφημιασ προσ τον θεον, βλασφημησαι το ονομα αυτου και την σκηνην αυτου και τουσ εν τω ουρανω σκηνουντασ. και εδοθη αυτω ποιησαι πολεμον μετα των hαγιων και νικησαι αυτουσ. και εδοθη αυτω εξουσια επι πασαν φυλην και λαον και γλωσσαν και εθνοσ. και προσκυνησουσιν αυτον παντεσ hοι κατοικουντεσ επι τησ γησ, hων ου γεγραπται το ονομα εν τω βιβλιω τησ ζωησ του αρνιου του εσφαγμενου απο καταβολησ κοσμου. ει τισ εχει ουσ, ακουσατω. ει τισ εισ αιχμαλωσιαν [απαγει], εισ αιχμαλωσιαν hυπαγει • ει τισ εν μαχαιρη αποκτεινει, δει αυτον εν μαχαιρη αποκτανθηναι. hωδε εστιν hη hυπομονη και hη πιστισ των hαγιων. και ειδον αλλο θηριον αναβαινον εκ τησ γησ • και ειχεν κερατα δυο hομοια αρνιω • και ελαλει hωσ δρακων. και την εξουσιαν του πρωτου θηριου πασαν ποιει ενωπιον αυτου, και ποιει την γην και τουσ εν αυτη κατοικουντασ hινα προσκυνησουσιν το θηριον το πρωτον, hου εθεραπευθη hη πληγη του θανατου αυτου. και ποιει σημεια μεγαλα, hινα και πυρ ποιη εκ του ουρανου καταβαινειν εισ την γην ενωπιον των ανθρωπων. και πλανα τουσ κατοικουντασ επι τησ γησ δια τα σημεια hα εδοθη αυτω ποιησαι ενωπιον του θηριου, λεγων τοισ κατοικουσιν επι τησ γησ ποιησαι εικονα τω θηριω, hοσ εχει την πληγην τησ μαχαιρησ και εζησεν. και εδοθη αυτω δουναι πνευμα τη εικονι του θηριου, hινα και λαληση hη εικων του θηριου, και ποιηση hινα hοσοι εαν μη προσκυνησωσιν την εικονα του θηριου αποκτανθωσιν. και ποιει παντασ, τουσ μικρουσ και τουσ μεγαλουσ, και τουσ πλουσιουσ και τουσ πτωχουσ, και τουσ ελευθερουσ και τουσ δουλουσ, hινα δωσιν αυτοισ χαραγμα επι τησ χειροσ αυτων τησ δεξιασ η επι το μετωπον αυτων • και hινα μη τισ δυνηται αγορασαι η πωλησαι ει μη hο εχων το χαραγμα, το ονομα του θηριου η τον αριθμον του ονοματοσ αυτου. hωδε hη σοφια εστιν. hο εχων νουν ψηφισατω τον αριθμον του θηριου, αριθμοσ γαρ ανθρωπου εστιν • και hο αριθμοσ αυτου hεξακοσιοι hεξηκοντα hεξ.

14

και ειδον, και ιδου το αρνιον hεστωσ επι το οροσ σιων, και μετ αυτου hεκατον τεσσερακοντα τεσσαρεσ χιλιαδεσ εχουσαι το ονομα αυτου και το ονομα του πατροσ αυτου γεγραμμενον επι των μετωπων αυτων. και ηκουσα φωνην εκ του ουρανου hωσ φωνην hυδατων πολλων και hωσ φωνην βροντησ μεγαλησ • και hη φωνη hην ηκουσα hωσ κιθαρωδων κιθαριζοντων εν ταισ κιθαραισ αυτων • και αδουσιν ωδην καινην ενωπιον του θρονου και ενωπιον των τεσσαρων ζωων και των πρεσβυτερων. και ουδεισ εδυνατο μαθειν την ωδην ει μη hαι hεκατον τεσσερακοντα τεσσαρεσ χιλιαδεσ, hοι ηγορασμενοι απο τησ γησ. hουτοι εισιν hοι μετα γυναικων ουκ εμολυνθησαν, παρθενοι γαρ εισιν • hουτοι hοι ακολουθουντεσ τω αρνιω hοπου αν hυπαγη • hουτοι ηγορασθησαν απο των ανθρωπων απαρχη τω θεω και τω αρνιω • και εν τω στοματι αυτων ουχ hευρεθη ψευδοσ • αμωμοι εισιν. και ειδον αλλον αγγελον πετομενον εν μεσουρανηματι, εχοντα ευαγγελιον αιωνιον ευαγγελισαι επι τουσ καθημενουσ επι τησ γησ και επι παν εθνοσ και φυλην και γλωσσαν και λαον, λεγων εν φωνη μεγαλη • φοβηθητε τον θεον και δοτε αυτω δοξαν, hοτι ηλθεν hη hωρα τησ κρισεωσ αυτου • και προσκυνησατε τω ποιησαντι τον ουρανον και την γην και την θαλασσαν και πηγασ hυδατων. και αλλοσ δευτεροσ αγγελοσ ηκολουθησεν λεγων • επεσεν επεσεν βαβυλων hη μεγαλη, hη εκ του οινου του θυμου τησ πορνειασ αυτησ πεποτικεν παντα τα εθνη. και αλλοσ αγγελοσ τριτοσ ηκολουθησεν αυτοισ λεγων εν φωνη μεγαλη • ει τισ προσκυνει το θηριον και την εικονα αυτου, και λαμβανει χαραγμα επι του μετωπου αυτου η επι την χειρα αυτου, και αυτοσ πιεται εκ του οινου του θυμου του θεου του κεκερασμενου ακρατου εν τω ποτηριω τησ οργησ αυτου • και βασανισθησεται εν πυρι και θειω ενωπιον αγγελων hαγιων και ενωπιον του αρνιου. και hο καπνοσ του βασανισμου αυτων εισ αιωνασ αιωνων αναβαινει, και ουκ εχουσιν αναπαυσιν hημερασ και νυκτοσ hοι προσκυνουντεσ το θηριον και την εικονα αυτου, και ει τισ λαμβανει το χαραγμα του ονοματοσ αυτου. hωδε hη hυπομονη των hαγιων εστιν, hοι τηρουντεσ τασ εντολασ του θεου και την πιστιν ιηhοσυα. και ηκουσα φωνησ εκ του ουρανου λεγουσησ • γραψον • μακαριοι hοι νεκροι hοι εν κυριω αποθνησκοντεσ απ αρτι. ναι, λεγει το πνευμα, hινα αναπαησονται εκ των κοπων αυτων, τα γαρ εργα αυτων ακολουθει μετ αυτων. και ειδον, και ιδου νεφελη λευκη, και επι την νεφελην καθημενον hομοιον hυιω ανθρωπου, εχων επι τησ κεφαλησ αυτου στεφανον χρυσουν και εν τη χειρι αυτου δρεπανον οξυ. και αλλοσ αγγελοσ εξηλθεν εκ του ναου, κραζων εν φωνη μεγαλη τω καθημενω επι τησ νεφελησ • πεμψον το δρεπανον σου και θερισον • hοτι ηλθεν hη hωρα θερισαι, hοτι εξηρανθη hο θερισμοσ τησ γησ. και εβαλεν hο καθημενοσ επι τησ νεφελησ το δρεπανον αυτου επι την γην, και εθερισθη hη γη. και αλλοσ αγγελοσ εξηλθεν εκ του ναου του εν τω ουρανω, εχων και αυτοσ δρεπανον οξυ. και αλλοσ αγγελοσ εξηλθεν εκ του θυσιαστηριου, εχων εξουσιαν επι του πυροσ • και εφωνησεν κραυγη μεγαλη τω εχοντι το δρεπανον το οξυ λεγων • πεμψον σου το δρεπανον το οξυ και τρυγησον τουσ βοτρυασ τησ αμπελου τησ γησ, hοτι ηκμασαν hαι σταφυλαι αυτησ. και εβαλεν hο αγγελοσ το δρεπανον αυτου εισ την γην, και ετρυγησεν την αμπελον τησ γησ και εβαλεν εισ την ληνον του θυμου του θεου την μεγαλην. και επατηθη hη ληνοσ εξωθεν τησ πολεωσ • και εξηλθεν hαιμα εκ τησ ληνου αχρι των χαλινων των hιππων, απο σταδιων χιλιων hεξακοσιων.

15

και ειδον αλλο σημειον εν τω ουρανω μεγα και θαυμαστον, αγγελουσ hεπτα εχοντασ πληγασ hεπτα τασ εσχατασ • hοτι εν αυταισ ετελεσθη hο θυμοσ του θεου. και ειδον hωσ θαλασσαν hυαλινην μεμιγμενην πυρι, και τουσ νικωντασ εκ του θηριου και εκ τησ εικονοσ αυτου και εκ του αριθμου του ονοματοσ αυτου hεστωτασ επι την θαλασσαν την hυαλινην, εχοντασ κιθαρασ του θεου. και αδουσιν την ωδην μωυσεωσ, του δουλου του θεου, και την ωδην του αρνιου, λεγοντεσ • μεγαλα και θαυμαστα τα εργα σου, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hο θεοσ hο παντοκρατωρ • δικαιαι και αληθιναι hαι hοδοι σου, hο βασιλευσ των εθνων • τισ σε ου μη φοβηθη, φωνήενσύμφωνο-ιηhοh, και δοξαση το ονομα σου; hοτι μονοσ hοσιοσ • hοτι παντα τα εθνη hηξουσιν και προσκυνησουσιν ενωπιον σου • hοτι τα δικαιωματα σου εφανερωθησαν. και μετα ταυτα ειδον, και ηνοιγη hο ναοσ τησ σκηνησ του μαρτυριου εν τω ουρανω. και εξηλθον hοι hεπτα αγγελοι hοι εχοντεσ τασ hεπτα πληγασ εκ του ναου, ενδεδυμενοι λινον καθαρον λαμπρον και περιεζωσμενοι περι τα στηθη ζωνασ χρυσασ. και hεν εκ των τεσσαρων ζωων εδωκεν τοισ hεπτα αγγελοισ hεπτα φιαλασ χρυσασ γεμουσασ του θυμου του θεου του ζωντοσ εισ τουσ αιωνασ των αιωνων. και εγεμισθη hο ναοσ καπνου εκ τησ δοξησ του θεου και εκ τησ δυναμεωσ αυτου • και ουδεισ εδυνατο εισελθειν εισ τον ναον αχρι τελεσθωσιν hαι hεπτα πληγαι των hεπτα αγγελων.

16

και ηκουσα μεγαλησ φωνησ εκ του ναου λεγουσησ τοισ hεπτα αγγελοισ • hυπαγετε και εκχεετε τασ hεπτα φιαλασ του θυμου του θεου εισ την γην. και απηλθεν hο πρωτοσ και εξεχεεν την φιαλην αυτου εισ την γην • και εγενετο hελκοσ κακον και πονηρον επι τουσ ανθρωπουσ τουσ εχοντασ το χαραγμα του θηριου και τουσ προσκυνουντασ την εικονα αυτου. και hο δευτεροσ εξεχεεν την φιαλην αυτου εισ την θαλασσαν • και εγενετο hαιμα hωσ νεκρου • και πασα ψυχη ζωησ απεθανεν εν τη θαλασση. και hο τριτοσ εξεχεεν την φιαλην αυτου εισ τουσ ποταμουσ και εισ τασ πηγασ των hυδατων • και εγενετο hαιμα. και ηκουσα του αγγελου των hυδατων λεγοντοσ • δικαιοσ ει, hο ων και hο ην, hο hοσιοσ, hοτι ταυτα εκρινασ • hοτι hαιμα hαγιων και προφητων εξεχεαν, και hαιμα αυτοισ εδωκασ πιειν • αξιοι εισιν. και ηκουσα του θυσιαστηριου λεγοντοσ • ναι φωνήενσύμφωνο-ιηhοh hο θεοσ hο παντοκρατωρ, αληθιναι και δικαιαι hαι κρισεισ σου. και hο τεταρτοσ εξεχεεν την φιαλην αυτου επι τον hηλιον • και εδοθη αυτω καυματισαι τουσ ανθρωπουσ εν πυρι • και εκαυματισθησαν hοι ανθρωποι καυμα μεγα • και εβλασφημησαν το ονομα του θεου του εχοντοσ εξουσιαν επι τασ πληγασ ταυτασ, και ου μετενοησαν δουναι αυτω δοξαν. και hο πεμπτοσ εξεχεεν την φιαλην αυτου επι τον θρονον του θηριου • και εγενετο hη βασιλεια αυτου εσκοτωμενη • και εμασωντο τασ γλωσσασ αυτων εκ του πονου • και εβλασφημησαν τον θεον του ουρανου εκ των πονων αυτων και εκ των hελκων αυτων, και ου μετενοησαν εκ των εργων αυτων. και hο hεκτοσ εξεχεεν την φιαλην αυτου επι τον ποταμον τον μεγαν ευφρατην • και εξηρανθη το hυδωρ αυτου, hινα hετοιμασθη hη hοδοσ των βασιλεων των απο ανατολησ hηλιου. και ειδον εκ του στοματοσ του δρακοντοσ και εκ του στοματοσ του θηριου και εκ του στοματοσ του ψευδοπροφητου πνευματα τρια ακαθαρτα hωσ βατραχοι • εισιν γαρ πνευματα δαιμονιων ποιουντα σημεια, hα εκπορευεται επι τουσ βασιλεισ τησ οικουμενησ hολησ, συναγαγειν αυτουσ εισ τον πολεμον τησ hημερασ εκεινησ τησ μεγαλησ του θεου του παντοκρατοροσ. ιδου ερχομαι hωσ κλεπτησ. μακαριοσ hο γρηγορων και τηρων τα hιματια αυτου, hινα μη γυμνοσ περιπατη και βλεπωσιν την ασχημοσυνην αυτου. και συνηγαγεν αυτουσ εισ τον τοπον τον καλουμενον hεβραιστι hαρμαγεδων. και hο hεβδομοσ εξεχεεν την φιαλην αυτου επι τον αερα • και εξηλθεν φωνη μεγαλη απο του ναου του ουρανου απο του θρονου λεγουσα • γεγονεν. και εγενοντο αστραπαι και φωναι και βρονται • και σεισμοσ εγενετο μεγασ, hοιοσ ουκ εγενετο αφ hου hοι ανθρωποι εγενοντο επι τησ γησ, τηλικουτοσ σεισμοσ hουτω μεγασ. και εγενετο hη πολισ hη μεγαλη εισ τρια μερη • και hαι πολεισ των εθνων επεσαν • και βαβυλων hη μεγαλη εμνησθη ενωπιον του θεου δουναι αυτη το ποτηριον του οινου του θυμου τησ οργησ αυτου. και πασα νησοσ εφυγεν, και ορη ουχ hευρεθησαν • και χαλαζα μεγαλη hωσ ταλαντιαια καταβαινει εκ του ουρανου επι τουσ ανθρωπουσ • και εβλασφημησαν hοι ανθρωποι τον θεον εκ τησ πληγησ τησ χαλαζησ • hοτι μεγαλη εστιν hη πληγη αυτησ σφοδρα.

17

και ηλθεν hεισ εκ των hεπτα αγγελων των εχοντων τασ hεπτα φιαλασ, και ελαλησεν μετ εμου λεγων • δευρο • δειξω σοι το κριμα τησ πορνησ τησ μεγαλησ τησ καθημενησ επι των hυδατων των πολλων, μεθ hησ επορνευσαν hοι βασιλεισ τησ γησ • και εμεθυσθησαν hοι κατοικουντεσ την γην εκ του οινου τησ πορνειασ αυτησ. και απηνεγκεν με εισ ερημον εν πνευματι • και ειδον γυναικα καθημενην επι θηριον κοκκινον, γεμοντα ονοματα βλασφημιασ, εχοντα κεφαλασ hεπτα και κερατα δεκα. και hη γυνη ην περιβεβλημενη πορφυρουν και κοκκινον, και κεχρυσωμενη χρυσιω και λιθω τιμιω και μαργαριταισ, εχουσα ποτηριον χρυσουν εν τη χειρι αυτησ γεμον βδελυγματων και τα ακαθαρτα τησ πορνειασ αυτησ • και επι το μετωπον αυτησ ονομα γεγραμμενον • μυστηριον, βαβυλων hη μεγαλη, hη μητηρ των πορνων και των βδελυγματων τησ γησ. και ειδον την γυναικα μεθυουσαν εκ του hαιματοσ των hαγιων και εκ του hαιματοσ των μαρτυρων ιηhοσυα • και εθαυμασα ιδων αυτην θαυμα μεγα. και ειπεν μοι hο αγγελοσ • δια τι εθαυμασασ; εγω ερω σοι το μυστηριον τησ γυναικοσ και του θηριου του βασταζοντοσ αυτην του εχοντοσ τασ hεπτα κεφαλασ και τα δεκα κερατα. το θηριον hο ειδεσ ην και ουκ εστιν και μελλει αναβαινειν εκ τησ αβυσσου και εισ απωλειαν hυπαγειν • και θαυμασθησονται hοι κατοικουντεσ επι τησ γησ, hων ου γεγραπται τα ονοματα επι το βιβλιον τησ ζωησ απο καταβολησ κοσμου, βλεποντων το θηριον, — hοτι ην και ουκ εστιν και παρεσται. hωδε hο νουσ, hο εχων σοφιαν • hαι hεπτα κεφαλαι hεπτα ορη εισιν, hοπου hη γυνη καθηται επ αυτων • και βασιλεισ hεπτα εισιν • hοι πεντε επεσαν • hο hεισ εστιν • hο αλλοσ ουπω ηλθεν, και hοταν ελθη ολιγον αυτον δει μειναι. και το θηριον hο ην και ουκ εστιν και αυτοσ ογδοοσ εστιν, και εκ των hεπτα εστιν, και εισ απωλειαν hυπαγει. και τα δεκα κερατα hα ειδεσ δεκα βασιλεισ εισιν, hοιτινεσ βασιλειαν ουπω ελαβον, αλλα εξουσιαν hωσ βασιλεισ μιαν hωραν λαμβανουσιν μετα του θηριου. hουτοι μιαν γνωμην εχουσιν, και την δυναμιν και την εξουσιαν αυτων τω θηριω διδοασιν. hουτοι μετα του αρνιου πολεμησουσιν • και το αρνιον νικησει αυτουσ, hοτι κυριοσ κυριων εστιν και βασιλευσ βασιλεων, και hοι μετ αυτου κλητοι και εκλεκτοι και πιστοι. και λεγει μοι • τα hυδατα hα ειδεσ, hου hη πορνη καθηται, λαοι και οχλοι εισιν και εθνη και γλωσσαι. και τα δεκα κερατα hα ειδεσ και το θηριον, hουτοι μισησουσιν την πορνην, και ηρημωμενην ποιηhοσυασιν αυτην και γυμνην, και τασ σαρκασ αυτησ φαγονται, και αυτην κατακαυσουσιν εν πυρι • hο γαρ θεοσ εδωκεν εισ τασ καρδιασ αυτων ποιησαι την γνωμην αυτου και ποιησαι μιαν γνωμην και δουναι την βασιλειαν αυτων τω θηριω, αχρι τελεσθησονται hοι λογοι του θεου. και hη γυνη hην ειδεσ εστιν hη πολισ hη μεγαλη hη εχουσα βασιλειαν επι των βασιλεων τησ γησ.

18

μετα ταυτα ειδον αλλον αγγελον καταβαινοντα εκ του ουρανου, εχοντα εξουσιαν μεγαλην • και hη γη εφωτισθη εκ τησ δοξησ αυτου. και εκραξεν εν ισχυρα φωνη λεγων • επεσεν επεσεν βαβυλων hη μεγαλη, και εγενετο κατοικητηριον δαιμονιων και φυλακη παντοσ πνευματοσ ακαθαρτου και φυλακη παντοσ ορνεου ακαθαρτου και μεμισημενου • hοτι εκ του οινου του θυμου τησ πορνειασ αυτησ πεπωκεν παντα τα εθνη, και hοι βασιλεισ τησ γησ μετ αυτησ επορνευσαν, και hοι εμποροι τησ γησ εκ τησ δυναμεωσ του στρηνουσ αυτησ επλουτησαν. και ηκουσα αλλην φωνην εκ του ουρανου λεγουσαν • εξελθατε εξ αυτησ, hο λαοσ μου, hινα μη συγκοινωνησητε ταισ hαμαρτιαισ αυτησ, και εκ των πληγων αυτησ hινα μη λαβητε • hοτι εκολληθησαν αυτησ hαι hαμαρτιαι αχρι του ουρανου και εμνημονευσεν hο θεοσ τα αδικηματα αυτησ. αποδοτε αυτη hωσ και αυτη απεδωκεν, και διπλωσατε αυτη διπλα κατα τα εργα αυτησ • εν τω ποτηριω hω εκερασεν κερασατε αυτη διπλουν, hοσα εδοξασεν hεαυτην και εστρηνιασεν, τοσουτον δοτε αυτη βασανισμον και πενθοσ. hοτι εν τη καρδια αυτησ λεγει hοτι καθημαι βασιλισσα και χηρα ουκ ειμι και πενθοσ ου μη ιδω • δια τουτο εν μια hημερα hηξουσιν hαι πληγαι αυτησ, θανατοσ και πενθοσ και λιμοσ, και εν πυρι κατακαυθησεται • hοτι ισχυροσ κυριοσ hο θεοσ hο κρινασ αυτην. και κλαυσονται και κοψονται επ αυτην hοι βασιλεισ τησ γησ hοι μετ αυτησ πορνευσαντεσ και στρηνιασαντεσ, hοταν βλεπωσιν τον καπνον τησ πυρωσεωσ αυτησ, — απο μακροθεν hεστηκοτεσ δια τον φοβον του βασανισμου αυτησ, λεγοντεσ • ουαι ουαι, hη πολισ hη μεγαλη, βαβυλων hη πολισ hη ισχυρα, hοτι μια hωρα ηλθεν hη κρισισ σου. και hοι εμποροι τησ γησ κλαιουσιν και πενθουσιν επ αυτην, hοτι τον γομον αυτων ουδεισ αγοραζει ουκετι, γομον χρυσου και αργυρου και λιθου τιμιου και μαργαριτων και βυσσινου και πορφυρασ και σιρικου και κοκκινου, και παν ξυλον θυινον και παν σκευοσ ελεφαντινον και παν σκευοσ εκ ξυλου τιμιωτατου και χαλκου και σιδηρου και μαρμαρου • και κινναμωμον και αμωμον και θυμιαματα και μυρον και λιβανον και οινον και ελαιον και σεμιδαλιν και σιτον και κτηνη και προβατα, και hιππων και ρεδων και σωματων, και ψυχασ ανθρωπων. και hη οπωρα τησ επιθυμιασ τησ ψυχησ σου απηλθεν απο σου • και παντα τα λιπαρα και τα λαμπρα απωλετο απο σου • και ουκετι ου μη αυτα hευρησουσιν. hοι εμποροι τουτων, hοι πλουτησαντεσ απ αυτησ, απο μακροθεν στησονται δια τον φοβον του βασανισμου αυτησ κλαιοντεσ και πενθουντεσ, λεγοντεσ • ουαι ουαι, hη πολισ hη μεγαλη, hη περιβεβλημενη βυσσινον και πορφυρουν και κοκκινον, και κεχρυσωμενη εν χρυσιω και λιθω τιμιω και μαργαριταισ, hοτι μια hωρα ηρημωθη hο τοσουτοσ πλουτοσ. και πασ κυβερνητησ και πασ hο επι τοπον πλεων και ναυται και hοσοι την θαλασσαν εργαζονται απο μακροθεν εστησαν • και εκραζον βλεποντεσ τον καπνον τησ πυρωσεωσ αυτησ λεγοντεσ • τισ hομοια τη πολει τη μεγαλη; και εβαλον χουν επι τασ κεφαλασ αυτων, και εκραζον κλαιοντεσ και πενθουντεσ λεγοντεσ • ουαι ουαι, hη πολισ hη μεγαλη, εν hη επλουτησαν παντεσ hοι εχοντεσ τα πλοια εν τη θαλασση εκ τησ τιμιοτητοσ αυτησ, hοτι μια hωρα ηρημωθη. ευφραινου επ αυτη, ουρανε και hοι hαγιοι και hοι αποστολοι και hοι προφηται, hοτι εκρινεν hο θεοσ το κριμα hυμων εξ αυτησ. και ηρεν hεισ αγγελοσ ισχυροσ λιθον hωσ μυλον μεγαν, και εβαλεν εισ την θαλασσαν λεγων • hουτωσ hορμηματι βληθησεται βαβυλων hη μεγαλη πολισ, και ου μη hευρεθη ετι. και φωνη κιθαρωδων και μουσικων και αυλητων και σαλπιστων ου μη ακουσθη εν σοι ετι • και πασ τεχνιτησ πασησ τεχνησ ου μη hευρεθη εν σοι ετι • και φωνη μυλου ου μη ακουσθη εν σοι ετι. και φωσ λυχνου ου μη φανη εν σοι ετι • και φωνη νυμφιου και νυμφησ ου μη ακουσθη εν σοι ετι • hοτι hοι εμποροι σου ησαν hοι μεγιστανεσ τησ γησ • hοτι εν τη φαρμακεια σου επλανηθησαν παντα τα εθνη. και εν αυτη hαιματα προφητων και hαγιων hευρεθη και παντων των εσφαγμενων επι τησ γησ.

19

μετα ταυτα ηκουσα hωσ φωνην μεγαλην οχλου πολλου εν τω ουρανω λεγοντων • αλληλουια, hη σωτηρια και hη δοξα και hη δυναμισ του θεου hημων • hοτι αληθιναι και δικαιαι hαι κρισεισ αυτου • hοτι εκρινεν την πορνην την μεγαλην hητισ εφθειρεν την γην εν τη πορνεια αυτησ, και εξεδικησεν το hαιμα των δουλων αυτου εκ χειροσ αυτησ. και δευτερον ειρηκαν • αλληλουια, και hο καπνοσ αυτησ αναβαινει εισ τουσ αιωνασ των αιωνων. και επεσαν hοι πρεσβυτεροι hοι εικοσι τεσσαρεσ και τα τεσσαρα ζωα, και προσεκυνησαν τω θεω τω καθημενω επι τω θρονω λεγοντεσ • αμην, αλληλουια. και φωνη απο του θρονου εξηλθεν λεγουσα • αινειτε τω θεω hημων, παντεσ hοι δουλοι αυτου και hοι φοβουμενοι αυτον, hοι μικροι και hοι μεγαλοι. και ηκουσα hωσ φωνην οχλου πολλου και hωσ φωνην hυδατων πολλων και hωσ φωνην βροντων ισχυρων λεγοντων • αλληλουια, hοτι εβασιλευσεν κυριοσ hο θεοσ hημων hο παντοκρατωρ. χαιρωμεν και αγαλλιωμεν, και δωμεν την δοξαν αυτω • hοτι ηλθεν hο γαμοσ του αρνιου • και hη γυνη αυτου hητοιμασεν hεαυτην • και εδοθη αυτη hινα περιβαληται βυσσινον λαμπρον [και] καθαρον, το γαρ βυσσινον τα δικαιωματα των hαγιων εστιν. και λεγει μοι • γραψον • μακαριοι hοι εισ το δειπνον του γαμου του αρνιου κεκλημενοι. και λεγει μοι • hουτοι hοι λογοι hοι αληθινοι του θεου εισιν. — και επεσα εμπροσθεν των ποδων αυτου προσκυνησαι αυτω. και λεγει μοι • hορα μη • συνδουλοσ σου ειμι και των αδελφων σου των εχοντων την μαρτυριαν ιηhοσυα • τω θεω προσκυνησον, hη γαρ μαρτυρια ιηhοσυα εστιν το πνευμα τησ προφητειασ. και ειδον τον ουρανον ηνεωγμενον, και ιδου hιπποσ λευκοσ, και hο καθημενοσ επ αυτον [καλουμενοσ] πιστοσ και αληθινοσ • και εν δικαιοσυνη κρινει και πολεμει. hοι δε οφθαλμοι αυτου φλοξ πυροσ • και επι την κεφαλην αυτου διαδηματα πολλα • εχων ονομα γεγραμμενον hο ουδεισ οιδεν ει μη αυτοσ • και περιβεβλημενοσ hιματιον βεβαμμενον hαιματι • και κεκληται το ονομα αυτου hο λογοσ του θεου • και τα στρατευματα τα εν τω ουρανω ηκολουθει αυτω εφ hιπποισ λευκοισ, ενδεδυμενοι βυσσινον λευκον και καθαρον • και εκ του στοματοσ αυτου εκπορευεται ρομφαια διστομοσ οξεια, hινα εν αυτη παταξη τα εθνη • και αυτοσ ποιμανει αυτουσ εν ραβδω σιδηρα, και αυτοσ πατει την ληνον του οινου του θυμου τησ οργησ του θεου του παντοκρατοροσ • και εχει επι το hιματιον και επι τον μηρον αυτου ονομα γεγραμμενον • βασιλευσ βασιλεων και κυριοσ κυριων. και ειδον hενα αγγελον hεστωτα εν τω hηλιω • και εκραξεν φωνη μεγαλη λεγων πασιν τοισ ορνεοισ τοισ πετομενοισ εν μεσουρανηματι • δευτε συναχθητε εισ το δειπνον το μεγα του θεου • hινα φαγητε σαρκασ βασιλεων και σαρκασ χιλιαρχων και σαρκασ ισχυρων και σαρκασ hιππων και των καθημενων επ αυτων, και σαρκασ παντων ελευθερων τε και δουλων, μικρων τε και μεγαλων. και ειδον το θηριον και τουσ βασιλεισ τησ γησ και τα στρατευματα αυτων συνηγμενα ποιησαι τον πολεμον μετα του καθημενου επι του hιππου και μετα του στρατευματοσ αυτου. και επιασθη το θηριον και hο μετ αυτου ψευδοπροφητησ hο ποιησασ τα σημεια ενωπιον αυτου, εν hοισ επλανησεν τουσ λαβοντασ το χαραγμα του θηριου και τουσ προσκυνουντασ την εικονα αυτου. ζωντεσ εβληθησαν hοι δυο εισ την λιμνην του πυροσ την καιομενην εν θειω • και hοι λοιποι απεκτανθησαν εν τη ρομφαια του καθημενου επι του hιππου τη εξελθουση εκ του στοματοσ αυτου, και παντα τα ορνεα εχορτασθησαν εκ των σαρκων αυτων.

20

και ειδον αγγελον καταβαινοντα εκ του ουρανου, εχοντα την κλειν τησ αβυσσου και hαλυσιν μεγαλην επι την χειρα αυτου. και εκρατησεν τον δρακοντα, τον οφιν τον αρχαιον, hοσ εστιν διαβολοσ και hο σατανασ, και εδησεν αυτον χιλια ετη • και εβαλεν αυτον εισ την αβυσσον, και εκλεισεν • και εσφραγισεν επανω αυτου, hινα μη πλανα ετι τα εθνη, αχρι τελεσθη τα χιλια ετη • μετα ταυτα δει αυτον λυθηναι μικρον χρονον. και ειδον θρονουσ, και εκαθισαν επ αυτουσ, και κριμα εδοθη αυτοισ • και τασ ψυχασ των πεπελεκισμενων δια την μαρτυριαν ιηhοσυα και δια τον λογον του θεου • και hοιτινεσ ου προσεκυνησαν το θηριον ουδε την εικονα αυτου και ουκ ελαβον το χαραγμα επι το μετωπον και επι την χειρα αυτων • και εζησαν και εβασιλευσαν μετα του χριστου χιλια ετη • hοι λοιποι των νεκρων ουκ εζησαν αχρι τελεσθη τα χιλια ετη. hαυτη hη αναστασισ hη πρωτη. μακαριοσ και hαγιοσ hο εχων μεροσ εν τη αναστασει τη πρωτη • επι τουτων hο δευτεροσ θανατοσ ουκ εχει εξουσιαν • αλλ εσονται hιερεισ του θεου και του χριστου, και βασιλευσουσιν μετ αυτου χιλια ετη. και hοταν τελεσθη τα χιλια ετη, λυθησεται hο σατανασ εκ τησ φυλακησ αυτου • και εξελευσεται πλανησαι τα εθνη τα εν ταισ τεσσαρσιν γωνιαισ τησ γησ, τον γωγ και τον μαγωγ, συναγαγειν αυτουσ εισ τον πολεμον, hων hο αριθμοσ αυτων hωσ hη αμμοσ τησ θαλασσησ. και ανεβησαν επι το πλατοσ τησ γησ, και εκυκλωσαν την παρεμβολην των hαγιων και την πολιν την ηγαπημενην, και κατεβη πυρ εκ του ουρανου [απο του θεου] και κατεφαγεν αυτουσ. και hο διαβολοσ hο πλανων αυτουσ εβληθη εισ την λιμνην του πυροσ και θειου, hοπου και το θηριον και hο ψευδοπροφητησ • και βασανισθησονται hημερασ και νυκτοσ εισ τουσ αιωνασ των αιωνων. και ειδον θρονον μεγαν λευκον και τον καθημενον επ αυτον, hου απο του προσωπου εφυγεν hη γη και hο ουρανοσ • και τοποσ ουχ hευρεθη αυτοισ. και ειδον τουσ νεκρουσ, τουσ μεγαλουσ και τουσ μικρουσ, hεστωτασ ενωπιον του θρονου • και βιβλια ηνοιχθησαν • και αλλο βιβλιον ηνοιχθη, hο εστιν τησ ζωησ. και εκριθησαν hοι νεκροι εκ των γεγραμμενων εν τοισ βιβλιοισ κατα τα εργα αυτων. και εδωκεν hη θαλασσα τουσ νεκρουσ τουσ εν αυτη • και hο θανατοσ και hο hαδησ εδωκαν τουσ νεκρουσ τουσ εν αυτοισ, και εκριθησαν hεκαστοσ κατα τα εργα αυτων. και hο θανατοσ και hο hαδησ εβληθησαν εισ την λιμνην του πυροσ • hουτοσ hο θανατοσ hο δευτεροσ εστιν, hη λιμνη του πυροσ. και ει τισ ουχ hευρεθη εν τη βιβλω τησ ζωησ γεγραμμενοσ, εβληθη εισ την λιμνην του πυροσ.

21

και ειδον ουρανον καινον και γην καινην • hο γαρ πρωτοσ ουρανοσ και hη πρωτη γη απηλθαν, και hη θαλασσα ουκ εστιν ετι. και την πολιν την hαγιαν, ιερουσαλημ καινην, ειδον καταβαινουσαν εκ του ουρανου απο του θεου, hητοιμασμενην hωσ νυμφην κεκοσμημενην τω ανδρι αυτησ. και ηκουσα φωνησ μεγαλησ εκ του ουρανου λεγουσησ • ιδου hη σκηνη του θεου μετα των ανθρωπων, και σκηνωσει μετ αυτων • και αυτοι λαοσ αυτου εσονται, και αυτοσ hο θεοσ μετ αυτων εσται, αυτων θεοσ. και εξαλειψει hο θεοσ παν δακρυον απο των οφθαλμων αυτων • και hο θανατοσ ουκ εσται ετι • ουτε πενθοσ ουτε κραυγη ουτε πονοσ ουκ εσται ετι, hοτι τα πρωτα απηλθαν. και ειπεν hο καθημενοσ επι τω θρονω • ιδου καινα ποιω παντα. και λεγει [μοι] • γραψον, hοτι hουτοι hοι λογοι πιστοι και αληθινοι εισιν. και ειπεν μοι • γεγονεν. εγω ειμι το αλφα και το ω, hη αρχη και το τελοσ. εγω τω διψωντι δωσω εκ τησ πηγησ του hυδατοσ τησ ζωησ δωρεαν. hο νικων κληρονομησει ταυτα, και εσομαι αυτω θεοσ και αυτοσ εσται μοι hυιοσ. τοισ δε δειλοισ και απιστοισ και εβδελυγμενοισ και φονευσιν και πορνοισ και φαρμακοισ και ειδωλολατραισ και πασιν τοισ ψευδεσιν το μεροσ αυτων εν τη λιμνη τη καιομενη πυρι και θειω, hο εστιν hο θανατοσ hο δευτεροσ. και ηλθεν hεισ εκ των hεπτα αγγελων των εχοντων τασ hεπτα φιαλασ γεμουσασ των hεπτα πληγων των εσχατων, και ελαλησεν μετ εμου λεγων • δευρο, δειξω σοι την νυμφην την γυναικα του αρνιου. και απηνεγκεν με εν πνευματι επ οροσ μεγα και hυψηλον, και εδειξεν μοι την πολιν την hαγιαν, hιερουσαλημ, καταβαινουσαν εκ του ουρανου απο του θεου, εχουσαν την δοξαν του θεου. hο φωστηρ αυτησ hομοιοσ λιθω τιμιωτατω, hωσ λιθω ιασπιδι κρυσταλλιζοντι. εχουσα τειχοσ μεγα και hυψηλον • εχουσα πυλωνασ δωδεκα, και επι τοισ πυλωσιν αγγελουσ δωδεκα, και ονοματα επιγεγραμμενα, hα εστιν των δωδεκα φυλων hυιων ισραηλ • απο ανατολησ πυλωνεσ τρεισ • και απο βορρα πυλωνεσ τρεισ • και απο νοτου πυλωνεσ τρεισ • και απο δυσμων πυλωνεσ τρεισ. και το τειχοσ τησ πολεωσ εχων θεμελιουσ δωδεκα, και επ αυτων δωδεκα ονοματα των δωδεκα αποστολων του αρνιου. και hο λαλων μετ εμου ειχεν μετρον καλαμον χρυσουν, hινα μετρηση την πολιν και τουσ πυλωνασ αυτησ και το τειχοσ αυτησ. και hη πολισ τετραγωνοσ κειται, και το μηκοσ αυτησ hοσον και το πλατοσ. και εμετρησεν την πολιν τω καλαμω επι σταδιουσ δωδεκα χιλιαδων • το μηκοσ και το πλατοσ και το hυψοσ αυτησ ισα εστιν. και εμετρησεν το τειχοσ αυτησ hεκατον τεσσερακοντα τεσσαρων πηχων, μετρον ανθρωπου, hο εστιν αγγελου. και ην hη ενδωμησισ του τειχουσ αυτησ ιασπισ • και hη πολισ χρυσιον καθαρον hομοιον hυαλω καθαρω. hοι θεμελιοι του τειχουσ τησ πολεωσ παντι λιθω τιμιω κεκοσμημενοι • hο θεμελιοσ hο πρωτοσ ιασπισ, hο δευτεροσ σαπφειροσ, hο τριτοσ χαλκηδων, hο τεταρτοσ σμαραγδοσ, hο πεμπτοσ σαρδονυξ, hο hεκτοσ σαρδιον, hο hεβδομοσ χρυσολιθοσ, hο ογδοοσ βηρυλλοσ, hο ενατοσ τοπαζιον, hο δεκατοσ χρυσοπρασοσ, hο hενδεκατοσ hυακινθοσ, hο δωδεκατοσ αμεθυστοσ. και hοι δωδεκα πυλωνεσ δωδεκα μαργαριται, ανα hεισ hεκαστοσ των πυλωνων ην εξ hενοσ μαργαριτου • και hη πλατεια τησ πολεωσ χρυσιον καθαρον hωσ hυαλοσ διαυγησ. και ναον ουκ ειδον εν αυτη • hο γαρ κυριοσ hο θεοσ hο παντοκρατωρ ναοσ αυτησ εστιν, και το αρνιον. και hη πολισ ου χρειαν εχει του hηλιου ουδε τησ σεληνησ, hινα φαινωσιν αυτη • hη γαρ δοξα του θεου εφωτισεν αυτην, και hο λυχνοσ αυτησ το αρνιον. και περιπατησουσιν τα εθνη δια του φωτοσ αυτησ • και hοι βασιλεισ τησ γησ φερουσιν την δοξαν αυτων εισ αυτην. και hοι πυλωνεσ αυτησ ου μη κλεισθωσιν hημερασ, νυξ γαρ ουκ εσται εκει. και οισουσιν την δοξαν και την τιμην των εθνων εισ αυτην. και ου μη εισελθη εισ αυτην παν κοινον και hο ποιων βδελυγμα και ψευδοσ, ει μη hοι γεγραμμενοι εν τω βιβλιω τησ ζωησ του αρνιου.

22

και εδειξεν μοι ποταμον hυδατοσ ζωησ λαμπρον hωσ κρυσταλλον, εκπορευομενον εκ του θρονου του θεου και του αρνιου. εν μεσω τησ πλατειασ αυτησ και του ποταμου εντευθεν και εκειθεν ξυλον ζωησ ποιουν καρπουσ δωδεκα, κατα μηνα hεκαστον αποδιδουν τον καρπον αυτου • και τα φυλλα του ξυλου εισ θεραπειαν των εθνων. και παν καταθεμα ουκ εσται ετι • και hο θρονοσ του θεου και του αρνιου εν αυτη εσται • και hοι δουλοι αυτου λατρευσουσιν αυτω, και οψονται το προσωπον αυτου, και το ονομα αυτου επι των μετωπων αυτων. και νυξ ουκ εσται ετι, και ου χρεια λυχνου και φωτοσ hηλιου • hοτι κυριοσ hο θεοσ φωτιει επ αυτουσ • και βασιλευσουσιν εισ τουσ αιωνασ των αιωνων. και ειπεν μοι • hουτοι hοι λογοι πιστοι και αληθινοι • και hφωνήενσύμφωνο-ιηhοh hο θεοσ των πνευματων των προφητων απεστειλεν τον αγγελον αυτου δειξαι τοισ δουλοισ αυτου hα δει γενεσθαι εν ταχει. και ιδου ερχομαι ταχυ. μακαριοσ hο τηρων τουσ λογουσ τησ προφητειασ του βιβλιου τουτου. καγω ιωαννησ hο ακουων και βλεπων ταυτα • και hοτε ηκουσα και hοτε ειδον, επεσα προσκυνησαι εμπροσθεν των ποδων του αγγελου του δεικνυοντοσ μοι ταυτα. και λεγει μοι • hορα μη • συνδουλοσ σου ειμι και των αδελφων σου των προφητων και των τηρουντων τουσ λογουσ του βιβλιου τουτου • τω θεω προσκυνησον. και λεγει μοι • μη σφραγισησ τουσ λογουσ τησ προφητειασ του βιβλιου τουτου • hο καιροσ εγγυσ εστιν. hο αδικων αδικησατω ετι • και hο ρυπαροσ ρυπαρευθητω ετι • και hο δικαιοσ δικαιοσυνην ποιησατω ετι • και hο hαγιοσ hαγιασθητω ετι. ιδου ερχομαι ταχυ, και hο μισθοσ μου μετ εμου, αποδουναι hεκαστω hωσ το εργον αυτου εσται. εγω το αλφα και το ω, hο πρωτοσ και hο εσχατοσ, hη αρχη και το τελοσ. μακαριοι hοι πλυνοντεσ τασ στολασ αυτων, hινα εσται hη εξουσια αυτων επι το ξυλον τησ ζωησ και τοισ πυλωσιν εισελθωσιν εισ την πολιν. εξω hοι κυνεσ και hοι φαρμακοι και hοι πορνοι και hοι φονεισ και hοι ειδωλολατραι και πασ φιλων και ποιων ψευδοσ. εγω ιηhοσυα επεμψα τον αγγελον μου μαρτυρησαι hυμιν ταυτα εν ταισ εκκλησιαισ. εγω ειμι hη ριζα και το γενοσ δαυιδ, hο αστηρ hο λαμπροσ hο πρωινοσ. και το πνευμα και hη νυμφη λεγουσιν • ερχου. και hο ακουων ειπατω • ερχου. και hο διψων ερχεσθω • hο θελων λαβετω hυδωρ ζωησ δωρεαν. μαρτυρω εγω παντι τω ακουοντι τουσ λογουσ τησ προφητειασ του βιβλιου τουτου, εαν τισ επιθη επ αυτα, επιθησει hο θεοσ επ αυτον τασ πληγασ τασ γεγραμμενασ εν τω βιβλιω τουτω • και εαν τισ αφελη απο των λογων του βιβλιου τησ προφητειασ ταυτησ, αφελει hο θεοσ το μεροσ αυτου απο του ξυλου τησ ζωησ και εκ τησ πολεωσ τησ hαγιασ, των γεγραμμενων εν τω βιβλιω τουτω. λεγει hο μαρτυρων ταυτα • ναι, ερχομαι ταχυ. — αμην • ερχου φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα. hη χαρισ φωνήενσύμφωνο-ιηhοh ιηhοσυα χριστου μετα παντων των hαγιων.